Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Για την Κοίμηση της Θεοτόκου και το έσχατο όριο της ανθρώπινης ελπίδας.




Η Εκκλησία φθάνει στον Δεκαπενταύγουστο ενώπιον ενός νεκρού σώματος και τολμά να ονομάσει αυτή την ημέρα εορτή. Εδώ αρχίζει το σκάνδαλο της Κοιμήσεως. Όχι από την ωραιότητα των εγκωμίων, ούτε από την οικειότητα μιας εορτής που ο ελληνικός κόσμος έμαθε να αποκαλεί «Πάσχα του καλοκαιριού», αλλά από το αδιαπραγμάτευτο γεγονός ότι η Μητέρα του Ζώντος Θεού πεθαίνει.
Η Εκκλησία δεν αποσύρει τη Θεοτόκο από τη θνητότητα προκειμένου να διαφυλάξει το μεγαλείο της. Αντιθέτως, την αφήνει να φθάσει μέχρι το έσχατο όριο της κοινής ανθρώπινης μοίρας.
Ο Μέγας Αθανάσιος είναι αφοπλιστικός: «θνητή γάρ ἦν ἡ ἁγία Μαρία, ἐξ ἧς καὶ τὸ σῶμα». Η Θεοτόκος πεθαίνει επειδή είναι αληθινά άνθρωπος. Και ακριβώς επειδή πεθαίνει, η Κοίμησή της δεν αποτελεί ευσεβή εξαίρεση από το ανθρώπινο δράμα, αλλά αποκάλυψη της καινής δυνατότητας του ανθρώπου μετά την Ανάσταση του Χριστού. Ο θάνατος φθάνει μέχρι εκείνη, αλλά δεν μπορεί πλέον να ολοκληρώσει επάνω της την κυριαρχία του. Δέχεται το σώμα, όχι όμως για να το κρατήσει. Ανοίγει ο τάφος, όχι για να θεμελιώσει μια αιώνια απουσία, αλλά για να φανερωθεί ακόμη μία φορά ότι μετά το Πάσχα του Χριστού ο θάνατος εξακολουθεί να συμβαίνει, έχει όμως χάσει το δικαίωμα της τελευταίας λέξεως.
Η Μαρία άλλωστε είχε συναντήσει τον θάνατο πολύ πριν από τη δική της Κοίμηση. Τον είχε αντικρίσει επάνω στο σώμα του Υιού της. Η προφητεία του Συμεών, «καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ῥομφαία», δεν αποτελεί ποιητική προαναγγελία μιας αόριστης οδύνης. Αποκτά το πλήρες και τρομακτικό περιεχόμενό της στον Γολγοθά. Εκεί η Θεοτόκος δεν στέκεται ως υπερβατική μορφή που γνωρίζει ήδη το τέλος της ιστορίας και επομένως υποφέρει λιγότερο.
Στέκεται ως Μητέρα.
Η ίδια η ευαγγελική παράδοση, όπως υπογραμμίζεται και στη μελέτη, διατηρεί αυτή τη ριζικά μητρική παρουσία της μέχρι τον Σταυρό. Το παιδί που κάποτε αναπαύθηκε στην αγκαλιά της βρίσκεται τώρα καρφωμένο μπροστά στα μάτια της.
Εκείνη που άκουσε το «Χαῖρε, κεχαριτωμένη» πρέπει τώρα να ακούσει τον επιθανάτιο λόγο του Υιού.
Εκείνη που έδωσε στον Λόγο το αίμα και τη σάρκα της βλέπει αυτή τη σάρκα πληγωμένη και αυτό το αίμα να χύνεται.
Δεν κατανοείται η Κοίμηση χωρίς τον Γολγοθά, επειδή η Θεοτόκος δεν εισέρχεται στον δικό της θάνατο ως κάποια που αγνοεί τι σημαίνει απώλεια.
Έχει ήδη περάσει μέσα από την πιο αφύσικη τάξη του πένθους, εκείνη κατά την οποία η μητέρα παραμένει ζωντανή μπροστά στο νεκρό παιδί της.
Από τον Ευαγγελισμό μέχρι την Κοίμηση, ο βίος της Θεοτόκου μπορεί έτσι να αναγνωσθεί ως η τρομακτική συνέπεια ενός «γένοιτό μοι». «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου».
Η φράση αυτή επαναλαμβάνεται τόσο συχνά ώστε κινδυνεύσαμε να λησμονήσουμε το βάρος της. Είναι η ελεύθερη παράδοση μιας ανθρώπινης υπάρξεως σε μια θεία βουλή της οποίας τις συνέπειες η Μαρία δεν μπορούσε ακόμη να γνωρίζει.
Το «γένοιτό μοι» περιέχει ήδη τη Βηθλεέμ, τη φυγή, την προφητεία της ρομφαίας, την Κανά, την απομάκρυνση του Υιού προς τη δημόσια αποστολή Του, τον Γολγοθά, την αποστολική κοινότητα και τελικά τη Γεθσημανή.
Αυτό είναι το μεγαλείο της Θεοτόκου.
Όχι ότι κατανόησε εκ των προτέρων τα πάντα, αλλά ότι δεν ανακάλεσε ποτέ τη συγκατάθεσή της.
Η ελευθερία της δεν εκμηδενίζεται από τη χάρη. Φθάνει μέσα στη χάρη στην πληρέστερη έκφρασή της.
Γι’ αυτό η Θεοτόκος δεν είναι απλώς το βιολογικό πέρασμα της Ενανθρωπήσεως.
Είναι το ανθρώπινο «ναι» χωρίς το οποίο το μυστήριο της θείας συγκαταβάσεως δεν θα είχε προσλάβει αυτή τη συγκεκριμένη ιστορική σάρκα.
Και το «ναι» εκείνο δεν τελειώνει όταν γεννιέται ο Χριστός. Συνεχίζεται μέχρι τη στιγμή κατά την οποία η ίδια κλείνει τα μάτια της.
Τότε συντελείται μία από τις συγκλονιστικότερες αντιστροφές ολόκληρης της χριστιανικής εικονολογίας.
Στη Βηθλεέμ η Μητέρα κρατά τον Υιό ως βρέφος.
Στη Γεθσημανή ο Υιός κρατά τη Μητέρα ως βρέφος.
Η εικόνα της Κοιμήσεως δεν εικονογραφεί απλώς έναν θάνατο.
Ερμηνεύει θεολογικά ολόκληρο τον βίο της Θεοτόκου.
Στο κέντρο κείται το σώμα της. Πίσω από την κλίνη στέκεται ο Χριστός και κρατά στα χέρια Του την ψυχή της Μητέρας Του, εικονισμένη ως σπαργανωμένο παιδί.
Η αντιστροφή είναι συγκλονιστική.
Εκείνη που Τον εβάστασε βαστάζεται.
Εκείνη που προσέφερε στον Λόγο σώμα παραδίδει τώρα το σώμα της στον Λόγο.
Εκείνη μέσα στην οποία ο ἀχώρητος Θεός συγκαταβαίνει να χωρηθεί παραλαμβάνεται τώρα από Εκείνον προς τη ζωή που δεν γνωρίζει εσπέρα.
Πρόκειται εδώ για συμπυκνωμένη χριστολογία.
Η αρχή και το τέλος του θεομητορικού βίου συναντώνται. Η Ενανθρώπηση και η Κοίμηση αντικρίζονται ως δύο αντίστροφες κινήσεις της ίδιας σχέσεως.
Στην πρώτη, ο Θεός κατέρχεται προς τον άνθρωπο διά της Μαρίας.
Στη δεύτερη, η Μαρία ανέρχεται προς τον Θεό διά του Χριστού.
Γι’ αυτό και η Γεθσημανή δεν μπορεί να νοηθεί ανεξάρτητα από το Πάσχα.
Η αρχαία παράδοση γνωρίζει τον τάφο της Θεοτόκου ως πρόσκαιρο τάφο, ενώ ήδη κατά τον πέμπτο αιώνα έχει διαμορφωθεί η παράδοση της Κοιμήσεως και της Μεταστάσεως.
Και εδώ χρειάζεται θεολογική ακρίβεια.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν χρειάζεται να αφαιρέσει από τη Μαρία τον πραγματικό θάνατο για να τιμήσει τη θεομητρότητά της.
Το ακριβώς αντίθετο.
Το σώμα της εισέρχεται στον τάφο.
Η παράδοση όμως αρνείται ότι το σώμα εκείνο, από το οποίο ο Λόγος προσέλαβε την ανθρώπινη φύση Του, μπορεί να εγκαταλειφθεί στην τελική αποσύνθεση.
Στην Ευθυμιακή Ιστορία, την οποία παραδίδει ο Ιωάννης Δαμασκηνός, όταν ανοίγεται ο τάφος, οι Απόστολοι δεν βρίσκουν «τὸ σῶμα αὐτῆς τὸ πανύμνητον», αλλά μόνον τα εντάφια.
Και στον Ψευδο-Ιωάννη η υπόσχεση διατυπώνεται με μία σχεδόν σωματική βιαιότητα απέναντι στη φθορά: «Οὐ μὴ ἴδῃ διαφθορὰν τὸ ὅσιον καὶ τίμιόν σου σῶμα».
Η Κοίμηση λοιπόν δεν καταργεί τον τάφο.
Καταργεί την αξίωσή του να αποτελεί τον οριστικό τόπο του ανθρώπινου σώματος.
Ο Ιωάννης Δαμασκηνός θα οδηγήσει αυτή τη θεολογία στην πιο τολμηρή της διατύπωση. Οι ομιλίες του, εκφωνημένες κατά την παράδοση στον ναό της Γεθσημανής κατά την εορτή της Κοιμήσεως, παραλληλίζουν την ταφή και τη μετάσταση της Θεοτόκου με το πασχάλιο μυστήριο του Χριστού.
Και εδώ ακριβώς πρέπει να αποφύγουμε μια συνηθισμένη παρανόηση.
Η Παναγία δεν καθίσταται ένας δεύτερος Χριστός.
Δεν διαθέτει αφ’ εαυτής νίκη επί του θανάτου.
Ό,τι συμβαίνει στην Κοίμησή της είναι καρπός του Πάσχα του Υιού της.
Η δική της μετάσταση είναι χριστολογική, όχι αυτόνομη.
Είναι η πρώτη εκθαμβωτική φανέρωση μέσα σε συγκεκριμένο ανθρώπινο πρόσωπο του προορισμού που άνοιξε η Ανάσταση για ολόκληρη την κτίση.
Η Εκκλησία δεν μιλά για τη Θεοτόκο για να απομακρυνθεί από τον Χριστό.
Μιλά για εκείνη ακριβώς για να φανερώσει τι μπορεί να κάνει ο Χριστός στον άνθρωπο.
Η Παναγία είναι η εσχατολογική εικόνα του ανθρώπου που δεν διασώζεται ως ψυχή εγκαταλείποντας το σώμα του, αλλά προσδοκάται ακέραιος, σώμα και ψυχή, μέσα στην αφθαρσία της Βασιλείας.
Κανένας άνθρωπος που αγάπησε πραγματικά δεν έχει συμφιλιωθεί με τον θάνατο.
Μπορούμε να μάθουμε να ζούμε μετά από μια απώλεια. Μπορούμε να επιστρέψουμε στην εργασία μας, να μιλήσουμε, να γελάσουμε, να καθίσουμε ξανά σε τραπέζια, να συνεχίσουμε την καθημερινότητά μας.
Κάτι όμως μέσα μας γνωρίζει ότι ο θάνατος παραμένει σκανδαλώδης.
Όχι επειδή δεν αποτελεί φυσικό γεγονός, αλλά επειδή η αγάπη αρνείται να αναγνωρίσει ως φυσικό το γεγονός ότι ένας μοναδικός άνθρωπος μπορεί να μεταβληθεί σε απουσία.
Η Εκκλησία δεν θεραπεύει αυτή την αντίφαση με ωραίες λέξεις. Ούτε μας καλεί να επιδείξουμε μια ευσεβή αταραξία μπροστά στο φέρετρο.
Ο ίδιος ο Χριστός «ἐδάκρυσεν» ενώπιον του Λαζάρου.
Η ίδια η Θεοτόκος πέρασε από τη ρομφαία του Γολγοθά.
Η πίστη που δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να πενθήσει δεν είναι πίστη στην Ανάσταση, αλλά άρνηση της Ενανθρωπήσεως. Γιατί ο Χριστιανισμός δεν σώζει κάποια αφηρημένη πνευματική αρχή μέσα μας.
Σώζει αυτόν τον άνθρωπο, με αυτό το πρόσωπο, αυτό το σώμα, αυτή τη φωνή, αυτά τα χέρια, αυτή τη μοναδική και ανεπανάληπτη ύπαρξη που κάποτε αγαπήσαμε και κάποτε θα κληθούμε να παραδώσουμε στον τάφο.
Γι’ αυτό η εορτή της Κοιμήσεως είναι μια εορτή για το σώμα. Για το σώμα που γεννά, που αγκαλιάζει, που πονά, που γερνά, που ασθενεί, που νεκρώνεται και παραδίδεται στη γη.
Ο χριστιανικός Θεός δεν σώζει τον άνθρωπο από το σώμα του. Σώζει και το σώμα.
Και αυτή η λεπτομέρεια αλλάζει τα πάντα.
Εάν το σώμα ήταν ένα προσωρινό περίβλημα, ο θάνατος δεν θα αποτελούσε μεγάλη θεολογική τραγωδία.
Θα ήταν απλώς απελευθέρωση. Αλλά η Εκκλησία δεν πιστεύει στην απελευθέρωση από το σώμα.
Πιστεύει στην «ἀνάστασιν νεκρῶν».
Γι’ αυτό περιβάλλει το νεκρό σώμα με θυμίαμα, το ασπάζεται, το ψάλλει, το ενταφιάζει στραμμένο προς την Ανάσταση. Και γι’ αυτό η Κοίμηση της Θεοτόκου αποκτά τέτοια δογματική πυκνότητα.
Το σώμα που προσέφερε τη σάρκα στον Λόγο δεν απορρίπτεται ως κενό περίβλημα μιας ψυχής που αναχώρησε.
Η σωτηρία δεν ολοκληρώνεται με την εγκατάλειψη της ύλης.
Η ύλη καλείται στη δόξα.
Η σάρκα καλείται στην αφθαρσία.
Ο άνθρωπος καλείται ολόκληρος.
Και όταν φθάσουμε σε αυτό το σημείο, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί η Εκκλησία επιμένει να λέει «Κοίμηση» χωρίς να αρνείται ούτε για μία στιγμή τον θάνατο.
Είναι εσχατολογική γλώσσα. Κοιμάται εκείνος που πρόκειται να εγερθεί.
Η λέξη περιέχει ήδη μέσα της την προσδοκία του πρωινού.
Γι’ αυτό και μπροστά στην κλίνη της Θεοτόκου η Εκκλησία δεν πανηγυρίζει επειδή μία Μητέρα πέθανε, αλλά επειδή ο θάνατός της φανερώνει τι απέγινε ο θάνατος μετά τον Χριστό. Παραμένει οδυνηρός.
Παραμένει αποχωρισμός. Παραμένει ο τελευταίος εχθρός. Δεν είναι όμως πλέον κύριος.
Και όταν κάποτε έρθει η δική μας ώρα να σταθούμε δίπλα σε ένα κρεβάτι που σε λίγο θα αδειάσει, να κρατήσουμε ένα χέρι που δεν θα μπορέσει πια να σφίξει το δικό μας, να φιλήσουμε ένα μέτωπο για τελευταία φορά και ύστερα να ακούσουμε εκείνον τον ανυπόφορο ήχο του χώματος επάνω στο φέρετρο, η Εκκλησία δεν θα μας ζητήσει να μην κλάψουμε.
Θα μας ζητήσει κάτι πολύ δυσκολότερο.
Να κλάψουμε και συγχρόνως να μην παραχωρήσουμε στον τάφο την κυριότητα εκείνου που αγαπήσαμε.
Να δεχθούμε τον θάνατο ως γεγονός και να τον αρνηθούμε ως έσχατη αλήθεια.
Γιατί αυτό είναι το μυστήριο της Γεθσημανής.
Η Μητέρα που κάποτε κράτησε τον Θεό στην αγκαλιά της κλείνει τα μάτια της και αφήνεται πλέον ολόκληρη στα χέρια Του.
Και η Εκκλησία, κοιτάζοντας αυτή την εικόνα, τολμά να ελπίζει το ίδιο για κάθε άνθρωπο.
Ότι όταν θα έχουν χαλαρώσει τα δικά μας χέρια και δεν θα μπορούμε πλέον να κρατηθούμε από κανέναν και από τίποτε, δεν θα πέσουμε στο κενό. Θα πέσουμε στα χέρια Εκείνου.

Manos Lambrakis
https://proskynitis.blogspot.com/

Η ομορφιά της Παναγίας




Ἡ Παναγία εἶχε καὶ τὴν ἐξωτερικὴ καὶ τὴν ἐσωτερικὴ ὀμορφιά· ὅποιος τὴν ἔβλεπε ἀλλοιωνόταν. Ἐκείνη ἡ πνευματικὴ ἁπαλάδα ποὺ σκορποῦσε θεράπευε ψυχές. Μὲ τὴν ἐσωτερική της ὀμορφιὰ καὶ τὴν δύναμη τῆς Χάριτος τί ἱεραποστολὴ ἔκανε! Ἀλλὰ καὶ κάθε ἄνθρωπος, ἂν ἐργασθῆ πνευματικὰ καὶ σμιλέψη τὸν χαρακτήρα του, χαριτώνεται καὶ ὀμορφαίνει ἡ ψυχή του.
….Ὅποιος ἔχει τὴν πνευματικὴ ὀμορφιὰ ποὺ δίνει ἡ ἀρετή, λάμπει ἀπὸ τὴν θεία Χάρη. Γιατί, ὅσο ἀποκτάει ὁ ἄνθρωπος ἀρετές, θεώνεται, καὶ ἑπόμενο εἶναι νὰ ἀκτινοβολῆ καὶ νὰ προδίδεται ἀπὸ τὴν θεία Χάρη. Ἔτσι φανερώνεται στοὺς ἀνθρώπους, χωρὶς νὰ τὸ θέλη καὶ χωρὶς ὁ ἴδιος νὰ τὸ καταλαβαίνη, καὶ δοξάζεται ὁ Θεός.
Άγιος Παΐσιος
* * *
Αν κάποιος ήθελε να σε ζωγραφίσει, Παρθένε,
θα χρειαζόταν το φως των άστρων και όχι των χρωμάτων,
ώστε, σαν Πύλη Φωτός, να σε ζωγράφιζε με φως∙
όμως τα ουράνια σώματα δεν υπακούουν στα λόγια των θνητών∙
με όσα μας εκχώρησαν οι νόμοι της ζωγραφικής κι η φύση,
μ’ αυτά ο άνθρωπος θα σε ιστορίσει και θα σε ζωγραφίσει.
(Κωνσταντίνος ο Ρόδιος, τέλη 9ου αι.)
[Eί ζωγραφεῖν τίς ἤθελεν σε, Παρθένε
ἄστρων ἐδεῖτο μᾶλλον ἀντί χρωμάτων,
ἵν’ ἐγράφης φωστῆρσιν ὡς φωτός πύλη
ἀλλ’ οὐχ ὐπείκει ταῦτα τοῖς βροτῶν λόγοις
ἅ δ’ οὖν φύσις παρέσχε και γραφῆς νόμος,
τούτοις παρ’ ἡμῶν ἱστορῆ τε και γράφη.]
Κωσταντίνος ο Ρόδιος, 9ος αίών]
* * *
Ὅποιος ἔχει πολλὴ εὐλάβεια στὴν Παναγία, ἀκούει τὸ ὄνοµά Της καὶ ἀλλοιώνεται. Ἤ, ἂν τὸ βρῆ κάπου γραµµένο, τὸ ἀσπάζεται µἐ εὐλάβεια καὶ σκιρτάει ἡ καρδιά του. Μπορεῖ νὰ κάνη ὁλόκληρη Ἀκολουθία µὲ ἕναν συνεχῆ ἀσπασµὸ στὸ ὄνοµα τῆς Παναγίας. Καὶ ὅταν προσκυνᾶ τὴν εἰκόνα Της, δὲν ἔχει τὴν αἴσθηση ὅτι εἶναι εἰκόνα, ἀλλὰ ὅτι εἶναι ἡ ἴδια ἡ Παναγία, καὶ πέφτει κάτω λειωµένος, διαλυµένος ἀπὸ τὴν ἀγάπη Της.
Άγιος Παΐσιος
* * *
Δεν θα ονοματίσω θάνατο την ιερή σου κοίμηση,Παναγιά μου, αλλά πιο ταιριαστό είναι μετάσταση ή αποδημία ή ενδημία στους κόλπους του Θεού να την πω. Αποδημώντας από το σώμα πας στη χώρα του Κυρίου.
Από τη γη σε πέρασαν στον ουρανό Άγγελοι κι Αρχάγγελοι. Με τ’ ανέβασμά σου φρίξανε τ’ ακάθαρτα αερικά. Καθώς διαβαίνεις κάνεις ευλογημένο τον αέρα, ο αιθέρας ψηλά αγιάζεται. Χαρούμενος ο ουρανός υποδέχεται την ψυχή σου. Σε προϋπαντούνε με ύμνους ιερούς και ολόφωτες λαμπάδες ολόχαρης γιορτής οι αγγελικές δυνάμεις που σχεδόν λένε: 
«Ποιά είναι τούτη που ανεβαίνει λευκανθισμένη», «που προβαίνει σαν αυγή, ωραία ωσάν φεγγάρι, λαμπερή ωσάν ήλιος;». 
Πόσο ομόρφηνες και γλύκανες! Εσύ «ωσάν άνθος του αγρού», «ωσάν το κρίνο ανάμεσα στ’ αγκάθια»· «γι’ αυτό σ’ αγαπούν οι κοπέλες»· «τρέχουμε πίσω απ’ τ’ άρωμά σου», «ο βασιλιάς σ’ έφερε στο θάλαμό Του». Εκεί έχεις φρουρά τις Εξουσίες, σ’ εγκωμιάζουν οι Αρχές, οι Θρόνοι σ’ ανυμνούνε, τα Χερουβίμ είναι γεμάτα έκπληχτη χαρά, τα Σεραφίμ δοξάζουν εκείνη που στάθηκε φυσική μητέρα του Κυρίου τους χάρη στο αληθινό έλεος του Θεού για μας. Δεν ήλθες μονάχα, καθώς ο Ηλίας, «ως τον ουρανό», ούτε σ’ ανέβασαν, ωσάν τον Απόστολο Παύλο «ως τον τρίτο ουρανό», παρά έφτασες ίσαμε τον ίδιο το βασιλικό θρόνο του Υιού σου, τον βλέπεις με τα μάτια σου, χαίρεσαι και στέκεις δίπλα Του με πολλή κι ανείπωτη σιγουριά. 
Άφατο σκίρτημα χαράς για τους Αγγέλους και όλες τις υπερκόσμιες δυνάμεις, δίχως τέλος ευφροσύνη για τους Πατριάρχες, ανεκλάλητη χαρά για τους Δίκαιους, αγαλλίαση ατέλειωτη για τους Προφήτες! Ευλογείς τον κόσμο, αγιάζεις την πλάση όλη! Ανάσα για τους καταπονεμένους, για αυτούς που πενθούνε, παρηγοριά, γιατρειά των αρρώστων, λιμάνι στους θαλασσοδαρμένους, συγχώρεση για τους αμαρτωλούς, των λυπημένων καλοσυνάτη παρηγορήτρα, για όλους τους ικέτες σου, πρόθυμη βοήθεια.
Τι θαύμα αληθινά υπερφυσικό! Τι πράγματα γεμάτα θάμπος! Εγκωμιάζουμε και καλοτυχίζουμε το βδελυρό και από παλιά μισημένο θάνατο! Αυτός, που πρώτα μας έφερνε το πένθος και το συννεφιασμένο βλέμμα, τα δάκρυα και τη σκυθρωπή όψη, να που μας δίνει τώρα τη χαρά, διώχνει τα σύννεφα της θλίψης και είναι ολάκερος ένα πανηγύρι.
Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός

https://proskynitis.blogspot.com/

Ο «γλυκασμός των Αγγέλων»




  Η λέξη γλυκασμός σημαίνει γλυκύτητα.Την λέξη αυτή την χρησιμοποιούν οι Προφήτες Αμώς και Ιωήλ (Αμ.θ΄13-Ιωήλ δ΄18 ) με καθαρά εσχατολογική έννοια για να περιγράψουν την γλυκύτητα που θα ρέει και θα ευφραίνει κάθε κτιστή ύπαρξη κατά την ημέρα Κυρίου ,δηλαδή κατά την ημέρα που ο Θεός θα συντρίψει ολοσχερώς το κακό.
Η Θεοτόκος χαρακτηρίζεται σαν «γλυκασμός των Αγγέλων »,γιατί με την Σάρκωση του Λόγου στην Θεοδόχο γαστέρα της και αυτή η αόρατη κτίση δηλ.τα αγγελικά τάγματα απέλαβαν την ύψιστη δωρεά και χάρη από τον Θεό.
 Ενώ μέχρι τότε «ήταν δύστρεπτα αλλά όχι άτρεπτα προς το κακό,έγιναν πλέον ακίνητα προς αυτό». Έτσι η Παναγία έγινε και για τους Αγίους Αγγέλους η αιτία ανείπωτης γλυκύτητας για την δωρεά αυτή του Θεού,που έρρευσε από τα παρθενικά σπλάχνα Της.

Ιγνάτιος Θεοφόρος προς Σμυρναίους ,Ιωάννης Δαμασκηνός P.G.94,872
https://proskynitis.blogspot.com/

Ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας της Παναγία μας αρχίζει εκεί όπου οι αντοχές μας εξαντλούνται.




Ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας της Παναγία μας αρχίζει εκεί όπου οι αντοχές μας εξαντλούνται.
Εκεί όπου κάποια πράγματα σε έχουν κουράσει τόσο, που ακόμη και να τα περιγράψεις σου φαίνεται αδύνατο. Η ψυχή έχει συσσωρεύσει φόβους, απογοητεύσεις, ενοχές και οδύνες και κάποια στιγμή αισθάνεσαι πως δεν αντέχει άλλο.
«Τῶν λυπηρῶν ἐπαγωγαὶ χειμάζουσι τὴν ταπεινήν μου ψυχήν».
Συνεχείς θλίψεις σαν παγερή καταιγίδα βασανίζουν την ταπεινή μου ψυχή.
"Ἐκύκλωσαν, αἱ τοῦ βίου με ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι κηρίον Παρθένε, καὶ τὴν ἐμὴν κατασχοῦσαι καρδίαν, κατατιτρώσκουσι βέλει τῶν θλίψεων"
Με περικύκλωσαν οι φουρτούνες και οι μέριμνες της ζωής, Παρθένε, σαν μέλισσες που ζώνονται γύρω από την κηρήθρα, και αφού έπιασαν την καρδιά μου, την τραυματίζουν με το βέλος των θλίψεων.
Και τότε στρέφεται στην Παναγία.
Δεν πηγαίνει σε εκείνη ως άνθρωπος τακτοποιημένος και σταθερός και ισορροπημέςνος. Πηγαίνει όπως είναι. Με την αδυναμία του, τον φόβο του, τα χάλια του, τις ενοχές του και όλα εκείνα που δυσκολεύεται να διαχειριστεί.
«Εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω».
Ίσως εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο βαθιά μυστήρια της πίστης. Ο άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται πως ο δρόμος έχει κλείσει και όμως μέσα του δραματίζεται μια μικρή κίνηση εμπιστοσύνης. Γι’ αυτό μπορεί να προσεύχεται.
Η Παναγία είναι η μητρική παρουσία που δέχεται τον πόνο του ανθρώπου και τον μεταφέρει με παρρησία ενώπιον του Υιού της.
Γι’ αυτό ο Παρακλητικός Κανόνας έχει μέσα του δάκρυ και ελπίδα μαζί. Δεν αρνείται το τραύμα του ανθρώπου. Το κάνει ύμνο στην Παναγία Μητέρα του Θεού.
Ίσως εκείνη την ώρα να μην έχει αλλάξει ακόμη τίποτε εξωτερικά. Τα προβλήματα μπορεί να παραμένουν, οι δυσκολίες να συνεχίζουν να υπάρχουν, οι απαντήσεις να μην έχουν έρθει. Κάτι όμως έχει αλλάξει στο βάθος του είναι του.
Ενώ ένιωθε τελειωμένος και εξουθενωμένος ψάλλοντας γίνεται προνομιούχος της απόγνωσης, γιατί μέσα στην αδυναμία του γεύεται το μεγαλείο της Θείας παρηγορίας. Δεν βρήκε απλώς μια λύση. Συνάντησε τον ίδιο τον Θεό ως ανάπαυση, υπερκόσμια χαρά κι ελπίδα.

Νικήτας Καυκιός
https://proskynitis.blogspot.com/

Ό,τι και αν ζητούσα από την καλή Παναγία μας μου το έδινε…




  Η προσευχή πρώτα έρχεται στον λάρυγγα, μετά ανεβαίνει στον νουν, ύστερα κατέρχεται στην καρδιά. Ε, και τότε, τότε στα μάτια έρχονται τα δάκρυα. Από εδώ και πέρα τίποτε δεν λέγεται. Είναι αλήθεια ότι στην αρχή θα συναντήσης δυσκολίες. Θα πηγαίνεις να προσευχηθής και πότε δεν θα μπορής, πότε θα έχης λογισμούς και πειρασμούς, και πότε δεν θα μπορής να ξυπνήσης την νύκτα. 
Συ να επιμένης. Και ο Κύριος που θα βλέπη την διάθεσή σου θα σε ενισχύη και θα σε βγάλη από τους πειρασμούς. Την νύκτα όμως δεν πρέπει να την χαραμίζωμαι όλη στον ύπνο, διότι τότε ο σατανάς μας κάνει ό,τι θέλει.Εγώ από μικρό παιδί μ’ άρεσε να προσεύχωμαι. Πήγαινα σε τόπο ήσυχο και έκραζα εις τον Θεόν, Τον διψούσε η καρδιά μου. Είχα μάθει και τους Χαιρετισμούς απ’ έξω και τους έλεγα. Τι ευφροσύνη, αγαλλίαση και ειρήνη που είχα στην καρδιά! Ό,τι και αν ζητούσα από την καλή Παναγία μας μου το έδινε…
Η Παναγία πολύ με βοήθησε. Τώρα έχω αυξήσει τους Χαιρετισμούς. Όσο τους λέω, τόσο και περισσότερο γλυκαίνεται η καρδιά μου…

~Από σημειώσεις για τον Άγιο Δημήτριο τον Γκαγκαστάθη τον Θεοφόρο, της Ιεράς Γυναικείας Μονής “Ευαγγελισμός της Θεοτόκου” Ορμύλιας Χαλκιδικής
https://proskynitis.blogspot.com/

Άγιος Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής




Ο Γέροντας Ιωσήφ γεννήθηκε το 1898 στο χωριό Λεύκες στην Πάρο. Στα χρόνια που γεννήθηκε, οι αξίες που χαρακτηρίζουν την ευγένεια του ανθρώπου έναντι των άλλων δημιουργημάτων ήταν ακόμη πολύ ισχυρές, όπως και στην δική του φτωχή κατά τα άλλα οικογένεια· γεγονός που του δώρισε άριστες αρχές και ενάρετο χαρακτήρα. 
Πολύ σύντομα έμεινε ορφανός από πατέρα και αυτό του στέρησε την δυνατότητα να έχει ιδιαίτερες σπουδές. Τελείωσε την Β' Δημοτικού, ώστε μόλις είχε τη δυνατότητα απλώς να διαβάζει και να γράφει χωρίς σωστό συντακτικό και με πολλά ορθογραφικά λάθη. Εργαζόταν στον τόπο της γεννήσής του, τελείωσε τη στρατιωτική του θητεία στο Ναυτικό και σε ηλικία περίπου 23 ετών, βρισκόταν στην Αθήνα σαν μικροπωλητής.
Ο Γέροντας αγαπούσε να εργάζεται και δεν σταματούσε καθόλου στις ώρες που επέτρεπε το πρόγραμμα. Το εργόχειρό του τότε ήταν σταυρουδάκια σκαλιστά, τα οποία σκάλιζε με μεγάλη ευχέρεια και ταχύτητα. Έμενε μόνος του στο καλυβάκι, σε ένα μέρος που ήταν απόμερο και ήσυχο, αλλά ήταν πιο εκτεθειμένο στους καιρούς. Έτσι, το κρύο ήταν περισσότερο.

Όνειρο - αποκάλυψη
Στην απλότητα των χρόνων εκείνων, σε ένα περιβάλλον πολύ κοσμικό, όπως ήταν η Αθήνα, μία ευγενική ύπαρξη γεμάτη αυτοθυσία και αγάπη όπως ήταν ο Φραγκίσκος, (αυτό ήταν το όνομά του πριν γίνει μοναχός), ζούσε μία ζωή έντιμη και προσεγμένη έως ότου κάποιες συγκυρίες του άλλαξαν τελείως την ζωή. Ενώ μελετούσε βιβλία παλαιών ασκητών της Εκκλησίας, ένα αποκαλυπτικό όνειρο του έδωσε μεγάλη ώθηση προς τον μοναχισμό. Βρέθηκε μπροστά σε μεγαλειώδεις ανακτορικούς χώρους και συνοδευόμενος από τους φύλακες του χώρου αυτού, φοβήθηκε, διότι δεν γνώριζε πως βρέθηκε εκεί, χωρίς να το αξίζει. 
Όμως εκείνοι χαμογέλασαν με καλοσύνη και του είπαν ότι το να ανεβεί εκεί είναι επιθυμία και θέληση του Βασιλέως. Για την εποχή βέβαια εκείνη, αυτό ήταν ύψιστη τιμή. Εδώ όμως δεν συνάντησε ο Φραγκίσκος κάτι το επίγειο, αλλά περνώντας μέσα από ασύλληπτους για την γήινη διάνοια χώρους, σε μια ξένη για τους κοινούς θνητούς διάσταση, τον υποδέχτηκαν και του έδωσαν ενδυμασία πολύτιμη που έμοιαζε κατασκευασμένη από ολόλευκο φως, ενώ ταυτόχρονα του είπαν «από εδώ και στο εξής θα υπηρετείς εδώ».
Παρόμοιες “πληροφορίες” είχε συναντήσει ο Φραγκίσκος στην μελέτη των βίων των Γερόντων και ασκητών της ερήμου. Αυτό το όνειρο - αποκάλυψη συνοδευόταν και από μία υπερκόσμια θεϊκή ενέργεια. Αυτή η ενέργεια γέμισε τον εσωτερικό κόσμο του Φραγκίσκου με τον πόθο να γνωρίσει τον Δημιουργό του, να απομακρυνθεί από κάθε τι γήινο, να μιμείται -πριν γίνει ακόμη μοναχός- την προσευχή, την νηστεία και την αγρυπνία των ασκητών, στην Πεντέλη και σε άλλους χώρους κοντά στην Αθήνα, που ήταν σχεδόν στην εποχή του, ακατοίκητη.
Μία «τυχαία» γνωριμία του με έναν Αγιορείτη μοναχό, τον οδήγησε στο Άγιον Όρος και μάλιστα στα ερημικότερα και ασκητικότερα μέρη του, στα Κατουνάκια. Ο Φραγκίσκος δεν ήταν ακόμη έμπειρος ασκητής, είχε όμως ενημερωθεί από την μελέτη των βιβλίων των διαφόρων παλαιών ασκητών και την φυσική του συνείδηση, ότι για να ονομάζεται κανείς άνθρωπος πρέπει να έχει νικήσει μέσα του όλα τα πάθη που προσδίδουν στον ανθρώπινο χαρακτήρα, τον θηριώδη και άλογο τρόπο ζωής.
Για να ξεκινήσει τον μοναχικό του αγώνα, σύμφωνα με όσα είχε διαβάσει, έπρεπε να συναντήσει άλλους έμπειρους γέροντες, ώστε με την δική τους καθοδήγηση να περπατήσει τον δρόμο προς την θέωση, να πολεμήσει με παράλογες επιθυμίες, να βρει συμπαράσταση από την θεία Χάρη, να νικήσει με την θεία ενέργεια κάθε μορφή κακίας, που είτε είχε κατακτήσει κάποιο μέρος της καρδιάς του τον καιρό που δεν εργαζόταν τις ευαγγελικές αρετές, είτε επρόκειτο να τον προσβάλλει για να του ανακόψει τον δρόμο. 
Στην προσπάθεια αυτή δυσκολεύθηκε· και ενώ έμενε προσωρινά στην πλέον ερημική περιοχή του Αγίου Όρους, την Βίγλα, που βρίσκεται στη νοτιοανατολική πλευρά του Όρους, και προσπαθούσε, όπως είχε διαβάσει στους βίους των οσίων, να προσεύχεται, να νηστεύει, να αγρυπνεί και να αναζητεί καθοδήγηση, κουράστηκε υπερβολικά, και με πόνο, αγωνία και δάκρυα παρακαλούσε τον Χριστό και την Κυρία Θεοτόκο για βοήθεια και συμπαράσταση.
Από την ερημική Βίγλα κοίταζε προς την κορυφή του Άθωνα, στο εκκλησάκι της Παναγίας και γεμάτος ταπείνωση προσευχόταν, όταν ξαφνικά αισθάνθηκε κάποιο σκίρτημα χαράς στην καρδιά του και ταυτόχρονα είδε αισθητά ένα φως, το οποίο προερχόταν από το εκκλησάκι της Παναγίας. Το φως ακούμπησε πάνω του και του μετέδωσε υπερφυσικές ιδιότητες. Έχασε την αίσθηση του χώρου, χρόνου, της ύλης ακόμη και του σώματός του· η χαρά ήταν ανεπανάληπτη, το φως εκείνο ήταν ενωμένο με την ύπαρξή του και έξω από αυτόν, ενώ ταυτόχρονα η πονεμένη προσευχή του άλλαξε. 
Μέσα στην καρδιά του ακουγόταν ξεκάθαρα, ρυθμικά, με αίσθηση υπερφυσικής ειρήνης χωρίς πλέον δική του προσπάθεια το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», η σύντομη προσευχή που χρησιμοποιούν οι Αγιορείτες Πατέρες για να έχουν αδιάλειπτη την μνήμη του Θεού και των εντολών του, και επίσης να εκπληρώνουν, με αυτόν τον τρόπο, την εντολή του αποστόλου Παύλου «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α Θεσ. 5,17).
Από την ημέρα εκείνη απομακρύνθηκε περισσότερο από τους κατοικημένους χώρους, ζούσε με υπερβολική λιτότητα, το φαγητό του ήταν λίγο παξιμάδι κατά τις απογευματινές ώρες της ημέρας και αυτό το έπαιρνε από τις Μονές, για τις οποίες έφτιαχνε σκούπες από θάμνους, ενώ είχε ως αυστηρό πρόγραμμα την καλλιέργεια της προσευχής μέσα στην καρδιά του όπως τον δίδαξε η θεία Χάρις, η οποία μετά την αποκάλυψη εκείνη είχε συσταλεί και τώρα χρειαζόταν ο αγώνας της εργασίας του προγραμματισμού και της αναζήτησης.

Οι υπερφυσικοί αγώνες και η νίκη
Στην κορυφή του Άθωνα την ημέρα της εορτής της θείας Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού, συνάντησε τον μετέπειτα συνασκητή του π. Αρσένιο, και αφού συμφώνησαν να αγωνιστούν μαζί, ζήτησαν την συμβουλή ενός πολύ ενάρετου και σοφού Γέροντα, του Γέροντα Δανιήλ του Κατουνακιώτη, για το που να μείνουν και πως να αγωνίζονται. Και αυτός πολύ σοφά τους σύστησε να υποταχθούν σε κάποιον γέροντα ενάρετο, ακόμη και αν είναι πολύ απλός, να πάρουν την ευχή του και μετά την κοίμησή του να αγωνιστούν όπως τους αρέσει. Πράγματι παρέμειναν στα Κατουνάκια και έζησαν κοντά στους Γέροντες Εφραίμ και Ιωσήφ.
Η ασκητική ζωή εξωτερικά είναι μία μονοτονία, όμως μέσα στο πρόγραμμα αυτό, στην λιτή ζωή και στην ησυχία ο άνθρωπος ενδοσκοπεί, παρακολουθεί τον εσωτερικό του κόσμο, με την δύναμη του φωτός της προσευχής ελέγχει όλες τις σκέψεις και τις ενέργειες που αυτές μεταφέρουν. Με την δύναμη της Χάριτος του Θεού διώχνει κάθε πονηρή σκέψη. Χωρίς την δύναμη του Θεού και την συνεργασία με την θεία Χάρη δεν μπορεί να κάνει τίποτε αγαθό.
Όταν η θεία Χάρις θέλει να αναδείξει κάποιον στο πνευματικό αξίωμα του διδασκάλου και του Πατέρα, τον περνά μέσα από διάφορες δοκιμασίες. Για την απόκτηση των παραπάνω χαρισμάτων χρειάζεται υπομονή, επιμονή, κόπος, θλίψη και έντονος αγώνας. Ο αγώνας αυτός στην ζωή των ασκητών αλλά και των συνειδητών χριστιανών ονομάζεται και είναι σταυρός, δηλαδή σαν την εσταυρωμένη ζωή του Κυρίου.
Στο μεταξύ στα Κατουνάκια, πέθανε ο ένας από τους Γέροντες, ο Ιωσήφ, ενώ στο όνομά του είχε ήδη καρεί μοναχός ο μακαριστός μας Γέροντας, ο πρώην Φραγκίσκος και τώρα πλέον Ιωσήφ. Μεγάλες δοκιμασίες από το εργόχειρο και κάποιες συνήθειες των περιοίκων μοναχών ανάγκασαν τον Γέροντα Εφραίμ και τους δύο υποτακτικούς Ιωσήφ και Αρσένιο να ανεβούν ψηλότερα στην περιοχή του Αγίου Βασιλείου. Οι δυσκολίες λόγω της ακτημοσύνης ήταν απερίγραπτες· εκεί αναγκάστηκαν να φτιάξουν ένα μικρό καλυβάκι διαμονής με απερίγραπτους κόπους. Εκεί αργότερα σε βαθιά γεράματα πέθανε και ο Γέροντας Εφραίμ, ενώ για τον Γέροντα Ιωσήφ ξεκίνησαν οι μεγάλοι πνευματικοί αγώνες.

Το όραμα του δοξασμένου στρατηγού
Ο μακαριστός Γέροντας πριν ξεκινήσει τον ασκητικό του αγώνα είχε πόθο να ζήσει μία πολύ πνευματική ζωή, και δεν υπολόγιζε κόπους σωματικούς, νηστείες και θλίψεις, υπομονή στην προσευχή και ο,τι άλλο χρειαζόταν για να πετύχει τον σκοπό του. Έτσι προσευχόμενος στο μικρό καλύβι του στον Άγιο Βασίλειο μέσα στην ησυχία της ερημιάς και της νύκτας, το άκτιστο φως της θείας Χάριτος αυξήθηκε υπερβολικά μέσα του με άπειρη γλυκύτητα και ξαφνικά εμφανίστηκαν μπροστά του ένα τάγμα μοναχών σαν παράταξη και απέναντί τους πάλι σαν είδος στρατού πολλοί μαύροι εξαγριωμένοι με άσχημη όψη και διάθεση. 
Τον πλησίασε ένας δοξασμένος από θεϊκό φως στρατηγός και του είπε: «Επιθυμείς να πολεμήσεις στην πρώτη γραμμή;» και ενώ ο μακαριστός Γέροντας του απάντησε ναι, χαρούμενα και με γενναιότητα, οδηγήθηκε τελείως μπροστά όπου ήταν ένας ή δύο μοναχοί ενώ ταυτόχρονα του μίλησε ο οδηγός του και του είπε ότι: «όποιος θέλει να πολεμήσει ανδρεία με αυτούς τους σκοτεινούς δεν τον εμποδίζω αλλά τον βοηθώ».
Οκτώ χρόνια ακόμη αγωνίστηκε σκληρά εναντίον κάθε δαίμονος και κυρίως αυτού που προκαλεί την ανηθικότητα και την πορνεία. Στο διάστημα αυτό, ο αγώνας ήταν εξαντλητικός, κοιμόταν λίγο σε ένα είδος καρέκλας και δεν ξάπλωνε· νήστευε και προσευχόταν αδιάλειπτα, όταν έφθανε σε υπερβολική κόπωση και θλίψη τον παρηγορούσε η Χάρις του Θεού. Ο ίδιος στηρίζοντας αργότερα τα πνευματικά του παιδιά τους διηγούταν πολλές από αυτές τις θεϊκές παρηγοριές.
Στο διάστημα αυτό γνώρισε ένα πολύ ενάρετο ασκητή τον Γέροντα Δανιήλ που έμενε στο κάθισμα του Αγίου Πέτρου μετά από την ερημική και πανέμορφη περιοχή των Κρύων Νερών.
Στον Άγιο Βασίλειο έγινε γνωστός πλέον ο Γέροντας και πολλοί τον επισκέπτονταν για συμβουλές, έτσι ενοχλούμενος στην ησυχία του αναζητούσε άλλο χώρο ησυχαστικό και δύσβατο, κρυμμένο από τους πολλούς. Δεν άργησε να ανακαλύψει τις σπηλιές στη Μικρά Αγία Άννα. Ήταν τόπος στενός και δύσβατος. Ο χώρος για να κτιστεί ένα μικρό πήλινο καλυβάκι, όπως συνήθιζαν, ήταν σχεδόν ακατάλληλος.
Όλη τους η περιουσία ήταν λίγα βιβλία και τα ρούχα που φορούσαν. Μετακόμισαν εκεί τον Ιανουάριο του 1938. Οι κόποι, οι παρατεταμένες νηστείες και αγρυπνίες κατέβαλαν πλέον το σώμα του Γέροντα. Αναγκάστηκαν και έκτισαν μία μικρή πόρτα στους βράχους που ήταν η μοναδική φυσική είσοδος, λίγο μετά έκτισαν κάτω από τη σπηλιά ένα μεγαλύτερο καλύβι με ξύλα, βέργες και πηλό, το οποίο διαίρεσαν σε τρία πολύ μικρά δωμάτια. Ήταν δε τόσο μικρό που με κόπο μπορούσε να εξυπηρετηθεί άνθρωπος περιορισμένων απαιτήσεων, και αντί πόρτας χρησιμοποιούσαν το παράθυρο.
Για εννέα χρόνια στην συνοδεία τους στη Μικρά Αγία Άννα ήταν μόνο οι δύο τους ο Γέροντας Ιωσήφ, ο π. Αρσένιος και ο εφημέριος που έμενε μαζί τους μία ή δύο φορές την εβδομάδα για την θεία Λειτουργία. Ο εφημέριος αυτός, ενάρετος ιερομόναχος, ήταν ο μετέπειτα πολύ γνωστός στο Άγιον Όρος π. Εφραίμ Κατουνακιώτης.
Η επιθυμία να μην έχουν απολύτως τίποτε εκτός από τα πιο αναγκαία ξεκινούσε από τον πόθο της αγάπης του Θεού ώστε τίποτε να μην ενοχλεί την γαλήνια και καθαρή προσευχή τους, τίποτε να μη διασπά την προσοχή τους. Ο νους ανάλαφρος να αντιμετωπίζει τις εχθρικές προσβολές, να ζει μέσα σε απερίγραπτη εσωτερική και εξωτερική ησυχία, να ενώνεται ακατάληπτα σε θείους έρωτες με το Πνεύμα το Άγιο του Θεού.
Η αιτία που ο άνθρωπος θεωρεί την αμαρτία ως αγαθό είναι η ηδονή. Μέσα στην ασκητική ζωή της Ορθοδοξίας, οι ασκητές δεν ήταν άνθρωποι οι οποίοι μισούσαν το σώμα τους, αλλά με την νηστεία και τον κόπο νικούσαν τα πάθη που προκαλούν οι ηδονές του σώματος, ενώ με την σιωπή και την ταπείνωση νικούσαν τον εγωισμό και την υψηλοφροσύνη, με την συνεργασία πάντοτε της θείας Χάριτος. Έτσι επιδίδονταν σε αγώνες φιλοπονίας, ησυχίας, σιωπής και προσευχής με σκοπό να φθάσουν στην ένωση με τον Θεό και την τέλεια αγάπη.

Η συνάντηση με τον Γέροντα Ιωσήφ τον Βατοπαιδινό
Το 1947 και ενώ ο Γέροντας Ιωσήφ συνεχίζει την σκληρή και αυστηρή ασκητική του ζωή, δέχτηκε στην συνοδεία του μετά από προσευχή, τον Γέροντα Ιωσήφ από την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου. Όταν προσέγγισε τον Γέροντα Ιωσήφ, εκείνος δεν τον δέχτηκε σαν μαθητή του· όμως παρακαλώντας τον επίμονα απέσπασε στο τέλος την υπόσχεση ότι θα προσευχόταν ο Γέροντας και θα του απαντούσε τελικά μετά από θεϊκό φωτισμό και πληροφορία. 
Ο ίδιος Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός στον εκτενή βίο που έχει συγγράψει για τον Γέροντά του αναφέρει: «Όταν την επομένη μέρα, μετά εναγώνια αναμονή, άκουσα την συγκατάθεση του Γέροντα ότι με δέχεται, άνοιγε για την ευτέλειά μου η νέα σελίδα της ταπεινής μου ζωής. Μόνον από τότε δεν είχα αμφιβολίες ή απορίες, αλλά με όλο το πλήρωμα της πληροφορίας και πίστεως ευρήκα αυτό που νοσταλγούσα και προγραμμάτιζα, που ήταν και το μακρινό μου όνειρο. Έμενα πια μόνιμα μαζί τους, όταν ο Γέροντας εγκατέλειψε το κελί του όπου έμενε και πήγε μακρύτερα, διακόσια περίπου μέτρα, σε άλλο κελί που του είχα ετοιμάσει και έμενε εκεί μόνος του.

Η κοίμηση του Γέροντα
Οι σκληροί αγώνες στην νεανική ζωή του Γέροντα, οι στερήσεις, οι αδιάκοποι κόποι, οι απόκρημνοι και δύσβατοι χώροι όπου ασκήτευε, τον κατέβαλαν σωματικά ώστε να φαίνεται υπέργηρος.
Όταν αργότερα στον χώρο αυτό προσήλθαν ακόμη δύο αδελφοί, ο Προηγούμενος Γέροντας Εφραίμ της Ιεράς Μονής Φιλοθέου και ο Προηγούμενος Γέροντας Χαράλαμπος της Ιεράς Μονής Διονυσίου, οι δυσκολίες διαμονής έγιναν αξεπέραστες, ενώ η κατασκευή νέων χώρων διαμονής σχεδόν αδύνατη. Τέλος, με υπεράνθρωπες προσπάθειες κατασκεύασαν ένα χώρο πιο βαθιά, στον οποίο αποσύρθηκε ο Γέροντας Ιωσήφ για ησυχία, ενώ στο αρχικό πήλινο σπιτάκι παρέμειναν οι τρεις νέοι υποτακτικοί.
Πολύ σύντομα όμως οι δυσκολίες δημιούργησαν έντονα προβλήματα υγείας σε όλους και ακόμη περισσότερο στους νεότερους. Έτσι αποφασίστηκε να κατεβούν πιο χαμηλά όπου υπήρχαν ευνοϊκότεροι χώροι διαμονής και προτιμήθηκε η Νέα Σκήτη, κατόπιν προτροπής του πατρός Θεοφυλάκτου που έμενε στην καλύβη των Αγίων Αναργύρων της Σκήτης και ήταν πολύ αγαπητός στον Γέροντα Ιωσήφ. Αυτό έγινε το 1951.
Για μία ακόμη φορά προσπάθησαν να δημιουργήσουν χώρους διαμονής στα ψηλότερα και ασκητικότερα μέρη της Νέας Σκήτης, οι δυσκολίες και πάλι απερίγραπτες εφόσον σαν ακτήμονες δεν είχαν ούτε τα απαραίτητα εργαλεία, αλλά ούτε και την οικονομική δυνατότητα.
Η συνήθεια όμως στις στερήσεις έκανε και την δοκιμασία αυτή υποφερτή και σε σύντομο χρονικό διάστημα είχαν ετοιμάσει καταλύματα και συνέχιζαν το πνευματικό τους πρόγραμμα. Όμως ο Γέροντας είχε ήδη καταβληθεί, η υγεία του πήγαινε προς το χειρότερο, δύο σοβαρές ασθένειες, η μία μετά την άλλη επέφεραν το τέλος της επίγειας ζωής του την 15η Αυγούστου 1959.
Επί σαράντα σχεδόν ημέρες, τις τελευταίες του, δεν έτρωγε τίποτε· μόνο κοινωνούσε κάθε μέρα και έπαιρνε λίγο καρπούζι. Ο Γέροντας είχε τόση φροντίδα και μέριμνα για την έξοδό του, που νόμιζε κανείς ότι όντως πρόκειται να ταξιδέψει αυτήν την ώρα και περίμενε το μέσο της μεταφοράς.
Κατά την 14η Αυγούστου του 1959 ετοιμαζόταν πολύ και υπολογίζοντας την επομένη, που ήταν η εορτή της Κοιμήσεως, ανυπομονούσε· κάτι περίμενε. Συνάμα και η κατάστασή του είχε επιδεινωθεί. Πέρασαν προηγουμένως φίλοι του λαϊκοί και τον χαιρέτησαν και, όταν του ευχήθηκαν ανάρρωση, τους είπε· “όχι, όχι· φεύγω σύντομα, όταν θα ακούσετε μετά τρεις ημέρες τις καμπάνες, να ξέρετε ότι έφυγε ο φίλος σας· υπολογίζω της Παναγίας μας”. Την άλλη μέρα, στη μνήμη της Κυρίας μας Θεοτόκου, παρευρέθηκε στην Λειτουργία, μετά κόπου είπε το τρισάγιο και μετέλαβε για τελευταία φορά πλέον λέγοντας “εις εφόδιον ζωής αιωνίου”. Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής έζησε στο Άγιον Όρος από το 1921 έως το 1959.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α'. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ὡς ἐρήμου πολίτης καὶ τῆς νήψεως πρόμαχος, μύστις θεωρίας ἐγένου, Ἰωσὴφ καὶ τῆς πράξεως, νηστείᾳ ἀγρυπνίᾳ προσευχῇ, οὐράνια χαρίσματα λαβών. Ὅθεν πρέσβευε τῷ Κυρίῳ ὑπὲρ ἡμῶν, τῶν πίστει κραυγαζόντων σοι· Δόξα τῷ φῶς ἐλλάμψαντι ἐν σοί, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ σὲ θεώσαντι Χριστῷ καὶ ἁγιάσαντι.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ'. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Ὡς ἐναθλήσας ἐν τῷ Ὄρει Θεομήτορος, ἔθλασας πάτερ μηχανὰς τοῦ πολεμήτορος, δι’ εὐχῆς ἀδιαλείπτου καὶ ἐγκρατείας, καὶ εἰς ὄρος ἀναβὰς τὸ ὑψηλότατον, θεοπτίας ἡγιάσθης καὶ ἐξέλαμψας, θείᾳ χάριτι, Ἰωσὴφ ὁσιώτατε.

https://inpantanassis.blogspot.com/

Αγαθή και πονηρή καρδιά




Του π. Δημητρίου Μπόκου
Σε μια παραβολή του ο Χριστός λέει, ότι σε κάποιον δούλο που χρωστούσε το υπέρογκο ποσό των μυρίων (δέκα χιλιάδων) ταλάντων (εκατομμύρια σημερινά λεφτά), έγινε παραγραφή του χρέους από τον κύριό του. Ο δούλος όμως δεν χάρισε ένα μηδαμινό χρέος (εκατό δηνάρια) σε κάποιον συνάδελφό του. Το αφεντικό του τότε ακύρωσε την παραγραφή του χρέους και τον φυλάκισε μέχρι να εξοφλήσει τα πάντα έως και το τελευταίο λεπτό (Κυριακή ΙΑ΄ Ματθαίου).
Ο κύριος του δούλου αγανάκτησε, διότι ο δούλος δεν διδάχτηκε τίποτε από τη δική του μεγαλοψυχία και αγαθότητα. Δεν παραδειγματίστηκε από την ευσπλαχνία του αφεντικού του. Χαρακτήρισε τον δούλο ως πονηρό, γιατί έδειξε κακία και τον καταδίκασε ακριβώς γι’ αυτό. «Ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλέησα;» Δεν έπρεπε και συ να δείξεις ευσπλαχνία στον σύνδουλό σου, όπως σπλαχνίστηκα και εγώ εσένα;
Η ασπλαχνία του δούλου είναι κάτι παράλογο, τη στιγμή που ο ίδιος δέχεται «το μέγα έλεος» από τον κύριό του. Δούλος είναι ο κάθε άνθρωπος, κύριος είναι ο Θεός και χρέος είναι οι αμαρτίες μας. Όλοι μας χρωστάμε υπέρογκα χρέη στον Θεό, αλλά και κάποια χρέη, μικρά ή μεγαλύτερα, μεταξύ μας.
Αυτό που ενδιαφέρει τον Θεό είναι η κατάσταση της καρδιάς μας. Αν έχουμε σπλαχνική ή άσπλαχνη καρδιά. Δεν τον ενδιαφέρει το μικρό ή μεγάλο χρέος μας απέναντί του. Ούτε καν οι καλές μας πράξεις τον ενδιαφέρουν, αν γίνονται για τον τύπο.
Η παραβολή του άσπλαχνου δούλου ειπώθηκε, γιατί ο Πέτρος είχε ρωτήσει αν είναι λογικό να συγχωρήσει τον αδελφό του μέχρι εφτά φορές. Και ο Χριστός του απάντησε ότι έχει κάποιο λάθος στον τρόπο που σκέφτεται. Μια σπλαχνική καρδιά συγχωράει όχι εφτά φορές, αλλά πάντα. Άπειρες φορές. «Έως εβδομηκοντάκις επτά». Όσες φορές και αν μας φταίξει κανείς. Η αγάπη και η ανεξικακία δεν μετράνε τα φταιξίματα του άλλου. Τα μετράει μόνο η πονηρή καρδιά. Που γεμάτη εκδικητικότητα και κακία, δεν εννοεί να συγχωρήσει ποτέ. Ακόμα και αν ευεργετηθεί, όπως ο πονηρός δούλος της παραβολής.
Και όμως η λογική του Χριστού είναι απλούστατη: Θέλετε να ελεηθείτε από τον Θεό; Γίνετε και σεις ελεήμονες στους συνανθρώπους σας. Ο άνθρωπος που έχει μέσα του ευσπλαχνία και αγάπη μοιάζει στον Θεό, ο οποίος «οικτίρμων εστί» προς πάντας.
Επιπλέον η αγάπη αναπληρώνει τις άλλες ελλείψεις και αμαρτίες μας. Λέει ο άγιος Παΐσιος: «Εάν ένας άνθρωπος είναι καλός και πονετικός, μην τον φοβάσαι. Αν π.χ. πίνει ή παίζει χαρτιά και έχει άλλα πάθη και δεν πιστεύει, αλλά όταν δει ένα φτωχό, λυπάται, ταράζεται, θέλει να βοηθήσει, αυτόν μην τον φοβάσαι, θα τον βοηθήσει ο Χριστός. Αλλά αν κάποιος είναι σκληρός και, παρ’ όλο που έχει πολλά, επιμένει και σκληραίνει, …αυτός δεν πάει καλά και θέλει πολλή προσευχή για να αλλάξει αυτός»!
Ελεήμονα καρδιά μπορεί να έχει και εκείνος που δεν έχει καθόλου χρήματα για να ελεήσει φτωχούς. Μπορεί να τους αγαπάει, να τους συμπαρίσταται με την παρουσία του και να προσεύχεται αδιάκοπα γι’ αυτούς.
Αντιστοίχως και όποιος έχει μέσα του σκληρή και άπονη καρδιά, απορρίπτεται ασυζητητί από τον Θεό, ακόμα και αν δεν προβεί σε καμμιά κακή ενέργεια εναντίον άλλων. Μετράει το ποιόν της καρδιάς και όχι τόσο οι εξωτερικές πράξεις, είτε καλές είτε κακές.
Προέχει να αποκτήσουμε σπλαχνική καρδιά. Να ελεούμε από αγάπη και να συγχωρούμε «από των καρδιών ημών τα παραπτώματα» των αδελφών μας.
Όχι τυπικά, απλώς από καθήκον.

https://www.nyxthimeron.com/