Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Ο φθόνος είναι πάθος που δύσκολα εξαλείφεται !




Είναι προτιμότερο να έχει κανείς ένα φίδι να περιστρέφεται στα σπλάχνα του παρά να έχει φθόνο, ο οποίος να σύρεται μέσα του.
Διότι, το μεν φίδι μπορεί κανείς πολλές φορές και να το εμέση με φάρμακο και με τροφή να το καταπραΰνει.
Ο φθόνος όμως δεν περιστρέφεται στα σπλάχνα, αλλά προσκολλάται στον κόλπο της ψυχής και είναι πάθος το οποίο δύσκολα εξαλείφεται και το μεν φίδι που βρίσκεται μέσα δεν θα έκανε κακό στα ανθρώπινα σώματα αν υπήρχε τροφή πλησίον του, ο φθόνος όμως, κι αν ακόμα παραθέσει σ' αυτόν πλουσιότατη τράπεζα, την ίδια την ψυχή κατατρώγει, δαγκώνει από παντού, σπαράσσει, ξεσχίζει.
Και δεν είναι δυνατό να βρει ο φθονερός κάποια άλλη ανακούφιση με την οποία να απαλλαγεί από το δράμα του που είναι μανία πραγματική παρά μόνο μία την δυστυχία εκείνου που ευημερεί και δι' αυτό τον φθονεί.

Aγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου. 
Εις την Β' προς Κορινθίους, Λόγος ΚΖ, §3, PG 61,587
https://inpantanassis.blogspot.com/

Ένας κόκκος άμμου




Νομίζουμε ότι ξέρουμε πολλά, αλλά όσα ξέρουμε είναι πολύ λίγα. Ακόμα και εκείνοι που αγωνίζονται σε όλη τους τη ζωή να κάνουν την ανθρωπότητα να προοδεύσει, συνειδητοποιούν εν τέλει ότι η γνώση τους δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας κόκκος άμμου πλάι στη θάλασσα. Όλα μας τα επιτεύγματα είναι ανεπαρκή.

Γέροντας Θαδδαίος της Βιτόβνιτσα
https://inpantanassis.blogspot.com/

Όποιος νικάει τα πάθη νικάει τη λύπη




Για να διαφυλάξει κανείς την ψυχική του γαλήνη πρέπει να απομακρύνει από τον εαυτό του τις σκοτεινές σκέψεις. Πρέπει να φροντίζουμε να έχουμε χαρούμενη διάθεση και όχι στενάχωρη. Μόνο, αν σταματήσουμε να κατηγορούμε τούς άλλους θα αποκτήσουμε ψυχική γαλήνη.
Ό λυπημένος δεν μπορεί να ανυψώσει το νου του στον Θεό ούτε μπορεί ποτέ να κάνει καθαρή προσευχή.
Όποιος νικάει τα πάθη του αυτός νικάει και τη λύπη του, ενώ όποιος νικιέται από τα πάθη του δεν μπορεί να γλυτώσει τις χειροπέδες της λύπης. Όποιος αγαπάει τα υλικά αγαθά είναι αδύνατον να μην νιώσει τη λύπη. Αντίθετα όποιος περιφρονεί τα κοσμικά αγαθά είναι πάντα χαρούμενος. Όποιος συνεχώς προσπαθεί να γνωρίσει τον Ίδιο τον εαυτό του δεν έχει χρόνο να κατηγορεί τούς άλλους.
Κατηγόρησε πρώτα τον εαυτό σου και έτσι στη συνέχεια θα πάψεις να κατηγορείς τούς άλλους. Για να πάψεις να κατηγορείς τούς άλλους πρέπει πρώτα να προσέξεις τις σκέψεις σου και τα έργα σου. Καλό είναι να μην λαμβάνουμε σκέψεις από κανέναν άνθρωπο. Απέναντι προς όλα τα κοσμικά πρέπει να είμαστε νεκροί.
Όταν οι άνθρωποι μας επαινούν πρέπει να έχουμε ξεκάθαρη γνώμη ότι δεν αξίζουμε τον έπαινο και τα ωραία λόγια. Αντίθετα καλό είναι απέναντι σέ όλους να μειώνουμε τον εαυτό μας όπως το λέει όΆγιος Ισαάκ ό Σύρος: ''Υποτιμά τον εαυτό σου και θα νιώσεις την δόξα του Θεού μέσα σου''.
Όταν ό Άγιος Παΐσιος παρακαλούσε τον Κύριο να τον ελευθερώσει από τον θυμό του, ό Κύριος του είπε: Αν θές να νικήσεις τον θυμό σου και την οργή σου τότε μην επιθυμήσεις τίποτε κακό, μην μισήσεις κανέναν αλλά και μην υποτιμήσεις κανέναν.
Πώς θα καταλάβουμε αν ζούμε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού ή όχι; Να ορίστε πώς. Αν στενοχωριέσαι για οτιδήποτε, αυτό σημαίνει πώς δεν άφησες τον εαυτό σου ολόκληρο στο θέλημα του Θεού, παρόλο πού εξωτερικά φαίνεται ότι το έκανες.
Όποιος ζει σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, αυτός δεν στεναχωριέται για τίποτε! Όταν ο τέτοιου είδους άνθρωπος έχει κάποια ανάγκη, παρακαλάει τον Θεό. Αν δεν πάρει αυτό πού ζητάει, μένει ήσυχος, πράος σαν να το πήρε. Ή ψυχή πού αφέθηκε στο θέλημα του Θεού τίποτε δεν φοβάται. Δεν φοβάται ούτε τις απειλές, ούτε τούς ληστές και για όλα όσα του συμβαίνουν λέει:
Έτσι ήταν το θέλημα του Θεού. Ακόμη και για την αρρώστια ο ήσυχος άνθρωπος σκέφτεται πώς και αυτή η αρρώστια θα με βοηθήσει σε κάτι, μου είναι χρήσιμη για κάτι, αλλιώς δεν θα μου την έστελνε ο Θεός. Έτσι φυλάγουμε την ηρεμία, την γαλήνη και στην ψυχή και στο σώμα μας.
Ο Κύριος κάλεσε τον καθένα από μας στην ύπαρξη με ένα συγκεκριμένο στόχο και σχέδιο. Και το παραμικρό χορταράκι αυτού του πλανήτη έχει ένα είδος αποστολής εδώ στη γη. Και πόσο αληθεύει αυτό για τα ανθρώπινα όντα! Ωστόσο, εμείς διαταράσσουμε ενίοτε και εμποδίζουμε το σχέδιο του Θεού. Έχουμε την ελευθερία είτε να αποδεχτούμε το θέλημά Του είτε να το απορρίψουμε˙ ο Θεός που είναι αγάπη, δεν θέλει να άρει αυτή την ελευθερία από μας. Μας δόθηκε απόλυτη ελευθερία, αλλά εμείς, πάνω στην τρέλα μας, ποθούμε συχνά άχρηστα πράγματα.
Δεν μπορούμε να επιτύχουμε τη σωτηρία με κανέναν τρόπο πέρα από τη μεταμόρφωση του νου μας, τη μεταμόρφωσή του σε κάτι διαφορετικό από αυτό που ήταν. Ο νους μας θεώνεται από μια ιδιάζουσα ενέργεια της χάριτος του Θεού. Γίνεται απαθής και άγιος. Ένας θεωμένος νους ζει ακατάπαυστα με τη μνήμη του Θεού. Γνωρίζοντας ότι ο Θεός είναι μέσα μας κι εμείς εν Αυτώ, ο θεωμένος νους είναι ολότελα οικείος με τον Θεό. Ο Θεός είναι παντού κι εμείς είμαστε σαν ψάρια μέσα στο νερό όταν είμαστε εν Θεώ. Τη στιγμή που οι λογισμοί μας Τον εγκαταλείπουν, αφανιζόμαστε πνευματικά.
Πρέπει κανείς να κηρύττει όχι από το ορθολογιστικό του μυαλό, αλλά μέσα από την καρδιά του. Μόνο ό,τι προέρχεται από την καρδιά μπορεί να αγγίξει μια άλλη καρδιά.
Πρέπει να υποφέρουμε αρκετά στην καρδιά μας ώστε να μάθουμε τη ταπεινοφροσύνη. Ο Κύριος στέκει διαρκώς στο πλάι μας, επιτρέποντας να νιώσουμε πόνο αριστερά στο στήθος μας, έτσι ώστε να φύγει από μέσα μας όλη η δυσωδία. Κι εμείς αυτό που λέμε συνέχεια είναι, « Εκείνο και το άλλο μού είπε…Με προσέβαλε όσο δεν παίρνει…Ε, αυτό είναι ασυγχώρητο!».
Πώς είναι δυνατόν να μη συγχωρούμε, τη στιγμή που είμαστε ίδιοι με τους άλλους; Πόσες και πόσες φορές δεν έχουμε κι εμείς προσβάλλει τους πλησίον μας; Πρέπει λοιπόν να μάθουμε να διατηρούμε τη γαλήνη μας. Δεν μπορείς να μάθεις την ταπείνωση, αν δεν έχεις φτάσει να υποφέρεις πολλά στην καρδιά σου.
Οι Άγιοι Πατέρες λένε ότι αν δεν ταπεινώσουμε τον εαυτό μας, ο Κύριος δεν θα σταματήσει να μας ταπεινώνει. Θα χρησιμοποιήσει κάποιον προκειμένου να μας ταπεινώσει. Κάποιος θα προκαλέσει την οργή μας και θα το κάνει μέχρι να μάθουμε να παραμένουμε ήρεμοι και γαλήνιοι κάθε φορά που προκαλούμαστε.
Νομίζουμε ότι ξέρουμε πολλά, αλλά όσα ξέρουμε είναι πολύ λίγα. Ακόμα κι εκείνοι που αγωνίζονται σε όλη τους τη ζωή να κάνουν την ανθρωπότητα να προοδεύσει – εμβριθείς επιστήμονες και ιδιαίτερα καλλιεργημένοι άνθρωποι – συνειδητοποιούν εν τέλει ότι η γνώση τους δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από ένας κόκκος άμμου πλάι στη θάλασσα. Όλα μας τα επιτεύγματα είναι ανεπαρκή.
Η ταπείνωση είναι θεϊκή περιουσία, είναι η τελειότητα της χριστιανικής ζωής. Αποκτάται μέσα από την υπακοή. Όποιος δεν είναι υπάκουος δεν μπορεί να αποκτήσει την ταπείνωση. Υπάρχουν πολύ λίγοι σήμερα στον κόσμο, που έχουν υπακοή. Η ταπείνωσή μας είναι ανάλογη της υπακοής μας.
Η φυσική, η εξωτερική ταπείνωση αποκτιέται πιο εύκολα από την εσωτερική, την ταπείνωση του νου. Αυτή η τελευταία είναι ένα ιδιαίτερο δώρημα. Ο άγιος πατήρ μας Συμεών λέει ότι τον άνθρωπο που έχει αποκτήσει την ταπείνωση του νου, δεν μπορεί να τον βλάψει τίποτα στον κόσμο. Ένας τέτοιος άνθρωπος, οτιδήποτε κι αν συμβαίνει, είναι πάντοτε ειρηνευμένος. Αυτό είναι πραγματικά μια θεϊκή περιουσία.

Από το βιβλίο ''Γέροντας Θαδδαίος της Βιτόβνιτσα,
Πνευματικές συζητήσεις''Ορθόδοξος Κυψέλη
https://inpantanassis.blogspot.com/

Τί πρέπει νά αἰτούμεθα τόν Θεό καί τί ὄχι




«Ἐὰν τὶς ἴδῃ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἁμαρτάνοντα ἁμαρτίαν μὴ πρὸς θάνατον, αἰτήσει, καὶ δώσει αὐτῷ ζωήν, τοῖς ἁμαρτάνουσι μὴ πρὸς θάνατον. Ἔστιν ἁμαρτία πρὸς θάνατον· οὐ περὶ ἐκείνης λέγω ἵνα ἐρωτήσῃ» (Α” Ἰωάννου 5,16).
Εὐαγγελικὸ εἶναι νὰ ἐπιθυμεῖς γιὰ τὸν καθένα τὴν σωτηρία του καὶ νὰ ἐργάζεσαι γι” αὐτήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιθυμία τοῦ Χριστοῦ γιὰ καθέναν, αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι καὶ δική μας ἐπιθυμία. 
Καὶ τοῦτο σημαίνει: νὰ μὴν ἐπιθυμοῦμε γιὰ κανέναν τὴν ἁμαρτία καὶ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι ἁμαρτωλό, ἀλλὰ πάντα νὰ ἐπιθυμοῦμε τὸ ἀγαθὸ καὶ ἐκεῖνο ποὺ ὁδηγεῖ στὸν Πανάγαθο· νὰ μὴν ἐπιθυμοῦμε γιὰ κανέναν τὸ θάνατο καὶ ὅ,τι εἶναι θανατηφόρο, ἀλλὰ πάντα νὰ ἐπιθυμοῦμε τὴν ἀθανασία καὶ ὅ,τι ὁδηγεῖ στὴν ἀθανασία· νὰ μὴν ἐπιθυμοῦμε γιὰ κανέναν τὸν διάβολο καὶ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι διαβολικό, ἀλλὰ γιὰ τὸν καθέναν νὰ ἐπιθυμοῦμε τὸν Χριστὸ καὶ ὅ,τι εἶναι τοῦ Χριστοῦ.
Οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἀγαποῦν τὴν ἁμαρτία, ἐπιθυμοῦν γιὰ τὸν ἑαυτὸ τοὺς τὸν θάνατο. Ἐὰν κάποιος εἶναι ἀνεπιστρεπτὶ ἐρωτευμένος μὲ τὶς ἁμαρτίες του, αὐτὸς ἤδη θανάτωσε τὸν ἐαυτό του. Ἐὰν ἐπιθυμεῖ κάποιος τὴν ἁμαρτία γι' ἄλλον, αὐτὸς ἐπιθυμεῖ τὸν θάνατό του. Ἐπειδὴ «ἡ ἁμαρτία ἀποτελεσθεῖσα ἀποκύει θάνατον» (Ἰακ. α’, 15).
Ὑπάρχουν δύο εἴδη ἁμαρτίας: 
ἡ «ἁμαρτία μὴ πρὸς θάνατον» 
καὶ ἡ «ἁμαρτία πρὸς θάνατον». 
Ἡ «ἁμαρτία μὴ πρὸς θάνατον» εἶναι ἐκείνη ἡ ἁμαρτία γιὰ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος μετανοεῖ. Κάθε ἁμαρτία φέρνει στὴν ψυχὴ ἀπὸ ἕνα μικρὸ θάνατο· ἐνῶ μὲ τὴν μετάνοια ὁ ἄνθρωπος διώχνει τὴν ἁμαρτία ἀπὸ μέσα του, διώχνει τὸν θάνατο, ἀνασταίνει τὴν ψυχὴ του ἐκ νεκρῶν. Ἡ μετάνοια δὲν εἶναι μόνο δεύτερη βάπτιση, ἀλλὰ καὶ πρώτη ἀνάσταση. Ἀνάσταση τῆς ψυχῆς ἐκ νεκρῶν. Ἡ μετάνοια καταστρέφει τὸν τάφο τῆς ψυχῆς, ἐξαφανίζει τὸν πνευματικὸ θάνατο, εἰσάγοντας τὸν ἄνθρωπο στὴν αἰώνια ζωή. Ὁποιεσδήποτε ἁμαρτίες κι ἂν ἔχει ὁ ἄνθρωπος, ἐὰν μετανοήσει, «ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν»: «νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἢν καὶ εὑρέθη» (Λουκ. ιε’, 24.32). 
Ἔτσι, «ἁμαρτία μὴ πρὸς θάνατον» εἶναι κάθε μετανοημένη ἁμαρτία, ἀκόμα καὶ ἂν πραγματοποιήθηκε «ἑπτάκις τῆς ἡμέρας», ἐφόσον αὐτὸς ποὺ τὴν διέπραξε εἶπε «ἑπτάκις τῆς ἡμέρας» «μετανοῶ» (Λουκ. ιζ’, 3-4). 
Ἐνῶ «ἁμαρτία πρὸς θάνατον» εἶναι κάθε ἀμετανόητη ἁμαρτία, δηλαδὴ κάθε ἁμαρτία κατὰ τὴν ὁποία καὶ στὴν ὁποία παραμένει ὁ ἄνθρωπος συνειδητά, ἑκούσια καὶ ἐπίμονα. Τέτοια ἁμαρτία προκαλεῖ τὸ θάνατο τῆς ψυχῆς. Καὶ ὁ θάνατος τῆς ψυχῆς δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ὁ χωρισμὸς τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὸν Θεό, ἡ στέρηση τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν χαρισματικῶν δωρεῶν καὶ δυνάμεών Του ἀπὸ τὴν ψυχή. 
Ὁ ἅγιος Θεολόγος εὐαγγελίζεται: «Ἐὰν τὶς ἴδῃ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἁμαρτάνοντα ἁμαρτίαν μὴ πρὸς θάνατον, αἰτήσει καὶ δώσει αὐτῷ ζωήν, τοῖς ἁμαρτάνουσι μὴ πρὸς θάνατον. Ἔστιν ἁμαρτία πρὸς θάνατον· οὐ περὶ ἐκείνης λέγω ἵνα ἐρωτήςῃ».«Αἰτήσει, καὶ δώσει αὐτῷ ζωήν». 
Ἐπειδὴ ἔκανε ἁμαρτία πέθανε, νέκρωσε τὸν ἑαυτό του, σκότωσε τὸν ἑαυτό του· ἐὰν παρακαλέσει, θὰ τοῦ δοθεῖ μέσω τῆς μετανοίας ἀνάσταση ἐκ νεκρῶν, ζωή. Ἔτσι ἡ προσευχὴ καὶ ἡ μετάνοια εἶναι νικητὲς τοῦ θανάτου· ἀνασταίνουν νεκρούς. 
Γιὰ τὴν «ἁμαρτία πρὸς θάνατον» νὰ μὴν «ἐρωτήσῃ». Γιατί; Ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος μ' ὅλο του τὸ εἶναι, μ' ὅλη τὴν ψυχή, μ' ὅλη τὴ συνείδηση, μ' ὅλη τὴ θέληση εἰσέρχεται στὴν ἁμαρτία καὶ παραμένει συνειδητὰ καὶ ἑκούσια σ' αὐτήν. Δὲν θέλει νὰ τὴν ἀπαρνηθεῖ, νὰ τὴν μισήσει. 
Αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ «δεύτερος θάνατος», ἀπὸ τὸν ὁποῖο δὲν ἀνασταίνεται. Σὲ τέτοιον ἄνθρωπο ὁ Θεὸς δὲν ἐπιθυμεῖ, οὔτε θέλει νὰ τοῦ ἐπιβάλλει μὲ βία τὴν μετάνοια. Οὔτε ἐπιθυμεῖ, οὔτε θέλει, οὔτε μπορεῖ, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη, καὶ διὰ τῆς ἀγάπης «εἶναι» καὶ ζεῖ καὶ ὑπάρχει. Ὁ Θεὸς ἀπὸ ἀγάπη δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο μὲ θεόμορφη ἐλευθερία. 
Ἐὰν ἐπέβαλλε μὲ τὴ βία στὸν ἄνθρωπο τὴ θέλησή Του, τὸ Εὐαγγέλιό Του, τὴ σωτηρία Του, τὴ Βασιλεία Του, τὸν Ἑαυτό Του, τότε θὰ κατέστρεφε τὴν ἐλεύθερη βούληση τοῦ ἀνθρώπου. Κι ὁ ἄνθρωπος θὰ σταματοῦσε νὰ εἶναι ἄνθρωπος καὶ θὰ γινόταν αὐτόματο, μηχανή, ρομπότ.
Ἐνῶ ὁ Θεὸς ἐπειδὴ εἶναι ἀγάπη, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τὸ κάνει, ἐπειδὴ αὐτὸ δὲν εἶναι στὴν φύση τῆς ἀγάπης. Ἐὰν θὰ τὸ ἔκανε, θὰ σταματοῦσε νὰ εἶναι Ἀγάπη. Ἐὰν σταματοῦσε ὁ Θεὸς νὰ εἶναι ἀγάπη θὰ ἔπαυε νὰ εἶναι Θεός. 
Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ ἅγιος Μύστης συμβουλεύει ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσευχόμαστε γιὰ τὴν «ἁμαρτία πρὸς θάνατον». Καὶ μ' αὐτὸ τὸν τρόπο μᾶς ὑποδεικνύει τὰ τοῦ Θεοῦ καὶ ὡς πρὸς τί πρέπει νὰ αἰτούμεθα τὸν Θεὸ καὶ τί ὄχι.

Ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς 
Ἑρμηνεία τῶν ἐπιστολῶν τοῦ Ἁγ. Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου, ἐκδ. Ἐν πλῷ
https://inpantanassis.blogspot.com/

Αγία Θεοδώρα η Αυγούστα, η ευσεβής αυτοκράτειρα του Βυζαντίου




Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού
Την Α΄ Κυριακή των νηστειών, την Κυριακή της Ορθοδοξίας, η αγία μας Εκκλησία εορτάζει με κάθε λαμπρότητα την αναστήλωση των Ιερών Εικόνων, η οποία σήμανε τη λήξη μιας εκατονταετούς φοβερής διαμάχης στο Βυζάντιο (726-842). 
     Πρωταγωνιστικό πρόσωπο στη λήξη της εικονομαχίας υπήρξε η αγία Θεοδώρα η Αυγούστα, η οποία, ως επίτροπος του ανήλικου γιού της Μιχαήλ Γ΄, συγκάλεσε σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη, η οποία επικύρωσε τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, θέτοντας τέλος στη θεολογική διαμάχη και στους διωγμούς των ορθοδόξων από τους φανατικούς εικονομάχους. 
     Η αγία Θεοδώρα γεννήθηκε στην Παφλαγονία της Μ. Ασίας το 815. Ανήκε σε ευγενή και ευσεβή οικογένεια ορθοδόξων. Μαζί με την ευσέβειά της απέκτησε και σπουδαία μόρφωση. Η προσωπικότητά της εντυπωσίασε τον αυτοκράτορα Θεόφιλο (829-842), την οποία νυμφεύτηκε και απέκτησε μαζί της έναν γιο το Μιχαήλ και πέντε κόρες. Όμως δυστυχώς ο Θεόφιλος ήταν εικονομάχος και συνέχισε την πολιτική των προκατόχων του, με απαγορεύσεις και διώξεις των ορθοδόξων. Αντίθετα η αυτοκράτειρα Θεοδώρα παρέμεινε πιστή ορθόδοξη και τιμούσε τις Άγιες Εικόνες με τα παιδιά της κρυφά στους γυναικωνίτες του παλατιού. Μάλιστα αναφέρει η παράδοση, πως μητέρα και παιδιά αποκαλούσαν τις Ιερές Εικόνες «καλά νινιά» για να μη καταλάβει κάτι ο αυτοκράτορας. 
      Το 842 ο Θεόφιλος είχε αρρωστήσει σοβαρά από δυσεντερία. Ήταν τόσο άσχημη η ασθένειά του ώστε οι γιατροί δε μπορούσαν να προσφέρουν καμιά βοήθεια στον αυτοκράτορα. Μάλιστα εξαιτίας της αρρώστιας του είχε παραμορφωθεί το πρόσωπό του και ο λάρυγγάς του είχε βγει έξω από το στόμα του. Η ευσεβής αυτοκράτειρα προσεύχονταν κρυφά τα βράδια μπροστά στην Ιερή Εικόνα της Θεοτόκου να λυπηθεί και να βοηθήσει τον αυτοκράτορα σύζυγό της, Κάποιο βράδυ και ύστερα από θερμή προσευχή είδε ένα φοβερό όνειρο: λαμπροφορεμένους αγγέλους να χτυπάνε αλύπητα τον Θεόφιλο. Όταν έντρομη ξύπνησε άκουσε κραυγές από τον κοιτώνα του συζύγου της, ο οποίος έλεγε: «αλίμονο σε μένα τον άθλιο και δυστυχή, εξαιτίας των Αγίων Εικόνων με χτυπάνε»! Η Θεοδώρα μπήκε έντρομη στο δωμάτιο του Θεόφιλου, ξεχνώντας ότι είχε στα χέρια της την Εικόνα της Θεοτόκου. Τότε ο Θεόφιλος άρπαξε την Εικόνα, την οποία ασπάστηκε με δάκρια στα μάτια, παρακαλώντας την Μητέρα του Κυρίου να τον ελεήσει. Το θαύμα έγινε, σε λίγες ημέρες έγινε εντελώς καλά. 
       Το θαυμαστό αυτό γεγονός οδήγησε το Θεόφιλο να αλλάξει πολιτική, που όμως δεν πρόλαβε να εφαρμόσει, διότι λίγο αργότερα πέθανε. Το θρόνο του ανέλαβε ο μόλις τριών ετών γιός του Μιχαήλ, του οποίου την επιτροπεία, όπως προαναφέραμε, είχε αναλάβει η Θεοδώρα. Πρώτη της ενέργεια ήταν να αποκαταστήσει την ειρήνη στην Εκκλησία και να αναστηλώσει στους ναούς τις Ιερές Εικόνες, τις οποίες είχαν αφαιρέσει οι εικονομάχοι και είχαν ασβεστώσει τις τοιχογραφίες. Κατέβασε από τον πατριαρχικό θρόνο τον εικονομάχο Ιωάννη και ανέβασε το Μεθόδιο. Διέταξε τέλος να βγουν από τις φυλακές και να ανακληθούν από τις εξορίες όλοι οι ορθόδοξοι ομολογητές της ταραγμένης εκείνης εποχής. 
       Την Α΄ Κυριακή των Νηστειών, στις 18 Φεβρουαρίου του 842,             συγκεντρώθηκαν  στον περίλαμπρο ναό της Αγίας Σοφίας όσοι πατέρες, μοναχοί, κληρικοί είχαν γλυτώσει από τους διωγμούς των εικονομάχων, με επικεφαλής την αυτοκράτειρα και τον υιό της Μιχαήλ και πλήθος πιστών έκαμαν την επίσημη ανακοίνωση λήξης της εικονομαχίας και την αναστήλωση των Ιερών Εικόνων. Την ίδια  ημέρα με δάκρια χαράς και συγκινήσεως έγινε η πρώτη περιφορά των Ιερών Εικόνων. Σε ανάμνηση αυτής της περιφοράς, στο εξής περιφέρονται σε όλους τους ορθόδοξους ναούς οι Ιερές Εικόνες και εορτάζεται λαμπρά με ιδιαίτερο τελετουργικό το μεγάλο γεγονός ως τα σήμερα.  
      Αργότερα ο αδελφός της Βάρδας κηδεμόνας και αυτός του Μιχαήλ δημιούργησε μεγάλα προβλήματα στο παλάτι. Ανήθικος, ασεβής και ραδιούργος, όπως ήταν, παρέσυρε τον νεαρό αυτοκράτορα ανεψιό του σε πράξεις ακολασίας και ασέβειας, για τις οποίες η ευσεβής Θεοδώρα αντέδρασε έντονα. Δυστυχώς ο Μιχαήλ συντάχτηκε με το Βάρδα και εναντιώθηκε στην ευσεβή και συνετή μητέρα του. Ο Βάρδας αποφάσισε να θέσει στο περιθώριο την ενοχλητική αυτοκράτειρα. Γι’ αυτό οργάνωσε συκοφαντική εκστρατεία εναντίον της. Την κατηγόρησε για δήθεν κατάχρηση του αυτοκρατορικού ταμείου και για δήθεν απόπειρα δολοφονίας του υιού της, καταφέρνοντας να υπογράψει ο Μιχαήλ διάταγμα καθαίρεσής της από αυτοκράτειρα και τον βίαιο εγκλεισμό της στη Μονή των Γαστρίων, μαζί με τις  κόρες της. 
       Εξανάγκασε τον αδελφό της Θεοδώρας Πάτρωνα, να ντύσει μοναχές την ίδια και τις κόρες της, χωρίς να τη θέλησή τους, όπως προβλέπουν οι μοναχικοί κανόνες. Η Θεοδώρα έζησε στη Μονή, ως την κοίμησή της, διαπρέποντας στη μοναχική ζωή. Με ταπείνωση και ανεξικακία αντιμετώπισε την απομόνωσή της, την οποία θεώρησε ως δώρο Θεού για τη σωτηρία της.  
      Κοιμήθηκε γαλήνια στις 11 Φεβρουαρίου του 867. Μετά από λίγα χρόνια έγινε ανακομιδή του σεπτού της λειψάνου, το οποίο βρέθηκε άφθαρτο και να ευωδιάζει, ποιώντας πολλά θαύματα. Το σεπτό της σκήνωμα μεταφέρθηκε από τον Μέγα Φώτιο στην Κωνσταντινούπολη, όπου φυλασσόταν ως την άλωση. Το 1456 μεταφέρθηκε στην Κέρκυρα, όπου φυλάσσεται ακέραιο στον μητροπολιτικό ναό του νησιού, ως πολύτιμο κειμήλιο, αγιάζοντας τους πιστούς. Η μνήμη της τιμάται στις 11 Φεβρουαρίου. Την Κυριακή της Ορθοδοξίας γίνεται λιτανεία του στην πόλη της Κέρκυρας με κάθε μεγαλοπρέπεια.

https://www.nyxthimeron.com/

Άγιος Βλάσιος, ο ανάργυρος ιατρός και Επίσκοπος του Χριστού



Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου – Καθηγητού 
Οι άγιοι της Εκκλησίας μας είναι οι ζωντανές εικόνες του Θεού. Το «Συνοδικό» της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου επιτάσσει να τιμούνται από τους πιστούς, ως «φίλοι και θεράποντες του Χριστού». Αυτό κάνουν οι πιστοί, τους τιμούν όπως ορίζει η Εκκλησία μας. Ένας από τους τιμώμενους αγίους Της είναι και ο λαοφιλής άγιος Βλάσιος επίσκοπος Σεβάστειας.
      Γεννήθηκε στις αρχές του 4ου αιώνα στην περιοχή του Πόντου, όταν βασίλευε ο ειδωλολάτρης αυτοκράτορας Λικίνιος (308-323). Καταγόταν από ευσεβή χριστιανική  οικογένεια ευγενών. Μεγάλωσε και ανατράφηκε ως Χριστιανός. Από μικρός διέθετε αρετές με κυριότερη, την αγάπη για τους ενδεείς. Η οικονομική δυνατότητα των γονέων του επέτρεψε να σπουδάσει την ιατρική επιστήμη, για να έχει τη δυνατότητα να απαλύνει τον ανθρώπινο πόνο και να βοηθά δωρεάν τους φτωχούς ασθενείς. Οι σπουδές του στην ιατρική τον βοήθησε να μελετήσει το θαυμαστό ανθρώπινο οργανισμό και να στερεώσει έτι περισσότερο την πίστη του στο Θεό Δημιουργό! Παράλληλα με τις ιατρικές του σπουδές μελετούσε με πάθος την Αγία Γραφή και άλλα ψυχωφελή βιβλία, ώστε αναδείχτηκε σε μια σπάνια πνευματική προσωπικότητα και διακεκριμένος επιστήμων. 
       Όταν ολοκλήρωσε τις σπουδές του επέστρεψε στην πατρίδα του, όπου ασκούσε το επάγγελμα του ιατρού. Χιλιάδες άνθρωποι έτρεχαν στο Βλάσιο για να βρουν γιατρειά και στοργή. Ασκούσε το ιατρικό επάγγελμα ως διακονία στον πονεμένο άνθρωπο και όχι ως προσοδοφόρο επάγγελμα. Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε πως η ιατρική στην αρχαιότητα ασκούνταν είτε από αγύρτες ειδωλολάτρες ιερείς στα σκοταδιστικά «ασκληπιεία», όπου διαδραματίζονταν απίστευτες πρακτικές δεισιδαιμονίας και τσαρλατανισμού, είτε από στυγνούς ειδωλολάτρες επαγγελματίες ιατρούς, οι οποίοι πλούτιζαν από το επάγγελμά τους και ως εκ τούτου ήταν απρόσιτοι στους φτωχούς. Για πρώτη φορά οι Χριστιανοί γιατροί θεώρησαν την ιατρική επιστήμη διακονία και προσέφεραν τις υπηρεσίες τους δωρεάν και γι’ αυτό ονομάστηκαν Ανάργυροι. 
       Αλλά παράλληλα ο Βλάσιος κήρυττε με θέρμη και δύναμη τη χριστιανική πίστη και μετέστρεφε χιλιάδες ειδωλολάτρες στον Χριστιανισμό. Επίσης, λόγω του ανεπίληπτου βίου του, της βαθιάς του πίστεως και του σπάνιου χαρακτήρα του εκλέχτηκε, κατ’ απαίτηση του λαού, επίσκοπος Σεβάστειας της Καππαδοκίας. Η αρχιερατεία του υπήρξε ιδιαίτερα καρποφόρα και επιτυχής. Όμως κάποια στιγμή ένοιωσε την ανάγκη να αφιερωθεί στην ησυχία και την άσκηση κατέφυγε στο Άργαιο Όρος και εγκαταστάθηκε σε ένα σπήλαιο να ζήσει ως ερημίτης. Με την αδιάλειπτη προσευχή, τη νηστεία, την αγρυπνία και την άσκηση έφτασε σε μεγάλα ύψη αγιότητας. Μεγάλα πλήθη πιστών ανέβαιναν το βουνό για να επισκεφτούν το Βλάσιο και να πάρουν την ευλογία του και να παρηγορηθούν. Μάλιστα παρασκεύαζε από βότανα και ορυκτά του βουνού φάρμακα, τα οποία διέθετε δωρεάν σε όσους είχαν προβλήματα υγείας. Και δεν ήταν μόνο οι άνθρωποι που επισκέπτονταν τον Βλάσιο, αλλά και τα άγρια ζώα, τα οποία στέκονταν στην  είσοδο της σπηλιάς του, τα ευλογούσε και τότε απομακρύνονταν! 
       Το πιο αγαπημένο θέαμα των Ρωμαίων ήταν οι θηριομαχίες, όπου ρωμαλέοι θηριοδαμαστές πάλευαν στα στάδια με τα θηρία και τα θανάτωναν φρικτά κάτω από τις επευφημίες του πλήθους. Δεν λίγες οι περιπτώσεις, που τραγικό θάνατο έβρισκαν οι θηριοδαμαστές από τα δύστυχα ζώα! Αλλά κατά τους χρόνους των διωγμών οι ειδωλολάτρες χρησιμοποιούσαν τα άγρια θηρία για τη δημόσια θανάτωση των Χριστιανών. Βρισκόμαστε στην εποχή των πιο σκληρών διωγμών, όπου ο Λικίνιος συνέχιζε τους διωγμούς του Διοκλητιανού. Ο έπαρχος Αγρικόλας έστειλε κυνηγούς στο Άγραιο Όρος να συλλάβουν ζώα για την καταβρόχθιση των Χριστιανών της περιοχής.
       Έφτασαν και στη σπηλιά του Βλασίου, όπου είδαν πλήθος ανθρώπων και αγρίων ζώων ανάμεσα στο σεβάσμιο επίσκοπο. Το γεγονός ανέφεραν στον θηριώδη Αγρικόλα, ο οποίος διέταξε να συλληφθούν και να οδηγηθούν μπροστά του. Στρατιωτικό απόσπασμα τους συνέλαβαν και τους οδήγησαν για ανάκριση. Στο δρόμο πλήθος ασθενών ασπάζονταν τον άγιο και γινόταν καλά. Του έφεραν ένα μικρό παιδί, που κινδύνευε να πνιγεί από ψαροκόκαλο, που είχε σταματήσει στο λαιμό του, το οποίο θεράπευσε. Θεράπευσε επίσης και πολλά ζώα. Μάλιστα συμβούλεψε όσοι άνθρωποι ή ζώα έχουν πρόβλημα υγείας να επικαλούνται τη βοήθειά του και θα γίνονται καλά. 
      Φτάνοντας στη Σεβάστεια ο έπαρχος τον κάλεσε να θυσιάσει στα είδωλα, αλλά εκείνος του αποκρίθηκε πως οι «θεοί» του είναι κακοποιά δαιμόνια. Ο Αγρικόλας εξαγριώθηκε και τον παρέδωσε στα βασανιστήρια. Κατόπιν ύστερα από σειρά φρικτών βασανισμών και μετά την εμμονή του Βλασίου να μην αρνηθεί την πίστη του, τον οδήγησαν στον τόπο της εκτέλεσης. Καθοδόν επτά ευσεβείς γυναίκες πλησίασαν τον άγιο και του άλειφαν το σώμα με αρώματα. Οι αρχές τις συνέλαβαν και τις οδήγησαν στο μαρτύριο. Τις αποκεφάλισαν. Τον άγιο οδήγησαν στο τείχος της Σεβάστειας, όπου τον αποκεφάλισαν μαζί με δύο άλλα νεαρά παιδιά. Ήταν το έτος 316. Η ψυχή του αγίου επισκόπου πέταξε στα ουράνια, να ενωθεί με το Χριστό αιωνίως και το τίμιο σώμα του το παρέλαβαν οι πιστοί για ταφή. 
       Η μνήμη του τιμάται στις 11 Φεβρουαρίου και θεωρείται ως ένας από τους πλέον θαυματουργούς αγίους της Εκκλησίας μας.

https://www.nyxthimeron.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙΔ´ 43 - 72
43 Καὶ εὐθέως, ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος, παραγίνεται Ἰούδας ὁ Ἰσκαριὼτης, εἷς τῶν δώδεκα, καὶ μετ’ αὐτοῦ ὄχλος πολὺς μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων, ἀπεσταλμένοι παρὰ τῶν ἀρχιερέων καὶ γραμματέων καὶ τῶν πρεσβυτέρων. 44 δεδώκει δὲ ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν σύσσημον αὐτοῖς λέγων· Ὃν ἂν φιλήσω, αὐτός ἐστι· κρατήσατε αὐτὸν καὶ ἀπαγάγετε ἀσφαλῶς. 45 καὶ ἐλθὼν εὐθέως προσελθὼν αὐτῷ λέγει· Χαῖρε, ραββί, καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 46 οἱ δὲ ἐπέβαλον ἐπ’ αὐτὸν τὰς χεῖρας αὐτῶν καὶ ἐκράτησαν αὐτόν. 47 Εἷς δέ τις τῶν παρεστηκότων σπασάμενος τὴν μάχαιραν ἔπαισε τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως καὶ ἀφεῖλεν αὐτοῦ τὸ ὠτίον. 48 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Ὡς ἐπὶ λῃστὴν ἐξήλθετε μετὰ μαχαιρῶν καὶ ξύλων συλλαβεῖν με· 49 καθ’ ἡμέραν πρὸς ὑμᾶς ἤμην ἐν τῷ ἱερῷ διδάσκων, καὶ οὐκ ἐκρατήσατέ με. ἀλλ’ ἵνα πληρωθῶσιν αἱ γραφαί. 50 καὶ ἀφέντες αὐτὸν ἔφυγον πάντες. 51 Καὶ εἷς τις νεανίσκος ἠκολούθησεν αὐτῷ, περιβεβλημένος σινδόνα ἐπὶ γυμνοῦ· καὶ κρατοῦσιν αὐτόν οἱ νεανίσκοι. 52 ὁ δὲ καταλιπὼν τὴν σινδόνα γυμνὸς ἔφυγεν ἀπ’ αὐτῶν. 53 Καὶ ἀπήγαγον τὸν Ἰησοῦν πρὸς τὸν ἀρχιερέα· καὶ συνέρχονται αὐτῷ πάντες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ γραμματεῖς. 54 καὶ ὁ Πέτρος ἀπὸ μακρόθεν ἠκολούθησεν αὐτῷ ἕως ἔσω εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ ἀρχιερέως, καὶ ἦν συγκαθήμενος μετὰ τῶν ὑπηρετῶν καὶ θερμαινόμενος πρὸς τὸ φῶς. 55 Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ ὅλον τὸ συνέδριον ἐζήτουν κατὰ τοῦ Ἰησοῦ μαρτυρίαν εἰς τὸ θανατῶσαι αὐτόν, καὶ οὐχ εὕρισκον· 56 πολλοὶ γὰρ ἐψευδομαρτύρουν κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἴσαι αἱ μαρτυρίαι οὐκ ἦσαν. 57 καί τινες ἀναστάντες ἐψευδομαρτύρουν κατ’ αὐτοῦ λέγοντες 58 ὅτι Ἡμεῖς ἠκούσαμεν αὐτοῦ λέγοντος, ὅτι ἐγὼ καταλύσω τὸν ναὸν τοῦτον τὸν χειροποίητον καὶ διὰ τριῶν ἡμερῶν ἄλλον ἀχειροποίητον οἰκοδομήσω. 59 καὶ οὐδὲ οὕτως ἴση ἦν ἡ μαρτυρία αὐτῶν. 60 καὶ ἀναστὰς ὁ ἀρχιερεὺς εἰς τὸ μέσον ἐπηρώτα τὸν Ἰησοῦν λέγων· Οὐκ ἀποκρίνῃ οὐδέν; τί οὗτοί σου καταμαρτυροῦσιν; 61 ὁ δὲ ἐσιώπα καὶ οὐδέν ἀπεκρίνατο. πάλιν ὁ ἀρχιερεὺς ἐπηρώτα αὐτὸν καὶ λέγει αὐτῷ· Σὺ εἶ ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ εὐλογητοῦ; 62 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἐγώ εἰμι· καὶ ὄψεσθε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν καθήμενον τῆς δυνάμεως καὶ ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ. 63 ὁ δὲ ἀρχιερεὺς διαρρήξας τοὺς χιτῶνας αὐτοῦ λέγει· Τί ἔτι χρείαν ἔχομεν μαρτύρων; 64 ἠκούσατε πάντως τῆς βλασφημίας· τί ὑμῖν φαίνεται; οἱ δὲ πάντες κατέκριναν αὐτὸν εἶναι ἔνοχον θανάτου. 65 Καὶ ἤρξαντό τινες ἐμπτύειν αὐτῷ καὶ περικαλύπτειν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ καὶ κολαφίζειν αὐτὸν καὶ λέγειν αὐτῷ· Προφήτευσον ἡμῖν τίς ἐστιν ὁ παίσας σε. καὶ οἱ ὑπηρέται ῥαπίσμασιν αὐτὸν ἔβαλον. 66 Καὶ ὄντος τοῦ Πέτρου κάτω ἐν τῇ αὐλῇ ἔρχεται μία τῶν παιδισκῶν τοῦ ἀρχιερέως, 67 καὶ ἰδοῦσα τὸν Πέτρον θερμαινόμενον ἐμβλέψασα αὐτῷ λέγει· Καὶ σὺ μετὰ τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Ναζαρηνοῦ ἦσθα. 68 ὁ δὲ ἠρνήσατο λέγων· Οὐκ οἶδα οὐδὲ ἐπίσταμαι τί σὺ λέγεις. καὶ ἐξῆλθεν ἔξω εἰς τὸ προαύλιον, καὶ ἀλέκτωρ ἐφώνησε. 69 καὶ ἡ παιδίσκη ἰδοῦσα αὐτὸν πάλιν ἤρξατο λέγειν τοῖς παρεστηκόσιν ὅτι Οὗτος ἐξ αὐτῶν ἐστιν. 70 ὁ δὲ ἠρνεῖτο. καὶ μετὰ μικρὸν πάλιν οἱ παρεστῶτες ἔλεγον τῷ Πέτρῳ· Ἀληθῶς ἐξ αὐτῶν εἶ· καὶ γὰρ Γαλιλαῖος εἶ καὶ ἡ λαλιά σου ὁμοιάζει. 71 ὁ δὲ ἤρξατο ἀναθεματίζειν καὶ ὀμνύειν ὅτι Οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον τοῦτον ὃν λέγετε. 72 καὶ ἐκ δευτέρου ἀλέκτωρ ἐφώνησε. καὶ ἀνεμνήσθη ὁ Πέτρος τὸ ῥῆμα ὃ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι πρὶν ἀλέκτορα φωνῆσαι δὶς, ἀπαρνήσῃ με τρίς· καὶ ἐπιβαλὼν ἔκλαιε.
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙΕ´ 1 - 1
1 Καὶ εὐθέως ἐπὶ τὸ πρωῒ συμβούλιον ποιήσαντες οἱ ἀρχιερεῖς μετὰ τῶν πρεσβυτέρων καὶ γραμματέων καὶ ὅλον τὸ συνέδριον, δήσαντες τὸν Ἰησοῦν ἀπήνεγκαν καὶ παρέδωκαν τῷ Πιλάτῳ.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙΔ´ 43 - 72
43 Καὶ ἀμέσως, ἐνῷ ὁ Ἰησοῦς ὡμίλει ἀκόμη, ἦλθεν ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, ποὺ ἦτο ἕνας ἀπὸ τοὺς δώδεκα, καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸν ἦλθεν ὄχλος πολὺς μὲ μαχαίρας καὶ μὲ ρόπαλα ἀπὸ τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς καὶ τοὺς προεστούς. 44 Εἶχε δώσει δὲ αὐτός, ποὺ τὸν παρέδιδεν εἰς τοὺς ἐχθρούς του, συμφωνημένον σημεῖον εἰς αὐτοὺς λέγων· Ἐκεῖνον ποὺ θὰ φιλήσω, αὐτὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς· συλλάβετε τὸν καὶ μεταφέρατέ τον μὲ ἀσφάλειαν. 45 Καὶ ἀφοῦ ἦλθεν ἐκεῖ ὁ Ἰούδας, ἀμέσως τὸν ἐπλησίασε καὶ εἶπε· Χαῖρε, διδάσκαλε, καὶ μὲ ὑποκρισίαν τὸν ἐφίλησε θερμά. 46 Αὐτοὶ δὲ ἔβαλαν ἐπάνω του χέρι καὶ τὸν συνέλαβον. 47 Ἕνας δὲ κάποιος ἀπὸ αὐτούς, ποὺ παρέστεκαν, ἀφοῦ ἐτράβηξε τὴν μάχαιραν, ἐκτύπησε τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως καὶ τοῦ ἔκοψε τὸ αὐτί. 48 Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἔλαβε τὸν λόγον καὶ τοὺς εἶπε· Σὰν νὰ ἐπρόκειτο περὶ λῃστοῦ, ἐβγήκατε μὲ μαχαίρας καὶ μὲ ρόπαλα νὰ μὲ πιάσετε. 49 Κάθε ἡμέραν ἤμην κοντά σας καὶ ἐδίδασκον μέσα εἰς τὸ ἱερόν, καὶ δὲν μὲ ἐπιάσατε. Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ ἔγιναν διὰ νὰ πληρωθοῦν καὶ ἐπαληθεύσουν αἱ προφητικαὶ γραφαί, αἱ ὁποῖαι προλέγουν, ὅτι θὰ μὲ μετεχειρίζεσθε σὰν κακοποιόν. 50 Καὶ οἱ μαθηταὶ τὸν ἀφῆκαν καὶ ἔφυγαν ὅλοι. 51 Καὶ κάποιος νέος ἠκολούθησεν αὐτὸν γυμνὸς τυλιγμένος μίαν σινδόνα. Καὶ τὸν ἔπιασαν οἱ ἐκ τοῦ ἀποσπάσματος νεώτεροι· 52 ἐκεῖνος ὅμως ἀφῆκε τὴν σινδόνα εἰς τὰς χεῖρας των καὶ ἔφυγεν ἀπὸ αὐτοὺς γυμνός. Ἔτσι οὔτε αὐτὸς ἔμεινε μὲ τὸν Ἰησοῦν. 53 Καὶ ἔφεραν τὸν Ἰησοῦν πρὸς τὸν ἀρχιερέα καὶ ἐμαζεύθησαν διὰ νὰ συνεδριάσουν μὲ αὐτὸν ὅλοι οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ γραμματεῖς. 54 Καὶ ὁ Πέτρος ἠκολούθησεν αὐτὸν ἀπὸ μακράν, ἕως ἐμβῆκε μέσα εἰς τὴν ἐσωτερικὴν αὐλὴν τοῦ ἀρχιερέως. Καὶ ἐκάθητο μαζὶ μὲ τοὺς ὑπηρέτας καὶ ἐθερμαίνετο πλησίον εἰς τὸ φῶς, ποὺ ἔρριπτεν ἡ φωτιά, ὥστε ἐφαίνετο καλὰ εἰς ὅλους, ποὺ ἐκάθηντο ἐκεῖ. 55 Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ ὅλον τὸ συνέδριον ἐζήτουν μαρτυρίαν ἐνοχοποιητικὴν κατὰ τοῦ Ἰησοῦ διὰ νὰ τὸν θανατώσουν, καὶ δὲν εὕρισκον. 56 Δὲν εὕρισκον δὲ ἐνοχοποιητικὴν μαρτυρίαν, διότι πολλοὶ μὲν κατέθεταν ψέματα ἐναντίον του, ἀλλ’ αἱ μαρτυρίαι δὲν ἦσαν σύμφωνοι μεταξύ των. 57 Καὶ μερικοὶ ἐσηκώθησαν καὶ ἐψευδομαρτυροῦσαν ἐναντίον του καὶ ἔλεγον· 58 ὅτι ἡμεῖς τὸν ἠκούσαμεν μὲ τὰ αὐτιά μας νὰ λέγῃ· Ὅτι ἐγὼ θὰ κρημνίσω τὸν ναὸν αὐτόν, ποὺ εἶναι κτισμένος ἀπὸ χέρια ἀνθρώπινα, καὶ μέσα εἰς τρεῖς ἡμέρας θὰ οἰκοδομήσω ἄλλον ναόν, ποὺ δὲν γίνεται ἀπὸ χέρια ἀνθρώπινα. 59 Ἀλλὰ καὶ ἔτσι ποὺ κατέθεταν, δὲν ἦτο σύμφωνος ἡ μαρτυρία των. 60 Καὶ ἀφοῦ ἐσηκώθη ὁ ἀρχιερεὺς εἱς τὸ μέσον, ἠρώτησε τὸν Ἰησοῦν καὶ εἶπε· Δὲν ἀποκρίνεσαι τίποτε; Τί σὲ κατηγοροῦν αὐτοί; 61 Αὐτὸς δὲ ἐσιώπα καὶ δὲν ἀπήντησε τίποτε. Πάλιν ὁ ἀρχιερεὺς τὸν ἠρώτα καὶ εἶπεν εἰς αὐτόν· Σὺ εἶσαι ὁ Χριστός, ὁ υἱὸς ἐκείνου, ποὺ μόνος πρέπει λατρευτικῶς νὰ εὐλογῆται καὶ νὰ ἀνυμνῆται; 62 Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε· Ἐγὼ εἶμαι. Καὶ θὰ ἴδετε τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, τὸν Μεσσίαν, νὰ κάθεται εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ καὶ νὰ ἔρχεται ἐπάνω εἰς τὰ σύννεφα τοῦ οὐρανοῦ. 63 Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς μὲ ὑποκριτικὸν καὶ ἐπιδεικτικὸν ἀποτροπιασμὸν διὰ τὴν φρικτὴν βλασφημίαν ἔσχισε τὰ ρούχα του σύμφωνα μὲ τὴν συνήθειαν, ποὺ ἐπεκράτει μεταξὺ τῶν Ἰουδαίων, καὶ εἶπε· Τί μᾶς χρειάζονται πλέον μάρτυρες; 64 Ἠκούσατε καθαρά, ὥστε νὰ μὴ σᾶς μένῃ καμμία ἀμφιβολία, τὴν βλασφημίαν ποὺ ἐξεστομίσθη. Τί γνώμην ἔχετε; Αὐτοὶ δὲ ὅλοι ἀπεφάνθησαν κατ’ αὐτοῦ, ὅτι εἶναι ἔνοχος βλασφημίας, ποὺ τιμωρεῖται μὲ θάνατον. 65 Καὶ ἤρχισαν μερικοὶ νὰ τὸν φτύνουν καὶ νὰ τοῦ σκεπάζουν γύρω τὸ πρόσωπόν του διὰ νὰ μὴ βλέπῃ καὶ νὰ τὸν κολαφίζουν καὶ νὰ τοῦ λέγουν· Προφήτευσέ μας, ποῖος σὲ ἐκτύπησε. Καὶ οἱ ὑπηρέται τὸν ἐκτύπησαν μὲ ραπίσματα. 66 Καὶ ἐνῷ ὁ Πέτρος ἦτο κάτω εἰς τὴν αὐλήν, ἦλθε μία ἀπὸ τὰς ὑπηρετρίας τοῦ ἀρχιερέως. 67 Καὶ ὅταν εἶδε τὸν Πέτρον νὰ ζεσταίνεται, ἀφοῦ τὸν ἐκύτταξε προσεκτικά, εἶπε· Καὶ σὺ ἤσουν μὲ τὸν Ἰησοῦν τὸν Ναζαρηνόν. 68 Αὐτὸς ὅμως ἠρνήθη καὶ εἶπε· Δὲν ἠξεύρω, οὔτε καταλαβαίνω τί λέγεις σύ. Καὶ ἐβγῆκεν ἔξω εἰς τὸ προαύλιον, καὶ ἐλάλησεν ὁ πετεινός. 69 Καὶ ἡ ὑπηρέτρια, ὅταν τὸν ξαναεῖδεν, ἤρχισε νὰ λέγῃ εἰς αὐτοὺς ποὺ ἔστεκαν ἐκεῖ, ὅτι αὐτὸς εἶναι ἀπὸ ἐκείνους. 70 Αὐτὸς δὲ πάλιν ἠρνεῖτο. Καὶ ὕστερ’ ἀπὸ λίγο, πάλιν ἐκεῖνοι ποὺ ἔστεκαν ἐκεῖ, ἔλεγον εἰς τὸν Πέτρον· Ἀληθῶς, ἀπὸ αὐτοὺς εἶσαι, διότι εἶσαι Γαλιλαῖος καὶ ἡ προφορὰ τῆς ὁμιλίας σου ὁμοιάζει πρὸς τὴν προφορὰν τῶν κατοίκων τῆς Γαλιλαίας. 71 Αὐτὸς δὲ ἤρχισε νὰ ἐπικαλῆται κατάρας κατὰ τοῦ ἐαυτοῦ του καὶ νὰ ὁρκίζεται, ὅτι δὲν γνωρίζω τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ποὺ λέγετε. 72 Καὶ διὰ δευτέραν φορὰν ἐλάλησεν ὁ πετεινός. Καὶ ἐνεθυμήθη ὁ Πέτρος τὸν λόγον, ποὺ τοῦ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς, ὅτι προτοῦ νὰ λαλήσῃ ὁ πετεινὸς δύο φοράς, θὰ μὲ ἀπαρνηθῇς τρεῖς φοράς. Καὶ ἤρχισε νὰ κλαίῃ.
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΙΕ´ 1 - 1
1 Καὶ ἀμέσως μόλις ἔγινε πρωΐ, ἔκαναν σύσκεψιν οἱ ἀρχιερεῖς μὲ τοὺς προεστοὺς καὶ γραμματεῖς καὶ ὅλον τὸ συνέδρων περὶ τοῦ πῶς ἔπρεπε νὰ ἐνεργήσουν πλησίον τοῦ Ἐπιτρόπου τῆς Ρώμης. Καὶ μετὰ τὴν σύσκεψιν αὐτήν, ἀφοῦ ἔδεσαν τὸν Ἰησοῦν, τὸν ἔφεραν καὶ τὸν παρέδωκαν εἰς τὸν Πιλᾶτον, κατηγοροῦντες αὐτὸν ὡς ἀντάρτην καὶ ὡς σφετεριζόμενον τὸ ἀξίωμα τοῦ βασιλέως τῶν Ἰουδαίων.