Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Ιδού έστηκα επί την θύρα και κρούω...



… Τον είδα να έρχεται. Βάδιζε γοργά. Ήξερα ή μάλλον ένιωθα ότι ερχόταν σπίτι μου και απομακρύνθηκα βιαστικά από το παράθυρο για να μη με δει. Γιατί δεν ήμουν βέβαιη πως θα Του άνοιγα.
Οι επισκέψεις Του μου δημιουργούν μιαν εντύπωση αμφίβολη, αντιφατική. Γνωριζόμαστε από καιρό πολύ. Ήτανε εποχές που συνδεόμαστε στενά. Ύστερα οι σχέσεις ξεμάκρυναν. Από τη μία αισθανόμουν τιμή και ευτυχία που Τον είχα κοντά μου. Απ’ την άλλη αισθανόμουν συχνά ενοχλημένη. Μου έκανε ερωτήσεις προσωπικές, κάπως απότομες που τις ένιωθα σαν εγκαύματα. Προσπαθούσα να γυρίσω τη συζήτηση στην περιοχή των ιδεών και των θεωριών.
Όμως, πάντα την ξανάφερνε προς τα ιδιαίτερα πράγματα για τα οποία φοβόμουν να μιλήσω. Πολλές φορές ήρθε, κι αντί ν’ ανοίξω κρύφτηκα, όχι χωρίς ντροπή, όχι χωρίς τύψεις…
Να που τώρα ήρθε στη θύρα μου. Όχι στην κύρια είσοδο του σπιτιού μου. Στέκεται αυτή τη στιγμή εμπρός σε μια μικρότερη πίσω θύρα μου.
Στην αρχή των στενών μας σχέσεων, όταν δεν ήθελα να έχω μυστικά από Αυτόν, τον είχα παρακαλέσει να έρχεται πάντα απ’ αυτή την πίσω θύρα, αφήνοντας τη μεγάλη θύρα για τους ξένους, για τις τυπικές επισκέψεις. Ύστερα, άρχισα να δοκιμάζω στενοχώρια, γιατί χρησιμοποιούσε αυτή την ιδιαίτερη θύρα. Μπαίνοντας από πίσω περνούσε κι έβλεπε οικογενειακά δωμάτια ασυγύριστα. Φαινόταν να νοιάζεται για την τραπεζαρία μου, το μαγειρείο μου, τον κοιτώνα μου. Η αταξία και η σκόνη δεν του ξέφευγαν. Έκανε μάλιστα και νύξεις, διακριτικές μαζί και ευθείες. Απάντησα με προφάσεις: «ω! είναι τόσο δύσκολο… δεν προλαβαίνω!». Μου λέει τότε: «Αν προσπαθούσαμε μαζί και οι δύο;». Αλλά φοβόμουν, φοβόμουν μήπως ανακάλυπτε πόσο μερικά πράγματα δεν ήταν όπως έπρεπε να είναι. Καθυστερούσα, προφασιζόμουν επείγουσες απασχολήσεις. Για να δώσω τέλος, κατάργησα την πίσω θύρα. Τον έβαλα από τότε από τη θύρα της πρόσοψης. Τον δέχτηκα στο σαλόνι. Οι επισκέψεις Του έγιναν ολοένα πιο ψυχρές, πιο τυπικές…
Ήρθε λοιπόν, στην πίσω θύρα. Είναι κλειστή. Από τότε που η θύρα Του καταργήθηκε μια άγρια βλάστηση άρχισε να την σκεπάζει. Ο κισσός μεγαλώνει ελεύθερα. Στο κατώφλι φυτρώνουν φυτά δηλητηριώδη. Η κλειδωνιά σκούριασε. Στάθηκε μπροστά στη θύρα Του και την κοιτάζει. Θα χτυπήσει; Θέλει λοιπόν να μπει απ’ αυτήν τη θύρα και να δείξει έτσι ότι επιθυμεί ν’ ανανεώσει τις αλλοτινές στενές μας σχέσεις;; Αλλά να που χτυπά!!! Θα Του ανοίξω;; Τίποτα δεν είναι έτοιμο για να Τον δεχτώ. Μια αταξία φοβερή απλώνεται παντού. Και που είναι το κλειδί αυτής της θύρας;; Χτυπά ακόμη… Τον παρατηρώ από μακριά. Χτυπά σιγά. Δεν δίνει γροθιές. Κρούει αργά τη θύρα με το μεγάλο δάχτυλο. Βλέπω πως το βλέμμα Του δεν πηγαίνει ίσια στην πόρτα. Χτυπώντας κοιτά στο πλάι και ψηλά κατά τον ουρανό. Η έκφρασή Του είναι σοβαρή, προσεκτική αλλά όχι ανυπόμονη. Μοιάζει να συγκεντρώνεται, όχι στην θύρα και στην απόκρισή μου αλλά στη χάρη που ο Πατέρας μπορεί να δώσει, στην απόφαση που ο Πατέρας μπορεί να εμπνεύσει. Χτυπά ολοένα. Τι να κάνω;; Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς την παρουσία Του και δεν μπορώ να υποφέρω την παρουσία Του. Αν ανοίξω θα μου κάνει παρατηρήσεις. Θα προσπαθήσω να δικαιολογηθώ. Δεν μπορώ να ανοίξω παρά αν Του παραδοθώ χωρίς όρους. Τότε δεν θα υπάρχουν προβλήματα.. Εμπρός! Πηγαίνω προς την θύρα. Ανοίγω αυτή την θύρα, που τρίζει και την εμποδίζουν τα παράσιτα φυτά.
Χάνομαι: «Κύριε, έμπα. Κύριε, ξέρεις…»Θα έλεγα «ξέρεις πως μ’ όλα ταύτα Σ’ !». Δεν τολμώ όμως να συνεχίσω την φράση κι ένας λυγμός πνίγει τη φωνή μου. Λέει: «Ξέρω… θα δειπνήσω μαζί σου.». Φωνάζω: «Κύριε, δεν ετοίμασα δείπνο. Δεν έχω τίποτα απ’ ότι χρειάζεται». Απαντά: «Εγώ σε καλώ στο δείπνο μου, θέλω στο σπίτι σου να εορτάσω το δείπνο μου».

http://synaxari-synaxari.blogspot.com/2011/05/blog-post.html
https://leimwnas.blogspot.com/

Η κρίσις του Θεού για το αχάριστο παιδί



Σε χειρόγραφα των Μονών του Αγίου Όρους είναι γραμμένο το ακόλουθο διδακτικό παράδειγμα για την αχαριστία και ασέβεια πού δείχνουν τα παιδιά στους γονείς τους. «Ένα ανδρόγυνο δεν είχε δικά του παιδιά και αποφάσισε να υιοθετήσει ένα ξένο μωρό — πολύ μικρό παιδάκι. — Το παιδί όταν έγινε δέκα οχτώ χρόνων πέθανε η θετή του μητέρα. Ο δε πατέρας του, που το είχε υιοθετήσει είχε το επάγγελμα πραγματευτής - γυρολόγος - δηλαδή μικροπωλητής όπως λέμε σήμερα. Είχε ένα υποζύγιο και γύριζε στα γύρω χωριά όπου πουλούσε το εμπόρευμά του, από το οποίο, επειδή πολλά χρόνια έκανε αυτό το εμπόριο, είχε κάνει αρκετά χρήματα και μεγάλη περιουσία. Το παιδί, ο θετός πατέρας του, το ανέθρεψε όσο μπορούσε χριστιανικά και αφού έμαθε τα πρώτα και απαραίτητα για τη δουλειά τους αυτή γράμματα, το πήρε μαζί του στο εμπόριο για βοηθό και φύλακα του εκεί που γύριζε στα διάφορα χωριά. Για την εργασία τους αυτή πολλές φορές μένανε σε διάφορα Χάνια. Έτσι λέγονταν τα ξενοδοχεία τότε, τα οποία είχαν δωμάτια για τους ανθρώπους και στάβλους για τα ζώα. Τα Χάνια συνήθως βρίσκονταν σε έρημα μέρη μακριά από τα χωριά ή στα ενδιάμεσα για να διανυκτερεύουν οι διάφοροι έμποροι και ξενιτεμένοι ταξιδιώτες με τα ζώα τους. Το θετό αυτό παιδί, για το οποίο γίνεται λόγος, βγήκε πολύ κακής προαιρέσεως άνθρωπος, διότι σκέφτηκε πονηρά κατά του ευεργέτου και θετού του πατέρα. Έτσι με την πονηρή σκέψη του το κακοπροαίρετο αυτό παιδί, σε ένα από τα χάνια αυτά όταν νύχτωσε και μείνανε οι δυο τους και ο ξενοδόχος, αφού διαπίστωσε ότι δεν βρίσκεται κανείς άλλος εκεί, σηκώθηκε την νύχτα και εκεί που κοιμότανε ο πατέρας του, αυτός που τον ανέθρεψε, τον προστάτεψε και τον μεγάλωσε, αυτόν λέγω τον πατέρα του τον σκότωσε και όλη την νύχτα τον έβγαλε από το χάνι έξω στο δρόμο και τον έθαψε. Το πρωί σαν έφεξε ο Θεός την ήμερα, το παιδί, πήρε το ζώο και το εμπόριο, έφυγε γύρισε στο σπίτι του πατέρα του και έγινε κάτοχος όλης της μεγάλης εκείνης περιουσίας του. Ύστερα από χρόνια ήρθε σε συναίσθηση και μετανόησε για το κακό που είχε κάνει στο θετό του πατέρα και πήγε στον πνευματικό να εξομολογηθεί την αμαρτία του. Ο πνευματικός του είπε: «Παιδί μου, είναι πολύ μεγάλο το αμάρτημα σου, αυτό, πήγαινε δώσε όλα τα χρήματα και την περιουσία που πήρες, από τον πατέρα ευεργέτη σου, δώσε και όλα τα δικά σου, που κέρδισες από την δουλειά του και ο Θεός είναι πολυέλεος και πολυεύσπλαχνος, θα κάνει και σε σένα το έλεος Του. Να πας όμως και να κάνεις ανακομιδή και να βγάλεις από τον τάφο τα οστά του θετού σου πατέρα. Ο ασεβής εκείνος νέος πήγε κατά την εντολή του πνευματικού του να κάνει ανακομιδή κι όταν πλησίασε στον τάφο, του αδικοσκοτωμένου πατέρα, άκουσε να βγαίνει φωνή από τον τάφο και να λέει πολλές φορές τις φράσεις: «Κρίσις ω Κρίσις!». Ο νέος μόλις άκουσε τις φωνές αυτές φοβήθηκε, πήγε στον πνευματικό και του ανέφερε την πα­ράξενη εκείνη φωνή που έλεγε «Κρίσις ω Κρίσις!». Ο πνευματικός ρώτησε τον νέο: «Παιδί μου μια φορά ή πολλές φορές άκουσες τη φωνή να λέει αυτά τα λόγια;» Και εκείνος του είπε: «Πάτερ όσες φορές δοκίμασα να περάσω από το μέρος εκείνο ή να πάω κοντά στον τάφο ακούω πάντοτε να επαναλαμβάνει τα ίδια λόγια «Κρίσις ώ Κρίσις!». Ο πνευματικός πάλι είπε στον νέο: «πήγαινε παιδί μου άλλη μια φορά στον τάφο, κι αν ακούσεις τα ίδια λόγια, τότε να τον ρωτήσεις να σου πει ως πότε; και να δούμε τι θα σου απαντήσει». Πράγματι ο νέος πήγε πάλι στον τάφο κι άμα άκουσε το «Κρίσις ω Κρίσις», όπως του είπε ο πνευματικός, ρώτησε και τότε άκουσε να λέει ο πεθαμένος «έως δέκα χρόνους». Την απόκριση του πεθαμένου από τον τάφο μετέφερε ο νέος στον πνευματικό, ο οποίος του είπε: «Παιδί μου κάνε θερμή προσευχή στο Θεό, ο οποίος μόνος γνωρίζει τα κρίματα αυτά, ώσπου να περάσουν τα δέκα χρόνια και τότε έλα πάλι για να δούμε τι ο Κύριος θα φανερώσει. Με φόβο, αγωνία και τρόμο πέρασαν τα δέκα χρόνια, κίνησε ο νέος να πάει στον πνευματικό για να δει μήπως έχει εκείνος καμιά πληροφορία στην απορία τους αυτή. Ο πνευματικός του είπε γύρισε στο σπίτι σου και κάνε θερμή προσευχή ίσως μας λυπηθεί ο Θεός και δώσει τέλος σ' αυτό το μαρτύριο της συνειδήσεως. Ο νέος επιστρέφοντας για το σπίτι του πέρασε από την αγορά της πόλεως και πήρε από το κρεοπωλείο ένα κατσικίσιο κεφάλι για να το μαγειρέψει, το έβαλε στο σακίδιο του και στον δρόμο που πήγαινε, χωρίς αυτός να καταλάβει τίποτα, από το σακίδιο έσταζε νωπό αίμα. Τούτο κίνησε την περιέργεια των ανθρώπων από εκεί που περνούσε και τον παρακολούθησαν, τον σταμάτησαν και τον ρώτησαν τι έχει μέσα στον σάκο του που στάζει αίμα; Αυτός είπε ότι από το κρεοπωλείο πέρασε και αγόρασε ένα κεφάλι κατσικίσιο για να φτιάξει φαγητό. Οι άνθρωποι όμως δεν τον πίστεψαν, άνοιξαν τον σάκο και είδαν μέσα αντί για κατσικίσιο να είναι ανθρώπινο κεφάλι, το οποίο ήταν μόλις φρεσκοκομμένο και έσταζε αίμα!! Αμέσως τον συνέλαβαν, τον παρέδωσαν στον Κριτή, όπου ομολόγησε το έγκλημα, που πριν από δέκα χρόνια είχε σκοτώσει τον θετό πατέρα του, τον οποίο λήστεψε και έθαψε στην ερημιά!! Ο Κριτής ξέθαψε το σώμα του νεκρού και είδε ότι έλειπε το κεφάλι, το οποίο ήταν εκείνο που, ο νέος, είχε στο σακίδιο του, οπόταν καταδικάστηκε αμέσως σε θανατική ποινή για να αποδοθεί αυτό που ζήταγε ο νεκρός, την δικαιοσύνη, σύμφωνα με το ρητό της αγίας Γρα­φής που λέει ότι «πάντες οι λαβόντες μάχαιραν, εν μαχαίρα αποθανούνται» (Ματθ. ΚΣΤ' 52), επειδή μπροστά στα μάτια του Θεού δεν υπάρχει, τίποτε το κρυπτό: «ουκ εστί κρυπτόν ο ου φανερόν γενήσεται καί άπόκρυφον ο ου γνωσθήσεται» (Ματθ. Ι' 26).

Από: Giannis Spanos
https://leimwnas.blogspot.com/

Αγάπησε τον Ένα για να σε αγαπήσουν όλοι




«Αγάπησε τον Ένα για να σε αγαπήσουν όλοι. Θα σε αγαπούν όχι μόνο οι άνθρωποι, αλλά και αυτά τα άλογα ζώα, γιατί η θεία χάρη όταν βγαίνει έξω, ηλεκτρίζει και μαγνητίζει ό,τι βρεί μπροστά της. 
Αλλά όχι μόνο θα σε αγαπούν, θα εικονίζεται το αγνό παρθενικό πρόσωπο Εκείνου, που θα αγαπάς και θα λατρεύεις».

Αρχιμανδρίτης Αμφιλόχιος Μακρής
https://inpantanassis.blogspot.com/

Οι ίδιοι θέλουν




Ήθελα να σας διαβεβαιώσω ότι το Άγιον Όρος καλεί τους ανθρώπους εκείνους που οι ίδιοι ποθούν, οι ίδιοι θέλουν, οι ίδιοι ζητούν να ακολουθήσουν τον Χριστό. 
Έρχονται γιατί εδέχθηκαν στην καρδιά τους το «ακολούθει μοι» του Χριστού μας. 
Ο Χριστός είπε το «ακολούθει μοι» στους 12 μαθητές, όμως εξακολουθεί να το προσφέρει και σήμερα σε όσους ειλικρινά Τον ποθούν και ειλικρινά Τον αγαπούν.

Γέροντας Εφραίμ Βατοπαιδινός
https://inpantanassis.blogspot.com/

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς, ο ελεήμων και ομολογητής Επίσκοπος




Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου – Καθηγητού 
Η ρωσική Ορθοδοξία έχει να παρουσιάσει ένα μεγάλο νέφος αγίων, το οποίο κοσμεί το αγιολογικό στερέωμα της Εκκλησίας μας. Ιδιαίτερα ανάδειξη αγίων έχουμε στα νεότερα χρόνια, όταν η Ρωσική Εκκλησία είχε εισέλθει στις γνωστές ιστορικές της περιπέτειες. Ένας από τους σύγχρονους επιφανείς Ρώσους αγίους είναι και ο άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς, Επίσκοπος Σανγκάης και Σαν Φρανσίσκο, της ορθοδόξου ρωσικής διασποράς. 
     Γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου του 1896 στο χωριό Αντάμοβκα της επαρχίας Χαρκώβ στη Νότια Ρωσία. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Μιχαήλ. Οι γονείς του ονομάζονταν Μπόρις και Γλαφύρα και ήταν απόγονοι της ονομαστής αριστοκρατικής και ευσεβούς οικογένειας Μαξίμοβιτς. Μάλιστα ένα μέλος της οικογένειας, ο Ιωάννης Μαξίμοβιτς, υπήρξε ονομαστός Ιεράρχης, Επίσκοπος Τομπόλσκ, ο οποίος έγινε άγιος (εορτάζει στις 10 Ιουνίου) και το τίμιο λείψανό του παραμένει άφθορο στην πόλη  Τομπόλσκ.
        Οι ευσεβείς γονείς του τον  μεγάλωσαν με την πίστη στο Θεό και την ευλάβεια στην Ορθοδοξία. Αλλά και ο ίδιος έδειχνε από μικρός μια ασυνήθιστη αγάπη για το Θεό και ισχυρή ροπή να ζει την εκκλησιαστική ζωή. Αν και φιλάσθενος, έτρωγε λίγο και τηρούσε όλες τις νηστείες της Εκκλησίας. Του άρεσε να συχνάζει στην Εκκλησία και όταν έπαιζε με τα στρατιωτάκια του τα έντυνε μοναχούς. Προσευχόταν με κατάνυξη πολλές ώρες, στεκούμενος όρθιος. Του άρεσε να συλλέγει εικόνες, θρησκευτικά βιβλία και να διαβάζει βίους αγίων. Φρόντιζε δε να τους διηγείται στα τέσσερα μικρότερα αδέλφια του. Με τον εαυτό του ήταν πολύ αυστηρός και εφάρμοζε με ακρίβεια τις εκκλησιαστικές και εθνικές παραδόσεις. Η παιδαγωγός του Γαλλίδα, εντυπωσιάστηκε τόσο από τη βίωση της Ορθοδοξίας του μαθητή της, του Μιχαήλ, με αποτέλεσμα να μεταστραφεί και να βαπτιστεί ορθόδοξη!    
      Στα 1907, σε ηλικία έντεκα ετών, οι γονείς του έστειλαν τον Μιχαήλ να σπουδάσει στην Στρατιωτική Σχολή της πόλης Πολτάβα. Εκεί γνώρισε και συνδέθηκε μαζί του τον σεβάσμιο Επίσκοπο Πολτάβας Θεοφάνη, ο οποίος ενθουσίασε τον Μιχαήλ και άσκησε μεγάλη επιρροή στην ψυχή του. Του ενέπνευσε ισχυρή πίστη στο Θεό. Σε κάποια στρατιωτική παρέλαση, ενώ περνούσε μπροστά από τον Καθεδρικό ναό της πόλεως, ο νεαρός Μιχαήλ έκαμε το σταυρό του, κάτι που απαγόρευε το στρατιωτικό πρωτόκολλο την ώρα της παρέλασης. Οι συμμαθητές του τον περιγέλασαν και οι καθηγητές αποφάσισαν να τον τιμωρήσουν. Όμως ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος, που ήταν έφορος της σχολής πρότεινε να μην τιμωρηθεί, διότι διέγνωσε σ’ αυτόν βαθειά θρησκευτική πίστη. 
      Στα 1914 αποφοίτησε από την στρατιωτική ακαδημία, αλλά επειδή δεν ήθελε να ακολουθήσει στρατιωτική καριέρα, εξεδήλωσε την επιθυμία να σπουδάσει Θεολογία, στη Θεολογική Σχολή του Κιέβου. Οι γονείς του αντέδρασαν και έτσι αναγκάστηκε να σπουδάσει νομικά και έτσι γράφηκε στη Νομική Σχολή. 
       Το 1917 ξέσπασε η οκτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία και η χώρα κατελήφθη από τους αθέους μαρξιστές. Στα 1921 ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος, ο οποίος ανάγκασε πολλούς Ρώσους να καταφύγουν στο εξωτερικό. Μαζί με αυτούς, έφυγε και η οικογένεια του Μιχαήλ και εγκαταστάθηκε στη Γιουγκοσλαβία. Ο Μιχαήλ γράφηκε στη Θεολογική Σχολή του Βελιγραδίου, ενώ παράλληλα πωλούσε εφημερίδες για να ζήσει.
      Μέσα του γεννήθηκε η επιθυμία να γίνει κληρικός και να υπηρετήσει την Εκκλησία του Χριστού. Έτσι το 1924 χειροθετήθηκε αναγνώστης από τον Επίσκοπο Αντώνιο της Ρωσικής Εκκλησίας στο Βελιγράδι. Δύο χρόνια μετά, το 1926, χειροτονήθηκε διάκονος και εκάρη μοναχός, με το όνομα Ιωάννης, στην Ιερά Μονή Μίλκοβ και εν συνεχεία χειροτονήθηκε πρεσβύτερος.
      Το 1934 διορίστηκε καθηγητής στην Ιερατική Σχολή  στην πόλη Βιτόλ της Σερβίας και στη συνέχεια εκλέχτηκε Επίσκοπος Σαγκάης. Στην αρχή αρνήθηκε, λόγω κάποιου προβλήματος στην ομιλία του. Όμως τελικά πείστηκε, διότι αυτό το θεώρησε κλήση από το Θεό, να εργαστεί για τον ευαγγελισμό της αχανούς ειδωλολατρικής χώρας της Κίνας.  Στις 21 Νοεμβρίου του 1934 έφτασε στην Σαγκάη, βρίσκοντας έναν ημιτελή ναό και ένα μικρό ποίμνιο διχασμένο από εθνικές έριδες. Ρίχτηκε με πάθος στον αγώνα να οργανώσει την Ορθόδοξη Εκκλησία. Κατόρθωσε να μονιάσει τους πιστούς, αποτέλειωσε το ναό και  ίδρυσε ορφανοτροφείο, στο όνομα του Αγίου Τύχωνα του Ζαντίσκο, για τα ορφανά της περιοχής τα οποία δυστυχούσαν και πέθαιναν από εγκατάλειψη. Περιμάζεψε περισσότερα από 3.500!  Λειτουργούσε, κήρυττε και μετέστρεφε στην Ορθοδοξία πλήθος ανθρώπων.
     Όμως ξέσπασε η κομμουνιστική επανάσταση και στην Κίνα και άρχισε ένας απηνής διωγμός κατά της θρησκείας. Ο άγιος Ιωάννης αναγκάστηκε να φύγει, παίρνοντας μαζί του και τα ορφανά στις Φιλιππίνες και αργότερα στην Αμερική και στην Αυστραλία. Το 1951 βρίσκεται εγκατεστημένος στις Η.Π.Α. Οι εκεί Ρώσοι Επίσκοποι τον έστειλαν στην Επισκοπή του Παρισιού και των Βρυξελλών. Ο Ιωάννης δέχτηκε. Εκεί σημείωσε ένα αξιόλογο ποιμαντικό έργο, κάνοντας γνωστή την Ορθοδοξία στην Ευρώπη. Εκεί του δόθηκε η ευκαιρία να μελετήσει τους Πατέρες και να συγγράψει τους βίους των Αγίων, πριν την απόσχιση του Παπισμού από την Εκκλησία. Για πρώτη φορά γνώρισαν οι ευρωπαίοι τους αγίους της Ορθόδοξης Ανατολής και την ορθόδοξη πνευματικότητα.
     Το 1962 επέστρεψε στις Η.Π.Α. και εξελέγη Επίσκοπος του Σαν Φρανσίσκο, της Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς. Εκεί επιτέλεσε ένα αξιοθαύμαστο ποιμαντικό έργο και έγιναν γνωστές οι αρετές του και η αγιότητά του. Στις 2 Ιουλίου 1966, συνόδευσε στο Σιάτλ των Η.Π.Α. τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας του Κούρση. Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, έμεινε στο Ιερό Βήμα προσευχόμενος για τρεις ώρες. Κατόπιν αποσύρθηκε στο δωμάτιό του να αναπαυθεί. Κάθισε σε μια πολυθρόνα. Εκεί άφησε ήρεμα την τελευταία του πνοή. Η αγιασμένη ψυχή του πέταξε στον ουρανό να συναντήσει το Χριστό, που τόσο αγάπησε και πόθησε στην επίγεια ζωή του. Αργότερα έγινε γνωστό πως ο άγιος είχε προγνώσει το θάνατό του. Λίγες μέρες πριν είχε στείλει επιστολή στις μοναχές της Λέσνα στη Γαλλία, στέλνοντας τις στερνές ευλογίες του. Το ιερό του σκήνωμα μεταφέρθηκε στον Καθεδρικό Ναό του Σαν Φρανσίσκο, που ο ίδιος είχε ολοκληρώσει. Έγινε ολονυκτία, με τη συμμετοχή χιλιάδων πιστών. Κατόπιν έγινε λιτανεία του Λειψάνου, το οποίο το σήκωσαν τα ορφανά που είχε φέρει από τη Σαγκάη. Ετάφη στο παρεκκλήσιο του υπογείου του Ναού, κάτω από το Ιερό Βήμα, στις 7 Ιουλίου το απόγευμα. 
     Το φθινόπωρο του 1993 η Σύνοδος των Επισκόπων της Αμερικής, υπό τον Αρχιεπίσκοπο του Σαν Φρανσίσκο Αντώνιο, έκαμαν την εκταφή και βρήκαν το ιερό λείψανό του σε θαυμαστή αφθαρσία! Στις 2 Ιουλίου του 1994 έγινε η αγιοκατάταξή του και ορίστηκε να τιμάται η μνήμη του στης 2 Ιουλίου. 
    Ο άγιος Ιωάννης, επειδή ταξίδευε συχνά με αεροπλάνα, ανακηρύχτηκε προστάτης όσων ταξιδεύουν αεροπορικώς.

https://www.nyxthimeron.com/

ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΕΩΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΕΣΘΗΤΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΕΝ ΒΛΑΧΕΡΝΑΙΣ




«Δύο πατρίκιοι, ο Γάλβιος και ο Κάνδιδος που ήταν αδέλφια, πηγαίνοντας στα Ιεροσόλυμα να προσκυνήσουν έφτασαν στην Παλαιστίνη. Ευρισκόμενοι στη Γαλιλαία και βρίσκοντας την τιμία Εσθήτα της Θεοτόκου να τιμάται από κάποια Εβραία γυναίκα, σκέφτηκαν να της την πάρουν. Λοιπόν, όταν έφτασαν στα Ιεροσόλυμα και προσκύνησαν κάθε άγιο τόπο, παρήγγειλαν και έφτιαξαν μία όμοια σορό μ’  εκείνην που ήταν κατατεθειμένη η τιμία Εσθήτα της Θεομήτορος, οπότε κατά την επάνοδό τους έβαλαν τη δική τους άδεια σορό στη θέση της άλλης της Εβραίας γυναίκας. Παίρνοντας λοιπόν με τον τρόπο αυτόν το θείο και ιερό ένδυμα επέστρεψαν στον τόπο τους. Φτάνοντας στην Κωνσταντινούπολη απέθεσαν τη σορό με την Εσθήτα της Θεοτόκου στο προάστιό τους που ονομαζόταν Βλαχέρνες, έχοντας ως σκοπό να κρύψουν τον θησαυρό. Επειδή όμως δεν μπορούσαν να το κατορθώσουν, το φανέρωσαν στον Βασιλιά, ο οποίος όταν άκουσε τι έγινε γέμισε από άφατη χαρά κατασπαζόμενος την ιερά Εσθήτα, κι όχι μόνο αυτό αλλά οικοδόμησε και ναό στο προάστιο των Βλαχερνών, μέσα στον οποίο κατέθεσε την αγία σορό. Εκεί λοιπόν τώρα ευρισκόμενη η τιμία αυτή σορός, μέχρι και τώρα αποτελεί το φυλακτήριο της πόλεως και  τη σωτηρία από τις νόσους και τους εχθρούς».  
Το αποτέλεσμα μίας «κλεψιάς» εορτάζει κατ’  ουσίαν σήμερα η Εκκλησία μας. Μίας κλεψιάς που έχει όμως ιερό χαρακτήρα – έγινε κατ’  ευδοκίαν Θεού -  αφού η Εσθήτα (ή Μαφόρι) της Παναγίας, όπως και η τιμία Ζώνη της, ανήκουν σ’  εκείνους που τιμούν την Παναγία και την αποδέχονται ως την κατεξοχήν Μοναδική γυναίκα στον κόσμο, διαχρονικά και παγκόσμια, που καμία άλλη δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί της, αφού δι’  αυτής ήλθε ως άνθρωπος ο Υιός του Θεού στον κόσμο. Μόνον με άλλα λόγια εκείνος που πιστεύει στον Χριστό ως Θεό και άνθρωπο μπορεί να πιστέψει και την ιδιαίτερη και ξεχωριστή θέση της Πανάγνου Μαριάμ -  Χριστός και Παναγία Μητέρα Του πάντοτε συνθεωρούνται – οπότε και να τιμήσει οτιδήποτε σχετίζεται μ’  Αυτήν, είτε είναι η Ζώνη της είτε είναι η Εσθήτα της. Ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ, γι’ αυτό, δεν προβληματίζεται καθόλου για την ηθική ποιότητα της πράξεως των δύο πατρικίων αδελφών. Την θεωρεί ως εκ Θεού γενομένη, τόσο που την παραλληλίζει με τον χιτώνα του Κυρίου. Όπως, λέει στον στίχο του συναξαρίου, ο Θεός θέλησε ο χιτώνας Του να βρεθεί στα χέρια των δημίων Του φρουρών κάτω από τον Σταυρό Του, έτσι και η Εσθήτα της Παναγίας να βρεθεί στη Χριστοφρούρητο πόλη, την Κωνσταντινούπολη και δη στο προάστιό της τις Βλαχέρνες.
Απόδειξη βεβαίως της ευδοκίας του Θεού για την «παράνομη» ανθρωπίνως, αλλ’ έννομη θεϊκώς πράξη της μεταφοράς της σορού είναι τα άπειρα θαύματα που «σαν να τρέχουν ποτάμια» (κάθισμα όρθρου) γίνονται από τότε και μετέπειτα, καθώς μάλιστα παραμένουν αδιάφθορα από την επίδραση του χρόνου (απολυτ.). Όχι μόνο μεμονωμένα οι πιστοί ντύνονται τη δύναμη και τη χάρη της Θεοτόκου, αλλά και η Κωνσταντινούπολη δια της τιμίας σορού την έχει ως φρουρό και τείχος της (στιχ. εσπ., κ.α.).  Και ποια η αιτία για τη μεγάλη αυτή δύναμη και χάρη που κέκτηνται η Εσθήτα και η Ζώνη της Θεοτόκου; Πρώτον, το γεγονός ότι τα φόρεσε Εκείνη η Πρώτη και Μοναδική, η χάρη της Οποίας μεταγγίστηκε και στα ενδύματά της, τόσο που η κατοχή αυτών Εκείνην προβάλλει – τιμώντας την Εσθήτα και τη Ζώνη την Παναγία τιμάμε. «Ο ναός σου, Δέσποινα, που έχει το ιερό μαφόριό Σου ως θησαυρό αγιάσματος, κάθε φορά αγιάζει όλους εμάς που προστρέχουμε σε Σένα και Σε μακαρίζουμε κατά χρέος» (απόστ. εσπ.).
Και δεύτερον, γιατί με την Εσθήτα αγιάζεται και ο πιστός λαός, ο οποίος έρχεται σ’ επαφή, και «υλικά», με τον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό: ο χιτώνας αυτός τύλιξε ως βρέφος και τον Κύριο! «Καθαγίασες την ιερή Εσθήτα λόγω της επαφής της μ’ Αυτόν που ήλθε ως άνθρωπος επί της γης για χάρη μας, όπως κι επειδή τύλιξες μ’ αυτήν το σώμα σου, Παρθένε. Μ’ αυτήν την Εσθήτα αγιάζεις όλους τους δούλους σου που σε υμνολογούμε» (ωδή α΄) – ο «υλισμός» της χριστιανικής πίστεως προβάλλεται κατά απόλυτο θα λέγαμε τρόπο, κάτι που παραπέμπει προς ιδιαίτερη θεμελίωση και στο γεγονός της Μεταμορφώσεως του Κυρίου, όπου και τα ενδύματά Του «μεταποιήθηκαν» και έγινα λευκά σαν το χιόνι!
Είναι πολύ συγκινητική η ιστορική αναφορά ότι και Βασιλείς δέχτηκαν πλούσια την ίαση και τη χάρη της Θεοτόκου διά της Εσθήτος και της Ζώνης της (βλ. την αντίστοιχη εορτή της 31ης Αυγούστου), με τη βασική σημείωση βεβαίως ότι η προσέγγισή τους γίνονται με πίστη και με καθαρότητα νου, που θα πει από εκείνους που μέσα στην Εκκλησία αγωνίζονται τον πνευματικό αγώνα, συλλειτουργώντας με τους Αγγέλους! Όπως το σημειώνει το δοξαστικό του εσπερινού και όχι μόνο: «Αφού καθαρίσουμε τις φρένες και τον νου μας, ας πανηγυρίσουμε και εμείς μαζί με τους Αγγέλους».  

https://pgdorbas.blogspot.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Α´ 39 - 49
39 Ἀναστᾶσα δὲ Μαριὰμ ἐν ταῖς ἡμέραις ταύταις ἐπορεύθη εἰς τὴν ὀρεινὴν μετὰ σπουδῆς εἰς πόλιν Ἰούδα, 40 καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν οἶκον Ζαχαρίου καὶ ἠσπάσατο τὴν Ἐλισάβετ. 41 καὶ ἐγένετο ὡς ἤκουσεν ἡ Ἐλισάβετ τὸν ἀσπασμὸν τῆς Μαρίας, ἐσκίρτησεν τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς· καὶ ἐπλήσθη Πνεύματος ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ 42 καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καὶ εἶπεν· Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. 43 καὶ πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρὸς μέ; 44 ἰδοὺ γὰρ ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησεν τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῇ κοιλίᾳ μου. 45 καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου. 46 Καὶ εἶπε Μαριάμ· Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον 47 καὶ ἠγαλλίασε τὸ πνεῦμά μου ἐπὶ τῷ Θεῷ τῷ σωτῆρί μου, 48 ὅτι ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης αὐτοῦ. ἰδοὺ γὰρ ἀπὸ τοῦ νῦν μακαριοῦσί με πᾶσαι αἱ γενεαί. 49 ὅτι ἐποίησέ μοι μεγάλα ὁ δυνατός καὶ ἅγιον τὸ ὄνομα αὐτοῦ,
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Α´ 56 - 56
56 Ἔμεινε δὲ Μαριὰμ σὺν αὐτῇ ὡσεὶ μῆνας τρεῖς καὶ ὑπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον αὐτῆς.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Α´ 39 - 49
39 Ἐσηκώθη δὲ ἡ Μαριὰμ κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτάς, ποὺ ἐπηκολούθησαν εἰς τὸν εὐαγγελισμόν της, καὶ ἐπῆγε γρήγορα καὶ χωρὶς ἀναβολὴν εἰς τὴν ὀρεινὴν περιοχὴν τῆς Ἰουδαίας, εἰς κάποιαν πόλιν τῆς περιφερείας, εἰς τὴν ὁποίαν κατοικοῦσεν ἡ φυλὴ τοῦ Ἰούδα. 40 Καὶ ἐμβῆκεν εἰς τὸ σπίτι τοῦ Ζαχαρίου καὶ ἐχαιρέτισεν αὐτὴ πρώτη τὴν Ἐλισάβετ. 41 Καὶ συνέβη τὴν στιγμήν, ποὺ ἤκουσεν ἡ Ἐλισάβετ τὸν χαιρετισμὸν τῆς Μαρίας, ἐπήδησε τὸ βρέφος μέσα εἰς τὴν κοιλίαν της. Καὶ ἐπληρώθη ἡ Ἐλισάβετ ἀπὸ Πνεῦμα Ἅγιον. 42 Καὶ ἐξ αἰτίας τῆς μεγάλης χαρᾶς καὶ ἐκπλήξεώς της ἐφώναξε μὲ μεγάλην φωνὴν καὶ εἶπεν· Εἶσαι σὺ εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεὸν περισσότερον ἀπὸ κάθε ἄλλην γυναῖκα. Καὶ εὐλογημένον εἶναι καὶ τὸ ἔμβρυον, ποὺ ἐβλάστησεν ὡς καρπὸς ἄχραντος καὶ παρθενικὸς εἰς τὴν κοιλίαν σου. 43 Καὶ διὰ ποίαν ἀρετὴν ἢ ἀξίαν μου ἔγινεν εἰς ἐμὲ ἡ τιμὴ αὐτή, νὰ ἔλθῃ πρὸς ἐπίσκεψίν μου ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου μου; 44 Ναί· εἶσαι ἡ μητέρα τοῦ Κυρίου μου, διότι ἰδοὺ μόλις ἦλθεν εἰς τὰ αὐτιά μου ἡ φωνὴ τοῦ χαιρετισμοῦ σου, ἐπήδησε μέσα εἰς τὴν κοιλίαν μου τὸ βρέφος μὲ ἀσυγκράτητον χαράν. 45 Καὶ μακαρία εἶναι ἐκείνη, ποὺ ὅπως σὺ ἐπίστευσεν, ὅτι θὰ λάβουν τελείαν καὶ πλήρη πραγματοποίησιν ἐκεῖνα, ποὺ τῆς ἔχει εἴπει ὁ Κύριος διὰ τοῦ ἀγγέλου του καὶ δὲν ἐπέδειξε τὴν ἀπιστίαν τοῦ τιμωρηθέντος συζύγου μου. 46 Καὶ εἶπεν ἡ Μαριάμ· Ἀνυμνεῖ καὶ δοξάζει ἡ ψυχή μου τὸ μεγαλεῖον τοῦ Κυρίου· 47 καὶ ἐχάρη πολὺ τὸ βάθος τῆς καρδίας μου διὰ τὸν Θεόν, ποὺ ἔσωσε καὶ ἐμὲ μαζὶ μὲ ὅλον τὸ ἀνθρώπινον γένος. 48 Ἀνυμνεῖ ἡ ψυχή μου τὸν Κύριον, διότι ἔρριψεν εὐμενὲς βλέμμα εἰς τὴν μικρότητα καὶ ἀσημότητα ἐμοῦ, ποὺ εἶμαι δούλη του. Καὶ διὰ τοῦτο ἰδού, ἀπὸ τώρα θὰ μὲ μακαρίζουν ὅλαι αἱ γενεαὶ τῶν πιστῶν. 49 Καὶ θὰ μὲ μακαρίζουν, διότι έφ’ ὅσον μὲ ἠξίωσε νὰ γίνω μητέρα τοῦ Σωτῆρος, ἔκαμεν εἰς ἐμὲ μεγάλα καὶ θαυμαστὰ ἔργα αὐτός, τοῦ ὁποίου εἶναι ἀπεριόριστος ἡ δύναμις καὶ ἅγιον τὸ ὄνομά του. Καὶ ἔτσι μὲ τὰ καταπληκτικὰ εἰς δύναμιν καὶ ἁγιότητα ἔργα του ὄχι μόνον ἀνυψώνει, ἀλλὰ καὶ ἁγιάζει τοὺς ταπεινούς του δούλους.
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Α´ 56 - 56
56 Ἔμεινε δὲ ἡ Μαριὰμ μαζὶ μὲ τὴν Ἐλισάβετ περίπου τρεῖς μῆνας καὶ ὅταν πλέον ἐπλησίασεν ἡ ὥρα νὰ γεννήσῃ αὔτη, ἡ Μαρία ἐπέστρεψεν εἰς τὴν οἰκίαν της.