Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου 2026

Η πιο μεγάλη αμαρτία, είναι η απελπισία...




Έχουμε πει πολλές φορές φορές ότι πιο φοβερή από την αμαρτία είναι η απελπισία. Γι’ αυτό η εκκλησία προσπαθεί να μας προφυλάξει από αυτήν με κάθε τρόπο, μια και ξέρει καλά ότι ο άνθρωπος είτε έτσι είτε αλλιώς θα αμαρτήσει. Δεν γίνεται να μην συμβεί αυτό. Εκείνο όμως που πρέπει να αποφευχθεί είναι η απελπισία από την πτώση. 
Ο Θεός δεν ζητάει, πολύ περισσότερο δεν χαίρεται με τις ενοχές και την απελπισία του ανθρώπου που λάθεψε στην ζωή του. Πολύ προτού εμείς πέσουμε σε μια αμαρτία γνωρίζει ότι αυτό θα συμβεί, γι’ αυτό για τον καθένα από εμάς έχει σχέδιο σωτηρίας. Αρκεί εμείς να ευχαριστιακά να το αποδεχθούμε. Τίποτα ούτε η πτώση μας δεν μένει αναξιοποίητη από τον Θεό, για όλα έχει το σχέδιο του.
Γι αυτό καμία αμαρτία δεν μπορεί πλέον να σταθεί αιτία και εμπόδιο χωρισμού μας από το Θεό. Παρα μόνο εκείνη που δεν την μετανοούμε και δεν ζητάμε το έλεος του Θεού. Καμία αμαρτία και λάθος δε μπορεί να σταθεί μεγαλύτερο από το άπειρο αγαπητικό έλεος Του. Ο Θεός μας αγαπάει παράφορα, μανικά, με πάθος και ερωτική φορά έως σταυρού και θανάτου, θανάτου που γεννά την ζωή. 
Δεν υπάρχει περίπτωση να αφήσει κανέναν πλάσμα του έξω απ την αγκαλιά του έστω κι εάν μια φορά του απλώσαμε το χέρι μας ακόμη και με δισταγμό. Αυτό το χέρι ο Θεός δεν θα το αφήσει ποτέ από το την αγαπητική παλάμη του. Αυτό ας μην το ξεχάσουμε ποτέ. Χέρι που απλώθηκε στο Θεό, εκείνος το κρατάει αιώνια.
Αναφέρεται στο βίο του Οσίου πατρός Ιωσήφ του Ησυχαστού, ότι κάποτε είχε πέσει σε θλίψη. Ένας μεγάλος πειρασμός και μια σκληρή δοκιμασία, τον είχαν καταβάλει. Τόσο πολύ δε είχε ψυχικά κλονισθεί, που έκλαιγε σαν μικρό παιδί. Μα θα πει κάποιος, «κλαίνε και οι άγιοι;». Βεβαίως και κλαίνε, και πονάνε, και λυπούνται και λιγοψυχούν. Είναι άνθρωποι καθόλα. 
Δεν είναι ούτε φαντασιακά είδωλα, ούτε σούπερ ήρωες, άνθρωποι με σάρκα και οστά είναι, με ψυχή και συναισθήματα. Με αρετές αλλά και αμαρτίες. Ούτε τέλειοι είναι, ούτε αμόλυντοι, ούτε τα ξέρουν ή τα λύνουν όλα. Παλληκάρια της πίστεως είναι που παλεύουν γενναία και ειλικρινά.
Έτσι λοιπόν ο Όσιος Ιωσήφ, ευρισκόμενος μέσα στο μικροσκοπικό εκκλησάκι της καλύβης του, άρχισε να προσεύχεται κι από ανθρώπινο πόνο και παράπονο να κλαίει. Και εκεί, στα δάκρυα και την θλίψη, στην σιωπή της αγιορείτικης ησυχίας, εμφανίζεται η Παναγία. Έτσι κάνει ο Θεός, εμφανίζεται όταν φτάσουμε στο μηδέν των αντοχών μας, και μας λέει ο λογισμός πάει τελείωσε. Αμ δε, τίποτε δεν τελειώνει για τον Θεό, όλα τα κάνει νέα και ευλογημένα, ακόμη και τα πιο δύσκολα.
Και του λέει η Παναγία μας, "Δεν σου είπα να έχεις την ελπίδα σου σε μένα; Γιατί απελπίζεσαι;" Και αυτός έσκυψε κάτω και άρχισε να κλαίει. Και του λέει η Παναγία: "Να ελπίζεις σε μένα και να μη χάνεις το θάρρος σου."Και του λέει: "Έλα πάρε το Χριστό" και του έδωσε το Βρέφος. Αυτός, λέει ο γέροντας, τόσο πολύ συνεστάλει, ντράπηκε που δεν τόλμησε να πάρει το Βρέφος. Και το μικρό παιδάκι, το Βρέφος, έφυγε από την αγκαλιά της μητέρας Του και τον αγκάλιασε και τον χάιδεψε τρεις φορές.
Αυτός ο τόπος μέχρι σήμερα, εκεί που στάθηκε η Παναγία και του είπε αυτά τα λόγια, αυτός ο τόπος ευωδιάζει. Πέρασαν τόσα χρόνια που κοιμήθηκε ο Άγιος, η σπηλιά δεν ξανακατοικήθηκε από τότε κι εκεί ο χώρος της Εκκλησίας που στάθηκε η Παναγία μέχρι σήμερα εκπέμπει άρρητον ευωδία. …..

https://inpantanassis.blogspot.com/

Κατά το μέτρο μας




Η ελπίδα στο Θεό δεν οδηγεί ποτέ στην απελπισία. Οι πειρασμοί φέρνουν ταπεινοφροσύνη. 
Ο Θεός ξέρει την αντοχή του καθενός μας και παραχωρεί τους πειρασμούς κατά το μέτρο των δυνάμεών μας. 
Να φροντίζουμε όμως κι εμείς να είμαστε άγρυπνοι και προσεκτικοί, για να μη βάλουμε μόνοι μας τον εαυτό μας σε πειρασμό.

Άγιος Νεκτάριος επίσκοπος Πενταπόλεως
https://inpantanassis.blogspot.com/

Εμπιστοσύνη στο Θεό




"Εμπιστεύσου στὸν Θεὸ τὶς ἀνάγκες τοῦ σώματός σου καὶ τότε θὰ εἶναι φανερὸ ὅτι Τοῦ ἐμπιστεύεσαι καὶ τὶς ἀνάγκες τοῦ πνεύματος.
Μήπως είμαστε ἐμεῖς ποὺ κατορθώνουμε καὶ οἰκονομοῦμε τὰ ἀναγκαῖα γιὰ τὴ ζωή μας; Ὁ Θεὸς φροντίζει τὴ ζωή μας.῾Η προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου, ἂν δὲν βοηθήσει ὁ Θεός, εἶναι καταδικασμένη νὰ ἀστοχεῖ, ἐνῶ ἡ θεία οἰκονομία παρέχει τέλεια ἀγαθά.
Τί τοὺς ὠφέλησε ἡ δική τους προσπάθεια ἐκείνους ποὺ τοὺς ἔλεγε ὁ Θεός, "σπείρατε πολλὰ καὶ λίγα μαζέψατε καὶ τὰ σκόρπισα ἀπὸ τὰ χέρια σας"; Καὶ τί ἔλειψε ἀπὸ τ᾽ ἀναγκαῖα σ᾽ ἐκείνους ποὺ ἔζησαν μὲ ἀρετὴ χωρὶς καθόλου νὰ σκέφτονται γι᾽ αὐτά; Δὲν ἔζησαν σαράντα χρόνια στὴν ἔρημο οἱ Ἰσραηλίτες χωρὶς νὰ ἔχουν τίποτα ἀπ᾽ αὐτὰ ποὺ δίνει ἡ γεωργία;
Καὶ δὲν τοὺς ἔλειψε καθόλου ἡ τροφή, ἀλλὰ ἡ θάλασσα ἔβγαζε τροφὴ παράδοξη, τὰ ὀρτύκια, καὶ ὁ οὐρανὸς ἔβρεχε τὸ μάννα, βροχὴ ἀσυνήθιστη καὶ παράξενη. Καὶ ἡ πέτρα ποὺ εἶναι κατάξερη, ράγισε καὶ ἔδινε ἄφθονο νερό. Ὅσο γιὰ τὰ ροῦχα καὶ τὰ παπούτσια, ἄντεξαν ὅλο τὸν χρόνο γιατὶ δὲν πάλιωναν. 
Καὶ ποιά γεωργία ἔδινε τροφὴ στὸν Ἠλία τὸν καιρὸ ποὺ ἦταν στὸ χείμαρο; Τὰ κοράκια δὲν τοῦ ἔφερναν τροφή; Κι ὅταν πῆγε στὰ Σάρεφθα δὲν τοῦ ἔδωσε ψωμὶ μιὰ χήρα ἄπορη, πέρνοντάς το ἀπὸ τὸ στόμα τῶν ἴδιων τῶν παιδιῶν της;
Γιὰ νὰ φανερωθεῖ ἔτσι ὅτι καὶ ἀπὸ τὴ μητρικὴ φύση εἶναι πιὸ πολύτιμη ἡ ἀρετή. (…) Γιατί λοιπὸν γκρεμίζουμε στὴ γῆ τὴν οὐράνια πολιτεία, καὶ βουλιάζουμε στὶς ὑλικὲς ἀνησυχίες; Καὶ ντυνόμαστε μὲ κοπριὲς ἐμεῖς ποὺ φορούσαμε κάποτε πορφύρα;
Ὅπως ἔλεγε γιὰ κάποιους ὁ Ἱερεμίας στοὺς θρήνους του, "ὅταν ἀναπαυόμαστε στὰ λαμπερὰ καὶ φλογισμένα νοήματα ντυνόμαστε τὴν πορφύρα", καὶ ὅταν ἀφήσουμε αὐτὴ τὴν κατάσταση καὶ ἀνακατευτοῦμε μὲ τὶς γήινες συνθῆκες, ντυνόμαστε μὲ κοπριά.
Γιατί πέρνουμε τὴν ἐλπίδα μας ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ στηριζόμαστε στὰ χέρια μας καὶ ἀποδίδουμε στὴ δική μας δύναμη τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ; Αὐτὴ τὴ στάση ὁ Ἰὼβ καταράστηκε, ἂν τὴν ἔχει, νὰ τοῦ καταλογισθεῖ ὡς ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτία, τὸ νὰ φέρει δηλαδὴ τὸ χέρι στὸ στόμα καὶ νὰ τὸ φιλήσει. Ἐμεῖς τώρα αὐτὸ κάνουμε καὶ δὲν φοβόμαστε.
Γιατὶ συνηθίζουν οἱ περισσότεροι νὰ φιλοῦν μὲ λαχτάρα τὰ χέρια τους λέγοντας ὅτι ἀπὸ αὐτὰ κερδίζουν τὴ ζωή τους. Αὐτοὺς ὑπαινίσσεται ὁ Νόμος ὅταν λέει, "εἶναι ἀκάθαρτος ὅποιος βαδίζει μὲ τὰ χέρια του• καὶ εἶναι τελείως ἀκάθαρτος ὅποιος βαδίζει μὲ τὰ τέσσερα".
Μὲ τὰ χέρια περπατάει ἐκεῖνος ποὺ στηρίζεται στὰ χέρια του καὶ βάζει σ᾽ αὐτὰ ὅλη τὴν ἐλπίδα του• μὲ τὰ τέσσερα περπατάει ὅποιος ἀγωνιᾶ γιὰ τὰ αἰσθητὰ πράγματα καὶ ἔχει διαρκῶς σ᾽ αὐτὰ στραμμένη τὴν προσοχή του".

(Απόσπασμα από το Γεροντικό)
Οσίου Νείλου
https://inpantanassis.blogspot.com/

Ποιό τό νόημα τῆς φράσης - Τά ἅγια τοῖς ἁγίοις




Ὁ ἱερέας, ἀφοῦ προσέλθει στήν ἁγία Τράπεζα καί κοινωνήσει, προσκαλεῖ καί τούς ἄλλους. Ὅμως δέν ἐπιτρέπεται σέ ὅλους ἡ κοινωνία τῶν ἁγίων μυστηρίων. Γι᾿ αὐτό καί ὁ ἱερέας δέν τούς προσκαλεῖ ὅλους. Ἀλλά, ἀφοῦ πάρει στά χέρια του τόν ζωοποιό ἄρτο καί τόν ὑψώσει, προσκαλεῖ μόνο τούς ἀξίους νά κοινωνήσουν. Καί τό φωνάζει:
-Τά ἅγια τοῖς ἁγίοις. 
* * *
Εἶναι σάν νά λέγει: Νά, αὐτός εἶναι ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς. Ἐλᾶτε νά μεταλάβετε. Ὄχι ὅμως ὅλοι: Ἀλλά μόνο ὅποιος εἶναι ἅγιος. Γιατί τά ἅγια ἐπιτρέπονται μόνον στούς ἁγίους. Ἁγίους ἐδῶ δέν ἐννοεῖ τούς τέλειους σέ ἀρετή, ἀλλά καί ἐκείνους πού ἀγωνίζονται νά φθάσουν σέ κάποια βαθμίδα πιό ψηλή· ἔστω καί ἄν δέν ἔφθασαν ἀκόμη. 
Γιατί καί αὐτοί πού ἀγωνίζονται, δέν ἐμποδίζονται νά μετέχουν τῶν ἁγίων μυστηρίων. Γιά νά ἁγιάζωνται. Καί ἀπό αὐτή τήν ἄποψη θεωροῦνται καί αὐτοί ἅγιοι. Καί ἡ Ἐκκλησία λέγεται ὅλη ἁγία· καί ὁ μακάριος ἀπόστολος γράφοντας πρός ὁλόκληρη χριστιανική κοινότητα λέγει: «Ἀδελφοί ἅγιοι, κλήσεως ἐπουρανίου μέτοχοι» (Ἑβρ. 3,1). Ἅγιοι ὀνομάζονται οἱ πιστοί, ἐπειδή κοινωνοῦν τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Ἁγίου, δηλαδή τοῦ Χριστοῦ. Καί εἶναι πράγματι μέλη τοῦ ἰδίου σώματος. Σάρκα ἀπό τή σάρκα Του. Ὀστᾶ ἀπό τά ὀστᾶ Του. 
Ἅμα εἴμαστε ἑνωμένοι μαζί Του, καί διατηροῦμε ἁρμονική ἐπικοινωνία μαζί Του, κοινωνώντας παίρνομε τήν ἁγιωσύνη τοῦ Χριστοῦ πού εἶναι ἡ Κεφαλή, καί ἡ Καρδιά τῆς Ἐκκλησίας. Ἐνῶ ἅμα ἀποκοποῦμε ἀπό τήν ὁλότητα τοῦ ἁγίου Σώματός Του, καί κοινωνοῦμε, μάταια μετέχομε στά ἅγια μυστήρια.

* * *
Τί εἶναι ἐκεῖνο πού ἀποκόπτει τά μέλη (τούς πιστούς) ἀπό τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ; Τά ἁμαρτήματά μας! Ναί τά ἁμαρτήματά μας στέκονται ἐμπόδιο ἀνάμεσα σέ μᾶς καί στόν Χριστό. Καί μᾶς χωρίζουν (Ἡσαΐου 59,2).
Καί λοιπόν; Κάθε ἁμαρτία νεκρώνει τόν ἄνθρωπο; 
Ὄχι βέβαια! Ἀλλά μόνον οἱ θανάσιμες ἁμαρτίες. Οἱ ἁμαρτίες «πρός θάνατον»! «Ὑπάρχει ὅμως καί ἁμαρτία μή «πρός θάνατον», μή θανάσιμη, λέγει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης (Α’ Ἰωάν. 5, 16-17). 
Καί γι᾿ αὐτό οἱ βαφτισμένοι, ὅταν δέν πέφτουν σέ θανάσιμα ἁμαρτήματα, στά ἁμαρτήματα πού χωρίζουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τό Χριστό καί τοῦ ἐπιφέρουν (πνευματικό) θάνατο, δέν ὑπάρχει γι᾿ αὐτούς ἐμπόδιο νά κοινωνοῦν. Γιατί ἐξακολουθοῦν νά εἶναι ζωντανά μέλη τῆς Ἐκκλησίας, ἑνωμένα μέ τήν Κεφαλή της, τόν Χριστό.

* * *
Στή διακήρυξη τοῦ ἱερέα: «Τά ἅγια τοῖς ἁγίοις», οἱ πιστοί ἀποκρίνονται: 
-«Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός». Δηλαδή· κανένας δέν ἔχει ἁγιότητα ἀπό τόν ἑαυτό του. Δέν εἶναι ἔργο ἀνθρώπινης ἀρετῆς ἡ ἁγιότητα! Ὅλοι ἀπό Ἐκεῖνον τήν παίρνουμε. Καί ὅπως ἄν βάλεις πολλούς καθρέπτες κάτω ἀπό τόν ἥλιο, ὅλοι θά ἀστράπτουν καί θά νομίζεις ὅτι βλέπεις πολλούς ἡλίους, ὅμως ἕνας εἶναι ὁ ἥλιος· ἔτσι καί ὁ Χριστός, ὅσους καί ἄν ἁγιάζει, Αὐτός θά εἶναι πάντοτε ὁ ἕνας καί μοναδικός ἅγιος.

Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας
(Ἀπό τό βιβλίο του: 
Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας, κεφ.36).
https://inpantanassis.blogspot.com/

ΟΧΙ ΤΕΤΡΑΓΩΝΟΙ, ΑΛΛΑ ΣΤΡΟΓΓΥΛΟΙ



- Αδελφός ερώτησε τον αββά Ματώη να του πει λόγο ωφέλιμο για το πώς να συμπεριφέρεται όταν βρίσκεται ανάμεσα σε αδελφούς, γιατί παρασύρεται και τους κατακρίνει. «Και αποκρίθηκε ο Γέρων και είπε: αν δεν μπορείς να κρατάς τον εαυτό σου, φύγε πήγαινε καταμόνας, διότι τούτο φανερώνει αδυναμία. Εκείνος που κάθεται μαζί με αδελφούς δεν πρέπει να είναι τετράγωνος, αλλά στρογγύλος, για να κυλάει με όλους. Και συμπλήρωσε ο Γέρων: Εγώ δεν βρίσκομαι μόνος στην ερημία από αρετή, αλλά από αδυναμία. Διότι είναι δυνατοί εκείνοι που έρχονται στο μέσον των ανθρώπων» (Από το Γεροντικόν).
Ο σπουδαίος αββάς του Γεροντικού, όσιος Ματώης δίνει με σεμνό και ταπεινό τρόπο απάντηση στον προβληματισμό που ταλάνιζε τον αδελφό για τις σχέσεις του με τους άλλους εν Χριστώ αδελφούς του, αλλά και που συνιστά απάντηση για όλες τις εποχές, απαρχής μέχρι σήμερα και όσο θα υπάρχει κόσμος. Διότι το πρόβλημα των ανθρωπίνων σχέσεων δεν είναι απλώς ένα πρόβλημα, αλλά το κεντρικότερο που υπάρχει, με το οποίο αγωνίζονται διαρκώς οι άνθρωποι καθώς εισέρχονται μέσα στον κόσμο τούτο, τον πεσμένο στην αμαρτία. Και δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσει κανείς επί θεωρητικού επιπέδου. Η καθημερινότητα και η δική μας, στον χώρο τον παγκόσμιο, τον εθνικό, της οικογένειας, του επαγγέλματος, το επιβεβαιώνει αδιάκοπα. Ανοίγει για παράδειγμα κανείς την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο για να μάθει τι γίνεται στον κόσμο και βλέπει πως πάνω από το 90 τοις εκατό των ειδήσεων αναλίσκεται, μέχρις εσχάτης λεπτομέρειας, σε εγκλήματα και σε συγκρούσεις είτε μικρών σε ηλικία είτε μεγάλων – και δεν μιλάμε για τις παγκόσμιες συρράξεις, όπου ο καθένας ισχυρός προσπαθεί να υποτάξει τον ασθενέστερο, με αποτέλεσμα την ταλαιπωρία όλων. Όπως όλοι γνωρίζουν το λατινικό απόφθεγμα, ο άνθρωπος απαρχής της ιστορίας του έγινε λύκος που θέλει να κατασπαράξει τον άλλον. «Homo homini lupus». Κατά τον λόγο της Αγίας Γραφής, η ανθρώπινη ιστορία ξεκινάει με τον Κάιν που σκοτώνει τον αδελφό του Άβελ.
Και ποια η αιτία της τραγικής αυτής καταστάσεως της χωρίς τελειωμό; Τι άλλο ακριβώς από την αμαρτία του ανθρώπου; Αφότου ο άνθρωπος στο πρόσωπο των πρωτοπλάστων με την πονηρή συμβουλία του Πονηρού δαίμονα παρήκουσε τον Δημιουργό και Πατέρα του, από εκείνη την ώρα και μετέπειτα μολύνθηκε το ανθρώπινο γένος από τη νόσο του εγωισμού και της υπερηφάνειας, νόσο που βύθισε σύνολη την ανθρωπότητα στο έρεβος του θανάτου, πνευματικού και έπειτα και σωματικού. «Διά της αμαρτίας ο θάνατος» καθώς σημειώνει ο μέγας απόστολος Παύλος. Και ναι μεν ο Δημιουργός, ο γεμάτος αγάπη και στοργή έδωσε την ευκαιρία της μετανοίας στον Αδάμ και την Εύα – «Αδάμ πού ει; - τον καλεί για να τον συνεφέρει, και εκείνος και εκείνη δεν δείχνουν να Τον καταλαβαίνουν, επιλέγοντας την οριστική άρνηση με τα γνωστά αποτελέσματα πια της πτώσεως. «Ο άνθρωπος παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσιν τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς». Και θα έλεγε κανείς, μαζί με άλλον όσιο αββά του Γεροντικού, τον αββά Ξανθία, ότι τα κτήνη βρίσκονται σε πολύ καλύτερη θέση από τους ανθρώπους, γιατί εκείνα και φυσική αγάπη έχουν και δεν πρόκειται να κριθούν στην κρίση του Θεού.
Αλλά η αγάπη του Ουράνιου Πατέρα είναι ανεξάντλητη. Αν ο άνθρωπος χριστιανικά καλείται να αγαπά χωρίς να εκπίπτει από την αγάπη του αυτή – «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει» (απ. Παύλος) – πόσο απείρως στέκει η αγάπη Εκείνου που έδωσε τη συγκεκριμένη εντολή για τον άνθρωπο; Και την βλέπουμε με απόλυτο τρόπο στο πρόσωπο του Υιού και Λόγου του Θεού, ο Οποίος σταλμένος από τον Θεό Πατέρα σαρκώνεται εν Αγίω Πνεύματι διά της Υπεραγίας Θεοτόκου. Κατά τον μεγαλειώδη θεόπνευστο λόγο του αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού «ούτως ο Θεός ηγάπησεν τον κόσμον, ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων είς αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον». Το πρόβλημα πια των ανθρωπίνων σχέσεων επιλύθηκε άπαξ διά παντός, ιδίως με τη Σταυρική θυσία του Κυρίου Ιησού Χριστού και συνωδά μ’ Αυτήν με την Ανάστασή Του, και γίνεται γεγονός ενεργούμενο και βιούμενο από κάθε συνεπή χριστιανό, που πιστεύει όντως στον Χριστό, καθώς Τον ενδύεται διά του αγίου βαπτίσματος μέσα στο ζωντανό σώμα Του την Εκκλησία.
Διότι τι άλλο είναι οι άγιοι της Εκκλησίας παρά οι πιστοί χριστιανοί που έλαβαν στα σοβαρά την πίστη τους και κατενόησαν μέσα από την πράξη της ζωής τους ότι ο Χριστός ως ο ενανθρωπήσας Θεός περιέχει και αυτούς μέσα στη δική Του ανθρώπινη ύπαρξη, την ενωμένη όμως στη μία Του υπόσταση με τη θεϊκή Του φύση, και έτσι περιέχεται και από εκείνους. «Θεός θεοίς ενούμενος».  Γι’ αυτό και ακούμε διαρκώς από τα θεόπνευστα λόγια της Γραφής και των Πατέρων μας ότι οι άγιοι είναι τα σαρκωμένα Ευαγγέλια, άρα και η παρουσία του Ίδιου του Χριστού «εν ετέρα», τη δική τους, «μορφή». «Χριστιανός εστι μίμημα Χριστού κατά το δυνατόν ανθρώπω» κατά τον της Κλίμακος άγιο.
Το πρόβλημα λοιπόν, το μεγάλο και κεντρικό, το μοναδικό θα λέγαμε από το οποίο νοηματίζεται και η ζωή μας, αφού από αυτό εξαρτάται και η αιώνια πορεία μας, (ας θυμηθούμε την παραβολή της Κρίσεως και όχι μόνο), δηλαδή της ορθής και αληθινής στάσεως του ανθρώπου έναντι του συνανθρώπου του επιλύθηκε οριστικά. Και η λύση είναι το πρόσωπο του Χριστού μας. Από πλευράς του Θεού έτσι έχουν τα πράγματα: μας τα έδωσε όλα και μας κατέστησε συγκληρονόμους και πάλι της Βασιλείας Του – προοπτική που δεν συγκρίνεται με καμία άλλη επίγεια είτε θρησκευτική είτε θεοσοφική είτε φιλοσοφική είτε οτιδήποτε άλλο. Αλλά εδώ πια αναφύεται το ανθρώπινο πρόβλημα μετά όμως την επίλυσή του. Η στάση του ανθρώπου – αν θα πιστέψει ή όχι στον Χριστό, ενεργοποιώντας την πίστη του αυτή με τον μοναδικό τρόπο που καθορίζει ο λόγος του Θεού, την αγάπη. Διότι «αγάπη ο Θεός», συνεπώς αγάπη και ο «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» Εκείνου δημιουργημένος άνθρωπος.
Κι εδώ αναδεικνύεται ο λόγος του αββά Ματώη, ο οποίος εκφράζει ό,τι συνιστά όπως είπαμε και το προσωπικό του βίωμα, θεμελιωμένο όμως στην Αγία Γραφή και τους προ αυτού Πατέρες της Εκκλησίας. Η εικόνα που φέρνει για να καταδείξει πώς μπορούν να συνυπάρξουν οι άνθρωποι μεταξύ τους, με την αγάπη που δίδαξε ο Κύριος, είναι μοναδική που δεν επιδέχεται άρνηση και αμφισβήτηση. «Οι άνθρωποι αν θέλουμε να είμαστε χριστιανοί πρέπει να μην είμαστε τετράγωνοι, αλλά στρογγύλοι». Όπως εύκολα καταλαβαίνουμε ο «τετραγωνισμένος» άνθρωπος είναι αυτός που είναι κυριολεκτικά κολλημένος στο δικό του θέλημα και στις δικές του επιθυμίας. Οι ρόδες ενός οχήματος αν ήταν τετράγωνες δεν θα μπορούσαν να κινηθούν – θα έπρεπε να καταβληθεί τεράστια δύναμη συνεπώς θα ήταν καταδικασμένη από την αρχή οποιαδήποτε κίνηση. Το ίδιο και με εμάς τους ανθρώπους: ριζωμένοι στο θέλημά μας μένουμε με τον νοσηρό εγωισμό μας, συνεπώς με αδυναμία συνυπάρξεως και με τους άλλους αλλά κατ’ επέκταση και με τον Θεό μας. Ο Θεός μας σε ποιους επαναπαύεται; Σε όσους «συγγενεύουν» (όσιος Παΐσιος) με Εκείνον. Αγάπη ο Θεός, γι’ αγάπη κεκλημένος και ο άνθρωπος.
Το ζητούμενο ποιο είναι λοιπόν; Πώς το τετράγωνο θα γίνει κύκλος. Πώς θα στρογγυλέψουμε τον εαυτό μας. Και τι σημαίνει αυτό; Να μπορούμε να «μεταναστεύουμε» (όσιος Ανδρέας Κρήτης) από το εγώ μας και το προσωπικό μας θέλημα για να ερχόμαστε κοντά στον κάθε πλησίον. «Γεγονέναι πλησίον» λέει ο ίδιος ο Κύριος στην παραβολή του καλού Σαμαρείτη. Κι ας ακούσουμε και πάλι τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος πώς έρχεται με τον δικό του τρόπο να διευκρινίσει τα πράγματα, (κι ίσως μεταφέροντας και αντιγράφοντας τον προγενέστερο αυτού αββά Ματώη με το συγκεκριμένο παραπάνω λόγιό του):  «Μία πέτρα με πολλές αιχμές και ανωμαλίες, όταν συγκρούεται και κτυπάται με άλλες πέτρες, συντρίβει όλα τα απότομα και σκληρά σημεία της και γίνεται στρογγυλή. Ομοίως και θυμώδης και απότομη ψυχή, όταν συναναστρέφεται και συζεί με σκληρούς και θυμώδεις ανθρώπους, υφίσταται ένα εκ των δύο: Ή υπομένει και θεραπεύει το τραύμα της. Ή αναχωρεί και γνωρίζει την αδυναμία της, που σαν σε καθρέπτη της την έδειξε καθαρά η άναδρη φυγή της» (Λόγος η΄, κεφ. 12, Περί αοργησίας).
Η συνύπαρξη έτσι με τους άλλους αποτελεί το κριτήριο για το πόσο χριστιανοί είμαστε. Το να ζεις αρμονικά με τους άλλους, με αγάπη και σεβασμό και ταπείνωση, έστω κι αν προσβάλλεσαι και αδικείσαι από αυτούς, είναι το σημαντικότερο σημάδι ότι όντως είσαι αληθινός χριστιανός, ακολουθώντας με συνέπεια τους λόγους του Χριστού. Γι’ αυτό και βλέπουμε τον όσιο Ματώη να δείχνει μεν τον δύσκολο δρόμο στον αδελφό που τον ρώτησε, ο ίδιος δε να δηλώνει με ταπείνωση ότι επέλεξε τον ερημιτικό βίο λόγω αδυναμίας! Έτσι κι αλλιώς όμως το συμπέρασμα είναι ένα: αν δεν αγωνιζόμαστε να στρογγυλεύουμε τον εαυτό μας, μέσα στην οικογένειά μας: οι σύζυγοι μεταξύ τους και ιδίως αυτοί με τα παιδιά τους, και μάλιστα τους εφήβους τους, αν δεν είμαστε σε ετοιμότητα ταπεινής υπακοής και αγάπης και στον χώρο που εργαζόμαστε και όπου μας καλεί το οποιοδήποτε καθήκον, τότε η πενθούσα μετάνοιά μας για την αδυναμία μας είναι μονόδρομος και για εμάς. Το εξέφρασε με άμεσο τρόπο και ο μέγας αββάς Μακάριος ο Αιγύπτιος, όταν τον κάλεσαν να μιλήσει σε συγκεντρωμένους μοναχούς κάποιου όρους. Στην παράκλησή τους να τους πει λόγο ψυχωφελή αυτά τους είπε: «Ας κλάψουμε αδελφοί και ας κατεβάσουν οι οφθαλμοί μας δάκρυα, προτού να φύγουμε, εκεί όπου τα δάκρυά μας θα κατακάψουν τα σώματά μας. Και έκλαψαν όλοι και έπεσαν με το πρόσωπό τους κάτω και είπαν: Πάτερ, ευχήσου για εμάς» (Γεροντικό).

https://pgdorbas.blogspot.com/

Ο ΟΣΙΟΣ ΕΥΦΡΟΣΥΝΟΣ Ο ΜΑΓΕΙΡΟΣ



 «Ο όσιος γεννήθηκε από αγροίκους και χωρικούς γονείς, οπότε και ανατράφηκε χωρίς ιδιαίτερη παιδεία. Ύστερα εισήλθε σε μοναστήρι κι αφού ντύθηκε το μοναχικό σχήμα έγινε υπηρέτης των μοναχών. Επειδή καταγινόταν πάντοτε στο μαγειρείο ως αγροίκος, οι άλλοι μοναχοί τον καταφρονούσαν και τον περιέπαιζαν, όμως ο μακάριος υπέφερε όλες τις καταφρονήσεις με γενναιότητα καρδιάς και σύνεση και ησυχία του λογισμού, χωρίς να ταράσσεται καθόλου. Κι αυτό γιατί μολονότι αγράμματος, ήταν έμπειρος κατά την πνευματική γνώση. Στο μοναστήρι λοιπόν εκείνο που βρισκόταν, ήταν και ένας φιλόθεος ιερέας, ο οποίος παρακαλούσε διαρκώς τον Θεό να του φανερώσει τα αγαθά που πρόκειται να απολαύσουν όσοι τον αγαπούν. Μία νύκτα λοιπόν, την ώρα που κοιμόταν ο ιερέας, φάνηκε στον ύπνο του ότι βρέθηκε μέσα σε περιβόλι και έβλεπε τα εκεί ευρισκόμενα πανευφρόσυνα αγαθά με θάμβος και έκσταση. Εκεί όμως είδε και τον μάγειρα του μοναστηριού Ευφρόσυνο, ο οποίος στεκόταν στο μέσον του περιβολιού και απολάμβανε τα διάφορα εκείνα αγαθά. Τον πλησίασε τότε κι άρχισε να τον ρωτά ποιο είναι αυτό το περιβόλι και πώς εκείνος βρέθηκε σ’ αυτό! Ο Ευφρόσυνος του αποκρίθηκε: Εγώ έχοντας εξουσία για όλα όσα βλέπεις εδώ, χαίρομαι και ευφραίνομαι με τη θεωρία τους και τη νοερή απόλαυση. Ο ιερέας του είπε: Μπορείς να μου δώσεις κάποιο από τα αγαθά αυτά;  Κι ο Ευφρόσυνος αποκρίθηκε: Ναι, θα πάρεις από όλα αυτά με τη χάρη του Θεού μου. Τότε ο ιερέας του έδειξε κάποια μήλα και του ζήτησε να του δώσει από αυτά. Ο Ευφρόσυνος πήρε μερικά και τα έβαλε στο πανωφόρι του ιερέα λέγοντάς του: να, απόλαυσε τα μήλα που ζήτησες.
Κάποια στιγμή κτύπησε το σήμαντρο για να εγερθούν οι Πατέρες για τον όρθρο, οπότε ξύπνησε και ο ιερέας. Κι ενώ νόμιζε ότι η οπτασία που έβλεπε ήταν όνειρο, καθώς άπλωσε το χέρι του για το πανωφόρι του, βρήκε πραγματικά τα μήλα. Θαύμασε για την παράδοξη ευωδία τους κι έμεινε ακίνητος για πολλή ώρα. Κίνησε έπειτα για την Εκκλησία και βλέποντας εκεί να στέκεται ο Ευφρόσυνος τον τράβηξε παράμερα και τον όρκισε να του πει πού ήταν εκείνη τη νύκτα. Ο Ευφρόσυνος του είπε: Συγχώρησέ με, πάτερ, σε κανένα μέρος δεν πήγα κατά τη νύκτα αυτήν, παρά τώρα ήλθα στην ακολουθία. Κι ο ιερέας είπε: Γι’  αυτό εγώ πρώτα σε έδεσα με όρκους, για να φανούν σε όλους τα μεγαλεία του Θεού. Και συ δεν πείθεσαι να φανερώσεις την αλήθεια; Τότε ο ταπεινόφρων Ευφρόσυνος αποκρίθηκε: Εκεί, πάτερ, ήμουνα, όπου είναι τα αγαθά που πρόκειται να κληρονομήσουν όσοι αγαπούν τον Θεό και που συ προ πολλών ετών ζητούσες να δεις. Εκεί είδες και εμένα να απολαμβάνω τα αγαθά του περιβολιού. Κι αυτό γιατί θέλοντας ο Κύριος να δώσει πληροφορία στην αγιοσύνη σου για τα ζητούμενα αγαθά των δικαίων, ενήργησε τέτοιο μεγάλο θαύμα μέσω από εμένα τον ευτελή. Κι ο ιερέας είπε: Και τι, πάτερ Ευφρόσυνε, τι μου έδωσες από τα αγαθά του περιβολιού; Τα ωραία και ευωδέστατα μήλα, αποκρίθηκε ο Ευφρόσυνος, τα οποία τώρα τα έβαλες στην κλίνη σου. Όμως, πάτερ συγχώρησέ με, γιατί εγώ είμαι σκουλήκι και δεν είμαι άνθρωπος.
Τότε ο ιερέας διηγήθηκε σε όλους τους αδελφούς την οπτασία που είδε, η οποία προξένησε σε όλους θαυμασμό και έκπληξη και ζήλο του καλού και της αρετής. Ο δε μακάριος Ευφρόσυνος, αποφεύγοντας τη δόξα των ανθρώπων, αναχώρησε κρυφά από το μοναστήρι. Κι απομακρύνθηκε τόσο πολύ, ώστε να μείνει παντελώς άγνωστος σε όλους. Πολλοί δε ασθενείς, τρώγοντας από τα μήλα εκείνα που είχε δώσει στον ιερέα, γιατρεύτηκαν από τις ασθένειές τους» (συναξάρι ακολουθίας οσίου).
Ο όσιος Ευφρόσυνος αποτελεί ένα επιπλέον θαυμαστό σημείο μέσα στη χορεία των αγίων της Εκκλησίας μας που επιβεβαιώνει ότι δεν υπάρχει ευκολότερος και ανετότερος δρόμος για την είσοδο του ανθρώπου στη Βασιλεία του Θεού, ήδη από τη ζωή αυτή, από την ταπείνωση. Κι αυτό διότι το καθοριστικότερο στοιχείο της ζωής του, απαρχής μέχρι τέλους, ήταν η υψοποιός αυτή αρετή. Οι αναφορές επ’  αυτού του εκκλησιαστικού ποιητή είναι πάμπολλες. Ήδη το απολυτίκιό του, εκεί που συμπυκνώνεται η ουσία της αγιότητας ενός αγίου, αυτό επισημαίνει εξαρχής: «ὁσίως ἐβίωσας ἐν ταπεινώσει πολλῇ». Και στο δοξαστικό επίσης του εσπερινού: «Οὗτος γάρ ταπεινώσει ἑαυτόν κοσμήσας», αυτό ήταν το κόσμημα της ζωής του, η ταπείνωση. Κι είναι αυτονόητο για τη χριστιανική πίστη ότι όπου υπάρχει η ταπείνωση, εκεί υπάρχει η παρουσία του Θεού, εκεί υπάρχουν και όλα τα χαρίσματα που δίνει ο Κύριος. Γιατί ακριβώς ο παντοδύναμος και πανάγαθος Θεός μας αυτά τα δύο μάς απεκάλυψε ως κατεξοχήν στοιχεία της ζωής Του: την αγάπη και την ταπείνωση. «Ο Θεός αγάπη εστί» και «μάθετε από εμένα ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά».
Κι αυτό βεβαίως σημαίνει ότι πάνω στη βάση αυτή κτίζεται η πίστη στον Χριστό και η αγάπη για Εκείνον και τον συνάνθρωπο, όπως επίσης ότι η ταπείνωση συνυπάρχει με το κατεξοχήν αποδεικτικό στοιχείο της, την υπακοή. Ταπείνωση, πίστη, αγάπη, υπακοή – τα ακριβά κοσμήματα κάθε αγίου, ιδίως του σήμερα εορταζομένου οσίου Ευφροσύνου. Οπότε στο πρόσωπό του ψαύουμε την ενέργεια και τη χάρη του Τριαδικού Θεού ή αλλιώς μπροστά στον όσιο Ευφρόσυνο βλέπουμε μία άλλη «εν ετέρα μορφή» παρουσία του Κυρίου Ιησού Χριστού. Κι ασφαλώς για να υπάρχουν οι αρετές αυτές συνυπάρχουν και όλες οι παράμετροί τους, η υπομονή, η εγκράτεια, το πένθος, τα δάκρυα – διαβάζοντας τη ζωή του οσίου νιώθουμε ότι περιδιαβαίνουμε σ’ όλον τον Παράδεισο – με τελική αναφορά τη χαρά και την ευφροσύνη που φέρνει η παρουσία του Θεού στον άνθρωπο του Θεού.
«Όσιε πάτερ Ευφρόσυνε, άσκησες την αρετή με επιμέλεια στο μαγειρείο της Μονής κι αγάπησες την ταπείνωση παραπάνω από το χρυσάφι της γης. Γι’ αυτό και υψώθηκες σε άρρητο ύψος τελειώσεως» (λιτή). «Χαίρε, όσιε Ευφρόσυνε, που είσαι ο εραστής των αρετών, το λαμπρό κατοικητήριο της θείας χάρης, το βάθρο της αγάπης προς τον πλησίον, το λιβάδι της ακτησίας, η στήλη της ταπεινοφροσύνης, το κόσμημα των μοναχών, το φως του άμεμπτου βίου και ο πολύτιμος θησαυρός της θεάρεστης ασκήσεως» (στιχ. εσπ.).
Ο τονισμός μάλιστα της ταπεινώσεως ως της κατεξοχήν αρετής του οσίου Ευφροσύνου συνιστά, κατά τον καλό υμνογράφο κ. Χ. Μπούσια, ό,τι σημαντικότερο για την εποχή μας. Γιατί; Διότι η εποχή μας χαρακτηρίζεται θα λέγαμε και για την ανισορροπία αυτή: μέσα σε όλα τα δεινά και φοβερά που αντιμετωπίζει να προβάλλει ως «πρότυπο» τον οιηματία άνθρωπο, τον φαντασμένο που νομίζει ότι τα ξέρει και τα κάνει όλα! Μπορεί δηλαδή ο σύγχρονος άνθρωπος να στέκει «ενεός» κι ανήμπορος μπρος σ’ έναν αόρατο ιό που έχει φέρει τα πάνω κάτω στη ζωή του, ο ίδιος όμως εξακολουθεί να υπερηφανεύεται και να αλαζονεύεται! Να, πώς το εκφράζει ο ποιητής: «Σήμερα έλαμψε ως λαμπρός ήλιος η πανευφρόσυνη μνήμη του πνευματοφόρου Ευφροσύνου, η οποία διώχνει την ομίχλη της οιήσεως και της υπερηφάνειάς μας» (δόξα εσπ.). Βλέπουμε τον άγιο Ευφρόσυνο, παραδειγματιζόμαστε και... προσγειωνόμαστε στην πραγματικότητα της ζωής μας.
Κι ακόμη ο βίος του θυμίζει δύο πράγματα από τη ζωή του μεγάλου συγχρόνου οσίου Σιλουανού του Αθωνίτου. Πρώτον, αυτό που έλεγε ο άγιος ευρισκόμενος στη Μονή του αγίου Παντελεήμονος Αγίου Όρους: σημασία στη ζωή μας δεν έχουν οι τίτλοι και τα αξιώματα, τα μεγάλα διακονήματα και οι θέσεις. Σημασία έχει το πώς κανείς διακονεί και στο μικρότερο διακόνημα: να έχει αίσθηση της παρουσίας του Χριστού ώστε να ζει αναμάρτητα. Η αναμαρτησία δεν είναι το κυρίως ζητούμενο στην κάθε ώρα και στιγμή της ζωής μας; «Αξίωσέ μας, Κύριε, την ημέρα μας να τη διαβούμε αναμάρτητα» - ό,τι ζούσε καθημερινά ο όσιος Ευφρόσυνος στο θεωρούμενο ταπεινό διακόνημά του στο μαγειρείο της Μονής. Και δεύτερον, αυτό που είχε αποκαλύψει ο ίδιος ο Σιλουανός, όταν υπηρετούσε στην τράπεζα της Μονής τους άλλους μοναχούς. «Ο Κύριος έδωσε να νιώσω τη μεγάλη χάρη Του, γιατί με τον λογισμό μου έλεγα ότι υπηρετώ τους αδελφούς του Κυρίου και τον ίδιο τον Κύριο». Κι είναι συγκλονιστικό να σκεφτεί κανείς ότι μεγάλη χάρη έλαβε ο άγιος Σιλουανός και όταν είδε τον Κύριο εν πνεύματι μέσα από την εικόνα Του στο μοναστήρι κατά την ώρα του εσπερινού, αλλά και όταν εκτελούσε το απλούστατο και ταπεινό διακόνημά του στο κοινό τραπέζι. Και γιατί θυμόμαστε τον άγιο Σιλουανό εν προκειμένω; Γιατί και ο όσιος Ευφρόσυνος ζούσε τον Παράδεισο με «αισθητό» τρόπο μάλιστα – το απεκάλυψε ο Κύριος στον φιλόθεο ιερέα της Μονής του - επειδή διακονούσε τους αδελφούς του με ταπείνωση, χωρίς να οργίζεται για τους εμπαιγμούς που δεχόταν, με διαρκή προσευχή γι’ αυτούς που τον «πείραζαν». Όσιος Ευφρόσυνος: μία ταπεινή και μικρή εξωτερικά μορφή∙ ένας γίγαντας του Πνεύματος κι ένα κατοικητήριο του Θεού με πανίερες θεοπτικές εμπειρίες εσωτερικά.

https://pgdorbas.blogspot.com/

Η ΟΣΙΑ ΜΗΤΗΡ ΗΜΩΝ ΘΕΟΔΩΡΑ Η ΕΝ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ



«Όπως η βασιλεία των Ουρανών ομοιώθηκε με δέκα παρθένες, όπως λέγει το στόμα του Χριστού στην Καινή Διαθήκη, έτσι και δέκα γυναίκες ομοιώθηκαν με σχήμα ανδρικό και σύντριψαν τα κέντρα του ανθρωποκτόνου διαβόλου. Μία δε από αυτές τις δέκα ήταν και η σήμερα εορταζομένη Θεοδώρα, που το όνομά της σημαίνει δώρο Θεού. Αυτή λοιπόν καταγόταν από την πόλη της Αλεξανδρείας κατά τους χρόνους Ζήνωνος του βασιλιά, κατά το έτος 472. Είχε συζευχθεί νόμιμα με άνδρα και ζούσε ζωή πολύ καλή και ακατηγόρητη. Επειδή όμως από φθόνο του μισόκαλου διαβόλου έπεσε κρυφά σε μοιχεία, αποφάσισε να ζητήσει και να βρει τη σωτηρία της. Γι’ αυτό όταν άκουσε τα ευαγγελικά λόγια, με τα οποία διδάσκει ο Κύριος ότι δεν υπάρχει τίποτε κρυφό που να μη γίνει φανερό αργότερα («οὐκ ἔστιν κρυπτόν, ὅ οὐ φανερόν γενήσεται»: Λουκ. 8, 17), χάριν τούτου, καθώς στοχάστηκε το βάρος της αμαρτίας που έκανε, βδελύχθηκε αυτήν την αμαρτία σαν ένα σίχαμα και μία ακαθαρσία, οπότε απορρίπτει τη γυναικεία ενδυμασία και ντύνεται το αγγελικό σχήμα των (ανδρών) μοναχών και μετονομάζεται από Θεοδώρα σε Θεόδωρο. Πήγε λοιπόν σε ανδρικό μοναστήρι, μετανοώντας και κλαίοντας την αμαρτία της.
Αφού πέρασε η μακάρια δύο ολόκληρα χρόνια, κοπιάζοντας με βαριές δουλειές και με αγώνα να σηκώνει τα πράγματα που χρειάζονταν για το μοναστήρι, από φθόνο του ψυχοφθόρου διαβόλου συκοφαντήθηκε από κάποιους κακότροπους ανθρώπους ότι πόρνεψε με μία γυναίκα. Γι’ αυτό οι συκοφάντες έφεραν ένα βρέφος και το έριξαν έξω στη θύρα του μοναστηριού, κατηγορώντας την ψεύτικα ότι ήταν δικό της. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος η αοίδιμη Θεοδώρα δέχθηκε τη συκοφαντία σαν αληθινή και πήρε το βρέφος, ανατρέφοντάς το κανονικά σαν να ήταν δικό της. Διότι προσπαθούσε η τρισμακάρια να κρύψει τον εαυτό της, ότι ήταν δηλαδή γυναίκα κατά τη φύση. Αφού έκανε υπομονή έξω από το μοναστήρι για την αγάπη του Θεού και για κανόνα της αμαρτίας της επτά ολόκληρα χρόνια, παλεύοντας με την ψύχρα του χειμώνα, με το καύμα του καλοκαιριού και με χαμαικοιτίες, μόλις και μετά βίας μετέπειτα μπήκε μέσα στο μοναστήρι.
Από τότε λοιπόν αφού καταξήρανε το σώμα της με συχνές προσευχές, με κόπους, με ολονύκτιες στάσεις και αγρυπνίες, κι αφού απέκτησε επίγνωση βαθιά το τι σημαίνει να κληρονομήσει κανείς τη βασιλεία των ουρανών, έφθασε σ’ εκείνον τον σκοπό και το τέλος που αγαπούσε. Διότι πραγματικά ακολούθησε φοβερό θαύμα στην αγία αυτή, το οποίο ποιος να μη θαυμάσει; Κι αυτό γιατί ενώ ήταν γυναίκα, έζησε μαζί με άνδρες χωρίς να το καταλάβει κανείς. Κι ακόμη γιατί ενώ βρισκόταν στο μέσο του σταδίου της ασκήσεως, αγωνιζόταν ως ένας από τους άνδρες, λάμποντας ασκητικά ως μέγας ήλιος. Οπότε φορτωμένη από τους άξιους μισθούς των κόπων της, ανέβηκε με χαρά στον ποθητό της νυμφίο Χριστό, ενώ οι μοναχοί βλέποντας αυτό το παράδοξο θαύμα, βρέθηκαν σε έκσταση και δόξασαν τον Θεό».
(Για την οσία αυτή Θεοδώρα γράφεται στο βιβλίο «Παράδεισος των Πατέρων» ότι είπε το αξιόλογο αυτό απόφθεγμα. Δηλαδή ότι δεν σώζει τον άνθρωπο ούτε η άσκηση ούτε η αγρυπνία ούτε κανείς άλλος ασκητικός κόπος, παρά μόνον η γνήσια ταπεινοφροσύνη. Διότι ήταν ένας αναχωρητής και εξεδίωκε τα δαιμόνια. Τα ρωτούσε δε αυτός με ποια αρετή βγαίνουν από τον άνθρωπο:
 - Με τη νηστεία βγαίνετε; Κι αποκρίνονταν τα δαιμόνια: Εμείς ποτέ δεν τρώμε ούτε πίνουμε.
- Τότε με την αγρυπνία βγαίνετε; Κι αποκρίνονταν: Εμείς ποτέ δεν κοιμόμαστε.
– Με την αναχώρηση και την καταφυγή σε έρημους τόπους βγαίνετε; Κι εκείνα αποκρίνονταν: Εμείς στην αναχώρηση και στην ερημιά βρισκόμαστε.
- Με ποια λοιπόν, τους είπε, αρετή βγαίνετε; Κι αποκρίθηκαν: Εμάς καμία αρετή δεν μας νικά, παρά μόνον η ταπεινοφροσύνη. Γιατί αυτή είναι ο νικητής των δαιμόνων.
Είπε πάλι η οσία, ότι ήταν ένας μοναχός που καθόταν στην έρημο στο κελί του. Από το πλήθος δε των πειρασμών που του προξενούσε ο διάβολος, απόκαμε και είπε: ας φύγω από δω για να γλιτώσω. Την ώρα που ετοίμαζε τα υποδήματά του για να φύγει, βλέπει έναν άλλον άνθρωπο που έβαζε κι εκείνος τα υποδήματά του (κι ήταν ο άλλος, ο διάβολος) και λέγει στον μοναχό: εσύ φεύγεις από δω εξαιτίας μου, αλλά να κι εγώ ότι σε προλαβαίνω κι ετοιμάζομαι να πάω πιο μπροστά από εσένα εκεί που θα πας).
(Από τον Συναξαριστή του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου: και το συναξάρι της οσίας και τα αποφθέγματα από τον «Παράδεισο» των Πατέρων).
Θαυμαστός ο βίος της οσίας Θεοδώρας της εν Αλεξανδρείᾳ. Διότι ενώ δεν είναι η μόνη στην εκκλησιαστική ιστορία που ασκήθηκε μεταμφιεσμένη σε άνδρα σε μοναστήρι ανδρών, είναι η μόνη που ακολουθεί αυτήν την παράδοξη άσκηση με δύο ξεχωριστά δεδομένα: πρώτον, επιλέγει το σκληρό μαρτύριο της πλήρους ξενιτείας για να «εξιλεωθεί» από το αμάρτημα της μοιχείας που το γνωρίζει όμως μόνο αυτή∙ δεύτερον, αποδέχεται τη συκοφαντία της σαρκικής σχέσεως με γυναίκα(!), από την οποία προήλθε και ένα βρέφος(!), πάλι ερμηνεύοντας μόνον αυτή το γεγονός ως «ξεπλήρωμα» της μοιχείας που επιτέλεσε έναντι του νόμιμου συζύγου της. Πρόκειται για πραγματικότητα που αναδεικνύει την αγιότητα της Θεοδώρας, γιατί φανερώνει ότι η πορεία της, κι όχι μόνον η ασκητική όταν ντύθηκε το μοναχικό σχήμα αλλά και πρωτύτερα, ήταν αδιάκοπα ενώπιον των οφθαλμών του Κυρίου. Πράγματι, συνέβη η μεγάλη σαρκική πτώση της, «φθόνῳ διαβόλου» κατά τον συναξαριστή, όμως έκτοτε δεν μπορούσε να αντέξει το τραγικό γι’ αυτήν γεγονός, (ενώ θα μπορούσε να το «ξεπεράσει», ακολουθώντας και τον κανόνα της μετανοίας διά του μυστηρίου της εξομολογήσεως).
 Όμως είναι τόσο λεπτή η συνείδησή της που δεν της αρκεί αυτό. Αισθάνεται ότι η εξολοκλήρου αφιέρωσή της στον Θεό, και μάλιστα με τον απόλυτο τρόπο της ξενιτείας που είπαμε, μπορεί να επιφέρει τη συγχώρεση και την ανάπαυση της καρδιάς της. Την αίσθηση αυτή σημειώνει και ο άγιος υμνογράφος της. Ήδη από τα πρώτα στιχηρά του εσπερινού αναφέρει πως «ο ήλιος μέχρι τη δύση του (όχι μετέπειτα συνεπώς) δεν σε είδε να αμαρτάνεις, σε είδε όμως και σε γνώρισε ο καρδιογνώστης Κύριος που δεν δύει ποτέ. Γιατί είναι Αυτός που βλέπει όλα τα κρυφά γενόμενα, οπότε σου φώτισε έντονα με το φως της μετάνοιας και τα μάτια της καρδιάς σου, με αποτέλεσμα να σπεύσεις να τον λατρεύσεις με την επίμονη εγκράτεια και την τελειότητα των αρετών» («Ὑπό γῆν σε ὁ ἥλιος, ὑποδύς οὐχ ἑώρακε πλημμελοῦσαν∙ ἔγνω δέ σε ο ἄδυτος, καρδιογνώστης καί Κύριος, ὁ βλέπων τά κρύφια καί κατηύγασε φωτί μετανοίας τά ὄμματα τῆς καρδίας σου∙ ὅθεν ἔσπευσας τοῦτον θεραπεῦσαι ἐπιμόνῳ ἐγκρατείᾳ καί ἀρετῶν τελειότητι»).
Ο δρόμος της ξενιτείας της οσίας, όπως και η αναδοχή ευχαρίστως της συκοφαντίας φανερώνουν από την άλλη τη σπουδαιότερη εξ όλων των αρετών που χαρακτήριζε τη Θεοδώρα, την αγία ταπείνωση. Όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας μαρτυρούν ότι αν θέλουμε αληθινά να γνωρίζουμε το πνευματικό ύψος ενός χριστιανού, πρέπει να δούμε τα σημάδια της αληθινής ταπεινοφροσύνης του. Κι αυτό γιατί ο αποκαλυφθείς Θεός μας είναι τα δύο αυτά: αγάπη και ταπείνωση. Η οσία Θεοδώρα λοιπόν αποκαλύπτει το υπέρμετρο ύψος της, γιατί διαπνεόταν από την ταπείνωση αυτή, και βεβαίως από την αγάπη της προς τον Θεό και τον συνάνθρωπό της. «Φρονήματι τεταπεινωμένῳ» μάς λέει ο υμνογράφος ότι υπηρετούσε στο μοναστήρι η αγία (ωδή γ΄), «τρωθεῖσα θείῳ ἕρωτι» (εξαποστειλάριον),  ενώ μ’ αυτό το φρόνημα εξέχεε τη φλογισμένη αγάπη της προς τον Κύριο με τις προσευχές της: «Δες την ταπείνωση και τον κλαυθμό μου. Δες τη θλίψη μου και ανακούφισέ την... έκραζε η Θεοδώρα πρός τόν μόνον  δυνάμενον σώζειν» (ωδή δ΄). Κι ήταν η ταπείνωσή της αυτή πια που σαν ξίφος στα χέρια της οσίας έκοβε τις κεφαλές των δαιμόνων: «Τῷ ξίφει τοῦτον (τόν ἐχθρόν) τῆς ταπεινώσεως ἔτρωσας, συντρίψασα αὐτοῦ κάραν πολυμήχανον» (ωδή ε΄).
Η οσία χαριτώθηκε ιδιαιτέρως από τον Κύριο λόγω της μεγάλης της ταπείνωσης και της βαθιάς μετάνοιάς της, γι’ αυτό αφενός πάμπολλα ήταν και είναι τα θαύματά της («χάριν ἰαμάτων δεδωκώς σοι, Θεός»: ωδή ε΄), αφετέρου αποτελεί μέγα παράδειγμα μετανοίας για κάθε άνθρωπο που περιπίπτει στις αμαρτίες, όσες μεγάλες και βαριές κι αν είναι  («υπογραμμός ἀναδέδεικται πεπτωκόσιν ὁ βίος σου καί βουλομένοις προσέρχεσθαι διά μετανοίας τῷ εἰδότι τά πταίσματα συγχωρεῖν καθώς γέγραπται» (οίκος συναξαρίου) (αναδείχτηκε παράδειγμα η ζωή σου γι’ αυτούς που έπεσαν στην αμαρτία και θέλουν να προσέρχονται με μετάνοια σ’ Αυτόν που γνωρίζει να συγχωρεί τις αμαρτίες, όπως έχει γραφεί).

https://pgdorbas.blogspot.com/