Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

Οι προσκλήσεις του Θεού




Ό Θεός καλεί τά παιδιά του μέσω πολλών φωνών, μέσω πολλών περιπτώσεων. Ιδού μερικές άπ’ αύτές:
Ή έσωτερική διά τής συνειδήσεως πρόσκλησις.
Ή διά τού λόγου τού Θεού εξωτερική πρόσκλησις.
Ή πρόσκλησις διά τών ταλαιπωριών τής ζωής.
Ή πρόσκλησις διά τών βασάνων τών άποθνησκόντων.
Ή πρόσκλησις διά τών ύπερφυσικών σημείων (θαυμάτων).
Ή πρόσκλησις διά τών βασάνων τών άνθρώπων κατά τήν εποχή τής έμφανίσεως τού άντιχρίστου.
Ή πρόσκλησις διά τού κηρύγματος τής Μελλού­σης Κρίσεως.
* * *
Ό Θεός μάς άναζητεί, μάς καλεί, μάς κράζει, άλλά, έάν δέν θέλουμε νά καταλάβουμε, μάς άκολουθεί άπό πίσω μέ συμφορές καί στενοχώριες.
* * *
Όταν δέν άπαντούν πλέον οί άνθρωποι στήν πρόσκληση τής άγάπης τού Θεού, ονομάζουν σκληρό καί τραχύ τόν δρόμο τών έντολών Του.

Από το βιβλίο: ΒΙΟΣ, ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ ΤΟΥ ΡΟΥΜΑΝΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΜΠΟΚΑ (1910-1989) 
(Μετάφρασις άπό τά ρουμανικά ύπό μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου
https://inpantanassis.blogspot.com/

Ο αξιοθαύμαστος και ο αξιοκατάκριτος



Από την αγία Γραφή έχουμε μάθει δύο είδη πλούτου. Ο ένας είναι αξιοθαύμαστος και ο άλλος αξιοκατάκριτος. 
Και ο πλούτος των αρετών είναι θαυμαστός, ενώ ο υλικός και γήινος κατακρίνεται. Γιατί ο μεν ένας γίνεται κτήμα της ψυχής, ο δε άλλος είναι επιτήδειος για να εξαπατά τις αισθήσεις. 
Γι’ αυτό ο Κύριος απαγορεύει να θησαυρίζουμε αυτόν, επειδή βρίσκεται εκτεθειμένος στα σκουλήκια για τροφή και τον επιβουλεύονται οι κλέφτες (Ματθ. 6,19). 
Επιβάλλει δε να δείχνουμε προθυμία για τον πλούτο των ανωτέρων αγαθών, που η δύναμη της φθοράς δεν τον αγγίζει. Κι όταν λέγει σκουλήκια και κλέφτες, υπονοεί εκείνον που καταστρέφει τους θησαυρούς της ψυχής.

Άγιος Γρηγόριος Νύσσης
https://inpantanassis.blogspot.com/

Όλος ο κόσμος έγινε για την Παναγιά και η Παναγιά για τον Χριστό




Μὲ κάθε δίκαιον ἔχαιρε καὶ ὑπερέχαιρε πρὸ τοῦ αἰῶνος ἡ Ἁγία Τριάς, προγινώσκουσα κατὰ τὴν θεαρχικήν της ἰδέαν, τὴν ἀειπάρθενον Μαριάμ. 
Διότι, εἶναι γνώμη τινῶν Θεολόγων, ὅτι ἂν καθ’ ὑπόθεσιν ὅλα τὰ ἐννέα τάγματα τῶν Ἀγγέλων ἤθελαν κρημνισθοῦν ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ γίνουν δαίμονες· ἂν ὅλοι οἱ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος ἄνθρωποι ἤθελαν γένουν κακοὶ καὶ ὅλοι νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν κόλασιν χωρὶς νὰ γλυτώσῃ τινάς· ἂν ὅλα τὰ κτίσματα, οὐρανός, φωστῆρες, ἄστρα, στοιχεῖα, φυτά, ζῶα, ἤθελαν ἀποστατήσουν κατὰ τοῦ Θεοῦ, νὰ εὔγουν ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν καὶ νὰ ὑπάγουν εἰς τὸ μὴ ὄν· μ’ ὅλον τοῦτο, ὅλες αὐτὲς οἱ κακίες τῶν κτισμάτων, συγκρινόμεναι μὲ τὸ πλήρωμα τῆς ἁγιότητος τῆς Θεοτόκου, δὲν ἠδύναντο νὰ λυπήσουν τὸν Θεόν, διατί, μόνη ἡ Κυρία Θεοτόκος ἦτον ἱκανὴ νὰ Τὸν εὐχαριστήσῃ κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα καὶ νὰ μὴ Τὸν ἀφήσῃ τόσον νὰ λυπηθῃ διὰ τὸν χαϊμὸν καὶ τὴν ἀπώλειαν τῶν τόσων καὶ τόσων κτισμάτων Του, ὅσον ἤθελε Τὸν κάμῃ νὰ χαίρῃ ὑπερβαλλόντως διὰ λόγου Της μόνον. 
Ἤγουν, διότι Αὐτὴ μόνη ἀσυγκρίτως Τὸν ἠγάπησεν ὑπὲρ πάντα· διότι Αὐτὴ μόνη ὑπὲρ πάντα ὑπήκουσεν εἰς τὸ θέλημά Του καὶ διότι Αὐτὴ μόνη ἐστάθη χωρητικὴ καὶ δεκτικὴ ὅλων ἐκείνων τῶν φυσικῶν, τῶν προαιρετικῶν καὶ τῶν ὑπερφυσικῶν χαρισμάτων, ὁποὺ ὁ Θεὸς διεμοίρασεν εἰς ὅλην τὴν κτίσιν. 
Ἐν συντομίᾳ, διότι Αὐτὴ ἔγινεν ἕνας ἄλλος δεύτερος κόσμος, ἀσυγκρίτως καλύτερος ἀπὸ ὅλον τὸν νοητὸν καὶ αἰσθητὸν κόσμον καὶ ἀρκετὸς μόνος νὰ δοξάζῃ αἰωνίως τὸν Ποιητὴν ἐκ τῆς καλλονῆς καὶ ποικιλίας τῶν χαρισμάτων του περισσότερον ἀπὸ ὅλην τοῦ παντὸς τὴν δημιουργίαν.
Συνάγεται λοιπὸν ἐκ τῶν εἰρημένων, ὅτι, ἐπειδὴ καὶ ὁ Θεὸς προώρισε τὴν Θεοτόκον κατὰ τὴν προαιώνιον Αὐτοῦ εὐδοκίαν, ἤτις εἶναι, οὐχὶ τὸ ἑπόμενον καὶ κατ’ ἐπακολούθησιν θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸ προηγούμενον καὶ κύριον Αὐτοῦ θέλημα, ὡς τὸ ἑρμηνεύει ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος [λόγῳ α´ εἰς τὰ Φῶτα καὶ λόγῳ εἰς τὴν Χριστοῦ Γέννησιν]· συνάγεται, λέγω, ἐκ τούτων, ὅτι, καθὼς τὸ περιβόλι γίνεται διὰ νὰ φυτευθῇ τὸ δένδρον καὶ πάλιν τὸ δένδρον φυτεύεται διὰ τὸν καρπόν, τοιουτοτρόπως ὅλος ὁ νοητὸς καὶ αἰσθητὸς κόσμος ἔγινε διὰ τὸ τέλος τοῦτο, ἤτοι διὰ τὴν Κυρίαν Θεοτόκον· καὶ πάλιν ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἔγινε διὰ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν· καὶ οὕτως ἐτελειώθη ἡ ἀρχαία βουλὴ καὶ ὁ σκοπὸς ὁ πρῶτος τοῦ Θεοῦ· μὲ τὸ νὰ ἀνακεφαλαιώθησαν τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, καὶ ἡνώθη ἡ κτίσις μὲ τὸν Κτίστην, οὐχὶ φυσικῶς, οὐχὶ προαιρετικῶς καὶ κατὰ χάριν, ἀλλὰ κατ’ αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν· ὅστις εἶναι ὁ ἀνώτατος βαθμὸς τῆς ἑνώσεως, ὕστερα ἀπὸ τὸν ὁποῖον, ἄλλος ἀνώτερος, οὔτε εὑρέθη, οὔτε εὑρεθήσεται.

Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
«Ἀόρατος Πόλεμος»
Μέρος πρῶτον, Κεφάλαιον ΜΘ´
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι ἄ.χ., σελ. 164
https://inpantanassis.blogspot.com/

ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ ΖΩΗΣ…



«Ζωῆς ἀϊδίου καί κρείττονος ὁ θάνατός σου γέγονε διαβατήριον, Ἁγνή, ἐκ τῆς ἐπικήρου πρός θείαν ὄντως καί ἄρρευστον μεθιστῶν σε, ἄχραντε, ἐν ἀγαλλιάσει τόν Υἱόν καθορᾶν σου καί Κύριον» (ωδή δ΄ πρώτου κανόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου).
(Ο θάνατός σου, Αγνή Παρθένε, έγινε διαβατήριο για την αιώνια και καλύτερη ζωή, καθώς σε μεταθέτει, άχραντε, από την επίγεια εδώ ζωή προς τη θεία πράγματι και μόνιμη, προκειμένου να βλέπεις με αγαλλίαση τον Υιό σου και Κύριο).
 Ένα μικρό μαργαριτάρι από τη μεγάλη Θεομητορική εορτή της Κοιμήσεως ο ύμνος, ο οποίος με συνοπτικό τρόπο τονίζει τα κύρια στοιχεία της.
1) Ήλθε η ώρα για τον θάνατο της Μητέρας του Κυρίου.
2) Ο θάνατός της συνιστά το διαβατήριο για την αιώνια ζωή που είναι καλύτερη από την επίγεια.
3) Πρόκειται για μετάσταση συνεπώς από την εδώ ζωή προς τη θεία και μόνιμη πραγματικότητα.
 Και 4) Το χαρακτηριστικό της αιώνιας ζωής στην οποία μετατίθεται η Παναγία είναι η αγαλλίαση από τη διαρκή όραση του Υιού και Θεού της.
Πράγματι∙ 1) Μολονότι οι υμνογράφοι της Εκκλησίας μας απορούν για το πώς η Μήτηρ της Ζωής έφτασε στην ώρα του θανάτου της – πώς αυτή που γέννησε τη Ζωή, τον Θεό ως άνθρωπο, μπορεί να υποστεί θάνατο; - όμως από την άλλη θεωρούν δεδομένο το πέρασμά της από το οφειλόμενο στον ερχομό ενός ανθρώπου στον κόσμο, δηλαδή τον θάνατο. Γιατί; Διότι ο Ίδιος ο Υιός και Θεός της, Αυτός από τον Οποίο αποκτά κι εκείνη την όποια αξία της πέρασε το φυσικό αυτό όριο. Πώς είναι δυνατόν να μην το περάσει κι η Μητέρα Του που είναι άνθρωπος; Σε πολλά σημεία, ιδίως όμως στον στίχο του συναξαρίου, διαβάζουμε ποιητικά την εξήγηση: «Οὐ θαῦμα θνῄσκειν κοσμοσώτειραν Κόρην, τοῦ κοσμοπλάστου σαρκικῶς τεθνηκότος» (Δεν είναι θαύμα να πεθάνει η Κόρη που δι’ αυτής σώθηκε ο κόσμος, όταν ο Δημιουργός του κόσμου πέθανε κατά σάρκα ως άνθρωπος). Γι’ αυτό και ο γνωστότερος ύμνος από την όλη εορτή μιλάει πρωτίστως για την κηδεία της Θεοτόκου, μετέπειτα δε για την εν σώματι μετάστασή της. «Ἀπόστολοι ἐκ περάτων συναθροισθέντες ἐνθάδε, Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ, κηδεύσατέ μου τό σῶμα» (Απόστολοι που συναθροισθήκατε εδώ, στο χωριό της Γεθσημανή (από τα πέρατα της γης που ήσασταν διασκορπισμένοι χάριν του Ευαγγελίου), κηδέψατε το σώμα μου).
2) Όμως,  μολονότι η Παναγία πέθανε κατά τον φυσικό τρόπο της πορείας των πραγμάτων, ζει αιώνια. Σπεύδει αμέσως ο υμνογράφος να το προσθέσει στον παραπάνω στίχο, γιατί εκεί είναι προσανατολισμένη η σκέψη και η καρδιά του. «Ζῇ ἀεί Θεομήτωρ, κἄν δεκάτῃ θάνε πέμπτῃ» (Η Θεομήτωρ ζει πάντοτε, έστω κι αν πέθανε τη δεκάτη πέμπτη του μηνός). Και πώς αλλιώς; Ο Κύριος και Υιός της Πανάγνου ήλθε ακριβώς «ἵνα λύσῃ τά ἔργα τοῦ διαβόλου» καί νά καταργήσει τον θάνατο, τον καρπό της αμαρτίας. Κατά την αποκαλυπτική δήλωσή Του «ἦλθε ἵνα ζωήν ἔχωσιν οἱ ἄνθρωποι καί περισσόν ἔχωσιν», που σημαίνει ότι η απαρχής προοπτική του ανθρώπου, η αθανασία ως γνώρισμα της ομοίωσής Του με τον Θεό,  γίνεται πραγματικότητα με τον Κύριο, αφότου μάλιστα «ἀνεστήθη ἐκ τάφου τριήμερος». Μπορεί στον κόσμο τούτο να υφίσταται ακόμη ο θάνατος με τη σωματική του διάσταση, πνευματικά όμως έχει ήδη ξεπεραστεί, αρκεί βεβαίως ο άνθρωπος να πιστέψει στον Χριστό, ενσωματούμενος σ’ Αυτόν διά του αγίου βαπτίσματος εν Εκκλησίᾳ,  και να προσπαθεί να συντονίζει τα βήματά του με τα ίχνη Εκείνου. «Ο πιστεύων εἰς ἐμέ κἄν ἀποθάνῃ ζήσεται». Διότι Εκείνος είναι «ἡ ζωή και ἡ Ἀνάστασις».
 Οπότε, για τον πιστό άνθρωπο, κατεξοχήν δε την πρώτη εξ όλων των πιστών τη Μητέρα του Κυρίου, ο θάνατος δεν έχει το τρομακτικό προσωπείο του αγνώστου «πράγματος» - ό,τι θεωρεί ο άπιστος και προ Χριστού και μετά Χριστόν. Ο θάνατος συνιστά μία θύρα, την οποία διέρχεται ο άνθρωπος για να συναντήσει και πάλι τον Χριστό τον Οποίο ζούσε στον κόσμο. Κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου «ἐάν τε ζῶμεν ἐάν τε ἀποθνῄσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν». Με τα λόγια του αγίου υμνογράφου του τροπαρίου, ο θάνατος αποτελεί το διαβατήριο του πιστού, για να περάσει αυτός στην άλλη λεγόμενη ζωή, που είναι αιώνια και αμετάβλητη, αλλά και πολύ καλύτερη από την εδώ του κόσμου τούτου – «μετάθεσις ἐπί τά ἀλυπότερα καί θυμηδέστερα», κατά τη ρήση προσευχής της Εκκλησίας μας. Η ώρα του θανάτου μας, η ώρα λήψεως του διαβατηρίου μας! Κι αυτό το διαβατήριο το έλαβε και η ίδια η Υπέραγνος Θεοτόκος, αλλά από τα χέρια του Ίδιου του αγαπημένου Υιού της, παρόντων όλων των Αποστόλων, αλλά και των αγίων αγγέλων και αρχαγγέλων – μία ώρα που προσιδίαζε όντως στη Βασίλισσα και Πλατυτέρα των Ουρανών.
3) Κατά την εκκλησιαστική πίστη μας, ο θάνατός της συνιστά Μετάσταση∙ Μετάσταση όχι μόνο του πνεύματός της αλλά και του αγίου της φυσικού σκηνώματος, την τρίτη ημέρα αφότου «ἐκοιμήθη», κάτι που δεν έχει στήριγμα βεβαίως στην Αγία Γραφή αλλά στην ευρύτερη Παράδοση της Εκκλησίας. Κι η Μετάσταση αυτή σημαίνει ζωή πια στη Βασιλεία του Θεού, ζωή δηλαδή μέσα στην αγκαλιά του Κυρίου, σε πλήρη ταύτιση μαζί Του – μία ζωή που χαρακτηρίζεται «όραση» Εκείνου, κατά το «ὀψόμεθα Αὐτόν καθώς ἐστί».
4) Κι η όραση αυτή ως μετοχή στις άκτιστες ενέργειές Του είναι αγαλλίαση και χαρά και μακαριότητα για τον άνθρωπο, με την έννοια όμως όχι μίας απαθούς και στον δικό της κόσμο μακαριότητας, αλλά της εν πάθει απαθεί αγαπητικής στροφής προς τον κόσμο τούτο  και της συμμετοχής στα πάθη και τα βάσανά του, κατά το πρότυπο του Κυρίου. «Ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε». Με άλλα λόγια, η Παναγία μας, όπως και οι άλλοι άγιοι σε μικρότερη έκταση και ένταση ασφαλώς, ζουν τη μακάρια ζωή της αδιάκοπης και αταλάντευτης σχέσης με τον Χριστό, έχοντας ακριβώς για τον λόγο αυτόν στραμμένη την προσοχή τους και σε εμάς «τούς περιλειπομένους», γιατί η αγάπη του Χριστού δεν τους αφήνει σε «ησυχία». Άλλωστε, «χωρίς ἡμῶν» δεν μπορούν και να τελειωθούν (Εβρ. 11, 40), αφού η τελείωση και για την Παναγία μας και τους αγίους μας αφενός θα έλθει στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, αφετέρου θα πρέπει να συμπεριλάβει ακριβώς και «εμάς» που είμαστε μαζί μ’ εκείνους το μυστικό σώμα του Χριστού.
Κι η τελευταία αυτή αλήθεια αποτελεί και τη μεγαλύτερη παρηγοριά μας. Είμαστε «δεμένοι» με τον Χριστό και την Παναγία μας. Η «καρδιά» Τους βρίσκονται εσαεί μαζί μας, Εκείνη δε, η Μητέρα Του ως ανθρώπου, είναι «ἡ ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητος» φρουρός και προστασία μας – μεσιτεύει για εμάς, όπως το υποσχέθηκε και στους αγίους αποστόλους λίγο πριν εκπνεύσει, έστω κι αν εμείς συχνά πυκνά πορευόμαστε κατά το θέλημά μας και όχι κατά το θέλημα του Θεού μας. Κι η κραυγή της σ’ εμάς είναι πάντοτε η ίδια: «Ὅ,τι ἄν λέγῃ ὑμῖν (ο Υιός μου), ποιήσατε».

https://pgdorbas.blogspot.com/

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΦΛΩΡΟΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΟΣ




῾Οι άγιοι αυτοί ήταν δίδυμα αδέλφια, λιθοξόοι στην τέχνη, την οποία έμαθαν από τους αγίους Πρόκλο και Μάξιμο. Μετά το μαρτύριο υπέρ Χριστού των διδασκάλων τους, εγκατέλειψαν το Βυζάντιο και εγκαταστάθηκαν στην πόλη Ουλπιανών της Δαρδανίας, στο Ιλλυρικό. Εκεί, κοντά στον ηγεμόνα Λουκίωνα, μάζευαν διάφορα μέταλλα κι εργάζονταν την τέχνη τους. Έπειτα, ο Λουκίων τους έστειλε στον Λικίνιο, τον υιό της βασίλισσας Ελπιδίας, ο οποίος τους έδωσε χρήματα, προκειμένου να ανεγείρουν ναό για τα είδωλα, κάνοντας και τα σχέδια γι᾽ αυτόν. Οι άγιοι πήραν τα χρήματα, τα οποία τα μοίρασαν αμέσως στους φτωχούς, και τη νύκτα τους την περνούσαν στην προσευχή. Μετά από ημέρες,  άρχισαν τα έργα, που τα ετελείωσαν πολύ γρήγορα. Καθώς λοιπόν μέσα σε λίγες ημέρες έγινε ο ναός και ολοκληρώθηκε, με τη βοήθεια Αγγέλου που ενδυνάμωνε τους αγίους, αμέσως ο ειδωλολάτρης ιερέας Μερέντιος πίστεψε στον Χριστό, ενώ είχε ήδη πιστέψει και ο γιος του Αθανάσιος, γιατί οι άγιοι τού είχαν θεραπεύσει τον τυφλό του οφθαλμό. Οι μάρτυρες του Χριστού λοιπόν τότε μάζεψαν τους πτωχούς στους οποίους είχαν μοιράσει τα χρήματα, και με τη βοήθειά τους πέρασαν σχοινιά στους τραχήλους των ξοάνων και τα έριξαν κάτω στη γη. Έπειτα άναψαν φώτα πολλά και καθιέρωσαν τον ναό λέγοντας ῾Δόξα σοι, Χριστέ ο Θεός, αποστόλων καύχημα, μαρτύρων αγαλλίαμα, ων το κήρυγμα, Τριάς η ομοούσιος᾽. Προηγείτο δε αυτών ο τύπος του τιμίου Σταυρού. Μόλις έμαθε τι είχε συμβεί ο Λικίνιος, διέταξε να αναφθεί κάμινος και να ριχτούν μέσα οι πτωχοί, οι οποίοι έτσι παρέδωσαν τα πνεύματά τους. Οι δε άγιοι Φλώρος και Λαύρος, δέθηκαν σε έναν άξονα και μαστιγώθηκαν. Έπειτα στάλθηκαν στον Λύκωνα, ο οποίος τους έκλεισε μέσα σε βαθύ πηγάδι. Μέσα σ᾽ αυτό οι άγιοι έκαναν δεήσεις στον Θεό υπέρ αυτών που θα τους μνημονεύουν, υπέρ ευσταθείας του κόσμου και υπέρ της καταπαύσεως των διωγμών, οπότε και άφησαν τις ψυχές τους. Μετά από χρόνια μάζεψαν τα ιερά τους λείψανα και τα κατέθεσαν με σεβασμό σε λειψανοθήκες, ενώ αυτά ανέβρυζαν μύρα και γίνονταν πηγές ιάσεων᾽.
Μία ῾πονηριά᾽ χρησιμοποίησαν οι άγιοι, εκμεταλλευόμενοι την ευκαιρία που τους έδωσε ο άρχοντας Λικίνιος: ανέλαβαν να κτίσουν ειδωλολατρικό ναό και να λαξεύσουν ξόανα, έχοντας στο νου τους όμως να ρίξουν τα ξόανα και να καθιερώσουν το ναό στον Χριστό, κάτι που έγινε. Αιτία για την ενέργειά τους αυτή βεβαίως ήταν η πίστη τους ότι τα ειδωλα συνιστούν ψεύδος και ανταποκρίνονται στο τίποτε ή στα δαιμόνια, ενώ η πίστη στον Χριστό είναι η αληθινή πίστη, η οποία απεκαλύφθη από τον ενανθρωπήσαντα Θεό και βεβαιώθηκε ποικιλοτρόπως, και με τα θαύματα του Κυρίου, ιδίως την Ανάστασή Του, και με όλες τις θαυμαστές ενέργειες έπειτα των μαθητών του Χριστού, οι οποίοι διεσπάρησαν ανά τα πέρατα της οικουμένης και έδωσαν και τη ζωή τους προς χάριν ακριβώς της πίστεως αυτής. Συνεπώς η αλλαγή της χρήσης του ναού - να αφιερωθεί στον Χριστό - ήταν για τους αγίους μας μία κίνηση καταρχάς συμβολική: μία μαρτυρία και ομολογία Χριστού, διότι ήξεραν ότι θα υποστούν την οργή του ηγεμόνα και ο ναός θα επανέλθει στα χέρια των ειδωλολατρών, αλλά και μία κίνηση έπειτα αγιαστική, διότι εξέφραζε την πεποίθησή τους ότι  εκεί που ο χώρος έχει αγιαστεί από τις προσευχές προς τον Χριστό και την παρουσία του Σταυρού, εξαφανίζεται η όποια ύπαρξη δαιμονίων.
Δεν είναι η πρώτη φορά που επισημαίνουμε τέτοιου είδους ῾πονηριές᾽ στα συναξάρια των αγίων μας. Ας θυμηθούμε για παράδειγμα και το πώς απέκτησαν τη μαντίλα και τη ζώνη της Παναγίας μας δύο χριστιανοί, όταν βρήκαν τα αγιασμένα αυτά αντικείμενα στο σπίτι μίας Εβραίας. Με ῾πονηριά᾽ αντικατέστησαν το κιβώτιο με τις φορεσιές αυτές της Παναγίας με ένα άλλο δικό τους, που φρόντισαν να το φτιάξουν πανομοιότυπο με το πρωτότυπο. Κι έτσι ῾εξαπατώντας᾽ την Εβραία, η οποία δεν ήταν βεβαίως χριστιανή,  τα άγια αυτά βρέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη να αποτελούν πηγές αγιασμού όλων των χριστιανών, κάτι που και η ίδια η Παναγία αργότερα έδειξε ότι το αποδέχεται, αφού υπήρξαν εμφανίσεις της εκεί που είχαν τοποθετηθεί, και πολλά θαύματα πραγματοποιήθηκαν μέσω αυτών.
Εκ πρώτης όψεως, οι ῾πονηριές᾽ αυτές φαίνονται ότι συνιστούν κλεψιές, που προκαλούν το αίσθημα της συμβατικής ηθικής: παίρνω κάτι ή χρησιμοποιώ κάτι που δεν μου ανήκει, χωρίς να έχω την έγκριση του κατόχου. Είναι όμως έτσι και στην ουσία τους; Η φορεσιά της Παναγίας δηλαδή ανήκει σε κάποιον που έτυχε απλώς να την έχει βρει ή σε εκείνους που αποδέχονται την Παναγία και την τιμούν ως Μητέρα του ενανθρωπήσαντος Θεού μας; Πόση διαφορετική θεώρηση έχει η μία από την άλλη κατάσταση! Στην πρώτη, έχουμε φύλαξη ρουχισμού, έστω και αν προέρχεται από κάποιο σεβαστό πρόσωπο. Στη δεύτερη, ο ρουχισμός ξεπερνά τα όρια ενός αντικειμένου, έστω και πολύτιμου. Αποτελεί πηγή χάριτος, γιατί και τα ρούχα έχουν αγιαστεί από Εκείνον που τα φορούσε. Αντιστοίχως και στην περίπτωση με τους αγίους Φλώρο και Λαύρο: φτιάχνουν έναν ναό και η σκέψη τους ακριβώς είναι να λειτουργήσει ο ναός αυτός προς χάριν Εκείνου για τον Οποίο φτιάχτηκε. Κι Αυτός βεβαίως δεν είναι το τίποτε ή τα δαιμόνια, αλλά ο Δημιουργός, Παντοδύναμος και Πανάγαθος Θεός. Άραγε μπορούμε να κατηγορήσουμε ως ῾ψεύτη᾽ και τον άγιο Διονύσιο, που είπε ψέματα για να γλιτώσει από το αστυνομικό απόσπασμα τον φονιά του αδελφού του;  Κι ακόμη περισσότερο: θα διενοείτο κανείς να κατηγορήσει τον Ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό, ότι πήγε να ῾παραπλανήσει᾽ τους δύο μαθητές Του, εκεί στο χωριό Εμμαούς, όταν σημειώνει ο ευαγγελιστής ότι ῾προσεποιείτο πορρωτέρω πορεύεσθαι᾽; Προσποιήθηκε ο Κύριος, για να φανερώσουν οι μαθητές τα αισθήματά τους. Κι έτσι στην ῾κλάσιν του άρτου᾽ τους αποκαλύφθηκε.
Δοξολογούμε τον Θεό μας Κύριο και τους αγίους Του, γιατί μας καθοδηγούν στην ουσία των πραγμάτων, εκεί που λειτουργεί πάντοτε η αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, και δεν μας εγκλωβίζουν στην επιφάνεια και τον εγωισμό της ευσεβίστικης ηθικής. Μαζί με τους αγίους μας αναπνέουμε τον  αέρα της πραγματικής ελευθερίας.

https://pgdorbas.blogspot.com/

Ο ΟΣΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΝΕΟΣ Ο ΕΝ ΠΑΡΩ



«Ο Όσιος Αρσένιος γεννήθηκε στα Ιωάννινα στις 31 Ιανουαρίου του έτους 1800 και ονομαζόταν Αθανάσιος. Από μικρή ηλικία έμεινε ορφανός και σε ηλικία εννέα ετών μετέβη στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας, όπου σπούδασε στην ονομαστή σχολή της πόλεως έχοντας ως σχολάρχη τον περίφημο διδάσκαλο ιερομόναχο Γρηγόριο Σαράφη. Κατά τα τελευταία έτη της φοιτήσεώς του συνδέθηκε με τον πνευματικό Γέροντα Δανιήλ από τη Ζαγορά του Πηλίου, έναν από τους ονομαστούς πνευματικούς της εποχής εκείνης και έγινε υποτακτικός του.
Το έτος 1815 ο Άγιος αναχώρησε για το Άγιον Όρος με τον Γέροντα Δανιήλ και εκεί εκάρη μοναχός. Αργότερα χειροτονήθηκε Διάκονος παρά τις αντιδράσεις του, καθώς δεν θεωρούσε τον εαυτό του άξιο και μετά από εξαετή παραμονή στο Άγιον Όρος ήλθε και πάλι με τον Γέροντά του, στη μονή Πεντέλης στην Αθήνα. Στη συνέχεια μετέβησαν στις Κυκλάδες, όπου ο Όσιος χειροτονήθηκε το 1817 Πρεσβύτερος. Ο Όσιος Αρσένιος έδρασε κυρίως στην Πάρο και τη Φολέγανδρο, όπου δίδαξε από το 1829 μέχρι το 1840.
Μετά την κοίμηση του Γέροντά του Δανιήλ, ο Όσιος ασκήτεψε στη μονή Λογγοβάρδας της Πάρου. Κοιμόταν και έτρωγε ελάχιστα και συνεχώς αγρυπνούσε, προσευχόμενος για τα πνευματικά του τέκνα και τη σωτηρία του κόσμου. Βασική του τροφή ήταν η ανάγνωση των θείων Γραφών και των συγγραμμάτων των Αγίων Πατέρων. Γι’ αυτό και ο Όσιος θεωρούσε τη μικρή του βιβλιοθήκη ως κήπο τερπνότατο και ωραιότατο με αγλαόκαρπα δένδρα, πλήρη από εύχυμους καρπούς. Ο Όσιος αγαπούσε τους πάντες χωρίς διακρίσεις. Περισσότερο όμως αγαπούσε τους ασθενείς, τους οποίους διακονούσε με μεγάλη προθυμία.
Όταν το 1861 κοιμήθηκε ο ηγούμενος της μονής, ευσεβής ιερομόναχος Ηλίας, οι πατέρες εξέλεξαν ηγούμενο και προϊστάμενό τους τον Όσιο Αρσένιο, ο οποίος τους ποίμανε με θεοφιλή και θεάρεστο τρόπο. Λίγα χρόνια αργότερα παραιτήθηκε, για να ασχοληθεί απερίσπαστα με το έργο της ιεράς εξομολογήσεως.
Ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη στις 31 Ιανουαρίου του έτους 1877. Η ανακομιδή των λειψάνων του έγινε το έτος 1938. και εορτάζεται στις 18 Αυγούστου. Τα ιερά λείψανά του φυλάσσονται με ευλάβεια στη Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Πάρου» (Από το ιστολόγιο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ).
Ο όσιος των νεώτερων χρόνων Αρσένιος ο εν Πάρω, άλλος βεβαίως από τον Μέγα Αρσένιο των παλαιών χρόνων και από τον άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, τον ανάδοχο του οσίου Παϊσίου του αγιορείτου, αποτελεί μία εξαιρετική περίπτωση πιστού ανθρώπου που στην εποχή του ζωντάνεψε με μοναδικό τρόπο την οσιακή ζωή των παλαιών μεγάλων αγίων, σε βαθμό που βλέποντάς τον οι σύγχρονοί του ή διαβάζοντας τη ζωή του όλοι οι μετέπειτα μέχρι σήμερα να θεωρούν ότι βλέπουν έναν άγγελο επί της γης. Κι αυτό σημαίνει ασφαλώς ότι και με τον όσιο Αρσένιο τον Παριανό επιβεβαιώνεται η κεντρική αλήθεια της πίστεώς μας ότι το Πνεύμα του Θεού πνέει σε κάθε εποχή αρκεί να βρει ανθρώπους με καλή διάθεση και με βούληση να ζήσουν τις εντολές του Θεού.
Στο πρόσωπο του αγίου Αρσενίου με άλλα λόγια ψηλαφίζουμε την παρουσία του ίδιου του Κυρίου, μία δική Του προέκταση όπως το απεκάλυψε απαρχής: «Εγώ είμαι το αμπέλι κι εσείς είστε τα κλήματα». Ήδη το απολυτίκιό του, και όχι μόνο, επισημαίνει την αλήθεια αυτή: «Ζήλεψες ένθεα την άσκηση των οσίων με την ενάρετή σου ζωή κατά τους έσχατους καιρούς, όσιε Αρσένιε. Διότι αφού ασκήθηκες στη νήσο Πάρο ίδια με τους αγγέλους, έλαβες από τον Θεό τη χάρη των θαυμάτων, παρέχοντας σ’ αυτούς που σε τιμούν χάρη και έλεος». «Την αρετή των παλαιών οσίων πατέρων φανέρωσες σαν ζωγραφιά στον εαυτό σου και ακολούθησες τα ίχνη τους, θεόφρονα Αρσένιε» (στιχ. μ. εσπ.).
Τι σημαίνει πιο συγκεκριμένα ότι στη ζωή του βλέπουμε τη ζωή των οσίων Αντωνίου του Μεγάλου, Σάββα του ηγιασμένου, Αρσενίου του μεγάλου, οσίου Ποιμένος και των λοιπών μεγάλων αγίων; Τίποτε λιγότερο από ό,τι επισημαίνουμε και σε αυτούς: την πληγωμένη καρδιά τους από την αγάπη και τον έρωτα του Χριστού. Γιατί τι καθιστά έναν άνθρωπο άγιο του Θεού; Η ολοκάρδια στροφή της ύπαρξής του στον Χριστό, η εν αγάπη «κόλληση» της καρδιάς του σ’ Εκείνον μόνον! Αυτό δεν είναι και το ζητούμενο από τον ίδιο τον Κύριο για το αν είναι πράγματι οι πιστοί ακόλουθοί Του ή όχι; «Μείνετε ενωμένοι με Εμένα», προτρέπει. «Αν τηρήσετε τις εντολές μου θα δείξετε την αγάπη σας σ’ εμένα και τον Πατέρα μου και εγώ θα σας φανερωθώ».
Απαρχής ο άγιος υμνογράφος σπεύδει να διευκρινίσει τον πυρήνα αυτόν της πίστεως: «Πληγώθηκες, όσιε Αρσένιε, από τον πόθο του Χριστού... κι Αυτόν έφερες στην καρδιά σου μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα» (στιχ. εσπ.). Γι’ αυτό και ο ποιητής βλέπει τον όσιο μίμημα του Χριστού και όλων των Αποστόλων, κατεξοχήν μάλιστα μίμημα του αποστόλου Παύλου που περιέφερε στο σώμα και την ψυχή του τη νέκρωση του Χριστού ως νέκρωση απέναντι στην αμαρτία, συνεπώς ζώντας την ανάστασή Του. «Αφού ντύθηκες, Αρσένιε, τη ζωοπάροχη νέκρωση Χριστού του Θεού μας και Τον μιμήθηκες ως γνήσιος μύστης και μαθητής Του, νέκρωσες ολόκληρο τον εαυτό σου, κι αφού πέθανες ως προς τον (αμαρτωλό) κόσμο βρήκες πράγματι την αγνή και καθαρή εν Χριστώ ζωή» (λιτή).
Μία τέτοια ζωή βεβαίως οδηγεί σε μεγάλη παρρησία ενώπιον του Θεού μας, που σημαίνει ότι ο όσιος διαρκώς πια πρεσβεύει υπέρ ημών που εξακολουθούμε να χειμαζόμαστε στον κόσμο αυτόν. Κι επανειλημμένως ο άγιος υμνογράφος δεν παραλείπει να μας το υπενθυμίζει: «Λύτρωσε, άγιε, όλους αυτούς που πανηγυρίζουμε τη θεία μνήμη σου από τις πολύπλοκες θλίψεις και τις συμφορές» (αίνοι).

https://pgdorbas.blogspot.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Α´ 16 - 22
16 Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε Σίμωνα καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ τοῦ Σίμωνος, βάλλοντας ἀμφίβληστρον ἐν τῇ θαλάσσῃ· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς· 17 καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς γενέσθαι ἁλιεῖς ἀνθρώπων. 18 καὶ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ. 19 Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν ὀλίγον εἶδεν Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, καὶ αὐτοὺς ἐν τῷ πλοίῳ καταρτίζοντας τὰ δίκτυα, 20 καὶ εὐθέως ἐκάλεσεν αὐτούς. καὶ ἀφέντες τὸν πατέρα αὐτῶν Ζεβεδαῖον ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ τῶν μισθωτῶν ἀπῆλθον ὀπίσω αὐτοῦ. 21 Καὶ εἰσπορεύονται εἰς Καπερναούμ· καὶ εὐθέως τοῖς σάββασιν εἰσελθὼν εἰς τὴν συναγωγὴν ἐδίδασκε. 22 καὶ ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ· ἦν γὰρ διδάσκων αὐτοὺς ὡς ἐξουσίαν ἔχων, καὶ οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Α´ 16 - 22
16 Καὶ ἐνῷ ἐπεριπάτει πλησίον τῆς θαλάσσης τῆς Γαλιλαίας, εἶδε τὸν Σίμωνα καὶ τὸν ἀδελφὸν τοῦ Σίμωνος Ἀνδρέαν νὰ ρίπτουν δίκτυον μέσα εἰς τὴν θάλασσαν, διότι ἦσαν ψαράδες καὶ αὐτὸ εἶχον ὡς ἔργον των. 17 Καὶ εἶπεν εἰς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς· Ἀκολουθήσατέ με ὡς μαθηταί μου καὶ θὰ σᾶς κάμω νὰ γίνετε ψαράδες ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους μὲ τὸ δίκτυον τοῦ θείου κηρύγματος θὰ ἑλκύετε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. 18 Καὶ ἀμέσως, ἀφοῦ ἀφῆκαν τὰ δίκτυά των, τὸν ἠκολούθησαν. 19 Καὶ ὅταν ἐπροχώρησεν ὀλίγον ἀπ’ ἐκεῖ εἶδε τὸν Ἰάκωβον, τὸν υἱὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τὸν Ἰωάννην τὸν ἀδελφόν του, ποὺ ἦσαν καὶ αὐτοὶ μέσα εἰς τὸ πλοῖον καὶ ἐτοίμαζαν τὰ δίκτυα. 20 Καὶ ἀμέσως τοὺς ἐκάλεσε. Καὶ ἀφῆκαν τὸν πατέρα τους Ζεβεδαῖον μέσα εἰς τὸ πλοῖον μαζὶ μὲ τοὺς μισθωτοὺς ἐργάτας καὶ τὸν ἠκολούθησαν. 21 Καὶ ἐμβαίνουν εἰς τὴν Καπερναούμ. Καὶ ἀμέσως κατὰ τὸ πρῶτον μετὰ τὴν ἄφιξίν του Σάββατον ἐμβῆκεν εἰς τὴν συναγωγὴν καὶ ἐδίδασκε. 22 Καὶ ἐθαύμαζον πολὺ διὰ τὴν διδασκαλίαν του, διότι δὲν ἐζήτει νὰ στηρίξῃ ἐκεῖνα ποῦ ἔλεγεν εἰς τὰς μαρτυρίας ἀνεγνωρισμένων ραββίνων, ὅπως ἔκαναν οἱ γραμματεῖς, ἀλλ’ ἐδίδασκεν ὡς διδάσκαλος, ποὺ ἐλάμβανε γνῶσιν τῆς ἀληθείας κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τὴν θεότητά του καὶ ἦτο αὐτὸς ἔγκυρος καὶ αὐθεντικὴ πηγὴ τῆς ἀληθείας.