Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Να το κάνει δικό του




Χάρις, στην ευρύτερη έννοια, είναι η εκδήλωση της εύνοιας και της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο, προς την δημιουργία και η πρόνοια του Θεού για την συντήρησή της. 
Στην στενότερη έννοια σημαίνει την αγάπη του Θεού, η οποία φανερώθηκε με την ένσαρκη οικονομία του Θεού για την σωτηρία της ανθρωπότητος και την άκτιστη ενέργεια του Θεού, την οποία κάθε άνθρωπος μπορεί να ιδιοποιηθεί, να κάνει δικό του κτήμα, όταν η πίστη του και τα έργα του είναι σύμφωνα με την Ορθόδοξη Παράδοση.

Γέροντας Εφραίμ Βατοπαιδινός
https://inpantanassis.blogspot.com/

Θα σωριαστεί στη γη




Πόσο πλανιούνται οι άνθρωποι που αναζητούν την ευτυχία μακριά από τον εαυτό τους, στις ξένες χώρες και στα ταξίδια, στον πλούτο και στη δόξα, στις μεγάλες περιουσίες και στις απολαύσεις, στις ηδονές και σ’ όλες τις χλιδές και ματαιότητες, που κατάληξή τους έχουν την πίκρα! 
Η ανέγερση του πύργου της ευτυχίας έξω από την καρδιά μας, μοιάζει με οικοδόμηση κτιρίου σε έδαφος που σαλεύεται από συνεχείς σεισμούς. Σύντομα ένα τέτοιο οικοδόμημα θα σωριαστεί στη γη.

Άγιος Νεκτάριος επίσκοπος Πενταπόλεως
https://inpantanassis.blogspot.com/

«Θεοτόκε, η ελπίς πάντων των χριστιανών»...




Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι κουρασμέ­νος. Κατάκοπος. H κόπωση έχει αποθηκευτεί στα μέλη του σώματός του. Στη ψυχή και στο μυαλό του. Η κόπωση περπατά πάνω στα πρό­σωπα. Πλανιέται στά χείλη. Κρέμεται στις φράσεις. Και φέρνει μαζί της και την απελπισία. Κουράστηκε ο άνθρωπος. Μαζί κι’ η ελπίδα του. Κουράστηκε, αδυνάτισε. Έπαθε υπερκόπωση κι’ αυτή μαζί με τον κουρασμένο και βασανισμένο άνθρωπο.
Ο άνθρωπος των ημερών μας, που ζει στον πλανήτη μας, είναι άνθρωπος κουρασμένος κι’ απελπισμένος. Άνθρωπος με σκοτωμένη την ελπίδα του και ψαλιδισμένα τα φτερά αυτής της μιας άπ’ τις τρεις μεγάλες άρετές, που εί­πε ο Παύλος. (Πίστις, έλπίς, αγάπη). 
Και εί­ναι έτσι γιατί οι δολοφόνοι των ελπίδων έχουν πληθυνθεί αβάσταχτα. Είναι αδίσταχτοι καί πανούργοι. Τα όπλα τους έχουν τη σκληράδα του ατσαλιού. Την απληστία τής φωτιάς. Νοιώθουν απελπισμένοι οι σημερινοί άνθρω­ποι γιατί χτυπήθηκε ή ελπίδα τους από μιά απαισιοδοξία, που είναι διάχυτη παντού σήμε­ρα. «Δεν γίνεται τίποτα. Το μέλλον είναι σκο­τεινό. Η γη είναι ένα σάπιο μήλο. Καμιά δυνα­τότητα σωτηρίας». Τ’ ακούς αυτά. Τα διαβά­ζεις. Διαποτίζεσαι. Σαν το ρούχο που το πο­τίζει η υγρασία ετσι κι’ η ψυχή ποτίζεται με το δηλητήριο της απαισιοδοξίας.
Χτυπιέται όμως η ελπίδα τους κι’ από με­ρικούς «αισιόδοξους». Από μερικούς πού έ­καναν τήν κουφότητα, τή ρητορεία καί τήν ά­νετη ζωή τους αισιοδοξία. Κι’ είπαν: «Όλα πά­νε καλά. Διανοίγεται λαμπρόν τό μέλλον. Δεν ύπάρχει κανείς λόγος ανησυχίας. Ή ζωή είναι θαυμάσια». Και φυσικά όταν άνακαλύπτεις, ότι αυτά δέν είναι τίποτ’ άλλο παρά κούφια λόγια, πού τά λένε εκείνοι, πού οί ίδιοι είναι καλοβολεμένοι, νοιώθεις την έλπίδα σου νά ζαρώνει, νά μουδιάζει, νά κουρελιάζεται, νά σβύνει.
Είναι απελπισμένοι οί άνθρωποι σήμερα ακόμη γιατί φρόντισαν, εκείνοι πού θέλησαν νά τούς χτυπήσουν τήν ελπίδα, νά χρησιμοποιή­σουν, έκτός των άλλων όπλων, κι’ ένα τρομε­ρό, σατανικό όπλο. Τό όπλο πού λέγεται άποκάλυψη τής γυμνότητας καί κακότητας των. Άντί ν’ άπλώσουν χέρι στοργής στήν ανάγκη σου, άπλωσαν νύχι γαμψό, κεντρί φαρμακερό γιά νά σε ξεσχίσουν καί σέ δηλητηριάσουν. Σού αποκάλυψαν ποιοί είναι κι’ έφριξες, θόλω­σες, αηδίασες. Έπαθε ασφυξία ή ελπίδα σου καθώς σού έλεγαν μέ τή ζωή καί τό τρόπο τους: «Δέν ύπάρχει πιά ελπίδα, γιατί δέν ύπάρχουν άνθρωποι, αλλά σάρκες. Κι’ αυτοί πού φαίνονται για άνθρωποι το ίδιο είναι και χειρότεροι».
Μέσα απ’ αυτή τήν τραγική κατάσταση βγαί­νει μιά κραυγή. Η κραυγή των απελπισμένων πού λέει: «Ελπίδα δέν είναι δυνατόν νά υπάρχει στή γή. Μόνο στόν Ουρανό. Πόσο έπεσα έ­ξω καθώς στηρίχθηκα σ’ άνθρώπινες έλπίδες ... Πόσο έσφαλα πού ξέχασα τό: «άγαθόν πεποιθέναι έπί Κύριον ή έλπιζειν επ’ άνθρωπον», πού έλεγε ό Προφήτης... Είναι τό ίδιο πού κι’ ό Ιερός Χρυσόστομος διακήρυσσε όταν έλε­γε: «Ουδέν ταύτης ευτελέστερον της έλπίδος, και γάρ αυτής τής αράχνης ευτελεστέρα έστι, μάλλον δέ ούκ άσθενής μόνον άλλα και επι­σφαλής». Έλπίδα δέν υπάρχει στη γη. Μόνο στον ουρανό «Θεοτόκε ή έλπίς πάντων των χριστιανών». . .
Πραγματικά. Άν έτσι συμβαίνει μέ τ’ ανθρώπινα καί τά γήινα όμως ύπάρχει μιά έλπί­δα. «’Αθάνατος, άτρεπτος, άμετακίνητος, με­ταβολήν ού δεχομένη...». Είναι η έλπίδα μας στο Θεό. «Ή πάντα νικώσα, η πάντα δυναμένη, η πάντα περιγινομένη (κερδισμένη)». 
Καί βέ­βαια δέν αμφιβάλλει κανένας, ότι ό Θεός ημών είναι Θεός της Ελπίδος καί τής παρακλήσεως. Είναι η Ελπίς πάντων τών περάτων τής γης καί τών έν θαλάσση μακράν. Παρά ταύτα η ’Ορθόδοξη ’Εκκλησία μας, πού ακολουθεί τήν Αγία Γραφή καί τούς Πα­τέρες, όμολογεί, διδάσκει καί διακηρύσσει, ότι και η τα «δευτερεία της Τριάδος κατέχουσα (κατά τόν Αγ. ’Ανδρέα Κρήτης), η Θεο­τόκος, είναι ελπίς πάντων τών χριστιανών, δι­ότι είναι δυνατή μεσίτρια προς τον φιλάνθρω­πον Θεόν».
Αυτή, την όποια ο Αρχάγγελος Γαβριήλ απεκάλεσε «Κεχαριτωμένη», πού, ενώ οί άλλοι «εφοβούντο καί ούδείς ετόλμα ερωτήσαι αύτόν», αυτή ελεγε: «Τέκνον - παιδί μου, καί τώ­ρα πού είναι στον Ουρανό, σαν Βασίλισσα, «έν ίματισμω διαχρύσω περιβεβλημένη πεποικιλμένη», και έκ δεξιών Του καθεζομένη, δέεται καί πρεσβεύει υπέρ ήμών.
Πώς, λοιπόν, να μην έλπίζουμε σ’ αυτήν; Γι’ αυτό καί στή λατρεία μας παρακαλουμε τον Θεόν: «Αντιλαβού, σώσον, έλέησον, και διαφύλαξον ημας τη ση χάριτι». Ναι. Άλλ’ αύτό θά γίνει μέ τό θάρρος πού μας δίδει η πρεσβεία «τής Παναγίας άχράντου, ύπερευλογημένης, Δεσποίνης ήμών Θεοτόκου και άειπαρθένου Μαρίας», τήν όποία πρώτιστα πάντων παρακαλέσαμε, μνημο­νεύσαμε καί σαν ικεσία μας κι’ ελπίδα μας προβάλαμε. 
Κι άν, σύμφωνα μέ τήν Δ' καί Ζ' Οικουμε­νική Σύνοδο, «οί Άγιοι έν Ούρανώ ύπέρ ημών εύχονται καί ευχόμενοι υπερασπίζουσιν καί βοηθουσιν ημών», εάν, λοιπόν, «ισχύει δέησις δικαίου ενεργουμένη», πόσο μάλλον ή δέηση της Θεοτόκου; ”
Αν οί Άγιοι είναι έλπίδες, πό­σο μάλλον η Παντάνασσα; Μά γιατί η μάρτυς Ίουστίνη «Παρθένον Μαρίαν ικέτευε βοηθήσαι παρθένω κινδυνεύουση» γιατί αυτή συ­νήγορος διά της υπακοής της είναι ενώπιον του Θρόνου της χάριτος γιά μας (Ειρηναίος). 
Αυτή τήν άλήθεια τονίζει και η αγιογραφία της Εκκλησίας μας με την Πλατυτέρα πού ίσταται μεταξύ Ουρανού καί γης μεσίτρια, άλλα και η Υμνολογία άπ’ τό Θεόδωρο τό Στουδίτη, μέ τους ύπερόχους υμνους του, μέ­χρι τό: Θεοτόκε ή Ελπίς πάντων των χριστια­νών.
Αδελφοί μου. Κάποτε στις αγγελίες των εφημερίδων είχε άναγραφεί η είδηση: Ζητείται ελπίς... Ζητείται έλπίς. Καί υπάρχει άρκεί νά τήν γυρέψουμε έκεί πού ύπάρχει. Όχι στή γη καί σ’ ανθρώπους. Άλλά στον Ούρανό, στό Θεό καί στή Θεοτόκο. 
Δέν θά μας γονατίσουν οί πειρασμοί καί θ’ απαλλαγούμε «τής προς άλλήλους άθυμίας» εάν περισσεύσουμε σέ έλπίδα χριστιανική. «Ούτω γάρ δύνασθε πληρωθήναι χαρας, έάν έλπίζητε». Η μεγαλύτερη περιουσία είναι η περιουσία τής χριστιανικής ελπίδας. 
Αυτή ξε­κουράζει καί ζεσταίνει τις ψυχές. Είναι γιά τήν ψυχή μας ό,τι ο ήλιος στή καρδιά του χει­μώνα. Τό κρύο νερό τής πηγής στο κατακα­λόκαιρο. Ας τή δεχτούμε. Ας παρακαλούμε νά σπαρεί σ’ όλες τις ανθρώπινες καρδιές, πού πεινούν γιά ελπίδα, πού διψούν γιά ελπίδα. Καί ή Θεοτόκος, η Μάνα των πικραμένων, των κουρασμένων, των απελπισμένων άς πρεσβεύει γιά όλους, ιδιαίτερα γιά τούς έλπίζοντες πρός τον Θεόν κι’ Αυτήν.

π. Θεόκλητος Φεφές, απο το Βιβλίο ''ΠΑΝΑΓΙΑ. Η ΜΕΣΙΤΡΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ''
https://inpantanassis.blogspot.com/

Χίλιες φορές Δόξα Σοι ο Θεός!!!




Ζούσε κάποτε ένα γεροντάκι, που ήταν εκ γενετής τυφλός. Κάθε μέρα δόξαζε τον Θεό για τα καλά και τα άσχημα της καθημερινότητάς του.
Προσευχόταν, έκανε μετάνοιες, κομποσχοίνι και εξομολογούταν συχνά. Ποτέ δεν παραπονέθηκε για το «πρόβλημά» του…
Κάποτε τον έπιασε μια βαριά και τρομερή αρρώστια, σφάδαζε από τους πόνους, αλλά και πάλι δόξαζε τον Θεό. Κάθε μέρα που περνούσε ο πόνος μεγάλωνε, αλλά εκείνος δόξαζε τον Θεό. Κάποια στιγμή τον συνάντησαν δυό καλογέρια που τον άκουγαν από μακριά να επικαλείται την Μεγαλόχαρη.
– Έλα γέροντα, κάνε υπομονή, πες Δόξα Σοι ο Θεός… Αυτός ξέρει για ποιο λόγο τα επιτρέπει όλα… του είπαν.
Ο γέροντας συνοφρυωμένος και με έντονη φωνή τους απήντησε:
– Μόνο μια φορά Δόξα Σοι ο Θεός; Χίλιες φορές Δόξα Σοι ο Θεός… Τι νομίζετε δηλαδή;; Για φαντάσου όμως να γίνω καλά, να μου δώσει ο Θεός μάτια και να βλέπω και να μου επιτρέψει σαρκικό πόλεμο, που έχει πετάξει τόσους από τα μοναστήρια…. Θα το άντεχα αυτό τότε;;;; Ξέρει ο Θεός τι μου στέλνει. Βεβαίως Δόξα Σοι ο Θεός!!!
Ο Θεός γνωρίζει καλύτερα τον λόγο που μας στέλνει κάθε δυσκολία και σε ποιον την στέλνει… Ας Τον δοξάζουμε καθημερινά και για τα εύκολα και για τα δύσκολα… Μέσα από τα δύσκολα αποφεύγουμε τα χειρότερα… Δόξα Σοι ο Θεός!

https://inpantanassis.blogspot.com/

Ο ΑΓΙΟΣ ΤΥΧΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΜΑΘΟΥΝΤΟΣ ΚΥΠΡΟΥ



«Ο άγιος Τύχων είχε ευσεβείς και φιλόχριστους γονείς. Αφιερώθηκε από αυτούς στον Θεό και αφού έμαθε τα ιερά γράμματα και μελέτησε καλά τις Γραφές, τάχθηκε πρώτα ως αναγνώστης στον λαό να διαβάζει τα λόγια και τα διδάγματα κι έπειτα λόγω της κατά πάντα αξιωσύνης του και της καθαρότητας και του ανεπίληπτου του βίου του χειροτονήθηκε διάκονος από τον Μνημόνιο, τον αγιότατο επίσκοπο Αμαθούντος. Όταν εκείνος έφυγε από τη ζωή, ο Τύχων ανήλθε στον επισκοπικό θρόνο από τον μεγάλο Επιφάνιο. Μετέστρεψε πολλούς από την πλάνη και τη ματαιότητα των ειδώλων προς την πίστη του Χριστού και Θεού μας, γκρέμισε και ανέτρεψε πολλούς ναούς των ειδώλων και ανήγειρε αντ᾽ αυτών θείους ναούς, τους οποίους  κατακόσμησε με θείες προσφορές και τους καθαγίασε, οπότε μετατέθηκε προς τον Κύριο, αφού επιτέλεσε πολλές θαυματουργίες ενόσω ζούσε στη ζωή αυτή, και συνεχίζει να επιτελεί και μετά τον θάνατό του. Από αυτές τις θαυματουργίες μία ή δύο, σαν δείγμα της αρετής του άνδρα, αξίζει να εκθέσει κανείς.
Όταν ακόμη ήταν στην αρχή της ζωής του, πήρε άρτους από τον πατέρα του για να τους πωλήσει στην αγορά (διότι αυτό ήταν το επάγγελμά του). Τους άρτους όμως αυτούς τους πρόσφερε στους φτωχούς. Το έμαθε ο πατέρας του κι επειδή το πήρε βαριά, τον έλεγξε με σκληρά λόγια. Ο Τύχων όμως  του είπε ότι δανείζει τους άρτους στον Θεό και ότι κατέχει γραμμάτιο από Αυτόν για να τους πάρει πίσω. Κι αμέσως ήλθε η απόδειξη των λόγων του φανερά, διότι οι αποθήκες του σίτου  βρέθηκαν πλήρεις, περισσότερο μάλιστα από τότε που ο πατέρας του έκανε τη συγκομιδή και πριν από την οποιαδήποτε εξαγωγή του. Κι αυτό μεν είναι μεγάλο θαύμα, για το οποίο υπάρχει όμως και κάποιος λόγος, γιατί και άλλοι έπραξαν παρόμοια: ο Θεός δηλαδή αυξάνει και προσφέρει τον σίτο, ώστε η ευεργεσία και η ελεημοσύνη και η δική μας να γίνεται πλούσια.
 Το άλλο δε μεγαλύτερο θαύμα, που είναι για τη δόξα του Θεού και δεν επιδέχεται σύγκριση με τίποτε άλλο, είναι αυτό: ο άγιος φύτευσε ένα ξερό κλήμα στη γη, το οποίο αμέσως ρίζωσε και βλάστησε πριν από τον καιρό του. Διότι πού έχει ακουστεί να βγει ώριμο σταφύλι στις 16 Ιουνίου, τότε που τελείται η μνήμη του αγίου; Αυτό το κλήμα λοιπόν, που έχει άγουρους ακόμη τους καρπούς πριν από τον καιρό του, τους δείχνει να μαυρίζουν και να ωριμάζουν, όταν αρχίζει η θεία υμνωδία και η λειτουργία για τον άγιο. Όταν όμως τελειώνει η ιερή θυσία και λειτουργία, τα σταφύλια τότε έχουν γίνει γλυκά και ώριμα και ευχάριστα για να τα φάει κανείς, προς δόξα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος».
Ο άγιος Τύχων ανήκει εκ καταγωγής στην αποστολική Εκκλησία της Κύπρου. Εκεί γεννήθηκε, εκεί μεγάλωσε, εκεί αγίασε, εκεί ετάφη. Η Κύπρος λοιπόν κατέχει το τίμιο και άγιο σώμα του, το οποίο αποτελεί για τους πιστούς πράγματι κρήνη ιαμάτων. «Η Κύπρος το σώμα σου, σοφέ, το άγιον ιαμάτων κρήνην κέκτηται» σημειώνει στην θ΄ ωδή του κανόνα του ο άγιος υμνογράφος Ιωσήφ. Ένας τόσο μεγάλος θαυματουργός άγιος θεραπεύει με τη χάρη του Θεού όλους τους προσερχομένους σ᾽ αυτόν εν πίστει. Κι είναι γνωστό ότι ο άγιος ενεργεί πολύ περισσότερο μετά την κοίμησή του παρά κατά τη διάρκεια της εδώ ζωής του. Διότι ελεύθερος από το φυσικό του σκήνωμα ῾πετά᾽ ως άγγελος οπουδήποτε υπάρχει η κλήση του και η ανάγκη των ανθρώπων, κατεξοχήν όμως εκεί που υπάρχουν τα άγια λείψανά του. «Η σορός των αγίων λειψάνων σου, την οποία κυκλοτερά υμνολογούμε, ιερότατε Τύχων, έχει αναδειχτεί ιατρείο των παθών» (ωδή η´). «Θεραπεύεις κάθε φορά τις νόσους αυτών που προσέρχονται με πίστει στα λείψανά σου, εσένα που είσαι ζωντανός, Τύχων αειμακάριστε» (κάθισμα όρθρου).
Δεν είναι όμως η Κύπρος μόνο που τον τιμά και τον γεραίρει. Κάθε πόλη και χώρα αναφέρεται στην αγιότητά του, όπως συμβαίνει και σε όλους τους αγίους. Οι άγιοι μπορεί να ανήκουν σαρκικά σε έναν τόπο, αποτελούν όμως ῾κτήματα᾽ κάθε τόπου και κάθε ανθρώπου που πιστεύει στον Χριστό και στους αγίους Του. Οι άγιοι δηλαδή έχουν οικουμενική και διαχρονική διάσταση. Κι αυτό σημαίνει ότι την εγγύτητά τους και την αγιαστική δύναμή τους την δέχεται ο κάθε πιστός, ανάλογα με τις προϋποθέσεις της καρδιάς του. Ο άγιος υμνογράφος σημειώνει επ᾽ αυτού: «κάθε πόλη και χώρα κηρύττει, Τύχων παμμακάριε αξιοθαύμαστε, τον βίο σου, τα θαύματα και τη φιλική σου σχέση προς τον Δεσπότη Χριστό» (ωδή θ´).
Ο άγιος Ιωσήφ δίνει ιδιαίτερη σημασία στο θαυματουργικό χάρισμα του αγίου Τύχωνα. Κι είναι εύλογο. Από παιδί χαριτώθηκε με τη θαυματουργία. Σημειώνει και αυτός το θαυμαστό γεγονός με τους άρτους και τον πολλαπλασιασμό του σίτου στις αποθήκες του πατέρα του αγίου. «Δεν ελλατώθηκε ο σίτος, όσο προσφερόταν στους φτωχούς με το χέρι σου, μακάριε, μάλλον δε ευλογείτο πολλαπλασίως, καθώς γέμιζαν με τη χάρη του Θεού τα άδεια δοχεία, παναοίδιμε» (ωδή δ´). Κι ακόμη περισσότερο: μνημονεύει το δεύτερο μεγάλο θαύμα με το αμπέλι και τα σταφύλια, θεωρώντας ότι όσο περνά ο καιρός τόσο και πιο θαυμαστό και λαμπρό αποδεικνύεται αυτό. «Φάνηκε το μεγάλο θαύμα σου, πάτερ Τύχων θαυμαστέ, το οποίο λαμπρύνεται με τα χρόνια. Διότι το αμπέλι κατά τη μνήμη σου, κάνει ώριμα σταφύλια, που δημιουργούν γλυκασμό ευφροσύνης στους πιστούς» (ωδή ζ´).
Ο άγιος Ιωσήφ όμως δίνει και την ερμηνεία της χάρης του θαυματουργείν του αγίου. Ο Θεός έδωσε τη χάρη αυτή, γιατί από παιδί ο άγιος είχε πολύ μεγάλη αγάπη προς τους συνανθρώπους του. Κι όπου υπάρχει πράγματι μεγάλη αγάπη, εκεί ο Θεός βρίσκει την κατάλληλη για τον κόσμο  ῾δίοδό᾽ Του. «Ανοίγοντας την καρδιά σου με συμπάθεια, Τύχων ένδοξε, έγινες πλούτος για τους πτωχούς και ένδυμα για τους γυμνούς και προστάτης των ορφανών» (ωδή δ´). Τι ήταν εκείνο όμως που έκανε τον άγιο από νωρίς να έχει τόσο ευαίσθητη καρδιά γεμάτη από την αγάπη του Χριστού; Ο Ιωσήφ ο υμνογράφος, μέγας ασκητικός διδάσκαλος και αυτός, με μεγάλη πείρα στην πνευματική ζωή, εύκολα διαπιστώνει: Ήταν η αγιασμένη εκ παιδός ζωή του αγίου, με την έννοια ότι αγωνίστηκε να ξεφύγει από τα αμαρτωλά πάθη της σάρκας και να παραμείνει στο θέλημα του Θεού, γενόμενος κατοικητήριο Εκείνου. «Καθόλου δεν νύσταξες πάνω στις ηδονές. Μάλλον ξεπέρασες ξύπνιος τη νύχτα του βίου, όσιε. Κι αφού κοίμισες τα πάθη της σάρκας, έφτασες ένθεα στο φως της απάθειας» (ωδή η´). «Ξέκλινες από το νηπιακό φρόνημα ήδη από την παιδική σου ηλικία, και υπέταξες τον παλαιό εφευρέτη της κακίας με τα τέλεια νοήματα, Τύχων» (ωδή η´).
Κι ένα βασικό στοιχείο που έκανε τον άγιο εκ παιδός να αγαπήσει τον Χριστό, πέρα της χριστιανικότητας των γονέων του, ήταν η αγάπη του για τους βίους των αγίων. Ο άγιος διάβαζε και μελετούσε τους βίους των προηγουμένων αγίων, τόσο που και στην Εκκλησία έγινε αναγνώστης για να διαβάζει το ευαγγέλιο και αυτούς. Και τι πιο φυσικό σε μία ψυχή καθαρή και αγνή ενός παιδιού να χαραχτούν τα ίχνη της χάρης του Θεού που προβάλλονται από τη ζωή των αγίων μας, και να τον παρακινούν σε μίμηση; «Μιμήθηκες τους βίους των αγίων – σημειώνει και πάλι ο υμνογράφος μας – σαν άγιος κι εσύ, θεόφρονα Τύχων θεόπνευστε, κι απέκτησες απάθεια ψυχής, γινόμενος οίκος του Θείου Πνεύματος» (ωδή γ´). Το ίδιο δεν έλεγε και στα χρόνια μας ο μέγας Πορφύριος ο καυσοκαλυβίτης; Ο πιο εύκολος τρόπος για να αγιάσει κανείς είναι να μελετά τους βίους των αγίων και να τους αναστρέφεται μέσα από τα υμνολογήματα της Εκκλησίας γι’ αυτούς!

https://pgdorbas.blogspot.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα




ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ι´ 9 - 15
9 Μὴ κτήσησθε χρυσὸν μηδὲ ἄργυρον μηδὲ χαλκὸν εἰς τὰς ζώνας ὑμῶν, 10 μὴ πήραν εἰς ὁδὸν μηδὲ δύο χιτῶνας μηδὲ ὑποδήματα μηδὲ ῥάβδον· ἄξιος γὰρ ἐστιν ὁ ἐργάτης τῆς τροφῆς αὐτοῦ. 11 εἰς ἣν δ’ ἂν πόλιν ἢ κώμην εἰσέλθητε, ἐξετάσατε τίς ἐν αὐτῇ ἄξιός ἐστι· κἀκεῖ μείνατε ἕως ἂν ἐξέλθητε. 12 εἰσερχόμενοι δὲ εἰς τὴν οἰκίαν ἀσπάσασθε αὐτήν λέγοντες· εἰρήνη τῷ οἰκῳ τούτῳ. 13 καὶ ἐὰν μὲν ᾖ ἡ οἰκία ἀξία, ἐλέθτω ἡ εἰρήνη ὑμῶν ἐπ’ αὐτήν· ἐὰν δὲ μὴ ᾖ ἀξία, ἡ εἰρήνη ὑμῶν πρὸς ὑμᾶς ἐπιστραφήτω. 14 καὶ ὃς ἐὰν μὴ δέξηται ὑμᾶς μηδὲ ἀκούσῃ τοὺς λόγους ὑμῶν, ἐξερχόμενοι ἔξω τῆς οἰκίας ἢ τῆς πόλεως ἐκείνης ἐκτινάξατε τὸν κονιορτὸν τῶν ποδῶν ὑμῶν. 15 ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀνεκτότερον ἔσται γῇ Σοδόμων καὶ Γομόρρας ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ἢ τῇ πόλει ἐκείνῃ.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ι´ 9 - 15
9 Μὴ ἀποκτήσετε χρυσᾶ, οὔτε ἀργυρᾶ, οὔτε χαλκᾶ νομίσματα, τὰ ὁποῖα νὰ φυλάττετε εἰς τὰς ζώνας σας. 10 Οὔτε σάκκον ν’ ἀποκτήσετε διὰ νὰ βάζετε εἰς αὐτὸν ψωμὶ διὰ τὸν δρόμον, ποὺ θὰ κάμετε.Οὔτε δύο ὑποκάμισα, οὔτε ὑποδήματα, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ πέδιλα, ποὺ θὰ φορῆτε, ἀλλ’ οὔτε καὶ ράβδον.Σᾶς εἶναι περιττὰ αὐτά.Διότι εἶσθε ἐργάται, ποὺ ἐργάζεσθε διὰ τὴν πνευματικὴν ὠφέλειαν τῶν ἀνθρώπων καὶ ὁ ἐργάτης εἶναι δίκαιον νὰ λαμβάνῃ τὴν τροφήν του ἀπὸ ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους μοχθεῖ. 11 Εἰς ὅποιαν δὲ πόλιν ἢ χωρίον μεταβῆτε, ἐξετάσατε ποῖος εἶναι εἰς αὐτὴν μὲ καλὴν ὑπόληψιν ἄξιος νὰ σᾶς φιλοξενήσῃ.Καὶ εἰς τὸ σπίτι ἐκείνου μείνατε, ἕως ὅτου ἀναχωρήσετε ἀπὸ τὴν πόλιν ἐκείνην. 12 Ὅταν δὲ ἐμβαίνετε εἰς τὸ σπίτι τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ σᾶς τὸν ἐσύστησαν ὡς ἄξιον, δώσατε χαιρετισμὸν καὶ εὐχὴν εἰς αὐτὸ λέγοντες· Ἂς ἔλθῃ εἰρήνη εἰς τὸ σπίτι αὐτό. 13 Καὶ ἐὰν μὲν οἱ κατοικοῦντες εἰς τὸ σπίτι αὐτὸ ἀποδειχθοῦν ἄξιοι τοῦ εὐαγγελίου διὰ τῆς πίστεως μὲ τὴν ὁποίαν θὰ τὸ δεχθοῦν, ἂς ἔλθῃ ἡ εἰρήνη, τὴν ὁποίαν τοῦ ηὐχήθητε, εἰς αὐτούς.Ἐὰν ὅμως δὲν εἶναι ἄξιοι, ἡ εἰρήνη σας ἂς ἐπιστρέψῃ εἰς σᾶς καὶ ἂς αὐξηθῇ ἔτσι ἡ εἰρήνη, τὴν ὁποίαν ἔχετε. 14 Καὶ ὅποιος δὲν σᾶς δεχθῇ μηδὲ ἀκούσῃ τοὺς λόγους σας, καθὼς θὰ βγαίνετε ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι του ἢ ἀπὸ τὴν πόλιν ἐκείνην, ποὺ δὲν σᾶς ἐδέχθη, τινάξατε καλὰ τὴν σκόνην, ποὺ ἐπῆραν τὰ πόδια σας ἀπὸ τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὥστε τίποτε ἀπὸ αὐτοὺς νὰ μὴ μείνῃ ἐπάνω σας, ἀλλὰ καὶ εἰς σημεῖον, ὅτι δὲν ἔχετε πλέον καμμίαν σχέσιν μαζί των. 15 Ἀληθῶς σᾶς λέγω, ὅτι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς κρίσεως θὰ εἶναι περισσότερον ἐπιεικὴς ἡ τιμωρία δι’ ἐκείνους, ποὺ ἔζησαν εἰς τὴν χώραν τῶν Σοδόμων καὶ τῶν Γομόρρων, παρὰ διὰ τὴν πόλιν ἐκείνην, ποὺ δὲν ἐδέχθη τοὺς ἀπεσταλμένους μου.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Η εν­το­λή που έδω­σε ο Χρι­στός, εί­ναι να γί­νου­με Άγιοι. Αυ­τός εί­ναι ο σκο­πός του αν­θρώ­που. Δεν είπε ο Χρι­στός να γί­νει ο άν­θρω­πος ερ­γο­λά­βος, βιο­μή­χα­νος και επι­χει­ρη­μα­τί­ας. Και Άγιος γί­νε­ται ο άν­θρω­πος, μόνο μέσα στην Εκ­κλη­σία. Ο άν­θρω­πος δεν μπο­ρεί από μό­νος του να αγιά­σει. Αγιά­ζει μόνο μέσα στην Εκ­κλη­σία, συμ­με­τέ­χον­τας στα Μυ­στή­ριά της. Η ζωή των Αγί­ων, εί­ναι το Ευαγ­γέ­λιο στην πρά­ξη.

Δημήτριος Παναγόπουλος