Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2026

Προσδοκίες Σταυρού




Οι άνθρωποι στη ζωή μας έχουμε προσδοκίες. Θέλουμε να εκπληρώσουμε στόχους, ελπίζουμε ότι οι οικείοι μας θα μας συμπαρασταθούν, ότι θα βρεθούν κάποιοι που θα συμμεριστούν τις σκέψεις και τα οράματά μας, ότι δικαιούμαστε να πετύχουμε και θα έρθουν οι περιστάσεις έτσι, ώστε ό,τι προσδοκούμε να πραγματοποιηθεί. Οι προσδοκίες μας βοηθούν να μη λυγίσουμε στις δυσκολίες, αλλά να ελπίσουμε. Οι προσδοκίες όμως μπορεί να γίνουν αιτία οι όποιες ματαιώσεις να μας καταβάλουν, εάν δεν έχουμε υπ’ όψιν ένα μήνυμα ζωής, το οποίο η πίστη στον Θεό το καθιστά οδηγό στη ζωή.
Οι όποιες προσδοκίες μας περνούν μέσα από σταυρό. Σταυρός είναι ο κόπος. Είναι η απόφασή μας να αντέξουμε και στις ήττες μας. Να επαναπροσδιορίσουμε τους στόχους μας κάνοντας αυτοκριτική για τις προσπάθειές μας, βλέποντας αν στέκεται ό,τι έχουμε επιλέξει ή όχι, αν όντως πρέπει να περιμένουμε από τους άλλους βοήθεια ή αν ο δρόμος μας είναι εκ των πραγμάτων μοναχικός, διότι είτε δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε αληθινά μαζί τους, να τους καταστήσουμε μετόχους και κοινωνούς των οραματισμών μας είτε όντως χρειάζεται να παλέψουμε με τις αντιθέσεις των ανθρώπων και της ζωής, διότι αυτό που έχουμε επιλέξει δεν είναι το εύκολο. Και είναι σταυρός η αλήθεια, διότι καλούμαστε να συνειδητοποιήσουμε ότι ξεκινάμε από την μοναξιά μας για να πετύχουμε κάτι. Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι οι άλλοι τον καταλαβαίνουν αυτόματα; Μόνο αν αγαπάς και σε αγαπάνε μπορεί να βρεθεί η βάση για την αλληλοστήριξη και αυτό θέλει χρόνο.
Στην εποχή μας κάνουμε ένα άλμα στις σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας, ιδίως τους οικείους μας. Στο ζευγάρι ο ένας θεωρεί ότι ο άλλος καταλαβαίνει τις προσδοκίες του, διότι προϋποτίθεται η αγάπη, διότι υπάρχει γνωριμία, διότι έχει περάσει χρόνος μαζί, διότι αν δεν σε νιώθει ο δικός σου άνθρωπος, τότε ποιος ο λόγος να υπάρχει σχέση; Και θεριεύουν οι λογισμοί, όταν ο άλλος δεν κατανοεί τις προσδοκίες σου. Κι όμως, πολλά προβλήματα θα μπορούσαν να είχαν λυθεί, αν υπήρχε η τόλμη της ειλικρίνειας, που περνά μέσα από τον σταυρό. Η σχέση δεν είναι αυτονόητα διάφανη. Μπορούμε να την κάνουμε. Είναι σταυρός να παραδεχτείς τα λάθη σου. Είναι σταυρός να ζητήσεις χρόνο από τον άλλο, να σε ακούσει και να του εξηγήσεις τι περιμένεις. Μπορεί να σε απορρίψει ή να μη δώσει σημασία. Όμως αν δεν λυγίσεις στον σταυρό αυτό και επιμείνεις αγαπητικά, όπως και υπομονετικά, θα μοιραστείς τις προσδοκίες σου. Αυτό προϋποθέτει όμως και χρόνο από τη δική σου πλευρά για να μοιραστείς τις προσδοκίες του. Ο σταυρός είναι αμφοτέρων.
Όταν φέρνουμε στον κόσμο παιδιά, έχουμε την προσδοκία της χαράς, της εξιδανίκευσης ότι γινόμαστε γονείς και ότι αυτό είναι κάτι πανέμορφο. Όμως η γονεϊκότητα είναι σταυρός και ευθύνη ταυτόχρονα. Ο σταυρός έγκειται στο ότι το μεγάλωμα του παιδιού θέλει πολύ κόπο και χρόνο, θέλει θυσία. Η ευθύνη έγκειται στο ότι θα αφήσουμε αυτά που νοηματοδοτούν τη δική μας ζωή, για να δώσουμε προτεραιότητα και σε εκείνα που θα δώσουν νόημα στη ζωή των παιδιών. Και δεν περιορίζονται στις υλικές συνθήκες αυτά ή στα εφόδια που πρέπει να δώσουμε. Ο σταυρός έγκειται στην απόφαση να συγχωρήσουμε την έκφραση του εγώ και του θελήματος του παιδιού μας και να το αγαπήσουμε όπως κι αν είναι. Να παλέψουμε να χτίσουμε δυνατό χαρακτήρα, αλλά να μην απογοητευτούμε για τα λάθη και τις ήττες, ακόμη και την απόρριψη προς εμάς.
Ο λόγος του Σταυρού του Χριστού έμοιαζε μωρία για τους καλλιεργημένους της εποχής του και κάθε εποχής. Όμως ο σταυρός είναι η μόνη προσδοκία που φέρνει ανάσταση. Ας αφήσουμε λοιπόν τον Χριστό να μας βοηθήσει και στους δικούς μας σταυρούς και να αντέξουμε κρατώντας την προσδοκία της αγάπης και της ανάστασης ως εφόδιο ζωής.  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια», στο φύλλο της Κυριακής 13 Σεπτεμβρίου 2026
https://www.nyxthimeron.com/

Υψώνεται ο Σταυρός, υψώνεται ο άνθρωπος




Του π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ
Σήμερα η Εκκλησία υψώνει στο μέσον του Ναού τον Τίμιο Σταυρό και μας καλεί να σηκώσουμε τα μάτια προς αυτόν. Ένα ξύλο γίνεται θρόνος του Βασιλέως, τόπος της μεγάλης προσφοράς, σημείο που σφραγίζει τη ζωή μας από τη στιγμή του Βαπτίσματος έως την ώρα της εξόδου μας από αυτόν τον κόσμο. Κάνουμε τον σταυρό μας στη χαρά και τη λύπη, στην αρχή της ημέρας και το τέλος της, μπροστά σε μιαν απόφαση, σε μια δυσκολία, σ’ ένα κρεβάτι ασθενείας, πάνω από το ψωμί που πρόκειται να φάμε, μπροστά στον τάφο ενός αγαπημένου μας. Σαν να θέλουμε κάθε φορά να πούμε: Χριστέ μου, βάλε κι εδώ τη σφραγίδα της παρουσίας Σου.
Το σημερινό Ευαγγέλιο μάς μεταφέρει στον Γολγοθά. Ακούμε τις κραυγές και τις φωνασκίες, κάπου (νίπτοντα τας χείρας) βλέπουμε τον Πιλάτο, τους αφηνιασμένους στρατιώτες, την επιγραφή επάνω στον Σταυρό, τη Μητέρα του Ιησού και τον αγαπημένο μαθητή. Και μέσα σ’ αυτή τη συγκλονιστική ώρα ακούγεται μία μόνο λέξη από τα χείλη του Εσταυρωμένου: «Τετέλεσται». Μια λέξη που κλείνει μέσα της μιαν ολόκληρη ζωή προσφοράς. Ο Χριστός αγάπησε μέχρι τέλους. Έφθασε ώς εκεί όπου η αγάπη προσφέρει ολόκληρο τον εαυτό της.
Ο άγιος Σωφρόνιος του Έσσεξ το είπε με τρόπο συγκλονιστικό: «Η μεγαλύτερη οδύνη είναι ν’ αγαπά κάποιος μέχρι τέλους. Ο Χριστός αγάπησε τόσο πολύ, ώστε παραδόθηκε σε φρικτό θάνατο». Ίσως εδώ βρίσκεται ένα κλειδί για να ξεκλειδώσουμε και κατανοήσουμε το μυστήριο του Σταυρού. Ο Χριστός, ανεβαίνοντας στον Γολγοθά φανερώνει πόσο μακριά μπορεί να φθάσει η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο. Ώς την τελευταία αναπνοή. Ώς το «Τετέλεσται».
Και μέσα σ’ αυτή την ώρα της οδύνης συμβαίνει κάτι εξαιρετικά ανθρώπινο. Ο Ιησούς βλέπει τη Μητέρα Του και κοντά της τον μαθητή που αγαπούσε. «Γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου», της λέγει, και προς τον μαθητή: «Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου». Ακόμη και επάνω στον Σταυρό ο Χριστός φροντίζει να ενώσει ανθρώπους. Παραδίδει τον έναν στον άλλον. Δημιουργεί συγγένεια μέσα από την αγάπη. Και ο ευαγγελιστής σημειώνει: «καὶ ἀπ’ ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια». Ο πόνος γίνεται χώρος όπου ο ένας χωρά τον άλλον.
Ύστερα η λόγχη ανοίγει την πλευρά Του και «εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ». Από μια πληγή αναβλύζει ζωή. Αυτή είναι η μεγάλη ανατροπή του Σταυρού. Η Εκκλησία κοιτάζει την πληγωμένη πλευρά του Κυρίου και βλέπει πηγή ζωής, βλέπει την Ευχαριστία και το Βάπτισμα, βλέπει τον άνθρωπο να βρίσκει πάλι τον δρόμο προς τον Θεό. Γι’ αυτό ο Σταυρός μας είναι τίμιος και ζωοποιός. Πάνω του η πληγή μεταμορφώνεται σε πηγή και το τέλος ξανοίγει δι-έξοδο προς την Ανάσταση.
Κάτω από αυτόν τον Σταυρό στεκόμαστε σήμερα κι εμείς. Και ο καθένας φέρνει τον δικό του μικρό ή μεγάλο σταυρό. Ένα σώμα που κουράστηκε, μια αρρώστια, ένα σπίτι που δοκιμάζεται, μια απουσία που ακόμη πονά, ένα παιδί που μας ανησυχεί, μια απογοήτευση, μια προσευχή που κρατά χρόνια. Υπάρχουν σταυροί που φαίνονται και σταυροί που τους γνωρίζει μονάχα εκείνος που τους σηκώνει και ο Θεός. Κάποτε συναντάμε ανθρώπους χαμογελαστούς και αγνοούμε πόση νύχτα πέρασαν, ώσπου να φθάσουν σ’ εκείνο το χαμόγελο.
Ο όσιος Παΐσιος, άνθρωπος που γνώρισε πολύ καλά την ασθένεια και τη δοκιμασία, έλεγε ότι «οι σταυροί των δοκιμασιών είναι ανώτεροι από τα “τάλαντα”, από τα χαρίσματα, που μας δίνει ο Θεός». Βαρύς λόγος. Κατανοείται κυρίως όταν περάσει από την ίδια τη ζωή. Γιατί η δοκιμασία μπορεί να μαλακώσει την καρδιά, να μας κάνει πιο επιεικείς, να μας μάθει να ακούμε τον πόνο του άλλου, να μας οδηγήσει σε μια προσευχή πιο αληθινή. Τότε ο σταυρός γίνεται σιωπηλό σχολείο της ψυχής.
Ο Χριστός, άλλωστε, ποτέ δεν μας ζήτησε να αγαπήσουμε τον πόνο. Μας κάλεσε να αγαπήσουμε Εκείνον. Κι όταν Εκείνος βρίσκεται μέσα στη δοκιμασία μας, αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο τη σηκώνουμε. Ο άγιος Πορφύριος, μιλώντας για τη σταυρική θυσία του Χριστού, θυμόταν πως από την προσευχή τού έρχονταν «δάκρυα χαράς κι ευφροσύνης… για την αγάπη και τη σταυρική θυσία του Χριστού». Προσέξτε: μιλά για τη θυσία και συγχρόνως για χαρά. Αυτή είναι η παράξενη εμπειρία της Εκκλησίας. Ο Σταυρός έχει πόνο, μα μέσα του κυοφορείται ήδη η χαρά της Αναστάσεως.
Και κάτι ακόμη. Ο Σταυρός γίνεται μέτρο των σχέσεών μας. Ο άγιος Σωφρόνιος γράφει έναν τολμηρό λόγο: «Όταν είμαι “σταυρωμένος”, τότε έχω την τόλμη να πω στον Πατέρα: “Σε αγαπώ”». Γιατί η αγάπη -συχνά πυκνά- κοστίζει. Κοστίζει να συγχωρήσεις. Κοστίζει να κάνεις χώρο στον άλλον. Κοστίζει να μείνεις κοντά σε κάποιον στις δύσκολες ημέρες του. Κοστίζει να σωπάσεις, ενώ πληγώνεσαι. Κοστίζει να δώσεις χρόνο, να κουραστείς, να περιμένεις. Εκεί η αγάπη αποκτά σταυρικό σχήμα. Και τότε αρχίζουμε λίγο να μοιάζουμε στον Εσταυρωμένο.
Σήμερα πλησιάζουμε τον Τίμιο Σταυρό. Ας μη βιαστούμε. Ας έχουμε μέσα μας για ικεσία ένα όνομα. Το όνομα κάποιου που αγαπάμε, κάποιου που υποφέρει, ίσως και κάποιου που μας δυσκολεύει, κάποιου που μας ποτίζει -ενδεχομένως- με την τοξικότητά του. Ας έχουμε έναν καημό, μιαν ευχαριστία, μια κρυφή προσευχή. Και όταν σκύψουμε να ασπασθούμε τον Σταυρό, ας αφήσουμε για μια στιγμή εκεί το βάρος μας. Ο Χριστός γνωρίζει τι κουβαλά ο καθένας.
Και ύστερα ας σηκωθούμε! Γιατί αυτό κάνει σήμερα η Εκκλησία: υψώνει τον Σταυρό, για να υψώσει μαζί του και τον άνθρωπο. Τον παίρνει από τον φόβο και τον οδηγεί στην εμπιστοσύνη, από την πληγή στην ελπίδα, από τον Γολγοθά προς το φως της Αναστάσεως.
Γι’ αυτό προσκυνούμε σήμερα τον Σταυρό και ψάλλουμε: «Τὸν Σταυρόν σου προσκυνοῦμεν, Δέσποτα, καὶ τὴν ἁγίαν σου Ἀνάστασιν δοξάζομεν». Γιατί τελικά αυτό είναι ο Σταυρός του Χριστού: μια αγκαλιά ανοιχτή, που έμεινε ανοιχτή για όλους!!!

https://www.nyxthimeron.com/

Το σταυρικό πολίτευμα της Εκκλησίας (Θεολογικό σχόλιο στην Ύψωση του Τιμίου Σταυρού)




Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου – Καθηγητού 
        Η μεγάλη εορτή της Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, είναι ημέρα χαρμολύπης για εμάς τους πιστούς. Ημέρα χαράς, διότι δια του σταυρικού θανάτου του Λυτρωτή μας Χριστού λάβαμε την απολύτρωση από τα φρικτά δεσμά του διαβόλου, τη δουλεία της αμαρτίας και τον πικρό θάνατο. Ημέρα λύπης, διότι φέρνει στη θύμησή μας τη θεοκτονία, το σταυρικό θάνατο του Χριστού, την μεγαλύτερη κακουργία όλων των εποχών, την έσχατη κατάντια της πτώσεώς μας και ταυτόχρονα την ανάγκη της από το Θεό σωτηρίας μας.
        Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός παραδόθηκε «ίνα σταυρωθή», ως «παραβάτης» του Νόμου, με τις διατάξεις του Νόμου, «ὅτι Θεοῦ υἱόν ἑαυτόν ἐποίησε» (Ἰωάν. 10,7). «Ημεῖς νόμον ἔχομεν καί κατά τόν νόμον ἡμῶν ὀφείλει ἀποθανεῖν», απαιτούσαν οι Ιουδαίοι από τη ρωμαϊκή εξουσία. Ο Νομοθέτης καταδικάστηκε από τον δικό Του Νόμο και θανατώθηκε με τις διατάξεις του! Πέθανε (σωματικά) επάνω στο σταυρό ως «επικατάρατος», διότι όποιος πέθαινε δια του θανάτου του σταυρού θεωρούνταν καταραμένος (Δευτ. 21,22. Γαλ.3,13).    
        Αλλά, με τη γενική έννοια της κατάρας, επικατάρατος ήταν ο κάθε άνθρωπος, ως παραβάτης της εντολής του Θεού (Γεν. 3,6) και υποκείμενος στο θάνατο, σύμφωνα με την προειδοποίηση του Θεού προς τους πρωτοπλάστους: «ᾗ δ᾿ ἂν ἡμέρᾳ φάγητε ἀπ᾿ αὐτοῦ, θανάτῳ ἀποθανεῖσθε» (Γεν. 2,17). Όμως ήρθε ο Χριστός στον κόσμο για να ελευθερώσει τον άνθρωπο από την αρχέγονη κατάρα και να άρει τις τραγικές συνέπειές της, που ήταν ο θάνατος. Ο Σωτήρας μας «ημάς εξηγόρασεν εκ της κατάρας του νόμου γενόμενος υπέρ ημών κατάρα» (Γαλ. 3,13), για να καταργήσει την κατάρα του ανθρωπίνου γένους. Με τον θάνατό Του μετέβαλε την κατάρα σε ευλογία και το φονικό μέσον της σταυρώσεως, τον σταυρό, σε πηγή αγιασμού και απολυτρώσεως. Η θεία αγάπη υπερίσχυσε της ανθρώπινης κακίας και δε λειτούργησε εκδικητικά. Ο άνθρωπος έδωσε πόνο και θάνατο στο Θεό και Εκείνος ανταπέδωσε αγάπη! Ο σταυρός πλέον, από καταραμένο μέσον θανατώσεως κακούργων, έγινε το σύμβολο της αγάπης και της θυσίας. Έγινε το σύμβολο της καταλλαγής, Θεού και ανθρώπου και των ανθρώπων μεταξύ τους. Έπαψε πλέον να είναι συνυφασμένος με το θάνατο, να προξενεί το θάνατο σε όσους ανέβαιναν σε αυτόν και έγινε πηγή της ζωής και της αθανασίας! 
       Ο Τίμιος Σταυρός ορίζεται ως το «Πολίτευμα της Εκκλησίας μας». Ψάλλουμε κατά την αγιώνυμη ημέρα: «Σώσον Κύριε τον λαόν Σου και ευλόγησον την κληρονομίαν Σου … διά του Σταυρού Σου πολίτευμα». Τι είναι όμως το πολίτευμα του Σταυρού και πως βιώνεται στην ζωή των πιστών; Δια της αγάπης! Ο Χριστός έπαθε και πέθανε στο Σταυρό, εξαιτίας της άμετρης αγάπης Του για τον πεσόντα άνθρωπο (Ιωάν. 3,16), φανερώνοντας το σταυρικό της χαρακτήρα. Δείχνοντας και σε μας πως και η δική μας αγάπη, δηλαδή η αγαπητική σχέση μας με τους συνανθρώπους μας, θα πρέπει να είναι σταυρική. Να είναι αποτέλεσμα θυσίας και «κενώσεως» από κάθε εγωιστική μας διάθεση και κατάσταση. Αγάπη χωρίς το στοιχείο του Σταυρού δεν υπάρχει. Αγάπη ξέχωρη από το Σταυρό, χωρίς προσωπική «σταύρωση» είναι κάλπικη και εγωιστική. Η αληθινή αγάπη πραγματώνεται και εκδηλώνεται μόνο δια της «κενώσεως», «έως θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ. 2,8). Πρότυπο αυτής της αγάπης είναι η «θεία κένωση», η Ενανθρώπηση του Θεού, το «άδειασμα» της θείας δόξας και η «ένδυση μορφής δούλου», για να επιτευχθεί η σωτηρία μας. Δεν μπορούμε να ισχυριζόμαστε ότι «αγάπην έχομεν», αν δεν «σταυρώσουμε» τον εαυτό μας, αν δηλαδή δεν «σκοτώσουμε» το εγώ μας, το ατομικό μας θέλημα, εάν δεν αποκολληθούμε από την ατομικιστική μας περιχαράκωση και αυτάρκεια. 
       Ο Χριστός μας δίδαξε πως αν θέλουμε να σώσουμε την ψυχή μας, πρέπει να την χάσουμε, «ος γαρ αν θέλῃ την ψυχὴν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν· ος δ᾿ αν απολέσῃ την εαυτού ψυχὴν ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν» (Μαρκ. 8,34). Λόγος παράξενος και ακατανόητος για τον «κόσμο». Εδώ με την λέξη ψυχή εννοείται η ζωή, όχι η βιολογική, αλλά ο λόγος της υπάρξεώς μας, ο προορισμός μας. Ο Κύριος μας παραγγέλλει με τον παράξενο και ακατανόητο για τον «κόσμο» αυτό λόγο, να «απολέσουμε» θεληματικά την εγωιστική μας περιχαράκωση και αυτάρκεια, να αποβάλλουμε το δαιμονικό αυτό σύμπτωμα στην πτωτική μας φύση, το οποίο μας οδηγεί αναπόφευκτα στην απώλεια, στον πνευματικό θάνατο. Όσο εμμένουμε στην αφύσικη και παρείσακτη αυτή κατάσταση θα πορευόμαστε στη φθορά και το θάνατο. Το αντίδοτο του ατομικού μας θανάτου είναι η θανάτωση του εγώ μας, δηλαδή ο σταυρικός τρόπος της ζωής μας, η εγκοπή του ατομικού μας θελήματος, η απαγκίστρωσή μας από την εγωιστική μας περιχαράκωση. 
      Ο Χριστός δίδαξε την αγάπη και την αλληλοδιακονία, ως την θεμελιώδη ειδοποιό διαφορά των πιστών Του με τον «κόσμο», η οποία ερείδεται επί της προσωπικής μας «σταυρώσεως», δηλαδή, του «αδειάσματος» του εγώ μας, της ταπείνωσής μας. Να σημειώσουμε πως η χριστιανική έννοια της αγάπης δεν είναι απλά εκπλήρωση καθήκοντος, εκδήλωση ανθρωπιστικού ενδιαφέροντος, ικανοποίηση συναισθήματος (π.χ. συμπόνιας, λύπης, κλπ), αλλά θυσιαστική διάθεση, στάση και τρόπο ζωής. Ο Χριστός είναι σαφής: «ος αν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος αν θέλη υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος»  (Μαρκ. 9,42-44). Η έμπρακτη αγάπη είναι τρόπος ζωής και πολιτείας. 
      Οι χριστιανοί καλούνται να αποδείξουν την γνησιότητά τους με την διακονία των αδελφών τους. Να αισθάνονται τους συνανθρώπους τους ως «μέλη του ενός σώματος», καθ’ ότι «καθάπερ γὰρ τὸ σῶμα ἕν ἐστι καὶ μέλη ἔχει πολλά, πάντα δὲ τὰ μέλη τοῦ σώματος τοῦ ἑνός, πολλὰ ὄντα, ἕν ἐστι σῶμα, οὕτω καὶ ὁ Χριστός· καὶ γὰρ ἐν ἑνὶ Πνεύματι ἡμεῖς πάντες εἰς ἓν σῶμα ἐβαπτίσθημεν, εἴτε ᾿Ιουδαῖοι εἴτε ῞Ελληνες, εἴτε δοῦλοι εἴτε ἐλεύθεροι, καὶ πάντες εἰς ἓν Πνεῦμα ἐποτίσθημεν. καὶ γὰρ τὸ σῶμα οὐκ ἔστιν ἓν μέλος, ἀλλὰ πολλά» (Α΄ Κορ. 12,12-14). Να πονάνε στον πόνο τους και να χαίρονται στη χαρά τους. Αυτή είναι η «κοινωνία των αγίων», η «καινή κτίσις» (Β΄ Κορ. 5,17), ο νέος κόσμος του Θεού, θεμελιωμένος στην προσωπική «σταύρωση» του καθενός και όλων μαζί. Αυτή είναι η κοινωνία της αγάπης. Αυτό είναι το πολίτευμα του Σταυρού!
     Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί πλέον την ενοποιό δύναμη της ανθρωπότητας. Αν το ξύλο της γνώσεως του καλού και του κακού στην Εδέμ (Γεν. 3ο κεφ.) έγινε πρόξενος κακού και έχθρας του ανθρωπίνου γένους, το ξύλο του Σταυρού έγινε σημείο επανένωσης των ανθρώπων στο Σώμα Του Κυρίου Ιησού Χριστού. Τα δύο σταυρωτά ξύλα του Σταυρού συμβολίζουν τη διπλή ένωση, των ανθρώπων με το Θεό (κάθετο ξύλο) και την ένωση των ανθρώπων μεταξύ τους (εγκάρσιο ξύλο). Επίσης το κάθετο ξύλο εικονίζει το πανάγιο Σώμα του Χριστού και το εγκάρσιο ξύλο παριστά τα δύο ανοιγμένα χέρια του Εσταυρωμένου Λυτρωτή μας, τα οποία αγκαλιάζουν ολόκληρη την ανθρωπότητα. Η ενοποιός δύναμη του Σταυρού του Χριστού αδελφοποιεί τους ανθρώπους, δημιουργώντας την κοινωνία της αγάπης, της αδελφοσύνης, της δικαιοσύνης και της ειρήνης. 
       Η Εκκλησία μας πορεύεται στο δισχιλιόχρονο διάβα της ιστορίας της «σταυρικά». Δεν υπάρχει εποχή που η Εκκλησία να έχει απολέσει τον σταυροαναστάσιμο χαρακτήρα της, διότι έτσι θα παρέκκλινε το σωστικό Της έργο. Ο «κόσμος» τη «σταυρώνει» και Εκείνη φανερώνει το θρίαμβο της σταυρικής της πορείας, αποδεικνύοντας πως, παρά την πολεμική εναντίον Της από τις αντίθεες δυνάμεις, «πύλαι Άδου ου κατισχύουν αυτής» (Ματθ. 16,18), νικώντας δια του Σταυρού. Αυτό είναι άλλωστε και το μέγιστο θαύμα της ιστορίας.
     Οι πιστοί ανά τους αιώνες πορεύονται σταυρικά, θυσιαστικά, αγαπητικά. Είναι ιστορικά αποδεδειγμένο πως η Εκκλησία υπήρξε η καταλυτική «μαγιά», η οποία «ζύμωσε» τον τραγικό προχριστιανικό κόσμο, εξημερώνοντας τα απάνθρωπα ήθη του, αλλάζοντας τις νομοθεσίες του, μεταλλάσσοντας τις νοοτροπίες του. Η Εκκλησία εμφανίστηκε και θεμελιώθηκε ως μια ουράνια όαση μέσα στην έρημο του προχριστιανικού κόσμου, ο οποίος ήταν το θέατρο το Σατανά, όπου διαδραματίζονταν η διαρκής τραγωδία του ανθρώπου. Για πρώτη φορά ο άλλος άνθρωπος λογίστηκε ως αδελφός, ως αξία, ως εικόνα του Θεού. Γκρεμίστηκαν όλα τα ανυπέρβλητα διαχωριστικά μεταξύ των ανθρώπων, ώστε πλέον, «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ, πάντες γαρ υμείς εις έστε εν Χριστώ Ιησού» (Γαλ. 3,28). «Ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ διά του θανάτου του υιού αυτού, πολλώ μάλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού» (Ρωμ. 5,8-10)!
      Στις πρωτοχριστιανικές κοινότητες εφαρμόστηκε για πρώτη φορά η απόλυτη ισοτιμία και η ισονομία, με βάση την αγάπη, εις τρόπον ώστε «τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ᾿ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά. … χάρις τε μεγάλη ἦν ἐπὶ πάντας αὐτούς. οὐδὲ γὰρ ἐνδεής τις ὑπῆρχεν ἐν αὐτοῖς· ὅσοι γὰρ κτήτορες χωρίων ἢ οἰκιῶν ὑπῆρχον, πωλοῦντες ἔφερον τὰς τιμὰς τῶν πιπρασκομένων καὶ ἐτίθουν παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων· διεδίδετο δὲ ἑκάστῳ καθότι ἄν τις χρείαν εἶχεν» (Πραξ. 4,32-35). Είναι ευνόητο πως για να ενταχθεί κάποιος πλούσιος, ή ευγενής, η εξέχων σε αυτή την κοινωνία έπρεπε να «σταυρωθεί», να «κενωθεί» από κάθε ατομική και εγωιστική του περιχαράκωση. Να θυσιάσει την περιουσία του, να ταπεινώσει τον εαυτό του, να τον εξισώσει με τον δούλο και τον άσημο εν Χριστώ αδελφό του. Το δικό του περίσσευμα να αναπληρώσει το υστέρημα των ενδεών. Να φάει από το κοινό φαγητό στις «αγάπες». Να εναγκαλιστεί και να σπασθεί τον κουρελή, να υπηρετήσει τον ασθενή, να προστατέψει τη χήρα και το ορφανό, να στεγάσει τον άστεγο, να παρηγορήσει και να στηρίξει τον πονεμένο, να δώσει ελπίδα στον απελπισμένο. Και τον πλέον θαυμαστό: η αγάπη εκτείνεται και ως τους εχθρούς: «Αγαπάτε τους εχθρούς ημών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς … όπως γένησθαι υιοί του πατρός υμών του εν ουρανοίς» (Ματθ. 5, 44-45)! Κανένας δε μένει έξω από την εν Χριστώ αγάπη! Αυτή είναι η έμπρακτη «σταύρωση»! 
      Η δισχιλιόχρονη ιστορία της Εκκλησίας μας είναι μια αδιάκοπη μαρτυρία, στον άνυδρο πνευματικά κόσμο, του σταυρικού πολιτεύματός της. Δεν υπάρχει εποχή που να μην σημαδεύτηκε από την θυσιαστική προσφορά της στον άνθρωπο, την κοινωνία και την ανθρωπότητα. Αυτή δημιούργησε πρώτη την κοινωνική πρόνοια και τον εθελοντισμό. Αυτή εφεύρε, οργάνωσε και λειτούργησε τα κοινωφελή ιδρύματα, τα δημόσια νοσοκομεία, τα ορφανοτροφεία, τα γηροκομεία, τη στέγαση των αστέγων, την διατροφή των πεινασμένων, την περίθαλψη των ασθενών, τη στήριξη των αδυνάτων. Είναι γνωστός ο θαυμασμός ακόμα και των ειδωλολατρών προς τους Χριστιανούς: «Δείτε πως αγαπώνται οι Χριστιανοί»! Και το κυριότερο: Αυτή εναντιώθηκε στον προχριστιανικό κόσμο, καταδεικνύοντας και καταγγέλλοντας την δαιμονική του κατοχή, τα σατανικά του πολιτεύματα, τον φρικώδη τρόπο ζωής! Ο Χριστιανισμός υπήρξε η μεγαλύτερη και πιο καταλυτική επανάσταση της ιστορίας, πληρώνοντας το τίμημα των διωγμών και των ποταμών των αιμάτων!
      Στα δύσκολα πρωτοχριστιανικά χρόνια των διωγμών, στο Βυζάντιο, όπου η κοινωνία εκχριστιανίζεται, στη φραγκοκρατία, στην τουρκοκρατία, στα φρικώδη αθεϊστικά καθεστώτα του περασμένου αιώνα, το σταυρικό πολίτευμα της Εκκλησίας ήταν πάντα παρόν, υπηρετώντας τον άνθρωπο, ως εικόνα του Θεού και δίνοντας ώθηση για την συνέχιση της πορείας του κόσμου. Αυτό, και μόνον αυτό, «μπόλιασε» τις κοινωνικές δομές του κόσμου και τους έδωσε κάποια αποτελεσματικότητα. Δεν υπάρχουν ευγενείς και επωφελείς αρχές σ’ αυτές, που να μην έχουν προέλευση χριστιανική!  
      Στις ημέρες μας η Εκκλησία μας συνεχίζει να πολιτεύεται με το πολίτευμα του Σταυρού. Υπηρετεί τον άνθρωπο, χωρίς καμιά διάκριση, ως στοργική μητέρα, αθόρυβα και συχνά επικρινόμενη από τις αντίθεες δυνάμεις, δοξολογώντας έτσι το Θεό και δείχνοντας στον πεισματικά εμμένοντα στην πτώση κόσμο, τη πολυπόθητη και «άπιαστη» γι’ αυτόν, λύση του κοινωνικού προβλήματος, η οποία δεν είναι άλλη από το Πολίτευμα του Σταυρού. 
      Με την ευκαιρία του εορτασμού της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, ας στοχαστούμε τις αστείρευτες ευλογίες, οι οποίες απορρέουν από αυτόν. Ας συνειδητοποιήσουμε πως δεν υπάρχουν πολλές έξοδοι από την τραγικότητα του πτωτικού και δαιμονοκρατούμενου κόσμου (Α΄ Ιωάν. 5,19), παρά μία, ο Ιησούς Χριστός. Πως δεν υπάρχουν πολλές πηγές αγιασμού, παρά αυτή του Τιμίου Σταυρού, ο οποίος μας αγιάζει δια της μυστηριακής οργανικής μας μετοχής στην Εκκλησία μας. Πως όλα τα δοκιμασμένα πολιτεύματα του κόσμου έχουν αποδειχθεί απόλυτα αναποτελεσματικά να λύσουν τα τραγικά διαχρονικά κοινωνικά προβλήματα, εκτός από ένα: Το Πολίτευμα του Σταυρού, το Σταυρικό Πολίτευμα στης Εκκλησίας μας, την προσωπική και συλλογική μας «σταύρωση» όπως, δι’ αυτής, «την δικαιοσύνη ζήσωμεν» (Α΄ Πέτρ. 2,21).

https://www.nyxthimeron.com/

Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΥΨΩΣΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΚΑΙ ΖΩΟΠΟΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ



Η μεγάλη Δεσποτική εορτή της υψώσεως του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού δεν αποτελεί εορτή μίας μόνο ημέρας ή έστω μερικών μόνο ημερών με κέντρο αυτήν αλλά χαρακτηρίζει ολόκληρη τη ζωή της Εκκλησίας. Κι αυτό γιατί ο Σταυρός αποτελεί το κατεξοχήν σύμβολο της χριστιανικής πίστεως, την «καθέδραν της ορθοδόξου θεολογίας» κατά πιο πατερική έκφραση, που σημαίνει πως οτιδήποτε στην Εκκλησία κατανοείται σε σχέση με τη Σταυρική θυσία Εκείνου που απεστάλη από τον Θεό Πατέρα ακριβώς για να υψωθεί στον Σταυρό και να ελκύσει με τον τρόπο αυτόν κοντά Του όλα τα έθνη. «Καγώ εάν υψωθώ από της γης πάντας ελκύσω προς εμαυτόν». Θείος μαγνήτης ο Σταυρός, δηλαδή ο επ’ αυτού ανυψωθείς ως άνθρωπος Υιός και Λόγος του Θεού, από την ελκτική δύναμη του Οποίου δεν μπορεί να αντιδράσει κάθε καλοπροαίρετος άνθρωπος όπου γης.
Τρεις είναι οι κύριες διαστάσεις της μεγάλης αυτής εορτής: η ιστορική, η θεολογική, η πνευματική.
Η ιστορική διάσταση πρώτον, διότι την αφορμή ώστε να καθιερωθεί η συγκεκριμένη εορτή την έδωσε και το όραμα του Μ. Κωνσταντίνου με το «εν τούτω νίκα» πριν από τη μάχη με τον συνάρχοντά του Μαξέντιο, οπότε πιστεύοντας στο όραμα του Σταυρού οπλίστηκε κι αυτός και το στράτευμά του με πολλή δύναμη και νίκησε τον αντίπαλό του∙ και η θαυμαστή εύρεση του τιμίου Σταυρού με τις ανασκαφές της αγίας Ελένης στα Ιεροσόλυμα, γεγονός που οδήγησε στην πρώτη ύψωσή Του (4ος αι.)∙ και η επαναφορά του Σταυρού από τον αυτοκράτορα Ηράκλειο (αρχές 7ου αι.), όταν εξεστράτευσε νικηφόρα κατά των Περσών που Τον είχαν διαρπάσει, γεγονός που οδήγησε στη δεύτερη ύψωσή Του και στα Ιεροσόλυμα και στην Κωνσταντινούπολη.
Η θεολογική διάσταση έπειτα, η οποία κατεξοχήν αυτή μάς εξηγεί γιατί ο Σταυρός συνιστά «την θύραν του Παραδείσου» και «την καθέδραν της ορθοδόξου θεολογίας» όπως είπαμε και παραπάνω. Και τι κηρύσσει η Εκκλησία μας για το θεολογικό βάθος του Σταυρού, χωρίς τον Οποίο  η σωτηρία για τον άνθρωπο ως αποκατάσταση της σχέσεώς του με τον Θεό θα ήταν ανύπαρκτη;
 α. Ότι ο Σταυρός ως η αποκορύφωση των Παθών του Κυρίου δεν μπορεί να κατανοηθεί με τις ανθρώπινες δυνάμεις, είτε τις λογικές είτε τις ψυχολογικές είτε τις συναισθηματικές και τις λοιπές. Προς κατανόησή Του απαιτείται η χαρισματική δύναμη της πίστεως, η δύναμη δηλαδή ενός μέλους της Εκκλησίας που έχει ενσωματωθεί διά του αγίου βαπτίσματος στο μυστικό σώμα του Χριστού, ώστε να μπορεί με πνευματικούς οφθαλμούς να «δει» ό,τι δεν φαίνεται αισθητά και το μυστήριο που περικλείει: την άπειρη αγάπη του Δημιουργού που δεν διστάζει προκειμένου να σώσει το αγαπημένο πλάσμα Του να γίνει άνθρωπος και μάλιστα να υποστεί την πιο εξευτελιστική τιμωρία και τον πιο αποτρόπαιο θάνατο, τον σταυρικό. Με τα λόγια του αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού «τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο ώστε τον Υιό Του τον μονογενή έδωσε, με σκοπό κάθε ένας που πιστεύει σ’ Αυτόν να μη χαθεί αλλά να έχει ζωή αιώνιο» - αγάπη έτσι σημαίνει παράδοση και θυσία για χάρη του άλλου χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Κι ακόμη να «δει» μαζί με την απειρία της αγάπης του Θεού μας και την άβυσσο της ανθρώπινης αμαρτίας, τέτοιας που οδήγησε σε θάνατο την ίδια τη Ζωή! Ο άνθρωπος που επαναστάτησε κατά του Δημιουργού του, (το προπατορικό λεγόμενο αμάρτημα), δεν παρεξέκλινε απλώς από κάποιο μονοπάτι ούτε κι έχασε κάτι δευτερεύον για τη ζωή του∙ έχασε τον Δρόμο της Ζωής κι οδηγήθηκε στο σκότος του θανάτου – η ζωή του μετά την αμαρτία του ήταν μία ζωή εν θανάτω.
β. Με τον Σταυρό του Κυρίου που αποκορυφώνει το Πάθος Του η αμαρτία του ανθρώπου αίρεται, εξαφανίζεται, γιατί τη σηκώνει επάνω Του ο ενανθρωπήσας Θεός. Ο Κύριος είναι «ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου», που θα πει ότι εν Αυτώ το χάσμα που χώριζε Θεό και άνθρωπο δεν υφίσταται πια. Με τον Χριστό που μας προσέλαβε στην ανθρώπινη φύση Του ο άνθρωπος είδε και πάλι Θεού πρόσωπο. Αν μπορούμε να ατενίσουμε τον Θεό μας είναι γιατί ήρθε Εκείνος που έδωσε τα μάτια Του ώστε να γίνουν και δικά μας μάτια – η όραση Εκείνου συνιστά και την όραση του Θεού Πατέρα: «ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα». Μετά τον Σταυρό επομένως και την Ανάσταση που ακολουθεί δεν υπάρχει αμαρτία ασυγχώρητη. Όποιος επικαλεστεί το πλήθος και το βάρος των αμαρτιών του για να μην προχωρήσει σε σχέση με τον Θεό βλασφημεί κυριολεκτικά τον Κύριο και το Πάθος Του – δεν δέχεται τη διαγραφή του χρέους από Εκείνον στον οποίο αναφέρεται κάθε χρωστούμενη αμαρτία, αρνείται να πιστέψει συνεπώς και στο άπειρο μέγεθος της αγάπης Του. Κι αυτό αποτελεί τη βλασφημία του αγίου Πνεύματος, η οποία δεν βρίσκει συγχώρηση ποτέ, κατά τον λόγο του Κυρίου.
Κι είναι τέλος η πνευματική διάσταση του Σταυρού, χωρίς την οποία πράγματι η όποια θεολογική διακήρυξη παραμένει χωρίς αντίκρυσμα και καταντά ιδεολογική πρόταση. Τι εννοούμε; Αν ο Σταυρός δεν γίνει γεγονός της ζωής του ανθρώπου, αν ο πιστός δεν ζει σταυρικά κατά το πρότυπο του Κυρίου και των αγίων Του αποστόλων και μαθητών, τότε η πίστη δεν είναι χριστιανική. Όταν ο ίδιος ο Κύριος χαρακτηρίζει ως μαθητή Του εκείνον που Τον ακολουθεί απαρνούμενος τον εγωιστικό εαυτό του και αίροντας τον σταυρό της αγάπης, τότε ποιος χωρίς τα χαρακτηριστικά αυτά μπορεί να ονομαστεί μαθητής Του; «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει», είπε, «ας απαρνηθεί τον εαυτό του και ας σηκώσει τον σταυρό του και ας με ακολουθεί». Χριστιανός σημαίνει σταυρωμένος άνθρωπος δηλαδή, όπως εξέφρασε το βίωμά του αυτό και ο μέγιστος των αποστόλων Παύλος: «Έχω σταυρωθεί μαζί με τον Χριστό, γι’ αυτό και δεν ζω πια εγώ, ζει μέσα μου ο Χριστός». Κι ας μην ξεχνάμε βεβαίως το αυτονόητο: η κεντρική εντολή του Χριστού από την οποία εξαρτάται η χριστιανική μας ποιότητα και αυτοσυνειδησία μας είναι το «αγαπάτε αλλήλους». Κι αυτήν την αγάπη ο Χριστός μάς την μέτρησε με την αγάπη του Ίδιου: «καθώς εγώ σας αγάπησα». Ο Σταυρός είναι το μέτρο της αγάπης του χριστιανού, γι’ αυτό και μόνον σταυρικά πορεύεται, κάτι που πήρε ως δύναμη εφαρμογής από την ώρα που βαπτίστηκε - το βάπτισμα τι άλλο είναι παρά η μετοχή του ανθρώπου στον θάνατο και την ανάσταση του Χριστού, δηλαδή ο άνθρωπος «δομήθηκε» πάνω στον «άξονα» του Σταυρού!
Ο χριστιανός λοιπόν εορτάζει τον Σταυρό όταν πορεύεται με πνευματικό σταυρικό τρόπο: με πίστη και αληθινή αγάπη. Χωρίς την πορεία αυτή η όποια ιστορική γνώση του ή η όποια θεολογική κατάρτισή του μένει μετέωρη, για να μην πούμε ότι γίνεται και δαιμονική. Διότι «και τα δαιμόνια πιστεύουν και φρίσσουν» μπροστά στον Θεό.  

https://pgdorbas.blogspot.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΘ´ 6 - 11
6 καὶ λέγει αὐτοῖς· Ἴδε ὁ ἄνθρωπος. ὅτε οὖν εἶδον αὐτὸν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ὑπηρέται, ἐκραύγασαν λέγοντες· Σταύρωσον σταύρωσον αὐτὸν. λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· Λάβετε αὐτὸν ὑμεῖς καὶ σταυρώσατε· ἐγὼ γὰρ οὐχ εὑρίσκω ἐν αὐτῷ αἰτίαν. 7 ἀπεκρίθησαν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι· Ἡμεῖς νόμον ἔχομεν, καὶ κατὰ τὸν νόμον ὀφείλει ἀποθανεῖν, ὅτι ἑαυτὸν Θεοῦ υἱὸν ἐποίησεν. 8 Ὅτε οὖν ἤκουσεν ὁ Πιλᾶτος τοῦτον τὸν λόγον, μᾶλλον ἐφοβήθη, 9 καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸ πραιτώριον πάλιν καὶ λέγει τῷ Ἰησοῦ· Πόθεν εἶ σύ; ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπόκρισιν οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ. 10 λέγει οὖν αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· Ἐμοὶ οὐ λαλεῖς; οὐκ οἶδας ὅτι ἐξουσίαν ἔχω σταυρῶσαί σε καὶ ἐξουσίαν ἔχω ἀπολῦσαί σε; 11 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Οὐκ εἶχες ἐξουσίαν οὐδεμίαν κατ’ ἐμοῦ, εἰ μὴ ἦν δεδομένον σοι ἄνωθεν· διὰ τοῦτο ὁ παραδιδούς μέ σοι μείζονα ἁμαρτίαν ἔχει.
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΘ´ 13 - 20
13 ὁ οὖν Πιλᾶτος ἀκούσας τοῦτον τὸν λόγον ἤγαγεν ἔξω τὸν Ἰησοῦν, καὶ ἐκάθισεν ἐπὶ τοῦ βήματος εἰς τόπον λεγόμενον Λιθόστρωτον, Ἑβραϊστὶ δὲ Γαββαθᾶ· 14 ἦν δὲ παρασκευὴ τοῦ πάσχα, ὥρα δὲ ὡσεὶ ἕκτη· καὶ λέγει τοῖς Ἰουδαίοις· Ἴδε ὁ βασιλεὺς ὑμῶν. 15 οἱ δὲ ἐκραύγασαν· Ἆρον ἆρον, σταύρωσον αὐτόν. λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· Τὸν βασιλέα ὑμῶν σταυρώσω; ἀπεκρίθησαν οἱ ἀρχιερεῖς· Οὐκ ἔχομεν βασιλέα εἰ μὴ Καίσαρα. 16 τότε οὖν παρέδωκεν αὐτὸν αὐτοῖς ἵνα σταυρωθῇ. 17 Παρέλαβον δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἤγαγον· καὶ βαστάζων τὸν σταυρὸν αὑτοῦ ἐξῆλθεν εἰς τὸν λεγόμενον κρανίου τόπον, ὃς λέγεται Ἑβραϊστὶ Γολγοθᾶ, 18 ὅπου αὐτὸν ἐσταύρωσαν, καὶ μετ’ αὐτοῦ ἄλλους δύο ἐντεῦθεν καὶ ἐντεῦθεν, μέσον δὲ τὸν Ἰησοῦν. 19 ἔγραψε δὲ καὶ τίτλον ὁ Πιλᾶτος καὶ ἔθηκεν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ· ἦν δὲ γεγραμμένον· Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων. 20 τοῦτον οὖν τὸν τίτλον πολλοὶ ἀνέγνωσαν τῶν Ἰουδαίων, ὅτι ἐγγὺς ἦν τῆς πόλεως ὁ τόπος ὅπου ἐσταυρώθη ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἦν γεγραμμένον Ἑβραϊστί, Ἑλληνιστί, Ρωμαϊστί.
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΘ´ 25 - 28
25 Οἱ μὲν οὖν στρατιῶται ταῦτα ἐποίησαν. εἱστήκεισαν δὲ παρὰ τῷ σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητρὸς αὐτοῦ, Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνή. 26 Ἰησοῦς οὖν ἰδὼν τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα ὃν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρί αὐτοῦ· Γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου, 27 εἶτα λέγει τῷ μαθητῇ· Ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου. καὶ ἀπ’ ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια. 28 Μετὰ τοῦτο εἰδὼς ὁ Ἰησοῦς ὅτι πάντα ἤδη τετέλεσται, ἵνα τελειωθῇ ἡ γραφή, λέγει· Διψῶ.
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΘ´ 30 - 35
30 ὅτε οὖν ἔλαβε τὸ ὄξος ὁ Ἰησοῦς εἶπε· Τετέλεσται, καὶ κλίνας τὴν κεφαλὴν παρέδωκε τὸ πνεῦμα. 31 Οἱ οὖν Ἰουδαῖοι, ἵνα μὴ μείνῃ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ τὰ σώματα ἐν τῷ σαββάτῳ, ἐπεὶ παρασκευὴ ἦν· ἦν γὰρ μεγάλη ἡ ἡμέρα ἐκείνου τοῦ σαββάτου· ἠρώτησαν τὸν Πιλᾶτον ἵνα κατεαγῶσιν αὐτῶν τὰ σκέλη, καὶ ἀρθῶσιν. 32 ἦλθον οὖν οἱ στρατιῶται, καὶ τοῦ μὲν πρώτου κατέαξαν τὰ σκέλη καὶ τοῦ ἄλλου τοῦ συσταυρωθέντος αὐτῷ· 33 ἐπὶ δὲ τὸν Ἰησοῦν ἐλθόντες ὡς εἶδον αὐτὸν ἤδη τεθνηκότα, οὐ κατέαξαν αὐτοῦ τὰ σκέλη, 34 ἀλλ’ εἷς τῶν στρατιωτῶν λόγχῃ αὐτοῦ τὴν πλευρὰν ἔνυξε, καὶ εὐθέως ἐξῆλθεν αἷμα καὶ ὕδωρ. 35 καὶ ὁ ἑωρακὼς μεμαρτύρηκε, καὶ ἀληθινὴ αὐτοῦ ἐστιν ἡ μαρτυρία, κἀκεῖνος οἶδεν ὅτι ἀληθῆ λέγει, ἵνα καὶ ὑμεῖς πιστεύσητε.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΘ´ 6 - 11
6 Καὶ λέγει πρὸς αὐτοὺς ὁ Πιλᾶτος· Ἴδε εἰς ποίαν ἀθλίαν κατάστασιν κατήντησεν ὁ ἄνθρωπος ! Ὅταν λοιπὸν τὸν εἶδαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ ὑπηρέται τοῦ συνεδρίου, ἐφώναξαν δυνατὰ καὶ εἶπαν· Σταύρωσε, σταύρωσε αὐτόν. Λέγει εἰς αὐτοὺς ὁ Πιλᾶτος· Πάρτε τον σεῖς καὶ σταυρώσατέ τον· διότι ἐγὼ δὲν εὑρίσκω καμμίαν ἐνοχὴν εἰς αὐτὸν καὶ δὲν ἡμπορῶ νὰ τὸν σταυρώσω. 7 Ἐπειδὴ δὲ τὸ ρωμαϊκὸν κράτος συνήθιζε νὰ ἀναγνωρίζῃ τοὺς νόμους τῶν λαῶν, τοὺς ὁποίους ὑπεδούλωνεν, ὑπενθυμίζοντες τοῦτο εἰς τὸν Πιλᾶτον, ἀπεκρίθησαν εἰς αὐτὸν οἱ Ἰουδαῖοι· Ἡμεῖς ἔχομεν νόμον καὶ σύμφωνα μὲ τὸν νόμον μας πρέπει νὰ ἀποθάνῃ, διότι ἔκαμε τὸν ἑαυτόν του υἱὸν τοῦ Θεοῦ καὶ ἔτσι ἐβλασφήμησε κατὰ τοῦ Θεοῦ. 8 Ὅταν λοιπὸν ὁ Πιλᾶτος, ὁ ὁποῖος ὡς εἰδωλολάτρης ποὺ ἦτο, παρεδέχετο πολλοὺς θεοὺς καὶ ἡμιθέους, ἤκουσεν αὐτὸν τὸν λόγον, ὅτι δηλαδὴ ὁ Ἰησοῦς ἐθεώρει τὸν ἑαυτόν του υἱὸν τοῦ Θεοῦ, ἐτρόμαξε περισσότερον, φοβηθεῖς μήπως πράγματι ὁ Ἰησοῦς ἦτο υἱὸς κάποιου θεοῦ καὶ διὰ τῆς δυνάμεώς του ἐξολοθρεύσῃ αὐτόν. 9 Καὶ ἐμβῆκε πάλιν εἰς τὸ πραιτώριον καὶ εἶπεν εἰς τὸν Ἰησοῦν· Ἀπὸ ποὺ εἶσαι σύ; Κατάγεσαι ἀπὸ τὴν γῆν ἢ ἦλθες ἀπὸ τὸν οὐρανόν; Ὁ Ἰησοῦς ὅμως δὲν τοῦ ἔδωκεν ἀπάντησιν. 10 Κατόπιν λοιπὸν τῆς σιωπῆς αὐτῆς εἶπεν εἰς αὐτὸν ὁ Πιλᾶτος· Εἰς ἐμὲ δὲν ὁμιλεῖς; Δὲν ἡξεύρεις, ὅτι ἔχω ἐξουσίαν νὰ σὲ σταυρώσω καὶ ἔχω ἐξουσίαν νὰ σὲ ἀφήσω ἐλεύθερον; 11 Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς· Δὲν θὰ εἶχες καμμίαν ἐξουσίαν ἐναντίον μου, ἐὰν δὲν σοῦ εἶχε δοθῆ ἡ ἐξουσία αὐτὴ ἀπ’ ἐπάνω, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἡ ἀνοχὴ τοῦ Θεοῦ σὲ κρατεῖ ἄρχοντα ἐπὶ τῆς δικαστικῆς ἕδρας, καὶ ἐπεφύλαξεν εἰς σὲ νὰ μὲ δικάσῃς. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐξουσία αὐτὴ ἔχει δοθῆ εἰς σὲ ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ δὲν δύνασαι νὰ ἀποφύγῃς τὸ νὰ μὲ δικάσῃς, δι’ αὐτὸ ὁ Καϊάφας καὶ τὸ συνέδριον τῶν Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι μὲ παρέδωκαν ἐκ φθόνου καὶ μίσους εἰς σὲ καὶ σὲ πιέζουν νὰ μὲ καταδικάσῃς, ἔχουν μεγαλυτέραν ἁμαρτίαν ἀπὸ σέ, ὁ ὁποῖος ἐκ φόβου πρὸς αὐτοὺς καταχρᾶσαι τώρα τὴν ἐξουσίαν σου.
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΘ´ 13 - 20
13 Ὁ Πιλᾶτος λοιπὸν ὅταν ἤκουσε τοὺς τελευταίους τούτους λόγους, μὲ τοὺς ὁποίους οἱ Ἰουδαῖοι ἀνεγνώριζαν καθαρά, ὅτι βασιλέα των εἶχον τὸν Καίσαρα, ὠδήγησε τὸν Ἰησοῦν ἔξω ἀπὸ τὸ πραιτώριον καὶ αὐτὸς ἐκάθισε ἐπὶ τῆς δικαστικῆς του ἕδρας, ποὺ εἶχε τοποθετηθῇ πρόχειρα εἰς τὸν τόπον, ὁ ὁποῖος ἦτο στρωμένος μὲ πέτρας καὶ μωσαϊκὰ καὶ δι’ αὐτὸ ἐλέγετο εἰς μὲν τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν Λιθόστρωτον, εἰς τὴν ἑβραϊκὴν ὅμως ἐλέγετο λόγῳ τοῦ σχήματός του Γαββαθᾶ, ἤτοι ὕψωμα. 14 Ἦτο δὲ ἡ ἡμέρα τῆς παραμονῆς καὶ προετοιμασίας τοῦ Πάσχα, καὶ ἡ ὥρα ἦτο περίπου ἓξ ἀπὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου, δηλαδὴ μεσημβρία. Καὶ λέγει ὁ Πιλᾶτος πρὸς τοὺς Ἰουδαίους· Ἰδοὺ εἰς ποίαν ἀθλιότητα καὶ καταφρόνησιν κατήντησεν ὁ βασιλεύς σας. 15 Αὐτοὶ ὅμως ἀντὶ νὰ κινηθοῦν εἰς συμπάθειαν καὶ οἶκτον, ἐφώναζαν δυνατά· Πάρε τον, πάρε τον, νὰ μὴ τὸν βλέπωμεν· σταύρωσέ τον. Λέγει εἰς αὐτοὺς ὁ Πιλᾶτος· Τὸν βασιλέα σας νὰ σταυρώσω; Ἀπεκρίθησαν οἱ ἀρχιερεῖς· Δὲν ἔχομεν βασιλέα ἄλλον παρὰ μόνον τὸν Καίσαρα. 16 Ὅταν λοιπὸν οἱ Ἰουδαῖοι ἠρνήθησαν ὄχι μόνον τὸν Μεσσίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν τῆς θεοκρατίας των, κατὰ τὴν ὁποίαν βασιλεύς των ἦτο μόνον ὁ Θεός, τότε ὁ Πιλᾶτος παρέδωκε τὸν Ἰησοῦν εἰς αὐτοὺς διὰ νὰ σταυρωθῇ. 17 Παρέλαβον δὲ οἱ στρατιῶται τὸν Ἰησοῦν, καὶ τὸν ὠδήγησαν νὰ τὸν σταυρώσουν. Καὶ αὐτὸς βαστάζων ἐπὶ τοῦ ὤμου τὸν σταυρόν του ἐβγῆκεν ἔξω ἀπὸ τὰ τείχη τῆς πόλεως εἰς κάποιον τοποθεσίαν, ποὺ λέγεται Κρανίου τόπος καὶ εἰς τὴν ἑβραϊκὴν γλῶσσαν λέγεται Γολγοθᾶ. 18 Ἐκεῖ ἐσταύρωσαν αὐτόν, καὶ μαζί του ἐσταύρωσαν ἄλλους δύο, ἀπὸ τὸ ἓν μέρος τὸν ἕνα καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τὸν ἄλλον, διὰ νὰ ἀτιμάσουν δὲ περισσότερον τὸν Ἰησοῦν ἔδωκαν εἰς αὐτὸν τὴν πρωτεύουσαν εἰς τὸ μέσον τῶν δύο κακούργων θέσιν. 19 Ἔγραψε δὲ καὶ ἐπιγραφὴν ὁ Πιλᾶτος καὶ ἔθεσεν αὐτὴν εἰς τὸ ἐπάνω μέρος τοῦ σταυροῦ. Ἦτο δὲ γραμμένον εἰς τὴν ἐπιγραφήν· Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος, ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων. 20 Αὐτὴν λοιπὸν τὴν ἐπιγραφήν, ποὺ διεκήρυττεν, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦτο βασιλεὺς τοῦ νέου Ἰσραὴλ τῆς χάριτος, τὴν ἀνέγνωσαν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, διότι ὁ τόπος, ὅπου ἐσταυρώθη ὁ Ἰησοῦς, ἦτο πλησίον τῆς πόλεως. Καὶ τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπιγραφῆς ἦτο γραμμένον εἰς τρεῖς γλώσσας, εἰς τὴν Ἑβραϊκήν, ποὺ ἦτο ἐθνικὴ γλῶσσα τῶν Ἑβραίων, εἰς τὴν Ἑλληνικήν, ποὺ ἦτο γλῶσσα διεθνής, καὶ εἰς τὴν Ρωμαϊκήν, ποὺ ἦτο ἡ ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους. Ἔτσι ἐδόθη εἰς τὸ περιεχόμενον τῆς ἐπιγραφῆς ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλυτέρα δημοσιότης.
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΘ´ 25 - 28
25 Καὶ οἱ μὲν στρατιῶται ἔκαμαν αὐτά. Ἔστεκαν δὲ κοντὰ εἰς τὸν σταυρὸν τοῦ Ἰησοῦ ἡ μητέρα του καὶ ἡ ἀδελφὴ τῆς μητέρας του, ἡ Μαρία ἡ γυναῖκα τοῦ Κλωπᾶ καὶ ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνή. 26 Ὁ Ἰησοῦς λοιπόν, ὅταν εἶδε τὴν μητέρα του καὶ τὸν μαθητήν, τὸν ὁποῖον ἠγάπα, νὰ στέκεται ἐκεῖ πλησίον, λέγει εἰς τὴν μητέρα του· Γύναι, ἰδοὺ ποῖος ἀπὸ τώρα θὰ εἶναι ὁ υἱός σου. 27 Ἔπειτα λέγει εἰς τὸν μαθητήν· Ἰδοὺ ἡ μητέρα σου. Καὶ ἀπὸ τὴν ὥραν ἐκείνην τὴν ἐπῆρεν ὁ μαθητὴς εἰς τὸ κατάλυμά του. 28 Ὕστερα ἀπ’ αὐτό, ἀφοῦ ἐβεβαιώθη ὁ Ἰησοῦς, ὅτι ὅλα, ὅσα ἐπρόκειτο σύμφωνα μὲ τὰς προφητείας νὰ πάθῃ, εἶχαν πλέον συντελεσθῇ καὶ τελείως πληρωθῇ, διὰ νὰ ἐπαληθεύσῃ καθ’ ὅλα καὶ μέχρι τῆς τελευταίας λεπτομερείας ἡ Γραφή, εἶπε· Διψῶ.
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΘ´ 30 - 35
30 Ὅταν λοιπὸν ἐπῆρε τὸ ξίδι ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἔχουν πλέον τελειώσει ὅλα. Καὶ αἱ προφητεῖαι ὅλαι ἐπληρώθησαν, καὶ τὸ ἔργον μου ἔλαβεν αἴσιον πέρας καὶ τὰ ὅσα ἔπρεπε νὰ πάθω ἐτελείωσαν καὶ ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων ἐξησφαλίσθῃ πλήρως. Καὶ ἀφοῦ μόνος του ἀφῆκε τὴν κεφαλήν του νὰ γείρῃ πρὸς τὰ κάτω, παρέδωκεν ἐξουσιαστικῶς καὶ ὅταν αὐτὸς ἡθέλησε τὴν ψυχήν του εἰς τὸν Πατέρα του. 31 Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ Ἰουδαῖοι ἐλάμβανον τὰ μέτρα των, διὰ νὰ μὴ μείνουν ἐπάνω εἰς τὸν σταυρὸν νεκρὰ τὰ σώματα τῶν καταδίκων καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Σαββάτου. Ἐπειδὴ ἡ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔγινεν ἡ σταύρωσις, ἦτο ἡμέρα προπαρασκευῆς καὶ προετοιμασίας ἐκτάκτου καὶ ἐξαιρετικῆς· διότι ἡ ἡμέρα τοῦ Σαββάτου ἐκείνου, ποὺ θὰ ἤρχιζεν ἀπὸ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἦτο μεγάλη καὶ ἐπίσημος, ἐπειδὴ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἦτο Σάββατον, συνέπιπτεν ἀκόμη καὶ ἡ πρώτη ἡμέρα τῆς μεγάλης ἑορτῆς τοῦ Πάσχα. Ἀπηγορεύετο δὲ ρητῶς εἰς τὸ Δευτερονόμιον νὰ διανυκτερεύσουν ἄταφα τὰ σώματα ἐπὶ τοῦ σταυροῦ. Παρεκάλεσαν λοιπὸν τὸν Πιλᾶτον νὰ διατάξῃ, ὅπως συντριβοῦν τὰ σκέλη τῶν καταδίκων, διὰ νὰ συντομευθῇ ἔτσι ὁ θάνατός των καὶ τοὺς σηκώσουν τὸ ταχύτερον ἀπὸ ἐκεῖ. 32 Ἦλθαν λοιπὸν οἱ στρατιῶται, διὰ νὰ συντρίψουν τὰ ὀστᾶ τῶν καταδίκων, καὶ τοῦ μὲν λῃστοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπλησίασαν πρῶτον, ἔσπασαν τὰ σκέλη, καθὼς καὶ τοῦ ἄλλου λῃστοῦ, ποὺ ἐσταυρώθη μαζὶ μὲ τὸν Ἰησοῦν. 33 Ὅταν ὅμως ἦλθαν εἰς τὸν Ἰησοῦν, σὰν τὸν εἶδαν ὅτι ἦτο πλέον πεθαμένος, δὲν τοῦ ἔσπασαν τὰ σκέλη. 34 Ἀλλ’ ἕνας ἀπὸ τοὺς στρατιώτας, διὰ νὰ διαπιστώσῃ βεβαιότερον τὸν θάνατόν του, τοῦ ἐκτύπησε τὴν πλευρὰν μὲ λόγχην καὶ ἀμέσως ἐβγῆκεν ἀπὸ τὸ τρυπηθὲν μέρος αἷμα καὶ ὕδωρ, φαινόμενον πρωτοφανὲς καὶ παράδοξον, διότι εἰς κάθε πεθαμένον τὸ αἷμα πήγνυται, ὅσον δὲ καὶ ἂν τὸν τρυπήσῃ κανείς, δὲν βγαίνει ποτὲ καθαρὸν αἷμα καὶ διαυγὲς ὕδωρ. 35 Τὸ γεγονὸς ὅμως αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς καὶ βεβαία ἡ ὑπ’ αὐτοῦ σημαινομένη κάθαρσις τοῦ βαπτίσματος καὶ ὁ ἁγιασμὸς ἐκ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου, καὶ ἐκεῖνος, ποὺ τὸ εἶδε μὲ τὰ μάτια του, ἔδωκε μαρτυρίαν περὶ αὐτοῦ, καὶ ἡ μαρτυρία του εἶναι ἀληθινὴ καὶ δὲν ἔχει καμμίαν περὶ τούτου ἀμφιβολίαν ἐκεῖνος, ἀλλὰ ἡξεύρει καλά, ὅτι λέγει ἀλήθειαν. Καὶ ἔδωκε μαρτυρίαν τόσον περὶ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, ὅσον καὶ περὶ τοῦ ὅτι δὲν ἔσπασαν τὰ σκέλη τοῦ Ἰησοῦ, ἀλλὰ μόνον τὴν πλευράν του ἐτρύπησαν, διὰ νὰ πιστεύσετε καὶ σεῖς, ὅτι ὁ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ Ἰησοῦς εἶναι ὁ Χριστός, τὸν ὁποῖον προεκήρυξαν οἱ προφῆται.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Το ση­μείο του Σταυ­ρού εί­ναι με­γά­λη ασφά­λεια. Δεν απαι­τεί καμ­μιά δα­πά­νη και για τού­το εί­ναι προ­σι­τό και στους φτω­χούς. Δεν εί­ναι κό­πος ούτε για τους αρ­ρώ­στους, επει­δή η Χάρη εί­ναι από το Θεό και εί­ναι ση­μά­δι των πι­στών και φό­βος για τους δαί­μο­νες. Διό­τι πάνω στο Σταυ­ρό, κα­τα­νί­κη­σε τους δαί­μο­νες, τους δια­πόμ­πευ­σε, ολο­φά­νε­ρα τους κα­τε­ξευ­τέ­λι­σε. Όταν, λοι­πόν, δουν το Σταυ­ρό, έρ­χε­ται στο νου τους ο Εσταυ­ρω­μέ­νος. Φο­βούν­ται Αυ­τόν, που σύν­τρι­ψε τις κε­φα­λές του νο­η­τού δρά­κον­τα.

Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

Ο τίμιος και πάνσεπτος Σταυρός του Κυρίου



Mέγα εἶναι τὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ, τὸ ὁποῖο ἑορτάζουμε αὔριο! Τὸ πνευματικό του βάθος εἶναι ἀπρόσιτο γιὰ τὴν ἀνθρώπινη λογική. Οἱ θεολογικές του διαστάσεις ὑπερβαίνουν κάθε μέγεθος τοῦ κόσμου τούτου. Τὸ μήνυμά του καλεῖ τὸν ἀνθρώπινο νοῦ νὰ ἀπεγκλωβιστεῖ ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια καὶ νὰ στραφεῖ πρὸς τὰ ἐπουράνια, ἀναζητῶντας τὸν Τριαδικὸ Θεὸ τῆς ἄπειρης φιλανθρωπίας.
    Ποιές λέξεις μποροῦν νὰ περιγράψουν τὸ σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας; Ὁ Ὑπερούσιος, ὁ Κάτοικος τοῦ ἀπροσίτου ὕψους τῆς ἀπολύτως ὑπερβατικῆς Θεότητος, καταβαίνει μέχρι τὰ ἔγκατα τῆς ἀνθρώπινης τραγωδίας, γίνεται ἄνθρωπος, ἐπωμίζεται ὅλες τὶς συνέπειες τῆς ἀνθρώπινης ἀποτυχίας καὶ ὑψώνεται ξανά. Ὄχι, ὅμως, ὡς ἐπίγειος Βασιλέας καὶ ἔνδοξος Λυτρωτής, ἀλλὰ ὡς καθημαγμένος καὶ ἐξουθενωμένος, ὡς ἀπόκληρος τῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας, ὡς Ἐσταυρωμένος, ὡς ἕρμαιο τῆς περιφρονήσεως καὶ τοῦ χλευασμοῦ τῶν ἰσχυρῶν τοῦ κόσμου.
    Πῶς νὰ ἀντιληφθεῖ ὁ κοσμικὸς ἄνθρωπος τὸ μεγαλεῖο μιᾶς τέτοιας ὑψώσεως, ὅταν ζητούμενο γι΄ αὐτὸν εἶναι ἡ φήμη, ἡ κοινωνικὴ καταξίωση καὶ ἡ πικρὴ δόξα τῶν ἀνθρώπων; Πῶς νὰ ἀποδεχθεῖ ὡς βασιλεία καὶ σωτῆρα κάποιον πάμφτωχο καὶ ἀσήμαντο Διδάσκαλο ἀπὸ τὴν Γαλιλαία, ὁ Ὁποῖος, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς ζωῆς Του, πρὶν δύο χιλιάδες χρόνια, δέχτηκε τὴν περιφρόνηση καὶ τὸν διωγμό; Πῶς νὰ ἐκτιμήσει ἕναν ἀνυπεράσπιστο κατάδικο τῆς ρωμαϊκῆς ἐξουσίας καὶ τῆς φαρισαϊκῆς μανίας, ὅταν ἡ ἀνθρώπινη κοινωνία, ἀνέκαθεν, ἐξύψωνε τοὺς σοφούς, τοὺς ἡγεμόνες καὶ τοὺς κροίσους;
    Τιμοῦμε καὶ ὑμνολογοῦμε τὸν Τίμιο Σταυρό, πρέπει ὅμως, συγχρόνως, καὶ νὰ ἀναρωτηθοῦμε ἐὰν εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ τὸν ὑποδεχθοῦμε στὴν καθημερινότητά μας καὶ νὰ ζήσουμε σύμφωνα μὲ τὸ μήνυμά του. Διότι, ἀδελφοί μου, πέρα ἀπὸ τὸ ἄγγελμα τῆς σωτηρίας μέσῳ τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης τοῦ Ἰησοῦ, ὁ Σταυρός μᾶς φέρνει σὲ μία, κατὰ μέτωπο, σύγκρουση μὲ τὰ δεδομένα καὶ τὰ κριτήρια τοῦ κόσμου, μέσα στὸν ὁποῖον ζοῦμε. Ἡ δόξα τῶν ἀνθρώπων καὶ ἡ δόξα τοῦ Σταυροῦ βρίσκονται σὲ ἀπόλυτη ἀντίθεση. Ἡ καύχηση τοῦ κοσμικοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ καύχηση τοῦ συνειδητοῦ ἀκολούθου τοῦ Ἐσταυρωμένου διαφέρουν «καθ’ ὅσον ἀπέχουσιν ἀνατολαὶ ἀπὸ δυσμῶν» (Ψ.102:12). Τὸ ὕψος τῆς ταπεινοφροσύνης ποὺ καλούμαστε νὰ φτάσουμε ὡς ἀκόλουθοι τοῦ ἐνανθρωπίσαντος Θεοῦ Λόγου, «τοῦ λαβόντος δούλου μορφὴν» (Φιλ. 2:7) δὲν ἔχει καμία σχέση μὲ τὸ ὕψος τῆς ἀλαζονείας καὶ τῆς ἔπαρσης, τὸ ὁποῖο διψοῦν καὶ ἐπιδιώκουν μὲ κάθε τρόπο οἱ ὑποψήφιοι ἡγεμόνες καὶ ρυθμιστὲς τῆς τύχης τῆς ἀνθρωπότητος.
    Στὴν σημερινὴ Ἀποστολικὴ περικοπή, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐπιδιώκει μὲ ἔνταση νὰ ἀπεγκλωβίσει τοὺς Χριστιανούς τῆς Γαλατίας ἀπὸ τὴν ἀνάγκη γιὰ τὸν ἀνθρώπινο ἔπαινο. Καὶ πρῶτος του στόχος εἶναι νὰ τοὺς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν νοοτροπία τῆς ἑβραϊκῆς θρησκείας. Τοὺς τονίζει πὼς οἱ πιστοὶ τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου ἐνδιαφέρονται περισσότερο γιὰ τὴν ἐξωτερικὴ εἰκόνα τους, παρὰ γιὰ τὴν ἐσωτερικὴ ποιότητα τῆς πίστεώς τους καὶ τῆς σχέσεώς τους μὲ τὸν Θεό. Ἀρκεῖ νὰ θυμηθοῦμε τὴν παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου, γιὰ νὰ διαπιστώσουμε μὲ πόση ἀγωνία ὁ Φαρισαῖος ἀναζητᾶ τὴν ἀξία του μέσα ἀπὸ τὸν θαυμασμὸ καὶ τὴν ἀποδοχὴ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων.
    Ὁ Χριστός μας, ὅμως, ἦρθε στὴν γῆ γιὰ νὰ ἀνατρέψει αὐτὴ τὴν νοοτροπία. Στοὺς μαθητές του τὸ δηλώνει ξεκάθαρα: «Δόξαν παρὰ ἀνθρώπων οὐ λαμβάνω», δηλαδή, «Δὲν ἐπιζητῶ νὰ μὲ τιμοῦν οἱ ἄνθρωποι» (Ἰω. 5,41).
    Καὶ ποιά μεγαλύτερη ἀπόδειξη ἀδιαφορίας γιὰ τὸν ἀνθρώπινο ἔπαινο ὑπάρχει ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου μας ἀπὸ τὸν Σταυρό, πάνω στὸν ὁποῖον ὑψώθηκε ὡς ὁ πλέον περιφρονημένος τῶν ἀνθρώπων;
    Μὲ αὐτὴ τὴν ἀφάνεια, τὴν ταπεινοφροσύνη καί τὴν προσήλωση στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι στὴν ἐπιδοκιμασία τῶν ἀνθρώπων μᾶς καλεῖ ὁ Χριστὸς νὰ Τὸν ἀκολουθήσουμε.
    Αὐτὸ ἔπραξε καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ ἐγκαταλελειμμένος ἀπὸ τοὺς συμπατριῶτες του, αὐτός, ὁ μέχρι πρότινος περιβόητος ἡγέτης τοῦ διωγμοῦ κατὰ τῶν Χριστιανῶν, ἀδιαφορεῖ πλέον γιὰ τὸν ἀνθρώπινο ἔπαινο καὶ παρουσιάζει ὡς μοναδικὰ παράσημα τὶς πληγές, τὶς ὁποῖες ὡς σφραγῖδα τῆς ἀφοσιώσεώς του πρὸς τὸν Ἐσταυρωμένο καὶ καταπληγωμένο Ἰησοῦ «ἐν τῷ σώματί του ἐβάστασε» (Γαλ. 6:17).
    «Εἶμαι ἐλεύθερος ἀπὸ τὴν γνώμη τῶν ἀνθρώπων» διακηρύσσει οὐσιαστικὰ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. «Τὰ κριτήρια τῶν ἀνθρώπων δὲν μὲ ἐνδιαφέρουν. Ἕναν λόγο ἔχω μόνον γιὰ μόνο νὰ καυχῶμαι: Διότι εἶμαι παιδὶ τοῦ Θεοῦ καὶ διότι, τόσο πολὺ μὲ ἀγάπησε ὁ ἐπουράνιος Πατέρας μου ὥστε θυσίασε τὸν Μονογενῆ Τοῦ Ὕιο γιὰ μένα. Ποιά μεγαλύτερη τιμὴ μπορῶ νὰ ζητήσω;»
    Ἀδελφοί μου,
    Ὑποτίθεται πὼς ζοῦμε σὲ ἐποχὲς ἐλευθερίας. Στὴν πραγματικότητα ὅμως, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ ἰδιαίτερα οἱ νέοι, ζοῦν ὡς ἐπαῖτες, ὡς ζητιάνοι τῆς καλῆς γνώμης ποὺ θέλουν νὰ σχηματίσουν οἱ ἄλλοι γι΄ αὐτούς. Ἡ ἀνάγκη νὰ ἀναγνωρίσει ἡ κοινωνία τὴν ἀξία μας, μᾶς παρασύρει συχνὰ νὰ συμβιβαζόμαστε μὲ τὸ πνεῦμα τῶν καιρῶν καὶ νὰ νοθεύουμε μὲ τὴν συμπεριφορά μας τὶς ἀξίες καὶ τὰ ἰδανικὰ τῆς πίστεώς μας.
    Ἰδιαίτερα στὸ Διαδίκτυο καὶ τὰ Μέσα Κοινωνικῆς Δικτυώσεως, ἄνθρωποι ὅλων τῶν ἡλικιῶν εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἀναρτήσουν ὁτιδήποτε, ἀκόμη καὶ νὰ ἐκθέσουν τὸν ἴδιο τους τὸν ἑαυτό, προκειμένου νὰ δοῦν ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερες ἀποδοχές κάτω ἀπὸ τὶς ἀναρτήσεις τους. Ὅσες ὅμως ἀποδοχές κι ἂν συγκεντρωθοῦν, ἡ ἀνάγκη γιὰ μία βαθιὰ ἀνθρώπινη καταξίωση δὲν ἱκανοποιεῖται ποτέ. Στὸ τέλος, μένει ἕνας ἄδειος ἑαυτὸς ποὺ ἀναρωτιέται ποιός πραγματικὰ εἶναι καὶ ποιός θὰ τοῦ φανερώσει τὴν ἀληθινή του ἀξία.
    Σὲ αὐτὴ τὴν ἀναζήτηση τοῦ ἀνθρώπου, ἔρχεται ἡ Ὕψωση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ νὰ θυμίσει τὸ μεγαλεῖο τῆς κάθε ἀνθρώπινης ψυχῆς, γιὰ τὴν ὁποία ὁ Ἴδιος ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος καὶ θυσιάστηκε πάνω στὸν Σταυρό, προκειμένου, οὔτε ἕνα παιδί Του νὰ μὴν μείνει ἔξω ἀπὸ τὴν ἀγκαλιά Του. Ἡ ἀξία μας, ἡ ὑπέρτατη ἀξία μας, εἶναι αὐτὴ ἡ ἀγάπη Του. Ὅποιος κατανοήσει αὐτὸ τὸ γεγονός, μαθαίνει νὰ ἀγαπάει καὶ ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του, χωρὶς νὰ ἔχει ἀνάγκη γιὰ καμιὰ κοινωνικὴ ἀποδοχὴ καὶ κανέναν διαδικτυακὸ θαυμασμό.
    Μὲ πίστη καὶ ἀγῶνα πνευματικό, λοιπόν, ἂς προετοιμάσουμε τὴν ψυχή μας, ὥστε νὰ ἀναγνωρίσει καὶ νὰ ὑποδεχθεῖ μὲ εὐγνωμοσύνη αὐτὴ τὴν Θεία ἀγάπη, τὴν μόνη ἱκανὴ νὰ σπάσει τὰ δεσμὰ τοῦ πάθους τῆς κενοδοξίας ποὺ μᾶς δένουν μὲ τὴν ἀνούσια καὶ ἄστατη ἐπιδοκιμασία τῶν ἀνθρώπων. Αὐτὴ πλημμύρισε μὲ χαρὰ ἀπέραντη καὶ τὸν Ἀπόστολο Παῦλο, ὥστε νὰ διακηρύττει: «Ἐμοί δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι εἰ μὴ ἐν τῷ σταυρῷ τοῦ κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Γαλ. στ, 14).
    Ὁ Τίμιος καὶ πάνσεπτος Σταυρὸς τοῦ Κυρίου μας ἂς ἀποτελεῖ καὶ γιὰ ἐμᾶς τὸ μοναδικὸ καὶ παντοτινὸ καύχημά μας. Ἀμήν.
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ

https://www.nyxthimeron.com/