Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΝΘΙΜΟΣ Ο ΕΝ ΧΙΩ



«Ο όσιος Άνθιμος, κατά κόσμον Αργύριος Βαγιάνος, γεννήθηκε στη νήσο Χίο την 1η Ιουλίου 1869, από γονείς ευλαβείς, τον Κωνσταντίνο και την Αγγεριώ. Έζησε τη ζωή του ασκητικά, πρώτα στη Σκήτη των αγίων Πατέρων, κοντά στον Γέροντα Παχώμιο, και ύστερα σε ερημικό κελί παρά την τοποθεσία Λιβάσια, όπου σήμερα υψώνεται ο πρώτος επ’ ονόματί του ναός. Το μέγα αξίωμα της ιερωσύνης το έλαβε στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας το 1910. Στη συνέχεια τού ανατέθηκε η πνευματική διεύθυνση του Λεπροκομείου Χίου, όπου και διέλαμψαν εκεί οι θαυματουργικές του ενέργειες και η πατρική στοργή και αγάπη προς τους πολυπληθείς και βασανιζόμενους λεπρούς. Ίδρυσε εκ θεμελίων εντός δύο ετών, κατόπιν πολλών πειρασμών, κόπων και φροντίδων, με τη χάρη της εικόνας της Παναγίας Βοηθείας, τον επ’ ονόματι Αυτής τιμώμενο Ναό και Παρθενώνα, που αριθμούσε κατά την οσία του κοίμηση 85 μοναχές. Άφησε πολύτιμες συμβουλές, τέλεσε πάρα πολλά θαύματα και κοιμήθηκε οσιακά την 15η Φεβρουαρίου 1960. Από τότε η πλούσια και αδιάλειπτη θαυματουργική του χάρη εκδηλώνεται μέχρι σήμερα»[1]. 
(Ο Όσιος Άνθιμος, κατά κόσμο Αργύριος Κ. Βαγιάνος, γεννήθηκε την 1η Ιουλίου 1869 μ.Χ. στην περιοχή του Αγίου Λουκά Λιβαδίων. Οι ευσεβείς και ενάρετοι γονείς του, Κωνσταντίνος και Αργυρώ, φρόντισαν να δώσουν Χριστιανική αγωγή στο τέκνο τους. Και ο νεαρός Αργύριος δωρεοδέκτης του Αγίου Πνεύματος, με πνεύμα σοφίας, ήταν προορισμένος από τον Θεό να αναδειχθεί σκεύος εκλογής και να γίνει μέγας παιδαγωγός εις Χριστόν. Η όλη παιδιόθεν ανάπτυξη και ανατροφή του τελούσε προφανώς υπό την ισχυρή και βαθιά επίδραση του χριστιανικού οικογενειακού του περιβάλλοντος.
Γράμματα δεν έμαθε πολλά. Περιορίσθηκε στις απλές γνώσεις του δημοτικού σχολείου. Έτσι χωρίς τα θεωρητικές γνώσεις της εγκοσμίου καταξιώσεως, αλλά με ευφυΐα και διεισδυτικότητα πνεύματος και με ιδιαιτέρως έντονη την επιθυμία για βίο πνευματικό, προχωρά αταλάντευτος στην ενάρετη ζωή με την πολύτιμη δωρεά της ακλόνητης πίστεως.
Ο θείος έρως τον οδηγεί στην απάρνηση του κόσμου και της βοής του και στη μοναχική πολιτεία, από όπου εξέλαμψαν οι αρετές του. Αφορμή για να ακολουθήσει την μοναχική οδό υπήρξε η επίσκεψή του στη Σκήτη των Αγίων Πατέρων της Χίου για την επισκευή ιδιόκτητης εικόνας της Παναγίας. Με αυτή την εικόνα έκτοτε συνέδεσε άρρηκτα ολόκληρη την ζωή του. Η Παναγία έγινε για εκείνον πηγή ανεξάντλητης δυνάμεως στους μετέπειτα σκληρούς αγώνες του, αλλά και πηγή δροσιάς και ανακουφίσεως. Οδηγός του στον ασκητικό βίο υπήρξε ο σεβάσμιος Γέροντας της Σκήτης Παχώμιος, από τον οποίο εκάρη μικρόσχημος μοναχός και μετονομάσθηκε Άνθιμος.
Υποτάσσεται στον Γέροντα Παχώμιο και με τις αδιάλειπτες προσευχές και νηστείες και με τους σκληρούς αγώνες του αναδεικνύεται, με την ευδοκία του Θεού, μεγάλος στην άσκηση και την αρετή. Με την σωματική και πνευματική του όμως αυτή άσκηση εξαντλήθηκε και ασθένησε. Τότε με την ευλογία του Παχωμίου επιστρέφει στο σπίτι του, όπου εγκαθίσταται για ανάρρωση. Όμως ο Όσιος Άνθιμος δεν εγκατέλειψε την άσκηση. Μόλις αποκαταστάθηκε μερικώς η υγεία του αποσύρθηκε σε μικρό απομονωμένο κελί μέσα στα πατρικά του κτήματα, στα Λιβάδια της Χίου, συνεχίζοντας τους πνευματικούς του αγώνες. Εκεί μόναζε ασκώντας ταυτοχρόνως και την τέχνη του υποδηματοποιού, για να βοηθά τους φτωχούς γονείς του και να ελεεί του πάσχοντες.
Στο κελί του αυτό με την αδιάλειπτη προσευχή και την μελέτη του βίου μεγάλων ασκητών λάμβανε δύναμη, προέκοπτε σε πνευματική οικοδομή, αλλά και προκαλούσε και τη δαιμονιώδη λύσσα του πονηρού. Ο Όσιος αγωνιζόταν σκληρά και αποτελεσματικά, διεξήγαγε πολυμέτωπους αλλά νικηφόρους αγώνες κατά του πονηρού με την πύρινη προσευχή και καθημερινά ανερχόταν την ευλογημένη κλίμακα των αρετών και της αγιότητας. Αργότερα, σε ηλικία 40 ετών, το έτος 1909 μ.Χ., κείρεται μεγαλόσχημος μοναχός από τον διάδοχο του Παχωμίου, Ιερομόναχο Ανδρόνικο.
Ο ενάρετος όμως ασκητής Άνθιμος ήταν σκεύος εκλογής και έτοιμος για το αξίωμα της ιεροσύνης. Καλείται λοιπόν στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας από τον ανάδοχό του Στέφανο Διοματάρη το 1910 μ.Χ. για τον σκοπό αυτό. Η χειροτονία του Αγίου δεν ήταν κάτι το συνηθισμένο. Στην περίπτωσή του είχαμε θεία συγκατάθεση που απεκάλυψαν οι θεοσημίες ευδοκίας κατά το τέλος της χειροτονίας. Σεισμός, αστραπές, βροντές, κατακλυσμιαία βροχή συμβαίνουν την ιερή εκείνη ώρα. Τα κανδήλια του ναού κινούνται, ενώ ένα από αυτά καταπίπτει. Μετά δε τη χειροτονία επικρατεί γαλήνη, ηρεμία, χαρά Θεού. Τα φυσικά αυτά φαινόμενα αποκαλύπτουν και μαρτυρούν την ευαρέσκεια του Θεού και τη θεία συγκατάνευση.
Όσο καιρό παρέμενε στο Αδραμύττιο, ακτινοβολούσε εκθαμβωτικά με την αρετή και την αγιότητά του, η οποία ίσχυσε να θεραπεύσει δαιμονιζόμενο της περιοχής, κάτι που δεν κατόρθωσαν οι συλλειτουργοί του. Αυτή λοιπόν η πνευματική του ακτινοβολία προκάλεσε το πάθος της αντιζηλίας των συλλειτουργών του. Εκείνος θέλοντας να τους ελευθερώσει από το πάθος αυτό, εγκατέλειψε το Αδραμύττιο το 1911 μ.Χ. και μετέβη στο Άγιον Όρος, όπου οι Αγιορείτες μοναχοί του επιδαψίλευσαν πολλές τιμές.
Επιστρέψας στη Χίο τοποθετήθηκε ως εφημέριος στο Λεπροκομείο. Εκεί άνοιξε το νέο στάδιο των αρετών και της αγαθοεργού δράσεώς του. Η εικόνα της Παναγίας Υπαπαντής επικεντρώνει την όλη του ευεργετική δράση. Η Κυρία Θεοτόκος διά της μεσιτείας και της προσευχής του Αγίου Ανθίμου επιτελεί αναρίθμητα θαύματα θεραπείας ασθενών επωνύμων και ανώνυμων πιστών. Το ίδρυμα αυτό με τους δυστυχείς λεπρούς καθίσταται πνευματικό κέντρο σωματικής και πνευματικής υγείας. Η όλη διακονία του στο Λεπροκομείο καταδεικνύει τη βαθύτατη πίστη του και την πολύτιμη προσφορά του.
Εδώ φαίνεται και το μεγαλείο του Αγίου. Ο Άγιος Άνθιμος ως εφημέριος του ναού συμπαρευρισκόταν, συνέτρωγε και συνομιλούσε με τους λεπρούς, τους κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων και μετά τη Θεία Λειτουργία κατέλυε!
Τότε μέσα σε εκείνη την αγιάζουσα ατμόσφαιρα οραματίζεται την ίδρυση Μονής, για να στεγάσει πρόσφυγες καλόγριες προερχόμενες από την Μικρά Ασία. Και προχωρεί στην πραγμάτωση των οραματισμών του. Υψώνει τον μεγαλοπρεπή Ιερό Παρθενώνα της Παναγίας Βοηθείας Χίου. Από τότε εγκαταστάθηκε στη Μονή με πλήρη αφοσίωση στην Παναγία και εκεί κατηύγαζε με την ασκητική του βιοτή το πλήθος των αρετών και την αγιότητά του και τη μεσιτεία και βοήθεια της Θεοτόκου και ποίμαινε με πλεονάζουσα στοργή και αγάπη το ποίμνιό του, ενίσχυε και παρηγορούσε με τον γλυκύ και απλό του λόγο και θεράπευε ασθενείς και πάσχοντες που κατέφευγαν κοντά του.
Μέσα σε αυτή τη διά βίου διακονία, ώριμος πλέον, πλήρης ημερών, σε ηλικία 90 ετών, με οσιότητα που θύμιζε τους μεγάλους ασκητές της ερήμου, τέλεσε την τελευταία Θεία Λειτουργία την 27η Ιανουαρίου 1960 μ.Χ. και λίγες ημέρες μετά κοιμήθηκε με ειρήνη».[2]
Η μακαριστή, σπουδαία και σοφή ηγουμένη Βρυαίνη[3] της Ι. Μονής Παναγίας Βοηθείας της Χίου, της Μονής που ίδρυσε ο άγιος Άνθιμος, είναι η ποιήτρια της εμπνευσμένης ακολουθίας που έγραψε για τον πνευματικό της Γέροντα Άνθιμο. Πρόκειται για ακολουθία[4] που ο εγκωμιαστικός λόγος είναι βεβαίως το επικρατούν στοιχείο, όπως συμβαίνει σε όλες τις ακολουθίες των αγίων, αλλά που προσανατολίζει τον μελετητή και εν προσευχή ακροατή σε ό,τι συνιστά καίριο στοιχείο της αγιότητας, εν προκειμένω του αγίου Ανθίμου. Ποια η γενική εικόνα που προβάλλεται μέσα από την ακολουθία για τον άγιο; Θα επιλέξουμε μεταξύ πολλών άλλων έναν ωραίο ύμνο που αποκαλύπτει και το ποιητικό χάρισμα της μακαριστής ηγουμένης, από τον πρώτο κανόνα της ογδόης ωδής του όρθρου: «Φάνηκες στη γη ως ένας νέος ουρανός, αγιώτατε Πατέρα, γιατί είχες στην καρδιά σου ως παμμέγιστο ήλιο τον Κύριο, ως πάμφωτη ασημίζουσα σελήνη την άχραντη Παρθένο και ως λαμπρά αστέρια τις θείες διδαχές σου»[5].
Εν σμικρώ μέγα δηλαδή το πορτραίτο του αγίου από τη μακαριστή Βρυαίνη, η οποία θεωρεί τον άγιο ως ένα νέο ουρανό, συνεπώς ένα δεύτερο κόσμο, που φωτίζει όχι ασφαλώς τον εαυτό του – ό,τι επιδιώκει ο πεσμένος στην αμαρτία κόσμος με τον εγωισμό που τον διακατέχει – αλλά τον ίδιο τον Κύριο και την Παναγία Μητέρα Του, κάτι που αποτύπωσε και στις ένθεες διδαχές του. Αυτό δεν είναι το χαρακτηριστκό του κάθε αγίου; Να «εξαφανίζεται» ο ίδιος για να φαίνεται ο Χριστός! «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμέ δέ ἐλαττοῦσθαι»[6], κατά τον λόγο του θεόρατου αγίου Ιωάννου Προδρόμου. Να λοιπόν τι ήταν, για την υμνογράφο αλλά και για όλους τους πιστούς που τον γνώρισαν, ο όσιος αυτός Γέροντας: ένας άλλος Χριστός, ένας «τοῦ Δεσπότου (Χριστού) μιμητής» (κοντάκιο). Κι αυτό γιατί υπήρξε «θεῖον οἰκητήριον τῆς Τριάδος», γεγονός που φανερωνόταν από το πλήθος των αρετών και των χαρισμάτων του. «Φάνηκες σεμνός και ήσυχος, απλός, αγνός και άκακος, όσιος και πράος και ανδρείος, μέτριος, σώφρων και γεμάτος συμπάθεια, γιατί έγινες θείο κατοικητήριο της Τριάδος και όργανο του αγίου Πνεύματος»[7] (ωδή ε΄).
Είναι ευνόητο λοιπόν να εξηγήσει η σπουδαία Βρυαίνη γιατί ο άγιος, έμπλεος των χαρισμάτων του Πνεύματος, ιδίως αφότου χειροτονήθηκε ιερέας, έγινε «στύλος Ὀρθοδοξίας» (στιχ. μ. εσπ.: «ο στέρεος ναός της ψυχής σου έγινε στύλος Ορθοδοξίας, δυναμώνοντας την Εκκλησία από τους εχθρούς και τα βέλη του εχθρού διαβόλου[8]), λειτουργώντας με τα σπάνια χαρίσματα της προόρασης και της διόρασης και της θαυματουργίας προς χάρη των αναγκεμένων πιστών. «Καταξιώθηκες, όσιε Άνθιμε, να προλέγεις τα μέλλοντα και να προοράς τα μακρινά, όπως και να αναβλύζουν από σένα κάθε ημέρα θαύματα, εκτελώντας χωρίς χρήματα ιάσεις και καταδιώκοντας τους δαίμονες, σε όσους προστρέχουν σε σένα με πίστη[9] (ωδή ε΄).
 Κι εκεί που όντως «αναλώνεται» η ιερή υμνογράφος είναι η προβολή των πολλών θαυμάτων του αγίου, και όσο ζούσε και μετά την κοίμησή του. Ένα πλήθος τροπαρίων συνιστά την περιγραφή των διαφόρων επεμβάσεών του, για σωματικά και ψυχικά αρρωστήματα των ανθρώπων, στη γη και στη θάλασσα και παντού[10], ιδίως όπως είπαμε αναργύρως, τόσο που θα μπορούσε και αυτόν να εντάξει κανείς στους Αναργύρους αγίους της Εκκλησίας. Τό «δωρεάν ἐλάβετε, δωρεάν δότε»[11] του Κυρίου με άλλα λόγια λειτουργούσε ως κανόνας ζωής για τον άγιο, το οποίο κατανοείται ως ξέσπασμα της ζέουσας από την αγάπη Κυρίου καρδιά του. «Τη χάρη που δέχτηκες από τον Θεό, τη μετέδωσες με θεϊκό ζήλο»[12] (στιχ. μ.εσπ.), σημειώνει και πάλι ήδη απαρχής. Γι’ αυτό και δεν «ξαφνιάζει» η επισήμανση ότι ο άγιος ως ιερέας έλαμπε πολύ συχνά την ώρα των ακολουθιών, ενώ μαζί του έψελναν, όπως συνέβαινε και με άλλους αγίους σαν τον άγιο Σπυρίδωνα, άγγελοι Κυρίου. «Όταν λειτουργούσες στη γη ως ιερέας του Υψίστου, Άνθιμε πάντιμε, έλαμπε ως άγγελος η ιερή σου μορφή από τη χάρη που κατοικούσε στην καρδιά σου»[13] (στιχ. εσπ.). «Άκουσες, όσιε, όσο ήσουν στο σώμα σου, να ψέλνουν οι ασώματοι»[14] (ωδή γ΄).
Η σοφή υμνογράφος βεβαίως επιχειρεί να μας δώσει όσο είναι δυνατόν τη σφαιρική εικόνα της όλης κατά Χριστόν πολιτείας του και να μας εξηγήσει τη θαυμαστή στον κόσμο παρουσία του. Έτσι ο άγιος Άνθιμος καταρχάς δεν ακολούθησε την οδό Κυρίου ξαφνικά σε κάποιο σημείο της ζωής του. Η ποιήτρια μάς θυμίζει ότι από μικρός επέλεξε τον δρόμο της αρετής[15] (κάθισμα όρθρου), γιατί τού δόθηκε από τον Θεό η χάρη να συνειδητοποιήσει γρήγορα το άστατο του βίου αυτού, συνεπώς και τη ματαιότητα που τον χαρακτηρίζει. «Γνώρισες το άστατο της ζωής, μίσησες τις ηδονές της σάρκας, γι’ αυτό και ως άνθρωπος με γνώση διάλεξες τον μοναχικό καλογερικό βίο, όσιε»[16] (ωδή γ΄). Και η επιλογή του «μονήρους βίου» δεν ήταν επιλογή χαλαρότητας γι’ αυτόν, όπως ίσως κάποιοι μπορούν να υπονοήσουν, αλλά επιλογή εξαρχής σκληροτάτων ασκητικών αγωνισμάτων – η είσοδος σε μοναστήρι δεν σημαίνει το «τέλος»(!), αλλά ακριβώς την απαρχή. Οπότε αναδείχτηκε σε τύπο του πιστού και αγαθού δούλου που προβάλλει ο Ίδιος ο Κύριος[17], όπως και στο όριο  του αληθινού δασκάλου, που πρώτα έγινε «ποιητής» και έπειτα εκφραστής λόγου. «Εύγε δούλε αγαθέ και πιστέ, εύγε εργάτη του αμπελώνα Χριστού, εσύ και το βάρος της ημέρας βάστασες και το τάλαντο που σου δόθηκε επαύξησες και δεν φθόνησες εκείνους που ήλθαν μετά από σένα»[18] (δόξα λιτής). «Ο λόγος του Ευαγγελίου “Όποιος εφαρμόσει κι έπειτα διδάξει, αυτός θα ονομαστεί μεγάλος”, ταιριάζει σε σένα, Πατέρα»[19] (στιχηρό μικρ. εσπ.).
Γι’ αυτό και δεν διστάζει η μακαριστή μαθήτρια του αγίου να τον παραλληλίσει με τους μεγάλους παλαιούς Πατέρες της Εκκλησίας, όπως και  με τους μεγάλους οσίους της, γιατί αυτούς προσπάθησε να ακολουθήσει με ζήλο.  «Όλοι οι Πατέρες υποδεχθήτε με ευμένεια τον νέο κατά τους χρόνους Πατέρα, και ομότροπο της ζωής σας»[20] (απολυτ.). «Ζήλεψες του παλαιούς Πατέρες κατά τα τελευταία χρόνια, πάτερ Άνθιμε, ως προς την εγκράτειά τους, τα δάκρυα, τη συγκεντρωμένη αγρυπνία»[21] (ωδή γ΄). Κι ακόμη: θεωρεί η υμνογράφος ότι ο άγιος Άνθιμος προσπάθησε να πατήσει πάνω στα ίχνη του μεγάλου Χιώτη αγίου, Νικηφόρου[22]. Μας δίνει την αλήθεια αυτή μ’ ένα της στίχο: «Διάλεξες ως παράδειγμα της ζωής σου τον ιερό Νικηφόρο»[23]. Πέραν τούτων: δεν μπορεί να αντισταθεί στην πάγια συνήθεια των υμνογράφων να αξιοποιούν το όνομα ενός αγίου για να τον συγκρίνουν με τους παλαιούς συνώνυμούς τους. Ο άγιος Άνθιμος, επίσκοπος Νικοδημείας[24], γίνεται στο σημείο αυτό το μέτρο σύγκρισης. «Νικομηδείας Ἀνθίμου συνώνυμος, τῶν ἀρετῶν δὲ ἐκείνου ὁμότροπος» (απολυτ.). «Η Νικομήδεια άνθησε παλιά ως άνθος τον Άνθιμο, τώρα δε ανθεί η Χίος τον νέο Άνθιμο»[25] (στίχο συναξαρίου) .
Η μακαριστή ηγουμένη όμως προχωρεί βαθύτερα. Βεβαίως προβάλλει τον άγιο ως «πιστόν ἐκτελεστήν τῶν θείων ἐντολῶν», κυρίως της αγάπης προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο[26] (κάθισμα όρθρου), βεβαίως χαίρεται να περιγράφει τις αρετές και τα ένθεα χαρίσματά του που τον ανέδειξαν και τον αναδεικνύουν σε πρότυπο και προστασία των πιστών[27], μα θέλει να εξηγήσει, δείχνοντας και το ποιμαντικό χάρισμά της, και την προϋπόθεση όλων αυτών των θαυμαστών. Τι ήταν εκείνο που κατέστησε τον άγιο ικανό να μπορεί να ζει τη ζωή του Θεού και να είναι ένας άλλος Χριστός στον κόσμο; Τι επομένως καθιστά κάθε άνθρωπο ικανό να είναι μαζί με τον Χριστό; Επιλέγει με πολλούς ύμνους η μακαρία Βρυαίνη δύο σημεία: τη μέχρι θανάτου επιλογή του αγίου, αφότου εισήλθε στο μοναστήρι, να κάνει υπακοή στον άγιο Γέροντά του Παχώμιο∙ και την απόλυτη αγάπη του – καρπό βεβαίως της αγάπης του προς τον Κύριο – προς την Υπεραγία Μητέρα του Κυρίου.
Πράγματι, επανειλημμένως η υμνογράφος  σημειώνει ότι η υποταγή του στον διακριτικό Γέροντα Παχώμιο, όπως το πρόβατο στον ποιμένα, ήταν τέτοια που τον έκανε σε σύντομο χρονικό διάστημα να υπερβεί όλους τους άλλους συνασκητές του. «Όταν υποτάχτηκες με ευλάβεια στον πνευματικό σου πατέρα κι έτρεξες σαν άκακο πρόβατο στη μάνδρα, εκεί όλους τους μοναχούς τους ξεπέρασες στα ασκητικά αγωνίσματα»[28] (στιχ. εσπ.). Κι αλλού (ωδή γ΄): «Έγινες άριστος υπήκοος, είχες αληθινή ταπείνωση, εξάλειψες εντελώς τα αμαρτωλά θελήματά σου, ενώ όλες τις αρετές, πάτερ, σαν να ήταν μία τις κατόρθωσες»[29]. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το «μυστικό» θα λέγαμε της όλης εν Χριστώ διαγωγής του αγίου: η κατανόηση (αλλά και ο αγώνας προς επίτευξη) ότι σπουδαιότερη αρετή από την ταπείνωση, η οποία αποκτάται με την ευλογημένη υπακοή, δεν υπάρχει. Όπου δηλαδή ο πιστός άνθρωπος αφήνει κατά μέρος το δικό του θέλημα, για να μπει στο (μη αμαρτωλό εννοείται) θέλημα του άλλου, πολύ περισσότερο όταν αυτό είναι του πνευματικού πατέρα και της Εκκλησίας, εκεί βλέπει κυριολεκτικά θαύματα: την ίδια την παρουσία του Θεού στην ύπαρξή του. Κι αυτό γιατί η υπακοή και η ταπείνωση αυτή εκφράζουν το φρόνημα του ίδιου του Θεού μας, όπως το διατυπώνει με μοναδικό τρόπο ο απόστολος Παύλος: «Αυτό να φρονείτε κι εσείς, όπως και ο Ιησούς Χριστός: έγινε υπάκουος μέχρι θανάτου στον Θεό Πατέρα, μέχρι θανάτου σταυρικού»[30]. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι ο άγιος, μέσα στις διδαχές του προς τις μοναχές του, τόνιζε συχνά πυκνά αυτήν την πνευματική αλήθεια που κείται ως βάση στο οικοδόμημα του χριστιανισμού: «Το θέλημά σας ποτέ να μην το κάμνετε, αδελφές, διότι δεν θα προοδεύσετε ποτέ σας»[31].
Και δεύτερο: την αγάπη, κατά κυριολεξία τον έρωτα, προς την Παναγία μας, και μάλιστα παιδιόθεν. «Από παιδί είχες ηδονή της γλώσσας σου την Παρθένο και Αυτήν ως τη μελέτη της καρδιάς σου»[32] (στιχ. εσπ.). «Έχοντας ως θησαυρό και ιερά καταφυγή την πανάχραντη Δέσποινα, την πάντων Βοήθεια, ο νέος Άνθιμος άσκησε ένθεα και αναδείχτηκε νικητής του κόσμου, της σάρκας και του κοσμοκράτορα διαβόλου»[33] (απόστ. εσπ.). «Φλεγόμενος από τον δικό Σου έρωτα, Κόρη άχραντη, Παρθένε Παντάνασσα»[34] (ωδή δ΄). «Αγάπησες, πανόσιε, τη Μητέρα του Θεού με όλη την ψυχή και με όλη την καρδιά, και με τη θερμή επίκλησή Της έγινες δύναμη για τους ασθενείς και απαλλαγή για τους πάσχοντες»[35] (ωδή δ΄, β΄καν.).
Δεν μπορούμε να μην κάνουμε τον συνειρμό. Ο άγιος Άνθιμος μεγαλούργησε πνευματικά, γιατί διάλεξε τον δρόμο της ταπείνωσης και γιατί αγάπησε με πάθος την Παναγία. Ο άλλος μεγάλος νεώτερος κι αυτός άγιος της Εκκλησίας, αγαπημένος άγιος Νεκτάριος, μεγαλούργησε εξίσου, διότι κι αυτός την ταπείνωση επέλεξε ως δρόμο ζωής και στα χέρια της Παναγίας έβαλε τη ζωή του. Τυχαίο; Ασφαλώς όχι. Και οι δύο είχαν κοινή αναφορά τον άγιο Γέροντα Παχώμιο: στην ίδια σκήτη ασκήτεψαν, των Αγίων Πατέρων στη Χίο, την ίδια καθοδήγηση προφανώς δέχτηκαν. Κι εδώ υπάρχει ένα «μείον» στην ακολουθία της αγίας Γερόντισσας Βρυαίνης. Δεν κάνει καμία αναφορά στον άγιο Νεκτάριο που προηγήθηκε του αγίου Ανθίμου. Κι επίσης δεν μνημονεύει καθόλου και τον άλλο εξίσου μεγάλο όσιο, τον όσιο Νικηφόρο τον Λεπρό. Όλοι αυτοί σχετίζονται μεταξύ τους κι ίσως θα έπρεπε να γίνει κάποια μνεία του ονόματός τους. Μα υπάρχει δικαιολογία: η μακαριστή ηγουμένη επικεντρώνει στον άγιο Άνθιμο και στο μοναστήρι που εκείνος ίδρυσε, συνεπώς «παραθεωρεί» τον άγιο Νεκτάριο. Και από την άλλη ο άγιος Νικηφόρος ο Λεπρός μονολότι γνωστός δεν είχε «καθιερωθεί» – μόλις λίγα χρόνια πριν διακηρύχθηκε η αγιότητά του επισήμως[36].
Σημασία πάντως έχει ότι η μακαριστή υμνογράφος μάς ζωγραφίζει τις σπουδαίες διαστάσεις του αγίου Ανθίμου, μας καλεί να τον γνωρίσουμε, να τον αγαπήσουμε, να τον επικαλούμαστε. Κι αυτό είναι το σημαντικότερο.

https://pgdorbas.blogspot.com/

Το Αποστολικό και Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής

 

† Κυριακῇ 15 Φεβρουαρίου 2026 (Ἀπόκρεω)
Τὸ Εὐαγγέλιον
Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον
Κεφ. κε' : 31-46
Εἶπεν ὁ Κύριος· ῞Οταν ἔλθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ, καὶ πάντες οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι μετ᾿ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾿ ἀλλήλων, ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων· καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. Τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν· ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με· ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με· γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με· ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με· ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με. Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι, λέγοντες· Κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν; ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν; ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθομεν πρός σέ; Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. Τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· Πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον, τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. Ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν· ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με· ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με· γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με· ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ, λέγοντες· Κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα, ἢ διψῶντα, ἢ ξένον, ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ, ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; Τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς, λέγων· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. Καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.

Ὁ Ἀπόστολος
Πρὸς Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου
Κεφ. η' : 8-13, θ' : 1-2
Ἀδελφοί, βρῶμα δὲ ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ· οὔτε γὰρ ἐὰν φάγωμεν περισσεύομεν, οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν ὑστερούμεθα. Βλέπετε δὲ μήπως ἡ ἐξουσία ὑμῶν αὕτη πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενοῦσιν. Ἐὰν γάρ τις ἴδῃ σε, τὸν ἔχοντα γνῶσιν, ἐν εἰδωλείῳ κατακείμενον, οὐχὶ ἡ συνείδησις αὐτοῦ ἀσθενοῦς ὄντος οἰκοδομηθήσεται εἰς τὸ τὰ εἰδωλόθυτα ἐσθίειν; Καὶ ἀπολεῖται ὁ ἀσθενῶν ἀδελφὸς ἐπὶ τῇ σῇ γνώσει, δι᾿ ὃν Χριστὸς ἀπέθανεν. Οὕτω δὲ ἁμαρτάνοντες εἰς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τύπτοντες αὐτῶν τὴν συνείδησιν ἀσθενοῦσαν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνετε. Διόπερ εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω. Οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος; Οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος; Οὐχὶ ᾿Ιησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν ἑώρακα; Οὐ τὸν ἔργον μου ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ; 9-2 Εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμί· ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Στο φο­βε­ρό βήμα του Χρι­στού, ο κα­θέ­νας από εμάς θα δώ­σει λόγο στον Κρι­τή για τον εαυ­τόν του. Κατά την ώρα εκεί­νη, κα­νείς δεν θα μπο­ρεί να βο­η­θή­σει κα­νέ­ναν. Ούτε αδερ­φός τον αδερ­φό, ούτε οι γο­νείς τα παι­διά, ούτε τα παι­διά τους γο­νείς, ούτε οι φί­λοι τους φί­λους, ούτε ο άν­δρας την σύ­ζυ­γό του, αλλά ο κα­θέ­νας θα πα­ρου­σια­στεί με φόβο και τρό­μο, πε­ρι­μέ­νον­τας να ακού­σει την από­φα­ση από τον Θεό...

Άγιος Εφραίμ ο Σύρος

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Άγιος Μελέτιος Αντιοχείας: Ο ομολογητής της Ορθοδοξίας



Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού
Ο 4ος μ. Χ. αιώνας υπήρξε η πιο κρίσιμη εποχή για τόσο για την Εκκλησία, όσο και για την παγκόσμια ιστορία. Κι’ αυτό διότι οι χρόνοι εκείνοι ήταν η μεταβατική περίοδος από τον παλιό προχριστιανικό κόσμο, στον καινούριο, τον χριστιανικό. Σε αυτή την μετάβαση, η οποία δεν ήταν πάντα ήρεμη, συνέβαλαν τα μέγιστα οι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Ένας από αυτούς ήταν και ο άγιος Μελέτιος Επίσκοπος Αντιοχείας. 
      Γεννήθηκε στην πόλη Μελιτηνή της Μικράς Αρμενίας το 310. Δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε για την παιδική και νεανική του ζωή. Για πρώτη φορά αναφέρεται το έτος 357, ο οποίος εμφανίζεται ως αντίπαλος των αιρετικών Ομοιουσιανών, μιας αρειανικής παρατάξεως, και οπαδός του Επισκόπου Καισαρείας της Παλαιστίνης Ακακίου. Με εισήγηση του Ακακίου, ο Μελέτιος εξελέγη από την Σύνοδο του 358, Επίσκοπος Σεβαστείας. Απ’ ότι φαίνεται, δεν έμελλε να στερεώσει στο θρόνο του, διότι, οι φανατικοί οπαδοί του προηγουμένου Επισκόπου Σεβαστείας Ευσταθίου, του είχαν κηρύξει τον πόλεμο και γι’ αυτό αναγκάστηκε να παραιτηθεί σε λίγο καιρό και να μεταβεί στη Βέροια της Συρίας. 
       Το έτος 360 εκλέχτηκε Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας, στη θέση του μετατεθέντος στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, Ευδοξίου. Όταν έφτασε στην Αντιόχεια ο πιστός λαός  βγήκε στους δρόμους και του επιφύλαξε λαμπρή υποδοχή, διότι είχαν πληροφορηθεί για την αγιότητά του και την προσήλωσή του στην Ορθοδοξία, η οποία δοκιμάζονταν σκληρά από τους αιρετικούς αρειανούς. Όμως και εδώ δεν κατάφερε να στερεώσει. Οι φανατικοί αρειανοί κατάφεραν να πείσουν τον αρειανόφρονα αυτοκράτορα Κωνστάντιο (337-361) να τον εκθρονίσει και να τον στείλει εξορία στην Αρμενία. Στη θέση του δε επέβαλε ένα παλιό συνεργάτη του Αρείου, τον Ευζώιο. 
       Όμως οι αρειανοί δεν είχαν υπολογίσει στην αντίδραση του ορθοδόξου λαού της Αντιόχειας, ο οποίος αντέδρασε σφόδρα, στην εκθρόνιση του Μελετίου και την αντικατάστασή του από τον αιρετικό Ευζώιο. Μάλιστα κάποιοι από αυτούς αποσχίστηκαν και δημιούργησαν το σχίσμα των «Μελετιανών». Παρ’ όλη την αναστάτωση της τοπικής Εκκλησίας, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επαινούσε την δίκαιη αντίδραση των Ορθοδόξων Αντιοχέων και αυτόν τον ίδιο τον Μελέτιο για την προσήλωσή του στην Ορθοδοξία. Η ολιγοήμερη επισκοπική του διακονία κατέστη ικανή να δημιουργήσει ισχυρή αντίσταση στην επιδρομή των αρειανών, οι οποίοι είχαν την αυτοκρατορική στήριξη. 
       Ο ιερός Χρυσόστομος, εξαίροντας την αγιότητα και το ήθος του Μελετίου, αναφέρει έναν χαρακτηριστικό επεισόδιο από την εκθρόνισή του. Όταν συνέλαβαν τον άγιο και τον οδηγούσαν στην εξορία, με επικεφαλής τον διοικητή της πόλεως, οι ορθόδοξοι περίμεναν την πομπή έξω από την πόλη. Σταμάτησαν την άμαξα που οδηγούσε τον άγιο στην εξορία, και ζητούσαν να πάρουν την ευχή του. Όταν είδαν και τον διοικητή όρμισαν να τον λιθοβολήσουν, για την υλοποίηση της αδικίας εις βάρος του αγίου Επισκόπου τους. Μάταια προσπαθούσε ο Μελέτιος να τους σταματήσει. Τότε κάλυψε με το σώμα του το σώμα του διώκτη του διοικητή, σώζοντας τη ζωή του από την μανία του οργισμένου πλήθους!  
         Παρέμεινε στην εξορία ως το 362, όταν επανέφερε όλους τους εξόριστους Επισκόπους ο νέος αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραβάτης (361-363), ο οποίος, ήθελε, φαινομενικά μεν να εφαρμόσει την ανεξιθρησκία, δόλια δε, να πλήξει την Εκκλησία, με εμφύλιο! Επαναφέροντας του εξορίστους ορθοδόξους, που είχαν εξορίσει οι αρειανοί, υπέβαλλε την Εκκλησία σε μια μεγάλη και ευτυχώς σύντομη δοκιμασία. Δύο χρόνια μετά, το 365, εξορίστηκε και πάλι από το νέο αρειανόφρονα αυτοκράτορα Ουάλη (364-378), στα Γήτασα της Αρμενίας, κοντά στα σύνορα με την Καππαδοκία. Από εκεί ο Μελέτιος είχε επικοινωνία με τον Μ. Βασίλειο και συζητούσαν για τα μεγάλα προβλήματα της Εκκλησίας. 
      Το 379 αποκαταστάθηκε και πάλι στην Επισκοπή του. Γυρίζοντας στην Αντιόχεια, ο πιστός λαός του επιφύλαξε θερμή υποδοχή. Πρώτη του ενέργεια ήταν να συγκαλέσει Σύνοδο, η οποία θα ομολογούσε πίστη στις αποφάσεις της Α΄ εν Νικαία Οικουμενικής Συνόδου (325), η οποία είχε καταδικάσει όλες τις μέχρι τότε αιρέσεις και ιδιαίτερα την πιο επικίνδυνη, τον αρειανισμό. Η τοπική αυτή Σύνοδος θεωρείται από τις σημαντικότερες Τοπικές Συνόδους αυτής της εποχής. 
      Το 381 κλήθηκε από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄ (379-395) να συμμετάσχει στην Β΄ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη. Ο άγιος Επίσκοπος ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα της Εκκλησίας και έφτασε την Βασιλεύουσα. Λόγω του σεβασμού των συνέδρων προς το πρόσωπό του, ορίστηκε πρόεδρος της Συνόδου. Σε αυτή ο Μελέτιος έδειξε την προσήλωσή του στην ορθόδοξη πίστη και επέδειξε υποδειγματική σωφροσύνη και πνευματική ωριμότητα. Όμως δυστυχώς, κατά τη διάρκεια των εργασιών της Συνόδου ασθένησε και κοιμήθηκε. Οι Πατέρες της Συνόδου, με επικεφαλής τον αυτοκράτορα και τη συνοδεία του πιστού λαού της Βασιλεύουσας κήδευσαν με τιμές τον άγιο Επίσκοπο. Τον επικήδειό του εξεφώνησε ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο οποίος σκιαγράφησε την προσωπικότητα του μεγάλου εκκλησιαστικού άνδρα. Μίλησε για απορφανισμό της Εκκλησίας της Αντιόχεις και ολοκλήρου της Εκκλησίας. Έκαμε λόγο για την γλυκύτητα του χαρακτήρα του, την ταπείνωσή του και την ιώβεια υπομονή του από τους ατέλειωτους διωγμούς του. 
       Λίγο αργότερα, κατ’ απαίτηση του πιστού λαού της Αντιόχειας, το σεπτό του λείψανο μεταφέρθηκε με μεγάλη και μεγαλόπρεπη πομπή και τοποθετήθηκε στον τάφο του Αγίου Μάρτυρα Βαβύλα, στο ομώνυμο ναό της πόλεως. Η μνήμη του τιμάται στις 12 Φεβρουαρίου. 
       Η οσία προσωπικότητα του αγίου Μελετίου είναι, πρέπει να είναι, το ζωντανό παράδειγμα για τους κληρικούς της Εκκλησίας μας. Η πίστη του στο Θεό, η προσήλωσή του στην ορθόδοξη πίστη, την μόνη σώζουσα πίστη, την υπομονή του στις κακοπάθειες και τους διωγμούς, την ταπείνωσή του και την υπακοή του στην Εκκλησία, σκιαγραφούν έναν υπέροχο και αληθινό εν Χριστώ άνθρωπο. Ιδιαίτερα στις δύσκολες και αποκαλυπτικές ημέρες μας, όπου η ορθόδοξη αλήθεια τείνει να σχετικοποιηθεί και να αποδοθεί εκκλησιαστική υπόσταση στην ποικίλη αιρετική ετεροδοξία, η προβολή εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων σαν τον άγιο Μελέτιο και το έργο τους, είναι επιβεβλημένη. Γι’ αυτό ο άγιος Μελέτιος απολαμβάνει τέτοιων τιμών από την Εκκλησία μας και τοποθετήθηκε στην χορεία των μεγάλων Πατέρων και διδασκάλων Της!  

https://www.nyxthimeron.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙΕ´ 1 - 15
1 Καὶ εὐθέως ἐπὶ τὸ πρωῒ συμβούλιον ποιήσαντες οἱ ἀρχιερεῖς μετὰ τῶν πρεσβυτέρων καὶ γραμματέων καὶ ὅλον τὸ συνέδριον, δήσαντες τὸν Ἰησοῦν ἀπήνεγκαν καὶ παρέδωκαν τῷ Πιλάτῳ. 2 καὶ ἐπηρώτησεν αὐτὸν ὁ Πιλᾶτος· Σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτῷ· Σὺ λέγεις. 3 καὶ κατηγόρουν αὐτοῦ οἱ ἀρχιερεῖς πολλά, αὐτὸς δὲ οὐδὲν ἀπεκρίνατο. 4 ὁ δὲ Πιλᾶτος πάλιν ἐπηρώτα αὐτὸν λέγων· Οὐκ ἀποκρίνῃ οὐδέν; ἴδε πόσα σου καταμαρτυροῦσιν. 5 ὁ δὲ Ἰησοῦς οὐκέτι οὐδὲν ἀπεκρίθη, ὥστε θαυμάζειν τὸν Πιλᾶτον. 6 Κατὰ δὲ ἑορτὴν ἀπέλυεν αὐτοῖς ἕνα δέσμιον ὅνπερ ᾐτοῦντο. 7 ἦν δὲ ὁ λεγόμενος Βαραββᾶς μετὰ τῶν συστασιαστῶν δεδεμένος, οἵτινες ἐν τῇ στάσει φόνον πεποιήκεισαν. 8 καὶ ἀναβοήσας ὁ ὄχλος ἤρξατο αἰτεῖσθαι καθὼς ἀεὶ ἐποίει αὐτοῖς. 9 ὁ δὲ Πιλᾶτος ἀπεκρίθη αὐτοῖς λέγων· Θέλετε ἀπολύσω ὑμῖν τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων; 10 ἐγίνωσκε γὰρ ὅτι διὰ φθόνον παραδεδώκεισαν αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς. 11 οἱ δὲ ἀρχιερεῖς ἀνέσεισαν τὸν ὄχλον ἵνα μᾶλλον τὸν Βαραββᾶν ἀπολύσῃ αὐτοῖς. 12 ὁ δὲ Πιλᾶτος ἀποκριθεὶς πάλιν εἶπεν αὐτοῖς· Τί οὖν θέλετε ποιήσω ὃν λέγετε τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων; 13 οἱ δὲ πάλιν ἔκραξαν· Σταύρωσον αὐτόν. 14 ὁ δὲ Πιλᾶτος ἔλεγεν αὐτοῖς· Τί γὰρ ἐποίησε κακόν; οἱ δὲ περισσοτέρως ἔκραξαν· Σταύρωσον αὐτόν. 15 ὁ δὲ Πιλᾶτος βουλόμενος τῷ ὄχλῳ τὸ ἱκανὸν ποιῆσαι, ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν Βαραββᾶν, καὶ παρέδωκε τὸν Ἰησοῦν φραγελλώσας ἵνα σταυρωθῇ.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙΕ´ 1 - 15
1 Καὶ ἀμέσως μόλις ἔγινε πρωΐ, ἔκαναν σύσκεψιν οἱ ἀρχιερεῖς μὲ τοὺς προεστοὺς καὶ γραμματεῖς καὶ ὅλον τὸ συνέδρων περὶ τοῦ πῶς ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσουν πλησίον τοῦ Ἐπιτρόπου τῆς Ρώμης. Καὶ μετὰ τὴν σύσκεψιν αὐτήν, ἀφοῦ ἔδεσαν τὸν Ἰησοῦν, τὸν ἔφεραν καὶ τὸν παρέδωκαν εἰς τὸν Πιλᾶτον, κατηγοροῦντες αὐτὸν ὡς ἀντάρτην καὶ ὡς σφετεριζόμενον τὸ ἀξίωμα τοῦ βασιλέως τῶν Ἰουδαίων. 2 Καὶ τὸν ἠρώτησεν ὁ Πιλᾶτος· Σὺ εἶσαι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; Αὐτὸς δὲ ἀπεκρίθη καὶ τοῦ εἶπε· Σὺ λέγεις, ὅτι εἶμαι βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων· ἡ βασιλεία μου ὅμως δὲν εἶναι, ὅπως τὴν ἐννοεῖς σὺ καὶ οἱ κατήγοροί μου. 3 Καὶ ἐπειδὴ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ Πιλᾶτος ἐπείσθη, ὅτι ἡ κατηγορία αὐτὴ ἦτο ἀβάσιμος, οἱ ἀρχιερεῖς τὸν κατηγόρουν καὶ διὰ πολλὰ ἄλλα. Αὐτὸς ὅμως δὲν ἀπεκρίθη τίποτε. 4 Ὁ δὲ Πιλᾶτος πάλιν τὸν ἠρώτησε καὶ εἶπε· Δὲν ἀποκρίνεσαι τίποτε; Κύττα, πόσας κατηγορίας μαρτυροῦν ἐναντίον σου. Δὲν ἀπολογεῖσαι τίποτε δι’ αὐτάς; 5 Ἀλλ’ ὁ Ἰησοῦς δὲν ἀπεκρίθη πλέον τίποτε, ὥστε ἐθαύμαζεν ὁ Πιλᾶτος διὰ τὴν γαλήνην καὶ τὴν ἀταραξίαν, τὴν ὁποίαν ἐδείκνυεν εἱς στιγμάς, ποὺ τόσον ἐκινδύνευεν αὐτὴ ἡ ζωή του. 6 Εἰς κάθε ἑορτὴν δὲ τοῦ πάσχα συνήθιζεν ὁ ἡγεμὼν νὰ ἀφίνῃ ἐλεύθερον πρὸς χάριν των ἕνα φυλακισμένον, ὅποιον θὰ ἐζήτουν. 7 Ἠτο δὲ ἕνας, ποὺ ἐλέγετο Βαραββάς, δεμένος καὶ φυλακισμένος μὲ τοὺς στασιαστάς, οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν γνωστὴν κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας στάσιν εἶχαν κάμει φόνον. 8 Καὶ ἐφώναξε δυνατὰ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ καὶ ἄρχισε νὰ ζητῇ ἀπὸ τὸν Πιλᾶτον ἐκεῖνο, ποὺ πάντοτε ἐσυνήθιζε νὰ τοὺς κάνη, δηλαδὴ νὰ τοὺς ἐλευθερώσῃ ἕνα δέσμιον. 9 Ὁ δὲ Πιλᾶτος ἀπεκρίθη εἰς αὐτοὺς καὶ εἶπε· Θέλετε νὰ σᾶς ἐλευθερώσω τὸν βασιλέα τῶν Ἰουδαίων; 10 Καὶ τοὺς ἐπρότεινε νὰ ἐλευθερώσῃ τὸν Ἰησοῦν, διότι ἐγνώριζεν, ὅτι ἕνεκα φθόνου τὸν εἶχαν παραδώσει οἱ ἀρχιερεῖς. 11 Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς ἔφεραν ἄνω κάτω τὸν ὄχλον καὶ τὸν ἔπεισαν νὰ τοὺς ἐλευθερώσῃ μᾶλλον τὸν Βαραββάν. 12 Ὁ Πιλᾶτος δὲ ἀπεκρίθη πάλιν καὶ τοὺς εἶπε· Τί λοιπὸν θέλετε νὰ κάμω αὐτόν, τὸν ὁποῖον σεῖς ὀνομάζετε βασιλέα τῶν Ἰουδαίων; 13 Αὐτοὶ δὲ πάλιν ἐφώναξαν· Σταύρωσέ τον. 14 Ὁ Πιλᾶτος ὅμως τοὺς ἔλεγε· Δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸν δικάσω εἰς θάνατον. Διότι ποῖον κακὸν ἔπραξεν; Αὐτοὶ δὲ περισσότερον ἐφώναξαν· σταύρωσέ τον. 15 Ὁ δὲ Πιλᾶτος, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ ἰκανοποιήσῃ καὶ εὐχαριστήσῃ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ, τοὺς ἠλευθέρωσε τὸν Βαραββὰν καὶ ἀφοῦ διέταξε νὰ μαστιγώσουν τὸν Ἰησοῦν, παρέδωσεν αὐτὸν διὰ νὰ σταυρωθῇ.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Οι απρό­σε­κτοι και αχά­ρι­στοι, δεν κερ­δί­ζουν, ούτε από εκεί­να που ωφε­λούν, ενώ οι ευ­γνώ­μο­νες και κα­λό­ψυ­χοι ωφε­λούν­ται πάρα πολύ και από όσα σκαν­δα­λί­ζουν άλ­λους. Αυτό το βλέ­που­με στην πε­ρί­πτω­ση του Ιού­δα και του Ιώβ. Ο Ιού­δας δεν σώ­θη­κε ούτε από τον Χρι­στό, που έσω­σε όλη την οι­κου­μέ­νη. Ο Ιώβ δεν ζη­μιώ­θη­κε ούτε από τον διά­βο­λο, που έχει κα­τα­στρέ­ψει τό­σους πολ­λούς. Ο Ιώβ που έπα­θε άπει­ρα κακά, στε­φα­νώ­θη­κε. Ο Ιού­δας, που είδε τόσα θαύ­μα­τα και έκα­νε τόσα θαύ­μα­τα, που ανέ­στη­σε νε­κρούς, που έβγα­ζε δαι­μό­νια, που άκου­σε τόσα για την Βα­σι­λεία των Ου­ρα­νών και για την κό­λα­ση, που πήρε μέ­ρος και Κοι­νώ­νη­σε στο Μυ­στι­κό Δεί­πνο, που από­λαυ­σε τόσο με­γά­λη εύ­νοια και πρό­νοια πιο πολύ από τον Πέ­τρο και τον Ιά­κω­βο και τον Ιω­άν­νη, έγι­νε προ­δό­της.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Ο φθόνος είναι πάθος που δύσκολα εξαλείφεται !




Είναι προτιμότερο να έχει κανείς ένα φίδι να περιστρέφεται στα σπλάχνα του παρά να έχει φθόνο, ο οποίος να σύρεται μέσα του.
Διότι, το μεν φίδι μπορεί κανείς πολλές φορές και να το εμέση με φάρμακο και με τροφή να το καταπραΰνει.
Ο φθόνος όμως δεν περιστρέφεται στα σπλάχνα, αλλά προσκολλάται στον κόλπο της ψυχής και είναι πάθος το οποίο δύσκολα εξαλείφεται και το μεν φίδι που βρίσκεται μέσα δεν θα έκανε κακό στα ανθρώπινα σώματα αν υπήρχε τροφή πλησίον του, ο φθόνος όμως, κι αν ακόμα παραθέσει σ' αυτόν πλουσιότατη τράπεζα, την ίδια την ψυχή κατατρώγει, δαγκώνει από παντού, σπαράσσει, ξεσχίζει.
Και δεν είναι δυνατό να βρει ο φθονερός κάποια άλλη ανακούφιση με την οποία να απαλλαγεί από το δράμα του που είναι μανία πραγματική παρά μόνο μία την δυστυχία εκείνου που ευημερεί και δι' αυτό τον φθονεί.

Aγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου. 
Εις την Β' προς Κορινθίους, Λόγος ΚΖ, §3, PG 61,587
https://inpantanassis.blogspot.com/