Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

Άγιος Θεοφάνης ο Γραπτός, ο μεγάλος ομολογητής της Ορθοδοξίας



Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού
Μια από τις ηρωικότερες περιόδους της εκκλησιαστικής μας ιστορίας είναι και η περίοδος της εικονομαχίας (726-842), κατά την οποία ανεδείχθησαν πλήθος ομολογητών της Ορθοδόξου Πίστεως. Υπερασπίσθηκαν με σθένος την Ορθοδοξία, ορθώνοντας το ανάστημά τους στους διώκτες των Ιερών Εικόνων, οι οποίοι έχοντας την αυτοκρατορική δύναμη, δίωκαν με μανία τους ομολογητές της Ορθοδοξίας. 
        Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος Θεοφάνης ο επονομαζόμενος Γραπτός. Γεννήθηκε στην Παλαιστίνη το 745. Πατέρας του ήταν ο ευσεβής Ιωαννάς, ο οποίος φρόντισε να μεταδώσει, τόσο στον ίδιο, όσο και στον αδελφό του Θεόδωρο την ευσέβεια. Φρόντισε επίσης να τους μορφώσει, στέλνοντάς τους στη φημισμένη Μονή του Αγίου Σάββα, κοντά στο σοφό διδάσκαλο Γέροντα Μιχαήλ, να σπουδάσουν την ιερή επιστήμη της Θεολογίας, καθώς και αρχαία Ελληνικά, γραμματική, ποίηση, μουσική κλπ.
        Τα δύο αδέλφια έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και επιμέλεια στις σπουδές τους και επίσης μυήθηκαν στην ορθόδοξη πνευματικότητα και στο μοναχικό ασκητικό πνεύμα. Ο δάσκαλός τους Μιχαήλ το 811 τους πήρε μαζί του, ως υποτακτικούς του στη Μονή των Σπουδαίων, κοντά στο ναό της Αναστάσεως. Κατόπιν ο Πατριάρχης Θωμάς τους χειροτόνησε ιερείς και τους έστειλε πρέσβεις στην Κωνσταντινούπολη και στη Ρώμη, προκειμένου να στηρίξουν τους διωκόμενους Ορθοδόξους από τους διώκτες τους εικονομάχους, αλλά και να ζητήσουν τη στήριξη για τις απειλές και τις διώξεις που ασκούσαν οι Άραβες μουσουλμάνοι κατά του Πατριαρχείου των Ιεροσολύμων. Εγκαταστάθηκαν στην περίφημη Μονή της Χώρας.
       Αλλά, λίγο αργότερα, το 815 πέθανε ο αυτοκράτορας Μιχαήλ Α΄ Ραγκαβές (811-813) και ανέβηκε στο θρόνο ο Λέων Ε΄ ο Αρμένιος (813-820), ο οποίος εγκαινίασε τη δεύτερη περίοδο της εικονομαχικής έριδας. Διέταξε την πλήρη απαγόρευση προσκύνησης και τιμής των Ιερών Εικόνων, ακόμα και με την ποινή του θανάτου, την καταστροφή όλων των Εικόνων και το ασβέστωμα των τοιχογραφιών των ναών. Τότε τα δύο αδέλφια, Θεοφάνης και Θεόδωρος, μαζί με το δάσκαλό του Μιχαήλ, παρουσιάστηκαν στον ασεβή αυτοκράτορα και τον ήλεγξαν για το διάταγμά του. Ο Λέων, όχι μόνον δεν έδειξε σημάδια συνετισμού, αλλά διέταξε τον άγριο βασανισμό τους. Τους μαστίγωσαν άγρια και τους έκλεισαν στη φυλακή. Αφού απέκρουσαν και τις προσπάθειες του μελλοντικού εικονομάχου Πατριάρχη Ιωάννου Γραμματικού, να συμμορφωθούν με το αυτοκρατορικό διάταγμα, τους ξεχώρισαν. Έκλεισαν τα δύο αδέλφια σε ένα φρούριο στο Βόσπορο, στερώντας τους ακόμα και την τροφή.  
      Μετά τη δολοφονία του Λέοντα (820) κόπασαν οι διωγμοί των Ορθοδόξων και τα δύο αδέλφια εγκαταστάθηκαν στην Ιερά Μονή Αρχαγγέλου Μιχαήλ  του Σωσθενίου στο Βόσπορο, οι οποίοι με τον υποδειγματικό ασκητικό τους αγώνα και τις πολλές επιστολές τους στερέωσαν την ορθόδοξη πίστη. Αλλά το 829 ανέβηκε στο θρόνο ο επίσης φανατικός εικονομάχος αυτοκράτορας Θεόφιλος (829-842), ο οποίος εγκαινίασε νέα σφοδρή εικονομαχική περίοδο, καταδιώκοντας απηνώς τους ομολογητές Ορθοδόξους. Τα δυο αδέλφια εξορίστηκαν στη νήσο Αφουσία, το 834, μαζί με άλλους ορθοδόξους ομολογητές. Επειδή δεν πειθάρχησαν, και ασκούσαν σφοδρή κριτική κατά των εικονομάχων και του Παλατίου, κλήθηκαν το 836 σε νέα ανάκριση από τον αυτοκράτορα. Οι δύο ομολογητές μοναχοί ήλεγξαν και πάλι με θάρρος και παρρησία τον ασεβή αυτοκράτορα, ομολογώντας την ορθόδοξη πίστη. Υποβλήθηκαν και πάλι σε νέα βασανιστήρια. Με πυρωμένο σίδερο έγραψαν στα μέτωπά τους δώδεκα ιμαβικούς στίχους, με την αιτία των διώξεών τους. Γι’ αυτό ονομάστηκαν από τότε Γραπτοί. Στη συνέχεια τους έριξαν στην πιο υγρή και σκοτεινή φυλακή του Πραιτωρίου, με στόχο να πεθάνουν απομονωμένοι. Τότε πήραν επιστολές παρηγορητικές από το δάσκαλό τους Μιχαήλ και τον άγιο Μεθόδιο, ενθαρρύνοντας τους να υπομείνουν ως τέλους τα μαρτύρια. Σε λίγο καιρό τους έστειλαν σε νέα εξορία στην Απάμεια της Βιθυνίας (Μουδανιά), όπου όμως έγιναν ενθουσιωδώς δεκτοί από το λαό. Ο Θεόδωρος, κοιμήθηκε το 838, εξουθενωμένος από τις κακουχίες. Ο αδελφός του Θεοφάνης, αψηφώντας την διαταγή του αυτοκράτορα, να μείνει άταφο το σώμα του, το ενταφίασε, συνθέτοντας και έναν εξαίσιο ποιητικό κανόνα.
      Μετά από την θαρραλέα αυτή πράξη του, ο Θεοφάνης εξορίστηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου εργάστηκε δραστήρια για την επικράτηση του Ορθοδόξου Δόγματος και την απόκρουση της αιρέσεως της εικονομαχίας. Αλλά το 842 πέθανε ο ασεβής Θεόφιλος και στο θρόνο ανέβηκε ο ανήλικος γιός του Μιχαήλ Γ΄ (842-867), τον οποίο επιτρόπευε η ευσεβής αυτοκράτειρα αγία Θεοδώρα, η οποία έπαυσε αμέσως τους διωγμούς, επανέφερε σε ισχύ τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787) και το 842 αναστήλωσε οριστικά τις άγιες Εικόνες. Παράλληλα επανέφερε από την εξορία και έβγαλε από τις φυλακές τους ομολογητές της πίστεως. Ο Θεοφάνης ανακλήθηκε από την εξορία και ο Πατριάρχης άγιος Μεθόδιος το 842 τον χειροτόνησε Μητροπολίτη Νικαίας. Εκεί πέρασε το υπόλοιπο του πολυτάραχου επίγειου βίου του, ποιμαίνοντας θεοφιλώς το ποίμνιό του, προσευχόμενος και ασκούμενος. Ως άφθαστος ποιητής και υμνογράφος συνέθεσε πλήθος εκκλησιαστικών ύμνων, οι οποίοι ψάλλονται μέχρι σήμερα κατά τις δεσποτικές και θεομητορικές εορτές και σε μνήμες αγίων. Κοιμήθηκε ειρηνικά την 11η Οκτωβρίου του 845. Ανακηρύχτηκε άγιος και η σεπτή μνήμη του εορτάζεται την ημέρα της οσιακής κοιμήσεώς του.
      Ο άγιος Θεοφάνης ο Γραπτός συγκαταλέγεται στους μεγάλους Πατέρες,  Ομολογητές και υμνογράφους της Εκκλησίας μας, ο οποίος αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στην ομολογία και την προάσπιση της Ορθοδόξου πίστεως, της μόνης αληθινής και σώζουσας πίστεως. Τόσον αυτός, όσο και οι άλλοι μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, είναι (πρέπει να είναι) και σε μας σήμερα τα μεγάλα ζωντανά παραδείγματα, να μην κάνουμε την παραμικρή έκπτωση και υποχώρηση στα θέματα της πίστεως, όπως έκαμαν και εκείνοι! 

https://www.nyxthimeron.com/

Ιερά γράμματα




Του π. Δημητρίου Μπόκου
Στην πανέμορφη παραβολή του Σπορέως ο Κύριός μας Ιησούς δίνει σαφείς και ξεκάθαρους συμβολισμούς. «Ο σπόρος εστίν ο λόγος του Θεού», λέει. Και συμπληρώνει αλλού, «ο Πατήρ μου ο γεωργός εστιν» (Ιω. 15, 1).
Ο Θεός μίλησε προς τους ανθρώπους «πολυμερώς και πολυτρόπως». Πολλές φορές και με πολλούς τρόπους. Πρωτίστως όμως «ελάλησεν ημίν εν Υιώ» (Εβρ. 1, 1). Ο Χριστός λοιπόν αναγγέλλει σε μας τον λόγο του Θεού, κάνει γνωστά όλα όσα «ήκουσε παρά του Πατρός» (Ιω. 15, 15), είναι ο κατ’ εξοχήν μεγάλος επουράνιος σποριάς (Κυριακή Δ΄ Λουκά).
Μα όχι ο μόνος. Σποριάδες του λόγου του Θεού υπήρξαν πολλοί. Ο Θεός μίλησε διά στόματος «προφητών, αποστόλων, κηρύκων, ευαγγελιστών, μαρτύρων, ομολογητών, διδασκάλων». Όλοι αυτοί είναι σποριάδες του Θεού, γιατί τα λόγια τους, ο καλός σπόρος του Θεού, έφτασαν «εις πάσαν την γην, και εις τα πέρατα της οικουμένης τα ρήματα αυτών».
Και ακόμα περισσότερο, σποριάδες είμαστε όλοι οι Χριστιανοί, αφού το καθήκον μας είναι να σπέρνουμε, έργω και λόγω, στις ψυχές των ανθρώπων τον λόγο του Θεού. Ιδιαίτερα όμως φέρουν την ευθύνη αυτή οι γονείς. Και το βάρος της ευθύνης αυτής είναι απροσμέτρητα μεγάλο.
Οι ψυχές των παιδιών είναι αμόλυντη παρθενική γη, «Θεού γεώργιον», αγρός του Θεού έτοιμος να οργωθεί και να δεχθεί τη σπορά. Τί σπόρος θα φυτευθεί στις απαλές παιδικές ψυχές; Ο Χριστός διαμηνύει ότι θέλει τα παιδιά του κοντά του. Δικά του είναι και μας τα εμπιστεύεται προσωρινά. Μας παραγγέλλει να μην τα εμποδίζουμε να τον πλησιάσουν.
Το τί θα σπείρουμε λοιπόν στις ανέγγιχτες παιδικές ψυχές, θα έπρεπε να είναι ο πιο εναγώνιος και διαρκής προβληματισμός μας. Κάτι που οι γονείς ξεχνούν εντελώς πολλές φορές, χαμένοι στον καθημερινό τους αγώνα να τους εξασφαλίσουν τα πάντα, να μη λείψει απ’ τα παιδιά τους, όπως λένε, τίποτε, να μη στερηθούν όσα στερήθηκαν αυτοί. Μα δεν είναι αυτό που χρειάζονται τα παιδιά.
Με το ξημέρωμα κάθε καινούργιας μέρας, θα πρέπει οι γονείς να διακατέχονται από την αγωνία, όχι τί θα φάνε τα παιδιά τους, αλλά πώς θα τα πλησιάσουν περισσότερο την ημέρα αυτή στη Βασιλεία του Θεού. Πώς θα σπείρουν στην παιδική ψυχή «από βρέφους τα ιερά γράμματα» (Β΄ Τιμ. 3, 15).
Ο απόστολος Παύλος μακαρίζει τον μαθητή του Τιμόθεο, γιατί από νηπιακή ηλικία έτυχε παιδείας και νουθεσίας Κυρίου. Πρώτα από τη μάμμη (γιαγιά) του Λωίδα, έπειτα από τη μητέρα του Ευνίκη (Β΄ Τιμ. 1, 5).
Οι ηρωίδες χριστιανές γιαγιάδες μετέδωσαν τα ιερά γράμματα στα εγγόνια τους σε πολλές δύσκολες περιστάσεις, όπως στα χρόνια του αθεϊσμού στη Ρωσία και αλλού.
Η σπορά στην αθώα παιδική ψυχή του θείου λόγου έχει τεράστια σημασία για τη μετέπειτα πορεία του παιδιού. Είναι το πρώτο βερνίκι, που δεν θα ξεβάψει ποτέ (αγ. Παΐσιος).
Ο άγιος Πορφύριος επιμένει, η καλλιέργεια της παιδικής ψυχής να ξεκινάει πριν από τη γέννησή του. «Η έγκυος πρέπει να έχει την προσοχή της στο έμβρυο και στον Θεό. Να είναι όλη την ημέρα χαρούμενη και ευδιάθετη. Αν είναι δυνατόν, να ψέλνει ή να τραγουδά. Διότι αν αυτή στεναχωρηθεί, στεναχωριέται και το έμβρυο. Να βγαίνει στη φύση για περίπατο και να βάζει θυμίαμα στο σπίτι της. Να μην κάνει μακρινά ταξίδια με το αυτοκίνητο, …να τρώει προσεγμένες τροφές… Όταν αρχίζει να καταλαβαίνει το μωρό να κινείται, να του μιλάει και να χαϊδεύει την κοιλιά της. Το έμβρυο το νιώθει αυτό και του αρέσει. Ποτέ δεν πρέπει να νευριάζει και να θυμώνει, γιατί κάνει κακό στο έμβρυο».
Η καλλιέργεια της αγνής παιδικής ψυχής ας είναι πρωταρχικό μας μέλημα.

https://www.nyxthimeron.com/

Ἡ Ἐκκλησία, σταθερὴ καὶ ἀδιαπραγμάτευτη στὶς δογματικές της ἀλήθειες




Ζοῦμε σὲ μιὰ ἐποχὴ γεμάτη ἀντιθέσεις. Ἐποχὴ χιλιάδων διαδικτυακῶν «φίλων», ἀλλὰ καὶ ἔντονης μοναξιᾶς. Ἐποχὴ εὔκολης προσβάσεως στὴν γνώση, ἀλλὰ καὶ κραυγαλέας ἡμιμάθειας. Ἐποχὴ κυριαρχίας τῆς Τεχνητῆς Νοημοσύνης, ἀλλὰ καὶ βαθιᾶς συναισθηματικῆς ἀνωριμότητος. Ἐποχὴ κατοχυρώσεως δικαιωμάτων καὶ ἐλευθερίας στὴν ἔκφραση κάθε ἀπόψεως, ἀλλὰ ταυτόχρονα, ἔντονου μίσους ἐναντίον ἐκείνου ποὺ πιστεύει, ἐκφράζεται ἢ ζεῖ διαφορετικὰ ἀπὸ ἐμᾶς.
Σὲ πολλὲς πτυχὲς τῆς κοινωνικῆς μας ζωῆς κυριαρχεῖ ὁ φανατισμός. Ἐκφράζεται μὲ ἐπιθετικότητα, εἰρωνεία, βεβαιότητες, ἁπλοϊκὰ καὶ βιαστικὰ συμπεράσματα καί, κυρίως, μὲ τὴν ἄρνηση νὰ ἀκουστεῖ ἡ ἀντίθετη ἄποψη. Ὁ φανατικὸς ἄνθρωπος δὲν ἀντέχει εὔκολα τὴν διαφορετικότητα. Θεωρεῖ ὡς «ἐχθρό» του τὸν διαφορετικό. Θεωρεῖ ὡς «δικούς» του ὅσους συμφωνοῦν μαζί του καὶ ἀπομακρύνει, ἀκόμη καὶ μὲ ἀπέχθεια, ὅσους διαφωνοῦν.
Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, ὅμως, δὲν πληγώνει μόνο τὶς σχέσεις του μὲ τοὺς ἄλλους. Μαραζώνει καὶ ὁ ἴδιος. Δὲν ἐξελίσσεται, ἐπειδὴ εἶναι βέβαιος ὅτι ὅσα πιστεύει καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο ἐνεργεῖ ἔχουν ἀγγίξει τὴν τελειότητα. Δὲν ἐμπλουτίζεται πνευματικά, ἐπειδὴ θεωρεῖ ὅτι κατέχει τὴν ἀλήθεια. Σταδιακὰ ἀπομονώνεται, διότι ἀκόμη καὶ μὲ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ θεωρεῖ «δικούς» του, ἀρκεῖ μιὰ μικρὴ «διαφωνία» γιὰ νὰ τοὺς ἀποκόψει ἀπὸ τὴν ζωή του.
Κάθε συζήτηση μὲ ἕναν φανατικὸ ἄνθρωπο παύει νὰ εἶναι ἀναζήτηση καὶ μετατρέπεται σὲ «μάχη» ἐπιβολῆς, ἀπὸ τὴν ὁποία πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ἐξέλθει νικητής. Οἱ φράσεις «δὲν γνωρίζω», «ἴσως κάνω λάθος» ἢ «μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ διαφορετικὰ» τοῦ εἶναι σχεδὸν ἄγνωστες. Τελικά, πέρα ἀπὸ πιεστικὸς καὶ συχνὰ προσβλητικός, γίνεται μονότονος, προβλέψιμος καὶ κουραστικός.
Ὁ φανατισμός, μπορεῖ νὰ εἶναι σήμερα ἰδιαίτερα ἐμφανής, δὲν εἶναι ὅμως μόνον φαινόμενο τῆς ἐποχῆς μας. Τὸ ἀποδεικνύει ἡ σημερινὴ περικοπὴ ἀπὸ τὴν ἐπιστολὴ τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρὸς τὸν μαθητή του Τίτο, τὸν ὁποῖο εἶχε ἐγκαταστήσει στὴν Κρήτη γιὰ νὰ ὀργανώσει καὶ νὰ στηρίξει τὶς νεοσύστατες χριστιανικὲς κοινότητες.
Ἡ Ἐκκλησία στὴν Κρήτη βρισκόταν ἀκόμη στὸ στάδιο τῆς ὀργανώσεως, τῆς σταθεροποιήσεως καὶ τῆς διαμορφώσεως ἑνὸς νέου τρόπου ζωῆς μέσα σὲ μιὰ κοινωνία μὲ ἰσχυρὲς εἰδωλολατρικὲς παραδόσεις. Προβλήματα, ὅμως, ὑπῆρχαν καὶ στὸ ἐσωτερικὸ τῶν χριστιανικῶν κοινοτήτων. Ὁρισμένοι χριστιανοί, ἰδιαίτερα προερχόμενοι ἀπὸ τὸν Ἰουδαϊσμό, δυσκολεύονταν νὰ κατανοήσουν τὸ ριζικὰ καινούργιο μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἐπέμεναν σὲ ζητήματα τοῦ παλαιοῦ θρησκευτικοῦ κόσμου, δημιουργῶντας ἀντιπαραθέσεις καὶ διαιρέσεις.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μιλᾶ μὲ μεγάλη αὐστηρότητα γιὰ ὁρισμένους ἀπὸ αὐτούς: «Ὑπάρχουν πολλοί, … ποὺ διδάσκουν ψεύτικα πράγματα ἐξαπατῶντας τοὺς ἀνθρώπους. Αὐτοὺς πρέπει κανεὶς νὰ τοὺς ἀποστομώνει, γιατί γκρεμίζουν σπίτια ὁλόκληρα, διδάσκοντας πράγματα ποὺ δὲν πρέπει» (Τίτ. 1:10). Γι’ αὐτὸ ὁ Παῦλος συμβουλεύει τον Τίτο: «Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, νὰ ἀποφεύγεις τὶς ἀνόητες ἀναζητήσεις σὲ γενεαλογικοὺς καταλόγους, τὶς φιλονικίες καὶ τὶς διαμάχες γύρω ἀπὸ τὶς διατάξεις τοῦ ἰουδαϊκοῦ νόμου, γιατί ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀνώφελα καὶ μάταια» (3:9).
Καὶ συνεχίζει: «Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ» (3:10). Τὸν ἄνθρωπο, δηλαδή, ποὺ ἐπιμένει σὲ διαιρετικὴ καὶ πλανερὴ στάση, συμβούλεψέ τον μία καὶ δύο φορὲς· ἂν δὲν ἀκούσει, ἀπομακρύνσου ἀπὸ αὐτὴ τὴν διαμάχη.
Πόσο ἔμπειρος γνώστης τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς εἶναι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος! Γνωρίζει ὅτι πολλὲς συζητήσεις μπορεῖ νὰ ξεκινοῦν μὲ τὴν καλὴ πρόθεση τῆς ἀναζητήσεως τῆς ἀλήθειας καὶ τῆς πνευματικῆς ὠφέλειας. Ὁ φανατισμός, ὅμως, μπορεῖ νὰ ἀλλάξει τὸν σκοπό τους. Ἡ ἀναζήτηση μετατρέπεται σὲ ἀντιπαράθεση, ἡ ἀντιπαράθεση σὲ μάχη καὶ τελικὸς στόχος γίνεται ἡ ἐπικράτηση τοῦ ἑνὸς ἀπέναντι στὸν ἄλλον. Τὸ ἀποτέλεσμα δὲν εἶναι πνευματικὴ ὠφέλεια, ἀλλὰ ἡ ἀναζωπύρωση τῶν παθῶν, ἡ ψυχικὴ βλάβη καὶ ψύχρανση τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων.
Πόσες τέτοιες συζητήσεις δὲν γίνονται καὶ σήμερα, ἐντός καὶ ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας! Προβάλλονται ἐπιχειρήματα καὶ ἀντεπιχειρήματα, ἔντονες ἀντιπαραθέσεις, τεκμήρια δῆθεν ἀκράδαντα καὶ ἀποδείξεις  ἀναμφισβήτητες, μὲ προκάλυμμα τὴν ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας, ἀλλὰ συχνὰ διαθέτουν βαθύτερο ὑπόβαθρο τὴν ἀνάγκη τῆς ἐγωιστικῆς ἐπιβεβαιώσεως. Τέτοιες συζητήσεις χαρακτηρίζει ὁ Ἀπόστολος «ἀνωφελεῖς καὶ ματαίας», ἀφοῦ, στὴν πραγματικότητα δὲν πρόκειται γιὰ καλοπροαίρετες σύν-ἀναζητήσεις τῆς ἀλήθειας, ἀλλὰ γιὰ φανατισμένους μονολόγους ποὺ δὲν ὁδηγοῦν πουθενά.
Πρέπει, λοιπόν, νὰ σιωποῦμε μπροστὰ στὴν πλάνη; Ὄχι. Ἡ Ἐκκλησία δὲν καλεῖται νὰ συμβιβαστεῖ σὲ θέματα πίστεως. Οὔτε ἡ σταθερότητα στὴν ἀλήθεια τῆς Ὀρθόδοξης διδασκαλίας ἀποτελεῖ φανατισμό. Τὸ πρόβλημα ἀρχίζει ὅταν ἡ ὑπεράσπιση τῆς ἀλήθειας ἀπογυμνώνεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη, τὴν διάκριση, τὴν πραότητα καὶ τὸ νηφάλιο ἐκκλησιαστικὸ ἦθος.
Καὶ ἐδῶ βρίσκεται ἡ σοφία τοῦ Ἀποστόλου: Δὲν ἀφήνει τόν Τίτο ἐγκλωβισμένο στὶς μάταιες ἀντιπαραθέσεις. Τοῦ δείχνει ἕναν ἄλλο δρόμο. Ἀφοῦ τοῦ ὑπενθυμίζει τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, τὸν καλεῖ νὰ τὴν ἐπιβεβαιώνει μὲ τὴν ζωὴ καὶ τὴν συμπεριφορά του. Ἀντὶ λοιπὸν οἱ Χριστιανοὶ νά ἀναλώνονται σὲ μάταιες συζητήσεις, «…νὰ μὴν κακολογοῦν κανένα, νὰ εἶναι εἰρηνικοί, ἀνεξίκακοι, νὰ δείχνουν σὲ κάθε περίσταση πραότητα πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ πρωτοστατοῦν σὲ καλὰ ἔργα» (3:2, 14). Καὶ συμπληρώνει: «Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀληθινὰ καλὰ καὶ τὰ χρήσιμα στοὺς ἀνθρώπους» (3:8).
*     *     *
Αὐτὸ εἶναι ἴσως τὸ μεγάλο μήνυμα τῆς σημερινῆς περικοπῆς. Ὅσο περισσότερο ἡ πίστη ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια καί τήν ἀγάπη, τόσο περισσότερο κινδυνεύει ἡ ὑπεράσπιση τῆς ἀλήθειας νὰ μετατραπεῖ σὲ ἐπιθετικότητα καὶ νὰ φέρει τὰ ἀντίθετα ἀπὸ τὰ ἐπιδιωκόμενα ἀποτελέσματα.
Οἱ ἄνθρωποι ποὺ προσέρχονται στὴν Ἐκκλησία δὲν τὸ πράττουν μόνο γιὰ νὰ λάβουν ἀπαντήσεις σὲ λογικὰ ἐρωτήματα. Ἔρχονται, κυρίως, γιὰ νὰ βροῦν ἀδελφικὲς σχέσεις, νὰ θεραπεύσουν πληγές, νὰ συναντήσουν ἀνθρώπους ποὺ μποροῦν νὰ τοὺς ἀκούσουν καὶ νὰ τοὺς ἀγαπήσουν χωρίς ἀντάλλαγμα. Ἡ Ἐκκλησία παραμένει σταθερὴ καὶ ἀδιαπραγμάτευτη στὶς δογματικές της ἀλήθειες. Τὶς φανερώνει ὅμως μέσα ἀπὸ ἕνα ἦθος ποὺ πηγάζει ἀπὸ τὴν ζωὴ καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος πρῶτος «φανέρωσε τὴν καλοσύνη καὶ τὴν ἀγάπη Του στοὺς ἀνθρώπους» (3:4).
Αὐτὸ ὑπῆρξε καὶ ἡ δύναμη τῆς πρώτης Ἐκκλησίας. Πρὶν ἀκόμη διατυπωθεῖ μὲ ἀκρίβεια ὁλόκληρη ἡ δογματική της διδασκαλία, τὸ Εὐαγγέλιο, πρὶν κἂν διαμορφωθεῖ ὅπως τὸ ἔχουμε σήμερα, φανερωνόταν μέσα ἀπὸ τὴν ζωὴ τῶν Χριστιανῶν: τὴν ἀγάπη, τὴν ἀδελφοσύνη, τὴν εὐγένεια, τὸν σεβασμὸ πρὸς κάθε ἄνθρωπο, τὴν κοινὴ ζωὴ καὶ τὴν προσήλωση στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.
Αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι καὶ σήμερα ἡ δύναμη τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ λόγου καὶ τῆς ἐξόδου μας πρὸς ἕναν κόσμο γεμᾶτο φανατισμό, ρηχὲς σχέσεις καὶ ἰσχυρογνωμοσύνη.
Ἂς ἑνώσουμε, λοιπόν, τὴν βαθιὰ καὶ ἀνόθευτη πίστη μας μὲ τὴν ἀγάπη μεταξύ μας καὶ μὲ τὴν ἔμπρακτη προσφορὰ πρὸς ὁλόκληρη τὴν κοινωνία. Ὁ κόσμος δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ περισσότερες μάχες γιὰ τὴν ἀλήθεια. Ἔχει ἀνάγκη νὰ δεῖ τὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου νὰ μετατρέπεται σὲ ἔμπρακτη καί ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη.
Μὴν ἔχουμε καμιὰ ἀμφιβολία: Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος γιὰ νὰ βρεῖ τὸ Εὐαγγέλιο τὸν δρόμο πρὸς τὴν ἀνθρώπινη καρδιά. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἴσως ἡ μεγαλύτερη εὐεργεσία ποὺ μποροῦμε σήμερα νὰ προσφέρουμε στὸν σύγχρονο ἄνθρωπο: νὰ συναντήσει, μέσα στὴν Ἐκκλησία, ὄχι ἕναν ἀκόμη χῶρο ἀντιπαραθέσεως, ἀλλὰ ἕναν τόπο ἀλήθειας, ἀγάπης καὶ αὐθεντικῆς κοινωνίας. Ἀμήν.

 Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
https://www.nyxthimeron.com/

Οι δοκησίσοφοι των καιρών μας



«Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος» (Τίτ. 3, 10-11) 
«Τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀκολουθεῖ πλανερὲς διδασκαλίες συμβούλεψέ τον μιὰ δυὸ φορές, κι ἂν δὲν ἀκούσει ἄφησέ τον, μὲ τὴ βεβαιότητα πὼς αὐτὸς ἔχει πιὰ διαστραφεῖ καὶ ἁμαρτάνει, καταδικάζοντας ἔτσι ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτό του». 
Η Κυριακή Δ’ Λουκά είναι αφιερωμένη από την Εκκλησία μας στην μνήμη των 367 Πατέρων της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου, αυτής που έδωσε θεολογικό και δογματικό τέλος στην Εικονομαχία, ξεκαθαρίζοντας ότι ο Χριστός και οι Άγιοι μπορούν να ιστορούνται στους ναούς και να τιμώνται από τους πιστούς. Ο Χριστός, διότι είναι ο Υιός του Θεού που προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, έγινε ένας από εμάς, και οι άγιοι, διότι είναι οι εικόνες του Θεού, τουτέστιν οι εικόνες του Υιού και Λόγου του Θεού και σωματικά και πνευματικά.
Ίσως αναρωτηθούμε κατά πόσον αυτή η εορτή έχει κάποιο νόημα στους καιρούς μας. Κι αυτό διότι έχουμε τη δυνατότητα, εφόσον είμαστε ενταγμένοι στην Εκκλησία και τη ζωή της, να γνωρίζουμε ποιες είναι οι αιρέσεις και να μην κινδυνεύουμε να πλανηθούμε. Τα χρόνια των Πατέρων οι αιρέσεις δίχαζαν την Εκκλησία. Ισχυρά πνευματικώς πρόσωπα είχαν ακολούθους και διέδιδαν τις πλανεμένες ιδέες τους στους πιστούς, με αποτέλεσμα να υπάρχουν μεγάλες διαμάχες και κίνδυνοι περί της αληθείας. Σήμερα κάτι τέτοιο δεν φαίνεται στον ορίζοντα τον εκκλησιαστικό αναφορικά με τα δόγματα. Υπάρχουν όμως συμπεριφορές και νοοτροπίες, οι οποίες λειτουργούν ως αφορμήσεις πλάνης και δυσκολεύουν την μαρτυρία του μηνύματος της Εκκλησίας στους καιρούς μας, για τον πρόσθετο λόγο ότι οι φορείς τους διεκδικούν την αυθεντία, την βεβαιότητα ότι είναι οι σωστοί και αναζητούν και καταλογίζουν αιρετικές τοποθετήσεις σε όσους προσπαθούν να δώσουν το μήνυμα του Ευαγγελίου στη γλώσσα που καταλαβαίνει ο σύγχρονος άνθρωπος. Φανατίζουν οι προστάτες του Θεού και δημιουργούν κλίμα διχασμού στην Εκκλησία. Αντί να φωτίζουν και να επισημαίνουν θέσεις, αναζητούν εχθρούς, κάτι που είναι το σήμα κατατεθέν του φανατικού. Πρέπει να έχω εχθρούς, για να δικαιολογώ την ύπαρξη και παρουσία μου.
Είναι πολλές οι αιρέσεις των καιρών μας, απότοκα του ανθρώπινου νου, ο οποίος δεν θέλει να ενταχθεί στη ζωή της Εκκλησίας, ούτε να θέσει την δική του ερμηνεία της αλήθειας στην κρίση της Εκκλησίας. Ίσως η δυσκολότερη και λιγότερη εμφανής να είναι η "αίρεση" της κατάκρισης της Εκκλησίας, των επισκόπων, της Ιεραρχίας, κληρικών, θεολόγων με βάση τις δικές του απόψεις, τις οποίες τις θεωρεί ως τις μόνες ορθές, και κάνει ό,τι μπορεί για να πείσει ότι μόνο η δική του γραμμή οδηγεί στη σωτηρία. Σκάνδαλο για τους ανθρώπους αυτούς είναι ο κόσμος. Μπορεί ο κόσμος πάντοτε να κείται εν τω πονηρώ, όπως ο Χριστός ξεκάθαρα μας είπε, όμως δεν είναι για να απορρίψουμε τον κόσμο αυτή η θέση, αλλά για να τον αγαπήσουμε. Και τον αγαπάμε όταν με συμπάθεια και υπομονή διαλέγουμε τι δεν μας βλάπτει και επισημαίνουμε τι αποτελεί αμαρτία και κίνδυνο για τη σωτηρία μας. Η κλήση να ζήσουμε εκτός του κόσμου, εκτός από την υποκρισία και το ανέφικτο που κρύβει, όπως επίσης και μια φαρισαϊκή έπαρση ότι δεν είμαστε εμείς όπως οι λοιποί των ανθρώπων, είναι μία κλήση που αφήνει απρόσληπτο και αθεράπευτο τον κόσμο. 
Η Εκκλησία πάντοτε κρίνει τον πολιτισμό, τις προκλήσεις του κόσμου, το ήθος του. Δεν φανατίζει όμως ούτε φανατίζεται. Αρνείται την μεγάλη «αίρεση» της εποχής μας που είναι η δοκησισοφία. Ο δοκησίσοφος έχει σχηματίσει μέσα του την εικόνα ότι κατέχει τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος και ότι αυτή η Χάρη είναι αρκετή για να του δίνει το δικαίωμα να κρίνει τα πάντα, είτε τα γνωρίζει και τα έχει σπουδάσει, είτε όχι. Το τελευταίο είναι το χειρότερο. Ο δοκησίσοφος, χωρίς να καταλαβαίνει τι συμβαίνει, έχει άποψη για ζητήματα που είτε ακουμπούν την πνευματικότητα είτε είναι εκτός αυτής, με αποτέλεσμα στους γνωρίζοντες να γελοιοποιείται. Δεν έχει όμως την ταπείνωση να ακούσει, να μάθει, να μελετήσει, καθώς ζει μέσα στη δική του αυτάρκεια. Έτσι, αντί να λειτουργήσει επαγωγικά, ξεκινά από την φιλοσοφική απαγωγή ότι ο κόσμος είναι κακός και αμαρτωλός σε όλα του και δεν κοιτά τι χρειάζεται αληθινά και πώς μπορούμε αυτό να το εντάξουμε ή να το κρίνουμε, οδηγώντας το στη θεραπεία στη δική μας αυθεντική Πνευματικότητα.
Και κάτι τελευταίο. Οι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν αυθεντικοί γνώστες των θεμάτων της κοσμικής πραγματικότητας, της φιλοσοφίας, της επιστήμης, της κοσμολογίας, της θύραθεν σοφίας και προχωρούσαν στον διάλογο με την πίστη. Ακόμη και εκείνοι που δεν είχαν τέτοια παιδεία, ακολουθούσαν εκείνους που την είχαν και επικύρωναν με την πνευματικότητά τους και την αγιότητά τους τα συμπεράσματα της πίστης που οι κατηρτισμένοι Πατέρες συνέτασσαν. Οι σημερινοί δοκησίσοφοι ζούνε την αυτάρκεια της δικής τους ημιμάθειας και θεωρούν αυτονόητο ότι είναι "Πατέρες". Ας μην τους κάνουμε τη χάρη και ας εμπιστευόμαστε την Εκκλησία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
11 Οκτωβρίου 2026. Κυριακή Δ΄ Λουκά, των Αγίων Πατέρων της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου
https://www.nyxthimeron.com/

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ (ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Ζ΄ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ)



Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ ΣΗΜΕΡΑ ἑορτάζει τούς Πατέρες τῆς Ζ´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, οἱ ὁποῖοι ἀσχολήθηκαν μέ τή χριστολογική αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας. Χωρίς νά ἀσχοληθοῦμε μέ τήν οὐσία τοῦ προβλήματος αὐτοῦ, τό ὁποῖο ταλάνισε τήν ᾽Εκκλησία πλέον τοῦ ἐνάμιση αἰῶνα καί προκάλεσε ἑκατόμβη αἱμάτων γιά τήν ὑπεράσπιση τῶν εἰκόνων, θά κάνουμε λόγο γιά τό ἴδιο τό γεγονός τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου, θέμα πού ἀπαιτεῖ πάντοτε ἰδιαίτερη προσοχή καί ἐνδιαφέρον.
1. Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ εἶναι ᾽Εκκλησία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Διότι σ᾽ αὐτές ἔχουμε παροῦσα ὅλη τήν ᾽Εκκλησία ὡς ἀλάθητο ἐκφραστή τῆς ἀλήθειας. ῾Ως γνωστόν ἡ ᾽Εκκλησία δέν εἶναι ἀλάθητη οὔτε στά ἐπιμέρους πρόσωπα τῶν μελῶν της, (κάτι πού ἀποδέχονται γιά παράδειγμα οἱ Ρωμαιοκαθολικοί μέ τό ἀλάθητο τοῦ πάπα), οὔτε στίς ἐπιμέρους ὁμάδες αὐτῶν. Εἶναι ἀλάθητη ὡς ὅλο. Καί τό ὅλο, ἐκπροσωπούμενο ἀπό τούς κατά τόπους ἐπισκόπους τῶν ᾽Εκκλησιῶν,  φανερώνεται στίς Οἰκουμενικές Συνόδους. ῾Η Οἰκουμενική Σύνοδος ἔτσι συνιστᾶ τή φωνή τῆς ᾽Εκκλησίας, συνεπῶς τή φωνή τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἡ ᾽Εκκλησία εἶναι τό μυστικό σῶμα ᾽Εκείνου.
2. ῾Η ἀλάθητη φωνή τῆς ᾽Εκκλησίας διά τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου ἀκούγεται τότε κυρίως, ὅταν παρουσιάζονται ξένες καί ἀλλότριες φωνές πρός αὐτήν καί τόν Κύριο καί ἀρχηγό Της ᾽Ιησοῦ Χριστό, δηλαδή ὅταν παρουσιάζονται διάφορες αἱρέσεις. Οἱ αἱρέσεις συνιστοῦν τό μεγαλύτερο πρόβλημα τῆς ᾽Εκκλησίας, γιατί σκοτίζουν τήν ἀλήθεια παρουσιάζοντας μία παραμορφωμένη εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτό καί ἡ Οἰκουμενική Σύνοδος δέν λειτουργεῖ μέ τυπικό καί τακτικό προγραμματισμένο τρόπο, ἀλλά εἶναι ἰδιαίτερα χαρισματικό γεγονός τῆς ᾽Εκκλησίας. ῎Αλλο οἱ κατά τόπους Σύνοδοι μέ τήν τακτική λειτουργία τους καί ἄλλο οἱ Οἰκουμενικές Σύνοδοι.
3. ῎Εργο κάθε Οἰκουμενικῆς Συνόδου πού συνέρχεται μέ τήν ἐμφάνιση μίας καταστροφικῆς αἵρεσης, εἶναι ἀφενός νά καταδικάσει τή διαστροφή τῆς ἀλήθειας πού φέρνει ἡ αἵρεση, ἀφετέρου νά διατυπώσει τήν ἀλήθεια πού ζεῖ ἡ ᾽Εκκλησία, τήν καθαρή ἀλήθεια δηλαδή τοῦ Χριστοῦ καί τῆς παρουσίας Του. Κι ἡ διατύπωση αὐτή γίνεται ὅσον ἀφορά στήν πίστη μέ τά λεγόμενα δόγματα ἤ τούς ὅρους, ὅσον ἀφορᾶ στήν ἐκκλησιαστική τάξη καί τή λατρεία μέ τούς κανόνες.
᾽Από τήν ἄποψη αὐτή τά δόγματα ἤ οἱ ὅροι δέν ἔχουν καμμία σχέση μέ τούς διαφόρους δογματισμούς πού ὑπάρχουν στόν κόσμο καί πού ταλαιπωροῦν τόν ἄνθρωπο, διότι κατανοοῦνται ὡς ἐκεῖνοι οἱ δεῖκτες πορείας πού ὀρθά ἀκολουθούμενοι ἀπό τόν πιστό ἐκβάλλουν στή ζωντανή σχέση μέ τόν Χριστό καί τόν Τριαδικό Θεό. Τό δόγμα π.χ. ὅτι ὁ Χριστός εἶναι τέλειος Θεός καί τέλειος ἄνθρωπος χωρίς ἁμαρτίας ἀποτελεῖ τόν δείκτη γιά τόν χριστιανό πού τοῦ λέει ὅτι ἄν δέν συναντήσει  Αὐτόν στή διφυΐα Του αὐτή, ἔχει λαθέψει, δηλαδή δέν ζεῖ σωστά τήν ἐκκλησιαστική ζωή. Οἱ κανόνες ἐπίσης ὁριοθετοῦν τή ζωή τῆς ᾽Εκκλησίας, ὥστε καί πάλι ὁ πιστός νά μή ξεφύγει  ἀπό τή σχέση του μέ τόν Χριστό, γεγονός πού σημαίνει ὅτι οἱ κανόνες ἀποτελοῦν τίς ἐκφράσεις τοῦ δόγματος στήν καθημερινή ἐφαρμογή του.
4. ῎Ετσι τά δόγματα ἀλλά καί οἱ κανόνες (καί κυρίως οἱ δογματικοί λεγόμενοι) δέν εἶναι θέμα ἐπιλογῆς τῆς βούλησης τοῦ πιστοῦ: ἄν θέλω τά ἀποδέχομαι καί τά τηρῶ, ἀλλά ἔχουν ὑποχρεωτικό χαρακτήρα γιά ὅλους τούς πιστούς. Χρειάζεται ὅμως προσοχή στούς κανόνες νά γίνεται ὀρθή ἑρμηνεία αὐτῶν, προκειμένου ὄντως νά βοηθοῦν στήν εὕρεση τοῦ Χριστοῦ καί στή ζωντανή σχέση μέ τόν Τριαδικό Θεό. Διαφορετικά μία ἐπιπόλαια καί ἀδιάκριτη ἐφαρμογή τους μπορεῖ νά ὁδηγήσει στό ἐντελῶς ἀντίθετο ἀποτέλεσμα: νά γίνουν καταστροφικά μέσα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου. Ὁ μεγάλος σύγχρονος ἅγιος τῆς ἐποχῆς μας Παΐσιος Ἁγιορείτης ἐξέφραζε τήν ἀλήθεια μέ τόν γνωστό χαριτωμένο καί ἄμεσο τρόπο του: «Οἱ κανόνες στά χέρια ὁρισμένων ἀδιακρίτων γίνονται κανόνια πού καταστρέφουν τούς ἀνθρώπους».
5. ῞Ενα ἐρώτημα πού τίθεται βεβαίως συχνά γιά τίς Οἰκουμενικές Συνόδους εἶναι: ὅλες οἱ Σύνοδοι ἅμα τῇ συγκροτήσει τους εἶναι καί οἰκουμενικές; Κι ἡ ἀπάντηση εἶναι, ἀσφαλῶς καί ὄχι. Διότι ὐπῆρξαν Σύνοδοι πού συγκροτήθηκαν μέ ὅλα τά δεδομένα μίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἀλλ᾽ ἀπορρίφτηκαν ἀπό τήν ᾽Εκκλησία (π.χ. ἡ εἰκονομαχική Σύνοδος τῆς ῾Ιέρειας, ἡ Σύνοδος τῆς Φερράρας- Φλωρεντίας). ᾽Εκεῖνο πού συνιστᾶ κριτήριο γιά τή γνησιότητα μίας Συνόδου καί τοῦ χαρακτηρισμοῦ της ὡς Οἰκουμενικῆς εἶναι ἡ ἔκφραση τῆς ἀλήθειας, ἡ συνέχεια δηλαδή τῆς ἀπαρχῆς Παράδοσης τοῦ Χριστοῦ, τῶν ᾽Αποστόλων καί τῶν Πατέρων τῆς ᾽Εκκλησίας. Κι αὐτός πού βεβαιώνει ἤ ὄχι ὅτι ἐκφράστηκε ὀρθά ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ πιστός λαός, κληρικοί καί λαϊκοί. ῎Αν ὁ πιστός λαός ἀποδεχθεῖ ἐν εὐχαριστίᾳ τίς ἀποφάσεις τῆς Συνόδου, ἄν τό ἔργο της νύξει τίς καρδιές καί ὁ λαός ὀδηγηθεῖ σέ δοξολογία τοῦ Θεοῦ, τότε ναί! ἡ ἀλήθεια ἐκφράστηκε, ἡ Σύνοδος ἑπομένως ἔχει χαρακτήρα Οἰκουμενικό.
ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ, ᾽Εκκλησία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ζοῦμε μέ ἀσφάλεια τήν πίστη μας. Μποροῦμε χωρίς προβλήματα νά ζήσουμε τόν Χριστό καί Θεό μας. Τό μόνο πρόβλημα ἀσφαλῶς πού ὑφίσταται διαχρονικά εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἑαυτός μας. ῾Η δική μας βούληση συνιστᾶ τίς περισσότερες φορές τό ἀνάχωμα πού ἐμποδίζει τήν ἐμπειρική ἐπιβεβαίωση τῆς ἀλήθειας. ᾽Αλλά βεβαίως σ᾽ αὐτό δέν φταίει ἡ ᾽Εκκλησία.

https://pgdorbas.blogspot.com/

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΛΟΥΚΑ (Τοῦ καλοῦ σπορέως)



«Τίς εἴη ἡ παραβολή αὕτη;» (Λουκ. 8, 9)
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΣΠΟΡΕΩΣ είναι μία από τις γνωστότερες και σπουδαιότερες παραβολές του Κυρίου. Απόδειξη τούτου το γεγονός ότι την διασώζουν και οι τρεις συνοπτικοί λεγόμενοι ευαγγελιστές (Ματθαίος, Μάρκος, Λουκάς) και μάλιστα πρώτη κατά σειράν από τις άλλες. Επίτηδες μάλιστα η Εκκλησία μας την έχει τοποθετήσει να αναγινώσκεται  τον Οκτώβριο, δεδομένου ότι σχετικά τότε ξεκινά η εκάστοτε ιεραποστολική και κηρυκτική, όπως λέμε, περίοδός της. Παρμένη η παραβολή από την αγροτική ζωή της Παλαιστίνης – κατά την οποία η σπορά προηγείτο του οργώματος – αναφέρεται στον γεωργό, ο οποίος ρίχνει τον σπόρο στο έδαφος, αλλ’  ενώ εκείνος είναι ο ίδιος, όπως και ο σπόρος, η καρποφορία ποικίλλει: αλλού ο σπόρος δεν καρποφορεί καθόλου, λόγω του πατημένου εδάφους, αλλού καρποφορεί ελάχιστα για να χαθεί έπειτα εντελώς, αλλού πολύ πλούσια, σαν το καλό έδαφος,  κάτι που είναι ευνόητο ότι τονίζει τον ρόλο και την «ευθύνη» του εδάφους. Η παραβολή δεν φαίνεται ότι κατανοήθηκε από τους ακροατές του Κυρίου. Απαιτήθηκε η ερμηνεία της από Εκείνον, μετά μάλιστα από την ερώτηση και των ίδιων των μαθητών Του: Κύριε, τι σημαίνει η παραβολή αυτή; «Τις είη η παραβολή αύτη;»
1. ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΤΑΡΧΑΣ να υπενθυμίσουμε ότι η εντύπωση που συνήθως υπάρχει για τις παραβολές του Κυρίου, ότι δηλαδή είναι απλές ιστορίες από την καθημερινή ζωή προς μεγαλύτερη κατανόηση της διδασκαλίας Του, δεν είναι ακριβής. Διότι στον Κύριο η διδασκαλία Του μέσω των παραβολών, που καλύπτουν σχεδόν το ένα τρίτο (1/3) όσων δίδαξε, λειτουργεί περισσότερο ως πρόκληση-αφορμή για να φανερωθεί η γνησιότητα ή όχι  της διάθεσης του ανθρώπου απέναντι στον Θεό, παρά ως μία απλή διευκόλυνσή του. Αυτό σημαίνει ότι εκείνοι που πράγματι αναζητούσαν την αλήθεια, οι καλοπροαίρετοι άνθρωποι, προσανατολίζονταν προς αυτήν και φωτίζονταν από τον Κύριο, ο Οποίος τους μυούσε στα μυστήρια της Βασιλείας του Θεού, ενώ οι άλλοι, οι μη αναζητητές, οι προσκολλημένοι μόνον στον κόσμο, συνεπώς περιστασιακοί και από περιέργεια ή κακή διάθεση ακροατές Του, σκοτίζονταν περισσότερο, σαν αυτούς που βλέπουν κάτι χωρίς να το βλέπουν, ή σαν αυτούς που ακούνε κάτι χωρίς τελικώς να το ακούνε. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση ίσως έχει θέση μία διδασκαλία της Αγίας Γραφής περί προόδου της αμαρτίας: ο αμαρτωλός συνεχίζει να αμαρτάνει και ο ρυπαρός ρυπαίνεται ακόμη περισσότερο, μέχρις ότου φτάσουν δηλαδή στο σημείο της πλήρους πωρώσεως. Πρόκειται ίσως για μία «τιμωρία» του Θεού, παιδαγωγικού ασφαλώς χαρακτήρα, κατά την οποία Εκείνος, βλέποντας την αδιαφορία του ανθρώπου, παρ’ όλες τις ευκαιρίες που του δίνει για μεταστροφή του, τον αφήνει στο τέλος στις κακές επιλογές του, κάτι που συνιστά μία κόλαση του ανθρώπου.
2.  Η συγκεκριμένη παραβολή λοιπόν έχει ένα βαθύ νόημα, το οποίο ο Κύριος απεκάλυψε στους μαθητές Του, όψεις του οποίου είναι και τα παρακάτω:
(α) «Ο σπόρος εστίν ο λόγος του Θεού». Αυτό σημαίνει ότι ο λόγος αυτός περικλείει μέσα του τεράστια δύναμη, την οποία υποδηλώνει η αντιστοιχία με τον σπόρο. Όπως ο σπόρος, ενώ φαίνεται εξωτερικά μικρός και αδύναμος, έχει μέσα του δυνάμεις, ώστε να γίνει και δέντρο, το ίδιο και ο λόγος του Θεού: φαίνεται πολλές φορές «αδύναμος», εξωτερικά ίδιος με τους άλλους ανθρώπινους λόγους, όμως περικλείει τέτοιες δυνάμεις, που μπορούν να μεταμορφώσουν τη ζωή ενός ανθρώπου. «Ατομική βόμβα» τον έχουν χαρακτηρίσει και όχι άδικα. Κι είναι γνωστό ότι ο Κύριος πολλές φορές  μίλησε για τη δύναμη και την αξία του λόγου του Θεού. Μαγιά που μπορεί να ζυμώσει πολλά κιλά αλεύρου είπε ότι είναι η Βασιλεία Του που φανερώνεται με τον Ίδιο και τον λόγο Του, κρυμμένος θησαυρός και πολύτιμος μαργαρίτης που υπερβαίνει την αξία όλων των επιγείων πραγμάτων, σημείωσε αλλού για το ίδιο. Ο απόστολος Παύλος ήταν εκείνος που κατεξοχήν πρόβαλε τη δύναμη αυτού του λόγου: Συνιστά τη «δύναμιν του Θεού εις σωτηρίαν παντί τω πιστεύοντι», είπε. Κι αλλού: «Ζων ο λόγος του Θεού και ενεργής και τομώτερος υπέρ πάσαν μάχαιραν δίστομον και διϊκνούμενος άχρι μερισμού ψυχής τε και πνεύματος, αρμών τε και μυελών και κριτικός ενθυμήσεων και εννοιών καρδίας» (Εβρ. 4, 12).
Αιτία γι’  αυτό είναι το γεγονός ότι ο λόγος του Θεού αποτελεί ενέργεια Εκείνου και συνεπώς προσωπική Του παρουσία. Στον Θεό δηλαδή δεν υπάρχουν απρόσωπες και ανεξάρτητες από τις υποστάσεις Του δυνάμεις. Κάθε δύναμή Του, κάθε ενέργειά Του είναι στην πραγματικότητα προσωπική παρουσία δική Του. Έτσι και ο λόγος του Θεού: έχει τεράστια δύναμη, γιατί πρόκειται για τον ίδιο τον Θεό. Ο Κύριος πολλές φορές είχε τονίσει και αυτήν τη διάσταση, δηλαδή ότι αποδοχή του λόγου Του σημαίνει αποδοχή του Ίδιου μέσα στην ύπαρξη του ανθρώπου. Γι’  αυτό και οι άγιοι Πατέρες συχνά τόνιζαν ότι «ο Κύριος περικλείεται μέσα στις εντολές Του». Από την άποψη αυτή δίνεται με σαφήνεια απάντηση και στο ερώτημα πολλών «πώς μπορώ να δω και να συναντήσω τον Θεό;» Μόνο με την αποδοχή και την τήρηση των λόγων και των εντολών του Κυρίου, γεγονός που σημαίνει ότι η σχέση με τον Θεό δεν έχει θεωρητικό ή νοησιαρχικό χαρακτήρα, αλλά καθαρώς εμπειρικό. Την ώρα που ένας άνθρωπος θα τηρήσει τον λόγο του Θεού, εκείνην την ώρα θα δει την παρουσία του Θεού ενεργούσα μέσα σε όλη την ύπαρξή του. Αυτό συνιστά και την προϋπόθεση, προκειμένου να ενεργοποιείται η χάρη του Κυρίου μέσα από τα μυστήρια και μάλιστα της Θείας Ευχαριστίας.
(β) Ενώ όμως έχει τέτοια δύναμη ο σπόρος, ο λόγος του Θεού, εξαρτάται η ενέργειά του από το έδαφος στο οποίο θα πέσει, δηλαδή από το τι ψυχή θα συναντήσει. Όπως συχνά τονίζεται, ο παντοδύναμος Θεός αυτοπεριορίζεται, διότι ακριβώς σέβεται τη δοσμένη από Αυτόν στον άνθρωπο ελευθερία του. Η παραβολή του σπορέως αποτελεί  εναργή  απόδειξη της αλήθειας αυτής. Με άλλα λόγια, χωρίς τη συγκατάθεση του ανθρώπου ο λόγος του Θεού παραμένει ανενέργητος και «κενός». Όπως το σημειώνει και ο απόστολος Παύλος, ο οποίος παρακαλεί τους μαθητές του «μη εις κενόν δέξασθαι την χάριν του Θεού», να μην πάει χαμένη η χάρη του Θεού. Κι είναι δραματική και η εξής επισήμανση: πάει χαμένη η χάρη του Θεού, όταν ο άνθρωπος όχι μόνον την απορρίπτει, αλλά κι όταν μπορεί να την έχει αποδεχθεί! Εννοούμε ότι όχι μόνον το πατημένο έδαφος – ο άνθρωπος που έχει πλήρως αποστρέψει το πρόσωπό του από τον Θεό – αλλά και το πετρώδες και το ακανθώδες έδαφος, δηλαδή οι άνθρωποι που έχουν ανταποκριθεί σε πρώτη φάση στην κλήση του Θεού, αλλά δεν πρόσεξαν και δεν επέμειναν σ’ αυτήν, έχασαν τον Θεό.
 (γ) Εκτός από τον παράγοντα άνθρωπο με την ελευθερία του υπάρχει και κάποιος άλλος που παρεμβάλλεται στη διαδικασία της σποράς, της αποδοχής του λόγου του Θεού στην ψυχή του ανθρώπου: ο «εχθρός άνθρωπος» που λέει άλλη παραβολή, δηλαδή ο διάβολος. Είναι γνωστό: ο διάβολος προσπαθεί παντοιοτρόπως να εμποδίσει τον άνθρωπο από το άκουσμα του λόγου του Θεού, πολύ περισσότερο από την εφαρμογή του. Διότι ακριβώς γνωρίζει ότι ο λόγος του Θεού, αν γίνει αποδεκτός,  αποτελεί τη σωτηρία του ανθρώπου. Αξίζει να υπενθυμίσουμε το περιστατικό από την ασκητική παράδοση της Εκκλησίας, κατά το οποίο ηγούμενος μοναστηριού που ενώ δίδασκε τους μοναχούς του, έβλεπε ότι αυτοί αποκοιμώντο  με συνέργεια του διαβόλου, σταμάτησε τη διδασκαλία και άρχισε το «κουτσομπολιό». Αμέσως ξύπνησαν όλοι. Και βρήκε ευκαιρία ο καλός ηγούμενος να τους διδάξει αυτήν την αλήθεια: στον λόγο του Θεού  ο διάβολος προκαλεί τον ύπνο, στο «κουτσομπολιό» ξυπνάει τους πάντες.
(δ) Το καλό έδαφος είναι η προϋπόθεση της επιτυχίας της σποράς. Πρόκειται για τους καλοπροαίρετους, όπως είπαμε, ανθρώπους, οι οποίοι ανταποκρίνονται στον λόγο του Θεού «εν καρδία καλή και αγαθή», επιμένουν σ’  αυτόν, παρ’  όλες τις δυσκολίες, εξωτερικές ή εσωτερικές, κάνουν υπομονή για να δουν το αποτέλεσμα. Το «κατέχουσιν και καρποφορούσιν εν υπομονή» που λέει ο Κύριος, αποτελεί το μυστικό για την ύπαρξη του καλού εδάφους. Διότι η υπομονή φανερώνει την αλήθεια της πίστεως και της ταπεινώσεως του ανθρώπου, της εμπιστοσύνης του ότι, έστω κι αν δεν βλέπει άμεσα και ορατά αποτελέσματα, η χάρη του Θεού ενεργεί στον κόσμο. Ο Κύριος επανειλημμένως τόνιζε ότι «εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς υμών». Κανείς δεν μπορεί να κερδίσει τη σωτηρία του, χωρίς την υπομονή. Κι οι άγιοι Πατέρες, εξηγώντας τον λόγο του Κυρίου, σημείωναν ότι η υπομονή συνιστά το υλικό, με το οποίο κτίζεται κάθε αρετή. Δεν είναι δηλαδή η υπομονή μία απλή αρετή, αλλά το συνοδευτικό κάθε αρετής.
3. Το καλό έδαφος είναι και η απάντηση για εκείνους που θέλουν να βλέπουν στην παραβολή του καλού σπορέως την αποτυχία του λόγου του Θεού στον κόσμο. Μία τέτοια θεώρηση συνιστά μυωπασμό, γιατί το καλό αυτό έδαφος φτάνει και στο εκατό τοις εκατό της καρποφορίας, μάλλον σε καρποφορία εκατό φορές περισσότερη από την προβλεπόμενη. Όπου υπάρχει καλή διάθεση, τα αποτελέσματα είναι παραπάνω από θεαματικά, δείγμα ότι και πάλι την ευθύνη της «αποτυχίας» έχει το έδαφος, ο ίδιος δηλαδή ο άνθρωπος και όχι η δύναμη του λόγου του Θεού ή η διάθεση του Γεωργού - Θεού. Το έχουμε ξανατονίσει: η ελευθερία του ανθρώπου, η δυνατότητά του να διαγράφει από τη ζωή του τον Ίδιο τον Θεό και τον λόγο Του, είναι ένα μυστήριο, το οποίο εκφεύγει των ορίων της απλής παραδοχής ότι η ελευθερία συνιστά μία απλή ιδιότητα του ανθρώπου. Κι από την άλλη βεβαίως, η αποκάλυψη του Κυρίου μέσω της παραβολής ότι αλλού η καρποφορία γίνεται στο τριάντα, αλλού στο εξήντα, αλλού στο εκατό, φανερώνει ότι υπάρχει διαβάθμιση του καλού εδάφους, με άλλα λόγια υπάρχει διαβάθμιση και στην αγιότητα. Υπάρχει άγιος και υπάρχει και Άγιος. «Αστήρ αστέρος διαφέρει».
Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ ΣΠΟΡΕΩΣ, ενώ φαίνεται απαισιόδοξη,  είναι μία πολύ παρήγορη και αισιόδοξη παραβολή. Ο Κύριος μάς προσανατολίζει στην καρποφορία του καλού εδάφους, την πλουσιοπάροχη δηλαδή χάρη Του, η οποία δεν προσφέρεται «εκ μέτρου», όταν συναντήσει άνθρωπο που αγαπά την αλήθεια. Από την άλλη όμως, με την αναφορά στα άλλα εδάφη, τα μη καρποφόρα, μας επισημαίνει την ευθύνη μας. Η παραβολή φωνάζει δυνατά και για τη διάσταση αυτή: ο καθένας μας είναι υπεύθυνος για τον εαυτό του. Θα πρέπει κάθε φορά να θέτουμε στον εαυτό μας το ερώτημα: τι έδαφος είμαι εγώ; Κι η απάντηση βεβαίως θα έρχεται στο βαθμό που θα υπάρχει ή όχι η παρουσία των καρπών. «Ο δε καρπός του Πνεύματός εστιν αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, αγαθωσύνη, χρηστότης, πίστις, πραότης, εγκράτεια». Αν δεν επισημαίνουμε τους καρπούς αυτούς στη ζωή μας, μάλλον θα πρέπει να αρχίσουμε να βάζουμε ερωτηματικό και στον χριστιανισμό μας. Αλλά στην περίπτωση αυτή τα λόγια του Κυρίου ακούγονται φοβερά: «Παν κλήμα εν εμοί μη φέρον καρπόν αίρεται και εις πυρ βάλλεται». Κάθε κλήμα που είναι ενωμένο με Εμένα, αλλά δεν φέρει καρπό, ο Ουράνιος Γεωργός το κόβει και το πετάει στη φωτιά.

https://pgdorbas.blogspot.com/

Ο ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΕΙΣ ΕΚ ΤΩΝ ΕΠΤΑ ΔΙΑΚΟΝΩΝ



«Ο άγιος Φίλιππος, άλλος από τον Φίλιππο τον μαθητή του Κυρίου, καταγόταν από την Καισάρεια της Παλαιστίνης, ήταν έγγαμος και από τον γάμο του απέκτησε τέσσερις θυγατέρες, προφήτιδες και οι τέσσερις της Εκκλησίας. Ο ευαγγελιστής Λουκάς στο δεύτερο βιβλίο του των Πράξεων των Αποστόλων τον μνημονεύει σε διάφορα περιστατικά. Καταστάθηκε από τους αγίους Αποστόλους Διάκονος της Εκκλησίας, για να υπηρετεί τις ανάγκες των χριστιανών, μαζί με τον άγιο Στέφανο και τους υπολοίπους διακόνους. Μετά τον διωγμό που ξέσπασε με τον θάνατο του αγίου Στεφάνου, πήγε στη Σαμάρεια, όπου κήρυξε και μαθήτευσε πολλούς στη χριστιανική πίστη, μεταξύ των οποίων και τον μάγο Σίμωνα, τον οποίο και βάπτισε. Ο ευαγγελιστής Λουκάς μνημονεύει το περιστατικό, κατά το οποίο ο Φίλιππος ηρπάγη από άγγελο, για να πλησιάσει έναν αξιωματούχο αιθίοπα, τον οποίο, αφού βρήκε να αναγινώσκει τον προφήτη Ησαΐα, κατήχησε και βάπτισε. Έπειτα αφού οδηγήθηκε και πάλι από άγγελο του Κυρίου στην πόλη της Αζώτου, φώτισε με τον λόγο του τους κατοίκους εκεί, οπότε μετά έφτασε στις Τράλλεις της Μικράς Ασίας. Εκεί επιτέλεσε μαζί με το κήρυγμα πολλά θαύματα, ίδρυσε εκκλησία, και τέλος εξεδήμησε προς τον Κύριο».
Είναι αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι ο ευαγγελιστής Λουκάς προτιμά να αφιερώσει αρκετούς στίχους από το βιβλίο του «Πράξεις των Αποστόλων» στον απόστολο Φίλιππο, από τους εβδομήντα μαθητές του Κυρίου και έναν από τους επτά διακόνους της πρώτης Εκκλησίας, και όχι για παράδειγμα στον Απόστολο Φίλιππο, τον μαθητή του Χριστού εκ των δώδεκα,  ή τον Απόστολο Ναθαναήλ ή άλλους από τους Αποστόλους, πέραν βεβαίως του Αποστόλου Πέτρου και κυρίως του μετέπειτα Αποστόλου Παύλου, γεγονός που σημαίνει ότι ο Διάκονος Φίλιππος ήταν μία προσωπικότητα που δεν μπορούσε εύκολα κανείς να την ξεπεράσει και να μη την λάβει σοβαρώς υπ’  όψιν. Τα περιστατικά βεβαίως που διασώζονται από τη ζωή του πράγματι επιβεβαιώνουν την εκτίμηση αυτή, διότι τον βλέπουμε αφενός να δρα με τρόπο που θυμίζει τους μεγάλους Αποστόλους: έντονη ιεραποστολική φλόγα, δύναμη λόγου, επιτέλεση θαυμάτων, καθοδήγηση από αγγέλους, ίδρυση εκκλησιών, αφετέρου όλη η οικογένειά του να έχει επίσης μία ιδιαίτερη παρουσία στην Εκκλησία. Ιδιαιτέρως οι θυγατέρες του, τις οποίες μνημονεύει ο άγιος Λουκάς, υπήρξαν «παρθένοι και προφητεύουσαι», δηλαδή αφιερωμένες στον Θεό με το χάρισμα της προφητείας, άρα με τη δυνατότητα να προφητεύουν και να διδάσκουν τον λαό.
Ο εκκλησιαστικός μας υμνογράφος αναφέρεται συχνά στο χάρισμα λόγου που είχε ο άγιος Φίλιππος ο Διάκονος. Τέτοιο χάρισμα που το Πνεύμα του Θεού είδαμε ότι τον έστελνε σε διάφορες αποστολές, προκειμένου να καθοδηγήσει και να πείσει όχι μόνο απλούς, αλλά και μορφωμένους και υψηλά ισταμένους ανθρώπους. Το περιστατικό με τον αιθίοπα αξιωματούχο αποτελεί ένα μικρό δείγμα της αλήθειας αυτής. Ένας ύμνος μάλιστα από την τρίτη ωδή του κανόνα του όρθρου είναι αρκετά αποκαλυπτικός πάνω σ’ αυτό: «Ιόν ψυχόλεθρον φυγείν και σωτήριον χάριν υποδέξασθαι πείθεις, μελιρρύτοις λαλιαίς, τους απωσθέντας μακράν αγνωσία, Φίλιππε θεόπνευστε». Δηλαδή: Φίλιππε θεόπνευστε, πείθεις αυτούς που είναι μακριά από τον Θεό, λόγω της άγνοιάς τους, αφενός να αποφύγουν το δηλητήριο της μη ορθής πίστεως που καταστρέφει τις ψυχές, αφετέρου να δεχτούν τη χάρη του Θεού που οδηγεί στη σωτηρία, «μελιρρύτοις λαλιαίς». Ο λόγος του αγίου Φιλίππου ήταν πολύ πειστικός, έτσι ώστε να αποδέχονται οι άνθρωποι την πίστη του Χριστού. Χρησιμοποιεί όμως ο υμνογράφος και μία πολύ όμορφη φράση, που δείχνει κατεξοχήν τη δύναμη λόγου του αγίου: «μελιρρύτοις λαλιαίς». Δηλαδή, όταν μιλούσε ο άγιος για τον Χριστό, μιλούσε με τέτοιον τρόπο, που τα λόγια του ήταν σαν να έρρεε μέλι. Πρέπει να εννοήσουμε ότι το μελίρρυτο των λόγων του δεν έγκειτο μόνον στο περιεχόμενο, αλλά και στη μορφή και στον τρόπο που χρησιμοποιούσε. Πρόβαλλε βεβαίως πάντοτε τον Χριστό – «την του Λόγου δόξαν διηγούμενος» θα πει κάπου αλλού ο υμνογράφος, δηλαδή διηγείτο τη δόξα του Κυρίου Ιησού ως Θεού και ανθρώπου, και μάλιστα επιβεβαιώνοντας τη διήγηση αυτή και με θαύματα: «εν σημείοις φοβεροίς» - αλλά με καλλιέπεια λόγου, με ήρεμο και προσιτό στους ανθρώπους που απευθυνόταν τρόπο.
Και γίνεται βεβαίως παράδειγμα διαχρονικό σ’ αυτό. Ο λόγος της Εκκλησίας μας, η κατήχησή της στους ανθρώπους, αυτά τα δύο στοιχεία πρέπει πάντοτε να έχει: πρώτον, να προβάλλει τον Ιησού Χριστό, ως τον ενανθρωπήσαντα Θεό μας, ο Οποίος σταυρώθηκε και αναστήθηκε προς χάρη των ανθρώπων. Όπως το λέει και ο απόστολος των εθνών: «ουκ έκρινα του ειδέναι τι εν υμίν, ει μη Ιησούν Χριστόν, και τούτον εσταυρωμένον». Και δεύτερον: τον Χριστό που προβάλλει, να το κάνει με τρόπο όχι εξουσιαστικό, όχι με τον κακώς εννοούμενο κηρυγματικό τρόπο, δηλαδή ξερά δασκαλίστικο, αλλά ως αύρα απαλή, σαν μέλι που ευχαριστεί όχι τα αυτιά, αλλά τις καρδιές των ανθρώπων, με τον τρόπο που δίδαξαν αργότερα και οι μεγάλοι τρεις Ιεράρχες, προστάτες της παιδείας, που και εκείνοι «μελίρρυτοι ποταμοί της σοφίας» χαρακτηρίζονται. Δεν νομίζουμε ότι τελικώς ήταν τυχαίο που το Πνεύμα του Θεού χρησιμοποίησε τόσο έντονα τον άγιο Φίλιππο για να κηρύξει την πίστη του Χριστού. Ο Θεός δηλαδή αξιοποιεί κάθε φορά για την πραγματοποίηση του έργου Του τους ανθρώπους που έχουν τα αντίστοιχα προς το έργο αυτό χαρίσματα. Ο άγιος Φίλιππος λοιπόν ήταν από τους ιδιαιτέρως προικισμένους από τον Θεό, που κατέθεσε ολόκληρο τον εαυτό του στην υπηρεσία Εκείνου.

https://pgdorbas.blogspot.com/