Τετάρτη 11 Μαρτίου 2026

… τί είναι αυτό που ξαφνικά αδειάζει την ψυχή;



Γιατί υπάρχουν στιγμές όπου ο άνθρωπος δεν έχει καμία δύναμη να προσευχηθεί, καμία διάθεση να εργασθεί πνευματικά, καμία εσωτερική κίνηση προς τον Θεό;
Πώς γίνεται ο νους, που πριν από λίγο στεκόταν σε εγρήγορση, να βυθίζεται ξαφνικά σε μια βαριά νάρκη;
Και γιατί, ενώ όλα γύρω παραμένουν τα ίδια, η καρδιά αισθάνεται ότι ο κόσμος έχει χάσει το νόημά του;
Τα ερωτήματα αυτά δεν είναι ψυχολογικά. Είναι βαθιά θεολογικά.
Οι πατέρες της ερήμου τα γνώριζαν πολύ πριν τα ονομάσουν οι μεταγενέστεροι. Και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, στον δέκατο τρίτο λόγο του έργου του, δίνει σε αυτή την παράξενη κατάσταση ένα όνομα που οι παλαιοί μοναχοί γνώριζαν καλά: ακηδία.
Η λέξη φαίνεται απλή, αλλά περιγράφει μια από τις πιο βαριές πνευματικές εμπειρίες.Ο άγιος την ονομάζει παράλυση της ψυχής και έκλυση του νου.
Δεν πρόκειται απλώς για τεμπελιά ή για ψυχική κόπωση. Είναι μια κατάσταση όπου ο άνθρωπος χάνει τη γεύση των πνευματικών πραγμάτων. Η προσευχή γίνεται βάρος, η ψαλμωδία φαίνεται μακρά και ανυπόφορη, οι μοναχικές υποσχέσεις μοιάζουν παράλογες.
Και τότε η ψυχή αρχίζει να μακαρίζει τον κόσμο.
Εκείνοι που ζουν έξω από την ασκητική ζωή φαίνονται ξαφνικά ευτυχισμένοι. Ο κόσμος μοιάζει εύκολος, ενώ η πνευματική πορεία παρουσιάζεται σαν άσκοπη αυστηρότητα.
Η ακηδία, λέει ο άγιος, φτάνει στο σημείο να κατηγορεί ακόμη και τον Θεό ότι δεν είναι ευσπλαχνικός.
Βλέπεις λοιπόν πόσο βαθιά είναι αυτή η ασθένεια.
Δεν αγγίζει μόνο την πράξη αλλά την ίδια την αντίληψη του Θεού.
Στην εμπειρία των μοναχών η ακηδία εμφανίζεται συχνά με έναν ιδιαίτερα ειρωνικό τρόπο.
Ο άγιος γράφει ότι ο ιατρός επισκέπτεται τους ασθενείς το πρωί, ενώ η ακηδία επισκέπτεται τους μοναχούς το μεσημέρι.
Την ώρα δηλαδή που η ημέρα φαίνεται ακίνητη και η ψυχή κουρασμένη.
Τότε αρχίζει μια παράξενη κινητικότητα της σκέψης.
Η ακηδία προτείνει ξαφνικά έργα φιλανθρωπίας, επισκέψεις σε ασθενείς, διακονίες, μετακινήσεις. Υπενθυμίζει λόγια της Γραφής και παρουσιάζει την εξωτερική δραστηριότητα ως ανώτερη από τη σιωπή της προσευχής.
Όλα αυτά φαίνονται ευσεβή. Και όμως, πίσω τους κρύβεται η ίδια δύναμη που θέλει να αποσπάσει τον άνθρωπο από την παρουσία του Θεού.
Η λεπτότητα αυτής της πάλης είναι εντυπωσιακή.
Η ακηδία δεν εμφανίζεται ως αμαρτία. Εμφανίζεται ως λογική.
Γι’ αυτό και είναι τόσο επικίνδυνη.
Ο άγιος μάλιστα περιγράφει με σχεδόν σωματικό τρόπο τις επιδράσεις της. Πονοκέφαλος, βαρύτητα στο σώμα, νύστα την ώρα της προσευχής, ανησυχία στο κελί, συνεχείς ματιές προς το παράθυρο, φανταστικοί ήχοι και βήματα.
Ο άνθρωπος αισθάνεται ότι πρέπει να φύγει από τον τόπο όπου βρίσκεται.
Η ακηδία γεννά έτσι τη μετακίνηση.
Ο μοναχός αρχίζει να πιστεύει ότι το πρόβλημα δεν είναι μέσα του αλλά στον τόπο όπου ζει. Αν αλλάξει κελί, αν αλλάξει μοναστήρι, αν αλλάξει τρόπο ζωής, όλα θα διορθωθούν.Έτσι ο άγιος την ονομάζει μητέρα των μετακινήσεων.
Και εδώ εμφανίζεται ένα από τα πιο βαθιά σημεία της πατερικής σοφίας.
Η ακηδία δεν είναι απλώς ένα πάθος μεταξύ άλλων.
Είναι, κατά τον άγιο, ένας ψυχικός θάνατος που περιέχει μέσα του όλα τα κακά.
Γιατί όταν η ψυχή χάσει την ελπίδα της, όλα τα άλλα πάθη εισέρχονται εύκολα.
Ο νους που παραλύει γίνεται εύκολο θήραμα.
Και όμως, ο ίδιος ο άγιος τονίζει κάτι παράδοξο.
Ακριβώς επειδή η ακηδία είναι τόσο βαριά, γίνεται και πηγή μεγάλων στεφάνων.
Την ώρα της ακηδίας φαίνονται οι βιαστές της βασιλείας.
Εκείνοι που επιμένουν στην προσευχή ενώ η ψυχή αντιστέκεται, εκείνοι που μένουν στο κελί τους ενώ όλα μέσα τους θέλουν να φύγουν, εκείνοι που συνεχίζουν την ψαλμωδία ενώ η καρδιά είναι ξηρή , αυτοί είναι που αποκτούν πραγματική πνευματική δύναμη.
Ο άγιος μάλιστα προτείνει μια σχεδόν δραματική εικόνα.
Πρέπει, λέει, να φέρουμε μπροστά μας την ακηδία σαν έναν κατηγορούμενο και να την ανακρίνουμε.
«Πες μας», να της πούμε, «ποιος είναι ο πατέρας σου και ποια είναι τα τέκνα σου».
Και η ίδια, αν μπορούσε να μιλήσει, θα απαντούσε ότι γεννήθηκε από πολλές μητέρες: από την αναισθησία της ψυχής, από τη λήθη των ουρανίων, από την υπερβολική κόπωση.
Τα παιδιά της είναι η παρακοή, η περιπλάνηση, η εγκατάλειψη της πνευματικής ζωής.
Οι εχθροί της όμως είναι επίσης σαφείς: η ψαλμωδία, το εργόχειρο, η μνήμη του θανάτου.
Και πάνω απ’ όλα η προσευχή ενωμένη με την ελπίδα των μελλόντων αγαθών.
Εδώ βρίσκεται το κέντρο της θεραπείας.
Η ακηδία νικιέται όταν η ψυχή θυμηθεί ότι η ζωή της δεν τελειώνει στον ορίζοντα αυτού του κόσμου.
Η ελπίδα της βασιλείας γίνεται δύναμη που ανασταίνει τον νου.
Και τότε ο άνθρωπος καταλαβαίνει ότι η μεγαλύτερη μάχη της πνευματικής ζωής δεν είναι εναντίον των εξωτερικών πειρασμών αλλά εναντίον αυτής της σιωπηλής παράλυσης που επιχειρεί να νεκρώσει την καρδιά.
Όποιος νίκησε την ακηδία, λέει ο άγιος, είναι δόκιμος για κάθε καλό έργο.
Γιατί έχει ήδη περάσει μέσα από το πιο σκοτεινό σημείο της πνευματικής οδού και έχει μάθει να ελπίζει ακόμη και όταν η ψυχή δεν αισθάνεται τίποτε.Χαίρε!

Manos Lambrakis
https://proskynitis.blogspot.com/

Σήμερα μαζεύεις λίγο από εδώ, λίγο από εκεί, και φτιάχνεις μία πίστη όπως την θέλεις εσύ.




 Η πίστη στο Θεό ήταν αναντίρρητη στην παραδοσιακή κοινωνία, όπου δεν υπήρχαν άθεοι. 
 Στη Νεωτερικότητα σκέφτονταν ορθολογιστικά: 
«Και που ξέρω εγώ αν έγιναν έτσι τα πράγματα; Αν τα έγραψαν σωστά για το Χριστό;» κ.λπ. 
 Στη Μετανεωτερικότητα αλλάζει το κλίμα: 
 «Πολύ καλό πράγμα η Πίστη. Δεν έχει σημασία που πιστεύετε,αρκεί να πιστεύετε αν αυτό σας βοηθάει στα συναισθήματα, σας δίνει ηρεμία». 
Γι' αυτό και σήμερα δεν συναντάμε τόσο την αθεία που εντοπίζαμε παλιότερα και την ειρωνεία. Σήμερα μαζεύεις λίγο από εδώ, λίγο από εκεί, και φτιάχνεις μία πίστη όπως την θέλεις εσύ.

π.Βασίλειος Θερμός-φίλοι
https://proskynitis.blogspot.com/

Το πορτοκάλι της αγάπης στα Καρούλια




«Επείνασα και εδώκατέ μοι φαγείν» γράφει ο Κύριος στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, δείχνοντας ότι κάθε πράξη αγάπης προς τον αδελφό γίνεται μυστικά προς τον ίδιο τον Θεό.
Στα απόκρημνα βράχια των Καρουλίων, εκεί όπου η γη μοιάζει να τελειώνει και η προσευχή αρχίζει, ζούσε κάποτε ένας ταπεινός ασκητής, ο γέροντας Αρσένιος. Το κελί του ήταν μια μικρή σπηλιά σκαμμένη μέσα στον βράχο. Χρόνια πολλά είχαν περάσει χωρίς να γευθεί λάδι ή κρασί, και το σώμα του είχε μάθει να ζει με λίγα χόρτα, λίγο ψωμί και πολλή προσευχή. Η καρδιά του όμως είχε γεμίσει από μια άλλη τροφή, εκείνη που γεννά η αγάπη προς τον Θεό και προς κάθε άνθρωπο.
Ήταν Μεγάλη Εβδομάδα. Οι ημέρες εκείνες για τους ασκητές του Αγίου Όρους δεν είναι απλώς μνήμη γεγονότων, αλλά βίωμα του ίδιου του Πάθους του Χριστού. Η σιωπή βαθαίνει, η προσευχή γίνεται πιο θερμή και η νηστεία πιο αυστηρή. Το σώμα πεινά, αλλά η ψυχή μαθαίνει να αναζητεί τον αληθινό άρτο της ζωής. Όπως λέγει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, η νηστεία είναι μητέρα της καθαρότητας της καρδιάς και φύλακας της ταπεινώσεως.
Τη Μεγάλη Τετάρτη, ένας νεαρός προσκυνητής κατάφερε με κόπο να φθάσει μέχρι εκείνα τα δύσβατα μονοπάτια. Είχε ακούσει για τον γέροντα Αρσένιο και θέλησε να πάρει την ευχή του. Δεν τον βρήκε έξω από τη σπηλιά και άφησε σιωπηλά στην είσοδο ένα μεγάλο, ώριμο πορτοκάλι. Ήταν ένα απλό δώρο, αλλά μέσα στη φτώχεια των Καρουλίων έμοιαζε σαν θησαυρός.
Το απόγευμα, όταν ο γέροντας βγήκε να μαζέψει λίγα άγρια χόρτα, είδε το πορτοκάλι να λάμπει επάνω στην πέτρα σαν μικρός ήλιος. Το πήρε στα χέρια του. Η ευωδία του απλώθηκε στον αέρα. Το σώμα του, κουρασμένο από τη νηστεία, ένιωσε έντονα την επιθυμία. Για μια στιγμή η σκέψη ψιθύρισε πως θα μπορούσε να το φάει. Θα του έδινε δύναμη για την αγρυπνία της Σταύρωσης.
Ο γέροντας όμως χαμογέλασε με εκείνη την ειρηνική σοφία που γεννά η άσκηση. Κοίταξε το πορτοκάλι και είπε χαμηλόφωνα. Ωραίο είσαι, κτίσμα του Θεού, αλλά πιο γλυκός είναι ο Χριστός που πεινά επάνω στον Σταυρό.
Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει ότι η αληθινή νηστεία δεν είναι μόνο η αποχή από τροφές, αλλά κυρίως η άσκηση της αγάπης. Όποιος στερείται για να δώσει στον αδελφό του, εκείνος προσφέρει θυσία ευάρεστη στον Θεό. Ο γέροντας Αρσένιος το γνώριζε αυτό όχι ως θεωρία, αλλά ως ζωή.
Έτσι, όταν έπεσε η νύχτα και τα Καρούλια βυθίστηκαν στη σιωπή, πήρε το κομποσχοίνι του και βγήκε από τη σπηλιά. Το μονοπάτι ήταν στενό και επικίνδυνο, κρεμασμένο επάνω από τη θάλασσα. Περπάτησε αργά μέχρι την καλύβη ενός άλλου ασκητή, του παπα Νικόλα, ο οποίος ήταν άρρωστος και κατάκοιτος. Άφησε το πορτοκάλι στο μικρό παράθυρο και έφυγε χωρίς να τον δει κανείς.
Το επόμενο πρωί ο παπα Νικόλας βρήκε το δώρο. Δάκρυσε. Κατάλαβε ότι κάποιος αδελφός τον θυμήθηκε μέσα στη σιωπή της Σαρακοστής. Όμως και εκείνος σκέφθηκε με ταπείνωση ότι ο γέροντας Αρσένιος ήταν πιο ηλικιωμένος και πιο εξαντλημένος. Έτσι το πήρε κρυφά και το άφησε πάλι κοντά στη σπηλιά του.
Λένε πως εκείνο το πορτοκάλι ταξίδεψε όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα από κελί σε κελί. Από σπηλιά σε σπηλιά. Από παράθυρο σε παράθυρο. Κανείς δεν το κράτησε για τον εαυτό του. Ο καθένας πίστευε πως ο άλλος το είχε μεγαλύτερη ανάγκη.
Έτσι η έρημος των Καρουλίων, που συνήθως γνωρίζει μόνο τη σιωπή των βράχων και τον ήχο του ανέμου, γέμισε εκείνες τις ημέρες από μια αόρατη χαρά. Δεν ήταν η χαρά της τροφής, αλλά της θυσίας. Όπως λέγει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος, η καρδιά που ελεεί ολόκληρη την κτίση γίνεται θρόνος της χάριτος.
Την Κυριακή της Αναστάσεως, μετά την αγρυπνία, οι ασκητές συγκεντρώθηκαν για την κοινή τράπεζα. Στο κέντρο του τραπεζιού βρέθηκε το ίδιο πορτοκάλι, άθικτο ακόμη, μοσχοβολώντας. Ο γέροντας Αρσένιος το πήρε στα χέρια του, το καθάρισε αργά και μοίρασε από μια μικρή φέτα σε όλους.
Τότε είπε με απλότητα λόγια που έμειναν στην μνήμη των πατέρων των Καρουλίων. Αυτό το πορτοκάλι δεν είναι απλώς φρούτο. Είναι μάθημα. Η Σαρακοστή δεν υπάρχει για να μετράμε τι δεν φάγαμε, αλλά για να μάθουμε να χορταίνουμε τον αδελφό μας με αγάπη.
Όποιος κρατά για τον εαυτό του ακόμη και τα λίγα, μένει φτωχός. Όποιος όμως δίνει, ακόμη κι όταν έχει ελάχιστα, γίνεται πλούσιος ενώπιον του Θεού. Εκείνη την ημέρα το πορτοκάλι μοιράστηκε σε μικρά κομμάτια, όμως η χαρά που γεννήθηκε μέσα στις καρδιές των ασκητών ήταν απείρως μεγαλύτερη από τον καρπό.
Ένα απλό πορτοκάλι δεν χόρτασε το σώμα κανενός. Μα χόρτασε ολόκληρη την έρημο των Καρουλίων με αγάπη.
Στα βράχια των Καρουλίων ένα απλό πορτοκάλι έγινε μάθημα αδελφικής αγάπης και αληθινής νηστείας.

https://proskynitis.blogspot.com/

ΗΜΑΡΤΟΝ, ΤΟ ΟΜΟΛΟΓΩ, ΚΥΡΙΕ!



 
«Ἥμαρτον ὁμολογῶ σοι Κύριε, ὁ ἄσωτος ἐγώ˙ οὐ τολμῶ ἀτενίσαι εις Οὐρανόν τό ὄμμα˙ ἐκεῖθεν γάρ ἐκπεσών, ἐγενόμην ἄθλιος. Ἥμαρτον εἰς τόν Οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου, καί οὐκ εἰμί ἄξιος κληθῆναι υἱός σου˙ ἐμαυτόν ἀποκηρύττω, οὐ χρήζω κατηγόρων, οὐδέ πάλιν μαρτύρων˙ ἔχω θριαμβεύουσάν μου τήν ἀσωτίαν˙ ἔχω στηλιτεύουσαν τήν φαύλην πολιτείαν˙ ἔχω καταισχύνουσαν τήν παροῦσάν μου γύμνωσιν, πρός ἐντροπήν δέ τά ράκη, ἅ περιβέβλημαι. Εὔσπλαγχνε Πάτερ, Υἱέ μονογενές, τό Πνεῦμα τό ἅγιον, μετανοοῦντά με δέξαι, καί ἐλέησόν με» (απόστιχα Αίνων, ήχος βαρύς).
(Αμάρτησα, Σου το ομολογώ, Κύριε, εγώ ο άσωτος. Δεν τολμώ να ατενίσω το βλέμμα στον Ουρανό. Γιατί από κει ξέπεσα κι έγινα άθλιος. Αμάρτησα στον Ουρανό και ενώπιόν Σου και δεν είμαι άξιος να ονομαστώ υιό Σου. Αποκηρύσσω τον εαυτό μου, δεν χρειάζομαι κατηγόρους κι ούτε πάλι μάρτυρες. Έχω την αμαρτία μου να το διακηρύσσει. Έχω τον πονηρό τρόπο ζωής μου να με στηλιτεύει. Έχω την τωρινή μου γύμνωση να με ντροπιάζει, κι είναι πράγματι για ντροπή μου τα ράκη που είμαι ντυμένος. Εύσπλαχνε Πατέρα, Υιέ μονογενή Χριστέ, Πνεύμα άγιον, δέξου με μετανοημένο και ελέησέ με).
Συγκλονιστικό το τροπάριο του αγίου υμνογράφου Ιωσήφ, ο οποίος συνέδεσε προκειμένου να περιγράψει τον μετανοημένο άνθρωπο τις παραβολές και του ασώτου υιού και του τελώνου και φαρισαίου. Ο τελώνης δεν ήταν εκείνος που έχοντας συναίσθηση της αμαρτωλότητάς του δεν τολμούσε να σηκώσει το βλέμμα του στον Ουρανό; – έβλεπε ένδακρυς μόνο τη γη, γιατί χώμα είχε κάνει με τις αμαρτίες του τη ζωή του. Και το μόνο που κατόρθωνε να ψελλίζει ήταν «Θεέ μου, ελέησέ με τον αμαρτωλό». Το ίδιο συνέβη και με τον άσωτο της άλλης πιο γνωστής και μεγάλης παραβολής του Κυρίου: κι εκείνος φτάνει η ώρα που νιώθει την κατάντια του. Και παίρνει τον δρόμο της επιστροφής για να συρθεί ενώπιον του Πατέρα του. Κι εδώ αρχίζει το έργο του αγίου υμνογράφου: με μετοχή καρδιάς προβαίνει στην περιγραφή της όλης εσωτερικής διεργασίας που διαδραματίζεται στην καρδιά και των δύο, δηλαδή στην καρδιά του κάθε πιστού που έχει επίγνωση όντως και της δικής του τραγικότητας. Γιατί στο πρόσωπο ασφαλώς και του τελώνη και του ασώτου καλεί η Εκκλησία μας διά του αγίου ποιητή να δει ο καθένας τον εαυτό του. Η περιγραφή είναι ανθρώπου που «ζωγραφίζει». Η κάθε λέξη του Ιωσήφ είναι πινελιά στον πίνακα της ψυχής του και της δικής μας.
 Παρακολουθούμε βήμα-βήμα τα στάδια της αληθινής μετανοίας: την ομολογία ενώπιον του Θεού της αμαρτίας που συνιστά την ασωτία˙ την ταπείνωση που κάνει τον άνθρωπο να βλέπει τον ξεπεσμό και την αθλιότητά του˙ την επίγνωση ότι δεν μπορεί πια να χαρακτηρίζεται υιός Θεού -  τον κατηγορεί η ίδια η συνείδησή του, που δεν υπάρχει τίποτε στον κόσμο πιο «βίαιο» κατά τον άγιο Ανδρέα Κρήτης στο Μεγάλο Κανόνα του˙ την πονηρή διαγωγή  που συνιστά κυριολεκτικά μαστίγωμα της συνείδησης - η κουρελιασμένη ψυχή βοά για την κατάντια! Αλλά υπάρχει η μετάνοια, σημειώνει ο υμνογράφος ακολουθώντας το Ευαγγέλιο. Η μετάνοια που ναι μεν διαπιστώνει την ασωτία και την αμαρτία, αλλά προχωράει με πόδια τρεμάμενα εκεί που υπάρχει η λύτρωση και ο καθαρμός: το έλεος του Θεού, η αγάπη του Θεού Πατέρα και όλης της αγίας Τριάδος. Κι αυτή η αγάπη του Θεού είναι αυτή που υπέρκειται της κάθε αμαρτίας. «Όλη την αμαρτία του κόσμου αν μαζέψουμε από τη μια, όλου του κόσμου κι όλων των εποχών, είναι σαν ένας κόκκος άμμου ή σαν μία σπίθα μπροστά στο πέλαγος του ελέους του Θεού. Τι μπορεί να κάνει ένας κόκκος άμμου ή μία σπίθα; Τίποτε απολύτως. Αυτό κι ακόμη περισσότερο συμβαίνει με την αμαρτία όταν παραβληθεί με την αγάπη του Θεού» (ιερός Χρυσόστομος).
Η ποιητική ζωγραφική δύναμη του αγίου υμνογράφου είναι πολύ μεγάλη. Η προβολή της μετανοίας ως της μόνης σώζουσας δύναμης του ανθρώπου είναι φοβερή. Το τροπάριο θα έπρεπε να το αντιγράψουμε και να το κορνιζώσουμε, για να το βλέπουμε καθημερινά. Θα λειτουργεί καθημερινά ως καθρέπτης της χριστιανικής ή μη πορείας μας. 

https://pgdorbas.blogspot.com/

Στάσεις αναψυχής και ανακούφισης δίπλα στην Παναγία




Γράφει ο π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ
Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, ενώ διαρκεί ο επίπονος αγώνας της Μεγάλης Σαρακοστής, κάθε Παρασκευή βράδυ πραγματοποιεί στάσεις πνευματικής ανάπαυλας, αναψυχής και ανακούφισης δίπλα σ’ ένα πρόσωπο κορυφαίο και πολυαγαπημένο: την Παναγία Μητέρα του Θεού και μητέρα ολόκληρης της ανθρωπότητας. 
Ο καθένας μας μάχεται -το κατά δύναμιν- στο «στάδιο των αρετών», ώστε να βραβευτούμε στο τέλος, δηλαδή κατά την λαμπρή μέρα της Ανάστασης, με τα φωτεινά δώρα του Κενού Τάφου.  Όμως αισθανόμαστε κόπωση... Η μάχη με τον παλαιό εαυτό μας και το κοσμικό φρόνημα δεν είναι και τόσο εύκολη... Νοιώθουμε ασθένεια και αδυναμία... Ο αγώνας εντέλει είναι σχοινοβασία και ήδη κλυδωνιζόμαστε...
Γι’ αυτό ακριβώς καταφεύγουμε στη Μάνα μας και ήδη μπροστά Της ξεδιπλώνουμε τους προβληματισμούς, τις αστοχίες, τις πτώσεις μας, τον ιδρώτα των προσπαθειών μας για ανόρθωση. 
Εκείνη, ως η κοινή Μητέρα Θεού και Ανθρωπότητας, Μάνα της άνωθεν Αγάπης και Ειρήνης που είναι, μεσιτεύει - πρεσβεύει στον Υιό Της για χάρη μας. Ας τονισθεί εμφατικά η λέξη «χάρις», διότι η σωτηρία δεν είναι τόσο κατάκτηση προσωπική μας, αλλά κυρίως η Χάρη του Θεού είναι αυτή που επισκιάζει ελεητικά τους δικούς μας αγώνες. Δι' αυτής της οδού, της χαρισματικής δηλαδή μετοχής μας στα του Θείου, αξιωνόμαστε να κοινωνούμε του Σώματος και του Αίματος του αυτοθυσιαζόμενου Θείου Λόγου, ο Οποίος σαρκώθηκε δια της Παρθένου Μαρίας, με σκοπό την ασφαλή διέξοδο του καθενός μας από τον εωσφορικό λαβύρινθο του Χαμού, τον οποίον -ομολογουμένως- εμείς οι ίδιοι προξενούμε. 
Κατά συνέπειαν, απευθύνοντας Χαιρετισμούς αγάπης, ευγνωμοσύνης και ικεσίας προς την Παναγία, στην πραγματικότητα υμνούμε και δοξολογούμε τον εν Τριάδι Ένα Θεό, ο Οποίος δι’ Αυτής ενέργησε τη σωτηρία μας και «νυν και αεί και εις τους αιώνας», δι’ Αυτής δέχεται την μετάνοιά μας, δωρίζοντας στον αποπροσανατολισμένο κόσμο μας την Ανοχή και την Άφεση. Έτσι, κατά τον μεγάλο θεολόγο του καιρού μας, μακαριστό Μητροπολίτη Διοκλείας Κάλλιστο Γουέαρ, "η τιμή που δείχνουμε στην Θεοτόκο όχι μόνο δεν μειώνει την λατρεία μας προς τον Θεό, αλλά, ακριβώς, έχει το αντίθετο αποτέλεσμα: όσο περισσότερο τιμούμε τη Θεοτόκο, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούμε τη μεγαλειότητα του Υιού της, επειδή τιμούμε τη Μητέρα ακριβώς λόγω του Υιού." 
Οπότε δεν παύουμε να Την μεγαλύνουμε θριαμβικά:
«Χαίρε, δι’ ης νεουργείται η κτίσις,
χαίρε, δι’ ης βρεφουργείται ο Κτίστης.
Χαίρε, Νύμφη ανύμφευτε»!

https://www.nyxthimeron.com/

Αγία Θεοδώρα: Η ευσεβής και πολύπαθη βασίλισσα της Άρτας



Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου – Καθηγητού 
Μια πλειάδα αγίων της Εκκλησίας μας υπήρξαν βασιλείς, οι οποίοι υπερέβησαν την εγκόσμια δόξα και τον πειρασμό της εξουσίας και πολιτεύτηκαν σύμφωνα με τις επιταγές του Ευαγγελίου και προσάρμοσαν τη ζωή τους στη ζωή του Χριστού. Μια τέτοια αγιασμένη μορφή υπήρξε και η αγία Θεοδώρα η βασίλισσα της Άρτας.
     Γεννήθηκε στα Σέρβια της Κοζάνης το 1210. Ο πατέρας της ονομαζόταν Ιωάννης Πετραλίφας και ήταν σεβαστοκράτορας και διοικητής της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Η μητέρα του Ελένη ανήκε σε οικογένεια αριστοκρατών της Κωνσταντινουπόλεως. Η οικογένεια του πατέρα της ήλκε την καταγωγή του από την φημισμένη ιταλική οικογένεια των Πετραλίφα. Πρόγονός της υπήρξε ο Πέτρος di Alife, ο οποίος είχε πάρει μέρος στην Α΄ Σταυροφορία, τον 11ο αιώνα. 
      Ανάμεσα στα έτη 1224-1230 πέθανε ο πατέρας της και ανάλαβε την προστασία της ο Δεσπότης της Ηπείρου Θεόδωρος Άγγελος Κομνηνός – Δούκας. Πληροφοριακά αναφέρουμε ότι την εποχή αυτή δεν υφίσταται η βυζαντινή αυτοκρατορία, αφότου την κατέλυσαν οι σταυροφόροι της Δ΄ Σταυροφορίας (1204), αλλά κάποια βασίλεια – δεσποτάτα. Ένα από αυτά ήταν αυτό της Ηπείρου, που είχε έδρα την Άρτα. Οι Κομνηνοδούκες έφυγαν από την Κωνασταντινούπολη και ίδρυσαν το Δεσποτάτο της Ηπείρου το 1204.
        Στα 1230 ο Θεόδωρος υπέστη ήττα από τους Βουλγάρους και γι’ αυτό αναγκάστηκε να παραδώσει την εξουσία στον ανεψιό του Μιχαήλ Β΄, γιο του Μιχαήλ Α΄ , ιδρυτή του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Ο Μιχαήλ Β΄ γνώρισε την νεαρή Θεοδώρα και εντυπωσιάστηκε από την σπάνια ομορφιά της και από την πνευματική της καλλιέργεια και γι’ αυτό αποφάσισε να τη ζητήσει σε γάμο. Σύντομα παντρεύτηκαν και την ανέβασε ως βασίλισσα στο θρόνο του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Οι χάρες της δεν άργησαν να γίνουν γνωστές στο παλάτι και στο λαό της Άρτας, ο οποίος εκδήλωνε με κάθε τρόπο την αγάπη του για την ευσεβή βασίλισσά του.
      Αν όμως ο λαός εκτιμούσε, θαύμαζε και αγαπούσε την Θεοδώρα, ο βάναυσος, σκληρόκαρδος και φιλήδονος Μιχαήλ την αποστρέφονταν, διότι η σεμνή και ευσεβής  βασίλισσα δεν τον ακολουθούσε στις ατέλειωτες διασκεδάσεις και τις άκρατες φιληδονίες και απολαύσεις του. Μετά τη γέννηση του γιου τους Νικηφόρου ο Μιχαήλ, σύναψε σχέσεις με κάποια αρχόντισσα αρτινή, ονόματι  Γαγγρινή, την οποία λίγο αργότερα την εγκατέστησε στο παλάτι και έκανε μαζί της δύο νόθους γιους. 
        Η Θεοδώρα μη μπορώντας να αντέξει την ταπείνωση και την προσβολή αυτή   αποφάσισε να φύγει από το παλάτι, εγκαταλείποντας το θρόνο της στην ερωμένη του Μιχαήλ. Πήρε μάλιστα μαζί της και τον ανήλικο Νικηφόρο και έφυγε προς τα άγρια βουνά των Τζουμέρκων. Όπως αφηγείται ο βιογράφος της Θεοδώρας, κάποιος λόγιος μοναχός ονόματι Ιώβ, ο οποίος έζησε τον 17ο αιώνα, η αγία βασίλισσα, μαζί με το παιδί της τριγυρνούσε για πέντε ολόκληρα χρόνια στα κακοτράχαλα βουνά της Πίνδου, ζώντας σε πλήρη ένδεια. Τρέφονταν με άγρια χόρτα και στεγάζονταν στις σπηλιές των βουνών. Μάλιστα ο βιογράφος της την  αποκαλεί «λαχανευομένη», από την μοναδική τροφή της άτυχης αρχόντισσας και του παιδιού της. 
       Παρ’ όλα τα βάσανά της ουδέποτε γόγγυσε κατά του Θεού και ούτε στιγμή έχασε την βαθειά της πίστη στην πρόνοιά Του. Μετά από απίστευτες περιπέτειες, πέντε χρόνων, τη βρήκε κάποιος ενάρετος κληρικός, ο οποίος την περιμάζεψε στο χωριό Πρένιστα, το σημερινό ορεινό χωριό Κορφοβούνι της Άρτας. 
        Εν τω μεταξύ έγινε γνωστή η εύρεση της βασίλισσας στον πιστό και ευλαβή λαό της Άρτας. Η χαρά των αρτινών μετατράπηκε πολύ γρήγορα σε οργή κατά του μοιχού Μιχαήλ. Εξαγριώθηκαν οι υπήκοοί του και απαιτούσαν την άμεση επιστροφή της Θεοδώρας στο παλάτι και την αποκατάσταση στο θρόνο της. Στην αρχή ο Μιχαήλ αγνοούσε τη λαϊκή κατακραυγή, αλλά όταν διαπίστωσε πως δεν ηρεμούσαν οι εξαγριωμένοι αρτινοί, αναγκάστηκε να την δεχτεί στο παλάτι, να την αποκαταστήσει στο θρόνο της και να διώξει τη μοιχαλίδα Γαγγρινή από τη βασιλική αυλή. 
       Μια νέα σελίδα ανοίχτηκε για την ευσεβή βασίλισσα. Μετά την περιπέτειά της, την οποία θεώρησε δοκιμασία από το Θεό, άρχισε ένα πρωτόγνωρο θεάρεστο και φιλάνθρωπο έργο. Κατόρθωσε επισης με την προσευχή και την επιμονή της να κάνει τον Μιχαήλ να μετανοήσει για την συζυγική του απιστία. Έκανε μαζί του άλλα τέσσερα παιδιά: τον Ιωάννη, το Δημήτριο, την Ελένη και την Άννα και έζησαν τα υπόλοιπα χρόνια τους θεοφιλώς. 
        Ο Μιχαήλ, μάλιστα, για να εξιλεωθεί για τον έκλυτο βίο του και την αμαρτία της μοιχείας κατά της Θεοδώρας, έκτισε ονομαστές Μονές και λαμπρές εκκλησίες στην Άρτα, τα οποία σώζοντα μέχρι σήμερα και προκαλούν το θαυμασμό μας. Ίδρυσε την Ιερά Μονή της Κάτω Παναγιάς, της οποίας κτήτορας φέρεται η Θεοδώρα. Την Ιερά Μονή παναγίας Βλαχερνών και την Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου στην παλιά κάτω πόλη της Άρτας. 
       Το 1270 πέθανε ο Μιχαήλ και η Θεοδώρα αποσύρθηκε στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου, όπου μόνασε για δέκα χρόνια, ως το θάνατό της το 1280, ή το 1281 και θάφτηκε στο νάρθηκα του ναού της Μονής, ο οποίος αφιερώθηκε κατόπιν σε αυτήν.  
      Οι ευσεβείς κάτοικοι της Άρτας και των γύρω περιοχών, την ανακήρυξαν αμέσως αγία, λόγω της πίστης της στο Θεό, της αγίας ζωής της και του μεγάλου φιλανθρωπικού της έργου. Η μνήμη της εορτάζεται στις 11 Μαρτίου και τιμάται ιδιαίτερα στην Άρτα, της οποίας είναι πολιούχος και προστάτης. Το τίμιο λείψανό της βρίσκεται σε μια κόγχη στα δεξιά του ναού , σε ασημένια λάρνακα. Κάθε χρόνο στην μνήμη της γίνεται λαμπρή λιτάνευση στην πόλη της Άρτας. 

https://www.nyxthimeron.com/

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΣΩΦΡΟΝΙΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ



«Αὐτός ὁ μέγιστος φωστήρας τῆς ᾽Εκκλησίας γεννήθηκε στήν τοποθεσία τῆς Φοινίκης πού καλεῖται Λιβανοστέφανος, στήν πόλη τῆς Δαμασκοῦ, ἀπό εὐσεβεῖς καί σώφρονες γονεῖς, πατέρα μέν τόν Πλινθᾶ, μητέρα δέ τή Μυρώ. Συνδυάζοντας τήν φυσική εὐφυΐα μέ τήν ἐπιμέλειά του ἀπέκτησε τήν δύναμη ὅλων τῶν ἐπιστημῶν. ᾽Ενῶ κατοικοῦσε ἀκόμη στήν Δαμασκό, ἐξασκοῦσε κάθε ἀρετή πού ἀκολουθεῖται στίς ἐρήμους ἀπό τούς ἀσκητές. ῎Επειτα πηγαίνει στήν Μονή τοῦ Μεγάλου Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου, ὅπου ἐκεῖ σχολάζοντας στήν προσευχή καί ἀφιερωμένος στόν Θεό κατοχύρωσε μέ τή μελέτη τῶν θείων Γραφῶν τήν καρδιά καί τόν νοῦ του, ὁπότε αἰχμαλώτισε κάθε νόημα στήν ὑπακοή τοῦ Χριστοῦ. ῎Επειτα ἐπειδή ἐπιθυμοῦσε νά ἀποκτήσει περισσότερη παιδεία καί φιλοσοφία, πηγαίνει στήν ᾽Αλεξάνδρεια, στήν ὁποία βρῆκε ἕναν ἀξιόλογο ἄνδρα γεμάτο ἀπό κάθε σοφία καί σύνεση. ῎Εμεινε μαζί μέ αὐτόν, κάνοντας τήν ἴδια ζωή καί ἔχοντας τήν ἴδια γνώμη, παίρνοντας αὐτά πού εἶχε ἐκεῖνος νά τοῦ δώσει ὡς μαθήματα  καί δίνοντας ὁ ἴδιος σ᾽ αὐτόν τά δικά του. ᾽Εκεῖ εὑρισκόμενος ἔπαθε ἐπίχυση τῶν ὀφθαλμῶν του (καταρράκτη) καί θεραπεύτηκε ἀπό τούς ἁγίους ᾽Αναργύρους Κύρο καί ᾽Ιωάννη, ὁπότε τοῦ ζήτησαν ὡς μισθό γιά τήν θεραπεία  νά καταγράψει τά θαύματα πού καθημερινά τελοῦνταν ἀπό αὐτούς ἐκεῖ, κάτι πού τό ἔκανε.
῎Επειτα λόγω τῆς μεγάλης του ἀρετῆς χειροτονήθηκε ἐπίσκοπος ῾Ιεροσολύμων. Κι ὅταν ἡ ῾Αγία Πόλη ῾Ιερουσαλήμ ἁλώθηκε ἀπό τούς ἀλιτήριους Πέρσες, πῆγε στήν ᾽Αλεξάνδρεια πρός τόν μέγα ᾽Ιωάννη τόν ἐλεήμονα, τόν ποιμένα  τοῦ ἀποστολικοῦ ἐκείνου θρόνου. ῞Οταν ὁ ἅγιος αὐτός ἔφυγε μακαρίως ἀπό τήν ζωή αὐτή, ὁ Σωφρόνιος, ἀφοῦ θρήνησε καί ὁ ἴδιος τήν μακαριότητά του, ἔγραψε ἐγκωμιαστικό λόγο γι᾽ αὐτόν ἐπαινώντας τόν ἄπειρο θησαυρό τῆς ἐλεημοσύνης του καί τήν ἐνάρετη ζωή του.
 Ὅταν ἐπέστρεψε πάλι πρός τήν ῾Αγία Πόλη, δέν μπορεῖ νά πεῖ κανείς μέ πόση φροντίδα καί κόπο ποίμανε τήν ᾽Εκκλησία πού τοῦ ἔλαχε. Διότι δέν ἔδωσε καθόλου ὕπνο στούς ὀφθαλμούς του οὔτε νυσταγμό στά βλέφαρά του. Κι ἡ πάλη του δέν ἦταν μόνο κατά τῶν δαιμόνων, ἀλλά καί κατά τῶν αἱρετικῶν, τούς ὁποίους μέ ἀποδείξεις ἀπό τίς ῞Αγιες Γραφές καί μέ τίς Παραδόσεις ἀπό τούς Πατέρες τούς ἀνέτρεπε καί μέ τίς διδασκαλίες του τούς ἐξαφάνιζε. Καί ἄλλα πολλά ἄξια συγγράμματα λόγου καί μνήμης ἄφησε στήν ᾽Εκκλησία, τά ὁποῖα διδάσκουν τούς πιστούς νά ζοῦν ὀρθά καί νά πολιτεύονται κατά τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, μεταξύ τῶν ὁποίων ἕνα εἶναι καί τό ὑπερθαύμαστο διήγημα τῆς ἰσάγγελης ἀνάμεσα στίς γυναῖκες Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, ἡ ὁποία ἀγωνίστηκε στήν ἔρημο ὑπέρ τήν ἀνθρώπινη φύση. ᾽Αφοῦ ἔζησε λοιπόν ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἔτσι καλῶς καί θεοφιλῶς καί δίδαξε καί ἄλλους καί χρημάτισε στόμα Χριστοῦ καί κατηύθυνε τό ποίμνιο πού τοῦ δόθηκε μέ ὅσιο τρόπο, μέσα σέ τρία χρόνια μεταστάθηκε ἐν εἰρήνῃ πρός τόν Θεό».
῾Ο ἅγιος ὑμνογράφος Θεοφάνης θέλοντας νά δώσει τό στίγμα τοῦ σημερινοῦ μεγάλου ἁγίου Σωφρονίου, ὅτι δηλαδή ἀγωνίστηκε νά τηρήσει ἐπακριβῶς τό θέλημα τοῦ Θεοῦ στήν ζωή του, αὐτό πού λέμε ῾μέχρι κεραίας᾽, ὁπότε κατά φυσικό τρόπο δοξάζεται τώρα στούς  οὐρανούς, σημειώνει στόν στίχο τοῦ συναξαρίου του: «ὁ Σωφρόνιος ἔτρεχε νά τηρήσει καί τό παραμικρό ἀπό τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, γι᾽ αὐτό καί τό τρόπαιό του εἶναι στούς οὐρανούς». Πράγματι, ἐπανειλημμένως ὁ ὑμνογράφος του τονίζει ὅτι ἡ στροφή του πρός τόν Θεό δέν ἦταν περιστασιακή οὔτε καί μερική, ἀλλά ὁλοκληρωτική, γιατί ὁ Θεός ἦταν ἡ μοναδική του ἀγάπη, ὁπότε μέσα στό φῶς ᾽Εκείνου ζοῦσε τή θεωρία Του. «Μέ ὁλοκληρωτικό τρόπο πόθησες τόν μόνο ἀγαθό Θεό, ἀφοῦ φλογίστηκες ἀπό τό νοητό φέγγος, καί ἀγάπησες τήν πηγή τῆς ἀφθαρσίας, πάνσοφε, καθώς βρισκόσουν σέ ἀνάταση πρός αὐτήν». Κι αὐτό σημαίνει ὅτι ἄν θέλουμε νά νιώσουμε τίς ὀμορφιές πού δίνει ὁ Θεός ἤδη ἀπό τήν ζωή αὐτή, θά πρέπει νά ἀποφασίσουμε ὁριστικά ὅτι ὁ Θεός συνιστᾶ τό κέντρο τῆς ζωῆς μας. ῾Ο λόγος τοῦ Θεοῦ ἤδη ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ φυσιολογία μας ὡς ἀνθρώπων ἔγκειται στήν ὁλική ἀγάπη μας πρός τόν Θεό, συνεπῶς καί στήν εἰκόνα Αὐτοῦ τόν ἄνθρωπο, γιατί γι᾽ Αὐτόν δημιουργηθήκαμε καί μόνον μέ Αὐτόν συνεπῶς βρίσκουμε τήν ἰσορροπία τῆς ζωῆς μας. Μέ τόν τρόπο αὐτό μάλιστα γινόμαστε ὅ,τι μᾶς δόθηκε διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, νά εἴμαστε δηλαδή μέλη Χριστοῦ καί κατοικητήριά Του, κάτι πού τό μᾶς τό ἐπισημαίνει καί πάλι ὁ ἅγιος Θεοφάνης μέ τήν χαριτωμένη γραφίδα του: «῎Εγινες ζωντανός καί ἔμψυχος ναός τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ νεκρώθηκες ὡς πρός ὅλα τά ἁμαρτωλά τῆς γῆς».
῾Ο ἅγιος Θεοφάνης βεβαίως ὡς ἐμπνευσμένος ὑμνογράφος δέν μπορεῖ νά μήν ἀξιοποιήσει γιά νά προβάλει τήν ἀρετή καί τό ἔργο τοῦ ἁγίου Σωφρονίου τήν εὐκαιρία πού τοῦ δίνει τό ἴδιο τό ὄνομά του. Θεωρεῖ ὅτι ἐκ Θεοῦ ὀνομάστηκε Σωφρόνιος, προκειμένου νά ἐπιβεβαιώσει τή σωφροσύνη μέ τή ζωή του, νά ὁδηγηθεῖ δι᾽ αὐτῆς καί στίς παρεμφερεῖς ἀρετές, δηλαδή τή φρόνηση, τή δικαιοσύνη καί τήν ἀνδρεία (γενικές ἀρετές πού ναί μέν εἶναι δανεισμένες ἀπό τήν Πλατωνική φιλοσοφία, ἀλλά μέ χριστιανικό πιά περιεχόμενο), νά διδάξει δι᾽ αὐτῆς τήν ὀρθή θεολογία τῆς ᾽Εκκλησίας, σέ ἐποχή μάλιστα πού οἱ αἱρετικοί μονοθελῆτες ἀμφισβητοῦσαν τήν ἀληθινή εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ὡς τελείου Θεοῦ καί τελείου ἀνθρώπου, ἀφοῦ δέν δέχονταν τήν διπλή θέλησή Του, φανερώνοντας συνεπῶς τήν ἔκπτωσή τους στόν καταδικασμένο ἀπό τήν ᾽Εκκλησία μας μονοφυσιτισμό.  Μέ ἄλλα λόγια ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἀποδείχτηκε σώφρων σέ ὅλες τίς διαστάσεις τῆς ζωῆς του καί συνεπῶς ἐνεργούμενος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, γι᾽ αὐτό καί ὁ λόγος του ἀφενός ἦταν σάν τό ρεῦμα τοῦ ποταμοῦ πού παρασύρει τίς διάφορες ἀκαθαρσίες, ἀφετέρου σάν τό μέλι πού καταγλυκαίνει τίς καρδιές τῶν πιστῶν. «Πλούσια ἐκχύθηκε ἡ χάρη τοῦ παναγίου Πνεύματος, θεόφρον, στά χείλη σου. Γι᾽ αὐτό καί τά λόγια σου εἶναι σάν τά ρεύματα τοῦ ποταμοῦ» (ωδή ς΄). Κι ἀλλοῦ: «Σάν φοίνικας στόν οἶκο τοῦ Κυρίου ἄνθησες μέ τήν εὐκαρπία τῶν λόγων σου, καταγλυκαίνοντας καί μέ τόν καθαρό βίο σου τίς καρδιές αὐτῶν πού σέ τιμοῦν μέ πίστη, ἱεράρχα» (ωδή ς΄).
Δέν θά θέλαμε μέσα στό πλῆθος τῶν ἀφορμῶν πού παρέχει ἡ ἀκολουθία τοῦ ἁγίου νά μή μνημονεύσουμε μία ὡραία ἔμπνευση τοῦ ἁγίου Θεοφάνη, πού τοῦ δίνει τό γεγονός ὅτι ὁ ἅγιος ὑπῆξε ἀρχιεπίσκοπος τῆς ἱερῆς πόλης τῶν ῾Ιεροσολύμων. Κατά τόν ὑμνογράφο ὁ ἅγιος Σωφρόνιος ἔχοντας πάντοτε ἐνώπιόν του τόν τάφο τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, συνεπῶς εὑρισκόμενος ἐνώπιον μίας διαρκοῦς προκλήσεως πόθου καί ἀγάπης του πρός Αὐτόν καί ἱεροῦ στοχασμοῦ τῆς ἀναστάσεώς Του σημειώνει ὅτι ἀπό τή θεωρία του αὐτή ἄντλησε τή θεολογία του καί τή μετέδωσε ὡς ἔλλαμψη καί στούς πιστούς. Θυμίζει ἡ διαπίστωσή του αὐτή ἐκεῖνο πού σημειώνει ἐπίσης ὁ ἅγιος ὑμνογράφος γιά τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη τόν Θεολόγο, ὅτι δηλαδή πηγή τῆς θεολογίας του ὑπῆρξε τό στῆθος τοῦ ᾽Ιησοῦ, ὅταν στόν Μυστικό Δεῖπνο ἀνέπεσε σ᾽ αὐτό. «Θεωρώντας  μέ διαρκή πόθο τήν σεπτή ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καί τόν τάφο Του πού εἶναι ζωή, ἄντλησες τίς μυστικές καί κρυφές θεωρίες τῆς ἔλλαμψης καί τίς μετέδωσες, ἱεράρχη, στούς πιστούς» (ωδή ε΄).
Μαζί μέ τόν ὑμνογράφο κραυγάζουμε καί ἐμεῖς: ἀλήθεια, «ἔλαμψεν ἐν κόσμῳ ἡ ἐν σοί σωφροσύνη, Πάτερ».

https://pgdorbas.blogspot.com/