Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ: Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΝΟΣ ΥΜΝΟΥ ΜΕ ΤΑ 144 ΧΑΙΡΕ ΠΡΟΣ ΤΙΜΗΝ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ




Ο Ακάθιστος ύμνος ή όπως αλλιώς είναι γνωστός σε πιο λαϊκή γλώσσα οι Χαιρετισμοί της Παναγίας ψάλθηκε για πρώτη φορά στον ναό των Βλαχερνών στην Κωνσταντινούπολη τον 7ο μ.Χ. αιώνα και αποτελεί ένα αριστούργημα της βυζαντινής υμνογραφίας.
Κατά την διάρκεια του όλοι οι πιστοί στέκονταν όρθιοι από χαρά αλλά και για να αποδώσουν τιμή στην Παναγία στην οποία αναφέρεται ο ύμνος, εξού και ονομάσθηκε Ακάθιστος Ύμνος.
Εξυμνεί την Παναγία και μέσα Αυτής τον Πανάγαθο Θεό πράγμα που γίνεται με πολλές εκφράσεις χαράς με θριαμβευτικό τόνο με την χρήση πολλών κολακευτικών επιθέτων και σχημάτων λόγου με μεταφορές και αντιθέσεις για να τονίσει τα χαρίσματα της Παναγίας.
Αποτελείται από 24 οίκους δηλαδή στροφές που ο καθένας ξεκινάει από ένα από τα αντίστοιχα 24 γράμματα της ελληνικής αλφαβήτου και όλοι αυτοί οι οίκοι είναι κατά απόλυτη αλφαβητική σειρά από το Α έως το Ω ενώ παράλληλα είναι γραμμένοι με κανόνες ισοσυλλαβίας και ομοφονίας και σε πολλές περιπτώσεις και ομοιοκαταληξίας.
Οι πρώτοι 12 οίκοι του (δηλαδή από το Α έως και το Μ) αποτελούν τρόπον τινά το ιστορικό μέρος του ύμνου μιας και αναφέρεται στα γεγονότα του Ευαγγελισμού, της επίσκεψης της Παναγίας στην Ελισάβετ κατά σάρκα εξαδέλφη της και μητέρας του Τιμίου Προδρόμου, της αμφιβολίας του Ιωσήφ, την προσκύνηση των ποιμένων και των μάγων, την Υπαπαντή του Χριστού στον ναό του Σολομώντα από τον Δίκαιο και άγιο Συμεών καθώς και την φυγή της Αγίας οικογένειας στην Αίγυπτο.
Ενώ οι 12 τελευταίοι οίκοι (δηλαδή από το Ν έως και το Ω) αποτελούν το δογματικό-θρησκευτικό-θεολογικό μέρος των οίκων αυτών που εξυμνούν τον σκοπό της ενανθρωπήσεως του Χριστού μέσα από την πραγματική προέκταση της έκθεσης και της ενσαρκώσεως του Υιού και Λόγου του Θεού.
Ανάμεσα στους μονούς οίκους αυτούς (δηλαδή Α,Γ,Ε κλπ) υπάρχουν 144 Χαίρε προς την Αειπάρθενο τα οποία αποτελούν συνέχεια ποιητική του χαιρετισμού του Αρχαγγέλου Γαβριήλ κατά τον Ευαγγελισμό της Παναγίας (Χαίρε Κεχαριτωμένη…).
Ψάλθηκε όπως είπαμε και παραπάνω για πρώτη φορά στον ναό των Βλαχερνών για αυτό έως και σήμερα την 3η Παρασκευή της Μεγάλης Τεσσαρακοστης ο εκάστοτε Πατριάρχης του Οικουμενικού Θρόνου μεταβαίνει στον ναό των Βλαχερνών όπου ψάλλει ο ίδιος τιμητικά προς το πρόσωπο της Παναγίας τους οίκους της Γ’ Στάσης του Ακαθίστου Ύμνου, εις ανάμνησιν εκείνης της πρώτης φοράς που με ευγνωμοσύνη ψάλθηκε στον ναό αυτών αιώνες πριν ολόκληρος ο Ύμνος αυτός.
Για πρώτη φορά ψάλθηκε στις 8 Αυγούστου του 626 μ.Χ. όπου οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης συνέρρεαν στον ναό των Βλαχερνών και μέσω του ύμνου αυτού απέδωσαν ευγνωμοσύνη προς την Υπέρμαχο της Πόλης των πόλεων μέσα από τον μέσα από τον εμβληματικό, δοξαστικό και χαρούμενο ύφος της ψαλμωδίας των οίκων αυτών για την σωτηρία τους από την υποδούλωση τους στους πολιορκητές.
Εκείνη την εποχή αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο Ηράκλειος ο οποίος έλειπε από την Πόλη διότι είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών.
Η πόλη σχεδόν ήταν αφύλακτη μιας και μεγάλο τμήμα του στρατού είχε όπως είναι δύσκολος ακολουθήσει των αυτοκράτορα στην εκστρατεία.
Οι Άβαροι βρίσκουν τότε την ευκαιρία και αιφνίδια πλέουν προς την Κωνσταντινούπολη προκειμένου να την καταλάβουν.
Οι κάτοικοι της Πόλεως μαζί με τον ελάχιστο στρατό οχυρώνουν τα τείχη της Πόλεως έχοντας όμως τον φόβο της απειλής των πολιορκητών και την απουσία του συνόλου του στρατού.
Προσπαθούν να έλθουν σε συμφωνία εκεχειρίας με τους Αβάρους αλλά ήτο γνωστό σε αυτούς πως απουσίαζε μεγάλο τμήμα του στρατού οπότε κάθε πρόταση ήταν αποριπτέα αποτέλεσμα στις 6 Αυγούστου να καταλάβουν την τοποθεσία που βρισκόταν ο ναός της Παναγίας των Βλαχερνών ενώ συμπράττουν με τους Πέρσες και την νύχτα της 7ης προς 8ης Αυγούστου ετοίμαζαν την τελική τους επίθεση.
Οι Κωνσταντινουπολίτες είχαν βρεθεί στην πιο δυσχερή έως τότε θέση τους στην ιστορία.
Τότε ο Πατριάρχης Σέργιος ο οποίος είχε περισώσει την εικόνα της Παναγίας των Βλαχερνών περιδιαβαίνει όλα τα τείχη της Πόλεως με την Αγία Εικόνα αυτή αγκαλιά ενθαρρύνοντας τον λαό να αντισταθούν και λέγοντας πως στο πλάι του έχουν την Παναγία.
Πράγματι εκείνο το βράδυ τα τείχη περιφρουρούνταν εσωτερικά από τους κατοίκους της Πόλεως αλλά ολόκληρη η Πόλη από την Παναγία.
Ξαφνικά φοβερός ανεμοστρόβιλος ξέσπασε σε μια εποχή που σχεδόν υπήρχε άπνοια και δημιούργησε μια τρικυμία που κατέστρεψε τον στόλο των πολιορκιτών μα και τα στρατεύματα τους και τότε άρπαξαν την ευκαιρία οι υπερασπιστές της Πόλεως και με ολομέτωπη επίθεση έλυσαν την πολιορκία τρέποντας σε φυγή τους πολιορκητές.
Οι Κωνσταντινουπολίτες είδαν αυτόν τον ανεμοστρόβιλο ως θεϊκό σημάδι το οποίο συνέδεσαν με την εικόνα της Παναγίας των Βλαχερνών η οποία με τον άτυπο τρόπο που περιγράψαμε νωρίτερα λιτανεύθηκε σε όλη την Πόλη.
Κάποιοι ερευνητές συνδέουν τον Ακάθιστο Ύμνο με άλλα παρόμοια ιστορικά γεγονότα πολιορκιών της Πόλεως αλλά όλοι περιγράφουν πέραν των χρονολογιών και των εμπλεκομένων εθνών ως πολιορκητών τα άλλα γεγονότα της άτυπης λιτανείας κλπ τα περιγράφουν ακριβώς ίδια.
Κατά την παράδοση ο Ύμνος αυτός ήταν αυθόρμητος και πήγαζε από τις καρδιές των Κωνσταντινουπολιτών χωρίς να έχει συνταχθεί από κάποιον συγκεκριμένο.
Όμως οι μελετητές αν και ενστερνίζονται κατά μία έννοια την παράδοση αυτή ως προς τον αυθορμητισμό και την εκ καρδίας χαρμόσυνη ψαλμωδία έχουν άλλη άποψη, διότι θα ήταν δύσκολο να συνταχθεί εν μια νυκτί και να έχει τέτοιο γλαφυρό ύφος καθώς και να είναι άριστα συντεταγμένος ως προς την σύνταξη των συλλαβών και την απόδοση τους στο «βυζαντινό» ύφος ψαλμωδίας της μουσικής μέσα από τα στόματα των πιστών.
Μεταξύ των απόψεων αυτών αναφέρονται ως επικρατέστερες αυτές που αναφέρουν ως συντάκτη τον Ρωμανό τον Μελωδό που έζησε εκείνη την περίοδο και πολλά σημεία του Ύμνου αυτού ταιριάζουν στον χαρακτήρα που απέδιδε τους Ύμνους που συνέταζε ο Ρωμανός ενώ άλλοι αναφέρουν ως συντάκτη τον πατριάρχη Κων/λεως Γερμανό τον Α’ και βέβαια υπάρχουν άλλες λιγότερο επικρατέστερες απόψεις ενώ αναφέρεται επίσης ότι πιθανόν να υπήρξαν στο διάβα του χρόνου κάποιες προσθήκες στο λεκτικό του Ύμνου αυτού.
Στην ιστορία πάντως πέρασε πως ο Ύμνος δεν έχει συντάκτη ή ο συντάκτης του είναι μάλλον άγνωστος ή επέλεξε να μείνει ανώνυμος διότι πιθανόν δεν ήθελε ο ίδιος ο συντάκτης να φανερωθεί διότι σκοπός του ήταν να τιμηθεί μέσα από αυτό το αριστούργημα η ίδια η Παναγία και όχι να επισκιασθεί αυτό από το να ασχοληθούν με το όνομα και την καταγωγή του συντάκτη του.
Βέβαια μπορεί απλά να μην το διέσωσε ο χρόνος μιας και εκείνη την εποχή μαστίζονταν η αυτοκρατορία από την εικονομαχία και πολλά χάθηκαν μέσα σε αυτήν την δυσαλέα μάχη.
Το σίγουρο πάντως είναι πως δεν συντάχθηκε πριν την Γ’ Οικουμενική Σύνοδο (432 μ.Χ.) διότι μέσα από τον Ύμνο εκφράζονται δογματικές θέσεις που επεξηγήθηκαν στην Σύνοδο αυτή.
Επίσης είναι γνωστό ότι ψάλθηκε για πρώτη φορά μήνα Αύγουστο ενώ πλέον μεταφέρθηκε και ψέλνεται εντός της μεγάλης τεσσαρακοστής πράγμα λίγο παράδοξο μιας και η μεγάλη τεσσαρακοστή έχει ένα πιο κατανυκτικό ύφος και μάλιστα και πιο πένθιμο ενώ ο Ύμνος αυτός έχει χαρμόσυνο ύφος και γιορτινό.
Όμως και αυτό έχει εξήγηση μιας και πάντοτε εντός της περιόδου αυτής συμπέφτει και ο εορτασμός του Ευαγγελισμού ο οποίος λόγω του χαρακτήρα της Τεσσαρακοστής δεν έχει ούτε προεόρτια ούτε μεθεόρτια και με αυτήν την μεταφορά στον χρόνο τέλεσης της ακολουθίας που εμπεριέχει τον Ακάθιστο Ύμνο καλύπτεται η «έλλειψης» αυτή.

Μάλιστα τοποθετείται στο βράδυ της Παρασκευής όταν ξεκινά δηλαδή ο πιο πανυγηρικός τρόπος εορτασμού μιας και πλησιάζει η αναστάσιμη Θεία Λειτουργία της Κυριακής η οποία πάντοτε έχει χαρμόσυνο χαρακτήρα και πολλές φορές μεταφέρονται εορτές εντός του σαββατοκύριακου ώστε να τις τιμήσουν με πιο λαμπρό χαρακτήρα οι πιστοί.
Τις 4 πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής σε ορισμένες περιοχές της ορθόδοξης χριστιανοσύνης μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα ψάλλονται τμηματικά αντίστοιχα οι 4 Στάσεις του Ακαθίστου Ύμνου, ενώ σε απαντά τον ορθόδοξο κόσμο την 5η Παρασκευή ψάλλονται και οι 4 οίκοι.
Η «εορτή» του Ακαθίστου Ύμνου τελείται ακριβώς 16 μέρες πριν το Άγιο Πάσχα.
Τέλος να αναφέρω και μια παράδοση που έχει να κάνει με τους χαιρετισμούς της Παναγίας όπως έχει επικρατήσει να αναφέρονται οι οίκοι αυτοί.
Στην παράδοση αυτή αναφέρεται πως σε εμφάνιση της Παναγίας η Ίδια είπε πως όποιος διαβάζει καθημερινά τους χαιρετισμούς προς Αυτήν, η Ίδια θα παραστεί δίπλα του κατά την ημέρα κρίσεως του από τον Υιό Της και Σωτήρα μας για να τον υπερασπισθεί.
Και τι ποιο καλό αδελφοί μου να μας υπερασπισθεί στον Θρόνο του Χριστού η Ίδια η Παναγία.
Χαίρε δι ης η χαρά εκλάμψει
Χαίρε ανόρθωσις των ανθρώπων
Χαίρε αναστάσεως τύπον εκλάμπουσα
Χαίρε η τον φθορέα των φρένων καταργούσα
ΧΑΙΡΕ ΝΥΜΦΗ ΑΝΥΜΦΕΥΤΕ

Του Σπύρου Συμεών για την Romfea.gr

ΜΙΑ ΜΕΡΑ, ΕΝΑΣ ΜΟΝΑΧΟΣ, ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΠΛΗΘΩΡΑ ΟΝΟΜΑΤΩΝ, ΚΟΥΡΑΣΤΗΚΕ ΚΑΙ ΑΝΑΡΩΤΗΘΗΚΕ…




Μια μέρα, ένας μοναχός, διαβάζοντας πληθώρα ονομάτων, κουράστηκε και αναρωτήθηκε, “Θα σωθούν όλοι αυτοί που μνημονεύω;
Αισθάνονται πραγματικά τίποτα; Αισθάνεται ο Ουρανός ότι αυτή τη στιγμή προσεύχομαι για εκείνους που έχουν εξαφανιστεί από προσώπου γης; Βοηθούνται πραγματικά οι νεκροί;
”Και εκείνη τη στιγμή, νιώθοντας κουρασμένος, έσκυψε στη στασιδιά, έκλεισε ελαφρώς τα μάτια του, και, είτε σε όνειρο είτε στην πραγματικότητα, σε ένα είδος ψυχικής διέγερσης και κούρασης της σάρκας, κοίταξε ψηλά και είδε… αμέτρητες ψυχές των κεκοιμημένων, και μαζί τους, άγιοι και άγγελοι. Και ενώπιον του θρόνου του Κυρίου, της Υπεραγίας Θεοτόκου, με θαυμαστά ενδύματα. Κοιτάζει τον Χριστό και, γυρίζοντας προς Αυτόν, λέει, «Υιέ μου και Θεέ μου, Σου ζητώ όλους. Δέξου τις προσευχές της Αγίας Σου Εκκλησίας. ” Και τότε όλοι οι νεκροί -ο μοναχός τους άκουσε- άρχισαν να ψάλλουν: “Ω Θεοτόκε και Παναγία, χαίρε, Μαρία κεχαριτωμένη, ο Κύριος είναι μαζί σου, ευλογημένη εσύ ανάμεσα στις γυναίκες, και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου, επειδή έφερες τον Σωτήρα των ψυχών μας. ” Δεν μας γέννησες μόνο τον Σωτήρα Χριστό, αλλά προσεύχεσαι σε Αυτόν μέρα και νύχτα για μας. Οι φωνές τους έγιναν οι φωνές του βυθού, «οι φωνές των πολλών νερών» (Rev. 1:15; 14:2), οι φωνές τους αντηχούσαν με τον βρυχηθμό των αγγελικών φτερών, που απλώθηκαν σε ουρανό και γη, φτάνοντας στον τόπο όπου στεκόταν ο μοναχός. Όχι χρονάδες, όχι όργανα, αλλά άγγελοι χτυπούσαν τα φτερά τους και τραγουδούσαν: “Γιατί εσύ γέννησες τον Σωτήρα των ψυχών μας. “

https://simeiakairwn.gr/

Στα χέρια του Θεού




Ο ταπεινός άνθρωπος είναι αυτός που αφήνει τη ζωή του στα χέρια του Θεού· γι’ αυτό εκείνο που μας χρειάζεται είναι να αγωνιζόμαστε καθημερινά, να κάνομε άσκηση από τα πιο απλά πράγματα, για να μάθομε τον εαυτό μας να τ’ αφήνει στα χέρια του Θεού.
Λέγει στο Γεροντικό, ένα περίφημο και ωραιότατο βιβλίο:
Είπε ο Αββάς Αγάθων ότι σήμερα θα κάνω το θέλημα του Θεού. Και σηκώθηκε και παρεκάλεσε τον Θεό: «Κύριε, αξίωσέ με σήμερα να κάνω το θέλημά Σου! Να πω κι εγώ ότι μια μέρα της ζωής μου έκαμα το θέλημα του Θεού! Αφού όλες τις άλλες παραβαίνω το θέλημα του Θεού, έστω και μια μέρα ας το κάμω! Να έχω στη συνείδησή μου μέσα ότι έκαμα το θέλημα του Θεού».
Τι έκαμε; Εγώ θα έλεγα, μες το φτωχό μου το μυαλό, ότι θα έκανε προσευχή όλη μέρα, ή θα κλεινόταν στο κελί του ή θα διέβαζε όλη μέρα. Δεν έκαμε τίποτα απ’ όλ’ αυτά! Έκαμε τη δουλειά του. Τι δουλειά είχε να κάμει εκείνη τη μέρα; Ήθελε ν’ αλέσει το σιτάρι του, για να το κάμει αλεύρι και να το πάρει πίσω στην έρημο να έχει το αλεύρι της χρονιάς. Το φορτώθηκε και το πήγε στο χωριό, στην κώμη. Κι εκεί, λέει, ν’ αλέσω το σιτάρι μου και να το πάρω πίσω με τα πόδια.
Πήγε πρώτος. Μόλις ετοιμάστηκε να βάλει το σιτάρι στον μύλο πήγε κάποιος άνθρωπος και του λέει: «Αββά, δεν μ’ αφήνεις ν’ αλέσω εγώ που βιάζομαι κι εσύ αλέθεις ύστερα;» Λέει, «ευχαρίστως, αδελφέ μου». Και τον άφησε.
Μόλις έφυγε εκείνος κι ετοιμάστηκε να ξαναβάλει το σιτάρι του ήρθε ένας άλλος. Του λέει, «αββά, σε παρακαλώ, εσύ δεν έχεις δουλειές, καλόγερος είσαι, άφησ’ με εμένα να αλέσω και αλέθεις μετά». «Ευχαρίστως»! 
Κι όχι μόνο τους άφηνε· βοηθούσε και στο άλεσμα. Και δεν ξέρω αν θυμάστε εσείς, πώς ήταν ν’ αλέθεις τότε. Δεν άλεθες με τις μηχανές. Εγώ στο Άγιον Όρος το πρόλαβα που εμείς κυλούσαμε την πέτρα εκείνη, σπρώχναμε την πέτρα εμείς ή τα ζώα. Μπήκε κάτω από τον ζυγό της πέτρας και άλεσε. Από το πρωί μέχρι το βράδυ μόλις ετοιμαζόταν να βάλει το σιτάρι, πήγαινε άλλος και του γινόταν η ίδια σκηνή.
Έφτασε η νύχτα και δεν άλεσε το σιτάρι! Το φορτώθηκε να πάει πίσω… Δεν έκαμε κάτι «πνευματικό», ας το πούμε εντός εισαγωγικών. Ούτε και θεωρήθηκε ότι έκαμε και τη δουλειά του. Κι όμως ο Θεός τον επληροφόρησε ότι «σήμερα έκαμες το θέλημα του Θεού!»

Λεμεσού Αθανάσιος
http://inpantanassis.blogspot.com/

Η τιμωρία και η λύτρωση




ΣΤΑ χρόνια τού βυζαντινού αυτοκράτορα Κωνσταντίνου τού νέου, πλήθος από Σκύθες με δική του διαταγή ξεκίνησαν για την Ανατολή. Κάποτε έφτασαν και στην Τραπεζούντα. 
Ανάμεσά τους ήταν και κάποιος δεμένος με αλυσίδες, γιατί είχε μέσα του ολόκληρη λεγεώνα πονηρών πνευμάτων.
Οι άλλοι Σκύθες τον πρόσεχαν νύχτα-μέρα, από φόβο μήπως οι δαίμονες τον ρίξουν στή φωτιά και τον κάψουν, ή τον πνίξουν στο νερό, ή τον γκρεμίσουν σε κανένα βάραθρο. 
Πριν δαιμονιστεί ο Σκύθης αυτός, από νέος ακόμα, έκανε τα θελήματα των δαιμόνων και ζούσε ζωή ακόλαστη. Κάποτε όμως έκανε και μία φρικτή ασέβεια:
Στη Βασιλεύουσα, όπου είχε πάει μαζί με άλλους ομόφυλους του, επισκέφθηκε μίαν εκκλησία. Έκεί, μολονότι αβάπτιστος και ακάθαρτος, τόλμησε να πλησιάσει στο άγιο ποτήριο την ώρα της θείας μεταλήψεως και να κοινωνήσει! την ίδια όμως στιγμή, παραδόθηκε στους απάνθρωπους δαίμονες, που άρχισαν από τότε να τον βασανίζουν αλύπητα.
Σ” αυτή λοιπόν την κατάσταση έφτασε στην Τραπεζούντα. οι σύντροφοί του, μαθαίνοντας για τα πολλά θαύματα τού αγίου Ευγενίου, τον έφεραν στο ναό του. Στο μεταξύ, η σατανική λεγεώνα τον έκανε να σπαράζει και ν” αφρίζει.
-Πώς τόλμησες, τον φοβέριζαν τα δαιμόνια, να μεταλάβεις Το Χριστό, αφού είσαι δικός μας; Θα σ” εξαφανίσουμε με τον πιο σκληρό τρόπο! Κανένας δεν Θα σε γλιτώσει άπ” τα χέρια μας!…
Ενώ όμως κόμπαζαν και απειλούσαν οι μιαροί δαίμονες, τι κάνει ο γρήγορος βοηθός των ανθρώπων, ο ένδοξος Ευγένιος; Παρακαλεί τον φιλάνθρωπο Δεσπότη να σπλαχνιστεί Το πλάσμα Του και να το απαλλάξει από την τυραννία του σατανά. Και με τις παρακλήσεις του λυγίζει τον πολυέλεο Κύριο. Καθώς στεκόταν λοιπόν ο δαιμονισμένος μπροστά στο λείψανο του αγίου, ήρθε σε έκσταση. Του φάνηκε πώς είδε Το Χριστό να κατεβαίνει από τον ουρανό μέσα στην εκκλησία. Εκεί, αφού του θύμισε τις βέβηλες πράξεις, που από νέος είχε κάνει, άρχισε να τον ελέγχει αυστηρά.
-Μ” όλες τούτες τις παρανομίες σου, κατέληξε ο Κύριος, με λύπησες πάρα πολύ. Δεν είσαι άξιος ελέους. Για χάρη όμως του αγαπητού μου Ευγένιου, σε λυπήθηκα και θα σ” ελεήσω. Και γυρίζοντας στο μάρτυρα, που στεκόταν δίπλα Του ικετευτικά, συνέχισε:
-Γιάτρεψέ τον, Ευγένιε, αφού κατέφυγε στην προστασία σου.
Αμέσως ο Ιησούς εξαφανίστηκε. Ο άγιος είπε τότε στον δαιμονισμένο: Αυτό το κακό το έπαθες επειδή κοινώνησες τα άχραντα Μυστήρια, ενώ ήσουν αβάπτιστος και βουτηγμένος στις αμαρτίες. Ο Σκύθης συνήλθε από την έκσταση.
Είδε τότε, αισθητά πια, να βγαίνει φωτιά από τα άγια λείψανα, να μπαίνει στο στόμα του και να κατακαίγει – έτσι του φάνηκε – τα σωθικά του. Όσοι ήταν εκεί κοντά, μπόρεσαν να δουν με τα ίδια τους τα μάτια τη δύναμη του άγίου Ευγενίου, που βασάνιζε και τιμωρούσε εξουσιαστικά τους πονηρούς δαίμονες, διώχνοντάς τους βίαια μέσ” από τον ταλαίπωρο άνθρωπο. 
Άφριζε και ίδρωνε και χτυπιόταν ο Σκύθης, ώσπου ελευθερώθηκε εντελώς από τ” ακάθαρτα πνεύματα. Ειρηνικός πια και ανενόχλητος, σιχάθηκε την παλιά του ζωή, και δεν έπαψε ποτέ να ευχαριστεί τον θαυματουργό μάρτυρα που τον ευεργέτησε.

Από το βιβλίο: Θαύματα και Αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία
(Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου Αττικής)
http://inpantanassis.blogspot.com/

Η Θεοτόκος και οι Άγγελοι διδάσκουν την ευλάβεια στον Ναό – (Δύο πολύ διδακτικά Θαύματα)




῞Ενας συγγενής μου μοῦ διηγήθηκε τὸ ἑξῆς περιστατικό:
Ἕνας φίλος του γιατρός, ὅταν ἦταν μικρός, ὅπως ὅλα τὰ παιδάκια, ποὺ γελᾶνε καὶ μετακινοῦνται ἄσκοπα μέσα στὸν Ναό, χωρὶς νὰ τὸ καταλαβαίνουν, ἔτσι κι αὐτός, μαζὶ μὲ ἕνα ξαδελφάκι του γελοῦσε καὶ πείραζε τὰ ἄλλα παιδάκια, πότε ἔτρεχε ἀπὸ ἐδῶ καὶ πότε ἔτρεχε ἀπὸ κεῖ.
Τελείωσε ἡ Ἐκκλησία, πῆραν τὸ Ἀντίδωρο, ὁ κόσμος ἔφυγε, ἀλλὰ αὐτὰ τὰ δυὸ παιδάκια, ὁ γιατρὸς καὶ ὁ ξάδελφός του, ἄρχισαν πάλι νὰ ἀτακτοῦν μέσα στὸν Ναό.
Τότε λοιπὸν ἀκούγεται μία αὐστηρή, ἀλλὰ γλυκειὰ γυναικεία φωνὴ νὰ τοὺς λέγη:
– Στὸν οἶκο τοῦ Υἱοῦ μου δὲν παίζουν! Δὲν τρέχουν ἀπὸ δῶ κι ἀπὸ κεῖ. Προσεύχονται, κοινωνοῦν, μεταλαμβάνουν τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του. Τὸ Αἷμα τοῦ Υἱοῦ μου!…
Καὶ …φράπ! τὰ ἁρπάζει ἀπὸ τὸν σβέρκο καὶ ἐν ριπῇ ὀφθαλμοῦ εὑρέθησαν καὶ τὰ δύο παιδάκια ἔξω, στὸ προαύλιο τοῦ Ναοῦ!
Καὶ λέει ὁ γιατρός: «Σὲ μένα νά ᾿ρθουν νὰ ποῦν ἂν ὑπάρχη ἢ δὲν ὑπάρχη Θεός. Σὲ μένα μίλησε ὁ Θεὸς διὰ μέσου τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου».
*****
Μία Κυριακή, στὸ τέλος τῆς Θείας Λειτουργίας, μερικὲς ψυχὲς τὸ εἶχαν «παραξηλώσει» μὲ τὶς φωνὲς καὶ τὰ γέλια.
Ἐκείνη τὴν ὥρα μοίραζα Ἀντίδωρο καὶ ὁ συλλειτουργός μου ἔκανε τὴν Κατάλυσι. Εἶχαν δὲν εἶχαν μείνει καμμιὰ δεκαριὰ ἐκκλησιαζόμενοι, γιὰ νὰ πάρουν ἀκόμα Ἀντίδωρο.
Ἑνὸς ἀπ᾿ αὐτοὺς στράφηκε ξαφνικὰ τὸ βλέμμα, ἐνῶ γελοῦσε δυνατά, πρὸς τὸ μέρος τοῦ Ἱεροῦ Βήματος. Εἶδε ἐμένα βέβαια νὰ μοιράζω τὸ Ἀντίδωρο, ἀλλὰ τὸ Τέμπλο μπροστά του νὰ ἔχη ἐξαφανιστῆ!…
Ἡ ματιά του ἔπεσε πρῶτα στὸν π. Π., τὸν ὁποῖο εἶδε νὰ σηκώνη τὸ ἅγιο Ποτήριο, γιὰ νὰ κάνη τὸ ὑπόλοιπο τῆς Καταλύσεως, ταυτόχρονα ὅμως εἶδε ὅλο τὸ Ἱερὸ Βῆμα νὰ εἶναι γεμᾶτο ἀπὸ Ἀγγέλους, οἱ ὁποῖοι ἦταν σὲ στάσι εὐλαβική, μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια καὶ σκυμμένο τὸ κεφάλι, σοβαροὶ καὶ στραμμένοι ὅλοι πρὸς τὸ μέρος τοῦ Ἱερέως, ποὺ ἔκανε τὴν Κατάλυσι.
Διότι ἐκείνη τὴν στιγμή, ἐξακολουθεῖ μέσα στὸ ἅγιο Ποτήριο νὰ ὑπάρχη ὁ Ζῶν Θεός, τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Κυρίου μας.
Δύο ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους γύρισαν καὶ τὸν κοίταξαν μὲ βλέμμα σοβαρὸ καὶ πολὺ αὐστηρό. Λίγο ἔλειψε νὰ λιποθυμήση.
Βγῆκε ἔξω, πῆγε, ἔρριξε πολὺ νερὸ στὸ πρόσωπό του γιὰ νὰ συνέλθη, ἤπιε ἕνα-δυὸ ποτήρια καὶ ἔφυγε. Μετὰ ἀπὸ μιὰ ἑβδομάδα, δέκα μέρες, ἦλθε καὶ τὸ ἐξωμολογήθηκε.
Εἶπε νὰ ἀναφέρω τὸ γεγονός, χωρὶς ὅμως νὰ ἀποκαλύψω τὸ ὄνομά του, λόγῳ τῆς μεγάλης του ἐντροπῆς καὶ ἐνοχῆς. Τὴν ἑπομένη Κυριακὴ ποὺ ἀνέφερα τὸ γεγονὸς στοὺς ἐκκλησιαζομένους Χριστιανούς, ὅταν μοίραζα Ἀντίδωρο, λέτε καὶ ἡ Ἐκκλησία ἦταν ἄδεια!
Τόση ἦταν ἡ ἡσυχία!
Καὶ μὲ ἐρωτᾶ ὁ π. Π.: «Καλά, δὲν ὑπάρχουν ἄνθρωποι μέσα; Τί ἔγινε; Ποιό θαῦμα τοὺς ἐπέβαλε τὴν τόση ἁγία ἡσυχία;».

(*) Πρωτοπρεσβυτέρου Στεφάνου Κ. Ἀναγνωστοπούλου, 
Ἐρμηνεία στὴν Θεία Λειτουργία μέσα ἀπὸ πραγματικά γεγονότα καὶ ἐμπειρίες Ἁγίων, Ἱερέων, Μοναχῶν καὶ Πιστῶν ‒ 
Ἐμπειρίες κατὰ τὴν Θεία Λειτουργία, σελ. 20-21 καὶ 510-511, Πειραιὰς 2003.
http://inpantanassis.blogspot.com/

Η Παναγία ως βάτος φλεγόμενη




Γράφει ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας 
«Μωσῆς κατενόησεν ἐν βάτῳ, τὸ μέγα Μυστήριον τοῦ τόκου σου· Παῖδες προεικόνισαν, τοῦτο ἐμφανέστατα, μέσον πυρὸς ἱστάμενοι, καὶ μὴ φλεγόμενοι, ἀκήρατε ἁγία Παρθένε· ὅθεν σε ὑμνοῦμεν εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.»
Ο λόγος του αγίου Ιωσήφ του Υμνογράφου, από τον κοσμαγάπητο Ακάθιστο Ύμνο του, μεστός εικόνων και μυσταγωγικών συμβολισμών, μας οδηγεί σε δύο μεγάλες θεοφάνειες της Παλαιάς Διαθήκης, όπου η θεότητα εμφανίζεται μεν, αλλά χωρίς να καταλύει τη φύση: στη φλεγόμενη βάτο και στην πύρινη κάμινο των Τριών Παίδων.
Ο Μωυσής βλέπει βάτο να πυρπολείται, μα να μη φθείρεται κατακαιόμενη (Ἔξοδ. 3,2). Και ο υμνογράφος ερμηνεύει: Εκεί προτυπώθηκε το Μυστήριο του τόκου Σου, Θεοτόκε! Όπως η βάτος φλέγεται αλλά μένει αλώβητη, έτσι κι Εσύ, Ἀκήρατε (δηλαδή: αμόλυντη, αγνή) Παρθένε, συνέλαβες και γέννησες τον Θεό Λόγο χωρίς να φθαρείς, χωρίς να καταλυθεί η παρθενία σου. Εδώ διαπιστώνουμε θαυμαστικά ότι η θεολογία γίνεται ποίηση και η ποίηση θεολογία!
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος εν τη ποιήσει του, μιλώντας για το Μυστήριο της Ενανθρώπησης, αναφωνεί: «Ὁ ὢν γίνεται, ὁ ἄκτιστος κτίζεται, ὁ ἀπεριόριστος περιορίζεται… Θεὸς ἐν σαρκί» (Λόγος 38, Εἰς τὰ Θεοφάνια). Το ίδιο αυτό μυστήριο υπομνηματίζεται εδώ μέσω της εικόνας της βάτου: η φωτιά είναι η Θεότης, η βάτος η Παρθένος, το δε θαύμα είναι η δίχως φθορά γέννηση.
Ο ύμνος δεν σταματά εδώ, αλλά περνά και σε μιαν άλλη στιγμή από το ιστορικό παρελθόν: Φέρνει προ οφθαλών μας την εικόνα των Τριῶν Παίδων, των ευσεβών εκείνων νέων της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίοι, μέσα στο πυρ της καμίνου στέκονται χωρίς να κατακαούν. Το ίδιο και πάλιν: η θεία παρουσία δεν καταλύει, αλλά προστατεύει και δοξάζει! Ο ιερός Χρυσόστομος εξηγεί πως «οὐκ ἡ φύσις τὸ πῦρ ἔσβεσε, ἀλλ’ ἡ χάρις» (PG 57, 385)∙ δεν ήταν ανθρώπινη δύναμη, μα η παρουσία του Θεού που διαφύλαξε τους Τρεις Παίδες. 
Έτσι κι η Παναγία∙ χωρά στην γαστέρα Της τον Αχώρητο, δίχως να αλλοιώνεται. Καθίσταται ναός Θεού και ανατολή φωτός που δεν μπορεί να περιγραφεί με ανθρώπινα λόγια, καθώς αναφωνεί ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός: «Ἡ ἀειπάρθενος γίνεται πύλη τοῦ Θεοῦ, ἀνατολή φωτός ἀρρήτου» (Περί ὀρθοδόξου πίστεως, 4:14).
Ο Υιός, που γεννάται «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου», αποτελεί κορυφαία φανέρωση τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας: η Παρθένος καθίσταται γέφυρα που συνδέει (ή, καλύτερα, θα λέγαμε: επανασυνδέει) το κτιστό με το άκτιστο, τον παλαιόν Αδάμ με τον νέο, δηλαδή τον Χριστό.
Και καταλήγει ο ύμνος: «Ὅθεν σε ὑμνοῦμεν εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας». Ο ανθρώπινος λόγος περί της αγνής Θεομήτορος είναι δοξολογικός προς Εκείνην, αναγνώριση ότι η συμβολή Της στη σωτηρία μας, εκτός από ιστορικό γεγονός του παρελθόντος, είναι και δεν θα πάψει ποτέ να είναι και παρόν και μέλλον της ανθρωπότητας. Διότι η Αειπάρθενος συνεχίζει αενάως να είναι Προστάτις, Μεσίτρια, Μητέρα τής καθόλου Εκκλησίας, τουτέστιν, τόσο του Κυρίου Ιησού, όσο και του κάθε πιστού που αναζητά δρόσο ανακουφιστική μέσα στον καύσωνα του βίου ετούτου του εν πολλοίς αβίωτου.
Μέσα στις φλόγες των παθών ή των δοκιμασιών, μέσα στην κάμινο της αμφιβολίας και της μοναξιάς, η Παναγία δεν μας αφήνει ανυπεράσπιστους. Στέκεται δίπλα μας στοργικά και ελεητικά, με τη σκέψη ότι αξίζει κι εμείς να καταστούμε -ει δυνατόν- βάτοι άφλεκτες, που, ενώ θα πυρωνόμαστε από τα του κόσμου και τα φρονήματά του, εντός μας θα κατοικεί ο Χριστός, πυρ, όχι καταστροφικό, αλλά ζωοποιητικό και σωτήριο.
Αγαπητοί μου, «ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας» (Κορ. Β΄, 6:2): Ας αναζητήσουμε τον Χριστό, διά της Παναγίας Μητρός Του! Εκείνη ας μας διδάξει εκ πείρας, να κάνουμε χώρο μέσα μας, ώστε να χωρέσει Εκείνος χριστοποιώντας και θεώνοντάς μας! Γένοιτο!

https://www.nyxthimeron.com/

ΘΕΛΟΝΤΑΣ ΞΕΝΤΥΘΗΚΑ ΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ!



«Αὐτεξουσίως ἐξεδύθην, τῇ πρώτῃ μου παραβάσει, τῶν ἀρετῶν τήν εὐπρέπειαν· ἠμφιασάμην δέ ταύτην αὖθις, τῇ πρός με συγκαταβάσει, Λόγε Θεοῦ· οὐ παρεῖδες γάρ με τόν ἐν δεινοῖς παθήμασι καταστιχθέντα, καί λῃστρικῶς ὁδοπατηθέντα, ἀλλά τῇ παναλκεῖ σου δυναστείᾳ περιποιησάμενός με, ἀντιλήψεως ἠξίωσας, Πολυέλεε» (Στιχηρόν ἰδιόμελον, Πέμπτης Ε΄ Νηστειών), ἦχος πλ. δ΄).
(Μέ τή θέλησή μου ξεντύθηκα τήν ὀμορφιά τῶν ἀρετῶν, λόγω τῆς πρώτης  μου παράβασης, ἐνῶ τή φόρεσα καί πάλι, λόγω τῆς συγκατάβασης πρός ἐμένα, Λόγε Θεοῦ. Γιατί δέν μέ περιφρόνησες, ἐμένα πού γέμισα ἀπό τά στίγματα τῶν φοβερῶν παθῶν μου καί ρίχτηκα κάτω ἀπό τούς ληστές· ἀντίθετα μέ τήν παντοδύναμη ἐξουσία σου μέ φρόντισες καί μέ κατέστησες ἄξιο τῆς βοήθειάς Σου, Πολυέλεε».
Τό στιχηρό ἰδιόμελο, ἐπαναλαμβανόμενο δύο φορές λόγω τῆς σπουδαιότητάς του, συνιστᾶ μία σύντομη σύνοψη ὁλόκληρης τῆς πνευματικῆς ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητας. Μᾶς μεταφέρει στήν ἐποχή τῶν πρωτοπλάστων, οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιώντας κακῶς τήν ἐλευθερία πού τούς ἐμπιστεύτηκε ὁ Δημιουργός («αὐτεξουσίως»), ἔδειξαν ἀνυπακοή πρός τόν λόγο Του, εἰσάγοντας ἑπομένως στή ζωή τους τήν ἁμαρτία (καί δι’ αὐτῆς τόν θάνατο, πνευματικό καί σωματικό). Ἀποτέλεσμα; Ἀπέβαλαν τό χαρισματικό ἔνδυμά τους, τή χάρη τῶν ἀρετῶν, καί ντύθηκαν τόν γεμάτο στίγματα χιτώνα τῶν παθῶν τους – σάν νά βρέθηκαν ποδοπατημένοι καί ριγμένοι στό χῶμα ἀπό ληστρική ἐναντίον τους ἐπιδρομή.
 Ἀλλ’ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατέρα δέν τούς ἄφησε στήν κατάντια αὐτή· ἔστειλε τόν Υἱό καί Λόγο Του, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος γενόμενος ἄνθρωπος προσέλαβε μέ τήν παντοδυναμία Του τόν τραυματισμένο καί ἡμιθανή ἄνθρωπο μέσα στόν ἑαυτό Του, τόν ἔκανε δικό Του κομμάτι - ἔγινε ἔνδυμα τοῦ ἀνθρώπου Αὐτός ὁ Ἴδιος: «ὅσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε» - τόν περιποιήθηκε καί τόν φρόντισε ὡς ἰατρός, τόν ἔσωσε.
 Ὁ ὑμνογράφος εἶναι σαφής: ὅλη ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας ἐμφαίνεται μέσα ἀπό τήν παραβολή τοῦ καλοῦ σαμαρείτου. Ὁ περιπεσών εἰς τούς ληστάς, ὁ ὁποῖος τραυματίστηκε θανάσιμα, εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἁμάρτησε καί ἁμαρτάνει, ἐνῶ καλός Σαμαρείτης πού τόν σώζει εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός.

https://pgdorbas.blogspot.com/