Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Στο Θεό, δεν υπάρχει αδικία




Ο πορευόμενος στο δρόμο του Θεού πρέπει να τον ευχαριστεί για όλες τις θλίψεις που τον βρίσκουν, και να κατηγορεί και να ατιμάζει τον αμελή εαυτό του, και να ξέρει ότι ο Κύριος, που τον αγαπά και τον φροντίζει, δε θα του παραχωρούσε τα λυπηρά, για να ξυπνήσει το νου του, αν δεν έδειχνε κάποια αμέλεια. 
Ακόμη μπορεί να επέτρεψε ο Θεός κάποια θλίψη, διότι ο άνθρωπος έχει υπερηφανευθεί, οπότε ας το καταλάβει και ας μην ταραχθεί κι ας βρίσκει την αιτία στον εαυτό του, ώστε το κακό να μη γίνει διπλό, δηλ. να υποφέρει και να μη θέλει να θεραπευθεί. 
Στο Θεό, που είναι η πηγή της δικαιοσύνης, δεν υπάρχει αδικία. 
Αυτό να μην περάσει από το νου μας.

Αγίου Ισαάκ του Σύρου
https://inpantanassis.blogspot.com/

Η Προσευχή του Ιησού, εν παντί καιρώ και πάση περιστάσει




Εν τη αρχή του αγώνος δεν κατανοούμεν τας οδούς τας οποίας υπέδειξεν εις ημάς ο Θεός. Αποπειρώμεθα να αποφύγωμεν την έμπονον αντιμετώπισιν της «πυρώσεως προς πειρασμόν» (Α' Πέτρ. 4,12). 
Είναι δυνατόν να παραμένωμεν εν μαρτυρική καταστάσει, μη κατανοούντες δια τι ο Θεός, η παντέλειος Αγάπη, ηυδόκησε να ποιήση κατά στιγμάς την προς Αυτόν οδόν τοσούτον φοβεράν. Δεόμεθα Αυτού, όπως αποκαλύψη εις ημάς το μυστήριον των οδών της σωτηρίας.
Βαθμηδόν φωτίζεται ο νους ημών, ενδυναμούται η καρδία, όπως ακολουθήση τον Χριστόν, και δια των μικρών ημών παθημάτων γινόμεθα κοινωνοί των παθημάτων Αυτού.
Είναι απαραίτητον να βιώσωμεν και τον πόνον και την φρίκην ίνα αποκαλυφθούν εις ημάς τα βάθη του είναι, ούτω δε να γίνωμεν άξιοι της εντεταλμένης αγάπης: 
Χωρίς των παθημάτων ο άνθρωπος παραμένει πνευματικώς ράθυμος, μάλλον υπνών, αλλότριος της του Χριστού αγάπης.
Γνωρίζωντες τούτο εάν η καρδία ημών ομοιάζη προς εσβεσμένον ηφαίστειον, ας θερμαίνωμεν αυτήν δια της επικλήσεως του Ονόματος του Χριστού:
«Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του Ζώντος, ελέησόν με».
Και τότε το πυρ της Θείας αγάπης όντως άπτεται της καρδίας.
Η απόκτησις της προσευχής δια του Ονόματος του Ιησού σημαίνει απόκτησιν της αιωνιότητος. Εις τας πλέον θλιβεράς στιγμάς της καταρρεύσεως του φυσικού ημών οργανισμού η προσευχή, «Ιησού Χριστέ», αποβαίνει το ένδυμα της ψυχής.
Όταν η δραστηριότης του εγκεφάλου ημών παύη, πάσα δε άλλη προσευχή καθίσταται δύσκολος δια την μνήμην και την προφοράν, τότε το φως της Θεογνωσίας, όπερ εκπορεύεται εκ του Ονόματος και το οποίον ενδομύχως έχομεν αφομοιώσει, θα παραμείνη αναφαίρετον από του πνεύματος ημών. 
Ιδόντες την τελευτήν των εν προσευχή αποθανόντων πατέρων ημών, έχομεν ισχυράν την ελπίδα ότι η ουράνιος ειρήνη, η πάντα νουν υπερέχουσα, θα περιβάλη και ημάς εις τους αιώνας.
«Ιησού, σώσον με. Ιησού Χριστέ, ελέησον, σώσον. Ιησού σώσον με. Ιησού ο Θεός μου».

Γέροντας Σωφρόνιος
από το βιβλίο: Περί Προσευχής
https://inpantanassis.blogspot.com/

Ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω




Φύλαξε την ψυχή σου από τη φοβερή παραλυσία, που οι Πατέρες ονομάζουν ακηδία, την οκνηρία δηλαδή στα πνευματικά έργα. 
Μην είσαι ράθυμος και χλιαρός. Αγωνίζου, άγρυπνα, νήφε, μη χάνεις μάταια τον χρόνο της ζωής σου, τον χρόνο που σου δόθηκε για την καλλιέργεια της ψυχής και την απόκτηση των αιωνίων αγαθών. 
Φρόντιζε να μην περάσει ούτε μια μέρα σου αργή από πνευματικά έργα. Ο χρόνος που περνά δεν γυρίζει πίσω.

Άγιος Δημήτριος του Ροστώφ
https://inpantanassis.blogspot.com/

Περί προσευχῆς




Ἡ προσευχή εἶναι ἀτελεύτητος δημιουργία, ἀνωτέρα πάσης τέχνης καί ἐπιστήμης. Δία τῆς προσευχῆς εἰσερχόμεθα εἰς κοινωνίαν μετά τοῦ Ἀνάρχου Ὄντος. Ἡ ἄλλως: Ἡ ζωή τοῦ ὄντως Ὀντος Θεοῦ εἰσχωρεῖ ἐν ἡμίν διά τοῦ ἀγωγοῦ τῆς προσευχῆς. Αὐτή εἶναι πράξις ὑψίστης σοφίας, ὑπερέχουσα παντός κάλλους καί πάσης ἀξίας.
Ἐν τῇ προσευχῇ ἐγκρύπτεται ἡ ἁγία ἀγαλλίασις τοῦ πνεύματος ἡμῶν. Αἱ ὁδοί ὅμως τῆς δημιουργίας ταύτης εἶναι περίπλοκοι.
Μυριάκις θά βιώσωμεν καί τήν φλογεράν ἀνάτασιν πρός τόν Θεόν καί τάς ἐπαναλαμβανομένας ἐκπτώσεις ἀπό τοῦ Φωτός Αὐτοῦ. Συχνάκις καί πολυτρόπως θά αἰσθανθώμεν τήν ἀνικανότητα τοῦ νοός ἡμῶν νά ὑψωθή πρός Αὐτόν ἐνίοτε θά ἱστάμεθα ἐπί τῶν ὁρίων, τρόπον τινα, τῆς ἀφροσύνης καί ἐν ὀδύνη καρδίας θά ὁμολογώμεν εἰς Αὐτόν τήν οἰκτρᾶν ἡμῶν κατάστασιν:
«Σύ ἔδωκας τήν ἔντολήν Σου νά ἀγαπῶ, καί ἀποδέχομαι αὔτην μεθ᾿ ὅλης της ὑπάρξεώς μου. ἀλλ᾿ ἰδού, ἐν ἐμοί τῷ ἰδίῳ δέν εὑρίσκω τήν δύναμιν τῆς ἀγάπης ταύτης… Σύ εἰ ἡ Ἀγάπη. Ἐλθέ τοίνυν Σύ Αὐτός καί σκήνωσον ἐν ἐμοί καί ποίησον ἐν ἐμοί πᾶν ὅτι Σύ ἐνετείλω ἡμῖν, ὅτι ἡ ἐντολή Σου ἀμετρήτως ὑπερβαίνει ἐμέ… Ἀποκάμνει ὁ νοῦς μου, δέν δύναται νά Σέ ἐννοήση. Ἀδυνατεῖ τό πνεῦμα μου νά διεισδύση εἰς τά μυστήρια τῆς ζωῆς Σου… Θέλω ἐν πᾶσι νά ποιῶ τό θέλημά Σου, ἀλλ᾿ αἱ ἡμέραι μου παρέρχονται ἐν ἀδιεξόδοις ἀντιφάσεων… Τρέμω μή ἀπολέσω Σε ἔνεκα τῶν πονηρῶν ἐκείνων λογισμῶν, οἵτινες ἐμφωλεύουν ἐν τῇ καρδίᾳ μου· καί ὁ φόβος οὗτος καθηλοί ἐμέ ἐπί σταυροῦ… ‘Ἐλθέ οὖν καί σῶσον με τόν καταποντιζόμενον, ὡς ἔσωσας τόν Πέτρον, τόν τολμήσαντα νά πορευθῇ πρός συνάντησίν Σου ἐπί τῶν ὑδάτων τῆς θαλάσσης» (βλ. Μάτθ. 14,28-31).
…Κοπιώδης εἶναι ὁ ἀγῶν διά τήν προσευχήν. Ἐναλλάσσονται αἱ καταστάσεις τοῦ πνεύματος ἡμῶν: Ἐνίοτε ἡ προσευχή ρέει ἐν ἡμῖν ὡς ἰσχυρός ποταμός, ἄλλοτε δέ ἡ καρδία ἀποβαίνει ἀπεξηραμμένη. Ἄς εἶναι ὅμως πάσα ὕφεσις τῆς εὐχητικῆς δυνάμεως κατά τό δυνατόν βραχεία.
Προσευχή σημαίνει πολλάκις νά ὁμολογώμεν εἰς τόν Θεόν τήν ἀθλίαν ἡμῶν κατάστασιν: ἀδυναμίαν, ἀκηδίαν, ἀμφιβολίας, φόβους, λύπην, ἀπόγνωσιν, ἐν ἐνί λόγω, πᾶν ὅτι συνδέεται μετά τῶν συνθήκων τῆς ὑπάρξεως ἡμῶν.
Νά ὁμολογῶμεν μή ἐπιζητοῦντες καλλιεπεῖς ἐκφράσεις οὐδέ εἰσέτι λογικόν εἰρμόν… Συχνάκις ὁ τρόπος οὗτος στροφῆς πρός τόν Θεόν ἀποβαίνει ἡ ἀρχή τῆς προσευχῆς-διαλόγου.
…Ὅταν προσευχώμεθα ἐν ἡσύχῳ καί ἐρήμῳ τόπῳ, τότε συχνάκις ὅλοι οἱ μάταιοι λογισμοί συγκεντροῦνται ἐπιμόνως πέριξ του νοός, ἀποσπῶντες τήν προσοχήν ἡμῶν ἀπό τῆς καρδίας. Ἡ προσευχή φαίνεται ἄκαρπος, διότι ὁ νοῦς δέν μετέχει εἰς τήν ἐπίκλησιν τοῦ Ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ, καί μόνον τά χείλη προφέρουν μηχανικῶς τούς λόγους. Ὅταν δέ λαμβάνη πέρας ἡ προσευχή, τότε συνήθως οἱ λογισμοί ἀπομακρύνονται καί ἡμεῖς ἐπανευρίσκομεν τήν γαλήνην ἡμῶν. Ἐν τῷ ἀνιαρῷ τούτω φαινομένῳ ὑπάρχει ἐν τούτοις νόημα:
Διά τῆς ἐπικλήσεως τοῦ Θείου Ὀνόματος θέτομεν εἰς κίνησιν πᾶν τό κεκρυμμένον ἐντός ἡμῶν. Ἡ προσευχή ὁμοιάζει πρός δέσμην ἀκτίνων Φωτός, ἥτις πίπτει εἰς τόν σκοτεινόν τόπον τῆς ἐσωτερικῆς ἠμῶν ζωής καί ἀποκαλύπτει ὅποια πάθη καί προσκολλήσεις ἐμφωλεύουν ἐντός ἡμῶν. 
Εἰς τοιαύτας περιπτώσεις ὀφείλομεν ἐντόνως νά προφέρωμεν τό Ἅγιον Ὄνομα, ὅπως τό αἴσθημα τῆς μετανοίας αὐξηθῆ ἐν τῇ ψυχῇ.
«Κύριε ‘Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον μέ τόν ἁμαρτωλόν».

Ἀπό τό βιβλίο Περί Προσευχῆς. Ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου. Ἔσσεξ Ἀγγλίας 1994
https://inpantanassis.blogspot.com/

«Η ζωή είναι σαν ένα τρένο.Δεν σταματάς σε κάθε σταθμό, και δεν ταξιδεύουν όλοι μαζί σου μέχρι το τέλος.»




Η γιαγιά μου είχε μια φράση που έλεγε συχνά:
«Η ζωή είναι σαν ένα τρένο, παιδί μου.Δεν σταματάς σε κάθε σταθμό,
και δεν ταξιδεύουν όλοι μαζί σου μέχρι το τέλος.»
Όταν ήμουν παιδί, δεν καταλάβαινα τι εννοούσε.
Νόμιζα πως ήταν απλώς μια από εκείνες τις παλιές της φράσεις,σαν αυτές που ψιθύριζε όταν έραβε ή έφτιαχνε πίτες.
Όμως τώρα, καθώς περνούν τα χρόνια και τα δικά μου μαλλιά αρχίζουν να γκριζάρουν, βλέπω την αλήθεια μέσα στα λόγια της.
Όταν είσαι νέος, το τρένο είναι γεμάτο, θορυβώδες και γρήγορο.Όλοι μοιάζουν να είναι μέσα— φίλοι από το σχολείο, γείτονες, συνάδελφοι, οικογένεια.
Τα βαγόνια είναι γεμάτα γέλια, σχέδια και φωνές.Νομίζεις πως το ταξίδι θα κρατήσει για πάντα.
Αλλά όσο προχωρά η διαδρομή,οι άνθρωποι αρχίζουν να κατεβαίνουν.
Κάποιοι κατεβαίνουν γιατί ο δικός τους δρόμος τους οδηγεί αλλού.
Κάποιοι χάνονται ξαφνικά,αφήνοντας πίσω άδεια καθίσματα που πονάμε να κοιτάξουμε.Και σιγά σιγά, το τρένο ησυχάζει.
Τότε είναι που τα λόγια της γιαγιάς αποκτούν νόημα.
Μου έλεγε πως το μυστικό δεν είναι να θρηνείς για όσους έφυγαν,αλλά να εκτιμάς όσους κάθονται ακόμη δίπλα σου.
Να κοιτάς έξω από το παράθυρο και να βλέπεις το τοπίο— γιατί αλλάζει συνεχώς: ανατολές, χωράφια, πόλεις, βουνά…όλα μέρος του ίδιου ταξιδιού.
Τώρα, όταν επισκέπτομαι τη μνήμη της στην καρδιά μου,σχεδόν ακούω τη φωνή της:
«Μη φοβάσαι όταν το τρένο αδειάζει.Να είσαι ευγνώμων που είχες συντροφιά όσο κράτησε.
Και όταν έρθει ο δικός σου σταθμός, κατέβα με γαλήνη,ξέροντας πως ταξίδεψες όμορφα.»
Η ζωή είναι πράγματι σαν ένα τρένο γεμάτη αφίξεις και αποχωρισμούς,
αποχαιρετισμούς και συναντήσεις, φασαρία και σιωπή.
Κι αν είμαστε τυχεροί, όταν φτάσουμε στον τελευταίο σταθμό,θα καταλάβουμε πως το ταξίδι ήταν όμορφο όχι γιατί ήταν τέλειο, αλλά γιατί ήταν δικό μας.

https://proskynitis.blogspot.com/

Άγιος Μητροφάνης, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως




Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου – Καθηγητού
Ο σεπτός πατριαρχικός θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως στη δισχιλιόχρονη ιστορική του πορεία ανάδειξε μια πληθώρα αγίων Επισκόπων, οι οποίοι λαμπρύνουν την Εκκλησία μας. Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος Μητροφάνης, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ένας όντως σπουδαίος άνδρας, ο οποίος διαδραμάτισε το δικό του ρόλο στην μετά τους διωγμούς εποχή της Εκκλησίας μας.
Γεννήθηκε στις αρχές του 3ου αιώνα και είχε αριστοκρατική καταγωγή. Υπήρξε γιος του ειδωλολάτρη Ρωμαίου ευγενούς Δομετίου, αδελφού του αυτοκράτορα της Ρώμης Πρόβου (276-282). Ο Δομέτιος είχε αποκτήσει δύο γιούς, τον Πρόβο και τον Μητροφάνη, στα οποία έδωσε σοβαρή μόρφωση. Ο Μητροφάνης διακρίνονταν για την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, την πραότητά του και την ενάρετη ζωή του.
Ο Δομέτιος, άνθρωπος αγαθός και καλών προαιρέσεων, συναισθάνθηκε την παραδοσιακή ειδωλολατρική θρησκεία ως ανάξια του χαρακτήρα του και ασφυκτιούσε μέσα στο δεισιδαίμον παγανιστικό περιβάλλον. Η λατρεία των ψεύτικων, ανήθικων και εν πολλοίς γελοίων παγανιστών «θεών» δεν τον συγκινούσε και γι’ αυτό κάποια στιγμή έπαψε να συμμετέχει στις ειδωλολατρικές θρησκευτικές τελετές και εκδηλώσεις και άρχισε να ψάχνει την πίστη στον αληθινό Θεό. Μάλιστα για να ξεφύγει από τους ελέγχους και τις πιέσεις του οικογενειακού του περιβάλλοντος, έφυγε από την πατρίδα του και εγκαταστάθηκε, με την οικογένειά του, στο Βυζάντιο, την αποικία των Μεγαρέων, η οποία έμελλε να αναδειχθεί η βασιλίδα των πόλεων. Εκεί γνωρίστηκε με τον Επίσκοπο Βυζαντίου Τίτο, με τον συνδέθηκε με φιλία, κατηχήθηκε στη χριστιανική πίστη και έλαβε το Άγιο Βάπτισμα, αυτός και η οικογένειά του.
Ο Επίσκοπος Τίτος εκτίμησε πολύ τον Δομέτιο, τον οποίο προόρισε για διάδοχό του στον επισκοπικό θρόνο. Χειροτονήθηκε Επίσκοπος και ποίμανε το Βυζάντιο για λίγους μήνες το 272, παραδίδοντας, με  τη σειρά του, το θρόνο στον Ρουφίνο (272-303). Κατόπιν εκλέχτηκε Επίσκοπος ο γιός του Δομέτιου Πρόβος (303-306) και εν συνεχεία εκλέχτηκε Επίσκοπος ο άλλος γιός του, ο Μητροφάνης (306-314).
Έμεινε στον επισκοπικό θρόνο του Βυζαντίου επτά χρόνια και θεωρείται ο τελευταίος Επίσκοπος της μικρής πόλης του Βοσπόρου, πριν σε αυτή μεταφερθεί η πρωτεύουσα του Κράτους και αναδειχθεί η βασιλίδα των πόλεων. Η επισκοπική του διακονία είναι συνδεδεμένη με την παύση των διωγμών των Χριστιανών, με την έκδοση του περιφήμου Διατάγματος των Μεδιολάνων, που είχε υπογράψει ο Μ. Κωνσταντίνος με τον συναυτοκράτορά του Λικίνιο το 313. Ένας εύρωστος νέος κόσμος έκαμε την εμφάνισή του, μπροστά στον απόλυτα γερασμένο και παρηκμασμένο παλιό κόσμο της ειδωλολατρίας και δεισιδαιμονίας. Η Εκκλησία, αν και βαριά τραυματισμένη από τους σκληρούς διωγμούς τριών αιώνων, από το ειδωλολατρικό ρωμαϊκό κράτος και τα αδίστακτα ειδωλολατρικά ιερατεία, έδειξε τη ζωτικότητά της και φανέρωσε ότι το μέλλον του κόσμου είναι δικό Της.
Με το Διάταγμα των Μεδιολάνων δόθηκε η ελευθερία της θρησκευτικής πίστεως σε όλους τους πολίτες της απέραντης αυτοκρατορίας, της οποίας τα όρια συνέπιπταν σχεδόν με αυτά του τότε γνωστού κόσμου. Ο νέος μεγάλος ηγέτης του κράτους Κωνσταντίνος (306-337), διείδε ότι το μέλλον ανήκει στην χριστιανική πίστη και γι’ αυτό ανάλαβε την υποστήριξη της Εκκλησίας, χωρίς να παραγκωνίζει τις άλλες πίστεις, ακόμα και την ειδωλολατρία. Για να αφήσει πίσω το ειδωλολατρικό παρελθόν, αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσα του κράτους από τη Ρώμη στο Βυζάντιο, διότι κατάλαβε το μοναδικό στρατηγικό σημείο της πόλεως. Αφότου έγινε μονοκράτορας (324), άρχισε να κτίζει τη νέα πρωτεύουσα, αποφασίζοντας να την καταστήσει λαμπρότερη από την παλαιά Ρώμη.
Ο Επίσκοπος Μητροφάνης ανάλαβε να οικοδομήσει τους περίλαμπρους ναούς, ώστε να καταστεί η νέα πρωτεύουσα κέντρο του χριστιανικού κόσμου. Ο άγιος αυτός Επίσκοπος έβαλε τα θεμέλια των μετέπειτα περίλαμπρων ναών της Αγίας του Θεού Σοφίας, της Αγίας Ειρήνης και της Αγίας Δυνάμεως, με την αρωγή του Μ. Κωνσταντίνου, ο οποίος τον σέβονταν και τον εμπιστεύονταν. Επίσης εντόπισε στην Ιερουσαλήμ τους δώδεκα κοφίνους, τους οποίους είχε γεμίσει ο Κύριος θαυματουργικά με τον πολλαπλασιασμό των πέντε άρτων (Ματθ.14,14-22), τους οποίους μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη.
Θεωρούσε το επισκοπικό αξίωμα ύψιστη εκκλησιαστική διακονία και γι’ αυτό φρόντισε να ασκήσει την ποιμαντορία του με ακρίβεια και φόβο Θεού. Παροιμιώδης υπήρξε η ταπεινοφροσύνη του και η καλοσύνη του. Χιλιάδες αναξιοπαθούντες έβρισκαν καταφύγιο, παρηγοριά και βοήθεια σε αυτόν. Υπήρξε επίσης και άνθρωπος της προσευχής και της καλλιέργειας των αρετών. Γι’ αυτό και ο Θεός τον αντάμειψε με το χάρισμα της θαυματουργίας.
Αλλά ο Μητροφάνης βρισκόταν σε βαθύ γήρας και του ήταν αδύνατο να ασκήσει τα επισκοπικά του καθήκοντα. Γι’ αυτό παρεχώρησε το θρόνο στον άξιο διάδοχό του άγιο Αλέξανδρο (314-336). Όμως δεν έμεινε μακριά από τα προβλήματα του θρόνου. Όταν το 325 συγκλήθηκε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος για να καταδικάσει τον αιρεσιάρχη Άρειο, ο Μητροφάνης θεώρησε χρέος του να συμμετάσχει και αυτός. Αλλά ήδη διένυε το 117 έτος της ηλικίας του και ήταν κατάκοιτος. Γι’ αυτό κάλεσε τον Αλέξανδρο και τον Παύλο Αναγνώστη τον Ομολογητή, να τον αντιπροσωπεύσουν, δίνοντάς τους ρητές εντολές για την ομολογιακή στάση, που πρέπει να κρατήσουν στην Σύνοδο.  
Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 4 Ιουνίου το 327, αφού έλαβε πριν πληροφορία του θανάτου του από άγγελο Κυρίου. Ο λαός θρήνησε τον σεβάσμιο και άγιο Επίσκοπό του, όπως και ο αυτοκράτορας Μ. Κωνσταντίνος, ο οποίος έδωσε εντολή να κτιστεί στην Πόλη ναός επ’ ονόματί του, όπου είχε αναστηλωθεί και εικόνα του. Σύμφωνα με κάποιους μελετητές ο ναός του αγίου Μητροφάνη βρισκόταν  κοντά στο ναό του Αγίου Μάρτυρος Ακακίου, στο Επτάσκαλο, όπου φυλάσσονταν τα τίμια λείψανά του, τα οποία επιτελούσαν άπειρα θαύματα. Η τίμια κάρα του φυλάσσεται σήμερα στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους, η οποία ευωδιάζει και θαυματουργεί.

https://www.nyxthimeron.com/

Αγίες Μάρθα και Μαρία: Οι αδελφές του Λαζάρου




Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου – Καθηγητού
     Η οικογένεια του αγίου Λαζάρου είχε την ύψιστη ευλογία να απολαμβάνει τη φιλία με τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και να Τον φιλοξενεί στο σπίτι της.
    Σύμφωνα με τις ευαγγελικές διηγήσεις, ζούσαν η ευσεβής οικογένεια του Λαζάρου και των δύο αδελφών του, της Μάρθας και της Μαρίας στην κώμη Βηθανία, ένα μικρό χωριό, που ταυτίζεται παραδοσιακά με τη σημερινή πόλη αλ-Εϊζαριγιά, στη Δυτική Όχθη, στους ανατολικούς πρόποδες του όρους των Ελαιών, περίπου 2,5 χιλιόμετρα ανατολικά της Ιερουσαλήμ. Δεν αναφέρεται πως συνδέθηκαν με φιλία με τον Κύριο. Εικάζουμε ότι συνδέονταν με κάποια μακρινή συγγένεια.
    Στο 10ο κεφάλαιο του Ευαγγελίου του Λουκά αναφέρεται μια από τις επισκέψεις του Χριστού στο σπίτι τους στη Βηθανία. Η μεγαλύτερη αδελφή, η Μάρθα, ήταν η οικοδέσποινα και φρόντιζε να προσφέρει περισσή φροντίδα για τον υψηλό επισκέπτη τους και τους μαθητές Του. Ο Κύριος καθισμένος δίδασκε και η μικρότερη αδελφή η Μαρία άκουγε με προσοχή καθήμενη στα πόδια Του, αδιαφορώντας για να προσφέρει τη βοήθειά της στην κοπιώσα Μάρθα.
     Η απορρόφησή της Μαρίας από τα θεία λόγια του Χριστού και η αδιαφορία της να βοηθήσει την αδελφή της, ενόχλησε τη Μάρθα και γι’ αυτό παραπονέθηκε στο Χριστό, ότι την εγκατέλειψε μόνη να ετοιμάσει την φιλοξενία και Του ζήτησε να αφήσει την ακρόαση του λόγου Του και να τη βοηθήσει στην διακονία της.
      Τότε λοιπόν ο Χριστός βρήκε την ευκαιρία να διδάξει την Μαρία ότι η ενασχόληση με τα πνευματικά θέματα είναι ασύγκριτα πιο σημαντική από την ενασχόληση με τα υλικά και τις βιοτικές μέριμνες. Της είπε: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζεις για πολλά πράγματα, αλλά όμως για ένα υπάρχει ουσιαστική χρησιμότητα». «Η αδελφή σου η Μαρία επέλεξε την αγαθή μερίδα, έκαμε την σωστή επιλογή, με το να ακούει τα σωτήρια λόγια μου».
     Σύμφωνα με άλλες ευαγγελικές ρήσεις του Κυρίου τα λόγια Του είναι ζωή, όχι βιολογική, αλλά πνευματική, αληθινή, «τά ρήματα ἅ ἐγώ λαλῶ ὑμῖν, πνεῦμά ἐστι καί ζωή ἐστιν» (Ιωάν.7,63). Γι’ αυτό η Μαρία είχε απορροφηθεί από αυτά, διότι αισθανόταν στην άδολη και αγνή ψυχή της τα σωτήρια μηνύματά τους.
     Εικάζουμε πως μετά από αυτό και η Μάρθα άφησε τις ετοιμασίες και κάθισε να ακούσει τα θεία λόγια του Ιησού.
     Ο ιερός Ευαγγελιστής αναφέρει και μια άλλα λεπτομέρεια σε αυτή τη διήγηση. Πολύς κόσμος είχα μάθει για την επίσκεψη του φημισμένου δασκάλου στο χωριό τους και συγκεντρώθηκαν να Τον δουν και να ακούσουν το κήρυγμά Του. Κάποια γυναίκα από το πλήθος ενθουσιάστηκε από τα λόγια Του και άρχισε να φωνάζει, απευθυνόμενος σε Αυτόν: «Μακάρια είναι η κοιλιά που σε γέννησε και οι μαστοί που σε θήλασαν»! Ο Κύριος συμφώνησε, απαντώντας «μενούνγε», που σημαίνει «βεβαίως». Και πρόσθεσε: «μακάριοι όσοι ακούν τα λόγια μου και το εφαρμόζουν στη ζωή τους» (Λουκ.10,      )!
      Αλλά υπάρχει και άλλη ευαγγελική διήγηση για τις δύο αδελφές. Ο διάλογος του Χριστού με αυτές κατά την ανάσταση του αδελφού τους Λαζάρου.    
     Λίγο πριν την είσοδό Του στην Ιερουσαλήμ ο Κύριος, για να υποστεί το εκούσιο Πάθος Του, έλαβε μήνυμα από τη Μάρθα και τη Μαρία ότι ο Λάζαρος ήταν βαριά άρρωστος και Τον παρακαλούσαν να πάει να τον γιατρέψει, όπως είχε γιατρέψει τόσους άλλους.  Ο Χριστός όμως δεν έσπευσε αμέσως, αλλά καθυστέρησε σκοπίμως, διαβεβαιώνοντας τους απεσταλμένους πως «αύτη η ασθένεια ούκ  έστι προς θάνατον, αλλ’ υπέρ της δόξης του Θεού, ίνα δοξασθή ο υιός του Θεού δι΄ αυτής» (Ιωάν.11,4). Αλλά ο Λάζαρος πέθανε και θάφτηκε σε σπηλαιώδες μνημείο.
         Ο Χριστός αφού έμεινε δύο ημέρες στον τόπο που βρισκόταν πήρε τους μαθητές του και γύρισε στην Ιουδαία και κατευθύνθηκε στη Βηθανία, παρ’ όλο ότι οι μαθητές Του τον προειδοποιούσαν για τον κίνδυνο να τον λιθοβολήσουν οι Ιουδαίοι. Καθ’ οδόν  τους διαβεβαίωνε πως «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται, αλλά πορεύομαι ίνα εξυπνίσω αυτόν. Είπον ουν οι μαθηταί αυτού, Κύριε, ει κεκοίμηται, σωθήσεται. Ειρήκει δε ο Ιησούς περί του θανάτου αυτού, εκείνοι δε έδοξαν ότι περί της κοιμήσεως του ύπνου λέγει. Τότε ουν είπεν αυτοίς ο Ιησούς παρρησία, Λάζαρος απέθανε, και χαίρω δι’ ημάς, ίνα πιστεύητε, ότι ουκ ήμην εκεί» (Ιωάν.11,12-15).
        Η ενθουσιώδης Μάρθα, όταν έμαθε ότι ο Χριστός έρχεται στην βυθισμένη στο πένθος Βηθανία, έτρεξε να Τον προϋπαντήσει και με απόλυτη εμπιστοσύνη σε Αυτόν του είπε: «Κύριε, ει ης ώδε, ο αδελφός μου ουκ αν ετεθνήκει. Αλλά και νυν οίδα ότι όσα αν αιτήση τον Θεόν, δώσει σοι ο Θεός». Ο Ιησούς της λέει ξεκάθαρα: «αναστήσεται ο αδελφός σου» (Ιωάν.11,24) και διαβεβαιώνει πανηγυρικά: «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται΄ και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιωάν.11,26). Μετά ζήτησε να τον οδηγήσουν στο μνημείο και να άρουν τον λίθο από την θύρα του σπηλαίου. Τότε η Μαρία τον προειδοποίησε: «Κύριε, ήδη όζει΄ τεταρταίος γαρ εστι». Ο Χριστός της είπε πως «ουκ είπον σοι ότι εάν πιστεύσης όψει την δόξαν του Θεού;» (Ιωάν.11,40). Αφού κύλησαν το λίθο ο Κύριος στάθηκε μπροστά στο μνημείο και σήκωσε τα μάτια στον ουρανό και είπε: «Πάτερ, ευχαριστώ σοι ότι ήκουσάς μου. Εγώ δε ήδειν ότι πάντοτέ μου ακούεις΄ αλλά δια τον όχλον τον παρεστώτα είπον, ίνα πιστεύσωσιν ότι συ με απέστειλας» (Ιωάν.11,41). Κατόπιν φώναξε με δυνατή φωνή: «Λάζαρε δεύρο έξω». Το θαύμα έγινε, ο Λάζαρος έζησε και εξήλθε του μνημείου δεμένος με τα νεκρικά ενδύματα. Ο Χριστός έδωσε εντολή να τον λύσουν και να περπατήσει.
     Μετά από αυτό οι δύο άγιες αδελφές κάλεσαν τον Κύριο στο σπιτικό τους να τον φιλοξενήσουν και να τον ευχαριστήσουν για το θαύμα της ανάστασης του αδελφού τους. Κατά τη διάρκεια του δείπνου η Μαρία πήρε ένα πολυτελές δοχείο και το άδειασε στα πόδια του Χριστού, και κατόπιν έλυσε τα πλούσια μαλλιά της και τα σκούπισε με αυτά και ευωδίασε όλος ο οίκος. Τότε ο μελλοντικός προδότης μαθητής Ιούδας ο Ισκαριώτης εξέφρασε τη «λύπη του» για την έκχυση του πολύτιμου μύρου, λέγοντας ότι αυτό θα μπορούσε να πωληθεί και να δοθεί στον φτωχούς. Αλλά «εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ' ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν» (Ιωάν.12,6)! Και ο Χριστός τον αποστόμωσε λέγοντας: «ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε» (στ.7).
     Εικάζεται ότι ακολούθησαν το Χριστό κατά την είσοδό Του στην Ιερουσαλήμ και βίωσαν τα τραγικά γεγονότα της σύλληψης, της δίκης και της σταύρωσής Του. Η εκκλησιαστική παράδοση τις θέλει να συγκαταλέγονται στις άγιες Μυροφόρες, με την φράση του ευαγγελιστή Ματθαίου «εν αις» (Ματθ.27, 56), γενόμενες μάρτυρες της Αναστάσεως.
     Μετά τον λιθοβολισμό του αγίου Στεφάνου οι Ιουδαίοι άρχισαν σφοδρό διωγμό κατά των χριστιανών. Μεταξύ των άλλων συνελήφθησαν και οι άγιες Μάρθα και Μαρία, οι οποίες διώχτηκαν στην εξορία. Το πλοίο που μετέφερε την  Μάρθα προσάραξε στην Προβηγκία, στη νότια Γαλλία. Η αγία εγκαταστάθηκε εκεί και άρχισε τον ευαγγελισμό στις πόλεις Αβινιόν και Ταρασκόν, κηρύσσοντας με θέρμη τον αναστημένο Χριστό και μεταστρέφοντας πολλούς. Δημιούργησε ένα ευλογημένο κοινόβιο με άλλες ενάρετες γυναίκες, αφιερωμένες στην υπηρεσία της Εκκλησίας και των ενδεών.
      Κοιμήθηκε σε προχωρημένη ηλικία και ετάφη με τιμές από την αδελφότητα. Σώζεται ο τάφος της και είναι ως τα σήμερα η προστάτης της Προβηγκίας. Σώζεται επίσης η τιμία κάρα της και η δεξιά της χείρα, τα οποία λιτανεύονται κατά τις εορτές του ναού.
     Το πλοίο με την αγία Μαρία και τους λοιπούς χριστιανούς έφτασε στην Γαλλία και εκείνη εγκαταστάθηκε στις πόλεις Αίκς και Μασσαλία. Αργότερα αποσύρθηκε σε ερημική περιοχή της Προβηγκίας, στο  Saint Baume (= Άγιον Όρος), όπου ασκήτεψε για χρόνια σε σπήλαιο, διάγοντας ενάρετη ζωή και τρέφονταν από έναν άγγελο.
      Κοιμήθηκε ειρηνικά και ετάφη από τον άγιο Μαξιμίνο, τον πρώτο Επίσκοπο της πόλεως Αίκς . Σήμερα σώζεται η σαρκοφάγος του ιερού σκηνώματός της, στην πόλη «Άγιος Μαξιμίνος», κατασκευασμένη από αλάβαστρο, σε ανάμνηση του αλαβάστρινου δοχείου που περιείχε το μύρο, με το οποίο μύρωσε το Χριστό. Σώζεται επίσης πολύτιμη λειψανοθήκη, με την ευωδιάζουσα τίμια κάρα της. Τέλος στην πόλη Βεζελαί σώζονται τα μαλλιά της, με τα οποία σκούπισε τα πόδια του Κυρίου.
      Η μνήμη των αγίων Μάρθας και Μαρίας τιμάται στις 4 Ιουνίου.

https://www.nyxthimeron.com/