Πέμπτη 18 Ιουνίου 2026

Πολλοί γνωρίζουν τα πάντα για τον κόσμο και ελάχιστα για την ψυχή τους.



[.....] Η βαθύτερη τραγωδία της σύγχρονης εποχής δεν είναι η έλλειψη πληροφοριών αλλά η έλλειψη αυτού του βιώματος. Πολλοί γνωρίζουν τα πάντα για τον κόσμο και ελάχιστα για την ψυχή τους. Έχουν μάθει να μετρούν, να υπολογίζουν, να κατακτούν, αλλά δυσκολεύονται να σταθούν μόνοι μέσα στη σιωπή. Και όμως, η σιωπή δεν είναι απουσία. Είναι ο χώρος όπου ακούγονται οι πιο ουσιαστικές φωνές.
Στις πιο αληθινές στιγμές της ζωής μας νιώθουμε ότι κάποιος μας γνωρίζει καλύτερα από όσο γνωρίζουμε εμείς τον εαυτό μας. Ότι υπάρχει ένα βλέμμα που αγκαλιάζει τις αντιφάσεις μας χωρίς να τις απορρίπτει. Που γνωρίζει τις αποτυχίες μας χωρίς να μας ταπεινώνει. Που βλέπει τις πληγές μας χωρίς να αποστρέφεται το πρόσωπό του.
Η θεολογική εμπειρία ονομάζει αυτή τη μυστική πραγματικότητα Θεό.
Όχι ως μια αφηρημένη ιδέα ή ως μια θεωρία για την προέλευση του κόσμου, αλλά ως εκείνη την αγάπη που προηγείται κάθε ανθρώπινης κίνησης. Ως την αόρατη πηγή από την οποία αναβλύζει η δυνατότητα να υπάρχουμε, να αγαπάμε και να ελπίζουμε.
Ο άνθρωπος τότε παύει να βλέπει τον εαυτό του ως απομονωμένη μονάδα και αρχίζει να τον αντιλαμβάνεται ως σχέση. Δεν είναι ένα κλειστό σύστημα συνείδησης, αλλά μια ύπαρξη ανοιχτή προς το άπειρο. Ο εαυτός δεν είναι φυλακή. Είναι παράθυρο.
Και όσο περισσότερο αγαπά κανείς, τόσο περισσότερο γίνεται ο εαυτός του.
Αυτό ίσως εξηγεί γιατί οι πιο φωτισμένοι άνθρωποι της ιστορίας δεν μιλούσαν διαρκώς για τον εαυτό τους. Δεν αναζητούσαν την αυτοπραγμάτωση ως αυτολατρεία. Είχαν στραμμένο το βλέμμα τους προς κάτι μεγαλύτερο. Όπως το λουλούδι δεν ανθίζει κοιτάζοντας τον εαυτό του αλλά στρεφόμενο προς τον ήλιο, έτσι και ο άνθρωπος βρίσκει την αλήθεια του όταν υπερβαίνει τη στενή αυτάρκεια και ανοίγεται στην κοινωνία της αγάπης.
Η ψυχή διψά για αυτή την υπέρβαση ακόμη κι όταν δεν το γνωρίζει. Πίσω από κάθε φιλοδοξία κρύβεται η επιθυμία της πληρότητας. Πίσω από κάθε φόβο εγκατάλειψης κρύβεται η αναζήτηση μιας αγάπης που δεν θα χαθεί. Πίσω από κάθε αναζήτηση νοήματος κρύβεται η νοσταλγία μιας πατρίδας που η καρδιά θυμάται χωρίς να έχει δει.
Γι’ αυτό και ο άνθρωπος δεν θεραπεύεται μόνο με απαντήσεις. Θεραπεύεται με παρουσία. Με ένα βλέμμα που τον αναγνωρίζει. Με μια αγάπη που δεν τον χρησιμοποιεί. Με μια αλήθεια που δεν τον συντρίβει.
Ίσως τελικά ο εαυτός να μην είναι κάτι που κατασκευάζουμε αλλά κάτι που αποκαλύπτεται. Ίσως να μην είναι έργο δύναμης αλλά έργο ανταπόκρισης. Μια απάντηση σε μια κλήση που προηγείται από πάντα.Και τότε η ζωή ολόκληρη αποκτά νέο νόημα.
Δεν είμαστε τυχαία πλάσματα χαμένα μέσα σε έναν αδιάφορο κόσμο. Είμαστε υπάρξεις που έχουν κληθεί σε διάλογο. Η βαθύτερη αλήθεια μας δεν βρίσκεται στην αυτάρκεια αλλά στη σχέση. Δεν βρίσκεται στην κατοχή αλλά στη δωρεά. Δεν βρίσκεται στην απομόνωση αλλά στην κοινωνία.
Ο άνθρωπος γίνεται πραγματικά ο εαυτός του όταν ανακαλύπτει ότι η ύπαρξή του είναι αγαπημένη πριν ακόμη γίνει άξια αγάπης.
Και τότε, μέσα στη σιωπή της καρδιάς, ακούγεται η πιο παρηγορητική αλήθεια:
ότι η ζωή δεν είναι ένα αίνιγμα που πρέπει να λυθεί, αλλά ένα δώρο που καλούμαστε να αποδεχθούμε με ευγνωμοσύνη, ταπείνωση και αγάπη.

Αλέξανδρος Βατσικουρας
https://proskynitis.blogspot.com/

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ ΚΑΛΑ

 


Είπε ο Αββάς Νείλος: «Μη θέλεις να έχει η ζωή σου τα γεγονότα που σου φαίνονται καλά, αλλά όσα αρέσουν στον Θεό. Και θα είσαι ατάραχος και όλο ευχαριστίες στην προσευχή σου» (από το «Γεροντικό»).

 Θεληματάρηδες είμαστε οι άνθρωποι και δεν μπορούμε να διαχειριστούμε γεγονότα της ζωής μας που δεν ανταποκρίνονται στις επιθυμίες και τις προσδοκίες μας. Φτιάχνουμε στον νου και στην καρδιά μας πλάνα ζωής τέτοια, που υποβάλλουμε στον εαυτό μας την ιδέα ότι αν δεν τα ζήσουμε, αν δεν τα εκπληρώσουμε, τότε δεν θα είμαστε ευτυχισμένοι. Και επειδή, συνήθως, τα πλάνα συμπεριλαμβάνουν και άλλους, τη συμπεριφορά τους, της συμπαράστασή τους, την αποδοχή των δικών μας σχεδίων, σαν να πρόκειται «να συνωμοτήσει το σύμπαν για να εκπληρωθούν», εύκολα απογοητευόμαστε.
 Βλέπουμε τη ζωή στο παρόν, στο άμεσο, στο «εδώ και τώρα». Γευόμαστε είτε τον πόνο είτε την ευχαρίστηση και νιώθουμε ότι η στιγμή μετρά και, αν δεν είναι όπως τη θέλουμε, τότε έχουμε ηττηθεί. Ιδίως όταν συμβαίνουν γεγονότα δύσκολα, συνδεδεμένα με ματαιώσεις, όπως οι αποτυχίες, η διαφορετική αντίληψη και στάση των άλλων, ασθένειες, ήττες από τα πιο απλά, όπως είναι μια αποτυχία δική μας ή των παιδιών μας, μέχρι τα πιο σταυρικά, όπως είναι η κακία και ο θάνατος, το παρόν γίνεται απόγνωση. Έτσι, ακόμη και ο Θεός απορρίπτεται, αφού δεν εκπληρώνει τα όσα εμείς θεωρούμε ότι δικαιούμαστε, όσα μοιάζουν καλά.
 Ο ασκητικός λόγος της πίστης μας μάς προτρέπει να θέλουμε στη ζωή μας όσα αρέσουν στον Θεό. Χρειάζεται να σταθούμε σε μια απόσταση από ό,τι βλέπουμε και ζούμε. Όχι να μην πενθήσουμε, αλλά να μην παρασυρθούμε σε μία ατέρμονη αναζήτηση του «γιατί;». 
 Να νικήσουμε τον εύλογο συχνά λογισμό, και να πιστέψουμε. 
 Να μαζέψουμε κάποτε και τα κομμάτια της ψυχής μας, όχι γιατί θα επανέλθουν οι ευκαιρίες και τα πρόσωπα ίδια στη ζωή μας, αλλά γιατί κάθε στιγμή έχει τη διαφορετικότητά της, κάθε γεγονός μάς δίνεται για να ωριμάσουμε, κάθε πρόσωπο που αρνείται να σταθεί δίπλα μας με τον τρόπο που εμείς θέλουμε, μας αφήνει περιθώριο να πατήσουμε πιο καλά στα πόδια μας, να εμπιστευθούμε τον Θεό και το δικό Του θέλημα, να νιώσουμε ότι δεν είμαστε εμείς οι ρυθμιστές της ζωής της δικής μας και των οικείων μας, αλλά όλα έχουν μιαν άλλη προοπτική: αυτή της αγάπης του Θεού που κάποτε μοιάζει σκληρή, όμως χαλυβδώνει την καρδιά και την ψυχή εκείνου που εμπιστεύεται, κάνοντάς τον βράχο, στον οποίο θα αναπαυθούν πολλοί.
 Βλέπουμε τη ζωή σε μια προοπτική ατομικότητας. Θέλουμε το εγώ μας να είναι το κέντρο. Θα άξιζε να πορευτούμε βλέποντας και τους άλλους: ότι κληθήκαμε να είμαστε έστω ένα μικρό φως, για να μοιραστούμε τη λάμψη του με όσους συναντούμε. Αυτό μοιάζει κουραστικό, συχνά και άδικο. Όμως είναι αγάπη και γίνεται αγάπη. Και θα άξιζε τα παιδιά μας να τα βοηθήσουμε να δούνε τη ζωή σε αυτή την προοπτική: ότι δεν υπάρχουν για να κάνουν ό,τι θέλουν, διότι αυτό είναι αυταπάτη, αλλά υπάρχουν για να εμπιστεύονται, να μοιράζονται, να αγαπούνε, να πορεύονται στο σύνολο που δίνει νόημα ζωής και στο πρόσωπο.
Και ο ασκητικός λόγος μας παρηγορεί ότι έτσι θα είμαστε ατάραχοι και ευχαριστιακοί. Όποιος εμπιστεύεται τον Θεό, νικά τον εγωκεντρισμό, το να θέλει να τα ξέρει και να τα ζήσει όλα, και δοξάζει για όσα έρχονται και για όσα δεν έρχονται. Και πορεύεται με φως και προς το Φως.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια» στο φύλλο της Τετάρτης 10 Ιουνίου 2026
https://proskynitis.blogspot.com/

Ο άνθρωπος δεν κρίνεται από όσα συγκέντρωσε, αλλά από όσα μοίρασε.




  Πριν από κάθε φιλοσοφία, πριν από κάθε θεολογία, πριν από κάθε ανθρώπινη σοφία, υπάρχει μια αλήθεια που συνοδεύει σιωπηλά τον άνθρωπο από τη στιγμή της γέννησής του μέχρι την τελευταία του αναπνοή: η ζωή είναι ένα ταξίδι με προορισμό την αιωνιότητα. Όσο κι αν ο σύγχρονος άνθρωπος προσπαθεί να απομακρύνει από τη σκέψη του το μυστήριο του θανάτου, εκείνος παραμένει η μοναδική βεβαιότητα της επίγειας ύπαρξης. Δεν έρχεται ως τιμωρία, ούτε ως τραγικό ατύχημα της φύσης, αλλά ως το κατώφλι μιας άλλης πραγματικότητας, ως η στιγμή κατά την οποία καταρρέουν όλες οι ψευδαισθήσεις και αποκαλύπτεται η αληθινή αξία όσων αγαπήσαμε και υπηρετήσαμε.
Μια παλαιά σοφή διήγηση αναφέρει ότι κάθε άνθρωπος έχει τρεις φίλους. 
Ο πρώτος τον εγκαταλείπει κατά την ώρα του θανάτου, ο δεύτερος τον συνοδεύει μέχρι τον τάφο και ο τρίτος τον ακολουθεί πέρα από αυτόν. 
Ο πρώτος είναι τα υλικά αγαθά, ο δεύτερος οι φίλοι και οι συγγενείς και ο τρίτος τα καλά έργα. Μέσα σε αυτή τη λιτή αλλά συγκλονιστική εικόνα συμπυκνώνεται ολόκληρη η τραγωδία αλλά και το μεγαλείο της ανθρώπινης ύπαρξης.
Ο άνθρωπος από τη φύση του αναζητά ασφάλεια. Θέλει να κρατηθεί από κάτι σταθερό μέσα στη ρευστότητα του κόσμου. Συχνά πιστεύει ότι αυτή η ασφάλεια βρίσκεται στον πλούτο, στην εξουσία, στην κοινωνική αναγνώριση, στην κατοχή πραγμάτων. Αγωνίζεται μια ολόκληρη ζωή να αποκτήσει περισσότερα, να εξασφαλίσει καλύτερες συνθήκες, να διευρύνει τα όρια της δύναμής του. Και όμως, όταν έρθει η ύστατη ώρα, όλα όσα συγκέντρωσε με κόπο, αγωνία και θυσίες παραμένουν πίσω. Τα σπίτια, οι τραπεζικοί λογαριασμοί, οι τίτλοι, οι διακρίσεις, τα αποκτήματα, δεν μπορούν να διαβούν το κατώφλι του θανάτου. Παραμένουν βουβά μνημεία μιας ζωής που πέρασε. Εκείνη τη στιγμή ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι τα πράγματα που θεωρούσε αναντικατάστατα ήταν τελικά προσωρινοί συνοδοιπόροι. Υπηρέτησαν ανάγκες της επίγειας ζωής, αλλά δεν είχαν τη δύναμη να νικήσουν τη φθορά.
Η διαπίστωση αυτή δεν αποτελεί καταδίκη του υλικού κόσμου. Η χριστιανική παράδοση ποτέ δεν περιφρόνησε την ύλη. Ο κόσμος δημιουργήθηκε από τον Θεό και φέρει τη σφραγίδα της αγαθότητάς Του. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο άνθρωπος μετατρέπει τα μέσα σε σκοπό, όταν λατρεύει τα δώρα περισσότερο από τον Δωρητή, όταν πιστεύει ότι η αξία της ζωής μετριέται με όσα κατέχει και όχι με όσα προσφέρει. Τότε η καρδιά φυλακίζεται σε μια ατελείωτη αναζήτηση που ποτέ δεν ικανοποιείται πλήρως, διότι είναι πλασμένη για κάτι βαθύτερο από την κατοχή: είναι πλασμένη για κοινωνία και αγάπη.
 Ο δεύτερος φίλος είναι οι άνθρωποι που αγαπήσαμε και μας αγάπησαν. Η οικογένεια, οι φίλοι, οι σύντροφοι της ζωής μας αποτελούν ανεκτίμητο θησαυρό. Είναι εκείνοι που μοιράζονται τις χαρές και τις λύπες μας, που στέκονται δίπλα μας στις δύσκολες στιγμές, που δίνουν νόημα στην καθημερινότητά μας. Χωρίς αυτούς η ζωή θα ήταν μια έρημος μοναξιάς. Ωστόσο, όσο βαθιά κι αν είναι η αγάπη τους, υπάρχει ένα σημείο πέρα από το οποίο δεν μπορούν να μας ακολουθήσουν. Μπορούν να κρατήσουν το χέρι μας μέχρι την τελευταία στιγμή, να προσευχηθούν για εμάς, να μας συνοδεύσουν μέχρι τον τόπο της ταφής μας, αλλά δεν μπορούν να περάσουν μαζί μας το μυστικό πέρασμα του θανάτου.
Η αλήθεια αυτή δεν μειώνει την αξία των ανθρώπινων σχέσεων. Αντίθετα, τις εξαγιάζει. Μας διδάσκει ότι οι άνθρωποι δεν είναι ιδιοκτησία μας αλλά δώρα που μας εμπιστεύτηκε ο Θεός για ένα διάστημα. Κάθε στιγμή αγάπης αποκτά έτσι αιώνια βαρύτητα, γιατί δεν είναι δεδομένη. Κάθε συγχώρηση, κάθε αγκαλιά, κάθε λόγος παρηγοριάς γίνεται πολύτιμος, επειδή γνωρίζουμε ότι οι ημέρες μας είναι μετρημένες. Η επίγνωση της θνητότητας δεν καταστρέφει την αγάπη· την καθιστά βαθύτερη και αληθινότερη.
  Και τότε εμφανίζεται ο τρίτος φίλος, εκείνος που συνήθως παραμελούμε όσο ζούμε, αλλά αποδεικνύεται ο πιστότερος όλων. Είναι τα καλά έργα. Είναι κάθε πράξη αγάπης που προσφέραμε χωρίς αντάλλαγμα. Είναι κάθε δάκρυ που σκουπίσαμε από το πρόσωπο ενός πονεμένου ανθρώπου. Είναι κάθε συγχώρηση που δώσαμε όταν είχαμε το δικαίωμα να εκδικηθούμε. Είναι κάθε στιγμή κατά την οποία νικήσαμε τον εγωισμό μας για χάρη κάποιου άλλου. Είναι οι προσευχές, οι θυσίες, η ελεημοσύνη, η καλοσύνη που δεν διαφημίστηκε, η σιωπηλή προσφορά που ίσως κανείς δεν είδε εκτός από τον Θεό.
 Η θεολογία της Εκκλησίας δεν αντιλαμβάνεται τα καλά έργα ως λογιστική καταγραφή αρετών ούτε ως μέσο εξαγοράς της σωτηρίας. Τα βλέπει ως καρπούς μιας καρδιάς που έχει ανοιχτεί στην αγάπη του Θεού. Τα καλά έργα είναι η ορατή μορφή της αγάπης. Είναι η απόδειξη ότι ο άνθρωπος δεν έζησε μόνο για τον εαυτό του αλλά έμαθε να μεταμορφώνει την ύπαρξή του σε δώρο προς τους άλλους. Και γι’ αυτό έχουν αιώνια αξία. Ό,τι γίνεται από αγάπη δεν χάνεται. Μπορεί να ξεχαστεί από τους ανθρώπους, αλλά δεν χάνεται μέσα στη μνήμη του Θεού.
Η σύγχρονη εποχή συχνά εκπαιδεύει τον άνθρωπο να επενδύει όλη του την ενέργεια στους δύο πρώτους φίλους. Να συσσωρεύει αγαθά και να επιδιώκει κοινωνική επιβεβαίωση. Ελάχιστα όμως τον διδάσκει να καλλιεργεί τον τρίτο φίλο. Ελάχιστα τον ενθαρρύνει να αναρωτηθεί όχι πόσα απέκτησε αλλά πόσα πρόσφερε, όχι πόσο τον θαύμασαν αλλά πόσο αγάπησε. Έτσι, κινδυνεύει να φτάσει στο τέλος της ζωής του με γεμάτα χέρια αλλά άδεια καρδιά.
Η μεγαλύτερη τραγωδία δεν είναι να πεθάνει κανείς φτωχός σε χρήματα. Είναι να πεθάνει φτωχός σε αγάπη. Να ανακαλύψει ότι πέρασε από τον κόσμο χωρίς να αφήσει πίσω του φως, παρηγοριά, ελπίδα και ευεργεσία. 
Αντίθετα, ο πραγματικά πλούσιος άνθρωπος είναι εκείνος που, ακόμη κι αν δεν κατείχε πολλά, γέμισε τη ζωή των άλλων με καλοσύνη. Είναι εκείνος που μετέτρεψε την καθημερινότητά του σε ευκαιρία προσφοράς και τη θνητότητά του σε δρόμο προς την αιωνιότητα.
Τελικά, η παραβολή των τριών φίλων δεν μιλά για τον θάνατο αλλά για τη ζωή. Δεν μας καλεί να φοβηθούμε το τέλος, αλλά να αναθεωρήσουμε τις προτεραιότητές μας πριν φτάσουμε σε αυτό. Μας υπενθυμίζει ότι ο άνθρωπος δεν κρίνεται από όσα συγκέντρωσε, αλλά από όσα μοίρασε. Ότι η αληθινή επιτυχία δεν βρίσκεται στην κατοχή, αλλά στην αγάπη. Και ότι η μόνη περιουσία που μπορεί να διαβεί μαζί μας το κατώφλι της αιωνιότητας είναι το καλό που κατοίκησε στην καρδιά μας και έγινε πράξη.
Ίσως, λοιπόν, το σοφότερο ερώτημα που μπορεί να θέσει κανείς στον εαυτό του δεν είναι πόσα έχει, ούτε πόσο τον εκτιμούν οι άλλοι, αλλά ποιον από τους τρεις φίλους καλλιεργεί περισσότερο κάθε ημέρα. Διότι όταν σβήσουν τα φώτα αυτού του κόσμου και σιγήσουν όλες οι φωνές, ένας μόνο φίλος θα παραμείνει δίπλα μας. Και τότε θα φανεί ποιος ήταν πραγματικά ο θησαυρός της ζωής μας.

Αλέξανδρος Βατσικουρας
https://proskynitis.blogspot.com/

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΛΕΟΝΤΙΟΣ



 «Ο άγιος Λεόντιος γεννήθηκε στην Ελλάδα. Από μικρός ήταν δυνατός και γενναίος και η γενναιότητά του συναυξανόταν με το μεγάλωμα της ηλικίας του, γι' αυτό και κατατάχτηκε στο στράτευμα. Κατά τους πολέμους και τις συμπλοκές με τους εχθρούς φάνηκε ανδρείος κι έστησε πολλές φορές τρόπαια νίκης, παραμένοντας όμως συνετός και σώφρων, γι' αυτό και παρασημοφορήθηκε και έγινε στρατηγός. Ζώντας δε στην Τρίπολη της Αφρικής, δεχόταν και έτρεφε τους πτωχούς από τα βασιλικά σισίτια και τις προσφορές και λάτρευε έτσι τον Θεό γνήσια και ειλικρινά.
   Έμαθε γι' αυτόν ο ηγεμόνας της Φοινίκης Αδριανός, που ήταν κατά τους καιρούς του αυτοκράτορα Βεσπασιανού, και απέστειλε προς αυτόν τον Τριβούνο Υπάτιο μαζί με δύο άλλους στρατιώτες, από τους οποίους ο ένας ονομαζόταν Θεόδουλος. Στον δρόμο που πήγαιναν κι ενώ ο Υπάτιος καταλήφθηκε από πολύ μεγάλο πυρετό, ήλθε σ' αυτόν ουράνια φωνή κι άγγελος του φανερώθηκε κι άκουσε: "Αν θέλεις να απαλλαγείς από την αρρώστια, να επικαλεστείς τρεις φορές για βοήθεια τον Θεό του Λεοντίου". Τη φωνή αυτή την άκουσε αισθητά και ο Θεόδουλος.
   Ιατρεύτηκε πράγματι έτσι ο Τριβούνος κι όταν έφτασε στον άγιο μαζί με τη συνοδία του, χωρίς να ξέρει τον Λεόντιο ποιος είναι, φιλοξενήθηκε καταρχάς από αυτόν. Καθώς αναζητούσε τον Λεόντιο και έλεγε ψέμματα ότι εκείνος είναι φίλος του ίδιου και των θεών, ο άγιος είπε ότι αφενός ο ίδιος είναι ο Λεόντιος που αναζητά, αφετέρου ότι είναι δούλος του Χριστού κι ότι βδελύσσεται επομένως τους λεγόμενους θεούς. Όταν άκουσαν αυτά ο Τριβούνος και ο Θεόδουλος πρόσπεσαν στον άγιο και ζήτησαν από αυτόν τη χάρη να γίνουν κι αυτοί δούλοι του Χριστού. Προσευχήθηκε τότε ο άγιος υπέρ αυτών και λέγεται ότι ήλθε από τον ουρανό νεφέλη ύδατος και τους φώτισε και τους έντυσε με λευκές στολές. Από το γεγονός αυτό ταράχθηκαν οι άπιστοι και μήνυσαν ό,τι έγινε στον ηγεμόνα Αδριανό.
   Αυτός διέταξε να οδηγηθούν και να παρασταθούν μπροστά του κι επειδή δεν τους έπεισε με τις νουθεσίες του να απομακρυνθούν από την πίστη του Χριστού, διέταξε ο μεν άγιος Υπάτιος να αναρτηθεί και να χαρακωθεί με σιδερένια νύχια, ο δε άγιος Θεόδουλος να κτυπηθεί με σπαθί, στο τέλος δε να κόψουν τα κεφάλια τους. Ο δε μεγαλομάρτυρας Λεόντιος πρώτα μεν μαστιγώθηκε. Έπειτα επειδή δεν υποχώρησε στις παρακλήσεις και στις κολακείες του τυράννου, αλλά αντίθετα τον διακωμώδησε, κτυπήθηκε πάλι σκληρά. Μετά από αυτό τον κρέμασαν και τον χαράκωσαν με σιδερένια νύχια. Του έβαλαν έπειτα στον τράχηλο μία βαριά πέτρα και διαρκώς δεχόμενος κτυπήματα στην κατάσταση αυτή, στο τέλος παρέθεσε το πνεύμα του στον Θεό».
Ο υμνογράφος του αγίου Λεοντίου Ιωάννης ο μοναχός δίνει απαρχής ιδιαίτερη βαρύτητα σε ό,τι συνέβη στον άγιο Υπάτιο, όταν άρρωστος άκουσε την ουράνια φωνή που τον παρέπεμπε να επικαλεστεί τον Θεό του Λεοντίου. Θεωρεί ότι η θεϊκή αυτή επέμβαση ήταν το κατεξοχήν εγκώμιο για την αγιότητα του Λεοντίου, γεγονός βεβαίως που οδήγησε και στη μεταστροφή στην εις Χριστόν πίστη του Υπατίου μαζί με τον άγιο Θεόδουλο. "Η αρετή σου, δούλε του Χριστού Λεόντιε - σημειώνει συγκεκριμένα - δεν εντάσσεται στους νόμους των εγκωμιαστικών λόγων. Διότι ο ίδιος ο Χριστός είναι για σένα το εγκώμιο και η αναφαίρετη ευτυχία" (ωδή α΄). Έτσι η αγιότητα του Λεοντίου, φανερούμενη και βεβαιούμενη από τον ίδιο τον Κύριο, γίνεται και το μέσον για την κλήση σε σωτηρία των αγίων Υπατίου και Θεοδούλου. Που σημαίνει μεταξύ άλλων: ο Θεός προνοεί ιδιαιτέρως για τους αγίους Του, ενώ ο αγιασμός ενός ανθρώπου γίνεται (συχνά και εν αγνοία του) η καλύτερη οδός για την εύρεση του Θεού και από άλλους. Όσο κανείς ζει ορθά ως χριστιανός, όσο δηλαδή αγιάζει τον εαυτό του, τόσο ο Θεός τον χρησιμοποιεί ως μαγνήτη για να ελκύσει και άλλους κοντά Του.
Ο άγιος υμνογράφος κινείται σε τρία επίπεδα εγκωμιάζοντας τον μεγαλομάρτυρα Λεόντιο. Πρώτον, στο επίπεδο της εσωτερικής ζωής του αγίου, τι ήταν εκείνο δηλαδή που τον έκανε να μένει εν Χριστώ και του έδινε τη δύναμη να ξεπεράσει όλα τα εμπόδια του μαρτυρίου. Δεύτερον, στο επίπεδο του ιεραποστολικού έργου του, της μαρτυρίας δηλαδή που έδινε για την εις Χριστόν πίστη του σε όλους τους συστρατιώτες του, ευρισκόμενος και αυτός ως στρατιώτης ανάμεσά τους. Τρίτον, στη ρωμαλέα στάση του απέναντι στον υποκινητή των κακών διάβολο και τα όργανά του.
Και ως προς το πρώτο: ο άγιος είχε σταθερή ανοδική πορεία, γιατί είχε ψυχή ακηλίδωτη από αμαρτίες και σώμα παρθενικό. Κι είναι γνωστό από τους ασκητικούς Διδασκάλους μας ότι δεν υπάρχει τίποτε ισχυρότερο στον κόσμο από τον διπλό αυτόν συνδυασμό: την αγνή ψυχή και το αγνό σώμα. Διότι εκεί έχουμε την ιδανικότερη προϋπόθεση για εγκατοίκηση του ίδιου του Θεού. "Επειδή επιθυμούσες, μακάριε, τα υπέρ φύσιν κι αφού κόσμησες την ακηλίδωτη ψυχή σου με το παρθένο σώμα σου, έκανες ίσια και σταθερή την άνοδό σου στον Ουρανό" (ωδή α΄). Ο άγιος επιθυμούσε βεβαίως τα υπέρ φύσιν γιατί είχε προκρίνει πάνω από όλα τη σοφία που δίνει ο Χριστός και την αγάπη προς Εκείνον. Αυτό είναι πάντοτε το "μυστικό" κάθε ασκητικής διαγωγής μέχρι σημείου θυσίας και του εαυτού: η αγάπη προς τον Χριστό. "Διάλεξες τον θάνατο που δίνει αληθινή ζωή, από την πρόσκαιρη ζωή, αφού κυριάρχησες με τη βία απέναντι στη φύση σου, λόγω της σοφίας σου και του πόθου σου προς τον Χριστό" (ωδή ζ΄).
Ως προς το δεύτερο: Ο άγιος βεβαίως όπου μπορούσε μιλούσε για τον Χριστό κι ήταν τα λόγια του, λόγια ευσέβειας πάντοτε, σαν μέλι για τους καλοπροαίρετους ανθρώπους. "Η μελιστάλακτη και φιλόθεη γλώσσα σου έρεε τα λόγια της ευσέβειας" (ωδή γ΄). "Βάλτε τις ψυχές σας στον ζωντανό Θεό, αναφωνούσες στους συστρατιώτες σου, Λεόντιε, και να είστε στρατιώτες του αιώνιου Βασιλιά" ("ωδή γ΄). Αλλά αν τα λόγια του λειτουργούσαν ως μέλι για τους καλοπροαίρετους, τα ίδια προκαλούσαν βλασφημία στους ασεβείς και κακοπροαίρετους. Σαν τον ίδιο τον Κύριο που έκειτο και κείται "εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών". "Η γλώσσα σου προκαλούσε βλασφημία στις καρδιές των δούλων της ασέβειας" (ωδή γ΄). "Φαινόσουν καλωσυνάτος σ' αυτούς που πρόστρεχαν με πίστη, Λεόντιε, και είχες λόγο αρτυμένο από το θείο αλάτι. Στους εχθρούς του Χριστού όμως φαινόσουν πολύ επιθετικός" (ωδή ς΄). Έτσι συμβαίνει πάντοτε. Ο λόγος και η παρουσία του Χριστιανού, όπως συνέβη στον ίδιο τον Χριστό όπως είπαμε, λειτουργεί θετικά ή αρνητικά, ανάλογα με τις εσωτερικές προϋποθέσεις των ανθρώπων. Η μία στάση του Χριστιανού δηλαδή προκαλεί τους ανθρώπους, ώστε να αποκαλυφθούν οι διαλογισμοί του καθενός.
Ως προς το τρίτο: ο άγιος υμνογράφος επανειλημμένως τονίζει το ρωμαλέο φρόνημα του αγίου Λεοντίου - το χαρακτηριστικό κάθε συνεπούς χριστιανού: η υπέρβαση του φόβου και της δειλίας, κατά το "ουκ έδωκεν ημίν ο Θεός πνεύμα δειλίας, αλλά δυνάμεως και αγάπης και σωφρονισμού" (απ. Παύλος). Το ρωμαλέο του φρόνημα μάλιστα το παραλληλίζει ο υμνογράφος με το φρόνημα των αγίων τριών παίδων εν τη καμίνω. Όπως εκείνοι ευρισκόμενοι στην κάμινο ανέπεμπαν θαρραλέα ύμνους στον Δημιουργό με την ενίσχυση αγγέλου, έτσι κι αυτός: "Με ρωμαλέο φρόνημα, όπως ακριβώς οι αιχμάλωτοι παίδες, πατούσε ο Λεόντιος μαζί με τη φλόγα των πειρασμών και την πλάνη, αναμέλποντας σε Εσένα Κύριε: Είσαι ευλογημένος Θεέ των Πατέρων" (ωδή ζ΄). Κι η γενναιότητα της καρδιάς του βεβαίως ήταν κι απέναντι στους τυράννους κι απέναντι στον υποκινητή αυτών, τον Πονηρό διάβολο. "Ανέλαβες τον Σταυρό σαν θώρακα και προχώρησες να παλέψεις τους αόρατους εχθρούς και αθλήθηκες γενναία" (κάθισμα όρθρου).

https://pgdorbas.blogspot.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ι´ 23 - 31
23 ὅταν δὲ διώκωσιν ὑμᾶς ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, φεύγετε εἰς τὴν ἄλλην· ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ τελέσητε τὰς πόλεις τοῦ Ἰσραὴλ ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. 24 Οὐκ ἔστι μαθητὴς ὑπὲρ τὸν διδάσκαλον οὐδὲ δοῦλος ὑπὲρ τὸν κύριον αὐτοῦ. 25 ἀρκετὸν τῷ μαθητῇ ἵνα γένηται ὡς ὁ διδάσκαλος αὐτοῦ, καὶ ὁ δοῦλος ὡς ὁ κύριος αὐτοῦ. εἰ τὸν οἰκοδεσπότην Βεελζεβοὺλ ἐκάλεσαν, πόσῳ μᾶλλον τοὺς οἰκιακοὺς αὐτοῦ; 26 Μὴ οὖν φοβηθῆτε αὐτούς· οὐδὲν γάρ ἐστι κεκαλυμμένον ὃ οὐκ ἀποκαλυφθήσεται, καὶ κρυπτὸν ὃ οὐ γνωσθήσεται. 27 ὃ λέγω ὑμῖν ἐν τῇ σκοτίᾳ, εἴπατε ἐν τῷ φωτί· καὶ ὃ εἰς τὸ οὖς ἀκούετε, κηρύξατε ἐπὶ τῶν δωμάτων. 28 καὶ μὴ φοβεῖσθε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι· φοβήθητε δὲ μᾶλλον τὸν δυνάμενον καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ. 29 οὐχὶ δύο στρουθία ἀσσαρίου πωλεῖται; καὶ ἓν ἐξ αὐτῶν οὐ πεσεῖται ἐπὶ τὴν γῆν ἄνευ τοῦ πατρὸς ὑμῶν. 30 ὑμῶν δὲ καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς πᾶσαι ἠριθμημέναι εἰσί. 31 μὴ οὖν φοβηθῆτε· πολλῶν στρουθίων διαφέρετε ὑμεῖς.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ι´ 23 - 31
23 Ὅταν δὲ σᾶς διώχνουν εἰς τὴν πόλιν αὐτήν, φεύγετε καὶ πηγαίνετε εἰς τὴν ἄλλην, διὰ νὰ ἑξακολουθήσετε ἐκεῖ τὸ ἔργον σας.Μὴ σᾶς περάσῃ δὲ ἀπὸ τὸν νοῦν, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ μὴ σᾶς ὑπολειφθοῦν πλέον πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας νὰ καταφεύγετε, ὅταν θὰ σᾶς διώχνουν.Διότι ἀληθῶς σᾶς λέγω, ὅτι δὲν θὰ προφθάσετε νὰ περιέλθετε ὅλας τὰς πόλεις τοῦ Ἰσραήλ, ἕως ὅτου ἐπέλθῃ ἡ δικαία κρίσις τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ θὰ τιμωρήσῃ τοὺς διώκτας σας. 24 Μὴ παραξενεύεσθε δὲ ἀπὸ τοὺς διωγμοὺς αὐτούς.Κάθε μαθητής, ἐνόσῳ ἑξακολουθεῖ νὰ εἶναι μαθητής, δὲν εἶναι ποτὲ ἀνώτερος ἀπὸ τὸν διδάσκαλόν του· οὔτε κανεὶς δοῦλος εἶναι ἀνώτερος ἀπὸ τὸν κύριόν του. 25 Εἶναι ἀρκετὸν εἰς τὸν μαθητὴν νὰ λάβῃ τὴν ἰδίαν τύχην, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ διδάσκαλός του· καὶ πρέπει νὰ μένῃ ἰκανοποιημένος ὁ δοῦλος, ἐὰν λάβῃ τὴν αὐτὴν τύχην, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ κύριός του.Καὶ ἑμέ, ποὺ εἶμαι ὁ διδάσκαλός σας καὶ κύριός σας, δὲν μὲ καταδιώκουν; Ἐὰν ἑμέ, ποὺ εἶμαι νοικοκύρης εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ, ἐκάλεσαν Βεελζεβούλ, ἄρχοντα τῶν δαιμονίων δηλαδή, πόσῳ μᾶλλον θὰ καλέσουν ἔτσι σᾶς, ποὺ εἶσθε οἱ οἰκιακοί μου; 26 Ἀφοῦ δὲ ἀπὸ προτήτερα ξεύρετε, ὅτι ὅπως ἐδίωξαν καὶ ἐσυκοφάντησαν ἑμέ, ἔτσι θὰ διώξουν καὶ θὰ συκοφαντήσουν καὶ σᾶς, λοιπὸν μὴ φοβηθῆτε αὐτούς.Ὁποίαν συκοφαντίαν καὶ ἂν εἴπουν ἐναντίον σας, γρήγορα θὰ καταπέσῃ.Διότι δὲν ὑπάρχει τίποτε σκεπασμένον, ποὺ νὰ μὴ ξεσκεπασθῇ, καὶ τίποτε κρυφόν, ποὺ νὰ μὴ γίνῃ γνωστόν.Καὶ τὸ εὐαγγέλιον λοιπόν, ἐὰν τώρα εἶναι γνωστὸν εἰς ὀλίγους μόνον, εἰς τοὺς πολλοὺς δὲ εἶναι ἄγνωστον καὶ σκεπασμένον, θὰ γίνῃ γνωστὸν μὲ τὸ κήρυγμά σας καὶ θὰ φανερωθῇ ἡ ἀλήθειά του, τότε δὲ καὶ αἱ συκοφαντίαι ποὺ θὰ εἴπουν ἐναντίον σας καὶ κατὰ τοῦ κηρύγματός σας, θὰ καταπέσουν. 27 Ἐκεῖνο ποὺ τώρα σᾶς λέγω ἰδιαιτέρως, εἴπατέ το δημοσίᾳ.Καὶ ἐκεῖνο ποὺ ἀκούετε τώρα μυστικὰ εἰς τὸ αὐτί, κηρύξατέ το ἀπὸ τὶς ταράτσες, ὥστε νὰ τὸ ἀκούσουν ὅλοι. 28 Καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖνοι, ποὺ θὰ κηρύττουν τὸ εὐαγγέλιον, θὰ καταδιώκωνται ἀπὸ τοὺς ἀπίστους, μὴ φοβηθῆτε ἀπ’ ἐκείνους, ποὺ θανατώνουν τὸ σῶμα, ἀλλὰ δὲν ἔχουν τὴν δύναμιν νὰ θανατώσουν καὶ τὴν ψυχήν.Φοβήθητε ὅμως ἀσυγκρίτως περισσότερον τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ρίψῃ εἰς τὴν κόλασιν καὶ εἰς τὴν αἰωνίαν δυστυχίαν τοῦ Ἅδου καὶ τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα. 29 Καὶ ἂν ἀκόμη σᾶς θανατώνουν, μὴ νομίσετε ὅτι ὁ Θεὸς σᾶς ἐγκατέλιπε καὶ δι’ αὐτὸ θανατώνεσθε.Ὄχι.Δύο σπουργίτια δὲν πωλοῦνται ἀντὶ δέκα λεπτῶν; Καὶ ὅμως ἕν ἀπὸ αὐτὰ δὲν θὰ πέσῃ νεκρὸν εἰς τὴν γῆν, χωρὶς νὰ τὸ ἐπιτρέψῃ ὁ Πατήρ σας. 30 Ὅσον δὲ διὰ σᾶς, μάθετε ὅτι ἀκόμη καὶ αἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς σας, διὰ μίαν ἀπὸ τὰς ὁποίας σεῖς μικρὰν ἢ καμμίαν φροντίδα λαμβάνετε, καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὁποίων ἁγνοεῖτε, ὅλαι ἔχουν ἀριθμηθῇ.Ὁ Θεὸς δηλαδὴ ἔχει γνῶσιν καὶ περὶ αὐτὼν ἀκόμη τῶν ἐλαχίστων, ποὺ σᾶς συμβαίνουν, εἰς τὰ ὁποῖα σεῖς μικρὰν δίδετε σημασίαν. 31 Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ Θεὸς τόσον ἐνδιαφέρεται διὰ σᾶς καὶ τόσον παρακολουθεῖ ὅσα συμβαίνουν, μὴ φοβηθῆτε ποτέ.Διαφέρετε σεῖς καὶ εἶσθε ἀσυγκρίτως ἀνώτεροι ἀπὸ πολλὰ στρουθία.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Φαν­τά­σου μια πόλη με πεν­τα­κό­σιες χι­λιά­δες κα­τοί­κους, οι οποί­οι αμαρ­τά­νουν. Σ' ένα Μο­να­στή­ρι εκεί ζει ένας μο­να­χός ασκη­τής, ο οποί­ος ση­κώ­νει τα κα­θα­ρά χέ­ρια του στον Θεό και Τον πα­ρα­κα­λεί να μην τι­μω­ρή­σει όλες αυ­τές τις χι­λιά­δες που αμαρ­τά­νουν. Σε δια­βε­βαιώ­νω λοι­πόν, ότι για το χα­τί­ρι αυ­τού του ασκη­τού ο Θεός δεν τι­μω­ρεί τις πεν­τα­κό­σιες χι­λιά­δες. Οι Άγιοι του Θεού εί­ναι ικα­νοί για τα πάν­τα. Ο Άγιος μπο­ρεί να ζη­τή­σει από τον Θεό ό,τι θέ­λει και να του το δώ­σει ο Θεός. Εί­ναι πολύ με­γά­λη η δύ­να­μη των Αγί­ων!

Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

Πήγε στον παπα - Εφραίμ και του παραπονέθηκε ότι πήγαν χαμένες οι προσευχές του...




Ας σχετισθουμε με τον άγιο που φέρομε το όνομα του ή με τον αγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή, που είναι πολύ πρόχειρος και εύκολος  ακόμη και τους μουσουλμάνους ακούει.
 Ας σχετισθουμε με τον άγιο Νικόλαο, που πηγαίνει και στους αμαρτωλούς και στους εγκληματίες και τους σώζει. 
Ας σχετισθουμε με την Παναγία. Ποιός μίλησε στην Παναγία και αστόχησε, δεν άκουσε την φωνή της, δεν δέχθηκε το χάδι της; Την Παναγία ακόμη και μέσα από την κόλαση την φωνάζουν • πόσο μάλλον εμείς που είμαστε έξω από την κόλαση. 
Ας έχωμε,όσο μπορούμε,τους δικούς μας μεσίτες.Και αναμφιβόλως, ποιός αγνοεί ότι οι άγιοι είναι πρόσωπα ζωντανά, ότι ευρίσκονται " εν χειρί Θεού" και επομένως μπορούν να ενεργούν οι ίδιοι;...
...Κάποιος μοναχός παρακαλούσε επίμονα για κάτι τον άγιο Σίμωνα, τον κτιτορα της Σιμωνόπετρας, αλλά φαινόταν αδύνατον να πραγματοποιηθη.
  Πήγε τότε στον παπα - Εφραίμ και του παραπονέθηκε ότι πήγαν χαμένες οι προσευχές του.
 Άντε, του λέγει εκείνος, φύγε. Ποτέ δεν πάει η προσευχή χαμένη, και θα πάη χαμένη η μεσιτεία ενός αγίου που προσεδρεύει πρόσωπο με πρόσωπο στο θυσιαστήριο του Θεού, και μπορεί να συμπαρασύρη στην μεσιτεία όλους τους αγίους που είναι τριγύρω του;

Γέροντας Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετριτης
https://proskynitis.blogspot.com/