Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης κ. Ευγένιος Β΄ για το Πάσχα 2026



 ΙΕΡΑ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗ ΚΡΗΤΗΣ
Ἡράκλειο, ΑΓΙΟΝ ΠΑΣΧΑ 2026
Πρός
Τόν Ἱερό Κλῆρο, τίς Μοναχικές Ἀδελφότητες
καί τόν εὐσεβῆ λαό τῆς Ἱερᾶς Ἀρχιεπισκοπῆς Κρήτης.
 Ἀγαπητά μου παιδιά, Χριστός Ἀνέστη!
Καί τοῦτο τό Πάσχα, μᾶς ἀξίωσε ἡ Χάρις τοῦ Μεγάλου Θεοῦ καί Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, νά συμπορευθοῦμε μαζί Του πρός τό ἐκούσιο πάθος Του καί νά ὁδηγηθοῦμε τελικά στή λαμπροφόρο Ἀνάστασή Του, μέ τήν ὁποία συντελεῖται ἡ νίκη κατά τοῦ θανάτου.
Ἀπόψε καί πάλι, «Θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν, Ἄδου τήν καθαίρεσιν, ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου, ἀπαρχήν» (Ζ’ Ὠδή τοῦ Κανόνος τῆς Ἀναστάσεως). Αὐτό εἶναι τό ἀποτέλεσμα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ γιά ὅλους ἐμᾶς πού Τόν πιστεύομε ὡς Κύριο καί Λυτρωτή μας καί μέ τήν παραπάνω νικητήρια ὠδή τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, ἀναγγέλομε χαρμόσυνα κατ’αὐτήν τήν εὐλογημένη Πασχάλια ὥρα, τή νίκη τοῦ ἀγαθοῦ ἔναντι τοῦ κακοῦ, τήν ἐπικράτηση τοῦ Φωτός ἔναντι τοῦ σκότους τῆς ἁμαρτίας, τήν ὁλόφωτη νίκη τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ κατά τοῦ Ἄδη καί τοῦ θανάτου, ἀλλά καί τήν ἀπαρχή τῆς δικῆς μας Ἀναστάσεως.
Ὁ Ἀναστάς Κύριος νικᾶ τόν θάνατο καί ἐγκαθιστᾶ τή βεβαιότητα τῆς ἐλπίδας, κατατροπώνει τήν ἁμαρτία καί προσφέρει τή γλυκύτητα τῆς συγχώρησης γιά κάθε ἁμαρτωλό ἄνθρωπο, σαλπίζει τόν ἐρχομό μιᾶς ἄλλης ζωῆς, αἰώνιας, ἀνακαινισμένης καί φωτισμένης ἀπό ἀνέσπερο φῶς καί μᾶς καλεῖ νά τή ζήσομε.
Γνωρίζετε ἀσφαλῶς τήν εἰκόνα ἐκείνη, στήν ὁποία ὁ Ἀναστάς Χριστός μας, κρατεῖ ἀπό τό χέρι τούς Πρωτοπλάστους καί τούς συνεγείρει ἀπό τό θάνατο. Αὐτό πού τότε συνέβει, δέν σταμάτησε ποτέ, συνεχίζει νά συμβαίνει καί μέ ὅλους ἐμᾶς, πού διά τοῦ βαπτίσματός μας συμμετέχομε στό Θάνατο καί τήν Ταφή τοῦ Χριστοῦ. Ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν». (Ρωμ. 6,4). Καί ὅπως καί στήν παραπάνω εἰκόνα, μέ τόν ἴδιο τρόπο ὁ Ἀναστάς Χριστός ἁπλώνει τό χέρι Του στόν καθέναν ἀπό ἐμᾶς καί μᾶς καλεῖ ἐλεύθερα νά συμπορευθοῦμε μαζί Του σέ μία νέα ζωή γεμάτη χαρά, ἐλπίδα, εἰρήνη, φῶς καί αἰσιοδοξία. Αὐτό πού ἀναφωνοῦμε: «Χριστός Ἀνέστη καί κανένας νεκρός δέν μένει στόν τάφο…Ἀνέστη Χριστός καί νεκρός οὐδείς ἐπί μνήματος» εἶναι τελικά τό Εὐαγγέλιο, τό χαρμόσυνο μήνυμα πού ἀπευθύνεται σέ ὅλους καί διαλύει τήν ἀγωνία, τούς φόβους καί τήν ἀνασφάλεια γιά τό αὔριο.
Γιά νά γίνει αὐτό πραγματικότητα, γιά νά γίνει χαροποιό γεγονός στή ζωή μας, ἡ Ἐκκλησία διαρκῶς μᾶς προτρέπει: «συγχωρήσωμεν πάντα τῇ Ἀναστάσει» καί «ἀλλήλους περιπτυξώμεθα», νά ἀνοίξομε τήν ἀγκαλιά μας πρός κάθε κατεύθυνση, καί νά κάνομε τόπο γιά τόν ἄλλο, νά χωρέσομε τόν συνάνθρωπό μας στή δική μας ὕπαρξη, νά συν-χωρήσομε δηλαδή. Αὐτό προτρέπει, γιά νά μήν ἔχουν δύναμη τά ὄπλα καί ὁ θόρυβός τους, γιά νά μήν ἀπειλοῦν ὁ θάνατος καί ὁ βρυχηθμός του. Γιά νά ἐπικρατεῖ ἡ εἰρήνη, ἡ ἠρεμία καὶ ἡ χαρά. Γιά νά ὑποχωροῦν τὸ ἄγχος, οἱ ἔριδες καὶ οἱ διαμάχες. Γιά νά μήν ἔχουν θέση οἱ προκαταλήψεις, οἱ ἀδιαλλαξίες, οἱ ἐγωπάθειες, τά αὐτείδωλα τούτου τοῦ κόσμου. Γιά νά ἐννοήσομε τήν μεταξύ μας ἀληθινή σχέση. Οἱ πολεμικές συρράξεις, ποὺ μᾶς ἀπασχολοῦν ἔντονα τὸν τελευταῖο καιρό, φανερώνουν πόσο ἐπιρρεπεῖς παραμένομε στήν ἀδελφοκτονία, ἀφοῦ κάθε ἀνάλογη κίνηση τελικά ἐναντίον ἀδελφοῦ, παιδιοῦ τοῦ ἴδιου Θεοῦ Πατέρα, δυστυχῶς, ἀπευθύνεται. Ἡ ἀποψινή βραδιά, ἀπαιτεῖ μία στροφή στόν ἔσω ἄνθρωπο, μία γνήσια αὐτοκριτική, μία ἀληθινή μετάνοια, προκειμένου νά ἔχομε τήν ἐμπειρία τῆς Ἀναστάσεως πού δέν εἶναι ἑορτή καί ἐπέτειος, ἀλλά βίωση τοῦ γεγονότος στήν σωτηριολογική καί ἀνθρωπολογική του διάσταση. Ἑορτάζομε πραγματικά Πάσχα Χριστοῦ; Ἄς ἀναρωτηθοῦμε. Ἔχομε τίς πνευματικές προϋποθέσεις νά ἐννοήσομε, τί διαστάσεις ἔχει γιά ἐμᾶς ἡ βίωση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, μποροῦμε τελικά «νά σηκώσομε τό Φῶς του»; Ταυτιζόμαστε μέ τόν Ἀναστημένο Λυτρωτή μας; Κάνομε τή ζωή Του, ζωή μας, τό λόγο Του ἔργο μας; Κάνομε τήν ἀγάπη Του ἀγάπη μας, τό Σταυρό Του, δύναμη στήν ἄρση τοῦ δικοῦ μας σταυροῦ, τό Πάθος Του ἀντίδοτο στά πάθη μας; Ἄν ναί, τότε σωστά βαδίζομε.
Ἀγαπητοί μου, «…ἦρθε ξανά τὸ Πάσχα, ἡ χαρμόσυνη μέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἡ αἰτία κάθε εὐφροσύνης καὶ ἀγαλλιάσεως, πού ἔρχεται μία φορά τόν χρόνο ἤ μᾶλλον ἔρχεται καθημερινά καί συνεχῶς σ᾿ ἐκείνους πού κατανοοῦν τό μυστικό της νόημα…», ὅπως λέγει ὁ Ἁγ. Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος. Τὸ αὐθεντικό περιεχόμενο τῆς Λαμπροφόρου ἑορτῆς, ποὺ σήμερα καὶ πάλι πανηγυρίζομε, παραμένει ἴδιο καί ἀπαράλλακτο.
Μέσα στήν Ἐκκλησία μας καί μέ τή ζωή Της, ὁ Ἀναστημένος Κύριος ἐξακολουθεῖ νὰ φανερώνεται ἐνώπιόν μας, ὅπως συνέβη καὶ μὲ τοὺς μαθητές Του, μετά τήν Ἀνάστασή Του. Εἰσέρχεται μυστικά καί σ᾽ ἐμᾶς, στίς καρδιές μας, ἀλλά καί στόν ταραγμένο καί ἐμπόλεμο κόσμο μας, ὅπως τότε στό ὑπερῶο τῆς Ἱερουσαλήμ, κομίζοντας χαιρετισμό εἰρήνης σέ ὅλους, γιά νά μᾶς διαβεβαιώσει ὅτι εἶναι παρών ἀνάμεσά μας καί θά παραμένει μέχρι τό τέλος τοῦ κόσμου: «Καί ἰδού ἐγώ μεθ᾽ ὑμῶν εἰμί πάσας τάς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» (Ματθ. 28,20). Προσφέρει χωρὶς φειδώ τήν ὄντως εἰρήνη, διότι Αὐτός εἶναι ἡ Εἰρήνη καί ἡ Ζωή. Αὐτός ὁ θρίαμβος τῆς ἄμετρης ἀγάπης τοῦ Θεοῦ ἔρχεται νά πλημμυρίσει μέ ὁλοζώντανη ἐλπίδα κάθε τεθλιμμένη καί ἀπελπισμένη καρδιά, κάθε πονεμένο καί ἀπογοητευμένο ἄνθρωπο, κάθε συγχυσμένο πνευματικά, προσφέροντας μία ἀπερίγραπτη χαρά, ἀλλά καί μία ἀναστάσιμη καινή ζωή, γεμάτη ἀγάπη καί αἰσιοδοξία.
Γι’ αὐτό ἄς χαροῦμε. Καί ἄς ἀκολουθοῦμε τόν Ἀναστημένο Χριστό, μέ τόν λόγο καί τίς πράξεις μας, κυρίως ὅμως μέ τήν ἐλπιδοφόρα, χαροποιό καί αἰσιόδοξη παρουσία μας στή ζωή τοῦ κόσμου, καταθέτοντας στήν κοινωνία μας τή μαρτυρία πώς ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, μᾶς δίδει τήν δυνατότητα νά ἀνασταινόμαστε ἀπό τίς πτῶσεις μας, νά εἰρηνεύομε «ἐν ἑαυτοῖς» γιά νά εἰρηνεύσει καί ὁ κόσμος, νά σεβόμαστε τή δημιουργία τοῦ Θεοῦ, τό περιβάλλον μας, κάθε τι πού φανερώνει τήν ἀγάπη Του καί ἀποτελεῖ ἐγγύηση τῆς αἰωνιότητας. Νά μάθομε ἐπιτέλους νά ζοῦμε μαζί Του, ἀλλά καί ὁ ἕνας μας μαζί μέ τόν ἄλλο. Νά μάθομε, πώς ὅλοι ἔχομε θέση στήν Ἀνάστασή Του, πώς τό Φῶς Του φωτίζει ὅλους ἐκτός ἀπό αὐτούς πού θέλουν νά μείνουν σκοτεινοί, πώς ἡ Ἀλήθεια Του μόνο τόν ἄρχοντα τοῦ ψεύδους καί τούς ἀνθρώπους του, ἔχει ἀντίζηλους καί ἐχθρούς.
Μέ αὐτές τίς σκέψεις, ἀπευθύνω σέ ὅλους Σας τό «ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ», πού τά λέγει ὅλα καί τά προσφέρει ὅλα καί εὔχομαι, αὐτή ἡ εὐχή μέ τή δύναμή της, νά μετατρέψει ὁλόκληρη τή ζωή Σας σέ ἕνα διαρκές Πάσχα, σέ μία ἀναστάσιμη ἑορτή πού θά συνεχιστεῖ στήν αἰωνιότητα. Προσεύχομαι στόν Ἀναστάντα Κύριο τῆς Ζωῆς καί τῆς Εἰρήνης, τά ἔτη ὅλων νά εἶναι ἔτη εὐλογημένα, εἰρηνικά, χριστοφόρα, χριστοτερπῆ καί ὁλοφώτεινα ἀπό τό Ἅγιο Φῶς τῆς Ἀναστάσεως.
Ἀδελφοί, «πάντοτε χαίρετε, ἀδιαλλείπτως προσεύχεσθε, ἐν παντί εὐχαριστεῖτε» (Α΄Θεσσ. 5, 16-17). Διότι, «Ἀληθῶς Ἀνέστη ὁ Κύριος!».

Μέ πολλή ἀγάπη καί πατρικές εὐχές
Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος
† Ὁ Κρήτης Εὐγένιος

Πατριαρχική Ἀπόδειξις ἐπί τῷ Ἁγίῳ Πάσχα 2026



† Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ
ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ EΛΕΟΣ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
* * *
Τιμιώτατοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι καί εὐλογημένα τέκνα ἐν Κυρίῳ,
Φθάσαντες ἐν νηστείᾳ, προσευχῇ καί κατανύξει τήν λαμπροφόρον καί πανέορ-τον ἡμέραν τοῦ Ἁγίου Πάσχα, ὑμνοῦμεν καί δοξάζομεν τήν κοσμοσωτήριον Ἔγερσιν τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία σηματοδοτεῖ τήν περιφανῆ νίκην τῆς ζωῆς ἐπί τοῦ θανάτου, καινοποιεῖ τήν κτίσιν πᾶσαν καί διανοίγει εἰς τόν ἄνθρωπον τήν ὁδόν τῆς θεώσεως κατά χάριν. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ διασώζει τήν πασχάλιον ἐμπειρίαν εἰς τήν λειτουργικήν ζωήν, εἰς τούς ἄθλους τῶν Ἁγίων καί τῶν Μαρτύρων τῆς πίστεως, εἰς τήν ἐσχατολογικήν ὁρμήν τοῦ μοναχισμοῦ, εἰς τήν ἐξαγγελίαν τοῦ Εὐαγγελίου «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς», εἰς τήν θεολογίαν καί τήν δοξολογικήν τέχνην, εἰς τήν καλήν μαρτυρίαν τῶν πιστῶν ἐν τῷ κόσμῳ, εἰς τόν πολιτισμόν τῆς ἀγάπης καί τῆς ἀλληλεγγύης, εἰς τήν ἀμετακίνητον βεβαιότητα ὅτι τό κακόν δέν ἔχει τόν τελευταῖον λόγον ἐν τῇ ἱστορίᾳ. 
Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου βιοῦται ὡς χριστοδώρητος ἐλευθερία, ἡ ὁποία ἐμπνέει, τροφοδοτεῖ καί ἐνισχύει τάς δημιουργικάς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, τόν ἀγῶνα τόν καλόν δι᾿ «ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα»[1], ὑπενθυμίζουσα εἰς πάντας ἡμᾶς ὅτι ἡ πορεία πρός τήν Ἀνάστασιν εἶναι ἀδιαρρήκτως συνδεδεμένη μέ τόν Σταυρόν. Ἡ σταυροαναστάσιμος εὐφροσύνη ἔσωζε τόν λαόν τοῦ Θεοῦ ἀπό ταυτίσεις μέ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου τούτου, καί ἐν ταὐτῷ τόν προεφύλαττεν ἀπό τήν ἄγονον κλειστότητα καί μίαν πνευματικότητα ἄνευ δυναμισμοῦ καί ἐλπιδοφόρου πνοῆς. Ἡ ζωή τῶν πιστῶν, ἐν Χριστῷ σταυρωθέντι καί ἀναστάντι δι᾿ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους, ἀκυρώνει καί σήμερον ὅλα τά ἀνοίκεια ἀφηγήματα περί τοῦ χριστιανικοῦ ἤθους ὡς «ἠθικῆς τῶν ἀδυνάτων», τῆς δῆθεν ἐκπροσωπουμένης ὑπό τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς συγχωρητικότητος, τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης, τοῦ ἀσκητισμοῦ, τοῦ Κυριακοῦ «ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ»[2] καί ἄλλων ἀρχῶν καί στάσεων, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουν εἰς τόν πυρῆνα τῆς ταυτότητός μας. Οὐδέν ἀναληθέστερον αὐτῆς τῆς προσεγγίσεως τοῦ ἤθους τῆς Χριστιανοσύνης, τῆς «οὐ ζητούσης τὰ ἑαυτῆς» θυσιαστικῆς ἀγάπης, τῆς συνυφασμένης μέ γενναιότητα, θάρρος καί ὑπαρκτικήν αὐθεντικότητα. Τό Πάσχα εἶναι  ὕμνος εἰς αὐτήν τήν ἐλευθερίαν, τήν «δι᾿ ἀγάπης ἐνεργουμένην»[3] πίστιν, ἡ ὁποία δέν εἶναι ἰδικόν μας κατόρθωμα, ἀλλά χάρις καί ἄνωθεν δωρεά καί βιοῦται εἰς τά ἅγια μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καί εἰς τό «μυστήριον» τῆς διακονίας τοῦ πλησίον. Ὄντως, «ἡ εἰς Θεὸν ἀγάπη, τοῦ εἰς ἄνθρωπον μίσους παντελῶς οὐκ ἀνέχεται»[4].   
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τό «ἅλας τῆς γῆς», τό «φῶς τοῦ κόσμου», ἡ πόλις, «ἡ ἐπάνω ὄρους κειμένη», ὁ λύχνος, ὁ «ἐπὶ τῆν λυχνίαν»[5], δίδει ἐμπράκτως ἐν τῷ κόσμῳ ἐνώπιον τῶν σημείων τῶν καιρῶν τήν μαρτυρίαν περί τῆς ἐλθούσης χάριτος καί «τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος»[6]. Ὁ λόγος τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως ἠχεῖ σήμερον ὡς Εὐαγγέλιον εἰρήνης, καταλλαγῆς καί δικαιοσύνης. Ὁ πόλεμος, τό μῖσος καί ἡ ἀδικία ἀντιστρατεύονται τάς θεμελιώδεις χριστιανικάς ἀρχάς, διά τήν πραγμάτωσιν καί ἑδραίωσιν τῶν ὁποίων προσεύχεται καί ἐργάζεται καθ᾿ ἡμέραν ὁ λαός τοῦ Θεοῦ. Ἐν τῷ φωτί τῆς Ἁναστάσεως, δεόμεθα τοῦ Κυρίου ὑπέρ τῶν θυμάτων τῆς πολεμικῆς βίας, τῶν ὀρφανῶν, τῶν θρηνουσῶν τά τέκνα των μητέρων, ὑπέρ πάντων ὅσων φέρουν εἰς τό σῶμα καί τήν ψυχήν των τά ἐνεργήματα τῆς ἀνθρωπίνης σκληρότητος καί ἀναλγησίας. Τό «Χριστὸς Ἀνέστη» εἶναι ἄρνησις καί καταδίκη τῆς βίας καί τοῦ φόβου καί πρόσκλησις εἰς βίον εἰρηνικόν. Ὁ πόλεμος παράγει ὀδυρμόν καί θάνατον· ἡ Ἀνάστασις νικᾷ τόν θάνατον καί χαρίζεται ἀφθαρσίαν. 
Ἐνώπιον τῶν καθημερινῶν εἰκόνων τῆς βαρβαρότητος τοῦ πολέμου, ἡ Ἐκκλησία διακηρύσσει γεγονυίᾳ τῇ φωνῇ τήν ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου τοῦ κάθε συγκεκριμένου ἀνθρώπου ὅπου γῆς, καί τό χρέος τοῦ ἀπολύτου σεβασμοῦ της, καί καλεῖ ὅπως «γνωρίσωμεν ἡμῶν τὸ ἀξίωμα, τιμήσωμεν τὸ ἀρχέτυπον, γνῶμεν τοῦ μυστηρίου τὴν δύναμιν καὶ ὑπὲρ τίνος Χριστὸς ἀπέθανε»[7]. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι ἀποκατάστασις τοῦ ἀνθρώπου εἰς τήν προαιώνιον κλίσιν του. Ὡς «ἀπαρχὴ ἄλλης βιοτῆς αἰωνίου» θεραπεύει τάς ἀλλοτριωτικάς σχέσεις καί ἐγκαθιδρύει τήν εἰρήνην «τὴν ὑπερέχουσαν πάντα νοῦν»[8], ἡ ὁποία ἐμπερικλείει τήν ἐγκόσμιον καταλλαγήν καί εἰρήνευσιν. 
Θεοκινήτως ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τήν συμπλήρωσιν δεκαετίας ἀπό τῆς συγκλήσεως τῆς ὁποίας τιμῶμεν ἐφέτος, ὑπεγράμμισε τό καθῆκον τῆς Ἐκκλησίας «νά ἐπικροτῇ πᾶν ὅ,τι ἐξυπηρετεῖ πράγματι τήν εἰρήνην (Ρωμ. ιδ’, 9) καί ἀνοίγει τήν ὁδόν πρός τήν δικαιοσύνην, τήν ἀδελφοσύνην, τήν ἀληθῆ ἐλευθερίαν καί τήν ἀμοιβαίαν ἀγάπην μεταξύ ὅλων τῶν τέκνων τοῦ ἑνός οὐρανίου Πατρός, ὡς καί μεταξύ ὅλων τῶν λαῶν τῶν ἀποτελούντων τήν ἑνιαίαν ἀνθρωπίνην οἰκογένειαν»[9].
Τό Ἅγιον Πάσχα εἶναι ὁλόκληρος ὁ πνευματικός πολιτισμός μας, ὁ πυρήν τῆς εὐσεβείας μας. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι καί ἡ ἰδική μας Ἀνάστασις ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, προτύπωσις δέ καί πρόγευσις τῆς «κοινῆς τῶν ἀνθρώπων ἀναστάσεως» καί τῆς ἀνακαινίσεως ὁλοκλήρου τῆς δημιουργίας. Κατηυγασμένοι ὑπό τοῦ ὑπερλάμπρου φωτός τοῦ προσώπου τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ καί δοξάζοντες ἐν ψαλμοῖς καί ὕμνοις καί ᾠδαῖς πνευματικαῖς τό ὑπεράγιον ὄνομα Αὐτοῦ, τοῦ Ἄρχοντος τῆς εἰρήνης, τοῦ ὄντος μεθ᾿ ἡμῶν «πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος»[10], εὐχόμεθα «Καλήν Ἀνάστασιν», πλήρη θείων δωρημάτων ὁλόκληρον τήν πασχάλιον περίοδον καί πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς ὑμῶν, ἀναφωνοῦντες τό κοσμοχαρμόσυνον «Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη ὁ Κύριος!» 
Φανάριον, Ἅγιον Πάσχα ,βκς´
† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος
διάπυρος πρός Χριστόν Ἀναστάντα
εὐχέτης πάντων ὑμῶν. 
__________
1. Φιλιπ. δ’ 8.
2. Ματθ. ε’, 39.
3. Γαλ. ε’, 6.
4. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Κεφάλαια περὶ ἀγάπης, PG 90, 964.
5. Ματθ. ε’, 13-15.
6. Α’ Πέτρ. γ’, 15.
7. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγος Α’, Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα καὶ εἰς τὴν βραδυτῆτα, PG 35, 397.
8. Φιλιπ. δ’, 7.
9. Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τόν σύγχρονον κόσμον, Γ’, 5.
10. Ματθ. κη’, 20.

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ {μια πασχαλινή ιστορία}



Του π. Δημητρίου Μπόκου
«…σκοπούντων ημών … τα μη βλεπόμενα» (Β΄ Κορ. 4, 18)
Πα­ρα­μέ­ρι­σε τη βα­ρειά βε­λού­δι­νη κουρ­τί­να τη στιγ­μή που τα πλά­τη του ου­ρα­νού και τα πέ­ρα­τα της γης αν­τή­χη­σαν α­π’ τον ευ­φρό­συ­νο ή­χο της α­να­στά­σι­μης καμ­πά­νας. Η ό­μορ­φη πριγ­κί­πισ­σα α­π’ τ’ α­νοι­χτό πα­ρά­θυ­ρο του χρό­νου έ­ρι­ξε το βλέμ­μα της στη γη. Ξε­χώ­ρι­σε α­μέ­σως το μι­κρό σπι­τι­κό, που ή­ταν κά­πο­τε η κα­τοι­κί­α της. Τα δυ­ό της παι­διά έ­λει­παν. Η γριά μά­να της, σκυ­φτή α­π’ τα χρό­νια, μα πι­ό­τε­ρο α­π’ τον κα­ϋ­μό, μπαι­νό­βγαι­νε στις κά­μα­ρες αρ­γο­πα­τών­τας και συ­χνο­στε­νά­ζον­τας.
Πά­νε τώ­ρα τρί­α χρό­νια που η γριά δεν σή­κω­σε κε­φά­λι. Και πώς να το ’­κα­νε; Η κό­ρη της έ­φυ­γε. Για το τα­ξί­δι που δεν έ­χει ε­πι­στρο­φή. Ή­ταν η μο­νά­κρι­βη α­γα­πη­μέ­νη της κό­ρη, με­γα­λω­μέ­νη με ελ­πί­δες, καρ­δι­ο­χτύ­πια και ό­νει­ρα. Κι αλ­λοί­μο­νο! Έ­φυ­γε με πό­νο. Δεν έφτανε που χήρεψε νωρίς, μα έφυγε χτυ­πη­μέ­νη και η ίδια πρό­ω­ρα, βα­σα­νι­σμέ­νη σκλη­ρά α­πό αρ­ρώ­στια που δεν τής έπρεπε. Η καρ­διά της μά­νας έ­λει­ω­νε κα­θώς την έ­βλε­πε να σβή­νει. Και τώ­ρα που χά­θη­κε ο­ρι­στι­κά, α­φή­νον­τας τα δυ­ό της βλα­στα­ρά­κια ορ­φα­νά, η γριά μέ­νει φαρ­μα­κω­μέ­νη αθε­ρά­πευ­τα.
Δεν εί­ναι μό­νο η α­βά­στα­χτη θλί­ψη που ρή­μα­ξε για πάν­τα την καρ­διά της. Μέ­σα της ορ­θώ­θη­καν α­μεί­λι­κτα τα ε­ρω­τη­μα­τι­κά. Για­τί; Τί έ­φται­ξε η κό­ρη της για να φύ­γει τό­σο γρή­γο­ρα; Και για­τί να πο­νέ­σει τό­σο πο­λύ; Πού εί­ναι ο Θε­ός; Πού εί­ναι η α­γά­πη του; Πώς στέ­ρη­σε τα μι­κρά α­πό τη μά­να τους; Αχ! Πό­σο ά­δι­κα τα ’νι­ω­θε ό­λα αυ­τά! Η πί­στη της κλο­νί­στη­κε βα­θιά. Χτυ­πού­σαν οι καμ­πά­νες το Με­γα­λο­βδό­μα­δο, μα στη γριά δεν έ­λε­γαν πλέ­ον τί­πο­τε. Τα ό­νει­ρα, η χα­ρά της, η ψυ­χή της ό­λη, κα­τέ­βη­καν στον τά­φο με την κό­ρη της. Α­νά­στα­ση γι’ αυτήν πο­τέ δεν θα ερ­χό­ταν πια.
Στά­θη­κε στο ει­κο­νο­στά­σι της, μα ό­χι για να προ­σευ­χη­θεί. Πά­ει και­ρός που ξέ­μα­θε α­π’ αυ­τά. Πή­ρε μο­νά­χα το κου­τί με τα κει­μή­λια του σπι­τιού της. Αυ­τά που περ­νών­τας α­πό μά­να σε κό­ρη είχαν φτά­σει και σ’ αυ­τήν. Και α­π’ αυ­τήν στην κό­ρη της. Ξε­σκό­νι­σε με το πα­νί που κρά­τα­γε κι ά­νοι­ξε το κου­τί. Χά­ι­δε­ψε δυ­ο μι­κρά μεν­τα­γιόν που στό­λι­ζαν κά­πο­τε τον λαι­μό της κό­ρης της. Τ’ α­σπά­στη­κε μ’ έ­να στε­ναγ­μό. Ξα­νά­κλει­σε το κου­τί κα­θώς τα δά­κρυ­α α­νά­βρυ­ζαν καυ­τά α­π’ τα μά­τια της.
Πι­α­σμέ­να χέ­ρι-χέ­ρι τα δυ­ό της εγ­γο­νά­κια έτρε­χαν χα­μέ­να μέ­σα στο πο­λύ­βου­ο πλή­θος. Τρα­βού­σαν για την ο­λο­φώ­τει­νη εκ­κλη­σί­α, α­π’ ό­που α­κού­γον­ταν οι ψαλ­μω­δί­ες της Α­νά­στα­σης ανα­κα­τε­μέ­νες με της καμ­πά­νας τους χτύ­πους. Ή­ταν η πρώ­τη φο­ρά που πή­γαι­ναν στην Α­νά­στα­ση μό­να τους. Τρί­α χρό­νια η γριά, κα­κι­ω­μέ­νη με τον Θε­ό, δεν πά­τη­σε σε εκ­κλη­σιά, καν­τή­λι δεν ά­να­ψε. Κι από­ψε, μπρος στην ε­πι­μο­νή τους, τ’ ά­φη­σε πα­ρά τη θέ­λη­σή της.
Μα τώ­ρα τα παι­διά στα­μά­τη­σαν. Δεν μπο­ρού­σαν να πλη­σιά­σουν στην εκ­κλη­σί­α. Το πυ­κνό πλή­θος έ­κλει­νε α­σφυ­κτι­κά γύ­ρω τους. Ή­ταν α­δύ­να­το να προ­χω­ρή­σουν άλ­λο. Οι α­να­στά­σι­μες λαμ­πά­δες στα μι­κρά χε­ρά­κια τους ήταν α­κό­μα σβη­στές.
-  Δεν βλέ­πω τί­πο­τε α­πό ’­δω! δι­α­μαρ­τυ­ρή­θη­κε το ε­ξά­χρο­νο α­γο­ρά­κι.
-  Ού­τε κι ε­γώ! α­πάν­τη­σε η ο­χτά­χρο­νη αδελ­φού­λα του.
-  Την τε­λευ­ταί­α φο­ρά μάς κρά­τα­γε ψη­λά στην αγ­κα­λιά της η μα­μά και τα βλέ­πα­με ό­λα. Για­τί να μην εί­ναι και τώ­ρα ε­δώ! α­να­στέ­να­ξε το α­γό­ρι. Αχ! μα­μά μου! Πού εί­σαι; κλα­ψού­ρι­σε πο­νε­μέ­να υ­ψώ­νον­τας τα μά­τια του στον ου­ρα­νό.
-  Έ­λα τώ­ρα, μην κλαις μπρο­στά σε τό­σο κό­σμο! προ­σπά­θη­σε η α­δελ­φή του να το πα­ρη­γο­ρή­σει, μα κι αυ­τή με κό­πο συγ­κρα­τι­ό­ταν να μην κλά­ψει.  
Η καρ­διά της πριγ­κί­πισ­σας ρά­γι­σε. Τα μά­τια της γέ­μι­σαν δά­κρυ­α. Το μη­τρι­κό της χέ­ρι α­πλώ­θη­κε α­μέ­σως α­π’ τον ου­ρα­νό και σκού­πι­σε α­πα­λά τα κλα­μέ­να πρό­σω­πα των παι­διών της. Α­πο­ρη­μέ­να στο ζε­στό της άγ­γιγ­μα ε­κεί­να σή­κω­σαν το κε­φά­λι τους. Μια φω­τει­νή πα­νέ­μορ­φη γυ­ναί­κα τα σή­κω­νε και τα ’­σφιγ­γε στην αγ­κα­λιά της.
-  Μα­μά! φώ­να­ξαν με δυ­να­τή φω­νή και τα μι­κρά τους χέ­ρια τυ­λί­χτη­καν στο λαι­μό της.
-  Παι­διά μου! Α­γα­πη­μέ­να μου!
Η γνώ­ρι­μη μη­τρι­κή φω­νή αν­τή­χη­σε τρυ­φε­ρή στ’ αυ­τιά τους. Γύ­ρω τους ό­λα εί­χαν γί­νει φω­τει­νά. Ού­τε που ρώ­τη­σαν πώς βρέ­θη­κε η μα­μά τους ε­κεί. Κι ού­τε που κα­τά­λα­βαν πώς α­πό τη γη βρέ­θη­καν στ’ α­θε­ώ­ρη­τα ύ­ψη του ου­ρα­νού. Οι μι­κρές τους καρ­διές φού­σκω­σαν από α­νεί­πω­τη ευ­τυ­χί­α. Τους φαί­νον­ταν πως θα σπά­σουν.
Έ­να κρυ­στάλ­λι­νο πα­λά­τι ξε­πρό­βα­λε μες α­π’ τα χρυ­σα­φέ­νια σύν­νε­φα λου­σμέ­νο στο φώς. Α­στρα­πο­βό­λοι άγ­γε­λοι τους προ­ϋ­πάν­τη­σαν, υ­πο­κλι­νό­με­νοι στην πριγ­κί­πισ­σα κι ανοί­γον­τας δι­ά­πλα­τα πύ­λες χρυ­σές. Τα δυο παι­διά έ­βλε­παν εκ­στα­τι­κά.
-  Μα­μά, ε­δώ μέ­νεις; ρώ­τη­σε το κο­ρί­τσι θαμ­πω­μέ­νο. Και εί­σαι πριγ­κί­πισ­σα τώ­ρα;
-  Ναί, παι­διά μου, α­πάν­τη­σε η μη­τέ­ρα τους. Ο Χρι­στός μού τα χά­ρι­σε όλα αυ­τά, ε­πει­δή σας στε­ρή­θη­κα τό­σο νω­ρίς και για ό­σα υπέ­φε­ρα με την αρ­ρώ­στια μου. Εί­μα­στε μια με­γά­λη οι­κο­γέ­νεια ε­δώ, γνω­στοί κι α­γα­πη­μέ­νοι ό­λοι με­τα­ξύ μας. Και σή­με­ρα κά­νου­με χα­ρά με­γά­λη για την Α­νά­στα­ση.
Πράγ­μα­τι α­π’ ό­λα τα μή­κη του ου­ρα­νού α­μέ­τρη­τοι άγ­γε­λοι και άν­θρω­ποι φά­νη­καν να προ­χω­ρούν κρα­τών­τας λαμ­πά­δες α­ναμ­μέ­νες και ψάλ­λον­τας μια πρω­τά­κου­στη με­λω­δί­α. Ή­ταν ντυ­μέ­νοι στα λευ­κά και λαμ­πε­ροί σαν τον ή­λιο. Η πριγ­κί­πισ­σα με τα παι­διά της προ­χώ­ρη­σαν μα­ζί τους. Κα­τευ­θύ­νον­ταν προς τον θρό­νο του Χρι­στού. Ε­κεί η πριγ­κί­πισ­σα προ­σκύ­νη­σε ευ­λα­βι­κά τρεις φο­ρές.
-  Να με, Κύ­ρι­έ μου, με τα παι­διά που μου έδω­σες! εί­πε κι έ­σπρω­ξε προς τον θρό­νο τα μι­κρά της.
Οι άγ­γε­λοι που στέ­κον­ταν μπρο­στά κι­νή­θη­καν αυθόρ­μη­τα να τα εμ­πο­δί­σουν, θαρ­ρών­τας ά­πρε­πο να πλη­σιά­σουν κον­τύ­τε­ρα. Μα ο Χρι­στός χα­μο­γέ­λα­σε.
-  Α­φή­στε τα παι­διά να ’ρ­θουν σε μέ­να και μην τα εμ­πο­δί­ζε­τε! εί­πε με τη γλυ­κειά του φω­νή.
Τα παι­διά πλη­σί­α­σαν και ο Χρι­στός τα πή­ρε στα  γό­να­τά του.
-  Κα­λώς τα μου! εί­πε γε­μά­τος κα­λω­σύ­νη. Τα χά­ι­δευ­ε, τα ευ­λο­γού­σε, τα ’­σφιγ­γε στην αγ­κα­λιά του. Κα­λώς τ’ α­γα­πη­μέ­να μου! Τί θέ­λε­τε να κά­νω για σας;
Α­πό το πρό­σω­πό του αν­τι­φέγ­γι­ζε υ­πέρ­λαμ­προ φως κι α­νέκ­φρα­στη ο­μορ­φιά. Μια πρω­τό­γνω­ρη εμ­πει­ρί­α μά­γευ­ε τα παι­διά, έ­κα­νε την καρ­διά τους να λει­ώ­νει α­πό α­γαλ­λί­α­ση. Ω­στό­σο,
-  Τη μα­μά μας θέ­λου­με! πε­τά­χτη­κε ο μι­κρός. Α­φού εί­σαι τό­σο κα­λός, για­τί μας την πή­ρες;
-  Στον κα­θέ­να γί­νε­ται αυ­τό που όν­τως τον συμ­φέ­ρει. Και σχε­δι­ά­ζε­ται πο­λύ προ­σε­χτι­κά, να μην α­δι­κη­θεί κα­θό­λου. Με βά­θος σο­φί­ας και στορ­γής. Για τη μη­τέ­ρα σας ήρ­θε η ώ­ρα της. Αυ­τὸ ήταν το κα­λύ­τε­ρο για ό­λους σας. Ε­τοι­μά­ζει τώ­ρα με πε­ρισ­σή α­γά­πη τον τό­πο και για σας. Ό­μως, για πέ­στε μου: Δεν εί­χα­τε α­πό­λυ­τη εμ­πι­στο­σύ­νη στη μη­τέ­ρα σας; Ό,τι κι αν έ­κα­νε, δεν ή­ταν πάν­το­τε για το κα­λό σας; Ε, λοι­πόν, αυτό ζη­τά­ω κι ε­γώ. Εμ­πι­στευ­θεί­τε με σαν τη μη­τέ­ρα σας. Ό,τι κι αν γί­νε­ται α­πό μέ­να, εί­ναι, αν ό­χι το πιο ευ­χά­ρι­στο, σί­γου­ρα το κα­λύ­τε­ρο για ό­λα τα παι­διά μου. Τα δώ­ρα μου δεν εί­ναι πάν­τα φα­νε­ρά. Δεν δό­θη­κε σε σας η γνώ­ση για ό­λα τα συμ­βαί­νον­τα ή για τα μέλ­λον­τα. Υπερ­βαί­νει τους ώ­μους σας έ­να τέ­τοι­ο φορ­τί­ο. Ε­σείς μό­νο εμ­πι­στευ­θεί­τε με.
-  Και πώς θα ζή­σου­με εμείς χω­ρίς μα­μά; συ­νέ­χι­σε τό α­γο­ρά­κι κοι­τά­ζον­τας, μ’ έ­ναν τρό­πο που μό­νο το παι­δί μπο­ρεί να έ­χει, ί­σια στα μά­τια τον Χρι­στό.
-  Εγὼ εί­μαι μά­να και πα­τέ­ρας, α­δελ­φός και συγ­γε­νής για τον κα­θέ­να και πε­ρισ­σό­τε­ρο για σας, τα ορ­φα­νά μου. Τα μά­τια μου α­νύ­στα­χτα, γε­μά­τα ευ­σπλα­χνί­α, θα στρέ­φον­ται α­δι­ά­κο­πα σε σας. Αρ­κεί μο­νά­χα να το θέ­λε­τε, κι ε­γώ θα ’­μαι μα­ζί σας πάν­τα.
Και λέγοντας αυτὰ φώναξε δυνατά:
-  Φύ­λα­κες άγ­γε­λοι!
Οι άγ­γε­λοι των δυο παι­διών πλη­σί­α­σαν κλί­νον­τας με σέ­βας το κε­φά­λι.
-  Θά ’­στε παν­το­τι­νοί α­κοί­μη­τοι φρου­ροί για τα παι­διά μου ε­τού­τα. Μη λεί­ψε­τε στιγ­μή α­πό κον­τά τους. Πλη­σί­α­σε κι ε­σύ, πριγ­κί­πισ­σα. Για λί­γο σου εμ­πι­στεύ­θη­κα στη γη τα τέ­κνα μου, μα θα ’­ναι και δι­κά σου πια αι­ώ­νια. Φρόν­τι­ζέ τα α­π’ τον ου­ρα­νό, σα να ’­σου­να μα­ζί τους στη γη. Θα πε­ρισ­σεύ­ει πάν­τα στην καρ­διά μου η εύ­νοι­α για τα μη­τρι­κά σου αι­τή­μα­τα.
Αυτά εί­πε ο Χρι­στός και ση­κώ­θη­κε α­πό τον θρό­νο. Όλοι προ­σκύ­νη­σαν ευ­λα­βι­κά τον Κύ­ριό τους. Και τό­τε α­π’ ό­λες τις ε­που­ρά­νι­ες δυ­νά­μεις, από γη και ου­ρα­νό, α­π’ τη σε­λή­νη, τ’ ά­στρα και τον ή­λιο, α­πό κά­θε πνοή και κά­θε κτί­ση, υ­ψώ­θη­κε μυ­ρι­ό­στο­μη κραυ­γή δο­ξο­λο­γί­ας, ε­πι­νί­κιος τρι­σά­γιος ύμνος που δό­νη­σε τα σύμ­παν­τα.
Σαν βρέ­θη­κε ξα­νά στο πα­ρα­μυ­θέ­νιο της πα­λά­τι, η πριγ­κί­πισ­σα αγ­κά­λια­σε για τε­λευ­ταί­α φο­ρά τα παι­διά.
-  Ώρα ν’ α­πο­χαι­ρε­τι­στού­με πια, μι­κρά μου! εί­πε. Μα θα ’­μαι δια­ρκώς κον­τά σας. Και θα σας πε­ρι­μέ­νω ε­δώ, να ζή­σου­με μα­ζί για πάν­τα. Δώ­στε μου την υ­πό­σχε­ση πως δεν θα ξε­χά­σε­τε πο­τέ αυτά που εί­δα­τε κι α­κού­σα­τε α­πό­ψε. Δεν πέ­θα­να λοι­πόν, μα ζω. Το εί­δα­τε!
Ε­νώ μι­λού­σε έβγα­λε από έ­να κου­τί δυο μι­κρά μεν­τα­γιόν με ο­λό­χρυ­σες α­λυ­σι­δί­τσες.
-  Να, πάρ­τε κι αυ­τὰ για να θυ­μά­στε πάν­τα την α­πο­ψι­νή βρα­διά, είπε και τα κρέ­μα­σε στο λαι­μό τους. Έ­τσι, μι­κρά μου;
-  Δεν θα ξε­χά­σου­με τί­πο­τε, μα­μά, και προ­παν­τός ε­σέ­να! φώ­να­ξαν εκεί­να και σφί­χτη­καν στην αγ­κα­λιά της.
Την ε­πό­με­νη στιγ­μή με τις λαμ­πά­δες α­ναμ­μέ­νες χτυ­πού­σαν την πόρ­τα του σπι­τιού τους.
-  Για­γιά, ά­νοι­ξε! φώ­να­ξαν δυ­να­τά.
Σκουν­του­φλι­α­σμέ­νη η γριά πρό­βα­λε στην πόρ­τα και μό­νο που δεν την έ­ρι­ξαν κα­θώς χύ­θη­καν μέ­σα.
-  Η μα­μά, για­γιά! Η μα­μά ζει! Την εί­δα­με, για­γιά!
-  Σε κα­λό σας! Πα­λα­βώ­σα­τε; Βρή­κα­τε την ώ­ρα για α­στεί­α; τα μά­λω­σε βα­ρύ­θυ­μη.
Ξα­ναμ­μέ­να ε­κεί­να, μ’ έ­να σω­ρό α­συ­ναρ­τη­σί­ες α­π’ τη φό­ρα τους, της δι­η­γή­θη­καν όλα τα κα­θέ­κα­στα. Μα ε­κεί­νη τ’ ά­κου­γε βε­ρε­σέ. Κου­νού­σε το κε­φά­λι της με δυ­σπι­στί­α. Παι­δι­ά­στι­κα όνει­ρα! Μα σαν α­νά­φε­ραν για μεν­τα­γιόν και τα ’­δε κρε­μα­σμέ­να στον λαι­μό τους, α­λα­φι­ά­στη­κε η γριά. Τα πήρε στην πα­λά­μη της, τα κοί­τα­ξε κα­λά κι έ­τρε­ξε ευθύς στο ει­κο­νο­στά­σι. Κα­τέ­βα­σε το κου­τί με τα κει­μή­λια και το ά­νοι­ξε. Τα μεν­τα­γιόν έ­λει­παν.
Τα πό­δια της λύ­θη­καν. Μα δεν πά­ει ώ­ρα που ή­ταν ε­κεί. Τα εί­δε, τα ψη­λά­φη­σε, τα φί­λη­σε. Στο σπί­τι δεν πά­τη­σε ψυ­χή. Ξα­να­κοί­τα­ξε τα μεν­τα­γιόν στο λαι­μό των παι­διών. Δεν υ­πῆρ­χε αμ­φι­βο­λί­α. Ή­ταν τα ί­δια.
-  Πού τα βρή­κα­τε αυ­τά; ρώ­τη­σε βρα­χνά, σα­στι­σμέ­νη.
Τα παι­διά εί­παν και ξα­να­εί­παν την ι­στο­ρί­α τους. Κά­πο­τε η γριά έ­δει­ξε ε­πι­τέ­λους να συ­νέρ­χε­ται. Σή­κω­σε τα μά­τια της ψη­λά. Σταυ­ρο­κο­πή­θη­κε.
-  Μέ­γας ει, Κύ­ρι­ε! μουρ­μού­ρι­σε. Άλ­λο και τού­το πά­λι! Εί­δα­τε πραγ­μα­τι­κά τη μά­να σας; Μέ­γας ει, Κύ­ρι­ε, και θαυ­μα­στά τα έρ­γα σου!
Σαν κά­τι πή­ρε ν’ α­να­δεύ­ει μέ­σα της. Κά­τι που πά­λευ­ε να σπά­σει την τα­φό­πλα­κα που ’­πνι­γε την ψυ­χή της.
Ώ­στε ο Θεός μπο­ρεί να βλέ­πει και λί­γο πα­ρα­πέ­ρα α­π’ το δι­κό της το μυα­λό; Να φρον­τί­ζει πραγματικά κι αυ­τός σαν μά­να, σαν πα­τέ­ρας, για κά­τι κα­λό; Κι ό­σα δεν φαί­νον­ται, ν’ α­ξί­ζουν ά­ρα­γε πε­ρισ­σό­τε­ρο α­π’ ό­σα βλέ­που­με; Στα φυλ­λο­κάρ­δια της, που τρί­α χρό­νια τώ­ρα ο θά­να­τος τα στοί­χει­ω­νε φρι­χτά, γλί­στρη­σε δει­λά μια πρώ­τη αχτί­δα της Α­νά­στα­σης.
-  Το φως, παι­διά, τις λαμ­πά­δες σας! εί­πε ξαφ­νι­κά. Ν’ α­νά­ψου­με το καν­τή­λι.
Κα­θώς υ­ψώ­θη­κε η φλό­γα ι­λα­ρή φω­τί­ζον­τας τη λι­πό­σαρ­κη όψη της, τα ρο­δα­λά πρό­σω­πα των παι­δι­ών και τα ει­κο­νί­σμα­τα, αυ­θόρ­μη­τη ξε­πή­δη­σε απ’ την πλη­γω­μέ­νη της ψυ­χή, χρό­νια φυ­λα­κι­σμέ­νη, η κραυ­γή:
-  Χρι­στός ανέ­στη, παι­διά μου!
Και στρέ­φον­τας τα μά­τια της ψη­λά,
-  Χρι­στός α­νέ­στη, κό­ρη μου!
-  Αλη­θώς α­νέ­στη, μά­να μου! α­πάν­τη­σε μυ­στι­κά α­πό ψη­λά η πριγ­κί­πισ­σα.
Κι ε­νώ τα μά­τια της πλημ­μύ­ρι­ζαν και πά­λι, μα α­πό δά­κρυ­α πλέ­ον χα­ράς, η βα­ρειά βε­λού­δι­νη κουρ­τί­να ξα­νά­κλει­νε αρ­γά το πα­ρά­θυ­ρο του χρό­νου…

https://www.nyxthimeron.com/

Η θραύση των αιωνίων πυλών




Του π. Δημητρίου Μπόκου
Ο θάνατος του Χριστού δεν ήταν κάποιο απρόβλεπτο ατύχημα, ένα ανεπιθύμητο συμβάν, που άλλαξε αναπάντεχα τη ζωή του. Δεν πέθανε στον σταυρό, επειδή έπεσε ανίσχυρος τάχα στα χέρια των διωκτών του. Αντιθέτως, ο θάνατός του ήταν το μυστικό σχέδιό του, που το έκανε φανερό μόνο στους μαθητές του τις τελευταίες μέρες, ενώ πριν το προέλεγε συνεσκιασμένα μόνο στα πλήθη.
Γι’ αυτό και τη στιγμή ακριβώς που Εκείνος ήθελε, όταν τα πάντα είχαν ήδη εξελιχθεί κατά το σχέδιό του, όταν κατά την αλάνθαστη κρίση του είχε επιτελέσει τα πάντα όπως έπρεπε να επιτελεσθούν, όταν ο Γολγοθάς τραντάχτηκε από τη φοβερή του κραυγή «τετέλεσται», τότε και μόνο πρόσταξε τον θάνατο σαν υπηρέτη του να έρθει. Άφησε την ψυχή του να φύγει από το σώμα του με δική του εξουσία, χωρίς να τον εκβιάσει κανένας. Παρέδωσε το πνεύμα του στον Πατέρα του, όταν ο ίδιος το θέλησε.
Πέθανε για να κατεβεί αυτοπροσώπως στο βασίλειο του θανάτου. Και κατέβηκε σ’ αυτό ισχυρός, εξουσιαστής, όχι αιχμάλωτος του θανάτου. Κατέβηκε ως φοβερός πολεμιστής, για να τον συντρίψει μέσα στο ίδιο το άντρο του. Και τον συνέτριψε, «θανάτω θάνατον πατήσας» (Κυριακή του Πάσχα).
Ο θάνατος ήταν το ισχυρό κάστρο του διαβόλου. Ο τάφος της ζωής. Η βαριά του καστρόπορτα φυλάκιζε τη ζωή. Όμως οι κλειστές πόρτες δεν είναι ποτέ εμπόδιο για τον Χριστό. Κατέρχεται «εν τοις κατωτάτοις της γης» και «εν χειρί κραταιά και εν βραχίονι υψηλώ», με δύναμη δηλαδή ανυπέρβλητη, συντρίβει «μοχλούς αιωνίους», που κρατούσαν «πεπεδημένους», δεσμίους και φυλακισμένους τους ανθρώπους. Μπροστά του άνοιξαν μόνες τους από τον φόβο τους οι πύλες του θανάτου. Οι πυλωροί του άδη, οι θυρωροί δαίμονες, βλέποντάς τον, τρομοκρατήθηκαν. «Πύλας γαρ χαλκάς συνέτριψας και μοχλούς σιδηρούς συνέθλασας», ψάλλουμε στον Χριστό.
Διηγείται η πολύτεκνη πρεσβυτέρα Όλγα, κόρη πολύτεκνης ιερατικής οικογένειας στην περιοχή της Παναγίας του Καζάν.
Είχα 10 αδέλφια και όλοι βοηθούσαμε στην εκκλησία. Τα αγόρια στο ιερό και τα κορίτσια ψέλναμε υπό την καθοδήγηση της μητέρας μου. Το Πάσχα ήταν πάντα συνδεδεμένο με το θαύμα.
Μια φορά, ανήμερα του Πάσχα, συνέβη κάτι που μου άφησε ανεξίτηλη εντύπωση και το διατήρησα στη μνήμη μου για το υπόλοιπο της ζωής μου. Μετά την πασχαλινή Λειτουργία τα αδέλφια μου κι εγώ, κουρασμένοι και μισοκοιμισμένοι, γυρίζαμε σπίτι. Μόλις είχε αρχίσει να ξημερώνει και έκανε αρκετό κρύο. Ήθελα να βρεθώ στο σπίτι το γρηγορότερο, για να ξεκινήσω το πολυαναμενόμενο γιορταστικό γεύμα.
Για κάποιο λόγο όμως η εξώπορτά μας δεν άνοιγε. Όσο κι αν προσπαθήσαμε, η κλειδαριά δεν γύριζε. Έπρεπε να περιμένουμε μέχρι ο μπαμπάς μου να τελειώσει στην εκκλησία και να έλθει να μας βοηθήσει. Αλλά ούτε ο μπαμπάς μου μπόρεσε να ανοίξει την πόρτα. Μετά από πολλές ατελέσφορες προσπάθειες δεν μας έμενε, παρά να τη σπάσουμε.
Όμως ο μπαμπάς διάβασε μια προσευχή, σταύρωσε την κλειδαριά, γύρισε το κλειδί … και η πόρτα άνοιξε! Εκείνο το Πάσχα συνειδητοποίησα τη δύναμη της προσευχής, της πίστης, του Χριστού (από το διαδίκτυο).
Όντως!
Καμμιά κλειστή πόρτα δεν είναι πρόβλημα για τον Χριστό. Και κυρίως η καστρόπορτα του θανάτου που φυλακίζει τη ζωή.
Ο Χριστός, όντας Ζωή και Ανάσταση, τη συντρίβει, μας λυτρώνει από τον δυνάστη θάνατο, μας καλεί να εισέλθουμε στην αιώνια χαρά του Κυρίου μας.

https://www.nyxthimeron.com/

Η μία και μοναδική ευκαιρία




Γράφει ο π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ
«Και τι ζητάω; Τι ζητάω;
Μια ευκαιρία, στον Παράδεισο να πάω» 
(Μαχαιρίτσας – Σαββόπουλος)
Η εναγώνια αυτή εκζήτηση του παραπάνω τραγουδιού αποτυπώνει μια βαθύτερη και ουσιωδέστερη νοσταλγία της ψυχής: Τη μνήμη της πρώτης, κύριας, χαμένης, αλλ’ όχι λησμονημένης πατρίδας όλων μας. Ο σύγχρονος άνθρωπος, ο οποίος μετά την προπατορική αστοχία συνεχίζει απ’ τη μια να ρέπει ακατάπαυστα στην πτώση κι απ’ την άλλη να θυμάται τις αρχαίες ωραίες εποχές της ουράνιας μακαριότητας, τώρα, σε μιαν αδιευκρίνιστη κατάσταση «εντός, εκτός κι επί τα αυτά», εκζητά τη διέξοδο της «μιας ευκαιρίας», η οποία όμως, εδώ και είκοσι αιώνες τώρα του έχει δοθεί και διαρκεί αέναα για τον έχοντα όμως κατάλληλη όραση προς τούτο. Πρόκειται για το πολυτιμότερο δώρο του Ουρανού προς τα εγκόσμια πράγματα, διότι ακριβώς αυτά τα γήινα κι επουσιώδη, τα εφήμερα και δευτερεύοντα, τα περικοσμεί με νόημα κι ενδιαφέρον, ουρανίζοντάς τα.
Μιλάμε σαφέστατα για την Ανάσταση του Θεανθρώπου. Ανερχόμενος Εκείνος από τη χαώδη πραγματικότητα του Άδη στην επιφάνεια της καθημερινής μας ζωής (φυτοζωής), συνεγείρει τη λεκιασμένη μέχρι πρότινος ανθρώπινη φύση κι από τότε ακριβώς συνανιστά κάθε ταλαίπωρο άνθρωπο, που το ζητά.
Να, λοιπόν, η ευκαιρία! Μας προσφέρεται ως η τελευταία πια και διασώζουσα περίπτωση χάριτος, ώστε να συμβεί το προσωπικό του καθενός μας πέρασμα (=Πάσχα) από την τραγωδία της εντάφιας αυτοεξορίας στη χαραυγή της Χαράς και της Ελπίδας του κόσμου, που ευαγγελίζεται η Ανάσταση του Χριστού. «Διότι», όπως επισημαίνει ο θεοδίδακτος νέος άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς, «χωρίς την ανάστασιν τίποτε πιο παράλογον από τον κόσμον αυτόν· ούτε μεγαλυτέρα απελπισία από την ζωήν αυτήν, δίχως αθανασίαν». Και αλλού, ο ίδιος επισημαίνει: «Οι άνθρωποι κατεδίκασαν τον Θεόν εις θάνατον· ο Θεός όμως δια της Αναστάσεώς Του "καταδικάζει" τους ανθρώπους εις αθανασίαν (…). Ποτέ δεν έδειξαν οι άνθρωποι τόσον μίσος προς τον Θεόν, όσο όταν Τον εσταύρωσαν και ποτέ δεν έδειξεν ο Θεός τόσην αγάπην προς τους ανθρώπους, όσην όταν ανέστη» («Άνθρωπος και Θεάνθρωπος», σ. 44 και 40 αντίστοιχα).
Ό,τι πια ζητάμε, ό,τι όλο νοσταλγία επιθυμούμε, παραχωρείται στο εξής απλόχερα και δωρεάν μέσω της μιας και μοναδικής ευκαιρίας της Ανάστασης, κατά την οποίαν σύμπας ο παλαιός κόσμος μεταμορφώνεται σε νέο. Και αυτή η έκταση και συγκλονιστική όντως νεότητα οιωνίζεται μιαν ερχόμενη Ανάσταση, εκείνην των εσχάτων χρόνων, την οποίαν θαυμάσια οραματίσθηκε ο «εν Πάτμω» Ιωάννης: «Ιδού καινά ποιώ πάντα» (Απ 21,5), διότι ακριβώς «τα πρώτα απήλθον» (ό.π. 21,4).
Η στυφή γεύση από τη βίωση των αρχαίων και η εμμονή μας (ως μη ώφειλε) στην ανθυγιεινή αυτή κατάσταση της παρακοής προσθέτουν τον βαθύ αναστεναγμό της νοσταλγίας, την αγωνία μιας τόσο μακρινής εγγύτητας. Κατά πόσον όμως πειθόμαστε, οι «ανόητοι και βραδείς τη καρδία» (Λκ 24,25), ότι γι' αυτή την ασθένεια της φύσης μας έχει ήδη δεδομένο το γιατρικό; «Φάρμακον αθανασίας» και «αντίδοτον του μη αποθανείν» (κατά τον Αγ. Ιγνάτιο τον Θεοφόρο) προσφέρεται δια της Αναστάσεως το Σώμα και το Αίμα του Κυρίου Ιησού. Εκείνο είναι, που εντέλει αρδεύει την άνυδρη και διψασμένη μας ύπαρξη, παρηγορεί τ’ απαραμύθητα, ισορροπεί τα κλυδωνιζόμενα, τακτοποιεί τ’ απροσάρμοστα, προσθέτει ζωή απ’ τη Ζωή, που Εκείνος ΕΙΝΑΙ, δια του Θανάτου Του. Στις καθημερινές μας σχέσεις θεωρούμε αθέμιτο (και δίκαια) το να επιβιώνουμε εις βάρος της ζωής κάποιου άλλου. Στη σχέση μας όμως με τον Αναστημένο Ιησού τα πράγματα λειτουργούν αντίστροφα: Ο Θάνατός Του όντως έγινε ζωή μας. Το Αίμα Του μπορεί τώρα, να κυκλοφορεί κυριαρχικό και ζωοπάροχο στο αίμα μας. Το Σώμα Του μπορεί πια, να σπονδυλώνει το δικό μας ατροφικό σαρκίο. Γι’ αυτό και ζούμε ακόμη. Γι’ αυτό ισχύουμε στο εξής, δυνάμενοι ν’ ανασταινόμαστε κάθε φορά, που ασφυκτιούμε στους κάθε είδους τάφους, εντός των οποίων έχομε συνήθως αυτοεγκλωβισθεί.
Τις έκτακτες αυτές προοπτικές, την δυναμική αυτή διαφάνεια της Λαμπρής επισημαίνει, άλλωστε, ο σταυροαναστάσιμος λόγος του Οδυσσέα Ελύτη σε κάθε ποιητική ευκαιρία:
«Καθαρή διάφανη μέρα (…).
Σου ‘ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν την ψυχή σου (…)»
(«Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου», σ. 49).
Και αλλού:
«Αν είναι να πεθάνεις
πέθανε
αλλά
κοίτα να γίνεις
ο πρώτος πετεινός μέσα στον Άδη»
(«Σηματολόγιον», σ. 95).
Αν, λοιπόν, ακόμη αναμένουμε τη «μία ευκαιρία», που θεωρούμε ότι μας λείπει, ας ενστερνισθούμε τον εύφωνο λόγο του Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου: «Χριστός εκ νεκρών, συνεγείρεσθε· Χριστός εις εαυτόν, επανέρχεσθε· Χριστός εκ τάφων, ελευθερώθητε των δεσμών της αμαρτίας. Πύλαι άδου ανοίγονται και θάνατος καταλύεται (…)». –

https://www.nyxthimeron.com/

Πάσχα το τερπνόν



Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού
Δεν υπάρχει πιο χαρμόσυνο γεγονός στην ανθρώπινη ιστορία από την λαμπροφόρο ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού! Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ελπιδοφόρο μήνυμα από το μήνυμα της Αναστάσεως, ότι «Χριστός ανέστη και Άδης εσκυλεύθη». Γι’ αυτό και το Άγιο Πάσχα είναι η εορτή των εορτών και η πανήγυρη των πανηγύρεων! Σύμπας ο λαός του Θεού, με άκρατο ενθουσιασμό και χαρά συμμετέχουμε στο υπέροχο πασχαλινό συμπόσιο της πίστεως και υμνούμε ακατάπαυτα τον κραταιό και τροπαιούχο Λυτρωτή μας!

        Για να γιορτάσει όμως κάποιος αυτό το ανεπανάληπτο και μοναδικό ιστορικό γεγονός, θα πρέπει να γνωρίζει τις θείες δωρεές που απορρέουν από αυτό. Θα πρέπει να βιώσει οντολογικά το μυστήριο της θείας οικονομίας. Θα πρέπει να παραμερίσει την θαμπωτική αχλή από τα πνευματικού του όμματα, και να ανοίξει ορθάνοιχτα τα μάτια της πίστεως, για να νοιώσει στα κατάβαθα της ψυχής του το θείο μεγαλείο, αλλά και την άμετρη αγάπη του Θεού για τα πλάσματά Του και ιδιαίτερα τον τραγικό άνθρωπο. Οι πιστοί του Χριστού έχουμε αποβάλλει την ερεβώδη αχλή της απιστίας και γι’ αυτό σκιρτούμε από άφατη αγαλλίαση την αγία ημέρα της εγέρσεώς Του, διότι κατά τον άγιο Θεοφύλακτο: «ο Κύριος με την ανάστασή Του έγινε πρόξενος της χαράς» (P.G. 123,480).       
      Αντίθετα, όσοι δε θέλουν να έχουν αυτή τη δυνατότητα μένουν αμέτοχοι της αναστάσιμης ευφροσύνης, επιμένουν να βιώνουν το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης, που γεννά η αμαρτία. Προτιμούν να διατελούν στο κράτος και την εξουσία του φρικτού θανάτου, απορρίπτοντας με ρηχές δικαιολογίες και φτηνά λογικοφανή επιχειρήματα το  δήθεν «παράλογο» της αναστάσεως από τους νεκρούς. Προτιμούν το θάνατο από τη ζωή. Η τραγικότητά τους φαίνεται ολοκάθαρα στο να υποστηρίζουν ότι θα πεθάνουν και θα εκμηδενιστούν! Υπάρχει πιο παράλογη προτίμηση από αυτή; Η άρνηση άλλωστε είναι τόσο παλιά όσο και ο άνθρωπος και η ανθρώπινη ζωή σχοινοβατεί μεταξύ πίστεως και απιστίας. Προκειμένου να «ικανοποιηθεί» το σκοτισμένο από την αμαρτία και τη φθορά μυαλό, αρνείται τις υψηλές προσδοκίες και προτιμά τα σαθρά και έρποντα. Εν προκειμένω, οι αρνητές της Αναστάσεως του Χριστού διαλέγουν την πτώση και το θάνατο και αρνούνται την αιώνια ζωή που προσφέρει στο ανθρώπινο γένος ο Αναστάς Κύριός μας, καθ’ ότι «οικοδόμησαν αμυντικά τείχη γύρω από το Ευαγγέλιο», κατά τον άγιο Νικόλαο Αχρίδος. Άμεση ορατή συνέπεια της αρνήσεως είναι η μόνιμη ασυναίσθητη κατήφεια και το διαρκές άγχος. Ο αρνητής είναι (αποδεδειγμένα πλέον) απαραίτητα νευρωτικός!
        Εμείς οι πιστοί του Αναστάντος Χριστού αποστρέφουμε το πρόσωπό μας από αυτή τη μιζέρια και τη θανατερή μελαγχολία του αμαρτωλού κόσμου και πανηγυρίζουμε λαμπρά τη Θεία Έγερση. Ο ιερός υμνογράφος προτρέπει: «χαίρεται λαοί και αγαλλιάσθε, άγγελος γαρ εκάθησε εις τον λίθον του μνήματος» και «Ας γεμίσει από χαρά και ευφροσύνη το στόμα μας γι’ αυτόν, που είπε μετά την ανάσταση: χαίρεται», προτρέπει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων (P.G. 33,825). Χαιρόμαστε, πάνω απ’ όλα διότι τα μνήματα των νεκρών, έπαψαν πια να προκαλούν φόβο και τρόμο, όπως γινόταν και γίνεται στους εκτός του Χριστιανισμού πίστεις. Ο «όλβιος τάφος» του Κυρίου μας μετέβαλε τα μνήματα σε κλίνες ύπνου, διότι η παραμονή πλέον των νεκρών σε αυτά είναι προσωρινή. Οι μεταστάντες εν Κυρίω αδελφοί μας δεν είναι πια νεκροί, αλλά κεκοιμημένοι, περιμένοντας την ανάσταση. Τα αποτρόπαια νεκροταφεία χάρις στην ανάσταση του Κυρίου μας μεταβλήθηκαν σε  κοιμητήρια. Δε θρηνούμε πια για καμιά εκμηδένιση, αλλά λυπούμαστε για τον προσωρινό χωρισμό των κεκοιμημένων μας, με τους οποίους μας συνδέει εσαεί η μακάρια ελπίδα της συναντήσεώς μας στα ουράνια δώματα της θείας μακαριότητας! Μας διαβεβαιώνει ο θείος Παύλος: «Εἰ δὲ ἀπεθάνομεν σὺν Χριστῷ, πιστεύομεν ὅτι καὶ συζήσομεν αὐτῷ, εἰδότες ὅτι Χριστὸς ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν οὐκέτι ἀποθνῄσκει, θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει» (Ρωμ. 6,8-9). Αλλά όχι μόνο αυτό τονίζει ο μεγάλος απόστολος «μεγαλυνθήσεται Χριστός εν τω σώματί μου είτε δια ζωής είτε διά θανάτου» (Φιλ. 1,20). Είτε με τη ζωή μας, είτε με την κοίμησή μας δοξάζεται ο Κύριος. Τέτοιου μεγέθους συνάφεια μαζί Του μας χάρισε η ανάστασή Του!
     Ο θάνατος είναι πανταχού παρών στη ζωή του ανθρώπου, από τη γέννησή του μέχρι την έξοδό του από τον κόσμο αυτό, και καραδοκεί να τον πλήξει, αφαιρώντας του το υπέρτατο δώρο της ζωής. Η ζωή του ανθρώπου είναι ένας συνεχής και ανελέητος πόλεμος με το θάνατο! Αυτά για τους απίστους. Για μας τους χριστιανούς  δεν έχει ισχύ ο θάνατος, διότι καταργήθηκε από τον αναστάντα Κύριο, διότι «δι’ ημάς θανάτω θάνατον ώλεσεν».  Εμείς δεν φοβούμαστε πια το θάνατο, διότι είναι αποδυναμωμένος πια. «Η ζωή ὑμῶν  κέκρυπται σὺν τῷ Χριστῷ ἐν τῷ Θεῷ· όταν ὁ Χριστός φανερωθῇ, ἡ ζωὴ ὑμῶν, τότε και ὑμεῖ σὺν αὐτῷ φανερωθήσεσθε εν δόξῃ» (Κολ. 3,3-4), γράφει ο απόστολος Παύλος στους Χριστιανούς των Κολοσσών. Η βεβαιότητα και της δικής μας ανάστασης στηρίζεται στο ακλόνητο βάθρο της αναστάσεως του Χριστού. Δε θα είναι μια ανάσταση απλής βιολογικής ύπαρξης, αλλά θα είναι φανέρωση δόξας στην αναστημένη πια ύπαρξή μας, ως αντικατοπτρισμός της δόξας του αναστημένου Κυρίου μας!
       Ζωντανή απόδειξη της μακάριας ελπίδας για αιώνια ζωή, είναι η εδραιωμένη ειρήνη στις ψυχές των πιστών. Η μακαριότητα και η τέρψη προϋποθέτουν την εσωτερική ειρήνη. Λίγο πριν το πάθος Του ο Κύριος άφησε στους μαθητές του την ειρήνη «ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν» (Ιωάν. 14,27), ως βασικό στοιχείο της ερχόμενης βασιλείας Του. Έτσι «η ειρήνη του Θεού βραβεύεται εν ταις καρδίαις υμών, εις ἣν και εκλήθητε εν ενὶ σώματι· και ευχάριστοι γίνεσθε» (Κολ. 3,15) διαβεβαιώνει ο απόστολος των Εθνών, γράφοντας στους πιστούς, να ξεχωρίζουν από τους άλλους ανθρώπους από τη διαρκή χαρά και την αδιάκοπη ειρήνευση των ψυχών τους. Ο άγιος Πρόκλος Κωνσταντινουπόλεως μάς λέει πως η ανάσταση του Κυρίου μας δίνει την πραγματική και μόνιμη ειρήνη, αυτή που δε μπορεί να μας δώσει ο πτωτικός κόσμος (P.G. 155,776).
        Μια άλλη σημαντική παράμετρος της Θείας Εγέρσεως είναι η καθολική ανακαίνισή μας. «Καθαρθώμεν τας αισθήσεις και οψόμεθα τω απροσίτω φωτί της αναστάσεως», μάς προτρέπει ο ιερός υμνογράφος του Πάσχα. Ο νέος οίνος δε μπορεί να μπει σε παλαιούς ασκούς. Δηλαδή οι πιστοί δε μπορούμε να βιώνουμε το υπέρτατο γεγονός της μεταναστάσιμης πραγματικότητας ως παλαιοί άνθρωποι, εμμένοντας στην πτώση και την αμαρτία. «Εἰ οὖν συνηγέρθητε τῷ Χριστῷ, τὰ ἄνω ζητεῖτε, οὗ ὁ Χριστός ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος, τὰ ἄνω φρονεῖτε, μὴ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς» (Κολ. 3,1-2). Ο Χριστός «ὑμᾶς, νεκροὺς ὄντας ἐν τοῖς παραπτώμασι καὶ τῇ ἀκροβυστίᾳ τῆς σαρκὸς ὑμῶν, συνεζωοποίησεν ὑμᾶς σὺν αὐτῷ, χαρισάμενος ἡμῖν πάντα τὰ παραπτώματα,  ἐξαλείψας τὸ καθ' ἡμῶν χειρόγραφον τοῖς δόγμασιν ὃ ἦν ὑπεναντίον ἡμῖν, καὶ αὐτὸ ἦρεν ἐκ τοῦ μέσου προσηλώσας αὐτὸ τῷ σταυρῷ» (Κολ. 2,11-14). Μας ανακαίνισε, μας έκαμε νέες υπάρξεις, άγια κύτταρα του δικού Του Σώματος, δυνάμει αγίους, με την εθελούσια συμμετοχή μας στο θάνατο και την ανάσταση Του. Αφού, «ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν, εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν,  συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκνεκρῶν διὰ τῆ ςδόξης τοῦ πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν. εἰ γὰρ σύμφυτοι γεγόναμεν τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀναστάσεως ἐσόμεθα, τοῦτο γινώσκοντες, ὅτι ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος συνεσταυρώθη ἵνα καταργηθῇ τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας, τοῦ μηκέτι δουλεύειν ἡμᾶς τῇ ἁμαρτίᾳ» (Ρωμ. 6,3-6). Έτσι βίωση της Θείας Εγέρσεως σημαίνει εξάπαντος και πλήρη συνειδητή και οντολογική ανακαίνιση της υπάρξεώς μας.
       Γι’ αυτούς και για μύριους άλλους λόγους, το άγιο Πάσχα δεν είναι για μας τους πιστούς απλά μια εορτή σαν τις άλλες και όπως τη γιορτάζουν οι «κοσμικοί» και οι ετερόδοξοι αιρετικοί. Είναι για μας το «Πάσχα το τερπνόν, Πάσχα Κυρίου Πάσχα, Πάσχα πανσεβάσμιον… Πάσχα λύτρον λύπης», σύμφωνα με τον ιερό υμνογράφο της υπέρλαμπρης εορτής. Είναι ξέχωρη, από αυτή του κόσμου, βιωτή, «της αιωνίου απαρχήν». Το Πάσχα του Κυρίου προβάλλει μέσα στην παραφροσύνη του αμαρτωλού κόσμου ως ο άσβεστος ακτινοβόλος φάρος της ευφροσύνης, για να φωτίζει τις ανήλιες καρδιές και να απαστράπτει τη μιζέρια και την κακοδαιμονία του δαιμονικού ερέβους. Καλούμαστε λοιπόν να λάβουμε από αυτόν «φως εκ του ανεσπέρου φωτός», δοξάζοντες «Χριστόν τον αναστάντα εκ νεκρών». Καλούμαστε επίσης μαζί με ολόκληρη τη δημιουργία, να πανηγυρίσουμε τη Θεία Έγερση. Η χαρά μας να γίνει το μήνυμα της αναστάσεως σε όλους τους κόσμους, ψάλλοντας ακατάπαυτα μαζί με τον μελίρρυτο ψάλτη του Πάσχα: «Ουρανοί μεν επαξίως ευφραινέσθωσαν γη δε αγαλλιάσθω, εορταζέτω δε κόσμος, ορατός τε άπας και αόρατος. Χριστός γαρ εγήγερται, ευφροσύνη αιώνιος»! 

https://www.nyxthimeron.com/

Άγιος Μαρτίνος, Πάπας Ρώμης ο Ομολογητής



Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ,  Θεολόγου – Καθηγητού 
Το παλαίφατο και σεβάσμιο Πατριαρχείο της Ρώμης, πριν καταληφτεί από τους αιρετικούς Φράγκους (1009) και αποσχιστεί από την Μία και αδιαίρετη Εκκλησία (1054), έχει να επιδείξει μια πλειάδα αγίων παπών, ομολογητών της Ορθοδόξου Πίστεως. Υπήρξε για αιώνες ο θεματοφύλακας της σώζουσας αλήθειας. Ένας από αυτούς τους αγίους πάπες υπήρξε και ο άγιος Μαρτίνος Επίσκοπος Ρώμης ο θαυματουργός, ο οποίος έδωσε τη ζωή του για την σώζουσα ορθόδοξη πίστη.
      Γεννήθηκε στις αρχές του 7ου αιώνα, στην πόλη Τόδι Ομβρικής, της κεντρικής Ιταλίας και έζησε στην εποχή που βασίλευε ο αυτοκράτορας Ηράκλειος (610-641), ο οποίος, όπως είναι γνωστό υποστήριζε την αίρεση του Μονοθελητισμού. Έζησε επίσης στα χρόνια του Κώνστα Β΄ (641-668), ο οποίος ακολούθησε την εκκλησιαστική πολιτική των προκατόχων του και μάλιστα έγειρε διωγμό κατά των Ορθοδόξων. Ο Κώνστας μάλιστα, μετά το θάνατο του αιρετικού Πατριάρχη Σεργίου, ευνοούμενο του Ηράκλειου, ανέβασε στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως τον αιρετικό Πατριάρχη Παύλο Β΄ (641-653), θερμό υπέρμαχο του Μονοθελητισμού. 
        Η αίρεση αυτή ήταν η φυσική μετεξέλιξη της φοβερής αιρέσεως του Μονοφυσιτισμού, η οποία δεν δεχόταν τις δύο θελήσεις του Χριστού, διδάσκοντας ότι είχε μόνο μία θέληση, την θεία. Ταυτόχρονα υπήρχε και άλλη αίρεση ο Μονοενεργητισμός, ο οποίος δίδασκε πως ο Χριστός είχε μόνο μια ενέργεια, τη θεία. Και οι δύο αυτές αιρέσεις είχαν σοβαρότατες επιπτώσεις στην περί σωτηρίας διδασκαλία της Εκκλησίας, διότι αρνούνταν την ανθρώπινη φύση του Χριστού, η οποία είχε απορροφηθεί από τη θεία. Αλλά, αν ο Χριστός δεν ήταν αληθινός Θεός και άνθρωπος, δεν επιτέλεσε τη σωτηρία. Ότι η σωτηρία μας παραμένει ένα θεωρητικό σχήμα, όπως θεωρητική είναι και η ένωσή μας με το Χριστό.   
      Δε γνωρίζουμε πολλά στοιχεία για την νεανική του ηλικία. Προφανώς ανήκε σε επιφανή οικογένεια και μάλλον έλαβε σοβαρή μόρφωση.  Επρόκειτο για πιστό και συνετό άνδρα, του οποίου η φήμη έφτασε ως την Επισκοπή της Ρώμης η οποία τον όρισε αποκρισάριο (απεσταλμένο) του πάπα στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί έζησε από κοντά τα προβλήματα που δημιούργησε στην Εκκλησία η νέα αίρεση. Ο Μαρτίνος ήταν Ορθόδοξος και αντιτάχτηκε εξ’ αρχής κατά της αίρεσης του Μονοθελητισμού. 
      Τον Ιούνιο του 649 εκλέχτηκε Επίσκοπος Ρώμης και έθεσε ως πρώτη προτεραιότητά του την αντιμετώπιση του Μονοθελητισμού. Απέστειλε επιστολή στον αιρετικό Πατριάρχη Παύλο, προσπαθώντας, με συμβουλές αγάπης, να τον επαναφέρει στην Ορθοδοξία. Έστειλε επίσης και μια πλειάδα μορφωμένων Ρωμαίων κληρικών, ειδικών στην αντιμετώπιση των αιρέσεων, στη Βασιλεύουσα, προκειμένου να διαφωτίσουν τον κλήρο και το λαό, για την πλάνη της αιρέσεως και τις φοβερές συνέπειές της για τη σωτηρία. 
       Μάταια όμως. Η αίρεση του Μονοθελητισμού είχε την στήριξη της πολιτικής εξουσίας. Ο Πατριάρχης Παύλος, όχι μόνο δεν μεταστράφηκε, αλλά στράφηκε εναντίον των απεσταλμένων του Μαρτίνου. Απευθύνθηκε στον αυτοκράτορα και ζήτησε την τιμωρία τους. Τους συνέλαβαν, τους βασάνισαν αλύπητα και τους έστειλαν εξορία σε διάφορα νησιά. 
      Ο Μαρτίνος, μπροστά σε αυτή την κατάσταση συγκάλεσε Σύνοδο στη Ρώμη, την λεγόμενη Α΄ Σύνοδο του Λατερανού (649), στην οποία πήραν μέρος 105 Επίσκοποι από την Ιταλία, τη Σικελία και την Αφρική και η οποία καταδίκασε την αίρεση του Μονοθελητισμού και καθαίρεσε τους Πατριάρχες Σέργιο και Παύλο. Κατόπιν έστειλε τις αποφάσεις της Συνόδου στην Κωνσταντινούπολη.     
      Ο αυτοκράτορας Κώνστας οργίστηκε από τις ενέργειες του Μαρτίνου και γι’ αυτό θέλησε να του κλείσει το στόμα. Έστειλε άνδρες στη Ρώμη, με επικεφαλής στρατιωτικό διοικητή, για να τον συλλάβουν και να τον πάνε δεμένο στη Κωνσταντινούπολη. Όμως οι Χριστιανοί της Ρώμης πληροφορούμενοι την άφιξη του αποσπάσματος, κύκλωσαν το Πατριαρχείο, περιφρουρώντας τον Επίσκοπό τους. Διαμήνυσαν στους άνδρες του αποσπάσματος, πως θα χυνόταν αίμα αν τολμούσαν να πλησιάσουν και να βάλουν χέρι στον Μαρτίνο. Εκείνοι φοβήθηκαν, ότι θα προκαλούνταν στάση στη Ρώμη και γι’ αυτό έφυγαν άπρακτοι για την Βασιλεύουσα. 
       Ο Κώνστας και οι άλλοι παλατιανοί περίμεναν να βρουν την κατάλληλη ευκαιρία να τον συλλάβουν, χωρίς να προκληθεί αναστάτωση και στάση του πιστού λαού. Πληροφορήθηκαν ότι ο Μαρτίνος είχε αρρωστήσει βαριά και είχε πέσει στο κρεβάτι. Έστειλαν τότε τον στρατιωτικό Θεόδωρο, με την ακολουθία του στη Ρώμη. Εισήλθαν με δόλο στο επισκοπείο, όπου τον απήγαγαν μαζί, με το κρεβάτι του και τον φυγάδευσαν κρυφά από τη Ρώμη. Μαζί του συνέλαβαν και τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, θερμό υπέρμαχο της Ορθοδοξίας και σφοδρό πολέμιο του Μονοθελητισμού, ο οποίος είχε καταφύγει, διωκόμενος στη Ρώμη. Τους οδήγησαν αρχικά στη Νάξο και κατόπιν στην Κωνσταντινούπολη. Ο αυτοκράτορας σκόπευε να τον θανατώσει, αλλά με την παρέμβαση του Πατριάρχη Παύλου επετράπη η θανάτωσή του  και αποφασίστηκε να εξορισθεί. Μετά από απειλές, εξευτελισμούς και φυλακίσεις, τον έστειλε τον Μαρτίνο εξορία στη Χερσώνα της Κριμαίας. Από τις ταλαιπωρίες του και την πίκρα του κοιμήθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου του 655. Ποίμανε την Εκκλησία της Ρώμης για έξι χρόνια και υπερασπίστηκε με πάθος και σθένος την ορθόδοξη πίστη. Για την προσήλωσή του στην Ορθοδοξία έδωσε τη ζωή του. Ο θάνατος τον βρήκε αγωνιζόμενο στις επάλξεις. Μαζί του στην Χερσώνα είχαν εξορισθεί και άλλοι δύο Επίσκοποι, οι οποίοι και αυτοί πέθαναν εκεί από τις κακουχίες και τις ταλαιπωρίες.  
      Αργότερα, οι Χριστιανοί της Ρώμης αναζήτησαν τα τίμια λείψανα του αγίου Μαρτίνου και τα μετέφεραν στη Ρώμη, τα οποία επιτελούσαν άπειρα θαύματα, προσδίνοντάς του τον χαρακτηρισμό του θαυματουργού. Ανακηρύχτηκε άγιος και ομολογητής. Η μνήμη του τιμάται στις 13 Απριλίου. 
      Η διαφύλαξη της σώζουσας πίστης της Εκκλησίας μας υπήρξε έργο τιτάνιο των ομολογητών Πατέρων της Εκκλησίας μας. Η ορθόδοξη πίστη έφτασε ως εμάς μέσω απίστευτων ταλαιπωριών των Πατέρων. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Μαρτίνος.

https://www.nyxthimeron.com/