Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Οι λόγοι του Σταυρού




Επτά μικρούς, μα συγκλονιστικούς λόγους είπε ο Χριστός επάνω στον Σταυρό, δίνοντας στους ανθρώπους κάθε εποχής τη δυνατότητα να κάνουν νέες αρχές στη ζωή τους, πιστεύοντας σ’ Αυτόν.
“Πάτερ, άφες αυτοίς. ου γαρ οίδασι τι ποιούσι” (Λουκ. 23,34). Ο λόγος της συγχώρεσης. Ο λόγος της αγκαλιάς στους ανθρώπους που Τον υβρίζουν, Τον βλασφημούν, που χαίρονται βλέποντάς Τον να υποφέρει. Ο λόγος της καρδιάς που νιώθει την άγνοια του καλού, που δεν κρατά κακία, που δεν κάνει επίδειξη δύναμης, διότι είναι Αγάπη και μόνο η αγάπη δίνει νόημα στην ύπαρξη.
“Αμήν λέγω σοι, σήμερον μετ’ εμού έση εν τω Παραδείσω” (Λουκ. 23, 43). Ο λόγος της αποδοχής της μετάνοιας του ευγνώμονος ληστού.  Ο ληστής ταπεινώνεται, αναγνωρίζει τις αποτυχίες και την αμαρτωλότητα, την ήττα του. Ζητά από τον Χριστό όχι αμνήστευση, αλλά να τον θυμηθεί στη βασιλεία Του.  Λαμβάνει “σήμερον” τον Παράδεισο, διότι η αγάπη του Θεού δεν περιμένει, αλλά δίδεται την ίδια στιγμή. 
“Γύναι, ίδε ο υιός σου. Είτα λέγει τω μαθητή . ιδού η μήτηρ σου” (Ιωάν. 19, 26-27). Ο τέλειος Θεός είναι και τέλειος άνθρωπος. Και δείχνει την ευγνωμοσύνη Του προς την γυναίκα που Τον έφερε στον κόσμο. Παράλληλα, μας δείχνει ότι, εκτός της συγγένειας της φύσης, υπάρχει και η συγγένεια της πίστης. Ο Ιωάννης γίνεται κατά χάριν αδελφός του Χριστού και αναλαμβάνει το έργο που δίνεται σε όλους τους χριστιανούς: να είμαστε κατά χάριν φίλοι, κατά χάριν αδέλφια με τον Χριστό και μεταξύ μας, εκ πίστεως. Όπως γίνεται στη θεία λειτουργία, όταν Τον κοινωνούμε.
“Διψώ” (Ιωάν. 19,28). Δεν είναι μόνο η εκπλήρωση του προφητικού λόγου, όπως αποτυπώνεται στον μεσσιανικό ψαλμό 21 του Δαυΐδ. Είναι και η υπόμνηση της δίψας για αγάπη, για ανθρωπιά, για συνάντηση με τον άνθρωπο που καλείται να ζητήσει την κοινωνία με τον Χριστό ως το αλλόμενον ύδωρ της παρουσίας Του που θα μας ξεδιψάσει για πάντα, δίνοντας χαρά, ελπίδα και ζωή. 
“Τετέλεσται” (Ιωάν. 19,30). Ο Χριστός ολοκλήρωσε το έργο τού να φέρει στον κόσμο τον Θεό ως υπέρβαση του μίσους, της κακίας, του θανάτου και να μας καλέσει στη χάρη της βασιλείας Του. Δέχθηκε τον θάνατο, όντας ένας από εμάς, πλην της αμαρτίας. Τώρα θα μας δώσει την ανάσταση. Κι έτσι η αποστολή Του ολοκληρώθηκε. 
“Εις χείρας σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου” (Λουκ. 23,46). Στον Θεό η ελπίδα. Στον Θεό η ζωή και ο θάνατος, η αρχή και το τέλος, στον Θεό το πέρασμα, το Πάσχα, στην οδό της Ανάστασης και της αγάπης. Σ’ Αυτόν η εμπιστοσύνη, ακόμη και στα δύσκολα.
Οι επτά αυτοί λόγοι μάς  υποδεικνύουν την νέα αρχή της συγχώρεσης για όποιον και όποια μας δυσκολεύει. Την οδό της αλλαγής από τον κακό εαυτό στον εαυτό που ταπεινώνεται, που δημιουργεί αγαπώντας. Την μετοχή μας στη ζωή της Εκκλησίας, που μας καθιστά συγγενείς εκ πίστεως.  Στην δίψα για αλήθεια και αγάπη, που μας κάνει να αντέχουμε το όξος της ζωής. Στο να μην απελπιζόμαστε, όταν ο Θεός σιωπά, αλλά να δεχόμαστε τους σταυρούς μας. Στο να έχουμε την αποστολή της αγάπης, της προσευχής, της θυσίας. Στο να επιλέγουμε το «γενηθήτω το θέλημά Σου», στο να ζούμε το αγιορείτικο «αν πεθάνεις, πριν πεθάνεις, δεν θα πεθάνεις, όταν πεθάνεις»!
Ας είναι η Μεγάλη Εβδομάδα μια νέα αρχή για όλους μας!  

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
https://www.nyxthimeron.com/

Άγιος Γρηγόριος Ε΄: Ο ιερομάρτυς και εθνομάρτυς Πατριάρχης του Γένους μας



Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού
Το πρωτόθρονο και σεβάσμιο Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει να επιδείξει μια πλειάδα Πατριαρχών, οι οποίοι κοσμούν το αγιολόγιο της Εκκλησίας μας. Ανάμεσά τους ο ηρωικός ιερομάρτυρας και εθνομάρτυρας άγιος Γρηγόριος Ε΄. Πρόκειται για μια από τις ηρωικότερες μορφές του Γένους μας, ο οποίος διέπρεψε και ως λαμπρός εκκλησιαστικός άνδρας και ως συνεπής εθνικός ηγέτης.
     Γεννήθηκε στη Δημητσάνα το 1745 από τον Ιωάννη και την Ασημίνα Αγγελόπουλου. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Γεώργιος. Το 1767 πήγε στη Σμύρνη κοντά στο θείο του Μελέτιο, όπου φοίτησε στην εκεί περίφημη Ευαγγελική Σχολή. Μετά παρακολούθησε ανώτερα μαθήματα στην Πάτμο από τον Δανιήλ Κεραμέα. Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του γύρισε στη Μονή των Στροφάδων, όπου εκάρη μοναχός, λαμβάνοντας το μοναχικό όνομα Γρηγόριος. Αργότερα τον κάλεσε ο Μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος, ο οποίος τον χειροτόνησε διάκονο και στη συνέχεια πρεσβύτερο, επιδεικνύοντας μεγάλο ιεραποστολικό ζήλο και ασκώντας τεράστιο φιλανθρωπικό έργο. Η φήμη του ως ανερχόμενη σπουδαία εκκλησιαστική προσωπικότητα δεν άργησε να φανεί. Στις 19 Αυγούστου του 1785 εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης και παρέμεινε στον πατριαρχικό θρόνο ως το Δεκέμβριο του 1798, οπότε η Υψηλή Πύλη τον καθαίρεσε και τον εξόρισε στο Άγιο Όρος, ως ανίκανον να διατηρήσει την υποταγή των χριστιανικών λαών στην τουρκική εξουσία. Κατά την παραμονή του εκεί ως ασκητής, μυήθηκε με ενθουσιασμό στην Φιλική Εταιρεία από τον φιλικό Ιωάννη Φαρμάκη στα 1818, και υποσχέθηκε να δώσει ακόμα και τη ζωή του στην υπόθεση της ελευθερίας του υποδούλου Γένους. Την ίδια χρονιά κλήθηκε και πάλι στον Οικουμενικό θρόνο, για να παραμείνει ως το μαρτυρικό του θάνατο. 
      Όλοι οι ιστορικοί της εποχής του περιγράφουν τον Γρηγόριο ως έναν ταπεινό και πράο άνθρωπο, ο οποίος όμως έκρυβε στην ψυχή του τεράστιο ψυχικό μεγαλείο, ηρωισμό και αυταπάρνηση. Και στις δύο σύντομες περιόδους της πατριαρχίας του υπέδειξε ασυνήθιστο ζήλο για την ανόρθωση της Εκκλησίας. Φρόντισε για την εκλογή αξίων και μορφωμένων ιεραρχών και για την κατάρτιση και επιμόρφωση του κλήρου. Υπήρξε αγαπητός σε όλους, ακόμη και στους Οθωμανούς, για την ακεραιότητα του χαρακτήρα του και το ήθος του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, ιδιαίτερα κατά τη δεύτερη περίοδο της πατριαρχίας του, να τον εμπιστεύεται η Υψηλή Πύλη και να μπορούν να οργανώνονται οι υπόδουλοι Χριστιανοί για την επανάσταση. Οι ιστορικοί αναφέρονται επίσης και για τη φλογισμένη καρδιά του για την πατρίδα και το υπόδουλο Γένος. Μέσα από τα γραπτά του και κύρια τις επιστολές του φαίνεται ότι ανυπομονούσε να δει την πολυπόθητη ελευθερία. Χρησιμοποίησε δε κάλλιστα την διπλωματική του ικανότητα και δεξιοτεχνία ώστε να διευκολυνθεί ο ξεσηκωμός, χωρία όμως να υπάρξουν αντίποινα και σφαγές στον άμαχο πληθυσμό, για τον οποίο ένοιωθε υπεύθυνος για τη ζωή του.
       Όταν ο Αλέξανδρος Υψηλάντης κήρυξε την επανάσταση στη Μολδοβλαχία, κλήθηκε ο Πατριάρχης από το Σουλτάνο να δώσει εξηγήσεις, ως υπεύθυνος προς την Υψηλή Πύλη για τις πράξεις των χριστιανών επαναστατών. Ο Γρηγόριος, με μια διπλωματική κίνηση, έπεισε το Σουλτάνο ότι δεν είχαν την έγκρισή του και εξέδωσε ψεύτικο αφορισμό εναντίον τους. Αυτό καθησύχασε το Σουλτάνο, έσωσε από τη γενική σφαγή χιλιάδες αμάχους χριστιανούς και έδωσε την ευκαιρία στους επαναστάτες να οργανωθούν καλλίτερα. Μάλιστα ο ίδιος ο Υψηλάντης κατάλαβε τον διπλωματικό ελιγμό του Πατριάρχη και θεώρησε τον αφορισμό ψεύτικο, αποτέλεσμα βίας της Υψηλής Πύλης. Σε μυστική επιστολή του το Δεκέμβριο του 1820 προς τον επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα, διευκρινίζει ότι ο αφορισμός ήταν εικονικός και προέτρεπε τους προεστούς να ετοιμάζονται για την επανάσταση. Σε επιστολή του επίσης προς τον Επίσκοπο Παλαιών Πατρών Γερμανό τόνιζε ότι συμφωνεί με την ίδρυση «Σχολής» στο Μοριά. Με τη λέξη «Σχολή», υπονοούσαν και οι δύο την Ελληνική Επανάσταση και μάλιστα οι Φιλικοί όρισαν ως επιστάτες της «Σχολής» τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο και τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Πολύκαρπο. 
      Αλλά δεν άργησε να διαρρεύσει στην Υψηλή Πύλη η μυστική εθνική δράση του Γρηγορίου. Κάποιοι τον συμβούλευσαν να φύγει για να σωθεί. Εκείνος αρνήθηκε ηρωικά και υποσχέθηκε να δώσει τη ζωή του για το Χριστό και την ελευθερία της πατρίδος. Ενσάρκωνε εκείνη την κρίσιμη στιγμή ολόκληρο το υπόδουλο Γένος. Στις 10 Απριλίου 1821, ανήμερα του Πάσχα, συνελήφθη και απαγχονίστηκε ως «άπιστος  της Υψηλής Πύλης και συμμέτοχος και πρωταίτιος των ταραχών». Το άψυχο σώμα του έμεινε κρεμασμένο επί τρεις ημέρες στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου. Κατόπιν αγοράστηκε από τους Εβραίους, βεβηλώθηκε, σύρθηκε στους δρόμους της Πόλης και ρίχτηκε στο Βόσπορο. Το βρήκε ο Κεφαλονίτης πλοίαρχος Μ. Σκλάβος, το οποίο μετέφερε στην Οδησσό, όπου τάφηκε με τιμές ιερομάρτυρα. Το 1871 μεταφέρθηκαν τα τίμια λείψανά του στην Ελλάδα και εναποτέθηκαν στον Μητροπολιτική ναό Αθηνών. Το 1921 ανακηρύχτηκε άγιος και η μνήμη του εορτάζεται στις 10 Απριλίου. 
       Χριστιανομάχοι και εθνομηδενιστές παραχαράσσοντας βάναυσα την ιστορία, κατασυκοφαντούν τον άγιο Ιερομάρτυρα και Εθνομάρτυρα Γρηγόριο ως ανθέλληνα και προδότη της Πατρίδος. Παραβλέπουν το συνολικό έργο του μεγάλου άνδρα και στέκονται στον δήθεν αφορισμό της Επανάστασης.  Δεν είναι σε θέση να δουν, ή το χειρότερο, δεν θέλουν να δουν, τους σωτήριους ελιγμούς του Γρηγορίου, οι οποίοι έσωσαν από τις σφαγές χιλιάδες αθώους και ωφέλησαν την Επανάσταση, διότι έδωσαν πολύτιμο χρόνο στους επαναστάτες να οργανωθούν. Φτάνουν δε στην έσχατη κατάντια να θεωρούν τη μεγάλη εκούσια θυσία του ως «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» του με τους Τούρκους! Αυτό είναι δυστυχώς ένα μικρό δείγμα της αγνωμοσύνης μας προς τους δημιουργούς της εθνικής μας υπόστασης και ελευθερίας!  

https://www.nyxthimeron.com/

"Εσταυρώθης δι' εμέ, ίνα εμοί πηγάσης την άφεσιν". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Παρασκευή




Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού
«Τη Αγία και Μεγάλη Παρασκευή τα άγια και σωτήρια και φρικτά Πάθη του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού επιτελούμεν΄ τους εμπτυσμούς, τα ραπίσματα, τα κολαφίσματα, τας ύβρεις, τους γέλωτας, την πορφυράν χλαίναν, τον κάλαμον, τον σπόγγον, το όξος, τους ήλους, την λόγχην και προ πάντων τον σταυρόν και τον θάνατον, ά δι’ ημάς κατεδέξατο΄ έτι δε και την του ευγνώμονος ληστού, του συσταυρωθέντος αυτώ, σωτήριον εν τω σταυρώ ομολογίαν». Το ιερό συναξάρι της αγίας αυτής ημέρας αναφέρει με λεπτομέρεια τι τιμούμε και προσκυνάμε αυτή την αγία ημέρα.
       Η Μεγάλη Παρασκευή είναι για μας τους χριστιανούς η πλέον φρικτή, πένθιμη και λυπητερή ημέρα, αλλά και η πιο ιερή, η πιο αγία, η πολυσέβαστη και πλέον αγαπητή και προσκυνητή ημέρα της Εκκλησίας μας. Κι αυτό διότι ο Βασιλεύς των βασιλευόντων και Κύριος των κυριευόντων, ο Ενανθρωπήσας Υιός και Λόγος του Θεού κρέμεται καρφωμένος, γυμνός, άπνους, επάνω στο ξύλο του σταυρού, ως χείριστος κακούργος. Ο Εσταυρωμένος Χριστός μας πήρε επάνω Του όλες τις αμαρτίες του κόσμου και ανέβηκε εκών στο φρικτό Γολγοθά για να εξαγοράσει, μυστήριο πως, με το τίμιο Αίμα Του τη λύτρωση του ανθρωπίνου γένους. Τέλεσε ως ιερεύς και ταυτόχρονα ως ιερείο τη μεγαλύτερη και αποτελεσματικότερη θυσία όλων των εποχών, η οποία αποτέλεσε την πραγματική καταλλαγή με το Θεό. Ο απόστολος Παύλος τονίζει πως «εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ δια του θανάτου του υιού αυτού» (Ρωμ. 5,10). Στο εξής ο αναγεννημένος «εν τω αίματι του Χριστού» (Εφ. 2,13) άνθρωπος «ουκέτι ει δούλος, αλλ' υιός' ει δε υιός, και κληρονόμος Θεού δια Χριστού» (Γαλ. 4,5). Και αυτό επειδή επάνω στο φρικτό Γολγοθά συνήφθη δια του τιμίου Αίματος του Χριστού η αιώνια διαθήκη Θεού και ανθρώπου (Εβρ. 8,15).
       Ποια καρδιά δεν λυγίζει την ημέρα αυτή μπροστά στη φρικτή και ανείπωτη θεοκτονία; Ποια μάτια δε βουρκώνουν στο αντίκρισμα του γλυκύτατου Εσταυρωμένου; Ποια ψυχή δε μαλακώνει μπροστά στα άδικα παθήματα; Ποια γόνατα δεν κλείνουν κάτω από το Σταυρό για να προσκυνήσουν τα Θεία Πάθη; Εκατομμύρια πιστοί Χριστιανοί πενθούν για τον οδυνηρό θάνατο του Χριστού μας. Κατακλύζουν τους ιερούς Ναούς με μπουκέτα άνθη στα χέρια για να τα εναποθέσουν στον ιερό Επιτάφιο. Να προσκυνήσουν τον Λυτρωτή τους, Αυτόν, ο Οποίος «εξηγόρασεν ημάς εκ της κατάρας του νόμου τω τιμίω Του αίματι». 
        Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός αφού συνελήφθη στον κήπο του Όρους των Ελαιών, ύστερα από την προδοσία του Ιούδα, σύρθηκε δέσμιος σε  μια δραματική νυκτερινή δίκη. Η μανία των αρχόντων του ισραηλιτικού λαού ήταν τέτοια που δεν μπορούσε να περιμένει για να ξημερώσει η αυριανή ημέρα. Οι ιεροί Ευαγγελιστές αναφέρουν λεπτομέρειες για την δίκη – παρωδία. Η καταδίκη ήταν ήδη προαποφασισμένη και μόνο έπρεπε να τηρηθούν κάποια νομιμοφανή προσχήματα. Τη λύση έδωκαν πληρωμένοι ψευδομάρτυρες, οι οποίοι, διαστρέφοντας τα λόγια του Χριστού στήριξαν την επιθυμητή κατηγορία: Ένοχος θανάτου! 
        Με το φως της ημέρας οδηγήθηκε στο Πραιτόριο, στην έδρα του Ρωμαίου διοικητή Πιλάτου. Η επίσημη καταδίκη έπρεπε να απαγγελθεί από τη «νόμιμη εξουσία». Επιστρατεύθηκε ο όχλος για να φωνασκεί και να απαιτεί την σταυρική Του καταδίκη. Είναι αυτός ο ίδιος ο όχλος που λίγες ημέρες πριν φώναζε «Ευλογημένος ο Ερχόμενος»! Ο διεφθαρμένος εκπρόσωπος της διεφθαρμένης ρωμαϊκής εξουσίας, ανταλλάσσει την καταδίκη του Μεγάλου Αθώου με την ελευθερία του μεγάλου κακούργου Βαραββά. Ο Κύριος υφίσταται ανείπωτες ταπεινώσεις, τέτοιες που δεν υπέστη ούτε ο χειρότερος των κακούργων θνητών. Τελικά  παρ’ όλες τις επιφυλάξεις του ο Πιλάτος παραδίδει το Χριστό «ίνα σταυρωθή» (Λουκ. 19,16). 
        Φορτωμένος το βαρύ ξύλο του σταυρού πέρασε από τους δρόμους της αγίας πόλεως για διαπόμπευση, οδηγούμενος στον τόπο του μαρτυρίου, το λόφο του Γολγοθά. Το κουρασμένο, πληγωμένο και εξασθενισμένο άγιο σαρκίο Του δεν αντέχει το βάρος του ξύλου και πέφτει καταμεσής στο δρόμο. Αγγαρεύεται ο διερχόμενος Σίμων ο Κυρηναίος, ο οποίος τελικά ανεβάζει το φονικό όργανο στον τόπο της εκτελέσεως. Σκουριασμένα χοντρά καρφιά μπήγονται στα χέρια και τα πόδια Του. Το τίμιο Αίμα Του χύνεται άφθονο και βάφει τα άνομα χέρια των δημίων Του. Ως άνθρωπος πονά και υποφέρει, μα υπομένει το φοβερό μαρτύριο, το οποίο τον οδηγεί αργά και βασανιστικά στο θάνατο. Εκατέρωθέν Του σταυρώνονται δύο αδίστακτοι ληστές, από τους οποίους ο ένας μετανοεί και σώζεται (Λουκ. 23,40). Είναι ο πρώτος άνθρωπος, που εισέρχεται στον άρτι ανοιχθέντα από τον Εσταυρωμένο Παράδεισο! 
      Μέσα στους αφόρητους πόνους και το χειρότερο κάτω από το αίσθημα της άδικης καταδίκης Του, όχι μόνο δεν οργίζεται και δεν καταριέται τους άνομους δημίους Του, αλλά παρακαλεί τον Ουράνιο Πατέρα να τους συγχωρήσει, διότι «Ουκ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ.23,34). «Ήν δε ωσεί ώρα έκτη» (Λουκ. 23,44), ο Κύριος φθάνοντας στα έσχατα της ανθρώπινης αντοχής, «κράξας φωνή μεγάλη αφήκε το πνεύμα» (Ματθ. 27,50). Αμέσως συνέβησαν θαυμαστά και πρωτόγνωρα φαινόμενα: «σκότος εγένετο εφ’ όλην την γην έως ώρας ενάτης, του ηλίου εκλείποντος» (Λουκ. 23,44), «το καταπέτασμα του ναού εσχίσθη εις δύο από άνωθεν έως κάτω, και η γη εσείσθη και αι πέτραι εσχίσθησαν, και τα μνημεία ανεώχθησαν και πολλά σώματα των κεκοιμημένων αγίων ηγέρθη, και εξήλθον εις την αγίαν πόλιν και ενεφανίσθησαν πολλοίς» (Ματθ. 27,51-52). Αν οι σκληρόκαρδοι Ιουδαίοι έμειναν απαθείς μπροστά στην φρικτή θεοκτονία, η άψυχη φύση συγκλονίστηκε συθέμελα, διαμαρτυρόμενη για τη μεγαλύτερη κακουργηματική πράξη όλων των εποχών, για το άδικο πάθος και τον αναίτιο θάνατο του Θεού! Αιώνιοι φυσικοί νόμοι διαταράχτηκαν, ο κόσμος έφτασε στο χείλος της καταρρεύσεως. Ο εθνικός Αρεοπαγίτης Διονύσιος, από την Αίγυπτο, αναφώνησε δραματικά πως «ή θεός τις πάσχει, ή το παν απόλυται». 
       Ο επί κεφαλής του εκτελεστικού αποσπάσματος «εκατόνταρχος και οι μετ’ αυτού τηρτούντες τον Ιησούν, ιδόντες τον σεισμόν και τα γινόμενα εφοβήθησαν σφόδρα λέγοντες΄ αληθώς Θεού υιός ην ούτος» (Ματθ. 27,54). Το ίδιο «και πάντες οι συμπαραγενόμενοι όχλοι επί την θεωρίαν ταύτην, θεωρούντες τα γενόμενα, τύπτοντες εαυτών τα στήθη υπέστρεφον» (Λουκ. 23,48). Αντίθετα οι αρχιερείς και οι Φαρισαίοι, όχι μόνο δεν συγκινήθηκαν από τα συγκλονιστικά γεγονότα, αλλά πήγαν στον Πιλάτο ζητώντας του: «κέλευσον ασφαλισθήναι τον τάφον εως τρίτης  ημέρας, μήποτε ελθόντες οι μαθηταί αυτού νυκτός κλέψωσιν αυτόν και είπωσι τω λαώ, ηγέρθη από των νεκρών΄ και έσται η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης» (Ματθ. 27,64). 
         Η Μεγάλη Παρασκευή είναι, όπως προαναφέραμε, ημέρα θλίψεως και συντριβής για μας του πιστούς. Όμως για τη θεολογία της Εκκλησίας μας η Μεγάλη Παρασκευή είναι ήδη Πάσχα. Η ψυχή του Κυρίου, ως ψυχή αληθινού ανθρώπου έπρεπε να ακολουθήσει την προδιαγεγραμμένη πορεία της, να κατέβει στον παμφάγο Άδη, στον τόπο κατοικίας όλων των ψυχών, όλων των εποχών. Όμως η ψυχή του Κυρίου, ως αναπόσπαστο μέρος της θεανδρικής υποστάσεως του Θεού Λόγου, δεν ήταν δυνατόν να κρατηθεί στον τόπο της βασάνου, δεν ήταν δυνατόν η ψυχή της πηγής της ζωής, να γίνει βορρά του θανάτου και να παραμείνει δέσμια του Άδη. Σύμφωνα με την πατερική διδασκαλία της Εκκλησίας μας η ψυχή του Κυρίου λειτούργησε ως δόλωμα στον Άδη. Ως παμφάγος κατάπιε το δόλωμα αυτό και πιάστηκε και αιχμαλωτίσθηκε από αυτό και νικήθηκε! 
         Το Θείο Πάθος έχει και μια άλλη σημαντική παράμετρο για μας τους ορθοδόξους πιστούς. Χωρίς αγώνα και παθήματα, είναι αδύνατο να υπάρξει νίκη και θρίαμβος. Χωρίς θυσία είναι αδύνατον να υπάρξει λύτρωση. Χωρίς σταυρό δεν  μπορεί να υπάρξει ανάσταση. Το Θείο Πάθος δείχνει και σε μας την ανάγκη να ακολουθήσουμε πρόθυμα το δικό μας δρόμο του μαρτυρίου, να ανεβούμε στο δικό μας σταυρό, που είναι η σταύρωση και ο θάνατος του παλαιού πτωτικού εαυτού μας, προκειμένου να έχουμε την μακάρια ελπίδα και της δικής μας αναστάσεως. Σύμφωνα με την προτροπή του ιερού υμνογράφου! «Μη ως Ιουδαίοι εορτάσωμεν, και γαρ το Πάσχα ημών, υπέρ ημών ετύθη Χριστός ο Θεός. Αλλ’ εκκαθάρωμεν εαυτούς, από παντός μολυσμού, και ειλικρινώς δεηθώμεν αυτώ, Ανάστα Κύριε, σώσον ημάς ως φιλάνθρωπος»! 

https://www.nyxthimeron.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΚΖ´ 1 - 38
1 Πρωΐας δὲ γενομένης συμβούλιον ἔλαβον πάντες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ κατὰ τοῦ Ἰησοῦ ὥστε θανατῶσαι αὐτόν· 2 καὶ δήσαντες αὐτὸν ἀπήγαγον καὶ παρέδωκαν αὐτὸν Ποντίῳ Πιλάτῳ τῷ ἡγεμόνι. 3 Τότε ἰδὼν Ἰούδας ὁ παραδιδοὺς αὐτὸν ὅτι κατεκρίθη, μεταμεληθεὶς ἀπέστρεψε τὰ τριάκοντα ἀργύρια τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ πρεσβυτέροις 4 λέγων· Ἥμαρτον παραδοὺς αἷμα ἀθῷον. οἱ δὲ εἶπον· Τί πρὸς ἡμᾶς; σὺ ὄψει. 5 καὶ ῥίψας τὰ ἀργύρια ἐν τῷ ναῷ ἀνεχώρησε, καὶ ἀπελθὼν ἀπήγξατο. 6 οἱ δὲ ἀρχιερεῖς λαβόντες τὰ ἀργύρια εἶπον· Οὐκ ἔξεστι βαλεῖν αὐτὰ εἰς τὸν κορβανᾶν, ἐπεὶ τιμὴ αἵματός ἐστι. 7 συμβούλιον δὲ λαβόντες ἠγόρασαν ἐξ αὐτῶν τὸν ἀγρὸν τοῦ κεραμέως εἰς ταφὴν τοῖς ξένοις· 8 διὸ ἐκλήθη ὁ ἀγρὸς ἐκεῖνος ἀγρὸς αἵματος ἕως τῆς σήμερον. 9 τότε ἐπληρώθη τὸ ῥηθὲν διὰ Ἰερεμίου τοῦ προφήτου λέγοντος· καὶ ἔλαβον τὰ τριάκοντα ἀργύρια, τὴν τιμὴν τοῦ τετιμημένου ὃν ἐτιμήσαντο ἀπὸ υἱῶν Ἰσραήλ, 10 καὶ ἔδωκαν αὐτὰ εἰς τὸν ἀγρὸν τοῦ κεραμέως, καθὰ συνέταξέ μοι Κύριος. 11 Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἔστη ἔμπροσθεν τοῦ ἡγεμόνος· καὶ ἐπηρώτησεν αὐτὸν ὁ ἡγεμὼν λέγων· Σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; ὁ δὲ ἔφη αὐτῷ· Σὺ λέγεις. 12 καὶ ἐν τῷ κατηγορεῖσθαι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀρχιερέων καὶ τῶν πρεσβυτέρων οὐδὲν ἀπεκρίνατο. 13 τότε λέγει αὐτῷ ὁ Πιλᾶτος· Οὐκ ἀκούεις πόσα σου καταμαρτυροῦσι; 14 καὶ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτῷ πρὸς οὐδὲ ἓν ῥῆμα, ὥστε θαυμάζειν τὸν ἡγεμόνα λίαν. 15 Κατὰ δὲ τὴν ἑορτὴν εἰώθει ὁ ἡγεμὼν ἀπολύειν ἕνα τῷ ὄχλῳ δέσμιον ὃν ἤθελον. 16 εἶχον δὲ τότε δέσμιον ἐπίσημον λεγόμενον Βαραββᾶν. 17 συνηγμένων οὖν αὐτῶν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· Τίνα θέλετε ἀπολύσω ὑμῖν, Βαραββᾶν ἢ Ἰησοῦν τὸν λεγόμενον Χριστόν; 18 ᾔδει γὰρ ὅτι διὰ φθόνον παρέδωκαν αὐτόν. 19 Καθημένου δὲ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ βήματος ἀπέστειλε πρὸς αὐτὸν ἡ γυνὴ αὐτοῦ λέγουσα· Μηδὲν σοὶ καὶ τῷ δικαίῳ ἐκείνῳ· πολλὰ γὰρ ἔπαθον σήμερον κατ’ ὄναρ δι’ αὐτόν. 20 Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι ἔπεισαν τοὺς ὄχλους ἵνα αἰτήσωνται τὸν Βαραββᾶν, τὸν δὲ Ἰησοῦν ἀπολέσωσιν. 21 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἡγεμὼν εἶπεν αὐτοῖς· Τίνα θέλετε ἀπὸ τῶν δύο ἀπολύσω ὑμῖν; οἱ δὲ εἶπον· Βαραββᾶν. 22 λέγει αὐτοῖς ὁ Πιλᾶτος· Τί οὖν ποιήσω Ἰησοῦν τὸν λεγόμενον Χριστόν; λέγουσιν αὐτῷ πάντες· Σταυρωθήτω. 23 ὁ δὲ ἡγεμὼν ἔφη· Τί γὰρ κακὸν ἐποίησεν; οἱ δὲ περισσῶς ἔκραζον λέγοντες· Σταυρωθήτω. 24 ἰδὼν δὲ ὁ Πιλᾶτος ὅτι οὐδὲν ὠφελεῖ, ἀλλὰ μᾶλλον θόρυβος γίνεται, λαβὼν ὕδωρ ἀπενίψατο τὰς χεῖρας ἀπέναντι τοῦ ὄχλου, λέγων· Ἀθῷός εἰμι ἀπὸ τοῦ αἵματος τοῦ δικαίου τούτου· ὑμεῖς ὄψεσθε. 25 καὶ ἀποκριθεὶς πᾶς ὁ λαὸς εἶπε· Τὸ αἷμα αὐτοῦ ἐφ’ ἡμᾶς καὶ ἐπὶ τὰ τέκνα ἡμῶν. 26 τότε ἀπέλυσεν αὐτοῖς τὸν Βαραββᾶν, τὸν δὲ Ἰησοῦν φραγελλώσας παρέδωκεν ἵνα σταυρωθῇ. 27 Τότε οἱ στρατιῶται τοῦ ἡγεμόνος παραλαβόντες τὸν Ἰησοῦν εἰς τὸ πραιτώριον συνήγαγον ἐπ’ αὐτὸν ὅλην τὴν σπεῖραν· 28 καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν περιέθηκαν αὐτῷ χλαμύδα κοκκίνην, 29 καὶ πλέξαντες στέφανον ἐξ ἀκανθῶν ἐπέθηκαν ἐπὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ κάλαμον ἐπὶ τὴν δεξιὰν αὐτοῦ, καὶ γονυπετήσαντες ἔμπροσθεν αὐτοῦ ἐνέπαιζον αὐτῷ λέγοντες· Χαῖρε, ὁ βασιλεῦς τῶν Ἰουδαίων· 30 καὶ ἐμπτύσαντες εἰς αὐτὸν ἔλαβον τὸν κάλαμον καὶ ἔτυπτον εἰς τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ. 31 καὶ ὅτε ἐνέπαιξαν αὐτῷ, ἐξέδυσαν αὐτὸν τὴν χλαμύδα καὶ ἐνέδυσαν αὐτὸν τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, καὶ ἀπήγαγον αὐτὸν εἰς τὸ σταυρῶσαι. 32 Ἐξερχόμενοι δὲ εὗρον ἄνθρωπον Κυρηναῖον ὀνόματι Σίμωνα· τοῦτον ἠγγάρευσαν ἵνα ἄρῃ τὸν σταυρὸν αὐτοῦ. 33 Καὶ ἐλθόντες εἰς τόπον λεγόμενον Γολγοθᾶ, ὅ ἐστι λεγόμενος κρανίου τόπος, 34 ἔδωκαν αὐτῷ πιεῖν ὄξος μετὰ χολῆς μεμιγμένον· καὶ γευσάμενος οὐκ ἤθελε πιεῖν. 35 σταυρώσαντες δὲ αὐτὸν διεμερίσαντο τὰ ἱμάτια αὐτοῦ βάλοντες κλῆρον, 36 καὶ καθήμενοι ἐτήρουν αὐτὸν ἐκεῖ. 37 καὶ ἐπέθηκαν ἐπάνω τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ τὴν αἰτίαν αὐτοῦ γεγραμμένην· Οὗτός ἐστιν Ἰησοῦς ὁ βασιλεῦς τῶν Ἰουδαίων. 38 Τότε σταυροῦνται σὺν αὐτῷ δύο λῃσταί, εἷς ἐκ δεξιῶν καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΚΖ´ 1 - 38
1 Όταν δὲ ἔγινε πρωΐ, ἔκαμαν σύσκεψιν ὅλοι οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τοῦ λαοῦ κατὰ τοῦ Ἰησοῦ, διὰ νὰ ἐπιτύχουν τὴν ἐκτέλεσιν τῆς θανατικῆς ποινῆς του. 2 Καὶ ἀφοῦ τὸν ἔδεσαν, τὸν ἐπῆραν ἀπ’ ἐκεῖ καὶ τὸν παρέδωκαν εἰς τὸν Πόντιον Πιλᾶτον τὸν ἡγεμόνα. 3 Τότε σὰν εἶδεν ὁ Ἰούδας, ποὺ τὸν παρέδωκε μὲ προδοσίαν εἰς τοὺς Ἰουδαίους, ὅτι ὁ Ἰησοῦς κατεδικάσθη, μετεμελήθη καὶ ἐπέστρεψε τὰ τριάκοντα ἀργυρὰ νομίσματα εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ τοὺς πρεσβυτέρους 4 καὶ εἶπεν· Ἡμάρτησα παραδώσας αἷμα ἀθῷον διὰ νὰ χυθῇ.Αὐτοὶ δὲ εἶπαν· Τί μᾶς ἐνδιαφέρει αὐτό; Σὺ θὰ φροντίσῃς νὰ ἀπαλλαγῇς ἀπὸ τὴν εὐθύνην καὶ σὺ θὰ δώσῃς λόγον δι’ αὐτό. 5 Καὶ ἀφοῦ ἔρριψε τὰ ἀργυρᾶ νομίσματα εἰς τὸν περίβολον τοῦ ναοῦ, ἀνεχώρησε καὶ ἐπῆγε καὶ ἐπνίγη μὲ σχοινίον. 6 Οἱ δὲ ἀρχιερεῖς, ἀφοῦ ἐπῆραν τὰ ἀργυρᾶ νομίσματα, εἶπαν· Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὰ ρίψωμεν εἰς τὸ θησαυροφυλάκιον τοῦ ναοῦ ὡς ἱερὸν ἀφιέρωμα, διότι μὲ αὐτὰ ἠγοράσθη ζωὴ ἀνθρώπου καὶ ἐδόθησαν ὡς ἀμοιβὴ διὰ τὸ ἀνθρώπινον αἷμα, ποὺ μετ’ ὀλίγον θὰ χυθῇ. 7 Ἀφοῦ δὲ ἔκαμαν σύσκεψιν, ἠγόρασαν μὲ αὐτὰ τὸν ἀγρὸν τοῦ κεραμιδᾶ, διὰ νὰ εἶναι τόπος ταφῆς τῶν ξένων Ἰουδαίων, ποὺ ὡς ταξιδιῶται καὶ προσκυνηταὶ ἤρχοντο εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα. 8 Δι’ αὐτὸ ὠνομάσθη ὁ ἀγρὸς ἐκεῖνος ἀγρὸς αἵματος μέχρι τῆς σήμερον. 9 Τότε ἐπαλήθευσεν ἐκεῖνο, ποὺ ἐλέχθη διὰ τοῦ Ἱερεμίου τοῦ προφήτου: Καὶ ἔλαβαν τὰ τριάκοντα ἀργυρᾶ νομίσματα, τὸ ἀντίτιμον τοῦ ἀνεκτιμήτου Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ τίμημα καὶ τὸ ποσὸν τῆς πληρωμῆς διὰ τὸν φόνον του ἐκανόνισαν μερικοὶ ἀπὸ τοὺς υἱοὺς Ἰσραήλ. 10 Καὶ τὰ ἔδωκαν διὰ τὸν ἀγρὸν τοῦ κεραμίδα, καθὼς μὲ διέταξεν ὁ Κύριος. 11 Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐστάθη ἐμπρὸς εἰς τὸν ἡγεμόνα.Καὶ τὸν ἠρώτησεν ὁ ἡγεμὼν καὶ εἶπε· Σὺ εἶσαι ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε· Σύ, χωρὶς νὰ ἐννοῇς καὶ τὸν πνευματικὸν χαρακτῆρα τῆς βασιλείας μου, λέγεις, ὅτι εἶμαι βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων. 12 Καὶ ὅταν τὸν κατηγοροῦν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι, δὲν ἔδωκε καμμίαν ἀπόκρισιν. 13 Τότε λέγει εἰς αὐτὸν ὁ Πιλᾶτος· Δὲν ἀκούεις, πόσα μαρτυροῦν ἐναντίον σου; 14 Καὶ δὲν ἀπεκρίθη εἰς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς οὔτε εἰς ἕνα λόγον του, ὥστε νὰ θαυμάζῃ ὁ ἡγεμὼν πάρα πολὺ διὰ τὴν γαλήνην καὶ ἀταραξίαν, τὴν ὁποίαν ἐδείκνυεν εἰς στιγμάς, ποὺ τόσον ἀσυνείδητα ἐσυκοφαντεῖτο καὶ τόσον πολὺ ἐκινδύνευεν αὐτὴ ἡ ζωή του. 15 Κάθε ἑορτὴν δὲ τοῦ Πάσχα συνήθιζεν ὁ ἡγεμὼν νὰ ἀφίνῃ ἐλεύθερον πρὸς χάριν τοῦ ὄχλου ἕνα φυλακισμένον, ὅποιον ἤθελεν ὁ λαός. 16 Εἶχαν δὲ τότε κάποιον φυλακισμένον ξακουστὸν διὰ τὰ ἐγκλήματά του, ποὺ ὠνομάζετο Βαραββᾶς. 17 Ἐνῷ λοιπὸν αὐτοὶ ἦσαν συναγμένοι, τοὺς εἶπεν ὁ Πιλᾶτος· Ποῖον θέλετε νὰ σᾶς ἐλευθερώσω; τὸν Βαραββᾶν ἢ τὸν Ἰησοῦν ποὺ λέγεται Χριστός; Καὶ προσεπάθει ἔτσι ὁ Πιλᾶτος, ἔστω καὶ μὲ τὸν τρόπον αὐτόν, νὰ σώσῃ τὸν Ἰησοῦν. 18 Διότι ἐγνώριζεν, ὅτι ἕνεκα φθόνου τὸν παρέδωκαν. 19 Ἐνῷ δὲ ἐκάθητο ἐπὶ τῆς δικαστικῆς του ἕδρας, ἔστειλε πρὸς αὐτὸν ἡ γυναῖκα του καὶ τοῦ εἶπε· Μὴ ἀναλάβῃς εὐθύνας διὰ τὸν δίκαιον αὐτὸν καὶ μὴ ἔχῃς τίποτε μὲ τὸν ἀθῷον αὐτόν.Διότι πολλὰς ἀνησυχίας καὶ φόβους ἔπαθα σήμερον εἰς τὸ ὄνειρόν μου ἕνεκα αὐτοῦ. 20 Οἱ ἀρχιερεῖς ὅμως καὶ οἱ προεστῶτες ἔπεισαν ἐν τῷ μεταξὺ τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ νὰ ζητήσουν τὸν Βαραββᾶν, τὸν δὲ Ἰησοῦν νὰ θανατώσουν. 21 Λαβὼν δὲ τὸν λόγον ὁ ἡγεμὼν εἶπεν εἰς αὐτούς· Ποῖον ἀπὸ τοὺς δύο θέλετε νὰ σᾶς ἀφήσω ἐλεύθερον; Αὐτοὶ δὲ εἶπαν· Τὸν Βαραββάν. 22 Λέγει εἰς αὐτοὺς ὁ Πιλᾶτος· Τί λοιπὸν νὰ κάμω τὸν Ἰησοῦν, ποὺ λέγεται Χριστός; Λέγουν εἰς αὐτὸν ὅλοι· Νὰ σταυρωθῇ. 23 Ὁ ἡγεμὼν ὅμως εἶπεν· Ἀλλὰ διατί; Ποῖον κακὸν ἔπραξεν; Αὐτοὶ δὲ περισσότερον ἐκραύγαζον καὶ ἔλεγον· Νὰ σταυρωθῇ. 24 Σὰν εἶδε λοιπὸν ὁ Πιλᾶτος, ὅτι καμμίαν ὠφέλειαν δὲν ἔφεραν, ἀλλ’ ὁ θόρυβος ἐγίνετο μεγαλύτερος, ἐπῆρε νερὸ καὶ ἔνιψε καλὰ τὰ χέρια του ἐμπρὸς εἰς τὸ πλῆθος καὶ εἶπεν· Εἶμαι ἀθῷος ἀπὸ τὸ αἷμα αὐτοῦ τοῦ δικαίου ἀνθρώπου.Εἰς σᾶς θὰ πέσῃ ἡ εὐθύνῃ καὶ σεῖς θὰ φροντίσετε νὰ ἀπαλλαγῆτε ἀπὸ τὴν ἐνοχὴν διὰ τὸ ἄδικον αὐτό. 25 Καὶ ἀπεκρίθη ὅλος ὁ λαὸς καὶ εἶπεν· Ἡ ἐνοχὴ καὶ ἡ εὐθύνη διὰ τὸ χύσιμον τοῦ αἵματός του ἂς ἔλθῃ ἐπάνω μας καὶ ἐπᾶνω εἰς τὰ παιδιά μας. 26 Τότε τοὺς ἀφῆκεν ἐλεύθερον τὸν Βαραββᾶν, τὸν δὲ Ἰησοῦν, ἀφοῦ διέταξε καὶ τὸν ἐμαστίγωσαν, τὸν παρέδωκε διὰ νὰ σταυρωθῇ. 27 Τότε οἱ στρατιῶται τοῦ ἡγεμόνος, ἀφοῦ παρέλαβον τὸν Ἰησοῦν καὶ τὸν ὡδήγησαν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν αὐλὴν τοῦ παλατιοῦ, ποὺ ἔμενεν ὁ ἐπιτρόπος τῆς Ρώμης, ἐμάζευσαν τριγύρω του ὅλην τὴν φρουράν. 28 Καὶ ἀφοῦ τὸν ἔγδυσαν, ἐπειδὴ ἤθελαν νὰ διακωμῳδήσουν τὰς βασιλικάς του ἀξιώσεις, τὸν ἔνδυσαν μὲ κόκκινον μανδύαν. 29 Καὶ ἀφοῦ ἔπλεξαν στέφανον ἀπὸ ἀγκάθια, ἔβαλαν αὐτὸν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του ἀντὶ στέμματος καὶ τοῦ ἔδωκαν ἀντὶ σκήπτρου βασιλικοῦ κάλαμον εἰς τὴν δεξιάν του καὶ ἀφοῦ ἐγονάτισαν ἐμπρός του, τὸν ἐνέπαιζον καὶ ἔλεγον· Χαῖρε, ὦ βασιλεῦ τῶν Ἰουδαίων. 30 Καὶ ἀφοῦ τὸν ἔπτυσαν, τὸν κάλαμον καὶ ἐκτυποῦσαν εἰς τὴν κεφαλήν του. 31 Καὶ ὅταν τὸν ἐνέπαιξαν, τοῦ ἔβγαλαν τὸν μανδύαν καὶ τὸν ἐνέδυσαν τὰ φορέματά του καὶ τὸν ἐπῆγαν διὰ νὰ τὸν σταυρώσουν. 32 Ὅταν δὲ ἔβγαιναν ἀπὸ τὴν πόλιν, ηὗραν ἄνθρωπον, ἀπὸ τὴν Κυρήνην καταγόμενον, ποὺ ὠνομάζετο Σίμων.Αὐτὸν ἠγγάρευσαν διὰ νὰ σηκώσῃ τὸν σταυρόν του, ἐπειδὴ ὁ Ἰησοῦς δὲν ἀντεῖχε πλέον νὰ τὸν βαστάζῃ μέχρι τέλους. 33 Καὶ ἀφοῦ ἦλθαν εἰς τόπον, ποὺ ἐλέγετο Γολγοθᾶ, ὅνομα τὸ ὁποῖον μεταφραζόμενον σημαίνει τόπος κρανίου 34 τοῦ ἔδωκαν νὰ πίῃ ξίδι ἀναμεμιγμένον μὲ χολήν, διὰ νὰ τοῦ φέρῃ κάποιαν νάρκωσιν καὶ μὴ αἱσθανθῇ πολὺ τοὺς πόνους τῆς σταυρώσεως καὶ δυσκολευθοῦν οἱ σταυρωταὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσίν της.Καὶ ἀφοῦ τὸ ἐδοκίμασε, δὲν ἤθελε νὰ τὸ πίῃ. 35 Ὅταν δὲ τὸν ἐσταύρωσαν, διεμοίρασαν τὰ ἐνδύματά του ρίψαντες λαχνόν, 36 καὶ ἐκάθηντο καὶ τὸν ἐφύλατταν ἐκεῖ. 37 Καὶ ἐτοποθέτησαν ἐπάνω ἀπὸ τὴν κεφαλήν του τὴν κατηγορίαν τοῦ γραμμένην· Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἰησοῦς ὁ βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων. 38 Τότε σταυρώνονται μαζί του δύο λῃσταί, ὁ ἕνας ἀπὸ τὰ δεξιὰ καὶ ὁ ἄλλος ἀπὸ τὰ ἀριστερά του.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ







Ἡ Μεγάλη Παρασκευή εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν σκανδάλων καί ἀποτυχιῶν. Ὁ περιούσιος λαός χάνει τήν δόξα καί τήν δικαιοσύνη τοῦ πρωτοτόκου υἱοῦ, λόγῳ τῆς ἀπιστίας καί τῶν ἄτιμων ἔργων του πρός τόν Θεό· ὁ Ἰούδας, ἀπό μαθητής καί ὑποψήφιος τῆς Βασιλείας Του, κληρονομεῖ τήν κόλασι, λόγῳ τῆς φιλαργυρίας του· ὁ μαθητής Του, Πέτρος, ἀρνεῖται τόν Διδάσκαλο ἀπό μία ἀδιάκριτη ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτό του και, μόνο μέ τά καυτά δάκρυά του, ἠμπόρεσε νά ξεπλύνῃ τό σφάλμα του· ἡ ἀκόλαστη γυναῖκα γίνεται μυροφόρος καί ὅλος ὁ κόσμος στούς αἰῶνες θά διηγῆται τήν ταπείνωσι καί τήν μετάνοιά της, ἐνῶ ὁ ληστής, μέ τόσα κακά καί φόνους, εἰσέρχεται πρῶτος στόν παράδεισο, μέ πίστι καί ταπείνωσι!
Ὅλες αὐτές οἱ ἀπροσδόκητες μεταλλαγές μᾶς γεμίζουν ἀπό τρόμο καί ἐλπίδα συγχρόνως. Τά ἔργα μας, λοιπόν, ὅσο ἀναγκαῖα καί ὠφέλιμα κι ἄν εἶναι, δέν μᾶς ἐπαρκοῦν γιά τήν σωτηρία μας. Ἐάν δέν ὑπῆρχε σωτηρία, δέν θά ἦτο ἀνάγκη νά ἔλθῃ καί ὑποστῇ τά πάνδεινα ὁ Χριστός. Ὅμως, ὁ κόσμος δέν ἠμπορεῖ νά σωθῇ δίχως Αὐτόν. Ἡ ἁμαρτία εἶναι μιά βαθειά καί ἀθεράπευτη πληγή· μόνο ὁ Θεός ἠμποροῦσε νά τήν θεραπεύσῃ καί μόνο “τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν”. Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ἀναγνωρίζῃ τό μέγεθος τῶν ἀδυναμιῶν του καί μέ ταπεινή καρδιά νά πλησιάζῃ τόν Χριστό, γνωρίζοντας, ὅτι μόνο ἀπ᾿ Αὐτόν ἔρχεται ἡ σωτηρία. “Μνήσθητί μου, Κύριε….” καί θ᾿ ἀκούσῃ μέ τόν ληστή: “Σήμερον ἔσῃ μετ᾿ ἐμοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ”.

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

«Πρόσθες αὐτοῖς κακά, Κύριε, πρόσ­θες αὐτοῖς κακά τοῖς ἐνδόξοις τῆς γῆς»



«Πρόσθες αὐτοῖς κακά, Κύριε, πρόσ­θες αὐτοῖς κακὰ τοῖς ἐνδόξοις τῆς γῆς» (Ἡσαΐας κς΄15). Σκανδαλιστικὸς ἀκούγεται ὁ στίχος. Εὐχόμαστε λοιπὸν μέσα στὴν Ἐκκλησία νὰ δίνει ὁ Θεὸς κακὰ στοὺς ἐνδόξους, τοὺς Κυβερνῆτες τῆς γῆς;
Καὶ πῶς αὐτὸ μπορεῖ νὰ συνάδει μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἐλέους καὶ τῆς συγγνώμης ποὺ κυριαρχεῖ στὴν Ἐκκλησία μας, αὐτὸ ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς δίδαξε, ὅταν μάλιστα ἀνέβαινε στὸ Σταυρὸ ὁδηγημένος ἀπὸ τοὺς κακούργους ἐκείνους ἐχθρούς Του;
Πῶς μπορεῖ τὸ «πρόσθες κακὰ τοῖς ἐνδόξοις τῆς γῆς» νὰ συμφωνήσει μὲ τὸ «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι»; (Λουκ. κγ΄ 34).
Καταρχὰς πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι τὸ «πρόσθες κακὰ» ἀνήκει στὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅταν δηλαδὴ ἀκόμα δὲν εἶχαν ἐκχυθεῖ στὸν κόσμο τὰ ἄπειρα ἐλέη καὶ οἱ οἰκτιρμοὶ τοῦ Αγίου Θεοῦ, τὰ ὁποῖα ἀκριβῶς ἐξεχύθησαν μὲ τὴ Σταυρικὴ Θυσία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Οἱ ἄνθρωποι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀκόμα καὶ οἱ ἁγιότεροι ἐξ αὐτῶν, δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ ἐννοήσουν τὸ βάθος καὶ πλάτος τῆς Θεϊκῆς συγκαταβάσεως, τοῦ ἐλέους καὶ τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ. Καὶ προκειμένου νὰ διατηρηθεῖ ἀκέραιη καὶ ἀλώβητη ἡ λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, προέβαιναν σὲ τέτοιου εἴδους ἀφορισμοὺς ὅσων ἔδειχναν στὴ ζωή τους ἀσέβεια καὶ ἀποστασία.
Ἐδῶ ὅμως τὸ πνεῦμα αὐτὸ ξεπερνιέται ἀπὸ τὸν Ἡσαΐα. Διότι ὁ Προφήτης τοῦ Θεοῦ, προβλέποντας τὸ μέλλον τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καὶ ἀντιλαμβανόμενος τί ὁ Θεὸς πρόκειται νὰ πράξει σ’ αὐτούς, λέει ἐκ τῶν προτέρων ὅσα πρόκειται νὰ πάθουν οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς, οἱ Κυβερνῆτες τῶν Εθνῶν ποὺ εἶναι ἀσεβεῖς καὶ ἄδικοι, πονηροὶ καὶ ἀλαζόνες, καὶ συμπεριφέρον­ται μὲ σκληρότητα καὶ ἀδικία πρὸς τοὺς ὑπηκόους τους, μὴ ὑπολογίζοντας οὔτε Ανθρώπινο οὔτε Θεῖο Δίκαιο.
Ἡ προστακτικὴ συνεπῶς «πρόσθες» δὲν σημαίνει ὅτι ὁ Προφήτης εὔχεται στὸ Θεὸ νὰ τιμωρήσει μὲ ἀλλεπάλληλες συμφορὲς τοὺς ἰσχυροὺς τῆς γῆς, ἀλλὰ ὅτι δίνει σαφὴ Προειδοποίηση, προβλέπει καθαρὰ αὐτὸ ποὺ ὁ Θεὸς πρόκειται νὰ πράξει.
«Προαγορευτικόν», δηλαδὴ προφητικὸ εἶναι ἐ­δῶ τὸ «πρόσθες», ἐξηγεῖ ὁ ἑρμηνευτὴς τῶν Γραφῶν Θεοδώρητος, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Προφήτης «προλέγει τὸν ὄλεθρον τῶν διωκόντων τοὺς εὐσεβεῖς».
Ἀκόμα ὅμως κι ἂν ἔτσι ἔχουν τὰ πρά­γματα, θὰ μποροῦσε νὰ ἀντείπει κανείς, γιατί ὁ Θεὸς νὰ στέλνει κακὰ σὲ ὅσους δὲν θέλουν νὰ βαδίζουν σύμφωνα μὲ τὸ νόμο Του;
Στὴν ἐρώτηση αὐτὴ ἀπαντᾶ διεξοδικὰ ὁ Μ. Βασίλειος στὸ λόγο του «Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός». Ἐκεῖ ὁ μέγας ἱεράρχης, ἀφοῦ ἐξαρχῆς κάνει τὴ διάκριση τοῦ πραγματικοῦ («φύσει») κακοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ἁμαρτία, ἀπὸ τὸ θεωρούμενο ἀπὸ ἐμᾶς κακό («τὸ πρὸς τὴν ἡμετέραν αἴσθησιν»), ποὺ εἶναι ὅ,τι μᾶς πονεῖ καὶ μᾶς κάνει νὰ θλιβόμαστε (πόνοι, δυστυχίες, συμφορές, καταστροφές, θάνατος), ἔπειτα ξεκάθαρα λέει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἔφτιαξε κακὸ στὸν κόσμο. Πῶς ἐξάλλου εἶναι δυνατὸν ὁ Πανάγαθος Θεὸς νὰ ἔφτιαξε κάτι κακό; «Ὅλως μὴ Θεὸν αἴτιον ἡγοῦ τῆς ὑπάρξεως τοῦ κακοῦ», σὲ καμιὰ περίπτωση μὴ θεωρήσεις τὸν Θεὸ αἴτιο τῆς ὑπάρξεως τοῦ κακοῦ, τονίζει ὁ ἱερὸς Πατήρ.
Τὸ κακὸ ὑπάρχει, ἐξηγεῖ, ἀπὸ τὸ αὐτεξούσιον τοῦ ἀνθρώπου, τὴ θέλησή του νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ἡ ζωὴ καὶ ἡ πηγὴ κάθε ἀγαθοῦ.
Ἐν τούτοις, κάποτε ὁ Θεὸς παραχωρεῖ νὰ συναντήσουν τὸν ἄνθρωπο αὐτὰ ποὺ θεωροῦμε Θλιβερά, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι συν­έπειες τοῦ ὄντως κακοῦ, τῆς ἁμαρτίας.
Καὶ τὸ κάνει αὐτὸ ὁ Θεός, ἐξηγεῖ καὶ πάλι ὁ Μ. Βασίλειος, «πρὸς τὸ συμφέρον», «ἐπὶ διορθώσει τῶν πλημμελημάτων», καθότι ὅλα αὐτὰ τὰ δεινὰ «τῆς κακίας τὴν αὔξησιν περικόπτουσι».
Ὁ ἄνθρωπος ταπεινώνεται ἀπὸ τὴν ἑωσ­φορική του ἀλαζονεία καὶ συστέλλεται, ὁδηγεῖται σὲ ἐπίγνωση καὶ μετάνοια. Συν­επῶς, καταλήγει ὁ ἱερὸς Πατήρ, μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ δεινὰ ὁ Θεὸς ἀναιρεῖ τὸ ὄντως κακό, ποὺ εἶναι ἡ ἁμαρτία.
Ἐπιπλέον, μὲ τὸ νὰ εἶναι οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς, βασιλεῖς καὶ ἄρχοντες καὶ μεγιστάνες, σὲ περίοπτη θέση, γίνονται πρότυπα καὶ ὑποδείγματα ζωῆς ἀπὸ τὸν πολὺ λαό.
Ἂν λοιπὸν αὐτοὶ ἀλαζονεύονται καὶ ἀδικοῦν, καὶ παρὰ ταῦτα μένουν ἀτιμώρητοι, αὐτὸ ὁπωσδήποτε θὰ παρακινήσει πολλοὺς νὰ ἀκολουθήσουν τὸν ἴδιο δρόμο, μὲ τὴν ἰδέα μάλιστα ὅτι δὲν ὑπάρχει κανένας Θεός, καμιὰ δικαιοσύνη ὑπέρτερη τοῦ δικαίου τοῦ ἰσχυροτέρου, οὐσιαστικὰ δηλαδὴ αὐτοῦ ποὺ ὀνομάζουμε «νόμο τῆς ζούγκλας». Ὅμως ἔτσι ποῦ θὰ ὁδηγηθεῖ ἡ κοινωνία μας;
Δύο καλὰ συνεπῶς προξενεῖ ὁ Θεὸς μὲ τὴν παραχώρηση δεινῶν στοὺς ἀσεβεῖς ἰσχυρούς: Πρῶτον, περιστέλλει τὴν ἀσέβειά τους καὶ δεύτερον, καταστέλλει διαθέσεις ἀδικίας καὶ κινήσεις ἀποστασίας ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀκριβῶς μετανοοῦν, ἐπειδὴ βλέπουν καὶ κατανοοῦν πῶς ἐργάζεται ὁ Θεὸς στὸν κόσμο.
Οἱ Χριστιανοί, ζώντας στὴν ἐποχὴ τῆς Χάριτος, ἔχουμε χρέος, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιταγὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου, νὰ εὐ­χόμαστε ἀγαθὰ «ὑπὲρ πάντων τῶν ἐν ὑπεροχῇ ὄντων» (Α΄ Τιμ. β΄ 2).
Παραλλήλως ὅμως, ὅταν βλέπουμε τὶς συνέπειες τῆς ἀποστασίας ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τότε καταλαβαίνουμε τί σημαίνει τὸ «πρόσθες αὐτοῖς κακά, Κύριε» καὶ αὐτὸ μᾶς γίνεται ἀφορμὴ ἀκόμα περισσότερο νὰ εὐλογοῦμε καὶ νὰ δοξάζουμε τὴν ἄπειρη Φιλανθρωπία Του, ἡ ὁποία ὅ,τι ἐπιτρέπει, τὸ ἐπιτρέπει πρὸς τὸ ἀληθινὸ καὶ αἰώνιο συμφέρον μας.

(Ο 'Σωτήρ'', 18 Απρ 2016)
https://proskynitis.blogspot.com/

Λίγο λάδι...




Τὶ ῥαθυμεῖς ἀθλία ψυχή μου;τὶ φαντάζη ἀκαίρως μερίμνας ἀφελεῖς;
τὶ ἀσχολεὶς πρὸς τὰ ῥέοντα;ἐσχάτη ὥρα ἐστὶν ἀπάρτι, καὶ χωρίζεσθαι μέλλομεν τῶν ἐνταῦθα,
ἕως καιρὸν κεκτημένη, ἀνάνηψον κράζουσα.
Ἡμάρτηκά σοὶ Σωτήρ μου,μὴ ἐκκόψης με, ὥσπερ τὴν ἄκαρπον συκήν,
ἀλλ' ὡς εὔσπλαγχνος Χριστέ, κατοικτείρησον,φόβω κραυγάζουσαν.
Μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ.
«Γρηγορείτε και προσεύχεσθε» (Μάρκ.14,38)
Ιδού ο νυμφίος έρχεται...

https://proskynitis.blogspot.com/