Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

Ψαλίδι στη γλώσσα




Τα μεγάλα πουλιά που μεταναστεύουν στις θερμές χώρες (επειδή γνωρίζουν τον μεγάλο κόπο του ταξιδιού) έχουν μεγάλη αγάπη και μεταφέρουν στα φτερά τους μικρά πουλιά, που συναντούνε στην μετανάστευσή τους. 
Συκοφαντούνται όμως πολλές φορές από μερικά κοτόπουλα, που έχουν ερεθισμένα μάτια από τα σκουπίδια που ξεσκαλίζουν καθημερινά, και δεν μπορούν να βλέπουν καθαρά τα ταλαίπωρα. 
Συμφερότερο είναι τέτοιοι άνθρωποι να βάλουν ψαλίδι στην γλώσσα, για να μην κολασθούν, μια που δυσκολεύονται να βάλουν φερμουάρ στο στόμα.

Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης
https://inpantanassis.blogspot.com/

Πάρε θάρρος και βάλε αρχή




Μη λυπάσαι να υποτάσσεις τη σάρκα σου για χάρη του Χριστού, γιατί Εκείνος την έπλασε. Μην τρομάζεις μπροστά στους πόνους, γιατί Εκείνος έχει τη δύναμη κάθε πληγή να θεραπεύσει. 
Μη λυπάσαι να Του προσφέρεις ολόκληρη την ύπαρξή σου, γιατί Εκείνος θα την ανακαινίσει, θα τη δοξάσει στη βασιλεία των ουρανών. 
Όπως ο Χριστός υπέφερε για χάρη σου, υπόφερε κι εσύ για χάρη του Χριστού. Ρίξε ένα βλέμμα γύρω σου και δες πόσος πόνος, πόση δυστυχία, πόσες θλίψεις υπάρχουν στους ανθρώπους. 
Όσο κι αν πονάς, υπάρχουν άλλοι που πονούν περισσότερο. Όσο κι αν δυστυχείς, υπάρχουν άλλοι που δυστυχούν περισσότερο. 
Δόξασε κι ευχαρίστησε τον Θεό που δεν σου στέλνει πιο μεγάλες συμφορές. Πάρε θάρρος, βάλε αρχή και ευαρέστησε Τον με τον πνευματικό αγώνα σου. Με λίγο προσωρινό κόπο θ’ απολαύσεις αιώνια και ατελεύτητα αγαθά.

Άγιος Δημήτριος του Ροστώφ
https://inpantanassis.blogspot.com/

Με το νου και την καρδιά




Μπορεί κάποιος να προσεύχεται αδιάκοπα, εάν βρίσκεται πάντοτε με τον νου και την καρδιά του ενώπιον του Θεού. Με τα χέρια του μπορεί να εργάζεται, ενώ το νου και την καρδιά του να τα έχει υψωμένα στον Θεό. 
Πρέπει να καταλάβουμε ότι η ζωή του ανθρώπου είναι μία προσευχή αδιάκοπη, όταν αυτός νοερά σκέπτεται τον Θεό.

Γέροντας Κλεόπας Ηλίε
https://inpantanassis.blogspot.com/

Ἡ Ἀληθινή ζωή θέλει ‘ρίσκο’




«Ἄν πεθάνεις, πρίν πεθάνεις, δέν θά πεθάνεις, ὅταν πεθάνεις»
Θέλεις νά ζήσεις, θέλεις νά εἶσαι ἀληθινά χαρούμενος, νά σώσεις τήν ψυχή σου καί νά κερδίσεις τήν αἰώνια ζωή; Ἀποφάσισε ἀπό τώρα ν’ ἀλλάξεις πορεία. Ὑπερνίκησε τήν τεμπελιά σου, τήν ἀναβλητικότητά σου, κάνε τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ καί πές μέ θέρμη καί πίστη: Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.
Δέν κατακτᾶ κανείς τήν ἀληθινή ζωή, τήν πίστη, μόνο μέ εὐσεβεῖς στοχασμούς, ἀλλά κυρίως μέ ἀγωνιστική προσπάθεια. Δέν μᾶς μαθαίνουν οἱ λέξεις καί οἱ θεωρίες, ποιός ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας, τί εἶναι ὁ Θεός, ἀλλά ἡ ἐμπειρία τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ὁ Θεός εἶναι ὑπαρκτός, ἀληθινός, μεθεκτός (κοινωνήσιμος καί κοινωνούμενος), ἀλλά καί εὐγενής, δεν μᾶς ἐπιβάλλεται, μᾶς ἀφήνει να τον ἀνακαλύψουμε. Πρέπει ν’ ἀνοίξουμε τό παράθυρο γιά νά μπεῖ μέσα ὁ ἥλιος, τό φῶς, ὁ δροσερός ἀέρας.
Τόν ἑαυτόν μας, τό νόημα τῆς ζωῆς μας, τόν Θεόν, δέν θά Τον γνωρίσουμε παρά μόνον μέ καλή διάθεση, αἰσιοδοξία, χαρούμενη ἀγωνιστικότητα καί πίστη καί ἐλπίδα εἰς τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ποτέ δέν μποροῦμε νά φτάσουμε σ’ ἕνα σκοπό, ἄν καθόμαστε στη νωχέλειά μας καί περιμένουμε, λένε οἱ ἅγιοι Πατέρες.
Ἡ ζωή μας παρομοιάζεται συχνά μέ τό ἔργο τοῦ κηπουροῦ. Τή γῆ πού καλλιεργεῖς τήν ἔχεις ἀπό τό Θεό. Τοῦ Θεοῦ δῶρα εἶναι καί ὁ σπόρος καί ἡ θέρμη τοῦ ἥλιου καί ἡ βροχή καί ἡ αὔξηση τοῦ φυτοῦ. Τό ἔργο ὅμως τῆς καλλιέργειας εἶναι δικό του (τοῦ κηπουροῦ).
Ἄν θέλει ὁ κηπουρός νά ‘χει μιά πλούσια συγκομιδή, πρέπει νά δουλεύει συνεχῶς˙ νά καλλιεργεῖ, νά φυτεύει, νά βοτανίζει, νά ποτίζει, νά σκάβει. Ἀλλιῶς, ὅ,τι φύτεψε ἀπειλεῖται ἀπό πολλούς κινδύνους. Ποτέ δέν πρέπει νά σταματήσει τήν ἐργασία. Ἀντίθετα ἔχει χρέος ὁ κηπουρός νά ‘ναι ἄγρυπνος καί ἕτοιμος γιά κάθε ἀπρόοπτο, ἀλλά πάντα νά ‘χει κατά νοῦ ὅτι ἡ συγκομιδή θά ἐξαρτηθεῖ ἀπό τήν εὐλογία τοῦ Θεοῦ. «Πᾶσα δόσις ἀγαθή καί πᾶν δώρημα τέλειον, ἄνωθεν ἐστί καταβαῖνον».
Ὁ κῆπος πού ἔχουμε χρέος νά φροντίζουμε γι’ αὐτόν καί ν’ ἀγρυπνοῦμε ἐπάνω του διαρκῶς εἶναι ἡ ἴδια ἡ ζωή μας. Ἡ συγκομιδή εἶναι ἡ χαρά τῆς ζωῆς, ἡ αἰώνια ζωή, ἡ ἐν Χριστῷ ζωῇ.
Ἡ αἰώνια ζωή εἶναι αἰώνια, γιατί εἶναι ἔξω ἀπό χρόνο καί τόπο καί ἐξωτερικές περιστάσεις. Αἰώνια ζωή σημαίνει ζωή ἀληθινῆς ἐλευθερίας, σημαίνει ζωή γεμάτη φῶς, ἀγάπη καί καλοσύνη. Ἡ ζωή αὐτή δέν περιορίζεται ἀπό κανενός εἴδους ὅρια καί γι’ αὐτό προχωρεῖ καί ἐκτείνεται πρός τά ἐμπρός χωρίς τελειωμό, χωρίς τέρμα. Εἶναι μιά ἀτέλειωτη κατάσταση καί γιά κάθε ἄνθρωπο, μοναδική καί ἀνεπανάληπτη, ὅπως εἶναι καί ὁ κάθε ἄνθρωπος, μοναδικός καί ἀνεπανάληπτος.
Ἡ αἰώνια ζωή ἀρχίζει ἀπό ἐδῶ, ἀπό τούτη τή γῆ, ἀλλά δέν ἔχει τέλος. Καμιά γήινη δύναμη δέν μπορεῖ νά νικήσει τή ζωή αὐτή καί νά τήν κάνει νά πάψει νά ὑπάρχει. Τήν αἰώνια ζωή, ὅμως, πρέπει νά τήν ἀναζητήσουμε ὄχι ἔξω ἀπό μᾶς καί γύρω μας, ἀλλά μέσα μας, στά βάθη τῆς καρδιᾶς μας καί ὁ ἀγώνας εἶναι κυρίως μέ τόν ἑαυτό μας. «Κινήσου ἀποφασιστικά, ἐγκαθίδρυσε μέσα σου τήν εἰρήνη καί ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ θά συνάψουν φιλία μαζί σου» (λέει ὁ ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος).
Προσπάθησε μέ μιά συνεχή ἐπίδοση στήν πνευματική ζωή νά μπεῖς στόν ἐσώτατο θάλαμο τῆς καρδιᾶς σου καί τότε θά μπορέσεις νά ἀνακαλύψεις καί τόν οὐράνιο θάλαμο. Γιατί καί οἱ δύο εἶναι τό ἴδιο πράγμα. Μόλις μπεῖς στόν ἕνα βρίσκεσαι καί στούς δυό. Τά σκαλοπάτια γιά τή βασιλεία τοῦ οὐρανοῦ εἶναι μέσα σου, κρυμμένα στά βάθη τῆς καρδιᾶς σου. Ξεφορτώσου τίς ἁμαρτίες σου, τίς μιζέριες σου, τά παράπονά σου καί τότε θά βρεῖς μέσα σου τίς σκάλες πού θά σοῦ ἐπιτρέψουν νά ἀνέβεις πιό ψηλά. «Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἐντὸς ἡμῶν ἐστι».
Ὁ οὐράνιος θάλαμος, γιά τόν ὁποῖο ὁμιλοῦν οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ ἴδια ἡ αἰώνια ζωή, ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ἡ «ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» ζωῇ.
Ὅταν γνωρίζουμε ποῦ γίνεται ὁ ἀγώνας πού ἔχουμε ἀρχίσει, καί ποιό σκοπό ἔχει, τότε καταλαβαίνουμε καί γιατί ὁ ἀγώνας ὀνομάζεται ἀόρατος πόλεμος. Ὅλα διαδραματίζονται στήν καρδιά, μέσα στή βαθιά σιωπή πού βασιλεύει μέσα μας. Ἕνα σοβαρό ζήτημα, στό ὁποῖο ἀποδίδουν μεγάλη βαρύτητα οἱ ἅγιοι πατέρες, εἶναι τοῦτο: Κράτα κλειστά τά χείλη σου γιά ὅ,τι ἀφορᾶ τά μυστικά σου βάθη. Ἄν κανείς ἀνοίξει ἤ χαλαρώσει τίς δικλεῖδες, φεύγει ἡ θερμότητα πού κρύβεται μέσα σου στό λέβητα θερμάνσεως, στά βάθη τῆς καρδιᾶς σου.
Μή λές τίποτε σέ ἄλλους γιά τίς καινούργιες σου ἀποφάσεις πού ἀφοροῦν τήν ἐσωτερική σου ζωή. Δέν χρειάζεται νά φλυαρεῖς γιά τήν καινούργια ζωή πού ἔχεις ἀρχίσει καί τή βαθιά ἐμπειρία πού αἰσθάνεσαι. Ἡ πνευματική ζωή εἶναι μυστική στήν οὐσία της. Εἶναι ὑπόθεση ἀνάμεσα σέ σένα καί τό Θεό. Ἀνάμεσα στούς δυό σας μονάχα. Ἡ μοναδική ἐξαίρεση μπορεῖ νά ‘ναι ὁ πνευματικός σου πατέρας.
Αὐτή ἡ σιωπή εἶναι πολύ ἀναγκαία καί ζωτικῆς σημασίας γιά τήν πνευματική πορεία. Γιατί καθένας πού μιλάει γιά τήν προσωπική του ζωή δίνει τροφή στό ναρκισσισμό του καί τή φιλαυτία του. Καί αὐτά πρέπει μέ κάθε τρόπο νά κατανικηθοῦν!
Ἡ σιωπή ἀντίθετα βοηθάει τήν αὔξηση τῆς ἐμπιστοσύνης στό Θεό, ὁ ὁποῖος βλέπει «ἐν τῷ κρυπτῷ». Μέσα ἀπό τή σιωπή ἀσκεῖται κανείς στό νά συνομιλεῖ μέ τό Θεό, πού ἀκούει ὅ,τι τοῦ λέμε χωρίς νά χρειάζονται λόγια καί λέξεις. Αὐτός εἶναι τό στήριγμά μας καί σ’ αὐτόν πρέπει νά ‘χουμε ἀποθέσει ὅλη τήν ἐμπιστοσύνη μας. Εἶσαι ἀγκυροβολιμένος στήν αἰωνιότητα, στό θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καί ἐκεῖ δέν ὑπάρχει κανενός εἴδους αμφιβολία καί ἀμφισβήτηση.
Συνεπώς θά πρέπει νά θεωρεῖς πώς κάθετι πού συναντᾶς στήν πορεία σου, μικρό ἤ μεγάλο, τό στέλνει ὁ Θεός γιά νά σέ βοηθήσει στόν ἀγώνα σου. Μονάχα αὐτός γνωρίζει ὅ,τι σοῦ εἶναι ὠφέλιμο καί ὅ,τι χρειάζεσαι σέ κάθε περίσταση: ἐπιτυχίες, ἀναποδιές, πειρασμούς, πτώσεις. Τίποτε δέ συμβαίνει τυχαῖα καί χωρίς νά ἀποτελεῖ πολύτιμη εὐκαιρία νά διδαχτεῖς ἀπ’ αὐτό. Πρέπει νά τό ἀποσαφηνίσεις καλά μέσα σου αὐτό, γιατί ἔτσι μεγαλώνει ἡ ἐμπιστοσύνη σου στόν Κύριο.
Ἕνα ἀκόμα παρόμοιο στοιχεῖο γι’ αὐτόν τόν ἀγώνα πού μᾶς δίνουν οἱ ἅγιοι τοῦ Θεοῦ εἶναι καί τοῦτο. Πρέπει νά θεωρεῖς τόν ἑαυτό σου σάν ἕνα παιδί. Ὅλη ἡ ἀνθρώπινη σοφία, ὁ ὅποιος ἀγώνας σου, ἡ ὅποια κοινωνική σου θέση καί τά τυχόν γήινα ἀγαθά πού κατέχεις, ὅ,τι δέν ἀναφέρεται εἰς τόν Θεόν, μέ τήν εὐχαριστία, εἶναι ἄκαρπο, περιττό βάρος, πού δέν ἐλευθερώνει τή δραστηριότητα τῆς καρδιᾶς, καί γι’ αὐτό ἐπιζήμιο (ὑπερηφάνεια ἤ ἀπελπισία).
Ὀφείλεις, λοιπόν, νά μπεῖς στην ὑπέρλογη λογική να θεωρεῖς ὅλες τίς ἀνθρώπινες γνώσεις σου μηδαμινές καί νά γίνεις «μωρός», γιά νά γίνεις σοφός. Πρέπει νά γίνεις φτωχός, γιά νά γίνεις πλούσιος. Πρέπει νά γίνεις «ἀσθενής», ἄν θέλεις νά γίνεις ἰσχυρός. Ἄν θέλεις να εἶσαι πρῶτος, «γίνου πάντων ἔσχατος», ἄν ραπιστεῖς στη δεξιά σου «στρέψον και την ἀριστεράν σου». Αὐτή ἡ ὑπέρλογη λογική δεν ἔχει σχέση με διεκδικήσεις, με συγκρίσεις, ἐξισώνει τούς ἐχθρούς με τούς φίλους, το θάνατο με τη ζωή, το χρόνο με την αἰωνιότητα, το ἄγχος με την ἐλπίδα, τίς βαρεῖες ἐντολές με το «χρηστό ζυγό», κάνει τον ἄνθρωπο Θεό κατά χάριν.

Ἀποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο «Ὁ δρόμος τῶν ἀσκητῶν»
https://inpantanassis.blogspot.com/

Οι αληθινοί Χριστιανοί δεν φοβούνται. Φοβάται αυτός που βρίσκεται μακριά από Τον Ιησού Χριστό




Η δειλία είναι νηπιακή συμπεριφορά μιας ψυχής πού εγήρασε στην κενοδοξία. Η δειλία είναι απομάκρυνσις της πίστεως, με την ιδέα ότι αναμένονται απροσδόκητα κακά.
Ο φόβος είναι κίνδυνος που προμελετάται. Ή διαφορετικά, ο φόβος είναι μία έντρομη καρδιακή αίσθησις, πού συγκλονίζεται και αγωνιά από αναμονή απροβλέπτων συμφορών. Ο φόβος είναι μία στέρησις της εσωτερικής πληροφορίας. Η υπερήφανη ψυχή είναι δούλη της δειλίας∙ έχοντας πεποίθησι στον εαυτόν της και όχι στον Θεόν, φοβείται τους κρότους των κτισμάτων και τις σκιές.
Όσοι πενθούν και όσοι καταπονούνται χωρίς να υπολογίζουν κόπους και πόνους, δεν αποκτούν δειλία. Πολλές φορές όσοι υποκύπτουν στην δειλία χάνουν το μυαλό τους. Και είναι φυσικό αυτό, διότι είναι δίκαιος Εκείνος πού εγκαταλείπει τους υπερηφάνους, ώστε και οι υπόλοιποι να μάθωμε να μη υψηλοφρονούμε.
Όλοι όσοι φοβούνται είναι κενόδοξοι, αλλ΄ όμως όλοι όσοι δεν φοβούνται δεν σημαίνει ότι είναι ταπεινόφρονες, αφού και οι λησταί και οι τυμβωρύχοι δεν υποκύπτουν εύκολα στην δειλία.
Σε όποιους τόπους συνηθίζεις να φοβήσαι, μη διστάζης να πηγαίνης, όταν ακόμη δεν έχη ξημερώσει. Εάν δείξεις κάποια χαλαρότητα στο σημείο αυτό, τότε θα γηράση μαζί σου το νηπιακό και αξιογέλαστο τούτο πάθος. Ενώ βαδίζεις προς τα εκεί οπλίζου με την προσευχή. Μόλις φθάσης σ΄ εκείνους τους τόπους, ανύψωσε τα χέρια σου. Με το όνομα του Ιησού μάστιζε τους εχθρούς, διότι δεν υπάρχει ούτε στον ουρανό ούτε στην γη ισχυρότερο όπλο. Αφού απαλλαγής από την αρρώστεια αυτή, ας ανυμνήσης τον Λυτρωτή σου∙ διότι εάν τον ευγνωμονής, θα σε σκεπάζη παντοτινά.
Ποτέ δεν μπορείς διά μιας να γεμίσης την κοιλία. Παρόμοια βέβαια δεν μπορείς διά μιας να νικήσης την δειλία. Όταν έχωμε πολύ πένθος, θα υποχωρήση πιο γρήγορα∙ όταν όμως αυτό μας λείπη, θα παραμένουμε συνεχώς δειλοί. «Έφριξάν μου τρίχες και σάρκες» είπε ο Ελιφάζ (Ιώβ δ΄ 15), περιγράφοντας την πανουργία τούτου του δαίμονος.
Άλλωτε εδειλίασε πρώτα η ψυχή και άλλοτε το σώμα, και εν συνεχεία μεταβίβασε το ένα στο άλλο το πάθος. Αν συμβή να φοβηθή το σώμα, χωρίς όμως να εισδύση ο άκαιρος φόβος στην ψυχή, ευρισκόμεθα πλησίον στην θεραπεία. Όταν δε όλα τα δυσάρεστα και απροσδόκητα τα δεχώμεθα πρόθυμα, με συντριμμένη καρδιά, τότε ελευθερωθήκαμε πραγματικά από την δειλία.
Δεν ενισχύει τους δαίμονας εναντίον μας το σκότος και η ερημία των τόπων, αλλά η ακαρπία της ψυχής μας. Μερικές φορές όμως πρόκειται για οικονομική παίδευσι εκ μέρους του Θεού.
Εκείνος που έγινε δούλος του Κυρίου, θα φοβηθή μόνο τον ιδικό του Δεσπότη. Και εκείνος πού δεν φοβείται ακόμη Αυτόν, φοβείται πολλές φορές την σκιά του.
Όταν πλησιάση αοράτως ένα πονηρό πνεύμα, φοβείται το σώμα. Όταν όμως πλησιάση κάποιος Άγγελος, αγάλλεται η ψυχή των ταπεινών. Γι΄αυτό, μόλις από την ενέργεια αυτή αντιληφθούμε την παρουσία του, ας τρέξουμε γρήγορα στην προσευχή, διότι ήλθε να προσευχηθή μαζί μας ο αγαθός μας φύλαξ.
Όποιος ενίκησε την δειλία, είναι φανερό ότι ανέθεσε στον Θεόν και την ζωή και την ψυχή του.

«Περί Δειλίας» ΚΛΙΜΑΞ Αγίου Ιωάννου Σιναΐτου
https://inpantanassis.blogspot.com/

Άγιος Μεθόδιος ο εν Νυβρίτω



Ο Άγιος Μεθόδιος γεννήθηκε στο Ρέθυμνο επί Αραβοκρατίας. Ο ακριβής τόπος καταγωγής του δεν είναι γνωστός. Άγνωστο είναι και το μοναστήρι της κουράς του. Ίσως να είναι το Μοναστήρι του Πρέβελη. Γνωστός ωστόσο ακούεται ο γέροντάς του, Ευθύμιος, που ασκήτευσε στα βουνά της Νιβρύτου (ή Νύβριτος ή - παλαιότερη γραφή - Νίβριτος). Εκεί λοιπόν στη Νίβριτο, ασκήτευσε και ο όσιος Μεθόδιος, και συνδυάζοντας την πραότητα, την υπομονή, την εγκράτεια και πολλές άλλες αρετές, έζησε την καθαρά μοναστική βιοτή ή ακριβέστερα την αναχωρητική.
Εκεί λοιπόν στα ψηλά βουνά της Νιβρύτου, που απλώνονται διαδοχικά προς τις νοτιοανατολικές πλαγιές του Ψηλορείτη, στο κατάλληλο αυτό φυσικό τοπίο, βίωσε και ασκήτεψε ο γνήσιος του Θεού ασκητής. Τολμηρό είναι να αναφέρουμε ότι ο Άγιος Μεθόδιος είχε συναντηθεί με τον Όσιο Νικόλαο του Κουρταλιώτη ο οποίος ασκήτευε κι αυτός σε γειτονική περιοχή. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί πως υποστηρίζεται από κάποιους ότι ο Όσιος Νικόλαος ασκήτευσε σε μια σπηλιά γειτνιάζουσα στην Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου κοντά στο χωριό Ζαρός. Εκεί σώζεται ακόμα και σήμερα Ναός επ’ ονόματι του Οσίου Μεθοδίου της Νιβρύτου. Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι κάποιοι συγχέουν τους δυο Αγίους και τους εμφανίζουν ένα και το αυτό πρόσωπο. Για όλα αυτά βεβαίως χρειάζεται πολλή έρευνα από τους ειδικούς επιστήμονες. Πλήρης ημερών εξεδήμησε προς Κύριον όπως ποθούσε από παιδί. Η μνήμη του τιμάται στις 25 Ιουνίου, στο χωριό Νίβρυτο. Το λείψανό του φυλάσσεται στη Μονή Επανωσήφη (ή Απανωσήφη).
Άγνωστος είναι ο υμνογράφος της ασματικής του Ακολουθίας. Από την προβληματική φιλολογική μέριμνά της εικάζομε ότι πρόκειται για ευσεβή ασκητή ολιγογράμματο. Η Αγιότητά του φεγγίζει στα βουνά της Νιβρύτου και ο οσιακός βίος του διαγράφεται ανάγλυφος μέσα από τα δάση και τα δένδρα, τα νερά και τα ποτάμια, τη σπηλιά και την ησυχία, την ερημιά και τη γοητεία της φυσικής καλλονής του τόπου αυτού. Ο Όσιος Μεθόδιος δόξασε το Θεό και μεγάλυνε το όνομά Του.

Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΦΕΒΡΩΝΙΑ Η ΠΟΛΥΑΘΛΟΣ



«Αυτή η αοίδιμη από νεαρής της ηλικίας σήκωσε τον χρηστό ζυγό του Κυρίου και ήλθε σε ένα μοναστήρι που βρισκόταν στα σύνορα Ρωμαίων και Περσών, σε πόλη που ονομαζόταν Νήσιβη (η Αντιόχεια της Μυγδονίας), έγινε μοναχή και ξεπέρασε όλες τις καλόγριες του μοναστηριού κατά την άσκηση και τη σύνεση και κατά τη μελέτη των θείων Γραφών. Ηγουμένη όλων των εκεί μοναζουσών ήταν η οσία Βρυαίνη. Κατά τους χρόνους του Διοκλητιανού, το 288 μ.Χ., επειδή ο ηγεμόνας Σελήνος δίωκε τους χριστιανούς, οι μεν υπόλοιπες καλόγριες έφυγαν από το μοναστήρι, ζητώντας να σωθούν από τον θάνατο, η δε μακαρία Φεβρωνία, επειδή ήταν ασθενής, δεν μπόρεσε να φύγη, αλλά βρισκόταν κατάκοιτη πάνω σε ένα κρεββάτι, ενώ πλησίον της καθόταν η ηγουμένη Βρυαίνη και η ονομαζόμενη Ιερία. Εκεί λοιπόν πήγαν οι στρατιώτες του Σελήνου και αφού σύντριψαν τις θύρες με πελέκεις, μπήκαν στο μοναστήρι, κι αμέσως γύμνωσαν τα μαχαίρια τους, θέλοντας να κατακόψουν τη Βρυαίνη. Παρεκάλεσε όμως αυτούς ο Πρίμος ο ανιψιός του Λυσιμάχου νά μην την κτυπήσουν, διότι αυτός φερόταν πάντοτε προς τους χριστιανούς με συμπάθεια και ευσπλαχνία. Άρπασαν τότε τη Φεβρωνία και την έφεραν στον Σελήνο, ενώ ακολουθούσαν τη Φεβρωνία η Βρυαίνη, η Ιερία και η Θωμαΐδα, οι οποίες την στήριζαν στην πίστη και την νουθετούσαν να μη φοβηθεί τα βάσανα ούτε να προδώσει την ευσέβεια στον Χριστό. Παρακινούσαν δε αυτήν να ενθυμηθεί τις αδελφές Λιβύα και Λεωνίδα, από τις οποίες η μεν Λιβύα αποκεφαλίστηκε για τον Χριστό, η Λεωνίς παραδόθηκε στη φωτιά, η δε νέα Ευτροπία, όταν άκουσε να της λέγει η μητέρα της ῾Μη φύγεις, τέκνο μου᾽, αμέσως έδεσε τα χέρια της πίσω κι αφού έκλινε τον λαιμό της στον δήμιο, θανατώθηκε με προθυμία.
Και η μεν Βρυαίνη, αφού δίδαξε τη Φεβρωνία, επανήλθε στο μοναστήρι κλαίγοντας και θρηνώντας, γιατί φοβόταν για το άδηλο τέλος της. Γι᾽ αυτό παρακαλούσε τον Θεό να της χαρίσει νίκη κατά του διαβόλου. Η δε Θωμαΐς και Ιερία, αφού ντύθηκαν ανδρικά φορέματα και ενώθηκαν με τους υπηρέτες, ακολουθούσαν τη Φεβρωνία. Οδηγήθηκε λοιπόν η αγία στον Λυσίμαχο, τον ανιψιό του Σελήνου, και ρωτήθηκε από αυτόν να πει ποιο είναι το όνομά της, το γένος της και η θρησκεία της. Η δε μάρτυς αντί άλλης αποκρίσεως έλεγε ότι είναι χριστιανή. ´Υστερα δε ο θείος του Σελήνος επιχείρησε να μεταθέσει την αγία από την πίστη του Χριστού με κολακείες, αλλά επειδή δεν μπόρεσε, πρόσταξε να την ξαπλώσουν από τα τέσσερα μέρη, και από κάτω να την καίνε με φωτιά, ενώ από πάνω να την δέρνουν με ραβδιά. Επειδή δε όχι μόνο πλήγωσαν την αμνάδα του Χριστού από τους δαρμούς, αλλά έριχναν ακόμη και λάδι στη φωτιά, γι᾽ αυτό διαλύθηκαν οι σάρκες της μακαρίας Φεβρωνίας και έπεφταν κατά γης. Έπειτα την κρέμασαν και την ξέσχιζαν με σιδερένια νύχια και την έκαιγαν με τη φωτιά. Μετά από αυτά έκοψαν τη γλώσσα της, την οποία η αγία με ανδρεία πολλή μόνη της την έβγαλε έξω από το στόμα της. Έπειτα ξερίζωσαν τα δόντια της και έκοψαν με μαχαίρι τους δύο μαστούς της, και πάνω στο κόψιμο έβαλαν κάρβουνα αναμμένα. ´Υστερα έκοψαν τα χέρια και τα πόδια της αγίας και τελευταία την αποκεφάλισαν και έτσι έλαβε η τρισόλβια τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου. Κατά προσταγή του Λυσιμάχου μαζεύτηκε από τους χριστιανούς το σώμα της αγίας και οδηγήθηκε στο μοναστήρι της διά μέσου του Φίρμου του κόμητα. Το βάσταζαν δε και στρατιώτες μαζί με τον Φίρμο. Και τα μεν άλλα μέλη της αγίας συναρμόστηκαν το καθένα στην τάξη και τη φυσική του αρμονία, τα δε δόντια της τέθηκαν πάνω στο στήθος της. Και έτσι μαζεύτηκαν επίσκοποι και κληρικοί με μοναχούς και πλήθος πολύ από τους χριστιανούς, και ψάλλοντας ψαλμούς και ύμνους και κάνοντας αγρυπνία, ενταφίασαν το μαρτυρικό εκείνο και άγιο λείψανο.
Λένε δε ότι όταν κατ᾽ έτος τελείτο η μνήμη της αγίας στο μοναστήρι, βλεπόταν η μάρτυς κατά το μεσονύκτιο να είναι παρούσα μαζί με τις άλλες αδελφές και να συμψάλλει και να αναπληρώνει τον τόπο, στον οποίο και όταν ήταν ζωντανή στεκόταν, μέχρι ότου γινόταν η ευχή. Μία δε φορά θέλησε η Βρυαίνη να την πιάσει, αλλά αμέσως έγινε άφαντη. Ο δε Λυσίμαχος θεώρησε ως βαρειά συμφορά το μαρτύριο της αγίας, και διότι καταγόταν από μητέρα χριστιανή και διότι ο θείος του Σελήνος έδειξε μεγάλη απανθρωπιά και ωμότητα στη μάρτυρα, καθώς κατέστρεψε το κάλλος της νέας παρθένου, το οποίο ήταν σχεδόν υπεράνθρωπο. Γι᾽ αυτό από τη λύπη και την πικρία της ψυχής του τότε μεν δεν έφαγε, αλλά θρήνησε και έκλαψε πικρά τον θάνατο της αγίας, ύστερα δε, πίστεψε στον Χριστό μαζί με τον Πρίμο, και έλαβε μαζί με εκείνον το άγιο βάπτισμα. Ο δε Σελήνος έγινε έξω φρενών, κοίταξε προς τον ουρανό και μούγγρισε σαν βόδι. Έπειτα κτύπησε το κεφάλι του σε μία κολόνα, οπότε ο κακός στην ψυχή έφυγε από τη ζωή αυτή με κακό τρόπο. Τελείται δε η σύναξη της αγίας και η εορτή της στον ναό του αγίου προφήτου προδρόμου και βαπτιστού Ιωάννη, που βρίσκεται στην Οξεία».
(Από τον Συναξαριστή του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου)
Ο υμνογράφος άγιος Θεοφάνης κινείται πάνω στις ράγες του μαρτυρίου όλων των οσιομαρτύρων γυναικών: προβάλλει το μαρτύριο της αγίας Φεβρωνίας ως την κατακόσμηση της αγιασμένης ασκητικής διαγωγής της. Πρώτα δηλαδή η αγία  έζησε θαυμαστά ως μοναχή στο μοναστήρι της κι έπειτα, όταν οι περιστάσεις το κάλεσαν, πρόσφερε τον εαυτό της θυσία στον Κύριο με το μεγάλο και θαυμαστό μαρτύριό της. (ωδή η´). Γι᾽ αυτό και δεν βλέπει να υπάρχει στην αγία καμμία κηλίδα αμαρτίας: όλη η ζωή της ήταν μία σπουδή πάνω στην αγάπη της προς τον Κύριο. «Δεν υπάρχει καμμία κατηγορία σε σένα, πανεύφημε Φεβρωνία. Διότι εσύ από δύο μεριές σπούδασες να ευαρεστήσεις τον Λυτρωτή και Εραστή σου που είχες ποθήσει: πρώτον στολισμένη με τους κόπους της μοναχικής άσκησης, δεύτερον στολισμένη με τους άθλους των μαρτύρων, θεόφρον πανόλβιε» (ωδή δ´).
Έτσι αιτία της θαυμαστής ζωής της αγίας ήταν η φλογερή αγάπη της προς τον Θεό. Η αγία κατέβαλε τον δικό της οβολό: την αγάπη της αυτήν («Εξ απαλών ονύχων πόθησες, μάρτυς, την αιώνια πηγή της αγάπης, την επιθυμητή από όλους τους λογικούς ανθρώπους» - ωδή δ´) κι Εκείνος την ανέλαβε αφενός ενισχύοντάς την καθ᾽ όλη τη διάρκεια της επί γης πορείας της («Συ, τώρα, στερέωσες με την παντοδύναμη δεξιά Σου, Δέσποτα, την ένδοξη Φεβρωνία που αγωνιζόταν μαρτυρικά» - ωδή γ´. «Ο άγγελος που σε έσωζε, πανεύφημε Φεβρωνία, σε προστάτευε από παντού» - στιχηρό εσπερινού),  αφετέρου προσλαμβάνοντάς την στην ένδοξη βασιλεία Του («Αξιώθηκες να επιτύχεις μακαριστό τέλος, καθώς τώρα συμβασιλεύεις με τον Χριστό» -ωδή θ´).
Ο άγιος Θεοφάνης προβαίνει και σε μία σημαντική επισήμανση ως προς την ασκητική διαγωγή της αγίας Φεβρωνίας που της έδωσε και τη χάρη να μείνει μέχρι τέλους σταθερή και στο μαρτύριο. Η αγία ζούσε ως μοναχή έχοντας καθημερινή μελέτη της τον θάνατο. Μελετώντας τον θάνατο βρισκόταν σε εκείνη την πνευματική εγρήγορση, ώστε όταν κλήθηκε για το μαρτύριο όχι απλώς το δέχτηκε, αλλά έτρεξε προς αυτό. «Λάμπρυνες, μάρτυς Φεβρωνία, την ψυχή σου με την αδιάκοπη μελέτη του θανάτου, γι᾽ αυτό και έτρεξες προς το ύψος του μαρτυρίου, οδηγημένη στον Χριστό μέσα από πολλά βάσανα» (ωδή α´). Είναι γεγονός αναντίρρητο ότι κανείς δεν μπορεί να βαδίσει ορθά την πνευματική ζωή, αν δεν σκέπτεται ότι η κάθε ημέρα του μπορεί να είναι η τελευταία. Η μνήμη του θανάτου θεωρείται ως χάρη του Θεού, γιατί ακριβώς κάνει τον έχοντα αυτήν να βρίσκεται ξύπνιος πνευματικά, συνεπώς σε ετοιμότητα να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε δαιμονική προσβολή είτε μέσω των παθών είτε μέσω των διώξεων.
«Θυμίσου το τέλος σου και δεν θα αμαρτήσεις ποτέ»,  μας επισημαίνει  ήδη ο λόγος του Θεού, όπως κι ο απόστολος Παύλος αποκάλυπτε για τον εαυτό του ότι «καθ᾽ ημέραν απέθνησκε», κάθε ημέρα περίμενε ότι μπορεί να είναι η τελευταία του. Η αγία Φεβρωνία είχε τη χάρη αυτή κι ίσως πρέπει κι εμείς να εντάξουμε στα αιτήματα της προσευχής μας κι αυτό: να μας δίνει ο Θεός τη χάρη να θυμόμαστε το τέλος μας. Αν ῾κοντύνουμε᾽ την προοπτική της ζωής μας:  παλεύουμε για την αγιότητα της κάθε ημέρας, της σημερινής, ίσως δεν θα αργήσουμε κι εμείς να βρεθούμε μέσα στην έκπληξη της μεγάλης χάρης που δίνει ο Κύριος σε όλους αυτούς που Τον προσμένουν.

https://pgdorbas.blogspot.com/