Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

Έχουν την πίκρα!




Πόσο πλανιούνται οι άνθρωποι που αναζητούν την ευτυχία μακριά από τον εαυτό τους, στις ξένες χώρες και στα ταξίδια, στον πλούτο και στη δόξα, στις μεγάλες περιουσίες και στις απολαύσεις, στις ηδονές και σ’ όλες τις χλιδές και ματαιότητες, που κατάληξή τους έχουν την πίκρα! 
Η ανέγερση του πύργου της ευτυχίας έξω από την καρδιά μας, μοιάζει με οικοδόμηση κτιρίου σε έδαφος που σαλεύεται από συνεχείς σεισμούς. Σύντομα ένα τέτοιο οικοδόμημα θα σωριαστεί στη γη.

Άγιος Νεκτάριος επίσκοπος Πενταπόλεως ο θαυματουργός 
https://inpantanassis.blogspot.com/

Ἡ δύναμη τῆς συνήθειας




Ἡ δύναμη μιᾶς ριζωμένης στὴν ψυχὴ συνήθειας εἶναι ἴση μὲ τὴ δύναμη μιᾶς φυσικῆς ἰδιότητας. Ὁ μαθητὴς τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ ὀφείλει νὰ ἀποκτήσει καλὲς συνήθειες καὶ νὰ ἀποφεύγει τὶς ἄτοπες. Νέε μου! Νὰ εἶσαι συνετὸς καὶ προνοητικός. Στὰ χρόνια τῆς νεότητάς σου φρόντισε μὲ ἐπιμέλεια νὰ ἀποκτήσεις καλὲς συνήθειες. Ἔτσι, στὴν ὥριμη καὶ στὴ γεροντική σου ἡλικία θὰ χαρεῖς τὸν πλοῦτο ποὺ σχεδὸν ἄκοπα ἀπέκτησες στὴ νεανική.
Μὴ θεωρήσεις ἀσήμαντη τὴν ἐκπλήρωση μιᾶς κακῆς ἐπιθυμίας σου, ὅσο μικρὴ κι ἂν φαίνεται αὐτή. Κάθε ἐπιθυμία, ὅταν ἐκπληρώνεται, βάζει τὴ σφραγίδα της στὴν ψυχή. Καὶ τὸ σφράγισμα αὐτὸ κάποτε εἶναι τόσο δυνατό, ποὺ γίνεται ἀρχὴ μιᾶς καταστροφικῆς συνήθειας.
Μήπως γνώριζε ὁ χαρτοπαίκτης, ὅταν ἄγγιζε τὰ χαρτιὰ γιὰ πρώτη φορά, πώς ἡ χαρτοπαιξία θὰ τοῦ γινόταν πάθος; Μήπως γνώριζε ὁ μέθυσος, ὅταν ἔπινε τὸ πρῶτο του ποτήρι, πώς ἔκανε τὴν ἀρχὴ τῆς αὐτοκτονίας του; Ἤ μήπως δὲν εἶναι ἀργὴ αὐτοκτονία αὐτὴ ἡ θλιβερὴ συνήθεια, ποὺ καταστρέφει καὶ τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα;
Μιά ἀπρόσεκτη ματιὰ ὄχι σπάνια πληγώνει τὴν καρδιά. Ἀλλεπάλληλες ματιὲς τόσο βαθαίνουν τὴν πληγή, ὥστε αὐτὴ πολὺ δύσκολα ἐπουλώνεται μὲ πολυχρόνιες προσευχές, ἀσκήσεις καὶ δάκρυα.
Παιδαγωγοὶ καὶ δάσκαλοι! Μεταδῶστε στοὺς νέους καλὲς συνήθειες καὶ ἀποτρέψτε τους ἀπὸ κακές, ποὺ τοὺς ὁδηγοῦν σὲ μεγάλες συμφορές.
Οἱ κακὲς συνήθειες ἁλυσοδένουν τὸν ἄνθρωπο, τοῦ στεροῦν τὴν πνευματικὴ ἐλευθερία, τὸν κρατοῦν βίαια στὸν δύσοσμο βάλτο τῶν παθῶν.
Γιὰ τὴν καταστροφὴ τῆς ψυχῆς εἶναι ἀρκετὴ μία καὶ μόνο κακὴ συνήθεια, γιατί αὐτὴ ἀνοίγει συνεχῶς τὴ θύρα τῆς καρδιᾶς σ’ ὅλα τὰ ἁμαρτήματα καὶ σ’ ὅλα τὰ πάθη.
Μάθε νὰ εἶσαι σεμνός. Μὴν ἀφήνεις τὸν ἑαυτό σου νὰ μιλάει ἐλεύθερα ἤ καὶ ν’ ἀγγίζει ἀκόμα τὸν πλησίον χωρὶς μεγάλη ἀνάγκη. Ἡ καλὴ συνήθεια τῆς σεμνῆς διαγωγῆς ἐξασφαλίζει εὔκολα τὴ μεγάλη ἀρετὴ τῆς ἁγνείας. Οἱ ἄλλοι, βλέποντας τὴ σεμνότητά σου, θὰ εἶναι μπροστά σου συνεσταλμένοι, εὐλαβικοί, θὰ ἔλεγα, ὅπως μπροστὰ στὴν εὐωδία τῆς ἁγιοσύνης.
Ἀπὸ τίποτ’ ἄλλο δὲν κινδυνεύει τόσο ἡ ἁγνεία ὅσο ἀπὸ τὴ συνήθεια τῆς παρρησίας, τῆς θρασύτητας, τῆς ἐλεύθερης συμπεριφορᾶς, ποὺ ἀθετεῖ τοὺς κανόνες τῆς μετριοφροσύνης.
Μάθε νὰ εἶσαι συγκρατημένος καὶ στὴ λήψη τροφῆς. Ἔτσι, τόσο τὸ σῶμα σου ὅσο καὶ ὁ νοῦς σου θὰ ἔχουν ὑγεία, δύναμη καὶ ζωντάνια -ἐφόδια ἀπαραίτητα καὶ στὸν ἀγώνα γιὰ τὴ σωτηρία καὶ στὶς διάφορες ἐγκόσμιες ἀσχολίες.
Ἡ λαιμαργία δὲν εἶναι παρὰ μία κακὴ συνήθεια. Εἶναι ἡ ἄκριτη καὶ ἄμετρη ἱκανοποίηση μιᾶς διεστραμμένης ἀπὸ τὴν ἀλόγιστη χρήση φυσικῆς ἐπιθυμίας.
Μάθε νὰ τρῶς ἁπλά. Οἱ ἁπλὲς τροφὲς γι’ αὐτὸν ποὺ τὶς συνήθισε εἶναι πιὸ γευστικὲς καὶ ὁπωσδήποτε πιὸ ὑγιεινὲς ἀπὸ τὶς ἐξεζητημένες.
Πόση εἶναι ἡ πνευματικὴ ἐλευθερία καὶ πόση ἡ ψυχικὴ δύναμη τοῦ ἀνθρώπου ποὺ συνήθισε στὴν ἁπλὴ τροφή, ὅσο μηδαμινὴ κι ἂν φαίνεται αὐτὴ ἡ συνήθειά του! Ἀλλὰ καὶ ὑλικὰ πόσο κερδίζει ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀρκεῖται στὰ λιτὰ γεύματα! Ὄχι μόνο πολὺ λιγότερα χρήματα ξοδεύει γιὰ τὴ διατροφή του, ἀλλὰ καὶ πολὺ λιγότερο χρόνο χάνει καὶ πολὺ λιγότερες μέριμνες ἔχει. Ἄν, μάλιστα, εἶναι φτωχός, δὲν πιέζεται ἀπὸ τὴ φτώχεια του.
Εἶναι δύσκολο τὸ πέρασμα ἀπὸ τὰ πολυτελή γεύματα στὰ ἁπλά. Πολλοὶ ἀναγκάστηκαν ἀπὸ τὶς συνθῆκες νὰ τὸ κάνουν ἀπότομα καὶ ἄκαιρα. Ἔτσι, ὅμως, κλονίστηκε ἡ ὑγεία τόσο τοῦ σώματος ὅσο καὶ τῆς ψυχῆς τους. Αὐτὴ τὴ συμφορὰ θὰ τὴν εἶχαν ἀποφύγει, ἂν συνετὰ καὶ ἔγκαιρα εἶχαν ἐθιστεῖ στὴ λιτὴ διατροφή.
Ἐκεῖνος ἰδιαίτερα ποὺ ποθεῖ ν’ ἀφιερωθεῖ στὴ διακονία τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὴ λιτὴ διατροφὴ ὠφελεῖται πάρα πολύ. Γιατί μπορεῖ νὰ κατοικήσει σὲ μίαν ἀπόμακρη τοποθεσία, ἀποφεύγοντας τὶς συχνὲς ἐπαφὲς μὲ ἄλλους ἀνθρώπους καί, γενικότερα, τὰ αἴτια τῆς νοητικῆς διασπάσεως, καὶ νὰ ἀφοσιωθεῖ στὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν προσευχή.
Ὅλοι οἱ ἅγιοι εἶχαν συνηθίσει νὰ τρῶνε καὶ μετρημένα καὶ ἁπλά. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος γιὰ τὴν καθημερινή του τροφὴ δαπανοῦσε ἐλάχιστα χάλκινα νομίσματα.
Ἂς ἔρθω τώρα στὸ πάθος τῆς μέθης. Τί φοβερὸ πάθος! Εἰσχωρεῖ βαθιὰ στὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή, μὲ τὴ συγκατάθεση τῆς ἐπιθυμίας, ἀποκτώντας ἀπὸ τὴ συνήθεια, ὅπως εἴπαμε, τὴ δύναμη φυσικῆς ἰδιότητας.
Ὁ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ πρέπει νὰ φυλάγεται ὄχι μόνο ἀπὸ τὴ μέθη ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ὑπέρμετρη χρήση τοῦ κρασιοῦ, ποὺ φλογίζει τὴ σάρκα καὶ ξεσηκώνει τὶς αἰσχρὲς ἐπιθυμίες. «Νὰ μὴ μεθᾶτε μὲ κρασί, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀσωτία», γράφει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (1). Ἐπιτρέπεται ἡ χρήση τοῦ κρασιοῦ σὲ πολὺ μικρὴ ποσότητα. «Νὰ χρησιμοποιεῖς καὶ λίγο κρασί», συμβουλεύει ὁ ἴδιος ἀπόστολος τὸν Τιμόθεο, «γιὰ τὸ στομάχι σου καὶ γιὰ τὶς συχνές σου ἀσθένειες» (2). Ὅποιος, ὅμως, δὲν μπορεῖ νὰ ἐπιβληθεῖ στὸν ἑαυτό του καὶ νὰ πίνει μὲ μέτρο, καλὰ θὰ κάνει νὰ ἀποφεύγει τελείως τὸ κρασί.
Ὁ ἀββὰς Ποιμὴν ὁ Μέγας εἶπε: «Δὲν χρειαζόμαστε τίποτ’ ἄλλο παρὰ νηφάλιο νοῦ» (3). Τὸ κρασί, ὡστόσο, ὅπως εἶναι γνωστό, ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸν νοῦ τὴ νηφαλιότητά του, τὸν σκοτίζει καὶ τὸν ἐξασθενίζει. Ὅταν, λοιπόν, ὁ ἀγωνιστὴς βρίσκεται ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ κρασιοῦ, στὸν σκοτισμένο καὶ ἐξασθενημένο νοῦ του εἰσβάλλουν εὔκολα οἱ νοητοὶ ἐχθροί. Καὶ ὁ νοῦς, μὴν ἔχοντας τὴ διαύγεια καὶ τὴ δύναμη νὰ παλέψει μαζί τους, παρασύρεται, δεμένος ἀπὸ τὸ κρασί, στὸ βάραθρο τῆς ἁμαρτίας! 
Ἔτσι, μέσα σὲ μιά στιγμή, πᾶνε χαμένοι μακροχρόνιοι ἀγῶνες, καθὼς τὸ Ἅγιο Πνεῦμα φεύγει μακριὰ ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλό. Νὰ γιατί ὁ ἀββὰς Ἠσαΐας ὁ ἀναχωρητὴς εἶπε ὅτι ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸ κρασί, ποτὲ δὲν θὰ ἀξιωθεῖ νὰ λάβει καί, ἂν λάβει, νὰ διατηρήσει πνευματικὰ χαρίσματα (4). Αὐτὰ τὰ χαρίσματα, γιὰ νὰ παραμείνουν στὸν ἄνθρωπο, ἀπαιτοῦν διαρκή καθαρότητα, πού εἶναι δυνατὴ μόνο μὲ τὴ διαρκή νηφαλιότητα.
Ἡ φιλαργυρία, ἡ ὀργή, ἡ ἀλαζονεία, ἡ ἀναισχυντία εἶναι πάθη τῆς ψυχῆς, ποὺ σχηματίζονται ἀπὸ τὴ συγκατάβαση τῆς φθαρμένης μας φύσεως πρὸς τὶς κακὲς ροπές. Τὰ πάθη ἑδραιώνονται, αὐξάνονται καὶ ὑποδουλώνουν τὴν ψυχὴ μέσω τῆς συνήθειας.
Τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ τὴ σαρκικὴ ἐπιθυμία, ὅσο κι ἂν αὐτὴ θεωρεῖται φυσιολογικὴ γιὰ τὸν μεταπτωτικὸ ἄνθρωπο. Μακάριος εἶναι ὁ νέος ἐκεῖνος πού, μόλις ἡ ἐπιθυμία κάνει μέσα του τὴν πρώτη της ἐμφάνιση, θὰ ἀντιληφθεῖ ὅτι δὲν πρέπει νὰ τῆς παραδοθεῖ καὶ θὰ τὴ χαλιναγωγήσει μὲ τὸν νόμο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ φρόνηση. 
Ἡ ἐπιθυμία ποὺ χαλιναγωγεῖται στὰ ἀρχικά της στάδια, προβάλλει ἀπαιτήσεις ὅλο καὶ πιὸ ἀσθενεῖς, ὥσπου τελικὰ ὑποτάσσεται στὸν νοῦ, ἁλυσοδένεται ἀπ’ αὐτὸν καὶ κατευθύνεται σάν σκλάβα του. Ἀπεναντίας, ἡ ἐπιθυμία πού ἱκανοποιεῖται ἔστω καὶ μιά φορά, ἐντείνει καὶ αὐξάνει τὶς ἀπαιτήσεις της. Καὶ ὅταν ὁ λογικὸς νοῦς τῆς παραχωρεῖ τὴν ἐξουσία του πάνω στὸν ὅλο ἄνθρωπο καὶ τὴν ἀφήνει νὰ ἱκανοποιεῖται συχνὰ καὶ μακροχρόνια, αὐτὴ τελικὰ καταντᾶ τύραννος καὶ ἀφανιστής τόσο τοῦ σώματος ὅσο καὶ τῆς ψυχῆς.
Ὅλα, γενικά, τὰ πάθη ἀναπτύσσονται στὴν ψυχή μας, ὅταν τοὺς δείχνουμε συγκατάβαση. Ἡ συγκατάβαση, ὅταν ἐπαναληφθεῖ πολλὲς φορές, δημιουργεῖ συνήθεια. Καὶ ἡ συνήθεια κάνει τὸ πάθος ἰσχυρὸ κυρίαρχό μας. Γι’ αὐτὸ ὁ ἀββὰς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος εἶπε: «Νὰ φοβᾶσαι τὶς κακὲς συνήθειες περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς» 5, δηλαδὴ τοὺς δαίμονες.
Ἄν, μόλις ἐμφανιστεῖ μέσα μας ἁμαρτωλὴ ἐπιθυμία, τὴν ἀρνηθοῦμε, στὴν ἑπόμενη ἐμφάνισή της θὰ εἶναι πιὸ ἀδύναμη, ὥσπου τελικὰ θὰ σβήσει. Ἄν, ὅμως, τὴν ἱκανοποιήσουμε, θὰ ἐπιστρέψει λίγο ἀργότερα μὲ μεγαλύτερη δύναμη. Καὶ ὅσο τὴν ἱκανοποιοῦμε, τόσο δυναμώνει, τόσο μεγαλύτερη ἐξουσία ἀποκτᾶ πάνω στὴν προαίρεσή μας, αἰχμαλωτίζοντάς την σιγὰ-σιγά, ὥσπου τελικὰ γεννᾶ τὴ συνήθεια.
Τὰ ἁμαρτήματα ποὺ διαπράττουμε ἀπὸ συνήθεια, ὅσο βαριὰ κι ἂν εἶναι, μᾶς φαίνονται ἐλαφριά. Τὸ καινούργιο ἁμάρτημα τὸ φοβᾶται ἡ ψυχὴ καὶ δὲν ἀποφασίζει σύντομα νὰ τὸ διαπράξει.
Τὰ πάθη εἶναι συνήθειες κακές, οἱ ἀρετὲς εἶναι συνήθειες καλές. Ἐδῶ, βέβαια, ἐννοοῦμε τὰ πάθη καὶ τὶς ἀρετὲς ποὺ ἔγιναν συνήθειες στὸν ἄνθρωπο μὲ τὴ διαγωγή του, μὲ τὸν τρόπο τῆς ζωῆς του. Γιατί ὑπάρχουν πάθη καὶ ἀρετὲς ποὺ ἀποτελοῦν ἔμφυτες ἰδιότητες τοῦ ἀνθρώπου, ἰδιότητες μὲ τὶς ὁποῖες αὐτὸς γεννιέται.
Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ εἶναι ὅσο τὸ δυνατὸ περισσότερο ἐλεύθερος ἀπὸ κακὲς συνήθειες, οἱ ὁποῖες τὸν ἐμποδίζουν νὰ πλησιάσει τὸν Χριστό. Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ πρέπει ὄχι μόνο ἀπὸ τὶς ἁμαρτωλὲς συνήθειες νὰ ἀπομακρύνεται, ἀλλὰ καὶ ἀπ’ ὅλες ὅσες ὁδηγοῦν ἄμεσα ἤ ἔμμεσα στὴν ἁμαρτία, ὅπως εἶναι, γιὰ παράδειγμα, ἡ τρυφή, ἡ μαλθακότητα, ὁ περισπασμός.
Καμιὰ φορά μιά ἀσήμαντη συνήθεια μᾶς δένει τὰ πόδια καὶ μᾶς κρατᾶ στὴ γῆ, ἐνῶ θὰ μπορούσαμε νὰ ἤμασταν στὸν οὐρανό!
Νέε μου! Σοῦ ἐπαναλαμβάνω τὴ σωτήρια συμβουλή: Ὅσο βρίσκεσαι ἀκόμα μέσα στὴν πνευματικὴ ἐλευθερία, φεῦγε μακριὰ ἀπὸ τὶς κακὲς συνήθειες σὰν ἀπὸ δεσμὰ καὶ φυλακή. Ἀπόκτησε καλὲς συνήθειες, μὲ τὶς ὁποῖες διατηρεῖται, ὑποστηρίζεται καὶ σφραγίζεται ἡ πνευματικὴ ἐλευθερία.
Ἐσύ, πάλι, ποὺ σὲ ὥριμη ἡλικία ἀποφάσισες νὰ ὑπηρετήσεις τὸν Χριστὸ καί, δυστυχῶς, ἔχεις ἤδη ἀποκτήσει πολλὲς ἁμαρτωλὲς συνήθειες ἤ ἔχεις, ἔστω, ἐθιστεῖ στὴ μαλθακὴ ζωὴ καὶ γι’ αὐτὸ ἡ ψυχή σου εἶναι ἐξασθενημένη, ἐσύ, λοιπόν, πρέπει μὲ ἀνδρεία νὰ μπεῖς στὸν ἀγώνα ἐναντίον τῶν συνηθειῶν σου. Μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Θεοῦ θὰ τὶς ἀποβάλεις.
Ἡ ἀποφασιστικὴ προαίρεση, ἐνισχυμένη ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ, μπορεῖ νὰ νικήσει καὶ τὶς πιὸ ἰσχυρὲς συνήθειες.
Στὴν ἀρχὴ ἡ συνήθεια ἀντιστέκεται σθεναρὰ σ’ ἐκεῖνον ποὺ θὰ θελήσει ν’ ἀποτινάξει τὸν ζυγό της, καὶ φαίνεται ἀνίκητη. Μὲ τὸν καιρό, ὅμως, ὅσο τὴν πολεμᾶς, κι ἂν δὲν ὑποτάσσεται, πάντως ἐξασθενίζει, ὥσπου τελικὰ νικιέται.
Ἂν στὴ διάρκεια τοῦ πολέμου συμβεῖ καμιὰ φορά, γιὰ ὁποιονδήποτε λόγο, νὰ νικηθεῖς, μὴν ταραχθεῖς καὶ μὴν ἀπελπιστεῖς. Ρίξου πάλι στὴ μάχη!
Ὁ σκληρὸς ἀγώνας τοῦ ἀνθρώπου ἐναντίον τῶν κακῶν του συνηθειῶν λογαριάζεται γιὰ μαρτύριο. Καὶ ὁ νικητὴς σ’ αὐτὸν τὸν ἀγώνα στεφανώνεται μὲ τὸ στεφάνι τῶν ὁμολογητῶν τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ νόμου Του.
Ὁ πολυέλεος καὶ παντοδύναμος Κύριος μᾶς δέχεται ὅλους, ὅταν Τὸν πλησιάζουμε. Ἁπλώνει τὸ χέρι Του γιὰ νὰ μᾶς κρατήσει, ὅταν ἀπὸ ἀδυναμία κινδυνεύουμε νὰ πέσουμε. Γι’ αὐτό, κι ἂν ἀκόμα ἤσουν ὁλόκληρος μέσα στὶς κακὲς συνήθειες, κι ἂν ἀκόμα ἤσουν σφιχτὰ ἁλυσοδεμένος ἀπὸ τὰ πάθη, μὴν ἀπελπίζεσαι! Μπορεῖς ν’ ἀποκτήσεις τὴν ἐλευθερία σου!
Ξεκίνησε τὸν ἀόρατο πόλεμο, ἀγωνίσου γενναῖα χωρὶς διαλείμματα καὶ ὑπόμεινε μὲ ταπείνωση τὶς ἧττες σου. Μὲ τὶς ἧττες διαπιστώνουμε ἐμπειρικὰ πόσο ἀδύναμοι εἴμαστε. Αὐτὴ ἡ διαπίστωση μᾶς φέρνει πιὸ κοντὰ στὸν Θεὸ καὶ μᾶς κρατᾶ σταθερὰ κοντὰ σ’ Ἐκεῖνον, τὸν μόνο ποὺ μπορεῖ νὰ νικήσει τὴν ἁμαρτία σ’ ὅσους εἰλικρινὰ ἐπιθυμοῦν νὰ τὴ δοῦν νικημένη μέσα τους. Ἀμήν.

1. Ἐφ. 5:18.
2. Α΄ ΤΙμ. 5:23.
3. Τὸ Γεροντικόν. Ἀββὰς Ποιμήν, ἀπόφθεγμα ρλε΄.
4. Πρβλ. ὅ.π.. ΙΣΤ΄, η΄.
5. Ὅ.π., ΝΗ΄, 12.
Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov
https://inpantanassis.blogspot.com/

Θέλω να γίνω άγιος. Τι να κάνω;




Κάποτε μου είπε ένας άνθρωπος με αφοπλιστική ειλικρίνεια: Θέλω να γίνω άγιος. Τι να κάνω;
Και η αλήθεια είναι πως αυτή η ερώτηση, όσο υπερβολική κι αν ακούγεται στα αυτιά του κόσμου, είναι η πιο φυσιολογική ερώτηση για έναν χριστιανό. Γιατί αν δεν θέλω να γίνω άγιος, τότε τι θέλω;
• Να γίνω απλώς καλός;
• Να γίνω θρησκευόμενος;
• Να γίνω τυπικός;
Ο Χριστός δεν μας κάλεσε στην απλή ηθική.
Μας κάλεσε στη μεταμόρφωση.Να ξέρεις πρώτα τι ΔΕΝ είναι η αγιότητα.
Η αγιότητα:
• δεν είναι τελειότητα,
• δεν είναι αναμαρτησία,
• δεν είναι να μη πέφτεις.
Η αγιότητα είναι να σηκώνεσαι κάθε φορά που πέφτεις και να λες: Κύριε, χωρίς Εσένα δεν μπορώ τίποτα
Οι άγιοι δεν ήταν άνθρωποι χωρίς πάθη.Ήταν άνθρωποι που δεν συμβιβάστηκαν με τα πάθη τους.
Αν θέλεις να γίνεις άγιος, ξεκίνα από τη μετάνοια οχι τη μετάνοια του φόβου
αλλά τη μετάνοια της αλήθειας.
Να μάθεις να λες:
- Έφταιξα
- Πόνεσα
- Πληγώθηκα
- Πλήγωσα
Η εξομολόγηση δεν είναι ποινή είναι ανάσταση της ψυχής. Όποιος θέλει να γίνει άγιος, πρέπει να μάθει να κλαίει μπροστά στον Θεό χωρίς δικαιολογίες.
Αγιοσύνη σημαίνει καθημερινή μικρή σταύρωση
Δεν γίνεσαι άγιος με μεγάλα λόγια.
Γίνεσαι άγιος:
- όταν σωπαίνεις αντί να απαντήσεις,
- όταν συγχωρείς ενώ πονάς,
- όταν δεν εκδικείσαι,
- όταν δεν προβάλλεις τον εαυτό σου,
- όταν αγαπάς χωρίς ανταπόδοση.
Η αγιότητα δεν φαίνεται στα μεγάλα φαίνεται στα μικρά που δεν βλέπει κανείς.
Μάθε να ζεις εκκλησιαστικά, όχι ιδεολογικά
Ο άγιος δεν είναι μοναχικός ήρωας είναι μέλος Σώματος.
Ζει:
- μέσα στη Θεία Λειτουργία,
- μέσα στη Θεία Κοινωνία,
- μέσα στη σχέση με πνευματικό,
- μέσα στην Εκκλησία, με υπομονή στους ανθρώπους της.
Όποιος θέλει να γίνει άγιος αλλά δεν αντέχει τους ανθρώπους, δεν έχει καταλάβει ακόμα τον Χριστό.
Άφησε τον Θεό να σε κάνει άγιο όχι τον εαυτό σου το μεγαλύτερο λάθος είναι να νομίζουμε ότι η αγιότητα είναι προσωπικό κατόρθωμα.
Δεν γίνεσαι άγιος επειδή προσπαθείς πολύ.
Γίνεσαι άγιος επειδή αφήνεσαι πολύ.
Όταν λες κάθε μέρα: «Κύριε, κάνε Εσύ ό,τι εγώ δεν μπορώ».
Αν θέλεις να γίνεις άγιος, μην το διαφημίσεις.
Ζήσε το σιωπηλά.
- Με πτώσεις.
- Με αγώνα.
- Με δάκρυα.
- Με Θεία Κοινωνία.
- Με ταπείνωση.
Και ένα να θυμάσαι:
Ο Θεός δεν ζητά να Του μοιάσεις. Ζητά να Του ανήκεις και αν Του ανήκεις, Εκείνος ξέρει πώς να σε κάνει άγιο.

   Αρχμ Χριστοδουλος
https://proskynitis.blogspot.com/

Γιατί ὀνομάζεται ὁ διάβολος ὄχι μόνο ἐχθρός ἀλλά καί ἀντίπαλος;




Γιατί ὀνομάζεται ὁ διάβολος ὄχι μόνο ἐχθρός ἀλλά καί ἀντίπαλος; Ἐχθρός ὀνομάζεται γιατί μισεῖ τόν ἄνθρωπο, μισεῖ τό καλό, θέλει το κακό. Ἀντικείμενος ὀνομάζεται ἐπειδή ἐπιχειρεῖ νά ἐμποδίσει καθετί καλό. 
 Θέλει κανείς να προσευχηθεῖ; Ἐκεῖνος ἀντιστέκεται ἐμποδίζοντας μέ κακούς λογισμούς, μέ αἰχμαλωσία τοῦ νοῦ, μέ «ἀκηδία». 
 Θέλει κανείς νά κάνει ἐλεημοσύνη; Ἐκεῖνος ἐμποδίζει μέ τή φιλαργυρία, μέ τήν τσιγγουνιά. 
 Θέλει κανείς νά ἀγρυπνήσει; Ἐκεῖνος ἐμποδίζει μέ τήν ὀκνηρία καί τή ραθυμία. 
Καί ἔτσι μᾶς ἐναντιώνεται σε καθετί, σε κάθε καλό μέ τό ὁποῖο καταπιανόμαστε. Γι' αὐτό ὀνομάζεται ὄχι μόνο ἐχθρός, ἀλλά καί ἀντίπαλος. Μέ τήν ταπεινοφροσύνη λοιπόν κάθε μισάνθρωπη καί ἐχθρική ενέργεια τοῦ διαβόλου ἐξουδετερώνεται.

Ἀββᾶς Δωρόθεος
( Ἔργα Ἀσκητικά,Β' διδασκαλία σελ. 125Ἐκδόσεις Ἑτοιμασία Ἱερὰ μονὴ Τιμίου Προδρόμου Καρέας 2014).
https://proskynitis.blogspot.com/

Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας: ο μεγάλος δογματικός θεολόγος της Εκκλησίας




Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ,  Θεολόγου - Καθηγητού
Οι αλεξανδρινοί Πατέρες έβαλαν και εκείνοι τη δική τους σφραγίδα στην ανάπτυξη της Θεολογίας της Εκκλησίας μας. Με κέντρο ανάπτυξης των θεολογικών σπουδών την περίφημη Κατηχητική Σχολή, η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας ανέδειξε μεγάλες μορφές. Μια από αυτές είναι και ο άγιος Κύριλλος αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, ο κορυφαίος δογματικός θεολόγος και υπερασπιστής της Ορθοδοξίας. Αλλά και ένας από τους πλέον συκοφαντημένους Πατέρες και αγίους της Εκκλησίας μας.
Γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια περί το 378 από εύπορους γονείς και ήταν ανεψιός του πατριάρχη Θεοφίλου. Οι γονείς του φρόντισαν να του δώσουν σοβαρή μόρφωση. Σπούδασε γραμματική, ρητορική και φιλοσοφία στις ονομαστές εθνικές σχολές της Αλεξάνδρειας και τέλος σπούδασε θεολογία και βιβλικές σπουδές στην ονομαστή Κατηχητική Σχολή. Περί το 400 χειροτονήθηκε από το θείο του Θεόφιλο αναγνώστης και στη συνέχεια διάκονος και πρεσβύτερος, ο οποίος έδειξε νωρίς τα χαρίσματά του και την βαθιά προσήλωσή του στην ορθόδοξη παράδοση. 
Το 403 συνόδευσε το Θεόφιλο προκειμένου να συμμετάσχει στην λεγομένη παρά την Δρυν Σύνοδο, η οποία καθαίρεσε τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο. Ήταν η πρώτη ατυχής συγκυρία της ζωής του. Μετά την επιστροφή του στην Αλεξάνδρεια ένοιωσε την ανάγκη για να αναπτύξει περαιτέρω την πνευματική του ανάπτυξη και τον καταρτισμό του. Γι’ αυτό κατέφυγε στα ονομαστά μοναστήρια της Αιγύπτου, όπου υπήρχαν άγιοι ασκητές, για να πάρει από αυτούς τα πνευματικά εφόδια, τα οποία θα του ήταν απαραίτητα για την κατοπινή εκκλησιαστική του διακονία. Ο θείος του Θεόφιλος τον έστειλε στις Μονές της Νιτρίας, για να εντρυφήσει στην ευσέβεια. Έμεινε πέντε χρόνια στην Μονή του Αγίου Μακαρίου, μελετώντας την Αγία Γραφή υπό την καθοδήγηση του αγίου Σεραπίωνος.
Στις 15 Οκτωβρίου του 412 στην Αλεξάνδρεια για να παραστεί στην κηδεία του Θεόφιλου και να διεκδικήσει τον επισκοπικό θρόνο. Αν και η αριστοκρατία της Αλεξάνδρειας προωθούσε για τον επισκοπικό θρόνο τον Τιμόθεο, όπως και η πολιτική διοίκηση της πόλεως, εν τούτοις εξελέγη ο Κύριλλος, ο οποίος ενθρονίστηκε στις 17 Οκτωβρίου του 412 και ποίμανε την Εκκλησία της Αλεξανδρείας για 32 χρόνια.
Η επισκοπική του διακονία δεν υπήρξε ειρηνική, διότι η μεγάλη πόλη των αλεξανδρινών ταρασσόταν από συχνές επαναστάσεις και η τοπική Εκκλησία σπαράσσονταν από αιρέσεις και σχίσματα. Στη μεγαλούπολη και πολυεθνική Αλεξάνδρεια είχαν βρει καταφύγιο υπολείμματα αρχαίων αιρετικών και σχισματικών ομάδων, όπως των αρειανών, των μαρκιωνιτών, των οπαδών του Παύλου Σαμοσατέως, των νοβατιανών, κ.α. οι οποίοι δημιουργούσαν σοβαρά προβλήματα στους Ορθοδόξους. Ο άγιος Κύριλλος ανέπτυξε μια αξιοθαύμαστη αντιαιρετική ποιμαντική, ώστε εξουδετέρωσε στην ουσία τις αιρετικές ομάδες, με αποτέλεσμα να βρεθεί στο στόχαστρο των αιρεσιαρχών.
Προβλήματα δημιουργούσαν επίσης και οι εναπομείναντες φανατικοί ειδωλολάτρες του θνήσκοντος εθνισμού. Οι ιερείς των ειδώλων, οι μάντεις και όλα τα παράσιτα της αρχαίας θρησκείας, βλέποντας τα συμφέροντά τους να θίγονται σοβαρά από την ερήμωση των ναών και των μαντείων, καλλιεργούσαν στις αμαθείς και φανατισμένες μάζες των εθνικών μίσος και εκδίκηση κατά της Εκκλησίας και των Χριστιανών και ιδιαιτέρως κατά του επισκόπου Κυρίλλου.     
Τέλος η πολυπληθής ιουδαϊκή κοινότητα της Αλεξάνδρειας, συνεχίζοντας την αρχαία έχθρα προς τους Χριστιανούς, κρυβόταν συχνά πίσω από ραδιουργίες, εξωθώντας τους φανατισμένους ειδωλολάτρες κατά των Χριστιανών, καθώς και την πολιτική διοίκηση της πόλεως, η οποία συντάσσονταν με τους εχθρούς της Εκκλησίας.
Ο άγιος Κύριλλος προσπαθούσε να είναι ειρηνοποιός ανάμεσα στις αντίπαλες παρατάξεις, που όμως δεν το κατόρθωνε πάντα. Μια από τις ατυχέστερες στιγμές της ποιμαντορίας του αγίου Κυρίλλου υπήρξε η δολοφονία της αλεξανδρινής φιλοσόφου Υπατία το 416, στον οποίο αποδίδουν κάποιοι κακεντρεχείς και ανιστόρητοι ευθύνες. Αφορμή υπήρξε η ενεργοποίηση κάποιου νόμου για τη δήμευση των ιουδαϊκών συναγωγών, διότι ο ιουδαϊκός όχλος  είχε βιαιοπραγήσει κατά των Χριστιανών. Κάποιοι Ιουδαίοι προσεταιρίστηκαν τον δύστροπο Έπαρχο Ορέστη, τον οποίο έστρεψαν κατά του Κυρίλλου. Σε μια διαδήλωση άνθρωποι του Ορέστη σκότωσαν κάποιον μοναχό Αμμώνιο, με αποτέλεσμα οι Χριστιανοί να εξαγριωθούν και να κινηθούν κατά του Επάρχου. Οι Ιουδαίοι βρήκαν αφορμή και κινήθηκαν κατά των Χριστιανών, έχοντας μαζί τους πλήθος ειδωλολατρών της πόλεως, οι οποίοι, όπως είπαμε, μισούσαν τους Χριστιανούς. Σε αυτή την άγρια συμπλοκή, άγνωστο πως και από ποιους, συνελήφθη η Υπατία, η οποία δολοφονήθηκε οικτρά. Αλλά οι μόνοι που δεν είχαν λόγο να δολοφονήσουν τη φιλόσοφο ήταν οι Χριστιανοί, διότι, εκτός από το ότι είχε μαθητές διακεκριμένους Χριστιανούς της πόλεως, όπως τον Συνέσιο επίσκοπο Πτολεμαΐδας, βρισκόταν στο στάδιο της κατηχήσεώς της και το επόμενο Πάσχα επρόκειτο να βαπτισθεί χριστιανή! Οι μόνοι που είχαν λόγο να τη δολοφονήσουν ήταν οι ειδωλολάτρες, που τη θεωρούσαν αποστάτη και οι υποκινητές της στάσεως Ιουδαίοι. Επίσης είναι ιστορικά βεβαιωμένο πως ο Κύριλλος δε φέρει ευθύνη για τη δολοφονία, διότι έλειπε από την πόλη.
Ο άγιος Κύριλλος υπήρξε ένας από τους κορυφαίους δογματικούς θεολόγους της εποχής του, ο οποίος κατανόησε και διατύπωσε το χριστολογικό δόγμα με απόλυτη σαφήνεια και ακρίβεια. Πρωτοστάτησε στην Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο, η οποία καταδίκασε τον αιρετικό Νεστόριο, ο οποίος αρνούνταν τη θεία φύση του Χριστού. Στα βαθυστόχαστα θεολογικά του συγγράμματα εκφράζει την πίστη της Εκκλησίας στην αληθινή σάρκωση του Θεού Λόγου και την τέλεια ένωση της θείας και ανθρωπίνης φύσεως στο πρόσωπο του Θεανθρώπου. Επίσης ο άγιος Κύριλλος είναι ο κατ’ εξοχήν θεολόγος της Θεοτόκου.
Κοιμήθηκε στις 27 Ιουνίου του 444. Τιμάται ως άγιος και οικουμενικός διδάσκαλος από την Εκκλησία και η μνήμη του εορτάζεται στις 9 Ιουνίου και στις 18 Ιανουαρίου, μαζί με τον Μ. Αθανάσιο.  

https://www.nyxthimeron.com/

Κλειστές πόρτες



Πρωτοπρεσβύτερου π. Θωμᾶ Βαμβίνη 
Δύο χαρακτηριστικές προτάσεις, μία ἀπό τό Εὐγγέλιο τοῦ Ἰωάννου καί μία ἀπό τήν Ἀποκάλυψη, εἶναι ἡ ἀφορμή ὅσων θά διατυπωθοῦν στήν συνέχεια. 
Ἡ πρώτη ἀναφέρεται σέ δύο ἐπισκέψεις τοῦ Ἀναστημένου Χριστοῦ, πρῶτα στούς δέκα μαθητές Του (ἀπουσίαζε ὁ Θωμᾶς), καί κατόπιν στούς ἕνδεκα (παρόντος τοῦ Θωμᾶ). Ἱστορεῖ ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης: «τῇ μιᾷ σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· Εἰρήνη ὑμῖν»(20,19). Καί στήν συνέχεια, ἀφοῦ περιγράφει τήν δυσκολία τοῦ Θωμᾶ νά πιστέψη τήν πληροφορία τῶν συμμαθητῶν του, ὅτι «Ἑωράκαμεν τὸν Κύριον», γράφει ὁ Εὐαγγελιστής: «Καὶ μεθ' ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ' αὐτῶν. Ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· Εἰρήνη ὑμῖν»(20,26). Καί στίς δύο περιπτώσεις οἱ μαθητές ἦταν κλεισμένοι σέ κάποιο σπίτι μέ τίς πόρτες καί τά παράθυρα κλειστά, γιά νά μήν τούς βλέπη κανείς, «διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων». Καί στίς δύο περιπτώσεις ὁ Χριστός ἐπισκέπτεται τούς φοβισμένους μαθητές ξαφνικά, εἰσερχόμενος στόν χῶρο τους μέ τό ἀναστημένο πραγματικό σῶμα Του, πού διατηροῦσε ἐπάνω του τίς πληγές τῶν καρφιῶν «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων». Καί τό πρῶτο πού τούς λέει εἶναι τό «Εἰρήνη ὑμῖν». Ἀνατρέπει τόν φόβο τους μέ τήν μετάδοση τῆς δικῆς Του εἰρήνης, τῆς ὑπερέχουσας «πάντα νοῦν», ὥστε νά φρουρήση στίς καρδιές τους τά ὀρθά νοήματα τῶν λόγων Του.
Ἡ δεύτερη πρόταση παρουσιάζει τόν Χριστό νά χτυπᾶ κλειστή πόρτα καί νά περιμένη ἀπό αὐτούς πού εἶναι κλεισμένοι μέσα νά τοῦ τήν ἀνοίξουν. Δέν εἰσέρχεται «τῶν θυρῶν κεκλεισμένων», δέν ἐπισκέπτεται ξαφνικά καί ἀπρόσκλητος τούς ἐνοίκους. Διαβάζουμε στήν Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννου: «ἰδοὺ ἕστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω· ἐάν τις ἀκούσῃ τῆς φωνῆς μου καὶ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς αὐτὸν καὶ δειπνήσω μετ᾿ αὐτοῦ καὶ αὐτὸς μετ᾿ ἐμοῦ»(3,20).
Στήν μιά περίπτωση «ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων», στήν ἄλλη περίπτωση κρούει τήν θύρα καί περιμένει νά τήν ἀνοίξουν. Πάντως, καί στίς δύο περιπτώσεις ἔχουμε ἀνθρώπους πίσω ἀπό κλειστές πόρτες, πού ὁ Χριστός ἐπιθυμεῖ νά συναντηθῆ μαζί τους. Στήν πρώτη περίπτωση οἱ κλειστές πόρτες εἶναι ἕνα γεγονός. Οἱ μαθητές κρύβονταν ἀπό τούς Ἰουδαίους. Στήν δεύτερη περίπτωση εἶναι ἕνας λόγος τοῦ Χριστοῦ, πού περιγράφει τήν κατάσταση τοῦ λαοῦ μιᾶς συγκεκριμένης Ἐκκλησίας τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, μιᾶς Ἐκκλησίας τῆς Ἀποκαλύψεως, τῆς Λαοδικείας, στήν ὁποία μέσω τοῦ Εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου στέλνει ἐπιστολή πρός τόν Ἄγγελό της, δηλαδή τόν Ἐπίσκοπό της. Στήν περίπτωση αὐτή οἱ κλειστές πόρτες εἶναι ὅλα τά ἐμπόδια πού βάζουν οἱ Λαοδικεῖς στήν ἁπλή καί εἰλικρινῆ σχέση τους μέ τόν Θεό. Τόν κρατοῦν ἔξω ἀπό τήν ζωή τους.
Παρεκβατικά νά σημειώσουμε ὅτι πολλοί ἄνθρωποι ζοῦν πίσω ἀπό κλειστές πόρτες, ἀπομονωμένοι ἀπό τήν κοινωνία. Συνήθως ὡς τέτοιους ἀντιλαμβανόμαστε αὐτούς πού ἔχουν κάποια ψυχική ἀσθένεια, καί δέν ἔχουν κάποιον ἄνθρωπο νά φροντίση γι’ αὐτούς ἤ νά μεριμνήση γιά τήν φιλοξενία τους σέ κάποιο εἰδικό ἵδρυμα. Αὐτοί, ὅμως, δέν εἶναι πολλοί. Ἀναφερόμαστε σ’ αὐτούς πού κρατοῦν τήν ζωή τους πίσω ἀπό «κλειστές πόρτες», ἐνῶ μπορεῖ νά κυκλοφοροῦν ἀνάμεσά μας, μέ κοινωνικές ἐπαφές σέ πολυσύχναστους δρόμους, δραστήριοι στό ἐπάγγελμά τους, στίς ἐπιχειρήσεις τους, καί μέ δραστηριότητες μή ἐπαγγελματικές, πού ἀφήνουν, ὅπως λέγεται, κοινωνικό ἀποτύπωμα. Ὅμως ὅλα αὐτά, ἐπαγγελματικά καί κοινωνικά ἔργα, μπορεῖ νά εἶναι ὁ φραγμός, οἱ «κλειστές πόρτες», πού ἀφ’ ἑνός μέν κρύβουν ἀπό τά μάτια τῶν πολλῶν ἀλλότριους σκοπούς, σκοτεινούς καί ἰδιοτελεῖς, ἀφ’ ἑτέρου δέ κρατοῦν τήν ζωή τους κλειστή ἀπέναντι στόν Θεό, μακριά ἀπό τό Φῶς Του, «ἦν γὰρ πονηρὰ αὐτῶν τὰ ἔργα».
Πίσω ἀπό «κλειστές πόρτες» εἶναι ὅλοι οἱ ὑποκείμενοι στήν πονηρία τῆς ὑποκρισίας, πού θέλουν νά δείχνουν ἄλλοι ἀπό αὐτό πού πραγματικά εἶναι. Αὐτή ἡ πονηρία εἶναι δύσκολο καί διεισδυτικότατο πάθος. Προσβάλλει τήν κοινωνία, ὑπηρέτες τῆς πολιτείας καί μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτό εἶναι ὑψηλό καί θαυμαστό κατόρθωμα νά ἔχη κανείς διάφανο βίο κι’ ὅλη του ἡ ζωή νά χαρακτηρίζεται ἀπό ἁπλότητα, ἀνοιχτοσύνη, ἀγαθότητα, ἀλλά καί δυναμικότητα, μέ φιλότιμο καί ἀνιδιοτέλεια. Εἶναι σαφές ἀπό τά προηγούμενα ὅτι οἱ «κλειστές πόρτες», στίς ὁποῖες ἀναφερόμαστε δέν εἶναι ἀπό ξύλο ἤ κάποιο ἄλλο ὑλικό. Γιά τόν προσδιορισμό τῆς ποιότητάς τους θά μᾶς βοηθήσουν τά ἁγιογραφικά χωρία μέ τά ὁποῖα ξεκινήσαμε. Θά μᾶς βοηθήσουν οἱ μαθητές τοῦ Χριστοῦ καί οἱ Λαοδικεῖς.
Ὁ Χριστός ἐπισκέφθηκε τούς Μαθητές Του «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν» ἐπειδή ἐπιθυμοῦσαν τήν ἔλευσή Του. Εἶχαν ἀκούσει τό λόγο τοῦ Χριστοῦ. Ἤξεραν τήν διδασκαλία Του. Κι ὄχι ἁπλῶς τήν ἤξεραν, ἀλλά τήν ἀγάπησαν. Ἦταν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἶχαν καταλάβει ποιό εἶναι τό νόημα τῆς ζωῆς, καί ὅτι ὅλο τό νόημα τῆς ζωῆς εἶναι στόν Χριστό. Κάποτε, ὅταν κάποιοι ἔφυγαν ἀπό κοντά Του, γιατί θεωροῦσαν σκληρό τόν λόγο Του, ὁ Χριστός στράφηκε στούς Δώδεκα Μαθητές καί τούς εἶπε: «μή καί ὑμεῖς θέλετε ὑπάγειν;». Τότε ὁ Ἀπόστολος Πέτρος τοῦ εἶπε: «Ποῦ νά πᾶμε, Κύριε, ἐσύ ρήματα ζωῆς αἰωνίου ἔχεις». Δηλαδή, τόν λόγο Του τόν αἰσθάνονταν ὡς αἰώνια ζωή. Ὄχι θεωρητικά καί φανταστικά, ἀλλά ὡς πραγματική ζωή μέ τήν ὁποία ζοῦσε ἡ ψυχή τους. Ὁπότε, εἶχαν ἀγάπη στόν λόγο Του καί ἀγάπη στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ καί ἤξεραν ποιά εἶναι τά οὐσιώδη τῆς ζωῆς. Ἤξεραν τό ἀληθινό νόημα τῆς ζωῆς καί ἐπιθυμοῦσαν νά τό πραγματοποιήσουν ἐν Χριστῷ, μέ τή βοήθεια τοῦ Χριστοῦ, μέ τή ζωή τοῦ Χριστοῦ μέσα τους.
Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἀρνήθηκε τόν Χριστό τρεῖς φορές, ἀλλά δέν ἀπομακρύνθηκε ἀπό τό κύκλο τῶν Μαθητῶν, γιατί γνώριζε τόν Χριστό, τό ἔλεος καί τήν φιλανθρωπία Του. Καί ὁ Ἀπόστολος Θωμᾶς, παρόλο πού ἀπαιτοῦσε νά δῆ καί νά ψηλαφήση τίς πληγές προκειμένου νά πειστῆ γιά τήν Ἀνάσταση, εἶχε τήν ἐπιθυμία νά συναντήση τόν Χριστό καί ὁ Χριστός ἱκανοποίησε τήν ἐπιθυμία του. Στούς Μαθητές, πού ἦταν ἕτοιμοι νά δεχθοῦν τήν ἐπίσκεψη τοῦ Χριστοῦ, ὁ Χριστός δέν ἦταν ἀναγκαῖο νά «κρούση θύρα». Οἱ Λαοδικεῖς, ὅμως, δέν ἦταν ἕτοιμοι. Γι’ αὐτό σ’ αὐτούς ὁ Χριστός λέει: «Ἰδού ἕστηκα ἐπί τήν θύραν καί κρούω». Χτυπάω τήν πόρτα γιά νά μ' ἀνοίξουν. Γιατί ὁ Χριστός δέν μπαίνει στήν ζωή τῶν ἀνθρώπων, χωρίς οἱ ἄνθρωποι νά Τόν θέλουν. Θέλει ἐμεῖς μέ τήν ἐλευθερία μας νά ἀποδεχτοῦμε τήν παρουσία Του.
Ἡ Ἐκκλησία τῆς Λαοδικείας προεικονίζει τόν σημερινό «χλιαρό» χριστιανικό κόσμο. Ἦταν μιά πόλη πού εἶχε μεγάλη ἀνάπτυξη. Εἶχε πολύ πλοῦτο καί ὑπερηφάνεια. Στηριζόταν στά πλούτη της καί αὐτά θεωροῦσε ὅτι ἦταν ἀρκετά γιά νά ἔχη δόξα καί τιμή καί νά ζήση μέ ἄνεση. Στήν ἐπιστολή πού στέλνει ὁ Χριστὀς στόν Ἐπίσκοπο τῶν Λαοδικέων τοῦ ἐπισημαίνει: «λέγεις ὅτι πλούσιός εἰμι καὶ πεπλούτηκα καὶ οὐδενὸς χρείαν ἔχω, - καὶ οὐκ οἶδας ὅτι σὺ εἶ ὁ ταλαίπωρος καὶ ὁ ἐλεεινὸς καὶ πτωχὸς καὶ τυφλὸς καὶ γυμνός»(3,17). Ἡ Λαοδίκεια «λόγω τῆς εὐφορίας τῆς περιοχῆς, τῆς παραγωγῆς μαύρου μαλλιοῦ καί τῆς κατασκευῆς χαλιῶν καί ὑφασμάτων, [ὡς] εὐημεροῦσα πόλη ἔγινε τραπεζιτικό κέντρο. Στήν πόλη λειτουργοῦσε ἰατρική σχολή, ὀφθαλμολογικό τμῆμα τουλάχιστον· ἔτσι προῆλθε ἡ “φρυγική πούδρα” πού χρησιμοποιόταν ὡς κολλύριον» (Σ. Ἀγουρίδη, Ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ Ἰωάννη, σ.154). Ὁ Χριστός τούς συμβουλεύει, ἀντί νά καυχῶνται γιά τόν πλοῦτο τους, τά χρήματα, τά ὑφάσματα καί τά κολλύριά τους, νά ἀγοράσουν ἀπό Ἐκεῖνον «χρυσίον πεπυρωμένον ἐκ πυρὸς» γιά νά πλουτήσουν, «καὶ ἱμάτια λευκὰ» γιά νά περιβάλουν τήν αἰσχύνη τῆς γυμνότητός τους καὶ κολλύριο γιά νά ἀλείψουν τά μάτια τους, ὥστε νά βλέπουν (πρβλ. 3,18).
«Χρυσίον πεπυρωμένον», κατά τούς ἑρμηνευτές Ἀρέθα καί Ἀνδρέα, Ἐπισκόπων Καισαρείας, εἶναι ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ, ἡ διδασκαλία Του. «Ἱμάτια λευκά», εἶναι ἡ στολή τῶν ἀρετῶν, ἡ ὁποία λαμπρύνει τήν ζωή τῶν ἀνθρώπων. Καί κολλύριο πού ἀνοίγει τά μάτια γιά νά βλέπουμε, εἶναι «ἡ διά τῆς μετανοίας πρόοδος», πού ἑλκύει τήν φωτιστική χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. (πρβλ. Γ. Β. Μαυρομάτη, Ἡ Ἀποκάλυψις τοῦ Ἰωάννου μέ πατερική ἀνάλυση, σ.138).
Ὁ Χριστός «κρούει τήν θύρα» στούς ἀνέτοιμους, γιά νά ἐνεργοποιήση τό φιλότιμό τους, νά τούς βάλη σέ δημιουργική ἀνησυχία, νά ἀκούσουν τόν λόγο Του, νά ντυθοῦν τήν στολή τῶν ἀρετῶν, νά θεραπεύσουν μέ τήν μετάνοια τούς νοερούς ὀφθαλμούς τους. Ἐνῶ, σέ ὅποιον ἐπιθυμεῖ τήν παρουσία Του καί ἑτοιμάζει γι’ αὐτήν τόν ἑαυτό του, κανένας φραγμός δέν Τόν ἐμποδίζει νά τόν ἐπισκεφθῆ, ὅπου καί ἄν εἶναι, ἀκόμη καί «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν».

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ
https://www.nyxthimeron.com/

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ



«Ο άγιος Κύριλλος γεννήθηκε στο Θεοδόσιο, περιοχή κοντά στην Αλεξάνδρεια, περί το 378, μέσα σε εκκλησιαστικό περιβάλλον. Η μητέρα του υπήρξε αδελφή του αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Θεοφίλου, οπότε του δόθηκαν ευκαιρίες για καλή και σπουδαία μόρφωση, αλλά και για εκκλησιαστική διακονία ου τυχούσα. Από πολύ νωρίς σχετίστηκε με την πλούσια μοναστική παράδοση της Αιγύπτου, δείγμα της βαθιάς δίψας του για την πνευματική κατά Χριστόν ζωή, ενώ ισχυρή επίδραση δέχτηκε ιδίως από τον μεγάλο διδάσκαλο και άγιο Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη. Έγινε από τον θείο του αναγνώστης, δηλαδή ερμηνευτής των Γραφών για τον λαό, κι έπειτα διάκονος και πρεσβύτερος. Όταν κοιμήθηκε ο θείος του Θεόφιλος (412), εκλέχτηκε και ενθρονίστηκε στη θέση του ο νεαρός τότε άγιος Κύριλλος.
Ο θρόνος της Αλεξάνδρειας ήταν την εποχή εκείνη για πολλούς λόγους ο ισχυρότερος εκκλησιαστικός θρόνος, ενώ ο άγιος Κύριλλος ξεκίνησε τη διακονία του αυτή έχοντας ως όραμα την όσο το δυνατόν εξάλειψη από την περιοχή του των όποιων σχισματικών και αιρετικών παραφυάδων, ιδίως δε των Αρειανοφρόνων. Αντιμετώπισε τους πολλούς, (πλειοψηφούντες), εθνικούς-ειδωλολάτρες της περιοχής, αλλά και τους επίσης πολλούς Εβραίους με το κατεξοχήν όπλο που διαθέτει η Εκκλησία, τον λόγο του Ευαγγελίου, αλλά και με «τεχνάσματα» που κατά καιρούς χρησιμοποιεί η Εκκλησία, όπως για παράδειγμα τη μεταφορά λειψάνων αγίων θαυματουργών, ώστε να στρέψει τον λαό εκεί που πράγματι παρέχεται η ιαματική χάρη του Θεού και όχι οι δαιμονικές ενέργειες (ναός της Ίσιδας medica). Ο άγιος κατηγορήθηκε άδικα για τον θάνατο της φιλοσόφου Υπατίας, κάτι που διαιωνίζεται μέχρι σήμερα από τους αρνητές της πίστεως, διότι ο ίδιος δεν είχε καμία συμμετοχή σ’ αυτό. Όντως εκείνη φονεύτηκε από θερμόαιμους «χριστιανούς», οι οποίοι στράφηκαν εναντίον της θεωρώντας ότι αυτή επηρεάζει αρνητικά τον έπαρχο Ορέστη που περιφρονούσε τον αρχιεπίσκοπο και τους χριστιανούς.
Ο άγιος ήταν εκείνος που φωτίστηκε ιδιαιτέρως από το Πνεύμα του Θεού προκειμένου να αντιμετωπίσει τη χριστολογική αίρεση του Νεστοριανισμού. Η αίρεση αυτή, παρακολουθώντας κατά πόδας τον Αρειανισμό, ξεκίνησε από τον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Νεστόριο, ο οποίος αρνείτο ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού σαρκώθηκε, εξ άκρας συλλήψεως,  στη γαστέρα της Παναγίας ως άνθρωπος, συνεπώς κατήγγελλε ως βλάσφημους εκείνους που τη χαρακτήριζαν «Θεοτόκο». Ο άγιος Κύριλλος, στοιχώντας στην Παράδοση της Εκκλησίας, μάλιστα του αγίου Αθανασίου και των Καππαδοκών Πατέρων, κατέδειξε ότι η μη αποδοχή της πίστεως της Εκκλησίας περί της Παναγίας ως Θεοτόκου αποτελεί άρνηση και του Ιδίου του Χριστού ως Θεού και ανθρώπου «εξ άκρας συλλήψεώς» Του, οπότε διακυβεύεται έτσι η σωτηρία του ανθρώπου. Η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος που συγκλήθηκε στην Έφεσο το 431 επικύρωσε τη θεολογία του αγίου, γι’ αυτό και δικαίως χαρακτηρίστηκε ο Κύριλλος ως Πατέρας και Διδάσκαλος της Εκκλησίας και ως ο θεολόγος της χριστολογίας. Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 9 ή στις 27 Ιουνίου του 444 και η μνήμη του τιμάται στις 9 Ιουνίου και στις 18 Ιανουαρίου (με τη μνήμη του Μεγάλου Αθανασίου)» (Σύνοψη του βίου του από το έργο:  Πατρολογία Γ΄ (Στυλ. Παπαδοπούλου, καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών).
Είναι εύλογο ότι ο άγιος υμνογράφος Θεοφάνης στον κανόνα του για τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας επιμένει κυρίως στο τεράστιο θεολογικό του έργο, αυτό της χριστολογίας, προκειμένου, όπως φάνηκε και παραπάνω, να καταδειχθεί ότι τυχόν αμφισβήτηση ή αλλοίωση της αποκαλύψεως του Κυρίου ως Θεού και ανθρώπου σημαίνει αυτομάτως και υπόσκαψη των θεμελίων για τη σωτηρία του ανθρώπου, δηλαδή της πραγματικότητας της σχέσεως του ανθρώπου με τον Θεό. Το δόγμα δηλαδή, ως οριοθέτηση της αλήθειας, εκβάλλει πάντοτε στο ήθος και τη ζωή του ανθρώπου, γι’ αυτό και έχει τέτοια τεράστια σημασία για την Εκκλησία σε κάθε εποχή. Και πώς αλλιώς; Ό,τι πίστη και εικόνα έχουμε περί του Κυρίου Ιησού Χριστού, τέτοια πίστη και εικόνα έχουμε και για τον ίδιο τον άνθρωπο. Απαρχής η Εκκλησία κραυγάζει «Εν Αυτώ, τω Χριστώ, περιπατείτε». Η ζωή μας είναι αντίστοιχη στην Εκκλησία με τη ζωή του Χριστού. Αν ο Χριστός δεν είναι ο εν σαρκί Θεός, απαρχής του ερχομού Του στον κόσμο, τότε ο άνθρωπος εξακολουθεί και δουλεύει στα πάθη του, στον Πονηρό, στον ίδιο τον θάνατο. Η ένωσή μας με τον Χριστό, Τον οποίο ενδυόμαστε διά του αγίου βαπτίσματός μας είναι εκείνο που μας καθιστά μέλη Του και μας δίνει την αποφασιστική ώθηση προκειμένου να ζούμε κι εμείς σαν Εκείνον.
Όργανο για να εκφραστεί στη δύσκολη εκείνη εποχή με το πλήθος των αιρέσεων η αλήθεια περί Χριστού που αμφισβητήθηκε, υπήρξε ο άγιος Κύριλλος. Αυτός «χρημάτισε ήλιος που οι διδασκαλίες του σαν ακτίνες απλώθηκαν σε όλα τα πέρατα και καταύγασαν τα πληρώματα των πιστών» (στιχ. εσπ.). Αποτέλεσμα βεβαίως ήταν οι ακτίνες αυτές της αλήθειας και το βάθος της «να εκδιώξουν το σκοτάδι των αιρέσεων, να κάψουν ως φωτιά κάθε φρύγανο αιρετικό, να βυθίσουν κάθε δυσσέβεια των απειθών ανθρώπων» (στιχ. εσπ.). Κι εκείνο που κατεξοχήν φανέρωνε, κατά τον άγιο υμνογράφο, τη θεότητα του Κυρίου που έγινε άνθρωπος ήταν η θέση της Παναγίας Μητέρας του Κυρίου. Θεοτόκος η Παναγία, που σημαίνει ότι απαρχής μετέχει στο πιο μεγάλο μυστήριο όλων των μυστηρίων, το οποίο και σ’ αυτήν σταδιακά θα αποκαλύπτεται. «Πρέπει να το ομολογήσουμε ότι είναι μέγα το μυστήριο της πίστεως: ο Θεός φανερώθηκε ως άνθρωπος» (απ. Παύλος). Όπως διαρκώς κηρύσσει η Εκκλησίας μας η Παναγία συνιστά όρο δόγματος. Ανάλογα δηλαδή με τη στάση που κρατάει κανείς απέναντί της φανερώνει αν είναι ορθόδοξος χριστιανός ή όχι. Κι αυτός που έδειξε περίτρανα την αλήθεια αυτήν την εποχή εκείνη, και για πάντα, ήταν ο άγιος Κύριλλος.
«Έξαρχος της αειπαρθένου Μαρίας και παλαιστής και υπέρμαχος» (απολ.) λοιπόν χαρακτηρίζεται δικαίως από τον άγιο Θεοφάνη, «ζηλωτής της αληθούς Θεομήτορος» (ωδή ς΄), «πρόμαχος της Κυρίας Αειπαρθένου» (στίχ. συναξ.) – ας φανταστούμε με πόση στοργή και αγάπη στέκει απέναντί του ο ίδιος ο Κύριος, ο Οποίος χαίρεται με τη μεγαλύτερη χαρά όταν τιμούν και εγκωμιάζουν τη Μητέρα Του!
Και τι σημειώνει ο άγιος υμνογράφος; Την πίστη αυτή που ζούσε στην ύπαρξή του όλη ο άγιος Κύριλλος, για τον Χριστό και τη Θεοτόκο Παναγία, την μαρτυρούσε με τον πιο δυνατό και ρωμαλέο τρόπο. Όχι αναιμικά, όχι «σέρνοντας», όχι με «ψίθυρο», αλλά με τον τρόπο που δίνει το άγιον Πνεύμα στην ψυχή του ανθρώπου. «Πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με» προσεύχεται ο δίκαιος Δαβίδ, από τέτοιο Πνεύμα ηγεμονικό διακατεχόταν και ο μέγας Πατήρ και Διδάσκαλος. «Πλήρης εντελώς από ζήλο και παρρησία, ένδοξε Κύριλλε, διέλυσες τις θεομάχους ανοησίες των αιρετικών» (ωδή α΄). «Ενδυναμούμενος από τον Χριστό, με στέρεα γνώμη, Κύριλλε, διέλυσες σαν ιστό αράχνης τις μηχανές του πονηρού δράκοντα» (ωδή γ΄).
Κι εδώ βρισκόμαστε σ’ αυτό που συνιστά τη βάση της ζωής του αγίου. Ο άγιος πάλευε με τα θηρία των αιρέσεων, ακόμη και με τους εκκλησιαστικούς που ακόμη δεν «καταλάβαιναν», γιατί ο ίδιος είχε φωτιστεί όπως είπαμε από το Πνεύμα του Θεού και «γνώριζε» την αλήθεια. Ήταν μέτοχός της δηλαδή, γιατί αυτή είναι η έννοια της γνώσεως στην Εκκλησία. «Γνώσις εστί μετουσία» που λέει και ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης. Ζούσε τον Χριστό, «έβλεπε» τον Θεό και μπορούσε να εκφράζει με λόγο ό,τι συνιστούσε περιεχόμενο της ζωής του, βασισμένο σε όλη την προγενέστερη παράδοση της Εκκλησίας. «Έλαμψε η διάνοιά σου από τις φλόγες του Πνεύματος» (στιχ. εσπ.), λέει ο άγιος Θεοφάνης, που σημαίνει ότι βλέπει τον μεγάλο Πατέρα στην ομήγυρη των Αποστόλων, καθώς βρίσκονταν στο υπερώο της Ιερουσαλήμ την ημέρα της Πεντηκοστής.
 Και τι ήταν εκείνο που τον έκανε να ζει με τον τρόπο αυτόν; Η μέχρι θανάτου απόφασή του να ζει κατά τις εντολές του Κυρίου του. Είναι το πιο καίριο θέμα στην κατά Χριστόν ζωή. Πιστός που αποφασίζει να είναι με τον Χριστό σημαίνει ότι αποφασίζει να Τον «κυνηγάει» και να Τον «ανακαλύπτει» μέσα από τους λόγους και τις εντολές Του. «Μέσα στις εντολές Του κρύβεται ο Χριστός» είναι μία αξιωματική αρχή στην Ευαγγελική και Πατερική σκέψη. Ας δούμε τον άγιο υμνογράφο πώς το καταθέτει: «Εκτίναξες από την ψυχή σου τη λάσπη των παθών, Κύριλλε, γκρεμίζοντας κάθε υπερήφανο λογισμό που πάει να σηκωθεί κατά του Χριστού» (ωδή γ΄). «Ως φύλακας των εντολών του Χριστού γέμισες από το φως του θείου Πνεύματος, Κύριλλε, κι αφού καθαρίστηκες από τα πάθη σου έγινες πράγματι κατοικητήριο της υπερθέου Τριάδος» (ωδή α΄).
Μ’ έναν άλλον τρόπο ο άγιος Θεοφάνης τονίζει την ίδια αλήθεια: «Ποιμάνθηκες ως πρόβατο από τον Χριστό, οπότε σαν ποιμένας ποίμανες κι εσύ το ποίμνιο» (ωδή δ΄). Κι ακόμη: «Όπως το Σεραφίμ πρόσφερε με τη λαβίδα τον άνθρακα στον προφήτη (Ησαΐα), έτσι κι εσύ με τα χέρια σου μοιράζεις, ιερομύστα, στην Εκκλησία του Χριστού το πυρακτωμένο καθάρσιο από το θείο πυρ» (ωδή ς΄). Πώς λοιπόν να μη φτάνει στο σημείο ο εμπνευσμένος εκκλησιαστικός ποιητής να ομολογεί: «Αφού κληρονόμησες σαν αγαπημένο παιδί την πατρική αρετή του Μάρκου, έγινες διάδοχος και του θρόνου του, ακολουθώντας τα ίχνη του θείου Ευαγγελιστή» (που υπήρξε ο ιδρυτής της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας) (ωδή δ΄).  

https://pgdorbas.blogspot.com/