Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Μην κλαις, παιδί μου, σύντομα θα έρθει ο Κύριος και θα τα κανονίσει όλα.



[Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς]

Ξέρεις παιδί μου γιατί τα σύννεφα κλείνουν όταν τα χωράφια διψάνε για βροχή και ανοίγουν όταν τα χωράφια δεν θέλουν βροχή;
Η φύση μπερδεύεται από τα εγκλήματα των ανθρώπων και φεύγει από την τάξη της.
 Ξέρεις, παιδί μου, γιατί τα χωράφια καρποφορούν βαριά την άνοιξη και δίνουν άγονη σοδειά το καλοκαίρι; Γιατί ακόμα και οι κόρες των ανθρώπων μισούν τον καρπό της κοιλιάς τους και το σκοτώνουν. 
Ξέρεις, παιδί μου, γιατί στερεύουν οι πηγές, και γιατί οι καρποί της γης δεν έχουν πια τη γλύκα που είχαν; Λόγω της ανθρώπινης αμαρτίας, από την οποία η ανικανότητα εισήλθε σε όλη τη φύση. 
Ξέρεις, παιδί μου, γιατί ο νικηφόρος λαός παθαίνει ήττες από τη διχόνοια και τη διχόνοια του και τρώει ψωμί πικρό με δάκρυα και κακία; 
Γιατί νικά τους δήμιους γύρω του, όχι να τους νικάει μέσα του.
 Ξέρεις παιδί μου γιατί μια μάνα ταΐζει και δεν μπορεί να ταΐσει τα παιδιά της; 
Γιατί ο θηλασμός τους δεν τους τραγουδά ένα τραγούδι αγάπης αλλά ένα τραγούδι μίσους προς τον πλησίον.
Ξέρεις, παιδί μου, γιατί οι άνθρωποι έγιναν άσχημοι και έχασαν την ομορφιά των προγόνων τους;
Διότι απέρριψαν την εικόνα του Θεού, που χωρίζει την ομορφιά της εικόνας από το εσωτερικό της ψυχής, και σχεδίαζαν στο πρόσωπο της γης.
 Ξέρεις, παιδί μου, γιατί οι αρρώστιες πολλαπλασιάστηκαν και οι πληγές είναι φοβερές; 
Γιατί οι άνθρωποι άρχισαν να πιστεύουν ότι η υγεία είναι απαγωγή από τη φύση και όχι δώρο από τον Θεό. Και αυτό που με κόπο κλέβεται πρέπει να το υπερασπίζεται με διπλή δυσκολία.
 Ξέρεις, παιδί μου, γιατί οι άνθρωποι παλεύουν για τη γη, και δεν ντρέπονται για την ισότητα τους με τους τυφλοπόντικες; Επειδή η γη μεγαλώνει μέσα από την καρδιά τους, αυτά τα μάτια βλέπουν μόνο ό,τι μεγαλώνει στην καρδιά. Και γι’ αυτό, παιδί μου, η αμαρτία τους κάνει πολύ αδύναμους για να πολεμήσουν για τον παράδεισο. 
Μην κλαις, παιδί μου, σύντομα θα έρθει ο Κύριος και θα τα κανονίσει όλα.

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς-«Προσευχές στη Λίμνη»
https://proskynitis.blogspot.com/

Θέλεις, νά γευθείς λίγη χαρά Παραδείσου ἀπό ἐδῶ;



Άγιος Παΐσιος

Θέλεις, νά γευθείς λίγη χαρά Παραδείσου ἀπό ἐδῶ;
Μάθε νά κάνεις ὑπομονή στόν ἄνθρωπο πού σέ κουράζει. Νά σηκώνεις μέ πραότητα τήν ἀδυναμία τοῦ ἀδελφοῦ....
Νά μήν ἀπαντᾶς στόν θυμό μέ θυμό. Ἐκεῖ κρύβεται ὁ Χριστός....
Ὅταν ὁ πατέρας γεράσει καί ξαναγίνει παιδί, ὅταν ἡ μητέρα ξεχάσει καί ρωτᾶ τά ἴδια, ὅταν ὁ ἄρρωστος ἔχει ἀπαιτήσεις καί γογγύζει, τότε δοκιμάζεται ἡ καρδιά.....
Ἄν τούς διακονήσεις χωρίς γογγυσμό, ἔχεις ἀγκαλιάσει Τόν Ίδιο Τόν Κύριο. Δέν εἶναι λόγια....Εἶναι μυστήριο......

https://proskynitis.blogspot.com/

Πριν απ’ όλα, ας πάρουμε μια μικρή ευχή, μια μικρή σκέπη από τη Χάρη της.




Μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, το καντήλι καίει ήσυχα, καθημερινά και για χιλιάδες μερόνυχτα. Μια μικρή φλόγα, και όμως πόση παρηγοριά κρύβει μέσα της. Στέκεσαι για λίγο, χωρίς πολλά λόγια, και νιώθεις ότι δεν είσαι μόνος.
Η Παναγία δεν φωνάζει, δεν επιβάλλεται. Στέκει σιωπηλά, με τα χέρια ανοιχτά, σαν μάνα που περιμένει το παιδί της να πλησιάσει. Και μέσα σε αυτή τη σιωπή βρίσκει ο άνθρωπος καταφύγιο, μια σκέπη, μια προστασία που δεν φαίνεται με τα μάτια αλλά τη νιώθει η καρδιά.
Πόσες φορές δεν σταθήκαμε μπροστά σε μια εικόνα της και δεν της είπαμε τίποτα, μόνο την κοιτάξαμε. Κι όμως, Εκείνη καταλαβαίνει. Τους φόβους, τις αγωνίες, τις μικρές και μεγάλες δυσκολίες της ζωής μας.
Η μέρα αρχίζει, οι δουλειές περιμένουν, ο κόσμος τρέχει. Μα πριν απ’ όλα, ας πάρουμε μια μικρή ευχή, μια μικρή σκέπη από τη Χάρη της. Για να πορευτούμε με ειρήνη, με δύναμη, και με ελπίδα.
Καλημέρα, με τη Χάρη και τη σκέπη της Παναγίας.

https://proskynitis.blogspot.com/

ΜΗΝ ΑΡΠΑΞΕΙΣ ΤΟ ΝΕΡΟ ΤΟΥ ΔΙΨΑΣΜΕΝΟΥ!



«Είναι βαρύ να αρπάξεις το ύδωρ από το στόμα του διψασμένου. Βαρύτερο όμως είναι να διακόψεις μία ψυχή που προσεύχεται με κατάνυξη από την πολυπόθητη αυτή προσευχή της πριν την τελειώσει» (Άγ. Ιωάννης Κλίμακος, λόγ. κη΄ 50).
Ο μέγας σύγχρονος όσιος Πορφύριος, νεαρό παλληκάρι δεκαεπτά ετών, έγινε χωρίς να το θέλει μέτοχος ενός συγκλονιστικού γεγονότος: είδε με αίσθηση ψυχής τη βαθιά προσευχή ενός αγιασμένου ασκητή, Δημά στο όνομα, ο οποίος αξημέρωτα ακόμη και πριν ξεκινήσει η ακολουθία στο Κυριακό της Σκήτης, είχε πάει, μόνος καθώς νόμιζε, ακριβώς για να προσευχηθεί. Η προσευχή του Δημά, κατανυκτική και δακρυρροούσα, συνοδευόμενη και με μεγάλες μετάνοιες, αποτέλεσε για τον νεαρό καλόγερο συγκλονιστική εμπειρία, καθώς του δόθηκε η χάρη να δει τι σημαίνει αληθινή προσευχή, τι σημαίνει ένωση με τον Θεό. Δεν τόλμησε να κουνηθεί από τη σκιασμένη θέση του – θεώρησε ότι κάτι τέτοιο θα ήταν βλασφημία! Κι ήταν το ιερό τούτο γεγονός η ευλογημένη στιγμή ν’ αποκτήσει κι αυτός, από τη μικρή αυτή ηλικία, το χάρισμα της διόρασης και προόρασης του άγνωστου κατά τα άλλα σπουδαίου αυτού ασκητή. Η ευλαβική στάση του μπροστά στην ψυχή που προσευχόταν έγινε η δίοδος για να ρεύσει και σ’ αυτόν η ίδια χάρη προσευχής του Δημά και των χαρισμάτων που την συνόδευαν.
Και το γεγονός τούτο, καθώς και πάμπολλα άλλα καταγεγραμμένα στην Παράδοση της Εκκλησίας μας, δείχνουν ότι η μόνη στάση μπροστά στην αληθινή εν κατανύξει προσευχή είναι της απόλυτης προσοχής ως συναίσθησης ενός πραγματικού μυστηρίου και μιας πανίερης καταστάσεως. Κι ίσως πρόκειται για μια μικρή χαρισματική συνέχεια του ίδιου συγκλονισμού που βίωσαν και οι μαθητές  του Κυρίου, όταν δόθηκε και σ’ αυτούς η χάρη να δουν τον Κύριο προσευχόμενο, με αποτέλεσμα να Του ζητήσουν να τους διδάξει τελικώς να μπορούν να προσεύχονται: «Κύριε, δίδαξον ημάς προσεύχεσθαι». Μπροστά στην αληθινή προσευχή αισθάνεσαι τη μικρότητά σου, αλλά και το μεγαλείο του Θεού και των χαρισμάτων Του!
Μην αποπειραθούμε λοιπόν να διακόψουμε τη δική μας προσευχή πρώτα, όταν μάλιστα αισθανόμαστε κάποια κατάνυξη, έστω κι αν «σκεφτούμε σπουδαία και αναγκαία, ακόμη και πνευματικά, θέματα» (άγιος Ιωάννης, 58). Είναι παγίδα του πονηρού. Κι έπειτα: μη τυχόν και γίνουμε πρόσκομμα σε αδελφούς που προσεύχονται στην Εκκλησία, είτε με τις κουβέντες μας είτε με το «σουλάτσο» μας είτε με οποιαδήποτε άλλη κίνησή μας. Ας σκεφτούμε ότι είναι χειρότερο τούτο κι από το να αρπάξουμε το νερό από το στόμα του διψασμένου!  Μη τυχόν και γίνουμε όργανο του Πονηρού εν αγνοία μας!
Κι η σκέψη μας πηγαίνει ακόμη στον εξίσου μεγάλο σύγχρονο όσιο Εφραίμ Κατουνακιώτη, ο οποίος λειτουργώντας με δάκρυα κάποια φορά στο ασκηταριό του, όπως συνέβαινε άλλωστε τούτο καθημερινά επί εξήντα περίπου χρόνια, ένιωσε να «αρπάζεται» ο νους του σε πνευματικές αναβάσεις, τόσο που δεν προχωρούσε τη θεία Λειτουργία. Κι όταν ο Γέροντάς του μπήκε στο Ιερό να τον σκουντήσει για να συνεχίσει, εκείνος σαν να «ξύπνησε», συνέχισε, αλλά μετά με πολύ πόνο ψυχής παρεκάλεσε τον Γέροντά του: «Σε παρακαλώ, αν με δεις άλλη φορά σε τέτοια κατάσταση προσευχόμενο, μη θελήσεις να με διακόψεις!».

https://pgdorbas.blogspot.com/

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΠΑΥΛΟΣ Ο ΑΠΛΟΥΣ



«Αυτός ο εν αγίοις Πατήρ ημών Παύλος, που προσαγορεύτηκε και απλός, ήταν γεωργός και άξεστος υπερβολικά, άκακος όμως και απονήρευτος, όσο κανείς άλλος. Είχε και γυναίκα δύστροπη και μοιχαλίδα, χωρίς να το ξέρει ο δίκαιος για μεγάλο διάστημα. Μία ημέρα λοιπόν που ήλθε από τον αγρό ξαφνικά, παρά τη συνηθισμένη ώρα, όπως ήταν φυσικό να συμβαίνει βρήκε την ομόζυγό του να μοιχεύεται στο σπίτι του. Γέλασε σεμνά και τους λέγει: Καλά, καλά, δεν με νοιάζει, μα τον Ιησού. Εγώ από τώρα και εξής δεν πρόκειται να την δω στα μάτια μου. Κράτα την λοιπόν, αυτήν και τα παιδιά της, κι εγώ φεύγω και θα γίνω μοναχός.
Κι αμέσως άφησε τα πάντα, αφού τα οικονόμησε καλά, κι απήλθε προς τον Μακάριο Αντώνιο. Κτύπησε τη θύρα και βγήκε ο μακάριος Αντώνιος και του λέγει: Ποιος είσαι, αδελφέ; Και τι ζητάς εδώ; Αυτός τότε: Ξένος είμαι, είπε, και ήλθα σε σένα να γίνω μοναχός. Ο άγιος τότε του λέει: είσαι εξήντα ετών γέρος, γι’ αυτό δεν μπορείς να γίνεις μοναχός ούτε και να υπομείνεις τις θλίψεις και τη δυσκολία του όρους. Πήγαινε καλύτερα σε Κοινόβιο, για να βρεις άφθονα τα σωματικά και να ζήσεις εκεί άκοπα μαζί με τους αδελφούς. Διότι οι αδελφοί θα σε βοηθήσουν στην αδυναμία σου. Κι αυτό γιατί εγώ κάθομαι μόνος εδώ και τρώω ανά πέντε ημέρες κι αυτό πολύ λίγο. Αυτός δε δεν ανεχόταν να ακούει τον Γέροντα, αλλά τον πίεζε να μείνει μαζί του. Επειδή δεν μπόρεσε ο άγιος να τον απομακρύνει, έκλεισε τη θύρα του κελιού και τον άφησε έξω. Ο Παύλος τότε έμεινε νηστικός και δεν έφυγε. Την τέταρτη ημέρα, λόγω επείγουσας ανάγκης, άνοιξε ο άγιος το κελί, βρήκε τον Παύλο και του λέει: Φύγε, γέρο, από εδώ, μη με αναγκάζεις, δεν μπορείς να είσαι μαζί μου. Ο Παύλος του λέει: Είναι αδύνατο να πάω αλλού.
Τότε είδε ο άγιος ότι αυτός δεν είχε ούτε σακούλι ούτε ψωμί ούτε νερό ούτε κάτι άλλο και του λέει: εάν έχεις υπακοή και ό,τι ακούσεις από εμένα το κάνεις πρόθυμα και αγόγγυστα, μπορείς να σωθείς και εδώ. Αν όμως δεν μπορείς αυτά, γιατί κουράζεσαι άδικα και δεν γυρίζεις εκεί από όπου ήρθες; Αποκρίθηκε ο Παύλος και του λέει: Όσα μου πεις θα τα κάνω όλα πρόθυμα. Και ο άγιος: Στάσου λοιπόν και προσευχήσου, μέχρις ότου βγω πάλι και θα σου δώσω εργασία. Μπήκε λοιπόν στη σπηλιά ο μακάριος και τον πρόσεχε από ένα μικρό άνοιγμα, να στέκεται ακίνητος στην προσευχή επί μία εβδομάδα, και να ψήνεται κάτω από τον καυτό ήλιο.
Μετά από αυτά βγήκε ο άγιος, έλαβε από τους φοίνικες και του λέει: Πάρε και πλέξε σειρά, όπως βλέπεις εμένα να πλέκω. Έπλεξε ο γέρων μέχρι την ενάτη ώρα (τρεις το απόγευμα), δεκαπέντε οργιές με μεγάλο κόπο. Και λέει ο άγιος: Άσχημα την έπλεξες. Λύσε την και πλέξε την από την αρχή. Ήταν δε νηστικός επτά ημέρες. Τα έκανε αυτά ο άγιος, για να δυσφορήσει ο Παύλος και να φύγει από αυτόν. Ο Παύλος όμως με μακροθυμία και ζήλο ξέπλεξε τη σειρά, και πάλι αγόγγυστα και ήρεμα την έπλεξε με πολλή τάξη, τόσο που εξέπληξε τον άγιο. Γι’ αυτό και κατανύχτηκε, κι όταν έδυσε ο ήλιος του λέει: Παππούλη, θέλεις να φάμε λίγο ψωμί; Κι ο Παύλος: όπως νομίζεις, πάτερ. Αυτό πάλι έκαμψε τον Γέροντα, κι αφού παρέθεσε τράπεζα, έβαλε τέσσερα κομμάτια ψωμί, βρέχοντας το ένα για τον εαυτό του και τρία για τον γέροντα Παύλο. Άρχισε τότε ο Αντώνιος να ψέλνει ψαλμό, για να δοκιμάσει και μ’ αυτό τον Παύλο, και μάλιστα είπε δύο φορές τον ίδιο ψαλμό. Ο δε Παύλος προσευχόταν με μεγάλη προθυμία μαζί με τον άγιο. Και λέει ο Γέρων στον Παύλο: Κάθισε στο τραπέζι και μην αγγίξεις από τα παρατιθέμενα. Όταν έκανε αυτό που του πρόσταξε, λέει ο άγιος: Σήκω, προσευχήσου και κοιμήσου. Αυτός δε, χωρίς να έχει γευτεί καθόλου τροφή, έκανε έτσι. Περί δε το μεσονύχτιο, σηκώθηκε ο Αντώνιος για προσευχή και σήκωσε και τον Παύλο, οπότε και παρέτεινε τις προσευχές μέχρι της ενάτης ώρας της ημέρας.
Όταν σουρούπωσε αρκετά, έφαγε ο Αντώνιος τον ένα άρτο, χωρίς να αγγίξει άλλον. Ο δε Παύλος που έτρωγε πιο αργά, είχε ακόμη τον άρτο από τον οποίο έτρωγε. Κι όταν πια τον τελείωσε, λέει ο Αντώνιος: Παππούλη, φάε και άλλον άρτο. Λέει ο Παύλος: Εάν φας κι εσύ θα φάω κι εγώ. Λέει ο Αντώνιος: Για μένα είναι αρκετός, γιατί είμαι μοναχός. Και ο Παύλος: Λοιπόν, επειδή κι εγώ μοναχός θα γίνω, αρκεί και σ’ εμένα. Σηκώθηκαν λοιπόν και έψαλλαν. Κι αφού κοιμήθηκαν για λίγο, πάλι σηκώθηκαν κι άρχισαν να ψάλλουν. Όταν ξημέρωσε, τον έστειλε να γυρίζει στην έρημο και μετά από τρεις ημέρες να επιστρέψει. Έγινε κι αυτό, οπότε ήλθαν αδελφοί προς τον Γέροντα. Και πρόσεχε ο Παύλος τι όφειλε να κάνει. Και ο άγιος του λέει: Να διακονείς τους αδελφούς σιωπηρά, χωρίς να γευτείς τίποτε μέχρι να φύγουν. Και έως την τρίτη ημέρα, ο Παύλος δεν γεύτηκε τίποτε. Οι δε αδελφοί τον ρωτούσαν: Για ποιο λόγο είσαι σιωπηλός; Επειδή αυτός δεν αποκρινόταν, λέει ο άγιος προς αυτόν: Μίλησε στους αδελφούς, οπότε άρχισε να ομιλεί.
Κάποια μέρα έφερε κάποιος στον μακάριο Αντώνιο ένα δοχείο από μέλι και αυτός το έχυνε στη γη. Όταν έγινε αυτό, λέει ο Γέρων στον Παύλο: παιδάκι, μάζεψε το μέλι και πρόσεξε μη τυχόν κάτι από αυτό αχρηστευθεί. Έγινε κι αυτό χωρίς καθόλου να ταραχτεί ή να αλλοιωθεί. Σε άλλο δε καιρό, προστάχτηκε να αντλεί νερό και όλη την ημέρα να το χύνει χωρίς λόγο. Κι άλλοτε έσχισε το ιμάτιό του και τον πρόσταξε να το ράψει με επιμέλεια. Όταν λοιπόν τον είδε ο άγιος να κάνει ό,τι του πρόσταζε αγόγγυστα και ανεμπόδιστα, του λέει: Λοιπόν, αδελφέ. Εάν μπορείς να κάνεις έτσι κάθε ημέρα, να μείνεις μαζί μου. Αν δεν μπορείς όμως, πήγαινε από εκεί που ήλθες. Ο δε Παύλος του λέει: Εάν έχεις να μου δείξεις κάτι περισσότερο, δείξε μου, επειδή όσα είδα μέχρι τώρα, τα κάνω όλα εύκολα.
Τέτοια και τόσο μεγάλη υπακοή και ταπείνωση απέκτησε ο μακάριος, ώστε να λάβει χάρισμα κατά των δαιμόνων και να τους διώχνει. Πληροφορήθηκε λοιπόν από τον Θεό ο Αντώνιος και τον είχε μαζί του για κάποιο διάστημα. Έπειτα, του κατασκεύασε κελί και τον έβαλε να κάθεται εκεί, ώστε να μάθει και τις πανουργίες εκείνων και να τους πολεμά. Κάθισε ένα χρόνο μόνος του ο Παύλος και αναδείχτηκε σε θαυματουργό. Κι αφού υπηρέτησε τον Θεό άξια, απήλθε προς τις ουράνιες μονές».
Δεν έχουν περάσει παρά λίγες ημέρες, που εορτάσαμε τον εν αγίοις πατέρα ημών Νικόλαο Πλανά (2 Μαρτίου). Και να σήμερα που η Εκκλησία μας εορτάζει έναν επίσης άγιο, με το ίδιο χάρισμα αγιότητας, την κατά Θεόν απλότητα. Η απλότητα ανέδειξε τον Παύλο σε μεγάλο όσιο, η απλότητα ανέδειξε επίσης σε μεγάλο άγιο τον παπα Νικόλα Πλανά. Δεν είναι τυχαίο ότι έχουν προτείνει ορισμένοι με την ίδια προσαγόρευση με τον όσιο Παύλο να προσαγορεύεται και ο παπα Νικόλας: ο απλός. Ο νέος όσιος της Εκκλησίας Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, ο υμνογράφος του οσίου Παύλου, αυτό επισημαίνει ως πρώτο από όλα για τον όσιο Παύλο: «Έκανες ωραίο, όσιε, τον εαυτό σου με τους τρόπους της απλότητας κι αναδείχτηκες απλός και πράος και ήσυχος, Παύλε μακάριε, κι έγινες γνήσιος υπηρέτης του Παντοκράτορα Θεού με τον λαμπρό βίο σου» (στιχηρό εσπερινού).
 Αιτία για την ανάδειξη σε άγιο εκείνου που έχει την κατά Θεόν απλότητα είναι ότι η αρετή αυτή φανερώνει τη μεγίστη όλων των αρετών, την ταπείνωση.  Όπου δηλαδή απλότητα, εκεί και ταπείνωση. Κι όπου ταπείνωση, εκεί κι η χάρη κι η αγάπη του Θεού. Διότι «ταπεινοίς ο Θεός δίδωσι χάριν». «Μόνος εσύ ανάμεσα στους μαθητές του Χριστού κλήθηκες απλός, Παύλε, ως τύπος της ταπεινοφροσύνης και μυρίπνοη μυροθήκη της απλότητας» (στιχηρό εσπερινού). «Αληθινά, Παύλε, φάνηκες μέγας ανάμεσα στους ασκητές, γιατί είχες ως κόσμημά σου την ταπείνωση, και δέχτηκες γι’ αυτό τη λαμπρότητα των μεγάλων χαρίτων του Θεού» (ωδή ε΄). «Γέμισες από το άυλο θεϊκό φως, επειδή ήσουν πράος, ταπεινός και γεμάτος από απλότητα (ωδή ς΄).
Ο άγιος υμνογράφος Γεράσιμος δεν μπορεί παρά να επικεντρώσει σε μεγάλο βαθμό την προσοχή του στη στάση του αγίου και μεγάλου Αντωνίου, του καθηγητή της ερήμου. Μπροστά στο «φαινόμενο» Παύλο, ακόμη κι αυτός ο αυστηρότατος ασκητής υποκλίνεται. Τον θαυμάζει και τον κάνει μέτοχο και της δικής του ζωής, ώστε τελικώς βλέποντας τον όσιο Παύλο τον όσιο Αντώνιο ταυτοχρόνως να βλέπουμε και να ευφημούμε, σαν ένα είδος «εκμαγείου» του. «Αναδείχτηκες θεοειδής μύστης του θείου Αντωνίου, Παύλε θεοφόρε, και μιμητής του και όργανο της απάθειας» (στιχηρό εσπερινού). «Πραγματικά θαύμασε ο μέγας Αντώνιος τον θερμό πόθο της ψυχής σου και τη σταθερότητα του νου σου και το ανυποχώρητο φρόνημά σου για τα ανώτερα. Διότι έγινες, Παύλε, μιμητής του και ίδιος με τους τρόπους της ζωής του κι αξιώθηκες με τους αγώνες της άσκησής σου πλούσια χαρίσματα» (στιχηρό εσπερινού).
Ο μεγάλος υμνογράφος αποπειράται να εξηγήσει το παράδοξο πράγματι γεγονός, του πώς ένας προχωρημένης ηλικίας άνθρωπος και άγευστος ασκητικών αγώνων μπόρεσε να ακολουθήσει την αυστηρή ασκητική διαγωγή του οσίου Αντωνίου σαν να ήταν η διασκέδασή του, η τρυφή και η χαρά του. Κι η εξήγηση που δίνει είναι μία: η βαθειά αγάπη προς τον Θεό, η καύση της καρδιάς του για Εκείνον. «Τους κόπους της ασκητικής ζωής τούς θεώρησες σαν διασκέδαση, όσιε, γιατί ήσουν πυρπολημένος από τη θεία αγάπη» (λιτή). Κι ακριβώς αυτό τον κάνει να θαυμάσει το άλλο παράδοξο: πώς ένας μεγάλος άνθρωπος παρουσίασε ένα φρόνημα κυριολεκτικά νεανικό. Ακριβώς όμως για να επιβεβαιωθεί η αλήθεια ότι όπου υπάρχει η αγάπη προς τον Θεό, εκεί η καρδιά του ανθρώπου παραμένει πάντοτε νέα και γεμάτη δύναμη. «Εκπαιδεύτηκες καλά στα χέρια του μεγάλου Αντωνίου και επέδειξες προς τους αγώνες της άσκησης νεανικό φρόνημα κατά το γήρας» (δοξαστικό εσπερινού). Κι αλλού, σ’ ένα τροπάρι της λιτής: «Σήκωσες στους ώμους σου τον σταυρό και περιφρόνησες  την ηλικία του γήρατος, γι’ αυτό και έγινες δούλος του Σωτήρα, κατά τον θείο Παύλο, ζώντας τον καινούργιο τρόπο της ζωής που έφερε ο Χριστός».

https://pgdorbas.blogspot.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Α´ 35 - 44
35 Καὶ πρωῒ ἔννυχα λίαν ἀναστὰς ἐξῆλθε καὶ ἀπῆλθεν εἰς ἔρημον τόπον, κἀκεῖ προσηύχετο. 36 καὶ κατεδίωξαν αὐτὸν ὁ Σίμων καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ, 37 καὶ εὑρόντες αὐτὸν λέγουσιν αὐτῷ ὅτι πάντες σε ζητοῦσι. 38 καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἄγωμεν εἰς τὰς ἐχομένας κωμοπόλεις, ἵνα καὶ ἐκεῖ κηρύξω· εἰς τοῦτο γὰρ ἐξελήλυθα. 39 καὶ ἦν κηρύσσων ἐν ταῖς συναγωγαῖς αὐτῶν εἰς ὅλην τὴν Γαλιλαίαν καὶ τὰ δαιμόνια ἐκβάλλων. 40 Καὶ ἔρχεται πρὸς αὐτὸν λεπρὸς παρακαλῶν αὐτὸν καὶ γονυπετῶν αὐτὸν καὶ λέγων αὐτῷ ὅτι Ἐὰν θέλῃς δύνασαί με καθαρίσαι. 41 ὁ δὲ Ἰησοῦς σπλαγχνισθεὶς, ἐκτείνας τὴν χεῖρα ἥψατο αὐτοῦ καὶ λέγει αὐτῷ· Θέλω, καθαρίσθητι· 42 καὶ εἰπόντος αὐτοῦ εὐθέως ἀπῆλθεν ἀπ’ αὐτοῦ ἡ λέπρα, καὶ ἐκαθαρίσθη. 43 καὶ ἐμβριμησάμενος αὐτῷ εὐθέως ἐξέβαλεν αὐτόν καὶ λέγει αὐτῷ· 44 Ὅρα μηδενὶ μηδὲν εἴπῃς, ἀλλ’ ὕπαγε σεαυτὸν δεῖξον τῷ ἱερεῖ καὶ προσένεγκε περὶ τοῦ καθαρισμοῦ σου ἃ προσέταξε Μωϋσῆς, εἰς μαρτύριον αὐτοῖς.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Α´ 35 - 44
35 Καὶ τὸ πρωῒ πολὺ πρὶν ξημερώσῃ, ὅταν ἀκόμη ἦτο κατασκότεινα, ἀφοῦ ἐσηκώθη, ἐβγῆκε καὶ ἐπῆγεν εἰς τόπον ἔρημον καὶ ἐκεῖ προσηύχετο. 36 Καὶ ἔτρεξαν κατόπιν του ζητοῦντες νὰ τὸν εὔρουν ὁ Σίμων καὶ οἱ σύντροφοί του. 37 Καὶ ἀφοῦ τὸν ηὗραν, λέγουν εἰς αὐτόν, ὅτι ὅλοι σὲ ζητοῦν. Ἔλα νὰ συνεχίσῃς τὴν ἐπιτυχίαν σου καὶ μὴ ψυχραίνῃς τὸν ἐνθουσιασμὸν τοῦ πλήθους. 38 Καὶ ἐκεῖνος τοὺς εἶπεν· Ἂς ὑπάγωμεν εἰς τὰ γειτονικὰ μεγαλοχώρια, διὰ νὰ κηρύξω καὶ ἐκεῖ, διότι δι’ αὐτὸ ἐβγῆκα ἀπὸ τὴν πόλιν καὶ ἦλθον ἐδῶ, διὰ νὰ συνεχίσω πρὸς τὰ χωρία αὐτὰ τὴν περιοδείαν μου. 39 Καὶ ἐξηκολούθει νὰ κηρύττῃ εἰς τὰς συναγωγάς των εἰς ὅλην τὴν Γαλιλαίαν καὶ νὰ βγάζῃ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοὺς δαιμονιζομένους ποὺ τοῦ ἔφερναν. 40 Καὶ ἔρχεται πρὸς αὐτὸν κάποιος λεπρός, ὁ ὁποῖος τὸν παρεκάλει γονατιστὸς ἐμπρός του καὶ τοῦ ἔλεγεν ὅτι, ἐὰν θέλῃς, ἔχεις τὴν δύναμιν νὰ μὲ θεραπεύσῃς καὶ νὰ μὲ καθαρίσῃς ἀπὸ τὰς πληγὰς καὶ τὰ ἐξανθήματα τῆς ἀσθενείας μου. 41 Ὁ δὲ Ἰησοῦς τὸν εὐσπλαγχνίσθη καὶ ἀφοῦ ἄπλωσε τὴν χεῖρα του, τὸν ἤγγισε καὶ τοῦ λέγει· θέλω, καθαρίσου. 42 Καὶ ὅταν εἶπεν ὁ Ἰησοῦς τὸ θέλω, καθαρίσου, ἀμέσως τὸν ἄφησεν ἡ λέπρα καὶ ἐκαθαρίσθῃ. 43 Καὶ ἀφοῦ τοῦ ἀπηγόρευσεν αὐστηρὰ νὰ μὴ διαδώσῃ τὴν θαυματουργικὴν θεραπείαν του, τὸν ἔβγαλεν ἀμέσως ἔξω ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ ἦσαν καὶ τοῦ εἶπε· 44 Πρόσεξε νὰ μὴ εἴπῃς τίποτε εἰς κανένα· ἀλλὰ πήγαινε, δεῖξε τὸν ἑαυτόν σου εἰς τὸν ἱερέα, καὶ πρόσφερε διὰ τὸν καθαρισμὸν καὶ τὴν θεραπείαν σου ἀπὸ τὴν λέπραν ἐκεῖνα, ποῦ διέταξεν ὁ Μωϋσῆς, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ἡ ἐξέτασίς σου ἀπὸ τὸν ἱερέα καὶ ἡ προσφορὰ τοῦ δώρου σου ὡς μαρτυρία καὶ ἀπόδειξις εἰς τοὺς Ἰουδαίους, ὅτι καὶ σὺ πράγματι ἐθεραπεύθης, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ δὲν ἦλθον διὰ νὰ καταλύσω τὸν νόμον.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Ας έχου­με κον­τά μας τους Αγί­ους και δεν πρό­κει­ται να μας συμ­βεί τρι­κυ­μία ή και αν συμ­βεί, γρή­γο­ρα θα έρ­θει κα­λο­και­ρία και γα­λή­νη και απαλ­λα­γή από τους κιν­δύ­νους. Εκεί­νη η χήρα στην Πα­λαιά Δια­θή­κη, επει­δή φι­λο­ξέ­νη­σε Άγιο (τον Προ­φή­τη Ηλία), είδε το θαύ­μα. Κα­ταρ­γή­θη­κε ο θά­να­τος του παι­διού της και το ξα­να­εί­δε ζων­τα­νό. Όπου πα­τούν πό­δια Αγί­ων, κα­νέ­να λυ­πη­ρό δεν πρό­κει­ται να συμ­βεί... Ας φι­λο­ξε­νή­σου­με στα σπί­τια μας τα λιον­τά­ρια του πνεύ­μα­τος (τους Αγί­ους) και τότε όλα τα θη­ρία θα τρα­πούν σε φυγή. Ο βρυ­χηθ­μός ενός λιον­τα­ριού δεν φυ­γα­δεύ­ει τα θη­ρία, όπως φυ­γα­δεύ­ουν τους δαί­μο­νες οι προ­σευ­χές του Αγί­ου.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος