Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2022

Εργασία και προσευχή



Από το Γεροντικό
Ανέβηκε κάποτε στο Σινά ένας μοναχός από μακρινή σκήτη και φιλοξενήθηκε στο ησυχαστήριο του Αββά Σιλουανού. Βλέποντας τους υποτακτικούς του να εργάζονται εντατικά, είπε στον Γέροντα κάπως υπεροπτικά:
– Μη εργάζεσθε την απολλυμένην βρώσιν. «Μαρία γαρ την αγαθήν μερίδα εξελέξατο».
– Ο Αββάς Σιλουανός δεν του έδωσε απόκριση. Πρόσταξε τον μαθητή του Ζαχαρία να οδηγήσει τον ξένο σ’ ένα αδειανό κελί και να του δώσει ένα βιβλίο να διαβάσει.
Διάβασε αρκετά, κλεισμένος στο κελί ο μοναχός, ώσπου κουράστηκε. Άρχισε να βαριέται και να πεινά. Όταν έφτασε η ενάτη, έβλεπε με λαχτάρα την πόρτα, μήπως φανεί κανένας να τον προσκαλέσει για φαγητό. Μα, σαν είδε πως δεν ερχόταν, αποφάσισε να πάει μόνος να εξετάσει. Βρήκε τον Γέροντα στον κήπο να ποτίζει.
– Δεν έφαγαν σήμερα οι αδελφοί, Αββά; τον ρώτησε, αφήνοντας κατά μέρος την ντροπή, αφού τον βασάνιζε η πείνα.
– Βεβαίως έφαγαν, αποκρίθηκε ο Γέροντας.
– Και πως έγινε να λησμονήσετε να φωνάξετε κι εμένα;
– Μα εσύ, τέκνον μου, είπε με απλότητα ο Αββάς Σιλουανός, είσαι άνθρωπος πνευματικός και δεν έχεις ανάγκη από υλική τροφή. Εμείς που έχουμε σάρκα, χρειαζόμαστε τροφή και γι’ αυτό το λόγο, αναγκαζόμαστε ν’ ασχολούμεθα και με υλική εργασία.
Εσύ που έχεις διαλέξει την «αγαθή μερίδα», διάβαζες όλη μέρα και, χωρίς άλλο, είσαι τώρα χορτασμένος.
Ο μοναχός κατάλαβε το σφάλμα του και ζήτησε συγχώρηση από το Γέροντα.
– Μάθε τέκνον μου, του είπε ο σοφός Αββάς, πως κι η Μαρία είχε ανάγκη από τη Μάρθα και δια μέσου εκείνης εγκωμιάστηκε αυτή.

https://www.askitikon.eu/

Ὅταν συκοφαντῆσαι καί ὁ συκοφάντης καυχᾶται ἀλαζονικῶς



Ὅταν συκοφαντῆσαι καί ὁ συκοφάντης καυχᾶται ἀλαζονικῶς.Γιά νά μετανοήσουν οἱ σκληροκάρδιοι ἄρχοντες καί νά γίνουν εὐσπλαχνικοί, γιά νά μή βασανίζουν τόν λαό.
ΨΑΛΜΟΣ 51
Διατί αλαζονεύεσαι δια την κακίαν σου συ, ω δυνατέ, ώστε να διαπράττης ανομίας με θρασύτητα και να παραβαίνης όλην την ημέραν τον νόμον του Θεού;
Αδίκους λογισμούς της καρδίας σου ελάλησε το απύλωτον στόμα σου· ώσαν με ξυράφι ακονισμένον δια της γλώσσης σου ειργάσθης δολίως προς καταστροφήν του πλησίον.
Ηγάπησες την κακίαν και όχι την αγαθότητα. Επροτίμησες την δολιότητα και συκοφαντίαν από του να λαλής την αλήθειαν και την δικαιοσύνην.
Επροτίμησες να λέγης λόγους, οι οποίοι φέρουν καταποντισμόν και όλεθρον, και να έχης γλώσσαν δολίαν και συκοφαντικήν εναντίον των άλλων.
Ιδού ο άνθρωπος αυτός, ο οποίος δεν ηθέλησε τον Θεόν ως συμπαραστάτην και βοηθόν του, αλλά ήλπισεν στον πολύν πλούτον του. Εστήριξε και εμεγάλωσε την δύναμίν του επί ματαίων και εφημέρων πραγμάτων.
Κυριε, σε δοξολογώ και θα σε δοξολογώ πάντοτε, διότι έκαμες και θα κάμης δεκτά τα αιτήματά μου. Εις κάθε δε δυσκολίαν της ζωής μου θα περιμένω την ιδικήν σου επέμβασιν, διότι αυτή είναι πάντοτε αγαθοποιός και ευεργετική στους αφωσιωμένους προς σέ.

https://www.askitikon.eu/

Η προσευχή φανερώνει το θέλημα του Θεού



Γέροντας Σωφρόνιος
Η προσευχή στις ευγενέστερες μορφές της είναι παράσταση ενώπιον του Θεού, πρόσωπο με Πρόσωπο. Συνδέεται με ακραία ένταση όλης της υπάρξεως μας.
Με την προσευχή μπορούμε να αναπληρώσουμε την ανεπάρκεια των φυσικών χαρισμάτων με τα υπερφυσικά· να καλύψουμε τα κενά στη σφαίρα της ορθολογικής γνώσεως με την ύψιστη μορφή γνώσεως του Είναι.
Ανυψούμενη επάνω από το επίπεδο της αποδεικτικής σκέψεως, αξιώνει τον άνθρωπο σε άμεση θεωρία των Θείων αληθειών.
Η προσευχή, μας χειραγωγεί σε όλες τις περιστάσεις της ζωής μας. Εμείς, για παράδειγμα, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι υπάρχει στην καρδιά του άλλου ανθρώπου, γι’ αυτό και δεν γνωρίζουμε τι πρέπει να κάνουμε ή να πούμε στη μία ή στην άλλη περίπτωση.
Προσευχόμενοι στον Θεό, ζητώντας νουθέτηση από τον Παντογνώστη, δεχόμαστε στην προσευχή την υπόδειξη που χρειαζόμαστε.
Η ζωή είναι άπειρα ποικιλόμορφη. Για τον κάθε άνθρωπο προτάθηκε ιδιαίτερη οδός. Στον νου μας μπορούμε να κάνουμε διάφορα σχέδια για το μέλλον, αλλά ωστόσο κατά την πραγματοποίηση τους η ζωή, τόσο στο σύνολο της όσο και σε κάθε ξεχωριστή πράξη μας ή στιγμή, είναι μοναδική.
Από τη μηδαμινότητα αυτή και το ανεπανάληπτο, το παρελθόν φαίνεται σε πολλούς ανθρώπους ως μοίρα γραμμένη από κάποιον γι’ αυτούς, ως πεπρωμένο.
Εμείς όμως οι χριστιανοί ελευθερωθήκαμε από τον εφιάλτη αυτό. Γνωρίζουμε με πίστη και από την πείρα ότι είμαστε ελεύθεροι στην επιλογή μας. Αυτό ωστόσο είναι λίγο. Το να είμαστε ελεύθεροι στην επιλογή μας δεν σημαίνει ακόμη ότι είμαστε και σοφοί και αληθινοί.
Όλοι συνειδητοποιούμε ότι, αν δεν κατέχουμε παγγνωσία, δεν μπορούμε να εκφέρουμε ορθή κρίση με την έσχατη σημασία του λόγου αυτού.
Όταν πρέπει στη ζωή να αποφασίσουμε για κάποιο βήμα, για οποιαδήποτε αλλαγή, ουσιώδη ή ακόμη και επουσιώδη εξωτερικά, τότε κανένας ανθρώπινος υπολογισμός, καμία λογική δεν μας βοηθά να αποφασίσουμε το ζήτημα αυτό· δεν μας επιτρέπει να προβλέψουμε σε ποια περίπτωση το αποτέλεσμα της ενέργειας μας θα είναι αγαθό και σε ποια ολέθριο.
Αν όμως σε τελειότερη μορφή μόνο οι άνθρωποι που κατέχουν προφητική όραση και ακοή ως φίλοι Θεού μπορούν με την προσευχή να γνωρίζουν το θέλημα του Θεού, τότε και ο καθένας μας με την προσευχή πρέπει να αναζητά λύση για κάθε ζήτημα. Ας είναι αυτό στην αρχή έστω και ασαφές, συγκεχυμένο, απόμακρο.
Εντούτοις, αν καταφεύγουμε συνεχώς στον Θεό, η καρδιά μας θα γνωρίσει την οδό αυτή και θα αινέσει τον Κύριο από τη μεγάλη χαρά που γεννιέται με τη γνώση αυτή.
Όταν ο άνθρωπος φτάνει κατ’ αρχάς στην προσευχή, τότε εκείνη τον συγκλονίζει, και κατά κάποιον τρόπο τον συντρίβει και τον εξουθενώνει. Η είσοδος στον κόσμο της θείας αιωνιότητος ή, διαφορετικά, η Άνωθεν αυτή γέννηση, συνδέεται με οδύνη:
«Ωδινήσαμεν και ετέκομεν πνεύμα σωτηρίας …» (Ησ. 26,18).
Ελθέ, το Φως το αληθινόν.
Ελθέ, η ζωή η αιώνιος.
Ελθέ, το απόκρυφον Μυστήριον.
Ελθέ, το ασύλληπτον απαύγασμα.
Ελθέ, η ανονόμαστος Ύπαρξις.
Ελθέ, η απρόσιτος Φύσις.
Ελθέ, ο ανεκλάλητος Θησαυρός.
Ελθέ, το απερινόητον Πρόσωπον.
Ελθέ, η ανέσπερος Ημέρα.
Ελθέ, ο άδυτος Ήλιος.
Ελθέ, η των αδυνάτων Δύναμις.
Ελθέ, η των αγραμμάτων Σοφία.
Ελθέ, η άληκτος Χαρά.
Ελθέ, η αδιάψευστος Ελπίς.
Ελθέ, των πεπτωκότων η έγερσις.
Ελθέ, των νεκρών η ανάστασις.
Ελθέ, ο άθικτος και αψηλάφητος.
Ελθέ, ο αεί αναλλοίωτος και αμετάθετος.
Ελθέ, ο πάντοτε αμετακίνητος.
Ελθέ, ο απαύστως τα πάντα μετακινών.
Ελθέ, ο από πάντων κεκρυμμένος.
Συ, ο μη έχων που κρυβήναι, ως τα πάντα
πληρών και πανταχού παρών.
Ελθέ, το παμπόθητον Όνομα.
Ελθέ, ο υπεράνω των ουρανών.
Ελθέ Συ, Όν ηγάπησεν η ψυχή μου.
Ελθέ, ο Μόνος προς μόνον.
Ελθέ, ο γενόμενος εν ημίν πόθος.
Ελθέ, ο καταστάς η μόνη αναζήτησις ημών.
Ελθέ, η χαρά και η δόξα ημών.
Ελθέ, και σκήνωσον εν ημίν, ώ πανάγαθε Βασιλεύ
και Δέσποτα, και μείνον εν ημίν αδιαστάτως
και αχωρίστως και δι’ όλην την ζωήν
και μετά την έξοδον ημών,
όπως και ημείς μείνωμεν εν Σοι
και συμβασιλεύσωμεν μετά Σου, του Θεού,
του Όντος επί πάντας.

Από το βιβλίο: “Το μυστήριο της χριστιανική ζωής”
εκδ.: Ιερά Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας, 2010
https://www.askitikon.eu/

«Ευλογείτε και μη καταράσθε» και μη στέλνετε στον διάβολο! Το περιστατικό του Μοναχού Ιωσήφ!



~ Στην Σκήτη του Αγίου Παντελεήμονος στο Κουτλουμούσι, ο μοναχός Ιωσήφ, θέλησε να επισκευάσει, στο πάτωμα της καλύβας του, ένα σανίδι που είχε σπάσει.
Καθάρισε το σάπιο, πήρε με ακρίβεια τα μέτρα, έκοψε το σανίδι και πήγε να το τοποθετήσει. Όταν το έβανε στη θέση του, το σανίδι ήταν μεγαλύτερο. Το πήρε, έκοψε το περίσσιο και πήγε πάλι να το τοποθετήσει. Το είδε πως ήταν μικρότερο απ΄ ότι έπρεπε.
Ο Γέρο – Ιωσήφ, ήταν μαραγκός στο επάγγελμα. Παίρνει για δεύτερη φορά τα μέτρα, κόβει άλλο σανίδι στα μέτρα που χρειάζονταν με ακρίβεια, πήγε να το βάλει στη θέση του, αλλά και πάλι περίσσευε, το έκοψε, κι όταν πήγε να το καρφώσει, έγινε μικρότερο.
Τότε έχασε την υπομονή του και με θυμό είπε : «Άει στο διάβολο, διάβολε, τί έχεις, τί να σου κάμω για να ταιριάξεις; Τέσσερις φορές σε μέτρησα και τέσσερις σε έκοψα, τώρα τί διάβολο έχεις και δεν ταιριάζεις»;
Ο ταλαίπωρος αυτός μοναχός, αντί να ειπεί την ευχή και να επικαλεστεί τη θεία βοήθεια στην εργασία του, προτίμησε να μνημονεύσει τον διάβολο, ο οποίος δεν άργησε αλλά κάτι τέτοιες ευκαιρίες ζητάει, γι΄ αυτό παρουσιάστηκε μπροστά του, ο διάβολος, μ΄ όλη την αγριωπή μορφή του και του είπε : «Με φώναξες γέροντα, τί είναι, τί θέλεις ; Εδώ είμαι ‘γω για να σε βοηθήσω».
Ο Γέρο – Ιωσήφ τρομαγμένος έκαμε το σταυρό του, παράτησε το σανίδι κι έτρεξε στον Πνευματικό του να εξομολογηθεί, αλλά από τότε μέχρι σήμερα έχουν περάσει περισσότερα από 30 χρόνια και δεν μπορεί να συνέλθει, του έμεινε ο φόβος και μια αφηρημάδα στο μυαλό, σαν αντιμισθία από τον διάβολο.
Τούτο ας γίνει μάθημα σε όλους, μικρούς και μεγάλους, να μη λένε στο διάβολο, ούτε για αστεία. Επειδή, ο διάβολος βάνει τον άνθρωπο να θυμώνει και στον θυμό του επάνω, τον βάνει να βρίζει ή να βλασφημεί τα θεία, κι αν δεν κατορθώσει τούτο, τον πείθει να ειπεί στον συνάνθρωπό του, στον αδελφό του, στο παιδί του, ή και στον εαυτό του ακόμη, «Άει στο διάβολο». Τούτο γίνεται κακίστη συνήθεια και πολλοί γονείς στέλνουν τα παιδιά τους στον διάολο.
Ενώ μπορεί ο άνθρωπος να αποκτΓήσει καλές συνήθειες κι αντί να λέει «άει στο διάβολο», να λέει «άει στην ευχή» ή «άει στο καλό σου» ή όπως συνηθίζουν οι πατέρες να λένε «να σε πάρει η ευχή» ή«ο Θεός να σ΄ ελεήσει», που είναι το καλύτερο απ΄ όλα.
Έτσι συνηθίζει ο άνθρωπος να εύχεται και να λέει πάντοτε τα καλά, σύμφωνα με την Αγία Γραφή «ευλογείτε και μη καταράσθε» (Ρωμ. 12, 14).

Από το βιβλίο: «Γεροντικό Αγίου Όρους» Ανδρέου Μοναχού Αγιορείτου
https://simeiakairwn.wordpress.com/

Όταν ζητάτε τη βοήθεια ενός Αγίου και λέτε «Άγιε μου, βοήθα με», ο Άγιος την ίδια στιγμή πού το ζητάτε είναι δίπλα σας



Γέρων Αμβρόσιος Λάζαρης:
Όταν ζητάτε τη βοήθεια ενός Αγίου και λέτε «Άγιε μου, βοήθα με», ο Άγιος την ίδια στιγμή πού το ζητάτε είναι δίπλα σας.
Δεν σας αφήνει να το καταλάβετε.
Σας προσφέρει τη βοήθεια όχι άμεσα, αλλά απαλά, σιγά, όπως ο Θεός πλησιάζει τον άνθρωπο, ώστε να μην ανέβει ο εγωισμός σας.
Θα δείτε, μέρα με τη μέρα, ότι αυτό πού ζητήσατε λύνεται και έρχεται, αν είναι για το όφελος της ψυχής σας…
*****
Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
«Κι αν ακόμη βρίσκεσαι στην αγορά, μπορείς να συγκεντρωθείς και να ψάλλεις στον Θεό, χωρίς να ακούει κανείς, αφού κι ο Μωυσής έτσι προσεύχονταν και εισακούστηκε. Γιατί λέγει, «Γιατί φωνάζεις σ’ εμένα;» (Εξ. 14,15). Αν και δεν είπε τίποτα, αλλά φώναζε μέσα του. Γι’ αυτό και μόνο ο Θεός άκουσε.
Γιατί δεν υπάρχει εμπόδιο κι όταν περπατάς να προσεύχεσαι νοερά και να είναι η σκέψη σου στους ουρανούς».
(Αγ. Ιωαν. Χρυσοστόμου, απ’ την Θ΄ Ομιλία του «Προς Κολασσαείς»)
Διότι αυτό είναι κυρίως προσευχή, όταν ανεβαίνουν οι κραυγές προς το Θεό από το εσωτερικό της ψυχής.
Και αυτό είναι γνώρισμα της βασανισμένης ψυχής, το να εκδηλώνει την προσευχή της με την προθυμία του νου και όχι με τον τόνο της φωνής.
Έτσι προσευχόταν και ο Μωυσής. Γι’ αυτό και, ενώ δεν έλεγε τίποτε με τα χείλη του, ο Θεός του είπε: «τι φωνάζεις προς εμένα;». Διότι οι άνθρωποι ακούν μόνο τη φωνή αυτή που βγαίνει από το στόμα, ο Θεός όμως πριν απ’ αυτήν ακούει τους ανθρώπους που κράζουν εσωτερικά.
Συνεπώς είναι δυνατόν και χωρίς να φωνάζουμε, να εισακουόμαστε από το Θεό, και είναι επίσης δυνατό να προσευχόμαστε κατά νου με πολλή προσοχή ακόμη και όταν βαδίζουμε στην αγορά. Αλλά και όταν βρισκόμαστε μαζί με τους φίλους μας και ό,τι κι αν κάνουμε, μπορούμε με πολύ δυνατή φωνή να καλούμε το Θεό, με την εσωτερική φωνή εννοώ, και να μη τη φανερώνουμε σε κανένα από τους παρόντες.

Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί Άννης λόγος Β´, Άπαντα Αγίων Πατέρων, τ. 31
iconandlight,,
https://simeiakairwn.wordpress.com/

Που σταματάει η δεισιδαιμονία και που αρχίζει η αληθινή πίστις



Π. Ιωάννης Ρωμανίδης
Τώρα το ερώτημα που ακολουθεί είναι: Που σταματάει η δεισιδαιμονία και που αρχίζει η αληθινή πίστις;
Σ’ αυτά τα θέματα οι Πατέρες έχουν σαφείς θέσεις και διδασκαλία.
Ένας άνθρωπος, ο οποίος ακολουθεί ή μάλλον νομίζει ότι ακολουθεί την διδασκαλία του Χριστού και απλώς πηγαίνει στην εκκλησία κάθε Κυριακή, που κοινωνεί κατά τακτά χρονικά διαστήματα, που χρησιμοποιεί τους παπάδες για να του κάνουν αγιασμούς, ευχέλαια κλπ. (1), χωρίς να εμβαθύνει σ΄ αυτά, παραμένοντας στο γράμμα του νόμου και όχι στο πνεύμα του νόμου, αυτός ωφελείται ιδιαίτερα από την Ορθοδοξία; Μετά ένας άλλος, ο οποίος προσεύχεται αποκλειστικά για την μέλλουσα ζωή για τον εαυτό του και για τους άλλους αδιαφορεί τελείως γι’ αυτήν την ζωή, αυτός πάλι ωφελείται ιδιαίτερα από την Ορθοδοξία;
Η μία τάσις εκπροσωπείται από τον παπά της ενορίας και όσους μαζεύονται γύρω του με το παραπάνω πνεύμα και η άλλη εκπροσωπείται από έναν Γέροντα σε μοναστήρι, συνήθως κάποιον αρχιμανδρίτη, που βρίσκεται σε σύνταξη και περιμένει να πεθάνει, με μερικούς μοναχούς γύρω του (2). ο ένας και μοναδικός της άξονας επάνω σε όλα τα θεματα που την απασχολούν και ο οποίος τοποθετεί τα πάντα επάνω σε ορθή βάση, όταν λαμβάνεται υπ’ όψιν, είναι ο άξονας: Κάθαρσις-φωτισμός-θέωσις
Εφ’ όσον οι δύο αυτές τάσεις δεν είναι επικεντρωμένες γύρω από την κάθαρση και τον φωτισμό, από Πατερικής απόψεως, είναι λανθασμένες ως προς εκείνο που επιδιώκουν. Όσο όμως είναι επικεντρωμένες γύρω από την κάθαρση και τον φωτισμό και εφαρμόζουν την Ορθόδοξη Πατερική ασκητική αγωγή για την απόκτηση της νοεράς προσευχής, τότε μόνο τα πράγματα τίθενται πάνω σε ορθή βάση. Αυτές οι δύο τάσεις είναι υπερβολές προς τα δύο άκρα. Δεν έχουν αυτές οι τάσεις κοινόν άξονα. Ο κοινός άξονας που διακρατεί την Ορθοδοξία και διατηρεί την συνοχής της, ο ένας και μοναδικός της άξονας επάνω σε όλα τα θεματα που την απασχολούν και ο οποίος τοποθετεί τα πάντα επάνω σε ορθή βάση, όταν λαμβάνεται υπ’ όψιν, είναι ο άξονας: Κάθαρσις-φωτισμός-θέωσις.

Σημειώσεις:
(1). Τα οποία βέβαια κάνουν και οι πραγματικοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί, και δεν είναι κακό το να θέλει να κάνει κανείς αυτά. Κακό είναι το να μένει σε αυτό
(2). Που είναι δηλαδή ο πνευματικός τους πατέρας και οι μοναχοί του είναι άσχετοι με τον Ησυχασμό.
Απόσπασμα από το βιβλίο: Πατερική Θεολογία, Πρωτοπρ. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου, Καθηγητού Πανεπιστημίου, Εκδόσεις Παρακαταθήκη, 2004, σελ. 45-46.
paraklisi
https://simeiakairwn.wordpress.com/

ΚΥΡΙΑΚΗ A´ ΛΟΥΚΑ: Η ανταμοιβή της προθυμίας και της υπακοής.



«Ἰδών δέ Σίμων Πέτρος προσέ­πε­σεν τοῖς γόνασιν τοῦ Ἰησοῦ λέγων· ἔξελθε ἀπ᾽ ἐμοῦ, ὅτι ἀνήρ ἁμαρτω­λός εἰμι, κύριε» (Λουκ. 5.8).
Στή λίμνη τῆς Γεννησαρέτ οἱ ἁλιεῖς δύο πλοίων ἔπλυναν τά δίκτυα τους μετά ἀπό μία κοπιαστική νύκτα. Ὁ Χριστός πλησίασε τό ἕνα ἀπό αὐτά καί παρακάλεσε τόν ἰδιοκτήτη του, τόν Πέτρο, νά ἀπομακρύνει τό πλοῖο του λίγο ἀπό τήν ξηρά, ὥστε νά μιλήσει στούς ἀνθρώπους πού εἶχαν συγκεντρωθεῖ γιά νά τόν ἀκούσουν. Ἦταν ἕνας κόπος αὐτός γιά τόν Πέτρο, γιατί δέν μποροῦσε νά ὁλο­κληρώσει τή δουλειά του καί νά ἐπιστρέψει στό σπίτι μου. Ὅμως τόν ἀνέλαβε, ἱκανοποιώντας τήν πα­ράκληση τοῦ Ἰησοῦ καί διευκο­λύ­νοντας τό κήρυγμά του.
Ὅταν ὅμως τελείωσε ὁ Χριστός, ὁ Πέτρος βρέθηκε ἀντιμέτωπος μέ ἕνα δεύτερο αἴτημά του, μέ ἕναν μεγαλύτερο κόπο. Ὁ Χριστός τοῦ ζήτησε νά ἀνοιχθεῖ καί πάλι στό βάθος τῆς λίμνης καί νά ἁπλώσει τά δίκτυα του. Ἄν καί τοῦ φάνηκε παράλογο τό αἴτημα, ἀφοῦ ὁλό­κλη­­­ρη τή νύκτα εἶχαν κοπιάσει χωρίς ἀποτέλεσμα, ὁ Πέτρος ἀνταποκρί­θη­κε καί σέ αὐτό μέ προθυμία. «Ἐπί δέ τῷ ρήματί σου χαλάσω τά δίκτυα», εἶπε στόν Χριστό. Καί ἡ προθυμία του ἀνταμείφθηκε καί ἡ ὑπακοή του ἔλαβε τόν μισθό της.
Ἦταν τόσα πολλά τά ψάρια, γράφει ὁ ἱερός εὐαγγελιστής Λουκᾶς, πού ὄχι μόνο ἀναγκά­σθη­­καν νά καλέσουν καί τούς συ­ναδέλφους του ἀπό τό ἄλλο πλοι­άριο γιά νά τούς βοηθήσουν στή  μεταφορά, ἀλλά κινδύνευσαν νά βυθισθοῦν καί τά δύο πλοῖα ἀπό τό μεγάλο βάρος τῶν ψαριῶν.
Δέν ὑπῆρχε καμία ἀμφιβολία γιά τό γεγονός. Ἦταν ἕνα θαῦμα τοῦ Χριστοῦ. Γι᾽ αὐτό καί ἔκπληκτος ὁ Πέτρος πέφτει στά πόδια του καί τόν παρακαλεῖ νά βγεῖ ἀπό τό πλοῖο του, γιατί ἦταν ἁμαρτωλός. Ἀκούει ὅμως τόν παρηγορητικό λό­γο τοῦ Κυρίου: Μή φοβᾶσαι, στό ἑξῆς θά ψαρεύεις ἀνθρώπους. «Μή φοβοῦ, ἀπό τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν».
Μέ αὐτή τήν ἀπάντηση τοῦ Χρι­στοῦ ὁλοκληρώνει τήν περιγραφή τοῦ θαύματος ὁ εὐαγγελιστής Λου­­κᾶς. Δέν ἀναφέρεται στό κή­ρυγμα τοῦ Χριστοῦ, γιατί τό θαῦμα εἶναι πιό εὔγλωττο ἀπό κάθε διδα­σκαλία. Καί τό θαῦμα δέν ἔγκειται μόνο στήν ποσότητα τῶν ἰχθύων, ἀλλά σέ δύο ἄλλα στοι­χεῖα, τά ὁποῖα δέν παραλείπει νά ὑπο­γραμμίσει ὁ ἱερός εὐαγ­γελι­στής.
Τό πρῶτο εἶναι ἡ προθυμία καί ἡ ὑπακοή τοῦ Πέτρου, πού παραμε­ρίζει τό δικό του θέλημα, τή δική του ἐμπειρία, τή δική του ἀνά­παυ­ση, γιά νά ἀκολουθήσει τήν παρό­τρυνση τοῦ Χριστοῦ, γιά νά πραγ­μα­τοποιήσει τήν παράκλησή του, γιά νά τόν ἀναπαύσει μέ τή συμπε­ριφορά του.
Τό δεύτερο στοιχεῖο εἶναι ἀκόμη πιό σημαντικό. Ὅταν ὁ Πέτρος συ­νει­δητοποιεῖ τό θαῦμα, δέν ἐκφρά­ζει ἁπλῶς τήν εὐχαριστία καί τήν εὐγνωμοσύνη του πρός τόν Χρι­στό, ἀλλά συναισθανόμενος τήν πνευματική ἀπόσταση πού τόν χω­­ρί­ζει ἀπό τόν θεῖο ἐπισκέπτη του, γονατιστός τόν παρακαλεῖ νά φύγει ἀπό κοντά του. Συναισθά­νε­ται τήν ἀναξιότητά του ἔναντι τοῦ μεγαλείου τῆς θεότητος καί ζητᾶ ἀπό τόν Χριστό νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό σεβασμό καί δέος.
Ἡ στάση αὐτή τοῦ ἀποστόλου Πέτρου ἀποτελεῖ ἕνα μεγάλο μά­θη­­μα γιά ὅλους μας. Γιατί δέν εἶναι μόνο ἐκεῖνος ἀποδέκτης τῆς εὐλογίας καί τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ, ἀλλά εἴμαστε καί ἐμεῖς, καί ὄχι μόνο μία φορά στή ζωή μας, ἀλλά καθημερινά καί ἐπανειλημ­μέ­να. Ὁλόκληρη ἡ ζωή μας, ἄν τό σκεφθοῦμε, εἶναι μία δωρεά τοῦ Θεοῦ. Ὅσα ἔχουμε καί ὅσα ἐπιτυγ­χά­νουμε εἶναι δωρεές καί εὐλο­γί­ες τοῦ Θεοῦ.
Ποιά εἶναι ὅμως ἡ δική μας στά­ση ἔναντι τῶν δωρεῶν πού μᾶς προσφέρει ὁ Χριστός καί τῶν θαυ­μάτων πού μᾶς ἀξιώνει νά ζοῦμε; Ἔχουμε συναίσθηση τί τοῦ ὀφεί­λου­με; Ἔχουμε συναίσθηση τῆς ἀνα­ξιότητός μας καί τῆς φιλαν­θρω­πίας του ἤ  ἀπολαμβάνουμε ὅσα μᾶς δίδει, χωρίς νά συνει­δη­τοποιοῦμε ποιός μᾶς τά προσφέρει καί χωρίς πολλές φορές μάλιστα οὔτε νά τόν εὐχαριστοῦμε; Ἔχου­με τή συναίσθηση ὅτι οἱ δωρεές τοῦ Θεοῦ δέν ἔχουν ὡς μόνο σκο­πό νά ἱκανοποιήσουν τίς ὑλικές μας ἀνάγκες, ἀλλά ἔχουν κυρίως ὡς σκοπό νά ἱκανοποιήσουν τίς πνευματικές μας ἀνάγκες; Νά μᾶς βοηθήσουν νά πλησιάσουμε περισ­σότερο τόν Χριστό καί νά ἐναρμο­νίσουμε τή ζωή μας περισσότερο μέ τό θέλημα καί τίς ἐντολές του;
Τό σημερινό παράδειγμα τοῦ ἀπο­­στόλου Πέτρου, ὁ ὁποῖος συ­ναι­­­σθάνεται καί ὁμολογεῖ τήν ἀνα­­ξιότητά του ἔναντι τοῦ Χρι­στοῦ, ἄς παρακινήσει καί ἐμᾶς νά συνειδητοποιήσουμε τήν ἁμαρτω­λό­τητά μας ἀλλά καί τήν ἀπέρα­ντη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πού δέν παύει ποτέ νά μᾶς χαρίζει τίς δωρεές καί τίς εὐλογίες του, καί ἄς μάθουμε νά δεχόμεθα μέ ταπείνωση καί εὐγνωμοσύνη ὅ,τι ἐπιτρέπει ὁ Θεός νά ζήσουμε. Ἀμήν.
 
 Μητροπολίτης Βεροίας κ. Παντελεήμων
http://imverias.blogspot.com/

Η ΟΣΙΑ ΜΗΤΗΡ ΗΜΩΝ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ



«Η οσία Ευφροσύνη έζησε στην Αλεξάνδρεια, όταν αυτοκράτορας ήταν ο Θεοδόσιος ο Μικρός (408-450 μ.Χ.). Ήταν κόρη του Παφνουτίου, πλουσίου άρχοντα, ο οποίος, λόγω θανάτου της συζύγου του, ανέθρεψε τη μονάκριβη κόρη του με μεγάλη αγάπη και πίστη στον Θεό. Η οσία από μικρή θέλησε να αφιερωθεί στον Θεό, κάτι όμως που δεν κατάφερε, αφού  ο πατέρας της, όταν έγινε η κόρη του δεκαοκτώ ετών, την εμνήστευσε με πλούσιο και ευγενή νέο. Πριν από τους γάμους, η Ευφροσύνη εκμεταλλευόμενη την απουσία του πατέρα της σ’ ένα γνωστό του μοναστήρι, κούρεψε τα μαλλιά της, φόρεσε ανδρικά ρούχα και θέλησε   να ενταχτεί στη μοναστική γνωστή κοινότητα του πατέρα της, παρουσιαζόμενη ως  ευνούχος του βασιλιά. Ο ηγούμενος πράγματι την δέχτηκε ως καλόγερο, δίνοντάς την το όνομα Σμάραγδος. Από τότε αποδύθηκε σε σκληρότατους ασκητικούς αγώνες, τέτοιους που υπερέβαλε σχεδόν όλους, γι’  αυτό και τα γυναικεία της χαρακτηριστικά αλλοιώθηκαν και έγιναν σκληροτράχηλα. Αργότερα, με τη σύμφωνη γνώμη του ηγουμένου, αποσύρθηκε σε κατά μόνας άσκηση, μακρύτερα από τη μονή, φτάνοντας εκεί σε μεγάλη ύψη αγιότητας. Ο πατέρας της που την αναζητούσε με πολύ πόνο διαρκώς, ήταν απαρηγόρητος, ενώ η Ευφροσύνη, μετά από τριάντα οχτώ χρόνια άσκησης αρρώστησε, οπότε και η οσία θέλησε να αποκαλυφθεί στον πατέρα της, προγνωρίζοντας τον θάνατό της. Η αποκάλυψη υπήρξε ιδιαιτέρως συγκινητική για τον Παφνούτιο, βλέποντας την κόρη του σε τέτοιο ύψος αγιασμού, αλλά αμέσως εκείνη πέθανε. Ο Παφνούτιος θέλησε έκτοτε να μονάσει στο κελί της Ευφροσύνης, και μετά δεκαετία άσκησης, άφησε κι εκείνος εκεί την τελευταία του πνοή».  
Εκείνο που είναι ιδιαιτέρως σημαντικό στο βίο της οσίας είναι το γεγονός ότι δεν δίστασε να «μετασχηματιστεί», να μεταμφιεστεί δηλαδή σε άνδρα, προκειμένου να ζήσει την σκληρή ασκητική ζωή των ανδρών. Ξεπέρασε δηλαδή τη γυναικεία φύση της η Ευφροσύνη, αλλά με ταυτόχρονη υπέρβαση και άλλων ανθρωπίνων στοιχείων, όπως της αγάπης προς τον πατέρα της, όπως της συναισθηματικής ανταπόκρισης στον έρωτα ενός νέου ανθρώπου.  Υποκλινόμαστε κυριολεκτικά μπροστά στην «ατσάλινη» θέλησή της, η οποία συνεργαζόταν με απόλυτη υπακοή  με το θέλημα του Θεού. Αυτή η ευθύτητά της, η χωρίς καμία απολύτως παρέκκλιση απόβλεψή της στον Κύριο, θυμίζει την ευθύτητα της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, μετά τη μεταστροφή της από τον αμαρτωλό τρόπο ζωής. Με τη διαφορά ότι η οσία Μαρία είχε ζήσει την αμαρτία και είχε εισπράξει το τίμημα της κατάντιας και της θλίψης που φέρνει αυτή. Η οσία Ευφροσύνη όμως δεν είχε εμπειρία τέτοιου τρόπου ζωής, γι’  αυτό και ίσως είναι πιο αξιοθαύμαστη στο σημείο αυτό και από την οσία Μαρία. Κι αυτή η μεταμφίεσή της αποκαλύπτει βεβαίως και την αλήθεια ότι αν κανείς πράγματι αγαπά τον Θεό, θα κάνει τα πάντα προκειμένου να Τον ακολουθήσει. Κανένα εμπόδιο δεν θα μπορεί να σταθεί μπροστά του, για να ανακόψει την ευλογημένη πορεία του. Πόσο μας ελέγχει η αγάπη της αυτή, εμάς που πολύ εύκολα βρίσκουμε «επιχειρήματα», για να δικαιολογούμε τον εαυτό μας ότι είναι δύσκολη η βίωση της χριστιανικής ζωής. Δύσκολη ναι, αλλά όταν δεν υπάρχει η κινητήρια δύναμη, η αγάπη του Θεού.

http://pgdorbas.blogspot.com/2017/09/blog-post_25.html

Το Αποστολικό και Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής



† Κυριακῇ 25 Σεπτεμβρίου 2022 (Α' Λουκᾶν)
Τὸ Εὐαγγέλιον
Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν
Κεφ. ε' : 1-11
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἑστὼς ὁ ᾿Ιησοῦς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ, εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ᾿ αὐτῶν ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα. Ἐμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας, ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους. Ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· Ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος, καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίμων, εἶπεν αὐτῷ· Ἐπιστάτα, δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες, οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον. Καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν. Καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ, τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον, καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά. Ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν τοῦ ᾿Ιησοῦ λέγων· Ἔξελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε. Θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ, ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον· ὁμοίως δὲ καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ ᾿Ιωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ ᾿Ιησοῦς· Μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν. Καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα, ἠκολούθησαν αὐτῷ.

Ὁ Ἀπόστολος
Πρὸς Κορινθίους Β΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ὁ εἰπών, ἐκ σκότους φῶς λάμψαι, ὃ ἔλαμψεν ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν πρὸς φωτισμὸν τῆς γνώσεως τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ἐν προσώπῳ Χριστοῦ. Ἔχομεν δὲ τὸν θησαυρὸν τοῦτον ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσιν, ἵνα ἡ ὑπερβολὴ τῆς δυνάμεως ᾖ τοῦ Θεοῦ καὶ μὴ ἐξ ἡμῶν· ἐν παντὶ θλιβόμενοι ἀλλ΄ οὐ στενοχωρούμενοι, ἀπορούμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἐξαπορούμενοι, διωκόμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἐγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι ἀλλ΄ οὐκ ἀπολλύμενοι, πάντοτε τὴν νέκρωσιν τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι περιφέροντες, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ σώματι ἡμῶν φανερωθῇ. Ἀεὶ γὰρ ἡμεῖς οἱ ζῶντες εἰς θάνατον παραδιδόμεθα διὰ Ἰησοῦν, ἵνα καὶ ἡ ζωὴ τοῦ Ἰησοῦ φανερωθῇ ἐν τῇ θνητῇ σαρκὶ ἡμῶν. Ὥστε ὁ θάνατος ἐν ἡμῖν ἐνεργεῖται, ἡ δὲ ζωὴ ἐν ὑμῖν. Ἔχοντες δὲ τὸ αὐτὸ πνεῦμα τῆς πίστεως, κατὰ τὸ γεγραμμένον, Ἐπίστευσα, διὸ ἐλάλησα, καὶ ἡμεῖς πιστεύομεν, διὸ καὶ λαλοῦμεν, εἰδότες ὅτι ὁ ἐγείρας τὸν Κύριον Ἰησοῦν καὶ ἡμᾶς σὺν Ἰησοῦ ἐγερεῖ καὶ παραστήσει σὺν ὑμῖν. Τὰ γὰρ πάντα δι΄ ὑμᾶς, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσασα διὰ τῶν πλειόνων τὴν εὐχαριστίαν περισσεύσῃ εἰς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Ὀφείλετε νὰ ἔχετε πολλὴ προσοχὴ στὶς μεταξύ σας σχέσεις καὶ νὰ σέβεστε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ὡς πρόσωπα ἱερά, ὡς εἰκόνες τοῦ Θεοῦ. Νὰ μὴν ἀποβλέπετε ποτὲ στὸ σῶμα ἢ στὴν ὀμορφιά του, ἀλλὰ στὴν ψυχή. Προσέχετε τὸ αἴσθημα τῆς ἀγάπης, γιατί, ὅταν ἡ καρδιὰ δὲν θερμαίνεται ἀπὸ τὴν καθαρὴ προσευχή, ἡ ἀγάπη κινδυνεύει νὰ γίνει σαρκικὴ καὶ ἀφύσικη, κινδυνεύει νὰ σκοτίσει τὸ νοῦ καὶ νὰ κατακάψει τὴν καρδιά.

Άγιος Νεκτάριος

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2022

Η Χαρά των Χριστιανών



Η Παναγία είναι το πνευματικό στόλισμα της ορθοδοξίας. Για μας τους Έλληνες είναι η πονεμένη μητέρα, η παρηγορήτρια κ’ η προστάτρια, που μας παραστέκεται σε κάθε περίσταση. 
Σε κάθε μέρος της Ελλάδας είναι χτισμένες αμέτρητες εκκλησιές και μοναστήρια, παλάτια αυτηνής της ταπεινής βασίλισσας, κι’ ένα σωρό ρημοκλήσια, μέσα στα βουνά, στους κάμπους και στα νησιά, μοσκοβολημένα από την παρθενική και πνευματική ευωδία της. 
Μέσα στο καθένα απ’ αυτά βρίσκεται το παληό και σεβάσμιο εικόνισμά της με το μελαχροινό και χρυσοκέρινο πρόσωπό της, που το βρέχουνε ολοένα τα δάκρυα του βασανισμένου λαού μας, γιατί δεν έχουμε άλλη να μας βοηθήσει, παρεκτός από την Παναγία, «άλλην γαρ ουκ έχομεν αμαρτωλοί προς Θεόν εν κινδύνοις και θλίψεσιν αεί μεσιτείαν, οι κατακαμπτόμενοι υπό πταισμάτων πολλών». 
Το κάλλος της Παναγίας δεν είναι κάλλος σαρκικό, αλλά πνευματικό, γιατί εκεί που υπάρχει ο πόνος κ’ η αγιότητα, υπάρχει μονάχα κάλλος πνευματικό. Το σαρκικό κάλλος φέρνει τη σαρκική έξαψη, ενώ το πνευματικό κάλλος φέρνει κατυάνυξη, σεβασμό κι’ αγνή αγάπη. Αυτό το κάλλος έχει η Παναγία. Κι ‘ αυτό το κάλλος είναι αποτυπωμένο στα ελληνικά εικονίσματά της που τα κάνανε άνθρωποι ευσεβείς οπού νηστεύανε και ψέλνανε και βρισκόντανε σε συντριβή καρδίας και σε πνευματική καθαρότητα. 
Στην όψη της Παναγίας έχει τυπωθεί αυτό το μυστικό κάλλος που τραβά σαν μαγνήτης τις ευσεβείς ψυχές και τις ησυχάζει και τις παρηγορά. Κι’ αυτή η πνευματική ευωδία είναι το λεγόμενο Χαροποιόν Πένθος (1) που μας χαρίζει η θρησκεία του Χριστού, ένα βότανο άγνωστο στους ανθρώπους που δεν πήγανε κοντά σ’ αυτόν τον καλόν ποιμένα. 
Τούτη τη χαροποιά λύπη την έχουνε όλα όσα έκανε η ορθόδοξη τέχνη, και τα ευωδιάζει σαν σμύρνα και σαν αλόη, καν εικόνισμα είναι, καν υμνωδία, καν ψαλμωδία, καν χειρόγραφο, καν άμφια, καν λόγος, καν κίνημα, καν ευλογία, καν χαιρετισμός, καν μοναστήρι, καν κελλί καν σκαλιστό ξύλο, καν κέντημα, καν καντήλι, καν αναλόγι, καν μανουάλι, ότι και νάναι αγιωτικό.
Από τα ονόματα και μόνο που έδωσε η ορθοδοξία στην Παναγία, και που μ’ αυτά την καταστόλισε, όχι σαν είδωλο θεατρικό, όπως γίνηκε αλλού που φορτώσανε μια κούκλα με δαχτυλίδια και σκουλαρήκια και με ένα σωρό άλλα ανίερα και ανόητα πράγματα, λοιπόν αυτά μοναχά, λέγω, φαίνεται πόσο πνευματική αληθινά είναι η λατρεία της Παναγίας στην ελληνική ορθοδοξία. 
Πρώτα-πρώτα το ένα αγιώτατο όνομά της: Παναγία. Ύστερα τα άλλα: Υπερευλογημένη, Θεοτόκος, Παναμώμητος, Τιμιωτέρα των Χερουβείμ και ενδοξωτέρα ασυγκρίτως των Σεραφείμ, Ζώσα και Άφθονος, Πηγή, Έμψυχος Κιβωτός, Άχραντος, Αμόλυντος, Κεχαριτωμένη, Αειμακάριστος και Παναμώμητος, Προστασία, Επακούουσα, Γρηγορούσα, Γοργοεπήκοος, Ηγιασμένος Ναός, Παράδεισος λογικός, Ρόδον το Αμάραντον, Χρυσούν Θυμιατήριον, Χρυσή Λυχνία, Μαναδόχος Στάμνος, Κλίμαξ Επουράνιος, Πρεσβεία θερμή, Τείχος απροσμάχητον, Ελέους Πηγή, του Κόσμου Καταφύγιον, Βασιλέως Καθέδρα, Χρυσοπλοκώτατος Πύργος και Δωδεκάτειχος Πόλις, Ηλιοστάλακτος Θρόνος, Σκέπη του Κόσμου, Δένδρον αγλαόκαρπον, Ξύλον ευσκιόφυλλον, Ακτίς νοητού ηλίου, Σιών αγία, Θεού κατοικητήριον, Επουράνιος Πύλη, Αδικουμένων προστάτις, Βακτηρία τυφλών, Θλιβομένων η χαρά, και χίλια δυο άλλα, που βρίσκονται μέσα στα βιβλία της εκκλησίας. 
Κοντά σ’ αυτά είναι και τα ονόματα που γράφουνε απάνω στα άγια εικονίσματά της οι αγιογράφοι: Οδηγήτρια, Γλυκοφιλούσα, Πλατυτέρα των Ουρανών, η Ελπίς των απελπισμένων, η Ταχεία Επίσκεψις, η Αμόλυντος, η Ελπίς των Χριστιανών, η Παραμυθία, η Ελεούσα κι άλλα πολλά, που γράφουνται από κάτω από τη συντομογραφία: ΜΗΡ ΘΥ, που θα πεί Μήτηρ Θεού. Πόση αγάπη, πόσο σέβας και πόσα κατανυκτικά δάκρυα φανερώνουνε μοναχά αυτά τα ονάματα, που δεν ειπωθήκανε σαν τα λόγια οπού βγαίνουνε εύκολα από το στόμα, αλλά που χαραχτήκανε στις ψυχές με πόνο και με ταπείνωση και με πίστη.
Αμή οι ύμνοι της πούναι αμέτρητοι σαν τάστρα τ’ ουρανού κ’ εξαίσιοι στο κάλλος, και που τους συνθέσανε οι άγιοι υμνολόγοι, «θίασον συγκροτήσαντες πνευματικόν»! Σ’ αυτό το ευωδιασμένο περιβόλι βρίσκουνται όλα τα αμάραντα άνθη και τα ευωδιασμένα βότανα του λόγου. 
Αληθινά προφήτεψε η ίδια η Παναγία για τον εαυτό της, τότε που πήγε στο σπίτι του Ζαχαρία και την ασπάσθηκε η Ελισάβετ, πως θα τη μακαρίζουνε όλες οι γενεές: «Εκείνες τις μέρες, σηκώθηκε η Μαριάμ και πήγε στην Ορεινή με σπουδή στην πολιτεία του Ιούδα και μπήκε στο σπίτι του Ζαχαρία και χαιρέτησε την Ελισάβετ. Και σαν άκουσε η Ελισάβετ τον χαιρετισμό της Μαρίας πήδηξε το παιδί μέσα στην κοιλιά της (2).
Και γέμισε Πνεύμα Άγιο η Ελισάβετ και φώναξε με φωνή μεγάλη κ’ είπε: Βλογημένη είσαι εσύ ανάμεσα στις γυναίκες και βλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου. Κι’ από πού μου ήρθε αυτό το καλό, νάρθει η μητέρα του κυρίου μου προς εμένα; γιατί μόλις ήρθε η φωνή του χαιρετισμού σου στ’ αυτιά μου, ξεπέταξε το παιδί στην κοιλιά μου, κι’ είναι μακάρια εκείνη που πίστεψε σε όσα της είπεν ο Κύριος (3). 
Κ’ είπε η Μαριάμ: «Δοξολογά η ψυχή μου τον Κύριο κι’ αναγάλλιασε το πνεύμα μου για το Θεό τον σωτήρα μου, γιατί καταδέχθηκε να κυτάξει την ταπεινή τη δούλα του. Γιατί, να, από τώρα κ’ ύστερα θα με μακαρίζουνε όλες οι γενεές, επειδή έκανε σε μένα μεγαλεία ο Δυνατός, κ’ είναι αγιασμένο τ’ όνομά του, και το έλεός του πηγαίνει από γενεά σε γενεά σε κείνους που έχουνε τον φόβο του».
Αμέτρητες είναι οι υμνωδίες της Παναγίας, μα αμέτρητα είναι και τα σεμνόχρωμα εικονίσματά της, που καταστολίζουνε τις εκκλησιές μας, ζωγραφισμένα στο σανίδι είτε στον τοίχο. Σε κάθε ορθόδοξη εκκλησιά στέκεται το εικόνισμά της στο τέμπλο από τα δεξιά της άγιας Πόρτας. Σε άλλες εικόνες ζωγραφίζεται και μοναχή, μα στα εικονίσματα του τέμπλου κρατά πάντα τον Χριστό στην αγκαλιά της απ’ τ’ αριστερά, σπάνια απ’ τα δεξιά, (τότε λέγεται Δεξιοκρατούσα). 
Το κεφάλι της είναι σκεπασμένο σεμνά και σοβαρά με το μαφόριο, ένα φόρεμα φαρδύ κι’ ιερατικό σκούρο βυσσινί, που πέφτει στον ώμο της απλόχωρο, αφήνοντας να φαίνεται μοναχά το μακρουλό πρόσωπό της και τα χέρια της. Από μέσα από το σκέπασμα φαίνεται μια στενή λουρίδα από το δέσιμο του κεφαλιού της που σφίγγει το μέτωπό της και αφίνει να φανούνε μονάχα οι άκρες των αυτιών της. Το μέτωπό της είναι σαν μελαχροινό φίλντισι, αγνό, απλό και κατακάθαρο. 
Τα ματόφρυδά της είναι καμαρωτά, ζωηρά και μακρυά, φτάνοντας ίσαμε κοντά στ’ αυτιά της, τα μάτια της αμυγδαλωτά, ισκιωμένα, καστανά, βαθειά, σοβαρά μα γλυκύτατα, με τ’ ασπράδι καθαρό μα ισκιωμένο. Το βλέμμα της είναι μελαγχολικό απλό, ίσιο, ήσυχο, συμπαθητικό, αγαπητό, θλιμένο μα και μαζί χαροποιό, αυστηρό μα και μαζί συμπονετικό, αγιώτατο, πνευματικό, αθώο, σκεφτικό, άμωμο, ελπιδοφόρο, υπομονητικό, πράο, σεμνώτατο, μακρυά από κάθε σαρκικόν λογισμό, καθρέφτισμα μυστικό του παραδείσου, βασιλικό και ταπεινό, ανθρώπινο και θεϊκό, άκακο, αδελφικό, ευγενικό, ελεγκτικό, άγρυπνο, γαληνό, φιλάνθρωπο, μητρικό, παρθενικό, δροσερό, καυτερό για όσους έχουνε πονηρούς λογισμούς, τρυφερό,διαπεραστικό, ερευνητικό, απροσποίητο, ηγεμονικό, συγκαταβατικό, παρακαλεστικό, αμετασάλευτο. 
Η μύτη της είναι μακρυά και στενή, με μέτρο, ιουδαϊκή, άσαρκη, με λεπτά ρουθούνια, λίγο γυριστή, σεμνή. Το στόμα της μικρό, ντροπαλό, φρόνινμο, κλειστό, καθαρό, ισκιωμένο κατά το μάγουλο, σαν να χαμογελά ελαφρά. Το πηγούνι της γυριστό, σεβαστό, ανεπιτήδευτο, ταπεινό. Το μαγουλό της, παρθενικό, καθαρό, χνουδωτό, ευωδιασμένο, ντροπαλό, χλωμό με μιαν ελαφρότατη ροδοκοκκινάδα. Ο λαιμός της γυρτός ταπεινά, σμίγει με το πηγούνι μ’ ένα απαλό ίσκιασμα που το λέγανε οι παλαιοί γλυκασμό. 
Το όλο πρόσωπό της είναι ιερατικό και θρησκευτικό, και μαρτυρά αρχαία φυλή. Τα άχραντα χέρια της είναι μικρά, στενά μακροδάχτυλα, λεπτόνυχα. Με το αριστερό βαστά τον Χριστό, και το δεξί τόχει ακουμπισμένο σεμνά απάνω στο στήθος της, σε στάση παρακαλεστική, με το μεγάλο δάχτυλο μακρυά από τ’ άλλα. Στα πιο αρχαία εικονίσματα αυτό το χέρι είναι πιο όρθιο και πιο ψηλά, κοντά στο λαιμό.
Ο πιο αυστηρός τύπος της Παναγίας είναι η λεγόμενη Οδηγήτρια, που έχει όρθια την κεφαλή της, έκφραση απαθέστερη και το όλο σχήμα της είναι πιο ιερατικό. Ενώ η Γλυκοφιλούσα έχει το κεφάλι της γυρτό κατά το παιδί της, που τ’ αγκαλιάζει σφιχτότερα, κ’ η έκφρασή της είναι πιο αισθηματική. Η Πλατυτέρα παριστάνεται καθισμένη απάνω στο θρόνο, αυστηρή κι’ αλύγιστη, και βαστά τον Χριστό στα γόνατά της, ακουμπώντας τόνα χέρι της στον ώμο του και με τ’ άλλο βαστώντας το πόδι του ή ένα μαντήλι.
Στην Ελλάδα, οι περισσότερες εκκλησιές της Παναγίας γιορτάζουνε κατά την Κοίμηση της Θεοτόκου, δηλαδή στις 15 Αυγούστου. Τα τροπάρια που ψέλνουνε σ’ αυτή τη γιορτή είναι από τα πιο εξαίσια. Το δοξαστικό του Εσπερινού είναι το μονάχο τροπάρι που ψέλνεται με τους οχτώ ήχους, κάθε φράση κι’ άλλος ήχος· αρχίζει από τον πρώτον ήχο και τελειώνει πάλι στον πρώτον.
Μα ολάκερη η Ελλάδα δεν υμνολογά την Παναγία μονάχα με τους ψαλτάδες και με τους παπάδες στις εκκλησιές, αλλά και με το κάθε τι της, με τα χωριά, με τα βουνά, με τα νησιά, πούχουνε τ’ αγιασμένο τ’ όνομά της. Τα καράβια βολτατζάρουνε στη δροσερή θάλασσα, ανοιχτά από τους κάβους πούναι χτισμένα τα μοναστήρια της, έχοντας στη πρύμνη σκαλισμένο τ’αγαπημένο και προσκυνητό όνομά της.
Όποιος ταξιδεύει στα ελληνικά νερά, σ’ όποιο μέρος κι’ αν βρεθεί τη μέρα της Παναγίας, θαν ακούσει απ’ ανοιχτά τις καμπάνες απάνω από το πέλαγο. Άλλες έρχουνται από τ’ Άγιον Όρος που το λένε Περιβόλι της Παναγίας, άλλες από την Τήνο πούχει το ξακουστό παλάτι της, άλλες από την Σαλαμίνα που γιορτάζει η Φανερωμένη, άλλες από τη Μυτιλήνη, από την Παναγιά της Αγιάσσου και της Πέτρας, άλλες από το Μοναστήρι της Σίφνου, άλλες από τη Σκιάθο, άλλες από τη Νάξο, από κάθε νησί, από κάθε κάβο, από κάθε στεριά.
____________________________
Σημειώσεις
1.- Βλέπε το «Χαροποιόν Πένθος» τεύχος 61 τ. 6ος Ελληνική Δημιουργία» σ.σ. 247-251.
2.- Το παιδί ήτανε ο Πρόδρομος.
3.- Δηλαδή σε όσα είπε, στην Παναγία ο αρχάγγελος Γαβριήλ κατά τον Ευαγγελισμό.
Φώτης Κόντογλου
http://inpantanassis.blogspot.com/

Η Παναγία ως πρότυπο μητρότητας, πνευματικής γέννησης και αυτοεγκατάλειψης



Η Παναγία δεν τήρησε μόνο το Νόμο του Θεού, αλλά έκανε και το θέλημά του δικό της θέλημα. Άφησε τον εαυτό της στο Θεό, και έτσι δέχθηκε το λόγο του Θεού κι έγινε μητέρα του: «Ιδού η δούλη του Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα σου».
Τα λόγια αυτά, σημειώνει ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, μετέτρεψαν τη γη σε ουρανό. Άδειασαν τον άδη από τους δεσμώτες. Έκαναν τους ανθρώπους κατοίκους του ουρανού. Συνένωσαν αγγέλους και ανθρώπους.
Όταν κάποια γυναίκα που άκουε το Χριστό μακάρισε την Παναγία που τον γέννησε και τον γαλούχησε, εκείνος είπε: «Μενούν γε μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν». Εκτός δηλαδή από την Παναγία, που γέννησε εφάπαξ τον Θεό Λόγο, κάθε άνθρωπος που ακούει το λόγο του Θεού και τον εφαρμόζει στη ζωή του μετέχει στον μακαρισμό αυτό, γιατί παίρνει κατά κάποιον τρόπο τη θέση της Παναγίας. 
«Μήτηρ μου και αδελφοί μου αυτοί εισίν οι τον λόγον του Θεού ακούοντες και ποιούντες αυτόν». Όπως σημειώνει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Λόγος του Θεού, που γεννήθηκε εφάπαξ κατά σάρκα, γεννιέται διαρκώς κατά πνεύμα από φιλανθρωπία σ’ αυτούς που θέλουν. Και γίνεται βρέφος σχηματίζοντας μέσα τους τον εαυτό του με τις αρετές. Και φανερώνεται τόσο, όσο γνωρίζει ότι είναι δεκτικός αυτός που τον δέχεται».
Η μητρότητα δεν είναι αφηρημένη ιδέα αλλά προσωπική σχέση. Είναι μια ιδιαίτερη σχέση, που συνδέει με μοναδικό τρόπο τη μητέρα με το παιδί και το παιδί με τη μητέρα. Ο Χριστός είναι αληθινός άνθρωπος, γιατί γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία. Και η Παρθένος Μαρία είναι αληθινή Θεοτόκος, γιατί γέννησε τον Θεάνθρωπο Χριστό. 
Στην προσωπική αυτή σχέση, που εξεικονίζει η Εκκλησία μας με τη Βρεφοκρατούσα, τη Γαλακτοτροφούσα, τη Γλυκοφιλούσα, θεμελιώνεται ολόκληρο το μυστήριο της εν Χριστώ σωτηρίας και ανακαινίσεως του κόσμου, η καινή κτίση. Και η προσωπική αυτή σχέση φανερώνει το χαρακτήρα της κοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό στην καινή κτίση.
Πάντοτε, αλλά ιδιαίτερα στην εποχή μας, τείνουμε στη γενίκευση και τη μαζοποίηση. Βλέπουμε τον κόσμο απρόσωπα και ασχολούμαστε με τον άνθρωπο αδιαφορώντας για τον πλησίον μας. Έτσι παραθεωρούμε το πρόσωπο και λησμονούμε την ελευθερία του. Ολόκληρος ο πολιτισμός μας, ο τεχνοκρατικός πολιτισμός, είναι μια αποθέωση της μαζοποιήσεως, και γι’ αυτό της ανελευθερίας. Οι προσωπικές σχέσεις γίνονται απρόσωπες και μηχανικές. Ακόμα περισσότερο, οι προσωπικές σχέσεις γίνονται χωρίς πρόσωπα ή με πρόσωπα μηχανές. Στενότεροι φίλοι των παιδιών της νέας γενιάς τείνουν να γίνουν τα κομπιούτερς. Σ’ αυτά επενδύουν τη ζωή τους, παίρνοντας ως αντάλλαγμα τη μηχανοποίησή τους.
Η πνευματική γέννηση του Χριστού στην καρδιά του ανθρώπου δείχνει το είδος της σχέσεως που θέλει να έχει μαζί του. Μόνο όποιος δέχεται το Χριστό στην καρδιά του και τον μορφοποιεί ως μητέρα με τη ζωή του έχει αληθινή, δηλαδή ελεύθερη και προσωπική σχέση μαζί του. Την ύψιστη μορφή της σχέσεως αυτής έχει η Παναγία, η μητέρα του Χριστού και της καινής κτίσεως. Οποιαδήποτε άλλη σχέση με το Χριστό, που κινείται σε απρόσωπο ή ιδεαλιστικό επίπεδο, βρίσκεται έξω από τα όρια της καινής κτίσεως. Είναι σχέση νομική ή ιδεαλιστική, όχι όμως σχέση χριστιανική ή εκκλησιαστική.
Με την ελεύθερη υπακοή και αυτοεγκατάλειψη στο θέλημα του Θεού μετέχει ο άνθρωπος ως μοναδικό και ανεπανάληπτο πρόσωπο στην καινή κτίση. Ζει ως μέλος της Εκκλησίας, που είναι το σώμα του Χριστού, του Υιού της Παρθένου. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν ξεχωρίζει από το σώμα του Χριστού κάποιο άλλο μυστικό σώμα, για να το χαρακτηρίσει ως Εκκλησία. 
Το σώμα του Χριστού είναι ενιαίο και αδιαίρετο. Είναι το σώμα που γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία, που σταυρώθηκε, αναστήθηκε, κάθησε στα δεξιά του Πατρός. Είναι το σώμα που κοινωνούν οι πιστοί στο μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Αυτό το σώμα δημιουργεί την καινή κτίση. Αυτό είναι η χώρα των ζώντων, που φανέρωσε στον κόσμο η χώρα του αχωρήτου, η Παρθένος Μαρία, η μητέρα της καινής κτίσεως.

Γεωργίου Μαντζαρίδη, Ομοτ. Καθηγητού Παν/μίου, «Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου»
Εις τιμἠν της Υπεραγίας Θεοτόκου και Αειπαρθἐνου Μαρίας. Σελ. 271-277
http://inpantanassis.blogspot.com/

Είναι επικίνδυνη



Η αυστηρότητα προς τους πλησίον μας είναι επικίνδυνη. Ο αυστηρός άνθρωπος μπορεί να προοδεύσει μονάχα μέχρις ενός σημείου, και παραμένει απλά στο επίπεδο της φυσικής εγκράτειας. Πρέπει κανείς να είναι ευγενής, πράος και φιλεύσπλαχνος στις σχέσεις του με τους ανθρώπους.

Γέροντας Θαδδαίος της Βιτόβνιτσα
http://inpantanassis.blogspot.com/

ΓΙΑ ΤΙ ΠΡΑΓΜΑ ΘΑ ΚΡΙΘΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ!



«Δεν θα κατηγορηθούμε, αγαπητοί μου, δεν θα κατηγορηθούμε την ώρα του θανάτου μας, διότι δεν θαυματουργήσαμε ή διότι δεν θεολογήσαμε ή διότι δεν γίναμε θεωρητικοί. Οπωσδήποτε όμως θα δώσουμε λόγο στον Θεό, διότι δεν πενθήσαμε συνεχώς» (Άγ. Ιωάννης Κλίμακος λόγ. ζ΄ 73).
Η ώρα του θανάτου λειτουργεί ως όριο κρίσεως: ενόψει της ώρας αυτής κατανοούμε την αλήθεια από το ψέμα της ζωής. Δεν λέει τυχαία η Γραφή ότι αν θυμόμαστε το τέλος μας, δύσκολα θα αμαρτήσουμε. «Μιμνήσκου τα έσχατά σου, και ου μη αμάρτης εις τον αιώνα». Κι αυτό γιατί η καθημερινότητα μάς «ρουφάει» στα γρανάζια της και μας σπρώχνει αποκοιμισμένους στη βολή συνήθως του κόσμου τούτου,  «του απατεώνος». Η μνήμη του θανάτου λειτουργεί έτσι ως φάρος: προφυλάσσει από τους σκοπέλους και τα ναυάγια. Μας ανοίγει τα μάτια για τα τίμια και τα ουσιώδη. Κανείς άγιος δεν άγιασε, χωρίς να λαμβάνει υπόψη του καθημερινά την πραγματικότητα αυτή.
Και ποια είναι η αλήθεια που μας φέρνει ενώπιόν μας; Ποιο το ουσιώδες της ζωής; Ό,τι προτρέπει ο Κύριος για το μεσοδιάστημα που ζούμε μεταξύ του ήδη της παρουσίας Του και του όχι ακόμη της Δευτέρας παρουσίας Του: τη μετάνοια. Το πένθος δηλαδή που επιδεικνύουμε για τις αμαρτίες μας, για τις αμέλειές μας, για τις πτώσεις μας, για το έλλειμμα μ’ ένα λόγο της αγάπης μας˙  προς τον Θεό και προς τον συνάνθρωπο. Ποιος μπορεί να είναι βέβαιος για το «ύψος» της πνευματικής του ζωής; Αν ο απόστολος Παύλος, ο μέγιστος των αποστόλων, θέτει ερωτηματικό για τη ζωή του – δεν βλέπω, σημειώνει, να με ενοχλεί η συνείδησή μου για κάτι, όμως δεν δικαιώνομαι από αυτό: ο κριτής είναι ο Κύριος! – ποιος λοιπόν είναι εκείνος που θα νιώθει «ασφαλής» για την «αγιότητά» του; Να μετανοούμε λοιπόν αδιάκοπα όσο ζούμε είναι ο δρόμος της πνευματικής ζωής.
Αλλά αυτό συνιστά τελικώς και την αγιότητα! Η διαρκής αμφισβήτησή της για μας τους ίδιους. Κι ας δούμε πόσο φιλάνθρωπος είναι ο Κύριος, διά στόματος του οσίου Του. Δεν θα κατηγορηθούμε, λέει, γιατί δεν θαυματουργήσαμε ούτε γιατί δεν θεολογήσαμε κι ούτε γιατί δεν φτάσαμε στα υψηλά επίπεδα της χριστιανικής ζωής: αυτά είναι χαρίσματα που δίνει ο ίδιος ο Θεός σε εκείνους που κρίνει ότι μπορούν να βοηθήσουν τον συνάνθρωπό τους – το όποιο χάρισμα, μη ξεχνάμε, είναι εκ Θεού όταν προσφέρεται ως διακονία του πλησίον. Θα κατηγορηθούμε μόνο γιατί δεν μετανοήσαμε και δεν κλάψαμε για τις αμαρτίες μας. «Γέροντα, κέρδισες τον παράδεισο με τους αγώνες σου», είπαν οι υποτακτικοί στον όσιο Γέροντά τους, στο τέλος της ζωής του. «Πιστέψτε με ότι δεν έχω βάλει ακόμη αρχή μετανοίας», απάντησε ο όσιος. Κι η ψυχή του φτερούγισε και πήγε στα χέρια του Δημιουργού του.

http://pgdorbas.blogspot.com/

«ΚΙ Ο ΜΕΓΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΜΑΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΣΕ ΤΙΠΟΤΑ ΝΑ ΜΑΣ ΒΟΗΘΗΣΕΙ!»



 «Πρέπει πάντοτε νά προσέχουμε καί νά ἔχουμε μία συνεχή ἀμφιβολία γιά τό ἄν τά πράγματα εἶναι ἔτσι πού τά σκεπτόμαστε. Γιατί, ὅταν κανείς συνεχῶς ἀσχολεῖται μέ τούς λογισμούς του καί τούς ἐμπιστεύεται, τά φέρνει ἔτσι ὁ διάβολος, ὥστε νά κάνει τόν ἄνθρωπο πονηρό, ἔστω κι ἄν εἶναι ἀπό τή φύση του ἀγαθός… Πρέπει νά ἔχουμε καλούς λογισμούς. Ἄν δέν ἔχουμε, τότε καί ὁ Μέγας Ἀντώνιος νά εἶναι γέροντάς μας καί νά κάνει συνέχεια θαύματα, δέν θά μπορέσει σέ τίποτα νά μᾶς βοηθήσει!» (Όσιος Παΐσιος Αγιορείτης).
Ὁ ὅσιος μᾶς καλεῖ νά προσέχουμε καί νά ἀμφιβάλλουμε γιά τήν ὀρθότητα τῶν λογισμῶν καί τῶν σκέψεών μας. Ἡ ἐμπειρία καί ἡ ἱστορία τόν ἐπιβεβαιώνουν περίτρανα. Πόσες φορές δέν συναντᾶμε ἀνθρώπους, πού γεμᾶτοι ἀπό κατήφεια καί μελαγχολική διάθεση προσπαθοῦν νά μᾶς πείσουν πόσο μαύρη εἶναι ἡ ζωή τους γιατί ὅλα τούς πᾶνε ἀνάποδα, ὅλοι τούς ἐχθρεύονται καί τούς ὑπονομεύουν, οἱ ἴδιοι πονᾶνε παντοῦ καί πάσχουν ἀπό διάφορες ἀρρώστιες, τά οἰκονομικά τους βρίσκονται σέ μεγάλη στενότητα!  Θυμίζει ἡ περίπτωσή τους τούς ὀπαδούς τῆς φιλοσοφίας τοῦ ἀθέου ὑπαρξισμοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐκκινώντας ἀπό τά φοβερά γεγονότα πού ἐκτυλίχτηκαν κατά τόν 20ό αἰώνα – παγκοσμίους πολέμους, αὔξηση ἐγκληματικότητας, ἔξαρση ναρκωτικῶν – τόνιζαν καί τονίζουν ὅτι δέν ὑπάρχει τίποτε καλό στόν πλανήτη μας, ὅτι ὁ χαρακτηρισμός «κόσμος» πού εἶχαν δώσει οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες στόν κόσμο μας, δηλαδή ὅτι εἶναι κόσμημα: κάτι πού ἔχει τάξη καί ὀμορφιά, δέν ἰσχύει, ὅτι ἡ μόνη βεβαιότητα εἶναι ὁ φόβος πού φωλιάζει στόν ἄνθρωπο καί ἡ συνακόλουθη ἀνασφάλεια.
Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, στόν ἀντίποδα, μπορεῖ νά συναντήσουμε ἁγίους ἀνθρώπους τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι ζοῦν στόν ἴδιο μέ τούς παραπάνω κόσμο, μά ἡ διάθεσή τους εἶναι παντελῶς διαφορετική: ἔχουν μία πνευματική ἰσορροπία καταπλήσσουσα, εἶναι γαληνεμένοι καί εἰρηνικοί στή ζωή τους, τό ἄγχος καί ἡ ἀνασφάλεια εἶναι ξένες πρός αὐτούς καταστάσεις, κι ἀκόμη: ἡ χαρά καί ἡ εὐτυχία φαίνεται καθαρά ὅτι διακατέχουν τόν ἐσωτερικό τους κόσμο. Κι ὄχι βεβαίως γιατί δέν ζοῦν κι αὐτοί στιγμές ἤ περιόδους μεγαλύτερες μέ θλίψη, στενοχώρια, φόβο ἤ ἀνασφάλεια – στοιχεῖα τοῦ πεσμένου στήν ἁμαρτία κόσμου μας -, ἀλλά δέν εἶναι αὐτά πού καθορίζουν τή ζωή τους, δέν σφραγίζεται δηλαδή αὐτή μέ μία ἀρνητική θεώρηση τῆς ζωῆς, μέ φιλοσοφικές μάλιστα μερικές φορές προϋποθέσεις, κι αὐτό γιατί τά θεωροῦν ὑπό τό πρίσμα τῆς πίστης στόν Θεό, ὡς δηλαδή παραχώρηση καί διαπαιδαγώγηση Ἐκείνου προκειμένου νά ἀσκηθοῦν στήν ὑπομονή καί νά ὁδηγηθοῦν ἔτσι σέ μεγαλύτερη τελειότητα (βλ. Ἰακ. 1,2).
 
Τί εἶναι ἐκεῖνο λοιπόν τό ὁποῖο προκαλεῖ τίς διαφορετικές θεωρήσεις, ὥστε ἄλλοι νά τά βλέπουν ὅλα μαῦρα, κατά τό κοινῶς λεγόμενο, καί ἄλλοι νά τά βλέπουν πλημμυρισμένα στό φῶς, ἐνῶ καί οἱ μέν καί οἱ δέ βρίσκονται κάτω ἀπό τόν ἴδιο παρονομαστή, τή ζωή αὐτοῦ τοῦ κόσμου; Ἐκεῖνο πού διαφοροποιεῖ τούς ἀνθρώπους εἶναι ἡ ὀπτική γωνία ἀπό τήν ὁποία βλέπουν τόν κόσμο καί τή ζωή. Καί τήν ὀπτική αὐτή γωνία τή δημιουργεῖ ἡ ὑπάρχουσα ἤ ὄχι πίστη τους στόν Θεό. Ὁ καθένας βλέπει τόν κόσμο μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς. Ἄν ἡ ψυχή εἶναι δεμένη μέ τόν Θεό ἐν Χριστῷ καί φωτίζεται ἀπό Αὐτόν, τότε μπορεῖ νά ἐπισημάνει τήν παρουσία Του σέ κάθε τι ἀπό τή δημιουργία, ὁπότε βλέπει τό νόημα τῶν πραγμάτων καί ἔχει λόγους νά χαίρεται. Ἄν ὅμως ὁ ἄνθρωπος δέν πιστεύει στόν Θεό ἤ γενικῶς παρουσιάζει μία λειψή πίστη, αὐτό πού ὀνομάζουμε ὀλιγοπιστία, τότε τόν κόσμο θά τόν δεῖ μέ τά κυριαρχημένα ἀπό τά πάθη του καί τίς ἀνασφάλειές του μάτια τῆς ψυχῆς του, ὁπότε ὁ χρωματισμός τοῦ κόσμου θά γίνει ἀνάλογος: ὅλα κακά καί ἄσχημα.
Ἡ σύγχρονη ψυχολογία ἔχει ἐπισημάνει τήν ἀλήθεια αὐτή πρό πολλοῦ, ὅταν χρησιμοποιεῖ τόν ὅρο προβολή, γιά νά ἑρμηνεύσει τούς χαρακτηρισμούς καί τίς ἀξιολογήσεις τῶν ἀνθρώπων σχετικά μέ τή ζωή τους καί τόν κόσμο πού τούς περιβάλλει. Ὑποστηρίζει δηλαδή ὅτι ὅταν προβαίνουμε σέ κάποια ἀξιολόγηση ἑνός γεγονότος ἤ μιᾶς καταστάσεως, στήν πραγματικότητα προβάλλουμε πρός τά ἔξω ὅ,τι κυριαρχεῖ στόν ἐσωτερικό μας κόσμο: ἄν ὁ κόσμος μας αὐτός εἶναι ἰσορροπημένος, ἰσορροπημένα θά βλέπουμε καί τά γύρω μας· ἄν ὑπάρχει κάποια ἐμπλοκή μέσα μας, τήν ἐμπλοκή αὐτή θά προβάλλουμε καί πρός τά ἔξω. Γι’ αὐτό καί οἱ κρίσεις μας τίς περισσότερες φορές εἶναι ἐπισφαλεῖς καί ὑπό ἀμφισβήτηση: ἐξαρτῶνται ἄμεσα ἀπό τό τί κυριαρχεῖ μέσα μας.
Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τή σχέση αὐτή μεταξύ τῆς ψυχῆς καί τοῦ κόσμου ἀπό πλευρᾶς ἀξιολόγησης τήν κατέγραψε μέ τή φράση: «πάντα καθαρά τοῖς καθαροῖς» (Τίτ. 1, 15). Ὅλα εἶναι καθαρά γι’ αὐτούς πού εἶναι καθαροί στήν ψυχή. Ἡ ἐπισήμανση ἔτσι τῆς πονηρίας καί τῆς κακίας στόν κόσμο συνιστᾶ ταυτοχρόνως καί φανέρωση τῆς πονηρίας καί τῆς κακίας στή δική μας ψυχή. Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ ἁγιορείτης, ὁ νεώτερος αὐτός Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας, μέ πολύ διεισδυτικό τρόπο καί ἀμεσότητα, ὡς ἑξῆς καταγράφει τήν παραπάνω ἀλήθεια:
«Ἤξευρε γάρ πῶς, ὅταν ἀριστερῶς λογιάσῃς κανένα κακόν τοῦ ἀδελφοῦ σου, εἶναι κάποια ρίζα τοῦ αὐτοῦ κακοῦ καί εἰς τήν καρδίαν τήν ἐδικήν σου· ἥτις, κατά τήν διάθεσιν, καί τό πάθος, ὁποῦ ἔχει, ἔτσι ἐμπαθῶς κρίνει καί τά τῶν ἄλλων, ὡς γέγραπται. “Ὁ πονηρός ἄνθρωπος, ἐκ τοῦ πονηροῦ θησαυροῦ τῆς καρδίας ἐκβάλλει τά πονηρά” (Ματθ. ιβ΄ 35). Διατί, κατά ἄλλον τρόπον, ἕνας καθαρός καί ἀπαθής ὀφθαλμός, ἀπαθῶς βλέπει καί τά πράγματα, καί ὄχι πονηρῶς. “Καθαρός ὁ ὀφθαλμός τοῦ μή ὁρᾶν πονηρά” (Ἀββακ. α΄13). Ὅθεν, ὅταν ἔλθῃ εἰς τόν λογισμόν σου νά κρίνῃς ἄλλους διά κανένα ἐλάττωμα, ἀγανάκτησε κατά τοῦ ἑαυτοῦ σου, ὡς πταίστου, καί ἐργάτου τοῦ ἰδίου σφάλματος, καί εἰπέ εἰς τήν καρδίαν σου· “Πῶς ἐγώ ὁ ταλαίπωρος, εὑρισκόμενος εἰς τό ἴδιον σφάλμα, καί εἰς ἄλλα βαρύτερα ἐλαττώματα, θέλω ἀποτολμήσει νά ὑψώσω τήν κεφαλήν, διά νά ἰδῶ, καί νά κρίνω τῶν ἄλλων τά σφάλματα;” Καί οὕτω, τά ἅρματα, ὁποῦ θέλεις νά μεταχειρισθῇς κατά τῶν ἄλλων μεταχειρίσου τα κατά σοῦ διά νά δώσῃς ἰατρείαν εἰς τάς πληγάς σου».
Ἀπό τήν πατερική μας παράδοση εἶναι πολύ γνωστό ἐν προκειμένῳ τό περιστατικό πού διασώζει ὁ ἀββᾶς Δωρόθεος, κατά τό ὁποῖο τρεῖς διερχόμενοι ἀπό ἕναν δρόμο ἄνθρωποι τό σούρουπο καί βλέποντας κάποιον νά περιμένει στή γωνία, ἔκαναν τρεῖς διαφορετικές σκέψεις γι’ αὐτόν: ὁ ἕνας σκέφτηκε ὅτι πρόκειται γιά κλέφτη, πού περιμένει τήν κατάλληλη στιγμή γιά νά κλέψει τά σπίτια· ὁ ἄλλος σκέφτηκε ὅτι περιμένει τή φίλη του, γιά νά πᾶνε νά πορνέψουν· καί ὁ τρίτος ἔκανε τή σκέψη ὅτι περιμένει τόν φίλο του, γιά νά πᾶνε στήν ἀγρυπνία τῆς παρακείμενης Ἐκκλησίας. Εἶναι φανερό ὅτι στό περιστατικό ἔχουμε ἀνάγλυφη τήν περίπτωση τοῦ φαινομένου τῆς ψυχολογικῆς προβολῆς: ὁ καθένας ἑρμήνευσε τά πράγματα σύμφωνα μέ τό περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς του.
Τά πράγματα γίνονται ἀκόμη τραγικότερα βέβαια, μέ αὐτό πού λέει ὁ ὅσιος Παΐσιος καί πού ἀποτελεῖ ὄντως σπουδαία πνευματική πραγματικότητα: ὅτι ὅταν κανείς ἐπιμένει σέ λανθασμένους λογισμούς, τότε δέν ἔχουμε ἁπλῶς μία διαστρεβλωμένη θεώρηση τῶν πραγμάτων, δέν εἶναι δηλαδή μόνο θέμα τοῦ λογιστικοῦ μέρους τῆς ψυχῆς, ἀλλά ἔχουμε καί ἀλλοίωση ἐπί τά χείρω τοῦ ἐσωτερικοῦ του κόσμου, διαστρέβλωση τοῦ ἴδιου τοῦ ψυχισμοῦ του καί τοῦ παθητικοῦ μέρους του: ὁ ἄνθρωπος καί ἀγαθός νά εἶναι ἐκ φύσεως γίνεται πονηρός, μέ τή συνδρομή ἀσφαλῶς καί τοῦ διαβόλου. «Ὅταν κανείς συνεχῶς ἀσχολεῖται μέ τούς λογισμούς του και τούς ἐμπιστεύεται, τά φέρνει ἔτσι ὁ διάβολος, ὥστε νά κάνει τόν ἄνθρωπο πονηρό, ἔστω κι ἄν εἶναι ἀπό τή φύση του ἀγαθός…». Ὅτι μέ τήν ἐπισήμανση αὐτή ἀναδεικνύεται ὁλοφάνερα ἡ ἀνάγκη γιά ἐπιμονή στούς καλούς λογισμούς, ἀλλά καί ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπακοῆς ὡς ἄρνησης τῆς ἐμπιστοσύνης στό ἴδιον ἐγώ καί οἰκείωσης τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ κυρίως μέσω τοῦ πνευματικοῦ Πατέρα, εἶναι  ἐντελῶς περιττό καί νά ποῦμε.
 
Τό τί πρέπει λοιπόν νά κάνουμε εἶναι αὐτονόητο: νά ἀγωνιζόμαστε ὡς πιστοί στήν καλλιέργεια τῶν καλῶν λογισμῶν. Νά ἀρχίσουμε δηλαδή συστηματικά νά βλέπουμε τόν κόσμο, τούς συνανθρώπους, τόν ἑαυτό μας, τή φύση ὄχι μέ τά μάτια τοῦ ἐμπαθοῦς ψυχισμοῦ μας, ἀλλά μέ τά μάτια πού μᾶς ἔδωσε καί μᾶς δίνει ὁ Χριστός καί ἡ ἁγία Ἐκκλησία Του. Νά ἐφαρμόζουμε δηλαδή τό πατερικό λόγιο «μή, Κύριε, τό ἐμόν, ἀλλά τό σόν θέλημα γινέσθω». Κι αὐτό πιό συγκεκριμένα σημαίνει:
- νά ἐπιμένουμε στήν αἴσθηση καταρχάς τῆς πανταχοῦ παρουσίας τοῦ Θεοῦ μας. Ὁ κόσμος ὅλος εἶναι δημιούργημα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί ἐξαρτᾶται ἀπολύτως ἀπό τίς ἄκτιστες ἐνέργειές Του. Ἡ πιό φυσική λοιπόν σκέψη καί αἴσθηση τοῦ χριστιανοῦ εἶναι νά βλέπει καί νά νιώθει τήν παρουσία Ἐκείνου στά πάντα. «Ὅτι ἐξ Αὐτοῦ καί δι’Αὐτοῦ καί εἰς Αὐτόν τά πάντα ἔκτισται». «Τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός»·
- νά συνηθίσουμε νά βλέπουμε τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ στό πρόσωπο τῶν συνανθρώπων μας. Ὅ,τι κι ἄν εἶναι ὁ συνάνθρωπος κι ὅ,τι κι ἄν κάνει, δέν παύει νά ἀποτελεῖ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καί μυστική παρουσία Ἐκείνου. «Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων ἐμοί ἐποιήσατε» (Ματθ. 25,40).
- νά ἀρχίσουμε νά βλέπουμε καί τόν ἴδιο μας τόν ἑαυτό σέ σχέση ἄμεση μέ τόν Χριστό: ἀποτελοῦμε ὡς βαπτισμένοι στό ὄνομά Του, πέρα ἀπό εἰκόνες Του, καί μέλη τοῦ σώματός Του, κατοικητήριά Του, ναούς τοῦ ἁγίου Πνεύματός Του.
Ἡ συστηματική καλλιέργεια τῶν λογισμῶν αὐτῶν, (ἐννοεῖται μέ ὁρμητική διάθεση τῆς ψυχῆς), δέν μᾶς ὁδηγεῖ σέ χώρους οὐτοπίας – δέν μᾶς βγάζει ἀπό τήν πραγματικότητα. Ἴσα-ἴσα μᾶς προσγειώνει στήν καθαυτό ἀλήθεια, ἀφοῦ μᾶς κάνει νά μή μένουμε στήν ἐπιφάνεια τῶν γεγονότων καί τοῦ κόσμου, ἀλλά νά βλέπουμε τό βάθος τους. Ἄλλωστε ποιός ἄλλος γνωρίζει καλύτερα τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν ἴδιο τόν Δημιουργό τους, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό; Ὅταν λοιπόν μᾶς προσανατολίζει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός σ’ αὐτήν τήν ὅραση τῶν πραγμάτων, ποιός θά ‘ναι ἐκεῖνος, ἐκτός ἀπό τόν ἄπιστο ἄνθρωπο, πού θά τήν ἀμφισβητήσει;
Ὁ ὅσιος Παΐσιος, βλέπουμε στό παρατεθέν ἀρχικό κείμενο,  ἐπισημαίνει πώς ἄν δέν κινούμαστε ἔτσι, μέ τόν τρόπο πού λέει δηλαδή ὁ Χριστός καί ἡ ἀποκάλυψή Του, τόσο διαστρεβλώνεται ἡ ψυχή μας, ὥστε καί ὁ πιό μεγάλος ἅγιος νά εἶναι γέροντάς μας, σάν τόν ἅγιο Ἀντώνιο, σέ τίποτε δέν μπορεῖ νά μᾶς βοηθήσει!
Τά πράγματα λοιπόν εἶναι μονόδρομος: ἡ ὀρθή πίστη μας στόν Θεό καί στόν Χριστό. Ἤ θά αὐξάνουμε τήν πίστη μας γιά νά συνδεόμαστε μέ Ἐκεῖνον καί τήν Παναγία Τριάδα, θεωρώντας τά πάντα κατά τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ, ἤ θά ταλαιπωρούμαστε ἀπό τήν ὀλιγοπιστία καί τήν ἀπιστία μας, βουλιάζοντας μέσα στήν ἀνισορροπία τῶν παθῶν καί τῶν κακιῶν μας, γενόμενοι ἕρμαια τοῦ διαβόλου. Στήν πραγματικότητα αὐτό σημαίνει ἐπιλογή μεταξύ Παραδείσου καί κόλασης!

http://pgdorbas.blogspot.com/

Η ΑΓΙΑ ΠΡΩΤΟΜΑΡΤΥΣ ΚΑΙ ΙΣΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΕΚΛΑ



«Η αγία Θέκλα καταγόταν από την πόλη του Ικονίου, η μητέρα της λεγόταν Θεόκλεια και ανήκε σε ευγενές και ένδοξο γένος. Κατηχήθηκε τον λόγο της πίστεως από τον μεγάλο απόστολο Παύλο, τον οποίο άκουσε να διδάσκει στο σπίτι του Ονησιφόρου. Όταν έγινε χριστιανή, ήταν δεκαοκτώ ετών και είχε μνηστευθεί τον Θάμυρη. Αφού περιφρόνησε τη φωτιά, στην οποία την έβαλαν, τη μητέρα της και τον μνηστήρα της, ακολούθησε τον Παύλο. Μετά από αυτά βρέθηκε στην Αντιόχεια, κι εκεί λόγω της πίστεώς της ρίχθηκε από τον Αλέξανδρο στα θηρία και σε ταύρους, προκειμένου να την κομματιάσουν. Από όλα όμως σώθηκε με τη χάρη του Θεού, οπότε άρχισε να περιέρχεται διάφορες πόλεις κηρύσσοντας το ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού, με αποτέλεσμα να φέρει στη χριστιανική πίστη πολλούς ανθρώπους. Ύστερα επανήλθε στην πατρίδα της, όπου αποσύρθηκε σε κάποια από τα βουνά της και ασκήτεψε μόνη της. Επιτέλεσε πολλά θαύματα στους ανθρώπους που την επισκέπτονταν, μέχρις ότου τελείωσε τη ζωή της, μπαίνοντας μέσα σ’  ένα βράχο που άνοιξε με τη δύναμη του Θεού για χάρη της. Όλος ο χρόνος της ζωής της  ήταν ενενήντα έτη».
Δεν είναι μόνον οι άνδρες που μπορεί να καυχώνται για τον πρώτο εν μάρτυσι, τον άγιο Στέφανο. Είναι και οι γυναίκες που αντιστοίχως έχουν την πρώτη μεταξύ των γυναικών μάρτυρα, την αγία Θέκλα, μεγαλομάρτυρα επίσης και ισαπόστολο. Η αγία αυτή κατέχει ιδιαίτερη θέση μεταξύ των αγίων και των μαρτύρων, όχι μόνον ως «σύναθλος Στεφάνου», αλλά και ως «συνόμιλος Παύλου». Διότι κ α ι από τον απόστολο Παύλο μεταστράφηκε και έγινε χριστιανή,  αλλά κ α ι τον ακολούθησε σε πολλές από τις περιοδείες του, δείχνοντας τέτοιο ανδρείο φρόνημα, ιδίως σ’  αυτά που υπέστη, που έκανε, κατά τον υμνογράφο,  την προμήτορα Εύα, η οποία υποτάχτηκε στα κελεύσματα του διαβόλου, να χαίρεται, γιατί βρέθηκε γυναίκα να υποτάσσει τον πονηρό. «Εύα χαίρει, καθορώσα γυναιξί τον όφιν υποπίπτοντα».
Ο υμνογράφος ιδιαιτέρως επιμένει στο γεγονός ότι η αγία, νεότατη στην ηλικία, ευθύς ως έγινε χριστιανή, άφησε τον μνηστήρα της, για να γίνει ακόλουθος του Παύλου και ευαγγελίστρια Χριστού. Η μεταστροφή της αυτή, από έγγαμος που επρόκειτο να γίνει, τελικώς να αφιερωθεί ως άγαμη στον Χριστό, δεν οφείλετο βεβαίως σε μία υποβάθμιση του γάμου. Κάτι τέτοιο δεν είναι χριστιανικό, αφού ο γάμος και η κατά Χριστόν παρθενία θεωρούνται εκ Θεού και ισάξιοι δρόμοι μέσα στην Εκκλησία, που ορθά ασκούμενοι εκβάλλουν στη βασιλεία του Θεού. Άλλωστε ο Θάμυρης ο μνηστήρας της ήταν ειδωλολάτρης και η σχέση τους είχε ξεκινήσει πριν γίνει η αγία χριστιανή, συνεπώς δεν μπορούμε να μιλάμε για γάμο, κατά τον τρόπο τον χριστιανικό. Η αγία απλώς, μπροστά στο νέο που ανοίχτηκε ενώπιόν της, τον Χριστό και τη Βασιλεία Του, θέλχτηκε από την αγάπη προς Εκείνον, τόσο που θεώρησε ότι δεν είναι δυνατόν να συνεχίζει να ζει όπως και πριν. Μπροστά στο δίλημμα: μαζί με τον μνηστήρα της σε μία ζωή ειδωλολατρική ή μαζί με τον Χριστό ως χριστιανή, χωρίς δισταγμό προτίμησε το δεύτερο. Διότι κατενόησε ότι η αγάπη προς τον Χριστό ήταν πάνω από όλα. «Ο φιλών…τι υπέρ εμέ ουκ έστι μου άξιος» είπε ο Κύριος. Τα πράγματα θα ήταν ασφαλώς διαφορετικά, αν και ο Θάμυρης ήταν χριστιανός. Τότε θα συναγωνίζονταν για την απόκτηση της βασιλείας του Θεού. Ως ειδωλολάτρης όμως ο μνηστήρας δεν είχε πολλά περιθώρια να «επιβιώσει» πια στη σχέση αυτή. Ο υμνογράφος το επισημαίνει: «Μνηστευθείσαν Θαμύριδι, ο νυμφαγωγός σε Παύλος ηρμόσατο, τω νυμφίω ως αμώμητον, τω επουρανίω Θέκλα πάνσοφε». Δηλαδή, Θέκλα πάνσοφε, ο νυμφαγωγός Παύλος ένωσε εσένα, που ήσουν μνηστευμένη με τον Θάμυρη, σαν αγνή νύμφη με τον επουράνιο νυμφίο (Χριστό). Ποιος μπορεί να συγκριθεί με τον Χριστό και με την αγάπη Εκείνου; Η αγάπη προς τον Χριστό έκανε πια τη Θέκλα να θεωρεί παραλήρημα τα όποια λόγια που έλεγε ο Θάμυρης: «Θαμύριδος τα ρήματα, ώσπερ λήρον Μάρτυς εμυκτήρισας».
Αυτή η αγάπη προς τον Χριστό, ο πόθος της αγίας προς τον Δημιουργό της είναι εκείνο που επίσης διαπιστώνει ο υμνογράφος. Αν η αγία Θέκλα νίκησε τον ανθρώπινο έρωτα – νόμιμο κάτω από άλλες συνθήκες βεβαίως – αν νίκησε το φίλτρο προς τη μητέρα της, αν νίκησε όλες τις ηδονές που υπόσχεται η νεανική ηλικία, ήταν γιατί ακριβώς η καρδιά της κυριαρχήθηκε από τον νυμφίο της Χριστό. Όπως το σημειώνει και ο ποιητής: «ο πόθος του Ποιητού, των κτισμάτων ενίκα τους έρωτας». Κι είναι τούτο ό,τι επισημαίνουμε γενικώς στους αγίους μας: μπορούν να υπερβαίνουν όλα τα εμπόδια, μπορούν και φαίνονται υπεράνθρωποι και ήρωες, γιατί η αγάπη του Χριστού τους συνέχει. Σαν τον απόστολο Παύλο μπορούν και εκείνοι να λένε: «Ποιος θα μας χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; Θλίψη, στενοχώρια, κίνδυνος, μαχαίρι; Ούτε θάνατος ούτε κάποια κτίση μπορεί να μας χωρίσει από την αγάπη Εκείνου». Αυτήν την αγάπη του Χριστού πρέπει να έχει και κάθε χριστιανός, αν θέλει να ζει ως χριστιανός. Και για να την αποκτήσει, πρέπει πρώτα από όλα να νιώσει την έλλειψή της στη ζωή του και να την ζητήσει από Εκείνον που τη χορηγεί: τον ίδιο τον Κύριο. Το πρόβλημα είναι ότι δεν την ζητάμε. Και δεν τη ζητάμε, γιατί δεν νιώθουμε την έλλειψή της. Και δεν νιώθουμε την έλλειψή της, γιατί άλλες αγάπες, του κόσμου τούτου, κατακλύζουν την ύπαρξή μας. Αγάπες όμως φθαρτές, που το μόνο που προσφέρουν είναι η θλίψη και ο θάνατος.  

http://pgdorbas.blogspot.com/2021/09/blog-post_24.html

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ι´ 38 - 42
38 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ πορεύεσθαι αὐτοὺς καὶ αὐτὸς εἰσῆλθεν εἰς κώμην τινά. γυνὴ δέ τις ὀνόματι Μάρθα ὑπεδέξατο αὐτὸν εἰς τὸν οἴκον αὐτῆς. 39 καὶ τῇδε ἦν ἀδελφὴ καλουμένη Μαρία, ἣ καὶ παρακαθίσασα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ ἤκουε τὸν λόγον αὐτοῦ. 40 ἡ δὲ Μάρθα περιεσπᾶτο περὶ πολλὴν διακονίαν· ἐπιστᾶσα δὲ εἶπε· Κύριε, οὐ μέλει σοι ὅτι ἡ ἀδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονεῖν; εἰπὲ οὖν αὐτῇ ἵνα μοι συναντιλάβηται. 41 ἀποκριθεὶς δὲ εἶπεν αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Μάρθα Μάρθα, μεριμνᾷς καὶ τυρβάζῃ περὶ πολλά· 42 ἑνὸς δέ ἐστι χρεία· Μαρία δὲ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξατο, ἥτις οὐκ ἀφαιρεθήσεται ἀπ’ αὐτῆς.
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΑ´ 27 - 28
27 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ λέγειν αὐτὸν ταῦτα ἐπάρασά τις γυνὴ φωνὴν ἐκ τοῦ ὄχλου εἶπεν αὐτῷ· Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας. 28 αὐτὸς δὲ εἶπε· Μενοῦνγε μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν.

Νεοελληνική απόδοση:
Ἐνῷ δὲ οἱ μαθηταὶ καὶ οἱ ἀκολουθοῦντες τὸν Ἰησοῦν ἐπήγαιναν ἔχοντες κατεύθυνσιν τὴν Ἱερουσαλήμ, συνέβη νὰ ἔμβῃ ὁ Ἰησοῦς εἰς κάποιο χωρίον· καὶ μία γυναῖκα, ποὺ ὠνομάζετο Μάρθα, τὸν ὑπεδέχθη εἰς τὸ σπίτι της. 39 Καὶ εἶχεν αὐτὴ ἀδελφήν, ποὺ ἐλέγετο Μαρία, ἡ ὁποία ὄχι μόνον ὑπεδέχθη τὸν Ἰησοῦν ὡς ἡ Μάρθα, ἀλλὰ καὶ ἐκάθησε κοντὰ εἰς τοὺς πόδας του ὡς ταπεινὴ μαθήτρια καὶ ἤκουε μὲ προσοχὴν ἀπερίσπαστον τὴν διδασκαλίαν του. 40 Ἡ δὲ Μάρθα ἦταν ἀπασχολημένη καὶ πνιγμένη εἰς πολλὴν ἐργασίαν, φροντίζουσα νὰ ἑτοιμάσῃ τὸ φαγητὸν καὶ νὰ περιποιηθῇ τὸν Διδάσκαλον. Ἀφοῦ δὲ ἐστάθη πλησίον τοῦ Χριστοῦ, εἶπε· Κύριε, δὲν σὲ μέλει, ποὺ ἡ ἀδελφή μου μὲ ἀφῆκε μοναχὴν νὰ ὑπηρετῶ καὶ νὰ ἑτοιμάζω τὸ τραπέζι; Πές της λοιπὸν νὰ μὲ βοηθήσῃ. 41 Ἀπεκρίθη δὲ ὁ Ἰησοῦς καὶ τῆς εἶπε· Μάρθα, Μάρθα, ἀσχολεῖται ἡ διάνοιά σου ἀπὸ ἀνησύχους φροντίδας καὶ κουράζεται τὸ σῶμα σου διὰ νὰ προετοιμάσῃς πολλά. 42 Ἕνα δὲ εἶναι χρήσιμον καὶ ἀναγκαῖον, ἡ ἀκρόασις τῆς διδασκαλίας μου, ποὺ εἶναι τροφὴ πνευματική, ἀναγκαία διὰ τὴν ψυχήν. Ἡ Μαρία δὲ ἐξέλεξε τὴν καλὴν καὶ ὠφέλιμον μερίδα, ἡ ὁποία δὲν θὰ τῆς ἀφαιρεθῇ ποτέ. Διότι αἱ ὠφέλειαι τῆς μερίδος αὐτῆς τοῦ πνευματικοῦ φαγητοῦ δὲν εἶναι προσωριναὶ καὶ φθαρταί, ἄλλα πνευματικαὶ καὶ αἰώνιοι.
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΑ´ 27 - 27
27 Ἐνῷ δὲ ὁ Ἰησοῦς ἔλεγε ταῦτα, κάποια γυναῖκα ἀπὸ τὸ πλῆθος, ἐνθουσιασθεῖσα ἀπὸ τὴν διδασκαλίαν του, ἔβγαλε φωνὴν μεγάλην καὶ εἶπε· Μακαρία ἡ κοιλία, ποὺ σὲ ἐβάστασε, καὶ οἱ μαστοὶ τοὺς ὁποίους ἐθήλασες. Μακαρία δηλαδὴ ἡ μητέρα, ποὺ σὲ ἐγέννησε καὶ σὲ ἔθρεψεν. 28 Αὐτὸς δὲ εἶπεν· Ἀληθῶς, μακαρία εἶναι ἡ μητέρα μου· ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε, ὅτι μακάριοι κυρίως εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ἀκούουν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσουν αὐτόν. Εἰς τρόπον ὥστε καὶ αὐτή, ποὺ μὲ ἐγέννησε καὶ μὲ ἐθήλασεν, ἠξιώθη τῆς τιμῆς αὐτῆς, διότι ἐφύλαξε πάντοτε τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Ἁγίου Δημητρίου τοῦ Ροστώφ
Ὅσο κανείς ἀσκεῖται, τόσο ἀναγνωρίζει τήν ἀδυναμία του. Καί ὅσο ἀναγνωρίζει τήν ἀδυναμία του, τόσο πλουτίζει σέ ταπείνωσι καί κατάνυξι. Καί ὅσο ἀποκτᾶ ταπείνωσι καί κατάνυξι, τόσο φωτίζεται ἡ διάνοιά του καί διαπιστώνει ὅτι χωρίς τόν Κύριο δέν εἶναι τίποτα καί δέν ἔχει τίποτα.

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2022

Οι ερωτήσεις του αββά Αβραάμ



Από το Γεροντικό

Κάποιος ασκητής απέκτησε την φήμη ότι επί πενήντα χρόνια έζησε με αυστηρή νηστεία, αποφεύγοντας και αυτό το ψωμί και το κρασί. Έλεγε μάλιστα και ο ίδιος:

-Θανάτωσα την φιληδονία, την φιλαργυρία και την φιλοδοξία.

Όταν το άκουσε ο αββάς Αβραάμ, πήγε και τον συνάντησε.

-Εσύ είπες αυτά τα λόγια; Τον ρώτησε

– Ναι, απήντησε εκείνος.

-Δεν μου λες, εάν μπεις στο κελλί σου και βρεις μια γυναίκα, μπορείς να μείνεις τελείως αδιάφορος για το φύλο της.

-Όχι, αλλά θα αγωνισθώ να μην την αγγίξω.

-Άρα, συμπέρανε ο αββάς Αβραάμ, δεν θανάτωσες το πάθος της φιληδονίας. Το νίκησες μόνο και το έχεις δεμένο…

Εάν τώρα, καθώς περπατάς δεις όστρακα, πέτρες και ανάμεσα χρυσάφι, μπορείς να μείνεις αδιάφορος γι’ αυτό και να το θεωρήσεις σαν τα όστρακα και τις πέτρες;

– Όχι, αλλά θα αγωνισθώ να μην το πάρω.

-Άρα, συμπέρανε πάλι ο αββάς Αβραάμ, δεν θανάτωσες το πάθος της φιλαργυρίας. Το νίκησες μόνο και το έχεις δεμένο…

Εάν τώρα μάθεις ότι έρχονται να σε επισκεφθούν δύο αδελφοί, και γνωρίζεις ότι ο ένας σε επαινεί, ενώ ο άλλος σε κακολογεί, θα τους δεχθείς με την ίδια διάθεση;

-Όχι, αλλά θα αγωνισθώ ν’ αναπαύσω και εκείνον που με κακολογεί, όπως και εκείνον που με επαινεί.

-Άρα, ούτε το πάθος της φιλοδοξίας έχεις θανατώσει. Τα πάθη λοιπόν δεσμεύονται, πλην όμως δεν θανατώνονται.

https://www.askitikon.eu/

Όλες οι προσευχές καλές και άγιες είναι, αλλά η νοερά προσευχή, είναι η βασίλισσα αυτών



Όλοι οι Άγιοι Πατέρες φωνάζουν την πρώτη θέση στη ζωή του κάθε χριστιανού την κατέχει η προσευχή. Θέλεις να κάνεις κατάσταση;
Προσεύχου. Θέλεις να σωθείς; Προσεύχου.
Όλες οι προσευχές καλές και άγιες είναι, αλλά η νοερά προσευχή, είναι η βασίλισσα αυτών.
“Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με”. Απ’ αυτήν τη μικρούλα αλλά παντοδύναμη προσευχή, ξεκίνησαν οι Άγιοι Πατέρες και έγιναν φωστήρες της εκκλησίας.
Λέγε συνεχώς όσο μπορείς περισσότερες φορές την ημέρα και τη νύχτα αυτή την ευχούλα και αυτή θα σε διδάξει αυτά που θέλεις, αυτά που δεν γνωρίζεις.
Βιάσου σ’ αυτήν την ευχούλα.

Γέροντας Εφραίμ Κατουνακιώτης
https://www.askitikon.eu/

Θλίψεις…μην αποκάμεις, μην ολιγοψυχείς, μην απελπίζεσαι…



Τώρα που ήλθαν οι πολλές θλίψεις πάνω σου, μην αποκάμεις, μην ολιγοψυχείς, μην απελπίζεσαι, αλλά σήκω πάνω, ανορθώσου, και προπαντός ήλπισε, γιατί στον καιρό του πόνου η προσευχή σου γίνεται περισσότερο αγία και η ευλογία του Θεού μεγαλύτερη.
Είτε λοιπόν οι θλίψεις προέρχονται από την αδικία και την πονηριά των συνανθρώπων που μας περιβάλλουν, είτε προέρχονται από την κακία των δαιμόνων, είτε από τα δικά μας λάθη και τον δικό μας κακό χαρακτήρα, από τις αδυναμίες και τα πάθη μας, εμείς θα γονατίζουμε και θα προσευχόμαστε.
Θα φωνάξουμε παρακαλώντας τον Θεό να μας επισκιάσει, να μας σκεπάσει με τη Χάρη Του, να μας λυτρώσει και να μας ελεήσει…

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
https://www.askitikon.eu/

Η ΣΥΛΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ



«Ο ιερός ευαγγελιστής Λουκάς αναφέρει στο ευαγγέλιό του ότι όταν εισήλθε ο πρεσβύτης και δίκαιος Ζαχαρίας στα Άγια των Αγίων, προκειμένου να προσφέρει τη θυσία του θυμιάματος, κατά τον καιρό της εφημερίας του στον Ναό, φανερώθηκε σ’  αυτόν ο αρχάγγελος Γαβριήλ, ο οποίος του μετέφερε τη χαρμόσυνη είδηση ότι πρόκειται η γυναίκα του Ελισάβετ να γεννήσει γιο κατά το γήρας της, Προφήτη και Πρόδρομο, φωνή και κήρυκα και παντοτινό λυχνάρι, τον μύστη της χάρης του Θεού. Αυτήν τη θεία σύλληψη είπε στον προφήτη και ιερέα Ζαχαρία ο θείος αρχιστράτηγος με τα λόγια: «Εισακούστηκε η δέησή σου», οπότε με την παράδοξη αυτή γέννα λόγω γηρατειών και στειρώσεως της Ελισάβετ, άρχισε να προμηνύεται και ο θείος και παρθενικός τόκος της παναχράντου Θεοτόκου».
Θα πρέπει καταρχάς να σημειώσουμε ότι η σημερινή εορτή της συλλήψεως του αγίου Ιωάννου δεν στηρίζεται σε κάποιες πληροφορίες αποκρύφων ευαγγελίων, τις οποίες ενδεχομένως μπορεί κανείς να αμφισβητήσει, αλλά αποτελεί βεβαιότατο γεγονός, το οποίο καταγράφεται, όπως είπαμε και παραπάνω, από τον άγιο ευαγγελιστή Λουκά. Κι αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία μας εντάσσοντας το γεγονός αυτό μέσα στα θεόπνευστα κείμενά της θέλει να τονίσει τη σημασία του ερχομού στον κόσμο του Ιωάννου Προδρόμου, εκείνου του προφήτη δηλαδή που θα προετοίμαζε το έδαφος για τον ερχομό του Ίδιου του Θεού ως ανθρώπου. Με την προοπτική και πάλι του Κυρίου Ιησού Χριστού αξιολογείται το γεγονός της συλλήψεως του αγίου Ιωάννου, δηλαδή υπό το φως του Ήλιου κατανοείται το φως του λύχνου. Διότι διαφορετικά η σημασία του θα είχε την ίδια ισχύ με τη σύλληψη και κάθε άλλου ανθρώπου, που έρχεται, με την ευδοκία ασφαλώς  του Θεού, στον κόσμο.
Πέραν της παραπάνω πραγματικότητας την οποία ποικιλοτρόπως προβάλλουν οι ύμνοι της Εκκλησίας μας, εκείνο που θεωρείται αξιοπρόσεκτο, κατά τον υμνογράφο, είναι η αντίδραση του δικαίου Ζαχαρία απέναντι στον αρχάγγελο Γαβριήλ, όταν εκείνος του ευαγγελίζεται τη γέννηση του υιού του: αμφισβητεί τα λόγια του απεσταλμένου του Κυρίου, διότι στηρίζεται στη λογική και την εμπειρία του. Πώς είναι δυνατόν από γέρο άνθρωπο και γερόντισσα γυναίκα, και μάλιστα στείρα, να γεννηθεί ένα παιδί; «Ελισάβετ τα μέλη νενέκρωται, και εμού δε το γήρας, δυσπιστίαν νυν τεκμαίρεται» - τα μέλη της Ελισάβετ έχουν νεκρωθεί και τα δικά μου γηρατειά τώρα φέρνουν μόνο δυσπιστία. Ο υμνογράφος όμως συνεχίζει να ερμηνεύει το σκεπτικό του Ζαχαρία: όχι μόνο η φυσική τάξη των πραγμάτων ανατρέπεται με όσα μεταφέρει ο άγγελος, αλλά και από πλευράς πνευματικής υπάρχει, κατ’  αυτόν, κάτι ανάποδο: «εγω γαρ ήλθον την σωτηρίαν λαού αιτήσασθαι, ουχί δε κομίσασθαι παίδα, ως προσφωνείς». Εκείνο δηλαδή που πρέπει να επέτεινε την αμφισβήτηση του αγίου Ζαχαρία και επομένως να τον οδηγούσε σε καχυποψία ότι δεν αληθεύουν τα λόγια της ουράνιας οπτασίας, ήταν ότι ο ευαγγελισμός για τον «υποτιθέμενο» γιο του ερχόταν σε μία στιγμή πνευματικής λειτουργίας, σε ώρα δηλαδή προσευχής, και μάλιστα υπέρ της σωτηρίας του λαού. «Εγώ ήλθα εδώ στον Ναό, όπως σημειώνει ο υμνογράφος, για να ζητήσω από τον Θεό τη σωτηρία του λαού και όχι να αποκτήσω παιδί, όπως μου λές εσύ». Κι αλλού: «Αμφίβολον κέκτημαι την διάνοιαν εγώ, και απιστώ τοις λόγοις σου, τω Αρχαγγέλω έφη ο Ιερεύς. Λαού σωτηρίαν γαρ, ουκ εμής εξ οσφύος καρπόν ήτησα». Αμφιβάλλω εγώ και απιστώ στα λόγια σου, είπε ο Ιερεύς στον αρχάγγελο, γιατί ζήτησα τη σωτηρία του λαού και όχι καρπό από την οσφύ μου.
Αυτό όμως που φαίνεται τόσο «λογικό» για τον άγιο Ζαχαρία, και μάλιστα η αμφισβήτηση της εκ Θεού προέλευσης της οπτασίας λόγω του περισπασμού από το περιεχόμενο της προσευχής του: να ζητάει από τον Θεό τη σωτηρία του λαού και να του προκύπτει κάτι προσωπικό του, ένα παιδί, είναι εκείνο στην πραγματικότητα που ερχόταν ως απάντηση ακριβώς της προσευχής αυτής. Διότι η γέννηση του παιδιού του Ιωάννη ήταν η απαρχή της σωτηρίας του λαού. Με αυτόν θα ξεκινούσε η σωτηρία ως κήρυγμα μετανοίας για να γίνει αποδεκτός ο Μεσσίας. Με άλλα λόγια ο Ζαχαρίας δεν μπορούσε να κατανοήσει ότι ο Θεός τού έδινε ό,τι ζητούσε, δηλαδή αδυνατούσε να διεισδύσει στον τρόπο δράσεως του Θεού.
Κι είναι κάτι στο οποίο τελικώς «σκοντάφτουμε» οι περισσότεροι. Διότι και εμείς ζητάμε από τον Θεό διάφορα πράγματα, και μάλιστα κάτω από πνευματικές προϋποθέσεις. Και δεν καταλαβαίνουμε ότι η «άρνηση» του Θεού να μας απαντήσει ή συμβάντα σε εμάς «ξένα» προς αυτά που ζητάμε, συνιστούν τελικώς αυτό που είναι η απάντηση του Θεού ακριβώς στα αιτήματά μας. Πρέπει ίσως να «επιτρέπουμε» στον Θεό να βλέπει πέρα από ό,τι βλέπουμε εμείς και ίσως πάλι να είμαστε σε ετοιμότητα αποδοχής του δικού Του θελήματος ως πιο ευεργετικού για εμάς από το δικό μας. Ας  θυμηθούμε και αυτό που συνέβη και στον όσιο Γέροντα Παΐσιο: Δέχτηκε «άδικη» επίθεση από έναν ιερέα και ταράχτηκε, χωρίς όμως να μιλήσει. Κι όταν έπειτα άρχισε να ανακρίνει τους λογισμούς του, για να καταλάβει τι έγινε, διεπίστωσε ότι ζητούσε από τον Θεό καρδιακά να του δώσει ταπείνωση. Κι ο Θεός τού έδωσε την αφορμή: «άλλαξε» λίγο τη συμπεριφορά του ιερέα απέναντί του, προκειμένου ακριβώς να του δώσει την ευκαιρία να αγωνιστεί να αποκτήσει την ταπείνωση. Ο Θεός λοιπόν πάντοτε μας ακούει, πάντοτε μας απαντάει, πρέπει όμως να έχουμε κι εμείς ανοικτά τα μάτια μας για να διακρίνουμε ορθά την απάντησή Του.

http://pgdorbas.blogspot.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Α´ 5 - 25
5 Ἐγένετο ἐν ταῖς ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως τῆς Ἰουδαίας ἱερεύς τις ὀνόματι Ζαχαρίας ἐξ ἐφημερίας Ἀβιά, καὶ γυνὴ αὐτῷ ἐκ τῶν θυγατέρων Ἀαρών, καὶ τὸ ὄνομα αὐτῆς Ἐλισάβετ. 6 ἦσαν δὲ δίκαιοι ἀμφότεροι ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, πορευόμενοι ἐν πάσαις ταῖς ἐντολαῖς καὶ δικαιώμασιν τοῦ Κυρίου ἄμεμπτοι. 7 καὶ οὐκ ἦν αὐτοῖς τέκνον, καθότι ἡ Ἐλισάβετ ἦν στεῖρα, καὶ ἀμφότεροι προβεβηκότες ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῶν ἦσαν. 8 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἱερατεύειν αὐτὸν ἐν τῇ τάξει τῆς ἐφημερίας αὐτοῦ ἔναντι τοῦ Θεοῦ, 9 κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἱερατείας ἔλαχε τοῦ θυμιᾶσαι εἰσελθὼν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου· 10 καὶ πᾶν τὸ πλῆθος ἦν τοῦ λαοῦ προσευχόμενον ἔξω τῇ ὥρᾳ τοῦ θυμιάματος. 11 ὤφθη δὲ αὐτῷ ἄγγελος Κυρίου ἑστὼς ἐκ δεξιῶν τοῦ θυσιαστηρίου τοῦ θυμιάματος. 12 καὶ ἐταράχθη Ζαχαρίας ἰδών, καὶ φόβος ἐπέπεσεν ἐπ’ αὐτόν. 13 εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ ἄγγελος· Μὴ φοβοῦ, Ζαχαρία· διότι εἰσηκούσθη ἡ δέησίς σου, καὶ ἡ γυνή σου Ἐλισάβετ γεννήσει υἱόν σοι, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰωάννην· 14 καὶ ἔσται χαρά σοι καὶ ἀγαλλίασις, καὶ πολλοὶ ἐπὶ τῇ γενέσει αὐτοῦ χαρήσονται. 15 ἔσται γὰρ μέγας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καὶ οἶνον καὶ σίκερα οὐ μὴ πίῃ, καὶ Πνεύματος ἁγίου πλησθήσεται ἔτι ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ, 16 καὶ πολλοὺς τῶν υἱῶν Ἰσραὴλ ἐπιστρέψει ἐπὶ Κύριον τὸν Θεὸν αὐτῶν. 17 καὶ αὐτὸς προελεύσεται ἐνώπιον αὐτοῦ ἐν πνεύματι καὶ δυνάμει Ἠλίου, ἐπιστρέψαι καρδίας πατέρων ἐπὶ τέκνα καὶ ἀπειθεῖς ἐν φρονήσει δικαίων, ἑτοιμάσαι Κυρίῳ λαὸν κατεσκευασμένον. 18 καὶ εἶπε Ζαχαρίας πρὸς τὸν ἄγγελον· Κατὰ τί γνώσομαι τοῦτο; ἐγὼ γάρ εἰμι πρεσβύτης καὶ ἡ γυνή μου προβεβηκυῖα ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῆς. 19 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῷ· Ἐγώ εἰμι Γαβριὴλ ὁ παρεστηκὼς ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀπεστάλην λαλῆσαι πρός σε καὶ εὐαγγελίσασθαί σοι ταῦτα. 20 καὶ ἰδοὺ ἔσῃ σιωπῶν καὶ μὴ δυνάμενος λαλῆσαι ἄχρι ἧς ἡμέρας γένηται ταῦτα, ἀνθ’ ὧν οὐκ ἐπίστευσας τοῖς λόγοις μου, οἵτινες πληρωθήσονται εἰς τὸν καιρὸν αὐτῶν. 21 καὶ ἦν ὁ λαὸς προσδοκῶν τὸν Ζαχαρίαν, καὶ ἐθαύμαζον ἐν τῷ χρονίζειν αὐτόν ἐν τῷ ναῷ. 22 ἐξελθὼν δὲ οὐκ ἠδύνατο λαλῆσαι αὐτοῖς, καὶ ἐπέγνωσαν ὅτι ὀπτασίαν ἑώρακεν ἐν τῷ ναῷ· καὶ αὐτὸς ἦν διανεύων αὐτοῖς, καὶ διέμενεν κωφός. 23 καὶ ἐγένετο ὡς ἐπλήσθησαν αἱ ἡμέραι τῆς λειτουργίας αὐτοῦ ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. 24 Μετὰ δὲ ταύτας τὰς ἡμέρας συνέλαβεν Ἐλισάβετ ἡ γυνὴ αὐτοῦ· καὶ περιέκρυβεν ἑαυτὴν μῆνας πέντε, 25 λέγουσα ὅτι Οὕτω μοι πεποίηκεν ὁ Κύριος ἐν ἡμέραις αἷς ἐπεῖδεν ἀφελεῖν τό ὄνειδός μου ἐν ἀνθρώποις.

Νεοελληνική απόδοση:
Ἔζησε κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως τῆς Ἰουδαίας κάποιος ἱερεύς, ποὺ ἐλέγετο Ζαχαρίας, ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν λειτουργῶν τοῦ ναοῦ, ἡ ὁποία κατήγετο ἀπὸ τὸν ἱερέα Ἀβιά. Καὶ ἡ γυναῖκα του ἦτο ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἀαρών, καὶ τὸ ὄνομά της ἦτο Ἐλισάβετ. 6 Ἦσαν δὲ καὶ οἱ δύο ἐνάρετοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος ἐρευνᾷ καὶ γνωρίζει τὰς καρδίας ὅλων, καὶ ἐπολιτεύοντο σύμφωνα μὲ ὅλας ἐν γένει τὰς ἐντολὰς καὶ τὰ παραγγέλματα τοῦ Κυρίου, ἄμεμπτοι εἰς ὅλα καὶ ἐλεύθεροι ἀπὸ κάθε σοβαρὰν ἐνοχήν. 7 Καὶ δὲν εἶχαν τέκνον, διότι ἡ Ἐλισάβετ ἦτο στεῖρα, ἐπὶ πλέον δὲ καὶ οἱ δύο ἦσαν ἀρκετὰ προχωρημένοι εἰς τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς των. 8 Ἐνῷ δὲ ὁ Ζαχαρίας ἐτέλει ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τὴν ἱερατικήν του λειτουργίαν κατὰ τὴν σειρὰν τῆς τάξεως καὶ πατριᾶς τῶν ἱερέων, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκε, συνέβη τὸ ἑξῆς: 9 Σύμφωνα πρὸς τὴν κρατοῦσαν μεταξὺ τοῦ ἱερατείου συνήθειαν τοῦ νὰ ἐκλέγεται διὰ κλήρου ὁ ἱερεύς, ὁ ὁποῖος θὰ προσέφερε τὸ θυμίαμα, ἔλαχεν εἰς τὸν Ζαχαρίαν ὁ κλῆρος νὰ ἔμβῃ εἰς τὸν ναὸν τοῦ Κυρίου καὶ νὰ προσφέρῃ θυμίαμα ἐπὶ τοῦ θυσιαστηρίου τῶν θυμιαμάτων. 10 Καὶ ὅλον τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ εὑρίσκετο συναθροισμένον καὶ προσηύχετο ἐκεῖ ἔξω εἰς τὰ προαύλια τοῦ ναοῦ τὴν ὥραν, ποὺ ἐκαίετο τὸ θυμίαμα. 11 Ἐφανερώθη δὲ εἰς αὐτὸν ἄγγελος Κυρίου, ὁ ὁποῖος ἐστέκετο εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ θυσιαστηρίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔκαιαν τὸ θυμίαμα. 12 Καὶ ἐταράχθη ὁ Ζαχαρίας, ὅταν τὸν εἶδε, καὶ φόβος ἐκυρίευσεν αὐτόν. 13 Τοῦ εἶπε δὲ ὁ ἄγγελος· Μὴ φοβᾶσαι, Ζαχαρία. Τουναντίον χαῖρε, διότι εἰσακούσθῃ ἀπὸ τὸν Θεὸν ἡ παράκλησις, τὴν ὁποίαν πολλὰς φορὰς ἕως τώρα ἔκαμες. Καὶ ἡ γυναῖκα σου ἡ Ἐλισάβετ θὰ σοῦ γεννήσῃ τέκνον, καὶ θὰ καλέσῃς τὸ ὄνομά του Ἰωάννην. 14 Καὶ θὰ δοκιμάσῃς χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν καὶ πολλοί, ὅταν θὰ ἀκούσουν τὸ προφητικὸν κήρυγμά του, θὰ χαροῦν διὰ τὴν γέννησίν του. 15 Θὰ προκληθῇ δὲ ἡ μεγάλη αὐτὴ χαρά, διότι θὰ εἶναι πραγματικῶς μέγας ἄνθρωπος, ἀπὸ αὐτὸν τὸν Κύριον ἀνεγνωρισμένος τοιοῦτος. Καὶ δὲν θὰ πίῃ οἶνον ἢ ἄλλο μεθυστικὸν ποτόν. Καὶ θὰ τοῦ δοθοῦν ἄφθονα τὰ χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀπὸ αὐτὸν ἀκόμη τὸν καιρόν, ποὺ θὰ εἶναι εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητέρας του. 16 Καὶ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τοῦ Ἰσραήλ, ποὺ ἔχουν ἀπομακρυνθῆ καὶ ἀποπλανηθῆ ἀπὸ τὸν Θεὸν μὲ τὰς ἁμαρτίας των, θὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ διὰ τῆς μετανοίας εἰς τὸν ἐνανθρωπήσαντα Κύριον, τὸν Θεόν τους. 17 Καὶ αὐτὸς θὰ προπορευθῇ ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ θεανθρώπου Μεσσίου, μὲ τὸ αὐτὸ προφητικὸν χάρισμα τοῦ Πνεύματος καὶ μὲ τὴν αὐτὴν παρρησίαν καὶ ἄφοβον δραστηριότητα, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ ὁ Ἠλίας. Καὶ θὰ χρησιμοποιῇ ταῦτα διὰ νὰ ξαναγυρίσῃ εἰς τὰ παιδιὰ τὰς καρδίας τῶν πατέρων, ποὺ ἐψυχράνθησαν καὶ ἔχασαν καὶ αὐτὴν τὴν φυσικὴν στοργήν των, καὶ νὰ θερμάνῃ ἔτσι καὶ σφίξῃ στενώτερον τοὺς οἰκογενειακοὺς δεσμούς· ἀκόμη δὲ τοὺς ἀπειθεῖς καὶ δυστρόπους νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ εἰς τὰς σκέψεις καὶ εἰς τὸ φρόνημα τῶν δικαίων, μεταβάλλων αὐτοὺς εἰς ἐναρέτους. Καὶ ἔτσι νὰ ἑτοιμάσῃ εἰς τὸν Κύριον λαὸν θρησκευτικῶς καὶ ἠθικῶς προπαρασκευασμένον, ἵνα ὑποδεχθῇ καὶ ἐγκολπωθῇ αὐτὸν ὡς Σωτῆρα. 18 Καὶ εἶπεν ὁ Ζαχαρίας πρὸς τὸν ἄγγελον· Μὲ ποῖον σημεῖον θὰ βεβαιωθῶ περὶ αὐτοῦ, ποὺ μοῦ λέγεις; Φαίνεται τοῦτο ἀπίθανον καὶ ἀπίστευτον, διότι ἐγὼ εἶμαι γέρων καὶ ἡ γυναῖκα μου εἶναι περασμένης ἡλικίας. 19 Καὶ ὁ ἄγγελος ἀπεκρίθη καὶ τοῦ εἶπεν· Ἐγὼ εἶμαι ὁ Γαβριήλ, ποὺ παραστέκομαι ἐμπρὸς εἰς τὸν Θεόν, διὰ νὰ τὸν ὑπηρετῶ ὡς ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀρχαγγέλους του. Καὶ ἐστάλην ἀπὸ τὸν Θεὸν νὰ σοῦ ὁμιλήσω καὶ νὰ σοῦ φέρω τὰς χαροποιοὺς αὐτὰς εἰδήσεις. 20 Καὶ ἀφοῦ ζητεῖς σημεῖον, ἰδού, ἔχεις αὐτό, ὄχι ὅμως ὅπως τὸ θέλεις: Θὰ εἶσαι βωβὸς καὶ δὲν θὰ ἠμπορῇς νὰ ὁμιλήσῃς μέχρι τῆς ἡμέρας, ποὺ θὰ γίνουν αὐτά, δηλαδὴ ἡ γέννησις τοῦ παιδίου καὶ ἡ ὀνομασία αὐτοῦ. Καὶ σοῦ ἐπιβάλλεται ἡ τιμωρία αὐτή, ἐπειδὴ δὲν ἐπίστευσες εἰς τοὺς λόγους μου, οἱ ὁποῖοι θὰ πραγματοποιηθοῦν ἐξ ὁλόκλήρου εἰς τὸν καιρόν τους. 21 Καὶ ὁ λαὸς ἐν τῷ μεταξὺ ἐξηκολούθει νὰ περιμένῃ τὸν Ζαχαρίαν. Καὶ εὑρίσκοντο ὅλοι εἰς ἀπορίαν, διότι ἐβράδυνε καὶ ἠργοπορεῖ οὗτος μέσα εἰς τὸν ναόν. 22 Ὅταν δὲ ὁ Ζαχαρίας ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ θυσιαστήριον, δὲν ἠδύνατο νὰ τοὺς ὁμιλήσῃ καὶ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσους τὸν ἠρώτων διὰ τὴν ἀργοπορίαν του. Καὶ ἐκατάλαβαν, δὴ εἶχεν ἴδει ὀπτασίαν μέσα εἰς τὸν ναόν. Καὶ αὐτὸς ἐξηκολούθει νὰ συνεννοῆται μὲ αὐτοὺς διὰ νευμάτων καὶ ἔμενε κωφὸς καὶ ἄλαλος. 23 Καὶ ὅταν συνεπληρώθησαν αἱ ἡμέραι, ποὺ ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ λειτουργῇ εἰς τὸν ναόν, συνέβη νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸ σπίτι του. 24 Ὕστερα δὲ ἀπὸ αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἔμεινεν ἔγκυος ἡ σύζυγος του ἡ Ἐλισάβετ, καὶ ἐπὶ μήνας πέντε ἔκρυπτεν ἐπιμελῶς τὸν ἑαυτόν της ἀπὸ συστολὴν διὰ τὴν ἐγκυμοσύνην της. 25 Ἀλλ’ ὅταν πλέον δὲν ἠδύνατο νὰ κρυβῇ, ἔλεγεν εἰς αὐτοὺς ποὺ τὴν συνέχαιρον, ὅτι ἔτσι εἰς ἡλικίαν περασμένην μου ἔχει κάμει τὸ καλὸ αὐτὸ ὁ Θεὸς κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτάς, ποὺ ἐπέβλεψε μὲ εὐμένειαν διὰ νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν στείρωσιν καὶ ἀτεκνίαν μου, ἡ ὁποία μοῦ ἔφερεν ἐντροπὴν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων.