Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

Όλα είναι θέμα Βλέμματος




Του π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ
«Εἶπεν ὁ Κύριος · ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός. Ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται· ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται» (Ματθ. 6, 22-23)
«Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια, μόνο τρόπο να κοιτάμε», λέει ένας στίχος σύγχρονου άσματος. Η διαπίστωση αυτή συναντά με έναν απρόσμενο τρόπο τον σημερινό λόγο του Χριστού. Ο Κύριος στρέφει την προσοχή μας σε μία από τις βαθύτερες λειτουργίες της ανθρώπινης υπάρξεως: στον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο, τους ανθρώπους και τον ίδιο τον Θεό. Ο οφθαλμός, στην ευαγγελική αυτή περικοπή, εκφράζει το εσωτερικό κέντρο του ανθρώπου, εκεί όπου διαμορφώνονται οι κρίσεις, οι επιθυμίες και οι προσανατολισμοί της ζωής.
Ο Χριστός ονομάζει τον οφθαλμό «λύχνο του σώματος». Από την ποιότητα αυτού του φωτός εξαρτάται ολόκληρη η πορεία του ανθρώπου. Όταν ο οφθαλμός είναι «ἁπλοῦς», η ύπαρξη αποκτά διαύγεια, ενότητα και προοπτική. Η λέξη «ἁπλοῦς» φανερώνει την ακεραιότητα της καρδιάς και την ελευθερία από ό,τι θολώνει την πνευματική όραση. Πρόκειται για το βλέμμα εκείνο που αναγνωρίζει το αγαθό, που διακρίνει την παρουσία της θείας Χάριτος μέσα στην καθημερινότητα και που προσεγγίζει τον συνάνθρωπο με σεβασμό και εμπιστοσύνη.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας συχνά ονομάζουν τον νου «οφθαλμό της ψυχής». Όταν αυτός ο οφθαλμός παραμένει καθαρός, ο άνθρωπος αποκτά την δυνατότητα να διακρίνει βαθύτερα νοήματα και να αναγνωρίζει τα ίχνη της παρουσίας του Θεού μέσα στην ιστορία και στην προσωπική του ζωή.
Η πνευματική παράδοση της Εκκλησίας συνδέει αυτή την καθαρότητα με την κάθαρση της καρδιάς. Ο άνθρωπος βλέπει τον κόσμο μέσα από την κατάσταση της ψυχής του. Η ευγνωμοσύνη, η ταπείνωση, η προσευχή και η αγάπη καθιστούν το βλέμμα φωτεινό. Τότε η δημιουργία αποκαλύπτεται ως δωρεά, ο συνάνθρωπος ως εικόνα Θεού και η ιστορία ως χώρος της θείας Οικονομίας.
Γι’ αυτό ο αγώνας της πίστεως συνδέεται με τη θεραπεία του Βλέμματος. Η Εκκλησία καλεί τον άνθρωπο να βλέπει τον κόσμο μέσα από το φως του Ευαγγελίου και να αναγνωρίζει σε κάθε περίσταση μία ευκαιρία κοινωνίας με τον Θεό. Πρόκειται για μια πορεία συνεχούς μεταμορφώσεως, κατά την οποία ναλλάζει ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύουμε τα γεγονότα, αξιολογούμε τις σχέσεις και κατανοούμε το νόημα της ζωής.
Ο λόγος του Κυρίου αποτελεί πρόσκληση αυτογνωσίας. Καθένας καλείται να εξετάσει ποιο φως τροφοδοτεί τον εσωτερικό του κόσμο και ποια κριτήρια καθορίζουν τις επιλογές του. Από αυτή την εσωτερική ποιότητα εξαρτάται η πνευματική καρποφορία και η δυνατότητα να γίνουμε φορείς φωτός μέσα στον κόσμο.
Η θεραπεία του εσωτερικού οφθαλμού αποτελεί έργο ολόκληρης της ζωής. Μέσα από αυτή τη θεραπεία ο άνθρωπος προχωρεί προς την αληθινή γνώση του Θεού και προς τη χαρά της Βασιλείας Του, όπου λάμπει το ανέσπερο φως της θείας παρουσίας. Αυτό το φως ας γίνει το μέτρο του βλέμματός μας και ο προσανατολισμός της ζωής μας.

https://www.nyxthimeron.com/

Φόβος Θεοῦ, πίστη καὶ ἀγάπη!




Στὴν σημερινὴ Ἀποστολικὴ περικοπή, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν χριστιανικὴ κοινότητα τῆς Ρώμης, διδάσκει πώς, μὲ τὴν Ἐνανθρώπηση, τὰ Πάθη καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, τὸ ἀνθρώπινο γένος συμφιλιώθηκε ξανὰ μὲ τὸν ἐπουράνιο Πατέρα καὶ Δημιουργό του.
Μὲ κάθε τρόπο διακηρύττει πώς, παρ΄ ὅλο πού, ὡς ἄνθρωποι, δὲν ἀξίζαμε τέτοια μεγάλη εὐεργεσία, ὁ Θεὸς παραμέρισε τὴν δικαιοσύνη καὶ προέταξε τὴν ἀγάπη, προκειμένου νὰ μᾶς συναντήσει ξανά. Ἀκοῦστε μὲ πόση πίστη καὶ ἀγαλλίαση διδάσκει καὶ λέει: «Ὁ Χριστός, παρ’ ὅλο ποὺ ἤμασταν ἀκόμη ἀνίκανοι νὰ κάνουμε τὸ καλό, πέθανε γιά ἐμᾶς, τοὺς ἀσεβεῖς ἀνθρώπους καί, ξεπερνῶντας τὴν ἀνθρώπινη δικαιοσύνη, ἔδειξε τὴν ἀγάπη του πρὸς ἐμᾶς, πού, ἐνῷ ζούσαμε ἀκόμα στὴν ἁμαρτία, ἔδωσε γιὰ μᾶς τὴν ζωὴ Τοῦ» (Ρωμ. 5: 6-8).
Καὶ ἡ περικοπὴ ὁλοκληρώνεται μὲ μιὰ φράση, ἡ ὁποία ἀποκαλύπτει τὸ μεγαλεῖο τῆς προσκλήσεως στὴν Θεία Κοινωνία, τὴν ὁποία σὲ λίγο θὰ μᾶς ἀπευθύνει ὁ ἱερέας: «Παρ’ ὅ,τι ἤμασταν ἐχθροὶ μὲ τὸν Θεό, μᾶς συμφιλίωσε μαζί Του ὁ σταυρικὸς θάνατος τοῦ Υἱοῦ του» (Ρωμ. 5:10).
Σὲ κάθε Θεία Λειτουργία, φτάνει ἡ μεγάλη στιγμὴ νὰ ἀκούσουμε ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ ἱερέως τὴν πρόσκληση, τὴν ὁποία, στὴν πραγματικότητα, μᾶς ἀπευθύνει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. Μιὰ πρόσκληση συμφιλιώσεως μαζί Του, μιὰ νέα εὐκαιρία γιὰ σχέση ὁλοκληρωτική, ἀφοσίωση πλήρη καὶ ἐμπιστοσύνη ἀκράδαντη στὸ ἔλεος καὶ τὴν ἀγάπη Του: «Μετὰ φόβου Θεοῦ, πίστεως καὶ ἀγάπης, προσέλθετε».
Φόβος Θεοῦ, πίστη καὶ ἀγάπη! Αὐτά τα τρία συναποτελοῦν τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖον προσερχόμαστε νὰ κοινωνήσουμε. Αὐτὰ ἀποτελοῦν τὴν δική μας συμμετοχὴ στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας μας μέσῳ τῆς ἑνώσεως μὲ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του. Ἐκεῖνος προσφέρει δωρεὰν τὰ Ἅγια Μυστήριά Του. Μὲ δική Του πρωτοβουλία καὶ μὲ μοναδικὸ κίνητρο τὴν ἀγάπη Του, ἐξέρχεται στόν ἀγρό τῆς ψυχῆς τῶν ἀνθρώπων καὶ σπέρνει τὰ μεγαλεῖα τῆς Θεότητός του. Μόνον, ὅμως, ὁ ὀργωμένος ἀγρός θὰ βρεθεῖ σὲ θέση νὰ ἀξιοποιήσει τὸν σπόρο καὶ νὰ ἀποδώσει καρπούς. Καὶ αὐτά τα τρία, ὁ φόβος Θεοῦ, ἡ πίστη καὶ ἡ ἀγάπη, εἶναι ἐκεῖνα ποὺ ὀργώνουν τὸν ἀγρό τῆς ψυχῆς καὶ κάνουν τὸ χῶμα ἀφρᾶτο καὶ δεκτικὸ τῆς λυτρωτικῆς σπορᾶς.
Ὁ «φόβος» τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ διευκρινιστεῖ. Ὑπάρχουν δύο φόβοι: Ὁ ἕνας συνδέεται μὲ τὴν ἀπειλὴ τῆς Κολάσεως. Εἶναι ἀπαραίτητος ὡς παιδαγωγικὸ μέσον στὰ πρῶτα στάδια τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Ὁ φόβος αὐτὸς λειτουργεῖ στὴν ἀρχὴ εὐεργετικά, καθὼς ὁδηγεῖ στὴν ἐγκράτεια, τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τὴν ἐπίγνωση τῶν ἁμαρτιῶν. Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ φόβου, πολλοὶ ἄνθρωποι ἀποδεσμεύτηκαν ἀπὸ ἕναν καταστροφικὸ τρόπο ζωῆς καὶ ἀποφάσισαν νὰ ἀλλάξουν. Πολέμησαν τὰ πάθη τους, ἀνακάλυψαν τὸν δρόμο τῆς προσευχῆς καὶ ὁδηγήθηκαν στὴν μετάνοια. Καί, καθὼς ἡ ἀλλαγὴ αὐτὴ παγιωνόταν, ἄρχισαν νὰ συμβαίνουν στὴν ψυχή τους θαύματα: Ἡ ψυχή τους ἡμέρεψε, ὁ θεῖος φωτισμὸς κατέκλεισε τὴν μέχρι πρό τινος ἐσκοτισμένη ψυχή τους καὶ τὸν ἀρχικὸ φόβο ἀντικατέστησε σταδιακὰ ἕνας ἄλλου εἴδους φόβος.
Καὶ οἱ Ἅγιοι ἔχουν φόβο Θεοῦ. Μόνον ποὺ ὁ φόβος τους δὲν ἀφορᾶ τὴν ἀπειλὴ τῆς κολάσεως ἀλλὰ τὸ ἐνδεχόμενο νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ τὴν χαρὰ ποὺ προσφέρει στὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη ἡ παρουσία τοῦ Θεοῦ. Πρόκειται γιὰ ἕναν φόβο ποὺ δὲν ἐπιτρέπει στὸν ἄνθρωπο νὰ καυχᾶται πὼς ἡ ζωή του ἔγινε τέλεια καὶ προστατεύει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὴν ἔπαρση. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ὁ ἄνθρωπος, ἔστω καὶ ἂν βαδίζει σταθερὰ τὸν δρόμο τῆς θεώσεως, παραμένει ταπεινὸς καὶ προσεκτικός, μήπως ἐξ αἰτίας ἑνὸς καὶ μόνο λάθους, μίας καὶ μόνον ἁμαρτίας, στερηθεῖ τοὺς καρποὺς πολυετῶν πνευματικῶν ἀγώνων.
Αὐτὸν τὸν φόβο Θεοῦ συμπληρώνει ἡ πίστη. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ ἔχουμε δύο εἴδη πίστεως: Πρῶτον, τὴν κραταιὰ καὶ ἀναμφίβολη βεβαιότητα πώς, κατὰ τὴν ὥρα τῆς Θείας Κοινωνίας, μπροστὰ στὸν πιστὸ στέκει ὁ ἴδιος ὁ Χριστός, ὅπως ἀναφέρει καὶ ἡ σχετικὴ εὐχὴ τῆς ἀκολουθίας τῆς Θείας Μεταλήψεως:  «Πιστεύω, Κύριε, καὶ ὁμολογῶ ὅτι σὺ εἶ ἀληθῶς ὁ Χριστός, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, ὁ ἐλθὼν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὦν πρῶτος εἰμί ἐγώ. Ἔτι πιστεύω ὅτι τοῦτο αὐτὸ ἐστι τὸ ἄχραντον Σῶμα σου καὶ τοῦτο αὐτὸ ἐστι τὸ τίμιον Ἄἷμά σου».
Ἡ πίστη αὐτὴ συνοδεύεται καὶ ἀπὸ μιὰ δεύτερη πίστη, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ τὴν ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὴν δύναμη καὶ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ἐμπιστοσύνη ποὺ δὲν ἐπιτρέπει στὸν ἄνθρωπο νὰ ἀπελπιστεῖ καὶ πού, ὅ,τι καὶ ἂν συμβεῖ, τὸν στρέφει διαρκῶς πρὸς τὴν ἐλπίδα τῆς πρόνοιας καὶ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Αὐτὴν ἡ πίστη ἀναθερμαίνει μέσα στὴν ψυχὴ διαρκῶς τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό, μεταβάλλοντας τὸν ἄνθρωπο σέ κοινωνὸ τῆς θείας ἀγάπης. Γι΄ αὐτὸ καὶ ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος διδάσκει ἐπιγραμματικά: «Ἀρχὴ εἶναι ἡ πίστη, τέλος ἡ ἀγάπη. Αὐτὰ τὰ δύο, ὅταν ἑνωθοῦν, ἀποκαλύπτουν μέσα στὴν ψυχὴ τὸν ἴδιο τόν Θεὸ» (ΒΕΠΕΣ, τ.2, 267).
Κοινωνοῦμε Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, στὴν πραγματικότητα ὅμως, ὅπως διδάσκει ὁ Ἀββᾶς Ἰσαάκ, γευόμαστε τὴν οὐράνια τροφὴ τῆς ἀγάπης. Αὐτὴ ἀποτελεῖ τὴν ἀληθινὴ βρώση καὶ τὴν πόση. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ποὺ μπορεῖ νὰ χαρίσει διαρκῆ εὐφροσύνη στὴν ἀνθρώπινη καρδιὰ (Τὰ εὑρεθέντα ἀσκητικά, 282-3). Αὐτὴ εἶναι ἡ τροφὴ στὸ ἐπουράνιο δεῖπνο ποὺ μᾶς ὑποσχέθηκε ὁ Χριστὸς (Λκ. 22: 39).
Μπροστὰ στὸ Ἅγιο Ποτήριο, ὁ κάθε πιστὸς ἔρχεται πεινῶντας καὶ διψῶντας Χριστό, ἀλλὰ καὶ συμφιλιωμένος μὲ τοὺς ἀδελφούς του. Μόνον μέ αὐτό τον τρόπο παραδίδει στὸν Ἐπουράνιο Σπορέα τὸν ἕτοιμο ἀγρό τῆς ψυχῆς του. Ὁ ἱερέας κοινωνεῖ τὸν κάθε πιστό, λέγοντας: «Μεταλαμβάνει ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν τὴν αἰώνιον…».
Κάθε φορά, ὅμως, ὁ πιστὸς καλεῖται μὲ τὸν ὄνομά του. Μὲ τὸ ὄνομα ποὺ βαφτίστηκε καὶ πολιτογραφήθηκε πολίτης τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἡ Θεία Κοινωνία γίνεται μιὰ προσωπικὴ συνάντηση ἀνθρώπου καὶ Θεοῦ. Ὁ Κύριος γίνεται κτῆμα τοῦ καθενὸς προσωπικὰ καὶ προσφέρει πρὸς αὐτὸν ποὺ κοινωνεῖ τὸν ἑαυτό Του, μεταβάλλοντάς τον συγχρόνως σὲ μέλος τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας Του.
*     *     *
Οἱ εὐεργετικὲς συνέπειες τῆς Θείας Κοινωνίας δὲν μποροῦν νὰ περιγραφοῦν μὲ λόγια. Καθὼς τὸ σῶμα μας ἑνώνεται μὲ τὸ Ἀναστημένο Σῶμα τοῦ Κυρίου, ὅλα τὰ μέρη τῆς ὑπάρξεώς μας μεταμορφώνονται. Ὁ νοῦς μας ἑνώνεται μὲ τὸν νοῦ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀτενίζουμε τὰ ὁρατὰ καὶ τὰ ἀόρατα μὲ τὸν δικό Του τρόπο. Ἡ θέλησή μας ἑνώνεται μὲ τὸ θέλημα τοῦ Χριστοῦ καὶ πλέον ἐπιζητοῦμε αὐθόρμητα καὶ χωρὶς κόπο μόνο ἐκεῖνα ποὺ Ἐκεῖνος θέλει· τὰ ἅγια, τὰ ἁγνά, τὰ ἀναμάρτητα.
Στὴν κατάσταση αὐτὴ ὁ ἄνθρωπος βιώνει ἐμπειρίες καὶ συναισθήματα πέραν πάσης περιγραφῆς. Ὁ ἅγιος Συμεῶν ὁ Νέος Θεολόγος, θέλοντας νὰ περιγράψει αὐτὲς τὶς ἐμπειρίες, καταφέρνει μόνο νὰ ἀπορεῖ: «Πῶς νὰ περιγράψω τὴν ἀπερίγραπτη εὐσπλαχνία σου, Σωτῆρα μου; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώνεις ἐμένα, τὸν ἀκάθαρτο, τὸν ἄσωτο καὶ τὸν διεφθαρμένο νὰ γίνω μέλος δικό Σου; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ ντύνεις μὲ τὴν λαμπρότητα τῆς στολῆς τῆς ἀθανασίας καὶ νὰ μεταβάλεις ὅλα μου τὰ μέλη σὲ πηγὴ φωτός;» (Sources Chretiennes, 156, 176-8).
Τέτοιες ἐμπειρίες ἐπιφυλάσσει καὶ σ΄ ἐμᾶς ἡ Θεία Κοινωνία. Ποιά ἀνθρώπινη χαρὰ καὶ ποιά κοσμικὴ ἀπόλαυση μπορεῖ νὰ συγκριθεῖ μὲ αὐτὸν τὸν συγκλονισμὸ χαρᾶς καὶ φωτός; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἕνας ἄνθρωπος, ἔχοντας γευθεῖ, ἔστω καὶ λίγο, τὴν ἐμπειρία αὐτῆς τῆς συναντήσεως μὲ τὸν Κύριο, νὰ προτιμήσει ὁ,τιδήποτε ἄλλο ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦτο;
Ἂς μὴν ἐπιτρέψουμε ποτὲ στὸν ἑαυτό μας νὰ προσέλθει ἀπροετοίμαστος στὴ Θεία Κοινωνία. Ἂς μὴν τοῦ στερήσουμε ποτέ, ἐξ αἰτίας τῆς ἀμέλειας καὶ τῆς ραθυμίας μας, τὴν προετοιμασία τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς, καθιστῶντας τὸν ἄγευστο αὐτῶν τῶν δωρεῶν. Ἂς καλλιεργοῦμε μὲ ἐπιμονὴ καὶ ζῆλο τὸν φόβο Θεοῦ, τὴν πίστη καὶ τὴν ἀγάπη καὶ ἂς εἴμαστε βέβαιοι πώς, ἀκόμη καὶ ὁ ἐλάχιστος πνευματικὸς κόπος, θὰ ἐπιφέρει στὴν ὕπαρξή μας πλῆθος ἐπουρανίων δωρεῶν καὶ πρόγευση ζωῆς αἰωνίου. Ἀμήν.

+ Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
https://www.nyxthimeron.com/

Η πονηρή ελεημοσύνη




Του π. Δημητρίου Μπόκου
Στη ροή της επί του Όρους ομιλίας του ο Χριστός είπε και τα εξής παραβολικά λόγια: «Ο λύχνος του σώματός εστιν ο οφθαλμός». Φως για το σώμα είναι το μάτι. Αν το μάτι σου είναι γερό, όλο το σώμα σου θα είναι φωτεινό, θα βλέπει καλά. «Εάν δε ο οφθαλμός σου πονηρός η», αν το μάτι σου είναι άρρωστο, τυφλό, όλο το σώμα σου θα είναι σκοτεινό. Βυθισμένο στο σκοτάδι (Κυριακή Γ΄ Ματθαίου). Τί θέλει να πει με αυτά τα τόσο απλά λόγια ο Χριστός;
Ότι όπως σκοτεινιάζει το μάτι σου, έτσι μπορεί να σκοτεινιάσει και η καρδιά σου. Και από τί προκαλείται ο σκοτισμός αυτός; Από τα πάθη της αμαρτίας φυσικά. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης π. χ. αναφέρει την εξής περίπτωση: Όποιος αγαπάει τον συνάνθρωπό του «εν τω φωτί μένει». Αλλά όποιος τον μισεί «εν τη σκοτία εστί και εν τη σκοτία περιπατεί» και δεν γνωρίζει πού πηγαίνει, διότι «η σκοτία ετύφλωσε τους οφθαλμούς αυτού». Μιλάει φυσικά για το πνευματικό σκοτάδι που κατακλύζει τους νοερούς οφθαλμούς της ψυχής (Α΄ Ιω. 2, 10-11).
Ο Χριστός εδώ έχει κατά νουν μια άλλη περίπτωση. Θεωρεί σκοτάδι που τυφλώνει τους νοερούς οφθαλμούς, την προσκόλληση στον πλούτο, τη φιλαργυρία, την πλεονεξία. Λίγο πριν είχε μιλήσει αποτρεπτικά για την αγωνιώδη προσπάθεια των ανθρώπων να θησαυρίζουν. Μη θησαυρίζετε για τον εαυτό σας επίγειους θησαυρούς, είπε, αλλά θησαυρούς στον ουρανό. Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σας, εκεί είναι και η καρδιά σας (Ματθ. 6, 18-21).
Αν ο άνθρωπος προσκολληθεί στους επίγειους θησαυρούς, θα γίνει ειδωλολάτρης. Είδωλο, θεό του, θα έχει το χρήμα. Γι’ αυτό και οι χαρακτηρισμοί της Αγίας Γραφής για τη φιλαργυρία και την πλεονεξία είναι βαρύτατοι. Η μεν είναι ρίζα όλων των κακών, η δε ειδωλολατρία (Α΄ Τιμ. 6, 10. Κολ. 3, 5. Εφ. 5, 5). Και ο Χριστός θεωρεί αδύνατο το να υπηρετεί κάποιος ταυτόχρονα και τα δυο αφεντικά. Και τον Θεό και το χρήμα (Ματθ. 6, 24).
Μα έλα που η πολυμήχανη «ευσέβεια» βρίσκει τρόπους να συμβιβάζει και τα αντίθετα. Αν έχουμε πολλά λεφτά, θα κάνουμε και πιο πολλές φιλανθρωπίες. Λένε οι «ευσεβείς» φιλάνθρωποι: Να μην κερδίσουμε, Θεέ μου, και ένα λαχείο; Για να δίνουμε κάτι και σε κανένα φτωχό! Κι αυτοί που θα πάρουν τους μεγάλους μισθούς, θα τους βάλουν, είπαν, στα φιλόπτωχα. Τί συγκινητικό!
Αλήθεια, δεν το ήξερε αυτό ο Χριστός; Τότε, γιατί είπε στους μαθητές του να αφήσουν τα πάντα και να τον ακολουθήσουν, πράγμα που επανέλαβε και στον πλούσιο νεανίσκο; Γιατί οι απόστολοι γύριζαν ανά τον κόσμο ρακένδυτοι, γυμνητεύοντες, πεινασμένοι, διψασμένοι, απόβλητα της κοινωνίας;
Γιατί ακόμα και οι πρώτοι χριστιανοί είχαν το πνεύμα των αποστόλων και αντί να μαζεύουν, πωλούσαν χωράφια, σπίτια, ό,τι είχαν, και τα έδιναν για τους φτωχούς; Γιατί ο Πέτρος είπε στον εκ γενετής χωλό που ζητιάνευε στην πόρτα του ναού, «αργύριον και χρυσίον ουχ υπάρχει μοι» και του έδωσε κάτι άλλο, πολυτιμότερο; Γιατί τόσοι πλούσιοι άγιοι μοίρασαν τα πλούτη τους και έγιναν εκούσια φτωχοί;
Ο Χριστός απέτρεψε τους μαθητές του απ’ το να μαζεύουν χρήματα με πρόφαση δήθεν την ελεημοσύνη. Μα είναι τόσο κακό, τόσο επικίνδυνο αυτό;
Ένας φιλάνθρωπος φτωχός, ο Ευλόγιος, όταν κάποτε βρήκε χρήματα πολλά, άλλαξε νοοτροπία εντελώς. Πήγε στην πρωτεύουσα, αγόρασε μεγάλο αρχοντικό, άρχισε να ζει στην απόλυτη χλιδή. Ξέχασε τελείως τους φτωχούς, έγινε σκληρός. Μα ο Θεός επέτρεψε να γυρίσει η τύχη του, να χάσει τα πάντα, να ξαναγίνει φτωχός. Και τότε θυμήθηκε ξανά τους φτωχούς και τον Θεό.
Νομίζεις ότι εσύ μπορείς να μείνεις ανέγγιχτος από τον πλούτο; Άκου τους αγίους: «Όσον δύνασαι, μετά πτωχείας και ταπεινώσεως» ζήσε, ώστε εσύ μάλλον να έχεις ανάγκη βοήθειας από άλλους (πρβλ. και ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ, Αθήνα 1980, τ. Γ΄, Υποθέσεις μζ΄, μη΄, μθ΄, σ. 612-652).
Δύσκολο και να κατανοηθούν αυτά σήμερα.
Μα ο Χριστός επιμένει. Η προσκόλληση στη συσσώρευση πλούτου τυφλώνει, σκοτίζει την ψυχή. Μόνο η απαλλαγή απ’ αυτήν ξαναδίνει φως.

https://www.nyxthimeron.com/

Ο απλούς και πονηρός οφθαλμός




«Εἶπεν ὁ Κύριος ·  ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός. Ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται·  ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται» (Ματθ. 6, 22-23)
Εἶπε ὁ Κύριος: «Τὸ μάτι εἶναι τὸ λυχνάρι τοῦ σώματος. Ἐὰν τὸ μάτι σου εἶναι ὑγιές, ὅλο σου το σῶμα θὰ εἶναι φωτεινό. Ἐὰν ὅμως τὸ μάτι σου ἀσθενεῖ, τότε ὅλο τὸ σῶμα σου θὰ εἶναι σκοτεινό. 
            Ο λόγος του Χριστού στην επί του όρους ομιλία μάς βάζει μπροστά σε μία άλλη θέαση της ύπαρξης. Δεν είμαστε ό,τι φαινόμαστε, αλλά όπως λέει η καρδιά μας. Και αυτό αποτυπώνεται στον τρόπο με τον οποίο πορεύονται οι αισθήσεις μας. Ο Χριστός κάνει μία διάκριση ανάμεσα στον απλού και τον πονηρό οφθαλμό. Ο πονηρός οφθαλμός είναι αυτός ο οποίος βλέπει τον άλλον στην προοπτική των τριών Φ: της φιλαυτίας, της φιληδονίας, της φιλοδοξίας. Είναι ο οφθαλμός, ο οποίος πορεύεται στην προοπτική της χρήσης, της εκμετάλλευσης του άλλου ως οχήματος για την ικανοποίηση των επιθυμιών μας, οι οποίες όμως έχουν να κάνουν με το «εγώ» μας αποκλειστικά. Ο άλλος υπάρχει για να μας διακονεί, χωρίς να μας ενδιαφέρει κάποτε ούτε η αξιοπρέπειά του. Και δεν είναι απαραίτητο ότι τον ρωτάμε αν επιθυμεί κάτι τέτοιο. Η δύναμη, η πειθώ, η χειριστικότητα, η ηδονική μας ικανότητα που κολακεύει, η αίσθηση της ανωτερότητας κάνει τον άλλον να υποτάσσεται στις δικές μας επιθυμίες.
            Αυτή η στάση όμως δεν περιορίζεται μόνο στο φαίνεσθαι. Περνά και στον έσω κόσμο μας, στην ψυχική μας κατάσταση. Διότι υπάρχει το εν ημίν σκότος. Κι αυτό έχει να κάνει με τη συνείδηση, με τον λογισμό, με την πονηρία, η οποία μας κυβερνά, έργο των λογισμών μας. Ο άλλος είναι κάθε στιγμή σκεύος ηδονής και εκμετάλλευσης για μας, διότι μόνο εκεί βρίσκεται ο νους μας. Το βλέπουμε αυτό στην πορνογραφία του Διαδικτύου. Άνθρωποι φαινομενικά ήσυχοι, χαμηλών τόνων, με δυσκολίες επικοινωνίας και αδυναμία σχέσης, ρίχνονται στην πορνογραφία, διότι ο οφθαλμός της ψυχής τους είναι πονηρός. Και εκπληττόμεθα όταν διαβάζουμε για συλλήψεις ανθρώπων οι οποίοι δεν δείχνουν διεστραμμένοι, αλλά είναι.  Αλλά και οι πολλοί χρήστες αυτής της αρρωστημένης φιληδονίας φαινομενικά είναι ευυπόληπτοι. Η καρδιά τους όμως γέμει αυτής της νοοτροπίας της χρήσης του άλλου ως αντικειμένου.
            Ο Χριστός ζητά από εμάς ο οφθαλμός μας να είναι απλούς. Να βλέπει τον άλλον ως εικόνα Θεού και ως πρόσωπο που η παρουσία του προξενεί χαρά. Για να γίνει αυτό χρειάζεται η ψυχή μας, η καρδιά μας, η συνείδησή μας να έχει ως προτεραιότητά της τη σχέση με τον Θεό και με την εικόνα Του, τον άνθρωπο. Σχέση σημαίνει να δώσω, να συνυπάρξω, να στηρίξω, να χαρώ γιατί ο άλλος υπάρχει. Σχέση σημαίνει να εμπιστευθώ τον Θεό και να πορεύομαι εν καλοσύνη. Σχέση σημαίνει να νιώθω και να πιστεύω ότι η αγάπη είναι το παν. Και αγαπώ σημαίνει νοιάζομαι και διακονώ, υπηρετώντας την αλήθεια του άλλου, συνοδοιπορώντας στον δρόμο της Βασιλείας του Θεού, στον δρόμο και στον τρόπο της Εκκλησίας.
            Η εποχή μας έχει βρει στο Διαδίκτυο τα μέσα για την ικανοποίηση  των επιθυμιών ενός κρυμμένου εαυτού, ενός πονηρού εαυτού. Συχνά τα βαφτίζει δικαίωμα, αν δεν κάνεις κακό στον άλλον, ιδίως στις περιπτώσεις των ενηλίκων. Όμως η αληθινή χαρά, η οποία υπερβαίνει την ευχαρίστηση της στιγμής, δεν έρχεται όταν καθιστούμε τη ζωή ικανοποίηση των παθών μας, αλλά όταν μπορούμε να ανοιχτούμε στην αγάπη και με αγάπη. Κι εδώ ο Χριστός είναι μαζί μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
21 Ιουνίου 2026, Κυριακή Γ’ Ματθαίου
https://www.nyxthimeron.com/

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ



«Οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν» (Ματθ. 6, 24)
Τό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα τῆς Γ´ Ματθαίου ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς γνωστῆς ἐπί τοῦ ῎Ορους ὁμιλίας τοῦ Κυρίου, μίας ἐκτεταμένης ὁμιλίας πού καταγράφεται στό εὐαγγέλιο τοῦ Ματθαίου καί μάλιστα στά 5, 6 καί 7 κεφάλαιά του. Τό συγκεκριμένο ἀπόσπασμα ἔχει ἐκπληκτική ἐπικαιρότητα, δεδομένου ὅτι ἀφενός ἀποκαλύπτει βαθιές ἀνθρωπολογικές ἀλήθειες καί μᾶς  ὑπενθυμίζει τό πόσο ὁ Θεός μᾶς ἀγαπᾶ καί μᾶς φροντίζει μέ τήν πρόνοιά Του,  ἀφετέρου μᾶς προσανατολίζει στήν ὀρθή κατεύθυνση τῆς ζωῆς, πού ὁδηγεῖ στή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ὡς ἔνταξή του στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. ᾽Ιδιαιτέρως ὁ λόγος τοῦ Κυρίου «οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν» θέτει τόν πιό θεμελιακό προβληματισμό.
            1. Ἡ πρώτη ἐπισήμανση τοῦ Κυρίου, πού συνιστᾶ καί ἀποκάλυψη γιά τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο, εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος πάντοτε κάπου «δουλεύει», πάντοτε δηλαδή σέ κάτι ὑπακούει καί αὐτό οὐσιαστικά ὑπηρετεῖ μέ ὅλες τίς δυνάμεις του. ᾽Από τήν ἄποψη αὐτή, ἐλεύθερος ἄνθρωπος, μέ τήν ἀπόλυτη ἔννοια τοῦ ὅρου, δέν ὑπάρχει. Εἴτε ὑπακοῦμε στόν Θεό εἴτε ὑπακοῦμε σέ ἀντίθεες δυνάμεις εἴτε ἀκόμη καί στίς δικές μας μόνο ἐπιλογές, ἄν ὑφίσταται ἀπολύτως κάτι τέτοιο, πάντοτε θά βρισκόμαστε  κάτω ἀπό ἕνα ῾ἀφεντικό᾽. Τό ἐρώτημα εἶναι τί εἴδους ῾ἀφεντικό᾽ εἶναι αὐτό; Δηλαδή: Σέ τί δουλεύω πού θά μέ κάνει νά νιώσω πραγματικά ἄνθρωπος, μέσα στό πλαίσιο τῆς φυσιολογίας τοῦ ἀνθρώπου;
2. Ὁ Κύριος προεκτείνει τήν ἐπισήμανση: «οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». ῎Οχι μόνο πάντοτε κάπου δουλεύουμε, ἀλλά καί ἡ ῾δουλεία᾽ αὐτή εἶναι μονομερής. Δέν μπορεῖ κανείς νά ὑπηρετεῖ δύο ἀφεντικά ταυτόχρονα, οἱ δυνάμεις του θά εἶναι κατατεθειμένες στήν ὑπηρεσία πάντοτε ἑνός. Ὁ ἄνθρωπος, μέ ἄλλα λόγια, μᾶς λέει ὁ Κύριος, εἶναι δημιουργημένος ἔτσι, ὥστε νά ὑπάρχει καί νά λειτουργεῖ μέ ἑνιαῖο τρόπο, πού σημαίνει ὅτι οἱ δυνάμεις του προσαρμόζονται πάντοτε σέ μία μόνο κατεύθυνση, κάθε φορά ὁ ἄνθρωπος εἶναι ῾ὅλος κάπου᾽. Θά ἔλεγε κανείς ὅτι ὁ Κύριος ἀποκλείει γιά τή φυσιολογία τοῦ ἀνθρώπου τό φαινόμενο τοῦ ῾πνευματικοῦ ἀλλοιθωρισμοῦ - δέν μπορεῖ νά κοιτᾶ τήν ἴδια στιγμή σέ δύο διαφορετικές κατευθύνσεις.  Συνεπῶς, ἄν κάποιος προσπαθήσει νά τά συνδυάσει ὅλα, θά βρεθεῖ σέ ἕνα εἶδος πνευματικῆς σχιζοφρένειας, θά ὑποστεῖ  μία ἀλλοίωση τῆς ὕπαρξής του ὡς ἄνθρώπου.
Στήν περίπτωση αὐτή ἔχουμε ἴσως τήν κατάσταση πού ἐλέγχει δριμύτατα τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στήν ᾽Αποκάλυψη τοῦ ᾽Ιωάννη, τήν κατάσταση τῆς χλιαρότητας. «῎Οφειλες νά εἶσαι ἤ θερμός ἤ ψυχρός. ᾽Επειδή ὅμως εἶσαι χλιαρός, θά σέ ξεράσω ἀπό τό στόμα μου». Εἶναι εὐνόητο ὅτι γνώρισμα μίας τέτοιας ἀλλοιωμένης πνευματικῆς κατάστασης, τῆς διψυχίας, πού λέει ἀλλοῦ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ ἀκαταστασία καί ἡ ταραχή. «᾽Ανήρ δίψυχος, ἀκατάστατος ἐν πάσαις ταῖς ὁδοῖς αὐτοῦ» (ἅγιος ᾽Ιάκωβος). Ὁπότε, ὁ μόνος ὁ ὁποῖος χαίρεται στήν περίπτωση αὐτή εἶναι ὁ διάβολος, διότι φανερώνει τή δική του μόνιμη πνευματική κατάσταση. Ὁ διάβολος, ὅπως μᾶς ἀποκαλύπτει ἡ Γραφή, εἶναι τό πιό δυστυχισμένο καί τραγικό ὄν, μέ μόνιμη τήν ἀκαταστασία καί τήν ταραχή στήν ὕπαρξή του, κάτι πού θέλει νά δημιουργήσει καί στόν κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ ἄνθρωπο.
3.  Ἡ ἀνθρωπολογική αὐτή ἐπισήμανση τοῦ Κυρίου, ὅτι ὅλος ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται κάθε φορά κάπου, ὅτι δέν μπορεῖ νά  δουλεύει ταυτόχρονα σέ δύο κυρίους, συμπληρώνεται  στή συνέχεια μέ τήν προτροπή νά ἐπιλέγουμε τόν σωστό κύριο, πού δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό μας. «Ζητεῖτε πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην αὐτοῦ καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν».  ῎Ετσι ὁ Κύριος μᾶς θέτει στήν ὀρθή τροχιά τῆς δημιουργίας μας: εἴμαστε πλασμένοι ἀπό τόν Θεό γιά νά πορευόμαστε καί νά ἐπεκτεινόμαστε πρός ᾽Εκεῖνον, ἄν θέλουμε νά βρισκόμαστε στή φυσική μας κατάσταση. Καί τί γίνεται τότε; Ὑποτασσόμενοι στόν Θεό, ῾δουλεύοντας᾽ σ᾽᾽Εκεῖνον ἐξυψωνόμαστε σέ υἱούς Του, γινόμαστε φίλοι Του, μᾶς δίνει ὁλόκληρο τόν ῾Εαυτό Του, μᾶς κάνει ἕνα μ᾽ Ἐκεῖνον. «Οὐκέτι ὑμᾶς λέγω δούλους». «Ὑμεῖς φίλοί μού ἐστε, ἐάν ποιῆτε ὅσα ἐντέλλομαι ὐμῖν» (ὁ Κύριος). Κατά συνέπεια, ὁ ἄνθρωπος αὐτός φτάνει νά ζεῖ τήν πραγματική ἐλευθερία, τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ, ὅπως τήν βλέπουμε στά πρόσωπα τῶν κατεξοχήν ἐλευθέρων ἀνθρώπων, τῶν ἁγίων. «Οὗ τό Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ καί ἐλευθερία». «Τῇ ἐλευθερίᾳ  ᾗ Χριστός ὑμᾶς ἠλευθέρωσε, στήκετε, καί μή ζυγῷ δουλείας πάλιν ἐνέχεσθε» (ἀπ. Παῦλος).
῎Αν ὁ ἄνθρωπος ἐπιλέξει λάθος κύριο, ἄν ἡ ἐπιλογή του δέν εἶναι ὁ Θεός πού φανερώθηκε ἐν Χριστῷ καί βιώνεται στήν ᾽Εκκλησία Του, τότε θά βρίσκεται σέ κατάσταση θεομαχίας – «ὁ μή ὤν μετ᾽ ἐμοῦ κατ᾽ ἐμοῦ ἐστι» εἶπε ὁ Κύριος – καί κύριός του θά εἶναι ὁ πονηρός, ὁ ὁποῖος ὡς χαρά του ἔχει, ὅπως ἐπισημάνθηκε, νά ταλαιπωρεῖ τόν ἄνθρωπο καί τή δική του δυστυχία νά τήν κάνει δυστυχία καί τοῦ ἀνθρώπου, μέ τελικό σκοπό τήν πλήρη ἐξόντωσή του. Μή λησμονοῦμε ὅτι ὁ διάβολος «ἀνθρωποκτόνος» χαρακτηρίζεται στό εὐαγγέλιο. Κι εἶναι τραγικό νά σκέπτεται κανείς ὅτι δυστυχῶς ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν διαστρεβλώσει τόσο τά πράγματα, ὥστε νά πιστεύουν ὅτι ὁ διάβολος εἶναι ὁ σωτήρας τους, αὐτόν νά ἀκολουθοῦν καί αὐτόν νά κηρύσσουν στόν κόσμο. Ἡ ψυχοσωματική αὐτομαστίγωση τοῦ ἀνθρώπου προφανῶς δέν ἔχει ὅρια. Ἡ ἀνισορροπία σέ πολλούς ἔχει γίνει καθεστώς.
᾽Ανεξάρτητα ὅμως ἀπό ἐκείνους τούς δυστυχεῖς συνανθρώπους μας πού ἐνσυνείδητα ἔχουν ἐπιλέξει ἕναν τέτοιο δρόμο, ἡ παραπάνω ἐπισήμανση τοῦ Κυρίου προκαλεῖ ῾φόβο᾽ καί γιά τούς χριστιανούς. Τό γεγονός ὅτι κάθε φορά εἴμαστε ὁλόκληροι στή δουλεία ἑνός κυρίου, εἴτε τοῦ Θεοῦ εἴτε τοῦ διαβόλου,  σημαίνει ὅτι δέν μποροῦμε νά ῾παίζουμε᾽ μέ τή ζωή μας καί τίς ἐπιλογές μας. Ἡ ἐπιπολαιότητα στήν πνευματική μας ζωή δέν εἶναι χωρίς συνέπειες. Αὐτό πού κάνω κάθε φορά μέ ἐντάσσει στή μία ἤ στήν ἄλλη κατάσταση, δηλαδή  μέ προσδιορίζει συνολικά ὡς ἄνθρωπο. Γι᾽ αὐτό καί τρομάζει λίγο αὐτό πού ἀκούγεται συχνά ἀπό συνανθρώπους μας,  καί μάλιστα νέους, ὅτι σκοπό ἔχουν νά μαζεύουν στή ζωή τους ἐμπειρίες. Ἡ κάθε ἐμπειρία καταλαβαίνουμε μέ τά παραπάνω λόγια τοῦ Κυρίου ὅτι δέν εἶναι ἀνώδυνη. ῎Αν δέν βρίσκεται στήν κατεύθυνση τῆς ὑπακοῆς στόν Θεό, λειτουργεῖ ἀρνητικά, ἄρα δαιμονίζει τόν ἄνθρωπο. Προφανῶς ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἕνα ἄθροισμα ἐμπειριῶν, ἕνα σύνολο τεμαχίων δηλαδή, ἀλλά, ὅπως εἴπαμε, ἑνιαία ψυχοσωματική κατάσταση, ἡ ὁποία προσδιορίζεται κάθε φορά ὁλόκληρη, θετικά ἤ ἀρνητικά, ἀνάλογα μέ τό εἶδος τῆς ἐμπειρίας.
4. Ὑποδηλώθηκε μέ τά παραπάνω, ἀλλά τό τονίζουμε καί ξεχωριστά: ἡ κάθε ὥρα καί ἡ κάθε στιγμή τῆς ζωῆς μας εἶναι ἐκείνη πού ἀποκαλύπτει τόν κύριό μας, τό ποῦ δουλεύουμε. Δέν εἶναι τά λόγια μας καί οἱ διακηρύξεις μας, ἀλλά αὐτό πού ἐπιλέγουμε καί κάνουμε ὅ,τι  ἀποδεικνύει τή χριστιανοσύνη μας. Ἡ κάθε στιγμή μας, ἐν λόγῳ ἤ ἔργῳ ἤ διανοίᾳ, φανερώνει ἄν μισοῦμε ἤ ἀγαποῦμε τόν Θεό, ἄν στηριζόμαστε σ᾽ Αὐτόν ἤ Τόν περιφρονοῦμε. Ὁπότε τήν κάθε στιγμή μας γινόμαστε μάρτυρες ἤ ὄχι τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ Κύριος σέ ἄλλο σημεῖο ἀνέφερε ὅτι «ὅπου ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ καί ἡ καρδία ὑμῶν ἔσται». Γιά νά δῶ τόν Θεό μου, ποιόν ὑπηρετῶ, πρέπει νά στραφῶ στήν καρδιά μου καί νά δῶ τί κυριαρχεῖ ἐκεῖ. Αὐτό πού κυριαρχεῖ εἶναι καί ὁ Θεός μου, ὁ θησαυρός μου.
 Ὁπότε τό ἐρώτημα γιά τόν καθένα μας εἶναι: ποιόν Θεό πιστεύουμε; Ποιόν κύριο πράγματι ὑπηρετοῦμε;

https://pgdorbas.blogspot.com/

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ Ο ΤΑΡΣΕΥΣ



«Ο άγιος Ιουλιανός καταγόταν από τα Ανάζαρβα, τη δεύτερη επαρχία της Κιλικίας, και ήταν γιος κάποιου βουλευτή, ενώ η μητέρα του ήταν χριστιανή. Από τη μητέρα του έμαθε την κατά Χριστόν ευσέβεια, γι’ αυτό και με επιμονή μελετούσε τις θείες Γραφές. Δεκαοκτώ ετών κατηγορήθηκε ως χριστιανός και οδηγήθηκε στον ηγεμόνα Μαρκιανό, ο οποίος τον πρόσταξε να θυσιάσει στα είδωλα. Επειδή εκείνος αμέσως αρνήθηκε, δέχτηκε βασανισμούς και κτυπήματα σε όλα τα μέρη του σώματός του. Έπειτα τον έκλεισαν στη φυλακή, όπου τον επισκέφτηκε η μητέρα του, η οποία τον συμβούλεψε να μείνει σταθερός στην πίστη του και να πεθάνει για τον Χριστό αν χρειαστεί. Η επιμονή του εξόργισε τον ηγεμόνα που έδωσε εντολή να κλειστεί σε ένα σάκκο γεμάτο από άμμο που μέσα είχαν βάλει δηλητηριώδη ερπετά και άλλα είδη φιδιών και να τον ρίξουν στο μέσο της θάλασσας. Με τον τρόπο αυτό δέχτηκε το στεφάνι του μαρτυρίου. Τον μάρτυρα Ιουλιανό τίμησε με εγκώμια και ο μέγας Χρυσόστομος».
Δεν είναι τυχαίο ότι ο μέγας Πατέρας της Εκκλησίας άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος θεώρησε τιμή του να εγκωμιάσει τον άγιο μάρτυρα του Χριστού Ιουλιανό τον Ταρσέα, πολύ περισσότερο που επρόκειτο για νεαρό παλληκάρι μόλις δεκαοκτώ ετών. Δεν είχε ξεκινήσει καν τη ζωή του δηλαδή ο Ιουλιανός και βρέθηκε να εμπνέεται από τη Σοφία των αιώνων, τόσο που ο μεγάλος υμνογράφος της Εκκλησίας Ιωάννης μοναχός τον χαρακτηρίζει ως «στήλη που είχε την πνοή κάθε αρετής» (ωδή η΄). Κι αυτό σημαίνει ότι η φρόνηση και η σοφία στον άνθρωπο «δεν μετριέται με τον αριθμό των χρόνων της ζωής του» αλλά με την πίστη του στον Θεό  και τη θερμή αγάπη του προς Αυτόν. «Αποστάζει ευωδιαστό μύρο η σεβαστή και ένδοξη μνήμη σου, στρατιώτη του Χριστού» φωνάζει ο υμνογράφος, «κι εμείς που σε δοξολογούμε στεφόμαστε μαζί σου από άρρητη και ουράνια δόξα» (ωδή ζ΄) – μνημονεύουμε τον Ιουλιανό και γεμίζουμε από άρωμα και δόξα! Γι’ αυτό και η θέση του στην Εκκλησία είναι «του φωτεινού ήλιου που καταυγάζει τον κόσμο όλο, ενώ απομακρύνει τα σκοτάδια της αθεΐας» (στιχ. εσπ.).
Μυημένος στη χριστιανική πίστη από την αγία μητέρα του ο μάρτυρας, η οποία τον παρότρυνε όπως είδαμε να μείνει σταθερός στην πίστη του έως θανάτου – πώς μας θυμίζει τη μητέρα του νεαρού μάρτυρα επίσης από τους αγίους Σαράντα στη λίμνη της Σεβαστείας! – στέκεται ενώπιον του ηγεμόνα σαν λιοντάρι. Όχι μόνο δεν πτοείται, αλλά όσο μεγαλώνουν τα βασανιστήρια τόσο αυξάνει και η πνευματική και ψυχική δύναμή του. Ο άγιος υμνογράφος περιγράφει εξαίσια το τι συνέβη στην παράστασή του αυτή. «Στεκόσουν μπρος στο τυραννικό βήμα, μάρτυς Χριστού Ιουλιανέ, σαν να βρισκόσουν μπροστά στον Κριτή των ζώντων και των νεκρών» (ωδή γ΄). Και τι λέει στον «φρενοβλαβή δικαστή»; «Δεν μας έδωσε εντολή ο Θεός να λατρεύουμε λιθάρια και έργα ανθρωπίνων χεριών». «Εγώ ομολογώ την πίστη μου στην αγία Τριάδα, γιατί δεν είμαι άφρων» (ωδή γ΄) – μόνον ο άφρων άνθρωπος μπορεί να διαγράφει τον Θεό από τη ζωή του και να λατρεύει είδωλα.
Πού έβρισκε τη δύναμη αυτή ο νεαρός Ιουλιανός για να στέκεται έτσι; Μήπως ήταν η νεότητα που τον είχε συνεπάρει, όπως βλέπουμε συχνά σε νεαρούς που προβαίνουν σε «αποκοτιές»; Όχι, επισημαίνει ο άγιος ποιητής. «Δεν ήταν η ρώμη της νεότητάς του που τον έκανε νικητή της δεισιδαίμονος πλάνης, αλλά ο αήττητος πόθος για τα πάθη του Χριστού» (ωδή δ΄). Τον Χριστό και μάλιστα Εσταυρωμένο έβλεπε ενώπιόν Του αδιάκοπα ο νεαρός μάρτυς, κι «Αυτόν επιθυμούσε να μιμηθεί σε όλα» (ωδή ε΄). Και μάλιστα μέσα στα μαρτύρια ευρισκόμενος «σαν άκακο αρνί κι αυτός όπως ο Κύριος» (ωδή ε΄) «δεν ένιωθε τους πόνους, γιατί φυλασσόταν από τον πόθο του Χριστού» (ωδή δ΄). Και τι συμβαίνει; «Μετά τα πρώτα βασανιστήρια με μεγαλύτερη δύναμη σαν λιοντάρι καλούσε τους τυράννους με νήφουσα κραυγή να μετανοήσουν και να υμνολογήσουν και αυτοί τον αληθινό Θεό» (ωδή η΄).
Τον ρίξανε μαζί με δηλητηριώδη φίδια μέσα σε σάκκο στη θάλασσα κι εκεί τελειώθηκε μαρτυρικά. Μα η τελείωσή του αυτή ήταν νίκη του «κι απέναντι στον αλαζόνα αρχέκακο δράκοντα διάβολο ως πολύμορφο φίδι» (κάθισμα όρθρου, ωδή θ΄), αλλά «κι απέναντι στην υπερηφάνεια του τυράννου» (ωδή θ΄). Έτσι γίνεται πάντοτε, όπως το βλέπουμε στον Σταυρό του Κυρίου: θεωρείσαι ότι ηττήθηκες, αλλά η «ήττα» σου αυτή συνιστά τη μεγαλύτερη νίκη απέναντι σε όλες τις αντίθεες δυνάμεις, αισθητές και υπεραισθητές. Γιατί η «ήττα» αυτή ως καρπός υπακοής στο θέλημα του Θεού και αγίας ταπείνωσης επισύρει πλούσια την παντοδύναμη χάρη Εκείνου. Ο Θεός βεβαίως δεν άφησε τον άγιο στα βάθη της θάλασσας. «Το Πνεύμα του Θεού τον έφερε στην ξηρά, όπου μία αγία χριστιανή γυναίκα φωτίστηκε και κατάλαβε τι συνέβαινε. Υποδέχτηκε το λείψανο και το ενταφίασε με τον πρέποντα τρόπο» (στιχ. εσπ.). Έκτοτε πολλά τα σημεία και τα θαύματα που επιτελεί ο άγιος Ιουλιανός, και με την επίκλησή του και με τη σκόνη ακόμη των λειψάνων του (στιχ. εσπ., ωδή ς΄).

https://pgdorbas.blogspot.com/

Το Αποστολικό και Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής



† Κυριακῇ 21 Ἰουνίου 2026 (Γ' Ματθαῖου)
Τὸ Εὐαγγέλιον
Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον
Κεφ. στ' : 22-33 
Εἶπεν ὁ Κύριος· ῾Ο λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινὸν ἔσται· ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; Οὐδείς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει, οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; Ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας, καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν; Τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; Καὶ περὶ ἐνδύματος, τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει. Λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; Μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν ἢ τί περιβαλώμεθα; πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδε γὰρ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων. Ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.

Ὁ Ἀπόστολος
Πρὸς Ῥωμαίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
Κεφ. ε' : 1-10
Ἀδελφοί, δικαιωθέντες ἐκ πίστεως εἰρήνην ἔχομεν πρὸς τὸν Θεὸν διὰ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, δι᾿ οὗ καὶ τὴν προσαγωγὴν ἐσχήκαμεν τῇ πίστει εἰς τὴν χάριν ταύτην ἐν ᾗ ἑστήκαμεν, καὶ καυχώμεθα ἐπ᾿ ἐλπίδι τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ. Οὐ μόνον δέ, ἀλλὰ καὶ καυχώμεθα ἐν ταῖς θλίψεσιν, εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται, ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν, ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα, ἡ δὲ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει, ὅτι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκκέχυται ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν διὰ Πνεύματος ῾Αγίου τοῦ δοθέντος ἡμῖν. Ἔτι γὰρ Χριστὸς ὄντων ἡμῶν ἀσθενῶν κατὰ καιρὸν ὑπὲρ ἀσεβῶν ἀπέθανε. Μόλις γὰρ ὑπὲρ δικαίου τις ἀποθανεῖται· ὑπὲρ γὰρ τοῦ ἀγαθοῦ τάχα τις καὶ τολμᾷ ἀποθανεῖν. Συνίστησι δὲ τῇ ἑαυτοῦ ἀγάπην εἰς ἡμᾶς ὁ Θεός, ὅτι ἔτι ἁμαρτωλῶν ὄντων ἡμῶν Χριστὸς ὑπὲρ ἡμῶν ἀπέθανε. Πολλῷ οὖν μᾶλλον δικαιωθέντες νῦν ἐν τῷ αἵματι αὐτοῦ σωθησόμεθα δι᾿ αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ὀργῆς. Εἰ γὰρ ἐχθροὶ ὄντες κατηλλάγημεν τῷ Θεῷ διὰ τοῦ θανάτου τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ, πολλῷ μᾶλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ.