Κυριακή 5 Απριλίου 2026

''Η Ξεχασμένη Εντολή'' Γιατί σε γαϊδουράκι και όχι σε άλογο;



Σύμφωνα με τον Νόμο που ο Θεός έδωσε στον Μωϋσή, απαγορευόταν στους Ισραηλίτες να κατέχουν και να χρησιμοποιούν Ίππους. ''Οὐ πληθυνεῖ ἑαυτῷ ἵππον οὐδὲ μὴ ἀποστρέψῃ τὸν λαὸν εἰς Αἴγυπτον, ὅπως μὴ πληθύνῃ αὐτῷ ἵππον'' Δευτερονόμιο ιζ'16
Μόνο ταπεινά γαϊδουράκια επιτρεπόταν για τις μετακινήσεις τους και βόδια για τις αγροτικές δουλειές.
Η πρώτη αιτία ήταν να μην υπερηφανευτεί το Φρόνημα του λαού του Θεού καλπάζοντας με επίδειξη ένα δυνατό άλογο, αλλά να παραμένουν σε όλες τις πτυχές της ζωής τους Ταπεινοί.
Η δεύτερη ήταν να μην στηρίζονται και ελπίζουν σε περίοδο πολέμου στην Ρωμαλεότητα και στην Ισχύ του Ίππου, αλλά στον Ισχυρό Βραχίονα Κυρίου του Θεού τους ο Οποίος με μια σφεντόνα του Δαβίδ και δυό πέτρες τους χάρισε την νίκη. «Οὗτοι ἐν ἅρμασι καὶ οὗτοι ἐν ἵπποις, ἡμεῖς δὲ ἐν ὀνόματι Κυρίου Θεοῦ ἡμῶν μεγαλυνθησόμεθα» Ψαλμ. ιθ
Πρώτο μέλημα τους έπρεπε να είναι η Υπακοή και η Εμπιστοσύνη στον Θεό.
Δεν την εφάρμοσαν όμως πολλοί βασιλείς αυτή την εντολή και στηριζόταν και θαρρούσαν στους πολυπληθείς Ίππους και στις Άμαξες, τα οποία αγόραζαν από την Αίγυπτο, ακόμα και από την Βαβυλώνα.
Συναλλαγές ενάντια στον Νόμο του Θεού με άπιστα έθνη στα οποία κάποτε ήταν σκλαβωμένοι και ο Θεός τους ελευθέρωσε με θαυμαστές επεμβάσεις χωρίς ιππικό και άρματα.
Φωνάζει αυστηρά ο Θεός με τους Προφήτες:
''ἐνεπλήσθη ἡ γῆ ἵππων, καὶ οὐκ ἦν ἀριθμὸς τῶν ἁρμάτων αὐτῶν" Ησαΐας
''ἐφ᾿ ἵππον οὐκ ἀναβησόμεθα'' Ωσηέ.
'' Οὐαὶ οἱ καταβαίνοντες εἰς Αἴγυπτον ἐπὶ βοήθειαν, οἱ ἐφ᾿ ἵπποις πεποιθότες καὶ ἐφ᾿ ἅρμασιν, ἔστι γὰρ πολλά, καὶ ἐφ᾿ ἵπποις, πλῆθος σφόδρα, καὶ οὐκ ἦσαν πεποιθότες ἐπὶ τὸν ἅγιον τοῦ Ἰσραὴλ καὶ τὸν Κύριον οὐκ ἐζήτησαν" Ησαΐας
''Ψευδὴς ἵππος εἰς σωτηρίαν, ἐν δὲ πλήθει δυνάμεως αὐτοῦ οὐ σωθήσεται'' Δαβίδ.
Κάθε φορά που χρησιμοποιούσαν Ιππικό και καυχόταν σε αυτό έχαναν την μάχη.
Αλλά και ο απλός λαός στην καθημερινότητα του αμελούσε αυτή την εντολή ''και επλήθυναν εις εαυτούς ίππους'' όπως κάνουμε και εμείς σήμερα Κλήρος και Λαός για Επίδειξη, Εγωϊσμό και Ανταγωνισμό με τους Ίππους των αυτοκινήτων μας.
Ξεχασμένη από πολλούς λοιπόν αυτή η εντολή, αλλά όχι από τον Νομοθέτη Της.
Τους την θύμισε την ημέρα που θα έπρεπε κανονικά να εισέρχεται στα Ιεροσόλυμα καβάλα σε ένα δυνατό άλογο με Δόξα και Δύναμη ως Βασιλιάς.
Και αντί να Τον δουν έτσι, τον είδαν πάνω ''σε πωλάριον όνου'' σε ένα γαϊδουράκι ''επί του οποίου ουδείς άνθρωπος εκάθισε ποτέ'' να εισέρχεται Ταπεινός και Πράος ο Αιώνιος Βασιλεύς της Δόξης.
Θαυμαστά πράγματα.
Ο Χριστός κάνει Υπακοή και σε αυτή την ξεχασμένη και ελάχιστη Εντολή του Νόμου, αλλά και το γαϊδουράκι κάνει και αυτό την δική του Υπακοή.
Άνθρωπος δεν είχε καθίσει ποτέ πάνω του και έπρεπε λογικά στον πρώτο αναβάτη να κλωτσά και να χτυπιέται. Τίποτα από όλα αυτά δεν έγινε, αν και ήταν τόσος όχλος και φωνές γύρω του.
Κάνει Υπακοή και μας την διδάσκει και μας ελέγχει όλους μας είκοσι αιώνες τώρα, αυτό το ζώο που εμείς δεν το έχουμε και σε μεγάλη εκτίμηση.
Η Υπακοή λοιπόν η δική μας στο Θεό, γεννά Υπακοή όχι μόνο στους γύρω μας, αλλά και σε ολόκληρη την Κτίση. Πόσους Αγίους έχουμε δει να διατάζουν άγρια και σαρκοφάγα ζώα και αυτά να υπακούνε αμέσως.
Ζητωκραυγάζει ο όχλος για τον Νέο Βασιλιά, αλλά Αυτός τους προσπερνά γιατί γνωρίζει την επιπόλαια καρδιά τους. Γνωρίζει ότι σε πέντε μέρες θα φωνάζουν αυτοί οι ίδιοι πάλι ''Άρον, άρον σταύρωσον Αυτόν''.
Ο Νους Του είναι στους Μαθητές Του, στους Δικούς Του, γι΄αυτό όταν οι Φαρισαίοι του είπαν ''Επίπλεξε τους Μαθητές Σου να σταματήσουν να φωνάζουν Ευλογημένος ο Ερχόμενος Βασιλεύς εν Ονόματι Κυρίου'' Αυτός τους απάντησε ''Σας λέγω ότι αν αυτοί σταματήσουν, θα κράξουν οι λίθοι''. Και πραγματικά έκραξαν και ακόμη κράζουν για τους αμετανόητους Εβραίους.
Πέντε μέρες μετά όταν Αυτός ξεψυχούσε πάνω στο Σταυρό, έκραξε η Γη από δυνατό σεισμό και οι πέτρες εσχίσθησαν.
Επτά μέρες μετά έκραξε η τεράστια πέτρα που έκλεινε τον Τάφο. Κύλισε και αναμέρισε στη Θέα του Αναστημένου Ιησού.
Έκραξαν όλες εκείνες οι τεράστιες πέτρες του Ναού και όλης της Ιερουσαλήμ τριάντα επτά χρόνια μετά, όταν με μίσος και μανία οι Ρωμαίοι τις γκρέμιζαν και ισοπέδωναν τα πάντα και σκόρπιζαν τους Εβραίους σε όλη τη γη.
Σαν να τους έλεγαν οι Πέτρες ''Ποιόν Παραδώσατε, Ποιόν Σταυρώσατε, Ποιόν Αρνηθήκατε;''
Και αυτή η Μεγάλη Βοή μένει ακόμη πάνω σε όλη τη Γη και ρωτάει και εμάς καθημερινά: ''Ποιόν Αρνείστε και Περιφρονείτε; Ποιόν Βρίζετε και Συκοφαντείτε;
Αυτόν που σας έπλασε και σας έφερε στη ζωή; Αυτόν που από την Άπειρη Αγάπη Του, Σταυρώθηκε και Πέθανε για εσάς για να σας χαρίσει Αιώνια Ζωή; Αυτόν που θα έλθει με Δόξα και Τιμή για να Κρίνει Ζώντες και Νεκρούς;''
''Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου''.

https://proskynitis.blogspot.com/

Πώς φαντάζεσαι τον Χριστό;




Του π. Δημητρίου Μπόκου
Η πορεία του Χριστού προς το εκούσιον Πάθος αρχίζει. Ο Κύριος εισέρχεται στην αγία πόλη επί πώλου όνου καθεζόμενος και επευφημούμενος ως βασιλεύς. Δεν συμπεριφέρεται όμως ακριβώς όπως οι επίγειοι θριαμβευτές βασιλείς. Στην πραγματικότητα ο Χριστός έρχεται από τη δόξα στην ταπείνωση. «Ο άνω συν Πατρί και Πνεύματι αγγέλων δεχόμενος τον ύμνον, πτωχεύει ξένως κάτω και παίδων αίνον δέχεται». Γίνεται πτωχός στη γη με τρόπο παράδοξο και αταίριαστο στη θεία του μεγαλειότητα (Κυριακή των Βαΐων).
Με την είσοδό του αυτή εκπληρώνει τα γεγραμμένα περί αυτού. Είναι όντως ο καιρός να φανερωθεί ως Μεσσίας. Ότι είναι ο Σωτήρας, ο εκλεκτός του Θεού. Δείχνει ότι είναι όντως ο βασιλεύς που αναγγέλλουν οι προφήτες: «Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών, …ιδού ο Βασιλεύς σου έρχεταί σοι, δίκαιος και σώζων αυτός, πραΰς και επιβεβηκώς επί υποζύγιον και πώλον νέον» (Ζαχ. 9, 9).
Η βασιλεία του όμως «ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου». Είναι ο ερχόμενος, αλλά όχι ακριβώς ο αναμενόμενος από τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και το πλήθος που αρχικά τον επευφημεί, σιγά-σιγά φυλλορροεί. Απογοητεύεται. Αλλιώς τον περίμεναν. Οι προσδοκίες τους δεν επαληθεύονται. Σβήνουν με την άρνησή του (αδυναμία του και αποτυχία του κατ’ αυτούς) να κατεβεί από τον Σταυρό.
Η πορεία του Χριστού δεν είναι θριαμβική, κατά τη συνήθη ανθρώπινη άποψη, αλλά καθοδική. Μετριάζει τη δόξα του, αντί να την επιζητεί, έρχεται στα δικά μας μέτρα. Κατεβαίνει από το υπέρτατο μεγαλείο του όλο και πιο χαμηλά, καταντάει στην άκρα ταπείνωση, γίνεται μικρός σε τέτοιο βαθμό, που δεν θα μπορέσει ποτέ να τον φτάσει κανένας άνθρωπος. Αποδοκιμάζει τους μαθητές του που ζητούν αξιώματα, ονομάζει σατανά τον Πέτρο, που τον προτρέπει να ζήσει για τον εαυτό του, αποτρέποντάς τον από τον σταθερό, αταλάντευτο σκοπό του να πεθάνει για τη σωτηρία του κόσμου.
Διδάσκει έργω και λόγω, ότι μόνο έτσι υψώνεται ο άνθρωπος, ότι γίνεται πρώτος και μέγας, μόνο αν ακολουθεί την υψοποιό ταπείνωση. Όταν αδειάζει εντελώς από καθετί δικό του και προσπαθεί να ζει για τους άλλους ξεχνώντας σκανδαλωδώς τον εαυτό του.
Όμως η Μεγάλη Εβδομάδα είναι πορεία θριάμβου για τον Χριστό, επειδή, χάριν του ανθρώπου, κάνει ακριβώς το αδιανόητο. Απαρνείται τη δύναμή του, το ανυπέρβλητο ύψος του. Ο πανίσχυρος Θεός θεάται ως ο πιο αδύναμος άνθρωπος. Η ατίμωση, το Πάθος, ο Σταυρός, η ταφή, η εις Άδου κάθοδος, γίνονται η υπέρλαμπρη δόξα του.
Αλλά και το υπέρτατο σκάνδαλο για όσους τον περίμεναν αλλιώς.
Και το ερώτημα παραμένει διαχρονικά: Εσύ πώς θα τον ήθελες τον Χριστό;

https://www.nyxthimeron.com/

"Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος". Θεολογικό σχόλιο στο περιεχόμενο και το νόημα της Κυριακής των Βαΐων



Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Καθηγητού 
Μετά την θαυμαστή ανάσταση του Λαζάρου οι ευσεβείς αδελφές του παρέθεσαν στον Κύριο και τους μαθητές Του μεγάλο και λαμπρό δείπνο για να ευχαριστήσουν τον Μεγάλο Ευεργέτη τους. Η Μάρθα φρόντιζε να μη λείψει τίποτε από το πλούσιο τραπέζι. Μαζί τους καθόταν και ο Λάζαρος. Η Μαρία, κατά τη διάρκεια του δείπνου, πήρε ένα πολύτιμο δοχείο γεμάτο πανάκριβο μύρο και άρχισε να πλένει με αυτό τα πόδια του Χριστού. Κατόπιν ξέπλεξε τα πλούσια μαλλιά της και μ’ αυτά σκούπισε τα πόδια του Λυτρωτή. Η ευώδης οσμή του μύρου γέμισε την οικία. Το γεγονός αυτό δημιούργησε αισθήματα εκπλήξεως στους παραβρισκόμενους. Ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, ο μελλοντικός προδότης του Κυρίου είπε: «Διατί τούτο το μύρον ουκ επράθη τριακοσίων δηναρίων και εδόθη τοις πτωχοίς;». Και σχολιάζει ο ιερός ευαγγελιστής: «είπε δε τούτο ουχ ότι περί των πτωχών έμελεν αυτώ, αλλ' ότι κλέπτης ην, και το γλωσσόκομον είχε και τα βαλλόμενα εβάσταζεν» (Ιωάν. 12,6). 
      Ο άνθρωπος της ανομίας, απόλυτα υπόδουλος στα ταπεινά του πάθη, έμεινε εντελώς ανέγγιχτος από την τρίχρονη παρουσία του θείου Διδασκάλου του. Η ωφελιμιστική υλιστική σκοτοδίνη του, τον κρατούσε δέσμιο του πάθους της φιλαργυρίας. Αυτό το πάθος θα τον οδηγήσει, κατόπιν, σε λίγες ημέρες στην προδοσία του Δασκάλου του και στον προσωπικό του τραγικό αφανισμό. Το όνομά του θα γίνει στους αιώνες συνώνυμο της προδοσίας.
      Ο Κύριος με προφανή λεπτότητα αντιπαρήλθε την πρόκληση του Ιούδα και είπε: «Άφες αυτήν, εις την ημέραν του ενταφιασμού μου τετήρηκεν αυτό. Τους πτωχούς γαρ πάντοτε έχετε μεθ’ εαυτών, εμέ δε ου πάντοτε έχετε» (Ιωάν. 12,7-8). Φυσικά τα λόγια αυτά ήταν ακατανόητα για τους μαθητές Του, διότι, προσκολλημένοι ακόμη στην εθνικιστική ιουδαϊκή περί Μεσσία αντίληψη, πίστευαν σε μια λαμπρή προέλαση προς την Ιερουσαλήμ, προκειμένου να πάρουν την εξουσία και να απελευθερώσουν το έθνος από τον ξένο δυνάστη.
       Την ίδια ώρα κατέφθασε στην οικία του δείπνου όχλος πολύς από τους Ιουδαίους, οι οποίοι ήθελαν να δουν τον θαυμαστό ραβίνο που ανάστησε το Λάζαρο. Ήθελαν επίσης να δουν με τα ίδια τους τα μάτια τον αναστημένο. Ταυτόχρονα οι αρχιερείς και οι άρχοντες του Ιουδαϊκού λαού έκαναν συμβούλιο και συζητούσαν το ενδεχόμενο να φονεύσουν τον Λάζαρο, διότι διαπίστωναν με ανησυχία ότι πολλοί άνθρωποι είχαν πιστέψει στην θεϊκή δύναμη του Ιησού, εξαιτίας του εξαίσιου θαύματος! Ήδη είχε αποφασισθεί η θανάτωση του Κυρίου (Ιωάν. 11,47-57) και ο προδότης μαθητής βρισκόταν σε επικοινωνία με το ιουδαϊκό ιερατείο (Ιωάν. 12,3-8, Ματθ. 26,14-16) για την παράδοση του Διδασκάλου του.
        Την άλλη μέρα ο Χριστός μπήκε στην Ιερουσαλήμ με τους μαθητές του. Το μεγάλο νέο της ανάστασης του Λαζάρου είχε φτάσει από τη Βηθανία στην αγία πόλη και δημιούργησε αισθήματα ενθουσιασμού και ευφορίας στο λαό.  Λόγω δε της επικείμενης εορτής του Πάσχα είχαν συρρεύσει εκεί πολλοί ξένοι προσκυνητές. Όταν πληροφορήθηκαν οι όχλοι την άφιξη του ανθρώπου που ανάστησε το Λάζαρο, πήραν στα χέρια κλαδιά φοινίκων και βγήκε στους δρόμους για να Τον προϋπαντήσουν τραγουδώντας τον νικητήριο παιάνα: «Ωσαννά. Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, ο βασιλεύς του Ισραήλ» (Ιωάν.12,13). Κάποιοι έστρωναν τα ενδύματά τους στο δρόμο για να περάσει ο μεγάλος θριαμβευτής. Η σκηνή αυτή ήταν συνηθισμένη στους χρόνους εκείνους. Οι νικητές βασιλείς έμπαιναν τροπαιούχοι στις πόλεις, αποθεωμένοι από τα πλήθη. 
       Ο Κύριος καθισμένος πάνω σε πουλάρι όνου έμπαινε ήσυχα, ατάραχος και αδιαφορώντας για τους πανηγυρισμούς, στην αγία πόλη, εκπληρώνοντας την προφητεία του Ζαχαρίου: «Χαίρε σφόδρα θύγατερ Σιών, ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι δίκαιος και σώζων αυτός πραϋς και επιβεβηκώς επί υπόζυγιον και πώλον νέον» (Ζαχ. 9,9). Ο κόσμος επισημαίνει ο ιερός ευαγγελιστής ομολογούσε ότι «τον Λάζαρον εφώνησεν εκ του μνημείου και ήγειρεν αυτόν εκ νεκρών. Δια τούτο και ηπήντησεν αυτώ ο όχλος, ότι ήκουσαν τούτο αυτόν πεποιηκέναι το σημείον» (Ιωάν. 12,17-18). Αντίθετα με τους ενθουσιασμούς του πλήθους, οι Φαρισαίοι με εμφανή ανησυχία και μίσος  είπαν μεταξύ τους: «θεωρείτε ότι ουκ ωφελείτε ουδεν; Ίδε ο κόσμος οπίσω αυτού απήλθεν» (Ιωάν. 12,19).
      Η είσοδος του Κυρίου στα Ιεροσόλυμα είναι η τελευταία σκηνή του δραματικού έργου της επί γης ζωής Του. Μπήκε ταπεινά επάνω στο ονάριο, παρ’ όλο ότι ο όχλος τον ζητωκραύγαζε και συμπεριφερόταν ως να είχε μπροστά του κάποιο εγκόσμιο βασιλιά, ο οποίος μπαίνει θριαμβευτής στην πρωτεύουσα του βασιλείου του. Γνωρίζει πολύ καλά πως οι ιαχές και οι πανηγυρισμοί των όχλων είναι πρόσκαιρες και λαθεμένες εκδηλώσεις. Όλοι αυτοί οι ενθουσιώδεις άνθρωποι οι οποίοι τον αποθέωναν, εκδήλωναν εκείνη τη στιγμή την μικρο- εθνικιστική τους αντίληψη για Εκείνον. Τα κίνητρά τους ήταν ιδιοτελή και φτηνά. Η απουσία πνευματικότητας ήταν διάχυτη σ’ αυτούς.
       Γνώριζε επίσης ο Κύριος ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι, οι οποίοι τον δόξαζαν με την είσοδό Του στην Ιερουσαλήμ, θα είναι οι ίδιοι, οι οποίοι θα φωνάζουν πέντε ημέρες μετά κάτω από το πραιτώριο και θα απαιτούν από τον εκπρόσωπο του Ρωμαίου δυνάστη τους «σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν» (Λουκ. 23:22)!
       Για μας τους πιστούς η είσοδος του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ αποτελεί την απαρχή της εκούσιας πορείας Του για το θείο Πάθος. Εορτάζουμε την ημέρα αυτή με ανάκατα αισθήματα χαράς και λύπης. Γιορτάζουμε με αισθήματα χαράς, διότι ο Λυτρωτής μας Χριστός οδεύει προς τα σωτήρια παθήματα για την δική μας σωτηρία. Γιορτάζουμε με αισθήματα λύπης, διότι ο Κύριός μας θα υποστεί για χάρη μας, και εξαιτίας της δικής μας κακουργίας, τα επώδυνα παθήματα και θα υποφέρει και θα πονέσει ως άνθρωπος. Θα ανέβει στον Γολγοθά, θα πεθάνει ως κακούργος και θα ταφεί ως κοινός θνητός. Σε ανάμνηση της μεγαλειώδους και θριαμβευτικής εισόδου του Κυρίου μας στην αγία πόλη, κρατάμε και εμείς κατά την αγία αυτή ημέρα κλάδους δάφνης, υποδεχόμενοι τον Κύριο ως νικητή και θριαμβευτή βασιλέα, όχι βέβαια κοσμικό, όπως τον περίμεναν οι Ιουδαίοι, αλλά ως αιώνιο πνευματικό άνακτα. 

https://www.nyxthimeron.com/

Βαΐα ή καρφιά;



Γράφει ο π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ
Κατά την Κυριακή των Βαΐων η Εκκλησία καλεί όλους μας να σταθούμε με προσοχή και ευλάβεια μπροστά σ’ ένα σπουδαίο γεγονός: την θριαμβευτική είσοδο του Ιησού Χριστού στα Ιεροσόλυμα. Ένας βασιλιάς έρχεται, αλλά όχι όπως ο κόσμος γνωρίζει τους βασιλιάδες. Δεν συνοδεύεται ή φυλάσσεται από άρματα, φρουρές, θόρυβο και επιβλητικότητα. Καβαλάει ένα ταπεινό ζώο, ένα πουλάρι, δέχεται μάλιστα τις επευφημίες του λαού με σιωπή και πραότητα. «Ιδού, ο βασιλιάς σου έρχεται σε σένα, πράος και καθισμένος πάνω σε όνο», γράφει ο ευαγγελιστής Ματθαίος (21,5), θυμίζοντας την προφητεία του Ζαχαρία, ειπωμένη πέντε περίπου αιώνες προτού συμβούν τα γεγονότα: «Χαῖρε σφόδρα, θύγατερ Σιών· κήρυσσε, θύγατερ ῾Ιερουσαλήμ· ἰδοὺ ὁ βασιλεὺς σου ἔρχεταί σοι, δίκαιος καὶ σῴζων αὐτός, πραΰς καὶ ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ ὑποζύγιον καὶ πῶλον νέον» (Ζαχ. 9,9).
Ο λαός ξεσπά σε πανηγυρισμούς και ιαχές. Κρατούν βαΐα των φοινίκων και κλάδους των δέντρων, στρώνουν τα ιμάτιά τους στον δρόμο, κραυγάζοντας «Ωσαννά», «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Υποδέχονται τον Χριστό σαν βασιλιά. Μα η χαρά αυτή είναι επιφανειακή, διότι λίγες μέρες αργότερα, πολλοί από αυτούς τους ίδιους ανθρώπους θα κραυγάσουν, τυφλωμένοι από μίσος και κακία: «Άρον άρον, σταύρωσον αυτόν»... Η ίδια πόλη που τον χειροκρότησε, θα τον εξευτελίσει... Οι ίδιοι άνθρωποι που ευεργετήθηκαν ιαματικά από Αυτόν, θα τον καταδικάσουν... Γιατί; Διότι δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες τους... Δεν ήταν ο Μεσσίας που θα ανέτρεπε τη ρωμαϊκή κυριαρχία με πολεμικό τρόπο, αλλά ο Λυτρωτής της ψυχής, που ήρθε να θεραπεύσει όχι τόσο την εξωτερική σκλαβιά, αλλά την εσωτερική αλλοτρίωση του ανθρώπου, τρισχειρότερη από την πρώτη.
Ο Ιησούς ουδόλως ζητά χειροκροτήματα. Ζητά καρδιά καθαρή. Ζητά βάθος αισθημάτων, όχι ενθουσιασμό που ξεθυμαίνει. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος γράφει: «Ο Χριστός δεν μπαίνει στην πόλη σαν κοσμικός βασιλιάς, αλλά σαν ποιμένας ταπεινός, πάνω σε φτωχό ζώο, για να μας δείξει πως αγαπά την ταπείνωση» (PG 58, 628).
Η σημερινή μέρα επιχειρεί να μας πείσει να λάβουμε την σωστότερη απόφαση για την πνευματική ζωή μας: Ποια είναι η θέση μας απέναντι στον Χριστό; Είμαστε όχλος, που ενθουσιάζεται για λίγο, ή είμαστε πιστοί μαθητές, που τον ακολουθούμε μέχρι τον Γολγοθά και τον Τάφο; Τα βαΐα που κρατάμε στα χέρια μας είναι βέβαια σύμβολο νίκης, αλλά μιας νίκης που περνά μες από την εμπειρία του Σταυρού. Όπως ψάλλει η Εκκλησία: «Τοὺς νικητήριους ὕμνους, ἐκ τῶν κλάδων κρατοῦντες, σοὶ τῷ Νικητῇ τοῦ θανάτου ἀναμέλπομεν».
Η Μεγάλη Εβδομάδα που ξεκινά σήμερα είναι πρόσκληση σε πορεία. Πέρα και πάνω από μια δραματική αναπαράσταση ιστορικών γεγονότων, αποτελεί μιαν αληθινή πρόσκληση σε συμμετοχή: Να συμπορευτούμε με τον Χριστό, να γίνουμε συνοδίτες στο πάθος Του, να συσταυρώσουμε πλάι Του τα ημέτερα πάθη και λάθη και να συναναστηθούμε μαζί Του συνδοξαζόμενοι, την ημέρα της Λαμπρής! Διότι μόνον εκείνος που βαδίζει τον δρόμο του Πάθους, γεύεται αληθινά τη χαρά της Ανάστασης!
Στην Αποκάλυψη, ο Χριστός λέει: «Ιδού, στέκομαι στην πόρτα και χτυπώ· αν κάποιος με ακούσει και ανοίξει, θα μπω και θα δειπνήσω μαζί του» (Αποκ. 3,20). Τον ακούτε; Ήδη χτυπά την πόρτα μας! Ας του ανοίξουμε! Όχι μόνο για όσο κρατάει η γιορτή, όχι από συνήθεια ή φόβο, αλλά με φρόνημα ταπεινό, ειλικρίνεια και μετάνοια. Ας κάνουμε την καρδιά μας νέα Ιερουσαλήμ, ώστε να καταστεί φιλικός τόπος κατοικίας του Βασιλέως της Δόξης. Κάθε καρδιά κι ένα ανάκτορο του Σωτήρα και Λυτρωτή μας!
Καλή Μεγάλη Εβδομάδα σε όλους, με Χριστό στην καρδιά και την Ανάσταση Του στο τέλος των ημερών! Γένοιτο!

https://www.nyxthimeron.com/

«Ιδού αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα»




Γράφει ο π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ
Σε λίγες ώρες φτάνουμε στην τελική ευθεία ενός μακρότατου κι επώδυνου μαραθωνίου. Μπαίνουμε στις Μεγάλες Ημέρες των Παθών. Η εβδομάδα που μάς έρχεται θα είναι μια περίοδος συνταρακτικών γεγονότων. Ημέρες πολλών δακρύων, αγωνίας και οδυρμών, επειδή «ο υιός του ανθρώπου παραδίδοται εις χείρας ανθρώπων και αποκτενούσιν αυτόν».
Τι τραγικότατη ειρωνεία... Ο ίδιος ο Θεός κάνει μια πρωτοφανή και ανεπανάληπτη κίνηση Αγάπης προς τον άνθρωπο: Προσφέρεται. Καθίσταται ο ίδιος σφάγιο, εξαγοράζοντάς μας έτσι από την κατάρα.
Αλλά ο άνθρωπος, χάριν του οποίου συμβαίνει η συγκλονιστική κάθοδος αυτή του Ουρανού στη Γη, αυτός ο ίδιος ο άνθρωπος θα Τον συλλάβει, θα Τον δικάσει, θα Τον καταδικάσει, θα Τον χλευάσει, θα τον φτύσει, θα Τον μαστιγώσει, θα τον φορτώσει με το ξύλο του Σταυρού και θα Τον καρφώσει εκεί πάνω χωρίς ίχνος οίκτου. 
Μεγαλύτερη δικαστική πλάνη δεν γνώρισαν οι αιώνες άλλη, απ’ αυτήν του Ιησού… Στυγνότερο έγκλημα δεν έγινε άλλο… Ο άνθρωπος, τυφλωμένος από τον άκρατο εγωισμό του, ο οποίος μάλιστα τον είχε απομακρύνει από τον Θεό Δημιουργό του, παραδομένος στα πάθη και στην αποστασία, δεν διάκρινε, ότι επάνω στον Σταυρό είχε καρφώσει, όχι οποιονδήποτε άνθρωπο καταδικασμένον, αλλά την ίδια την πηγή της Ζωής, την αυτοΑγάπη, την Ελευθερία. 
Η Μεγάλη Εβδομάδα μάς παρέχει την δυνατότητα ν’ απαρνηθούμε το βεβαρημένο παρελθόν μας, το οποίο μας κληροδοτήθηκε από τους δήμιους του Χριστού. Μας παρέχει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία ν’ αποδείξουμε, ότι δεν είμαστε εμείς ο Ιούδας, που θα Τον φιλήσουμε, παραδίδοντάς Τον στον θάνατο, ότι δεν είμαστε εμείς οι Σταυρωτές εκείνοι, που θα Τού μπήξουμε τα καρφιά στο άχραντο Σώμα… 
Οι μέρες αυτές έχουν σκοπό να δώσουν ερεθίσματα επανεπικοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό, ώστε να κάνουμε επιτέλους κι εμείς μιαν άλλη κίνηση αντίρροπη από εκείνη του Χριστού: Τη σωτήρια κίνηση, που θα μας φέρει σε καταλλαγή μαζί Του. Το βήμα της επιστροφής. 
Αυτές οι μέρες είναι μέρες βαθύτατου πένθους για τους Χριστιανούς… Πραγματικά… Πενθούμε. Όχι βέβαια για το ότι πάσχει ο Χριστός. Εκείνος εντός ολίγου, «τριήμερος», θ’ αναστηθεί. Άρα, δεν έχει ανάγκη θρήνων και κοπετών. Πενθούμε και μαυροφορούμε για την δική μας παρακοή, την προσωπική τού καθενός μας έκπτωση, τις δικές μας ενοχές. Συναισθανόμαστε, ότι εμείς Τον έχουμε σταυρώσει. Αγωνιούμε, μήπως κατά την ώρα τη μεγαλειώδη εκείνη της Ανάστασης, εμείς παραμείνουμε ακόμη νεκροί στον τάφο. 
Η καθεμιά από τις Μεγάλες Ημέρες που έρχονται, απευθύνει μηνύματα και προκλητικές προσκλήσεις στον καθένα μας. Μας καλούν να γίνουμε συνοδοιπόροι του Χριστού στο Πάθος. Εκείνοι που θα Τον υπερασπίσουμε στο κριτήριο, εκείνοι που θα συμπορευτούμε πλάι Του στον τραχύ ανήφορο του Γολγοθά, σφουγγίζοντάς Του τον ιδρώτα, το αίμα και τον πόνο, εκείνοι που θα Τον ξεκουράσουμε, φορτωνόμενοι έστω και για λίγο το ξύλο του Σταυρού και πάνω εκεί θα συσταυρώσουμε και θα νεκρώσουμε τις κακίες μας όλες και γενικώς τον παλαιό, αρρωστημένο μας εαυτό. 
Καλούμαστε όλοι να σταυρωθούμε μαζί Του, για ν’ αναστηθούμε μαζί, γευόμενοι μετά δικαιωματικά τη γλυκύτητα του θριάμβου. Καλούμαστε όλοι να ζήσουμε το Σταυροαναστάσιμο Πάσχα, καθώς λέγεται στην εκκλησιαστική γλώσσα, το πέρασμα του ανθρώπου από τη φρικαλέα εμπειρία των Παθών και του Ενταφιασμού στην κοσμοχαρμόσυνη πραγματικότητα της Ανάστασης.

https://www.nyxthimeron.com/

Αγία Θεοδώρα Θεσσαλονίκης η Μυροβλύτισσα



Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου – Καθηγητού 
Στα αγιολόγια της Εκκλησίας μας υπάρχουν άγιοι οι οποίοι αγίασαν ομού με μέλη των βιολογικών τους οικογενειών. Μια τέτοια αγία είναι και η οσία Θεοδώρα η εν Θεσσαλονίκη, η οποία μόνασε και αγίασε με την κόρη της Θεοπίστη. Οι δύο αυτές οσιακές μορφές λαμπρύνουν το πλούσιο αγιολογικό μωσαϊκό της Εκκλησίας των Θεσσαλονικέων. 
       Η αγία Θεοδώρα γεννήθηκε στην Αίγινα το 812 από ευσεβείς γονείς. Ο πατέρας της ήταν πρεσβύτερος. Δυστυχώς η μητέρα της πέθανε, λίγο μετά τον τοκετό της, γι’ αυτό αναγκάστηκε ο πατέρας της να τη δώσει για ανατροφή σε μια ευλαβή ανάδοχό του και εκείνος ασπάσθηκε, μετά τη χηρεία του, το μοναχικό βίο. Η Θεοδώρα ανατράφηκε με ευλάβεια, από την ευσεβή ανάδοχο κόρη, απέκτησε φόβο Θεού και στολίστηκε με σπάνιες αρετές. Επίσης ήταν στολισμένη και με σπάνιο σωματικό κάλλος.
     Όταν μεγάλωσε, η ευσεβής θετή μητέρα της την αρραβώνιασε με έναν νέο, περιζήτητο στο νησί. Όμως ένα τρομερό γεγονός της άλλαξε τη ζωή. Βάρβαροι Σαρακηνοί πειρατές εισέβαλλαν στην Αίγινα και λεηλάτησαν τους κατοίκους, σκοτώνοντας πολλούς. Μεταξύ αυτών και τον αδελφό. Έτσι αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη Θεσσαλονίκη, με τον μνηστήρα της, όπου θα ήταν πιο ασφαλείς. 
      Μετά από καιρό, όταν έφτασε σε ηλικία γάμου, παντρεύτηκαν και έφεραν στον κόσμο μια κόρη, τη Θεοπίστη και στη συνέχεια άλλα δύο παιδιά τα οποία πέθαναν σε βρεφική ηλικία. Ο χαμός των παιδιών τους τους γέμισε θλίψη, αλλά η ευσεβής Θεοδώρα δεν καταβλήθηκε. Έχοντας μεγάλη πίστη και ηρωικό φρόνημα, στήριζε το σύζυγό της. Μάλιστα του πρότεινε να αφιερώσουν την τότε εξάχρονη κόρη τους, την στο Θεό. Όντως την αφιέρωσαν στην Ιερά Μονή Αγίου Λουκά. 
      Ύστερα από καιρό ένα άλλο δυσάρεστο πλήγμα δέχτηκε η Θεοδώρα. Ο σύζυγός της ασθένησε και πέθανε. Όντας 25 ετών, πήρε την απόφαση να ενδυθεί το μοναχικό σχήμα. Πήγε στην Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου, στην πόλη της Θεσσαλονίκης, όπου ήταν ηγουμένη μια συγγένισσά της, ονόματι Άννα, ζητώντας την να την δεχτεί στη Μονή. Η ηγουμένη ήταν εγνωσμένης αγιότητας και είχε αναδειχθεί ομολογητής και είχε βασανισθεί, ως υπέρμαχος των Ιερών Εικόνων (βρισκόμαστε στην εποχή της εικονομαχίας). Όταν αντίκρισε τη νεαρή χήρα εξέφρασε τους δισταγμούς της, φοβούμενη πως κάποια στιγμή θα μετάνιωνε για την απόφασή της και θα εγκατέλειπε το μοναχικό βίο. Αλλά, μπροστά στις θερμές παρακλήσεις της Θεοδώρας ενέδωσε, τη δέχτηκε και την ενέταξε στην αδελφότητα της Μονής, υποβάλλοντάς την σε διάφορες δοκιμασίες για να πεισθεί για την ακλόνητη απόφασή της.
      Η Θεοδώρα επέδειξε πρωτοφανή ζήλο και υπακοή. Εκτελούσε με προθυμία κάθε διακόνημα, όσο ταπεινό και κοπιαστικό ήταν. Καλλιεργούσε σχέσεις αγάπης με την υπόλοιπη αδελφότητα και καταγίνονταν στον προσωπικό πνευματικό της αγώνα. Νήστευε, αγρυπνούσε, μελετούσε πνευματικά και ψυχωφελή βιβλία και συμμετείχε στα Ιερά Μυστήρια με ευλάβεια και ταπείνωση. Εξομολογούνταν ανελλιπώς για να αποκρούει τους πειρασμούς του διαβόλου, ο οποίος  πάσχισε, με δόλιους λογισμούς να την αποσπάσει από τον πνευματικό της αγώνα και να την απομακρύνει από τη Μονή, να την επαναφέρει ξανά στον κόσμο. Όμως εκείνη έμεινε εδραία στην απόφασή της. Είχε αποκτήσει σε μεγάλο βαθμό την αρετή της ταπεινοφροσύνης, θεωρώντας τον εαυτό της ως τον πλέον αμαρτωλό άνθρωπο του κόσμου. Συχνά εξέφραζε την γνώμη της ότι ήταν η πιο άχρηστη μοναχή στη Μονή. Στοχαζόταν τις τιμωρίες της κολάσεως και έκλαιε πικρά για τα δεινά που την περίμεναν! 
      Μετά από χρόνια, όταν είχε κοιμηθεί η ηγουμένη της Μονής Αγίου Λουκά, η οποία είχε δεχθεί την κόρη της Θεοπίστη και εκείνη πήρε την απόφαση να πάει να μονάσει μαζί με τη μητέρα της τη Θεοδώρα. Έτσι ζήτησε να τη δεχτούν στη Μονή Αγίου Στεφάνου. Η ηγουμένη τη δέχτηκε και μάλιστα την έβαλε να συγκατοικεί στο ίδιο κελί με την κατά σάρκα μητέρα της.     
       Μητέρα και κόρη, ως πνευματικές αδελφές πια, μοιραζόταν την προσευχή και την άσκηση και ζούσαν αγγελικό βίο. Αλλά ο διάβολος, ο οποίος μισεί θανάσιμα τους ανθρώπους που προκόβουν πνευματικά, θέλησε να τις προσβάλει, ξύπνησε μέσα στην ψυχή της Θεοδώρας το μητρικό ένστικτο, το οποίο επισκίασε την πνευματική τους σχέση. Αυτό το παρατήρησε η ηγουμένη και ανησύχησε. Μάλιστα κάποια μέρα βρήκε τη Θεοδώρα να φροντίζει τα ενδύματα της κόρης της, τη ρώτησε: «Θεοδώρα, τίνος είναι το κορίτσι αυτό;».  Την επέπληξε και της υπενθύμισε το λόγο του Κυρίου πως «ό φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ έμέ ουκ έστι μον άξιος και ό φιλών υίόν η θυγατέρα υπέρ έμέ ουκ έστι μου άξιος» (Ματθ.10,37). Για να τις προφυλάξει τις χώρισε και τους απαγόρευσε να έχουν καμιά συναναστροφή. Εκείνες υπάκουσαν και για δεκαπέντε χρόνια δεν αντάλλαξαν κουβέντα, αν και συζούσαν στην ίδια Μονή, εργάζονταν και γευμάτιζαν μαζί. 
      Αργότερα η Θεοδώρα ασθένησε βαριά και η ηγουμένη Άννα, κατόπιν παρακλήσεων των άλλων μοναζουσών, έδωσε την άδεια στην Θεοπίστη να συνομιλήσει μαζί της. Διαπίστωσαν πως πλέον είχε εκλείψει εντελώς η συγγενική σχέση τους και έβλεπε η μια την άλλη ως αδελφή εν Χριστώ, σαν τις άλλες μοναχές της αδελφότητας. 
       Η Θεοδώρα είχε φθάσει ήδη στο πεντηκοστό έκτο έτος της ηλικίας της και είχε ωριμάσει πνευματικά σε μεγάλο σημείο. Επίσης και η ηγουμένη Άννα είχε  φθάσει σε προχωρημένη ηλικία και έπασχε από γεροντική άνοια, μη μπορώντας πια να ασκήσει τη διακονία της ηγουμένης στη Μονή. Τότε ο αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης όρισε ως ηγουμένη της Μονής την Θεοπίστη. Η κατά σάρκα μητέρα της αξιώθηκε να γίνει υποτακτικός της κόρης της. Αυτό το δέχτηκε με μεγάλη χαρά και εκτελούσε με υπακοή και αγόγγυστα τις εντολές της. Μάλιστα η νέα ηγουμένη της ανέθεσε το δύσκολο διακόνημα, να γηροκομεί την άρρωστη πρώην ηγουμένη Άννα και να υπομένει με καρτερία και ηρεμία τις δυστροπίες της. 
       Μετά από δεκαεννέα χρόνια και όντας η Θεοδώρα εβδομήντα πέντε χρονών, απαλλάχτηκε από όλα τα διακονήματά της. Αυτό όμως τη στεναχώρησε και γι’ αυτό εξακολουθούσε κρυφά να υπηρετεί τις αδελφές. Κοιμήθηκε ειρηνικά το 892, αφού κάλεσε όλη την αδελφότητα να την αποχαιρετίσει και να ζητήσει συγχώρεση. Η ψυχή της φτερούγισε στον ουρανό και το γερασμένο και ρυτιδιασμένο πρόσωπό της έλαμψε σαν τον ήλιο και το δωμάτιο πληρώθηκε από ουράνια ευωδία. Το λάδι από το κανδήλι του τάφου της μεταβλήθηκε σε μύρο και ξεχείλιζε, χαρίζοντας ιάματα σε πλήθος ασθενών, όσοι χρίονταν από αυτό. Γι’ αυτό και της δόθηκε η προσωνυμία «Μυροβλύτισσα». Η περιώνυμη Θεσσαλονίκη αξιώθηκε να έχει δύο αγίους μυροβλύτες, τον Δημήτριο και τη Θεοδώρα. Το 893 έκαναν την εκταφή βρήκαν το ιερό σκήνωμά της άφθορο να ευωδιάζει. Το εναπέθεσαν σε πολύτιμη λάρνακα και μετονόμασαν την Ιερά Μονή Αγίου Στεφάνου, σε Ιερά Μονή Αγίας Θεοδώρας της Μυροβλύτισσας, η οποία έμελλε να καταστεί σημαντικό πνευματικό κέντρο. Σήμερα λειτουργεί ως ανδρική Μονή και στεγάζει το Κέντρο Αγιολογικών Μελετών της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης.  
     Στα 1430, όταν οι αλλόθρησκοι Οθωμανοί κυρίευσαν τη Θεσσαλονίκη, άνοιξαν τη λάρνακα της αγίας και κομμάτιασαν το σκήνωμά της. Οι Χριστιανοί μπόρεσαν να συναρμολογήσουν τα κομμάτια, προς προσκύνηση και αγιασμό των πιστών.
    Η μνήμη της τιμάται στις 5 Απριλίου και στις 3 Αυγούστου, ημέρα μετακομιδής του Ιερού Λειψάνου της και στις 29 Αυγούστου η μνήμη της αγίας Θεοπίστης.  
https://www.nyxthimeron.com/

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)



«Ὁ Κύριος ἐγγύς. Μηδέν μεριμνᾶτε» (Φιλ. 4, 6)
῾Η Κυριακή τῶν Βαΐων σηματοδοτεῖ τήν ἀπαρχή τῆς Μεγάλης ῾Εβδομάδος. ῾Ο Κύριος, λίγες ἡμέρες πρό τοῦ ἐπιγείου τέλους Του, ἔχει ἀναστήσει τόν ἀδελφικό φίλο του Λάζαρο καί δίνει μέ τόν θριαμβευτικό ἐρχομό Του στά ῾Ιεροσόλυμα «ἐπί πῶλον ὄνου» τή δυναμική τῆς νίκης κατά τοῦ θανάτου, κάτι πού θά σφραγιστεῖ μέ τή δική Του τριήμερη μετά τόν Σταυρό ᾽Ανάσταση. ῎Ετσι ἀπό τήν εἴσοδο ἤδη τῆς Μεγάλης ῾Εβδομάδος προβάλλεται ὁ χαρμολυπικός χαρακτήρας αὐτῆς: ἔρχονται τά γεγονότα τοῦ Πάθους μέ τή δραματική ἔντασή τους, μέσα ὅμως στό φῶς τῆς νίκης πού φέρνει ἡ ᾽Ανάσταση τοῦ Κυρίου. Τό ᾽Αποστολικό ἀνάγνωσμα  ἀπό τήν πρός Φιλιππησίους ἐπιστολή τοῦ ἀποστόλου Παύλου στοιχεῖ στή χαρμολυπική αὐτή λογική. Προβάλλει τήν ἐν Κυρίῳ χαρά καί εἰρήνη τοῦ πιστοῦ, τήν ὑπέρβαση τοῦ ἄγχους πού προκαλεῖ ὁ πεσμένος στήν ἁμαρτία κόσμος, τόν ἀπόλυτο προσανατολισμό τῆς σκέψεως τοῦ πιστοῦ στόν Κύριο καί τίς ἀρετές Του. Κι ὅλα αὐτά γιατί ἀκριβῶς «ὁ Κύριος ἐγγύς. Μηδέν (λοιπόν) μεριμνᾶτε». ῾Ο Κύριος εἶναι κοντά κι ὅπου νά ᾽ναι ἔρχεται. Γιά τίποτε νά μή σᾶς πιάνει ἄγχος.
1. ῾Η προτροπή τοῦ ἀποστόλου εἶναι ἡ πιό ἐπίκαιρη προτροπή. Γιατί χωρίς ὑπερβολή ἡ μεγαλύτερη ἀρρώστια τῆς ἐποχῆς μας, ἡ ὁποία ταλαιπωρεῖ σχεδόν ὅλους τούς ἀνθρώπους, καί τούς χριστιανούς, εἶναι τό ἄγχος,  αὐτό πού μπορεῖ νά καταστρέψει ὅλα τά πνευματικά ἀντισώματα τοῦ ἀνθρώπου καί νά τόν ὁδηγήσει στόν πνευματικό θάνατο, τήν ὁριστική ἀπομάκρυνσή του ἀπό τόν Θεό. Καί βεβαίως γιά τήν ἀρνητική αὐτή κατάσταση ὑπάρχουν πολλά δικαιολογητικά – τά ἀτομικά καί οἰκογενειακά προβλήματά του, τά ἐπαγγελματικά καί τά κοινωνικά, τά ἐθνικά καί τά παγκόσμια. ᾽Αλλά παρ᾽ ὅλα αὐτά! ῾Ο λόγος τοῦ Θεοῦ διά στόματος τοῦ ἀποστόλου εἶνα σαφής: «Μηδέν μεριμνᾶτε». Μήν ἔχετε ἄγχος γιά ὁτιδήποτε. Μήπως ὁ ἅγιος Παῦλος κινεῖται στό χῶρο τῆς οὐτοπίας; ᾽Ασφαλῶς ὄχι. Ξέρει τί ἀντιμετωπίζει ὁ ἄνθρωπος στήν καθημερινότητά του. ῾Ο ἴδιος ἄλλωστε «καθ᾽ ἡμέραν ἀπέθνησκεν» (Α´ Κορ. 15, 31), γι᾽ αὐτό καί παράλληλα μέ τήν προτροπή αὐτή θέτει καί τούς ὅρους ὑπερβάσεως τοῦ ἄγχους καί τῆς μέριμνας. 
2. ᾽Απαιτεῖται ὅμως μία διευκρίνηση. Τό «μηδέν μεριμνᾶτε» τοῦ ἀποστόλου δέν νοεῖται ὡς παντελής ἔλλειψη ἐνδιαφέροντος τοῦ ἀνθρώπου γιά τή ζωή του. Κάτι τέτοιο θά ἦταν σαφής ἄρνηση τῆς ζωῆς καί ἄρα καί τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ. ῾Ο Θεός μᾶς ἔδωσε νοῦ καί δυνάμεις γιά νά μποροῦμε νά φροντίζουμε τόν ἑαυτό μας, ὅπως καί αὐτούς πού ἐξαρτῶνται ἀπό ἐμᾶς. Τό «μηδέν μεριμνᾶτε» λοιπόν πρέπει νά νοηθεῖ ὡς ἀπομάκρυνση καί ἄρνηση τῆς ἀγωνιώδους μέριμνας, αὐτοῦ πού χαρακτηρίσαμε ὡς ἄγχος. Εἶναι τό ἴδιο πού εἶπε ὁ Κύριος: «μήν ἀγχώνεστε λέγοντας τί θά φᾶμε ἤ τί θά πιοῦμε ἤ τί θά ντυθοῦμε. Διότι ὅλα αὐτά τά ἐπιζητοῦν οἱ ἐκτός τῆς πίστεως ἄνθρωποι. Γνωρίζει ὀ Πατέρας σας ὁ Οὐράνιος ὅτι τά ἔχετε ἀνάγκη ὅλα αὐτά» (Ματθ. 6, 31-32). Ὁπότε καταδικάζεται ἐκείνη ἡ μέριμνα πού προϋποθέτει τήν ἔλλειψη ἐμπιστοσύνης τοῦ ἀνθρώπου στόν Θεό.
3. ῾Η ἀρνητική προτροπή τοῦ ἀποστόλου Παύλου συμπληρώνεται καί ἑρμηνεύεται. Νά μήν ἔχουμε ἄγχος, διότι ὡς χριστιανοί «σέ κάθε περίπτωση μέ τήν προσευχή καί τήν δέησή μας πού γίνεται μέ εὐχαριστία ἀναφέρουμε τά αἰτήματά μας πρός τόν Θεό». Γιά τή χριστιανική πίστη μας δηλαδή τό ἄγχος δέν ὑπερβαίνεται πρωτίστως μέ τά διάφορα ψυχοφάρμακα, μέ τήν ἀποκλειστική καταφυγή στόν ἰατρό, μέ τήν ἀποφυγή ἴσως τῶν διαφόρων εὐθυνῶν πού ἔχουμε ἀναλάβει στόν κόσμο τοῦτο. Τό ἄγχος ὑπερβαίνεται μέ τήν ἀναφορά μας διά τῆς προσευχῆς στόν Θεό.
Ποιός ὁ βαθύτερος λόγος τῆς ἀλήθειας αὐτῆς; «῾Ο Κύριος ἐγγύς». ῾Ο Κύριος εἶναι κοντά μας. Κι ἀφοῦ εἶναι κοντά μας, γιατί νά μεριμνοῦμε, γιατί νά ἔχουμε ἄγχος; ῞Οταν ἡ ᾽Εκκλησία μας ἔλεγε καί λέγει «ὁ Κύριος ἐγγύς» ἐννοεῖ δύο πράγματα: Πρῶτον, ὁ Κύριος εἶναι κοντά μας, διότι ὄχι μόνον εἶναι ὁ Δημιουργός μας, ἀλλά καί ὁ συντηρητής καί ὁ προνοητής τῆς ζωῆς μας. Εἶναι ᾽Εκεῖνος ἀπό τόν ῾Οποῖο ἐξαρτᾶται ἡ ζωή μας. «Αὐτός γάρ ἐστιν ὁ διδούς πᾶσι ζωήν καί πνοήν καί τά πάντα» (Πρ. ᾽Απ. 17, 25). Εἶναι μάλιστα περισσότερο κοντά μας ἀπό ὅ,τι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι στόν ἑαυτό μας. «῾Υμῶν δέ καί αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς πᾶσαι ἠριθμημέναι εἰσί» (Ματθ. 10, 30). ῎Αν μάλιστα σκεφτοῦμε ὅτι εἴμαστε μέλη Του καί συνεχῶς μᾶς προσφέρει «πρός βρῶσιν καί πόσιν» τό σῶμα καί τό αἷμα Του, καταλαβαίνουμε ὅτι εἴμαστε ἕνα μέ ᾽Εκεῖνον, «σύσσωμοι καί σύναιμοι Αὐτῷ», μέ προοπτική νά αὐξήσουμε στό ἀνώτερο δυνατό τή μεταξύ μας σχέση. Δεύτερον, εἶναι κοντά μας καί μέ μία ἄλλη ἔννοια: ὅτι ὅπου νά ᾽ναι ὁ Κύριος ξανάρχεται στήν Δευτέρα Παρουσία Του – μία προσμονή πού ἔκανε τούς πρώτους ἰδίως χριστιανούς νά ζοῦν ἁγία καί συνεπή ζωή, πέρα ἀπό ἄγχη καί ἀνασφάλειες. Κι ἡ προσμονή αὐτή βεβαίως πρέπει νά εἶναι προσμονή καί τῆς δικῆς μας ζωῆς. Διότι πράγματι, ἀφοῦ ὁ Κύριος ἦλθε στήν Πρώτη ἐπί γῆς παρουσία Του, εἶναι ἕτοιμος νά ξανάρθει ἀνά πᾶσα στιγμή. Βρισκόμαστε ἔτσι κι ἀλλιῶς μετά Χριστόν στά ἔσχατα τῶν καιρῶν.
4. ῎Ετσι ἡ αἴσθηση τῆς ἐγγύτητας τοῦ Κυρίου στήν ζωή μας ἀποτελεῖ τό ἰσχυρό ἀντίδοτο τῆς θανατηφόρας ἀρρώστιας τοῦ ἄγχους. Πού θά πεῖ: ἄν τό ἄγχος δέν ἀντιμετωπισθεῖ ὡς πνευματική ἀρνητική κατάσταση, δηλαδή μέσα στό πλαίσιο τῆς σχέσεως μέ τόν Θεό, δέν πρόκειται ποτέ νά ξεπεραστεῖ. Θά ἀποτελεῖ τήν μόνιμη ἀπειλή τῆς ψυχικῆς μας ἰσορροπίας καί ὑγείας. Κατά συνέπεια, στόν βαθμό πού δέν πιστεύουμε στόν Θεό ἤ στόν βαθμό πού ὀλιγοπιστοῦμε, βιώνουμε τόν θάνατο τοῦ ἄγχους μέσα μας. ᾽Από τήν ἄλλη: στόν βαθμό πού ἐμπιστευόμαστε τήν ὕπαρξή μας στόν Θεό, δηλαδή ἐπιρρίπτουμε τήν μέριμνά μας σέ Αὐτόν, κατά τόν λόγο τῆς Γραφῆς: «ἐπίρριψον ἐπί Κύριον τήν μέριμνάν σου καί Αὐτός σέ διαθρέψει», γαληνεύουμε καί εἰρηνεύουμε μέσα μας. Διότι αὐτό εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς μέ πίστη ἀναφορᾶς μας στόν Κύριο: «ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ, ἡ ὑπερέχουσα πάντα νοῦν». Ζοῦμε δηλαδή τήν ἴδια τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ στήν καρδιά μας, τοῦ χορηγοῦ τῆς ἀληθινῆς εἰρήνης.
5. Τί πρέπει λοιπόν νά κάνουμε, ὥστε μέ πίστη νά ἔχουμε τήν ἐξάρτησή μας ἀπό τόν Θεό; ῾Ο ἀπόστολος κι ἐδῶ μᾶς δίνει τήν λύση: νά προσέχουμε τούς λογισμούς μας καί τίς πράξεις μας. Νά λογιζόμαστε δηλαδή «ὅσα  ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα, εἴ τις ἀρετή καί εἴ τις ἔπαινος», μέ ἄλλα λόγια ὁ νοῦς κι ὁ λογισμός μας νά εἶναι στόν Κύριο ᾽Ιησοῦ Χριστό, διότι Αὐτός εἶναι ὅλα τά παραπάνω. Καί τί νά πράττουμε; «Ταῦτα πράσσετε, ὅσα ἐμάθετε καί παρελάβετε καί ἠκούσατε καί εἴδετε ἐν ἐμοί’. Κι ὅλα αὐτά πού ζοῦσε καί παρέδωσε ὀ ἀπόστολος ἦταν ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ. Ὁπότε, ὅταν προσπαθοῦμε νά σκεπτόμαστε τόν Χριστό καί νά προσαρμόζουμε τήν ζωή μας στή ζωή ᾽Εκείνου, νιώθουμε ἐκείνη τή χάρη πού μᾶς ἀνάγει στήν εἰρήνη τοῦ Θεοῦ καί μᾶς κάνει νά ὑπερβαίνουμε τά ἄγχη καί τίς ἀγωνιώδεις μέριμνες τῆς ζωῆς μας.
῾Η ᾽Εκκλησία μας μᾶς καλεῖ συνεχῶς, κατεξοχήν ὅμως στήν πιό ἱερή περίοδο τῆς ζωῆς της, τή Μεγάλη ῾Εβδομάδα, σέ μετοχή αὐτῆς τῆς πραγματικότητας. Δέν ἔχουμε παρά νά προσέλθουμε στό ἰατρεῖο της καί νά παραδοθοῦμε στά θεραπευτικά χέρια τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι τά χέρια πού ἁπλωμένα ἐπί τοῦ Σταυροῦ ἀγκάλιασαν τόν κόσμο ὅλο, προσφέροντάς του τή λύτρωση καί τήν ἀπόλυτη καί μοναδική ἀσφάλεια πού ὑπάρχει.

https://pgdorbas.blogspot.com/