Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2021

Να τολμήσεις να πιστέψεις και να παραδοθείς στον Χριστό



Μπορεί κανείς να είναι μέσα στην Εκκλησία, μέσα στα της Εκκλησίας από μικρό παιδί ακόμη – όπως πολλοί από μας – όμως αυτό δεν αρκεί. Απόδειξη είναι ότι πολλές ψυχές δεν βρήκαν ακόμη τον Χριστό, και δεν έφθασε η χάρη του Χριστού μέσα στις ψυχές αυτές, ώστε να τις αιχμαλωτίσει, και να βάλουν αληθινή αρχή.

Έχει δηλαδή ο άνθρωπος τη δυνατότητα μέσα του ή να κινηθεί προς τον Θεό – αλλά είναι θέμα ελευθερίας βαθύτερης – ή να νικηθεί από την τάση που έχει, να αισθάνεται ευχαριστημένος, να ικανοποιεί τη φιλαυτία του, να προστατεύει το εγώ, και βολεύεται. Χριστιανός, χριστιανός, αλλά καμιά σχέση με τον Χριστό αληθινή. Διότι ακριβώς από βαθύτερα η ψυχή δεν τολμάει ελεύθερα να αφεθεί, να παραδοθεί στον Χριστό, καθώς διαισθάνεται ότι πρέπει να αφήσει τα δικά της. Απ’ ό,τι καταλαβαίνω εγώ τώρα, πάρα πολλές ψυχές διαισθάνονται πού είναι η αλήθεια, αλλά δεν τολμούν να πιστέψουν και να παραδοθούν στον Χριστό.


Είναι άλλες ψυχές, όπως ο Ωριγένης για παράδειγμα, που τελικά ο καημένος, ενώ ήταν τόσο φοβερό μυαλό, έπεσε έξω. Είπε αιρετικά πράγματα – καταδικάστηκαν αυτά όλα ύστερα – έμεινε σ’ αυτά και επηρέασε και άλλους. Ήταν μεν καλός, καλότατος, αλλά παγιδεύτηκε από το φυσικό χάρισμά του. Ενώ όλη αυτή η σοφία, η σύνεση, η ικανότητα που είχε να σκέφτεται, να γράφει, όλο αυτό το φυσικό χάρισμα θα μπορούσε να γίνει κίνητρο ακριβώς για να ξεφύγει από την αίρεση, αυτό τελικά τον παγίδευσε.

Γι’ αυτό χρειάζεται πάρα πολύ μεγάλη προσοχή. Είναι ανάγκη να προσέχουν εκείνοι οι οποίοι λίγο πολύ έχουν μια πεποίθηση μέσα τους, ότι αυτοί ξέρουν, αυτοί καταλαβαίνουν, αυτοί δεν είναι όπως οι άλλοι άνθρωποι, έχουν προσόντα. Διότι όλο αυτό το πράγμα γίνεται ένα κάτι το οποίο κλέβει την ψυχή, την απομονώνει· λειτουργεί – πώς να πούμε; – σαν κάτι στεγανό. Όπως είναι για παράδειγμα το κουκούλι στο μετάξι, όπου το σκουλήκι κλείνεται μέσα στο κουκούλι. Αλλά εκεί έχει τον λόγο του.

Μπορεί δηλαδή κάποιος να νομίζει ότι αυτός ξεχωρίζει, ότι αυτός είναι κάτι, δεν είναι όπως οι άλλοι, οι κοινοί άνθρωποι, και όλο αυτό το πράγμα δημιουργεί κάτι το στεγανό στην ψυχή του και την απομονώνει· κλείνεται λοιπόν εκεί μέσα και δεν ανοίγει ένα παράθυρο για να έχει επικοινωνία με τον Χριστό. Χριστιανός κατά τα άλλα, αλλά χωρίς να έχει σχέση με τον Χριστό αληθινή.

Aπό το βιβλίο του π. Συμεών Κραγιοπούλου, “Θέλεις να αγιάσεις;”,  Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 2018
http://theomitoros.blogspot.com/

Ποιό το θέλημα του Θεού για μας;



Είναι πολύ ωφέλιμο στην ψυχή μας να έχουμε όλοι το Ευαγγέλιο στο σπίτι μας. Και, εκτός από την προσευχή που πρέπει να κάνουμε κάθε πρωί και κάθε βράδυ, να έχουμε την καλή συνήθεια, την αγία συνήθεια να διαβάζουμε και από το Ευαγγέλιο, από την Αγία Γραφή γενικότερα, ιδίως από το Ευαγγέλιο, δυο-τρεις σελίδες κάθε μέρα, έχοντας την συνείδηση ότι αυτό που διαβάζουμε είναι ο λόγος του Θεού. Κι εμείς το διαβάζουμε για να δούμε τι θέλει ο Θεός από εμάς. Δεν διαβάζουμε για να αποκτήσουμε γνώσεις, όπως διαβάζουμε ένα άλλο βιβλίο, ή για να περάσουμε την ώρα μας, αλλά διαβάζουμε για να φωτιστούμε να δούμε τι θέλει ο Θεός, ποιο είναι για εμάς το θέλημα του Θεού.

Κι έτσι, όταν διαβάζουμε θέλοντας να μάθουμε ποιο είναι το θέλημα του Θεού για εμάς, η μελέτη αυτή είναι μελέτη σωτηρίας και πνευματικής μας βοηθείας. Γι’ αυτό, ας κάνουμε αυτόν τον αγώνα. Έχουμε τόση ώρα στη διάθεσή μας κάθε ημέρα. Ας αφιερώσουμε και λίγη ώρα στη μελέτη του λόγου του Θεού.Βέβαια η μελέτη του λόγου του Θεού δεν είναι μόνο το Ευαγγέλιο, αλλά είναι και οι Βίοι των Αγίων, οι οποίοι είναι το εφαρμοσμένο Ευαγγέλιο, διότι οι Άγιοι δεν έκαναν κάτι άλλο στη ζωή τους, παρά εφάρμοζαν το Ευαγγέλιο. Και όταν διαβάζουμε τους Βίους των Αγίων, τα έργα των Αγίων, βλέπουμε πώς οι Άγιοι βίωσαν το Ευαγγέλιο, τον λόγο του Θεού και παίρνουμε κι εμείς παράδειγμα να βιώσουμε έτσι τον λόγο του Θεού.

Εξαρτάται έτσι από εμάς τι ζωή θα ζήσουμε. Αν θα διαλέξουμε μία ζωή αδιαφορίας για την ψυχή μας, πνευματικής ψυχρότητος, ή θα διαλέξουμε μία ζωή αγάπης για τον Θεό, πόθου για να γνωρίσουμε το θέλημά Του.Να μελετούμε το Ευαγγέλιό Του, τις Γραφές, τους Πατέρες, ώστε καθημερινά να έχουμε τροφή πνευματική, διότι, όπως καθημερινά δεν μπορεί να ζήσει το σώμα χωρίς υλική τροφή, έτσι δεν μπορεί να ζήσει η ψυχή χωρίς πνευματική τροφή, χωρίς λόγο Θεού. Η ψυχή, αν δεν τρέφεται από τον λόγο του Θεού, τρέφεται από τα κεράτια των χοίρων με τα οποία τρεφόταν και ο άσωτος υιός.

Η ψυχή του ανθρώπου επιποθεί να τραφεί με κάτι το πνευματικό. Κι αυτό ή θα είναι ο λόγος και η αλήθεια του Θεού, ή θα είναι τα μάταια και αμαρτωλά πράγματα αυτού του κόσμου.Η αλήθεια είναι ότι, επειδή σήμερα δεν διαβάζουμε τον λόγο του Θεού, και όμως πρέπει κάτι να διαβάσουμε, διαβάζουμε τις εφημερίδες, τα περιοδικά· που μπορεί και να μην είναι άσχημα, να μην είναι κακά πράγματα αυτά που διαβάζουμε, αλλά δεν είναι όμως ο λόγος του Θεού.

Είναι πράγματα της ματαιότητος, που αφορούν αυτή τη ζωή, αλλά δεν αφορούν την αιώνια ζωή. Κι έτσι την «πατάμε» πολλοί, διότι μελετώντας τα επίγεια, ξεχνάμε τα ουράνια. Γινόμαστε πολυμαθείς κατά τα ανθρώπινα, αλλά ολιγομαθείς περί τα θεία. Γι’ αυτό η πνευματική ζωή των συγχρόνων χριστιανών είναι καχεκτική. Δεν είναι μία ζωή γεμάτη από τη Χάρη και τον φωτισμό του Θεού.

Μακαριστός Γέροντας Γεώργιος Καψάνης
http://theomitoros.blogspot.com/

Συλλογή Αποφθεγμάτων



Η μετάνοια χωρίς ελεημοσύνη είναι νεκρή και χωρίς φτερά.
Όποιος ελεεί το φτωχό δανείζει το Θεό, με βέβαιη επιστροφή του δανείου του.
Ο πλούσιος μπορεί να δικαιωθεί με την ελεημοσύνη, αλλά και ο φτωχός με τη υπομονή.
Με τη μετάνοια σβήνουμε κάθε αμαρτία στο άπειρο πέλαγος της φιλανθρωπίας του Θεού.
Όπως το σώμα έχει ανάγκη από υλική τροφή, έτσι και η ψυχή έχει ανάγκη από καθημερινή υπόμνηση και τροφή πνευματική.

Αγίου Ιωάννη Χρυσοστόμου
http://inpantanassis.blogspot.com/

Μάθε νά προσεύχεσαι



Ἄν ἡ ἀπελπισία μας πηγάζει ἀπό πολύ βαθιά μέσα μας, ἄν αὐτό πού ζητᾶμε, αὐτό γιά τό ὁποῖο κραυγάζουμε, εἶναι τόσο οὐσιαστικό ὥστε νά καλύπτει ὅλες τίς ἀνάγκες τῆς ζωῆς μας, τότε βρίσκουμε κατάλληλα λόγια νά προσευχηθοῦμε καί μποροῦμε νά φτάσουμε στήν κορυφαία στιγμή τῆς προσευχῆς μας, τή συνάντηση μέ τό Θεό. 
Θά ἤθελα νά πῶ κάτι γιά τήν «κραυγή» τῆς προσευχῆς. Φώναζε δυνατά ὁ τυφλός Βαρτίμαιος. Τί λέει ὅμως τό Εὐαγγέλιο γιά τούς ἀνθρώπους γύρω του; Προσπαθοῦσαν, λέει, νά τόν κάνουν νά σιωπήσει. 
Μποροῦμε νά φανταστοῦμε ὅλους ἐκείνους τούς εὐσεβεῖς ἀνθρώπους μέ τήν καλή ὅραση, τά γερά πόδια, τήν καλή ὑγεία πού περικύκλωναν τό Χριστό καί μιλοῦσαν γιά ὑψηλά θέματα, γιά τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ πού ἔρχεται, γιά τά μυστήρια τῶν Γραφῶν, νά γυρίζουν πρός τό Βαρτίμαιο καί νά τοῦ λένε: «ἐπί τέλους, δέν μπορεῖς νά ἡσυχάσεις; Τά μάτια σου, τά μάτια σου, καί τί σημασία ἔχουν αὐτά ἐνῶ μιλοῦμε γιά τό Θεό;» 
Ὁ Βαρτίμαιος φαινόταν σάν κάτι ξένο πού ξαφνικά ἔμπαινε στή μέση καί, ἀδιαφορῶντας τελείως γιά τά συμβαίνοντα, ζητοῦσε ἀπό τό Θεό κάτι πού ἀπελπιστικά τό εἶχε ἀνάγκη. Καί ὅλα αὐτά τά ἔκανε παρά τό γεγονός ὅτι μέ τίς φωνές του κατέστρεψε τήν ἁρμονία τῶν ἐθιμοτυπικῶν συζητήσεων γύρω του. 
Οἱ ἐνοχλημένοι θά μποροῦσαν νά τόν ἀπομακρύνουν καί νά τόν κάνουν νά σιωπήσει. Τό Εὐαγγέλιο ὅμως λέει πώς, ἐνῶ ὅλοι αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν νά τόν ἡσυχάσουν, αὐτός ἐπέμενε, γιατί αὐτό πού ζητοῦσε εἶχε πολύ μεγάλη σημασία γιά τόν ἴδιο. Ὅσο περισσότερο προσπαθοῦσαν νά τοῦ κλείσουν τό στόμα, τόσο πιό πολύ ἐκεῖνος φώναζε. 
Ἐδῶ βρίσκεται τό μήνυμά μου. Ὑπάρχει στήν Ἑλλάδα ἕνας ἅγιος, ὀνομάζεται Μάξιμος. Ἦταν νέος ὅταν μία μέρα πῆγε στήν Ἐκκλησία καί ἄκουσε τό ἀνάγνωσμα τοῦ Ἀποστόλου πού λέει ὅτι πρέπει νά προσευχόμαστε «ἀδιαλείπτως». Αὐτό ἔκανε τόση ἐντύπωση στό Μάξιμο ὥστε σκέφτηκε πώς δέν θά μποροῦσε νά κάνει τίποτα ἄλλο παρά νά προσπαθήσει νά τηρήσει αὐτή τήν ἐντολή. 
Ὅταν βγῆκε ἀπό τό ναό σκέφτηκε νά πάει στό κοντινότερο βουνό καί ἐκεῖ ἥσυχος νά ἀρχίσει νά προσεύχεται ὅπως ἄκουσε στό Εὐαγγέλιο. Σάν Ἕλληνας χωρικός τοῦ τετάρτου αἰώνα, ἤξερε τό «Πάτερ ἠμῶν» καί μερικές ἄλλες προσευχές. 
Ἔτσι, ὅπως μᾶς λέει ὁ ἴδιος, ἄρχισε νά τίς λέει τή μία ὕστερα ἀπό τήν ἄλλη, καί πάλι ἀπό τήν ἀρχή, ἀσταμάτητα. Αἰσθάνθηκε, πραγματικά, πολύ ὄμορφα. Προσευχόταν, ἦταν συντροφιά μέ τό Θεό, ἦταν χαρούμενος. Τό καθετί τοῦ φαινόταν τόσο τέλειο! Μόνο πού σιγά- σιγά ὁ ἥλιος ἄρχισε νά πέφτει, ἄρχισε νά κάνει κρύο καί νά σκοτεινιάζει. 
Ἡ νύχτα εἶχε πέσει γιά τά καλά ὅταν ἄρχισε ν’ ἀκούει γύρω του θορύβους, πολλούς καί παράξενους θορύβους. Ἄκουγε τό σπάσιμο τῶν κλαδιῶν κάτω ἀπό τά πόδια τῶν ζώων, ἔβλεπε τά λαμπερά μάτια τῶν ἄγριων θηρίων, ἄκουγε τίς κραυγές τῶν μικρῶν ζώων πού τά ἔτρωγαν τά μεγαλύτερα. Ἄκουγε ὅλων τῶν εἰδῶν τούς γνωστούς νυχτερινούς θορύβους τοῦ δάσους. 
Τότε αἰσθάνθηκε πώς ἦταν μόνος. Πραγματικά μόνος, ἕνα μικρό ἀπροστάτευτο πλάσμα μέσα στόν κόσμο τοῦ κινδύνου, τοῦ θανάτου, τοῦ σπαραγμοῦ. Ἔνιωσε ὅτι δέν εἶχε καμιά ἄλλη βοήθεια ἄν ὁ Θεός δέν τοῦ ἔδινε τή δική Του. 
Δέν συνέχισε πιά νά λέει τό «Πάτερ ἠμῶν» καί τό «Πιστεύω». Ἔκανε ὅ,τι ἔκανε καί ὁ Βαρτίμαιος. Ἄρχισε νά φωνάζει δυνατά: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με». Τό φώναζε αὐτό ὅλη τή νύχτα γιατί τά ζωντανά τοῦ δάσους καί τά λαμπερά τους μάτια δέν τοῦ ἔδιναν εὐκαιρία γιά ὕπνο. 
Τέλος ξημέρωσε. Σκέφτηκε, λοιπόν, ἀφοῦ ὅλα τά ζῶα ἔχουν φύγει πιά καί πῆγαν νά κοιμηθοῦν «τώρα μπορῶ καί ἐγώ νά προσευχηθῶ». Ἀλλά τότε ἔνιωσε ὅτι πεινοῦσε. Σκέφτηκε ὅτι θά μποροῦσε νά μαζέψει μερικά βατόμουρα, γιά νά φάει. Πλησίασε ἕνα θάμνο, ἀλλά ξαφνικά τοῦ ἦρθε ἡ σκέψη ὅτι ὅλα τά ἀστραφτερά μάτια καί ἄγρια νύχια θά πρέπει νά εἶναι κρυμμένα κάπου ἐκεῖ στούς θάμνους. 
Ἔτσι ἄρχισε νά προχωρεῖ πολύ προσεκτικά καί σέ κάθε του βῆμα ἔλεγε: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, σῶσε με, βοήθησέ με, βοήθησέ με, σῶσε με. Ὦ Θεέ μου, βοήθησέ με, προστάτεψέ με». Γιά κάθε βατόμουρο πού μάζεψε, σίγουρα, εἶχε προσευχηθεῖ πολλές φορές. 
Πέρασε ὁ καιρός καί ὕστερα ἀπό πολλά χρόνια συνάντησε ἕνα γέροντα καί ἔμπειρο ἀσκητή, ὁ ὁποῖος τόν ρώτησε πῶς εἶχε μάθει νά προσεύχεται ἀδιάλειπτα. Ὁ Μάξιμος εἶπε: «Νομίζω πώς ὁ διάβολος μέ δίδαξε νά προσεύχομαι ἀδιάλειπτα». 
Ὁ γέροντας ἀπάντησε: «Καταλαβαίνω τί θέλεις νά πεῖς. Ἀλλά θά ἤθελα νά εἶμαι βέβαιος ὅτι σέ καταλαβαίνω σωστά». Ὁ Μάξιμος τότε τοῦ ἐξήγησε πῶς εἶχε σιγά- σιγά συνηθίσει ὅλους τοὺς θορύβους καί τούς κινδύνους τῆς μέρας καί τῆς νύχτας. Ὕστερα ὅμως τοῦ ἦρθαν πειρασμοί σαρκικοί, πειρασμοί τοῦ νοῦ, τῶν αἰσθημάτων καί ἀργότερα πιό ἰσχυρές ἐπιθέσεις τοῦ διαβόλου. Ὕστερα ἀπ’ ὅλα αὐτά δέν ὑπῆρχε στιγμή τῆς μέρας καί τῆς νύχτας πού νά μήν κραυγάζει στό Θεό: «Ἐλέησον, ἐλέησον, βοήθησε, βοήθησε, βοήθησε». 
Μιὰ μέρα, ὕστερα ἀπό δεκατέσσερα χρόνια ἀδιάλειπτης προσευχῆς ὁ Κύριος τοῦ ἀποκαλύφτηκε. Ἀπό τή στιγμή ἐκείνη ἡσυχία, εἰρήνη καί γαλήνη τόν πλημμύρισαν. Δέν ὑπῆρχε πιά φόβος – φόβος ἀπό τό σκοτάδι, ἀπό τούς θάμνους, οὔτε ἀπό τό διάβολο- ὁ Κύριος εἶχε ἐπικρατήσει. «Τότε», εἶπε ὁ Μάξιμος, «ἔμαθα ὅτι ἄν δέν ἔλθει ὁ Κύριος, εἶμαι ἀπελπιστικά ἀβοήθητος. 
Ἔτσι, καί ὅταν ἀκόμα ἤμουνα γαλήνιος, εἰρηνικός καί εὐτυχισμένος, συνέχισα νά προσεύχομαι λέγοντας: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με, γιατί μόνο στό θεῖο ἔλεος ὑπάρχει ἡ εἰρήνη τῆς καρδιᾶς καί τοῦ νοῦ, ἡ γαλήνη τοῦ σώματος καί ἡ δύναμη τῆς θέλησης». 
Ἔτσι δέν μποροῦμε νά ποῦμε πώς ὁ Μάξιμος ἔμαθε νά προσεύχεται παρά τήν ταραχή πού τόν κατεῖχε, ἀλλά ἀκριβῶς ἐξ αἰτίας τῆς ταραχῆς. Γιατί ἡ ταραχή του ἦταν ἕνας πραγματικός κίνδυνος. Ἄν μπορούσαμε νά ἀντιληφθοῦμε ὅτι καί μεῖς βρισκόμαστε σέ πολύ μεγάλη ταράχη, σέ κίνδυνο, ὅτι ὁ διάβολος παραφυλάει προσπαθῶντας νά μᾶς πιάσει καί νά μᾶς καταστρέψει, τότε θά προσευχόμαστε συνέχεια, ἀσταμάτητα.

Anthony Bloom (Metropolitan of Sourozh (1914- 2003))
http://inpantanassis.blogspot.com/

ΛΟΓΙΑ ΑΓΙΩΝ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ - ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ ΤΩΝ ΘΛΙΨΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΑΘΗΜΑΤΩΝ!

 


«Γνώριζε ότι στις θλίψεις και τα παθήματα, στην υπομονή και στην πίστη, κρύβονται οι θείες υποσχέσεις, μαζί με τη δόξα και την απόκτηση των θείων αγαθών. Είναι ανάγκη και το σιτάρι που σπέρνεται στη γη και το δένδρο που μπολιάζεται να υποστούν πρώτα σήψη και φαινομενική ατιμία, για να απολαύσουμε κατόπιν την ομορφιά και τον πολλαπλάσιο καρπό τους» (όσιος Μακάριος Αιγύπτιος).
Φαίνεται παράδοξο και παράλογο: Στις θλίψεις και στα παθήματα και στις δοκιμασίες είναι κρυμμένες όλες οι δωρεές του Θεού – στο θεωρούμενο «σκοτεινό» είναι κρυμμένο το φως! Αυτή δεν είναι η εκτίμηση: του παραλογισμού, όλων ημών που κινούμαστε με την κοσμική λογική, η οποία έχει συνηθίσει όλα να τα θέλει στο χέρι και να θεωρεί ως επιτυχία και δόξα αυτό που φαίνεται και λάμπει – πόσοι δεν πουλάνε και την ψυχή τους, όπως λένε, για λίγα λεπτά ή και δευτερόλεπτα δημοσιότητας! –   και να χαρακτηρίζει καλό και «υγιές» και επιθυμητό αυτό που σφύζει ακριβώς από υγεία και δύναμη σωματική; Οι περισσότεροι δεν κοιτάμε με αποτροπιασμό ή με οίκτο και συγκατάβαση, το λιγότερο, οτιδήποτε ανήκει στον χώρο των θλίψεων και των δυσκολεμένων καταστάσεων; - απευχόμαστε μη τυχόν και βρεθούμε σε παρόμοιες περιστάσεις! Κι όμως ο άγιος το θεωρεί δεδομένο: θείες υποσχέσεις, δόξα Θεού, θεϊκά αγαθά είναι απρόσιτα διά γυμνού οφθαλμού. Γιατί είναι κρυμμένα! Κι είναι κρυμμένα κάτω από τον μανδύα που δεν θέλουμε να βλέπουμε και τον ξεπερνάμε γρήγορα: τον «μαύρο» μανδύα των δοκιμασιών και των παθημάτων! Που θα πει: τα αληθινά της ζωής τελικά, τα γεμάτα φως και δόξα, «όσα οφθαλμός δεν είδε και αυτί δεν άκουσε και καρδιά ανθρώπου δεν τα γεύτηκε», για εμάς ή για τους πολλούς από εμάς δεν... υπάρχουν! Σαν τον τυφλό που επειδή δεν έχει τα μάτια του δεν μπορεί να απολαύσει το φως! Το σκοτάδι είναι το «φως» της μίζερης ζωής μας!
Για τον μεγάλο όσιο Μακάριο η πραγματικότητα αυτή είναι τόσο αληθινή, όσο αληθινό είναι το γεγονός ότι «το σιτάρι και το δένδρο που μπολιάζεται πρώτα πρέπει να υποστούν σήψη και φαινομενική ατιμία κι ύστερα να απολαύσουμε την ομορφιά τους και τον καρπό τους» - η ίδια η φύση μάς διδάσκει και μας καθοδηγεί. Αλλά δεν είναι μόνο η φυσική πραγματικότητα που λειτουργεί «παράδοξα και παράλογα» ως προς τη δική μας λογική. Πολύ περισσότερο λειτουργεί έτσι η πνευματική πραγματικότητα, την οποία απεκάλυψε ο λόγος του Θεού, και στην Παλαιά και στην Καινή κυρίως Διαθήκη. Λέμε το αυτονόητο για έναν χριστιανό: πώς ήλθε στον κόσμο ο παντοδύναμος Θεός μας; Ως βρέφος στην πιο άσημη γωνιά της γης, από μία πολύ συνηθισμένη θεωρούμενη κοπέλα! Και μάλιστα γεννημένος σ’ έναν στάβλο, γιατί δεν υπήρξε κατάλυμα να Τον δεχτεί! Το απόλυτο μεγαλείο ντυμένο την έσχατη ταπείνωση! Μα και όλη η ζωή του ενανθρωπήσαντος Θεού μας, με αποκορύφωση τον Σταυρό, τι ήταν; Δεν ήταν ό,τι συγκλονιστικότερο φάνηκε ποτέ στη γη, αλλά καλυμμένο με τον μανδύα ενός «απλού»   ανθρώπου; Κι επάνω στον Σταυρό! Με τον πλέον ατιμωτικό τρόπο, ένας θεωρούμενος «εχθρός του λαού και κακούργος» νικά τον διάβολο, καταργεί την αιτία παντός κακού την αμαρτία, καταπατά τον θάνατο! Το απώγειο της δόξας του Θεού μέσα στην «κατάρα» του Σταυρού!
Ο ίδιος ο Κύριος δεν δίδαξε, όχι μόνο με τη ζωή Του, πως «μέσα από πολλές θλίψεις θα εισέλθετε στη Βασιλεία του Θεού;» - οι θλίψεις, όχι μόνο μία αλλά πολλές, αποτελούν το μονοπάτι που βγάζει στη δόξα του Θεού και στην ολόφωτη ζωή Του! Οι θλίψεις και οι δοκιμασίες: η κρυμμένη δόξα και το «εκτυφλωτικό» υπέρ φύσιν φως! Δεν μπορούμε όμως να μη μνημονεύσουμε και την εμπειρία του αποστόλου Παύλου: πονάει σωματικά καθ’ υπερβολήν, δεν αντέχει άλλο τη δοκιμασία και καταφεύγει στον αγαπημένο του Κύριο: «τρεις φορές Τον παρεκάλεσα να μου πάρει τον πόνο και μου απάντησε: όχι, σου αρκεί η χάρη μου! Γιατί η δύναμή μου φτάνει στην ολοκλήρωσή της μέσα από την ασθένεια!» Και με την αποκάλυψη αυτή που ακυρώνει ό,τι συνιστά βεβαιότητα του ανθρώπου: «την υγειά μας πάνω απ’ όλα να έχουμε!»,  καταλαβαίνει: το υπέρτατο είναι να έχει κανείς τη χάρη του Θεού, τον ίδιο τον Θεό δηλαδή στη ζωή του∙ κι ακόμη: η ασθένεια και ο πόνος και η δοκιμασία είναι το ένδυμα που περικλείει τη δύναμη του Θεού και το όχημα που μεταφέρει την πανσθενή ενέργειά Του για να γίνει και ο άνθρωπος παντοδύναμος. «Με μεγάλη ευχαρίστηση λοιπόν θα καυχηθώ για τις ασθένειές μου, για να σκηνώσει στην ύπαρξή μου η δύναμη του Θεού! Όταν βρίσκομαι ασθενής και σε αδύναμη γενικά κατάσταση, τότε είμαι δυνατός!» Η απόλυτη ανατροπή! Η άλλη λογική της πνευματικής ζωής! Η απάντηση στην ακατανόητη, κατά τα άλλα, απόφαση των οσίων Πορφυρίου και Παϊσίου, να μην προσεύχονται υπέρ της αποκαταστάσεως της υγείας τους! Αλλά αυτό όμως που αδιάκοπα κραυγάζει και η ίδια η φύση: «η ομορφιά και ο καρπός έρχονται μέσα από τη σήψη και τη φαινομενική ατιμία»!

http://pgdorbas.blogspot.com/

ΑΝΟΡΘΩΣΗ...



«Γύναι, απολέλυσαι της ασθενείας σου» (Γυναίκα, απαλλάσσεσαι από την αρρώστια σου) (ο Κύριος).
Είχε απευθυνθεί παντού – δεν υπήρχε γιατρός της εποχής, που να μην πήγε και να μην τον χρυσοπλήρωσε∙ δεν υπήρχε πόρτα που να μην είχε κτυπήσει, πιστεύοντας ότι κάποιο φάρμακο θα της δώσουν: βότανα, ματζούνια, ξόρκια ίσως∙ δεν υπήρχε προσευχή που να μην είχε κάνει – αλλ’ όλα εις μάτην. Το χώμα, τα σανδάλια των άλλων, το κράσπεδο των ιματίων τους ήταν ο μόνιμος ορίζοντάς της! Δεκαοχτώ ολόκληρα χρόνια σκυμμένη κάτω, γιατί δεν μπορούσε καθόλου να σηκωθεί - εντελώς, «εις το παντελές». Κι έρχεται για μία ακόμη φορά στον τόπο της προσευχής – εκεί που κάθε απελπισμένος λαχταράει να βρει τη λύση και τη διέξοδο, εκεί που η καρδιά, η κουρασμένη και απαυδισμένη, διψάει να βρει τ’ αποκούμπι της! Εκεί που μπορεί ίσως να προκαλέσει την επέμβαση του απόλυτου Άλλου, αλλά και μόνου απολύτως γνωστού: του Θεού Πατέρα!
Σήμερα μάλιστα είχε θεριεμένη την ελπίδα της. Είχε ακούσει πως ο Δάσκαλος, ο Ιησούς, ο θεραπευτής θα είναι και πάλι εκεί. Στη Συναγωγή. Στον τόπο που συνήθιζε να πηγαίνει – έψαχνε ανθρώπους απελπισμένους που κραυγάζουν τη βοήθεια του Θεού, έτσι της είπανε. Και Τον είδε. Και τον άκουσε. Και η καρδιά της παρηγορήθηκε. Γιατί ένιωσε πως Αυτός έχει εξουσία στην καρδιά της – γι’ αυτήν μίλησε: για τους ασθενείς και τους ταλαιπωρημένους ανθρώπους, για τους απελπισμένους που δεν έχουν κανένα πραγματικό αποκούμπι στη ζωή. «Ελάτε κοντά μου όλοι οι κουρασμένοι και οι φορτωμένοι της ζωής και εγώ θα σας αναπαύσω»!
«Θεέ μου, Κύριέ μου, την ανάπαυση κι εγώ ζητάω. Να μπορώ να περπατάω σαν άνθρωπος και όχι σαν ζώο. Να βλέπω τους ανθρώπους στο πρόσωπο, εκεί που στα μάτια τους βλέπεις την ίδια την ψυχή τους. Να βλέπω τον ουρανό και τις εναλλαγές του, να χαίρομαι τη δημιουργία Σου – ό,τι πιο «απλό» και «δεδομένο». Πόσο τα απλά και δεδομένα της ζωής γίνονται κάποια στιγμή τα πιο δύσκολα! Νιώθει να μουσκεύει το έδαφος που πατάει – ευτυχώς, έτσι σκυμμένη δεν την βλέπουν οι άλλοι, δεν θέλει να τη λυπούνται.
Μα, τι συμβαίνει; Γιατί αισθάνεται χωρίς να το βλέπει ότι όλοι έστρεψαν το βλέμμα τους πάνω της; Γιατί ακούγεται το σούρσιμο των ποδιών σαν να μαζεύονται για να περάσει κάποιος; Είναι Εκείνος μπροστά της! Βλέπει τα πόδια Του και... τρέμοντας νιώθει τα χέρια Του ν’ ακουμπούν την πλάτη και το κεφάλι της – αδυνατεί να το πιστέψει. Κι αμέσως σαν να τη διαπερνά δύναμη και μία περίεργη αλλά τόσο ευχάριστη δροσιά στην ψυχή και στο σώμα της.  Ακούει πια τη φωνή Του, σ’ αυτήν απευθύνεται: «Γυναίκα, πάει η αρρώστια σου, έφυγε. Θεραπεύτηκες». Κάνει την αυτονόητη για όλους κίνηση, την απαγορευμένη όμως τόσα χρόνια σ’ εκείνην: να ανασηκωθεί, να σταθεί όρθια. Όχι, δεν διστάζει: το είπε Εκείνος! Το κορμί της ισιώνει. Μπορεί να σταθεί όρθια – σαν να σβήστηκαν όλα τα χρόνια τα σκυφτά.
Κι αντικρύζει το βλέμμα Του, το βλέμμα που δεν θα ξεχάσει ποτέ πια μέχρι τα στερνά της: γεμάτο αγάπη, γεμάτο πραότητα και γαλήνη, γεμάτο πατρική και μητρική στοργή. Σαν αστραπή ο νους της πέταξε στην παιδική της ηλικία, τότε που οι γονείς της την έπαιρναν στην αγκαλιά τους, την φιλούσαν, την κανάκευαν – πώς τα μάτια του Ιησού της θύμισαν τα μάτια του πατέρα της που της είχε τέτοια αδυναμία που τον παρατηρούσε κι η ίδια η μάνα της. Μα τούτο το βλέμμα Αυτού του Δασκάλου είχε κάτι ακόμη πιο βαθύ και πιο γνώριμο κι απ’ του πατέρα της, κάτι που χάιδευε την καρδιά της χωρίς να μπορεί να το προσδιορίσει.
Μα, τι κάνει; Δεν πρέπει τώρα που σηκώθηκε και πάλι να ξαναπέσει. Το κάνει όμως! Τα γόνατά της δεν αντέχουν από τη χαρά και τη συγκίνηση – γονατίζει από το θάμβος μέσα στο οποίο βρίσκεται, από το θαύμα που ζει! Ξεσπάει σε λυγμούς, ευχαριστεί Εκείνον που της δώρισε και πάλι ανθρώπινη ζωή, δοξολογεί τον Θεό. Και μαζί της βλέπει πια να ξεσπούν σε δάκρυα και όλοι οι συγκεντρωμένοι – το βλέμμα όλων πηγαίνει μια σ’ εκείνην και μια στον Ιησού, τον Πατέρα, την ελπίδα τους. Γιατί όλοι ξέρουν ότι το ίδιο θα έκανε και για τον καθένα ξεχωριστά. Γιατί καταλαβαίνουν ότι ο καθένας τους είναι ξεχωριστός για Εκείνον. «Για σένα ήλθα!» ακούνε όλοι στην καρδιά τους τον γλυκό ψίθυρο της φωνής Του!  

http://pgdorbas.blogspot.com/

Άγιος Αμβρόσιος επίσκοπος Μεδιολάνων



Ο Άγιος Αμβρόσιος ήταν διακεκριμένος Ρωμαίος πολίτης και γεννήθηκε το 340 μ.Χ. Σπούδασε ρητορική, φιλοσοφία και νομικά. Στα Μεδιόλανα ασχολήθηκε με το επάγγελμα του δικαστή. Φύλασσε με λόγια και έργα την αλήθεια και απέδιδε αντικειμενικά τη δικαιοσύνη , αν και δεν είχε βαπτισθεί ακόμα χριστιανός. Όσον αφορά σ' αυτό όμως, απαντά ο θεόπνευστος λόγος της Αγίας Γραφής: «Ἀλλ᾿ ἐν παντὶ ἔθνει ὁ φοβούμενος αὐτὸν καὶ ἐργαζόμενος δικαιοσύνην δεκτὸς αὐτῷ ἐστι» (Πράξεις, ι' 35). Δηλαδή, σε κάθε έθνος, όποιος σέβεται το Θεό και πολιτεύεται στη ζωή του με δικαιοσύνη, είναι δεκτός απ' Αυτόν και είναι δυνατόν να αρέσει σ' Αυτόν.
Και πράγματι, ο Αμβρόσιος με τη ζωή του άρεσε στο Θεό. Γι' αυτό και τον αξίωσε να βαπτισθεί χριστιανός, να γίνει έπειτα αναγνώστης, και αφού μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα πέρασε όλους τους εκκλησιαστικούς βαθμούς, μετά από απόφαση του βασιλιά Ουαλεντιανού του Α’, χειροτονήθηκε επίσκοπος Μεδιολάνων.
Σαν επίσκοπος, ο Αμβρόσιος ποίμανε άριστα το ποίμνιό του, αγωνίστηκε κατά των αιρέσεων, αλλά και το βασιλιά Θεοδόσιο δεν επέτρεψε να εισέλθει στο ναό, παρά μόνο όταν μετάνιωσε ειλικρινά για τους φόνους που έκανε στον Ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης. Ο Αμβρόσιος πέθανε ειρηνικά το έτος 397 μ.Χ., σε ηλικία 57 χρονών.