Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 2026

Η πρόσκληση των Μαθητών στο αποστολικό έργο



Ἡ σημερινή εὐαγγελική περικοπή ἔχει ὡς θέμα της τό κάλεσμα τῶν πρώτων Μαθητῶν τοῦ Κυρίου στό ἔργο τοῦ εὐαγγελικοῦ κηρύγματος, γεγονός πού διηγοῦνται καί οἱ τέσσερεις Εὐαγγελιστές. Ὁ Χριστός, ἴσως γιά πολλοστή φορά, βρέθηκε στήν λίμνη Γεννησαρέτ, ἡ ὁποία ὀνομάζεται ἐπίσης θάλασσα τῆς Γαλιλαίας ἤ τῆς Τιβεριάδος. Πλήθη ἀνθρώπων εἶχαν ἔλθει γιά νά τόν ἀκούσουν ἐκεῖ. Ὁ Κύριος εἶδε στήν ὄχθη τῆς λίμνης τά ψαροκάϊκα τοῦ Πέτρου καί τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου, δηλαδή τοῦ Ἰακώβου καί τοῦ Ἰωάννου.
Ἀνέβηκε στό πλοιάριο τοῦ Πέτρου καί τόν παρακάλεσε νά ἀπομακρυνθεῖ λίγο ἀπό τήν ξηρά, γιά νά ἀκούγεται καλύτερα ἀπό τόν κόσμο, καί ἀφοῦ κάθησε, ἄρχισε νά διδάσκει ἀπό ἐκεῖ. Καθώς γνωρίζουμε ἀπό τήν Καινή Διαθήκη, δέν ἦταν ἡ πρώτη φορά πού ὁ Χριστός συναντοῦσε τούς μελλοντικούς Μαθητές Του. Ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς ἀφηγεῖται ὅτι ὁ Ἰησοῦς εἶχε ἐπισκεφθεῖ τό σπίτι τοῦ Πέτρου στήν γειτονική Καπερναούμ καί εἶχε θεραπεύσει τήν πεθερά του. Καί ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης λέει ὅτι ὁ Ἀνδρέας, ὁ ἀδελφός τοῦ Πέτρου, καθώς καί ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης εἶχαν γνωρίσει τόν Κύριο ἀμέσως μετά τήν βάπτισή Του στόν ποταμό Ἰορδάνη. Ἐν τούτοις, οἱ κατοπινοί Ἀπόστολοι δέν ἦταν ἀκόμη ἕτοιμοι νά ἀκολουθήσουν ὁλοκληρωτικά τόν Χριστό. Ἐξακολουθοῦσαν νά ζοῦν σύμφωνα μέ τίς συνηθισμένες καθημερινές τους ἀσχολίες.
Ἡ ὑπακοή στήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ
Ὁ Κύριος, ἀφοῦ τελείωσε τήν ὁμιλία Του, ἀπευθύνθηκε στόν Πέτρο καί τόν πρόσταξε νά ξανοιχθεῖ στά βαθιά τῆς λίμνης καί νά ρίξει τά δίχτυα γιά ψάρεμα. Ἐκεῖνος, καί αὐτό εἶναι τό θαυμαστό ἐκ μέρους του, παρόλο πού γνώριζε καλά πόσο ἄστοχη ἀκούγεται αὐτή ἡ προσταγή, νά ψαρέψουν μιά τόσο ἀκατάλληλη ὥρα, ὅταν μάλιστα ὅλη τήν νύκτα, δηλαδή τόν κατάλληλο καιρό γιά ἁλιεία, δέν εἶχαν πιάσει ἀπολύτως τίποτε, ὄχι μόνο δέν ἔφερε ἀντίρρηση, ἀλλά ἔκανε ἀκριβῶς αὐτό πού τοῦ ζήτησε ὁ Χριστός. Ἀποτέλεσμα τῆς ὑπακοῆς του στό πρόσταγμα τοῦ Κυρίου ἦταν ἡ γνωστή θαυματουργική ἁλιεία, ἡ ὁποία ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε ὁ Πέτρος ἀναγκάσθηκε νά εἰδοποιήσει καί τό ἄλλο πλοῖο, τῶν φίλων καί συνεταίρων του, Ἰακώβου καί Ἰωάννου, γιά βοήθεια. Τά δίχτυα ἀπό τό πλῆθος τῶν ἰχθύων ἄρχισαν νά σχίζονται. Τά ψάρια, μολονότι μοιράσθηκαν καί στά δύο πλοῖα, λίγο ἔλειψε νά προκαλέσουν ναυάγιο ἀπό τό πολύ βάρος.
Ἡ συναίσθηση τῆς ἀναξιότητος ἐνώπιον τῆς θείας μεγαλωσύνης
Ὁ Πέτρος ἀντιλήφθηκε ὅτι αὐτό πού συνέβη δέν ἦταν κάτι συνηθισμένο. Ἐπρόκειτο γιά ἕνα σημεῖο, ἕνα ἔκτακτο καί μοναδικό γεγονός, μιά πρόσκληση πρός τόν ἴδιο, τόν Ἀνδρέα, τόν Ἰάκωβο, τόν Ἰωάννη νά ἀκολουθήσουν τόν Χριστό ὡς Μαθητές Του. Καί ἡ ἀπάντησή τους, διά στόματος τοῦ Πέτρου, δείχνει ὅτι εἶχαν ἀπόλυτη συναίσθηση τῆς κρισιμότητας τῆς περιστάσεως. Τούς κατέλαβε θάμβος, δέος, γι’ αὐτό ὁ Πέτρος πέφτει στά γόνατα τοῦ Ἰησοῦ καί τοῦ ζητεῖ μέ τρόμο νά ἀποχωρήσει ἀπό τό πλοῖο του. Δέν θεωρεῖ τόν ἑαυτό του ἄξιο νά βρίσκεται κοντά στόν Κύριο.
Τώρα, ὅμως, ἔρχεται ἡ ὥρα τοῦ Ἰησοῦ γιά νά βγάλει τόν Πέτρο ἀπό τήν δύσκολη θέση καί νά ὁλοκληρώσει τήν πρόσκλησή Του πρός τούς μελλοντικούς Μαθητές καί Ἀποστόλους Του: Μή φοβᾶσαι, τοῦ λέει, ἀπό τώρα καί στό ἑξῆς δέν θά ἁλιεύεις ψάρια, ἀλλά θά κερδίζεις ἀνθρώπους γιά τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καί τότε ἐκεῖνοι ἄφησαν τά πάντα καί τόν ἀκολούθησαν.
Πρόσκληση τοῦ Θεοῦ σέ κάθε ἄνθρωπο
Ὁ Κύριος καλεῖ διαχρονικά κοντά Του κάθε ἄνθρωπο. Ζητεῖ νά Τόν ἀκολουθοῦμε μέ πιστότητα, μέ ἐμπιστοσύνη στήν ἀγάπη Του, μέ ταπεινό φρόνημα, γιά νά ὁδηγηθοῦμε ὄχι μόνο στήν θεογνωσία, ἀλλά καί στήν αὐτογνωσία. Αὐτή ἡ πρόσκληση ἐκφράζει τήν ἐπιθυμία τοῦ Θεοῦ νά βιώσουμε μιά οὐσιαστική σχέση μαζί Του. Νά ἀποκτήσουμε τήν πνευματική αἴσθηση ὅτι ἡ πίστη μας πρός Αὐτόν καί ἡ ὑπακοή στό θεῖο Του θέλημα μᾶς θεραπεύουν, ἐξαγιάζουν καί μεταμορφώνουν. Μᾶς κάνουν μετόχους τοῦ χαρίσματος τῆς θεϊκῆς υἱοθεσίας, κοινωνούς τῆς ἀρρήτου δόξης, τοῦ φωτός καί τῆς ἀθανασίας τοῦ Θεοῦ. Καί ἀκόμη, ἡ ἀνταπόκριση στήν πρόσκλησή Του μᾶς καθιστᾶ ἱκανούς νά εἴμαστε ἰσορροπημένοι, δίκαιοι καί εἰρηνικοί, ὅσον ἀφορᾶ στήν σχέση μας μέ τόν συνάνθρωπο, γιατί θέτουμε τόν Κύριο ὁδηγό καί διδάσκαλο τῆς ζωῆς μας.

Ἀρχιμ. Ν. Κ.
https://www.nyxthimeron.com/

Προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ Πατέρα




Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς συμβουλεύουν, μέσα στὸν μόχθο καὶ τὶς δραστηριότητες τῆς καθημερινότητος, νὰ διατηροῦμε καθημερινὴ ἐπαφὴ μὲ τὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου, τὴν διδασκαλία τῆς πίστεώς μας καὶ τὸ παράδειγμα τῶν Ἁγίων. Ἡ καρδιακὴ προσευχή, ἡ μελέτη τῶν βιβλικῶν καὶ πατερικῶν κειμένων καὶ ἡ συχνὴ συμμετοχὴ στὴν λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μᾶς βοηθοῦν νὰ παραμένουμε στραμμένοι πρὸς τὸν Θεὸ καὶ νὰ μὴν ἀφήνουμε τὴν ψυχή μας νὰ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς ζωῆς καὶ τῆς χαρᾶς της.
Ἰδιαιτέρως ἐπιμένουν οἱ Ἅγιοι στὴν συστηματικότητα: Οὔτε μία ἡμέρα χωρὶς προσευχή, χωρὶς μελέτη, χωρὶς μνήμη Θεοῦ.
Καὶ αὐτὸ διότι γνωρίζουν ἀπὸ τὴν πνευματική τους ἐμπειρία πόσο εὔκολα μεταβάλλεται ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ καὶ πόσο γρήγορα, ὅταν δὲν τροφοδοτεῖται ἀπὸ τὴν Χάρη, ψυχραίνεται καὶ παρασύρεται. Τότε ὁ ἄνθρωπος ἀναζητᾶ ὑποκατάστατα σὲ πρόσκαιρες χαρὲς καὶ συνήθειες πού, ἐνῷ ὑπόσχονται νὰ τὸν χορτάσουν, τὸν ἀφήνουν διαρκῶς διψασμένο καὶ σταδιακὰ τὸν δεσμεύουν. Τότε οἱ δυνάμεις τῆς ψυχῆς χάνουν τὸν προσανατολισμό τους καὶ ἡ ψυχὴ ὑποδουλώνεται στὰ πάθη.
Στὴν σημερινὴ Ἀποστολικὴ περικοπή, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθύνεται στοὺς Κορινθίους μὲ πατρικὴ ἀγάπη καὶ ἀνησυχία. Τοὺς καλεῖ νὰ μὴν θεωρήσουν δεδομένη τὴν μεγάλη δωρεὰ τῆς Χάριτος ποὺ ἔλαβαν καὶ νὰ μὴν ἐπιτρέψουν νὰ μείνει ἀνενεργὴ μέσα τους:  «Ὡς συνεργάτης τοῦ Θεοῦ, λοιπόν, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴν ἀφήσετε νὰ πάει χαμένη ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ ποὺ δεχθήκατε» (Β΄ Κορ. 6,1).
Ὁ Παῦλος γνωρίζει ὅτι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν καταργεῖ τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ Θεὸς προσφέρει, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νὰ ἀνταποκριθεῖ. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀπόστολος δὲν ἀρκεῖται στὴν ἐπισήμανση τοῦ κινδύνου. Καλεῖ του Κορινθίους νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ καθετὶ τὸ κοσμικὸ ποὺ μπορεῖ νὰ τοὺς ἀποξενώσει ἀπὸ τὸν Θεό:
«Ποιά σχέση μπορεῖ νὰ ἔχει ἡ δικαιοσύνη μὲ τὴν ἀνομία; Ἢ τί κοινὸ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὸ φῶς καὶ στὸ σκοτάδι; Μπορεῖ νὰ ὑπάρχουν στὸν ἴδιο τόπο ὁ ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ ναὸς τῶν εἰδώλων; Ἐσεῖς εἶστε ναὸς τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ».
Καὶ στὴν συνέχεια θυμίζει τὴν ὑπόσχεση τοῦ Θεοῦ: «Μὴν ἀγγίζετε ἀκάθαρτο πρᾶγμα, κι ἐγὼ θὰ σᾶς δεχθῶ. Θὰ εἶμαι γιὰ σᾶς ὁ Πατέρας, κι ἐσεῖς θὰ εἶστε γιοὶ καὶ θυγατέρες μοῦ» (Β΄ Κορ. 6,14-18).
Ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Ἐκεῖ βρίσκονται ὅλα τὰ ἀληθινὰ καὶ γνήσια, ὅλα ὅσα ποθεῖ βαθιὰ ἡ ἀνθρώπινη ψυχή. Ἐκτός ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀγκαλιὰ βρίσκονται τὰ ψεύτικα ὑποκατάστατα, οἱ μάταιες χαρὲς καὶ οἱ συνήθειες ποὺ μᾶς δεσμεύουν καὶ ὑποβιβάζουν τὴν ὕπαρξή μας, στερῶντας της τὴν ἐλευθερία καὶ τὸ μεγαλεῖο γιὰ τὰ ὁποῖα δημιουργήθηκε.
Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ περικοπὴ καταλήγει μὲ τὴ χαρακτηριστικὴ προτροπὴ τοῦ Ἀποστόλου: «Ἀφοῦ λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ἔχουμε αὐτὲς τὶς ὑποσχέσεις, ἂς καθαρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ καθετὶ ποὺ μολύνει τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή. Ἂς ζήσουμε μιὰ ἅγια ζωὴ μὲ φόβο Θεοῦ» (Β΄ Κορ. 7,1).
Σὲ κάθε ἐποχὴ ὑπάρχουν παγίδες ποὺ ἀπειλοῦν τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Πάθη ποὺ ἀρχίζουν μὲ ἀπατηλὲς ὑποσχέσεις χαρᾶς καὶ καταλήγουν σὲ δεσμά, στερῶντας σταδιακὰ τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἀξιοπρέπειά του. Ὁ ἄνθρωπος, πολλὲς φορές, δὲν ἀντιλαμβάνεται ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὅτι κάτι ποὺ ἐπιλέγει ἐλεύθερα μπορεῖ, μὲ τὸν χρόνο, νὰ γίνει ἐκεῖνο ποὺ τὸν ἐξουσιάζει.
Ἴσως, ἀκούγοντας αὐτὰ τὰ λόγια, ὁ νοῦς μας νὰ πηγαίνει ἀποκλειστικὰ στὰ μεγάλα καὶ φανερὰ πάθη: στὶς ἐξαρτήσεις ἀπὸ τὰ ναρκωτικά, τὸ ἀλκοὸλ ἢ σὲ ἄλλες καταστάσεις ποὺ ταλαιπωροῦν τὴν κοινωνία μας καὶ ἰδιαίτερα τὰ νέα παιδιά.
Ὑπάρχουν, ὅμως, καὶ ἄλλες ἐξαρτήσεις, πολὺ πιὸ διακριτικές, ποὺ δὲν τὶς θεωροῦμε κἂν ἐξαρτήσεις: Ὅπως εἶναι ἡ ἀδυναμία μας νὰ ἀποχωριστοῦμε τὴν ὀθόνη, ἡ ἀνάγκη συνεχοῦς ἐπιβεβαιώσεως, ἡ σύγκριση μὲ τοὺς ἄλλους, ἡ κατανάλωση χωρὶς πραγματικὴ ἀνάγκη, ἡ ἀδυναμία νὰ ἀντέξουμε τὴν σιωπή. Μικρὲς συνήθειες, ποὺ μοιάζουν ἀσήμαντες, σιγά σιγά ὅμως μποροῦν νὰ καταλάβουν μέσα μας χῶρο ποὺ δὲν τοὺς ἀνήκει.
Ὑπάρχουν, βεβαίως, καὶ τὰ βαθύτερα πάθη ποὺ ἐπισημαίνει ἡ ἀσκητικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔχουν ὡς θεμέλιο τὸν ἀνθρώπινο ἐγωισμὸ καὶ τὴν ἀποξένωση ἀπὸ τὸν Θεὸ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ταπεινοφροσύνης: Ὅπως εἶναι ὁ θυμός, ἡ ζήλια, ἡ κακία, ἡ ἀνάγκη νὰ ἔχουμε πάντα δίκιο, ἡ προσκόλληση στὴν ἄνεση, ὁ ἐγωκεντρισμὸς ποὺ μᾶς ἐμποδίζει νὰ ἀγαπήσουμε. Εἶναι τόσο συνηθισμένα ὅλα αὐτά, ὥστε νὰ περνοῦν σχεδὸν ἀπαρατήρητα. Εἶναι, ὅμως ὑπαρκτὰ καὶ ἐπίμονα. Καὶ ἀκριβῶς ἐπειδὴ συχνὰ τὰ θεωροῦμε αὐτονόητα καὶ δεδομένα τοῦ ἀνθρώπινου χαρακτῆρος, μπορεῖ νὰ μὴν ἀντιλαμβανόμαστε ὅτι ἔχουν γίνει δεσμὰ καὶ μᾶς μολύνουν.
Αὐτὸ ἀκριβῶς μᾶς καλεῖ νὰ ἐξετάσουμε ὁ λόγος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: ὄχι μόνο τὰ μεγάλα καὶ φανερὰ πάθη μας, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνα τὰ μικρὰ ποὺ φωλιάζουν ἀθόρυβα στὴν καθημερινότητά μας.
*     *     *
Ἡ πνευματικὴ ζωὴ δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ προσπάθεια νὰ ἀποφύγουμε τὰ «μεγάλα ἁμαρτήματα». Εἶναι ἕνας ἀγῶνας νὰ ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ καταλαμβάνουν μέσα μας περισσότερο χῶρο ἀπὸ ὅσο τοὺς ἀνήκει. Νὰ μποροῦμε νὰ ἀποχωριζόμαστε, νὰ σιωποῦμε, νὰ περιμένουμε, νὰ λέμε: «Δὲν τὸ χρειάζομαι». Νὰ μποροῦμε νὰ ἀφήνουμε ἀκόμη καὶ κάτι ποὺ μᾶς ἀρέσει, ὅταν διαπιστώνουμε ὅτι ἐκεῖνο δὲν μᾶς ἀφήνει πλέον ἐλεύθερους.
Ἴσως, τελικά, αὐτὸ νὰ σημαίνει καὶ τὸ «καθαρίσωμεν ἑαυτούς»: νὰ ἀνοίξουμε χῶρο μέσα μας γιὰ τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἀπομακρύνουμε ὄχι μόνο ὅσα εἶναι μεγάλα καὶ φανερά, ἀλλὰ καὶ ὅσα, μικρὰ καὶ καθημερινά, ἔχουν καταλάβει σιγά σιγά τὴν καρδιά μας.
Αὐτὴ τὴν ἐλευθερία ἔρχεται νὰ μᾶς προσφέρει ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ προσκόλληση στὸν Θεὸ καὶ στὸ πανάγιο θέλημά Του γίνεται συγχρόνως ἡ ἀπεξάρτησή μας ἀπὸ ὅσα μᾶς δεσμεύουν. Δὲν πρόκειται γιὰ μιὰ ἁπλῆ προσπάθεια αὐτοβελτιώσεως. Εἶναι ἕνας ἀγῶνας στὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος δὲν μένει μόνος. Ὅταν στρέφεται πρὸς τὸν Θεό, ἡ Χάρη Του γίνεται δύναμη ἀνακαινιστικὴ καὶ ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς σπεύδει νὰ συμπορευθεῖ, νὰ παρηγορήσει καὶ νὰ ἐνδυναμώσει τὸ παιδί Του.
Τότε ἡ ψυχὴ ἀρχίζει καὶ πάλι νὰ ἀνασαίνει. Τότε ὁ ἄνθρωπος ἀνακαλύπτει ὅτι ἡ ἀληθινὴ χαρὰ δὲν βρίσκεται σὲ ὅσα τὸν ὑποδουλώνουν, ἀλλὰ σὲ Ἐκεῖνον ποὺ τὸν ἐλευθερώνει καὶ τὸν καλεῖ νὰ ζήσει μαζὶ Του μιὰ ζωὴ γεμάτη νόημα καὶ ἀγάπη. Τότε γινόμαστε ἄξιοι τῆς Χάριτος ποὺ λάβαμε.
Ἡ πίστη καὶ ὁ πνευματικὸς ἀγῶνας ἀποτελοῦν τὰ ἰσχυρὰ ὅπλα τοῦ Χριστιανοῦ, προκειμένου νὰ ἀφήνει διαρκῶς πίσω του ὅ,τι τὸν ὑποβιβάζει καὶ τὸν μολύνει. Αὐτὰ τὰ δύο διατηροῦν ἀνοιχτὸ τὸν δρόμο συναντήσεως μὲ Ἐκεῖνον, ὁ Ὁποῖος ἀποτελεῖ τὴν ἀδαπάνητη πηγὴ ἁγιασμοῦ «ψυχῆς τε καὶ σώματος», ἀπὸ τὴν ὁποία, ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς, εἶναι σὲ θέση νὰ ἀντλεῖ διαρκῶς νάματα χαρᾶς καὶ εὐφροσύνης. Ἀμήν.

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
https://www.nyxthimeron.com/

Οι πάντες κλητοί




Του π. Δημητρίου Μπόκου
Η κλήση των πρώτων αποστόλων τονίζεται εμφαντικά στο Ευαγγέλιο. Ο Χριστός συνάντησε την πρώτη τετράδα των μαθητών του, Ανδρέα και Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη, εν ώρα της εργασίας τους, «ήσαν γαρ αλιείς», μίλησε ενώπιόν τους περί της Βασιλείας του Θεού και τους κάλεσε να τον ακολουθήσουν. Και οι πρώτοι μαθητές, σαγηνευμένοι από όσα είδαν και άκουσαν, υπάκουσαν στο κάλεσμά του και «αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ» (Κυριακή Α΄ Λουκά).
Όλοι οι απόστολοι έγιναν «κλητοί Ιησού Χριστού», έλαβαν από το ίδιο το στόμα του Χριστού την κλήση να τον ακολουθήσουν και το έπραξαν αυτό με απόλυτη συνέπεια μέχρις εσχάτης πνοής. Προβάλλουν το γεγονός της κλήσης τους ως τεκμήριο της θεϊκής τους αποστολής και της αυθεντικότητας του κηρύγματός τους, όμως δεν παραλείπουν να τονίζουν ότι δεν είναι οι μόνοι κλητοί από τον Θεό. Μας υπενθυμίζουν ότι και όλοι εμείς, οι πιστοί, είμαστε «κλητοί Ιησού Χριστού». Ο Παύλος, π. χ., τιτλοφορούμενος «κλητός απόστολος Ιησού Χριστού διά θελήματος Θεού», επιστέλλει «πάσι… κλητοίς αγίοις». Είστε και σεις, λέει, οι αποδέκτες όλοι των επιστολών μου, «κλητοί Ιησού Χριστού» (Α΄ Κορ. 1, 1. Ρωμ. 1, 1-7).
Μια μεγάλη τιμητική κλήση έχει επιφυλαχθεί από τον Θεό για όλους μας. Είμαστε η εκλογή του Κυρίου, οι «ηγαπημένοι υπό Θεού». Μας διάλεξε η αγάπη του Θεού «προ καταβολής κόσμου είναι ημάς αγίους και αμώμους», με σκοπό να γίνουμε άγιοι κι εμείς, αφού αυτός που μας κάλεσε είναι άγιος. Μας διάλεξε ο Θεός απ’ αρχής, προ πάντων των αιώνων, «εις σωτηρίαν», που την εξασφαλίζει ο αγιασμός του Αγίου Πνεύματος και η αληθινή πίστη. Μας κάλεσε «εις περιποίησιν της δόξης του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού». Αδιανόητο μεγαλείο! Εμείς, οι μικροί άνθρωποι, να αποκτήσουμε τη δόξα του Χριστού! Να γίνουμε «θείας κοινωνοί φύσεως». Μας προόρισε ο Θεός «εις υιοθεσίαν διά Ιησού Χριστού». Μπορούσε να υπάρξει κάτι πιο τιμητικό από αυτό για τον άνθρωπο; (Α΄ Θεσ. 1, 4. Α΄ Πέτρ. 1, 15. Εφ. 1, 4. Β΄ Θεσ. 2, 13-14. Β΄ Πέτρ. 1, 3).
Έγινε έτσι η αποκάλυψη «μυστηρίου χρόνοις αιωνίοις σεσιγημένου». Φανερώθηκε το προαιώνιο σχέδιο του Θεού (Ρωμ. 14, 24).
Και τώρα; Ο Θεός έκανε απ’ τη μεριά του το τέλειο. Εμείς όμως τί κάνουμε; Έχουμε κατανοήσει ότι είμαστε «κλήσεως επουρανίου μέτοχοι»; (Εβρ. 3, 1). Το θεωρούμε τιμή μας αυτό; Αν μας καλούσε ένας δυνατός επίγειος άρχοντας, θα αδιαφορούσαμε; Θα περιφρονούσαμε την κλήση του; Ή θα σκοτωνόμασταν να ανταποκριθούμε;
Το ίδιο, λένε οι απόστολοι, να κάνουμε και απέναντι στον Θεό. «Αξίως περιπατήσαι της κλήσεως» που έχουμε λάβει (Εφ. 4, 1). Μας κάλεσε ο Θεός να γίνουμε γνήσια παιδιά του. Ας ζήσουμε ανάλογα. Μη μείνουμε απλώς κλητοί, ας γίνουμε εκλεκτοί. Μα εμείς νομίζουμε ότι υποχρεώσεις προς τον Θεό έχουν μόνο οι απόστολοι και οι μοναχοί. Όσοι αφιερώνονται αποκλειστικά σ’ αυτόν.
Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος όμως διαφωνεί.
Βλέπω, λέει, πολλούς κοσμικούς να τεμπελιάζουν για τα πνευματικά και να λένε: Πώς είναι δυνατόν παντρεμένοι άνθρωποι εμείς, με πλήθος κοινωνικές υποχρεώσεις, να ανταποκριθούμε στην κλήση του Θεού;
Σ’ αυτούς λοιπόν απαντώ: Όλα τα καλά που μπορείτε να κάνετε, κάντε τα. Μην περιγελάσετε κανένα, μην κλέψετε κανένα, μην πείτε ψέματα σε κανένα, μην περιφρονήσετε κανένα, μη μισήσετε κανένα. Μην απουσιάζετε από τις λειτουργικές συνάξεις (από τη Θεία Λειτουργία), να συμπονάτε τους φτωχούς, μη σκανδαλίσετε κανένα. Ξένο πράγμα μην αγγίξετε. Να αρκείσθε στη γυναίκα σας. Αν κάνετε έτσι, δεν είστε μακριά από τη Βασιλεία των ουρανών (Κλίμαξ, Λόγος Α΄, Περί αποταγής, 42).
Να, που δεν είναι και τόσο εξωπραγματικά εν τέλει τα όσα μας ζητάει ο Θεός.

https://www.nyxthimeron.com/

Η υπόσχεση, το δώρο και η πάλη



“Ταύτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ” (Β’ Κορ. 7,1)
᾿”Αφοῦ λοιπόν, ἀγαπητοί μου, ἔχουμε αὐτὲς τὶς ὑποσχέσεις, ἂς καθαρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας ἀπὸ καθετὶ ποὺ μολύνει τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή. ῍Ας ζήσουμε μιὰ ἅγια ζωὴ μὲ φόβο Θεοῦ”.
Η υπόσχεση ότι ο Τριαδικός Θεός είναι ο Θεός μας είναι ένα συγκλονιστικό άνοιγμα εκ μέρους του Θεού προς το δημιούργημά Του, τον άνθρωπο. Πάντοτε ο Θεός τιμά τον άνθρωπο, ο οποίος δεν αντιλαμβάνεται αυτήν την τιμή. Και να είναι το να είμαστε υιοί και θυγατέρες Θεού η μεγαλύτερη δωρεά την οποία λάβαμε και θα λάβουμε ποτέ. Οι γονείς που σκέπτονται υγιώς δεν κρατάνε τα παιδιά τους στη λογική της ιδιοκτησίας τους, αλλά τα μεγαλώνουν εν ελευθερία, για να τα αφήσουν να φύγουν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παύουν να τα αγαπούν ως παιδιά τους και να τα στηρίζουν όποτε και όπως είναι εφικτό. Αυτοί οι γονείς μιμούνται τον Θεό, ο Οποίος μας δημιούργησε ως την κορωνίδα της Δημιουργίας, με τη δυνατότητα να γίνουμε κατά χάριν θεοί μέσα από τη σχέση μαζί Του, και μας ανέπλασε με τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο, τη σταύρωση και την ανάστασή Του, για να νικήσουμε και τον έσχατο εχθρό μας, τον θάνατο, χωρίς να υπολογίζει την ανταρσία μας, την αυτοθεοποίησή μας, την απόφασή μας να ζούμε ασώτως μακριά Του. Και βιώνουμε την υιοθεσία μας συνεχώς στην Εκκλησία και τον τρόπο της. Διότι σ’ αυτήν βλέπουμε το μεγαλείο του Τριαδικού Θεού, που είναι για μας η εμπειρία της θείας λειτουργίας, της Ευχαριστίας, της κοινωνίας μαζί Του, που μας αναπλάθει με το σώμα και το αίμα του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, εν Αγίω Πνεύματι, για να μπορούμε μέσω του Υιού να γνωρίζουμε τον Πατέρα.
    Αν είμαστε καρδιές ευγνώμονες, τότε έχουμε κληθεί να δείξουμε την ευγνωμοσύνη μας καθαρίζονταςτον εαυτό μας “από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος”. Δεν είναι μόνο τα πάθη μας και οι λογισμοί. Είναι πρωτίστως το αίσθημα ιδιοκτησίας που έχουμε απέναντι στη ζωή, απέναντι στους άλλους ανθρώπους, απέναντι στον κόσμο, απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό θεωρώντας ότι τα πάντα τα δικαιούμαστε, τα πάντα μας ανήκουν. Έτσι, οδηγούμε τους εαυτούς μας όχι στον Θεό, αλλά στον άνθρωπο-θεό, παραθεωρώντας τη φθαρτότητά μας, αλλά, και κάποτε, απαιτώντας όλος ο κόσμος να πορευθεί κατά τη δική μας κρίση και φέρνοντας στη ψυχή μας είτε την επιθετικότητα είτε την λύπη και την απογοήτευση. Όμως ο χριστιανός, αν νιώθει την μεγάλη ευλογία να είναι παιδί του Θεού, παλεύει να είναι διάκονος. Παλεύει να συγχωρεί. Παλεύει τα πάθη και οι λογισμοί του να μην τον ωθούν στη χρήση του κόσμου, αλλά στην συνύπαρξη της αγάπης, η οποία γίνεται αγιωσύνη. 
    Ο χριστιανός φοβάται τον Θεό. Αυτό σημαίνει ότι ντρέπεται το να πράττει το κακό, όχι διότι ο Θεός είναι τιμωρός, αλλά διότι ο ίδιος ο πιστός, νιώθοντας ότι η σχέση με τον Θεό είναι σχέση υιότητας, ευγνωμονεί τον πατέρα Του και του δείχνει ότι έμαθε να χαίρεται που είναι παιδί Του, αγαπώντας Τον και αγαπώντας όλον τον κόσμο. Η ελευθερία μας είναι δώρο ζωής. Είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε ότι μπορεί να επαναστατούμε εναντίον του Δωρεοδότη, επειδή την έχουμε, όμως, στην πραγματικότητα, μας δόθηκε για να επαναστατούμε εναντίον του πνεύματος του κακού, του διαβόλου, της αμαρτίας, που γίνονται βάση για να μολύνουμε εν τω ιδίω θελήματι την ύπαρξή μας, αλλάζοντας τον προορισμό της. Ο θάνατος είναι το όριό μας. Μπορεί όμως μέσα από την υιότητα απέναντι στον Θεό να γίνει το πέρασμά μας στην κατάργηση του κακού.
    Σ’ έναν κόσμο κατεξοχήν αχαριστίας, εγωκεντρισμού και θριαμβολογίας για το ποιοι είμαστε, η υπόμνηση της υπόσχεσης του Θεού ότι θα είναι ο Θεός μας και εμείς ο λαός Του, είναι η μεγαλύτερη παρηγοριά και η αφετηρία για ένα συνεχές νέο ξεκίνημα στη ζωή μας. Αυτό της αγιωσύνης, που την είναι συνέργεια στο δώρο του Θεού, επομένως δική μας ευθύνη και αγώνας.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
https://www.nyxthimeron.com/

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΛΟΥΚΑ



«καί καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τούς ὄχλους» (Λουκ. 5,3) 
ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΚΑΙΡΟ της δημόσιας δράσης του Κυρίου μάς μεταφέρει το ευαγγελικό ανάγνωσμα: στη λίμνη Γεννησαρέτ, όπου ο Κύριος άρχισε να διδάσκει τον λαό και να καλεί τους πρώτους μαθητές Του να Τον ακολουθήσουν. Η πρώτη επαφή μάλιστα των μαθητών με τον Κύριο ήταν συγκλονιστική: τους δόθηκε η ευκαιρία να δουν τον Κύριο ως διδάσκαλο, όπως και να νιώσουν τη δύναμη του λόγου Του, μέσα από την «παράλογη» γι’ αυτούς εντολή που τους έδωσε, να ψαρέψουν εκεί που η εμπειρία και η γνώση τους έλεγε ότι ήταν αδύνατο. Και γι’ αυτό άφησαν τα πάντα, προκειμένου να Τον ακολουθήσουν. Τον Κύριο ως διδάσκαλο  θα προσεγγίσουμε δι’  ολίγων στη συνέχεια. «Και καθίσας εδίδασκεν εκ του πλοίου τους όχλους».
1. ΕΧΕΙ ΤΟΝΙΣΤΕΙ με επάρκεια ότι η σωτηρία του ανθρώπου επιτεύχθηκε με όλη τη ζωή του Κυρίου: τη διδασκαλία, τα θαύματά Του, κυρίως όμως με την επί του Σταυρού θυσία Του και την Ανάστασή Του. Λέμε κυρίως με τη Σταυρική Του θυσία και την Ανάσταση που την ακολούθησε, διότι ως γνωστόν πάνω στον Σταυρό καταργήθηκε η αμαρτία, πατήθηκε ο θάνατος, νικήθηκε ο διάβολος και έτσι ο δρόμος προς τον Παράδεισο ανοίχθηκε και πάλι. «Τω πάθει Σου, Χριστέ, παθών ηλευθερώθημεν και τη Αναστάσει Σου εκ φθοράς ελυτρώθημεν, Κύριε, δόξα Σοι». Η διδασκαλία δηλαδή του Κυρίου, όπως και τα θαύματά Του, λειτούργησαν μεν θετικά προς φωτισμό του νου και της διάνοιας των ανθρώπων, προς προσανατολισμό τους στη Βασιλεία του Θεού, προς ενίσχυσή τους γενικά στην οδό του Κυρίου, δεν ήταν όμως ικανά να σώσουν τον άνθρωπο. Η διάβρωση της ανθρώπινης φύσης και η τραγικότητα στην οποία είχε περιέλθει απαιτούσαν κάτι δραστικότερο από τη διδασκαλία: τον θάνατο του ίδιου του Θεού! «Έδει παθείν τον Χριστόν».
2. Αν όμως δια του Σταυρού ήλθε η σωτηρία και η χαρά στον κόσμο – «ιδού γαρ ήλθε διά του Σταυρού χαρά εν όλω τω κόσμω» - δεν πρέπει και να υποβαθμίσουμε τη σημασία του Χριστού ως διδασκάλου. Ο Χριστός ως διδάσκαλος είναι ο προφήτης Χριστός, φανερώνεται με τη διδασκαλία Του το προφητικό Του αξίωμα, το οποίο λειτουργεί πάντοτε εν συνεργασία και με τα άλλα Του αξιώματα, το βασιλικό και το αρχιερατικό. Διότι βεβαίως στον Κύριο τα πάντα είναι ενιαία. Δεν υπάρχουν «αυτόνομες» περιοχές δράσης σ’  Εκείνον. Όπου δρούσε, φανέρωνε τη μία θεϊκή Του υπόσταση και τη διπλή Του, θεϊκή και ανθρώπινη, φύση. Με άλλα λόγια, ο Ίδιος που είναι ο διδάσκαλος και ο αίτιος των θαυμάτων που επιτελεί, ο Ίδιος είναι και ο αρχιερέας που θυσιάζεται για τον κόσμο, ο Ίδιος είναι και ο βασιλιάς, που ανασταίνει τον Εαυτό Του, ανέρχεται στα δεξιά του Πατέρα, στέλνει το άγιον Πνεύμα, ιδρύει και καθοδηγεί την Εκκλησία, το ζωντανό Σώμα Του.
 Κατά συνέπεια, και με τη διδασκαλία του Κυρίου λυτρωθήκαμε. Αν ο Κύριος τόνισε τη δύναμη της Μωσαϊκής νομοθεσίας και του λόγου των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης, τέτοια που και το θαύμα της ανάστασης εκ νεκρών θεωρείται μικρότερο προς αλλαγή της καρδιάς του ανθρώπου – ας θυμηθούμε από την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου την απάντηση του πατριάρχη Αβραάμ στον πλούσιο: «Αν δεν πιστέψουν (οι συγγενείς του πλουσίου)  στον Μωϋσή και τους προφήτες, και τον Λάζαρο να δουν αναστημένο από τους νεκρούς δεν πρόκειται να πιστέψουν» - πόση περισσότερη δύναμη δεν έχει ο λόγος Του, η διδασκαλία Του, η οποία πηγάζει όχι από κάποιο άνθρωπο, απεσταλμένο του Θεού, αλλά ακριβώς από τον ίδιο τον Θεό ως άνθρωπο; Γι’  αυτό και ο απόστολος Παύλος τον λόγο του Κυρίου τον χαρακτηρίζει ως δύναμη του Θεού, που είναι «τομώτερος υπέρ πάσαν δίστομον μάχαιραν, διϊκνούμενος άχρι μερισμού ψυχής». Ο λόγος του Κυρίου δηλαδή δεν είναι «έπεα πτερόεντα», αλλά περικλείουν την παντοδύναμη ενέργεια του Ίδιου, που όταν συναντήσει τον κατάλληλο δέκτη μπορεί να γίνει «ατομική βόμβα». Πρόκειται για τα «ρήματα αιωνίου ζωής» που ομολόγησε ο απόστολος Πέτρος, καταθέτοντας τη μαρτυρία του για τον Κύριο. «Προς τίνα απελευσόμεθα; Συ ρήματα ζωής αιωνίου έχεις».
3. Με τα παραπάνω κατανοούμε ότι ο Κύριος είναι μεν διδάσκαλος, όχι όμως σαν τους άλλους ανθρώπους διδασκάλους. Είναι ο κατεξοχήν Διδάσκαλος, ο απόλυτος και μοναδικός, που ποτέ δεν υπήρξε ούτε πρόκειται ποτέ να υπάρξει παρόμοια περίπτωσή Του, που σημαίνει ότι δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί αυτό που συμβαίνει στη σχέση μαθητή και κοινού διδασκάλου: να φτάσει κάποια στιγμή ο μαθητής να γίνει σαν τον διδάσκαλο, κι ίσως και να τον ξεπεράσει.  Μπροστά στον Κύριο ως Διδάσκαλο, πάντοτε ο άνθρωπος θα παραμένει μαθητής, άρα το μόνο που μπορεί να κάνει είναι, αν μεν έχει καλοπροαίρετη διάθεση, να κλίνει το γόνυ της καρδιάς και του σώματος, να κάνει δηλαδή υπακοή και να μετανοήσει, αν δε ανήκει στους εχθρούς της πίστης, να ομολογήσει έκθαμβος ό,τι ομολόγησαν και οι απεσταλμένοι των Φαρισαίων που στάλθηκαν  για να παγιδέψουν τον Χριστό: «ουδέποτε ούτως ελάλησεν άνθρωπος, ως ούτος ο άνθρωπος»! Κι αυτό γιατί, όπως είπαμε, είναι ο ενανθρωπήσας Θεός, συνεπώς δίδασκε «ως εξουσίαν έχων και ουχ ως οι Γραμματείς».
4. Τι δίδασκε ο Κύριος, ποιο το περιεχόμενο του λόγου Του, τέτοιο που λειτουργούσε και εξακολουθεί βεβαίως να λειτουργεί  με τόσο ανατρεπτικό και επαναστατικό για τη ζωή του ανθρώπου τρόπο; Μα, ακριβώς τη ζωή Του, τη ζωή δηλαδή του Θεού: την ίδια την αγάπη. Ό,τι δίδαξε ο Κύριος ήταν η έκφραση της ζωής Του, που σημαίνει ότι είτε σιωπώντας ο Κύριος είτε ομιλώντας την αγάπη του Θεού φανέρωνε. «Οίος ο βίος, τοίος ο λόγος», κατά την έκφραση εκκλησιαστικού συγγραφέα. Κι αφού ο Θεός «αγάπη εστί», την αγάπη πάντοτε εκήρυσσε ο Κύριος με τη διπλή της διάσταση, όπως ήδη είχε μαρτυρηθεί τούτο και από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, την προς τον Θεό και την προς τον άνθρωπο. «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της ψυχής και εξ όλης της καρδίας και εξ όλης της διανοίας και εξ όλης της ισχύος, και τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Και: «Αύτη εστίν η εντολή η εμή, ίνα αγαπάτε αλλήλους. Μείζονα ταύτης αγάπην ουδείς έχει, ίνα τις την ψυχήν αυτού θη υπέρ των φίλων αυτού».  Στην αγάπη συγκεφαλαιώνεται όλη η διδασκαλία του Κυρίου, γι’  αυτό και δεν υπάρχουν «μη» και «όχι» στον Κύριο. Τα «μη» και τα «όχι» έρχονται απλώς ως συνέπεια αυτού που ο άνθρωπος καλείται να κάνει στη ζωή του, αν θέλει να ακολουθεί τον Θεό. Κι από την άποψη αυτή η χριστιανική πίστη πάντοτε είναι θέση και όχι άρνηση. Εκείνος που ισχυρίζεται ότι ο χριστιανισμός είναι «μη», απλώς δεν έχει ανοίξει ποτέ του το ευαγγέλιο, δεν έχει γευτεί καθόλου αυτό που ο Χριστός και η Εκκλησία μας προσφέρει. Κατ’ επέκταση, κατανοούμε ότι οτιδήποτε γίνεται και υπάρχει στην Εκκλησία μας, προσευχές, ακολουθίες, νηστείες, οτιδήποτε, ένα και μοναδικό σκοπό έχει: να βοηθήσει τον άνθρωπο να φτάσει την αγάπη του Χριστού, δηλαδή την παρουσία του Θεού στη ζωή του. Αυτή νοηματίζει τα πάντα στην Εκκλησία κι αν βγει η αγάπη, όλα καταλύονται και μένουν μετέωρα άνευ νοήματος.
5. Δεν μπορούμε να μιλάμε όμως για τη διδασκαλία του Κυρίου, χωρίς αναφορά στα θαύματά Του. Διότι τα θαύματα του Κυρίου δεν είναι θαυμαστές και υπερφυσικές ενέργειες με σκοπό να «θαμπώσουν» τον άνθρωπο και να τον υποτάξουν σ’  Αυτόν. Τέτοια «θαύματα» επιτρέπει ο Θεός να κάνει ο διάβολος και τα αξιοθρήνητα όργανά του, προκειμένου να έρχεται στην επιφάνεια η γνησιότητα ή όχι της διάθεσης του ανθρώπου. Ο Κύριος έκανε θαύματα ως επιβεβαίωση και επισφράγιση της διδασκαλίας Του. Με άλλα λόγια τα θαύματα αποτελούν και αυτά στοιχείο αυτής της διδασκαλίας Του, φανερώνοντας το περιεχόμενο της βασιλείας του Θεού. «Παράθυρα στη Βασιλεία Του» έχει τονιστεί, και ορθά, ότι είναι. Γι’  αυτό και τα θαύματά Του προϋποθέτουν ό,τι και η διδασκαλία Του: την πίστη. Δεν είναι δυνατόν να αποδεχτεί κανείς τη διδασκαλία Του Χριστού, αν δεν είναι, όπως είπαμε, καλοπροαίρετος και δεν έχει συνεπώς πίστη σ’  Εκείνον. Το ίδιο συμβαίνει και με τα θαύματα. Γι’  αυτό και ο Κύριος, όπου δεν έβλεπε πίστη, «ουκ εποίει σημείον». Έτσι ο πιστός με το θαύμα ενισχυόταν στην πίστη, ενώ το θαύμα σ’  έναν άπιστο, σαν τους Φαρισαίους για παράδειγμα, λειτουργούσε για περαιτέρω δαιμονισμό του.
ΑΝ Ο ΚΥΡΙΟΣ είναι ο μοναδικός Διδάσκαλος και αν εμείς θέλουμε να είμαστε πιστοί και ακόλουθοί Του, ενταγμένοι στο άγιο σώμα Του, την Εκκλησία, τότε τα πράγματα πορεύονται «μονόδρομα»: Πρώτον, χρειάζεται αδιάκοπα να εγκύπτουμε σ’  αυτήν τη διδασκαλία είτε ως μελέτη καθαυτό της Αγίας Γραφής, και μάλιστα του Ευαγγελίου, είτε ως μελέτη των άλλων τρόπων εκφοράς αυτής της διδασκαλίας, διά των Πατερικών κειμένων, διά των συναξαρίων των αγίων μας, διά της υμνολογίας της Εκκλησίας. Με όλους αυτούς τους τρόπους εμβαπτιζόμαστε στον λόγο του Κυρίου και Τον αφήνουμε να φανερώνεται και με τον τρόπο αυτό μέσα μας. Μη ξεχνάμε ότι η θεία Κοινωνία δεν έρχεται μόνο με τον μυστηριακό τρόπο, της συμμετοχής στη Θεία Ευχαριστία, αλλά και με τη μελέτη του λόγου του Θεού, όταν βεβαίως ενεργοποιείται αυτός στην καθημερινή μας ζωή. Κι αυτό το τελευταίο είναι ακριβώς το δεύτερο σημείο: δεν έχει αξία να μελετά ή να ακροάται κανείς τον λόγο του Θεού, αν δεν τον κάνει στοιχείο της καθημερινής του ζωής. Ο Κύριος δίδαξε, μας φανέρωσε διά του λόγου Του τη ζωή Του, όχι σαν μία γνώση εγκεφαλικού τύπου, όχι σαν ένα ανάγνωσμα ευχάριστο, αλλά σαν ενέργεια αλλαγής της ζωής μας. Την ώρα που ο λόγος Του θα μας καταλαμβάνει, ψυχικά και σωματικά, εκείνη την ώρα θα καταλαβαίνουμε και τη δύναμή Του, όπως και την αλήθεια της πίστης μας σ’  Αυτόν. Διαφορετικά, θα ακούμε και θα ακούσουμε κι εμείς: «Ουκ οίδα υμάς. Απέλθετε απ’  εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν».

https://pgdorbas.blogspot.com/

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΚΑΛΛΙΣΤΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤῼ ΑΓΙΟΙ ΜΘ´ ΜΑΡΤΥΡΕΣ




῾Οἱ ἅγιοι αὐτοί ζοῦσαν στήν Ρώμη ἐπί Διοκλητιανοῦ τοῦ βασιλιᾶ. ῾Ο ἅγιος Καλλίστρατος συνελήφθη ὡς χριστιανός ἀπό τόν στρατηλάτη Περσεντίνο κι ἐπειδή ὁμολόγησε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ ἀληθινός Θεός κτυπήθηκε ἰσχυρά. ῎Επειτα τόν ἔβαλαν πάνω σέ ὄστρακο καί τόν ἔσυραν ἐπάνω του. Κατόπιν τόν ἔβαλαν σ᾽ ἕνα σακκί καί τόν ἔριξαν στήν θάλασσα. Σχίστηκε ὅμως τό σακκί καί βγῆκε ἔξω ὑγιής. Εἶδαν τό θαῦμα αὐτό σαράντα ἐννέα στρατιῶτες καί πίστεψαν καί ἐκεῖνοι στόν Χριστό. ῾Ο Περσεντίνος τότε τούς βασάνισε καί τούς ἔβαλε στήν φυλακή μαζί μέ τόν Καλλίστρατο, ὁ ὁποῖος βρῆκε τήν εὐκαιρία νά τούς διδάξει γιά τήν κρίση τοῦ Θεοῦ, γιά τήν ᾽Ανάσταση καί γιά τήν ψυχή. Στήν συνέχεια ἀφοῦ τούς ἔβγαλαν ὅλους ἀπό τήν φυλακή, ὁ Καλλίστρατος προσευχήθηκε καί ἔριξε κάτω τά εἴδωλα. Μόλις τό εἶδαν αὐτό καί ἄλλοι στρατιῶτες, ἑκατόν ὀγδόντα τέσσερις (ἤ κατά ἄλλους ἑκατόν τριάντα πέντε) τόν ἀριθμό, πίστεψαν καί αὐτοί, ὁπότε οἱ δυνάστες ἔκοψαν τά κεφάλια ὅλων᾽.
Τό γεγονός ὅτι ὁ ἅγιος Καλλίστρατος ὑπῆρξε ἁπλός στρατιώτης τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας γίνεται ἀφορμή ἀπό τόν ὑμνογράφο του ἅγιο ᾽Ιωσήφ νά τόν δεῖ σέ μία διπλή στρατιωτική διάσταση: ἀφενός ὅτι ἀπό πλευρᾶς πνευματικῆς ὁ στρατιώτης ἀναδείχτηκε στρατηγός, ἀφετέρου ὅτι καί μετά τόν θάνατό του συνέχισε τήν στρατιωτική του ἰδιότητα.
Τί ἐννοεῖ ὁ ἅγιος ὑμνογράφος; ῾Ο Καλλίστρατος μέ τήν σταθερότητά του στήν χριστιανική πίστη ἀντιπαρατάχτηκε στόν διώκτη διάβολο καί τά ὄργανά του ὡς στρατηγός, μέ ἀποτέλεσμα μάλιστα νά σαγηνεύσει καί τούς αἰχμάλωτους τοῦ διαβόλου καί νά τούς ὁδηγήσει στήν θεία ζωή. (῾Στρατηγός ὥσπερ ἄριστος, μάρτυς, τῷ διώκτῃ παραταξάμενος, ἐσαγήνευσας πρός θείαν ζωήν αἰχμαλώτους πάλαι οὕς ἐκέκτητο᾽(ὠδή δ´): Μάρτυς Καλλίστρατε, σάν ἄριστος στρατηγός ἀντιπαρατάχτηκες στόν διώκτη (διάβολο) καί σαγήνευσες πρός τήν θεία ζωή τούς αἰχμάλωτους τούς ὁποίους παλιά εἶχε δικούς του).
Κι ἀπό τήν ἄλλη μέ τό μαρτύριό του ὁ ἅγιος καί μάλιστα τῆς ἀποκοπῆς τῆς κεφαλῆς του ἐντάχτηκε στό στράτευμα τῶν καλλινίκων μαρτύρων τῶν πρό αὐτῶν. (῾Τμηθείς ὁ Καλλίστρατος αὐχένα ξίφει, στρατῷ συνήφθη καλλινίκων μαρτύρων᾽ (στίχοι τοῦ συναξαρίου): Κόψανε μέ ξίφος τόν αὐχένα τοῦ Καλλίστρατου καί μπῆκε στόν στρατό τῶν καλλινίκων μαρτύρων τοῦ Χριστοῦ). Γιά νά συνεχίσει τήν σκέψη του ὁ ποιητής: ὡς στρατιώτης Χριστοῦ πιά ὁ Καλλίστρατος εἶναι στολισμένος μέ τήν κόκκινη χλαίνη τῶν μαρτύρων, τήν βαμμένη ἀπό τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου του. (῾᾽Εστολισμένος χλαῖναν ἐξ ἱερῶν βεβαμμένην, μάρτυς, ὄντως αἱμάτων σου, τῷ βασιλεῖ τῶν αἰώνων, μάκαρ, στεφηφόρος παρίστασαι᾽(ὠδή γ´): Στολισμένος, μακάριε μάρτυς, μέ τήν χλαίνη πού ᾽ναι βαμμένη πράγματι ἀπό τά ἱερά σου αἵματα, παρίστασαι στεφανωμένος μπροστά στόν βασιλιά τόν αἰώνων Χριστό). ῎Ετσι ὁ ἅγιος Καλλίστρατος καί οἱ σύν αὐτῷ μάρτυρες ἀποτελοῦν μία ἀκόμη  ἐπιβεβαίωση τοῦ γνωστοῦ τροπαρίου γιά τούς μάρτυρες, τό ὁποῖο βλέπει τήν ᾽Εκκλησία νά ἔχει κόκκινα τά ἐνδύματά της, λόγω ἀκριβῶς τοῦ αἵματος τῶν ἁγίων μαρτύρων της.
῾Ο ἅγιος ᾽Ιωσήφ κάνει μία σημαντική θεολογική παρατήρηση, καθώς βλέπει τόν ῾παμμέγιστον᾽ μάρτυρα τοῦ Χριστοῦ νά ἔχει βρεῖ τόν δρόμο πού ὁδηγεῖ στήν μακαριότητα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Βρῆκε καί ἀκολούθησε, λέει, αὐτόν τόν δρόμο ὄχι ἀπό μία δική του ἔμπνευση ἤ ἀπό μία ἰδιοτροπία, ἀλλά ἀπό τόν φωτισμό πού δέχτηκε ἐκ Θεοῦ. Κι εἶναι σημαντική ἡ παρατήρησή του, διότι κανείς ἀπό μόνος του δέν γίνεται χριστιανός, πολύ περισσότερο ἀδυνατεῖ νά μαρτυρήσει γιά τόν Χριστό, ἄν δέν κληθεῖ ἀπό τόν ῎Ιδιο καί δέν ἐνισχυθεῖ ἰδιαιτέρως ἀπό τήν χάρη Του. ῞Οπως τό σημειώνει ὁ Κύριος: ῾οὐδείς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐάν μή ὁ πατήρ μου ἐλκύσῃ αὐτόν᾽. Καί κατά τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου: ῾῾Ημῖν ἐδόθη οὐ μόνον τό εἰς αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ αὐτοῦ πάσχειν᾽. ῾Η χριστιανική πίστη λοιπόν καί τό μαρτύριο γιά  τόν Χριστό συνιστοῦν δωρεά τοῦ Θεοῦ (μᾶς δόθηκε), ὅταν βεβαίως ὑπάρξει ἡ προϋπόθεση: ἡ καλή διάθεση καί ἡ βούληση τοῦ ἀνθρώπου. ῾Μάρτυς ἀθλητά Καλλίστρατε, τῆς εὐσεβείας φωτί φωτισθείς τήν διάνοιαν, τήν ὁδόν ἐβάδισας ἀκλινῶς τήν εἰσάγουσαν πρός τήν ἐκεῖθεν μακαριότητα᾽(στιχηρό ἑσπερινοῦ) (Μάρτυς ἀθλητά Καλλίστρατε, ἀφοῦ φωτίστηκε στήν διάνοια ἀπό τό φῶς τῆς πίστεως καί τῆς εὐσέβειας, βάδισες χωρίς παρεκκλίσεις τόν δρόμο πού ὁδηγεῖ στήν μακαριότητα τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ).
῾Ο ἅγιος ὑμνογράφος δέν μπορεῖ νά ἀφήσει ἀσχολίαστο καί τό γεγονός ὅτι ὁ Καλλίστρατος ἔγινε καί ἀλείπτης, πνευματικός καθοδηγητής καί ἐνισχυτής δηλαδή,  τῶν ὑπολοίπων μαρτύρων καί μέ τήν ζωή του καί μέ τήν διδασκαλία του. Σημειώνει ὅτι πρῶτα ὁ ἴδιος πλούτισε ἀπό τόν λόγο ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, πού θά πεῖ τόν ἐνστερνίστηκε και τόν ἔκανε βίωμά του, κι ἔπειτα καθοδήγησε πρός τήν ζωή αὐτή κι ἐκείνους πού βρίσκονταν λόγω ἄγνοιας σέ κατάσταση πνευματικῆς νέκρωσης.  Κι εἶναι εὐνόητο: κανείς δέν μπορεῖ νά φωτίσει ἄλλους, ἄν ὁ ἴδιος προηγουμένως δέν ἔχει φωτιστεῖ. Κανείς δέν μπορεῖ νά μεταδώσει φωτιά πού δέν ἔχει.  ῞Οπως τό ἔχει πεῖ ξεκάθαρα καί ὁ μέγας ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος: ῾Φωτισθῆναι δεῖ πρῶτον εἶτα φωτίσαι᾽. Σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ ποιητῆ: ῾Μάρτυς θεόφρον Καλλίστρατε, λόγον πλουτήσας ζωῆς, πρός ζωήν καθωδήγησας τούς ἀγνοίᾳ πρότερον ἐν νεκρώσει ὑπάρχοντας᾽ (στιχηρό ἑσπερινοῦ). Κι ἀλλοῦ: ῾Τῇ πλημμύρᾳ τῶν λόγων σου ἤρδευσας καρδίας καί καθωδήγησας πρός τό ὕδωρ τό ἀείζωον᾽(ὠδή δ´) (Μέ τήν πλημμύρα τῶν λόγων σου πότισες τίς καρδιές καί τίς καθοδήγησες πρός τό αἰώνιο ὕδωρ᾽). Κι αἰτία γιά τήν παραπάνω ἀλήθεια εἶναι τό γεγονός ὅτι ὁ Καλλίστρατος ἀγάπησε μέ ὅλη του τήν καρδιά τόν Χριστό. ῞Οπου ὑπάρχει ἡ ὁλοκάρδια ἀγάπη πρός τόν Χριστό, ἐκεῖ καί ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος γεμίζει ἀπό τήν παρουσία ᾽Εκείνου, ἀλλά καί τούς ἄλλους καθοδηγεῖ στόν σωστό δρόμο. ῾῾Ολοκαρδίως, μάρτυς, ἐπιποθήσας Χριστόν τόν Θεόν ἡμῶν᾽ (ὠδή ε´). 

https://pgdorbas.blogspot.com/

Το Ευαγγελικό καί Αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής



† Κυριακῇ 27 Σεπτεμβρίου 2026 (Α' Λουκᾶν)
Τὸ Εὐαγγέλιον
Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν
Κεφ. ε' : 1-11
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἑστὼς ὁ ᾿Ιησοῦς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ, εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ᾿ αὐτῶν ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα. Ἐμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας, ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους. Ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· Ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος, καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν. Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίμων, εἶπεν αὐτῷ· Ἐπιστάτα, δι᾿ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες, οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ῥήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον. Καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν. Καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ, τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον, καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά. Ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν τοῦ ᾿Ιησοῦ λέγων· Ἔξελθε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε. Θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ, ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον· ὁμοίως δὲ καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ ᾿Ιωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ ᾿Ιησοῦς· Μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν. Καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν, ἀφέντες ἅπαντα, ἠκολούθησαν αὐτῷ.

Ὁ Ἀπόστολος
Πρὸς Κορινθίους Β’ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ᾽Ανάγνωσμα 
(στ’:16-18; ζ’:1)
Ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐστε ναὸς Θεοῦ ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός. Διὸ ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ. Ταύτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ.