Τρίτη, 25 Ιουνίου 2019

Ο κρυπτοχριστιανός «χότζας» και δυο Κρητικοί στην Τραπεζούντα


~ Δύο αδέλφια Κρητικοί, καραβοκύρηδες και έμποροι, ο Μανώλης και ο Γιώργης, είχαν φτάσει την άνοιξη του 1866 στο λιμάνι της Τραπεζούντας με το ιστιοφόρο τους έμφορτο από κρητικά προϊόντα: λάδι, ελιές, σαπούνι κτλ. 

Το μεγαλύτερο μέρος του εμπορεύματος πουλήθηκε αμέσως σε χονδρική τιμή στους Τραπεζούντιους εμπόρους, ενώ το υπόλοιπο κρατήθηκε για να πουληθεί σε καλύτερη λιανική τιμή.

Τα δυο αδέλφια ξεχύθηκαν στους δρόμους της Τραπεζούντας διαλαλώντας και πουλώντας το εμπόρευμά τους. Ο Μανώλης είχε φτάσει σε μια απομακρυσμένη συνοικία της πόλης, διαλαλώντας: «Κρήτ’ σαπωνί… Κρήτ’ σαπωνί».

Έξαφνα από μια γωνιά προβάλλει ένας σεβάσμιος χότζας, τον σταματά, εξετάζει την ποιότητα, βρίσκει καλή την τιμή και αγοράζει το περιεχόμενο και των δύο καλαθιών, αν και δεν την χρειαζόταν. Προσκαλεί τον Μανώλη να τα μεταφέρει στο σπίτι του. Εκεί, σε άπταιστα ελληνικά, ο χότζας τού αποκαλύπτει ότι βρίσκεται σε χριστιανικό σπίτι. Μετ’ ολίγον οδηγείται σε ένα δωμάτιο, και από μια καταπακτή σε μια υπόγεια απαστράπτουσα μικρή εκκλησία.

Ο χότζας, ενδεδυμένος με ράσα χριστιανού ιερέα, αναπέμπει δέηση. Ο Μανώλης, έκπληκτος αλλά και συγκινημένος, σκύβει και του φιλά το χέρι.

Ο «χότζας» τον ερωτά αν είναι παντρεμένος, και όταν αυτός του λέγει ότι δεν είναι, τότε του προτείνει να παντρευτεί τη μία από τις δύο κόρες του, αφού προηγουμένως συναντηθούν και συνομιλήσουν. Γίνεται η συνάντηση σε ιδιαίτερο δωμάτιο, και εξερχόμενος ο Μανώλης συμφωνεί να την παντρευτεί. Ο «χότζας» παρακαλεί τον Μανώλη να του πει αν κανένας από το πλήρωμα του ιστιοφόρου είναι ανύπαντρος για να παντρευτεί και τη δεύτερη κόρη του.

Ο κρυπτοχριστιανός «χότζας» ήθελε οπωσδήποτε τα κορίτσια του να παντρευτούν χριστιανούς. Ο Μανώλης του λέγει ότι μόνον ο αδελφός του ο Γιώργης είναι ανύπαντρος, αλλά δεν γίνεται δυο αδέλφια να παντρευτούν δυο αδελφές. Όλα όμως κανονίστηκαν με τη μεσολάβηση του Έλληνα προξένου (Ματαράγκα) και τη συγκατάθεση και ευλογία του μητροπολίτη, και τα δυο αδέλφια, ο Μανώλης και ο Γιώργης, παντρεύτηκαν συγχρόνως τις δυο Ελληνίδες της κρυπτοχριστιανικής οικογένειας της Τραπεζούντας…

Και απήλθαν στην Κρήτη εφοδιασμένοι με τα απαραίτητα πιστοποιητικά του ελληνικού προξενείου.

Να σημειωθεί ότι το μυστήριο ετέλεσε ο πατέρας των κοριτσιών στο υπόγειο εκκλησάκι της κατοικίας τους. Ο «χότζας» διέδωσε στους περιοίκους ότι πάντρεψε τα δυο κορίτσια του κατά το διάστημα απουσίας της οικογένειας στην Κωνσταντινούπολη… 

Πηγή: Διαμαντής Λαζαρίδης / efxinospontos.gr. 
http://www.pontos-news.gr 
sfa-cryptochristian.blogspot.com

Μια Μοναχή με σπλαχνική καρδιά γεμάτη προσευχή!


Αναφέρει ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος:

~ «Επισκέφθηκα προ ετών μεγάλη γυναικεία Μονή.

Μεταξύ των μοναζουσών, τις οποίες γνώριζα, ήταν και μία σχεδόν αιωνόβια. Ύπαρξη ολιγογράμματη, αλλά αγιασμένη. Λόγω του γήρατος δεν σηκωνόταν πλέον απ’ το κρεβάτι. Καθόταν μόνο πάνω σ’ αυτό.

Πήγα στο κελλί της. Κλαίγοντας μου είπε το… παράπονό της:

«Αχ, αυτή η γερόντισσα! Την παρακαλώ να μου δίνει δουλειά να κάνω εδώ πάνω στο κρεβάτι, αφού δεν μπορώ να σηκωθώ αν δεν με κρατούν, και αυτή δεν μου δίνει. Μπορώ να τυλίγω κουβάρια. Δεν με αφήνει όμως. Μου λέει ότι δούλεψα ογδόντα χρόνια στο Μοναστήρι. (Είχε μεταβεί εκεί σε ηλικία 16 ετών.) Αλλά έτσι εγώ τρώω δωρεάν το ψωμί μου. Δουλεύουν άλλες και ταϊζουν εμένα.

Τί να κάνω, όμως; Η Γερόντισσα δεν υποχωρεί. Στεναχωρήθηκα τόσο που δεν ήθελα να τρώω.

Αλλά μετά σκέφθηκα κάτι και αναπαύθηκα.

Σκέφθηκα να κάνω συνέχεια προσευχή για όλους. Έτσι μου φαίνεται σα να δουλεύω κι εγώ. Βλέπεις αυτό το κομποσχοίνι;

(Μου έδειξε ένα κομποσχοίνι που είχε πολύ μεγάλους κόμπους.)

Δεν το αφήνω καθόλου απ’ τα χέρια μου μέρα-νύκτα, εκτός από δύο-τρεις ώρες κατά τις οποίες κοιμάμαι.

Κάνω συνέχεια προσευχή για τη Γερόντισσα και για τις Καλόγριες που δουλεύουν για να τρώω εγώ.

Αλλά κάνω και για άλλους. Για το Δεσπότη μας και για τους άλλους Αρχιερείς, για τους Ιερείς, για τους Κήρυκες, για τους Άρχοντες, για τους Δικαστές, για το Στρατό, για τους Χωροφύλακες, για τους Δασκάλους, για τους Μαθητές, για τις χήρες, για τα ορφανά, για όλους όσους θυμηθώ.

Έτσι αισθάνομαι λιγότερο βάρος στη ψυχή μου που τρώω δίχως να δουλεύω…». Δακρύζω όσες φορές φέρνω στη μνήμη μου τη σκηνή αυτή. Έκτοτε δεν ξαναείδα την οσία εκείνη Μοναχή.

Μετά από λίγους μήνες απήλθε σε άλλους κόσμους, για να συνεχίζει εκεί τις «εκ βαθεων» προσευχές της «για όλους όσους θυμηθεί» (ελπίζω και για μένα…), αν και πλέον χωρίς το χονδρό κομποσχοίνι της, το οποίο τάφηκε μαζί με το ιερό σκήνος της…

π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος, Άρθρα και Μελέτες, στο βιβλίο Το χαμόγελο του Θεού, αρχιμ Ιωάννου Κωστώφ

Αγία Φεβρωνία: Η ενάρετη μοναχή, που αρνήθηκε για σύζυγό της υψηλόβαθμο Ρωμαίο


Η Αγία Φεβρωνία ήταν περιζήτητη νύμφη για τη σωματική της ομορφιά. Το ίδιο όμως έλαμπε και η αγνή ψυχή της.

Για τον λόγο αυτό, σε ηλικία 17 ετών, επέλεξε τον δρόμο της άσκησης και της εγκράτειας, στο μοναστήρι όπου ηγουμένη ήταν η θεία της, Βρυένη και βρισκόταν στη Μεσοποταμία (στην πόλη της Νισίβεως, που λέγεται Αντιόχεια της Μυγδονίας και βρισκόταν στα σύνορα του Βυζαντινού και του Περσικού κράτους). 

Γρήγορα, παρά το νεαρό της ηλικίας της, προσαρμόσθηκε στους δύσκολους κανόνες της μοναχικής ζωής, βρίσκοντας παράλληλα και χρόνο για να μελετά και να εμβαθύνει στις Θείες Γραφές. Εγινε, δε, υπόδειγμα ανάμεσα στις άλλες μοναχές, για τη σύνεσή της, τον ζήλο της, την προθυμία της και το ταπεινό της φρόνημα.

Κατά τους χρόνους του μεγάλου διωγμού, που είχε εξαπολύσει ο Διοκλητιανός στο τέλος του  3ου μ.Χ. αιώνα, ζούσε στη Ρώμη ένας νεαρός  ονόματι Λυσίμαχος, ο οποίος προοριζόταν για Επαρχος.Επειδή όμως ο Διοκλητιανός είχε ακούσει ότι ήταν κοντά στον Χριστό, αποφάσισε να τον στείλει στην Ανατολή, μαζί με τον ιδιαίτερα σκληρό θειο του, τον Σελήνο και μεγάλο αρθιθμό στρατιωτών, για να διώξουν τους Χριστιανούς. Στην Παλμύρα της Μεσοποταμίας, ο Σελήνος θανάτωνε πολλούς Χριστιανούς. Ο Λυσίμαχος,  προκειμένου να περιορίσει το κακό, ζήτησε από τον επικεφαλής των στρατιωτών να περιορίσει τους διωγμούς.

Στη Μεσοποταμία υπήρχε ένα γυναικείο Μοναστήρι με πενήντα μοναχές και Ηγουμένη την Βρυένη. Ανάμεσα στις αδελφές ήταν και μια πολύ ενάρετη μοναχή, η εικοσάχρονη Φεβρωνία, που ήταν ανιψιά της Βρυένης.

Ομως, εκείνο τον καιρό ήλθαν στη χώρα αυτή ο Σελήνος και ο Λυσίμαχος με τα στρατεύματά τους, αναγκάζοντας τους Χριστιανούς να κρυφθούν στα όρη και στις σπηλιές. Ετσι και οι μοναχές ζήτησαν ευλογία για να κρυφτούν στους γύρω τόπους. Και η Ηγουμένη Βρυένη τους επέτρεψε να πράξουν κατά το συμφέρον τους, κάνοντας όπως θέλουν. Η Φεβρωνία όμως αρνήθηκε να εγκταταλείψει το μοναστήρι.

Οταν ο Σελήνος ενημερώθηκε για το γυναικείο μοναστήρι, έστειλε να συλλάβουν τις μοναχές.Τελικά συνέλαβαν τη Φεβρωνία και τη φυλάκισαν.

Ο  Σελήνος, εντυπωσιασμένος από το κάλλος και την ευγένεια της Φεβρωνίας, της πρότεινε να λάβει σύζυγο τον Λυσίμαχο, που θα γινόταν Επαρχος και θα τους χάριζε όλο τον πλούτο του. Την απείλησε ότι αν δεν δεχθεί τον λόγο του, τρεις ώρες δεν θα την αφήσει ζωντανή.

Η αγία αρνήθηκε και τότε άρχισαν τα βασανιστήρια. Την έβαλαν πάνω σε φωτιά και άρχισαν να τη χτυπούν.Στη συνέχεια άρχισαν να της ξεσκίζουν τις σάρκες με σιδερένια νύχια, να την καίνε και να τις βγάζουν τα δόντια.Στη συνέχεια την ακρωτηρίασαν.Ο Σέληνος, σύμφωνα με την παράδοση, τρελάθηκε και αυτοκτόνησε, κτυπώντας το κεφάλι του σε μια κολώνα.

Ο Λυσίμαχος μαζί με τον Πρίμο μετέφεραν το λέιψανο της αγίας στο μοναστήρι.

Οταν ο  Επίσκοπος εκείνης της πόλεως έκτιζε έξι χρόνους ναό περικαλλή στο όνομα της Αγίας Φεβρωνίας και όταν τον τελείωσε, επήγαν όλοι οι Επίσκοποι στο μοναστήρι, να ζητήσουν το άγιο λείψανό της, για να το φέρουν στον νέο Ναό. Η δε Ηγουμένη και όλες οι αδελφές, έπεσαν στα πόδια των Επισκόπων,  παρακαλώντας να μην τις υστερήσουν αυτό τον θησαυρό. Η δε Ηγουμένη κατέληξε ότι «αν αυτό το έργο αρεστό της Αγίας και της αγιοσύνης σας, τις είμαι εγώ να το εμποδίσω; υπάγετε λοιπόν και σηκώσατέ την, εάν είναι Θεού θέλημα».

Τότε επήγαν οι Αρχιερείς στον τάφο της Μάρτυρος, και αναγίνωσκαν τις ευχές να σηκώσουν το γλωσσόκομο. Οταν επλήρωσαν την ευχή οι Επίσκοποι και άπλωσαν τα χέρια να σηκώσουν το άγιο λείψανο, γίνεται ευθύς στον αέρα βροντή μεγάλη και φοβερά τόσο, ώστε έπεσαν κατά γης όλοι έντρομοι. Και πάλι όταν πέρασε λίγη ώρα και συνήλθαν από τον φόβο, ξαναδοκίμασαν να το σηκώσουν, αλλά δεν μπόρεσαν, διότι τόσο μέγας και φοβερός σεισμός έγινε, ώστε φαινόταν ότι ήθελε να πέσει όλη η πόλη. Τότε εγνώρισαν όλοι, ότι δεν ήθελε η Αγία να φύγει από το μοναστήρι. Με θαυμαστό τρόπο, επέτρεψε μόνο να δοθεί ένα δόντι της στον Επίσκοπο και τον έθεσαν στο Αγιο Θυσιαστήριο του νέου Ναού, όπου και εποίησε πολλά θαυμάσια.

Μένει μόνο ἡ προσευχή και ἡ ἀγάπη


 Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς 
(Περὶ τοῦ ὁσίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου)

 Ὅταν κάποιος ἐπισκεφθῆ τὸ Ἅγιον Ὅρος καὶ δῆ τοὺς ταπεινοὺς καλογήρους, μπορεῖ νὰ συλλογισθῆ καὶ νὰ σκεφθῆ ὅτι αὐτοὶ ζοῦν τεμπέλικη ζωὴ καὶ χωρὶς σκοπό. Αὐτὸ φαίνεται ἔτσι, ὅταν κάποιος βλέπει τὰ πράγματα ἐξωτερικά. Γιατί λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θὰ μποροῦσαν νὰ καταλάβουν τὸ φοβερὸ καὶ χωρὶς διακοπὴ πόλεμο ποὺ γίνεται μέσα στὶς ψυχὲς τῶν μοναχῶν.
Αὐτὸς ὁ πόλεμος εἶναι σχεδὸν ὑπερφυσικός, ἀόρατος καὶ (διεξάγεται) ὄχι μόνο ἐναντίον τῶν δαιμονικῶν δυνάμεων τῶν ἀρχόντων τοῦ σκότους, ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἀρχάριους καὶ ἐναντίον τῆς σαρκός, δηλαδὴ κατὰ τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας καὶ τῶν παθῶν.

 Στὰ γραπτά του ὁ πατὴρ Σιλουανὸς περιγράφει πῶς αὐτὸς ὁ πόλεμος τὸν ἔφερε στὴν ἀπόγνωση καὶ σχεδὸν μέχρι τὴν αὐτοκτονία. Ἡ Παναγία Θεοτόκος φανερώθηκε σ’ αὐτὸν ὅταν περνοῦσε τὸ δυσκολότερο πόλεμο κατὰ τῶν παθῶν καὶ τὸν ἀπεκάθηρε ἀπὸ τὶς ἀκαθαρσίες, τὶς σαρκικὲς ἐπιθυμίες καὶ τοὺς λογισμούς. Ὁ Χριστὸς φανερώθηκε σ’ αὐτὸν καὶ τὸν ἐνδυνάμωσε, ὥστε νὰ νικήση καὶ νὰ βασιλεύση ἐπάνω στοὺς γήινους λογισμοὺς καὶ τὰ πονηρὰ πνεύματα. Καὶ ἔτσι ἀφοῦ πέρασε ἕνα τέταρτο αἰῶνος μὲ δυνατὸ καὶ κοπιαστικὸ πόλεμο, ἔφθασε στὴ νίκη. Ἐνῶ μέχρι τότε ἀναζητοῦσε τὸν Θεό, ἔφθασε στὴν θεογνωσία, καὶ ἀπὸ μαθητής, ἔγινε δάσκαλος.

 Ὁ Γέροντας Σιλουανὸς ἦταν καὶ δικός μου δάσκαλος. Μιὰ φορὰ τὸν ρώτησα: 
«Πάτερ Σιλουανέ, μήπως αὐτὸς ὁ πολὺς κόσμος φέρνει ταραχὴ στὸν νοῦ σας καὶ στὴν προσευχή σας; Δὲν θὰ ἦταν καλύτερα γιὰ σᾶς νὰ πάτε σ’ ἕνα ἀσκητήριο στὰ Καρούλια καὶ ἐκεῖ νὰ ζῆτε μέσα στὴν εἰρήνη, ὅπως ὁ π. Ἀρτέμιος, ὁ π. Δωρόθεος καὶ ὁ π. Καλλίνικος; Εἴτε νὰ ζῆτε σ’ ἕνα ἀπομονωμένο σπήλαιο, ὅπως ὁ π. Γοργόνιος;». 
«Ἐγὼ ζῶ στὸ σπήλαιο», μοῦ ἀπάντησε ὁ π. Σιλουανός. «Τὸ σῶμα μου εἶναι τὸ σπήλαιο τῆς ψυχῆς μου. Καὶ ἡ ψυχή μου εἶναι σπήλαιο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Καὶ ἐγὼ ἀγαπῶ τὸν λαὸ τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν διακονῶ, χωρὶς νὰ βγαίνω ἀπὸ τὸ σπήλαιό μου».

 Παρὰ τὴ προθυμία του νὰ διακονῆ τὸν κάθε ἕνα καὶ τὴν θαυμαστὴ μετριοφροσύνη καὶ τὴν πρόθυμη φιλοστοργία του, μιλοῦσε γιὰ τὸν Θεὸ μὲ ἐξαίρετο ἐνθουσιασμὸ καὶ μὲ τὴν παρρησία ποὺ θὰ μιλοῦσε κάποιος γιὰ ἕνα φίλο του: 
«Ἐγὼ γνωρίζω τὸν Θεό. Αὐτὸς εἶναι φιλόστοργος, ἀγαθός, ταχὺς εἰς βοήθειαν». Ὅταν τὰ ἔλεγε αὐτὰ ὁ Γέροντας, κάποιος μοναχός, ὁ π. Θεοφάνης, τὰ ἄκουγε μὲ φόβο καὶ σκεπτόταν ὅτι ὁ Σιλουανὸς εἶχε χάσει τὸ φόβο τοῦ Θεοῦ. Ἀργότερα ὅμως, ὅταν διάβασε τὰ συγγράμματα τοῦ π. Σιλουανοῦ, ὁ π. Θεοφάνης ἄλλαξε γνώμη καὶ εἶπε: «Ὁ π. Σιλουανὸς προχώρησε καὶ ἔφθασε στὰ μέτρα τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας».

Ἐγὼ νομίζω ὅτι τὰ κείμενα τοῦ πατρὸς Σιλουανοῦ θὰ ἔπρεπε νὰ πάρουν θέση ἀνάμεσα στὰ βιβλία τῆς ψυχολογίας. Ἂν καὶ γιὰ κανένα ἄλλο λόγο, τουλάχιστον γιὰ νὰ
ἐπιβεβαιώσουν ὅτι (ὁ συγγραφέας τους) ἦταν ἕνας πνευματικὸς πολεμιστὴς τοῦ 20ου αἰῶνος καὶ γιὰ νὰ ἐπικυρώσουν ὅσα ἐδίδαξαν καὶ ἔγραψαν δοξασμένοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας.
Ὑπάρχει καὶ κάτι καινούριο ἀνάμεσα στὶς διδαχὲς τοῦ πατρὸς Σιλουανοῦ: «Κράτα τὸν νοῦ σου στὸν Ἅδη καὶ μὴν ἀπελπίζεσαι». Ἐκφράζει (μὲ τὸ λόγο αὐτὸ) μία παρότρυνση καὶ ὑπόμνηση κατὰ τῆς μελαγχολίας καὶ τῆς ἀκηδίας. Ἐγὼ προσωπικὰ ποτὲ δὲν ἄκουσα τέτοια λόγια.
Σπουδαία εἶναι καὶ ἡ ἄλλη ἔκφρασις: «Ἡ ἀγάπη εἶναι ἀνώτερη ἀπὸ τὴ γνώση (γνωσιολογία)». Αὐτὴ εἶναι ἡ καθημερινὴ καὶ θεμελιώδης διδασκαλία τοῦ ἁγίου Σιλουανοῦ.
 Μὲ τὴν ἀγάπη του, ποὺ συνοδευόταν ἀπὸ τὴν μετὰ δακρύων προσευχή του, συγχωροῦσε τὶς ἁμαρτίες τῶν ἁμαρτωλῶν,στήριζε τοὺς ἀδυνάτους, διόρθωνε αὐτοὺς ποὺ ἔκαναν πονηρὰ ἔργα, θεράπευε τοὺς ἀρρώστους, εἰρήνευε τοὺς ἀνέμους. Στὸ μοναστήρι ἔκανε κοπιαστικὴ ἐργασία. Εἶχε τὴν ἀποθήκη μὲ τὰ βαριὰ ἀντικείμενα.

 Κάποτε τοῦ εἶπα ὅτι οἱ Ρῶσοι μοναχοὶ βρίσκονταν σὲ μεγάλη ταραχή, λόγω τῆς τυραννίας τῶν μπολσεβίκων στὴν ρωσικὴ ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ. Τότε αὐτὸς ἀπήντησε: «Καὶ ἐγὼ στὴν ἀρχὴ εἶχα ταραχὴ γι’ αὐτὸ τὸ θέμα. Μετὰ ὅμως ἀπὸ πολλὴ προσευχή μου ἦρθαν οἱ ἑξῆς λογισμοί: " Ὁ Κύριος ἀγαπᾶ ἀνέκφραστα ὅλους". Ἐκεῖνος γνωρίζει τὰ σχέδια ὅλων καὶ τὸν καιρὸ τοῦ καθενός. Ὁ Κύριος ἐπέτρεψε τὸν διωγμὸ στὸ Ρωσικὸ λαὸ γιὰ κάποιο μελλοντικὸ καλό. Ἐγὼ δὲν μπορῶ νὰ τὸ καταλάβω οὔτε νὰ τὸ σταματήσω. Αὐτὰ λέω στοὺς ἀδελφοὺς ποὺ ἔχουν ταραχή: " Ἐσεῖς μπορεῖτε νὰ βοηθήσετε τὴν Ρωσία μόνο μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἀγάπη. Μοῦ μένει μόνο ἡ προσευχὴ καὶ ἡ ἀγάπη. Ὁ θυμὸς καὶ οἱ κραυγὲς ἐναντίον τῶν ἄθεων δὲν διορθώνουν τὰ πράγματα"».

Χαρίζει την τελική νίκη


Η ανάσταση φέρνει στη ζωή μας νέα δύναμη, νέα διάσταση, νέα πνοή. Χαρίζει μία νέα προοπτική για τον κόσμο και τον άνθρωπο. 

Την τελική νίκη κατά των δυνάμεων του θανάτου και του σκότους. Η ανάσταση μάς διαπερνά από τη χρονικότητα, την επικαιρότητα, την καθημερινότητα, την επιπολαιότητα και τη φθαρτότητα στην ατέρμονη αιωνιότητα και αγαλλίαση. 

Μόνο η σχέση μας με τον Αναστάντα Χριστό μπορεί να χαρίσει αυτόν τον υπέροχο ανακαινισμό.

Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης
http://inpantanassis.blogspot.com/2019/06/blog-post_85.html

«Το μέγα πρόβλημα»


Πρίν ἀρκετά χρόνια μετά ἀπό μιά μεγάλη γιορτή ἕνα νέο ζευγάρι μέ κάλεσαν στό σπίτι τους γιά καφέ. Τό ζευγάρι εἶχε τότε δυό παιδιά.

Καθισμένοι στό ὄμορφο μπαλκόνι τοῦ σπιτιοῦ ἡ νεαρή σύζυγος μέ ἐρωτᾶ, γιά λογαριασμό κάποιας φίλης της, ὅπως μοῦ εἶπε, ποιά εἶναι ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας γιά τίς ἐκτρώσεις.

Τῆς εἶπα ὅτι γιά νά καταλάβει τήν θέση τῆς Ἐκκλησίας πρέπει νά ἀπαντήσει σ᾽ ἕνα ἐρώτημα. Τό ἔμβρυο πού ἔχει συλληφθεῖ στἠν μήτρα μιᾶς γυναίκας τί ἀνθρωπολογική ταυτότητα ἔχει;

Εἶναι πλήρης ἄνθρωπος πού ἐξελίσσεται, ἤ εἶναι ἕνα ἀνθρωποειδές πού περιμένει τόν ἥλιο ἤ τόν ἀέρα γιά νά λάβει ὑπόσταση, νά γίνει πλήρης ἄνθρωπος;

Τῆς ἐξήγησα ὅτι ἡ Ἐκκλησία λέγει ὅτι εἶναι πλήρης ἄνθρωπος ἐξ ἄκρας συλλήψεως. Γι᾽ αὐτό θεωρεῖ ὅτι ἡ ἔκτρωση εἶναι καταστροφή τῆς ζωῆς.

Εἶναι ἔγκλημα καί μάλιστα εἰδεχθές, γιατί στρέφεται ἐναντίον τοῦ πιό ἀθώου καί τοῦ πιό ἀνυπεράσπιστου πλάσματος στόν κόσμο. Ἡ συζήτηση μας τελείωσε ἐκεῖ.

Πέρασαν δύο χρόνια ἀπό τότε καἰ τἠν ἴδια μέρα καί γιορτή δέχθηκα πάλι τήν ἴδια πρόσκληση ἀπό τά ἴδια πρόσωπα καἰ τἠν ἀποδέχθηκα.

Καθώς ἑτοιμαζόταν ὁ καφές, γιά νά μήν εἷναι μόνη ἡ σύζυγος καθίσαμε στήν ἀρχή στήν κουζίνα. Ἀλλά ἐκεῖ κυκλοφοροῦσε καί ἕνας μπόμπιρας, ἕνα μικρό παιδάκι πού προσπαθοῦσε νά σταθεῖ στά πόδια του.

Ἐπεχείρησα νά χαϊδέψω τό κεφαλάκι του, ὅταν ἀκούω τήν μητέρα του νά μοῦ λέγει: «Ἄν αὐτός ζεῖ τό ὀφείλει σέ σᾶς» καί μοῦ ἀποκάλυψε ὅτι τό πρό δύο ἐτῶν ἐρώτημα ἀφοροῦσε τήν ἴδια.

Ἐπάνω στό τραπέζι βρισκόταν ἕνα μεγάλο μαχαίρι τοῦ ψωμιοῦ. Εἶπα λοιπόν στήν μητέρα δείχνοντάς το: «πάρτο και σφάχτο».

Ἡ μητέρα ἀντέδρασε σάν νά τήν χτύπησε ἠλεκτρικό ρεῦμα. Τί κουβέντα μοῦ λέγει εἶναι αὐτή πού εἴπατε;

Γιατί, σοῦ φαίνεται φρικτή, τῆς ἀπάντησα.

Μά σοβαρολογεῖτε, πάτερ!

Ναί, τῆς εἶπα, σοβαρολογῶ, γιατί θέλω τώρα νά καταλάβεις καλά αὐτό πού θά ἔκανες τότε. Βλέπεις τώρα μπροστά σου αὐτό πού θα ἔκανες τότε; Βλέπεις ποιό παιδί θά κατέστρεφες; Τώρα σοῦ φαίνεται φρικτό, τότε δέν θά ἦταν;

Πρίν λίγο καιρό μιά φωτοφραφία ἔκανε τό γύρο τοῦ κόσμου. Τό μικρό παιδάκι πού ξεβράσθηκε στίς ἀκτές. Τό μικρό προσφυγόπουλο πού πέθανε στό δρόμο πρός τήν ἐλευθερία.

Δικαιολογημένος ὁ ἀποτροπιασμός. Το μέγεθος του ὅμως ἀνάλογο πρός τήν ὑποκρισία τοῦ πολιτισμένου κόσμου, καθώς καί πολλῶν δικῶν μας.

Ὅλοι αὐτοί πού χρησιμοποιοῦσαν τήν εἰκόνα τοῦ μικροῦ παιδιοῦ γιά νά κατηγορήσουν τούς ἄλλους σάν ἐνόχους ἀρνοῦνται νά κοιτάξουν μιά ἀκόμη φωτογραφία, γιά τἠν ἀκρίβεια ἕνα βίντεο μἐ τόν τίτλο «σιωπηλή κραυγή». Τό βίντεο αὐτό εἶναι ἡ κινηματογράφηση μιᾶς ἔκτρωσης ἀπό ἕνα γιατρό.

Ἡ εἰκόνα τοῦ πνιγμένου προσφυγόπουλου ὠχριᾶ μποστά στό βίντεο αὐτό. Τό ταλαίπωρο πλάσμα τουλάχιστον ἦταν ἀρτιμελές. Ἐκεῖ ἕνα ἄλλο παιδάκι κομματιάζεται κυριολεκτικά καί δολοφονεῖται ἀδίστακτα, γιατί εἶναι ἀνεπιθύμητο.

Τό προσφυγόπουλο πνίγηκε, γιατί κάποιοι δἐν μπόρεσαν νά τό σώσουν. Ἐδῶ, στίς ἐκτρώσεις κάποιοι συνειδητά δολοφονοῦν.

Μιά κοινωνία, μιά δημοσιογραφία, ἐπίσημοι ἄρχοντες, ἀγανακτοῦν δῆθεν στήν θέα τοῦ πνιγμένου παιδιοῦ καί σιωποῦν στήν ἐξόντωση χιλιάδων παιδιῶν ἀπό τούς ἴδιους τούς ψευτοαγανακτισμένους. Σκεφθήκατε ποτέ, πόσες Ἑλλάδες ἔχουμε ἀφανίσει.

Εἲναι ἐντυπωσιακή μιά κοινωνία, πού χύνει κροκοδείλια δάκρυα γιά τά παιδιά πού πνίγονται ἤ πού πεθαίνουν ἀπό την πεῖνα, ἀλλά διεκδικεῖ τό δικαίωμα νά τά σκοτώνει πρίν ἔλθουν στόν κόσμο.

Εἶναι ἀπάνθρωπη μιά κοινωνία, πού στό βωμό τῆς ἀνεύθυνης ἀπόλαυσης θυσιάζει ἀνθρώπινες ζωές και ἀπαιτεῖ τό δικαίωμα αὐτό νά τό ἔχει ἀνενόχλητη καί ἀπό τήν ἄλλη πλευρά καταδικάζει σέ βαρύτατες ποινές (καλά κάνει) αὐτούς πού κακοποιοῦν ἕνα ζῶο.

Ἡ κακοποίηση ζώων ἀπαγορεύεται, ἡ κακοποιήση καί ἡ δολοφονία ἀνθρώπων βρεφικῆς ἡλικίας ἐπιβραβεύεται καί ἐπαινεῖται δημοσίως. Ἡ κυρία ἤ ἡ δεσποινίς πού δολοφόνησε τό ἀθῶο παιδί μέσα της, μπορεῖ νά διαμαρτύρεται γιατί κακοποιήθηκε τό σκυλάκι της;

Μιά ἐξουσία καί μιά Βουλή, πού νομοθετεῖ καί καταδικάζει τήν κακοποίηση τῶν ζώων, μέ ποιό ἠθικό ἀνάστημα ἐπικροτεῖ τήν δολοφονία ἀθώων ὑπάρξεων, τήν νομιμοποιεῖ καί τήν πληρώνει;

Ποιός πολιτισμός μπορεῖ νά ἐπικροτεῖ τήν δολοφονία χιλιάδων ἀθώων ὑπάρξεων, τῶν πιό ἀνυπεράσπιστων ἀνθρωπίνων πλασμάτων καί νά μήν εἶναι αὐτός, ὁ πολιτισμός τῆς βαρβαρότητας;

Ἡ παράνοια μιᾶς ἐξουσίας καί μιᾶς κοινωνίας συνίσταται στό νά αὐστηροποιοῦν τή νομοθεσία πού προστατεύει τά ζῶα καί νά χαλαρώνουν αὐτήν πού ἀφορᾶ τήν ἀξία τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Μιά τέτοια ἐξουσία εἶναι ἀνήθικη καί μιά τέτοια κοινωνία εἶναι βρώμικη.

Ἀπό πότε τό νά σκοτώσεις ἕνα παιδί ἔξω ἀπό τήν μήτρα τῆς μητέρας του εἶναι ἔγκλημα καί τό νά τό σκοτώνεις μέσα σέ αὐτήν εἶναι πράξη προόδου καί πολιτισμοῦ;

Εἶναι ὑποκρισία μεγατόνων, ὅταν βλέπεις ἕνα παιδικό πτῶμα στήν ἀκρογιαλιά πνιγμένο ὄχι μόνο ἀπό τή θάλασσα, ἀλλά και ἀπό την ἀδιαφορία ἀνθρώπων ἐγκληματιῶν μέ γραβάτα καί κοστούμι, ἀλλά νά ἐπιδοκιμάζεις τόν θρυμματισμό τῆς κεφαλῆς και τῶν ὀστῶν ἀθώων ὑπάρξεων στό βωμό τῆς ἀπόλαυσης και τοῦ δολοφονικοῦ ἐγωκεντρισμοῦ.

Μιά τέτοια κοινωνία δικαιοῦται νά εὐτυχήσει καί νά προοδεύσει; Ἕνας τέτοιος λαός μπορεῖ καί δικαιοῦται νά περιμένει καλύτερες ἡμέρες; Ποῦ εἶναι οἱ ὑποκριτές τῆς ὑπεράσπισης τῶν ἀνθρωπίνων δικαιωμάτων; Τά ἀγέννητα, ἀλλά ζωντανά παιδιά, δέν ἔχουν δικαιώματα καί ἔχουν δικαιώματα τά σκυλιά καί τά γατιά; Καί ὅλοι αὐτοί εἶναι προοδευτικοί ἤ ἄθλιοι;

Ποιός πατέρας καί ποιά μάννα δικαιοῦνται νά ἀπαιτοῦν τό σεβασμό καί τήν ἀγάπη τῶν παιδιῶν τους, ὅταν αὐτά μαθαίνουν ὅτι ζοῦν ὄχι ἀπό την ἀγάπη τῶν γονιῶν τους ἀλλά ἀπό τήν τύχη, γιατί γεννήθηκαν πρῶτα ἤ δεύτερα, ἐνῶ ἄν εἶχαν γεννηθεῖ τρίτα ἤ τέταρτα οἱ «καλοί τους» γονεῖς θά εἶχαν θρυμματίσει τά κεφαλάκια τους;

Μιά κοινωνία πού στηρίζεται στήν ἀδικία καί στήν ἀπανθρωπιά, μιά κοινωνία καί μιά ἔννομη τάξη πού δέν σέβεται τά δικαιώματα τῶν ὑπαρκτῶν, ἀλλά ἀγέννητων παιδιῶν, εἶναι κοινωνία παρακμῆς.

Τούτη τήν ὥρα τό ὑπ᾽ ἀριθμ. 1 πρόβλημα τῆς Πατρίδας μας, ἡ βόμβα στά θεμέλια της εἶναι ἡ ὑπογεννητικότητα ἤ ἀλλιῶς τό δημογραφικό πρόβλημα. Ἡ πατρίδα μας δέν κινδυνεύει ἀπό ἐξωτερικούς ἐχθρούς.

Οἱ ἐχθροί εἶναι ἐντός τῶν τειχῶν. Βρίσκονται σέ πολλά ἀπό τά σπίτια μας, στά ὑπουργικά γραφεῖα καί στά βουλευτικά ἕδρανα, στά νοσοκομεῖα καί στά μαιευτήριά μας. Αὐτή εἶναι ἡ ὠμή, ἡ ὠμότατη ἀλήθεια. Δέν ὑπάρχουν καλύτεροι συνεργάτες τῶν ὅποιων ἐχθρῶν τῆς πατρίδας ἀπό ἐμᾶς τούς Ἕλληνες.

Δέν ὑπάρχουν πιό ἐπικίνδυνοι ὑπονομευτές καί τοῦ ἀσφαλιστικοῦ καί τοῦ ἐργατικοῦ καί τοῦ συνταξιοδοτικοῦ προβλήματος τῆς χώρας, ἀπό τούς ἀνθρώπους τῆς ἐξουσίας, πού ἔχουν στοχοποιήσει τήν πολύτεκνη οἰκογένεια καί τούς πολίτες αὐτῆς τῆς χώρας, πού αὐτοοδηγοῦνται στήν χρεοκοπία καί «αὐτοκτονοῦν» τήν πατρίδα.

Αὐτοί πού κατωχυρώνουν νομικά τό δικαίωμα δολοφονίας τῶν ἀγέννητων παιδιῶν καί αὐτοί πού χρησιμομοιοῦν ἕνα τέτοιο ἀνήθικο δικαίωμα, αὐτοί πού δέν βλέπουν τά παιδιά σάν καρπούς τῆς ἀγάπης τους, ἀλλά σάν ἁπλά κομφόρ τῆς ἀρρωστημένης νοοτροπίας τους, αὐτοί πού θεωροῦν πολυτιμότερα τά σκυλιά, ἀπό τά παιδιά καί προσφέρουν στά σκυλιά παιδική θαλπωρή καί στά παιδιά σκυλίσιο πέταγμα, κάτι γιά τό ὁποῖο θά διαμαρτύρονταν ἀκόμη καί τά σκυλιά, αὐτοί εἶναι οἱ πραγματικοί ἐχθροί τῆς πατρίδας, αὐτοί εἶναι οἱ ἀληθινά ἀπάνθρωποι.

Ἡ πιό ἀπεχθής διαφθορά εἶναι τό νά θεωρεῖς τήν ἀρετή ὡς βλακεία, νά σαρκάζεις τήν τιμιότητα, τό νά εἰρωνεύεσαι τούς ἔντιμους ἀνθρώπους, τό νά πολεμᾶς τήν ἀληθινή φύση τῶν ὄντων καί νά ὀνομάζεις τήν διαστροφή, ὡς ἐναλλακτικό τρόπο ζωῆς.

Πρέπει να ποῦμε ξεκάθαρα στά παιδιά μας ὅτι, ποτέ δέν θά γίνουν καί δέν θά εἶναι εὐτυχισμένα ἄν τά χέρια καί πρό παντός οἱ καρδιές τους εἶναι σφραγισμένα ἀπό τό θάνατο ἀθώων ὑπάρξεων πού τούς τόν πρόσφεραν, σάν ἄλλοι Ἡρῶδες, στό βωμό τῆς διασκέδασής τους.

Πρέπει νά τούς ποῦμε ὅτι αὐτοί ζοῦν, γιατί κάποιοι δέν τούς μιμήθηκαν καί τούς χάρισαν τήν ζωή καί ὄχι τό θάνατο.

Ἄν δέν σέβονται τά παιδιά, πού χάρις σέ ἐκείνους καί μέσα ἀπό τίς σχέσεις τους ἀπέκτησαν ὕπαρξη, μέ ποιό δικαίωμα μποροῦν νά ἀπαιτήσουν σεβασμό στήν δική τους τήν ζωή; Μόνοι μας καί μέ τίς πράξεις μας σχετικοποιοῦμε τήν ἀξία τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς.

Μέ ποιά φόντα λοιπόν θα παραστήσουμε τούς προοδευτικούς καί θά κατηγορήσουμε αὐτούς, πού μέ τά ὅπλα τοῦ θανάτου σκοτώνουν νέα παιδιά, ὅταν αὐτοί οἱ ἴδιοι σκοτώνουν τά δικά τους τά παιδιά; Αὐτή δέν εἶναι καί ἡ βασικότερη αἰτία τῆς ἀθεΐας τῶν πολλῶν;

Ἐπειδή ὁ Θεός μᾶς λέγει ξεκάθαρα ὅτι «οὐκ ἔξεστί σοι», δηλαδή δέν σοῦ ἐπιτρέπεται νά καταστρέφεις τήν ἀνθρώπινη ζωή, γι᾽ αὐτό τόσο ἄνετα καί τόσο ἐπιπόλαια κάποιοι λένε «δέν ὑπάρχει Θεός», γιά νά μποροῦν ἄνετα νά σκοτώνουν ἀθῶα βρέφη κάνοντας τό κέφι τους.

Ἴσως κάποιοι θεωρήσουν σκληρά και προκλητικά αὐτά τά λόγια.

Ναί, λοιπόν, αὐτό θέλω, νά προκαλέσω τήν σκληροκαρδία ὅλων ὅσων εἶναι ὑπεύθυνοι γιά τήν σύγχρονη γενοκτονία τῶν ἐκτρώσεων.

Νά ὑπερασπιστῶ αὐτά τἀ παιδιά, πού ὅπως γράφει ἡ Ἰωάννα Σκαρλάτου, στό ἐξαιρετικό πόνημά της, «Τά Μωρά τῆς Λίμνης»κλαῖνε ἀσταμάτητα, γιατί δέν ἔχουν μάτια γιά νά δοῦν, δέν ἔχουν χεἰλη καί στόμα νά χαμογελάσουν.

Τά κατέστρεψαν οἱ γιατροί μέ τήν ἐντολή τῶν γονιῶν τους.

+ Ὁ Σισανίου καί Σιατίστης ΠΑΥΛΟΣ

Αγιογραφικό ανάγνωσμα


Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον 
ζ΄ 15 – 21 
Εἶπεν ὁ Κύριος · Προσέχετε ἀπὸ τῶν ψευδοπροφητῶν, οἵτινες ἔρχονται πρὸς ὑμᾶς ἐν ἐνδύμασι προβάτων, ἔσωθεν δέ εἰσιν λύκοι ἅρπαγες. 16ἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς· μήτι συλλέγουσιν ἀπὸ ἀκανθῶν σταφυλὴν ἢ ἀπὸ τριβόλων σῦκα; 17οὕτω πᾶν δένδρον ἀγαθὸν καρποὺς καλοὺς ποιεῖ, τὸ δὲ σαπρὸν δένδρον καρποὺς πονηροὺς ποιεῖ· 18οὐ δύναται δένδρον ἀγαθὸν καρποὺς πονηροὺς ποιεῖν, οὐδὲ δένδρον σαπρὸν καρποὺς καλοὺς ποιεῖν. 19πᾶν δένδρον μὴ ποιοῦν καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται. 20ἄρα γε ἀπὸ τῶν καρπῶν αὐτῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς. 21Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι, Κύριε Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ' ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς.

Νεοελληνική απόδοση:
«Προσέχετε τοὺς ψευδοπροφήτας, οἱ ὁποῖοι σᾶς ἒρχονται μὲ ἒνδυμα προβάτων, ἐνῷ μέσα τους εἶναι λύκοι ἁρπακτικοί, Ἀπὸ τοὺς καρπούς των θὰ τοὺς ἀναγνωρίσετε. Μήπως μαζεύουν ἀπὸ τὰ ἀγκάθια σταφύλια ἢ ἀπὸ τοὺς τριβόλους σῦκα; Ἒτσι, κάθε δένδρον καλὸν παράγει καρποὺς καλούς, καὶ τὸ σάπιο δένδρον παράγει καρποὺς κακούς. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἓνα καλὸν δένδρον νὰ φέρῃ καρποὺς κακούς, οὒτε ἓνα σάπιο δένδρον νὰ φέρῃ καρποὺς καλούς. Κάθε δένδρον, ποὺ δὲν κάνει καλὸν καρπόν, τὸ κόβουν σύρριζα καὶ τὸ ρίχνουν στὴ φωτιά. Ὣστε λοιπὸν ἀπὸ τοὺς καρπούς των θὰ τοὺς ἀναγνωρίσετε». «Δὲν θὰ μπῇ εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν καθένας ποὺ μοῦ λέγει, "Κύριε, Κύριε", ἀλλ ἐκεῖνος ποὺ κάνει τὸ θέλημα τοῦ Πατέρα μου τοῦ ἐπουρανίου.