Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Να πιάσουμε κουβέντα




Η ακατανίκητη ανάγκη του ανθρώπου για επικοινωνία πρέπει να διοχετευθεί σωστά. Πρώτα-πρώτα να πιάσουμε κουβέντα με αυτόν τον άγνωστο εαυτό μας. 
Κουβέντα ειλικρινή, τίμια, θαρρετή. Να βρούμε στα βάθη μας την κρυμμένη αθωότητα των παιδικών μας χρόνων. 
Κουβέντα πρόσωπο προς πρόσωπο, δίχως προσωπείο, με τον ένα, μόνο, αληθινό, ζωντανό φίλο, Πατέρα Θεό.

Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης
https://inpantanassis.blogspot.com/

Η νοερά προσευχή




«Σεις δε, εάν αγαπάτε την νοεράν προσευχήν,
πενθείτε και κλαίετε ζητώντας τον Ιησούν.
Και Αυτός θα αποκαλυφθή ως εν εμπύρω αγάπη,
όπου καταφλέγει όλα τα πάθη». [74]

Ο πανάρχαιος και καθολικός πόθος του ανθρώπου να συναντηθεί με τον Θεό βρίσκει την εκπλήρωσή του μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Η συμμετοχή του πιστού στα Μυστήρια της Ιεράς Εξομολογήσεως και της Θείας Κοινωνίας καθώς και η προσπάθεια τηρήσεως των εντολών του Θεού κάνουν δυνατή την μέθεξη και την κοινωνία Θεού και ανθρώπου. 
Ένα δυνατό και αποτελεσματικό όπλο που προσφέρει η Εκκλησία μας σ’αυτήν την αναζήτηση είναι η προσευχή, η οποία κατά την ποιότητά της, όπως μας πληροφορεί ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, είναι ένωση και συνουσία ανθρώπου και Θεού.
Σήμερα, είναι πολύ ευχάριστο και παρήγορο το γεγονός πως το ενδιαφέρον των πιστών για την προσευχή και συγκεκριμένα την νοερά, όλο και αυξάνει. Όπως γράφει ο π. Εφραίμ, Προηγούμενος της Ι. Μονής Φιλοθέου και πνευματικό ανάστημα του Γέροντος Ιωσήφ: «γνωρίζω χιλιάδας ψυχάς εις τον κόσμον, εις όλον θα έλεγα τον κόσμον, όπου βιάζουν τον εαυτόν των εις την ευχήν με θαυμαστά αποτελέσματα».[75]
Αλλά τι είναι η νοερά προσευχή; Είναι η επίκληση του Ονόματος του Κυρίου Ιησού και η εκζήτηση του Θείου Ελέους και συγχρόνως μία πράξη μετανοίας του πεπτωκότος αμαρτωλού ανθρώπου, η οποία εκφράζεται με τα λόγια: Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.
Η πρώτη που άσκησε το θείο και ιερό έργο της νοεράς προσευχής στον χώρο της Καινής Διαθήκης είναι η Κυρία Θεοτόκος. Όταν έμενε στα Άγια των Αγίων ασκώντας την νοερά προσευχή έφθασε σε ύψη θείας θεωρίας όπως γράφει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς στον Λόγο του στα Εισόδια της Θεοτόκου. Γι’ αυτό και αξιώθηκε να γίνει το «ευρύχωρο σκήνωμα του Λόγου», η «χώρα του αχωρήτου Θεού».
Το παράδειγμά της μιμήθηκαν οι Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας, οι Όσιοι Ασκητές του Μοναχισμού, οι Άγιοι όλων των εποχών. Η νοερά προσευχή γίνεται η τερπνή και αδιάλειπτη ενασχόληση των θεοφόρων Πατέρων των πρώτων αιώνων του Χριστιανισμού στην Αίγυπτο, Νιτρία, Σινά, Ιεροσόλυμα αλλά και αργότερα στην Κωνσταντινούπολη, Άγιον Όρος και στους σλαβικούς λαούς.
Την δυσκολία που έχει όποιος θέλει να γνωρίσει, να εξασκήσει και κατόπιν να μιλήσει και να γράψει για βαθειά πνευματικά θέματα όπως είναι η νοερά προσευχή εξομαλύνουν η εντρύφηση και η προσεκτική μελέτη των κειμένων των Νηπτικών Πατέρων οι οποίοι κατέγραψαν τις πνευματικές τους εμπειρίες, όσο τους ήταν δυνατόν και επιτρεπτό, για την δική μας ωφέλεια.
Ανατρέχοντας λοιπόν στις Επιστολές του Γέροντος Ιωσήφ, του τελευταίου Μεγάλου Νηπτικού των καιρών μας, οι οποίες εκφράζουν και συνοψίζουν όλο τον πλούτο της Φιλοκαλικής Παραδόσεως διαβάζουμε τον ορισμό που εκείνος δίνει: «Νοερά Προσευχή είναι να έλθη η Χάρις».[76] Και όπως ο ίδιος εξηγεί: «Χάρις δε είναι, ίνα διαφανέστερον, είπωμεν, μικρά ή μεγάλη δωρεά της απείρου θείας πλουταναδόσεως, όπου Αυτός ως αγαθός διανέμει από άπειρον αγαθότητα».[77]
Αυτήν την Χάριν, την άκτιστον ενέργεια του Θεού με πόνους, αιματηρούς ασκητικούς αγώνες και τέλεια αυταπάρνηση επεδίωξε και αναζήτησε ο μακάριος Γέρων και ο Αγαθός Θεός του την χάρισε πλούσια ώστε και ο ίδιος πλούτισε και καθέναν που προστρέχει στις θεοφόρες Επιστολές του τον παρηγορεί, τον θερμαίνει, τον πλουτίζει και του ανοίγει νέους ορίζοντες.
Ο Γέρων Ιωσήφ ξεκινώντας την ασκητική του ζωή και επιθυμώντας να αθλήσει νομίμως έψαξε να βρει άνθρωπο να διδαχθεί: «τα σπήλαια ολοκλήρου του Άθωνος με υπεδέχοντο επισκέπτην… εζήτουν να εύρω πνευματικόν να με διδάξει ουράνιον θεωρίαν και πράξιν».[78]
Και αμείφθηκε:
«Εύρον πολλούς των Πατέρων εν «πράξει» και «θεωρία». Γηραιούς και αγίους ανθρώπους… ήτον και άλλος πλέον θαυμασιώτερος εις τον Άγιον Πέτρον τον Αθωνίτην, ο παπα-Δανιήλ, μιμητής του Μεγάλου Αρσενίου… Αυτός είχεν εφ’ όρου ζωής νοεράν προσευχήν και ολονύκτιον αγρυπνίαν. Από αυτόν και εγώ επήρα την τάξιν και εύρηκα μεγίστην ωφέλειαν»[79]
Αυτά τα αγιασμένα Γεροντάκια που είχαν αδιάλειπτη την ευχή, «έχοντες έκαστος ίδιον χάρισμα και πάντες ηγιασμένοι, ευωδιάζοντες ως κρίνα την έρημον»[80] έκανε ο θαυμαστός Γέρων οδηγούς του γι’ αυτό και συμβουλεύει: «έφ’ όσον ο Γέροντας έχει γνώσιν της προσευχής, δεν είναι φόβος να πλανηθής».[81]
«Έκτοτε λοιπόν ήρχισαν οι άγριοι πόλεμοι, όπου δεν με άφηναν ησυχίαν ημέρα και νύκτα. Άγριοι πόλεμοι!… Έξ ώρας καθήμενος εις προσευχήν τον νούν δεν εσυγχώρουν να βγη από την καρδίαν. Από το σώμα μου ο ιδρώτας έτρεχε βρύσις. Ξύλον αλύπητα. Πόνος και δάκρυα. Νηστεία άκρα και ολονύκτιος άγρυπνία…
Όλα έτη οκτώ κάθε νύκτα μαρτύριον. Έφευγαν οι δαίμονες και εφώναζαν. Μας έκαψε! Μας έκαψε!»[82]
Με την λιτή αλλά δυνατή αυτή περιγραφή μαθαίνουμε από τον ίδιο την ένταση του πολέμου αλλά και την ανδρεία και την γενναιότητα του αγωνιστή. Ο Γέρων Ιωσήφ έδειξε μεγάλο ζήλο και αυτοθυσία στον προσευχητικό αγώνα, αγωνίσθηκε τιτάνια και έγινε κάτοχος της Θείας Χάριτος φθάνοντας στα μέτρα των μεγάλων Αγίων Ασκητών.
Γι’αυτό και μπορούσε αλάνθαστα να καθοδηγήσει όσους του ζητούσαν βοήθεια. Όπως ο ίδιος γράφει: «διψώ να ωφελήσω τον κάθε αδελφόν, όπου ζητεί να σωθή».[83]
Και όπως ο υποτακτικός του, Προηγούμενος Εφραίμ της I. Μ. Φιλοθέου εξηγεί: «ήξευρε αυτός ο ουράνιος άνθρωπος με τόσην δεξιοτεχνίαν να θεραπεύη τα πάθη των υποτακτικών του ώστε μόνον να έμεναν πλησίον του και εγίνοντο άλλοι άνθρωποι… Δεν ήτο δυνατόν να έλθη πλησίον του άνθρωπος, όσον εμπαθής και αν ήτο, και να μη θεραπευθή. Αρκεί μόνον να του έκαμνε υπακοήν».[84]
Ο Όσιος Γέρων δεν θέλει να κρατά μόνο για τον εαυτό του τον θησαυρό που του εμπιστεύθηκε ο Χριστός, διψά να δείξει τον δρόμο της νοεράς προσευχής σε όλους τους χριστιανούς και γράφει: «υπάρχει ελπίς να δεχθώσι τον λόγον ψυχαί καθαραί και εις εμέ να γίνη ωφέλεια ο μισθός της αγάπης. Λοιπόν ακούσατέ μου τους λόγους, χαρίσατέ μου τας ακοάς…». [85]
Και ξεκινά διδάσκοντας και αποκαλύπτοντας την οδό της ευχής: «Λοιπόν η πράξις της νοεράς προσευχής είναι να βιάσης τον εαυτόν σου να λέγης συνεχώς την ευχήν με το στόμα, αδιαλείπτως. Εις την αρχήν γρήγορα· να μην προφθάνη ο νους να σχηματίζη λογισμόν μετεωρισμού. Να προσεχής μόνον στα λόγια: Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».[86]
Εδώ ο Γέρων Ιωσήφ μας μίλα για το ξεκίνημα, το αρχικό στάδιο. Και επισημαίνει: «όλη η βία χρειάζεται εις την γλώσσαν, έως ότου να συνηθίσης εις την αρχήν».[87]
Και τότε προβάλλει ο πρώτος καρπός της ευχής: « Όταν αυτό πολυχρονίση, το συνηθίζει ο νους και το λέγει. Και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχης μέλι στο στόμα σου. Και θέλεις όλο να το λέγης. Αν το αφήσης στενοχωρείσαι πολύ».[88] Ο Πανάγαθος Θεός βρίσκεται τόσο κοντά μας και παρακολουθεί κάθε μικρή προσπάθεια βίας που Του προσφέρουμε. Αυτή η γλυκύτητα στο στόμα είναι μία πρώτη γεύση της Χάριτος. Γι’ αυτό και ο π. Εφραίμ μας βεβαιώνει: «η προφορική ευχή φέρνει την Χάρη».
Και ο Γέρων Ιωσήφ συνεχίζει: «Η ευχή έτσι πρέπει να λέγεται με τον ενδιάθετον λόγον. Αλλ’ επειδή εις την αρχήν δεν την έχει συνηθίσει ο νους, την ξεχνά. Δι’ αυτό την λέγεις, πότε με το στόμα, και πότε με τον νουν… μέχρις ότου την χορτάση ο νους και γίνη ενέργεια. Ενέργεια λέγεται εκείνο όπου, όταν λέγης την ευχήν, αισθάνεσαι μέσα σου — χαρά και αγαλλίασις — και θέλεις διαρκώς να την λέγης».[89]
Αυτή η χαρά και η αγαλλίαση είναι «ένα βότσαλο στην ακροθαλασσιά» κατά την έκφραση του υποτακτικού του Γέροντος Ιωσήφ, πατρός Εφραίμ Κατουνακιώτη ο οποίος συμπληρώνει: «Υπάρχουν άλλα πολύ μεγαλύτερα».
Γι’ αυτά τα μεγαλύτερα μας πληροφορεί ο Γέρων Ιωσήφ: «όταν παραλάβη ο νους την ευχήν και γίνη αυτή η χαρά που σου γράφω, τότε θα λέγεται μέσα σου αδιαλείπτως, χωρίς την βίαν την εδικήν σου. Αυτό λέγεται αίσθησις – ενέργεια· επειδή η χάρις ενεργεί χωρίς την θέλησιν του ανθρώπου. Τρώγει, περιπατεί, κοιμάται, ξυπνά, και μέσα φωνάζει διαρκώς την ευχήν».[90]
Εδώ μας μιλά για το δεύτερο στάδιο της ευχής. Ο νούς παίρνει την ευχή από το στόμα και την λέει νοερώς με τον ενδιάθετο λόγο. Τώρα μπήκαμε πιά στον χώρο της νοεράς προσευχής. Αν ευδοκήσει ο Θεός, δει τον κόπο μας και την λαχτάρα μας, τον πόθο μας να Τον συναντήσουμε και να Τον κρατήσουμε μέσα μας, τότε μας οδηγεί στον χώρο της αδιαλείπτου προσευχής, όπως αδρά και εκφραστικά μόλις μας περιέγραψε ο Γέρων Ιωσήφ: «το δε παν έγκειται εις Αυτόν, εάν σου δώση. Ο Θεός είναι η αρχή και το τέλος. Η χάρις Του ενεργεί όλα»![91]
Ο Γέρων Ιωσήφ δεν υποτιμά την δυσκολία του αγωνίσματος, αλλά μας προετοιμάζει: «Μη νομίσης μικρόν τον αγώνα. Ωσάν τρελλή πρέπει να φωνάζης: Ιησού μου σώσον με! Παναγία Θεοτόκε βοήθει μοι!»[92]
«Εις την αρχήν είναι κόπος, αλλά όταν περάσουν τα χρόνια, τότε φωνάζει μέσα μονάχη της αδιαλείπτως. Αυτή μόνη καθαρίζει τον άνθρωπον από όλα τα πάθη».[93]
Εδώ ο Γέρων Ιωσήφ αναφέρεται στον αγλαό καρπό της νοεράς προσευχής, στην ουσία και το κύριο έργο αλλά και την δόξα του Μοναχισμού που δεν είναι τίποτα άλλο παρά η κάθαρση από τα πάθη που έχουν επικολλήσει στην ψυχή μας και τα οποία γίνονται πηγή δυστυχίας για μας, διότι μας χωρίζουν από τον Θεό. Η ευχή γίνεται το εργαλείο με το οποίο θα τα εκδιώξουμε: «τα πάθη είναι ύλη σκληρά. Ουράλια όρτη!… Η χάρις είναι ο ήλιος… Μόλις μία ακτίς ευρίσκει (τον νοητόκτιστον άνθρωπον) και ευθύς πυρπολείται από χαράν».[94]
Πολύγευστος η νοερά προσευχή, πολλοί και λαμπροί οι καρποί της για τους οποίους διεξοδικά μιλά ο Γέρων Ιωσήφ στις Επιστολές του: «όταν ο άνθρωπος καθαρίση την ψυχήν του και συλληφθή μέσα ο νέος Αδάμ ο γλυκύτατος ημών Ιησούς τότε η καρδία μή δυναμένη να κρατήση την χαράν και την άρρητον εκείνην ηδονήν όπου πίπτει εις την καρδίαν, σκιρτά και ρέουν οι οφθαλμοί γλυκύτατα δάκρυα, και όλος ο άνθρωπος γίνεται ως φλόγα πυρός εκ της αγάπης του Ιησού».[95]
Εδώ μας μιλά για το ακριβότερο απόκτημα, την γεύση της αγάπης του Θεού. Γι’αυτό αξίζει κάθε κόπος και κάθε θυσία. Είμαστε ευγνώμονες στον Γέροντα Ιωσήφ που μας δείχνει τον δρόμο: «όταν το συνηθίση ο νους (το Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με) και χορτάση – το μάθη καλά – τότε το στέλνει εις την καρδίαν».[96] Έτσι η ευχή γίνεται πλέον καρδιακή και όσοι εφθασαν εδώ ανέβηκαν στο τρίτο σκαλοπάτι.
Κατά τους Πατέρες η καρδιά είναι το κέντρο όχι μόνον της σωματικής αλλά και της πνευματικής δυνάμεως του ανθρώπου. Η καρδιά είναι ο θρόνος του νου, ο τόπος στον οποίον βρίσκεται ο νους όταν είναι υγιής. Τότε μόνον ο νούς ενώνεται με την καρδιά και από κοινού εργάζονται την ευχή. Κατά τον π. Ιωσήφ ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να καθαριστεί ο νους είναι η εργασία της νοεράς προσευχής. Όταν ο νούς, που είναι ο οφθαλμός της ψυχής, είναι καθαρός, τότε και το σώμα δεν δέχεται προσβολές και είναι και αυτό καθαρό.
Όταν ο νους κατεβάσει την ευχή στην καρδιά η προσευχή ενεργεί εκεί από μόνη της αβίαστα και ασταμάτητα. Όποιος έφθασε στο σημείο αυτό έχει μέσα του την αδιάλειπτη καρδιακή προσευχή. Αναπνέει κυριολεκτικά με τα λόγια της ευχής. Εισπνέει με το «Κύριε Ιησού Χριστέ» και εκπνέει με το «ελέησόν με». Με τα πρώτα λόγια ομολογεί την θεότητα του Ιησού Χριστού, αναγνωρίζει ότι είναι ο μόνος που μπορεί να τον σώσει και με τα επόμενα ζητά το έλεος του Θεού.
Αφήνει τα πάντα στον Θεό και ελπίζει ότι τελικά ο Θεός θα δεί «την ταπείνωση και τον κόπο» του και θα τον σώσει με το άπειρο ελεός Του. Και πάλι ο π. Ιωσήφ είναι εκφραστικότατος στο σημείο αυτό: «διά της συνεχούς λοιπόν επικλήσεως γίνεται διαδρομή στην καρδίαν διά της εισπνοής και εκπνοής, και νούς, λόγος και καρδία γίνεται ένα, όπου καθαρίζεται η καρδία και δέχεται την επισκιάζουσαν χάριν. Τότε γίνεται ουρανός μέσα σου, παράδεισος»[97]
Όποιος έχει το χάρισμα της αδιάλειπτης προσευχής είναι μακάριος, είναι από τώρα μέσα στον Παράδεισο. Αισθάνεται μέσα στην ψυχή του την θεία παρουσία σαν μία απαλή φλόγα που τον θερμαίνει και τον γεμίζει από ανέκφραστη χαρά. Αυτή η χαρά είναι ουράνια και δεν συγκρίνεται ούτε με τις μεγαλύτερες χαρές του κόσμου τούτου. Είναι η αντίδοση της αγάπης του Θεού σ’ όσους Τον αγάπησαν απεριόριστα και έγιναν έτσι άξιοι να τους αγαπήσει και Εκείνος. Εμείς ανοίγουμε τον δρόμο να μας επισκιάσει η Χάρη του Θεού, να έλθει μέσα μας και να δροσίσει τις ψυχές μας. Τηρώντας από αγάπη – και όχι από τον φόβο της τιμωρίας – τις εντολές του Θεού, Του δίνουμε το δικαίωμα να ενωθεί μαζί μας.
Ο Ίδιος είναι αγάπη, μας αγάπησε πριν Τον αγαπήσουμε εμείς και χαίρεται όταν Του φανερώνουμε και την δική μας αγάπη.
Η καρδιά του έχοντος την αδιάλειπτη ευχή είναι ναός του Αγίου Πνεύματος το Οποίο προσεύχεται μέσα της ακατάπαυστα «στεναγμοίς αλαλήτοις».[98] Η Χάρη του Θεού βρίσκεται μέσα του πλούσια. Είναι κατοικητήριο ολοκλήρου της Αγίας Τριάδος. Αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο της ευχής.
Στην καρδιά που κατοικεί η Τριαδική Θεότητα είναι φυσικό να μην υπάρχουν πάθη, αφού ο νους που είναι ο τροφοδότης της, εχει διαρκώς μνήμη Θεού και ούτε ο ίδιος επηρεάζεται από αμαρτωλούς λογισμούς ούτε και στην καρδιά επιτρέπει να μπούν τέτοιοι λογισμοί. Χωρίς την ευχή αυτό θα ήταν αδύνατο. Ο Γέροντας Ιωσήφ το λέει καθαρά: «εάν ο μοναχός δεν βρή την ευχήν αδιάλειπτον, και διά μέσου αυτής ενεργήση η Χάρις, είναι αδύνατον να μην γυρίσουν τα πάθη οπίσω, και τότε θα γίνη χειρότερος από ότι ήταν στον κόσμον. Και πάλιν, διά να εύρη παρηγορίαν απ’ την ευχήν, πρέπει να αγωνίζεται, να ζητήση εμπόνως, να κλάψη και ωσάν μικρό παιδάκι φωνάζον να προσεύχεται εις τον Χριστόν και εις την γλυκειά Του Μαννούλα να του ανοίξη τους οφθαλμούς».[99]
Εκτός όμως από την συνεχή βία της ευχής την οποία τόσο τονίζει ο Γέρων Ιωσήφ είναι απαραίτητη και η εγκράτεια στο φαγητό και στον ύπνο γι’ αυτό και συμπληρώνει: «έρχεται κατ’ ολίγον η χάρις και μόλις πλησιάση τον άνθρωπον ως κηρός αναλύει… διότι ενούται όλος με τον Θεόν… Αλλ’ όμως μέχρι να γίνουν αυτά απαιτούνται πολλά. Θέλει άκραν νηστείαν… μαζί να συνδέση και την διηνεκή αγρυπνίαν. Όχι άπαξ ή δίς, αλλά συνεχώς, διά να λεπτύνη ο νους ο παχύς και δυσκίνητος. Και τρίτον την αδιάλειπτον προσευχήν. Με νουν, με λόγον, και με καρδίαν».[100]
Χρειάζεται μεγάλη προσοχή και ακρίβεια για να δημιουργηθεί το ανάλογο υπόβαθρο στον καθένα μας προκειμένου να οικοδομήσουμε το νοητό οικοδόμημα της ευχής. Ο Γέροντας Αρσένιος ο συνασκητής του Γέροντος Ιωσήφ, μας λέει πως έδιωχναν τους πειρασμούς με την ευχή: «Όταν ερχόταν ο πειρασμός, εμείς ελέγαμε την ευχή με όλη μας την ψυχή. Εδίναμε όλον τον εαυτόν μας στον Θεόν. Η ευχή έτρεχε γρήγορα αλλά και καθαρά. Ο νους μας κολλούσε στο νόημα της ευχής. Κολλούσαμε στην προσευχή, στον Χριστό μας. Ερχόταν μέσα μας γαλήνη, χαρά, δάκρυα. Και τότε… ο πειρασμός άφαντος. Του λέγαμε και ευχαριστώ».[101]
Είναι γνωστό πως αν κάποιος δεν προσέξει και δώσει κάποιο δικαίωμα στον εχθρό της σωτηρίας μας χάνει την ευχή και πρέπει να κοπιάσει πολύ για να την ξαναβρεί. Μας το λέει ο Γέροντας Αρσένιος: «Συμβαίνει όμως πολλές φορές, όταν δώσουμε δικαίωμα την ημέρα με κάποιαν παρακοήν, αργολογίαν, αντιλογίαν, κάποιον λογισμόν υπερηφανίας, φθόνου, κατακρίσεως κ.τ.λ. και η αδιάλειπτος ευχή να κοπή από τα χείλη αλλά και η αγρυπνία της νύχτας ν’ αποβή κόπος και πόνος. Αλλά κάποτε και χωρίς να δώσουμε δικαίωμα συμβαίνει κάτι παρόμοιο».[102]
Προϋποθέσεις για να επιτύχουμε στον αγώνα της ευχής είναι η αποφυγή της κατακρίσεως και της αργολογίας, η επιμέλεια και η σιωπή την ώρα του διακονήματος (για τους μοναχούς), η υπακοή χωρίς αντιλογία. Ακόμα η ταπείνωση και η αυτομεμψία καθώς θα έχουμε διαρκή μνήμη των αμαρτιών μας.
Ο Γέρων Ιωσήφ μακάριζε ιδιαίτερα τους υποτακτικούς λέγοντας: «Παιδί μου, εμείς με τον Γερο – Αρσένιο για να γευθούμε αυτά τα ουράνια αγαθά, εχύσαμε στην άσκησιν άφθονον αίμα. Εσείς μόνο με μίαν επιμέλεια στην υπακοή απολαμβάνετε ίσην χάριν με εμάς. Κρατάτε, τέκνα μου, την υπακοήν με όλη σας την ψυχήν».[103]
Εδώ ο Γέρων Ιωσήφ αναφέρεται στην πνευματική υπακοή που πρέπει να κοσμεί τον αληθινό μοναχό. Δεν είναι αρκετή η εξωτερική υπακοή ως προθυμία στις διάφορες διακονίες που καλείται ν’αναλάβει και να περατώσει ο μοναχός, αλλά, για να βρεί την χάρη της προσευχής, πρέπει σταδιακά το φρόνημά του να εναρμονίζεται και τελικά να ταυτίζεται με το φρόνημα του Γέροντά του.
Ειδικά για τους ανθρώπους που ζουν στον κόσμο ο Γέρων Αρσένιος συμβουλεύει: « Όταν οι επισκέπτες ενδιαφέρονταν να μάθουν για την νοεράν προσευχήν, ερωτούσε:
—Έχετε πνευματικόν; Είσαστε εξομολογημένοι; Προσεύχεσθε; Εκκλησιάζεστε; Νηστεύετε Τετάρτην και Παρασκευήν; Κοινωνάτε τακτικά;
Αν οι επισκέπτες ήσαν έγγαμοι, πρόσθετε:
—Φυλάγετε εγκράτειαν με την γυναίκα σας κατά τις νηστείες, Κυριακές, γιορτές; Κάμνετε παιδιά, όσα δώσει ο Θεός; Έχετε αγάπην με εχθρούς και φίλους;
Αν κάμνετε αυτά, τότε να μιλήσουμε για την νοεράν προσευχήν. Αν όχι, νοερά προσευχή γιόκ. Να μή χάνουμε και τα λόγια μας». [104]
Σε πολλούς από εμάς ίσως φαίνονται δύσκολα τα λόγια αυτά του π. Αρσενίου. Είναι όμως αληθινά και εγκυρότατα διότι οι Όσιοι αυτοί Πατέρες προχώρησαν και κατέκτησαν σε μεγάλο βαθμό την χάρη της ευχής. Ας μή λησμονούμε πως η ευχή είναι το ουράνιο φάρμακο που θεραπεύει τα πάθη της ψυχής και μας καθαρίζει από κάθε μολυσμό σαρκός και πνεύματος. Μας εξυψώνει και μας ενώνει με τον Χριστό μας, τον ιατρό των ψυχών και των σωμάτων. Φωτίζει τα βήματά μας και τα οδηγεί στον δρόμο του Παραδείσου. Μας πλουτίζει με τους αιώνιους θησαυρούς.
Μας βοηθά αποτελεσματικά στο να ξεπεράσουμε όλα τα προβλήματά μας. Μας ενισχύει να αντέχουμε τους πειρασμούς για να κερδίσουμε μέσα από αυτούς την αιώνια σωτηρία μας. Εμποδίζει τον πονηρό να δημιουργεί δυσκολίες στις σχέσεις με τους συνανθρώπους μας και να διαταράσσει έτσι την γαλήνη της ψυχής μας.
Ασκώντας την νοερά προσευχή και ο ίδιος ο άνθρωπος μένει έκπληκτος από τις αλλαγές που παρατηρεί μέσα του. Ο φλύαρος γίνεται σιωπηλός και εσωστρεφής, δεν επιθυμεί πιά τις συζητήσεις, έχει μία ιερά ενασχόληση, ο δειλός γίνεται ανδρείος, ο αγχώδης γαλήνιος, ο νωθρός και αμελής βιαστής, και ο απαισιόδοξος αισιόδοξος. Πλημμυρίζει από αγαθούς λογισμούς, βλέπει τους άλλους ανθρώπους καλούς, δικαιολογεί τις πτώσεις τους, γεμίζει από ευσπλαχνία, κατάνυξη και ταπείνωση.
Η νοερά προσευχή είναι ένας λειμώνας όπου σκηνώνει η Χάρις του Θεού, γι’αυτό είναι μακάριοι όσοι ασχολούνται με αυτήν. Ο Όσιος Γέρων Ιωσήφ μας προτρέπει; «όποιος θέλει ας δοκιμάζη αυτό το μέλι και γίνεται μέσα του πηγή χαράς και ευφρόσυνης». Σαφής και ενθαρρυντικός ο λόγος του ευφραίνει τις ψυχές μας και μας παρακινεί να ζηλώσουμε τους θείους αγώνες και τα παλαίσματά του και να βάλουμε αρχή στο σπουδαιότατο αυτό έργο. Έχουμε μία ανεκτίμητη πνευματική κληρονομιά, τα συγγράμματα των Αγίων Νηπτικών Πατέρων και τις Επιστολές του τελευταίου Νηπτικού του καιρού μας, Οσίου Ιωσήφ. Ας την αξιοποιήσουμε.
« Εκείνο όπου τώρα δεν έχεις και σου φαίνεται δύσκολον να το κατόρθωσης, θα έλθη καιρός που θα το κατέχης και θα θαυμάζης… αρκεί μόνον εσύ να εμμένης υπομένων και ζητών την κάθαρσιν της ψυχής σου. Θα παύση και ο θυμός, θα έλθη και η ειρήνη, θα εύρης και την ανάλογον της εργασίας σου απάθειαν, θα εύρης και την ευχήν. Αρκεί να ζητής και να βιάζεσαι κατά δύναμιν… Διά τούτο ανδρίζου και ίσχυε εν Κυρίω… Η ευχή μου θα είναι πάντα μαζί σας».
------------------------------------------------
Παραπομπές :
74. Γέρων Ιωσήφ, Επιστ. ΛΣΤ, σελ. 216.
75. Γέροντος Εφραίμ, Πατρικαί Νουθεσίαι, σελ. 440.
76. Επιστ. ΛΣΤ’, σελ. 214.
77. Επιστ. Θ’, σελ. 75.
78. Επιστ. ΛΖ’, σελ. 220.
79. Επιστ. ΙΑ’, σελ. 90-91.
80. Επιστ. ΛΖ’, σελ. 225-226.
81. Επιστ. IB’, σελ. 94.
82. Επιστ. ΛΖ’, σελ. 223.
83. Επιστ. Β’, σελ. 39.
84. Έκφρασις…, σελ. 21 και 17.
85. Έκφρασις…, σελ. 31.
86. Επιστ. Α΄ σελ. 35-36.
87. Επιστ. Α’, σελ. 38.
88. Επιστ. Α’, σελ. 36.
89. Επιστ. Β’, σελ. 40.
90. Επιστ. Β’, σελ. 40.
91. Επιστ. Α’, σελ. 37.
92. Επιστ. ΛΓ’, σελ. 195.
93. Επιστ. 22, Προς Μοναχόν Παντελεήμονα, Θείας Χάριτος Εμπειρίες, εκδ. I. Μ. Βατοπαιδίου, 2005.
94. Επιστ. ΛΕ’, σελ. 205.
95. Επιστ. προς Ερημίτην, κεφ. Β’, σελ. 402.
96. Επιστ. Α’, σελ. 36.
97. Θείας Χάριτος Εμπειρίες, σελ. 198.
98. Ρωμ. Η΄, 18.
99. Επιστ. 23 Προς Μοναχόν Παντελεήμονα, από το βιβλίο ‘‘Θείας Χάριτος Εμπειρίες”, σελ. 202.
100. Επιστ. MB΄, σελ. 255-256.
101. Ιωσήφ Μονάχου Διονυσιάτου «Ο Γέρων Αρσένιος ο Σπηλαιώτης» Β’ έκδοση, 2002, σελ. 105.
102. Στο ίδιο, σελ. 134.
103. Ιωσήφ Μονάχου Διονυσιάτου: «Ιερομόναχος Χαράλαμπος Διονυσιάτης», σελ. 94.
104. Ιωσήφ Μονάχου Διονυσιάτου: «Ο Γέρων Αρσένιος ο Σπηλαιώτης» Β’ Έκδοση, 2002, σελ. 91.
Πρωτ. Γεωργίου Τριανταφύλλου, 
Ο Άγιος Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, 
Ο Νηπτικός Πατήρ και Διδάσκαλος (Ταπεινή αναφορά στη ζωή και στο έργο του), 
εκδόσεις Ιερού Ησυχαστηρίου Παναγίας Μυρτιδιωτίσσης Θαψάνων Πάρου
https://inpantanassis.blogspot.com/

Μυστική ἕνωσις μέ τόν Κύριο




Χαρά καί εὐφροσύνη ἀπέραντη, γιορτή καί πανηγύρι αἰώνιο τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ μυστική ἕνωσίς της μέ τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.
Ἀδελφέ μου, «ἔρχου καί ἴδε!» (Ιω. 1,47).
Ἔλα καί δές τόν Ἰησοῦ!
Ἔλα καί δόξασέ Τον!
Ἔλα καί ὕμνησε τόν Κύριο σου!
Ἔλα καί γονάτισε καί κλάψε μπροστά στόν πλάστη σου!
Ἔλα, προσκύνησέ Τον, ἀναγνώρισέ Τον, ὁμολόγησε Τον! «Πρόσελθε πρός αὐτόν καί φωτίσθητι, καί τό πρόσωπόν σου οὐ μή καταισχυνθῇ» (Ψαλμ. 33, 6).
Ἔλα πεινασμένε, νά εὐφρανθῆς ἀπό τή θεία τροφή!
Ἔλα τυφλέ, ν᾿ ἀπολαύσης τό αἰώνιο φῶς!
Ἔλα αἰχμάλωτε, νά χαρῆς τήν ἐλευθερία!
Ἔλα θνητέ, ἑνώσου μέ τόν Ἀθάνατο, γιά ν᾿ ἀξιωθῆς τῆς αἰωνίας ζωῆς!
Ἔλα πονεμένε καί θλιμμένε, νά βρῆς τήν παντοτεινή χαρά!
Ἔλα ἀπελπισμένε, νά βρῆς τήν ἐλπίδα!
Ἔλα ψυχρέ, νά φλογισθῆς σάν τή φωτιά!
Ἔλα φτωχέ, νά πλουτίσης μέ τόν ἀδαπάνητο θησαυρό!
Ἔλα γυμνέ, νά ἐνδυθῆς ἀθάνατη δόξα καί ἀφθαρσία!
Ἰδού, ὁ Κύριος «ἔρχεται μετά τῶν νεφελῶν, καί ὄψεται αὐτόν πᾶς ὀφθαλμός καί οἵτινες αὐτόν ἐξεκέντησαν, καί κόψονται ἐπ᾿ αὐτόν πᾶσαι αἱ φυλαί τῆς γῆς» (Αποκ. 1, 7). Ναί, ἔρχεται καί δέν θ᾿ ἀργήση ὁ Κύριος.
Μακάριος ὅποιος τηρεῖ τίς ἐντολές Του. Μακάριος ὅποιος φυλάττει τόν νόμο Του.
Μακάριος ὅποιος εἶναι νοερά καί μυστικά ἑνωμένος μαζί Του.
Σήκωσε, ἀδελφέ μου, σήκωσε τούς νοητούς ὀφθαλμούς τῆς καρδιᾶς σου πρός τόν Θεό καί ἱκέτευε Τον νά τήν φλογίση μέ τή θεία ἀγάπη Του. Ταύτισε τό θέλημά σου μέ τό θέλημα τοῦ Κυρίου. Σάν ἄλλος Βαρτίμαιος φώναξε κι ἐσύ πάλι: 
«Υἱέ Δαβίδ Ἰησού, ἐλέησον με!» (Μαρκ. 10,47). 
Καί ὅσο οἱ δαίμονες, μέ τά τεχνάσματα καί τίς παγίδες τους, προσπαθοῦν νά ἐμποδίσουν τήν ἀναφορά σου πρός τόν Κύριο, ἐσύ «πολλῷ μάλλον κράζε· υἱέ Δαβίδ, ἐλέησον με!» (Μαρκ.10, 48), διδαξέ με νά κάνω πάντοτε τό θέλημά Σου καί ν᾿ ἀνήκω μόνο σέ Σένα!
«Εἰ δώσω (=δέν θά δώσω) ὕπνον τοίς ὀφθαλμοῖς μου καί τοῖς βλεφάροις μου νυσταγμόν καί ἀνάπαυσιν τοῖς κροτάφοις μου, ἕως οὗ εὕρω τόπον τῷ Κυρίῳ, σκήνωμα τῷ Θεῷ Ἰακώβ» (Ψαλμ.131, 4-5). Βίαζε τόν ἑαυτό σου νύχτα καί μέρα, μήν τοῦ δίνης ἀνάπαυσι καί ἡσυχία, μέχρι ν᾿ ἀνοίξης τήν καρδιά σου στόν Κύριο, ν᾿ ἀνοίξης μέσα σου τόπο γιά Κεῖνον καί νά γίνηςὁλόκληρος κατοικητήριο τῆς χάριτός Του. Γι᾿ αὐτό ἄλλωστε πλάσθηκες καί αὐτός εἶναι ὁμοναδικός σκοπός τῆς ζωῆς σου: ἡ ἕνωσίς σου μέ τόν Θεό.
Τήν ὁλοκληρωτική ἕνωσί σου μέ τόν Κύριο θά ἐπιτύχης καλλιεργώντας τήν ἀδιάκοπη ἐπικοινωνία μαζί Του διά τῆς προσευχῆς. Ξέχασε ὅλα τά γήϊνα καί μάταια καί στρέψε ὅλες τίς ἐπιθυμίες καί τίς διαθέσεις σου πρός Αὐτόν, ζήτα τό ἔλεός Του ἀδιάλειπτα, κράτα τή μνήμη Του συνεχῶς στόν νοῦ σου καί βυθίσου ὅλος μέσα στό πέλαγος τῆς ἀγάπης Του.
Αὐτός εἶναι ὁ Θεός σου,
Αὐτός ὁ δημιουργός σου,
Αὐτός ἡ δόξα σου,
Αὐτός ἡ σωτηρία καί ἡ αἰώνια ζωή σου.
Ἀπόκτησε λοιπόν κι ἐσύ, «ἀπό τοῦ νῦν καί ἕως τοῦ αἰώνος» τόν ἀσίγαστο πόθο τοῦ προφήτου:
«Ὅν τρόπον ἐπιποθεῖ ἡ ἔλαφος ἐπί τάς πηγάς τῶν ὑδάτων, οὕτως ἐπιποθεῖ ἡ ψυχή μου πρός σε,ὁ Θεός» (Ψαλμ. 41, 1-2).

https://inpantanassis.blogspot.com/

Αρκεί που υπάρχει η Εκκλησία Του




Δεν είναι η Ορθοδοξία μια από τις πολλές θρησκείες, ούτε παρακλάδι του Χριστιανισμού.
Δεν είναι η ακολουθία στο ναό δυνατότητα να εισπράξουμε τη βοήθεια του Παντοδύναμου για να λύσουμε τα μικρά ή τα μεγάλα προβλήματά μας.
Δεν γίνεται η προσευχή για να ηρεμήσουμε, δίκη γιόγκα ή ναρκωτικού, αρνούμενοι να δούμε την πραγματικότητα της ζωής μας.
Και ακόμα, δεν είναι η Εκκλησία του Χριστού μέσο ηθικής καταξίωσης, τρόπος για να γίνουμε καλύτεροι και ενάρετοι.
Όλα τα πιο πάνω δεν καταργούν το θάνατο! Κι ο άνθρωπος, όπου γης, ποθεί για ζωή χωρίς θάνατο. Πώς όμως θα γίνει αυτό, αφού παντού κυριαρχεί ο θάνατος, ακόμα και στους αγίους;
Η νίκη κατά του θανάτου δεν μπορεί να γίνει από εμάς! Έγινε ήδη στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Χριστού «επί Ποντίου Πιλάτου». Γι’ αυτό κάθε φορά που μεταβαίνουμε από το μέσα μας θάνατο της αμαρτίας στη ζωή του Θεού, με τη μετάνοια, γευόμαστε τη νίκη κατά του θανάτου.
Πώς να εξηγήσεις τα βιώματα; Πώς να αποδείξεις λογικά την εμπειρία; Αυτό το «έρχου και ίδε» που ο Φίλιππος είπε στο φίλο του Ναθαναήλ, που αμφέβαλλε ότι μπορούσε στο πρόσωπο του Ιησού να συναντήσει τον αναμενόμενο Μεσσία, είναι η πρόκληση που απευθύνει η Εκκλησία στον καθένα μας για να «ψηλαφίσει» την αλήθεια για το πρόσωπο του σταυρωθέντος και αναστάντος Χριστού.
Τι σημασία έχει αν για κάποιους μεταβλήθηκε η Εκκλησία σε θρησκεία για εξυπηρέτηση των όποιων αδυναμιών τους, αναγκών τους, ακόμα και νευρώσεών τους; Τι κι αν υπάρχουν κληρικοί ή και λαϊκοί που έγιναν αυθεντία και, διεκδικώντας το αλάθητο, καθοδηγούν προς απώλεια τους οπαδούς τους;
Η αλήθεια παραμένει ανόθευτη στην Εκκλησία του Χριστού και ο Χριστός παραμένει ο Σωτήρας του κόσμου. Όποιοι κληρικοί, και κυρίως Επίσκοποι, «ορθοτομούν το Λόγο της Αληθείας», γίνονται φώτα που δείχνουν το Φως. Κι όποιοι τέτοιους πατέρες πνευματικούς βρήκαν, βρήκαν το Φως.
Στη σύγχυση για το πού βρίσκεται η Αλήθεια, στην απογοήτευση για την παρουσία του θανάτου με τις ποικίλες μορφές του, υπάρχει ο Χριστός που διά της Εκκλησίας Του χαρίζει ελπίδα σ’ όσους προβληματίζονται, σιγουριά και ασφάλεια σ’ όσους αφήνονται και κυρίως ενδιαφέρον σ’ όσους αναζητούν.
Γιατί δεν είναι στασιμότητα, ούτε ρουτίνα η ζωή με το Χριστό. «Έσονται οι έσχατοι πρώτοι και οι πρώτοι έσχατοι».
Αρκεί που υπάρχει η Εκκλησία Του που γεύεσαι τη Ζωή, κοινωνώντας από το ποτήριο της Ζωής, που γνωρίζεις την αγάπη του Θεού στην αμαρτωλότητά σου, που μπορείς να αμφιβάλλεις και να βεβαιώνεσαι χωρίς αποδείξεις, που μπορείς να πορεύεσαι εμπιστευόμενος τη Χάρη Του που τα «ασθενή θεραπεύει και τα ελλείποντα αναπληροί».

π. Ανδρέα Αγαθοκλέους
https://inpantanassis.blogspot.com/

Να βλέπω μέσα μου




«Κάθε δάσκαλος τη βλέπει πρώτα αυτός μέσα του τη σύνεση που διδάσκει και τη μαθαίνει και τη γεύεται, και τότε μπορεί να τη μεταδώσει στους μαθητές» (Άγιος Ισαάκ ο Σύρος)
Οι παλιοί είχαν μια ωραία παροιμία: «δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις». Η σοφή αυτή λαϊκή ρήση ζητούσε από τον δάσκαλο, τον γονέα, τον πνευματικό άνθρωπο, τον πολιτικό, τον καθέναν δηλαδή που αναλάμβανε έναν ρόλο ηγετικό στη ζωή του κόσμου, να έχει συνέπεια λόγων και έργων. Να μη λέει άλλα και άλλα να πράττει. 
Η ασκητική παράδοση της Εκκλησίας όμως προσθέτει και μιαν άλλη διάσταση στη συνέπεια λόγων και έργων. Αυτή της βίωσης. Δεν είναι η διδαχή προϊόν μιας μόρφωσης επιφανειακής. Τουλάχιστον να γνωρίζω αυτά που έχω διαβάσει και αυτά που έχω κληθεί να πω. Αλλιώς είναι «έπεα πτερρόεντα». Κι αυτό όμως δεν φτάνει. Χρειάζεται να τα ζω, για να είμαι αυθεντικός.
Ο ασκητής μιλά για τη σύνεση. Συνετός είναι εκείνος ο οποίος έχει μαζεμένο νου. Μπορεί να διακρίνει την αλήθεια από το ψέμα. Έχει αυτογνωσία. Δεν φορτώνει τον εαυτό του με περιττά. Δεν αναζητεί δόξα ανθρώπινη, πέρα ίσως από κάποια ευγενική αναγνώριση κόπων, που δεν την θεωρεί όμως προϋπόθεση για την εργασία και την κάθε προσπάθειά του. 
Στηρίζεται σε ένα αξιακό υπόβαθρο, το οποίο ζητά να μεταδώσει, όχι όμως μόνο στο ιδεολογικό επίπεδο, αλλά, κυρίως, στο εμπειρικό, ώστε να μπορούν οι μαθητές του να διδάσκονται αυθεντικά από κάποιον που πιστεύει, ζει και παλεύει, μοιράζεται το «είναι» του. Διότι η σύνεση είναι σημάδι ύπαρξης που κατέχει και δίνει απαντήσεις που ξεπερνούν το παρόν.
Ας γυρίσουμε λίγο στην οικογένεια των καιρών μας. Έχουμε υποκαταστήσει αρετές, όπως η σύνεση, με τη ρουτίνα της καθημερινότητας, τα υλικά αγαθά, το φόρτωμα με δραστηριότητες που τονώνουν το «εγώ», κουράζουν, χωρίς πάντοτε να ξεκουράζουν. Αναλαμβάνουμε ρίσκα, άλλοτε αδιαφορίας, άλλοτε ανοιγμάτων τα οποία μαρτυρούν ανθρώπους χωρίς επίγνωση της ευθύνης για τη ζωή και για τους άλλους. 
Τα παιδιά μας διδάσκονται πολλά από τον κόσμο. Εκεί όμως είναι που κρίνεται και η ανατροφή που παίρνουν από το σπίτι. Διότι ο κόσμος έχει πειρασμούς, στους οποίους αν ο άνθρωπος έχει μάθει να ενδίδει, ικανοποιώντας κάθε επιθυμία του, την οποία ο πολιτισμός βαφτίζει δικαίωμα, τότε δύσκολα θα αντέξει τη δυναμική των σχέσεων, που, έτσι κι αλλιώς, προϋποθέτουν αγάπη, δηλαδή έξοδο από τη δυναστεία του «εγώ».
Στη ζωή προχωράνε όσοι ρισκάρουν, λέει ένα άλλο αξίωμα. Κάποτε, και καταστρέφονται. Και η καταστροφή δεν χρειάζεται να είναι ολική. Αρκεί πτυχές της ζωής που είναι όμως κύριες για την ψυχική ισορροπία ή και για τη χαρά να μην πηγαίνουν καλά και τα όποια κέρδη από τα κάθε λογής ρίσκα εξανεμίζονται στον ψυχικό μας κόσμο. 
Υπάρχουν κι εκείνοι που αισθάνονται έτοιμοι να πληρώσουν το τίμημα των ρίσκων τους. Μπορεί να έχουν το χάρισμα ή την υπομονή. Μπορεί όμως και να έχουν υπερεκτιμήσει τις δυνάμεις τους.
Προφανώς, κάθε ζωή, με το περιεχόμενο, τις νίκες και τις ήττες της έχει μοναδική αξία. Και μπορεί, αν δε ρισκάρουμε, να αναρωτηθούμε, με ένα παράπονο, μικρό ή μεγάλο, τι θα μπορούσε να είχε γίνει αν. Η απάντηση θα παραμείνει σχηματοποιημένη εντός μας. 
Το μόνο όμως που δεν χάνεται είναι η απόφαση να ζήσω πρώτα αυτό που θέλω να μοιραστώ και να μην πορεύομαι όπως να ‘ναι, παριστάνοντας τον γνώστη, τον ηγέτη, την αυθεντία.

Πρωτοπρεσβύτερος Θεμιστοκλής Μουρτζανός, Δρ. Θεολογίας
https://inpantanassis.blogspot.com/

Νοερά προσευχή




- Ο μακαριστός πατέρας Ζωσιμάς (+ 2010), υποτακτικός του Γέροντος πατρός Σίμωνος (+ 1988) και συγγραφέας των πέντε βιβλίων, τα οποία αναφέρονται στη ζωή και το έργο του πνευματικού του πατρός, όπου γέμουν και από διηγήσεις πολυαρίθμων ιαθέντων, από πάσης φύσεως ασθενειών και μαστίγων, με την θαυματουργική προσευχή και την αταλάντευτη πίστη του π. Σίμωνος, ο οποίος συνεχίζει να θαυματουργεί αποδεδειγμένα μέχρι και σήμερα, παραθέτει και μερικές προσωπικές του εμπειρίες, όπως αυτές, που αμέσως ακολουθούν, για την νοερά προσευχή και συμβουλές του πατρός Σίμωνος προς τον κατά πάντα άξιο αναδειχθέντα και αποδειχθέντα, υποτακτικό του, πατέρα Ζωσιμά:
Ο Γέροντας πάντα μου έλεγε για τη νοερά προσευχή:
«Στο μέρος, που θα κάνεις τη νοερά προσευχή, να είναι σκοτεινά, γιατί προσεύχεσαι με περισσότερη κατάνυξη. Θα καρφώνεις τα μάτια σου μπροστά σ’ ένα σημείο, δεν θα τα μετακινείς καθόλου δεξιά και αριστερά. Μόνο όταν αρχίζουν να κουράζονται, τότε θα τα μετακινήσεις δίπλα ελαφριά, γιατί, αν δεν το κάνεις αυτό, θα προσεύχεσαι με κούραση και δεν θα καταλαβαίνεις την ευχή».
Ένα βράδυ σηκώθηκα και βγήκα από το κελί του Γέροντα……και άρχισα να κάνω στο σκοτεινό χωλ τον κανόνα μου. Ο Γέροντας παρακολουθούσε στη διάνοιά μου την ευχή, εάν την κάνω όπως μου είπε. Μόλις είδε ότι άρχισα να κουράζομαι, να μην καταλαβαίνω την ευχή και εγώ είχα ξεχάσει να μετακινήσω τα μάτια μου, μου φωνάζει από μέσα δυνατά: 
«Να μετακινήσεις τα μάτια σου γρήγορα». Εκείνη τη στιγμή ανατρίχιασα ακούγοντας τη φωνή του και έφυγε από πάνω μου η κούραση. Μόλις είδε ότι η ευχή δεν πήγαινε καλά, κατάλαβε την αιτία και με διόρθωσε, για να προσέχω. ΄Ολη την ώρα που έλεγα την ευχή, άγρυπνος με παρακολουθούσε. Αυτό έγινε με τη νοερά προσευχή τρεις φορές στο διάστημα που ήμουνα μαζί του. 
Μια άλλη ημέρα μου είπε ο Γέροντας περί νοεράς προσευχής: «Εγώ, πατέρα Ζωσιμά, μπορώ και τα δύο να κάνω: Να εξομολογώ τον κόσμο, να τους μιλάω, και να λέω και την νοερά προσευχή, χωρίς να εμποδίζομαι και να με κουράζει. ΄Εχω και τα δύο μαζί».
Ο Γέροντας, επίσης, μου είπε για την νοερά προσευχή:
«Όταν αρχίσεις να προσεύχεσαι και να λες το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», θα συγκεντρωθείς πρώτα στο μυαλό σου και θα αρχίζεις να την λες, αργά στην αρχή, να προσέξεις η συγκέντρωση και οι λέξεις, που θα λες, να πηγαίνουν μαζί και σιγά-σιγά θα την λες πιο γρήγορα. Όταν θα φεύγει ο νους σου και οι λέξεις σου δεν πάνε μαζί, θα την λες ξανά αργά. Όταν βλέπεις ότι πηγαίνεις καλά, θα την λες γρήγορα. Αυτό θα κάνεις κάθε φορά, που θα προσεύχεσαι με την νοερά προσευχή».
΄Όταν έδωσα τον λόγο μου στον Γέροντα ότι θα μείνω στο Μοναστήρι για μοναχός, μια από τις πολλές συμβουλές, που μου έδωσε, ήταν:
«Την νοερά προσευχή θα την λες, λέγοντας το Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με».
«Να είναι ευλογημένο», είπα.
Κάποτε ήλθε ένας προσκυνητής στο Μοναστήρι και είδα να κρατάει στο χέρι του ένα κομποσχοίνι μεγάλο και να λέει την ευχή πολύ γρήγορα. Σαν μηχανή πήγαινε το χέρι του. Εγώ τον κοιτούσα και απόρησα μέσα μου και έλεγα «τι ευχή να λέει άραγε και το κάνει τόσα γρήγορα;» ΄Ηθελα να μάθω και τον ερώτησα πώς την λέει την ευχή και μου είπε: Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με.
Καλά, του είπα, το «Υιέ του του Θεού» γιατί δεν το λες;
Δεν χρειάζεται, είπε, το ίδιο είναι. Με λίγες λέξεις λέγεται πιο γρήγορα.
Εγώ το πίστεψα και άρχισα εκείνη την ημέρα να κάνω και εγώ το ίδιο με την ευχή. Φούσκωνα από την υπερηφάνειά μου, που έλεγα και εγώ γρήγορα την ευχή.
Το βράδυ που κοιμήθηκα βλέπω στον ύπνο μου έναν αράπη γεροδεμένο, σαν παλαιστής ήταν. Είχαμε αγκαλιαστεί στήθος με στήθος και παλεύαμε. Αυτός είχε πολύ δύναμη. Καταλάβαινα ότι δεν θα μπορούσα να τον νικήσω. ΄Αρχισα να λέω την ευχή, το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με». Με τίποτα δεν ελευθερωνόμουν, πότε με έσπρωχνε αυτός πίσω, πότε εγώ. Αυτό γινόταν συνέχεια και έλεγα μέσα μου και απορούσα, να λέω την ευχή τόση ώρα και να μη μπορώ να ελευθερωθώ. Δεν ήξερα, τι άλλο να κάνω. Να λέω την ευχή συνέχεια πολύ και να μη πιάνει καθόλου. Είχα κουραστεί να παλεύω, είχα καταϊδρώσει. 
Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα να πω την ευχή, όπως μου είχε πει ο Γέροντας, «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με». Ακούω τον σατανά να βγάζει μια κραυγή πολύ δυνατή «Όχι!!! Δεν μπορώ να το αντέξω αυτό». Αμέσως έγινε ένας μαύρος καπνός και ελευθερώθηκα. Εγώ έμεινα κατάπληκτος και είπα εκείνη τη στιγμή: «πόσο δύναμη έχει η ευχή, όταν είναι μέσα και το «Υιέ του Θεού». Χίλιες φορές είπα την ευχή χωρίς «Υιέ του Θεού» και δεν ελευθερωνόμουν. Μια φορά είπα «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», δεν το άντεξε ο σατανάς, έσκασε και διαλύθηκε σαν καπνός.
Το πρωί πήγα και τα εξομολογήθηκα στον Γέροντα……….
Ο Γέροντας μου είπε: «Παιδί μου, η καλή προσευχή και η αληθινή έτσι είναι. Εσύ να μην κοιτάς πως την λένε οι άλλοι, να την λες όπως πρέπει».
Γι’ αυτό επιβάλλεται να λέμε την νοερά προσευχή με το «Υιέ του Θεού», διότι είναι ομολογία πίστεως.
Μια ημέρα είπα στον Γέροντα:
«Γέροντα, σήμερα όλη την ημέρα στην εργασία μου με τάραξαν οι λογισμοί και δεν έκανα πολλή νοερά προσευχή, όπως τις άλλες ημέρες. Ερχόταν ο λογισμός της υπερηφανείας, σταματούσα την ευχή και έλεγα: «Κύριέ μου, παρακαλώ, ελευθέρωσέ με από τους λογισμούς της υπερηφανείας». Ερχόταν η κατάκριση, το μίσος, ο θυμός και διάφορα άλλα και σε όλα έλεγα την ίδια λέξη, παρακαλούσα τον Κύριο να με ελευθερώσει από όλα αυτά».
Ο Γέροντας μου είπε: 
«Μη στεναχωριέσαι που σταματάς την ευχή και μιλάς στον Κύριο. Αυτά, που του λες, είναι προσευχή και είναι το ίδιο σαν να λες την νοερά προσευχή. Αλλά δεν πρέπει να λες στον Κύριο να σε ελευθερώσει από όλα τα πάθη, διότι πρέπει να αγωνίζεσαι. Εσύ θα προσέχεις σ’ αυτούς τους λογισμούς να μην δίνεις προσοχή, να τους αφήνεις να φεύγουν. Εάν δεν έχουμε πειρασμούς, δεν θα έχουμε και καλή προσευχή. Αυτά μας αγιάζουν. Όταν εμείς προσέξουμε και είμαστε συγκεντρωμένοι την ώρα που προσευχόμαστε, μας κάνουν καλό και όχι κακό».
Μια ημέρα σκεφτόμουν τον Γέροντα και έλεγα: «Θεέ μου, πώς ο Γέροντας τα κατάφερε και έφτασε τόσο ψηλά;» και λέγοντας αυτά ήρθα σε έκσταση και βλέπω τον Γέροντα ανάσκελα ξαπλωμένο κάτω με το κομποσχοίνι στο χέρι του και προσευχόταν ψυχή και σώματι με την νοερά προσευχή, κοιτάζοντας τον ουρανό. 
Εκεί που τον κοιτούσα, ανασηκώνεται λίγο προς τα επάνω από το έδαφος, με κοιτάζει αυστηρά με θυμό, με μάλωσε και είπε: «Δεν σ’ έχω πει, να μη μιλάς πολύ;» Με τον έλεγχο, που μου έκανε, τρόμαξα και συνήλθα αμέσως. Εγώ κατάλαβα πως, για να έχω την νοερά προσευχή, χρειάζεται να φύγω από την πολυλογία, όπως λένε οι πατέρες «εκ γαρ πολυλογίας ουκ εκφεύξει αμαρτίας». Καταστροφή στην προσευχή είναι η πολυλογία. (Β – 80 έως 84).

Το Τρίτο μέρος του βιβλίου του κ. Νικολάου Ζερβού για τον π. Σίμωνα Αρβανίτη
https://inpantanassis.blogspot.com/

ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΣΤΗ ΘΥΡΑ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΚΑΙ ΘΑ Σ’ ΑΚΟΥΩ!



«Μου είπε ο Γέρων ιερομόναχος π. Ι. Σ., ότι είχε επισκεφτεί τον όσιο Σωφρόνιο τον Αθωνίτη στο μοναστήρι του, του Τιμίου Προδρόμου, στο Έσσεξ της Αγγλίας, και τον ρώτησε για διάφορα θέματα της πνευματικής ζωής. Μεταξύ άλλων τον ρώτησε και για τον τρόπο εκφοράς των ευχών στη Θεία Λειτουργία, αν πρέπει να γίνονται εις επήκοον ή μυστικώς. Και ο όσιος του απάντησε: “π. Ι., εσύ θα βρίσκεσαι μπροστά στην Αγία Τράπεζα κι εγώ ευρισκόμενος στη θύρα του Ναού θα πρέπει να σε ακούω”».
Είναι από τα θέματα που επανήλθαν τον τελευταίο καιρό στην επικαιρότητα, μολονότι ουδέποτε έπαψε να απασχολεί τους κληρικούς αλλά και τους πιο ενημερωμένους από τους πιστούς της Εκκλησίας, ιδίως από την εποχή που ετέθη με μεγαλύτερη ένταση από τον μακαριστό αρχιεπίσκοπο κυρό Χριστόδουλο μέσα στο πλαίσιο της λεγόμενης «λειτουργικής αναγεννήσεως», για την οποία είχε δείξει ξεχωριστό ενδιαφέρον: «Οι ευχές στη Θεία Λειτουργία να λέγονται εις επήκοον ή μυστικώς;» Είναι αυτονόητο ότι επανερχόμενο το θέμα σημαίνει πως δεν λύθηκε, δεν δόθηκε δηλαδή μία οριστική απάντηση κοινά αποδεκτή από όλους, και μάλλον ουδέποτε θα δούμε κάτι τέτοιο στο προσεχές ή και στο απώτατο μέλλον.
Επεχείρησε η Ι. Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, εδώ και αρκετά χρόνια (2004), να δώσει μία απάντηση, να θέσει τις βάσεις μάλλον για μία κοινή κατεύθυνση, αλλά μάλλον ματαίως, διότι οι ίδιοι οι Επίσκοποι, ή κάποιοι απ’ αυτούς - οπότε και οι κληρικοί της περιφέρειάς τους σ’ ένα μεγάλο βαθμό – ακολούθησαν και ακολουθούν  διαφορετική τακτική, τόσο που θα μπορούσε να επαναληφθεί, μ’ έναν τόνο υπερβολής βεβαίως, το λεχθέν ότι «όσοι Έλληνες, τόσες και οι διαφορετικές γνώμες». Και δεν πρέπει να μας παραξενέψει το γεγονός. Διότι αφενός στην Παράδοση της Εκκλησίας δεν υπάρχει κάτι ομοιόμορφο στο συγκεκριμένο θέμα, αφετέρου τούτο δεν συνιστά θέμα για τη σωτηρία του ανθρώπου.
Προ καιρού έθεσα τον προβληματισμό σε διαπρεπή καθηγητή  της Θεολογικής Σχολής, ειδικό λειτουργιολόγο, ο οποίος μου διευκρίνισε ότι η Παράδοση έχει καταγράψει πάνω στον τρόπο αυτόν εκφοράς των ευχών «δεκατέσσερις διαφορετικές περιπτώσεις». Που σημαίνει: είτε με τον έναν είτε με τον άλλον τρόπο, η Θεία Λειτουργία ως ο Χριστός προσφερόμενος και θυσιαζόμενος, ως η συνέχεια του Μυστικού Δείπνου, πραγματοποιείται χωρίς καμία διακοπή και χωρίς κανέναν ενδοιασμό ότι «κάτι δεν πάει καλά!» Η πίστη για τον Χριστό ως τον ενανθρωπήσαντα Θεό, η πίστη για την αγία Τριάδα, η πίστη για την Εκκλησία ως το ζωντανό σώμα του Χριστού, η πίστη για το Πανάγιον Πνεύμα ως το ενεργούν τη μεταβολή των Τιμίων Δώρων, δεν αμφισβητείται, δεν αλλοιώνεται, δεν καταργείται, θέλουμε να πούμε ότι ο προβληματισμός αυτός για τις ευχές, σοβαρότατος και ιερότατος κατά τα άλλα, δεν αποτελεί θέμα δογματικό, γι’ αυτό και οι όποιες ενστάσεις ή πολύ περισσότερο εντάσεις και ειρωνείες(!) μπορεί να εγερθούν από ορισμένους εκφεύγουν των ορίων της Εκκλησίας και της ορθής κατά Χριστόν πνευματικής ζωής.
Είναι κρίμα δηλαδή για ένα τέτοιο θέμα, μη δογματικό επαναλαμβάνουμε, που ο προβληματισμός του θα σήμαινε κλήση προς αγαπητική ένωση των πιστών και αλληλοκατανόησή τους λόγω «παροξυσμού αγάπης», να έχουμε το ακριβώς αντίθετο: κατηγορίες και ερωτηματικά για ελλειμματική θεολογία ή για ελλειμματική πνευματική ζωή. Σε πολλά τέτοια επιμέρους θέματα θα έπρεπε να ισχύει το «συμφωνούμε ότι διαφωνούμε». Γιατί δεν θίγεται ακριβώς η ουσία. Τι βλέπουμε στην πρώτη Εκκλησία για παράδειγμα στο θέμα του εορτασμού του Πάσχα; Διαφωνεί η Δύση με την Ανατολή και με τον τρόπο της αγάπης συμφωνούν ο καθένας να συνεχίσει τη δική του παράδοση. Το ζητούμενο ήταν και είναι ένα: «εις Κύριος, μία πίστις, εν βάπτισμα».
Και λοιπόν; Δεν πρέπει να ερευνούμε για το πιο σωστό ίσως, με την έννοια του πιο κοντινού προς το αρχικό καθεστώς της πρώτης Εκκλησίας και τι εξυπηρετεί τη σύγχρονη ποιμαντική πραγματικότητα; Ασφαλώς και πρέπει. Κι είναι ανάγκη να είμαστε όλοι ανοικτοί προς αυτό που η επιστημονική έρευνα των κειμένων των Πατέρων μας υποδεικνύει. «Πάντα ευσχημόνως και κατά τάξιν γινέσθω». Που θα πει: έστω κι αν ένας άγιος λειτουργούσε με τον άλφα ή βήτα τρόπο, δεν αποκλείει την αποδοχή αυτού που η έρευνα δείχνει ως το καλύτερο – δεν έχουμε εδώ «μετάθεσιν όρων αιωνίων». Ο άγιος είναι άγιος, μα υπεράνω αυτού είναι η ίδια η Εκκλησία, η οποία καταθέτει τη μαρτυρία της μέσα από τη φωνή της, την Ιερά Σύνοδο: απολύτως όταν τίθεται θέμα δογματικό, ως πρόταση προς αποδοχή όταν είναι θέμα λειτουργικής ευταξίας. Ποιος μάλιστα πιστεύει ότι αν μία τοπική Εκκλησία στην οποία ζει ένας μεγάλος άγιος πρότεινε μία «ρύθμιση» ενός πρακτικού θέματος, δεν θα έσπευδε να την υιοθετήσει ο μεγάλος άγιος; Γιατί ακριβώς θα ήταν μεγάλος και άγιος λόγω της ταπεινώσεώς του και της υπακοής του προς την ποιμαίνουσα Εκκλησία του.
Αξίζει να θυμίσουμε εδώ κάτι που μνημονεύει ο άγιος Ιωάννης Μόσχος στο γνωστό «Λειμωνάριόν» του. Κάποιος άγιος ιερέας όταν λειτουργούσε στο μοναστηράκι του, πάντοτε έβλεπε να συλλειτουργούν μαζί του δύο άγγελοι. Κι ήρθε η στιγμή που κάποιος διάκονος, ερχόμενος στον άγιο Γέροντα λόγω της φήμης του ως αγίου, είδε ότι την Πρόθεση για τη Θεία Λειτουργία την τελεί ο Γέροντας με λανθασμένο τρόπο, με τρόπο δηλαδή κάποιας αιρετικής απόκλισης εν αγνοία βεβαίως του ίδιου. Υπέδειξε την πλάνη ο διάκονος, αντέδρασε προς στιγμήν ο άγιος Γέρων, μα στράφηκε προς τους αγγέλους  που μόνον αυτός τους έβλεπε, να τους ρωτήσει για την παρατήρηση του διακόνου. Κι οι άγγελοι αμέσως του είπαν ότι έχει δίκιο ο κληρικός. «Να συμμορφωθείς, Γέροντα». Και στην απορία του, γιατί τόσο καιρό που λειτουργεί δεν του υπέδειξαν την πλάνη εκείνοι, απάντησαν: «Διότι ο Κύριος θέλει ο άνθρωπος να διδάσκεται μόνον από τον συνάνθρωπό του» - μία εφαρμογή θαυμάσια εν προκειμένω του χριστολογικού δόγματος! 
Συμπέρασμα; Αν υπάρχει! Ο άγιος Σωφρόνιος, ως ο βαθύνους και σοφός λειτουργικός άγιος, ως εκείνος που τόνιζε ότι η Θεία Λειτουργία, και μάλιστα του Μεγάλου Βασιλείου, είναι ό,τι σημαντικότερο έχουμε για την προσευχή που περιεχόμενό της έχει τη θεολογία – «μόνον το Ευαγγέλιο του αγίου Ιωάννου του Θεολόγου υπέρκειται της Θείας αυτής Λειτουργίας» έλεγε – μας προσανατολίζει προς την κατεύθυνση της εις επήκοον εκφοράς των ευχών της Θείας Λειτουργίας. Γιατί όλοι οι πιστοί είμαστε μέλη Χριστού με πνευματική ιερωσύνη ο καθένας λόγω του αγίου βαπτίσματός μας, οπότε όλοι, ο καθένας με τον τρόπο του και από τη θέση του, πρωτίστως ο κληρικός, «τελούμε» τη Θεία Λειτουργία, ή καλύτερα ο καθένας μετέχει στον μόνο Τελετάρχη, τον Ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό που τελεί τα Μυστήρια εν Πνεύματι Αγίω, συνεπώς όλοι πρέπει να ακούμε το τι προσφέρεται στον Κύριο εν προσευχή. Κι ασφαλώς υπάρχει πάντοτε η απορία: γιατί επιτρέπεται να έχει και ο λαϊκός πιστός «βιβλιαράκι» ή πια και το «κινητό» για να βλέπει τα της Θείας Λειτουργίας και να προσεύχεται έτσι, αλλά τούτο δεν επιτρέπεται να γίνεται με τη φωνή του ιερέα;

https://pgdorbas.blogspot.com/