Τρίτη 7 Απριλίου 2026

«Πρόσθες αὐτοῖς κακά, Κύριε, πρόσ­θες αὐτοῖς κακά τοῖς ἐνδόξοις τῆς γῆς»



«Πρόσθες αὐτοῖς κακά, Κύριε, πρόσ­θες αὐτοῖς κακὰ τοῖς ἐνδόξοις τῆς γῆς» (Ἡσαΐας κς΄15). Σκανδαλιστικὸς ἀκούγεται ὁ στίχος. Εὐχόμαστε λοιπὸν μέσα στὴν Ἐκκλησία νὰ δίνει ὁ Θεὸς κακὰ στοὺς ἐνδόξους, τοὺς Κυβερνῆτες τῆς γῆς;
Καὶ πῶς αὐτὸ μπορεῖ νὰ συνάδει μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ ἐλέους καὶ τῆς συγγνώμης ποὺ κυριαρχεῖ στὴν Ἐκκλησία μας, αὐτὸ ποὺ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μᾶς δίδαξε, ὅταν μάλιστα ἀνέβαινε στὸ Σταυρὸ ὁδηγημένος ἀπὸ τοὺς κακούργους ἐκείνους ἐχθρούς Του;
Πῶς μπορεῖ τὸ «πρόσθες κακὰ τοῖς ἐνδόξοις τῆς γῆς» νὰ συμφωνήσει μὲ τὸ «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς· οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι»; (Λουκ. κγ΄ 34).
Καταρχὰς πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι τὸ «πρόσθες κακὰ» ἀνήκει στὴν ἐποχὴ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὅταν δηλαδὴ ἀκόμα δὲν εἶχαν ἐκχυθεῖ στὸν κόσμο τὰ ἄπειρα ἐλέη καὶ οἱ οἰκτιρμοὶ τοῦ Αγίου Θεοῦ, τὰ ὁποῖα ἀκριβῶς ἐξεχύθησαν μὲ τὴ Σταυρικὴ Θυσία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Οἱ ἄνθρωποι τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀκόμα καὶ οἱ ἁγιότεροι ἐξ αὐτῶν, δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ ἐννοήσουν τὸ βάθος καὶ πλάτος τῆς Θεϊκῆς συγκαταβάσεως, τοῦ ἐλέους καὶ τῆς φιλανθρωπίας τοῦ Θεοῦ. Καὶ προκειμένου νὰ διατηρηθεῖ ἀκέραιη καὶ ἀλώβητη ἡ λατρεία τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ, προέβαιναν σὲ τέτοιου εἴδους ἀφορισμοὺς ὅσων ἔδειχναν στὴ ζωή τους ἀσέβεια καὶ ἀποστασία.
Ἐδῶ ὅμως τὸ πνεῦμα αὐτὸ ξεπερνιέται ἀπὸ τὸν Ἡσαΐα. Διότι ὁ Προφήτης τοῦ Θεοῦ, προβλέποντας τὸ μέλλον τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν καὶ ἀντιλαμβανόμενος τί ὁ Θεὸς πρόκειται νὰ πράξει σ’ αὐτούς, λέει ἐκ τῶν προτέρων ὅσα πρόκειται νὰ πάθουν οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς, οἱ Κυβερνῆτες τῶν Εθνῶν ποὺ εἶναι ἀσεβεῖς καὶ ἄδικοι, πονηροὶ καὶ ἀλαζόνες, καὶ συμπεριφέρον­ται μὲ σκληρότητα καὶ ἀδικία πρὸς τοὺς ὑπηκόους τους, μὴ ὑπολογίζοντας οὔτε Ανθρώπινο οὔτε Θεῖο Δίκαιο.
Ἡ προστακτικὴ συνεπῶς «πρόσθες» δὲν σημαίνει ὅτι ὁ Προφήτης εὔχεται στὸ Θεὸ νὰ τιμωρήσει μὲ ἀλλεπάλληλες συμφορὲς τοὺς ἰσχυροὺς τῆς γῆς, ἀλλὰ ὅτι δίνει σαφὴ Προειδοποίηση, προβλέπει καθαρὰ αὐτὸ ποὺ ὁ Θεὸς πρόκειται νὰ πράξει.
«Προαγορευτικόν», δηλαδὴ προφητικὸ εἶναι ἐ­δῶ τὸ «πρόσθες», ἐξηγεῖ ὁ ἑρμηνευτὴς τῶν Γραφῶν Θεοδώρητος, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Προφήτης «προλέγει τὸν ὄλεθρον τῶν διωκόντων τοὺς εὐσεβεῖς».
Ἀκόμα ὅμως κι ἂν ἔτσι ἔχουν τὰ πρά­γματα, θὰ μποροῦσε νὰ ἀντείπει κανείς, γιατί ὁ Θεὸς νὰ στέλνει κακὰ σὲ ὅσους δὲν θέλουν νὰ βαδίζουν σύμφωνα μὲ τὸ νόμο Του;
Στὴν ἐρώτηση αὐτὴ ἀπαντᾶ διεξοδικὰ ὁ Μ. Βασίλειος στὸ λόγο του «Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός». Ἐκεῖ ὁ μέγας ἱεράρχης, ἀφοῦ ἐξαρχῆς κάνει τὴ διάκριση τοῦ πραγματικοῦ («φύσει») κακοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ἁμαρτία, ἀπὸ τὸ θεωρούμενο ἀπὸ ἐμᾶς κακό («τὸ πρὸς τὴν ἡμετέραν αἴσθησιν»), ποὺ εἶναι ὅ,τι μᾶς πονεῖ καὶ μᾶς κάνει νὰ θλιβόμαστε (πόνοι, δυστυχίες, συμφορές, καταστροφές, θάνατος), ἔπειτα ξεκάθαρα λέει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἔφτιαξε κακὸ στὸν κόσμο. Πῶς ἐξάλλου εἶναι δυνατὸν ὁ Πανάγαθος Θεὸς νὰ ἔφτιαξε κάτι κακό; «Ὅλως μὴ Θεὸν αἴτιον ἡγοῦ τῆς ὑπάρξεως τοῦ κακοῦ», σὲ καμιὰ περίπτωση μὴ θεωρήσεις τὸν Θεὸ αἴτιο τῆς ὑπάρξεως τοῦ κακοῦ, τονίζει ὁ ἱερὸς Πατήρ.
Τὸ κακὸ ὑπάρχει, ἐξηγεῖ, ἀπὸ τὸ αὐτεξούσιον τοῦ ἀνθρώπου, τὴ θέλησή του νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ἡ ζωὴ καὶ ἡ πηγὴ κάθε ἀγαθοῦ.
Ἐν τούτοις, κάποτε ὁ Θεὸς παραχωρεῖ νὰ συναντήσουν τὸν ἄνθρωπο αὐτὰ ποὺ θεωροῦμε Θλιβερά, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι συν­έπειες τοῦ ὄντως κακοῦ, τῆς ἁμαρτίας.
Καὶ τὸ κάνει αὐτὸ ὁ Θεός, ἐξηγεῖ καὶ πάλι ὁ Μ. Βασίλειος, «πρὸς τὸ συμφέρον», «ἐπὶ διορθώσει τῶν πλημμελημάτων», καθότι ὅλα αὐτὰ τὰ δεινὰ «τῆς κακίας τὴν αὔξησιν περικόπτουσι».
Ὁ ἄνθρωπος ταπεινώνεται ἀπὸ τὴν ἑωσ­φορική του ἀλαζονεία καὶ συστέλλεται, ὁδηγεῖται σὲ ἐπίγνωση καὶ μετάνοια. Συν­επῶς, καταλήγει ὁ ἱερὸς Πατήρ, μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ δεινὰ ὁ Θεὸς ἀναιρεῖ τὸ ὄντως κακό, ποὺ εἶναι ἡ ἁμαρτία.
Ἐπιπλέον, μὲ τὸ νὰ εἶναι οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς, βασιλεῖς καὶ ἄρχοντες καὶ μεγιστάνες, σὲ περίοπτη θέση, γίνονται πρότυπα καὶ ὑποδείγματα ζωῆς ἀπὸ τὸν πολὺ λαό.
Ἂν λοιπὸν αὐτοὶ ἀλαζονεύονται καὶ ἀδικοῦν, καὶ παρὰ ταῦτα μένουν ἀτιμώρητοι, αὐτὸ ὁπωσδήποτε θὰ παρακινήσει πολλοὺς νὰ ἀκολουθήσουν τὸν ἴδιο δρόμο, μὲ τὴν ἰδέα μάλιστα ὅτι δὲν ὑπάρχει κανένας Θεός, καμιὰ δικαιοσύνη ὑπέρτερη τοῦ δικαίου τοῦ ἰσχυροτέρου, οὐσιαστικὰ δηλαδὴ αὐτοῦ ποὺ ὀνομάζουμε «νόμο τῆς ζούγκλας». Ὅμως ἔτσι ποῦ θὰ ὁδηγηθεῖ ἡ κοινωνία μας;
Δύο καλὰ συνεπῶς προξενεῖ ὁ Θεὸς μὲ τὴν παραχώρηση δεινῶν στοὺς ἀσεβεῖς ἰσχυρούς: Πρῶτον, περιστέλλει τὴν ἀσέβειά τους καὶ δεύτερον, καταστέλλει διαθέσεις ἀδικίας καὶ κινήσεις ἀποστασίας ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀκριβῶς μετανοοῦν, ἐπειδὴ βλέπουν καὶ κατανοοῦν πῶς ἐργάζεται ὁ Θεὸς στὸν κόσμο.
Οἱ Χριστιανοί, ζώντας στὴν ἐποχὴ τῆς Χάριτος, ἔχουμε χρέος, σύμφωνα μὲ τὴν ἐπιταγὴ τοῦ ἀποστόλου Παύλου, νὰ εὐ­χόμαστε ἀγαθὰ «ὑπὲρ πάντων τῶν ἐν ὑπεροχῇ ὄντων» (Α΄ Τιμ. β΄ 2).
Παραλλήλως ὅμως, ὅταν βλέπουμε τὶς συνέπειες τῆς ἀποστασίας ἀπὸ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τότε καταλαβαίνουμε τί σημαίνει τὸ «πρόσθες αὐτοῖς κακά, Κύριε» καὶ αὐτὸ μᾶς γίνεται ἀφορμὴ ἀκόμα περισσότερο νὰ εὐλογοῦμε καὶ νὰ δοξάζουμε τὴν ἄπειρη Φιλανθρωπία Του, ἡ ὁποία ὅ,τι ἐπιτρέπει, τὸ ἐπιτρέπει πρὸς τὸ ἀληθινὸ καὶ αἰώνιο συμφέρον μας.

(Ο 'Σωτήρ'', 18 Απρ 2016)
https://proskynitis.blogspot.com/

Λίγο λάδι...




Τὶ ῥαθυμεῖς ἀθλία ψυχή μου;τὶ φαντάζη ἀκαίρως μερίμνας ἀφελεῖς;
τὶ ἀσχολεὶς πρὸς τὰ ῥέοντα;ἐσχάτη ὥρα ἐστὶν ἀπάρτι, καὶ χωρίζεσθαι μέλλομεν τῶν ἐνταῦθα,
ἕως καιρὸν κεκτημένη, ἀνάνηψον κράζουσα.
Ἡμάρτηκά σοὶ Σωτήρ μου,μὴ ἐκκόψης με, ὥσπερ τὴν ἄκαρπον συκήν,
ἀλλ' ὡς εὔσπλαγχνος Χριστέ, κατοικτείρησον,φόβω κραυγάζουσαν.
Μὴ μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ.
«Γρηγορείτε και προσεύχεσθε» (Μάρκ.14,38)
Ιδού ο νυμφίος έρχεται...

https://proskynitis.blogspot.com/

ΞΥΠΝΑ, ΨΥΧΗ ΜΟΥ. ΣΗΚΩ ΠΑΝΩ!




ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΡΙΤΗΣ
«Τί ραθυμεῖς, ἀθλία ψυχή μου; Τί φαντάζῃ ἀκαίρως μερίμνας ἀφελεῖς; Τί ἀσχολεῖ πρός τά ρέοντα;… ἕως καιρόν κεκτημένη, ἀνάνηψον κράζουσα. Ἡμάρτηκά σοι, Σωτήρ μου…» (Από τον οίκο του συναξαρίου).
(Γιατί ζεις ράθυμα, άθλια ψυχή μου; Γιατί φαντάζεσαι χωρίς λόγο  μάταιες φροντίδες; Γιατί ασχολείσαι (παθολογικά) με τα πρόσκαιρα πράγματα;… Όσο έχεις καιρό, ξύπνα και σήκω πάνω, κραυγάζοντας: αμάρτησα, Σωτήρα μου…).
Το παραπάνω τμήμα του οίκου του συναξαρίου αφορμάται κυρίως από το τι προβάλλει η Εκκλησία μας τη συγκεκριμένη ημέρα: την παραβολή των δέκα παρθένων (αλλά επίσης  και την παραβολή των ταλάντων και την παραβολή της τελικής κρίσεως – ό,τι αναγινώσκεται επ’ εκκλησίαις ως ευαγγελικό ανάγνωσμα κατά τον εσπερινό). Όπως δέκα ήταν οι παρθένες που πρόσμεναν τον νυμφίο, αλλά οι πέντε μόνον χαρακτηρίστηκαν φρόνιμες γιατί φρόντισαν να είναι έτοιμες σε περίπτωση αργοπορίας του (όπως και συνέβη), έτσι κι εμείς, κατά τον υμνογράφο: ενόψει της απώλειας της εισόδου μας στον νυμφώνα του Χριστού («μή μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ») θα πρέπει να βρισκόμαστε σε κατάσταση διαρκούς εγρήγορσης και επαγρύπνησης, ώστε την ώρα της παρουσίας Του (είτε κατά τη Δευτέρα Παρουσία Του είτε κατά την ώρα της κλήσεώς Του για να φύγουμε από τον κόσμο τούτο είτε κατά την ώρα που μας καλεί με οποιοδήποτε τρόπο κυρίως μέσα από τη σχέση με τους συνανθρώπους μας) εμείς να είμαστε ε κ ε ί, με τα μάτια ανοιχτά για να δούμε το δικό Του πρόσωπο και να διαβάσουμε τη δική Του εμφάνεια.
Το ουσιαστικό πρόβλημα κατά τον υμνογράφο μας, που εμποδίζει την ετοιμότητα ανταπόκρισής μας στην όποια κλήση και εμφάνιση του Χριστού, είναι η ραθυμία. Γι’ αυτό και επανειλημμένως στην ακολουθία της ημέρας  επανέρχεται με έντονο τρόπο στο θέμα αυτό. «Ραθυμίαν ἄπωθεν ἡμῶν βαλώμεθα» (ας απομακρύνουμε μακριά μας τη ραθυμία) ακούμε για παράδειγμα στην ογδόη ωδή του κανόνα, όπως και λίγο παρακάτω στους αίνους: «Ὁ τῇ ψυχῆς ραθυμίᾳ νυστάξας, οὐ κέκτημαι, νυμφίε Χριστέ, καιομένην λαμπάδα τήν ἐξ ἀρετῶν, καί νεάνισιν ὡμοιώθην μωραῖς, ἐν καιρῷ τῆς ἐργασίας ρεμβόμενος» (Εγώ που νύσταξα από τη ραθυμία της ψυχής, νυμφίε Χριστέ, δεν έχω αναμμένη λαμπάδα από αρετές και έγινα όμοιος με τις μωρές νέες, καθώς κατά τον καιρό της εργασίας (δηλαδή τη ζωή μου σ’ αυτόν τον κόσμο) ρέμβαζα).
Τι είναι λοιπόν η ραθυμία που προκαλεί τόσο καταστροφικά για την ψυχή αποτελέσματα; Η κατάσταση κατά την οποία ο άνθρωπος ασχολείται με οτιδήποτε άλλο στη ζωή του εκτός από το πιο σπουδαίο και σημαντικό: να πορεύεται κατά το θέλημα του Δημιουργού Του Θεού, να εργάζεται δηλαδή το κτίσιμο της ψυχής του διά της εργασίας των εντολών του Θεού, ώστε να υπάρχει χώρος στην καρδιά του να ζει το Πνεύμα του Θεού. Πρόκειται για την κατάσταση της αργίας, της ελλείψεως ενδιαφέροντος για την πρώτη προτεραιότητα του βίου στον χριστιανό, την άρνησή του δηλαδή να αποδεχτεί την προτροπή και εντολή του Κυρίου «ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην Αὐτοῦ καί ταῦτα πάντα (όλα δηλαδή τα ανθρώπινα) προστεθήσεται ὑμῖν».
Διότι η προτεραιότητα πράγματι για έναν πιστό χριστιανό με επίγνωση της κλήσεώς του είναι το «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς καί ἐξ ὅλης τῆς καρδίας καί ἐξ ὅλης τῆς διανοίας καί ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος, καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» - ό,τι προτρέπει και ο απόστολος Παύλος «μετά φόβου καί τρόμου τήν ἑαυτῶν σωτηρίαν κατεργάζεσθε». Και γιατί υπάρχει αυτή η ραθυμία και η ανεμελιά και η αργία για τα πιο σημαντικά; Διότι ο άνθρωπος ρέπει επί τα πονηρά και αφήνεται στην εργασία της καλλιέργειας των παθών του, δηλαδή του εγωισμού του, με όλα τα παρακλάδια του, της φιληδονίας, της φιλαργυρίας και της φιλοδοξίας. Οπότε λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι: με ό,τι ασχολείται και με ό,τι κυριαρχεί μέσα του, αυτό και γίνεται. «Οὐδείς δύναται δυσίν κυρίοις δουλεύειν». «Ὅπου ὁ θησαυρός ὑμῶν ἐκεῖ καί ἡ καρδία ὑμῶν ἔσται» (ὁ Κύριος).
Ο άγιος υμνογράφος επισημαίνει όμως και κάτι άλλο εξίσου σημαντικό, το οποίο νομίζουμε πως συνιστά εμπειρία των περισσοτέρων δυστυχώς από εμάς τους χριστιανούς. Μιλώντας για τη ραθυμία αποκαλύπτει και το συνοδευτικό αυτής που είναι η φαντασία για άκαιρες μάταιες φροντίδες και για μάταια πράγματα. Όταν δηλαδή κανείς ραθυμεί και δεν βρίσκεται στην πορεία της εργασίας των εντολών του Κυρίου, τότε αρχίζει και ονειροπολεί με μάταιους λογισμούς˙ η φαντασία του οργιάζει και οδηγεί σε πράγματα που δεν συνιστούν τον ρεαλισμό της πνευματικής ζωής: να ζει ο άνθρωπος τη ζωντανή παρουσία του Θεού. Παραπονιόμαστε συχνά οι άνθρωποι για την ταλαιπωρία των λογισμών μας, ότι μας φέρνουν πολλές φορές σε κατάσταση που δεν αντέχουμε, ότι μας δημιουργούν άγχη και στενοχώριες, ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε ελεύθερα. Κι είναι αλήθεια: οι μάταιοι λογισμοί της φαντασίας κύριο γνώρισμα έχουν τον φόβο και τη δειλία, όπως το επισημαίνει και ο αγιογραφικός λόγος «λογισμοί ανθρώπων πάντες δειλοί και μάταιοι».
Λοιπόν, ο εκκλησιαστικός ποιητής είναι σαφής. Δεν πρόκειται ποτέ να ξεφύγουμε από αυτούς – είναι το τίμημα της μικρής ή μεγάλης διαγραφής του Θεού από τη ζωή μας -  αν δεν «ανανήψουμε» και δεν μετανοήσουμε: «Αμάρτησα, Σωτήρα μου». Και τι σημαίνει ανάνηψη και μετάνοια; Να πάρω στα σοβαρά στη ζωή μου τον ενσαρκωμένο Θεό τον Ιησού Χριστό. Να τον θέσω ως θεμέλιο της ζωής μου, δηλαδή ό,τι σκέπτομαι και λέω και κάνω να είναι στηριγμένο επάνω σ’ Εκείνον και στις άγιες εντολές Του. Είναι μία πρόκληση για πείραμα και σ’ εμάς τους ίδιους. Ό,τι βλέπουμε στους αγίους μας που βίωναν το θέλημα του Θεού – δεν το άκουγαν μόνον ή δεν το διάβαζαν μόνον – αυτό να κάνουμε κι εμείς: να μπούμε σε πορεία του «απλώματός» μας στην ευρυχωρία του λόγου Του.
Στη συναρπαστική αλλά και σκληρή αυτή διαδικασία («διά τούς λόγους τῶν χειλέων Σου ἐγώ ἐφύλαξα ὁδούς σκληράς») θα δούμε πράγματι το σωτήριο αποτέλεσμα: αφενός την απαλλαγή μας από κάθε πονηρό και δύσκολο λογισμό φαντασίας που μας ταλαιπωρεί· αφετέρου την πλημμύρα μέσα μας των καλών και ουράνιων λογισμών που καθιστούν μ’ έναν παράδοξο τρόπο παράδεισο την καρδιά μας – «ἡ ἐντός ἡμῶν Βασιλεία» θα αρχίζει να ενεργοποιείται. Άλλωστε η πορεία μας ως χριστιανών, για να το θυμηθούμε και πάλι, είναι πορεία «διά πίστεως καί οὐ δι’ εἴδους». Πατάμε στη γη αλλά το κέντρο βάρους μας είναι ο Ουρανός. 

https://pgdorbas.blogspot.com/

ΜΗ ΜΕΙΝΩΜΕΝ ΕΞΩ ΤΟΥ ΝΥΜΦΩΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ!



 

ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΡΙΤΗΣ
 «Τήν ὥραν, ψυχή, τοῦ τέλους ἐννοήσασα, καί τήν ἐκκοπήν τῆς συκῆς δειλιάσασα, τό δοθέν σοι τάλαντον φιλοπόνως ἔργασαι, ταλαίπωρε, γρηγοροῦσα καί κράζουσα. Μή μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ».
       1. Τό παραπάνω κοντάκιο τῆς Μ. Τρίτης σέ λίγες γραμμές μᾶς θέτει στήν πορεία τῆς ἀληθινῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς. «Μή μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ»: μᾶς καλεῖ ὁ ὑμνογράφος, δηλαδή ἡ ᾽Εκκλησία μας, νά μή μείνουμε ἔξω ἀπό τό νυμφώνα τοῦ Χριστοῦ. Ποιός εἶναι ὁ νυμφώνας; Μά ὁ ἴδιος ὁ Χριστός καί ἡ σχέση μας μαζί Του. ᾽Εκεῖνος εἶναι ὁ νυμφίος καί ὁ κάθε πιστός ἡ νύμφη ψυχή. Σκοπός μας εἶναι ἀκριβῶς νά παραμένουμε πάντοτε ἑνωμένοι μαζί Του, ὅπως συμβαίνει στή σχέση τοῦ νυμφίου μέ τή νύμφη. Αὐτό συνιστᾶ καί τόν Παράδεισο καί τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γι᾽ αὐτό ἄλλωστε καί ἦλθε καί ἔγινε ἄνθρωπος: νά μᾶς παραλάβει καί νά μᾶς ἐνσωματώσει στό ἅγιο Σῶμα Του, τήν ᾽Εκκλησία. Νά μᾶς κάνει κλαδιά στό δέντρο πού εἶναι ᾽Εκεῖνος. «᾽Εγώ εἰμι ἡ ἄμπελος, ὑμεῖς τά κλήματα». Ὁ κάθε πιστός συνιστᾶ, μετά τό ἅγιο βάπτισμά Του, μέ τό ὁποῖο ἐνδύθηκε τόν Χριστό, μιά προέκταση ᾽Εκείνου, μιά ἄλλη παρουσία Του μέσα στόν κόσμο.
       Ποιά εἶναι ἡ ἀγωνία λοιπόν τοῦ πιστοῦ, γιά νά μή μένει ἐκτός νυμφῶνος; Νά διακρατεῖ τό ἔνδυμα πού ἐνδύθηκε στό βάπτισμα, τόν ἴδιο τόν Χριστό, καθαρό καί ἀρρύπωτο. «Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε». Αὐτός εἶναι καί ὁ σκοπός ὅλης τῆς χριστιανικῆς ζωῆς: «Νά κρατήσουμε τήν καθαρότητα τοῦ ἁγίου βαπτίσματος» (ἀββᾶς Μάρκος ὁ ἀσκητής), δηλαδή «νά κρατήσουμε τό ἅγιον Πνεῦμα στή ζωή μας, μέ τό ὁποῖο γίναμε χριστιανοί» (ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ). Ἡ πραγματικότητα ὅμως τῆς ζωῆς ἔρχεται πολύ συχνά καί ἀναιρεῖ αὐτήν τήν ἐπιθυμία. Ἡ ἀγωνία μή καί ρυπωθεῖ τό ἔνδυμα, μή δηλαδή  καί χάσουμε τόν Χριστό, γίνεται πράξη. Κι αὐτό ἐκφράζει καί ὁ ὑμνωδός στό γνωστό ἐξαποστειλάριο τῶν ἡμερῶν: «Τόν νυμφῶνα σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον, καί ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω εἰς αὐτόν»! Δυστυχῶς, ἡ καθημερινότητα μᾶς ὁδηγεῖ συχνά σέ λήθη, σέ λησμονιά τῶν ὑποσχέσεών μας κατά τό βάπτισμα, καί «ξεσκίζουμε» κυριολεκτικά τό ἔνδυμα πού ἐλάβαμε, μέ τίς πολυποίκιλες ἁμαρτίες μας. Πότε ἡ φιληδονία μας, πότε ἡ φιλαργυρία μας, πότε ἡ φιλοδοξία μας, τά κεντρικά αὐτά πάθη πού πηγάζουν ἀπό τή ρίζα ὅλων τῶν κακῶν, τή φιλαυτία, μᾶς κάνουν νά χάνουμε αὐτό πού θά᾽πρεπε νά εἶναι ἡ προτεραιότητα τῆς ζωῆς μας. «Ζητεῖτε πρῶτον τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ᾽»(ὁ Κύριος). «Ἡγοῦμαι πάντα σκύβαλα εἶναι, ἵνα Χριστόν κερδήσω» (ἀπ. Παῦλος). 
     2. Τί εἶναι ἐκεῖνο πού θά μποροῦσε νά μᾶς βοηθήσει νά μή ξεφεύγουμε ἀπό τήν προτεραιότητά μας αὐτή; Οἱ ἅγιοί μας βεβαίως, στηριγμένοι στά εὐαγγελικά λόγια, μᾶς ὑπενθυμίζουν: νά μήν ἐκπίπτουμε ἀπό τήν ἀγάπη μας πρός τόν Κύριο. Νά ὑποκαίουμε πάντοτε τήν καρδιά μας πρός Αὐτόν πού εἶναι ὁ Δημιουργός μας, ὁ συντηρητής μας, ὁ κριτής μας, κυρίως ὅμως ὁ νυμφίος ἀκριβῶς τῆς ζωῆς μας. ᾽Εκεῖνος μᾶς τό ζητᾶ διαρκῶς: «Μείνατε ἐν τῇ ἀγάπῃ τῇ ἐμῇ»! «Ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τόν λόγον μου τηρήσει». Ἡ ἀγάπη μας λοιπόν πρός τόν Κύριο εἶναι ἐκεῖνο πού φυσιολογικά θά ἔπρεπε νά μᾶς κρατᾶ σ᾽ αὐτήν τή χαρισματική κατάσταση. Ὅμως, ἐπειδή δέν συμβαίνει συχνά αὐτό, οἱ ἅγιοί μας μᾶς ὑπενθυμίζουν ὅτι μποροῦμε νά βρισκόμαστε σ᾽αὐτήν τήν ἐγρήγορση πού ζητᾶ ὁ Κύριος, καί μέ χαμηλότερα μέσα καί μέ λιγότερο χαρισματικούς λογισμούς, πάντοτε ὅμως μέ τήν ἐπίγνωση ὅτι δέν βρισκόμαστε στήν κανονική κατάσταση: δηλαδή μέ τήν αἴσθηση τοῦ θανάτου καί μέ τό φόβο τῆς κολάσεως. Εἶναι αὐτό ἀκριβῶς πού μᾶς ὑπενθυμίζει καί ὁ ὑμνογράφος τοῦ κοντακίου: «τήν ὥραν, ψυχή, τοῦ τέλους ἐννοήσασα καί τήν ἐκκοπήν τῆς συκῆς δειλιάσασα». Εἶναι τό ἴδιο πού μᾶς καλεῖ καί ὁ ἅγιος ᾽Ανδρέας Κρήτης στό Μεγάλο Κανόνα: «Ψυχή μου, ψυχή μου, ἀνάστα, τί καθεύδεις; Τό τέλος ἐγγίζει καί μέλλεις θορυβεῖσθαι»! Οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς θυμίζουν γενικότερα ὅτι μέ τρεῖς τρόπους μπορεῖ ἕνας πιστός νά διακρατεῖται στό θέλημα τοῦ Θεοῦ: μέ τό φόβο (ἡ κατάσταση τοῦ δούλου), μέ τήν προσμονή τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ (ἡ κατάσταση τοῦ μισθωτοῦ) καί μέ τήν ἀγάπη (ἡ κατάσταση τοῦ υἱοῦ). Ἡ τελευταία, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ἡ φυσιολογική, ἀλλά καί τούς ἄλλους δέν τούς ἀπορρίπτει ὁ ἀγαθός Πατέρας μας.
     3. Σέ ὅποια κατάσταση λοιπόν καί ἄν βρισκόμαστε, τό ζητούμενο εἶναι νά εἴμαστε σέ ἐγρήγορση γιά νά μή χάνουμε τή ζωντανή σχέση μας μέ τόν Χριστό, τό νυμφίο τῆς ψυχῆς μας. Κι αὐτό πού καλούμαστε συγκεκριμένα νά κάνουμε εἶναι νά ἐργαζόμαστε τό τάλαντο πού μᾶς δόθηκε, δηλαδή νά ἐνεργοποιοῦμε τά χαρίσματα πού λάβαμε κατά τό ἅγιο βάπτισμα καί τό χρίσμα μας. Ἡ ἐνεργοποίηση αὐτή – πορεία στήν πραγματικότητα πάνω στίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ - φέρνει μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τούς καρπούς πού πρέπει νά ἔχουμε ὡς κλήματα στό ἀμπέλι τοῦ Χριστοῦ. Κι αὐτοί οἱ καρποί δέν εἶναι ἄλλοι ἀπό αὐτούς πού μᾶς ἀναφέρει ὁ ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Γαλάτας ἐπιστολή: «Ὁ δέ καρπός τοῦ πνεύματός ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, ἀγαθωσύνη, χρηστότης, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια». Ὅπου ἐπισημαίνουμε τήν παρουσία αὐτῶν τῶν καρπῶν, σημαίνει ὅτι ψηλαφοῦμε τήν παρουσία τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἄρα τή ζωντανή σχέση μας μέ τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό. Ὅπου ἀπουσιάζουν, σημαίνει ὅτι ἐκεῖ δέν ὑπάρχει παρουσία Χριστοῦ, ἔστω κι ἄν ὑπάρχει ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός Του. Βρισκόμαστε ἐκτός νυμφῶνος! «Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, ἀλλ᾽ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ πέμψαντός με Πατρός»!
     Αὐτή ἡ ἐργασία εἶναι ἡ προτεραιότητα τῆς ζωῆς ἑνός χριστιανοῦ καί γι᾽ αὐτό ἀπαιτεῖται φιλοπονία. Ἡ ἐπίγνωση τῆς δωρεᾶς πού μᾶς δόθηκε - νά εἴμαστε πιά μέλη Χριστοῦ καί νά Τόν φανερώνουμε - κατά φυσικό τρόπο κάνει ἕναν ἐν ἐπιγνώσει Χριστιανό νά «ἐργάζεται» ὄχι ράθυμα καί χαλαρά, ἀλλά μέ φιλοπονία. Ὅσο συνειδητοποιεῖ ἕνας πιστός τήν πραγματικότητα αὐτή, τόσο καί θά ἐπεκτείνεται πρός τόν Χριστό, πού σημαίνει θά ἀνοίγεται πρός τό συνάνθρωπό του ἐν ἀγάπη, καί ἄρα ἀπό ἐδῶ θά βιώνει τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ!

https://pgdorbas.blogspot.com/

"Μη μείνωμεν έξω του νυμφώνος Χριστού". Θεολογικό σχόλιο στη Μεγάλη Τρίτη




Του ΛΑΜΠΡΟΥ ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού
«Τη αγία και μεγάλη Τρίτη της των δέκα παρθένων παραβολής, της εκ του ιερού Ευαγγελίου, μνείαν ποιούμεθα». Αυτό είναι το συναξάρι της δεύτερης ημέρας της Μεγάλης Εβδομάδος. Ο Νυμφίος της Εκκλησίας και της ψυχής μας, «ο ωραίος κάλλει παρά πάντας βροτούς», οδεύει προς το εκούσιο Πάθος Του, καλώντας κοντά Του όλους εμάς τους πιστούς Του, για να μας κάνει κοινωνούς των σωτηριωδών παθημάτων Του και του θριάμβου της Αναστάσεώς Του.
      Οι θείοι Πατέρες όρισαν την αγία αυτή ημέρα να θυμηθούμε μια από τις πιο παραστατικές και διδακτικές παραβολές του Κυρίου μας: την παραβολή των Δέκα Παρθένων. Κι’ είχαν το σκοπό τους. Η συνοδοιπορία με το Χριστό μας προς το Θείο Πάθος δεν θα πρέπει να είναι τυπική και απλά συναισθηματική, αλλά θα πρέπει να είναι ολοκληρωτική συμμετοχή στην εν Χριστώ πορεία και να συνοδεύεται από οντολογική αλλαγή  του είναι μας.  Η ενθύμηση της παραβολής των δέκα παρθένων είναι μια άριστη πνευματική άσκηση για να μην διαφεύγει από τη σκέψη μας η επερχόμενη μεγάλη, επιφανής και συνάμα φοβερή ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου μας. 
      Την παραβολή των δέκα Παρθένων διασώζει ο ευαγγελιστής Ματθαίος στο 25ο  κεφάλαιο του Ευαγγελίου του. Με την ευκαιρία μιας καταπληκτικής εσχατολογικής ομιλίας Του ο Κύριος είπε και την εξής παραβολή: Η Βασιλεία των ουρανών μοιάζει με δέκα παρθένες οι οποίες αφού πήραν μαζί τους τα λυχνάρια τους πήγαν να υποδεχθούν τον νυμφίο. Πέντε από αυτές ήταν σώφρονες και φρόντισαν να έχουν μαζί τους απόθεμα λαδιού για τα λυχνάρια τους, ενώ οι άλλες πέντε ήταν ανόητες και δεν φρόντισαν να έχουν μαζί τους το αναγκαίο απόθεμα λαδιού. Επειδή δε αργούσε ο νυμφίος και η νύχτα προχωρούσε έπεσαν να κοιμηθούν. Τα μεσάνυχτα ακούστηκε μια γοερή κραυγή η οποία ανήγγειλε τον ερχομό του νυμφίου. Οι παρθένες σηκώθηκαν για να προαπαντήσουν τον νυμφίο. Οι μεν σώφρονες παρθένες, οι οποίες είχαν απόθεμα λαδιού άναψαν τα λυχνάρια τους και περίλαμπρες περίμεναν την είσοδο του νυμφίου, για να μπουν μαζί του στη λαμπρή γαμήλια χαρά. Οι δε μωρές ξύπνησαν αιφνιδιασμένες και μη μπορώντας να ανάψουν τα λυχνάρια τους, ζητούσαν απεγνωσμένα από τις σώφρονες να τους δώσουν λίγο λάδι από το δικό τους. Εκείνες τους απάντησαν πως μόλις αρκεί για τα δικά τους τα λυχνάρια και καλά θα κάνουν να πάνε να αγοράσουν. Οι ανόητες παρθένες έτρεξαν, καταμεσής της νύχτας, να αγοράσουν λάδι, αλλά εν τω μεταξύ ο νυμφίος έφθασε και μπήκε στο χώρο του γάμου με τις πέντε φρόνιμες παρθένες και η πόρτα έκλεισε ερμητικά και οριστικά. Οι ανόητες παρθένες έφθασαν καθυστερημένες και άρχισαν να φωνάζουν: Κύριε, Κύριε άνοιξέ μας. Αυτός τους απάντησε αλήθεια σας λέγω πως δεν σας γνωρίζω. Έμειναν τελικά έξω του νυμφώνος. Έκλεισε την παραστατική αυτή παραβολή του ο Κύριος με την εξής σωτήρια προτροπή: «Γρηγορείτε ουν, ότι ουκ οίδατε την ημέραν ουδε την ώραν εν η ο Υιός του ανθρώπου έρχεται»  (Ματθ. 25,13 ) και «γρηγορείτε ουν΄ ουκ οίδατε γαρ πότε ο κύριος της οικίας έρχεται, οψέ ή μεσονυκτίου ή αλεκτροφωνίας ή πρωί΄ μη ελθών εξαίφνης εύρη υμάς καδεύδοντας» (Μάρκ. 13,35).
         Η παραβολή αυτή έχει ως σκοπό να θυμίσει στους πιστούς πως η Δευτέρα και ένδοξη Παρουσία του Κυρίου θα γίνει ξαφνικά, θα έρθει «ως κλέπτης εν νυκτί» (Α΄ Θεσ. 5,2). Γι’ αυτό θα πρέπει οι πιστοί να είναι πάντοτε, ανά πάσα στιγμή έτοιμοι, για την υποδοχή Του, διαφορετικά θα μείνουν έξω από τη βασιλεία του Θεού και θα χαθούν. Αυτή η ζωή είναι το στάδιο προετοιμασίας μας για την αιωνιότητα. Αν δεν αν δεν αλλάξουμε πορεία ζωής, αν δεν υπερβούμε τον πτωτικό και αμαρτωλό εαυτό μας, αν δεν εφοδιάσουμε την ψυχή μας με ουράνιους θησαυρούς, αν δεν στολιστούμε με αρετές και δε συνταχθούμε οντολογικά με το Σωτήρα Χριστό είναι σίγουρο ότι θα βρεθούμε εκείνη τη φοβερή ημέρα της Κρίσεως έξω από την ατέρμονη Βασιλεία του Θεού, προορισμένοι για την αιώνια κόλαση, όπου «εκεί έσται ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων» (Λουκ. 13,28). Τότε, διαβεβαίωσε ο Κύριος, εσείς οι ασεβείς, με φόβο και με ανείπωτο τρόμο, «όψησθε Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ και πάντας τους προφήτας εν τη βασιλεία του Θεού, υμάς δε εκβαλλομένους έξω» (Λουκ. 13,28). Τρομερό πραγματικά να φαντάζεται κάποιος αυτή την πραγματικότητα, πόσο μάλλον να τη βιώσει κιόλας!    
     Έτσι οι θείοι Πατέρες έκριναν σκόπιμο να αφιερώσουν μια ημέρα της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος στην ανάμνηση της εσχατολογικής αυτής παραβολής των δέκα παρθένων. Το κατανυκτικό κλίμα αυτών των αγίων ημερών είναι η καλλίτερη στιγμή για να υπενθυμίσει η αγία μας Εκκλησία στους πιστούς το φοβερό και απρόοπτο της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου. Επίσης  η εγρήγορση είναι συνυφασμένη με το Πάθος του Θεανθρώπου. Ο Ίδιος ο Κύριος κατά τη δραματική νύκτα της συλλήψεως Του στον κήπο της Γεθσημανή τόνιζε στους μαθητές του «Γρηγορείτε και προσεύχεσθε» (Μάρκ. 14,38)!
       Μέσα στην κατανυκτική ατμόσφαιρα της Μεγάλης Εβδομάδος η μνεία της Δευτέρας Παρουσίας και η ανάγκη της συνεχούς ετοιμασίας για την τρομερή εκείνη ημέρα, είναι επιτακτική. Ο επίγειος βίος μας είναι καθοριστικός για τον επέκεινα της ζωής αυτής προορισμού μας. Οι φρόνιμες παρθένες φρόντισαν να είναι έτοιμες για την υποδοχή του Νυμφίου, σε αντίθεση με τις μωρές και νωθρές παρθένες, οι οποίες είχαν διασπάσει την προσοχή τους σε άλλες δευτερευούσης σημασίας έννοιες και δεν φρόντισαν να έχουν τα απαραίτητα εφόδια για την υποδοχή του Νυμφίου και να εξασφαλίσουν την είσοδό τους στη λαμπρή γαμήλια ευφροσύνη.
       Οι παρθένες συμβολίζουν τις ψυχές μας και η προμήθεια λαδιού για το λυχνάρι είναι ο επίγειος συνεχής αγώνας για να κάνουμε το θέλημα του Θεού, να κάνουμε έργα ευποιίας, να παραμερίζουμε από την ύπαρξή μας συνεχώς όλα εκείνα τα στοιχεία που είναι παρείσακτα στη φύση μας και αντιστρατεύονται την πνευματική μας πρόοδο και τελείωση. Το λυχνάρι είναι η παρρησία μας μπροστά στο Θεό. Οι φρόνιμες παρθένες συμβολίζουν  της αγαθής προαιρέσεως ψυχές, οι οποίες ζουν αδιάκοπα την λαχτάρα της ένωσής τους με το Νυμφίο της Εκκλησίας, τον σωτήρα Χριστό. Γι’ αυτό αγωνίζονται αέναα να αποκτούν αρετές και πνευματική προκοπή και να περιθωριοποιούν όλα εκείνα τα στοιχεία, τα οποία αντιστρατεύονται την ένωσή τους με το Θεό. Οι μωρές παρθένες συμβολίζουν τις ράθυμες, αδιάφορες και εν πολλοίς εχθρικά προς το Χριστό διατελούσες ψυχές. Είναι εκείνες οι ψυχές οι οποίες απορροφημένες από την υλιστική ευδαιμονία, αδιαφορούν για την πνευματική πρόοδο και την εν Χριστώ σωτηρία. 
         Το φοβερό γεγονός της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου θα γίνει, όπως αναφέραμε ξαφνικά και σε χρόνο ανύποπτο και θα πληρώσει με χαρά ανείπωτη τις φρόνιμες και αγαθές ψυχές και θα φέρει φόβο και αγωνία τις μωρές ψυχές. Οι μεν πρώτες θα επιβραβευτούν για την σώφρονα στάση τους και θα εισέλθουν στην ατέρμονη βασιλεία του Θεού, ενώ οι δεύτερες εξ’ αιτίας της αμέλειά τους θα αποκλειστούν από τη βασιλεία του Θεού και θα βυθισθούν στην κατάσταση της παντοτινής λύπης και της τιμωρίας, «εις το πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού» (Ματθ. 25,41). 
       Η παραβολή των δέκα παρθένων μας διδάσκει επίσης το αναπάντεχο της Δευτέρας Παρουσίας του Κυρίου, αλλά και το αναπάντεχο του θανάτου μας. Έσχατα για τον κάθε πιστό είναι η στιγμή του θανάτου του, διότι με τον ερχομό του θανάτου παγιώνεται δια παντός και αιωνίως η κατάστασή μας. Είναι βασική διδασκαλία της Εκκλησίας μας, πως «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια». Ο ιερός Χρυσόστομος τόνισε πως «Μη τοίνυν απλώς κλαίωμεν τους αποθανόντας, αλλά τους εν αμαρτίαις. Ούτοι θρήνων άξιοι, ούτοι κοπετών και δακρύων. Ποία γαρ ελπίς, είπε μοι, μετά αμαρτημάτων απελθείν, ένθα ουκ εστίν αμαρτήματα αποδύσασθαι; Έως μεν γαρ ώσιν Ενταύθα, ίσως ην προσδοκών πολλή, ότι μεταβαλούνται, ότι βελτίους έσονται. Αν δε απέλθωσι εις τον άδην ένθα ουκ εστίν από μετανοίας κερδάναί τι (εν γαρ τω Άδη φησί τις εξομολογήσεταί σοι;) πως ου θρήνων άξιοι;». Το γεγονός του θανάτου είναι το πλέον ενδεχόμενο στη φύσης μας και συνήθως το πλέον απρόοπτο γεγονός. Αν αμελήσουμε μπορεί να μας βρει ο θάνατος απροετοίμαστους και άρα προορισμένους για την αιώνια κόλαση! 
         Η υμνολογία της Αγίας και Μεγάλης Τρίτης είναι και αυτή καταπληκτική, όπως ολόκληρης της Μ. Εβδομάδος. Η ακολουθία του Όρθρου, η οποία, όπως είπαμε ψάλλεται τη Μ. Δευτέρα το βράδυ, για να μπορούν να την παρακολουθούν οι εργαζόμενοι πιστοί, αρχίζει με το γνωστό κατανυκτικό τροπάριο «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται εν τω μέσω της νυκτός…». Ακολουθούν τα υπέροχα καθίσματα, ποιήματα του μεγάλου Ρωμανού του Μελωδού, «Τον Νυμφίον αδελφοί αγαπήσωμεν…», «Βουλευτήριον, Σωτήρ, παρανομίας κατά σου…» και το υπέροχο τροπάριο «Ο Ιούδας τη γνώμη φιλαργυρεί κατά του διδασκάλου ο δυσμενής…». Ακολουθεί η ευαγγελική περικοπή, η οποία περιέχει τα φοβερά «ουαί» του Κυρίου κατά των υποκριτών Φαρισαίων. Το κοντάκιο «Την ώραν, ψυχή, του τέλους εννοήσασα…», καθώς και ο Οίκος «Τι ραθυμείς, αθλία ψυχή μου;…» είναι σχετικά με το περιεχόμενο της ημέρας. Τα τροπάρια των Αίνων, ποιήματα του Κοσμά του Μελωδού και Ιωάννου μοναχού, «Εν ταις λαμπρότησι των αγίων σου πώς εισελεύσομαι ο ανάξιος;…», «Ο τη ψυχή ραθυμία νυστάξας…» και «Του κρύψαντος το τάλαντον…», όπως και τα τροπάρια των Αποστίχων «Δεύτε πιστοί επεργασώμεθα προθύμως τω Δεσπότη…», «Όταν έλθης εν δόξη μετ’ αγγελικών δυνάμεων…» και «Ο Νυμφίος ο κάλλει ωραίος παρά πάντας ανθρώπους…» είναι σχετικά με την περικοπή της παραβολής των δέκα Παρθένων. Προτρέπουν με άκρατο λυρισμό τους πιστούς να μιμηθούν τις φρόνιμες Παρθένες για να μη μείνουν έξω του «Νυμφώνος Χριστού». Τέλος, το καταπληκτικό δοξαστικό, ποίημα και αυτό του αγίου Κοσμά, «Ιδού σοι τάλαντον ο Δεσπότης εμπιστεύσει, ψυχή μου, φόβω δέξαι το χάρισμα…» αναφέρεται στην άλλη επίσης παραστατική παραβολή του Κυρίου, αυτή των Ταλάντων. 
          Ως συνοδοιπόροι του Θείου Πάθους θα πρέπει να έχουμε συνεχώς στραμμένη τη σκέψη μας πως θα ενώσουμε την ψυχή μας με το Νυμφίο Χριστό. Τα φτηνά και εφήμερα πράγματα πρέπει να τα θέτουμε σε δεύτερη μοίρα, αν θέλουμε κι’ εμείς να βρεθούμε στην ομάδα των φρονίμων παρθένων κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου. Ο δρόμος του Θείου Πάθους δείχνει και σε μας το δικό μας δρόμο, ο οποίος είναι ατραπός μαρτυρίου, που όμως οδηγεί στη εν Χριστώ απολύτρωση και στην αιώνια ζωή.

https://www.nyxthimeron.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΒ´ 17 - 50
17 Ἐμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ’ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. 18 διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον. 19 οἱ οὖν Φαρισαῖοι εἶπον πρὸς ἑαυτούς· Θεωρεῖτε ὅτι οὐκ ὠφελεῖτε οὐδέν; ἴδε ὁ κόσμος ὀπίσω αὐτοῦ ἀπῆλθεν. 20 Ἦσαν δέ τινες Ἕλληνες ἐκ τῶν ἀναβαινόντων ἵνα προσκυνήσωσιν ἐν τῇ ἑορτῇ. 21 οὗτοι οὖν προσῆλθον Φιλίππῳ τῷ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· Κύριε, θέλομεν τὸν Ἰησοῦν ἰδεῖν. 22 ἔρχεται Φίλιππος καὶ λέγει τῷ Ἀνδρέᾳ, καὶ πάλιν Ἀνδρέας καὶ Φίλιππος καὶ λέγουσι τῷ Ἰησοῦ· 23 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίνατο αὐτοῖς λέγων· Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου. 24 ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει. 25 ὁ φιλῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἀπολέσει αὐτήν, καὶ ὁ μισῶν τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, εἰς ζωὴν αἰώνιον φυλάξει αὐτήν. 26 ἐὰν ἐμοί διακονῇ τις, ἐμοὶ ἀκολουθείτω, καὶ ὅπου εἰμὶ ἐγὼ, ἐκεῖ καὶ ὁ διάκονος ὁ ἐμὸς ἔσται· καὶ ἐάν τις ἐμοὶ διακονῇ, τιμήσει αὐτὸν ὁ πατήρ. 27 Νῦν ἡ ψυχή μου τετάρακται, καὶ τί εἴπω; Πάτερ, σῶσόν με ἐκ τῆς ὥρας ταύτης. ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἦλθον εἰς τὴν ὥραν ταύτην. 28 πάτερ, δόξασόν σου τὸ ὄνομα. ἦλθεν οὖν φωνὴ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ· Καὶ ἐδόξασα καὶ πάλιν δοξάσω. 29 ὁ οὖν ὄχλος ὁ ἑστὼς καὶ ἀκούσας ἔλεγε βροντὴν γεγονέναι· ἄλλοι ἔλεγον· Ἄγγελος αὐτῷ λελάληκεν. 30 ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπεν· Οὐ δι’ ἐμὲ αὕτη ἡ φωνὴ γέγονεν, ἀλλὰ δι’ ὑμᾶς. 31 νῦν κρίσις ἐστὶ τοῦ κόσμου τούτου, νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω· 32 κἀγὼ ἐὰν ὑψωθῶ ἐκ τῆς γῆς, πάντας ἑλκύσω πρὸς ἐμαυτόν. 33 τοῦτο δὲ ἔλεγεν σημαίνων ποίῳ θανάτῳ ἤμελλεν ἀποθνήσκειν. 34 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ὄχλος· Ἡμεῖς ἠκούσαμεν ἐκ τοῦ νόμου ὅτι ὁ Χριστὸς μένει εἰς τὸν αἰῶνα, καὶ πῶς σὺ λέγεις, δεῖ ὑψωθῆναι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου; τίς ἐστιν οὗτος ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου; 35 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἔτι μικρὸν χρόνον τὸ φῶς μεθ’ ὑμῶν ἐστι· περιπατεῖτε ἕως τὸ φῶς ἔχετε, ἵνα μὴ σκοτία ὑμᾶς καταλάβῃ· καὶ ὁ περιπατῶν ἐν τῇ σκοτίᾳ οὐκ οἶδεν ποῦ ὑπάγει. 36 ἕως τὸ φῶς ἔχετε, πιστεύετε εἰς τὸ φῶς ἵνα υἱοὶ φωτὸς γένησθε. Ταῦτα ἐλάλησεν Ἰησοῦς, καὶ ἀπελθὼν ἐκρύβη ἀπ’ αὐτῶν. 37 Τοσαῦτα δὲ αὐτοῦ σημεῖα πεποιηκότος ἔμπροσθεν αὐτῶν οὐκ ἐπίστευον εἰς αὐτόν, 38 ἵνα ὁ λόγος Ἡσαΐου τοῦ προφήτου πληρωθῇ ὃν εἶπε· Κύριε, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν; καὶ ὁ βραχίων Κυρίου τίνι ἀπεκαλύφθη; 39 διὰ τοῦτο οὐκ ἠδύναντο πιστεύειν, ὅτι πάλιν εἶπεν Ἡσαΐας· 40 Τετύφλωκεν αὐτῶν τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ πεπώρωκεν αὐτῶν τὴν καρδίαν, ἵνα μὴ ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ νοήσωσι τῇ καρδίᾳ καὶ ἐπιστραφῶσι, καὶ ἰάσομαι αὐτούς. 41 ταῦτα εἶπεν Ἡσαΐας ὅτε εἶδεν τὴν δόξαν αὐτοῦ καὶ ἐλάλησε περὶ αὐτοῦ. 42 ὅμως μέντοι καὶ ἐκ τῶν ἀρχόντων πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν, ἀλλὰ διὰ τοὺς Φαρισαίους οὐχ ὡμολόγουν, ἵνα μὴ ἀποσυνάγωγοι γένωνται· 43 ἠγάπησαν γὰρ τὴν δόξαν τῶν ἀνθρώπων μᾶλλον ἤπερ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ. 44 Ἰησοῦς δὲ ἔκραξε καὶ εἶπεν· Ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ οὐ πιστεύει εἰς ἐμὲ, ἀλλ’ εἰς τὸν πέμψαντά με, 45 καὶ ὁ θεωρῶν ἐμὲ θεωρεῖ τὸν πέμψαντά με. 46 ἐγὼ φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθα, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ ἐν τῇ σκοτίᾳ μὴ μείνῃ. 47 καὶ ἐάν τίς μου ἀκούσῃ τῶν ῥημάτων καὶ μὴ πιστεύσῃ, ἐγὼ οὐ κρίνω αὐτόν· οὐ γὰρ ἦλθον ἵνα κρίνω τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σώσω τὸν κόσμον. 48 ὁ ἀθετῶν ἐμὲ καὶ μὴ λαμβάνων τὰ ῥήματά μου, ἔχει τὸν κρίνοντα αὐτόν· ὁ λόγος ὃν ἐλάλησα, ἐκεῖνος κρινεῖ αὐτὸν ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ· 49 ὅτι ἐγὼ ἐξ ἐμαυτοῦ οὐκ ἐλάλησα, ἀλλ’ ὁ πέμψας με πατὴρ αὐτός μοι ἐντολὴν ἔδωκε τί εἴπω καὶ τί λαλήσω· 50 καὶ οἶδα ὅτι ἡ ἐντολὴ αὐτοῦ ζωὴ αἰώνιός ἐστιν. ἃ οὖν λαλῶ ἐγὼ, καθὼς εἴρηκέ μοι ὁ πατήρ, οὕτω λαλῶ.
Ερμηνευτική απόδοση:
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΒ´ 17 - 50
17 Κατὰ τὴν ὑποδοχὴν λοιπὸν ἐκείνην ἔδιδε μαρτυρίαν περὶ τοῦ θαύματος τοῦ Λαζάρου εἰς ὅσους δὲν τὸ εἶχαν ἴδει, ὁ λαός, ποὺ ἦτο τότε μαζί του, ὅταν ὁ Ἰησοῦς ἐφώναξεν ἀπὸ τὸ μνημεῖον τὸν Λάζαρον καὶ τὸν ἀνέστησεν ἐκ νεκρῶν. 18 Δι’ αὐτὸ καὶ τὸν προϋπάντησαν τὰ πλήθη τοῦ λαοῦ, διότι ἤκουσαν ἀπὸ τοὺς αὐτόπτας μάρτυρας, ὅτι αὐτὸς εἶχε κάμει τὸ μέγα τοῦτο θαῦμα. 19 Ὕστερα λοιπὸν ἀπὸ τὸν ἐνθουσιασμὸν αὐτὸν τοῦ λαοῦ εἶπαν οἱ Φαρισαῖοι μεταξύ τους· Βλέπετε, ὅτι δὲν κερδίζετε τίποτε μὲ τὸ νὰ περιμένετε καὶ νὰ ἀναβάλλετε τὴν σύλληψίν του; Ἰδοὺ τώρα, ὅτι ὅλος ὁ λαὸς μᾶς ἐγκατέλειψε καὶ ἠκολούθησεν αὐτόν. 20 Ἦσαν δὲ τότε μερικοὶ Ἕλληνες προσήλυτοι ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ συνήθως ἀνέβαινον εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα διὰ νὰ προσκυνήσουν κατὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ Πάσχα. 21 Αὐτοὶ λοιπὸν ἦλθαν πρὸς τὸν Φίλιππον, ποὺ ἦτο ἀπὸ τὴν Βηθσαϊδὰ τῆς Γαληλαίας, καὶ τὸν παρεκάλουν λέγοντες· Κύριε, θέλομεν νὰ ἴδωμεν ἰδιαιτέρως τὸν Ἰησοῦν καὶ νὰ συνομιλήσωμεν μετ’ αὐτοῦ. 22 Ἐπειδὴ δὲ ὁ Φίλιππος ἐδίσταζε νὰ ἀναγγείλῃ τοῦτο εἰς τὸν Διδάσκαλον, ἦλθε καὶ ἀνεκοίνωσεν αὐτὸ εἰς τὸν συμπολίτην καὶ συμμαθητήν του Ἀνδρέαν. Καὶ πάλιν ὁ Ἀνδρέας καὶ ὁ Φίλιππος λέγουν εἰς τὸν Ἰησοῦν, ὅτι οἱ Ἕλληνες προσήλυτοι θέλουν νὰ τὸν ἴδουν. 23 Ὁ Ἰησοῦς δὲ ἀπεκρίθη πρὸς αὐτοὺς καὶ εἶπεν· Ἦλθεν ἡ ὥρα ἡ ὡρισμένη κατὰ τὸ προκαθωρισμένον σχέδιον τοῦ Θεοῦ διὰ νὰ δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου διὰ τοῦ θανάτου του καὶ τῆς ἀναλήψεώς του, ὁπότε καὶ θὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς Μεσσίας καὶ ὑπὸ τῶν ἐθνικῶν. 24 Ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ σᾶς λέγω, ἐὰν τὸ μικρὸ σπυρὶ τοῦ σιταριοῦ δὲν πέσῃ εἰς τὴν γῆν καὶ δὲν σαπίσῃ μέσα εἰς τὸ χῶμα, μένει μοναχό του καὶ δὲν πολλαπλασιάζεται. Ἐὰν ὅμως διὰ τῆς σπορᾶς του εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ καὶ ταφῇ, βγάζει πολὺν καρπόν. Ἔτσι καὶ ἐγὼ ἐὰν ἀποθάνω, καθὼς ὁ Πατήρ μου ὥρισε, θὰ καρποφορήσω τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. 25 Ἐκεῖνος, ποὺ ἀγαπᾷ τὴν ζωήν του καὶ ἀποφεύγει τὸν θάνατον, τὸν ὁποῖον τοῦ ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον, θὰ τὴν χάσῃ ἐν τῇ αἰωνίᾳ βασιλείᾳ· καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διὰ τὸ καθῆκον περιφρονεῖ καὶ μισεῖ τὴν ζωήν του εἰς τὸν κόσμον αὐτόν, θὰ διατηρήσῃ καὶ θὰ φυλάξῃ αὐτήν, διὰ νὰ ἀπολαύσῃ τὴν αἰώνιον ζωὴν τοῦ μέλλοντος. 26 Ἐὰν κανεὶς μὲ ὑπηρετῇ καὶ εἶναι μαθητῆς μου, ἂς μὲ ἀκολουθῇ εἰς τὴν ὁδὸν τῆς αὐταπαρνήσεως μιμούμενος τὸ παράδειγμά μου. Καὶ ὅπου εἶμαι ἐγώ, τώρα μὲν κακοπαθῶν καὶ θυσιαζόμενος, εἰς τὸ μέλλον ὅμως δοξαζόμενος εἰς τοὺς οὐρανούς, ἐκεῖ θὰ εἶναι καὶ ὁ ἰδικός μου διάκονος. Πρέπει λοιπὸν καὶ αὐτὸς νὰ εἶναι πρόθυμος εἰς θυσίας ἐδῶ, διὰ νὰ δοξάζεται μαζί μου εἰς τὸ μέλλον. Καὶ ἐὰν κανεὶς μὲ ὑπηρετῇ, θὰ τὸν τιμήσῃ καὶ θὰ τὸν δοξάσῃ ἐν τῷ αἰωνίῳ μέλλοντι ὁ Πατήρ. 27 Τώρα, ὅταν ἡ ὥρα τοῦ θανάτου μου ἐπλησίασεν, ἡ ψυχή μου ἔχει ταραχθῇ ἐκ τῆς ἀγωνίας, τὴν ὁποίαν φυσικῶς δοκιμάζει ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἀντιμετωπίζῃ τὸν θάνατον. Καὶ τί νὰ εἴπω; Πάτερ μου, σῶσε μὲ καὶ ἁπάλλαξέ με ἀπὸ τὴν σκληρὰν αὐτὴν ὥραν τοῦ μαρτυρικοῦ μου θανάτου. Ἀλλὰ ἔφθασα μετ’ ἐγκαρτερήσεως καὶ αὐταπαρνήσεως μέχρι τῆς ὥρας αὐτῆς, ἀκριβῶς δι’ αὐτό, διὰ νὰ ὑποστῶ τουτέστι τὸν θάνατον αὐτὸν καὶ αὐτὸ ὑπῆρξεν ὁ ὅλος σκοπὸς τῆς ζωῆς μου. Θὰ εἶπω λοιπὸν τοῦτο: 28 Πάτερ, ὁ,τιδήποτε καὶ ἂν πρόκειται νὰ πάθω ἐγώ, φέρε σὺ εἰς αἴσιον πέρας τὸ ἔργον τῆς σωτηρίας καὶ ἀπολυτρώσεως τῶν ἀνθρώπων καὶ δόξασε οὕτω τὸ ὄνομά σου. Εἰς ἀπάντησιν λοιπὸν τῆς ἐπικλήσεως αὐτῆς τοῦ Ἰησοῦ ἦλθε φωνὴ ἀπὸ τὸν οὐρανόν, ἡ ὁποία ἔλεγε· Καὶ ἐδόξασα τὸ ὄνομά μου διὰ τῆς μέχρι τοῦδε ἐν μέσῳ τοῦ Ἰσραὴλ δράσεώς σου καὶ πάλιν θὰ δοξάσω αὐτὸ διὰ τοῦ ἐνδόξου παθήματος καὶ τῆς ἀναστάσεώς σου καὶ διὰ τῆς ἑξαπλώσεως τοῦ εὐαγγελίου εἰς τὰ ἔθνη. 29 Κατόπιν λοιπὸν τῆς φωνῆς αὐτῆς ὁ πολὺς λαός, ποὺ ἐστέκετο ἐκεῖ καὶ ἤκουσαν τὸν ἦχον της, χωρὶς νὰ ξεχωρίσουν καὶ τοὺς λόγους της, ἔλεγαν ὅτι ἔγινε βροντή· ἄλλοι ἔλεγαν, ὅτι ἄγγελος ὡμίλησεν εἰς αὐτόν. 30 Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε· Δὲν ἔγινε ἡ φωνὴ αὐτὴ δι’ ἐμέ, ὁ ὁποῖος γνωρίζω τὴν πρὸς ἐμὲ ἀγάπην τοῦ Πατρός μου, ἀλλὰ διὰ σᾶς, διὰ νὰ πληροφορηθῆτε ὅτι ἀπεστάλην ἀπὸ τὸν Θεόν. 31 Τώρα, ποὺ θὰ μὲ ἴδουν οἱ ἄνθρωποι περιφρονημένον καὶ σταυρωμένον, θὰ κριθῇ ὁ κόσμος αὐτὸς καὶ θὰ χωρισθοῦν οἱ πιστοὶ ἀπὸ τοὺς ἀπίστους. Τώρα ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου, ὁ σατανᾶς, θὰ πεταχθῇ ἔξω ἀπὸ τὸ κράτος του καὶ θὰ χάσῃ τὴν ἐξουσίαν του. 32 Τουναντίον δὲ ἐγώ, ἐὰν ὑψωθῶ διὰ τοῦ σταυροῦ ἀπὸ τὴν γῆν καὶ ἀναληφθῶ εἰς τοὺς οὐρανούς, θὰ ἀποσπάσω ἀπὸ τὴν δουλείαν τοῦ διαβόλου καὶ θὰ ἑλκύσω πρὸς τὸν ἑαυτόν μου ὅλους, ὄχι μόνον τοὺς Ἰουδαίους, ἀλλὰ καὶ τοὺς Ἕλληνας, ὅσοι θὰ πιστεύσουν εἰς ἐμέ. 33 Ἔλεγε δὲ τοὺς περὶ τῆς ὑψώσεώς του ἐκ τῆς γῆς λόγους τούτους ὑποδεικνύων συνεσκιασμένως μὲ ποῖον εἶδος θανάτου ἔμελλε νὰ ἀποθάνῃ. 34 Ἀπεκρίθη εἰς αὐτὸν τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ· Ἡμεῖς ἔχομεν ἀκούσει ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ νόμου, ποὺ γίνεται εἰς τὰς συναγωγάς, ὅτι ὁ Χριστὸς μένει εἰς τὸν αἰῶνα καὶ δὲν ἀποθνήσκει ποτέ. Καὶ πῶς σὺ λέγεις, ὅτι πρέπει νὰ ὑψωθῇ ἐπὶ τοῦ σταυροῦ καὶ νὰ ἀποθάνῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου; Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖς; 35 Κατόπιν λοιπὸν τῆς ἐρωτήσεώς των αὐτῆς εἶπε πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς· Ὀλίγον χρόνον ἀκόμη ἔχετε μαζί σας ἐμέ, ὁ ὁποῖος εἶμαι τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἔχετε τὸ φῶς μεταξύ σας, περιπατεῖτε ὑπὸ τὴν ὁδηγίαν του καὶ τὸν φωτισμόν του, διὰ νὰ μὴ σᾶς κατακυριεύσῃ τὸ σκότος τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς πλάνης. Διότι ἐκεῖνος, ποὺ περιπατεῖ εἰς τὸ σκότος, δὲν ξεύρει ποὺ πηγαίνει. 36 Ἕως ὅτου ἔχετε μεταξύ σας ἐμέ, ποὺ εἶμαι τὸ φῶς, πιστεύετε εἰς τὸ φῶς καὶ ἀναγνωρίσατε, ὅτι ἐγὼ εἶμαι τὸ φῶς, διὰ νὰ γίνετε παιδιὰ τοῦ φωτός, ὁλόκληροι φωτισμένοι ἀπὸ τὸ φῶς τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἁγιότητος. Αὐτὰ ἐλάλησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀναχωρήσας ἀπὸ τὸ ἱερὸν καὶ τὰ Ἱεροσόλυμα ἐκρύβη ἀπὸ αὐτούς, διὰ νὰ μὴ ἐρεθίζωνται ἀπὸ τὴν παρουσίαν του περισσότερον. 37 Καίτοι δὲ τόσον πολλὰ θαύματα εἶχε κάμει ἐμπρὸς εἰς τὰ μάτια των ὁ Ἰησοῦς, ὅμως αὐτοὶ ἐπέμεναν νὰ μὴ πιστεύουν εἰς αὐτόν, 38 διὰ νὰ πραγματοποιηθῇ καὶ ἐπαληθεύσῃ ὁ λόγος τοῦ προφήτου Ἡσαΐου, τὸν ὁποῖον εἶπε· Κύριε, ποῖος ἐπίστευσεν εἰς τὸ κήρυγμα, ποὺ ἀκούεται ἀπὸ τὸ στόμα μας; Καὶ ἡ δύναμις τοῦ Κυρίου, ποὺ εἰργάσθη διὰ τοῦ Χριστοῦ θαύματα, εἰς ποῖον ἐφανερώθη; Εἰς ἐλαχίστους μόνον. 39 Ἕνεκα δὲ τῆς δυστροπίας των αὐτῆς, τὴν ὁποίαν προεῖδεν ὁ Θεὸς καὶ προεῖπεν ὁ Ἡσαΐας, ἐπειδὴ ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ πληρωθῇ ἡ προφητεία αὐτή, δὲν ἠμποροῦσαν νὰ πιστεύσουν, διότι πάλιν εἶπεν ὁ Ἡσαΐας· 40 Λόγῳ τῆς κακῆς των διαθέσεως καὶ προαιρέσεως παρεχώρησεν ὁ Θεὸς νὰ τυφλωθοῦν οἱ ὀφθαλμοὶ τῆς διανοίας των καὶ νὰ σκοτισθῇ ἡ καρδία των, διὰ νὰ μὴ ἴδουν μὲ τοὺς πνευματικοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ νὰ μὴ ἐννοήσουν μὲ τὴν καρδίαν τους καὶ ἐπιστραφοῦν διὰ τῆς μετανοίας καὶ ἰατρεύσω τὰς ψυχάς των. 41 Ταῦτα εἶπεν ὁ Ἡσαΐας, ὅταν δι’ ἀποκαλυπτικῆς ὀπτασίας εἶδε τὴν δόξαν τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἐκάθητο πρὸ τῆς ἐνανθρωπήσεώς του εἰς θρόνον ὑψηλόν, καὶ ὡμίλησεν ἀκολούθως περὶ αὐτῶν, ποὺ εἶδεν. 42 Μ’ ὅλα ταῦτα καὶ ἀπὸ τοὺς ἄρχοντας πολλοὶ ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν, ἐξ αἰτίας ὅμως τῶν Φαρισαίων δὲν ὡμολόγουν φανερὰ τὴν πίστιν των, διὰ νὰ μὴ ἀφορισθοῦν καὶ διωχθοῦν ἀπὸ τὴν συναγωγήν. 43 Τοὺς ἐφόβιζε δὲ ὁ ἀφορισμὸς αὐτός, διότι ἠγάπησαν τὴν τιμὴν καὶ ἐπιδοκιμασίαν τῶν ἀνθρώπων πολὺ περισσότερον, παρὰ τὴν δόξαν καὶ ἐπιδοκιμασίαν τοῦ Θεοῦ. 44 Ὁ Ἰησοῦς δὲ ἐφώναξε διὰ νὰ τὸν ἀκούσουν ὅλοι καὶ εἶπε· Διατί φοβεῖσθε νὰ ὁμολογήσετε τὴν εἰς ἐμὲ πίστιν σας; Μάθετε, ὅτι ἐκεῖνος ποὺ πιστεύει εἰς ἐμέ, δὲν πιστεύει εἰς ἐμέ, ἀλλ’ εἰς τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος μὲ ἔστειλε. 45 Καὶ ἐκεῖνος ποὺ μὲ τὰ πνευματικὰ μάτια, τὰ ὁποῖα ἀνοίγει καὶ φωτίζει ἡ πίστις, βλέπει ἐμέ, βλέπει τὸν Πατέρα ποὺ μὲ ἀπέστειλεν εἰς τὸν κόσμον. 46 Ἐγὼ ἦλθα εἰς τὸν κόσμον διὰ νὰ εἶμαι φῶς πνευματικὸν δι’ αὐτόν, διὰ νὰ μὴ μείνῃ εἰς τὸ ἠθικὸν σκότος τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς πλάνης κανεὶς ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ πιστεύουν εἰς ἐμέ. 47 Καὶ ἐὰν κανεὶς ἀκούσῃ τοὺς λόγους μου καὶ δὲν τοὺς πιστεύσῃ, ὥστε νὰ ἐγκολπωθῇ αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς τηρήσῃ εἰς τὸν βίον του, ἐγὼ δὲν καταδικάζω αὐτὸν ἀπὸ τώρα, οὔτε θὰ εἶμαι ἐγὼ ὁ κύριος αἴτιος τῆς καταδίκης του. Διότι δὲν ἦλθα διὰ νὰ κατακρίνω τὸν κόσμον, ἀλλὰ διὰ νὰ σώσω τὸν κόσμον. 48 Ἐκεῖνος ποὺ μὲ παρακούει καὶ δὲν δέχεται τὰ λόγια μου, ἔχει μόνος του δημιουργήσει αὐτόν, ποὺ θὰ τὸν καταδικάσῃ· ὁ λόγος τὸν ὁποῖον ἐλάλησα, ἐκεῖνος θὰ τὸν κρίνῃ κατὰ τὴν ἐσχάτην ἡμέραν τῆς παγκοσμίου Κρίσεως. 49 Θὰ κρίνῃ δὲ ὁ λόγος μου κάθε ἄπιστον κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, διότι ἐγὼ δὲν ἐλάλησα ποτὲ ἀπὸ τὸν ἑαυτόν μου, ἀλλ’ ὁ Πατήρ, ποὺ μὲ ἀπέστειλεν, αὐτὸς μοῦ ἔδωκεν ἐντολήν, τί νὰ διδάξω καὶ μὲ ποίους λόγους νὰ τὸ εἴπω. 50 Καὶ γνωρίζω, ὅτι ἡ ἐντολή του εἶναι ζωὴ αἰώνιος, διότι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἐγκλείει ζωοποιὸν καὶ ἀνακαινιστικὴν δύναμιν. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν καὶ ἐγώ, ποὺ ἦλθα διὰ νὰ σᾶς μεταδώσω ζωὴν αἰώνιον, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγω καὶ διδάσκω, ὅπως μου τὰ ἔχει εἴπει ὁ Πατήρ, ἔτσι ἀκριβῶς τὰ λέγω καὶ τὰ διδάσκω.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Ἡ ἁγία καί Μεγάλη Τρίτη μᾶς προετοιμάζει γιά τήν εἴσοδο στόν νυμφῶνα τοῦ Σωτῆρος μέ τίς δύο ἀκριβῶς Παραβολές: Τήν Παραβολή τῶν Δέκα Παρθένων καί τῶν Ταλάντων. Ἡ πρώτη παρομοιάζει τήν εἴσοδο στήν αἰώνια ζωή μ᾿ ἕνα γάμο. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ Νυμφίος, ὁ ὁποῖος μᾶς καλεῖ ὅλους στό συμπόσιο τοῦ γάμου, ὅπως ψάλλει ὁ ὄρθρος αὐτῆς τῆς ἡμέρας.
“Ὁ Νυμφίος (εἶναι) ὁ κάλλει ὡραῖος, παρά πάντας ἀνθρώπους, ὁ συγκαλέσας ἡμᾶς πρός ἑστίασιν πνευματικήν τοῦ Νυμφῶνος σου, τήν δυσείμονά μου μορφήν, τῶν πταισμάτων ἀπαμφίασον… καί στολήν δόξης κοσμήσας τῆς σῆς ὡραιότητος, δαιτυμόνα φαιδρόν ἀνάδειξον, τῆς Βασιλείας σου ὡς εὔσπλαγχνος”.
Τό μυστήριον τοῦ γάμου εἶναι μέγα, λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ἀλλά στόν Χριστό καί στήν Ἐκκλησία. Μέ τήν ἕνωσι διά τοῦ γάμου πραγματοποιεῖται, κατά ἕναν ἀτελῆ τρόπο, ἡ ἐπιθυμία τοῦ ἀνθρώπου γιά τήν αἰωνιότητα. Μέ τούς ἀπογόνους του, ὁ ἄνθρωπος παρατείνει τά ὅρια τῆς ἐπί γῆς παρουσίας του. Ὁ ἐπίγειος γάμος, ἀκόμη, εἶναι μία ξεθωριασμένη εἰκόνα τῆς ἀνεκφράστου χαρᾶς, ὅταν εἶναι μαζί μέ τόν Νυμφίο Χριστό. Ἡ ἕνωσις μ᾿ Αὐτόν εἶναι αἰώνια καί ἡ χαρά ἀτέρμονη.
Ἀλλά γιά νά ἠμπορέσῃ νά εἰσέλθῃ μέ τόν Νυμφίο Χριστό, πρέπει νά ἐκπληρώσῃ ὡρισμένους ὅρους, πού ἀναφέρονται στήν παραβολή τῶν Δέκα Παρθένων. Ἐπαγρύπνησις, παρθενία καί ἔλαιο γιά τίς λαμπάδες. Γιά τήν ἐγρήγορσι καί καθαρότητα, μᾶς ὡμίλησε ἡ ἁγία καί Μεγάλη Δευτέρα. Τώρα θά ἐπιμείνουμε κυρίως ἐπάνω στό ἔλαιο, ὡς προϋπόθεσι εἰσόδου στόν νυμφῶνα τοῦ Κυρίου.