Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

Λογισμοί και πλάνη




Να θυμάσαι και να φοβάσαι δύο λογισμούς. Ο ένας λέει: «Είσαι άγιος» και ο άλλος: «Δεν θα σωθείς». Κι οι δύο αυτοί λογισμοί προέρχονται από τον εχθρό, και δεν έχουν αλήθεια μέσα τους. Εσύ, όμως, να σκέφτεσαι: «Εγώ είμαι μεγάλος αμαρτωλός, αλλά ο Ελεήμων Κύριος αγαπά πολύ τους ανθρώπους και θα συγχωρέσει και σ’ εμένα τις αμαρτίες μου».
Πίστευε έτσι, και θα γίνει σύμφωνα με την πίστη σου: Θα σε συγχωρήσει ο Κύριος. Μη βασίζεσαι, όμως, στους προσωπικούς σου αγώνες, έστω και αν είσαι μεγάλος ασκητής. Ένας ασκητής μου έλεγε: «Βεβαίως θα ελεηθώ, γιατί κάνω τόσες μετάνοιες την ημέρα». Όταν, όμως, ήρθε ο θάνατος, «διέρρηξε τα ιμάτιά του».
Όχι, λοιπόν, για τις ασκήσεις μας, αλλά δωρεάν, κατά τη χάρη Του ελεεί ο Κύριος. Ο Κύριος θέλει την ψυχή να είναι ταπεινή, άκακη, και να συγχωρεί τους πάντες με αγάπη· τότε και ο Κύριος συγχωρεί με χαρά. Ο Κύριος τους αγαπά όλους, και εμείς οφείλουμε να Τον μιμούμαστε και να αγαπούμε τους πάντες, και αν δεν μπορούμε, τότε πρέπει να Τον παρακαλούμε, και ο Κύριος δεν θα αρνηθεί, αλλά θα βοηθήσει με τη χάρη Του.
Όταν ήμουν ακόμα αρχάριος, γνώρισα την αγάπη του Θεού, που είναι απερίγραπτη. Η ψυχή αισθάνεται συν Θεώ και εν Θεώ, και το πνεύμα χαίρεται για τον Κύριο, έστω και αν το σώμα αποκάμνει από την αγαθότητα του Θεού. Μπορείς, όμως, να χάσεις αυτήν την χάρη και με έναν κακό λογισμό.
Με τον κακό λογισμό εισέρχεται μέσα μας μία εχθρική δύναμη, και τότε σκοτίζεται η ψυχή και τη βασανίζουν κακές σκέψεις. Τότε ο άνθρωπος αισθάνεται την απώλειά του και καταλαβαίνει ότι ο ίδιος, χωρίς τη χάρη του Θεού, είναι μόνο «γη και σποδός».
Η ψυχή που γνώρισε τον Κύριο, μαθαίνει από τη μακροχρόνια πείρα της, ότι, αν ο άνθρωπος ζει σύμφωνα με τις εντολές, τότε αισθάνεται, έστω και λίγο, τη χάρη μέσα του κι έχει παρρησία στην προσευχή. Αν, όμως, αμαρτήσει με κάποιον λογισμό και δεν μετανοήσει, τότε κρύβεται η χάρη και η ψυχή θρηνεί και οδύρεται ενώπιον του Θεού.
Έτσι η ψυχή διέρχεται όλη της τη ζωή στον αγώνα με τους λογισμούς. Εσύ, όμως, μη μένεις στην ακηδία εξαιτίας του αγώνα, γιατί ο Κύριος αγαπά τον ανδρείο αγωνιστή.
Πονηροί λογισμοί καταπονούν την υπερήφανη ψυχή, και αν δεν ταπεινωθεί, δεν θα βρει ανάπαυση από αυτούς. Όταν αμαρτωλοί λογισμοί σε πολιορκούν, φώναζε προς τον Θεό σαν τον Αδάμ: «Κύριε, Ποιητή μου και Πλάστη μου, βλέπεις ότι η ψυχή μου τυραννιέται από τους λογισμούς… Ελέησέ με». Και όταν στέκεσαι ενώπιον του Δεσπότου, να θυμάσαι πάντα ότι Αυτός θα εκπληρώσει όλα τα αιτήματά σου, αν είναι ωφέλιμα σε σένα.
Ήρθαν σύννεφα, κρύφτηκε ο ήλιος και σκοτείνιασε. Έτσι για ένα λογισμό υπηρηφάνειας στερείται η ψυχή τη χάρη και την καλύπτει το σκοτάδι. Αλλά και πάλι με έναν ταπεινό λογισμό επανέρχεται η χάρη. Αυτό το γνώρισα εκ πείρας.
Να ξέρεις ότι, αν ο λογισμός σου συνηθίζει να παρατηρεί ανθρώπους, πως ζει ο ένας ή ο άλλος, αυτό είναι ένδειξη υπηρηφάνειας.
«Πρόσεχε τον εαυτό σου». Παρατήρησε τον εαυτό σου και θα δεις: Μόλις η ψυχή αποκτήσει έπαρση έναντι του αδελφού, αμέσως ακολουθεί κάποιος λογισμός όχι ευάρεστος στον Θεό, και αυτό, για να ταπεινωθεί η ψυχή.
Αν, όμως, δεν ταπεινωθεί, τότε έρχεται ένας μικρός πειρασμός. Και αν πάλι δεν ταπεινωθεί, αρχίζει ο πόλεμος της σαρκός. Και αν πάλι δεν ταπεινωθεί, τότε πέφτει πάλι σε κάποιο μικρό αμάρτημα. Αν και τότε δεν ταπεινωθεί, θα έλθει μεγαλύτερη αμαρτία. Κι έτσι θα αμαρτάνει, ωσότου ταπεινωθεί.
Μόλις, όμως, ταπεινωθεί, αμέσως θα δώσει ο Ελεήμων Κύριος στην ψυχή ειρήνη και κατάνυξη, και τότε θα περάσουν όλα τα κακά και θα απομακρυνθούν όλοι οι εχθρικοί λογισμοί. Έπειτα, όμως, πρέπει να κρατάς με όλες σου τις δυνάμεις την ταπείνωση, αλλιώς θα ξαναπέσεις στην αμαρτία.
Βλέποντας ο Κύριος ότι η ψυχή δεν είναι στερεωμένη στην ταπείνωση, απομακρύνει τη χάρη, αλλά εσύ μη φοβάσαι: Η χάρη είναι μέσα σου, αλλά κρυμμένη. Μάθε να σταματάς αμέσως τους λογισμούς. Αν, όμως, ξεχάσεις και δεν τους διώξεις αμέσως, τότε πρόσφερε μετάνοια. Κοπίασε σε αυτό, για να αποκτήσεις τη συνήθεια. Η ψυχή αποκτά συνήθεια, αν την διδάξεις, και ενεργεί έτσι σε όλη της τη ζωή.
Ο αγαθός άνθρωπος έχει αγαθούς λογισμούς και ο πονηρός πονηρούς. Όλοι, όμως, οφείλουν να μάθουν τον πόλεμο με τους λογισμούς, και να μάθουν να μετατρέπουν τους κακούς λογισμούς σε αγαθούς. Αυτό είναι σημάδι πεπειραμένης ψυχής.
Ρωτάς πώς γίνεται αυτό;
Να! Όπως ο ζωντανός άνθρωπος αισθάνεται πότε κρυώνει και πότε ζεσταίνεται, το ίδιο και όποιος γνώρισε εκ πείρας το Άγιο Πνεύμα ακούει πότε υπάρχει στην ψυχή του η χάρη και πότε έρχονται τα πονηρά πνεύματα.
Ο Κύριος δίνει στην ψυχή τη σύνεση να αναγνωρίζει την έλευσή Του και να Τον αγαπά και να κάνει το θέλημά Του. Επίσης η ψυχή αναγνωρίζει τους λογισμούς του εχθρού όχι από την εξωτερική τους μορφή, αλλά από την επενέργειά τους στην ψυχή.
Οι εχθροί εύκολα εξαπατούν εκείνον που δεν έχει την πείρα αυτή. Οι εχθροί έπεσαν από υπερηφάνεια και μας παρασύρουν στην ίδια πτώση, υποβάλλοντας λογισμούς επαίνου. Και αν η ψυχή δεχθεί τον έπαινο, τότε η χάρη φεύγει, εφόσον δεν ταπεινώνεται η ψυχή. Και έτσι σε όλη τη ζωή ο άνθρωπος θα μαθητεύει στην ταπείνωση του Χριστού. Αν δεν το μάθει αυτό η ψυχή, δεν θα γνωρίσει ανάπαυση από τους λογισμούς και δεν θα μπορέσει να προσευχηθεί με καθαρό νου.

Από το βιβλίο, «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης»: 
Έκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου ΕΣΣΕΞ.
https://inpantanassis.blogspot.com/

Κάνε φίλο τον εχθρό σου




Του π. Δημητρίου Μπόκου
Ο Χριστός λέει ότι ο ζυγός του είναι απαλός και μαλακός στον τράχηλό μας και το φορτίο του ελαφρό. Αν τον υπακούσουμε και πάρουμε πάνω μας τον σταυρό του, όσα δηλαδή μας διδάσκει να κάνουμε, θα βρούμε ανάπαυση, ειρήνη και χαρά στην ψυχή μας (Ματθ. 11, 29-30).
Και όμως, υπάρχει μια εντολή που μας φαίνεται πολύ βαριά και ασήκωτη. Η αγάπη. Μα δεν είναι στη φύση μας να αγαπάμε; Και βέβαια. Άλλος πολύ, άλλος λίγο, όλοι το έχουμε μέσα μας αυτό. Ο Χριστός όμως το πάει στα άκρα. Θέλει να αγαπάμε και τον εχθρό μας ακόμα (Κυριακή Β΄ Λουκά).
Μα είναι δυνατόν κάτι τέτοιο; Όντως, δεν είναι καθόλου εύκολο για κανέναν αυτό. Ακατόρθωτο όχι, αφού το ζητάει ο Θεός που, ως δημιουργός μας, γνωρίζει τέλεια τις δυνατότητές μας, αλλά υπερβαλλόντως δύσκολο. Στο θέμα αυτό οι άνθρωποι εμφανίζουμε όλες τις διαβαθμίσεις.
α) Υπάρχουν αυτοί που μισούν τους εχθρούς τους. Παραβλέπουν εντελώς την εντολή του Χριστού. Αυτοί δυστυχώς βρίσκονται σε σκοτάδι βαθύ. «Ο μισών τον αδελφόν αυτού εν τη σκοτία εστί και εν τη σκοτία περιπατεί, και ουκ οίδε πού υπάγει, (δι)ότι η σκοτία ετύφλωσε τους οφθαλμούς αυτού». Το μίσος είναι ισοδύναμο με τον φόνο. Όταν μισείς, γίνεσαι ανθρωποκτόνος. Σκοτώνεις τον αδελφό σου. Και βουλιάζεις και συ στον αιώνιο θάνατο (Α΄ Ιω. 2, 11. 3, 14-15).
Όταν μισείς, δεν είσαι καν Χριστιανός. Δεν υπάρχει καμμιά ανάσταση για σένα. Μάταια σταυρώθηκε για σένα ο Χριστός.
β) Υπάρχουν και άλλοι που λένε ότι δεν μισούν τους εχθρούς τους, αλλά ούτε και τους αγαπούν. Προτιμούν να μην ασχολούνται καθόλου μαζί τους. Τους διαγράφουν άπαξ και διαπαντός απ’ τη ζωή τους. Τους αγνοούν επιδεικτικά και με περιφρόνηση. Οι εχθροί τους δεν υπάρχουν γι’ αυτούς.
Όμως δεν επιτρέπεται να περιφρονήσουμε κανέναν. Στο πρόσωπο και του πιο ασήμαντου ανθρώπου υπάρχει ο Χριστός. Ακόμα και ο χειρότερος άνθρωπος παραμένει εικόνα του Θεού, για την οποία ο Χριστός σαρκώνεται, σταυρώνεται και ανασταίνεται. Ας μη θεωρούμε ποτέ τον άλλο κατώτερο, χειρότερο από εμάς, αλλά ας βάζουμε ενσυνειδήτως τον εαυτό μας «υποκάτω πάντων» και ας λέμε με τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό: «Όχι μόνον δεν είμαι άξιος να σας διδάξω, αλλά μήτε τα ποδάρια σας να φιλήσω, διότι ο καθένας σας είναι τιμιότερος από όλον τον κόσμο… Είμαι λοιπόν και εγώ άνθρωπος αμαρτωλός, χειρότερος από όλους».
γ) Άλλοι πάλι δεν κάνουν καμμιά ενέργεια αντεκδίκησης εναντίον των εχθρών τους, θέλουν όμως να το βρουν από τον Θεό. Να τους τιμωρήσει για όλα ο Θεός. Προδίδουν έτσι την κακία που σιγοβράζει μέσα τους και ανάγουν σε πρωταρχική τους ικανοποίηση την αιώνια τιμωρία των εχθρών τους. Θα χαίρονται βλέποντάς τους να καίγονται στην κόλαση. Μα έτσι καταριούνται τους εχθρούς τους. Δείχνουν σκληρή, ανελεήμονη καρδιά (αγ. Πορφύριος, αγ. Σιλουανός).
δ) Και κάποιοι, κάνοντας αγώνα να υπερκεράσουν τα εσωτερικά εγωκεντρικά τους κινήματα, απαρνούμενοι το πείσμα τους, το δίκιο τους, όλες τις εύλογες προφάσεις της «δίκαιης» οργής τους, καταφέρνουν με κόπο να φτάσουν στη συγχώρηση των εχθρών. Αλλά ως εκεί. Είναι όμως κάτι κι αυτό. Όχι το άριστα, αλλά η βάση. Λογίζεται Χριστιανός, ακόμα και έτσι, ο άνθρωπος.
ε) Μα ο δρόμος μπροστά μας είναι ακόμα μακρύς. Ο τρόπος όμως απλός: Πριν από κάθε άλλο αίτημά μας, ας συγχωρούμε τους εχθρούς μας καθημερινά στην προσευχή μας, από καρδίας, με πολλή ταπείνωση και απάρνηση των θελημάτων μας. Για να μη χαθούν, αλλά να σωθούν, να φωτισθούν, να ελεηθούν και αυτοί. Για να τιθασευτεί η αγριάδα των παθών μας, να γίνει χώρος μέσα μας για όλους. Να κάνουμε φίλο τον εχθρό μας και να νιώθουμε έτσι βαθμηδόν όλο και καλύτερα γι’ αυτόν. Και ίσως φτάσουμε και στο να ζήσουμε, σε κάποιο βαθμό, αγαπημένα και χαρούμενα μαζί του.
Και εδώ στη γη, αλλά κυρίως αιώνια, δίπλα-δίπλα στη Βασιλεία του Θεού.

https://www.nyxthimeron.com/

Δίνω επειδή λυπάμαι



«Ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός» (Β’ Κορ. 9,7)
«Καθένας ας δώσει καθώς έχει προτιμήσει στην καρδιά του, όχι από λύπη ή από ανάγκη. Γιατί τον ιλαρό δότη αγαπά ο Θεός». 
            Συχνά βρισκόμαστε μπροστά σε καταστάσεις, στις οποίες οι άλλοι δείχνουν ότι χρειάζονται τη βοήθειά μας. Στους οικείους μας η προσφορά μοιάζει αυτονόητη. Μας ενώνουν δεσμοί αγάπης. Στους ξένους όμως πάντα υπάρχει ένας λογισμός. Να δώσω, να βοηθήσω ή όχι; Ιδίως στους καιρούς μας, οπότε έχει πλεονάσει και η οκνηρία, μαζί με την κατ’ επάγγελμα ζητιανιά, ο προβληματισμός αυξάνει. Τα κίνητρα των ανθρώπων που δείχνουν ότι έχουν ανάγκη συχνά είναι αμφίβολης αξίας. Και η ανάγκη δεν είναι πάντοτε χρηματική. Μπορεί να είναι να τους ακούσεις, γιατί δείχνουν ότι δεν μπορούνε μόνοι τους ή είναι σε αδιέξοδο. Είναι να τους βοηθήσεις με μια συμβουλή ή μια στήριξη, γιατί είναι εγκαταλελειμμένοι. Να αναλάβεις γι’ αυτούς μια εργασία που δεν έχουν διάθεση να την κάνουν. Να τους υπερασπιστεί, για να μη λερώσουν τα χέρια τους. Οι γονείς να συμμαζέψουν  το δωμάτιο του παιδιού τους, να του εκπληρώσουν κάθε επιθυμία που τη βαφτίζει ανάγκη και λειτουργεί χειριστικά έναντί τους, να μην το αφήσουν να κουραστεί, «διότι είναι παιδί».  Αυτές οι καταστάσεις και στιγμές μάς καλούν να δούμε τι έχουμε να δώσουμε μέσα από την καρδιά μας.
            Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Κορινθίους, θέτει μία προϋπόθεση για να ξεκινήσουν οι ανθρώπινες σχέσεις: την προαίρεση της ανθρώπινης καρδιάς. Ποιο επιλέγει ο άνθρωπος να είναι το κίνητρό του στη συνάντηση και στη συνύπαρξη. Είναι η λύπη, είναι η ανάγκη, είναι η χαρά; Αν δίνω διότι λυπάμαι, τότε αισθάνομαι ανώτερος από τον άλλον, αλλά και το συναίσθημά μου δεν αποβλέπει στην ελευθερία του, στην ισχυροποίηση της προσωπικότητάς του, στην ανάληψη των ευθυνών του. Αν δίνω από ανάγκη, στην πραγματικότητα η σκέψη και η καρδιά μου βρίσκονται σε αντίθεση, όπως επίσης δεν αισθάνομαι ελεύθερος να το πράξω, αλλά δεσμευμένος. Αυτό μου φέρνει άγχος και, συχνά, ψυχική πίεση. Αν δίνω από χαρά, αυτό σημαίνει ότι η αγάπη που έχω μέσα μου με κάνει να μην αποβλέπω σε αντάλλαγμα για την όποια κίνησή μου, ενώ η βοήθεια θα είναι αφόρμηση για τον άλλον να αναλάβει την ευθύνη στη ζωή του, ώστε να μη με χρειάζεται.
            Πολλές φορές, αυτοί που λυπούνται, στην πραγματικότητα μπλέκουν σε μία διαδικασία σωτηρίας του άλλου. Και υφίστανται εντός τους ένα κύμα λογισμών, το οποίο τους κάνει να αισθάνονται ότι ο άλλος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτούς. Και αυτό φέρνει εξαρτητικές καταστάσεις και όχι μόνο. Μπορεί να γκρεμίσει άλλες σχέσεις, διότι όταν λυπόμαστε κάποιον, τον καθιστούμε εξαρτημένο από εμάς και τα κίνητρα εκείνου μπορούν να μας οδηγήσουν σε δικά μας μικρά ή μεγάλα ναυάγια. Διότι δεν είμαστε συνήθως ισχυροί, ώστε να χαράξουμε όρια. Και είτε αδειάζει η τσέπη μας είτε κλονίζονται οι σχέσεις μας, συχνά με τους οικείους. Γι’ αυτό θέλει προσοχή.
            Για να είναι η χαρά το κίνητρο της καρδιάς μας θέλει να μην περιμένουμε ανταλλάγματα και να μην τα ζητάμε. Ο ιλαρός δότης, τον οποίο αγαπά ο Θεός, είναι αυτός που μέσα στην καρδιά του είναι αποφασισμένος να αγαπήσει, να δώσει ό,τι μπορεί και ό,τι ενισχύει αληθινά τον άλλον, βάζοντας τα όρια και γνωρίζοντας ότι δεν μπορείς να κρατάς κάποιον εξαρτημένο από σένα, ούτε να τον βοηθάς για να μην αναλάβει τις ευθύνες του. Δεν είναι η επιστροφή της βοήθειας που τον ενδιαφέρει, αλλά η ελευθερία του άλλου. Και αυτός είναι ένας δρόμος αληθινά λυτρωτικός.   
            Και κάτι ακόμη. Στην εποχή μας οι περισσότερες σχέσεις είναι απρόσωπες. Όσοι μας συναντούν στον δρόμο και ζητούνε τη βοήθειά μας, λειτουργούν στην προοπτική της λύπης και της ενοχής που μας προκαλούν. Ούτε τους γνωρίζουμε ούτε θα τους μάθουμε ποτέ. Είναι καρποί απρόσωπων πόλεων και κοινωνιών, συνήθως με πονηρία στην σκέψη και στην καρδιά τους. Εδώ χρειάζεται διάκριση. Και να σκεφτούμε ότι κι εμείς και εκείνοι χρειαζόμαστε Εκκλησία να ανήκουμε και όχι ατομική ζωή και πορεία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
4 Οκτωβρίου 2026. Κυριακή Β’ Λουκά
https://www.nyxthimeron.com/

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ



«Ο άγιος Ιερόθεος ήταν ένας από τους εννέα βουλευτές του Αρείου Πάγου. Κατηχήθηκε στη χριστιανική πίστη από τον απόστολο Παύλο και χειροτονήθηκε επίσκοπος Αθηνών, ενώ αυτός έπειτα κατήχησε και τον μέγα Διονύσιο στην ίδια πίστη. Ο ίδιος προεξήρχε και στην κηδεία της Υπεραγίας Θεοτόκου, όταν συναθροίστηκαν οι άγιοι Απόστολοι, και φαινόταν από όλα όσα ακούγονταν και θεωρούνταν, σαν να ήταν σε εκδημία και έκσταση. Φαινόταν σαν να είχε καταληφθεί από τον Θεό, υμνολογώντας Αυτόν. Έζησε με καλό και θεοφιλή τρόπο, κι αφού εύφρανε τον Θεό με την κατά Χριστό ζωή του και τα κατορθώματά του, εκδήμησε προς τον Κύριο».
Η χθεσινή και η σημερινή ημέρα προβάλλει δύο από τους μεγάλους αγίους της πίστεώς μας, μαθητές  του αποστόλου Παύλου, τον άγιο Διονύσιο τον αρεοπαγίτη και τον άγιο Ιερόθεο. Διότι ναι μεν κατά το συναξάρι ο άγιος Ιερόθεος κατήχησε στην πίστη του Χριστού τον άγιο Διονύσιο, όμως ο πρώτος που κατέβαλε το σπέρμα αυτής της πίστεως στον Διονύσιο, ήταν ο απόστολος Παύλος. Θυμόμαστε από τις Πράξεις των Αποστόλων ότι μετά το «αποτυχημένο» κήρυγμα του αποστόλου των εθνών στον Άρειο Πάγο, όπου οι περισσότεροι με ειρωνεία του είπαν «ακουσόμεθά σου και πάλιν» και σηκώθηκαν και έφυγαν, μερικοί προσήγγισαν τον απόστολο και μυήθηκαν από αυτόν τα της πίστεως, «εν οις Διονύσιος ο αρεοπαγίτης, γυνή τις ονόματι Δάμαρις και τινες συν αυτοίς». Με τους αγίους λοιπόν αυτούς, τον Διονύσιο και τον Ιερόθεο, βρισκόμαστε μπροστά στις πηγές της πίστεώς μας, οσφραινόμαστε τον αέρα της παρουσίας του αγιασμένου Παύλου, νιώθουμε την γεμάτη από αγάπη Χριστού πάλλουσα καρδιά του.
Ο άγιος Ιερόθεος συνιστά μία ιδιάζουσα περίπτωση αγίου, η οποία, με βάση το συναξάρι, τουλάχιστον μας προβληματίζει,  λόγω της εξαιρετικής αγάπης του προς τον Θεό και του ενθέρμου και ανοιχτού μάλλον χαρακτήρα του. Διότι πώς να εξηγήσει κανείς το γεγονός ότι μεταξύ όλων των αποστόλων και των παρευρισκομένων στην Κοίμηση της Θεοτόκου, εκείνος έχει προεξάρχουσα θέση, «φαινόμενος θεόληπτος και θείος υμνολόγος;» Ο εκκλησιαστικός υμνογράφος μάλιστα δεν μπορεί να μη σημειώσει ότι ο άγιος μίλησε για τον Θεό με πανίερες θεολογίες, τις οποίες εξηγεί ως αποτέλεσμα διπλού γεγονότος: και του βαθύ πόθου που είχε αυτός για τον Θεό, και της επιμελούς, με σύνεση και διάκριση, μελέτης των θείων λογίων. «Νυττόμενος πόθω πνευματικώ και θείοις λογίοις εν συνέσει προσομιλών, των πάντων Δεσπότη πανιέρους θεολογίας ανατέθεικας». Κι είναι σημαντική η επισήμανση του υμνογράφου, διότι μας εξηγεί ότι τότε πράγματι κανείς μιλά ορθά για τον Θεό, τότε θεολογεί, όταν αφενός έχει μεγάλη αγάπη και πόθο για Εκείνον, αφετέρου εγκύπτει με μεγάλη επιμέλεια στα λόγια της Αγίας Γραφής και της προγενέστερης παράδοσης της Εκκλησίας. Με άλλα λόγια, η θεολογία αν δεν είναι αποτέλεσμα σύνδεσης με ό,τι η Εκκλησία πρεσβεύει και ζει, αλλά και πίστης και αγάπης προς τον Θεό από τον θεολογούντα, δεν θεωρείται ορθή θεολογία και μάλλον καταντά σ’ αυτό που οι Καππαδόκες ιδίως Πατέρες χαρακτήριζαν ως «τεχνολογία».
Ο υμνογράφος επιμένει στον τρόπο θεολογίας του αγίου Ιεροθέου. Η προσέγγιση από αυτόν των θείων λογίων δεν γινόταν, σημειώνει, άκριτα και άλογα. Ο άγιος μελετούσε τις Γραφές, την Παλαιά Διαθήκη και ό,τι μέχρι τότε είχε γραφεί, ιδίως από τις επιστολές των Αποστόλων, με ερευνητική διάθεση, με προσπάθεια δηλαδή να κατανοήσει  το μυστήριο του σχεδίου του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Διότι ο Χριστός, συνεπώς και η Εκκλησία στη συνέχεια, δεν ήλθε να καταργήσει τον ανθρώπινο νου και την ανθρώπινη λογική. Εκείνο που πάντοτε αρνήθηκε ήταν η απολυτοποίηση της λογικής, η με μόνο τον ορθό λόγο κρίση της αποκάλυψης του Θεού. Αυτό, ναι, το αρνήθηκε και το αρνείται, διότι δεν λαμβάνεται υπ’  όψιν η αμαρτία του ανθρώπου, διά της οποίας διασπάστηκε ο άνθρωπος, με αποτέλεσμα η λογική να κινείται αυτόνομα, υπηρετώντας πια τα διαστρεβλωμένα πάθη του ανθρώπου. Όταν όμως ο άνθρωπος έχει βρει τον Θεό, όταν συνεπώς η χάρη του Θεού καταυγάζει την καρδιά του, τότε και ο νους και ο λόγος, ενοποιημένος και με τις άλλες δυνάμεις της ψυχής,  κινείται μέσα σε πλαίσια αποδεκτά, που σημαίνει ότι και τον Θεό κατανοεί, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο,  και αυτό που εκφράζει είναι πράγματι η αλήθεια. Ο άγιος Ιερόθεος λοιπόν υπήρξε ένας μελετητής των θείων λογίων, κινούμενος ερευνητικά πάνω στην οικονομία του Θεού, αλλά με ευσεβή αναζήτηση. Και γι’  αυτό καθοδηγούμενος από τη χάρη του Θεού φανέρωσε και σε εμάς τα μυστήρια του Θεού, και μάλιστα με καλλιέπεια λόγων, όπως σημειώνει και σε άλλο σημείο ο ποιητής. «Μετ’  ευσεβούς ζητήσεως ερευνήσας τα άρρητα της οικονομίας του Χριστού μυστήρια, τρανώς εφανέρωσας, υψηγορία χρώμενος». «Ρημάτων ο φθόγγος σου και συγγραμμάτων η καλλιέπεια κατευφραίνει τους πόθω προσομιλούντας». Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς.

https://pgdorbas.blogspot.com/

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΛΟΥΚΑ



«Εἶπεν ὁ Κύριος˙ Καθώς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καί ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως… Πλήν ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν»
(Λουκ. 6, 31.35)
ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΟΡΟΥΣ ΟΜΙΛΙΑΣ του Κυρίου Ιησού (Ματθ. 5-7) αποτελεί το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής Β΄ Λουκά, η οποία κατά τον ευαγγελιστή Λουκά έγινε επί τόπου πεδινού. Μάλλον πρόκειται, όπως σημειώνουν πολλοί από τους ερμηνευτές της Καινής Διαθήκης, περί δύο ομιλιών που έκανε ο Κύριος, δηλαδή την ίδια ομιλία που έκανε αρχικά σε πιο εκτεταμένη μορφή  πάνω σε βουνό, την ίδια πιο περιληπτικά έκανε για  δεύτερη φορά επί τόπου πεδινού, και αυτήν κατέγραψε ο Λουκάς. Η πρώτη φράση του αναγνώσματος μάλιστα «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» χαρακτηρίστηκε ως «ο χρυσός κανόνας της χριστιανικής ηθικής», που σημαίνει ότι με αυτόν ρυθμίζονται έτσι οι ανθρώπινες σχέσεις, ώστε να μπορεί να φανερώνεται ο Θεός στη ζωή τους.
1. ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΤΑΡΧΑΣ βεβαίως να θυμίσουμε ότι ο κανόνας αυτός στην αρνητική του διατύπωση ήταν κάτι που πρότεινε η Παλαιά Διαθήκη, απαντώμενος για πρώτη φορά στο βιβλίο του Τωβίτ με τη φράση «ο συ μισείς, μηδενί ποιήσης», αυτό που εσύ μισείς, μην το κάνεις σε κανέναν άλλον. Εννοιολογικά και μορφολογικά συναντάμε τον αρνητικό  κανόνα αυτό και έξω από την ιουδαιοχριστιανική αποκάλυψη, σε διαφόρους φιλοσόφους και σε άλλες θρησκείες, όπως για παράδειγμα στον Κλεόβουλο τον Ρόδιο ή και τον Κομφούκιο.  Πρόκειται λοιπόν για έναν κανόνα που ρυθμίζει θετικά τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων και που βασίζεται στα καλά στοιχεία που υπάρχουν παγκόσμια και πανθρησκειακά στην ανθρώπινη ύπαρξη. Μην ξεχνάμε ότι η πτώση στην αμαρτία δεν επέφερε την καταστροφή του ανθρώπου, αλλά τη ζόφωση της εικόνας του Θεού μέσα του, όπως βεβαίως ο Λόγος του Θεού, άσαρκος μέχρι την ενανθρώπησή Του, φώτιζε τον άνθρωπο (π.χ. με τον σπερματικό λόγο που είπαν ορισμένοι Πατέρες), με σκοπό τη διαπαιδαγώγησή του προς μελλοντική αποδοχή Εκείνου.
2. Ο Κύριος δεν αρνείται τον κανόνα αυτό. Αντιθέτως. Τον αποδέχεται και τον επεκτείνει, ανάγοντάς τον όμως σε επίπεδο χαρισματικό, δηλαδή αντανάκλασης στον άνθρωπο του τρόπου υπάρξεως του ίδιου του Θεού. Θέλουμε να πούμε ότι σε πρώτη φάση ο Κύριος διατυπώνει τον ρυθμιστικό αυτόν κανόνα της μεταξύ των ανθρώπων συμπεριφοράς κατά τρόπο θετικό: «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως». Και θέλει προσοχή. Ο Κύριος δεν λέει «ό,τι σας κάνουν οι άλλοι, αυτό να κάνετε κι εσείς σ’  αυτούς», διότι τούτο ίσχυε ως ο πυρήνας της ιουδαϊκής ηθικής, με το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος». Μπορεί για την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης να ήταν κανόνας υπέρβασης της άκρατης εκδίκησης, περιορίζοντάς την στην ίση ανταπόδοση, για την εποχή που έφερε όμως ο Ίδιος λειτουργούσε ως αμαρτία.
Ο Κύριος λοιπόν λέει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν οι άνθρωποι», ό,τι θα επιθυμούσαμε να μας κάνουν οι άλλοι να κάνουμε κι εμείς, όποια συμπεριφορά των άλλων απέναντί μας θα θέλαμε, την ίδια συμπεριφορά προς αυτούς πρέπει και να επιδεικνύουμε,  με άλλα λόγια: μην κοιτάμε, κατά τρόπο ιουδαϊκό, όπως είπαμε, το τι κάνει ο άλλος, ώστε η δράση μας να είναι αντίδραση, δηλαδή μία ανώριμη συμπεριφορά, αλλά να κοιτάμε τον βαθύτερο εαυτό μας, άρα μέτρο της αγάπης μας  προς τους άλλους να είναι η αγάπη μας στον ίδιο τον εαυτό μας. Έτσι,  ο κανόνας αυτός, θα λέγαμε,  ισοδυναμεί με την εντολή του Θεού «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν», κάτι που φανερώνει τελικώς αφενός ότι ο εαυτός μας είναι «αξεπέραστος» από εμάς τους ίδιους – ο άνθρωπος κρίνει τα πάντα με βάση τον εαυτό του – αφετέρου ότι οι άνθρωποι μεταξύ μας είμαστε ίδιοι. Ο χρυσός αυτός κανόνας ανάγλυφα μας δείχνει την κοινότητα της ανθρώπινης φύσης, το πόσο η αυτογνωσία λειτουργεί ταυτόχρονα σ’ ένα μεγάλο ποσοστό και ως ετερογνωσία.
3. Τι συνήθως λοιπόν θέλουμε από τους άλλους, ώστε αυτό να προσφέρουμε και σ’  αυτούς; Έχουμε την εντύπωση ότι οι πιο καίριες επιθυμίες μας από πλευράς των άλλων, είναι η αποδοχή του προσώπου μας, ο σεβασμός της ελευθερίας μας, του χώρου και του χρόνου μας, η απονήρευτη και άδολη συμπεριφορά τους, η διακριτικότητά τους, μ’ ένα λόγο η αγάπη τους. Αυτό λοιπόν συνιστά, κατά τον κανόνα, και το μέτρο της αντίστοιχης δικής μας συμπεριφοράς: κι εμείς να αγαπούμε τον άλλον, να τον σεβόμαστε, να είμαστε διακριτικοί απέναντί του, να μην κάνουμε υπερβάσεις με καταστρατήγηση κυρίως της ελευθερίας τους. Πράγματι, χρυσός κανόνας, που στην εφαρμογή του η κοινωνία μας θα λειτουργούσε ως παράδεισος. Αλλ’  είπαμε: πρόκειται για κανόνα, που εκφράζει ό,τι καλύτερο είχε να πει το ανθρώπινο γένος, στηριγμένο στα καλά στοιχεία της ανθρώπινης φύσης. Το ερώτημα που τίθεται όμως είναι: με ποια δύναμη ο άνθρωπος θα μπορέσει να τον πραγματοποιήσει; Πώς αυτό που συνιστά ορθή νοητική σύλληψη, καλή κοινωνική διδασκαλία, μπορεί να γίνει πράξη; Με άλλα λόγια πώς θα ξεπεραστούν οι δεσμεύσεις του ανθρώπου στην αμαρτία και τα πάθη της, στον διάβολο και τα στοιχεία του κόσμου τούτου;
4. Ο Κύριος λοιπόν δίνει την απάντηση και είναι σαφής: η υπέρβαση των δεσμεύσεων του ανθρώπου, ώστε να μπορεί να τοποθετείται ορθά απέναντι στον συνάνθρωπό του είναι χαρισματική κατάσταση. «Και ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστίν; Και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστίν;» Δεν μπορεί με άλλα λόγια ο άνθρωπος να ξεφύγει από τον εγωισμό των σχέσεών του, από ένα «δούναι και λαβείν»: δίνω γιατί παίρνω - ό,τι συνιστά, είπαμε, την ιουδαϊκή και την κατά κόσμον γενικώς ηθική – αν δεν ενισχυθεί από την ενέργεια του ίδιου του Θεού. Το να μπορώ να αγαπώ τον άλλον, χωρίς να περιμένω ανταπόδοση, να του συμπεριφέρομαι καλά, χωρίς η δράση μου αυτή να είναι αντίδραση, συνιστά υπέρ φύσιν κατάσταση, που προϋποθέτει την παρουσία του Χριστού και της χάρης Του στον κόσμο τούτο.
Συνεπώς ο Κύριος τονίζει την αξία του χρυσού κανόνα των ανθρωπίνων σχέσεων, αλλά μας προσανατολίζει στην ορθή και πραγματική εφαρμογή του: μόνον ο εν Χριστώ άνθρωπος, ο ενταγμένος στο Σώμα Του, την αγία Εκκλησία, που έχει γίνει μέλος Του και λειτουργεί σ’ αυτόν η χάρη και η δύναμή Του, αυτός και μόνον μπορεί να στέκεται με τρόπο αγαπητικό και διακριτικό απέναντι στον κάθε συνάνθρωπό του, προεκτείνοντας έτσι τη στάση του ίδιου του Χριστού και του Θεού Πατέρα σε όλον τον κόσμο. «Γίνεσθε οικτίρμονες, καθώς και ο Πατήρ ημών ο ουράνιος οικτίρμων εστίν». Κι επειδή ο Θεός Πατέρας και ο Κύριος Ιησούς Χριστός αγαπά τον κόσμο χωρίς διακρίσεις – «Αυτός (ο Θεός) χρηστός εστιν επί τους αχαρίστους και πονηρούς» - γι’  αυτό και ο χριστιανός αντιστοίχως  μπορεί πια να αγαπά τους πάντες, ακόμη και τους εχθρούς του, χωρίς να προβληματίζεται για το αν εκείνοι θα του ανταποδώσουν τα ίσα. «Πλήν αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε, μηδέν απελπίζοντες».  Ο χριστιανός δηλαδή ζει και κινείται σε υπέρ τα κοσμικά και πεσμένα στην αμαρτία ανθρώπινα επίπεδα. Η έγνοια και η μέριμνά του είναι να αρέσει στον Θεό, Εκείνου το άγιο θέλημα να διακρατεί, προκειμένου να Τον έχει ζωντανό μέσα στην ύπαρξή του. Κι ένας τρόπος υπάρχει, όπως είπαμε, γι’ αυτό: να ζει σαν τον Θεό, έχοντας και αυξάνοντας τη δύναμη Εκείνου.
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΣΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ από ό,τι φαίνεται δεν είναι η έλλειψη καλών λόγων, σπουδαίων κοινωνικών ιδεών, «παραδείσιων» οραματισμών. Αυτά πράγματι υπήρξαν και υπάρχουν και θα υπάρχουν στον κόσμο μας. Και οι φιλοσοφίες και οι θρησκείες, ωραία πράγματα είπαν και λένε. Με πολλή πλάνη και ψεύδος αναμειγμένα τα ωραία τους αυτά, αλλά και πράγματι ωραία. Το πρόβλημα όμως είναι το πώς θα εφαρμοστούν τα ωραία αυτά. Για τη χριστιανική πίστη μας, η λύση είναι μόνον ο Κύριος. Αν ο άνθρωπος δεν Τον αποδεχτεί όπως αποκαλύφθηκε, αν δεν γίνει μέλος Του με άλλα λόγια, προκειμένου να ενισχύεται από την αγία χάρη Του, πάντοτε θα πελαγοδρομεί στην αντίφαση μεταξύ ίσως καλών λόγων και δαιμονικού τρόπου ζωής. Διότι «ουκ εστίν εν άλλω ουδενί η σωτηρία». Ας παρακαλούμε τον Κύριο αφενός να φωτίζει τους ανθρώπους που Τον αγνοούν, προκειμένου να Τον γνωρίσουν, αφετέρου να ενισχύει τη θέληση ημών των θεωρουμένων χριστιανών, ώστε να κάνουμε πράξη αυτά που ήδη μας έχει δώσει και που τις περισσότερες φορές τα αφήνουμε για αργότερα. Δηλαδή να αγαπάμε τον συνάνθρωπό μας, ανεξάρτητα από τη στάση εκείνων.  Αλλά το αργότερα σημαίνει συνήθως ποτέ.

https://pgdorbas.blogspot.com/

Το Αποστολικό και Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής



† Κυριακῇ 4 Ὀκτωβρίου 2026 (Β' Λουκᾶν)
Τὸ Εὐαγγέλιον
Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν
Κεφ. στ' : 31-36
Εἶπεν ὁ Κύριος· Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως. Καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι. Καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι. Καὶ ἐὰν δανείζητε παρ᾿ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν, ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα. Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε, μηδὲν ἀπελπίζοντες· καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ τοῦ Ὑψίστου· ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί.

Ὁ Ἀπόστολος
Πρὸς Κορινθίους Β΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα 
Κεφ. θ' : 6-11
Ἀδελφοί, ὁ σπείρων φειδομένως, φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ὁ σπείρων ἐπ᾽ εὐλογίαις ἐπ᾽ εὐλογίαις καὶ θερίσει. Ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός. Δυνατὸς δὲ ὁ Θεὸς πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς, ἵνα ἐν παντὶ πάντοτε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν, καθὼς γέγραπται· ᾽Εσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν, ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα. Ὁ δὲ ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι καὶ ἄρτον εἰς βρῶσιν χορηγήσαι καὶ πληθύναι τὸν σπόρον ὑμῶν καὶ αὐξήσει τὰ γενήματα τῆς δικαιοσύνης ὑμῶν· ἐν παντὶ πλουτιζόμενοι εἰς πᾶσαν ἁπλότητα, ἥτις κατεργάζεται δι᾽ ἡμῶν εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Για να απο­κτή­σεις την υπο­μο­νή, όχι μόνο πρέ­πει να αγα­πάς με την καρ­διά σου αυ­τούς που σε ενό­χλη­σαν, αλλά και να λες σ΄αυ­τούς λό­για πρα­ό­τη­τας και αγά­πης και αν μπο­ρείς και να τους υπη­ρε­τείς ακό­μα.

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης