Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

Με την βεβαιότητα της θείας φιλανθρωπίας




Ἡ σημερινὴ Ἀποστολικὴ περικοπὴ ἀποτελεῖ ἕναν παιᾶνα νίκης καὶ ἕνα σάλπισμα ἀπελευθερώσεως. Μὲ τρόπο θριαμβευτικό, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, σὲ αὐτὸ τὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν Πρὸς Ρωμαίους ἐπιστολή του, μᾶς καλεῖ νὰ πανηγυρίσουμε μαζί του τὸν ἐρχομὸ τῆς νέας ζωῆς, τὴν ὁποία μᾶς προσέφερε ὁ Χριστὸς καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε στὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τὸν θάνατο.
«Μὲ τὸν ἐρχομὸ τοῦ Χριστοῦ», γράφει, «εἶστε πλέον ἐλεύθεροι ἀπὸ τὸ ζυγὸ τῆς ἁμαρτίας καὶ ὑπηρετεῖτε τὸ καλὸ καὶ τὸ δίκαιο. Μὴν ξεχνᾶτε πώς, ὅσον καιρὸ ἤσασταν ὑπόδουλοι στὴν ἁμαρτία, ἤσασταν μακριὰ ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Τώρα, ὅμως, εἶστε ἐλεύθεροι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ ἀνήκετε στὸν Θεό. Καρπὸς τῆς καινούριας ζωῆς σας εἶναι ἡ ἁγιοσύνη καὶ τὸ τέλος τῆς πορείας σας εἶναι ἡ αἰώνια ζωὴ» (Ρωμ. 6:18,20,22).
Πόση χαρά, πόση ἐλπίδα καὶ πόσες προοπτικὲς κρύβουν αὐτὲς οἱ φράσεις! Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι κάθε ἐποχῆς βιώνουν, ἡμέρα μὲ τὴν ἡμέρα, τὴν ἐξασθένηση τῶν δυνάμεων τους, τὴν φθορά, τὴν ἀπογοήτευση, τὸν φόβο καὶ τὴν ἀπελπισία. Αὐτὴ ὑπῆρξε καὶ συνεχίζει νὰ ὑπάρχει ἡ κατάσταση τοῦ πεσμένου ἀνθρώπου. Καὶ ξαφνικά, ἔρχεται τὸ χαρμόσυνο μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως καὶ ἡ ὁλόφωτη παρουσία τοῦ προσώπου τοῦ Χριστοῦ. Τοῦ Μόνου ἰσχυρότερου ἀπὸ τὸν θάνατο, τοῦ Μόνου ποὺ ἀνοίγει δρόμο ἀνάμεσα στὸ σκοτάδι, τοῦ Μόνου ποὺ ὑπόσχεται φῶς, ζωὴ καὶ χαρὰ χωρὶς τέλος.
Σὲ κάθε Θεία Λειτουργία, ὁ ἴδιος παιᾶνας ἀντηχεῖ καὶ τὰ ἴδια συναισθήματα κατακλύζουν τὴν ψυχὴ ἐκείνων ποὺ δέχονται μέσα τους τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς, ὁ Ὁποῖος, μόλις πρὸ ὀλίγου, βρισκόταν μέσα στὸ Ἅγιο Ποτήριο, ἔχει γίνει πλέον κτῆμα ἐκείνου ποὺ κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Ἡ ὕπαρξη του πλέον, ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ μεταμορφωθεῖ, νὰ ἀναγεννηθεῖ καὶ νὰ βιώσει ὁλοκληρωτικὰ καὶ κατὰ χάριν τὴν ἴδια ζωὴ ποὺ ἀνέστησε τὸν Ἰησοῦ καὶ τὸν μετέβαλε σὲ Πηγὴ ἀφθαρσίας καὶ αἰωνιότητας.
Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ἀμέσως μόλις ὁλοκληρωθεῖ ἡ Θεία Κοινωνία, ὁ ἱερέας, καλύπτοντας τὸ Ἅγιο Ποτήριο, τὸ ὑψώνει καὶ καλεῖ τὸν Θεὸ νὰ ἐπιβεβαιώσει μὲ τὴν παρουσία Του τὴ σωτηρία τοῦ λαοῦ του, λέγοντας: «Σῶσον, ὁ Θεός, τὸν λαόν σου καὶ εὐλόγησον τὴν κληρονομίαν σου».
Ὅμως, ἡ σωτηρία ἔχει ἤδη συντελεστεῖ. Τὸ σκοτάδι ἔχει διαλυθεῖ, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἔχει ἐγκατασταθεῖ στὶς ψυχὲς ὅσων κοινώνησαν καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλέον σὲ θέση νὰ ἐπιβεβαιώσει μὲ ὅλη του τὴν ὕπαρξη, τὴν σωτήρια καὶ ἄκτιστη ἐνέργεια τῆς Ἁγίας Τριάδος. Αὐτὴν ἐξυμνεῖ καὶ ὁ χορὸς τῶν ἱεροψαλτῶν: «Εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, ἐλάβομεν Πνεῦμα ἐπουράνιον, εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ, ἀδιαίρετον Τριάδα προσκυνοῦντες· αὕτη γὰρ ἡμᾶς ἔσωσεν».
Ἕνα γεγονὸς ἀνώτερο ἀπὸ ἐκεῖνο τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Χριστοῦ ἔχει συντελεστεῖ ἐνώπιόν μας. Τότε, ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὸ Ἄκτιστο Φῶς τῆς Θεότητος φώτισε ἐξωτερικὰ τὸν Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη. Μόλις τώρα ὅμως, ὁ περίλαμπρος Ἀναστημένος Κύριος ἐγκαταστάθηκε μέσα μας καὶ ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, διὰ τῆς Θείας Κοινωνίας, μεταβληθήκαμε κατὰ χάριν σὲ πηγὴ φωτὸς (Ε.Π.Ε., 2, 230).
Ἂν ἡ ἁγιότητα τοῦ βίου μας ἐπέτρεπε νὰ διανοιχθοῦν πλήρως οἱ πνευματικοί μας ὀφθαλμοὶ καὶ νὰ ἀτενίσουμε τὰ Ἱερὰ Μυστήρια, ὅπως συμβαίνει μὲ τοὺς ἐξαγιασμένους ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου, θὰ διαπιστώναμε πώς, ἀμέσως μετὰ τὴν Θεία Κοινωνία, ὁλόκληρος ὁ Ἱερός Ναὸς εἶναι κατάφωτος ἀπὸ Ἄκτιστο φῶς καὶ ὁ κάθε πιστὸς ποὺ κοινώνησε, ἀκτινοβολεῖ.
Ἀλλά, ὄχι μόνον αὐτό: Διὰ τῆς Θείας Μεταλήψεως, ὁ ἄνθρωπος βιώνει τὴν προσωπική του Πεντηκοστή, καθὼς λαμβάνει Πνεῦμα Ἐπουράνιο. Ὅσα χάρισε κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς τὸ Ἅγιον Πνεῦμα στοὺς φοβισμένους μαθητές, εἶναι πλέον διαθέσιμα καὶ στὸ κάθε μέλος τῆς Ἐκκλησίας· τὸ θάρρος, ἡ χαρά, ὁ ζῆλος τοῦ κηρύγματος, ἡ ἀκλόνητη βεβαιότητα τῆς διαρκοῦς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ ἀνάμεσά μας, ἡ ἀντοχὴ στὶς δυσκολίες, ἡ ἐνδυνάμωση ἐναντίον τῶν πειρασμῶν, ἡ περιφρόνηση τῆς δυνάμεως τοῦ κόσμου τούτου, ἡ ἔνταξη σὲ μιὰ νέα κοινωνία, ἡ ἐνσωμάτωση στὴν Ἐκκλησία. Ὅλα αὐτά, πλέον, μᾶς ἀνήκουν καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμᾶς τὸ κατὰ πόσον θὰ τὰ καλλιεργήσουμε, ὥστε νὰ πολλαπλασιάσουμε τοὺς καρπούς τους.
Τὰ πάντα εἶναι πλέον φανερά: Ὁ φωτισμένος νοῦς μας ἀτενίζει, πρόσωπο πρὸς πρόσωπο, τὴν ἀλήθεια ποὺ ἐπὶ αἰῶνες ἀναζητοῦσαν οἱ ἄνθρωποι, κατασκευάζοντας ἀπατηλὲς δοξασίες γιὰ τὸ τί εἶναι ὁ Θεὸς καὶ τὸ τί ζητάει ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Ἔφτασε ὅμως ἡ ὥρα, ὅπου «εὕρομεν πίστιν ἀληθῆ», ὥστε, ὁ καθένας ἀπ΄ ὅσους κοινώνησαν, νὰ ὑποδεχθεῖ τὴν ἀληθινὴ πίστη, τὴν πίστη πρὸς τὸν Τριαδικὸ Θεό, ὁ Ὁποῖος εἶναι ἀγάπη καὶ ὡς ἀγάπη προσφέρεται πρὸς ὅσους Τὸν ἀναζητοῦν μὲ θερμὴ πίστη καὶ ὁλοκληρωτικὴ ἀφοσίωση.
Ἐνῷ ὁ χορὸς τῶν ἱεροψαλτῶν ψάλλει τὸ «Εἴδομεν τό φῶς τὸ ἀληθινόν…», μέσα στὸ Ἅγιο Βῆμα ὁλοκληρώνεται ἡ μυστηριακὴ πράξη τῆς Θείας Κοινωνίας. Ὁ ἱερέας, μὲ εὐλάβεια, τοποθετεῖ τὸ Ἱερὸ Ποτήριο πάνω στὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ θυμιατίζει, θέλοντας, μὲ τὸ εὐωδιαστὸ θυμίαμα, νὰ ἀπεικονίσει τὴν οὐράνια εὐωδία τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος. Κατὰ τὴν στιγμὴ αὐτή, ἁρμόζει μόνον ἀναγνώριση τοῦ μεγαλείου τοῦ Θεοῦ καὶ δοξολογία . Γι΄ αὐτὸ καὶ λέει: «Ὑψώθητι ἐπὶ τοὺς οὐρανούς, ὁ Θεός, καὶ ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν ἡ δόξα Σου. Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, πάντοτε νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τὸὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
Κάνοντας λόγο γιὰ τὴν ὕψωση τοῦ Θεοῦ, εἶναι σὰν νὰ ἐπαναλαμβάνεται ἐνώπιόν μας ἡ Ἀνάληψη τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνο, δηλαδή, τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ὁλοκλήρωσε τὴν ἐπίγεια καὶ αἰσθητὴ παρουσία τοῦ Κυρίου ἀλλὰ καὶ ἐγκαινίασε μιὰ ἄλλη παρουσία Του, παρουσία μυστική, ἡ ὁποία πραγματοποιεῖται διαρκῶς καὶ ἐνισχύεται κάθε φορὰ ποῦ τελεῖται τὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας.
*     *     *
Οἱ ἄνθρωποι μιλοῦν γιὰ ἕναν ἀπολογισμὸ ποὺ πρέπει συχνὰ νὰ πραγματοποιοῦμε, προκειμένου νὰ κάνουμε τὴν αὐτοκριτική μας καὶ νὰ ἐπιλέγουμε νέους στόχους. Πῶς, ὅμως, μπορεῖ νὰ γίνει ἕνας τέτοιος ἀπολογισμός, ὅταν οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ζοῦν διαρκῶς στὸ σκοτάδι τῶν παθῶν καὶ στὴν ἀποστασιοποίηση ἀπὸ τὴν ἐμπειρία τοῦ Θεοῦ; Μὲ τί κριτήριο θὰ ἀξιολογήσουν τὶς πράξεις τους; Μὲ ποιόν τρόπο θὰ προσφέρουν στὴν ζωὴ τοὺς νέους στόχους, ὅταν ἡ ἀπογοήτευση καὶ ὁ φόβος τοῦ θανάτου καταλαμβάνουν, ἡμέρα μὲ τὴν ἡμέρα, ὅλο καὶ περισσότερο χῶρο στὴν ψυχή;
Ἐμεῖς, ὅμως, ἀτενίζοντας «το φῶς τὸ ἀληθινόν», ἔχουμε πλέον τὴν δυνατότητα νὰ ἀξιολογήσουμε τὴν ζωή μας. Μόνο μέσῳ αὐτοῦ τοῦ φωτὸς βρισκόμαστε σὲ θέση νά ἀναγνωρίσουμε τὶς σκοτεινὲς πτυχὲς τῆς ὑπάρξεώς μας καὶ νὰ διακρίνουμε μὲ ἀπόλυτη εὐκρίνεια τὰ λάθη καὶ τὶς πτώσεις μας.
Ἡ αὐτογνωσία αὐτὴ δὲν εἶναι εὔκολη. Συχνά, ἡ ἀξιολόγηση τῆς ζωῆς μας εἶναι ἀπογοητευτικὴ καὶ ὑπάρχει κίνδυνος νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴν παραίτηση. Τὸ «φῶς τὸ ἀληθινόν», ὅμως, φωτίζει ἀλλὰ καὶ παρηγορεῖ, ἀκριβῶς διότι προέρχεται, ὄχι μόνον ἀπὸ τὸν Κύριο τοῦ Φωτὸς τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸν Κύριο τοῦ ἐλέους. Ἐκεῖνον, ποὺ μὲ τὴν θυσία Του, ἔδωσε στὸ ἀνθρώπινο γένος μιὰ νέα δυνατότητα ἐπανόρθωσης καί, μέσῳ τῆς Θείας Εὐχαριστίας, παρέχει διαρκῶς νέες ἀνάλογες εὐκαιρίες στὸν καθέναν ἀπὸ ἐμᾶς.
Μὲ τὴν βεβαιότητα, λοιπόν, τῆς θείας φιλανθρωπίας, ἂς προστρέχουμε μέχρι τέλους τῆς ζωῆς μας στὸν φωτισμὸ καὶ τὴν παρηγοριὰ τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων καὶ ἂς μὴν ἀμφιβάλλουμε οὔτε στιγμὴ πώς, τὸ μόνο ποὺ περιμένει ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Θεός, εἶναι ἡ διαρκὴς μετάνοια καὶ ἡ ἀνόρθωσή μας μετὰ ἀπὸ κάθε πτώση.
Ἔρχονται, πράγματι, στιγμές, κατὰ τὶς ὁποῖες, ἡ ἀναγέννηση αὐτὴ φαίνεται νὰ ξεπερνᾶ τὶς δυνάμεις μας. Τότε, ὁ Παράκλητος, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, τὸ Ὁποῖο κατοικεῖ πλέον ἀνάμεσά μας καὶ προσφέρεται μέσῳ τῶν Ἱερῶν Μυστηρίων καὶ ἰδιαίτερα τῆς Θείας Κοινωνίας, ἀναλαμβάνει νὰ ἀποκαθαίρει διαρκῶς τὴν ὕπαρξή μας «ἀπὸ πάσης κηλῖδος» καὶ νὰ σώζει κάθε στιγμὴ «τὰς ψυχὰς ἡμῶν». Ἀμήν.

 Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
https://www.nyxthimeron.com/

Ο Εκατόνταρχος και οι Ισραηλίτες




«Ἀκούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ᾿Αμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον» (Ματθ. 8,10)
῞Οταν τὸν ἄκουσε ὁ ᾿Ιησοῦς, θαύμασε καὶ εἶπε σ᾿ ὅσους τὸν ἀκολουθοῦσαν· «Σᾶς βεβαιώνω πὼς τόση πίστη οὔτε ἀνάμεσα στοὺς ᾿Ισραηλίτες δὲν βρῆκα». 
            Συχνά στο Ευαγγέλιο βρίσκουμε παραδείγματα πίστης από ανθρώπους που δεν φαίνονται υποδείγματα ηθικής, ούτε δείχνουν ότι η καρδιά τους νοσταλγεί τον Θεό. Γι’ αυτό και ο Χριστός, απευθυνόμενος προς τους γραμματείς και τους Φαρισαίους, αλλά και όσους Ισραηλίτες θεωρούσαν τον εαυτό τους υπόδειγμα πίστης και ηθικής, αναφέρει: « οι τελώναι και αι πόρναι προάγουσιν υμάς εις την βασιλείαν του Θεού» (Ματθ. 21, 31). Αυτή τη διαπίστωση κάνει ο Κύριος, όταν Τον συναντά ένας εκατόνταρχος, ένας ειδωλολάτρης αξιωματικός, ο οποίος εκ της θέσεώς του ούτε ανθρωπιά απέναντι στους κατακτημένους επιτρεπόταν να δείξει, ενώ η πίστη του ήταν στα είδωλα, στους ψεύτικους θεούς της παράδοσής του. Κι όμως, η αγάπη του προς τους ανθρώπους που ήταν στην υπηρεσία του, τον κάνει να αναζητήσει στο πρόσωπο του Χριστού τον ιατρό, για έναν από αυτούς που είχε παραλύσει από κάποια φοβερή ασθένεια. Και στη συζήτηση με τον Χριστό, ο Κύριος διαπιστώνει ότι δεν βρήκε τόση πίστη όση είχε ο ειδωλολάτρης εκατόνταρχος ούτε ανάμεσα στους Ισραηλίτες.
            Είναι μυστήριο η πίστη και δώρο. Δεν είναι αρκετό να την κατέχουμε από παράδοση, από συνήθεια, από κληρονομιά οικογενειακή. Το δώρο έχει να κάνει με το άνοιγμα της καρδιάς μας, να νιώσουμε ότι ο Θεός είναι ο τελικός ρυθμιστής της ζωής μας και να Τον αποδεχτούμε, νικώντας τα ερωτηματικά και τις αμφιβολίες, ακόμη κι αν φαίνεται ότι χάνουμε. Διότι και μέσα από την ήττα μας θα βγει μία νέα ζωή, ακόμη και με την στέρηση, την ματαίωση, την ταπείνωση. Για να γίνει αυτό όμως χρειάζεται να έχουμε στον νου μας την κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού. Δεν είναι αφηρημένη δύναμη ο Θεός. Έγινε ένα με μας και εξακολουθεί να μας δίδεται στην αγάπη, στην θεία κοινωνία, στη συνύπαρξη στην Εκκλησία, στη συγχώρηση, στην ανοχή, στην υπομονή. Όμως εδώ είναι που χρειάζεται και η δική μας συνεισφορά. Να υπερβούμε τους λογισμούς μας, κυρίως την αίσθηση ότι επειδή πιστεύουμε τα δικαιούμαστε όλα, και να αφεθούμε στη χάρη Του.
            Ζούμε σε μία εποχή στην οποία η πίστη θεωρείται μαγεία ή δικαίωμα να έχουμε άποψη επί παντός του επιστητού, κυρίως όμως να κρίνουμε και να κατακρίνουμε τον κόσμο και τους ανθρώπους διότι δεν είναι «Ισραηλίτες». Όμως η χάρις του Αγίου Πνεύματος όπου θέλει πνει, όποτε θέλει πνει και αναπαύεται στους ανθρώπους που είναι δεκτικοί, ανεξαρτήτως της ηθικής τους ποιότητας. Διότι στο μικρό ή μεγάλο σκοτάδι του καθενός μας κρύβεται η μετάνοια, όπως επίσης και η αίσθηση ότι χωρίς Θεό τίποτα δεν έχει νόημα. Κι αν η καρδιά μας πει το ΝΑΙ, τότε όλα αλλάζουν. Γι’ αυτό η ζωή είναι μία συνεχής υπόμνηση σε εμάς, τους «Ισραηλίτες», ότι όσοι δεν είναι όπως τους νομίζουμε πνευματικά, είναι δυνάμει εκατόνταρχοι και χρειάζονται την προσευχή και τη στήριξή μας. Διότι μας προφυλάσσουν από τον μεγάλο κίνδυνο της υπερηφάνειας, που μας χωρίζει τελικά από τον Θεό. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
28 Ιουνίου 2026. Κυριακή Δ’ Ματθαίου
https://www.nyxthimeron.com/

Η αιώνια γιορτή για την ενότητα της ουράνιας Βασιλείας



Του π. Γεωργίου Λέκκα
Ο Κύριος Ιησούς προανήγγειλε στον Εκατόνταρχο το αιώνιο Συμπόσιο της Βασιλείας των Ουρανών, του οποίου οι πιστοί παίρνουν μια πρώτη γεύση ήδη από αυτήν τη ζωή κάθε φορά που συμμετέχουν στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας αποτελεί την πνευματική καρδιά του Σώματος της Εκκλησίας, που στέλνει εν Αγίω Πνεύματι το Αίμα του Κυρίου στους πιστούς ώστε να τους ενώνει κάθε μέρα και περισσότερο μαζί Του και μεταξύ τους, ζώντες και κεκοιμημένους, σε ένα Σώμα, το Σώμα Του.
Ως μέλη του Σώματός Του, οι πιστοί συμμετέχουν ήδη από τώρα μέσω του Χριστού στην Αιώνια Χαρά της Αγίας Τριάδος, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Ως μέλη του Σώματος της Εκκλησίας, οι πιστοί έχουν κληθεί για να συμμετέχουν ως «θεοί κατά χάρη» στο Αιώνιο Συμπόσιο της Βασιλείας των Ουρανών. Ο Θεός προόρισε, έτσι, για τον άνθρωπο όχι απλώς να παρευρίσκεται κοντά Του στην Αιώνια  Ζωή, αλλά να ζει μέσα στον Θεό κι ο Θεός μέσα στον άνθρωπο και σε όλους τους ανθρώπους μαζί, ώστε όλα όσα αποτελούν περιουσία του Θεού να μπορέσει Αυτός να τα μοιρασθεί με κάθε άνθρωπο.
Η Χαρά της συμμετοχής στο Συμπόσιο της Βασιλείας ήδη από αυτόν εδώ τον Κόσμο εξαρτάται από την ορθή πίστη μας στον Ιησού Χριστό ως Υιό του Θεού, ο οποίος παραμένει ανάμεσά μας εν Αγίω Πνεύματι για να μάς ενώνει μεταξύ μας και με τον Τριαδικό Θεό εντός της Εκκλησίας. Από την ημέρα της Πεντηκοστής, η ορθή πίστη και η ορθή εκκλησιολογία αποτελούν τους δύο βασικούς πυλώνες της σωτηρίας μας, για την αιώνια δηλαδή συμμετοχή μας στην ακατάπαυστη Γιορτή της Βασιλείας των Ουρανών.
Η ορθή πίστη στον Χριστό είναι αναγκαία προϋπόθεση για την ορθή κατανόηση του Μυστηρίου της Ενότητας της Εκκλησίας, όπως ο Τριαδικός Θεός την θέλησε όχι μόνο προαιωνίως αλλά και για τους αιώνες των αιώνων.  Όπως επίσης η συμμετοχή των πιστών στην Εκκλησία, τέτοια που την θέλησε ο Τριαδικός Θεός την ημέρα της Πεντηκοστής, αυξάνει κι άλλο την πίστη τους στον Χριστό, με αποτέλεσμα η πνευματική πρόοδος του καθενός να συμβάλλει στην πνευματική πρόοδο του όλου Σώματος της Εκκλησίας.
Η πίστη του Εκατόνταρχου επέτρεψε στον Χριστό όχι μόνο να θεραπεύσει τον δούλο του αλλά και να προβλέψει την συμμετοχή του Ρωμαίου αξιωματούχου στο αιώνιο Συμπόσιο της Βασιλείας. Ο Εκατόνταρχος ζήτησε το έλασσον και ο Χριστός, που αναγνώρισε την πίστη του, προέβλεψε γι’  αυτόν το μείζον. Το θαύμα των θαυμάτων δεν είναι μια θεραπεία μας ή ακόμα και η νεκρανάστασή μας, αλλά η ανάστασή μας δια του Χριστού και εν τω Χριστώ για την αιώνια συμμετοχή μας στον ακατάπαυστο εορτασμό της ενότητας όλων των ανθρώπων εν Χριστώ στην Ουράνια Βασιλεία του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Διότι πάντα δυνατά τω ορθώς πιστεύοντι και πράττοντι. Αμήν.

https://www.nyxthimeron.com/

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ



«Οὐδέ ἐν τῷ ᾽Ισραήλ τοσαύτην πίστιν εὗρον» (Ματθ. 8, 10) 
Στό γνωστό περιστατικό τῆς θεραπείας τοῦ δούλου τοῦ ἑκατοντάρχου μᾶς παραπέμπει τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Δ´ Κυριακῆς τοῦ Ματθαίου, κατά τό ὁποῖο ὁ Κύριος ῾ἐντυπωσιασμένος᾽ ἀπό τήν πίστη ἑνός ἑκατοντάρχου, ἑνός δηλαδή εἰδωλολάτρη στήν οὐσία, τόν ἐπαινεῖ γι᾽ αὐτήν καί ἀνταποκρίνεται στό αἴτημά του: «ὡς ἐπίστευσας, γενηθήτω σοι». Ἡ προσέγγιση τῆς πίστης αὐτῆς τοῦ ρωμαίου ἀξιωματούχου λειτουργεῖ καί ἐδῶ - γιά νά χρησιμοποιήσουμε ἕνα σύγχρονο ψυχολογικό ὅρο - ἀρχετυπικά.
1. ῎Εχει ἐπισημανθεῖ ὅτι δύο φορές ὁ Κύριος ἐπαίνεσε τήν πίστη τῶν ἀνθρώπων σ᾽ ᾽Εκεῖνον ὡς τή φανέρωση τοῦ Θεοῦ: στήν περίπτωση τῆς Χαναναίας γυναίκας, πού παρακαλοῦσε τόν Κύριο γιά τή δαιμονισμένη κόρη της, καί στήν περίπτωση τοῦ σημερινοῦ εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος, δηλαδή στίς περιπτώσεις δύο θεωρουμένων εἰδωλολατρῶν. ᾽Ενῶ κανονικά θά ἔπρεπε στούς «υἱούς τῆς βασιλείας», τούς ᾽Ισραηλίτες, νά ὑπάρχει ἡ πίστη αὐτή, διότι ἡ πίστη στόν Θεό εἶναι τό χαρακτηριστικό τοῦ λαοῦ πού ἐπιλέχθηκε ἀπό Αὐτόν πρός σωτηρία τοῦ κόσμου, τοῦτο δέν συμβαίνει. Τό ἀντίθετο μάλιστα. Τό σύνηθες δυστυχῶς στόν λαό αὐτό τοῦ Θεοῦ ἦταν ἡ ἀπιστία καί ἡ σκληροκαρδία, καταστάσεις, πού ἔλεγχαν διαρκῶς οἱ ἀπεσταλμένοι ἀπό τόν Θεό προφῆτες, ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη. Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ πίστη εἶναι ἕνα λουλούδι, πού φυτρώνει ὄχι ἐκεῖ, πού νομικά, θά ἔλεγε κανείς, ὑπάρχει τό ἔδαφός της, στό πλαίσιο δηλαδή ἑνός συγκεκριμένου λαοῦ, ἀλλά ἐκεῖ πού ὑπάρχει ῾καρδιά᾽, δηλαδή καλή διάθεση καί ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας, ἄρα ὁπουδήποτε στόν κόσμο καί σ᾽ ὁποιονδήποτε ἄνθρωπο.
2. Ἡ ἐπαινουμένη ἀπό τόν Κύριο μεγάλη πίστη τοῦ ἑκατοντάρχου, ὅπως καί ἡ ἀνάλογη βεβαίως τῆς Χαναναίας, δέν ἐξαντλεῖται σέ μία ἀποδοχή ἁπλῶς τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἑνός δασκάλου καί καθοδηγητῆ. ᾽Ακόμη καί ἡ ἀποδοχή Του ὡς υἱοῦ τοῦ Θεοῦ σέ ἕνα νοησιαρχικό καί ἰδεολογικό ἐπίπεδο ἀπορρίπτεται ἀπό Αὐτόν. Διότι «καί τά δαιμόνια πιστεύουσι καί φρίττουσι» (ἅγιος ᾽Ιάκωβος), ὅπως καί «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, ἀλλ᾽ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (ὁ Κύριος). ᾽Εκεῖνο πού γίνεται ἀποδεκτό ὡς πίστη εἶναι αὐτό πού  ἐνεργοποιεῖ τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου.  Αὐτό μέ ἄλλα λόγια πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά φεύγει ἀπό τήν ῾ἡσυχία᾽ του καί τήν ἄνεση τῶν παθῶν του καί νά στρέφεται μέ ἐμπιστοσύνη στόν Θεό, ἀλλάζοντας ἑπομένως τρόπο ζωῆς. Αὐτή ἡ πίστη, πού χαρακτηρίζεται μεγάλη, ῾συγκινεῖ᾽ τόν Χριστό καί Τόν κάνει νά ἀνταποκρίνεται ὁλοπρόθυμα καί ἄμεσα: «ἐγώ ἐλθών θεραπεύσω αὐτόν». Καί ναί μέν δέν ἐπῆγε τελικῶς ὁ ῎Ιδιος, ἀλλά ἡ ἀπάντησή Του ὁδήγησε στό ἴδιο ἀποτέλεσμα: «ὡς ἐπίστευσας, γενηθήτω σοι». ῎Ετσι ἡ μεγάλη πίστη εἶναι ἐκείνη πού γίνεται θεραπευτική ἐνέργεια γιά τόν ἄνθρωπο καί τούς οἰκείους του.
3. Ποιά τά γνωρίσματα τῆς μεγάλης πίστης, ὅπως αὐτά φαίνονται στήν παραπάνω περίπτωση;
(1) Ἡ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στόν Χριστό καί τά λόγια Του, ὅτι δηλαδή εἶναι ᾽Εκεῖνος στόν Ὁποῖο φανερώνεται ὁ Θεός, ᾽Εκεῖνος στόν Ὁποῖο ὑπάρχει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ. Συνεπῶς ἡ μεγάλη πίστη ὑπερβαίνει ὁποιαδήποτε ἀμφιβολία καί δυσπιστία, πού κάνει τόν ἄνθρωπο δίψυχο καί ἄρα ἀνίκανο νά δεχθεῖ στήν ὕπαρξή του τόν Θεό. Ἡ μεγάλη πίστη εἶναι αὐτή στήν ὁποία μᾶς προσανατολίζει διαρκῶς καί ἡ ᾽Εκκλησία μας, μέ τήν προτροπή «ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα». Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος στίς περιπτώσεις δύσπιστης προσέγγισης στό πρόσωπό Του, ὅπως γιά παράδειγμα τοῦ ἀρχισυναγώγου, μέ τό: «εἴ τι δύνασαι, βοήθησον ἡμῖν», προέτρεπε στήν ὑπέρβαση καί στήν ἐμπιστοσύνη σ᾽ Ἐκεῖνον, ἄν ἤθελε κανείς νά ἔβλεπε αἰσθητά στή ζωή του τήν ἐνέργεια τῆς χάριτός Του: «εἰ δύνασαι πιστεῦσαι, πάντα δυνατά τῷ πιστεύοντι».
(2) Ἡ ταπείνωση ὡς συναίσθηση τῆς μικρότητας καί τῆς ἀνεπάρκειας  τοῦ ἀνθρώπου. Συγκινεῖ πράγματι ἡ περίπτωση τοῦ ρωμαίου αὐτοῦ, πού ῾ἐκτός᾽ ἀκόμη τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ εὑρισκόμενος, ἄν θά μποροῦσε νά τό πεῖ κανείς, ἀφοῦ «τό Πνεῦμα ὅπου θέλει πνεῖ», παρουσιάζει μία ταπείνωση, τήν ὁποία ἐπισημαίνουμε μόνο στούς βίους τῶν ἁγίων τῆς ᾽Εκκλησίας. «Κύριε, οὐκ εἰμί ἱκανός, ἵνα μου ὑπό τήν στέγην εἰσέλθῃς». Καί ξέρουμε ὅτι χωρίς τήν ταπείνωση οὐσιαστικά πίστη στόν Θεό δέν ὑφίσταται. Ποῦ νά σταθεῖ ὁ Θεός, ἄν τό ἐγώ τοῦ ἀνθρώπου ἔχει γεμίσει τήν καρδιά του καί τόν κάνει νά ἐπιζητεῖ μόνον τήν ἀνθρώπινη δόξα; Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος πάλι μᾶς ἀπεκάλυψε ὅτι «πῶς δύνασθε πιστεῦσαι, δόξαν παρ᾽ ἀλλήλων λαμβάνοντες καί τήν δόξαν τήν παρά τοῦ μόνου Θεοῦ οὐκ ἐπιζητοῦντες;»
(3) Τό ἐνδιαφέρον γιά τόν συνάνθρωπο, ἐν προκειμένῳ ἕναν δοῦλο. Ὁ Κύριος πρέπει νά συγκινήθηκε ἰδιαίτερα ἀπό τήν ἀγωνία τοῦ ἀξιωματικοῦ γιά τόν δοῦλο του, γιατί ῾θύμιζε᾽ σ᾽ἕνα βαθμό τή δική Του ἐνέργεια σωτηρίας γιά τόν ἄνθρωπο: «Αὐτός Θεός ὤν ἐπτώχευσεν, ἵνα ἡμεῖς τῇ αὐτοῦ πτωχείᾳ πλουτήσωμεν». Ὁ ἴδιος ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ «κλίνει οὐρανούς» καί κατέρχεται πρός τόν ῾κατώτερο᾽ ἄνθρωπο. Προφανῶς, ἡ ἀγάπη αὐτή τοῦ ἑκατοντάρχου στόν δοῦλο του ῾λυγίζει᾽ τήν ἀπειρία τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ μας.
᾽Εμπιστοσύνη στόν Χριστό, ταπείνωση, ἐνδιαφέρον γιά τούς ἄλλους. Τά κύρια γνωρίσματα τῆς μεγάλης πίστης, πού ἐνεργοποιοῦν τή σώζουσα καί θεραπευτική ἐνέργεια τοῦ Χριστοῦ. Μήπως καί στή δική μας δύσκολη καί δεινῶς βασανιζόμενη ἐποχή, μέ συμπτώματα πνευματικῆς καί ἠθικῆς παραλυσίας, ἡ λύση θά ἔρθει ὄχι ἀπό τίς συμμαχίες καί τά προγράμματα τῶν ῾ἄσπονδων᾽ φίλων μας, Εὐρωπαίων ἤ μή, ἀλλά ἀπό τήν ἐπιθυμία καί τήν προσπάθειά μας νά ἀποκτήσουμε τή μεγάλη πίστη πού ἐπαινεῖ ὁ Χριστός; Ἡ ἱστορία τῆς ᾽Εκκλησίας μας αὐτό τουλάχιστον ἀποδεικνύει. Ὅταν πολλοί ἅγιοι βεβαιώνουν ὅτι ὁ κόσμος μας στέκεται ἀκόμη, γιατί ὑπάρχουν ἐκεῖνοι πού προσεύχονται καί ζοῦν κατά Θεόν, τότε γιατί νά πιστεύσουμε ὅτι ὑπάρχει ἄλλη ἀποτελεσματική λύση; Ποιός πιά ῾φυσιολογικός᾽ ἄνθρωπος, μέ λίγη γνώση τῆς ἱστορίας καί λίγη πίστη στόν Θεό,  μπορεῖ νά ἔχει ἐμπιστοσύνη στά ἀνθρώπινα σχέδια; Μήπως δέν ἰσχύει πάντοτε αὐτό πού λέει τό γνωμικό: «ἐκεῖ πού σχεδιάζουν οἱ ἄνθρωποι, γελάει ὁ Θεός;»

https://pgdorbas.blogspot.com/

ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΕΥΡΕΣΕΩΣ ΤΩΝ ΤΙΜΙΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΩΝ ΑΝΑΡΓΥΡΩΝ, ΚΥΡΟΥ ΚΑΙ ΙΩΑΝΝΟΥ.



«Αυτοί οι μάρτυρες του Χριστού και θαυματουργοί άγιοι έζησαν επί Διοκλητιανού του βασιλέως. Από αυτούς ο μεν Κύρος καταγόταν από την Αλεξάνδρεια, ο δε Ιωάννης από την πόλη της Εδέσσης. Οι άγιοι αυτοί λόγω της κοινής πίστεως και ζωής τους ενώθηκαν και περιέρχονταν διάφορες περιοχές, ιατρεύοντας και θεραπεύοντας κάθε νόσο και ασθένεια. Επειδή όμως παράλληλα ετοίμαζαν και πολλούς πιστούς ώστε να είναι έτοιμοι για το μαρτύριο, έγιναν φανεροί από τον άρχοντα του τόπου που βρέθηκαν, ο οποίος τους συνέλαβε και τους υπέβαλε σε ποικίλα βασανιστήρια. Στο τέλος διέταξε να κοπούν τα κεφάλια τους με ξίφος. Τα σώματά τους τα πήραν και τα φρόντισαν ιδιαίτερα οι πιστοί, οι οποίοι και τα έκρυψαν λόγω της ασέβειας και απιστίας που επικρατούσε τότε. Αργότερα όμως επί της βασιλείας του Αρκαδίου κι ενώ πατριάρχευε στην Αλεξάνδρεια ο Θεόφιλος, βρέθηκαν τα τίμια και άγια αυτά λείψανά τους, οπότε την πανήγυρη για την εύρεσή τους εορτάζουμε σήμερα.
Κι ο λόγος είναι ότι κατά την ημέρα αυτή που οι άσυλοι αυτοί θησαυροί βγήκαν από τη γη, έγιναν πολλές θεραπείες και ιάσεις σε αναρίθμητα πλήθη πιστών που έτρεξαν εκεί γιατί ταλαιπωρούνταν από διάφορα νοσήματα. Για παράδειγμα, δαιμονισμένοι θεραπεύτηκαν, άρρωστοι βρήκαν την υγειά τους, τυφλοί απέκτησαν το φως τους, χωλοί μπόρεσαν να περπατήσουν, και γενικώς οι άγιοι πρόσφεραν κάθε ίαση και θεραπεία σε όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους. Κι όχι μόνο τότε που βρέθηκαν τα λείψανα, αλλά και μετέπειτα και σε κάθε χρόνο, όσοι προσέρχονται σ’ αυτούς με πίστη λαμβάνουν γρήγορα τη θεραπεία τους, εις δόξαν και αίνο Χριστού του Θεου μας που τους δόξασε».
Ο υμνογράφος των αγίων Αναργύρων Κύρου και Ιωάννου όσιος Ιωσήφ δεν αναλίσκεται σε πολλά θέματα. Η προσοχή του είναι στραμμένη σχεδόν αποκλειστικά στο χάρισμα της ανάργυρης και δωρεάν θαυματουργίας που ο Κύριος χάρισε στους δούλους Του προκειμένου να διακονούν με τον τρόπο αυτόν τους πιστούς της κάθε εποχής. Θαυματουργίας όμως που δεν εξαντλείται μόνον στα σώματα των πιστών, αλλά και στις ψυχές των ανθρώπων. Ο άγιος Ιωσήφ είναι κατεξοχήν αποκαλυπτικός και ως προς τον ίδιο του τον εαυτό: «Και μετά το τέλος σας», σημειώνει για παράδειγμα στον οίκο του συναξαρίου, «πηγάζετε τα θεία χαρίσματα σ’ αυτούς που ταλαιπωρούνται από ποικίλες νόσους και από πολλά αρρωστήματα, από τους οποίους ένας και πρώτος είμαι εγώ ο δυστυχής. Διότι πονώ και οδυνώμαι και στο σώμα και στην ψυχή από βαριά τραύματα και φωνάζω με πίστη: Γιατρέψτε με, γιατί εσείς είστε θείοι ιατροί». Κι αλλού μεταξύ πολλών άλλων: «Βρίσκομαι κάτω από τη νόσο μεγάλων αμαρτημάτων, άγιοι, και ταλαιπωρούμαι από τις αρρώστιες και τους πόνους της σάρκας. Από αυτά σώστε με, ικετεύοντας τον αγαθοδότη Χριστό» (ωδή ε΄).
Κι είναι ευνόητη η διπλή αναφορά του υμνογράφου: και ο ίδιος και όλοι οι άνθρωποι ως ψυχοσωματικές υπάρξεις χειμαζόμαστε και ψυχικά και σωματικά λόγω της αμαρτίας που αγκαλιάζει όλο το ανθρώπινο γένος απαρχής και έως εσχάτου της γης – διά της αμαρτίας των προπατόρων μας εισήλθε η φθορά και ο θάνατος, και στην ψυχή και στο σώμα. Οπότε κάθε θεραπεία και ίαση είναι θεραπεία στον βαθμό που ιατρεύει τη διπλότητα αυτήν του ανθρώπου. Τι νόημα θα είχε μία θεραπεία σωματικής μόνο τάξεως, όταν η ψυχή ασθενεί; Ένας ασθενής ψυχικά άνθρωπος - και δεν εννοούμε τον έχοντα ψυχική ασθένεια κατά την έννοια της νεώτερης εποχής αλλά τον μη πνευματικά ισορροπημένο άνθρωπο, συνεπώς τον ζώντα μέσα στην πονηρία και την αμαρτία – δεν μπορεί να ησυχάσει και να γαληνέψει, έστω κι αν είναι σαν ταύρος στο σώμα του. Το αντίθετο: όπου και να βρεθεί και να σταθεί θα περιφέρει την ανισορροπία του. Από την άλλη, ένας υγιής ψυχικά και πνευματικά, που θα πει με τα δεδομένα της χριστιανικής πίστεως ένας άγιος πιστός στον Χριστό άνθρωπος, και σωματικά να μην είναι καλά, αυτός θα είναι «εντάξει» όπου και να βρεθεί, γιατί η χάρη του Χριστού στην καρδιά του θα τον κάνει να βλέπει την όποια σωματική αρρώστια του ως ευκαιρία για αύξηση της πίστης και της υπομονής του και της προκοπής του – «όταν ασθενώ, τότε είμαι δυνατός», κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου.
Οι άγιοι Ανάργυροι λοιπόν θεράπευαν τα σώματα, αλλά και τις ψυχές των ανθρώπων, κατά το πρότυπο του Κυρίου που ήταν και είναι «ὁ ἰατρός τῶν ψυχῶν καί τῶν σωμάτων». Και ο σκοπός τους στην προσφορά αυτή ήταν οι άνθρωποι να ξυπνήσουν πνευματικά, ώστε να μετανοήσουν και να ενωθούν σωστά με τον Χριστό – η σωματική θεραπεία να οδηγήσει στην πνευματική ίαση. Δεν είναι τυχαίο που ο υμνογράφος ήδη από τον πρώτο ύμνο γι’ αυτούς στην εσπερινή ακολουθία τους τούς χαρακτηρίζει ως «θεμελίους της πίστεως» και «τα άνθη που απέπνεαν την αληθινή οσμή της επίγνωσης του Θεού». Κι αυτό θα πει βεβαίως ότι οι άγιοι απέκτησαν το χάρισμα της διπλής ιάσεως των ανθρώπων, γιατί προσφέρθηκαν ολοκληρωτικά στον Κύριο και Θεό τους – «έλαμψαν με τη λαμπρότητα της ζωής τους και με την πνευματική άσκησή τους» (στιχ. εσπ.). «Αναθέσατε τους εαυτούς σας στον Θεό, άγιοι, και υπομείνατε κάθε πείρα φοβερών βασανιστηρίων για χάρη Του, οπότε πεθαίνοντας με προθυμία, πηγάζετε και μετά το τέλος σας σε όλους τα θεία χαρίσματα» (οίκος συναξαρίου).
Είναι συγκινητική ωστόσο η επιμονή του αγίου υμνογράφου να επικεντρώνει στη θεραπεία των ψυχικών παθών από τους μεγάλους αυτούς αγίους, των οποίων μάλιστα ο τάφος κι ο ναός ακτινοβολεί περισσότερο και από τις λαμπρές ακτίνες του ηλίου (ωδή θ΄). Ενώ δηλαδή προβάλλει τη ιατρική δύναμη των Αναργύρων αγίων ως προέκταση της ιατρικής δύναμης του Κυρίου, δύναμη κι απέναντι σε «ἀνίατα πάθη», όμως καταλήγει σε ό,τι κατ’ αυτόν είναι όντως ανίατο: «τά πάθη τῆς καρδίας» που είναι «ἄλογα πάθη». «Συντρίψατε με την άθλησή σας τον δυσμενή εχθρό (τον Πονηρό και τα όργανά του), αφού δεχτήκατε τη χάρη του Θεού να θεραπεύετε πάθη ανίατα. Γι’ αυτό, σοφοί, γιατρέψτε τώρα τα πάθη της καρδιάς» (ωδή α΄). Και: «σώστε εμάς που σας μακαρίζουμε με λόγια, από τα άλογα πάθη, μέσω των προσευχών σας» (ωδή α΄).
Μία τέτοια θεραπεία από τους αγίους, πνευματικής κυρίως τάξεως, οδηγεί τον πιστό,  κατά τον ποιητή,  στην ωραίωση της καρδιάς του. Όπως συνηθίζουν οι υμνογράφοι να ομιλούν για τους αγίους ως εκείνους που «ουράνωσαν τη γη» (βλ. ακολουθία των αγίων Πάντων), έτσι και οι άγιοι Ανάργυροι: έχοντας και οι ίδιοι «ωραϊσθεί» από τις θείες καλλονές και κυρίως από τον Χριστό «τόν ὡραῖον ἐν κάλλει», μπορούν με τις προσευχές τους να «πείσουν» τον Κύριο να κάνει ωραίες και τις δικές μας καρδιές. Ωραίος άνθρωπος δηλαδή, που λέμε μερικές φορές, είναι ο άγιος που έκανε θρόνο την καρδιά του για να αναπαυθεί η πηγή της ωραιότητος, ο Κύριος. «Είστε μαζί τώρα με τις ιερότατες χορείες των ιερών αθλοφόρων μαρτύρων κι έχετε καλλωπιστεί κι εσείς από τις θείες καλλονές, άγιοι. Γι’ αυτό και τον ωραίο ως προς το κάλλος Του Ιησού παρακαλείτε αδιάκοπα, ώστε να ωραιώσει και τις δικές μας τις καρδιές, ενδοξοι μάρτυρες» (ωδή θ΄).

https://pgdorbas.blogspot.com/

Το Αποστολικό και Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής



† Κυριακῇ 28 Ἰουνίου 2026 (Δ' Ματθαῖου)
Τὸ Εὐαγγέλιον
Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον
Κεφ. η' : 5-13
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντι τῷ Ἰησοῦ εἰς Καπερναοὺμ, προσῆλθεν αὐτῷ Ἑκατόνταρχος, παρακαλῶν αὐτὸν, καὶ λέγων· Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος. Καὶ λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἑκατόνταρχος ἔφη· Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. Καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ᾿ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, Πορεύθητι, καὶ πορεύεται· καὶ ἄλλῳ, Ἔρχου, καὶ ἔρχεται· καὶ τῷ δούλῳ μου, Ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ. Ἀκούσας δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς, ἐθαύμασε, καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ ᾿Ισραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. Λέγω δὲ ὑμῖν, ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι, καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ ᾿Αβραὰμ καὶ ᾿Ισαὰκ καὶ ᾿Ιακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν· οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Καὶ εἶπεν ὁ ᾿Ιησοῦς τῷ Ἑκατοντάρχῳ· Ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. Καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ.

Ὁ Ἀπόστολος
Πρὸς Ρωμαίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα 
(Κεφ. στ’ : 18-23)
Ἀδελφοί, ἐλευθερωθέντες δὲ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας ἐδουλώθητε τῇ δικαιοσύνῃ. Ἀνθρώπινον λέγω, διὰ τὴν ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς ὑμῶν· ὥσπερ γὰρ παρεστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ ἀκαθαρσίᾳ καὶ τῇ ἀνομίᾳ εἰς τὴν ἀνομίαν, οὕτω νῦν παραστήσατε τὰ μέλη ὑμῶν δοῦλα τῇ δικαιοσύνῃ εἰς ἁγιασμόν. Ὅτε γὰρ δοῦλοι ἦτε τῆς ἁμαρτίας, ἐλεύθεροι ἦτε τῇ δικαιοσύνῃ. Τίνα οὖν καρπὸν εἴχετε τότε, ἐφ᾿ οἷς νῦν ἐπαισχύνεσθε; τὸ γὰρ τέλος ἐκείνων θάνατος. Νυνὶ δὲ ἐλευθερωθέντες ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας δουλωθέντες δὲ τῷ Θεῷ, ἔχετε τὸν καρπὸν ὑμῶν εἰς ἁγιασμόν, τὸ δὲ τέλος ζωὴν αἰώνιον. Τὰ γὰρ ὀψώνια τῆς ἁμαρτίας θάνατος· τὸ δὲ χάρισμα τοῦ Θεοῦ ζωὴ αἰώνιος ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Να προ­σέ­χε­τε. Εγώ φο­βά­μαι. Εμ­πι­στο­σύ­νη στον εαυ­τό μου δεν έχω. Αν ένας Παύ­λος που ανέ­βη­κε μέ­χρι τρί­του ου­ρα­νού έλε­γε, ότι εί­ναι αμαρ­τω­λό­τε­ρος όλων, πό­σον μάλ­λον ημείς!

Άγιος Ιερώνυμος της Αίγινας