Κυριακή 1 Μαρτίου 2026

Η σημασία των ιερών Εικόνων στην ελληνορθόδοξη παράδοση




Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου -  Καθηγητού
Η Α΄ Κυριακή των Νηστειών είναι αφιερωμένη στην μεγάλη εορτή της Ορθοδοξίας μας. Σύμπασα η Εκκλησία εορτάζει με κάθε λαμπρότητα, με κύριο  χαρακτηριστικό του εορτασμού την περιφορά των ιερών εικόνων και την ανάγνωση του Συνοδικού της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου σε όλους τους ναούς.  
     Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας όρισαν να εορτάζεται η ημέρα αυτή σε ανάμνηση της παύσης της εικονομαχίας και της οριστικής αναστήλωσης των ιερών εικόνων από την  ευσεβή βασίλισσα  του Βυζαντίου Θεοδώρα (μετέπειτα αγία της Εκκλησίας μας) στις 4-3-843. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε μείζονος σημασίας διότι με τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787), ολοκληρώθηκε η διατύπωση της δογματικής διδασκαλίας της Εκκλησίας μας (τριαδολογικό και χριστολογικό δόγμα). Η εικονομαχική έριδα (726-843) υπήρξε άλλωστε ένας θλιβερός σταθμός της εκκλησιαστικής ιστορίας, η οποία προξένησε αφάνταστη φθορά στο σώμα της Εκκλησίας. Μέσα όμως από αυτή τη λαίλαπα βγήκε και κάτι θετικό, η διατύπωση της θεολογίας των ιερών εικόνων, η οποία κατ ουσίαν, όπως θα δούμε, είναι επέκταση και ανάπτυξη του χριστολογικού δόγματος.
      Το πρόβλημα της εικονομαχίας το προκάλεσαν παράγοντες έξω από την Ελληνορθοδοξία. Ο Ιουδαϊσμός και ο Ισλαμισμός θεωρούν τον εικονισμό ως ειδωλολατρία. Γενικά η λαοί της Μέσης Ανατολής απεχθάνονται την εικονική τέχνη, γι’ αυτό και πέρασε αυτή η νοοτροπία στις θρησκείες τους. Αντίθετα ο Ελληνισμός, η πιο ευγενική έκφραση του παγκοσμίου πολιτισμού, όχι μόνο δέχεται τον εικονισμό, αλλά και τον προήγαγε σε ύψιστη τέχνη.
        Ο Χριστιανισμός στην ορθόδοξη μορφή του, όπως είναι γνωστό, απόρριψε  τις προλήψεις του  παρελθόντος και υιοθέτησε κάθε άξία που προάγει την ανθρώπινη προσωπικότητα. Ο Ελληνισμός  έδωσε άπειρα στοιχεία χρήσιμα στη νέα πίστη. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Ελληνισμός στην γνήσια μορφή του μεταστοιχειώθηκε ως Χριστιανισμός και συγκεκριμένα σε Ελληνορθοδοξία! 
        Η απαράμιλλη εικονική  ελληνική τέχνη παραλήφθηκε από την Εκκλησία και χρησιμοποιήθηκε για την ποιμαντική Της διακονία. Η εικόνα από την εποχή των κατακομβών μέχρι σήμερα λειτουργεί ως το βιβλίο των αγραμμάτων στους ναούς. Για να είναι αυτό σύμφωνο με την θεολογία της Εκκλησίας μας, οι Πατέρες διατύπωσαν  προσεκτική διδασκαλία σύμφωνη με τις βιβλικές επιταγές. 
      Βεβαίως η Παλαιά Διαθήκη απαγορεύει ρητά την προσκύνηση ομοιωμάτων - ειδώλων του Θεού (Έξοδ. 20,4), αλλά μέχρι τότε ο Θεός ήταν άγνωστος στους ανθρώπους,  και γι' αυτό είχαν αντικαταστήσει τη λατρεία του Θεού με ξόανα και άλλα ομοιώματα. Αυτή τη λατρεία απαγορεύει η Παλαιά Διαθήκη. Στην Καινή Διαθήκη, την εποχή της χάριτος, ο Θεός έγινε άνθρωπος στο πρόσωπο του Χριστού, «ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν, και εθεασάμεθα την δόξαν αυτού» (Ιωάν. 1,14). Τον είδαμε, τον ακούσαμε «και αι χείρες ημών εψηλάφησαν» Αυτόν (Α΄ Ιωάν. 1,1), «Ημείς δε ανακεκαλυμμένω προσώπω την δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμεθα» (Ι. Δαμασκ. P.G. 94,1328). Η πραγματική ενανθρώπησή Του μας υποχρεώνει να Τον θεωρούμε τέλειο άνθρωπο, όπως και τέλειο Θεό. Κατά συνέπεια ως πραγματικός άνθρωπος μπορεί ακόμα και να εικονισθεί, διαφορετικά η μη παραδοχή του εικονισμού Του σημαίνει μη παραδοχή της πραγματικής ενανθρώπησής Του.
       Οι μεγάλοι Πατέρες και διδάσκαλοι της Εκκλησίας μας, που αναδείχθηκαν μέσα από τη λαίλαπα της εικονομαχίας, διατύπωσαν το ορθόδοξο δόγμα με προσοχή και ευλάβεια. Η προσκύνηση της ιερής εικόνας του Χριστού και των άλλων ιερών προσώπων του Χριστιανισμού δεν είναι ειδωλολατρία, όπως κατηγορούνταν από τους εικονομάχους, αλλά η τιμή απευθύνεται προς το εικονιζόμενο πρόσωπο, καθότι «η της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει» (Μ. Βασίλειος P.G. 32,149) και «Προσκυνούμεν δε ταις εικόσιν ου τη ύλη προσφέροντες την προσκύνησιν, αλλά δι΄αυτών τοις εν αυταίς εικονιζομένοις» (Ι. Δαμασκ. P.G. 94 1356). Η  ευλογία και η χάρη που λαμβάνει ο πιστός από την προσκύνηση των ιερών εικόνων δίνεται από το ζωντανό ιερό πρόσωπο και όχι από την ύλη της εικόνας. 
      Η εικόνα έχει επίσης τεράστια ποιμαντική χρησιμότητα. Μια εικόνα, σύμφωνα με  γλωσσική έκφραση, αξίζει περισσότερο από χίλιες λέξεις. Αυτό σημαίνει ότι μέσω της εκκλησιαστικής εικονογραφίας οι πιστοί βοηθούνται να αναχθούν στις υψηλές πνευματικές θεωρίες και στο θείο.
       Οι εικονοκλαστικές αρχές της εικονομαχικής περιόδου δυστυχώς υιοθετήθηκαν στη συνέχεια από διάφορες αιρετικές ομάδες και διασώζονται ως τις μέρες μας. Οι διάφορες προτεσταντικές ομάδες έχουν ως κύρια αρχή τους τον ανεικονισμό και πολεμούν με λύσσα την Ορθοδοξία μας, η οποία δέχεται την τιμητική προσκύνηση των ιερών προσώπων της πίστεώς μας μέσω των ιερών εικόνων.
      Απαντάμε στους σύγχρονους εικονοκλάστες ότι η Αγία μας Καθολική Εκκλησία καθόρισε επακριβώς τα όρια της αλήθειας και της πλάνης. Μια προσεκτική ανάγνωση του «Συνοδικού» της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, που διαβάζεται στους ναούς την Κυριακή της Ορθοδοξίας, περιχαρακώνει την βιβλική αλήθεια και δίνει πειστική απάντηση στους επικριτές της Εκκλησίας μας. Η εικονομαχία είναι αποστροφή προς την ύλη, απόρροια των αιρετικών μανιχαϊστικών δοξασιών, οι οποίες δυστυχώς πέρασαν μέσα στις διδασκαλίες πολλών αιρετικών ομάδων, όπως και των συγχρόνων μας αιρετικών προτεσταντών. 
     Αλλά δεν έχει μόνο σημασία για την Εκκλησία η αναστήλωση των Ιερών Εικόνων, αλλά και για τον παγκόσμιο πολιτισμό. Ο μονολιθικός θρησκευτικός ανεικονισμός είχε αναμφίβολα αρνητικές συνέπειες για την προαγωγή της εικονικής ωραιότητας. Η εικόνα και μάλιστα η θρησκευτική απεικόνιση, αποτελεί βασικό στοιχείο του παγκόσμιου πολιτισμού. Η παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά έχει να επιδείξει ανυπολόγιστης καλλιτεχνικής αξίας έργα θρησκευτικής ζωγραφικής. Τα σπουδαιότερα μνημεία – ναοί του κόσμου είναι καταστόλιστοι από εικονογραφίες άφθαστης τεχνοτροπίας. Το ίδιο και τα μεγάλα μουσεία επιδεικνύουν με καμάρι εικόνες θρησκευτικής τέχνης. Είναι γνωστό σε όλους το παγκόσμιο ενδιαφέρον για την ορθόδοξη εικονογραφία και γι’ αυτό οργανώνονται εκθέσεις με τεράστια επιτυχία.  Μπορούμε να σκεφτούμε ποια θα ήταν τα αποτελέσματα, αν επικρατούσαν οι εικονομάχοι στο Βυζάντιο. Δε θα είχαμε τη δυνατότητα να θαυμάζουμε αυτούς τους θησαυρούς, οι οποίοι είναι για μας τους ορθοδόξους το ξεχείλισμα της πίστεως των διαχρονικών ιερών εικονογράφων. Άλλωστε η εικονογραφία για την Ορθοδοξία μας δεν ήταν μια μονοσήμαντη καλλιτεχνική έκφραση, αλλά βαθειά μυστική λειτουργία του εικονογράφου, ο οποίος ζωγράφιζε νηστεύοντας και προσευχόμενος!
    Μελετώντας επίσης με προσοχή το «Συνοδικό», που διαβάζεται αυτή τη μεγάλη ημέρα στους ναούς, κατά την τελετή της περιφοράς των Ιερών Εικόνων, μπορούμε να δούμε ξεκάθαρα τη μέριμνα των Πατέρων της αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου να αποκαθαρθεί η πίστη της Εκκλησίας από περιρρέουσες ιδέες του παρελθόντος, τις οποίες κάποιοι αναμίγνυαν με την διδασκαλία Της, ώστε να επικρατεί σύγχυση στους πιστούς. Βεβαίως το θέμα αυτό είναι μεγάλο δεν εξαντλείται σε μια παράγραφο του παρόντος άρθρου. 
      Κάποιοι, τα τελευταία χρόνια, που αρέσκονται να παριστάνουν τους «ελληναράδες», ασκούν σκληρή κριτική κατά των «όρων» της αγίας Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, ότι δήθεν μέσω αυτών …υβρίζεται ο ελληνισμός! Δεν κάνουν τον κόπο όμως να μελετήσουν την αντιφατικότητα και το ξεπερασμένο αυτών των απόψεων, τις οποίες αν και κάποιες από αυτές τις διατύπωσαν διακεκριμένοι σοφοί και συγγραφείς της αρχαίας Ελλάδος, όπως είναι οι πλατωνικές ιδέες για την προΰπαρξη των ψυχών, τις οποίες πρώτοι (η πλειοψηφία) των άλλων αρχαίων σοφών τις απέρριπτε (π.χ. σοφιστές, επικούρειοι, κλπ)! Ή έστω την άποψη κάποιων άλλων σοφών, οι οποίοι δίδασκαν την αιωνιότητα του υλικού κόσμου, την οποία και αυτή είχαν απορρίψει πάμπολλοι άλλοι σοφοί, όπως οι νεοπλατωνικοί, διότι έρχεται σε κραυγαλέα αντίθεση με το «Ένα», την πρωταρχική αρχή του κόσμου! 
      Αφού λοιπόν οι θεωρίες αυτές ήταν απορριπτόμενες από άλλους σοφούς της αρχαίας Ελλάδος, γιατί να τις υιοθετήσει η Εκκλησία, για την Οποία αυτές δοξασίες ήταν αντίθετες  με τη διδασκαλία Της; Ας αποκαλέσουν πρώτα υβριστές της Ελλάδος τους σοφιστές και τους επικούρειους, οι οποίοι δεν δέχονταν και πολεμούσαν το ιδεοκρατικό σύστημα του Πλάτωνος. Επίσης ας αποκαλέσουν πρώτα τον Πλάτωνα υβριστή της Ελλάδος, διότι θεωρούσε μόνες πραγματικότητες τις αρχετυπικές ιδέες και τον υλικό κόσμο μη πραγματικό, «φάσμα των ιδεών» και μετά την Αγία μας Εκκλησία και τους θεοφόρους Πατέρες μας! Ασφαλώς θα τρίζουν τα τιμημένα κόκκαλα όλων των αρχαίων σοφών προγόνων μας, οι οποίοι ήξεραν να βιώνουν το σεβασμό προς τον άλλον, έστω και αν διαφωνούσε μαζί τους! Θα τρίζουν από αγανάκτηση, διότι κάποιοι φανατικοί, αμαθείς και εμπαθείς έχρισαν τους εαυτούς τους σε όψιμους τιμητές και υπερασπιστές τους, μη γνωρίζοντας οι δύστυχοι ότι ο διαχρονικός ελληνικός πολιτισμός, από τα βάθη της ιστορίας, ως τα σήμερα, είναι σύνθεση και όχι δογματική μονολιθικότητα! 
      Οι θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας μας, ως γνήσιοι Έλληνες (στην καταγωγή, στη σκέψη και στη νοοτροπία) και εν προκειμένω οι Πατέρες της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, σκέφτηκαν και έπραξαν ελληνικά, εκφράστηκαν σύμφωνα με τα πιστεύω τους, ελεύθερα και απέκλεισαν κάποιες ιδέες από την επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας, οι οποίες δε συμφωνούσαν με Αυτήν. Σκέφτηκαν και έπραξαν όπως οι φημισμένοι πρόγονοί τους, οι οποίοι ήταν εκλεκτικοί, και όπως κάνουν οι Έλληνες οι μεταγενέστεροι. Έπραξαν ό, τι έπρατταν οι σοφιστές ή οι ηδονιστές, κατά των ιδεοκρατών ή ό, τι έπραττε ο μέγας Σωκράτης κατά των σοφιστών, οι οποίοι υπεράσπιζαν τις αρχές τους, απορρίπτοντας ό, τι δε συμφωνούσε με αυτές. 
     Θλιβερή εξαίρεση στη μακραίωνη παράδοσή μας είναι οι σύγχρονοι αρχαιόπληκτοι «αρχαιολάτρες» και άλλοι θολοκουλτουριάρηδες, οι οποίοι πάσχουν από ανίατο μονισμό για την αρχαία Ελλάδα. Λες και οι αρχαίοι τους «διόρισαν αγροφύλακες» στα αθάνατα διαχρονικά τους κτήματα, τα οποία είναι πια κτήματα όλου του πολιτισμένου κόσμου και πιο πολύ σε μας τους απογόνους τους! Υβριστής των αρχαίων προγόνων μας δεν είναι η Εκκλησία με τον απόλυτα δικαιολογημένο εκλεκτισμό Της, αλλά πραγματικοί υβριστές είναι όσοι βρίζουν τον διαχρονικό Ελληνισμό. Εν προκειμένω, πραγματικοί υβριστές είναι όσοι βρίζουν, με τη γνωστή υστερία, την πίστη εκατομμυρίων νεοελλήνων, οι οποίοι σε πείσμα των υβριστών τους βιώνουν το ελληνικό ιδεώδες ίσως γνησιότερα από εκείνους!    
     Σε αντίθεση με όλους τους λογής εικονοκλάστες, εμείς, ως ορθόδοξοι χριστιανοί, μετέχουμε της αλήθειας και ταυτόχρονα, ως Έλληνες, μετέχουμε του ωραίου. Χάρη σ' αυτές τις δύο σταθερές διαφέρουμε από όλους όσους έχουν μονοσήμαντες πίστεις και αναγάγουν τον μονισμό σε  έχουμε το προβάδισμα στην αληθινή πρόοδο και τον παγκόσμιο πολιτισμό και αναγκάζονται οι άλλοι να μας ακολουθούν…

https://www.nyxthimeron.com/

Η πίστη των Αποστόλων




Του π. Δημητρίου Μπόκου
Η αναστήλωση των εικόνων δίνει την ευκαιρία στην Εκκλησία να τονίσει την πιστότητά της στην αποστολική παράδοση, δηλαδή στην μία και μοναδική πίστη που παραδόθηκε μια για πάντα από τον Θεό στους Χριστιανούς. «Τη άπαξ παραδοθείση πίστει τοις αγίοις». Στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας, μια συνοπτική έκθεση της Ορθόδοξης πίστης, διακηρύσσεται με εντόνως εμφαντικό τρόπο: «Αύτη η πίστις των Αποστόλων, αύτη η πίστις των Πατέρων, αύτη η πίστις των Ορθοδόξων, αύτη η πίστις την Οικουμένην εστήριξε» (Κυριακή της Ορθοδοξίας).
Γιατί η πίστη των Αποστόλων είναι η βάση της Εκκλησίας;
Στην Αποκάλυψη παρουσιάζεται η Άνω Ιερουσαλήμ να περικλείεται από «τείχος μέγα και υψηλόν… και το τείχος της πόλεως έχον θεμελίους δώδεκα, και επ’ αυτών δώδεκα ονόματα των δώδεκα αποστόλων του αρνίου» (Αποκ. 21, 12-14). Οι Απόστολοι είναι τα θεμέλια της Εκκλησίας. Αλλά και αυτοί εδράζονται πάνω σε ένα άλλο ατράνταχτο θεμέλιο, στον ακρογωνιαίο λίθο που λέγεται Χριστός. Είναι ο λίθος που περιφρονήθηκε από τους οικοδομούντες, αλλά παρά την απόρριψή του «εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας». Αποδοκιμάστηκε από τους ανθρώπους, αλλά αυτός έγινε το μεγάλο αγκωνάρι, που δένει στερεά τους τοίχους της οικοδομής του Θεού, συνενώνει δηλαδή όλα τα έθνη σε μία Εκκλησία (Ματθ. 21, 42. Α΄ Πέτρ. 2, 4).
Εκπληρώνεται στο πρόσωπό του η προφητεία του Ησαΐα: «Ιδού εγώ» θα βάλω στα θεμέλια της Σιών, (δηλαδή της Εκκλησίας) «λίθον πολυτελή, εκλεκτόν, ακρογωνιαίον, έντιμον», και όποιος πιστεύει σ’ αυτόν δεν θα καταισχυνθεί (Ησ. 28, 16). Κανένας δεν μπορεί να μετακινήσει τον θεμέλιο αυτόν. Είναι άσειστος και αμετακίνητος στη βάση της οικοδομής. «Θεμέλιον γαρ άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, ος εστίν Ιησούς Χριστός» (Α΄ Κορ. 3, 11).
Ζωντανός ακρογωνιαίος λίθος λοιπόν ο Χριστός, «εν ω πάσα η οικοδομή». Πάνω στον θεμέλιο λίθο του Χριστού στηρίζονται οι θεμέλιοι λίθοι των Αποστόλων και Προφητών. Και πάνω σ’ αυτούς «ως λίθοι ζώντες» οικοδομούνται οι πιστοί και συναρμολογείται όλη η οικοδομή, γίνεται «οίκος πνευματικός», αυξάνεται «εις ναόν άγιον εν Κυρίω». Συνοικοδομούνται οι πάντες «εις κατοικητήριον του Θεού εν Πνεύματι» (Α΄ Πέτρ. 2, 5. Εφ. 2, 20-22).
Η Εκκλησία μας λοιπόν είναι αποστολική, έχει αποστολικά θεμέλια. Πρώτος και κορυφαίος Απόστολος είναι ο Χριστός, αποστελλόμενος από τον Θεό Πατέρα στον κόσμο. Ταυτόχρονα είναι και ο μέγας Αρχιερέας που ιερουργεί αιώνια τη σωτηρία μας (Εβρ. 3, 1).
Ο Χριστός εν συνεχεία αφήνει στο πόδι του Αποστόλους και Αρχιερείς στην Εκκλησία. Όλοι τους είναι «κλήσεως επουρανίου». «Έθετο ο Θεός εν τη Εκκλησία πρώτον Αποστόλους». Τους ταυτίζει με τον εαυτό του: «Ο δεχόμενος υμάς εμέ δέχεται». Μέσω των Αποστόλων όλων εργάζεται ο ένας Κύριος Ιησούς Χριστός. Η διδαχή, η παράδοση, η πίστη των Αποστόλων, είναι το πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού (Α΄ Κορ. 12, 28. Ματθ. 10, 40).
Προέκταση των Αποστόλων αποτελούν οι άγιοι Πατέρες. Μεταξύ Αποστόλων και Πατέρων δεν υπάρχει διαφορά. Το έργο των αγίων Πατέρων είναι έργο αποστολικό. Διαφυλάττουν την πίστη των Αποστόλων, τη μία και μοναδική αλήθεια: Τον Θεάνθρωπο Χριστό.
Όσο λοιπόν η Εκκλησία κατέχει την πίστη αυτή, που μας θεοποιεί διά της εν Χριστώ ζωής, είναι αποστολική.

https://www.nyxthimeron.com/

"Ουρανέ, πόνε μακρινέ"




«Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ᾿ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου» (Ἰωάν. 1, 52).
«Σᾶς βεβαιώνω ὅτι σύντομα θὰ δεῖτε νὰ ἔχει ἀνοίξει ὁ οὐρανός, καὶ οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ νὰ ἀνεβαίνουν καὶ νὰ κατεβαίνουν πάνω στὸν Υἱὸ τοῦ ᾿Ανθρώπου». 
            Είμαστε πλασμένοι να κοιτάμε προς τον ουρανό. Σε έναν κόσμο διασπασμένο, όπου τα συμφέροντα συγκρούονται, όπου οι πόλεμοι μοιάζουν συνεχείς και αναπόφευκτοι, όπου ο θάνατος είναι προαιώνιος και έσχατος εχθρός, μας έχει δοθεί ως δώρο η ελευθερία, διά της οποίας καλούμαστε είτε να κοιτάξουμε ψηλά είτε να θεοποιήσουμε τον εαυτό μας. Να διαλέξουμε την επιβίωση με κριτήριο το εγώ και την παντοδυναμία του ή τη σχέση με τον Θεό που δίνει άλλο νόημα στη ζωή, αγάπης και ελευθερίας, αλήθειας και ανάστασης. Κοιτώντας ψηλά, δεν φοβόμαστε. Γνωρίζουμε ότι θα χάσουμε συχνά, ακόμη και την ίδια μας τη ζωή στο τέλος. Πιστεύουμε όμως. Εμπιστευόμαστε Εκείνον που έγινε άνθρωπος και κατέβηκε από τον ουρανό, αφήνοντάς τον για πάντα ανοιχτό. Δεν είμαστε μόνοι μας. Μπορεί να παλεύουμε να διορθώσουμε τον κόσμο, αλλά, στην πραγματικότητα, γνωρίζουμε ότι αυτός ο κόσμος εν τω πονηρώ κείται και εν τω πονηρώ θα παραμείνει. Γνωρίζουμε όμως ότι ο Χριστός είναι μαζί μας. Δεν θα μας αφήσει, όσο κι αν ο θόρυβος της ζωής Τον κρύβει.
            Ο Χριστός είπε στον Ναθαναήλ, όταν τον κάλεσε να Τον ακολουθήσει, ότι «θα δείτε τον ουρανό να έχει ανοίξει». Ο ουρανός δεν είναι μόνο η εικόνα που έχουμε, της φύσης, του σύμπαντος, της δημιουργίας του Θεού. Είναι και η πνευματική διάσταση. Αυτή που δεν μπορούμε να τη δούμε με τα σωματικά μας μάτια, αλλά υπάρχει. Είναι η παρουσία του Θεού. Των Αγγέλων. Των δαιμόνων. Των ψυχών που έχουν χωριστεί από τα σώματά τους, αλλά δεν έχουν χαθεί και προσδοκούν την ανάσταση των νεκρών. Των ψυχών, ακόμη, που έχουν επιλέξει τον χωρισμό από τον Θεό. Την μοναξιά των παθών και της κόλασης. Γιατί ο ουρανός ήταν,  είναι και θα είναι ελευθερία. Όπως ελεύθερος είναι ο Τριαδικός Θεός, που τον δημιούργησε.
Και έχει ανοίξει ο ουρανός. Από τη στιγμή που ο Χριστός έγινε άνθρωπος, μάς δόθηκε το κλειδί να βλέπουμε πέρα από τη σωματική όραση. Να νιώθουμε την αγάπη του Θεού. Την παρουσία Του. Την αγιότητα, που είναι το μέγιστο των θαυμάτων. Την ελπίδα. Την προσδοκία της συνάντησης. Τη γαλήνη, όσα βάσανα κι αν έχει η ζωή που ζούμε. Και το κλειδί είναι να πιστεύουμε. Να εναποθέτουμε την ελπίδα μας στον Θεάνθρωπο. Και να βαδίζουμε μαζί με το εγώ σε μία πορεία πέρα από το εγώ. Διότι δεν καταργείται το πρόσωπό μας. Ο Χριστός μας ζητά να μην το αποθεώνουμε, αλλά να μοιραζόμαστε ό,τι είμαστε και ό,τι έχουμε με τον συνάνθρωπο, ώστε Εκείνος να αναπληρώνει όσα μας λείπουν και να μας παρηγορεί για όσα δεν χρειαζόμαστε, παρότι τα θέλουμε.
Γι’ αυτό και την Κυριακή της Ορθοδοξίας, στην οποία θυμόμαστε την αναστήλωση των ιερών εικόνων, εορτάζουμε τον ανοιχτό ουρανό στο πρόσωπο του Χριστού, στα πρόσωπα των Αγίων, στα πρόσωπα τα δικά μας, αν είμαστε αποφασισμένοι να ζήσουμε κατά Χριστόν. Χαιρόμαστε που έχουμε προορισμό. Χαιρόμαστε που έχουμε πρεσβευτές. Χαιρόμαστε που, παρά τα βαρίδια που μας τραβάνε προς τα κάτω, παρά το ότι ο ουρανός μοιάζει «πόνος μακρινός» (Ν. Γκάτσος), εντούτοις κάπου στο βάθος της ψυχής μας «υπάρχει η αληθινή μας μέρα» (Οδ. Ελύτης), όχι παραπεταμένη, αλλά έτοιμη να μας σπρώξει να ξεκινήσουμε το ταξίδι του νοήματος, το ταξίδι προς τον ανοιχτό ουρανό. Αυτόν της αγάπης. Της πίστης. Της ανάστασης. Στην Εκκλησία, όπου κοινωνούμε, συναντιόμαστε, γιορτάζουμε, μοιραζόμαστε, προσδοκούμε.
Χρόνια πολλά, ευλογημένα! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
1η Μαρτίου 2026, Κυριακή της Ορθοδοξίας
https://www.nyxthimeron.com/

Κυριακή Ορθοδοξίας: Θρίαμβος της Αλήθειας και αναστήλωση της ζωντανής Πίστης




Γράφει ο π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ
Κατά την Α΄ Κυριακή των Νηστειών, η Αγία Εκκλησία εορτάζει την Κυριακή της Ορθοδοξίας, μιαν επέτειο πανηγυρικής διακήρυξης του θριάμβου της αλήθειας και της αυθεντικής πίστης.
Η ημέρα αυτή αναφέρεται στην τελική νίκη κατά της εικονομαχίας και στην αναστήλωση των ιερών εικόνων το 843 μ.Χ., υπό την αυτοκράτειρα Θεοδώρα και τον Πατριάρχη Μεθόδιο Α΄. Η Εκκλησία διακήρυξε τότε και διακηρύσσει μέχρι σήμερα: «Αύτη η πίστις των Αποστόλων, αύτη η πίστις των Πατέρων, αύτη η πίστις των Ορθοδόξων!»
Όμως, τι σημαίνει αυτή η ημέρα για εμάς σήμερα; Μήπως είναι απλώς μια γιορτή του παρελθόντος ή μήπως μας καλεί σε έναν συνεχή αγώνα για την αλήθεια της πίστεως;
*     *     * 
Η Ορθοδοξία είναι η ζώσα παράδοση της αληθινής Εκκλησίας του Χριστού, που διασώζει αναλλοίωτο το μήνυμα του Ευαγγελίου.
Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, ένας από τους μεγάλους υπερασπιστές των ιερών εικόνων, έγραφε χαρακτηριστικά: «Η της εικόνος προσκύνησις ουκ εις την ύλην ανάγεται, αλλά επί το εικονιζόμενον διαβαίνει» (PG 99, 673). Δηλαδή, η τιμή που αποδίδουμε στις εικόνες δεν ανήκει στο ξύλο και τα χρώματα, αλλά στο εικονιζόμενο πρόσωπο, είτε πρόκειται για τον Κύριο Ιησού, την Παναγία ή τους Αγίους.
Αυτό μας διδάσκει η Εκκλησία: να βλέπουμε πέρα από τα υλικά και να αναγνωρίζουμε την πνευματική πραγματικότητα. Οι εικόνες είναι απτή υπενθύμιση της Ενανθρωπήσεως του Χριστού, γιατί μόνον εάν ο Θεός έγινε άνθρωπος, μπορεί να αποτυπωθεί σε εικόνα.
*     *     *
Σήμερα δεν έχουμε αυτοκράτορες που να μάχονται και να καταστρέφουν τα ιερά Εικονίσματα, αλλά υπάρχουν άλλες μορφές εικονομαχίας: Όταν οι άνθρωποι δεν διακρίνουμε την εικόνα του Θεού στον συνάνθρωπό τους και τον υποτιμούν ή τον περιφρονούν. Όταν ο ίδιος ο Χριστός απορρίπτεται από την κοινωνία και εξορίζεται από την καθημερινή μας ζωή. Όταν ονομάζεται "προοδευτικός" όποιος σπεύδει να καταργήσει τις παραδόσεις, αλλά "οπισθοδρομικός" εκείνος που εμμένει στην διατήρησή τους.
Ο Μέγας Βασίλειος προειδοποιεί: «Ότι ο άνθρωπος εικόνα Θεού εστίν, τούτο εστίν το μεγαλύτερον αυτού αξίωμα» (PG 31, 1373). Αν, λοιπόν, καταστρέφουμε την εικόνα του Θεού στον συνάνθρωπό μας, δεν κάνουμε τίποτα διαφορετικό ή χειρότερο από τους παλαιούς εικονομάχους!
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει: «Μη γαρ εν τοις τύποις μόνον η πίστις, αλλά εν τοις έργοις· εάν γαρ εν τοις τύποις μόνον, ουκ έστι πίστις» (PG 59, 361). Δηλαδή, η πίστη μας δεν πρέπει να είναι μόνο εξωτερική τήρηση τύπων, αλλά να φαίνεται στα έργα μας. Δεν αρκεί να προσκυνούμε τις εικόνες, αν δεν ζούμε σύμφωνα με το θέλημα του Χριστού. 
Ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης μάς προτρέπει: «Η Ορθοδοξία δεν είναι θρησκεία, είναι αποκάλυψη. Είναι ο ίδιος ο Χριστός που φανερώθηκε στον κόσμο και μας έδειξε τον δρόμο της σωτηρίας» (Λόγοι Β΄, Πνευματική Αφύπνιση). Δεδομένου, άρα, ότι η Ορθοδοξία είναι ο ίδιος ο Χριστός, τότε ο τρόπος που ζούμε δείχνει αν πραγματικά ανήκουμε στην Εκκλησία Του ή όχι.
Πώς μπορούμε όμως να βιώσουμε την Ορθοδοξία; Με ταπείνωση και αγάπη προς τον συνάνθρωπό μας, βλέποντας σε αυτόν την εικόνα του Θεού. Με προσευχή και συμμετοχή στη Θεία Λειτουργία, γιατί η Ορθοδοξία δεν είναι θεωρία, αλλά κοινωνία με τον Χριστό. Με ομολογία της πίστεώς μας, οπόταν είναι αναγκαίο, χωρίς να φοβόμαστε να ομολογήσουμε ευθαρσώς την αλήθεια, όπως δηλαδή το έκαναν οι Πατέρες μας.
Ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς έλεγε: «Η Ορθοδοξία είναι η ζωή του Χριστού, που δίνεται στους ανθρώπους» (Δογματική Θεολογία, τόμ. 1). Τούτο συνεπάγεται ότι κι εμείς είναι ανάγκη να γίνουμε (ή, μάλλον, να ξαναγίνουμε) ζωντανές εικόνες Του.
*     *     * 
Η Κυριακή της Ορθοδοξίας είναι πρόσκληση σε αγώνα. Δεν αρκεί να διατηρήσουμε αβλαβείς τις εικόνες στους ναούς μας μόνον, αλλά να αναστηλώσουμε την εικόνα του Χριστού μέσα μας, στα εσώτατα της ύπαρξής μας! Ο κόσμος γύρω μας μπορεί να αλλάζει, να προσπαθεί να μας κάνει να ξεχάσουμε ποιοι είμαστε, αλλά η Ορθοδοξία δεν σβήνει, δεν ξεθωριάζει, δεν υποχωρεί! Είναι η Πίστη που έμεινε όρθια σε διωγμούς, σε πολέμους, σε περιόδους δυσκολιών. Και θα μείνει όρθια όσο υπάρχουν καρδιές που φλέγονται από και για την Αγάπη του Χριστού!

Γι’ αυτό, ας θησαυρίζουμε την εμπειρία της Ορθόδοξης Πνευματικότητας στη ζωή και τα έργα μας, ως μιαν αλήθεια - την όντως Αλήθεια, που έχει την δυνατότητα και την δυναμική να μας μεταμορφώσει! Γένοιτο!

https://www.nyxthimeron.com/

Η ΑΓΙΑ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΕΥΔΟΚΙΑ Η ΑΠΟ ΣΑΜΑΡΕΙΤΩΝ



«Η οσία Ευδοκία ήταν από την Ηλιούπολη της επαρχίας Λιβανησίας της Φοινίκης, κατά τους καιρούς της βασιλείας του Τραϊανού, που έζησε πρώτα ακόλαστη ζωή, παρασύροντας πολλούς εραστές με την ομορφιά της και μαζεύοντας πολύ πλούτο. Ύστερα όμως προσήλθε στον Χριστό, όταν άκουσε κάποιο μοναχό Γερμανό στο όνομα, ο οποίος κήρυσσε λόγους  ευσεβείας και μετανοίας. Βαπτίζεται λοιπόν από τον επίσκοπο Θεόδοτο, καθώς πείστηκε σε θείες αποκαλύψεις. Διότι της φάνηκε ότι ανήλθε στους ουρανούς, σαν να είχε βγει από τον εαυτό της και καθοδηγείτο από άγγελο, και ότι οι άγγελοι τη συνέχαιραν για την επιστροφή της, όπως και ότι κάποιος μαύρος και φοβερός στην όψη βρυχιόταν και κραύγαζε ότι τάχα αδικείται, αν του την έπαιρναν. Η Ευδοκία λοιπόν μοίρασε τον πλούτο της, τον έδωσε σε πτωχούς και πήγε σε μοναστήρι. Εκεί ζούσε τον δρόμο της ασκήσεως θεάρεστα, έως ότου οι πρώην εραστές της την κατήγγειλαν και την οδήγησαν στον Αυρηλιανό, που είχε τότε ανέβει στον βασιλικό θρόνο. Όταν όμως θαυματούργησε και ανέστησε τον υιό του βασιλιά που είχε πεθάνει, οδήγησε και τον βασιλιά στην πίστη του Χριστού. Μετά από αρκετά χρόνια δικάζεται από τον Διογένη τον ηγεμόνα της Ηλιούπολης, αλλά καθώς θαυματούργησε και πάλι, ελευθερώνεται. Τέλος ο Βικέντιος, που διαδέχτηκε τον Διογένη, έδωσε διαταγή και της έκοψαν το κεφάλι».
Η αγία Ευδοκία αποτελεί τύπο και σύμβολο της δύναμης της μετανοίας, όπως συμβαίνει και με άλλες μεγάλες άγιες της Εκκλησίας μας, σαν την οσία Μαρία την Αιγυπτία για παράδειγμα. Και θα ’λεγε κανείς ότι όπως η Εκκλησία μας προβάλλει στο τέλος της Σαρακοστής την οσία Μαρία, για να δώσει θάρρος στους ραθύμους, ώστε, έστω και την τελευταία στιγμή, να μετανοήσουν – ο Κύριος έχει πει δέχεται τον εργάτη της τελευταίας ώρας όπως τον εργάτη της πρώτης, αρκεί να μην υπάρχει πονηρία μετάθεσης της ώρας της μετάνοιας – έτσι και τώρα, που εισήλθαμε με το Τριώδιο στα προπύλαια της Σαρακοστής, δίνει ισχυρή ώθηση μετανοίας, με την ευκαιρία της μνήμης της συγκεκριμένης οσίας. Διότι και αυτή, σαν την πόρνη του Ευαγγελίου που ο Κύριος συγχώρησε λόγω της μετανοίας της, σαν την οσία Μαρία την Αιγυπτία που είπαμε, ενώ η ζωή της ήταν βουτηγμένη στην ασωτία, ευθύς ως άκουσε λόγο πίστεως και μετανοίας, πίστεψε κι άλλαξε τρόπο ζωής τόσο, ώστε να γίνει καλόγρια, να κάνει θαύματα, να δώσει και την ίδια τη ζωή της προς χάρη του Κυρίου της.
Ο υμνογράφος μάλιστα Ιωάννης ο μοναχός, στο Δοξαστικό των αποστίχων του εσπερινού της ακολουθίας της, κινούμενος στα χνάρια της ποιητικής έμπνευσης της αγίας υμνογράφου Κασσιανής, χρησιμοποιώντας μάλιστα και ίδιες εκφράσεις, μας φέρνει ενώπιον του μεγαλείου της καρδιακής συντριβής της: «Άφησε τα ωραία και ποικίλα του βίου η οσία και μάρτυς, σήκωσε τον σταυρό στους ώμους της και προσήλθε να σε νυμφευθεί, Χριστέ. Και με θρηνητικά δάκρυα φώναζε: Μη με απορρίψεις την πόρνη, συ που καθαρίζεις τους ασώτους. Μη περιφρονήσεις τα δάκρυα που χύνω για τις φοβερές αμαρτίες μου. Αλλά δέξου με, όπως την πόρνη εκείνη που σου πρόσφερε το μύρο, και να ακούσω κι εγώ: η πίστη σου σε έσωσε, πήγαινε στον δρόμο της ειρήνης». Ο υμνογράφος πράγματι μας κατανύσσει περιγράφοντας τον εσωτερικό αγώνα της οσίας Ευδοκίας και μας ανάγει στην πνευματική ατμόσφαιρα της Μεγάλης Εβδομάδας, τότε που το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, αιρόμενοι στα φτερά της ποίησης της αγίας Κασσιανής, γινόμαστε μέτοχοι και εμείς της συντριβής της γυναίκας εκείνης του Ευαγγελίου, που έλουσε με τα δάκρυα της αγάπης της τα πόδια του Κυρίου. Είμαστε ευγνώμονες γι’ αυτό στον Ιωάννη τον μοναχό, τον άγιο υμνογράφο.
Οι ύμνοι της Εκκλησίας μας βέβαια τονίζουν και άλλες όψεις της αγιασμένης ζωής της οσιομάρτυρος. Κι αξίζει κανείς πρώτον να σταθεί στο πώς η οσία μπόρεσε να ξεπεράσει την παθολογική στροφή της στα αμαρτωλά πάθη της. Μας λέει λοιπόν ότι μόνο η δύναμη της αγάπης του Χριστού ήταν εκείνη που της έδωσε τη δύναμη. Διότι κανείς δεν μπορεί να ξεπεράσει τα πάθη του και τη γοητεία που ασκεί ο αμαρτωλός κόσμος πάνω σ’ αυτά, αν δεν υπάρξει η μεγαλύτερη δύναμη ελευθερίας στον κόσμο, η δύναμη και η αγάπη του Χριστού. «Προτίμησες, Ευδοκία, τον σεμνό Νυμφίο Χριστό, αντί της αγάπης των εραστών που φθείρουν την ψυχή, και απόθεσες τον εαυτό σου στον άφθαρτο έρωτά Του» (ωδή ς΄). Και δεύτερον, ο υμνογράφος παραλληλίζει την οσία, λόγω της καταγωγής της από τη Σαμάρεια, με τη Σαμαρείτιδα του Ευαγγελίου του αγίου Ιωάννου, τη μετέπειτα αγία μεγαλομάρτυρα Φωτεινή. Για να πει: «η Σαμαρείτις Ευδοκία δεν σου πρόσφερε, Σωτήρα Κύριε, νερό, σαν εκείνην του Ευαγγελίου στο φρέαρ του Ιακώβ, αλλά το αίμα της που έρρευσε από τον τράχηλό της, όταν αποκόπηκε για χάρη Σου η αγία κεφαλή της» (στίχοι κοντακίου). Πράγματι: δεν υπάρχει ανώτερο δώρο προς τον Χριστό από την προσφορά του ίδιου μας του εαυτού. Διότι στην πραγματικότητα πρόκειται περί αντιδώρου, αφού Εκείνος πρώτος μας πρόσφερε ως δώρο το δικό Του αίμα. Όταν Εκείνος μας τα έχει δώσει όλα, δεν μπορούμε εμείς να κινηθούμε σε μικρότερη κλίμακα. Με την παρατήρηση ότι η δική μας προσφορά γίνεται με τη χάρη και πάλι Εκείνου και κατανοείται ως συμμετοχή στη δική Του θυσία.  

https://pgdorbas.blogspot.com

ΚΥΡΙΑΚΗ Α´ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ)




«Ἡμέρα χαρμόσυνος καί εὐφροσύνης ἀνά­πλεως πεφανέρωται σήμερον· … ἀστράπτει καί λάμπει ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ».
Μέ θριαμβευτικούς τόνους πανηγυρίζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας, ἀδελ­φοί μου, τή νίκη τῆς ἀμωμήτου πίστεώς της ἔναντι τῶν αἱρετικῶν. Μέ χαρά καί ἀγαλλίαση πνευ­μα­τική ἑορτάζει τόν θρίαμαβο τῆς ἀναστηλώσεως τῶν εἰκόνων καί τήν κα­ται­­σχύνη ὅλων ἐκείνων πού ἀμφισβή­τη­σαν τήν τιμη­τική προσκύνησή τους καί μέ­σω αὐτῆς τήν ἀπόδοση τῆς τιμῆς στούς προφῆτες, στούς μάρ­τυρες, στούς ἀσκητές, στούς πατέ­ρες καί δι­δα­σκάλους τῆς Ἐκκλησίας καί προπάν­των στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο καί στόν δι’ ἡμᾶς ἐνανθρωπήσαντα Θεόν Λόγον, τίς ἱε­ρές μορφές τῶν ὁποίων ἀπεικονίζει ὁ χρωστήρας τῶν ἁγιογράφων στίς εἰκόνες.
Ὁ θρίαμβος τῆς ἀναστηλώσεως τῶν εἰ­κόνων, τόν ὁποῖο ἑορτάζουμε σή­με­ρα, τήν πρώτη Κυριακή τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρα­κοστῆς, τήν Κυ­ριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνα ἱστορικό γεγονός πού συνέβη κάποτε, ἀλλά δη­λώ­νει τόν διαρκῆ καί διαχρονικό θρίαμβο τῆς ἀληθοῦς πί­στεως τήν ὁποία κη­ρύττει καί βιώνει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀνά τούς αἰῶνες. Δηλώνει τήν ἀμετακίνητη πί­στη τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας στήν ἀλή­θεια πού δίδαξε ὁ ἠγαπημένος μα­θη­τής τοῦ Κυρίου, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ θεο­λόγος, ὅτι «αὕτη ἐστίν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τόν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν».
Ὁ θρίαμβος τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδο­ξίας δηλώνει ὅμως, ἀδελφοί μου, καί κάτι ἀκόμη. Δηλώνει πώς ὁ θρίαμβος γιά τήν Ἐκ­κλησία τοῦ Χριστοῦ δέν περιλαμβάνει τήν κενόδοξη καί ὑπεροπτική διάθεση τῶν θριαμβευ­τῶν τοῦ κόσμου πρός ὅσους τήν ἀμφισβητοῦν. Δέν περιλαμβάνει τήν αὐ­ταρέσκεια καί τήν ἔπαρση ἐκείνων τῶν νικη­τῶν πού συντρίβουν καί ἐξου­θενώ­νουν τούς ἀντιπάλους τους. Ἡ Ἐκκλησία καί τά πι­στά της μέλη ἀγωνίζονται γιά τή διατή­ρηση τῆς ἀληθείας τῆς πίστεως καί τήν ἐπι­κρά­τησή της, διότι ἔχουν τήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ νά μήν ἀλλοιώσουν «ἰῶτα ἕν ἤ μία κεραία» ἀπό ὅσα τούς παρέδωσε. Ἀγωνίζονται καί θυσιάζονται προκειμέ­νου νά παραδώσουν στίς ἐπερ­χό­μενες γε­νεές ὅσα παρέδωσαν σ’ αὐτούς οἱ πατέρες τους, χωρίς νά παρεκκλίνουν ἀπό ὅσα «οἱ πατέρες εἶδον, οἱ ἀπόστολοι ἐδίδαξαν, ἡ ἐκκλησία παρέ­λα­βεν, οἱ διδά­σκα­λοι ἐδογμάτισαν … ὁ Χριστός ἐβράβευ­σεν».
Καί ὅταν πανηγυρίζουν γιά τόν θρίαμβο τῆς πίστεως καί γιά τήν ἐπι­κρά­τηση τῆς ἀλη­θείας ἔναντι τῶν αἱρετικῶν διδασκα­λιῶν, δέν πανηγυ­ρίζουν καί δέν καυ­χῶ­νται γιά τόν δικό τους προσωπικό θρίαμ­βο ἀλλά γιά τόν θρίαμβο τοῦ Χριστοῦ, πού «ἐξῆλθε», ὅπως γράφεται στό βιβλίο τῆς Ἀποκαλύψεως, «νικῶν καί ἵνα νικήσῃ».
­Κάθε νίκη, λοιπόν, τῆς ἀμω­μήτου πί­στεως τῶν Ὀρθοδόξων εἶναι νίκη τοῦ Χρ­ιστοῦ ὄχι ἐναντίον προσώπων ἀλλά ἐνα­ντίον τοῦ ἐχθροῦ τῆς ἀληθείας, τοῦ διαβόλου.
Κάθε νίκη τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί διδασκαλίας εἶναι ἡ ἐπιβεβαίωση ὅτι ὁ Χρι­στός εἶναι παρών, εἶναι ὁ ἄγρυπνος κυ­βερνήτης τοῦ σκάφους τῆς Ἐκκλησίας του, ὁ ὁποῖος δέν μᾶς ἀφήνει νά δοκιμασθοῦμε περισσότερο ἀπό ὅσο ἀντέχουμε.
Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία συνεχίζει ἀνά τούς αἰῶνες νά ἐπιτελεῖ ἀνά­μνηση τῶν θριάμβων της ἐναν­τίον τῶν αἱρετικῶν, τῶν θριάμβων πού κατόρθωσε μέ τά δάκρυα καί τούς ἱδρῶτες τῶν ἁγίων της, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν πρότυπο καί ὑπόδειγμα καί γιά τή δική μας ζωή, ἀλλά συγχρό­νως καί ἀπόδειξη ὅτι ἀνεξάρτητα ἀπό τούς πολέμους, τούς διωγμούς καί τούς κλυδωνισμούς τούς ὁποίους ἀντιμετωπίζει καί στίς ἡμέρες μας ἡ Ἐκκλησία καί ἡ πίστη μας, δέν κινδυνεύει, γιατί ἔχει ὡς ἀρχηγό τόν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ μόνου ἀληθινοῦ Θεοῦ.
Γι᾽ αὐτό ἄς μένουμε σταθεροί στήν ὀρθόδοξη πίστη, ἄς παραμένουμε πιστά τέκνα τῆς Ἐκκλησίας, καί ἄς ἔχουμε πάντοτε ἐμπιστοσύνη στόν Θεό καί τή βεβαιότητα ὅτι ὁ Χριστός δέν θά ἐγκαταλείψει ποτέ τήν Ἐκκλησία του καί ὅσους τόν πιστεύουν καί τόν ἀγαποῦν.

 Μητροπολίτης Βεροίας κ. Παντελεήμων
https://imverias.blogspot.com/

Το Αποστολικό και Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής



† Κυριακῇ 1 Μαρτίου 2026 (Α' Νηστειῶν) (Ὀρθοδοξίας)
Τὸ Εὐαγγέλιον
Ἐκ τοῦ κατά Ἰωάννην
Κεφ. α' : 44-52
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἠθέλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν· καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀκολούθει μοι. Ἦν δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαῑδά, ἐκ τῆς πόλεως ᾿Ανδρέου καὶ Πέτρου. Εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ, καὶ λέγει αὐτῷ· Ὅν ἔγραψε Μωσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ Προφῆται, εὑρήκαμεν, ᾿Ιησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ ᾿Ιωσὴφ, τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ. Καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· Ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; Λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Ἔρχου καὶ ἴδε. Εἶδεν ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν Ναθαναὴλ ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν, καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· Ἴδε ἀληθῶς ᾿Ισραηλίτης, ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι. Λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ· Πόθεν μὲ γινώσκεις; Ἀπεκρίθη ὁ ᾿Ιησοῦς, καὶ εἶπεν αὐτῷ· Πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν, εἶδόν σε. Ἀπεκρίθη Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· Ῥαββί, σὺ εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ Βασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραήλ. Ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψει. Καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ᾿ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς Ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας, καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ Ἀπόστολος
Πρὸς Ἑβραίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ᾽Ανάγνωσμα
Κεφ. ια' : 24-26, 32-40
Ἀδελφοί, πίστει Μωϋσῆς μέγας γενόμενος ἠρνήσατο λέγεσθαι υἱὸς θυγατρὸς Φαραώ, μᾶλλον ἑλόμενος συγκακουχεῖσθαι τῷ λαῷ τοῦ Θεοῦ ἢ πρόσκαιρον ἔχειν ἁμαρτίας ἀπόλαυσιν, μείζονα πλοῦτον ἡγησάμενος τῶν Αἰγύπτου θησαυρῶν τὸν ὀνειδισμὸν τοῦ Χριστοῦ· ἀπέβλεπε γὰρ εἰς τὴν μισθαποδοσίαν. Καὶ τί ἔτι λέγω; Ἐπιλείψει γάρ με διηγούμενον ὁ χρόνος περὶ Γεδεών, Βαράκ τε καὶ Σαμψὼν καὶ ᾿Ιεφθάε, Δαυΐδ τε καὶ Σαμουὴλ καὶ τῶν προφητῶν, οἳ διὰ πίστεως κατηγωνίσαντο βασιλείας, εἰργάσαντο δικαιοσύνην, ἐπέτυχον ἐπαγγελιῶν, ἔφραξαν στόματα λεόντων, ἔσβεσαν δύναμιν πυρός, ἔφυγον στόματα μαχαίρας, ἐνεδυναμώθησαν ἀπὸ ἀσθενείας, ἐγενήθησαν ἰσχυροὶ ἐν πολέμῳ, παρεμβολὰς ἔκλιναν ἀλλοτρίων· ἔλαβον γυναῖκες ἐξ ἀναστάσεως τοὺς νεκροὺς αὐτῶν· ἄλλοι δὲ ἐτυμπανίσθησαν, οὐ προσδεξάμενοι τὴν ἀπολύτρωσιν, ἵνα κρείττονος ἀναστάσεως τύχωσιν· ἕτεροι δὲ ἐμπαιγμῶν καὶ μαστίγων πεῖραν ἔλαβον, ἔτι δὲ δεσμῶν καὶ φυλακῆς· ἐλιθάσθησαν, ἐπρίσθησαν, ἐπειράσθησαν, ἐν φόνῳ μαχαίρας ἀπέθανον, περιῆλθον ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ὧν οὐκ ἦν ἄξιος ὁ κόσμος, ἐν ἐρημίαις πλανώμενοι καὶ ὄρεσι καὶ σπηλαίοις καὶ ταῖς ὀπαῖς τῆς γῆς. Καὶ οὗτοι πάντες μαρτυρηθέντες διὰ τῆς πίστεως οὐκ ἐκομίσαντο τὴν ἐπαγγελίαν, τοῦ Θεοῦ περὶ ἡμῶν κρεῖττόν τι προβλεψαμένου, ἵνα μὴ χωρὶς ἡμῶν τελειωθῶσι.