Τετάρτη 27 Μαΐου 2026

Η πιο ωραία Ανάσταση είναι της ψυχής μας!




Σκυφτός, ανόρεχτος, πικραμένος ο Χαρίλαος γυρίζει στο σπίτι του. Είναι περασμένα μεσάνυχτα. Μόλις τώρα η παρέα του τελείωσε το γλέντι της.
Απόψε μάλιστα παρά λίγο και να έρθουν στα χέρια. Κάτι είπε ο Αντώνης, που έθιξε το Χαρίλαο. Άναψε. Τινάχτηκε. Θα γινόταν μεγάλη φασαρία, αν δεν μεσολαβούσαν οι άλλοι.
Τώρα βαρύς και κουρασμένος σέρνει τα βήματά του.
Ξαφνικά, στη στροφή του δρόμου, βλέπει φαναράκια, λαμπάδες, κόσμο. Χαρούμενες φωνές παιδιών αντηχούν στη γειτονιά. «Χριστός Ανέστη», θεία! «Αληθώς Ανέστη», καλό μου παιδί! Ο Χαρίλαος σαν να ξύπνησε από ύπνο.
-Τι; Πως; «Χριστός Ανέστη;» Αλήθεια· απόψε Ανάσταση… Λαμπρή! Όλος ο κόσμος χαίρεται. Εγώ μονάχα τριγυρνώ στους δρόμους έρημος και μοναχός!…
Θυμήθηκε μεμιάς τα περασμένα. Τότε που ήταν και αυτός κοντά στο Θεό! Ξαφνικά να, μπροστά του η Εκκλησία. Ήταν ακόμα ανοιχτή. Ο κόσμος είχε φύγει… Ο Χαρίλαος μπήκε μέσα. Άναψε ένα κερί. Το μοσχολίβανο ακόμα ευωδίαζε. Συγκινήθηκε. Λύγισε η ψυχή του.
-Θεέ μου, δε θέλω να είμαι τέτοιος. Με παρασέρνει το πάθος, η αμαρτία… Βοήθησέ με να μην ξαναπέσω. Να μη…
Δεν πρόφτασε να συμπληρώσει τα λόγια του. Τον έπνιξαν οι λυγμοί. Ακούμπησε σ’ ένα στασίδι. Τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του ποτάμι.
Πέρασε λίγη ώρα. Απ’ έξω έτυχε να περνούν κάποιοι. «Χριστός Ανέστη!», είπε η μια παρέα. «Αληθώς Ανέστη!», απάντησε η άλλη, που έπαιρνε διαφορετικό δρόμο…
-Ναι! «Αληθώς Ανέστη ο Κύριος», είπε ο Χαρίλαος. Είθε και η ψυχή μου να αναστηθεί!
Σηκώθηκε. Βγήκε από την Εκκλησία και πήρε το δρόμο για το σπίτι του.
Μια ξεχωριστή γαλήνη ένιωθε τώρα στην καρδιά του. Κάποιο φως γλυκό του φώτιζε το δρόμο. Λαμπάδα δεν κρατούσε στα χέρια του. Δεν έχει σημασία. Κρατούσε η ψυχή…
Η λουσμένη στο δάκρυ της μετάνοιας ψυχή του, που απόψε πάλι αναστήθηκε…

(από το βιβλίο Ρήματα Ζωής)
https://inpantanassis.blogspot.com/

Δεν μπορούμε να διανοηθούμε




Να θυμάστε και να πιστεύετε ότι όλα όσα σας συμβαίνουν είναι από τον Κύριο και ότι ούτε μια τρίχα από το κεφάλι σας δεν χάνεται χωρίς το άγιό Του θέλημα. 
Αυτός είναι ο ακανθώδης δρόμος των θλίψεων και είναι πάντοτε ακανθώδης ο δρόμος των εκλεκτών του Θεού. 
Και οι άγιοι του Θεού, υπέμειναν τέτοιες θλίψεις, τις οποίες εμείς οι αμαρτωλοί δεν μπορούμε ούτε να τις διανοηθούμε.

Άγιος Σεραφείμ Ρομάντσιωφ της Μονής Γκλινσκ
https://inpantanassis.blogspot.com/

Τι αναπαύει την ψυχή μας τελικά;




Όσο και ν΄ αναζητάς ανάπαυσι και παρηγοριά σ' αυτόν τον πρόσκαιρο κόσμο δεν θα την βρης. Την ειρήνη και την παρηγοριά μπορεί να τη δώση στην ψυχή μόνον ο Κύριος, με τη χάρι Του. 
Όπως ο ίδιος είπε: «Ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνη την εμήν δίδωμι υμίν· ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν, εγώ δίδωμι υμίν» (Ιω. 14. 27). Σκέψου, πού και σε ποιά γήινη απόλαυσι θα βρης την ειρήνη και την ανάπαυσι; Πού θα βρης την εσωτερική γαλήνη και τη μόνιμη χαρά; Μήπως στη δόξα; 
Αλλά σήμερα είσαι τιμημένος και αύριο ατιμασμένος. «Πάσα δόξα ανθρώπου ως άνθος χόρτου· εξηράνθη ο χόρτος, και το άνθος εξέπεσε» (Ησ. 40. 6-7). Αλλά μήπως στον πλούτο; Όχι μόνο ειρήνη και ανάπαυσι δεν σου χαρίζει, αλλ' αντίθετα πολλή μέριμνα και ανησυχία και ανασφάλεια, μέρα και νύχτα. Οι άνθρωποι σε φθονούν και σε αντιπαθούν, κι εσύ πάλι δεν είσαι ποτέ ικανοποιημένος με όσα έχεις. Θέλεις ν' αποκτάς όλο και περισσότερα, ξεχνώντας πως τίποτε απ' τον πλούτο σου δεν θα σου μείνη. 
Λέει ο πλούσιος: «”Εύρον ανάπαυσιν και νυν φάγομαι εκ των αγαθών μου”, και ουκ οίδε τίς καιρός παρελεύσεται και καταλείψει αυτά ετέροις και αποθανείται» (Σοφ. Σειρ. 11. 19). «Καθώς εξήλθεν από γαστρός μητρός αυτού γυμνός, επιστρέψει του πορευθήναι ως ήκει, και ουδέν ου λήψεται εν μόχθω αυτού, ίνα πορευθή εν χειρί αυτού… ώσπερ γαρ παρεγένετο, ούτω και απελεύσεται, και τις η περισσεία αυτού, ή μοχθεί εις άνεμον;» (Εκκλ. 5. 14-15). 
Μην ξεχνάς ακόμη πως ο πλούτος γίνεται αφορμή για πολλές αμαρτίες και θανάσιμες πτώσεις, όπως διαπιστώνει και ο απόστολος: «Οι βουλόμενοι πλουτείν εμπίπτουσιν εις πειρασμόν και παγίδα και επιθυμίας πολλάς ανοήτους και βλαβεράς, αίτινες βυθίζουσι τους ανθρώπους εις όλεθρον και απώλειαν» (Α” Τιμ. 6. 9). 
Γι' αυτό τον λόγο και ο Κύριος αναφώνησε κάποτε με πόνο: «Πώς δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εις την βασιλείαν του Θεού εισελεύσονται!… Ευκοπώτερόν εστι κάμηλον δια τρυμαλιάς ραφίδος εισελθείν ή πλούσιον εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν!» (Μαρκ. 10. 23, 25). Τί θα προτιμήσης, λοιπόν; Τον πρόσκαιρο πλούτο ή τη βασιλεία του Θεού; Αλλά μήπως θα βρης γαλήνη και ανάπαυσι στη σαρκική ηδονή; 
Ούτε εκεί υπάρχει. Η σαρκική αμαρτία – το ξέρεις καλά, αν τη δοκίμασες – συνοδεύεται από εσωτερική πικρία, ψυχικό βάρος, συνειδησιακό έλεγχο. Και όταν η ψυχή πωρωθή, τότε επέρχεται η τελεία εγκατάλειψις από τον Θεό και η τελεία υποδούλωσις στη φιληδονία. Κανένα άλλο πάθος δεν υποδουλώνει τον άνθρωπο τόσο σκληρά και αναπόδραστα όσο αυτό. 
Κι αφού τον υποδουλώση, γεννά μέσα του άπειρα άλλα κακά: τη σκληροκαρδία, την αναισθησία, την αποχαύνωσι, τη βλασφημία, την οργή, τέλος δε και την τελεία απιστία. Ο λόγος του Θεού δεν συγκινεί τις καρδιές των φιληδόνων, Γιατί τ' αγκάθια του πάθους πνίγουν κάθε καλό σπόρο που πέφτει μέσα τους: «…το δε εις τας ακάνθας πεσόν, ούτοί εισιν οι ακούσαντες και υπό… ηδονών του βίου πορευόμενοι συμπνίγονται και ου τελεσφορούσι» (Λουκ. 8. 14), εξηγεί ο Κύριος στην παραβολή του σπορέως. 
Λοιπόν; Αν στη δόξα δεν υπάρχη ανάπαυσις· αν στον πλούτο δεν υπάρχη ανάπαυσις· αν στην ηδονή δεν υπάρχη ανάπαυσις· τότε πού θ' αναπαυθούμε; Ας ακούσουμε τον ψαλμωδό: «Εν εικόνι διαπορεύεται πας άνθρωπος, πλην μάτην ταράσσεται… Και νυν τις η υπομονή μου; Ουχί ο Κύριος;» (Ψαλμ. 38. 7-8). Η ελπίδα σου, η προσδοκία σου, η χαρά σου, η ανάπαυσίς σου η παντοτινή είναι ο Κύριος. Ο ελεήμων και οικτίρμων και μακρόθυμος, ο πανάγαθος και φιλάνθρωπος, ο Θεός της ειρήνης, ο Θεός πάσης παρακλήσεως, ο Νυμφίος της ψυχής σου, που της κράζει με πόθο: «Ιδού ει καλή, η πλησίον μου, ιδού ει καλή… ελεύση και διελεύση από αρχής πίστεως…» (Ασμα 4.1, 8). 
Κράτησε, αδελφέ μου, μέσα στην καρδιά σου και τα λόγια του Κυρίου προς την πολυμέριμνη Μάρθα: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζη περί πολλά· ενός δέ εστι χρεία· Μαρία δε την αγαθή μερίδα εξελέξατο, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ' αυτής» (Λουκ. 10. 41-42). 
Άφησε κι εσύ τις βιοτικές μέριμνες. Κάθησε ταπεινά «παρά τους πόδας του Ιησού» και ανάπαυσε την ψυχή σου με τη θαλπωρή της θείας παρουσίας Του. Σου φτάνει αυτό. Υπάρχει μεγαλύτερος πλούτος; Υπάρχει μεγαλύτερη δόξα; Υπάρχει και μεγαλύτερη ηδονή; 

Αγίου Δημητρίου Ροστώφ, "Πνευματικό Αλφάβητο"
Εκδ.: ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ
https://inpantanassis.blogspot.com/

Ο Θεός δεν είναι δίκαιος χωρίς να είναι ελεήμων και δεν είναι ελεήμων χωρίς να είναι δίκαιος.




Ο Θεός δεν είναι δίκαιος χωρίς να είναι ελεήμων και δεν είναι ελεήμων χωρίς να είναι δίκαιος.
Διότι είναι δίκαιος απέναντί μας με ελεύθερη και σπλαχνική κατάβαση σε μας. Αν ήταν μόνο δίκαιος ο Θεός, δεν θα ήταν απόλυτα ελεύθερος· αν ήταν μόνο ελεήμων, δεν θα λάμβανε υπ’ όψη τις ανθρώπινες προσπάθειες και δεν θα τις ενθάρρυνε....
Ο Θεός, ως δίκαιος, θέλει αφενός όλοι να είναι ίσοι μεταξύ τους, και αφετέρου να δίνει σε όλους τόσο, όσο μπορούν να δεχθούν από τη μακαριότητά Του, ανάλογα με τις δικές τους προσπάθειες.
Ο Θεός αναφέρεται δίκαια σ’ όλους μας, αλλά σκέφτεται τον καθένα ξεχωριστά, στο πλαίσιο του συνόλου. Ο Θεός δεν ξεκινά από μια ιδέα της δικαιοσύνης, αλλά από την πραγματικότητά της εν Αυτώ.

Άγιος ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΣΤΑΝΙΛΟΑΕ  (1903–1993)
https://proskynitis.blogspot.com/

Ζωή αιώνιας χαράς



Του π. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΕΚΚΑ 
Στην Αρχιερατική Προσευχή Του, στον Κήπο της Γεθσημανή, λίγο πριν την σύλληψή Του, ο Κύριος Ιησούς ζήτησε από τον Πατέρα Του την Δόξα και την Χαρά της Αιώνιας Ζωής τόσο για τον Ίδιο όσο και τους μαθητές Του.
Το αίτημα του Κυρίου Ιησού προς τον Πατέρα Του για την Δόξα του Υιού Του αφορά προφανώς στην Δόξα της Αναστάσεώς Του. Γνωρίζοντας ο Κύριος πως βαίνει προς την τέλεια και εκούσια εκπλήρωση του θελήματος του Ουρανίου Πατρός, ζητά όχι απλώς την Δόξα του Δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, την οποία άλλωστε ως Θεός ο Ίδιος ουδέποτε στερήθηκε, αλλά τη Δόξα του Θεανθρώπου,  την είσοδό Του, δηλαδή, ως τέλειος Θεός και τέλειος Άνθρωπος στην Αιώνια Ζωή της Αγίας Τριάδος. Ο Κύριος ζήτησε, έτσι, από τον Πατέρα Του την Δόξα που προαιωνίως είχε ως Θεός και για την ανθρώπινη φύση με την οποία ο Ίδιος εισήλθε στον Παράδεισο.
Η Δόξα της Αναστάσεως και της ενθρονίσεως του Κυρίου Ιησού με την αναστημένη ανθρώπινη φύση Του δεξιά του Ουρανίου Πατρός οφείλεται στο Μυστήριο της Θείας Υπακοής του Υιού προς τον Πατέρα Του. Η Θεία Υπακοή είναι Μέγα Μυστήριο της εσωτερικής ζωής της Αγίας Τριάδος. Η Θεία Υπακοή του Υιού προς τον Πατέρα Του είναι άρρητος, ξεπερνά τις δυνατότητες του ανθρώπου να Την κατανοήσει με τις δικές του δυνάμεις και αποκαλύπτεται σταδιακά, αν και πάντοτε μερικά, στον άνθρωπο, κατά το μέτρο της εν Αγίω Πνεύματι προόδου του, κατά το μέτρο δηλαδή της προόδου του στην υπακοή, την ταπείνωση, την υπομονή και την αγάπη.
Ο Κύριος όμως ζήτησε από τον Πατέρα Του όχι μόνο την Δόξα του Ιδίου ως Θεανθρώπου αλλά  και την Δόξα των μαθητών Του μέχρι την Δευτέρα Παρουσία Του. Η Δόξα που ο Κύριος ζήτησε για τους μαθητές Του είναι η Δόξα της Ενότητας της Εκκλησίας, που ιδρύθηκε την ημέρα της Πεντηκοστής κατά το Θέλημα του Πατρός, χάρη στην Θυσία του Θεανθρώπου και την κάθοδο του Παναγίου Πνεύματος.
Έκτοτε όποιος με λόγια ή με πράξεις αποκόπτεται από την ενότητα της Εκκλησίας, χάνει την προαιώνια Δόξα που επιφυλάσσει ο Θεός Πατήρ εν Αγίω Πνεύματι για τα μέλη του Σώματος του Υιού Του. Η αποκοπή από την ενότητα της Εκκλησίας είναι η βαρύτερη από όλες τις αμαρτίες, καθώς αποτελεί ευθεία προσβολή του Μυστηρίου της Ενότητας και της Αιώνιας Ζωής της Αγίας Τριάδος, διορθώνεται όμως, όπως όλες άλλωστε οι αμαρτίες μας, με βαθιά και ειλικρινή μετάνοια.
Η Δόξα της Ενότητας της Εκκλησίας  προϋποθέτει την Δόξα της Αναστάσεως του Θεανθρώπου, όπως επίσης η Δόξα της Αναστάσεως του Θεανθρώπου μαρτυρείται εντός του Μυστηρίου της Ενότητας της Εκκλησίας. Μετέχοντας στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας ο πιστός, κατά το μέτρο της πνευματικής προόδου του, προγεύεται την Χαρά της Αιώνιας Ζωής. Ενωμένος με τον Αναστάντα Κύριο εν Αγίω Πνεύματι, ο πιστός αναγνωρίζει ως απόλυτο Πατέρα του τον Πατέρα του Κυρίου Ιησού Χριστού και μισεί πάνω του ο,τιδήποτε τον χωρίζει ακόμα από τα αδέλφια του και τον εμποδίζει να δει σε κάθε άνθρωπο ένα επιπλέον μέλος αυτού του ίδιου του σώματός του.
Έτσι η Χαρά στην οποία κληθήκαμε ως άνθρωποι είναι η Χαρά της άρρητης Ενότητας της Αγίας Τριάδος όταν, δίχως σύγχυση αλλά και δίχως καμμία μεταξύ μας διαίρεση, θα μπορούμε να προσκυνούμε, ακαταπαύστως και πλήρεις μακαριότητος, τον Ένα Θεό, Πατέρα, Υιό και Πνεύμα το Άγιο, την Παναγία Τριάδα.

https://www.nyxthimeron.com/

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΡΩΣΟΣ Ο ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ




Μπορεῖ ἡ Ρωσία νά καυχᾶται γιά τό σπουδαῖο γέννημά της, τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη*, ἡ Μικρά ᾽Ασία νά ὑπεραίρεται διότι στόν τόπο της ἀναδείχτηκε ἡ ἁγιότητα τοῦ ὁσίου Πατέρα, τό Νέο Προκόπι τῆς νήσου Εὐβοίας νά λαμπροφορεῖ διότι ἐκεῖ κατέληξε τό χαριτόβρυτο λείψανό του, ὅμως ὅλοι οἱ πιστοί ἁπανταχοῦ τῆς γῆς ἑορτάζουν τόν μεγάλο ὅσιο νέο ὁμολογητή. Κι αὐτό γιατί οἱ ἅγιοί μας ἀποτελοῦν καύχημα καί εὐλογία ὅλων τῶν ὀρθοδόξων σέ ὅλη τή γῆ. ῞Ενας ἄγιος δηλαδή μπορεῖ νά ἦταν ῾δεμένος᾽ μέ κάποιον τόπο ὅσο ζοῦσε στήν ζωή αὐτή, ὅμως τελικῶς ἀνήκει σέ ὅλην τήν ᾽Εκκλησία, πού σημαίνει ὅτι ὁ κάθε πιστός μπορεῖ νά θεωρεῖ δικό του τόν ἅγιο, νά τόν ἔχει φίλο καί προστάτη του, ἀδελφό καί πατέρα του. ῾Ο καλός ὑμνογράφος τοῦ ὁσίου ἱεροδιδάσκαλος ᾽Ιωσήφ ὁ ἐκ Κερμίρης τῆς Καππαδοκίας ἐπανειλημμένως ἔρχεται καί μᾶς τονίζει τήν ἀλήθεια αὐτή μέσα ἀπό τήν ἀκολουθία του: «Χαῖρε τό πιό καλό γέννημα τῆς Ρωσίας καί τό σεμνολόγημα ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν πιστῶν»(λιτή). «Ἡπατρίδα σου ἡ Ρωσία καυχᾶται γιά τά σπάργανά σου, ἐνῶ ἡ ἀσιατική γῆ χαίρει γιά τό ἅγιο λείψανό σου»(ἀπολυτίκιο β´). «Ἐμπρός λοιπόν ὅλοι οἱ ὀρθόδοξοι ἄς ἑορτάσουμε τήν θεία μνήμη του» (Δοξαστικό λιτῆς).
῾Η αἰτία τῆς οἰκουμενικότητας ἑνός ἁγίου - παρ᾽ ὅλη τήν ἐν Κυρίῳ καύχηση τῶν περιοχῶν ἀπό τίς ὁποῖες πέρασε καί ἅγιασε αὐτός -  ἔγκειται στό γεγονός ὅτι ὁ ἅγιος δέν ὑπῆρξε στήν ζωή του ἕνας αὐτονομημένος ἄνθρωπος, ὀ ὁποῖος ἐνδεχομένως ἀνέδειξε τά φυσικά χαρίσματά του μέσα στίς συγκυρίες πού βρέθηκε. Τέτοιοι ἄνθρωποι ὑπῆρξαν πολλοί στό διάβα τῶν αἰώνων, σφράγισαν ἴσως τήν ἐποχή τους εἴτε μέ τήν πολιτική εἴτε μέ τήν κοινωνική ἤ ἐπιστημονική δραστηριότητά τους, τελικῶς ὅμως παρέμειναν ῾ἀνύπαρκτοι᾽ γιά τήν ᾽Εκκλησία - δέν μνημονεύονται πουθενά στό φάσμα τῶν ἁγίων της ὡς ῾ζῶντες εἰς τόν αἰῶνα᾽. Γιά τήν ᾽Εκκλησία ὁ ἅγιος ἀφήνει τήν σφραγίδα του στόν κόσμο καί μνημονεύεται ἐσαεί, γιατί ὑπῆρξε ἕνα ἀποτύπωμα τοῦ Χριστοῦ, ἀκολουθώντας μέ ἀκρίβεια τά ἴχνη Του. Τόν Χριστό προβάλλει ὁ ἅγιος, σ᾽ ᾽Εκεῖνον παραπέμπει, σάν τό διάφανο γυαλί πού ἀφήνει τό φῶς τοῦ ἥλιου νά διαπεράσει κατακάθαρο ἀπό μέσα του. ῾Ο κάθε ἅγιος δηλαδή λειτουργεῖ σάν τόν μέγα ᾽Ιωάννη τόν Πρόδρομο πού διαρκῶς διακήρυσσε: «᾽Εκεῖνον (τόν Χριστόν) δεῖ αὐξάνειν, ἐμέ δέ ἐλαττοῦσθαι»· ἤ ἀκόμη περισσότερο σάν τόν ἅγιο ἀπόστολο Παῦλο πού ταυτισμένος μέ τόν Κύριό του ὁμολογοῦσε: «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δέ ἐν ἐμοί Χριστός». ῎Ετσι ὁ κάθε ἅγιος γίνεται μία φανέρωση τοῦ Χριστοῦ καί τόν Χριστό βλέπει ὁ πιστός στό δικό του πρόσωπο.
Κι ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται καί τό ῾μυστικό᾽ τῆς ἁγιότητας τοῦ ὁσίου ᾽Ιωάννη: Προσέβλεπε πάντοτε πρός τόν Χριστό καί ὁ Χριστός ἦταν ἡ ἀδιάκοπη προτεραιότητά του. Μᾶς τό σημειώνει μεταξύ πολλῶν ἄλλων παρομοίων ὕμνων καί ὁ ὑμνογράφος του: «῎Ας δοξολογήσουμε μέ ὕμνους ὅλοι τόν ᾽Ιωάννη, αὐτόν πού ἀνέλαβε στούς ὤμους του τόν σταυρό τοῦ Κυρίου καί ἐπακολούθησε Αὐτόν μέχρι τέλους μέ ἀσκητικούς ἀγῶνες καί παλαίσματα» (κάθισμα ὄρθρου). Νά προσέξουμε ὅμως: ἡ ἀκολουθία τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ἀνώδυνη. ᾽Απαιτεῖ ἄρση σταυροῦ, ἀσκητικούς ἀγῶνες, παλαίσματα. Χρειάζεται νά τό λέει ἡ καρδιά κάποιου, καθώς λέμε, προκειμένου νά εἶναι συνεπής χριστιανός. Καί πρέπει ἰδιαιτέρως στήν ἐποχή μας νά τονίζουμε τήν ἀλήθεια αὐτή, διότι συχνά οἱ σύγχρονοι χριστιανοί θεωροῦμε τήν ἀκολουθία τοῦ Κυρίου ῾ταξίδι ἀναψυχῆς᾽. ᾽Επιλέγουμε τά ἀνώδυνα καί ὡραῖα καί ὄμορφα, ἀγνοώντας ἤ μή θέλοντας νά λάβουμε σοβαρῶς ὑπ᾽ ὄψιν μας τήν ὀδύνη τοῦ σταυροῦ εἴτε ὡς πόλεμο κατά τῶν παθῶν μας εἴτε ὡς ἀντιμετώπιση τῶν ἐπιθέσεων τοῦ Πονηροῦ καί τῶν ὀργάνων του μέσα στόν κόσμο.
 ῾Ο ὑμνογράφος τοῦ ὁσίου προκειμένου νά δείξει τήν ἀσκητική αὐτή διάσταση τοῦ ἀκολουθεῖν τῷ Χριστῷ ἀπό τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη ὑπενθυμίζει ὄχι μόνο τό γεγονός τῆς αἰχμαλωσίας του ἀπό τούς Τούρκους, ὄχι μόνο τούς ὀνειδισμούς πού ὑπέστη σέ ξένη χώρα ὡς ὑπόδουλος, οὔτε ἀκόμη καί τήν φτώχεια καί τήν στέρησή του ζώντας μέσα σέ ἕναν σταῦλο – πράγματα πού δείχνουν τούς ἀκούσιους πειρασμούς του - ἀλλά καί τούς ἑκούσιους λεγόμενους, αὐτούς δηλαδή πού ὁ ἴδιος προσέθετε πάνω στούς ἄλλους: τήν παννύχια προσευχητική στάση του, τά θερμότατα δάκρυα κατανύξεώς του, τήν ἐπιλογή τῆς φτώχειας ὅταν τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία ὑπέρβασής της. Στό δοξαστικό τῶν αἴνων δέν μπορεῖ ὁ ὑμνογράφος παρά νά θαυμάσει τήν παραδοξότητα αὐτή: «Ποιός δέν θά σέ ἐπαινέσει, ἐσένα τόν πράγματι ἀξιέπαινο; ῎Η ποιός δέν θά θαυμάσει τόν ἀξιοθαύμαστο τρόπο τῆς ζωῆς σου; Διότι δέν ἀρκέστηκες, χαριτώνυμε, στήν κακουχία τῆς αἰχμαλωσίας, ἀλλά ἔσπευσες νά αὐξήσεις αὐτήν, μέ τούς ἀσκητικούς κόπους καί τούς ἱδρῶτες».
Δέν εἶναι τυχαῖο λοιπόν ὅτι ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής τόν παραλληλίζει μέ τόν δίκαιο ᾽Ιώβ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἤ καί μέ τόν μέγα ᾽Ιωάννη τόν Πρόδρομο πού ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἐπαίνεσε τόσο πολύ. «῎Εζησες παράξενο τρόπο ζωῆς, ἔνδοξε, καθώς κατοίκησες σέ κάποιον σταῦλο, σάν ἄλλος ᾽Ιώβ, ὅσιε, πού στέναζε καί θλιβόταν πάνω στήν κοπριά» (ἀπόστιχα ἑσπερινοῦ). «Μιμήθηκες, θεσπέσιε, τόν ᾽Ιώβ πού βρισκόταν στήν κοπριά, γιατί εἶχες κι ἐσύ ὡς κατοικία τόν σταῦλο τῶν ἀλόγων» (ὠδή δ´). ῾Ο ἔπαινός του ὅμως γιά τόν ὅσιο ἀνεβαίνει κλίμακα, καθώς προβαίνει στήν ἐξαιρετική ἀποτίμησή του σέ σχέση μέ τόν μέγα Πρόδρομο: «Τό ὄνομα ᾽Ιωάννης πού ἔφερες ἔγινε ὄνομα τῆς χάρης, ὅσιε  Πατέρα. Διότι ὅπως  ὁ θεῖος βαπτιστής χαριτώθηκε μεταξύ τοῦ ἰουδαϊκοῦ λαοῦ καί μαρτυρήθηκε σαφῶς ἀπό τόν Χριστό, ἔτσι καί σύ ὁ ὁμώνυμός του καί μιμητής, ζώντας ἀνάμεσα σέ ματαιόφρονα λαό, ἔλαβες χάρη ἀπό τόν Θεό μέ τήν θεάρεστη πολιτεία σου, ᾽Ιωάννη» (λιτή).
῾Η ἔνθεη ζωή τοῦ ὁσίου μέσα σέ χώρα «ματαιοφρόνων» καί ἐν αἰχμαλωσίᾳ γίνεται ἀφορμή γιά γενικότερες διαπιστώσεις. Ὁ ὅσιος δέν παρασύρθηκε στήν πίστη τῶν ἀλλοθρήσκων παρ᾽ ὅλες τίς δυσκολίες, ἀλλά κράτησε τήν πίστη του καί μεγαλούργησε σ᾽ αὐτήν. «Αὐτός δέν ἀλλαξοπίστησε, ἄν καί αἰχμαλωτίσθηκε ἀπό τούς ἀπίστους, ἀλλά στάθηκε στόν νόμο τοῦ Θεοῦ ὅσο ζοῦσε ὁ χαριτώνυμος» (δοξαστικό καθισμάτων γ´ ὠδῆς). Πού σημαίνει˙ ὅταν κανείς εἶναι στερεωμένος στήν πίστη του, τό κοινωνικό περιβάλλον δέν μπορεῖ τελικῶς νά τόν κλονήσει. ῎Ισα ἴσα γίνεται ἀφορμή γιά μεγαλύτερη ἁγιότητα. Πρόκειται ὄντως γιά παράδοξο θαῦμα. «Παράδοξο θαῦμα! ῾Ο ἔνθεος ᾽Ιωάννης ζώντας μαζί μέ ἀκαθάρτους ἔγινε ὅλος καθαρός στό σῶμα καί στήν ψυχή» (ἀπό τούς αἴνους). ῾Οπότε τό  συμπέρασμα ἔρχεται ἀβίαστο ἀπό τόν ἱεροδιδάσκαλο ᾽Ιωσήφ: ὁ αἰχμάλωτος ᾽Ιωάννης αἰχμαλώτισε καί τά πάθη του καί τόν διάβολο. «Μέ σοφό τρόπο αἰχμαλώτισες τίς ὁρμές τῶν παθῶν, ᾽Ιωάννη, ἀφοῦ ἔγινες αἰχμάλωτος στούς ᾽Αγαρηνούς» (ὠδή δ´). «Φάνηκες ὁ αἰχμάλωτος γεμάτος ἀπό τίς χάρες τοῦ Θεοῦ. Γιατί αἰχμαλώτισε τόν προστάτη τοῦ σκότους διάβολο» (στίχοι συναξαρίου).
Μακρηγοροῦμε, ἀλλά δέν μποροῦμε παραλείποντας ἄλλες ἐπισημάνσεις τοῦ ποιητῆ νά μήν ἀναφέρουμε κάτι πού θεωροῦμε ἀπό τά πιό καίρια γιά τήν ζωή τοῦ ὁσίου ᾽Ιωάννη: ὁ ἅγιος εἶχε ἐνεργοῦσα τήν χάρη τοῦ Χριστοῦ στήν καρδιά του (ὠδή α´), ἐπειδή πρῶτον βοηθεῖτο ἀπό τόν θεάρεστο βίο του - ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δέν ἐνεργεῖ ἄν δέν βρεῖ κατάλληλο ἔδαφος στόν ἄνθρωπο - καί δεύτερον καί σημαντικότερο εἶχε ὡς καθοδηγό του τήν ἴδια τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου μας. Δέν εἶναι δυνατόν δηλαδή νά ὑπάρξει πνευματικός ἀγώνας καί μάλιστα ἐπιτυχής, ἄν δέν συντρέξουν μαζί μέ τόν Κύριο οἱ ἅγιοί μας μέ πρώτη τήν ὑπεραγία Θεοτόκο. ᾽Εκείνη ὡς στοργική Μάνα μας μᾶς παρακολουθεῖ, μᾶς βοηθεῖ καί ἱκετεύει γιά ἐμᾶς, ἰδίως ὅταν βλέπει τόν ἀγώνα καί τήν καλή μας διάθεση. ῎Ας φανταστοῦμε μέ πόση ἀγάπη θά προσέβλεπε Αὐτή πάνω στό ἀγαθό παιδί της, τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη, πού ἐπέμενε στήν ἀγάπη τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της μέσα στίς ἄπειρες δοκιμασίες πού περνοῦσε. «Μολονότι ἤσουν αἰχμάλωτος, εἶχες τήν Παρθένο Μαρία νά σέ ὁδηγεῖ, εἶχες σύμμαχό σου τόν θεάρεστο βίο σου, ᾽Ιωάννη μέγιστε φωστήρα» (᾽Από τά καθίσματα τοῦ ὄρθρου).
 
 *«Ο ὅσιος ᾽Ιωάννης γεννήθηκε σέ ἕνα χωριό τῆς λεγομένης Μικρᾶς Ρωσίας, ἀπό γονεῖς εὐλαβεῖς καί ὀρθοδόξους, ὅταν βασίλευε στήν Ρωσία ὁ Μέγας Πέτρος, κατά τό ἔτος 1690 μ.Χ. Ἦταν στρατιώτης κατά τόν πόλεμο πού ἔκανε ὁ τολμηρός αὐτός τσάρος ἐναντίον τῆς Τουρκίας (τό 1711), στόν ὁποῖο ὅμως ὁ μέγας ἡγεμόνας στάθηκε ἄτυχος καί κινδύνεψε μάλιστα νά θανατωθεῖ καί ὁ ἴδιος ἀπό τούς Τούρκους. ῾Ο ᾽Ιωάννης πιάστηκε αἰχμάλωτος ἀπό τούς Τάταρους, μαζί μέ χιλιάδες Ρώσους, καί οἱ Τάταροι τόν πούλησαν σέ ἕναν ᾽Οθωμανό ἀξιωματικό ῞Ιππαρχο, πού καταγόταν ἀπό τό Προκόπι τῆς Μικρᾶς ᾽Ασίας (κοντά στήν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας). ῾Ο ἀγᾶς τόν πῆρε μαζί του στό χωριό του, ἐνῶ ἡ Τουρκία γέμισε ἀπό ἀμέτρητο πλῆθος δούλων Ρώσων, οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ὁποίους μή ἀντέχοντας τά βάσανα ἀρνήθηκαν τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ καί ἔγιναν Μουσουλμάνοι.
῾Ο ᾽Ιωάννης ὅμως ἦταν ἀπό παιδί ἀναθρεμμένος ῾ἐν παιδείᾳ καί νουθεσίᾳ Κυρίου᾽ καί ἀγαποῦσε πολύ τόν Θεό καί τήν θρησκεία τῶν πατέρων του. Γι᾽ αὐτό, ἔχοντας τήν σοφία πού δίνει ὁ Θεός σ᾽ αὐτούς πού Τόν ἀγαποῦν, ἔκανε ὑπομονή στήν δουλεία καί τήν κακομεταχείριση τοῦ ἀφεντικοῦ του καί στίς ὕβρεις καί τά πειράγματα τῶν ᾽Οθωμανῶν, οἱ ὁποῖοι τόν φώναζαν ῾κιαφίρη᾽, δηλαδή ἄπιστο, φανερώνοντάς του τήν περιφρόνηση καί τήν ἀπέχθειά τους. Σημειωτέον ὅτι τό Προκόπι ἦταν στρατόπεδο τῶν χριστιανομάχων Γενιτσάρων καί ὁ ᾽Ιωάννης ἦταν τό βδέλυγμά τους, διότι στόν κύριό του καί σέ ὅσους τόν παρακινοῦσαν νά ἀρνηθεῖ τήν θρησκεία του, ἀποκρινόταν μέ σθεναρή γνώμη ὅτι προτιμοῦσε νά πεθάνει, παρά νά πέσει σέ τέτοια φοβερή ἁμαρτία. Στόν ἀγᾶ μάλιστα εἶπε: ῾῎Αν μέ ἀφήσεις ἐλεύθερο στήν θρησκεία μου, θά εἶμαι πολύ πρόθυμος στίς διαταγές σου. ῎Αν ὅμως μέ πιέσεις νά ἀλλαξοπιστήσω, γνώριζε ὅτι σοῦ παραδίδω τό κεφάλι μου παρά τήν πίστη μου. Χριστιανός γεννήθηκα καί χριστιανός θά πεθάνω᾽.
῾Ο Θεός βλέποντας τήν πίστη του καί ἀκούγοντας τήν ὁμολογία του μαλάκωσε τήν σκληρή καρδιά τοῦ κυρίου του, ὁ ὁποῖος μέ τόν καιρό τόν συμπάθησε. Σ᾽ αὐτό συνήργησε καί ἡ μεγάλη ταπείνωση πού στόλιζε τόν ᾽Ιωάννη, καθώς καί ἡ πραότητά του.
῎Εμεινε λοιπόν ἥσυχος ὁ μακάριος ᾽Ιωάννης ἀπό τίς ὑποσχέσεις καί ἀπειλές τοῦ ᾽Οθωμανοῦ κυρίου του, ὁ ὁποῖος τόν εἶχε διορίσει στόν σταῦλο του γιά νά φροντίζει τά ζῶα του. Σέ μία γωνιά τοῦ σταύλου ξάπλωνε τό κουρασμένο σῶμα του καί ἀναπαυόταν, εὐχαριστώντας τόν Θεό γιατί ἀξιώθηκε νά ἔχει ὡς κλίνη τήν φάτνη στήν ὁποία ἀνακλίθηκε κατά τήν Γέννησή Του ὡς ἄνθρωπος ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ἡμῶν ᾽Ιησοῦς Χριστός. ῏Ηταν δέ ἀφοσιωμένος στό ἔργο του, καθώς περιποιόταν μέ στοργή τά ζῶα τοῦ κυρίου του, τά ὁποῖα αἰσθάνονταν τήν τόση πρός αὐτά ἀγάπη τοῦ ἁγίου, ὥστε νά τόν ζητοῦν ὅταν ἀπουσίαζε, νά τόν προσβλέπουν μέ ἀγάπη καί νά χρεμετίζουν μέ χαρά ὅταν τά θώπευε, σάν νά συνομιλοῦσαν μαζί του.
Μέ τόν καιρό ὁ ἀγᾶς τόν ἀγάπησε, καθώς καί ἡ σύζυγός του καί τοῦ ἔδωσαν γιά κατοικία ἕνα μικρό διαμέρισμα κοντά στόν ἀχυρώνα. ῞Ομως ὁ ᾽Ιωάννης δέν δέχτηκε καί ἐξακολούθησε νά κοιμᾶται στόν ἀγαπητό του σταῦλο, γιά νά καταπονεῖ τό σῶμα του μέ τήν κακοπέραση καί μέ τήν ἄσκηση, μέσα στήν δυσοσμία τῶν ζώων καί τά ποδοβολητά τους. ᾽Εκεῖνος ὅμως ὁ σταῦλος γέμιζε τήν νύκτα ἀπό τίς προσευχές τοῦ ἁγίου καί ἡ κακοσμία γινόταν ὀσμή εὐωδίας πνευματικῆς. ῾Ο μακάριος ᾽Ιωάννης εἶχε ἐκεῖνον τόν σταῦλο ὡς ἀσκητήριο, καί ἐκεῖ πορευόταν κατά τούς κανόνες τῶν Πατέρων, ἐπί ὧρες γονυπετής καί προσευχόμενος, παίρνοντας λίγο ὕπνο μαζεμένος πάνω στό ἄχυρο, χωρίς ἄλλο σκέπασμα πέρα ἀπό μία παλαιά κάπα, τρώγοντας μέ διάκριση, πολλές φορές μόνο λίγο ψωμί καί νερό, νηστεύοντας τίς περισσότερες ἡμέρες καί ψάλλοντας μέ χαμηλή φωνή τούς ψαλμούς τοῦ Δαυίδ, πού τούς ἤξερε νά τούς λέει στήν Ρωσική γλώσσα. Ψαλμούς σιγόψελνε  καί τήν ὥρα πού ἀκολουθοῦσε πίσω ἀπό τό ἄλογο τοῦ κυρίου του, τόν καιρό πού περιδιάβαζε ἐκεῖνος μέσα στήν χώρα, καί τοῦτο τό ἔκανε κατά τήν τάξη τῶν ἱπποκόμων. Μέ τήν εὐλογία πού ἔφερε ὁ ἅγιος στόν οἶκο τοῦ Τούρκου ῾Ιππάρχου αὐτός πλούτισε καί ἔγινε ἕνας ἀπό τούς ἰσχυρούς τοῦ Προκοπίου.
῾Ο ἅγιος ἱπποκόμος του, ἐκτός ἀπό τήν προσευχή καί τήν νηστεία πού ἔκανε νυχθημερόν μέσα στόν σταῦλο, χειμώνα καί καλοκαίρι, καθήμενος πάνω στόν κόπρο σάν ἄλλος ᾽Ιώβ, πήγαινε τήν νύκτα καί ἔκανε ὄρθιος ἀγρυπνίες στόν νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας τοῦ ἁγίου Γεωργίου, ἡ ὁποία ἦταν κτισμένη στήν κουφάλα ἑνός βράχου καί βρισκόταν κοντά στόν οἶκο τοῦ Τούρκου κυρίου του. ᾽Εκεῖ πήγαινε κρυφά τήν νύκτα καί κοινωνοῦσε κάθε Σάββατο τά ἄχραντα μυστήρια. Καί ὁ Κύριος ῾ὁ ἐτάζων καρδίας καί νεφρούς᾽, ἐπέβλεψε ἐπί τόν δοῦλο του τόν πιστό, καί ἔκανε ὥστε νά παύσουν νά τόν περιπαίζουν καί νά τόν ὑβρίζουν οἱ σύνδουλοί του καί οἱ ἄλλοι ἀλλόθρησκοι. ῎Εδωσε δέ ὁ Κύριος καί πλούτη πολλά στόν κύριο τοῦ ᾽Ιωάννη, ὁ ὁποῖος κατάλαβε ἀπό ποῦ ἦλθε στόν οἶκο του ἡ τόση εὐλογία, καί τό διαλαλοῦσε στούς συμπολίτες του.
᾽Αφοῦ λοιπόν πλούτισε, ἀποφάσισε νά πάει στήν Μέκκα γιά προσκύνημα, καί μία ἡμέρα ἔφυγε ἀπό τό Προκόπι καί μετά ἀπό διάφορες ταλαιπωρίες ἔφθασε στήν ἱερή πόλη τῶν Μωαμεθανῶν.
Πέρασαν ἀρκετές ἡμέρες ἀπό τό ταξίδι του, ὁπότε ἡ σύζυγός του παρέθεσε τραπέζι στούς συγγενεῖς καί τούς φίλους τοῦ ἄνδρα της, γιά νά εὐφρανθοῦν καί νά εὐχηθοῦν γιά τήν καλή ἐπάνοδό του. ῾Ο μακάριος ᾽Ιωάννης διακονοῦσε στό τραπέζι. Μέσα στά φαγητά πού παρέθεσαν ἦταν καί τό πιλάφι, πού ἄρεσε πολύ στόν ἀγᾶ καί τό συνηθίζουν στήν ᾽Ανατολή. Τότε ἡ οἰκοδέσποινα θυμήθηκε τόν σύζυγό της καί εἶπε στόν ᾽Ιωάννη: ῾Πόση εὐχαρίστηση θά ἔπαιρνε, Γιουβάν, ὁ ἀφέντης σου, ἄν ἦταν ἐδῶ καί ἔτρωγε μαζί μας ἀπό τό πιλάφι αὐτό!᾽ ῾Ο ᾽Ιωάννης τότε ζήτησε ἀπό τήν κυρά του ἕνα πιάτο γεμάτο πιλάφι καί εἶπε ὅτι θά τό ἔστελνε στόν ἀφένη του στήν Μέκκα. Οἱ προσκεκλημένοι γέλασαν, ἀλλά ἡ οἰκοδέσποινα ἔδωσε ἐντολή νά δώσουν τό συγκεκριμένο πιάτο στόν ᾽Ιωάννη, πιστεύοντας ὅτι ἤ θά τό φάει ὁ ἴδιος ἤ θά τό δώσει σέ καμμία πτωχή οἰκογένεια κατά τήν συνήθειά του.
῾Ο ἅγιος πῆρε τό πιάτο καί πῆγε στόν σταῦλο, καί ἐκεῖ γονατιστός ἔκανε θερμή προσευχή παρακαλώντας τόν Θεό νά στείλει τό πιάτο στόν κύριό του μέ ὅποιον τρόπο ᾽Εκεῖνος ὡς παντοδύναμος ἤξερε. Καί πράγματι τό πιάτο μέ τό φαγητό χάθηκε ἀπό τά μάτια του, καί ὁ μακάριος ᾽Ιωάννης ἐπέστρεψε στό τραπέζι καί εἶπε στήν οἰκοδέσποινα ὅτι ἔστειλε τό φαγητό στήν Μέκκα. Οἱ κεκλημένοι βεβαίως ἀκούοντας τόν λόγο γέλασαν, γιατί θεώρησαν ὅτι ὁ ᾽Ιωάννης τόν εἶπε χάριν ἀστειότητας.
Μετά ἀπό λίγες ἡμέρες γύρισε ὁ κύριός του, φέροντας μαζί του τό χάλκινο πιάτο, πρός μεγάλη ἔκπληξη τῶν οἰκείων του, περιγράφοντάς τους τό πῶς μία συγκεκριμένη ἡμέρα (ἐκείνη τοῦ συμποσίου) εἰσερχόμενος στό κλειδωμένο δωμάτιό του βρῆκε τό πιλάφι, μέσα σέ πιάτο ὅμως πού ἀνῆκε στόν ἴδιο, κάτι πού ἦταν ἀκατανόητο νά τό ἐξηγήσει. Παρ᾽ ὅλη ὅμως τήν ταραχή του, ἔφαγε τό πιλάφι καί ἔφερε πίσω τό χάλκινο πιάτο. ῾Η γυναίκα του τοῦ ἐξήγησε τά καθέκαστα τοῦ συμποσίου καί πῶς ὁ ᾽Ιωάννης ζήτησε φαγητό γιά ἐκεῖνον, κάτι πού τό γέλασαν τότε, ἀλλά νά πού ἦταν ἀληθινό.
Τό θαῦμα αὐτό διαφημίστηκε σέ ὅλο τό χωριό καί στά περίχωρα, καί ὅλοι πιά θεωροῦσαν τόν ᾽Ιωάννη ὡς ἄνθρωπο δίκαιο καί ἀγαπητό στόν Θεό, τόν ἔβλεπαν μέ φόβο καί σεβασμό καί δέν τολμοῦσε κανείς νά τόν ἐνοχλήσει. ῾Ο κύριός του καί ἡ σύζυγός του τόν περιποιοῦνταν περισσότερο καί τόν παρακαλοῦσαν πάλι νά φύγει ἀπό τόν σταῦλο καί νά κατοικήσει σέ ἕνα οἴκημα πού ἦταν κοντά στόν σταῦλο, ὅμως ἐκεῖνος δέν ἤθελε νά ἀλλάξει κατοικία. Περνοῦσε λοιπόν τήν ζωή του μέ τόν ἴδιο τρόπο ὡς ἀσκητής, ἐργαζόμενος ὅπως πρίν στήν περιποίηση τῶν ζώων καί κάνοντας μέ προθυμία τά θελήματα τοῦ κυρίου του, ἐνῶ τήν νύκτα τήν περνοῦσε μέ προσευχή καί ψαλμωδία.
᾽Αλλά ὕστερα ἀπό λίγα ἔτη ἀσθένησε καί κειτόταν πάνω στά χόρτα μέσα σ᾽ ἐκεῖνον τόν σταῦλο πού τόν εἶχε ἁγιάσει μέ τίς δεήσεις του καί μέ τήν κακοπάθεια τοῦ σώματός του γιά τό ὄνομα καί γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος ἔγινε ἄνθρωπος σάν ἐμᾶς καί σταυρώθηκε γιά τήν δική μας ἀγάπη. Καί προαισθανόμενος τό τέλος του ζήτησε νά κοινωνήσει τῶν ἀχράντων μυστηρίων, ὁπότε ἔστειλε καί κάλεσε ἕναν ἱερέα. ῾Ο ἱερέας στήν ἀρχή φοβήθηκε νά φέρει τά ἅγια μυστήρια στόν σταῦλο, λόγω τοῦ φανατισμοῦ τῶν Τούρκων, ὅμως ἔπειτα φωτίστηκε ἀπό τόν Θεό, πῆρε ἕνα μῆλο, τό ἔσκαψε, ἔβαλε μέσα τήν θεία κοινωνία, καί ἔτσι πῆγε καί κοινώνησε τόν μακάριο ᾽Ιωάννη, ὁ ὁποῖος μόλις μετέλαβε παρέδωσε τήν ἁγία του ψυχή στά χέρια τοῦ Θεοῦ πού τόσο Τόν ἀγάπησε. Αὐτό ἔγινε τήν 27η Μαΐου τοῦ 1730, σέ ἡλικία περίπου σαράντα ἐτῶν᾽.
Τά θαύματα πού ἔκτοτε ὁ Θεός ἔκανε μέσω τοῦ ἁγίου Του εἶναι πάμπολλα, ἐνῶ ἡ ἴδια χάρη τοῦ ἁγίου καί τοῦ χαριτόβρυτου λειψάνου του ἐξακολουθεῖ νά προσφέρεται καθημερινῶς σέ καθέναν πού μέ πίστη καί ταπείνωση τόν ἐπικαλεῖται καί τόν προσεγγίζει.
Κατά τό ἔτος 1924, ὁπότε καί ἔγινε ἡ ἀνταλλαγή τῶν πληθυσμῶν ῾Ελλάδος καί Τουρκίας, ἔγινε καί ἡ μετακομιδή τοῦ λειψάνου τοῦ ἁγίου ᾽Ιωάννη τοῦ Ρώσου ἀπό τό Προκόπι τῆς Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας στό Νέο Προκόπι τῆς Εὐβοίας, ὅπου καί βρίσκεται καί σήμερα».

https://pgdorbas.blogspot.com/

ΘΑ ΛΕΤΕ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΜΕ ΝΟΗΜΑ!



Δήλωσε προ καιρού δημοσίως ο γνωστός ηθοποιός του θεάτρου και της τηλεόρασης Σταύρος Ζαλμάς: «Έχω γνωρίσει τον πατέρα Παΐσιο και έχουμε κουβεντιάσει μερικές φορές. Πήγαινα συχνά με φίλους στο Άγιο Όρος γιατί μας άρεσε η περιπέτεια της πεζοπορίας και αυτή η ζωή στα μοναστήρια που θύμιζε το βιβλίο το “Όνομα του Ρόδου” και ήταν πολύ γοητευτικό να κουβεντιάζεις με κάποιους μοναχούς και κάποια στιγμή περνώντας ρωτήσαμε “πού είναι ο πατέρας;” Μάς έδειξαν και πήγαμε.
Υπήρχαν διάφοροι άνθρωποι που περίμεναν κάτω από δέντρα σαν να τους είχε τοποθετήσει και μας μίλησε αμέσως. Μιλήσαμε για πάρα πολλά πράγματα και φτάσαμε κάποια στιγμή στο θέμα της πίστης και της προσευχής.  Kαι μου λέει: “Να! τους βλέπετε όλους αυτούς; Είναι άνθρωποι αγράμματοι οι οποίοι δεν ξέρουν τίποτα. Ούτε να προσευχηθούν δεν ξέρουν. Kαι μου λένε “αισθάνομαι κάποια στιγμή ότι θέλω να προσευχηθώ, τι να κάνω;”.
Ξέρετε τι τους λέω; Όταν δεν ξέρουν να πουν προσευχή και αισθάνονται την ανάγκη να προσευχηθούν, τους λέω: “θα λέτε ένα τραγούδι με νόημα”. Αυτό με άφησε άναυδο. Πιο ακομπλεξάριστη, ελεύθερη, ευφάνταστη και ανοιχτή στο σύμπαν κουβέντα δεν περίμενα να ακούσω”».
Η έκπληξη του γνωστού ηθοποιού από την απρόσμενη θα λέγαμε πρόταση προσευχής του οσίου Παϊσίου του αγιορείτου είναι δικαιολογημένη. Διότι για τους περισσοτέρους μας η απάντηση ενός καλογέρου, και μάλιστα θεωρουμένου αγίου, «έπρεπε» να είναι διαφορετική: να προτείνει το «Πάτερ ημών», να προτείνει βιβλίο προσευχών της Εκκλησίας, να προτείνει έστω κάποια αυτοσχέδια προσευχή, η οποία όμως να αναφέρεται στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού, της Παναγίας, κάποιου αγίου. Τον Χριστό και την αγία Του Εκκλησία άλλωστε δεν φανερώνει και μόνο με την εμφάνισή του ένας μοναχός ή ένας κληρικός;  Τι άλλο θα μπορούσε να προτείνει; Μα εδώ μιλάμε για έναν όντως άγιο, ο οποίος δεν μπορεί να μπει σε οποιοδήποτε «καλούπι» τυποποιημένης πνευματικής ζωής. Γιατί ζει την παρουσία του Χριστού ως συνέχεια Εκείνου και το Πνεύμα του Θεού κινεί τα λόγια του, τη συμπεριφορά του, την κάθε ενέργειά του.
Οπότε, ο άγιος Παΐσιος ως θεοκίνητος λειτουργεί με τον τρόπο του Κυρίου, των αγίων αποστόλων, των αγίων Πατέρων. Τι έκανε ο ίδιος ο Θεός μας μέχρις ότου έλθει ως άνθρωπος επί της γης; Προετοίμαζε τον λαό Του με τους απεσταλμένους Του προφήτες για να φθάσει στο σημείο εκείνης της ωριμότητας που θα μπορούσε να Τον δεχτεί – έστω και το «λείμμα», οι λίγοι που συνιστούν τη μαγιά του Θεού στον κόσμο. Τι έκαναν οι άγιοι απόστολοι; Για να κηρύξουν τον Χριστό έπρεπε να δουν αισθητά σημεία της αναζήτησης του Θεού, κατά τον λόγο του Κυρίου «όποιος αγαπάει την αλήθεια ακούει τη φωνή μου» - απροϋπόθετο κήρυγμα από πλευράς των ανθρώπων δεν υφίσταται! Ο απόστολος Παύλος για παράδειγμα τι μαρτυρεί; «Γάλα υμάς επότισα» λέει στους Κορινθίους, διότι δεν έχετε τη δύναμη να ακούσετε βαθύτερα νοήματα – το ίδιο που είχε αποκαλύψει ο Κύριος για τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους: «Γιατί δεν κατανοείτε τα λόγια μου; Διότι δεν μπορείτε να ακούτε τον λόγο μου». Που σημαίνει: δεν μπορεί κανείς όπως είπαμε «απροϋπόθετα» να βρεθεί ξαφνικά στο σημείο συντονισμού του με την αποκάλυψη του Κυρίου. Διότι στην περίπτωση αυτή οι «φωνές» των παθών του και του πονηρού διαβόλου είναι αυτές που κυριαρχούν μέσα του˙ συνεπώς και να ακούγεται η φωνή του Θεού προσκρούει σε «ώτα μη ακουόντων», πηγαίνει κυριολεκτικά «χαμένη».
Και πώς, για να επανέλθουμε, το τραγούδι που προτείνει ο άγιος Παΐσιος ως προσευχή μπορεί να βοηθήσει; Δεν μιλάει για οποιοδήποτε τραγούδι ο όσιος, αλλά για τραγούδι που έχει κάποιο νόημα. Που αναφέρεται δηλαδή σε κάτι υψηλότερο από τα συνήθη ανθρώπινα, τα οποία ανακυκλώνουν σ’ ένα μεγάλο ποσοστό τα ανθρώπινα πάθη και τις ανθρώπινες κακίες. Και υπάρχουν ασφαλώς πολλά τέτοια τραγούδια με νόημα – ας θυμηθούμε πόσα τραγούδια μεγάλων ποιητών μας έχουν μελοποιηθεί και τραγουδηθεί από τον λαό μας κάθε μορφωτικού επιπέδου και κοινωνικής τάξεως. Τραγούδια δηλαδή που μιλούν για την ανθρώπινη αδικία, για τη συγχώρεση ως τρόπο ζωής έστω και σ’ ένα γενικό επίπεδο, για τη φιλία και την αληθινή αγάπη, ακόμη δε κάποια για την αναζήτηση του ίδιου του Θεού. Οπότε τα τραγούδια αυτά συνιστούν θα λέγαμε το «γάλα» που λέει ο απόστολος Παύλος, με την έννοια ότι προσανατολίζουν την καρδιά του ανθρώπου σε επίπεδο πέρα από τη χαμέρπεια του πεσμένου στην αμαρτία κόσμου, άρα λειτουργούν ως σκαλοπάτι που μπορεί, εκεί που υπάρχει έστω και ανεπίγνωστη αναζήτηση νοήματος στη ζωή, να φθάσει τον άνθρωπο να δει λίγο «ουρανό».
Θυμίζει η πρόταση αυτή του μεγάλου αγιορείτη οσίου με ό,τι είχε προτείνει ο ίδιος σ’ έναν ταραγμένο και θολωμένο από την κοσμικότητα νεαρό που τον είχε προσεγγίσει, ο οποίος έσπευσε καθώς τον είδε να του πει ότι θέλει να εξομολογηθεί. Και τι του είπε ο όσιος; «Πήγαινε πρώτα να εξομολογηθείς σ’ έναν ιερέα κι έπειτα έλα να με βρείς. Γιατί ό,τι σου πω τώρα που είσαι συγχυσμένος και ταραγμένος δεν θα το καταλάβεις. Όταν όμως εν μετανοία εξομολογηθείς και ηρεμήσεις, τότε συντονισμένοι και οι δύο στην ίδια συχνότητα θα μπορέσουμε να συνεννοηθούμε». Αντιστοίχως: Αν αρχίσει κανείς να λέει προσευχές εκκλησιαστικές ενώ η καρδιά του βρίσκεται εμπαθώς προσκολλημένη στα πάθη του και στις ηδονές του κόσμου, οι προσευχές αυτές όχι μόνο δεν θα γίνουν αποδεκτές από τον Θεό αλλά μάλλον θα παροργίσουν την αγάπη Του και θα Τον κάνουν να αποστρέψει το πρόσωπό Του από τον θεωρούμενο προσευχόμενο, όπως συνέβαινε και με τους Φαρισαίους της εποχής του Κυρίου, αλλά και με πολλούς Ιουδαίους την εποχή των προφητών.
Η αντίδραση του γνωστού ηθοποιού λοιπόν στην προτροπή του αγίου Παϊσίου περί «παράδοξης» προσευχής είναι η αντίδραση στην πραγματικότητα του κάθε ανθρώπου μπροστά τον ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό. Διότι ο Χριστός μέσα στην απειρία της αγάπης Του για τον άνθρωπο, τον πεσμένο στον άδη των αμαρτιών του, ήλθε με τον πιο ανατρεπτικό τρόπο προκειμένου να σώσει τον άνθρωπο. Συγκατέβη στην αδυναμία του, του φανέρωσε τον Θεό όσο ήταν δυνατόν σ’ αυτόν να κατανοήσει και του έδωσε τέλος το ίδιο το Πνεύμα Του, ώστε δι’ Αυτού εν Εκκλησία που είναι το σώμα Του, να γίνει κοινωνός των πιο βαθιών σκιρτημάτων της καρδιάς του, που θα πει πως βρίσκοντας τον Θεό βρίσκουμε τελικώς τον πιο αληθινό εαυτό μας.
Η διάκριση του Θεού μας και των Πατέρων μας πρέπει να μας καθοδηγεί. Η διάκριση του αγίου Παϊσίου εν προκειμένω γίνεται εξαιρετικά καθοδηγητικό στοιχείο στην παραπαίουσα εποχή μας, που και στην καλύτερη εκδοχή της ίσως βρίσκεται σε νηπιακό επίπεδο. Για να μη συμβεί αυτό που συνέβη σ’ έναν πολύ σπουδαίο εν Χριστώ αδελφό, ο οποίος μου εκμυστηρεύτηκε κάποια στιγμή πως μικρός στην ηλικία είχε «τρομοκρατηθεί» από τον άγιο Νεκτάριο, διότι η μητέρα του τού διηγιόταν θαυμαστά γεγονότα από τον άγιο, τα οποία όμως στην παιδική ψυχούλα του μεταποιούνταν τελικώς σε «φόβητρα». Κι είδε κι έπαθε μεγαλωμένος πια να ξεπεράσει τον φόβο του αυτόν και να «παθιαστεί» έπειτα με τον μεγάλο και θαυματουργό Πατέρα. Το λέει άλλωστε απαρχής η Γραφή: «Καιρός παντί πράγματι» - όλα στην ώρα τους!

https://pgdorbas.blogspot.com/