Σάββατο 30 Μαΐου 2026

Το μοναδικό που πρέπει να κάνουμε πίσω από την πλάτη του συνανθρώπου μας, είναι να προσευχόμαστε γι΄ αυτόν




Το μοναδικό που πρέπει να κάνουμε πίσω από την πλάτη του συνανθρώπου μας,
είναι να προσευχόμαστε γι΄ αυτόν…
Πόσο, μα πόσο πολύ απέχουμε Χριστέ μου…
Δώσε μας Κύριε τη δύναμη να το πετύχουμε στο ελάχιστο που μπορούμε …
Με τη δική Σου βοήθεια …

Άγιος Παΐσιος
https://www.askitikon.eu/

Ο άγρυπνος μοναχός και οι 100 Θείες Λειτουργίες το 24ωρο στο Άγιο Όρος




Κάθε βράδυ σε κάθε μοναστήρι του Αγίου Όρους τουλάχιστον ένας μοναχός μένει άγρυπνος όλη τη νύχτα προσευχόμενος για όσους δεν μπορούν να ξαγρυπνήσουν.
Το Άγιον Όρος είναι ένας τόπος όπου επί 1.000 και πλέον χρόνια τελούνται τουλάχιστον 100 Θείες Λειτουργίες κάθε 24ωρο.
Εν τέλει το Άγιον Όρος, το περιβόλι της Παναγίας μας είναι μια ακοίμητη κανδήλα, μια διαρκής προσευχή προς τον Κύριο για όλο τον κόσμο
Απόψε το βράδυ όσοι από εμάς μπορούμε ας πούμε μια αυτοσχέδια προσευχή για όλους αυτούς τους ανθρώπους ειδικά τους ακοίμητους που προσεύχονται για όσους έχουν ανάγκη
Απ’ την καρδιά μου λέω: Κύριε Ιησού Χριστέ, Αναστημένε και Παντοδύναμε Θεέ μας φρόντιζε, προστάτευε, ενίσχυε, φώτιζε και χαρίτωνε τους δούλους σου αυτούς τους Μοναχούς του Αγίου Όρους, του ευλογημένου αυτού τόπου που αφιέρωσες στην Παναγία Μητέρα σου και βοήθα όσους έχουν ανάγκη το βράδυ αυτό: τους αρρώστους στα νοσοκομεία και ειδικά στις εντατικές μονάδες, τους φυλακισμένους, τους μοναχικούς ανθρώπους, τους ανέργους, τα ορφανά, τις χήρες, τους αστέγους, τους φρουρούς της πατρίδας μας.
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον τους δούλους σου. Καλό ξημέρωμα σε όλους τους αδελφούς και τις αδελφές μας.

https://www.askitikon.eu/

Άγιος Ισαάκιος Δαλμάτων ο Ομολογητής




Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού
       Μια πολύ δύσκολη εποχή για την Εκκλησία μας υπήρξε ο 4ος αιώνας, κατά τον οποίο δεινοπάθησε από την φοβερή αίρεση του αρειανισμού. Το δυστύχημα ήταν ότι υποστηρικτές της αιρέσεως καταστάθηκαν και κάποιοι βυζαντινοί αυτοκράτορες, καταδιώκοντας τους Ορθοδόξους. Την περίοδο αυτή αναδείχτηκαν μεγάλοι Πατέρες και ομολογητές, οι οποίοι αντέκρουσαν την κακοδοξία και αγωνίστηκαν για την σώζουσα ορθόδοξη πίστη. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Ισαάκιος ο Ομολογητής και ηγούμενος της Μονής Δαλμάτων. 
       Δε γνωρίζουμε πολλά για τη ζωή του αγίου Ισαακίου. Καταγόταν από τα μέρη της Συρίας και γεννήθηκε στα τέλη 3ου ή στις αρχές του 4ου αιώνα. Ήταν ενάρετος άνθρωπος και ασπάσθηκε τον μοναχικό βίο από τα νεανικά του χρόνια. Μάλιστα αξιώθηκε να γίνει ηγούμενος της περίφημης Μονής Δαλμάτων και ζούσε με προσευχή, νηστεία, αγρυπνία και μελέτη των Αγίων Γραφών και των συγγραμμάτων των Πατέρων της Εκκλησίας μας. Διακρίνονταν για την βαθειά του προσήλωση στην ορθόδοξη πίστη, η οποία είναι συνώνυμη με τη σωτηρία, σε αντίθεση με την πλάνη και την αίρεση, η οποία οδηγεί στην απώλεια.
       Στα χρόνια που βασίλευε στην Ανατολή ο αυτοκράτορας Ουάλης (364-378), αναγκάστηκε να φτάσει στην Κωνσταντινούπολη. Βρισκόμαστε στην εποχή που η αίρεση του Αρείου, η οποία αρνούνταν τη Θεότητα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και φυσικά το δόγμα της Αγίας Τριάδος, παρά την καταδίκη της από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο (325), βρισκόταν σε έξαρση. Όπως είναι γνωστό ο Ουάλης υπήρξε φανατικός οπαδός και υποστηρικτής του αρειανισμού και καταδίωκε με μίσος τους Ορθοδόξους. Είχε φτάσει δε στο σημείο να κλείσει το μεγαλύτερο μέρος των ορθοδόξων ναών, ώστε να μη μπορούν να ασκήσουν τις λατρευτικές τους ανάγκες. 
      Αξίζει να τονίσουμε το γεγονός ότι οι αιρετικοί αρειανοί διακατέχονταν από έναν τυφλό φανατισμό, ο οποίος τους οδηγούσε σε ακραίες πρακτικές. Δε δίσταζαν να αρπάζουν τους ναούς των ορθοδόξων, να συμπεριφέρονται βάναυσα κατά των κληρικών, να τους βασανίζουν, να τους εξορίζουν, ακόμα και να τους θανατώνουν. Θυμίζουμε, πως το 380, οι αρειανοί της Κωνσταντινουπόλεως είχαν επιτεθεί κατά του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, με σκοπό να τον φονεύσουν, ο οποίος σώθηκε εκ θαύματος από βέβαιο θάνατο.  
      Εκείνες τις μέρες ο Ουάλης προετοιμάζονταν να εκστρατεύσει κατά των βαρβάρων φοιδεράτων Γότθων, οι οποίοι είχαν εγκατασταθεί στη Θράκη και τη Μοισία και προξενούσαν σε όλη τη Βαλκανική μεγάλες καταστροφές στους πληθυσμούς των περιοχών αυτών. Είχαν στασιάσει και μάλιστα απειλούσαν να καταλάβουν και αυτή την Κωνσταντινούπολη. Ο Ουάλης, μπροστά σε αυτή τη δύσκολη κατάσταση, ακύρωσε προγραμματισμένη εκστρατεία στην Αρμενία και στράφηκε στην Αδριανούπολη, το κέντρο της εξέγερσης, να καταστείλει την στάση των Γότθων.
        Ο Ισαάκιος, ενοχλημένος από την εκκλησιαστική πολιτική του Ουάλη, πριν φύγει για την εκστρατεία, ζήτησε επίμονα να τον συναντήσει και να του ζητήσει να πάψει να διώξει τους ορθοδόξους και να ανοίξει του ναούς τους. Αλλά ο φανατικός αιρετικός αυτοκράτορας έμεινε αμετάπειστος. Γι’ αυτό ο Ισαάκιος τον προειδοποίησε, πως αν δεν ανοίξει τους ναούς, θα πάει στον πόλεμο και θα πέσει στα χέρια των εχθρών και θα χαθεί. 
        Τα λόγια και το θάρρος του Ισαακίου εξόργισαν τον οργίλο αυτοκράτορα, ο οποίος έδωσε διαταγή να τον μαστιγώσουν ανηλεώς και να τον ρίξουν σε ένα απόκρημνο βάραθρο, στ’ αγκάθια. Ο Ισαάκιος υπόμεινε με καρτερία το μαρτύριο. Αλλά μόλις συνήρθε, γεμάτος πληγές και αίματα, έτρεξε και πάλι κοντά στον αυτοκράτορα, έπιασε το χαλινό του αλόγου του και του επεσήμανε την επερχόμενη καταστροφή του. Τότε ο Ουάλης τον παρέδωσε στους υποτακτικούς του Σατορνίνο και Βίκτωρα να τον φυλακίσουν, μέχρι που θα γυρνούσε, όπως πίστευε, νικητής. Να διαψεύσει τις προρρήσεις του και να τον εξευτελίσει.  Ο Ισαάκιος του είπε «αν  εσύ γυρίσεις ειρηνικά τότε πάει να πει πως δε μίλησε σε μένα ο Θεός. Αλλά σου λέω και πάλι, πως θα ξεφύγεις από τους εχθρούς, θα εγκαταλειφτείς και φωτιά θα καταστρέψει τη ζωής σου». 
        Ο Ουάλης δεν έδωσε πλέον σημασία στα λόγια του Ισαακίου, πήγε στην εκστρατεία, η οποία όμως, δυστυχώς, κατέληξε σε καταστροφή. Στη φοβερή μάχη της Αδριανούπολης (9-8-378) νικήθηκε οικτρά ο βυζαντινός στρατός, τράπηκε σε φυγή, αφήνοντας πίσω του χιλιάδες νεκρούς. Μεταξύ των άτακτων φυγάδων στρατιωτών ήταν και ο Ουάλης, με τον υπασπιστή του Πραιπόσιτο, ο οποίος ήταν και αυτός φανατικός αρειανός και συκοφαντούσε στον αυτοκράτορα τους ορθοδόξους. Για να γλυτώσουν, κατέφυγαν σε έναν αχυρώνα. Αλλά οι Γότθοι τους αντιλήφτηκαν και έβαλαν φωτιά και τους κατέκαψαν. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, αυτή ήταν η χειρότερη ήττα των ρωμαϊκών στρατευμάτων από την εποχή της φονικής μάχης του Τευτοβούργιου Δρυμού. Σε αυτή έπεσαν οι πλέον έμπειροι αξιωματικοί και οπλίτες, τους οποίους στερήθηκε η ρωμαϊκή στρατιωτική μηχανή. Το χειρότερο, απ’ όλα, είναι ότι ο διάδοχος του Ουάλη Θεοδόσιος Α΄ (378-395) αναγκάστηκε να κάνει ταπεινωτικές παραχωρήσεις στους Γότθους. 
          Όταν έγινε γνωστός ο τραγικός θάνατος του Ουάλη, βγήκαν αληθινές οι προρρήσεις του αγίου Ισαακίου. Ο νέος αυτοκράτορας Θεοδόσιος άλλαξε εκκλησιαστική πολιτική και υποστήριξε τους Ορθοδόξους και απελευθέρωσε τους φυλακισμένους για την πίστη τους κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς. Μαζί τους απελευθερώθηκε και ο Ισαάκιος, ο οποίος αναχώρησε για τη Μονή του, όπου έζησε τον υπόλοιπο βίο του με ησυχία και γαλήνη. 
        Το 381 έλαβε μέρος στην Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, συμβάλλοντας τα μέγιστα για την επιτυχία της. Κοιμήθηκε το 396, σε βαθύ γήρας, αφού πριν είχε προαισθανθεί το τέλος της επί γης ζωής του και είχε ορίσει ως διάδοχό του, ηγούμενο στη Μονή, τον Δαλμάτιο. Η μνήμη του τιμάται στις 30 Μαΐου, καθώς και στις 3 Αυγούστου, μαζί με τον άγιο Δαλμάτιο.

https://www.nyxthimeron.com/

Σκέψεις Ψυχοσαββάτου και η αναγκαιότητα των Μνημοσύνων



Γράφει ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας
Το Ψυχοσάββατο είναι μια ημέρα σιωπηλής φωνής και συνομιλίας με το πέραν των Ορωμένων. Είναι το Σάββατο των ψυχών: των προσφιλών, των λησμονημένων, των γνωστών και αγνώστων, των κεκοιμημένων όλων των αιώνων. Μια ημέρα, κατά την οποίαν η Εκκλησία, «ον τρόπον επισυνάγει όρνις τα νοσσία εαυτής υπό τας πτέρυγας» (Ματθ. 23,3), δηλαδή ως μάνα στοργική, σηκώνει τα μάτια της προς τον Ουρανό και αναφωνεί προσευχητικά: «Μνήσθητι, Κύριε, ὡς ἀγαθὸς τῶν δούλων σου, καὶ ὅσα ἐν βίῳ ἥμαρτον, συγχώρησον· οὐδεὶς γὰρ ἀναμάρτητος, εἰμὴ σὺ ὁ δυνάμενος, καὶ τοῖς μεταστᾶσι δοῦναι τήν ἀνάπαυσιν».
Στεκόμαστε εδώ σήμερα, αφενός μεν για να θυμηθούμε, αφετέρου δε (και κυρίως) για να επι-κοινωνήσουμε με όσους κοιμούνται τον αιώνιο ύπνο. Διότι εντός της Εκκλησίας συνυπάρχουν ταυτόχρονα παρελθόν, παρόν και μέλλον. Και όλα εντός της Αιωνιότητος. Οι Απόντες Κεκοιμημένοι είναι Παρόντες μέσα στην καρδιά μας, στο μυστήριο της Θείας Λειτουργίας, στον άρτο και τον οίνο που μεταβάλλονται σε Σώμα και Αίμα Χριστού, όχι μόνο για εμάς τους ζώντες, αλλά και γι' Αυτούς στην θριαμβεύουσα Εκκλησία.
Η εορτή της Πεντηκοστής βρίσκεται επί θύραις. Η επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, το υπερφυές γεγονός που έδωσε πνοή Ζωής στην Εκκλησία δηλαδή, σπάζοντας τα φράγματα των λαών και των εποχών, ήδη επίκειται! Κι εμείς, μια-δυο μέρες νωρίτερα, τιμάμε τους Κεκοιμημένους. Γιατί; Διότι το Άγιο Πνεύμα χορηγήθηκε μεν στους ζωντανούς, αλλά και στην καθ' όλου Εκκλησία — ζώντες και τεθνεώτες, επί γης και εν τοις ουρανοίς. Δεν υπάρχει τόπος ή κατάσταση, όπου να μην έχει διαχυθεί η κοινωνία του Αγίου Πνεύματος, νοηματοδοτώντας και δροσίζοντας κάθε ύπαρξη!
Η Εκκλησία ουδόλως καταστέλλεται από τον θάνατο, αλλά βιώνει την Ανάσταση. Η λήθη νικάται από τη Μνήμη. Γι’ αυτό τελεί τα Μνημόσυνα. Όχι από συνήθεια. Όχι για τα "κόλλυβα" ή για να "ξεχρεώσουμε", κατά το έθιμο. Αλλά για να εκφράσουμε το πιο ανθρώπινο και ταυτόχρονα το πιο θεϊκό συναίσθημα: την Αγάπη.
Κάθε Μνημόσυνο είναι μία δυνατή - αγαπητική φωνή της ψυχής μας προς τους Φευγάτους: «Δεν σε ξέχασα. Δεν σε άφησα μονάχο. Δεν είσαι απών για μένα». Με άλλα λόγια, είναι προσφορά πίστεως και ελπίδος. Είναι το δάκρυ που εξαγιάζεται. Είναι η βεβαιότητα ότι, όπως το λιβάνι ανεβαίνει, έτσι και η προσευχή μας ανέρχεται προς τις Ψυχές και γίνεται ανακουφιστική παρηγορία γι' αυτές.
Σήμερα, ίσως περισσότερο από ποτέ, οι άνθρωποι ξεχνούν. Βιάζονται. Τρέχουν. Δεν μνημονεύουν. Δεν αφιερώνουν χρόνο για μια απλή προσευχή, ένα κερί, μια λειτουργία υπέρ αναπαύσεως. Όμως η Εκκλησία μάς διδάσκει: ό,τι κάνουμε για τους κεκοιμημένους, είναι πράξη ζωής, συνέχειας της ζωής.
Η μνήμη τους καθαρίζει τον νου μας. Η προσευχή γι’ αυτούς μαλακώνει την ενδεχόμενη σκληροκαρδία μας. Η ανάμνησή τους μάς ενώνει επί το αυτό. Και το Μνημόσυνο που κάνουμε σήμερα, αργότερα θα το κάνουν άλλοι για εμάς.
Μη λησμονείτε, αγαπητοί! Όχι μόνο τους γονείς ή τους συγγενείς. Μνημονεύετε όλους. Τους λησμονημένους, τους αβάπτιστους, τους πονεμένους, τους άσημους, κυρίως δε τους εχθρούς. Τούτο χαρακτηρίζει τους Χριστιανούς, ξεχωρίζοντά τους από τις όποιες άλλες συλλογικότητες: Η μνημόνευση των εχθρών, με αισθήματα καταπράυνσης των παθών ή λαθών και -γιατί όχι;- αγάπης! Η Εκκλησία έχει τόπο και τρόπο για όλους! Χωράει όλους! Συν-χωρούνται άπαντες! Διότι μπροστά στον Θεό, δεν υπάρχουν "γνωστοί" και "άγνωστοι", "βασιλεύς ή στρατιώτης, πλούσιος ή πένης". Υπάρχουν μόνον πρόσωπα που πλάστηκαν από αγάπη, την αυτοΑγάπη που ΕΙΝΑΙ ο Θεός και πορεύονται προς την Αιωνιότητα!
Ας αφήσουμε, λοιπόν, σήμερα, την καρδιά μας να μνημονεύσει. Να δακρύσει. Να αγαπήσει. Να πει σιγανά: «Ανάπαυσον, Κύριε, τας ψυχάς των δούλων Σου, ένθα ουκ έστι πόνος, ου λύπη, ου στεναγμός, αλλά ζωή ατελεύτητος». Και, όπως τιμάμε σήμερα εκείνους που προηγήθηκαν, ας ευχηθούμε κι εμείς να βρεθούμε μέσα στο φως Του, ενώ κάποιοι μεταγενέστεροι θα μνημονεύουν -ελπίζουμε- κι εμάς!

Αιωνία η μνήμη πάντων και πασών!

https://www.nyxthimeron.com/

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟΝ (Παραμονή ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ)



Είναι γνωστό ότι για την Εκκλησία μας, μολονότι το κάθε Σάββατο το έχει αφιερωμένο στους αγίους μάρτυρες και στους κεκοιμημένους πιστούς της, δύο είναι τα ψυχοσάββατα: αυτό της παραμονής της Κυριακής των Απόκρεω και αυτό της παραμονής της αγίας Πεντηκοστής. Γι’  αυτό και κατά τις δύο αυτές ημέρες ακούμε το συναξάρι να σημειώνει: «Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνείαν πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς, ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου, οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν» (Την ίδια ημέρα, οι θειότατοι Πατέρες θέσπισαν να θυμόμαστε όλους τους απαρχής ευσεβώς κεκοιμημένους, αυτούς δηλαδή που έφυγαν από τον κόσμο αυτόν με την ελπίδα της αναστάσεως της αιώνιας ζωής).
Για την Εκκλησία οι κεκοιμημένοι δεν αποτελούν τμήμα του κόσμου που «τελείωσε και έφυγε» – ό,τι πιστεύουν πολλοί που την ύπαρξή τους την έχουν περικλείσει στα ασφυκτικά πλαίσια του κόσμου τούτου, γιατί έχουν διαγράψει τον Θεό και τον Χριστό από τη ζωή τους. Οι κεκοιμημένοι συνιστούν οργανικό κομμάτι της Εκκλησίας, κομμάτι δηλαδή του σώματος του Χριστού, διότι ο θάνατος δεν είναι η θύρα που οδηγεί στην ανυπαρξία, αλλά η θύρα που εκβάλλει στην αγκαλιά του Χριστού. Όπως οι πιστοί ζούμε στην αγκαλιά αυτή στον κόσμο τούτο, το ίδιο και ακόμη περισσότερο συμβαίνει και την ώρα του θανάτου μας και μετέπειτα. Μας το λέει με άμεσο τρόπο ο απόστολος Παύλος, βασισμένος βεβαίως στην Ανάσταση του ίδιου του Κυρίου Ιησού Χριστού: «ἐάν τε ζῶμεν, ἐάν τε ἀποθνῄσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν» (είτε είμαστε στη ζωή αυτή είτε φεύγουμε από τη ζωή αυτή, στον Κύριο ανήκουμε).
Κι είναι ευνόητο: ο Κύριος ως Παντοκράτωρ, ως Δημιουργός και Προνοητής και Κυβερνήτης του κόσμου όλου, ως «ὁ ἐξ Οὗ καί δι’ Οὗ καί εἰς Ὅν τά πάντα ἔκτισται», μᾶς δίνει τη δυνατότητα να ζούμε και εδώ στον κόσμο τούτο ψυχοσωματικά, αλλά και μετά τον θάνατό μας ως ψυχές, πολύ περισσότερο έπειτα μετά τη Δευτέρα Του Παρουσία που θα αναστήσει τα σώματά μας για να ενωθούν και πάλι με τις ψυχές μας, ώστε ολόκληροι να ζούμε μέσα στην παρουσία Του, είτε θετικά (Παράδεισος) είτε δυστυχώς αρνητικά (Κόλαση). Αν υπάρχει δηλαδή και υφίσταται η ζωή, όπως όντως συμβαίνει, αυτό οφείλεται στην πηγή της που είναι ο ίδιος ο Θεός. «Ὅτι παρά Σοί πηγή ζωῆς». «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδός καί ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή». Ο Κύριος είναι ο Θεός των ζώντων και των κεκοιμημένων.
Αυτούς λοιπόν τους κεκοιμημένους, ιδίως τους εν πίστει κεκοιμημένους, θυμόμαστε τα Σάββατα και κατεξοχήν τα ψυχοσάββατα, σαν το σημερινό, με σκοπό αφενός να προσευχηθούμε για την εν Κυρίῳ ανάπαυσή τους – ως άνθρωποι μπορεί να μην είχαν ολοκληρώσει τη μετάνοιά τους – αφετέρου να προκληθούμε οι εν κόσμῳ ακόμη ευρισκόμενοι ώστε να βαθύνουμε τη μετάνοιά μας, να νιώσουμε ενόψει του ορίου του θανάτου ότι η αληθινή ζωή είναι η ζωή που έχει αιώνιο χαρακτήρα και δεν είναι αυτή που εκτρέφει απλώς τα πάθη μας, κατεξοχήν τον εγωισμό και τα όποια παρακλάδια του - να προσανατολίσουμε την καρδιά και τη σκέψη μας στην εντολή του Κυρίου «ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην Αὐτοῦ καί ταῦτα πάντα (όλα τα απαραίτητα για τα προς το ζην) προστεθήσεται ὑμῖν».
Και πρέπει να τονίσουμε ότι τα δύο αυτά: προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων, πρόκληση να μετανοήσουμε αληθινά, δεν είναι απλώς προσθετικές καταστάσεις με την έννοια  να κάνουμε το ένα, αλλά ευκαιρία να κάνουμε και το άλλο. Κι αυτό γιατί το ένα συνιστά προϋπόθεση του άλλου. Μετανοώ σημαίνει ότι αλλάζω νου, αλλάζω τρόπο θέασης των πραγμάτων, αλλάζω ζωή – επιστρέφω προς τον Θεό μένοντας πάνω στο άγιο θέλημά Του, την αγάπη. Κι αυτό θα πει ότι αρχίζω, κατά την αναλογία της μετάνοιάς μου, να αγαπώ σωστά και τον Θεό και τον συνάνθρωπό μου, τον συνάνθρωπο μάλιστα που ευρίσκεται όπου γης αλλά και σε οποιοδήποτε βάθος χρόνου. Μη ξεχνάμε ότι κατά την πίστη μας ο χριστιανός συνιστά «μίμημα Χριστού» ως κατ’ εικόνα Εκείνου δημιουργημένος, συνεπώς το φρόνημα Χριστού που περιέκλειε μέσα Του σύμπασα την ανθρωπότητα, τοπικά και χρονικά, αποτελεί όριο και του κάθε χριστιανού, οπότε και ο μετανοών χριστιανός τον όποιο συνάνθρωπο, στην όποια τοπική αλλά και χρονική έκταση, τον περικλείει στην ύπαρξή του, θεωρώντας τον οργανικό κομμάτι δικό του. Η προσευχή του λοιπόν και για τους κεκοιμημένους είναι όχι απλώς ευκταία κατάσταση, αλλά δεδομένη πραγματικότητα της συνείδησής του, οφειλή που χωρίς αυτήν εκπίπτει σχεδόν από την πίστη του. «Ἀγαπήσεις τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν».
Κι η Εκκλησία μας λοιπόν με αφορμή το όριο του θανάτου όπως είπαμε μάς καλεί σε μετάνοια, σ’ αυτήν την απεραντοσύνη της εν Κυρίῳ εμπειρίας της, στην αληθινή ζωή με βάση τις εντολές του Θεού. Γιατί είναι δυστυχώς πολύ εύκολο στον κόσμο τούτο που ευρισκόμαστε, τον πεσμένο στην αμαρτία, να εκτραπούμε από την Οδό του Χριστού και να προσκολληθούμε στα πάθη μας που ελκύονται από τη γοητεία της σαρκολατρείας του κόσμου. Ένας ύμνος μάλιστα από τους πολλούς που μας προσφέρει είναι πολύ χαρακτηριστικός για την αποτίναξη της πλάνης των αισθήσεων και το άνοιγμα των οφθαλμών στην όντως πραγματικότητα του Θεού.
«Πάντες οἱ τῷ βίῳ προστετηκότες, δεῦτε ἐν τοῖς τάφοις ἐξεστηκότες, ἐγκύψατε, ἴδετε τοῦ κόσμου τήν ἀπάτην∙ ποῦ νῦν τοῦ σώματος τό κάλλος καί ἡ δόξα τοῦ πλούτου; Ποῦ δέ ἡ ἔπαρσις τοῦ βίου; Ὄντως μάταια πάντα∙ διό κράξωμεν πρός τόν Σωτῆρα∙ Οὕς ἐξελέξω ἐκ τῶν προσκαίρων ἀνάπαυσον, διά τό μέγα σου ἔλεος».
(Όσοι είστε προσκολλημένοι εμπαθώς στη ζωή αυτή, εμπρός σκύψτε προσεκτικά πάνω στους τάφους έκθαμβοι και δείτε την απάτη του κόσμου. Πού είναι τώρα η ομορφιά του σώματος και  η δόξα του πλούτου; Πού είναι η αλαζονεία της ζωής; Πράγματι, όλα είναι μάταια. Γι’ αυτό ας φωνάξουμε δυνατά προς τον Σωτήρα Χριστό: Αυτούς που πήρες από τα πρόσκαιρα ανάπαυσέ τους, λόγω του μεγάλου Σου ελέους).
Αναφέρεται σε όλους εμάς που δεν βρισκόμαστε στο κανονικό επίπεδο των αληθινών υιών: να είμαστε προσκολλημένοι στον Κύριο από την αγάπη μας γι’ Αυτόν. Προσκολλημένοι συχνά – ή ίσως διαρκώς; - στις μέριμνες του βίου, γοητευμένοι από τα πάθη μας, ξεχνάμε το ουσιαστικότερο για τη σωτηρία μας: την αιώνια ζωή ως ζωντανή σχέση με τον Θεό. Κι έρχεται η επαφή μας με τους τάφους, λόγω και της ημέρας, να θυμηθούμε ότι τελικά ό,τι κάνουμε και επιδιώκουμε στη ζωή αυτή, αν δεν χρωματίζεται από τον Χριστό, είναι μάταιο (ομορφιά, πλούτος, θέσεις, αξιώματα). Πόσο θα πρέπει να θυμόμαστε τα λόγια της Γραφής ήδη από την Παλαιά Διαθήκη: «Ματαιότης ματαιοτήτων, τά πάντα ματαιότης». Καί: «μιμνῄσκου τά ἔσχατά σου καί οὐ μή ἁμάρτῃς εἰς τόν αἰῶνα» (θυμήσου το τέλος σου και ποτέ δεν θα αμαρτήσεις). Αν δεν μας κινεί η αγάπη του Θεού, τουλάχιστον ας μας κινεί ο φόβος του θανάτου. Μπορεί να μην είναι ό,τι καλύτερο, τουλάχιστον όμως μπορεί να αποβεί σωτήριο.

https://pgdorbas.blogspot.com/

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΣΑΑΚΙΟΣ ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΩΝ ΔΑΛΜΑΤΩΝ



«Ο όσιος Ισαάκιος προερχόταν εξ Ανατολών. Όταν έφτασε στο Βυζάντιο, κατά τους χρόνους του αρειανόφρονα Ουάλεντα, ο Ουάλης αναχωρούσε έχοντας ξεκινήσει πόλεμο κατά των Γότθων. Τον συνάντησε λοιπόν αυτός ο μακάριος, συμβουλεύοντάς τον και προτρέποντάς τον να ανοίξει τις Εκκλησίες των ορθοδόξων. Επειδή ο βασιλιάς δεν πείσθηκε, τον πρόφθασε πάλι και τον προέτρεπε τα ίδια, λέγοντας να ανοίξει τις Εκκλησίες και να τις δώσει πίσω στους ορθοδόξους, διαφορετικά θα ξεφύγει κατά τον πόλεμο από τους εχθρούς, αλλά θα χαθεί. Ο βασιλιάς όμως δυσανασχέτησε λόγω της παρρησίας και του θάρρους του άνδρα και διέταξε να τον μαστιγώσουν και να τον ρίξουν σε αγκάθια. Πάλι όμως τον πρόφθασε ο άγιος για τρίτη φορά, κράτησε το χαλινάρι του αλόγου του και του  επισήμανε τον  ολοκληρωτικό όλεθρό του, αν δεν δώσει πίσω τις Εκκλησίες των Χριστιανών. Τότε εξοργίστηκε ο βασιλιάς και τον παρέδωσε στον Σατορνίνο και τον Βίκτωρα με την εντολή να τον φυλακίσουν μέχρι την ειρηνική επάνοδό του. Του είπε λοιπόν ο άγιος: “Αν εσύ επιστρέψεις ειρηνικά, τότε θα πει ότι δεν μίλησε σε εμένα ο Θεός. Όμως θα ξεφύγεις από τους εχθρούς σου, θα εγκαταλειφθείς και με φωτιά θα δεχτείς την καταστροφή της ζωής σου”.
Όταν πράγματι στον πόλεμο έτυχε να ηττηθεί, κατέφυγε σε αχυρώνα μαζί με τον Πραιπόσιτο, ο οποίος είχε πέσει και αυτός στη νόσο της κακοδοξίας του Αρείου και μάλιστα ερέθιζε πάντοτε τον βασιλιά κατά των ορθοδόξων. Σ᾽ αυτόν τον αχυρώνα παραδόθηκαν στη φωτιά από τους Γότθους. Για την πρόρρησή του αυτή λοιπόν  και για την παρρησία του, όπως και για την ορθόδοξη ομολογία του ο άγιος δοξάστηκε, κι αφού πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του στην Κωνσταντινούπολη, εξεδήμησε προς τον Κύριο».
Μπορεί το συναξάρι του οσίου Ισαακίου να μένει αποκλειστικά στο προορατικό του χάρισμα, τη γενναιότητα της καρδιάς του και τη μέχρι θυσίας  ορθόδοξη πίστη του, μέσα από το περιστατικό με τον κακόδοξο βασιλιά Ουάλεντα, όμως η ακολουθία του δεν ασχολείται καθόλου με αυτό. Ο υμνογράφος της Εκκλησίας μας προτιμά να μας δώσει το υπόβαθρο της συγκεκριμένης στάσεως του οσίου, δηλαδή την οσιακή βιοτή του μέσα από τους ασκητικούς αγώνες του  για κάθαρση της καρδιάς του και την πλήρωσή του επομένως από τις αρετές και τις λαμπηδόνες του αγίου Πνεύματος. Κι είναι εύλογο: κανείς δεν μπορεί να έχει ανδρεία στην καρδιά, ορθόδοξο φρόνημα, προορατικό και διορατικό χάρισμα, αν δεν έχει καταστήσει τον εαυτό του κατάλληλο σκεύος για να κατοικήσει ο ίδιος ο εν Τριάδι Θεός. Με άλλα λόγια ο υμνογράφος κινείται θεμελιακά στην αντιμετώπιση του οσίου, για να μας δείξει ότι εκείνο που είναι αξιοσημείωτο από τη ζωή ενός αγίου δεν είναι κάποια θαυμαστά γεγονότα, αλλά η ίδια η κεκαθαρμένη καρδιά του, κάτι που συνιστά το διαρκώς ζητούμενο από την πίστη μας, κατά τον λόγο του ίδιου του Κυρίου: «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Την καθαρή καρδιά μας ζητάει πάντοτε ο Θεός και όχι βεβαίως την τυχόν θαυματουργία μας, η οποία αποτελεί καθαρό δώρο δικό Του.
Έτσι: «έζησες όσια στη γη, σοφέ Ισαάκιε, γιατί τήρησες χωρίς παρεκκλίσεις τα προστάγματα και τα δικαιώματα του Θεού» (ωδή θ´). Αυτή είναι η αγιότητα και η οσιότητα: να τηρεί κανείς αταλάντευτα τις εντολές του Θεού. Τότε διανοίγεται η καρδιά και η ύπαρξη του ανθρώπου και γίνεται κατοικητήριο του αγίου Πνεύματος, φεύγοντας από τα πάθη που τον αμαυρώνουν και τον καθιστούν δύσμορφο ενώπιον του Θεού. «Χρημάτισες ναός της τρισηλίου Θεότητος και εξαφάνισες τις εικόνες των παθών από την ψυχή σου» (ωδή ε´).  Η τήρηση βεβαίως των εντολών του Θεού, ώστε να απομειωθούν τα πάθη από την ψυχή, σ᾽ έναν κόσμο πεσμένο στην αμαρτία, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ο πιστός πρέπει να προσανατολίσει με ατσάλινο τρόπο τη θέλησή του προς το θέλημα του Θεού, που σημαίνει ότι θα ῾ματώσει᾽ στον αγώνα του αυτό. Δεν υπάρχει περίπτωση εύκολα κανείς να διέλθει τον πνευματικό αγώνα. Ο όσιος Ισαάκιος το επιβεβαιώνει: «Με ολονύκτιες δεήσεις και ολοήμερες στάσεις, όσιε πάτερ, καθάρισες την ψυχή σου και την έδειξες οίκο της Τριάδος» (ωδή δ´).
Ο όσιος κατέστησε φανερή την παρουσία του Θεού στη ζωή του με τις σπουδαίες αρετές του. Μόνη η κάθαρση της ψυχής δηλαδή δεν έχει νόημα, αν δεν γεμίζει αυτή και με τις χάρες του αγίου Πνεύματος. Αυτό άλλωστε σημαίνει ότι καθάρισε ο όσιος την ψυχή του και έγινε κατοικητήριο του Θεού. Ποια τα φανερά γνωρίσματα της παρουσίας λοιπόν του Θεού; Ασφαλώς η ύπαρξη των κατά Χριστόν αρετών. «Ξέφυγες, Πάτερ, την καταστροφή που προξενεί το νοητό κήτος, ο διάβολος, γιατί απέκτησες εγκράτεια, προσευχή, καθαρή αγάπη, μεγάλη ταπείνωση και βέβαια στοργή προς τον Χριστό» (ωδή ς´). Με τον τρόπο αυτό οδηγήθηκε στα ύψη της κατά Χριστόν απάθειας, ως υπέρβασης των κακών παθών, κι έζησε στη γη αυτή ως άγγελος. «Ανέβηκες στο ύψος της απάθειας, γιατί μιμήθηκες, ενώ ήσουν με το σώμα σου, τους αγγέλους» (ωδή ζ´). Γι᾽ αυτό και αναδείχτηκε σε διώκτη των δαιμόνων και των οργάνων του αιρετικών. «Φωτίστηκες από τη λάμψη του Παναγίου Πνεύματος και έδιωξες το σκοτάδι των αιρέσεων, θαυματουργέ Ισαάκιε» (κάθισμα όρθρου). «Αποδείχτηκες διώκτης των ακαθάρτων πνευμάτων, διότι έγινες καθαρό σκήνωμα του Αγίου Πνεύματος» (ωδή ε´).

https://pgdorbas.blogspot.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΚΑ´ 14 - 25
14 Τοῦτο ἤδη τρίτον ἐφανερώθη ὁ Ἰησοῦς τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν. 15 Ὅτε οὖν ἠρίστησαν, λέγει τῷ Σίμωνι Πέτρῳ ὁ Ἰησοῦς· Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με πλέον τούτων; λέγει αὐτῷ· Ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ· Βόσκε τὰ ἀρνία μου. 16 λέγει αὐτῷ πάλιν δεύτερον· Σίμων Ἰωνᾶ, ἀγαπᾷς με; λέγει αὐτῷ· Ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ· Ποίμαινε τὰ πρόβατά μου. 17 λέγει αὐτῷ τὸ τρίτον· Σίμων Ἰωνᾶ, φιλεῖς με; ἐλυπήθη ὁ Πέτρος ὅτι εἶπεν αὐτῷ τὸ τρίτον, φιλεῖς με, καὶ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, σὺ πάντα οἶδας, σὺ γινώσκεις ὅτι φιλῶ σε. λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Βόσκε τὰ πρόβατά μου. 18 ἀμὴν ἀμὴν λέγω σοι, ὅτε ἦς νεώτερος, ἐζώννυες σεαυτὸν καὶ περιεπάτεις ὅπου ἤθελες· ὅταν δὲ γηράσῃς, ἐκτενεῖς τὰς χεῖράς σου, καὶ ἄλλος σε ζώσει, καὶ οἴσει ὅπου οὐ θέλεις. 19 τοῦτο δὲ εἶπε σημαίνων ποίῳ θανάτῳ δοξάσει τὸν Θεόν. καὶ τοῦτο εἰπὼν λέγει αὐτῷ· Ἀκολούθει μοι. 20 ἐπιστραφεὶς δὲ ὁ Πέτρος βλέπει τὸν μαθητὴν ὃν ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς ἀκολουθοῦντα, ὃς καὶ ἀνέπεσεν ἐν τῷ δείπνῳ ἐπὶ τὸ στῆθος αὐτοῦ καὶ εἶπε· Κύριε, τίς ἐστιν ὁ παραδιδούς σε; 21 τοῦτον ἰδὼν ὁ Πέτρος λέγει τῷ Ἰησοῦ· Κύριε, οὗτος δὲ τί; 22 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; σύ ἀκολούθει μοι. 23 ἐξῆλθεν οὖν ὁ λόγος οὗτος εἰς τοὺς ἀδελφοὺς ὅτι ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος οὐκ ἀποθνήσκει· καὶ οὐκ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς ὅτι οὐκ ἀποθνήσκει, ἀλλ’ Ἐὰν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι, τί πρὸς σέ; 24 Οὗτός ἐστιν ὁ μαθητὴς ὁ μαρτυρῶν περὶ τούτων καὶ γράψας ταῦτα, καὶ οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς ἐστιν ἡ μαρτυρία αὐτοῦ. 25 ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ’ ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. Ἀμήν.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΚΑ´ 14 - 25
14 Αὐτὴ ἦτο ἡ τρίτη φορὰ ἕως τότε, ποὺ ἐφανερώθη ὁ Ἰησοῦς εἰς συναθροισμένους τοὺς μαθητάς του, ἀφ’ ὅτου ἀνεστήθη ἐκ νεκρῶν. 15 Ὅταν λοιπὸν ἐπῆραν τὸ πρωϊνό τους, εἶπεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν Σίμωνα Πέτρον· Σίμων, υἱὲ τοῦ Ἰωνᾶ, μὲ ἀγαπᾶς περισσότερον ἀπὸ αὐτούς, τοὺς ἄλλους συμμαθητάς σου, ὅπως μοῦ ἔλεγες καυχώμενος κατὰ τὴν νύκτα τῆς συλλήψεώς μου; Ὁ Πέτρος τώρα διδαγμένος ἀπὸ τὸ πάθημά του ἐκφράζεται μὲ γλῶσσαν ταπεινοφροσύνης καὶ λέγει εἰς αὐτόν· Ναί, Κύριε, σὺ γνωρίζεις, ὅτι σὲ ἀγαπῶ. Λέγει εἰς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· Βόσκε τὰ λογικὰ ἀρνία τῆς πνευματικῆς μου ποίμνης καὶ φρόντιζε νὰ τρέφονται καὶ νὰ οἰκοδομοῦνται ταῦτα μὲ τὴν διδασκαλίαν τῆς ἀληθείας καὶ μὲ κάθε μέσον πνευματικῆς παιδαγωγίας. 16 Λέγει εἰς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς πάλιν διὰ δευτέραν φοράν· Σίμων, υἱὲ τοῦ Ἰωνᾶ, μὲ ἀγαπᾷς; Λέγει εἰς αὐτόν· Ναί, Κύριε, σὺ γνωρίζεις, ὅτι σὲ ἀγαπῶ. Λέγει εἰς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· Ποίμαινε τὰ λογικὰ πρόβατά μου, ἐπιστατῶν καὶ ἀγρυπνῶν διὰ τὴν ἀσφάλειαν καὶ σωτηρίαν των. 17 Λέγει εἰς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς διὰ τρίτην φοράν· Σίμων, υἱὲ τοῦ Ἰωνᾶ, μὲ ἀγαπᾷς; Ἐπειδὴ δὲ ἐφαίνετο διὰ τῆς νέας αὐτῆς ἐρωτήσεως, ὅτι ὁ Διδάσκαλος ἀμφέβαλλεν ἀκόμη διὰ τὴν ἀγάπην τοῦ Πέτρου, ἐλυπήθη ὁ Πέτρος, διότι εἶπεν εἰς αὐτὸν ὁ Κύριος διὰ τρίτην φοράν· Μὲ ἀγαπᾷς; Καὶ ἐπειδὴ ἡ τριπλὴ ἄρνησις τὸν εἶχε διδάξει νὰ μὴ ἔχῃ πλέον ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν ἑαυτόν του, εἶπεν εἰς αὐτόν· Κύριε, σὺ τὰ γνωρίζεις ὅλα, σὺ ἡξεύρεις, ὅτι σὲ ἀγαπῶ. Λέγει εἰς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς· Βόσκε τὰ πρόβατά μου. Καὶ ἀφοῦ μὲ τὴν τριπλῆν αὐτὴν βεβαίωσίν του ὁ Πέτρος ἐπανώρθωσε τὸ ἁμάρτημα τῆς τριπλῆς ἀρνήσεώς του, καὶ ἀποκατεστάθη εἰς τὸ ἀποστολικὸν ἀξίωμα, ὁ Κύριος πληροφορῶν αὐτόν, ὅτι δὲν θὰ τὸν ἠρνεῖτο πλέον, τοῦ προσθέτει: 18 Ἀληθῶς, ἀληθῶς σοῦ λέγω, ὅταν ἤσουν νεότερος ἔζωνες μόνος σου τὸν ἑαυτόν σου καὶ ἐβάδιζες, ὅπου ἤθελες. Ὅταν δὲ θὰ γηράσῃς, θὰ ἑξαπλώσῃς τὰς χεῖρας σου καὶ ἄλλος θὰ σὲ ζώσῃ καὶ θὰ σὲ φέρῃ ἐκεῖνος εἰς μέρος, ὅπου δὲν θέλεις. Δηλαδὴ θὰ σὲ ὁδηγήσῃ εἰς τὸ μαρτύριον, τὸ ὁποῖον ἂν καὶ μὲ τὴν προαίρεσίν σου θὰ τὸ ἀσπάζεσαι, λόγῳ ὅμως τῆς φυσικῆς άποστροφῆς τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὸν θάνατον, φυσικὰ καὶ σὺ θὰ τὸ ἀποστέργῃς. 19 Ὁ Κύριος λοιπὸν εἶπε τοῦτο σημαίνων μὲ ποῖον εἶδος θανάτου θὰ δοξάσῃ ὁ Πέτρος τὸν Θεόν. Καὶ ἀφοῦ εἶπε τοῦτο, λέγει εἰς αὐτόν· Ἀκολούθει με. 20 Ἐνῷ δὲ ἐβάδιζαν, ἔστρεψεν ὀπίσω ὁ Πέτρος καὶ εἶδε τὸν μαθητήν, ποὺ ἠγάπα ὁ Ἰησοῦς, νὰ ἀκολουθῇ καὶ αὐτός. Ὁ μαθητὴς αὐτὸς ἔπεσε καὶ κατὰ τὸ δεῖπνον ἐπὶ τοῦ στήθους τοῦ Ἰησοῦ καὶ εἶπε· Κύριε, ποῖος εἶναι αὐτός, ποὺ πρόκειται νὰ σὲ παραδώσῃ; 21 Αὐτὸν τὸν μαθητὴν ὅταν τὸν εἶδεν ὁ Πέτρος, λέγει εἰς τὸν Ἰησοῦν· Κύριε, αὐτὸς δὲ τί θὰ γίνῃ καὶ τί τοῦ ἐπιφυλάσσεται; 22 Τότε ὁ Ἰησοῦς εἶπεν εἰς τὸν Πέτρον· Ὑπόθεσε, ὅτι θέλω αὐτὸς νὰ μείνῃ εἰς τὴν ζωὴν αὐτὴν μέχρις ὅτου ἔλθω κατὰ τὴν δευτέραν μου παρουσίαν. Τί σὲ ἐνδιαφέρει αὐτὸ καὶ τί ἔχεις νὰ κερδίσῃς σύ, ἐὰν μάθῃς, τί θὰ ἀπογίνῃ αὐτός; Σὺ ἀκολούθει με καὶ φρόντιζε διὰ τὴν ἰδικήν σου σωτηρίαν. 23 Ἐκ παρεξηγήσεως λοιπὸν τῶν λόγων τούτων τοῦ Ἰησοῦ διεδόθη μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν Χριστιανῶν ἡ φήμη αὐτή, ὅτι δηλαδὴ ὁ μαθητὴς ἐκεῖνος δὲν πεθαίνει. Καὶ δὲν εἶπεν ὁ Ἰησοῦς εἰς τὸν Πέτρον, ὅτι ὁ μαθητὴς αὐτὸς δὲν θὰ ἀποθάνῃ. Ἀλλ’ εἶπεν ὑποθετικῶς· Ἐὰν αὐτὸς θέλω νὰ μένῃ μέχρις ὅτου ἔλθω, τί νοιάζεσαι σύ; 24 Ὁ μαθητὴς δὲ ἐκεῖνος εἶναι αὐτός, ποὺ ἑξακολουθεῖ καὶ τώρα νὰ δίδῃ μαρτυρίαν δι’ αὐτά, ποὺ ἱστοροῦνται εἰς τὸ Εὐαγγέλιον τοῦτο, καὶ ὁ ὁποῖος κατέγραψε ταῦτα. Καὶ γνωρίζομεν, ὅτι ἡ μαρτυρία του εἶναι ἀληθής. 25 Ὑπάρχουν δὲ καὶ πολλὰ ἄλλα, ὅσα ἔκαμεν ὁ Ἰησοῦς, τὰ ὁποῖα, ἐὰν γράφωνται λεπτομερῶς ἕνα - ἕνα, νομίζω ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κόσμος μὲ ὅλας τὰς βιβλιοθήκας του δὲν θὰ χωρέσῃ τὰ βιβλία ποὺ θὰ γράφονται. Ἀληθῶς.