Κυριακή 26 Απριλίου 2026

«Γυναίκες μετά μύρων θεόφρονες οπίσω σου έδραμον». Θεολογικό σχόλιο στην Κυριακή των Μυροφόρων



Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού
Η τρίτη Κυριακή από του Πάσχα είναι αφιερωμένη στους αγίους Μυροφόρους, άνδρες και γυναίκες, οι οποίοι φρόντισαν για την ταφή του ακηράτου σώματος του Κυρίου μας. Θέλοντας έτσι  να τιμήσει την εξαιρετική αφοσίωσή τους στο Χριστό, όπως και τον ηρωισμό τους, καθ’ ότι δεν ήταν εύκολο εγχείρημα να ζητήσουν για ταφή το σώμα ενός καταδικασμένου για το κακούργημα της εσχάτης προδοσίας. Η όποια εκδήλωση συμπάθειας προς τον καταδικασμένο για τέτοιο έγκλημα, έθετε σε κίνδυνο στιγματώσεως αυτόν που θα την εκδήλωνε. Δεν ήταν δύσκολο να θεωρηθεί συνεργάτης του και να έχει την ίδια τύχη με τον νεκρό εγκληματία! 

      Η επίσημη κατηγορία κατά του Χριστού ήταν ότι ανακήρυξε τον εαυτό του βασιλέα, «λέγοντα εαυτόν Χριστόν βασιλέα είναι» (Λουκ. 23,2). Για τούτο και οι δήμιοι στρατιώτες έγραψαν σε επιγραφή επί του σταυρού «της αιτίας αυτού επιγεγραμμένη, ο βασιλεύς των Ιουδαίων» (Μαρκ. 15,26). Κάθε μορφή αντιποίησης της ρωμαϊκής εξουσίας τιμωρούνταν με βαρύτατες ποινές και συχνά το θάνατο. Ιδιαίτερα τιμωρούνταν τέτοιες περιπτώσεις στην Ιουδαία, σε μια από τις πλέον ταραγμένες περιοχές της αυτοκρατορίας, όπου οι επαναστάσεις κατά της ρωμαϊκής κατοχής ήταν συχνές και αιματηρές. Ο Χριστός παραδόθηκε στους Ρωμαίους από τους Ιουδαίους «κατηγορείσθαι αυτόν υπό των αρχιερέων και των  πρεσβυτέρων» (Ματθ. 27,13) ότι «βασιλέα εαυτόν» εποίησε (Ιωάν. 19,13) και πως «πας ο βασιλέα εαυτόν ποιεί αντιλέγει τω Καίσαρι» (Ιωάν. 19,13). Με αυτά τα εκβιαστικά απαιτούσαν από τον Πιλάτο να Τον θανατώσει, γεγονός το οποίο θορύβησε τον ρωμαίο ηγεμόνα και υπέγραψε την θανατική Του καταδίκη.    
      Επικίνδυνο ήταν και από μέρους των Ιουδαίων, να φροντίσουν το σώμα του Χριστού και να το θάψουν με τιμές. Διότι οι Ιουδαίοι συνέλαβαν τον Ιησού ως «βλάσφημο» (Ματθ. 26,65), ότι  «εαυτόν Θεού υιόν εποίησεν» (Ιωάν. 19,7). Ο μωσαϊκός νόμος σε περιπτώσεις ασέβειας και βλασφημίας προς το Θεό ήταν αυστηρός και προέβλεπε μεγάλες ποινές. Ο βλάσφημος στιγματίζονταν από την ιουδαϊκή κοινωνία, όπως και όσοι τον συναναστρέφονταν.  
      Αυτοί που ζήτησαν το σώμα του Χριστού δεν ήταν άσημοι άνθρωποι, αλλά σημαίνοντα πρόσωπα της ιουδαϊκής κοινωνίας, γνωστά πρόσωπα, μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου, κυβερνητικοί άρχοντες, οι οποίοι, με την πράξη τους αυτή έθεταν σε κίνδυνο, όχι απλά τη θέση τους και την υπόληψή τους, αλλά και αυτή τη ζωή τους! Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας «βουλευτής υπάρχων και ανήρ αγαθός και δίκαιος» (Λουκ. 23,50), «τολμήσας εισήλθε προς Πιλάτον και ητήσατο το σώμα του Ιησού» (Μαρκ. 15,44), για να το ενταφιάσει με τιμές και όχι, όπως συνηθίζονταν να πετούν τα σώματα των κακούργων στα σκουπίδια. Η λέξη «τολμήσας» φανερώνει το ηρωικό τόλμημα του αγίου και αφοσιωμένου στο Χριστό ανθρώπου! Μαζί του και ο έτερος αγαθός άρχοντας των Ιουδαίων, ο βουλευτής Νικόδημος «ο ελθών προς τον Ιησούν νυκτός» (Ιωάν. 19,39), παλιότερα, για να γίνει κρυφός μαθητής Του. Αυτοί οι δύο σεβάσμιοι και ηρωικοί άνδρες, αψηφώντας τον κίνδυνο να κατηγορηθούν από τους φανατικούς Ιουδαίους ως συνεργάτες του «επικίνδυνου επαναστάτη και βλάσφημου του Θεού», σύμφωνα με το κατηγορητήριο της καταδίκης Του, απέδωσαν τις νεκρικές τιμές στον Μεγάλο Νεκρό. Οι δύο κρυφοί μαθητές του Κυρίου, φανερώθηκαν και επιτέλεσαν την υψηλή αποστολή τους.
      Παρούσες και πρωταγωνίστριες στην θεόσωμη ταφή του Κυρίου και οι άγιες γυναίκες Μυροφόρες, εκτός από την Θεοτόκο, «εν αις ην Μαρία η Μαγδαληνή, και Μαρία η του Ιακώβου και Ιωσή μήτηρ, και η μήτηρ των υιών Ζεβεδαίου» (Ματθ. 27,56). Ο ευλογημένος αυτός σύλλογος των αγίων μαθητριών Του, σε αντίθεση με τους άντρες ένδεκα μαθητές Του, οι οποίοι Τον εγκατέλειψαν και
κρύφτηκαν, «δια τον φόβον των Ιουδαίων» (Ιωάν. 19,38), στάθηκαν άφοβα κοντά Του, Τον θρήνησαν και Τον κήδευσαν με τις τιμές, που Του άξιζε! 
         Αλλά είχαν την πεποίθηση ότι, όσα έκαναν για Εκείνον ήταν λίγα. Η βιαστική ταφή Του, λόγω της εορτής του Πάσχα, δεν τους επέτρεψε να περιποιηθούν το άχραντο Σώμα Του όσο έπρεπε. Δεν αρκέστηκαν στην μύρωση του αγίου σώματος πριν την ταφή, αλλά θέλησαν να το μυρώσουν και μετά. Έτσι, μη λογαριάζοντας τους κινδύνους και τις ανυπέρβλητε δυσκολίες, «λίαν πρωί τη μια των σαββάτων», «τη επιφωσκούση» (Ματθ. 28,1), «ηγόρασαν αρώματα ίνα ελθούσαι αλείψωσι αυτόν» (Μαρκ. 16,1). Ενώ βάδισαν προς το μνημείο, όπου εκείτο ο Διδάσκαλος, σκυθρωπές και λυπημένες, για τον άδικο θάνατό Του, «οδυρόμεναι μετά σπουδής», τις βασάνιζε η σκέψη: «τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ τη θύρας του μνημείου;» (Μαρκ. 16,3). Ο λίθος, που κύλισαν στη θύρα του μνημείου ήταν «μέγας σφόδρα», ανυπέρβλητο εμπόδιο για την είσοδό τους στο μνημείο, για να επιτελέσουν την ευγενή επιθυμία τους.  
     Όταν έφτασαν στο μνημείο τις περίμενε η μεγάλη έκπληξη: είδαν τον ογκόλιθο αποκυλισμένο από τη θύρα και πάνω του να κάθεται ο άγγελος της Αναστάσεως (Ματθ.28,1), ο οποίος τους ανήγγελλε το χαρμόσυνο νέο, ότι ο Ιησούς ο Ναζωραίος «ηγέρθη, ουκ εστιν ωδε, ίδε ο τόπος όπου έθηκαν αυτόν» (Μαρκ. 16,6). Πήγαιναν να συναντήσουν νεκρό και διαπίστωσαν την ανάστασή του!
      Για την άδολη αφοσίωσή τους στον Κύριο και τον ηρωισμό τους, έλαβαν την υπέρτατη επιβράβευση, να αξιωθούν να γίνουν οι πρώτοι μάρτυρες  της Αναστάσεως.    Οι υπέροχες εκείνες, ταπεινές και καταφρονεμένες γυναίκες, από την ανδροκρατούμενη κοινωνία,  αξιώθηκαν επίσης να αναγγείλουν την Ανάσταση! 
      Η απ’ αιώνων καταφρονεμένη γυναικεία φύση γίνεται και πάλι αξία. Έχουμε την έμπρακτη αναγνώριση, για πρώτη φορά στην ιστορία, της γυναίκας, ως ισότιμο ανθρώπινο πρόσωπο με τον άνδρα. Για πρώτη φορά έγινε η μαρτυρία της αξιόπιστη, διότι ως τότε, ούτε στα δικαστήρια γινόταν δεκτή. Και τι μαρτυρία, η μέγιστη όλων των εποχών, η σωτήρια για το ανθρώπινο γένος και ολόκληρο τον κόσμο! Η Ανάσταση του Χριστού, για την συνανάσταση του ανθρώπου!
      Στα τιμημένα πρόσωπα αυτών των αγίων και αφοσιωμένων στον Κύριο γυναικών τιμάται η γυναικεία φύση, την οποία η προμήτορα Εύα, με την παρακοή της, την είχε απαξιώσει και οι άνδρες την είχαν θέσει στο απόλυτο περιθώριο. Όμως ήρθε ο Χριστός, ο Οποίος γκρέμισε κάθε στεγανό, που διαχώριζε τα ανθρώπινα πρόσωπα και μαζί  ήρε την απαξίωση της γυναίκας, ανάγοντάς την σε πραγματικό ανθρώπινο ον. Η γυναίκα απέκτησε τη χαμένη τιμή της από το Χριστό και καταξιώνεται πραγματικά στην Εκκλησία μας και όχι στους ψευδοφεμινισμούς του κόσμου! Οι άγιες Μυροφόρες είχαν την ευλογία να βιώσουν τον πρώτο και αληθινό φεμινισμό, την πραγματική αποκατάσταση της γυναίκας στην θέση που της αξίζει. Έναν φεμινισμό απόλυτα διαφορετικό από τον σημερινό, ο οποίος, αντί να απελευθερώνει τη γυναίκα την κάνει έρμαιο των αμαρτωλών παθών.  
        Αυτή την αλήθεια αργότερα ο απόστολος Παύλος διατύπωσε στη διδασκαλία του: «ούκ ένι άρσεν και θήλυ» (Γαλ. 3,28). Οι πάντες, «όσοι εις Χριστόν εβαπτήσθημεν», είμαστε ένα σώμα, το Σώμα του Χριστού. Αν σήμερα οι γυναίκες απολαμβάνουν δικαιώματα, αυτά τα χρωστούν στο σωτήριο μήνυμα του Χριστού! Οι Άγιες και ηρωικές Μυροφόρες Γυναίκες έκαμαν την αρχή! Αναμφίβολα οι σύγχρονες γυναίκες οφείλουν ευγνωμοσύνη σε εκείνες! Η Κυριακή των Μυροφόρων θα έπρεπε να είναι η κατ’ εξοχήν εορτή των γυναικών! Γιατί λοιπόν να μην αντικαταστήσει την σύγχρονη ανούσια νεοποχίτικη «εορτή της γυναίκας»; 

https://www.nyxthimeron.com/

Τα βιαστικά συμπεράσματα



Του π. Δημητρίου Μπόκου
Στις δύσκολες ώρες του σταυρικού θανάτου του Χριστού και ενώ οι μαθητές του διασκορπίστηκαν «εις τα ίδια» τρομοκρατημένοι, αναλαμβάνουν δράση και κηδεύουν τον Ιησού οι κρυφοί μαθητές Ιωσήφ και Νικόδημος, συνεπικουρούμενοι από τις πανταχού παρούσες Μυροφόρες, που πλαισίωναν πάντα τη Μητέρα του Κυρίου (Κυριακή των Μυροφόρων).
«Άνθρωπος πλούσιος από Αριμαθαίας» ήταν ο Ιωσήφ και «ευσχήμων βουλευτής». Κατείχε το αξίωμα του βουλευτή, ήταν δηλαδή σεβαστό και επίσημο μέλος του ιουδαϊκού συνεδρίου. Αλλά ήταν και μαθητής του Ιησού, «κεκρυμμένος δε διά τον φόβον των Ιουδαίων». Είχε μαθητεύσει στον Χριστό, αλλά κρυφά, για να μη διακινδυνεύσει τη θέση του. Είχε εγκολπωθεί το κήρυγμα του Χριστού περί της Βασιλείας του Θεού και ανέμενε και αυτός τον ερχομό της.
Παρομοίως και ο Νικόδημος ήταν μέλος του συνεδρίου, από την τάξη των Φαρισαίων, «άρχων των Ιουδαίων» και «διδάσκαλος του Ισραήλ». Για να αποφύγει την πολεμική εκ μέρους των Φαρισαίων, πήγαινε και συνομιλούσε με τον Χριστό κρυφά τη νύχτα. Και πολλοί άλλοι «εκ των αρχόντων επίστευσαν» στον Χριστό, αλλά από τον φόβο των Φαρισαίων δεν το ομολογούσαν αυτό φανερά, για να μην τους διώξουν από τη συναγωγή. «Ίνα μη αποσυνάγωγοι γένωνται».
Θα έλεγε κανείς ότι ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος και άλλοι άρχοντες που πίστευαν κρυφά στον Χριστό, δεν τηρούσαν στάση σωστή. Μήπως αγάπησαν και αυτοί τη δόξα των ανθρώπων περισσότερο από τη δόξα του Θεού, όπως λέει για κάποιους ο ευαγγελιστής Ιωάννης; Όμως οι βιαστικές κρίσεις είναι πάντα επισφαλείς. Καλό είναι να αποφεύγονται. Όταν δεν περιμένουμε την τελική έκβαση των πραγμάτων, αλλά προδικάζουμε το αποτέλεσμα, μπορεί να πέσουμε έξω.
Έτσι και τα γεγονότα που συνόδευσαν το Πάθος του Χριστού, έφεραν τα άνω κάτω, ανέτρεψαν άρδην τις υπάρχουσες ισορροπίες. Οι φανεροί μαθητές κρύφτηκαν περιδεείς, ενώ οι κρυφοί τόλμησαν το αδιανόητο. Ο Ιωσήφ διαχώρισε τη θέση του στο συνέδριο και, κόντρα στη γνώμη των πολλών, αρνήθηκε ευθαρσώς να συνυπογράψει την καταδίκη του Χριστού. Και επειδή οι καταδικασμένοι σε σταυρικό θάνατο δεν θάπτονταν, αλλά ρίπτονταν βορά στα θηρία, ο Ιωσήφ δεν δίστασε να παρουσιαστεί στον Πιλάτο και να ζητήσει άδεια ταφής του Χριστού, την οποία και πραγματοποίησε με τη βοήθεια του Νικοδήμου. «Θάρσος έλαβον οι πρώην δειλιώντες».
Πόσο θα τους αδικούσαμε, αν σπεύδαμε να τους κρίνουμε πρόωρα, προ του τέλους, επιπόλαια!
Τον παλιό καιρό κάποτε ένα δεκάχρονο παιδί μπήκε σε κάποιο ζαχαροπλαστείο, κάθισε σ’ ένα τραπέζι και ρώτησε τη σερβιτόρα:
«Πόσο κάνει ένα παγωτό σοκολάτα με αμύγδαλα;»
«Εξήντα δραχμές», απάντησε εκείνη.
Το παιδί έβγαλε από την τσέπη μια χούφτα κέρματα κι άρχισε να μετράει.
«Και πόσο κάνει χωρίς αμύγδαλα;» ρώτησε ξανά λίγο μουδιασμένο.
Άλλοι πελάτες περίμεναν, η κοπέλα άρχισε να χάνει την υπομονή της με το παιδί που την καθυστερούσε.
«Σαράντα πέντε δραχμές», του είπε ενοχλημένη.
Το παιδί μέτρησε πάλι τα κέρματα και είπε:
«Θέλω ένα παγωτό σοκολάτα χωρίς αμύγδαλα».
Η σερβιτόρα έφερε την παραγγελία με την απόδειξη. Το παιδί έφαγε το παγωτό, πλήρωσε στο ταμείο και έφυγε. Όταν η σερβιτόρα ήρθε στο τραπέζι να μαζέψει, τα μάτια της δάκρυσαν. Δίπλα στο άδειο πιατάκι, τακτοποιημένα όμορφα, βρίσκονταν κέρματα αξίας δέκα πέντε δραχμών. Το παιδί στερήθηκε τα αμύγδαλα στο παγωτό του για να της αφήσει φιλοδώρημα.
Μήπως ανήκεις και συ σ’ αυτούς που βγάζουν βιαστικά συμπεράσματα;

https://www.nyxthimeron.com/

Κυριακή των Μυροφόρων




Ἀπὸ τὶς πρῶτες κιόλας ἡμέρες τῆς ἱδρύσεώς Της, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ διώκεται, ἄλλοτε μὲ φανερὲς ἐπιθέσεις καὶ ἄλλοτε μὲ τὴν χλεύη, τὴν συκοφαντία καὶ τὶς ἀνυπόστατες κατηγορίες ἐναντίον Της.
Μιὰ τέτοια κατηγορία ἔχει νὰ κάνει μὲ τήν, δήθεν, ὑποτίμηση ποὺ ἐπιφυλάσσει ἡ χριστιανικὴ Ἐκκλησία στὴν γυναῖκα. Ἰδιαίτερα στὶς ἡμέρες μας, ὅπου ἐπιχειρεῖται ἡ ἀμφισβήτηση καὶ ἡ κατεδάφιση τῶν ἀρχῶν καὶ ἀξιῶν τῆς χριστιανικῆς παραδόσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀποϊεροποίηση κάθε πτυχῆς τῆς ζωῆς μας, στὶς συχνὲς καὶ συστηματικὲς ἐπιθέσεις ποὺ δέχεται ἡ Ἐκκλησία, περιλαμβάνεται καὶ ἡ κατηγορία πὼς ἀντιμετωπίζει τὴν γυναῖκα ὡς ἄνθρωπο «δεύτερης κατηγορίας», συγκριτικὰ μὲ τὸν ἄνδρα.
Τέτοιου εἴδους μομφές, ἡ Ἐκκλησία τὶς ἀντιμετωπίζει μὲ λίγα ἀλλὰ πανίσχυρα καὶ ἀκράδαντα ἐπιχειρήματα. Τὸ πρῶτο ἀπὸ αὐτὰ εἶναι ἡ ἀνάδειξη τοῦ προσώπου τῆς Θεοτόκου, ὡς τῆς καθαρότερης καὶ ἁγιώτερης ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως, μέσῳ τῆς ὁποίας, ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος καὶ τὸ ἀνθρώπινο γένος ξαναβρῆκε τὸν δρόμο πρὸς τὴν θέωση.
Ἕνα δεύτερο ἐπιχείρημα ἔχει νὰ κάνει μὲ τὴν σημερινὴ ἡμέρα: Σήμερα, δεύτερη Κυριακὴ τῆς Ἀναστάσιμης καὶ τῆς πιὸ χαρμόσυνης περιόδου τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, ποὺ διαρκεῖ σαράντα ἡμέρες μέχρι τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ἐμφανίζονται οἱ Μυροφόρες, ὡς γυναῖκες μὲ βαθιὰ πίστη καὶ θάρρος ποὺ ἀποφασίζουν νὰ μὴν ἀφήσουν μόνο τὸν ἐνταφιασμένο Διδάσκαλο, ἔστω κι ἂν ἡ πράξη Του αὐτὴ ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ τὶς φέρει ἀντιμέτωπες μὲ τὴν ἑβραϊκὴ κοινωνία ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν ρωμαϊκὴ κουστωδία. Τὴν ὥρα ποὺ οἱ μαθητὲς ἔχουν πρὸ πολλοῦ ἐγκαταλείψει τὸν Χριστὸ καὶ κρύβονται, φοβούμενοι τὸν ὄχλο, οἱ θαρραλέες Μυροφόρες γυναῖκες μένουν πιστὲς στὸν Κύριο καὶ ἀναδεικνύονται ὡς οἱ πρῶτες αὐτόπτες μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεώς Του ἀλλὰ καὶ ὡς οἱ πρῶτες ἀπόστολοι τῆς νίκης Του ἐπὶ τοῦ θανάτου. Εἶναι αὐτὲς ποὺ μεταφέρουν τὸ πρῶτο «Χριστὸς Ἀνέστη» καὶ ἀναλαμβάνουν νὰ ἐμψυχώσουν τοὺς μαθητές, γενόμενες φορεῖς ἑνὸς ὑπερκόσμιου φωτὸς ποὺ πλημμύρισε τὶς καρδιές τους μπροστὰ στὸ κενὸ μνημεῖο.
Σὰν ἕνας ἄνθρωπος, μὲ ἕνα σῶμα καὶ μιᾶ καρδιά, ξεκίνησαν γιὰ νὰ μυρώσουν τὸ ἄψυχο σῶμα. Καὶ ὅταν ὁ Ἄγγελος τῆς Ἀναστάσεως ἐμφανίζεται ἐνώπιόν τους, μιᾶ ἀνάλογη παραγγελία ἑνότητος τοὺς μεταφέρει: «Πηγαίνετε τώρα καὶ πεῖτε στοὺς μαθητές του καὶ στὸν Πέτρο: “πηγαίνει πρὶν ἀπὸ σᾶς στὴν Γαλιλαία καὶ σᾶς περιμένει· ἐκεῖ θὰ τὸν δεῖτε, ὅπως σᾶς τὸ εἶπε”» (Μρκ 16:7).
Ναί, ἀδελφοί μου! Ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμή, ἐπιθυμία τοῦ Θεοῦ εἶναι, ἡ λατρεία πρὸς τὸν Ἀναστάντα Υἱό Του νὰ ἀποτελεῖ γεγονὸς τῆς ἑνότητος ἐκείνων ποὺ θὰ πιστέψουν στὴν Ἀνάστασή Του. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν διάρκεια τῶν ἐμφανίσεών Του μέχρι τὴν Ἀνάληψη, ὁ Ἀναστημένος Κύριος ἐμφανίζεται μόνον ἐν μέσῳ τῶν πολλῶν, ἐν μέσῳ τῆς κοινότητος, οὐσιαστικὰ ἐν μέσῳ τῆς πρώτης Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τὰ μέλη συνδέονται ὡς ἕνας ἄνθρωπος «ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδία».
Αὐτὴν τὴν ἐπιθυμία τοῦ Κυρίου γιὰ ἑνότητα διατήρησε μέχρι σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας, ὡς μία πολύτιμη παρακαταθήκη, τὴν ὁποία, σὲ κάθε Θεία Λειτουργία, ὑπενθυμίζει κατὰ τὴν πιὸ σημαντικὴ στιγμή: τὴν στιγμή, κατὰ τὴν ὁποία ὁλοκληρώνεται ἡ εὐχὴ τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς, τῆς σπουδαιότερης προσευχῆς τῆς Θείας Λειτουργίας. Πῶς τελειώνει ἡ προσευχὴ αὐτή; «Καὶ δὸς ἡμῖν, ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ, δοξάζειν καὶ ἀνυμνεῖν τὸ πάντιμον καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομά σου, τοῦ Πὰτρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τὸὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
Γιὰ νὰ μπορέσουμε, ὡς μιὰ μεγάλη οἰκογένεια, νὰ δοξολογήσουμε τὸ πάντιμο καὶ μεγαλοπρεπὲς ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ, πρέπει νὰ ἑνώσουμε τὶς καρδιὲς καὶ τὶς φωνές μας. Ἀλλὰ καὶ τὴν ἑνότητα αὐτή, τὴν ζητοῦμε ὡς δῶρο ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτὸ ἑνοποιεῖ, Αὐτὸ συνδέει, Αὐτὸ ἑνώνει, ὥστε, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στὴν πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολή του, νὰ ἀποκτήσουμε ὅλοι «τὴν ἴδια ψυχὴ καὶ τὸ ἴδιο φρόνημα» (2:2).
Ἔχει γνωρίσει τέτοιες ἐμπειρίες ἑνότητος ἡ Ἐκκλησία μας, ἰδιαίτερα κατὰ τὴν διάρκεια τῶν πρώτων χρόνων τῆς ἱδρύσεώς Της· τότε πού, ὅπως γράφει ὁ Μέγας Βασίλειος, «οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ εἶχαν τὰ πάντα κοινά: τὴν ζωή, τὴν ψυχή, τὴν γνώμη, τὰ δεῖπνα τῆς ἀγάπης. Τότε πού, ἂν καὶ ἦταν πολλὰ σώματα, ἕνα ἔργο ἐπιτελοῦσαν, ἂν καὶ ἦταν πολλὲς ψυχές, μία ἀδιαίρετη ὁμόνοια ὑπηρετοῦσαν. Πῶς; Μὲ ἀγάπη, χωρὶς καμία ὑποκρισία» (Πατρολογία J–P.Μigne, 31, 325b), «σὰν πολλὲς χορδὲς μιᾶς λύρας ποὺ ἀναπέμπει τὴν ἴδια μελωδία» (56, 281).
Ὅπως τότε, ἔτσι καὶ σήμερα, τίποτε ἀτομικὸ δὲν ὑπάρχει στὴν θεία λατρεία. Τίποτε ἀτομικὸ δὲν ὑπάρχει γενικότερα στὴν πνευματικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἡ μεγαλύτερη ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τῆς ἀγάπης Του. Τὸ μεγαλύτερο δῶρο τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους εἶναι τὸ δῶρο τῆς ἀγάπης. Πίστη δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει χωρὶς ἔργα ἀγάπης (Ἰακ. 2:20). Ἀγάπη εἶναι ἡ ἔμπρακτη πίστη. Καὶ ὁ γλυκύτερος καρπὸς τοῦ δέντρου τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας. Χωρὶς αὐτήν, τὸ μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας παραμένει ἀνενεργό. Χωρὶς αὐτήν, ἀπαρνιόμαστε τὸν κυριότερο σκοπὸ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ καὶ ἀδιαφοροῦμε γιὰ τὴν μεγαλύτερη ἐπιθυμία Του, ὅπως Ἐκεῖνος μᾶς τὴν ἀποκάλυψε στὴν Ἀρχιερατικὴ Προσευχή Του: «Δὲν προσεύχομαι μόνο γι’ αὐτοὺς ἀλλὰ καὶ γιὰ κείνους ποὺ μὲ τὸ κήρυγμα αὐτῶν θὰ πιστεύουν σ’ ἐμένα, ὥστε νὰ εἶναι ὅλοι ἕνα, ὅπως ἐσύ, Πατέρα, εἶσαι ἑνωμένος μ’ ἐμένα κι ἐγὼ μ’ ἐσένα. Νὰ εἶναι κι αὐτοὶ ἑνωμένοι μ’ ἐμᾶς, κι ἔτσι ὁ κόσμος νὰ πιστέψει ὅτι μ’ ἔστειλες ἐσὺ» (Ἰω 17:20-21).
*    *    *
Ἡ Θεία Κοινωνία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν κορύφωση τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας, ἦρθε νὰ προσδώσει μιὰ ἀνώτερη πνευματικὴ διάσταση στὶς θυσίες ποὺ ἐπιτελοῦσαν οἱ Ἑβραῖοι. Ἐκεῖνοι προσέφεραν θυσίες ζώων, τὰ ὁποῖα, κατόπιν, ἔτρωγαν. Καὶ στὴν Θεία Λειτουργία μιά θυσία ἐπιτελεῖται· μόνο πού, Αὐτὸς ποὺ θυσιάζεται εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, τοῦ Ὁποίου λαμβάνουμε τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα. Αὐτὸ ὅμως, ποὺ ἀνέφερε ὁ Κύριος ὡς προϋπόθεση τῶν παλαιῶν θυσιῶν ἰσχύει καὶ γιά ἐμᾶς: «Ὅταν προσφέρεις τὸ δῶρο σου στὸ ναὸ κι ἐκεῖ θυμηθεῖς πὼς ὁ ἀδερφός σου ἔχει κάτι ἐναντίον σου, ἄφησε ἐκεῖ, μπροστὰ στὸ θυσιαστήριο τοῦ ναοῦ, τὸ δῶρο σου καὶ πήγαινε νὰ συμφιλιωθεὶς πρῶτα μὲ τὸν ἀδερφό σου. Ἀφοῦ γίνει αὐτό, ἔλα νὰ προσφέρεις τὸ δῶρο σου» (Μτθ. 5:23-24).
Ὅπως διαπιστώνουμε, ἡ πρόσκληση γιὰ ἑνότητα ποὺ μᾶς ἀπευθύνει ὁ Ἱερέας στὸ τέλος τῆς μεγάλης εὐχῆς τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς δὲν ἀποτελεῖ ἁπλῶς ἕνα συμπλήρωμα, ἀλλὰ ἀπαραίτητη προϋπόθεση, προκειμένου νὰ βαδίσουμε πρὸς τὴν  Θεία Κοινωνία. Γνωρίζουμε πώς, μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες συνέπειες τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἡ διχόνοια καὶ τὸ μῖσος ἀνάμεσα στοὺς ἀνθρώπους. Γνωρίζουμε, ὅμως, ἐπίσης, πὼς ἡ μετάνοια καὶ ἡ βαθιὰ πίστη, μᾶς καθιστᾶ ἱκανοὺς νὰ δεχθοῦμε τὸ θεῖο δῶρο τῆς ἑνότητος καὶ τῆς ἀγάπης.
Ὅσο δοξολογοῦμε τὸν Θεὸ γιὰ τὴν σωτηρία ποὺ μᾶς χάρισε, τόσο ἡ δική Του ἀγάπη θὰ πλημμυρίζει τὶς καρδιές μας. Ὅσο ἑνωνόμαστε μὲ Ἐκεῖνον, τόσο θὰ ἑνωνόμαστε μὲ τοὺς ἀδελφούς μας. Σὲ κάθε Θεία Λειτουργία λοιπόν, ἂς γεμίζει τὴν ὕπαρξή μας ὁ πόθος τῆς ἑνότητος καὶ ἂς εἴμαστε βέβαιοι πὼς ὁ Θεὸς τῆς ἀγάπης δὲν θὰ ἀφήσει ἀναπάντητη αὐτή μας τὴν ἐπιθυμία. Ἀμήν.

+ Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
https://www.nyxthimeron.com/

Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ. Σχόλια στην Κυριακή των Μυροφόρων και των 7 Διακόνων



Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου – Καθηγητού 
Την τρίτη Κυριακή από του Πάσχα η Αγία μας Εκκλησία τιμά την σύναξη των αγίων Μυροφόρων, ανδρών και γυναικών και μαζί τη σύναξη των αγίων Επτά Διακόνων. Η μνήμη των δευτέρων φέρνει στο νου μας το αγιασμένο κλίμα της πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας, την σημαντικότερη προφανώς ιστορική περίοδο της ανθρώπινης ιστορίας, καθότι τότε έδυε ένας πεπαλαιωμένος και απόλυτα χρεοκοπημένος κόσμος και ανέτειλε ένας νέος, εύρωστος, ελπιδοφόρος και ανθρώπινος.  
     Οι άγιοι Επτά Διάκονοι ενσαρκώνουν το κοινωνικό μήνυμα της χριστιανικής μας πίστεως, και την διακονική διάσταση της Εκκλησίας μας, η οποία υπηρετεί τον όλο ψυχοσωματικό άνθρωπο, σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του, συνεχίζοντας το υπέρτατο διακονικό έργο του Σωτήρα μας Χριστού, ο Οποίος «ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι, και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (Μαρκ. 10, 45). 
      Οι άγιοι Απόστολοι, διαβλέποντας ένα υπαρκτό πρόβλημα στην νεαρή Εκκλησία, συγκέντρωσαν την πρωτοχριστιανική κοινότητα των Ιεροσολύμων, λέγοντάς τους: «ουκ αρεστόν εστιν ημάς καταλείψαντας τον λόγον του Θεού διακονείν τραπέζαις. επισκέψασθε ουν, αδελφοί, άνδρας εξ υμών μαρτυρουμένους επτά, πλήρεις Πνεύματος Αγίου και σοφίας, ους καταστήσομεν επὶ της χρείας ταύτης· ημείς δε τη προσευχή και τη διακονίᾳ του λόγου προσκαρτερήσομεν. και ήρεσεν ο λόγος ενώπιον παντός του πλήθους· και εξελέξαντο Στέφανον, άνδρα πλήρη πίστεως και Πνεύματος Αγίου, και Φίλιππον και Πρόχορον και Νικάνορα και Τίμωνα και Παρμενάν και Νικόλαον προσήλυτον Αντιοχέα, ους έστησαν ενώπιον των αποστόλων, και προσευξάμενοι επέθηκαν αυτοίς τας χείρας» (Πραξ. 6, 2-7). Το πλήθος της νεαρής Εκκλησίας εξέλεξε, χωρίς κανέναν περιορισμό, ή διάκριση, τους αγίους επτά άνδρες, να τους διακονούν. Όχι μόνο «διακονείν τραπέζαις», αλλά να είναι οι αντιλήπτορες της κοινότητας για κάθε χρεία. Έτσι γεννήθηκε μια νέα πρωτόγνωρη, στον αρχαίο απάνθρωπο κόσμο, κοινωνία αγάπης, ανέτειλε η  απαρχή του ανθρωπισμού, η οποία υπήρξε η βάση για τις κατοπινές κοινωνίες, ως τα σήμερα! 
     Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο από άπειρη αγάπη και μαζί τον άνθρωπο ως εικόνα δική Του (Γεν. 1, 26), για να βιώνει την θεία μακαριότητα. Όμως η πτώση, όχι απλά ανέστειλε τη δυνατότητα της μετοχής του στη θεία μακαριότητα, αλλά διέστρεψε τον ρου του κόσμου προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το κακό και η αμαρτία επικράτησε σε όλη τη γη, «ἐπληθύνθησαν αἱ κακίαι τῶν ἀνθρώπων ἐπὶ τῆς γῆς καὶ πᾶς τις διανοεῖται ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἐπιμελῶς ἐπὶ τὰ πονηρὰ πάσας τὰς ἡμέρας» (Γεν. 6, 5). Όλη η γη γέμισε με κακία, η ανθρώπινη κοινωνία κατέστη πραγματική κόλαση. Μίσος, αντιζηλία, εκμετάλλευση, πόλεμοι, φόνοι, αδικία κυριαρχούσαν στην ανθρωπότητα. Η αξία του ανθρώπου υποβιβάστηκε  στην κατηγορία των ζώων. Η ανθρώπινη κοινωνία δεν διέφερε από τις αγέλες των κτηνών. Η δουλεία ήταν η διαρκής φρίκη όλων των προχριστιανικών κοινωνιών. Ακόμη και σε «προηγμένες» αρχαίες κοινωνίες, όπως της Ελλάδος, οι δούλοι αποτελούσαν την συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας, με απόλυτα κτηνώδεις συμπεριφορές από μέρους των «ελευθέρων» κυριών τους, αποκαλώντας τους res (πράγματα). Οι Ρωμαίοι χαρακτήριζαν τις διανθρώπινες σχέσεις ως σχέσεις αγρίων θηρίων (homus homini lupus = ο άνθρωπος είναι για τον άλλο άνθρωπο λύκος!). Ειδικά στα τελευταία προχριστιανικά χρόνια η κατάσταση είχε φτάσει σε οριακό σημείο, ώστε, σύμφωνα με τον Γάλλο φιλόσοφο και ανθρωπιστή Σατωβριάνδο (1768-1848), αν ο Σωτήρας του κόσμου Χριστός ερχόταν λίγα χρόνια μετά, θα έβρισκε το πτώμα της ανθρωπότητας!
      Η Ενανθρώπηση του Θεού λόγου έφερε στη γη την «καινή κτίση» (Β΄ Κορ. 5, 17), τον καινούριο κόσμο, τον ανακαινισμένο από το Χριστό. Ήρθε να αναδημιουργήσει τον σεσαθρωμένο και απόλυτα παρηκμασμένο  παλιό κόσμο, να τον ανακαινίσει και να του δώσει ξανά το νόημα της δημιουργίας του. Ο απόστολος Παύλος έγραψε πως ο Χριστός ήρθε: «ἀνακεφαλαιώσασθαι τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, τὰ ἐπὶ τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς, ἐν αὐτῷ» (Εφ. 1, 3-10). Ήρθε να άρει την κακοδαιμονία του αμαρτωλού κόσμου και να φέρει την ειρήνη και τη συναδέλφωση των ανθρώπων, με γνώμονα την αγάπη, μια έννοια ολότελα άγνωστη στον αρχαίο κόσμο. Και βέβαια, να ελευθερώσει τον άνθρωπο από την αιχμαλωσία του Σατανά, τη δουλεία της αμαρτίας τη φθορά και το θάνατο και να τον επανενώσει με τον Δημιουργό του.     
      Η πρωτοχριστιανική κοινωνία μαρτυρεί περίτρανα την μεγάλη επανάσταση που έφερε ο Χριστός στη γη. Για πρώτη φορά ο άνθρωπος ανάγεται σε αξία και χαίρει σεβασμού, χωρίς καμιά διάκριση φύλου, φυλής, οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης, ως εικόνα του Θεού. Η καταφρονεμένη και απόλυτα περιθωριοποιημένη γυναίκα γίνεται ισότιμη με τον άνδρα και ο «ξένος» γίνεται οικείος. Έπαψε να είναι ο συνάνθρωπος «λύκος» και γίνεται αδελφός. Κανένας παράγων δεν μπορεί να θέσει το κάθε ανθρώπινο πρόσωπο σε ανώτερη ή κατώτερη θέση στην χριστιανική κοινότητα, στην οποία κυριαρχούσε η απόλυτη ισότητα, καθότι, «οὐκ ἔνι ῞Ελλην καὶ ᾿Ιουδαῖος, περιτομὴ καὶ ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός» (Κολοσ. 3,10).Τα πάντα έκρινε η άδολη, η έμπρακτη και θυσιαστική αγάπη. Ο κάθε χριστιανός ζούσε για τους άλλους και ταυτόχρονα έπαιρνε από αυτούς ζωή για τον εαυτό του. 
       Ο απόστολος Παύλος θεωρούσε αυτή την καταπληκτική κοινωνία ως «ένα σώμα», το Σώμα του Χριστού, στο οποίο συσσωματώνονται οι πιστοί με το άγιο Βάπτισμα και γίνονται οργανικά κύτταρά Του. «Υμείς εστέ σώμα Χριστού και μέλη εκ μέλους» (Α΄ Κορ. 12,27) και «καθάπερ γαρ το σώμα εν εστίν και μέλη πολλά έχει, πάντα δε τα μέλη του σώματος πολλά όντα εν εστίν σώμα, ούτως και ο Χριστός» (Α΄ Κορ. 12,12). Και όπως στο ανθρώπινο σώμα όλα τα μέλη είναι απαραίτητα και άξια περιποίησης για να είναι εύρωστο, έτσι και στο εκκλησιαστικό σώμα οι πάντες έχουν θέση, αξία και ανάγκη περιποίησης. Πάνω σε αυτή την πρωτόγνωρη αρχή στηρίχτηκε και λειτούργησε ο χριστιανικός κοινωνισμός και ο πραγματικός ανθρωπισμός, σε αντίθεση με τον «εκλεκτικό» του λεγομένου ελληνορωμαϊκού κόσμου, ο οποίος δεν είχε ουσιαστική επίδραση στην συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων, των πολυάριθμων δούλων, των ξένων, των «βαρβάρων», των γυναικών, των παιδιών, των άσημων, των φτωχών, των καταφρονεμένων, των πονεμένων και όλων των παραγκωνισμένων από την «ελίτ» των προνομιούχων! 
      Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας εξισώθηκαν οι πάντες, ως μέλη Χριστού. Για πρώτη φορά παρακάθισαν στις «αγάπες», στα κοινά χριστιανικά τραπέζια, ο διάσημος, με τον άσημο, ο πρώην αφέντης με τον πρώην δούλο του, ο φτωχός με τον πλούσιο, οι άνδρες με τις γυναίκες, ο «βάρβαρος» με τον πολιτισμένο, ο φιλόσοφος με τον αγράμματο, ο εύρωστος με τον ασθενή, ο δυνατός με τον αδύνατο. Για πρώτη φορά έσμιξε στο κοινό ταμείο της κοινότητας η γενναία χορηγία του πλούσιου με την πενιχρή εισφορά του φτωχού και της χήρας, για την ανακούφιση των ενδεών. Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας εφαρμόστηκε η εθελοντική κοινοκτημοσύνη των υλικών αγαθών, ώστε, σύμφωνα με τον ιερό συγγραφέα του Βιβλίου των Πράξεων ευαγγελιστή Λουκά «Τοῦ δὲ πλήθους τῶν πιστευσάντων ἦν ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ μία, καὶ οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ᾿ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά. ὅσοι γὰρ κτήτορες χωρίων ἢ οἰκιῶν ὑπῆρχον, πωλοῦντες ἔφερον τὰς τιμὰς τῶν πιπρασκομένων καὶ ἐτίθουν παρὰ τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων», ώστε «οὐδὲ γὰρ ἐνδεής τις ὑπῆρχεν ἐν αὐτοῖς» (Πραξ. 4, 32-34). Ως αποκορύφωμα αυτής της καταπληκτικής αγαπητικής σχέσεως στις περίφημες «αγάπες», τελούνταν η Θεία Ευχαριστία, όπου κοινωνούσαν οι πάντες το Σώμα του Κυρίου, το οποίο τους ένωνε οργανικά με το Χριστό και μεταξύ τους. 
     Σύμφωνα με έγκυρες ιστορικές πηγές, ο θεσμός, τόσο των «αγαπών», όσο και της κοινοκτημοσύνης επέζησε ως το τέλος των διωγμών (αρχές 4ου αιώνος). Ο άγιος Ιουστίνος ο Φιλόσοφος και Μάρτυς (+165) μας πληροφορεί ότι ο θεσμός λειτουργούσε και τον 2ο μ. Χ. αιώνα και ο Τερτυλλιανός (+215) ως τον 3ο αιώνα.      
       Οι Ιουδαίοι και Εθνικοί δεν μπορούσαν να κατανοήσουν αυτό το ξεχείλισμα της αγάπης των Χριστιανών και εκτός από το θαυμασμό, σε πολλές περιπτώσεις έφθανε και στην παρεξήγηση και τη συκοφαντία. Με περισσή χαιρεκακία έλεγαν: «Ιδού πώς αγαπώνται οι Χριστιανοί!». Βλέποντας την αγάπη των Χριστιανών και τον νέο τρόπο ζωής τους, πολλοί ασπάζονταν τη νέα πίστη και εντάσσονταν στην Εκκλησία. Να αναφέρουμε εδώ την πρωτοφανή διακονική προσφορά των Χριστιανών στη φοβερή πανώλη του 250 μ. Χ. επί Δεκίου (249-251), οι οποίοι, με πρωτοφανή ηρωισμό και αυταπάρνηση, περιέθαλπαν τους ασθενείς και έθαβαν τους νεκρούς, χωρίς διάκριση χριστιανούς και εθνικούς, τους οποίους εγκατέλειπαν οι δικοί τους από το φόβο μετάδοσης της νόσου. Τότε πέθανε μεγάλο πλήθος χριστιανών εθελοντών, «παίρνοντας επάνω τους την νόσο των ασθενών συνανθρώπων τους και πεθαίνοντας εκείνοι στη θέση τους», κατά την έκφραση του αγίου Διονυσίου Αλεξανδρείας!    
     Αλλά και μετά τους διωγμούς η κοινωνική διακονία της Εκκλησίας συνεχίστηκε αμείωτη. Στο Βυζάντιο η Εκκλησία παρείχε μια καταπληκτική κοινωνική προσφορά, λειτουργώντας χιλιάδες ιδρύματα, όπως νοσοκομεία, πτωχοκομεία, ορφανοτροφεία, γηροκομεία, κλπ, όταν στον προχριστιανικό κόσμο ήταν άγνωστα! 
      Είναι γνωστή επίσης η κοινωνική  διακονία της Εκκλησίας στα χρόνια της τουρκοκρατίας, στην κατοχή και στους σύγχρονους καιρούς των μνημονίων, όπου εκατομμύρια άνθρωποι ζουν από αυτή. Να επισημάνουμε επίσης το γεγονός ότι η πρωτοχριστιανική κοινωνική ζωή και διακονία, ουδέποτε εγκαταλείφτηκε  από την Ορθόδοξη Εκκλησία μας, η οποία συνεχίζεται στα ορθόδοξα κοινόβια μοναστήρια μας.
      Δυστυχώς υπάρχει και η αρνητική πλευρά του παρεφθαρμένου χριστιανισμού, όπου η διακονική διάστασή του έχει διαστραφεί. Ο δυτικός χριστιανισμός απομακρυσμένος από την αυθεντική χριστιανική διδασκαλία, υποτάχτηκε στο αντίχριστο φραγκικό φεουδαρχικό σύστημα, το οποίο βρίσκεται στην αντίποδα της χριστιανικής παράδοσης (Παπισμός) και του απάνθρωπου οικονομικού φιλελευθερισμού (Προτεσταντισμός), με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα για την κατοπινή πορεία της ανθρωπότητας, για τα οποία δεν έχουμε εδώ την ευχέρεια να αναλύσουμε. Το μόνο που έχουμε να πούμε είναι ότι (και) αυτή η παραφθορά δίνει ισχυρά «όπλα» στους διαχρονικούς χριστιανομάχους να πολεμούν την Εκκλησία και να της προσάπτουν τη συκοφαντία ότι δήθεν αποτελεί αντικοινωνικό και μισάνθρωπο σύστημα! 
     Κι ακόμα υπάρχει και η παραχάραξη του κοινωνισμού της Εκκλησίας. Τους τελευταίους αιώνες φιλοσοφικά, κοινωνικά και πολιτικά συστήματα, αποστασιοποιημένα και εχθρικά προς αυτήν, όπως λ.χ. ο άθεος ουμανισμός και ο υλιστικός μαρξισμός, επηρεασμένα από τον άθεο «ευρωπαϊκό ουμανισμό», επιχείρησαν να αντιγράψουν το επιτυχημένο κοινωνικό σύστημα της Εκκλησίας και να το εφαρμόσουν. Αλλά απέτυχαν οικτρά, διότι χρησιμοποίησαν τη βία για την επιβουλή του δικού τους διεστραμμένου κοινωνικού τους συστήματος, χωρίς την εσωτερική αλλαγή του ανθρώπου,. Το τραγικό τους λάθος ήταν ότι δεν μπόρεσαν να κατανοήσουν πως η γνήσια κοινωνική πρόσφορά είναι προϊόν αγάπης και ελευθερίας.
     Μόνο η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, η μοναδική Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, βιώνει επακριβώς την βιβλική και πατερική παράδοση και συνεχίζει να διακονεί τον άνθρωπο, όπως επιτάσσει ο Χριστός, ο Οποίος μας λέει, δια του στόματος του Ιερού Χρυσοστόμου: «Εγώ είμαι πατέρας, εγώ αδελφός, εγώ νυμφίος, εγώ σπίτι, εγώ τροφή, εγώ ρούχο, εγώ ρίζα, εγώ θεμέλιο, κάθε τι το οποίο θέλεις εγώ· να μην έχεις ανάγκη από τίποτε. Εγώ και θα σε υπηρετήσω· επειδή ήλθα να υπηρετήσω, όχι να υπηρετηθώ. Εγώ είμαι και φίλος, και μέλος τού σώματος, και κεφαλή, και αδελφός, και αδελφή, και μητέρα, όλα εγώ· αρκεί να διάκεισαι φιλικά προς εμένα. Εγώ έγινα φτωχός για σένα· έγινα και επαίτης για σένα· ανέβηκα πάνω στο Σταυρό για σένα· θάφτηκα για σένα. Στον ουρανό πάνω για σένα παρακαλώ τον Πατέρα· κάτω στη γη στάλθηκα για σένα από τον Πατέρα ως μεσολαβητής. Όλα για μένα είσαι συ· και αδελφός και συγκληρονόμος και φίλος και μέλος τού σώματος. Τι περισσότερο θέλεις;» (76η Ομιλία 24, 16-31. ΕΠΕ, 12, σελ. 34).  
      Η εορτή των Επτά Αγίων Διακόνων έρχεται να μας υπενθυμίσει ότι, αν θέλουμε να είμαστε αληθινοί και γνήσιοι πιστοί του Χριστού, οφείλουμε να αισθανόμαστε και να είμαστε διαρκείς διάκονοι στο εκκλησιαστικό σώμα. Να συνειδητοποιήσουμε πως, η όποια καταξίωσή μας, περνά μέσα από την διακονία μας προς τους αδελφούς μας, σύμφωνα με το λόγο του Κυρίου μας: «ος εὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος, και ος εὰν θέλῃ υμών γενέσθαι πρώτος, έσται πάντων δούλος» (Μαρκ. 10, 43-45). Οφείλουμε να ακολουθούμε τον Σωτήρα μας Χριστό (και) στην διακονία των αδελφών μας, ορίζοντας έτσι την γνησιότητά μας ως μαθητές Του: «αὕτη ἐστὶν ἡ ἐντολὴ ἡ ἐμή, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς. μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ. ὑμεῖς φίλοι μού ἐστε, ἐὰν ποιῆτε ὅσα ἐγὼ ἐντέλλομαι ὑμῖν» (Ιωαν. 15, 12). 
    Τέλος, ας μη λησμονούμε ότι η αγαπητική, διακονική και θυσιαστική στάση μας απέναντι στους συνανθρώπους μας θα καθορίσει τη θέση μας στη Βασιλεία του Θεού. Ο Μεγάλος Κριτής μας, ο ένδοξος Κύριός μας Ιησούς Χριστός, θα μας πει: «ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. 25, 40) και είθε να αξιωθούμε να βρεθούμε στα δεξιά Του και να ακούσουμε την τρισμακάρια πρόσκλησή Του: «δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν…» (Ματθ. 25, 34)!  

https://www.nyxthimeron.com/

«Καὶ ἀγοράσας σινδόνα»



 «Καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου» (Μάρκ. 15, 46).
«᾿Εκεῖνος ἀγόρασε ἕνα σεντόνι, κατέβασε τὸν ᾿Ιησοῦ, τὸν τύλιξε μ’ αὐτὸ καὶ τὸν τοποθέτησε σ’ ἕνα μνῆμα ποὺ ἦταν λαξεμένο σὲ βράχο· μετὰ κύλησε ἕνα λιθάρι κι ἔκλεισε τὴν εἴσοδο τοῦ μνήματος». 
Δύο Κυριακές μετά από το Πάσχα και η Εκκλησία μάς υπενθυμίζει δύο άνδρες και επτά γυναίκες, που δεν δείλιασαν και  δεν εγκατέλειψαν τον Χριστό μόνο στο μαρτύριο του Σταυρού και στον θάνατο. Οι Μυροφόρες γυναίκες, Μαρία η Μαγδαληνή, Μαρία η του Κλωπά, Μάρθα και Μαρία, οι αδελφές του Λαζάρου, Σαλώμη, Ιωάννα, σύζυγος του Χουζά, βασιλικού επιτρόπου του Ηρώδη, και  Σωσσάνα, στάθηκαν στο πλευρό της Παναγίας αυτές τις απίστευτα δύσκολες ώρες και στιγμές. Και όλες, άλλες νωρίτερα, άλλες αργότερα  έμαθαν το μήνυμα της Ανάστασης και συναντήθηκαν με τον Αναστημένο Χριστό, ο Οποίος τις προσφώνησε με τη φράση «Χαίρετε», να έχετε χαρά, διότι ο θάνατος πατήθηκε θανάτω, διότι ο πόνος και το κακό καταργούνται ως βάσανα του ανθρώπου και γίνονται πεδία άθλησης προς την αγιότητα και την ανάσταση, διότι ο Θεάνθρωπος Κύριος παίρνει μαζί Του στη βασιλεία Του όλους, όσοι πιστεύουν σ’ Εκείνον και ζούνε την Εκκλησία ως σπίτι τους. Μόνο χαρά λοιπόν ταιριάζει στην Ανάσταση!
Υπάρχουν όμως και οι δύο άνδρες, ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, βουλευτής, ο οποίος έχει αποδεχτεί στην καρδιά του τη βασιλεία των ουρανών, και ο Νικόδημος, ο κρυφός μαθητής, ο οποίος τόλμησε να πάει ενάντια στο Μεγάλο Συνέδριο των θρησκευτικών αρχόντων των Ιουδαίων, επισκεπτόμενος νύχτα τον Χριστό και συζητώντας μαζί Του για την άνωθεν αναγέννηση εξ ύδατος και Πνεύματος, αλλά και αντιστεκόμενος στην απόρριψη και ισοπέδωση του προσώπου του Χριστού από τους θρησκευτικούς ηγέτες, όταν αυτοί δεν ήθελαν να επιτρέψουν στον Ιησού να απολογηθεί για όσα Τον κατηγορούσαν, για παραβίαση δηλαδή των διατάξεων του Μωσαϊκού Νόμου. Η παράδοση αναφέρει ότι τόσο ο Ιωσήφ, όσο και ο Νικόδημος μειοψήφησαν στην απόφαση του Συνεδρίου να καταδικάσει τον Ιησού σε θάνατο και γι’ αυτό και τόλμησαν να φροντίσουν το σώμα του νεκρού Διδασκάλου, αψηφώντας τις περαιτέρω αντιδράσεις.
Ο ευαγγελιστής Μάρκος επισημαίνει ότι ο Ιωσήφ αγόρασε σεντόνι, όταν πήρε την άδεια από τον Πιλάτο να κατεβάσει τον Ιησού από τον Σταυρό. Το σεντόνι ήταν στα νεκρικά έθιμα των Ιουδαίων, για να τυλίγουν τους νεκρούς, πριν τους αλείψουν με αρώματα και τους καταδέσουν με τις ταινίες, τα εντάφια σπάργανα, για να τους τοποθετήσουν στον τάφο.  Ο Ιωσήφ πλήρωσε ο ίδιος την αγορά του σεντονιού, δείχνοντας την αγάπη, τον σεβασμό, αλλά και την αφοσίωση προς τον Κύριο, ο Οποίος δεν είχε χρήματα, ούτε καμία ιδιοκτησία, αλλά και για την τελευταία του κατοικία δέχτηκε την ελεημοσύνη και την αγάπη των ανθρώπων. Και βρέθηκαν ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, οι οποίοι ως άντρες μπορούσαν να αγοράσουν και να προσφέρουν στον νεκρό Ιησού τα απαραίτητα για την ταφή, χωρίς να υπολογίζουν ότι η αφή του νεκρού σώματος του καθιστούσε μολυσμένους σύμφωνα με την ιουδαϊκή παράδοση και ότι έπρεπε να περάσουν μέρες καθαρμού, κάτι που θα τους έκανε να χάσουν τη δυνατότητα να εορτάσουν το Πάσχα με τους οικείους τους. Δεν το υπολόγισαν όμως αυτό, μπροστά στην αγάπη και την αφοσίωση στον Κύριο.
Ο Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, όπως και ο Νικόδημος, ο κρυφός μαθητής, αποτελούν παράδειγμα ανθρώπων, οι οποίοι μπροστά στην αγάπη νικούν την άποψη της κοινής γνώμης, νικούν την τυπολατρία, νικούν τον φόβο, νικούν τη νοοτροπία ότι «κάποιος άλλος ας κάνει κάτι για έναν ανήμπορο».  Η αγάπη τούς κάνει να μην υπολογίζουν χρήματα, αποδοκιμασία, ηρεμία,  τον ρυθμό της ζωής τους, αλλά τους οδηγεί στην ομολογία του Χριστού, στην φροντίδα του Χριστού, στο να κάνουν αυτό που ούτε οι μαθητές του Κυρίου δεν θέλησαν ούτε μπόρεσαν: να προσφέρουν τις τελευταίες φροντίδες που ένας άνθρωπος έχει ανάγκη, όταν πεθάνει. Αυτοί φρόντισαν το σώμα, δείχνοντας όμως ότι η ψυχή τους ήταν γεμάτη από την αγάπη που νικά τον θάνατο.
Ο Ιωσήφ, εκτός από το σεντόνι, προσέφερε στον Ιησού και τον οικογενειακό τάφο, που είχε ο ίδιος, για να ταφεί ο Κύριος. Η αγάπη δεν είναι θεωρία, αλλά θυσία και προσφορά. Και γι’ αυτό η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του την Τρίτη Κυριακή μετά το Πάσχα, μαζί με τη μνήμη του Νικοδήμου και των επτά μυροφόρων γυναικών, για να μας παραδειγματίσει, ότι ο Χριστός την αγάπη έφερε στον κόσμο και έδειξε και όσοι Τον ακολουθούν, την αγάπη καλούνται να δείξουν και να προσφέρουν. Δύσκολος δρόμος, που θέλει τόλμη, αυταπάρνηση, πίστη, αφοσίωση στον Κύριο. Δρόμος αιωνιότητας και αγιότητας όμως, ο οποίος μάς σώζει. Ας τον ακολουθήσουμε!
            Χριστός Ανέστη! 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
26 Απριλίου 2026. Κυριακή των Μυροφόρων
https://www.nyxthimeron.com/

Η Παναγία ως Μυροφόρα




Γράφει ο π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΣ
Καθώς βιώνουμε ακόμη και ακόμη την χαρά τής εκ νεκρών εγέρσεως του Κυρίου Ιησού, κατά την Κυριακή των Μυροφόρων μνημονεύουμε και τιμάμε, μες από τα τελούμενα της λατρείας μας, τις Ευαγγελίστριες των Ευαγγελιστών, τις γενναίες εκείνες γυναίκες, οι οποίες, αγαπώντας εκ βαθέων τον αυτοθυσιασθέντα Νυμφίο της Εκκλησίας, αξιώθηκαν να μεταδώσουν πρώτες αυτές στους Αποστόλους -και δι' αυτών στην Οικουμένη- το πιο χαρμόσυνο Μήνυμα που υπήρξε ποτέ στην ιστορία του κόσμου μας! 
Ας μην ξεχνάμε όμως και μιαν άλλη Μυροφόρα, την Παναγία Μητέρα του Θεανθρώπου. Εξηγούμαι: Την ονομάζω Μυροφόρα, διότι καθ' όλη την άχραντη και πολυκύμαντη ζωή Της, από την στιγμή δηλαδή του Ευαγγελισμού Της έως την διακριτική παρουσία Της στο θείο Πάθος, αλλά και μέχρι την Κοίμησή Της και την Μετάστασή Της στον Ουρανό, υπήρξε διαρκής χορηγός δακρύων - μύρων προς το σαρκωμένο Θαύμα, το Οποίο η ίδια εβίωνε καθημερινά! 
Όλα αυτά τα τιμαλφή και ιερά του βίου Της τα φύλαγε προσεκτικά στην αγαπώσα καρδιά Της, είτε ως απορία και έκσταση ενώπιον του Αχώρητου που χώρεσε εντός Της, είτε ως ρομφαία ενώπιον του Εσταυρωμένου σπλάχνου Της, του γλυκέως έαρός Της, του Οποίου έδυσε το κάλλος, έστω και προσωρινά!... 
Ας συλλογισθούμε για λίγο πώς η σεμνή Μαρία της Ναζαρέτ μύρωνε με σεπτές μητρικές σιωπές τον Ιησού Της, πώς ένιωθε μυστικό δέος, υπάρχοντας κάπου εκεί δίπλα ή πίσω Του, αυτή η σκηνή του Λόγου, σχεδόν αθέατη στα παρασκήνια της επίγειας ζωής Του!... 
Εάν όλα τούτα συναισθανθούμε, σίγουρα θ' αγαπήσουμε ακόμη περισσότερο την εν τη άκρα ταπεινώσει Της θαυμαστή Θεομήτορα και θα Την συμπεριλάβουμε, ξέχωρα από την κορυφαία θέση τιμής και προσκυνήσεως που Την έχει κατατάξει η Εκκλησία μας, στην χορεία των Μυροφόρων και των Κηδευτών του Κυρίου! Άξιόν εστίν, ως αληθώς, μεγαλύνειν, λοιπόν, την υπέροχη αυτή Γυναίκα!!!

https://www.nyxthimeron.com/

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ: «ἡ ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον».



«Τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τόν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου;» (Μαρκ. 16.3).
Τρίτη Κυριακή ἀπό τοῦ Πάσχα καί ἡ Ἐκ­κλη­σία μᾶς μεταφέρει στόν τάφο τοῦ Χριστοῦ γιά νά μᾶς συστήσει κάποιους θαρ­ραλέους καί γενναί­ους ἀνθρώπους. Γιά νά μᾶς συστήσει τόν Ἰωσήφ τόν ἀπό Ἀριμαθαίας καί τόν Νικόδημο, βουλευ­τές καί κε­κρυμ­μένους μαθητές τοῦ Κυρίου μας. Γιά νά μᾶς συστήσει καί κάποιες γυναῖκες, σάν τή Μαρία τή Μαγδα­λη­νή, τή Μαρία τοῦ Ἰακώ­βου καί τή Σαλώμη.
Οἱ πρῶτοι, πού σέ ὅλη τή διάρκεια τῆς δημό­σιας ζωῆς τοῦ Χριστοῦ τόν παρακολουθοῦν ἀπό ἀπόσταση, στίς δύσκο­λες ὧρες πού ἀκολου­θοῦν μετά τή σταυρική θυσία τοῦ Χριστοῦ, στίς ὧρες πού οἱ μαθητές του τόν ἀρ­νοῦνται καί κρύβονται γιά τόν φόβο τῶν Ἰου­δαίων, αὐτοί τολ­μοῦν. Τολμοῦν καί ἐμφανίζο­ν­ται στόν Πι­λά­το καί δηλώνουν τή σχέση τους μέ τόν Ἐ­σταυρω­μένο καί ζητοῦν νά πά­ρουν τό σῶμα του καί νά τοῦ προσφέρουν τίς τελευταῖες φροντί­δες.
Οἱ δεύτερες, οἱ γυναῖ­κες, ἐπιχειροῦν κάτι ἐξί­­σου τολμηρό. Ἐγκα­τα­λείπουν τά σπίτια τους ξημερώματα τῆς μιᾶς τῶν Σαββάτων καί παίρνουν τόν δρόμο γιά τόν τάφο τοῦ ἀγαπη­μέ­νου τους διδασκά­λου, γιά νά τοῦ φέρουν τά μύ­ρα πού δέν πρό­λαβαν νά τοῦ προσφέ­ρουν τήν ὥρα τῆς τα­φῆς του.
Ἄν ἐξετάσει κανείς τίς δύο αὐτές ἐνέργειες, δέν θά δυσκολευθεῖ νά κατανοήσει ὅτι ξεπερ­νοῦν τή λογική. Δέν θά δυσκολευθεῖ νά τίς χα­ρα­κτηρίσει παράτολμες καί ἐπικίνδυνες. Ὅμως ἡ ἀγάπη ὑπερβαίνει τή λογική, ὑπερβαίνει τά ἀνθρώ­πι­να μέτρα καί κριτή­ρια καί ἀγγίζει τό θεῖο, για­τί ἡ ἀγάπη εἶναι ἰδι­ό­τη­τα τοῦ Θεοῦ, ἤ μᾶλ­λον εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θε­ός.
Καί ἐάν ὁ Χριστός ζη­τᾶ ἕνα μόνο πράγμα ἀπό ἐμᾶς, ἐάν ζητᾶ ἀπό ἐμᾶς μόνο τήν ἀγάπη πρός τόν Θεό καί πρός τόν ἄνθρωπο καί δηλώ­νει ὅτι ὅλος ὁ νόμος καί οἱ προφῆτες ἀλλά καί ἡ ἴδια ἡ σωτηρία τῆς ψυ­χῆς μας ἐξαρτῶνται ἀπό τή διπλῆ αὐτή ἐντολή τῆς ἀγάπης, εἶναι γιατί θέλει νά μᾶς κάνει νά ὁμοιάσουμε τόν Θεό.
Αὐτή τήν ἀγάπη πρός τόν Χριστό διέθεταν καί οἱ δύο εὐσχήμονες βου­λευτές, ὁ Ἰωσήφ καί ὁ Νικόδημος. Καί δέν ὑπολόγισαν οὔτε τήν ἀξιοπρέπειά τους, οὔτε τή φήμη τους, οὔ­τε τόν κίνδυνο πού διέ­τρεχαν ἀπό τό ὀρ­γι­σμέ­νο πλῆθος τῶν Ἰου­δαί­ων, καθώς τασ­σό­ταν ἐμφανῶς ὑπέρ τοῦ Χρι­στοῦ.
Τήν ἴδια ἀγάπη εἶχαν καί οἱ Μυροφόρες γυναῖκες, οἱ μαθήτριες τοῦ Χριστοῦ, πού δέν ὑπε­­ρέβησαν μόνο τή φυ­σι­κή γυ­ναικεία συστολή ἀλ­λά καί τίς συμβάσεις καί τούς κανόνες τῆς ἐπο­χῆς πού περιόριζαν τίς γυναῖκες στά σπίτια, καί τόλμησαν νά βρεθοῦν στόν τάφο τοῦ διδασκά­λου τους.
Καί ἦταν τό­ση ἡ ἀγά­πη τους, ὥστε ἀκόμη καί ὅταν συνειδητοποίησαν τή δυ­σκολία, ὅταν ἔθε­σαν τό ἐρώτημα, «τίς ἀπο­κυ­λίσει ἡμῖν τόν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνη­μείου», δέν σταμά­τη­σαν, δέν ἄλλαξαν ἀπό­φαση, δέν ἐπέστρε­ψαν στήν ἀσφάλεια τοῦ σπι­τιοῦ τους.
Τόλμησαν, γιατί τούς ἐνέπνεε καί τούς ἐνε­θάρρυνε ἡ ἀγάπη τους γιά τόν Χριστό. Καί «ἡ ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον», ὅπως γράφει ὁ εὐαγγελιστής τῆς ἀγά­πης.
Καί ὅταν, ἀδελφοί μου, ὁ ἄνθρωπος τολμᾶ νά κάνει τήν ὑπέρβαση γιά χάρη τοῦ Θεοῦ, τότε ὁ Θεός σπεύδει νά τόν συναντήσει. Τότε ὁ ἴδι­ος ὁ Θεός αἴρει τά ἐμ­πόδια καί ἔρχεται πρός τόν ἄν­θρωπο, γιά νά τόν ἀγ­καλιάσει καί νά τόν κά­νει μέτοχο καί κοι­νωνό τῆς χάριτός του.
Νά γιατί, ἀδελφοί μου, οἱ Μυροφόρες γυναῖκες δέν γύρισαν ἄπρακτες ἀπό τόν τάφο τοῦ Χρι­στοῦ. Νά γιατί ὁ λίθος δέν τίς ἐμπόδισε νά συναντήσουν τόν ἀγα­πη­μένο διδάσκαλό τους. Νά γιατί ἀξιώθη­καν πρῶ­τες αὐτές νά τόν δοῦν ἀναστημένο, νά ἀκούσουν τό «χαί­ρετε» καί νά γίνουν ὑπό­δειγ­μα ἀγάπης στόν Χρι­στό καί γιά μᾶς.
Ἄς ἐμπνευσθοῦμε, ἀ­δελ­φοί μου, ἀπό τήν ἀγάπη τους καί ἄς προσπαθήσουμε νά τή μι­μη­θοῦμε καί τότε θά δοῦμε νά αἴρονται ὅλα τά ἐμπόδια στή ζωή μας. Τότε θά δοῦμε πώς ὅλα ὅσα θεωρούσαμε ἀνέ­­φικτα καί ἀδύνατα, μποροῦν νά γίνουν πραγ­ματικά, γιατί θά εἶ­­ναι ἡ δύναμη τοῦ Θε­οῦ πού θά τά πραγμα­τοποιεῖ. Ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ πού ἀνταπο­κρίν­ε­ται στήν ἀγάπη ὅσων τόν ἀγα­ποῦν ὅπως οἱ Μυ­­ροφό­ρες, ὅπως ὁ Ἰω­­­­σήφ καί ὁ Νικόδη­μος· πού θά ἀνταποκρί­νε­ται καί στή δική μας ἀγάπη, ἀρκεῖ νά τήν ἐκ­φράζουμε μέ τήν ὑπα­κοή μας στίς ἐντολές του, ὅπως μᾶς τό ζητᾶ ὁ Χριστός.
 
Μητροπολίτης Βεροίας κ. Παντελεήμων
http://imverias.blogspot.com/