Παρασκευή 11 Οκτωβρίου 2019

Αγιογραφικό ανάγνωσμα


Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν
θ΄ 12 - 18
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, προσελθόντες τῷ Ἰησοῦ οἱ δώδεκα μαθηταὶ αὐτοῦ εἶπον αὐτῷ· Ἀπόλυσον τὸν ὄχλον, ἵνα πορευθέντες εἰς τὰς κύκλῳ κώμας καὶ τοὺς ἀγροὺς καταλύσωσι καὶ εὕρωσι ἐπισιτισμόν, ὅτι ὧδε ἐν ἐρήμῳ τόπῳ ἐσμέν. 13εἶπε δὲ πρὸς αὐτούς· Δότε αὐτοῖς ὑμεῖς φαγεῖν. οἱ δὲ εἶπον· Οὐκ εἰσὶν ἡμῖν πλεῖον ἢ πέντε ἄρτοι καὶ ἰχθύες δύο, εἰ μήτι πορευθέντες ἡμεῖς ἀγοράσομεν εἰς πάντα τὸν λαὸν τοῦτον βρώματα· 14ἦσαν γὰρ ὡσεὶ ἄνδρες πεντακισχίλιοι. εἶπε δὲ πρὸς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ· Κατακλίνατε αὐτοὺς κλισίας ἀνὰ πεντήκοντα. 15καὶ ἐποίησαν οὕτω καὶ ἀνέκλιναν ἅπαντας. 16λαβὼν δὲ τοὺς πέντε ἄρτους καὶ τοὺς δύο ἰχθύας, ἀναβλέψας εἰς τὸν οὐρανὸν εὐλόγησεν αὐτοὺς καὶ κατέκλασε, καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς παραθεῖναι τῷ ὄχλῳ. 17καὶ ἔφαγον καὶ ἐχορτάσθησαν πάντες, καὶ ἤρθη τὸ περισσεῦσαν αὐτοῖς κλασμάτων κόφινοι δώδεκα. 18Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ εἶναι αὐτὸν προσευχόμενον κατὰ μόνας, συνῆσαν αὐτῷ οἱ μαθηταί αὐτοῦ.

Νεοελληνική απόδοση:
Ὅταν ἄρχισε νὰ βραδυάζῃ, τὸν ἐπλησίασαν οἱ δώδεκα καὶ τοῦ εἶπαν, «Ἄφησε ἐλεύθερον τὸν κόσμον, διὰ νὰ πᾶνε εἰς τὰ γύρω χωριὰ καὶ εἰς τὴν ὕπαιθρον καὶ νὰ βροῦν καταλύματα καὶ τροφές, διότι ἐδῶ εἴμεθα εἰς ἔρημον τόπον». Ἐκεῖνος τοὺς εἶπε, «Δῶστε τους σεῖς νὰ φᾶνε». Αὐτοὶ δὲ εἶπαν, «Δὲν ἔχομεν τίποτε περισσότερον ἀπὸ πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια, ἐκτὸς ἐὰν ἐμεῖς πᾶμε νὰ ἀγοράσουμε τρόφιμα γιὰ ὅλον αὐτὸν τὸν κόσμον», διότι ἦσαν περίπου πέντε χιλιάδες. Εἶπε τότε εἰς τοὺς μαθητάς του, «Βάλτε τους νὰ καθήσουν χάμω σὲ ὁμάδες ἀνὰ πενῆντα». Αὐτοὶ τὸ ἐκαναν καὶ τοὺς ἔβαλαν ὅλους νὰ καθήσουν. Τότε ἐπῆρε τὰ πέντε ψωμιὰ καὶ τὰ δύο ψάρια, ἔστρεψε τὸ βλέμμα του πρὸς τὸν οὐρανόν, τὰ εὐλόγησε, τὰ ἔκοψε σὲ κομμάτια καὶ τὰ ἔδωσε εἰς τοὺς μαθητάς του, διὰ νὰ τὰ μοιράσουν εἰς τὸν κόσμον. Καὶ ἔφαγαν καὶ ἐχόρτασαν ὅλοι, καὶ ὅταν ἐμάζεψαν τὰ κομμάτια ποὺ ἐπερίσσεψαν, ἐγέμισαν δώδεκα κοφίνια. Ὄταν κάποτε προσευχότανε ἰδιαιτέρως, ἦσαν μαζί του οἱ μαθηταὶ καὶ τοὺς ἐρώτησε, «Ποιὸς λέγει ὁ κόσμος ὅτι εἶμαι;».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου