Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Ο Άγιος Παΐσιος μιλά με την γλώσσα της Πεντηκοστής!



Μεγαλύτερη αξία έχει ένας λόγος ταπεινού ανθρώπου με βιώματα, που βγαίνει με πόνο από τα βάθη της καρδιάς του, παρά ένας σωρός φιλολογίες εξωτερικού ανθρώπου, που βγαίνουν με ταχύτητα από την εκπαιδευμένη του γλώσσα, η οποία δεν πληροφορεί τις ψυχές, γιατί είναι σάρκα και όχι πύρινη γλώσσα της Αγίας Πεντηκοστής.
Κάποτε ένας φοιτητής της Θεολογικής Σχολής τον ρώτησε:
– Γέροντα, πως έγραψε ο Μωυσής την Πεντάτευχο;
– Ε, ευλογημένε, του τα έδειξε ο Θεός σαν τηλεόραση, και τα έγραψε, απάντησε με φυσικότητα ο Πατήρ Παΐσιος, αφού και ο ίδιος είχε πείρα της «πνευματικής τηλεοράσεως».
Μια παρέα αλλοδαπών, ένας Άγγλος, ένας Ιταλός και ένας Γάλλος, επισκέφθηκε το Γέροντα. Κάποιος Έλληνας γλωσσομαθής προσφέρθηκε να κάνει το διερμηνέα. Ό Γέροντας του είπε ότι δε χρειάζεται.
– Τους πήρε σε μια γωνιά έξω από την αυλή του και άρχισε να συνομιλεί μαζί τους. Μίλησε αρκετή ώρα. Επιστρέφοντας είπε στο «διερμηνέα».
– Τα είπαμε, τα είπαμε μ’ αυτούς! Εγώ τους μιλούσα στα Ελληνικά. Αυτοί καταλάβαιναν στη γλώσσα τους και έτσι συνεννοηθήκαμε!
Ανέστης Μαυροκέφαλος: Πάρα πολλοί αλλοδαποί ευεργετήθηκαν. Του μιλούσαν ιαπωνικά, ο γέροντας απαντούσε στα ελληνικά και ο Ιάπωνας καταλάβαινε!
«Είδα προσκυνητές να έρχονται από το Μεξικό, από την Αυστραλία, εκείνος τους μιλούσε ελληνικά και καταλάβαιναν όλοι! Απ’ όπου και αν προέρχονταν, τον καταλάβαιναν. Μέχρι και ο Δαλάι Λάμα τον επισκέφθηκε για να τον γνωρίσει, γιατί είχε ακούσει τόσα για εκείνον!»
Ο Άγιος Παΐσιος συνεννοείται με ετερογλώσσους με την γλώσσα της Πεντηκοστής!
Είναι γνωστό ότι ο Γέροντας, εκτός από τα ελληνικά, δεν γνώριζε άλλη γλώσσα. Όμως συνέβη επανειλημμένως –όταν υπήρχε λόγος- με την γλώσσα της Πεντηκοστής να συνομιλήσει και να συνεννοηθεί θαυμάσια με ετεροδόξους.
«Ήμουν παρών», διηγείται ο Ι.Ε.Κ., «κάποτε στο Κελλί του Γέροντα μαζί με άλλους τρεις επισκέπτες και ένα Γάλλο που δεν μιλούσε λέξη Ελληνικά. Όταν ήρθε η σειρά του να μιλήσει με τον Γέροντα , πήγαν πιο πέρα και για δεκαπέντε λεπτά συνομιλούσαν καθισμένοι στα κούτσουρα. Τους βλέπαμε που συζητούσαν με ενδιαφέρον. Πώς επικοινωνούσαν, αφού δεν υπήρχε κοινή γλώσσα επικοινωνίας; Ο ξένος έφυγε χαρούμενος. Η ικανοποίηση φαινόταν έκδηλη στο πρόσωπό του».
***
Γάλλος περιηγητής είχε συμφωνήσει με κάποιο μοναχό να πάνε μαζί να δούνε τον Γέροντα . Το βράδυ είχε αγρυπνία στο μοναστήρι που έμενε. Ο μοναχός μετά την αγρυπνία πήγε στο κελλί του να ξεκουραστεί. Αλλά ο αλλοδαπός από τον πόθο να δει τον Γέροντα κατέβηκε μόνος του στο Καλύβι. Συνομίλησαν θαυμάσια και από την συζήτηση σχημάτισε την εντύπωση ότι ο Γέροντας γνώριζε άπταιστα Γαλλικά.
***
Πνευματικό τέκνο του Γέροντα διηγείται: «Μια μέρα πήγα πρωί στην «Παναγούδα». Μόλις είχε φωτίσει. Χτύπησα το σιδεράκι και μου άνοιξε ο Γέροντας χαμογελώντας. Με ρώτησε:
– Τι λες εσύ, παπα-… όταν ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος επισκέφτηκε τον Μέγα Βασίλειο ,χρειάσθηκαν διερμηνέα;
-Νομίζω όχι, Γέροντα, του είπα.
»Πέρασα στο Αρχονταρίκι και βρήκα έναν αλλοδαπό επισκέπτη. Μέχρι να ετοιμάσει ο Γέροντας το κέρασμα, με τα λίγα Αγγλικά που ήξερα πιάσαμε την συζήτηση και μου είπε ότι χθες βράδυ ήρθε αργά. Καθυστέρησε, γιατί έχασε τον δρόμο, πέρασε η ώρα και ο Γέροντας τον φιλοξένησε. Στην αρχή δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν. Ο Γέροντας τον άφησε για δέκα λεπτά (φαίνεται έκανε προσευχή) και μετά συνεννοούνταν χωρίς καμιά δυσκολία. Ο Γέροντας μιλούσε Ελληνικά, ο αλλοδαπός Αγγλικά, αλλά καταλάβαινε ο ένας τον άλλο.
***
Μαρτυρία π. Π. Λ.: «Πήγα με τον Δανιήλ, έναν Ισπανό που έγινε Ορθόδοξος, στον γέροντα Παΐσιο. Ήθελε να μιλήση μαζί του και εγώ θα έκανα τον διερμηνέα. Έκανε μια ερώτηση ο Δανιήλ και πριν κάνω την μετάφραση ο Γέροντας απάντησε.
Ο Δανιήλ απόρησε και με ρώτησε δυο φορές: «Πώς γίνεται, δεν έκανες την μετάφραση». Του είπα: «Τι φταίω εγώ, σε απάντησε σωστά». Ο Γέροντας τον καθησύχασε λέγοντάς του: «Άστον αυτόν (εμένα τον μεταφραστή) και πες μου τι θέλεις».
Άρχισαν να μιλούν, εκείνος στα Ισπανικά και ο Γέροντας στα Ελληνικά. Θαύμαζα και χαμογελώντας είπα: «Τι χρειάζομαι εγώ, καλύτερα να φύγω». Ο Γέροντας με κράτησε το χέρι λέγοντας: «Κάθησε, αλλά να μη μάθη κανείς».
Σκεφτόμουν πόσο μεγάλος Άγιος είναι ο Γέροντας. Παρακολούθησα όλη την συζήτηση αλλά μετά δεν μπόρεσα να συγκρατήσω τίποτε παρά μόνο το τελευταίο: «Αυτή την αμαρτία πρέπει να την εξομολογηθής», του είπε ο Γέροντας».
***
Ο π. Βασίλειος Γρηγοριάτης μαρτυρεί: «Είχα πάει στο Κελλί του Γέροντα καταμεσήμερο. Η πόρτα ήταν κλειστή. Ένας νεαρός περίμενε ξαπλωμένος στο χώμα. Ήταν Ελληνοαμερικανός και ήξερε μόνο Αγγλικά.
«Πώς θα συνεννοηθείς με τον Γέροντα;», τον ρώτησα. «Κάποιον θα στείλει ο Θεός», απάντησε. «Να, εσένα», συμπλήρωσε. Τελικά βρέθηκα και εγώ μαζί τους τάχα για να κάνω τον δραγουμάνο με τα σπασμένα λιγοστά Αγγλικά, που και κείνα τα είχα ξεχάσει.
Παρατήρησα όμως, με μεγάλη μου έκπληξη, πως ο π. Παΐσιος καταλάβαινε όλα όσα του έλεγε το παιδί, καλύτερα από μένα, και του απαντούσε Ελληνικά βέβαια, που μετέφραζα εγώ, με πολλά απλά και σοφά παραδείγματα.
Εκείνο που θα μου μείνει αλησμόνητο είναι η λύση που έδωσε σ’ ένα πρόβλημα που του εξέθεσε ο νέος, στο οποίο φανερωνόταν η μεγάλη πίστη και εμπιστοσύνη του στην πρόνοια του Θεού.
«Η μητέρα μου», παραπονέθηκε ο νεαρός, «μου ζητά συνεχώς χρήματα, και όσα και αν της δώσω από τις λίγες οικονομίες μου, τα σπαταλά άσκοπα. Δεν ξέρω τι να κάνω». «Άκου, παιδί μου», του απαντά ο π. Παΐσιος.
«Τα χρήματα που θάδινες στην μητέρα σου να τα δίνης ελεημοσύνη σ’ ένα φτωχό και κείνη την ώρα να κάνης μια προσευχή. Να λες: Θεέ μου, αυτά τα δίνω για την μητέρα μου, εσύ φρόντισέ την. Τότε ο Θεός θα την αναλάβει από μόνος Του, θα βρει τρόπους»».

Από το βιβλίο: Βίος Γέροντος Παϊσίου του Αγιορείτου του ιερομονάχου Ισαάκ Από το Κεφάλαιο: «Συνεννόηση με ετερογλώσσους» σ. 618-621
https://proskynitis.blogspot.com/

- Άχραντε, αμίαντε, άναρχε, αόρατε, ακατάληπτε, ανεξιχνίαστε, αναλλοίωτε, ανυπέρβλητε, αμέτρητε, ανεξίκακε...




- Άχραντε, αμίαντε, άναρχε, αόρατε, ακατάληπτε, ανεξιχνίαστε, αναλλοίωτε, ανυπέρβλητε, αμέτρητε, ανεξίκακε είναι οι λέξεις με τις οποίες αρχίζει σήμερα η πρώτη ευχή της γονυκλισίας της Πεντηκοστής.
- Επίσης το σημερινό Ευαγγέλιο αρχίζει με την κραυγή του Ιησού “Ἐάν τις διψᾷ, ἐρχέσθω πρός μέ καί πινέτω.”
Με βάση τα παραπάνω φτιάξαμε το πρόχειρο παραμιλητό που ακολουθεί ...
Άχραντε Κύριε, εσύ που παραμένεις ανέγγιχτος από τη φθορά, επίβλεψε σε εμένα τον μολυσμένο από τον εγωκεντρισμό, τις αποτυχίες και τις προκλήσεις του κόσμου, και δρόσισε την ξεραμένη μου καρδιά με το καθαρό νερό της συγχώρεσης και της λύτρωσης.
Αμίαντε Θεέ, μπροστά στην απόλυτη καθαρότητά σου στέκομαι εγώ που κουβαλώ τα στίγματα της προδοσίας και της εγκατάλειψης, ζητώντας να μεταγγίσεις μια σταγόνα από τη Χάρη σου στην πληγωμένη μου ζωή για να βρω τη δύναμη να συνεχίσω.
Άναρχε Δημιουργέ, Εσύ που δεν έχεις αρχή και τέλος, στρέψε το βλέμμα σου σε εμένα τον πεπερασμένο όταν καταρρέω, κάτω από το βάρος της πραγματικότητας, και δώσε μου το ποτήρι της ελπίδας που νικά την ανασφάλεια και τον φόβο.
Αόρατε Πατέρα, που κρύβεσαι από τα μάτια αλλά φανερώνεσαι στην Αγάπη, εισάκουσε την κραυγή της μοναξιάς μου καθώς βαδίζω στο σκοτάδι της κατάθλιψης, και γέμισε το κενό της ύπαρξής μου με τη ζωντανή σου παρουσία, η οποία αποτελεί το αιώνιο και αδιάλειπτο στήριγμά μου.
Ακατάληπτε Κύριε, εσύ που υπερβαίνεις κάθε ανθρώπινη λογική, δέξου τον πόνο μου για τις αδικίες που υπομένω και για τα αναπάντητα ερωτήματα της μοίρας μου, ξεδιψώντας τον κλονισμένο μου νου με την ειρήνη της σοφίας σου.
Ανεξιχνίαστε Θεέ, τα σχέδιά σου είναι απύθμενα για την πεπερασμένη μου σκέψη, ανάλαβε την οδύνη μου καθώς θαλασσοδέρνομαι στις τρικυμίες των καθημερινών αναγκών και του άγχους για την επιβίωση, και πρόσφερέ μου το ύδωρ της εμπιστοσύνης στην πρόνοια σου.
Αναλλοίωτε Σωτήρα, που παραμένεις αιώνια τέλειος, βοήθησέ με να διαχειριστώ την οδύνη των συνεχών απωλειών, του πένθους και των βίαιων αλλαγών στη ζωή μου, και στήριξε την κλονισμένη μου ψυχή πάνω στην ακλόνητη σταθερότητά σου.
Ανυπέρβλητε Άρχοντα του σύμπαντος κόσμου, που καμία επίγεια δύναμη δεν μπορεί να συγκριθεί μαζί αου, ελέησέ με τον αδύναμο την ώρα που λυγίζω κάτω από την εξουσία των ισχυρών και την αδιαφορία των πολλών, χαρίζοντάς μου το πνευματικό νερό της δικαιοσύνης σου.
Αμέτρητε Θεέ, που το μέγεθος του ελέους σου δεν έχει όρια, κοίταξε την εξαθλίωση και την πνευματική μου ένδεια, και ξεδίψασέ με, με τον απέραντο πλούτο της αγάπης σου.
Ανεξίκακε Κύριε, που υπομένεις τις αμαρτίες μου με απέραντη μακροθυμία, πρόσβλεψε στο πλάσμα σου καθώς ταλαιπωρούμαι καθημερινά από τις αδυναμίες και τα σφάλματά μου, και δώσε μου να πιω από την πηγή ανεξάντλητης υπομονής σου ώστε να υπομένω ευχαριστιακά τον προσωπικό μου σταυρό.

https://proskynitis.blogspot.com/

«Σταμάτησε τήν τρικυμία καί στεῖλε, ὦ Κύριε, τό Πανάγιον Πνεῦμα»




Συγκεντρωμένοι βρισκόντουσαν ὅλοι κατὰ τὴν ἅγια τῆς Πεντηκοστῆς ἡμέρα
καὶ προσευχόμενοι περίμεναν οἱ ἕνδεκα Ἀπόστολοι.
Καὶ ὅπως λέει τὸ ἀνάγνωσμα τῶν Πράξεων,ἔγινε ξαφνικὰ βροντὴ σὰν ἄνεμος ὁρμητικὸς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ μὲ πάταγο καὶ μὲ φωτιὰ ἐγέμισε ὁλόκληρο τὸ δωμάτιο
καὶ θαυμασμὸ προκάλεσε μέγιστο στοὺς ἀγαπημένους.
Γι’ αὐτὸ καὶ βλέποντας τὸ σπίτι σὰν πλοῖο νὰ σαλεύει λέγανε:
«Σταμάτησε τὴν τρικυμία καὶ στεῖλε, ὦ Κύριε, τὸ Πανάγιον Πνεῦμα».
Καθὼς πίστεψαν οἱ σοφοὶ πὼς ὅλο τὸ Ἀνώγι χανόταν ἀπ’ τὸν ἄνεμο, ὅλοι ἔκλεισαν τὰ μάτια φοβισμένοι.
Καὶ νά, συνέβη κάτι ἄλλο πιὸ φρικτὸ καὶ στὸν πρῶτο φόβο κι ἄλλον τρόμο πρόσθεσαν
τὰ ἀλλεπάλληλα θαύματα, ἀφοῦ στὴ συνέχεια γλῶσσες φωτιᾶς τοὺς ἄγγιζαν καὶ στῶν ἀγαπημένων τὶς κεφαλὲς ἐρχόντουσαν καὶ δὲν ἔκαιγαν καθόλου τὰ μαλλιά,
ἀλλὰ τὸν νοῦ ἐφώτιζαν.Καὶ πράγματι νὰ καθαρίσουν καὶ νὰ φωτίσουν τὶς ἔστειλε τὸ Πανάγιον Πνεῦμα.

Ὕμνοι Ἁγίου Ρωμανοῦ τοῦ Μελωδοῦ
Στὴν Ἁγία Πεντηκοστή
Ἀπόδοση τὰ νέα ἐλληνικὰ Ἀρχιμανδρίτης Ἀνανίας Κουστένης
''Πειραϊκή Εκκλησία''Τεῦχος 359, Ἰούνιος 2023
https://proskynitis.blogspot.com/

Γιατί γονατίζουμε τρεις φορές στον Εσπερινό της Πεντηκοστής;




«Θεέ μου…Είμαι πεσμένος… Σήκωσέ με. Ανάστησέ με. Σώσε με!…»
Κατά την «έσχατη» και «μεγάλη» και «σωτήρια» ημέρα της Πεντηκοστής, κατά την οποία μας αποκαλύφθηκε και προσκυνούμε και δοξάζουμε το μέγα μυστήριο της Αγίας και Ομοουσίου και Ζωοποιού και Αδιαιρέτου και Ασυγχύτου Τριάδας, του Ενός και Μοναδικού Θεού, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αμέσως μετά την πανηγυρική Θεία Λειτουργία, τελούμε τον «Εσπερινό της Γονυκλισίας», κατά τον οποίο ψάλλουμε ύμνους αφιερωμένους κατ’ εξοχήν στο Πανάγιο Πνεύμα, το τρίτο Πρόσωπο της Τρισηλίου Θεότητας, που είναι «φως και ζωή και ζώσα πηγή νοερά. Πνεύμα σοφίας, Πνεύμα συνέσεως, αγαθόν, ευθές, νοερόν, ηγεμονεύον, καθαίρον τα πταίσματα, Θεός και θεοποιούν, πυρ εκ πυρός προϊόν, λαλούν, ενεργούν, διαιρούν τα χαρίσματα».
Αμέσως μετά την «Είσοδο» του Εσπερινού, κι αφού ψαλεί το «Φως ιλαρόν» και το πανηγυρικό Μέγα Προκείμενο «Τίς Θεός Μέγας ως ο Θεός ημών; Συ ει ο Θεός, ο ποιών θαυμάσια μόνος!» σε ήχο βαρύ, μεγαλόπρεπο, αντάξιο του νοήματος και του μηνύματός του, ο Διάκονος μας καλεί, κλήρο και λαό, να γονατίσουμε και ν’ απευθύνουμε στο Θεό γονυπετείς λόγο ικεσίας: 
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».
Από τη λαμπροχαρμόσυνη αγία ημέρα του Πάσχα μέχρι και σήμερα, η γονυκλισία ήταν απαγορευμένη. Σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, και για να υπογραμμίζεται το χαρούμενο και σωτήριο μήνυμα των αναστάσιμων βιωμάτων της Εκκλησίας, η προσευχή των Ορθοδόξων γίνεται «ορθοστάδην». Σε όρθια δηλαδή στάση, και όχι με γονυκλισία. Όμως την ώρα τούτη το «ορθοστάδην» παραμερίζεται, όχι μόνο για να χαιρετίσουμε θεοπρεπώς το Πανάγιο Πνεύμα, «δι’ ου Πατήρ γνωρίζεται και Υιός δοξάζεται, και παρά πάντων γινώσκεται μία δύναμις, μία σύνταξις, μία προσκύνησις τής Αγίας Τριάδος», μα και για να πούμε κατά πως ταιριάζει σε παραστρατημένους, όπως είμαστε όλοι μας, χωρίς εξαίρεση, το «ημάρτομεν!», και να ζητήσουμε το έλεος του Θεού, την άφεση, την κάθαρση, τη συγγνώμη.
Τη γονυκλισία την ονομάζει ο λαός μας και «μετάνοια». Γιατί η στάση του μετανοούντος είναι το «κλίνειν τα γόνατα». Κάτω τα γόνατα, κάτω και το πρόσωπο, σημαίνει απλούστατα: «Θεέ μου, βρίσκομαι κάτω. Είμαι πεσμένος. Έχω καταντήσει “γη και σποδός”. Σήκωσέ με. Ανάστησέ με. Σώσε με!…». Έτσι, σήμερα που ήρθε στον κόσμο ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας το «καθαίρον (που καθαρίζει) τα πταίσματα», καλούμαστε να πάρουμε στάση (όχι μόνο σώματος, μα και ζωής!) μετανοούντος:
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεη­θώμεν».
Στην Κρήτη λένε οι παλαιότεροι: «Και στην κορυφή του βουνού να βρεθείς τούτη την ημέρα ολομόναχος, θα πρέπει να γονατίσεις και να κάμεις το σταυρό σου». 
Και κρύβουν τα λόγια τούτα την αίσθηση της πραγματικής μετοχής στη ζωή του Ενός Σώματος της Εκκλησίας, ανεξάρτητα από εξωτερικές συνθήκες. Την αίσθηση της εν Θεώ τω εν Τριάδι οργανικής ενότητας των πιστών, όπου κι αν οι συγκυρίες της ζωής τους θέλουν να βρίσκονται… 
Και γονατίζει ο πιστός όπου κι αν είναι: Στην εκκλησιά του· στο σπίτι του ή στο νοσοκομείο, αν είναι άρρωστος· στο πλοίο του, αν θαλασσοπορεί· στο βουνό στον κάμπο· στη στάνη· στο δάσος· στην ξενιτιά· στο κάτεργο· στη φυλακή… Όπου βρίσκεται!
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεη­θώμεν».
Η πρώτη Ευχή της Γονυκλισίας απευθύνεται στον «Άχραντο, αμίαντο, άναρχο, αόρατο, ακατάληπτο, ανεξιχνίαστο, αναλλοίωτο, ανυπέρβλητο, αμέτρητο, ανεξίκακο Κύριο», τον «Πατέρα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού» και Τον παρακαλεί, με μόνο συνήγορό μας τη δική Του «συμπάθεια», να μας δεχθεί καθώς προσπέφτουμε ενώπιον Του μετανοημένοι και φωνάζοντας το «ημάρτομεν!». 
Του θυμίζει πως από τη μήτρα της μητέρας μας ήδη, Αυτόν μονάχα είχαμε για Θεό μας, αλλά, επειδή τη ζωή μας τη χαραμίσαμε στη ματαιότητα, μείναμε γυμνοί από τη βοήθειά Του και δεν έχουμε λόγια για ν’ απολογηθούμε. Όμως παίρνουμε Θάρρος από τους οικτιρμούς Του και κράζουμε: 
«Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής, και εκ των κρυφίων ημών καθάρισον ημάς». (Μη θυμηθείς τις αμαρτίες που κάναμε στα νιάτα μας, όταν είχαμε άγνοια των εντολών Σου, και από τα κρυφά και ανομολόγητα κρίματα της καρδιάς μας καθάρισέ μας). Του ζητά, πριν βρεθούμε πίσω στο χώμα, σ’ Αυτόν να μας αξιώσει να επιστρέψουμε!
Να ζυγομετρήσει τις αμαρτίες μας με τους οικτιρμούς Του και ν’ αντιπαραθέσει την άβυσσο των οικτιρμών και του ελέους Του στο πλήθος των πλημμελημάτων μας! Να μας ρύσει, να μας γλυτώσει από την αβάσταχτη τυραννία του διαβόλου! Ν’ ασφαλίσει τη ζωή μας μέσα στους άγιους και ιερούς Του νόμους και να μας συνάξει όλους στη Βασιλεία Του. Και καταλήγει ικετευτικά: «Δος συγγνώμη σε όσους ελπίζουν σε Σένα… καθάρισέ μας με την ενέργεια του Αγίου Σου Πνεύματος».
Πρόκειται για προσευχή «αντρίκια»! Εξομολογητική, χωρίς προσπάθειες άσκοπης δικαιολογίας ή αποποιήσεως ευθυνών. «Ημάρτομεν!» «Αμαρτίας νεότητος ημών και αγνοίας μη μνησθής!» «Εκ των κρύφιων ημών καθάρισον ημάς!» «Δος συγγνώμην τοις ελπίζουσιν επί Σε!» Δεν είναι λόγια αυτά!
Είναι βέλη που σαϊτεύουν την πατρική καρδιά του Ανεξίκακου και Πολυέλεου και Φιλάνθρωπου Θεού!…
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».
Η δεύτερη Ευχή απευθύνεται στο Κύριο ημών Ιησού Χριστό, το «απαύγασμα του Πατρός» (που πηγάζει από τον πατέρα), τον «της ουσίας και της φύσεως Αυτού απαράλλακτον και αμετακίνητον χαρακτήρα», την «πηγή της σωτηρίας και της χάριτος» και Του ζητά να μας ανοίξει Αυτός, ο «διδούς ευχήν τω εύχομένω» (αυτός που δίνει προσευχή στον προσευχόμενο), τα αμαρτωλά μας χείλη και να μας διδάξει «πώς δει και υπέρ ων χρή προσεύχεσθαι» – ρεαλιστική παραδοχή πως χωρίς Αυτόν, ούτε να Τον ζητήσουμε μπορούμε, ούτε να Του ζητήσουμε τα συμφέροντα ξέρουμε. 
Κι αφού Του δηλώσει με ταπείνωση πως περιμένουμε η ευσπλαχνία Του να νικήσει το άμετρο πλήθος των αμαρτιών μας. Του λέει πως με φόβο θείο στεκόμαστε μπροστά Του, έχοντας ρίξει την απελπισία της ψυχής μας μέσα στου ελέους Του το πέλαγος, και Του ζητάει για λογαριασμό μας: 
«Κυβέρνησε μου την ζωήν… και γνώρισέ μου το δρόμο που θα πορευτώ». «Το Πνεύμα της Σοφίας Σου, χάρισε στη σκέψη μου. Πνεύμα συνέσεως δώρισε στην «αφροσύνη» μου. Τα έργα μου ας τα κατευθύνει πνεύμα θεοφοβίας. Πνεύμα ευθές και ηγεμονικό μη μου στερήσεις, για ν’ αξιωθώ, με του Αγίου Πνεύματος την καθοδήγηση, να εργάζομαι τις εντολές Σου και πάντοτε να νιώθω την παρουσία Σου». Και κορυφώνει: «Την Σην ικετεύω αγα­θότητα. Όσα ηυξάμην απόδος μοι εις σωτηρίαν» (την καλοσύνη Σου ικετεύω: Όσα σχετικά με τη σωτηρία μου Σου ζήτησα προσευχόμενος, χάρισέ μου), για να Του υπογραμμίσει πιο κάτω πως Αυτός είναι η μοναδική μας ελπίδα, παρά τις αμαρτίες μας: «Σε Σένα μόνο αμαρτάνουμε, αλλά και Σένα μόνο λατρεύουμε.
Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε άλλο Θεό, ούτε να υψώνουμε ικετευτικά τα χέρια μας σε κάποιο άλλο Θεό». Κι αυτός ο τονισμός ότι Αυτός είναι ο μοναδικός μας Θεός, το μοναδικό μας, δηλαδή, και έσχατο καταφύγιο, θέλει -αν μπορούμε να το πούμε έτσι (χωρίς, πάντως, άσεβη διάθεση)- να κινήσει το φιλότιμο του Θεανθρώπου να μας δώσει χέρι βοηθείας, να μας χαρίσει την άφεση και τα προς σωτηρία αιτήματα, δεχόμενος τη γονυκλισία και την προσευχή μας, «ως θυμίαμα δεκτό, αναλαμβανόμενο ενώπιον της υπεράγαθης Βασιλείας Του».
Είναι και τούτη η ευχή μια προσευχή τολμηρή. «Σοι μόνω αμαρτάνομεν, αλλά και Σοι μόνω λατρεύομεν». Δεν ξέρουμε να προσκυνούμε ξένο θεό, ούτε να υψώνουμε χέρια ικετευτικά σ’ άλλο θεό έξω από Σένα! Ομολογία πτώσεως, φθοράς, εξαχρειώσεως, έσχατου κινδύνου! Αλλά ταυτόχρονα και ομολογία πίστεως, θεοφοβίας, ζωντανής ελπίδας σ’ Αυτόν που είναι «η ελπίς πάντων των περά­των της γης» (Ψαλμ. 64: 6), και αγάπης λατρευτικής γι’ Αυτόν που «πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α’ Ίωάν. 4: 19). 
Προσευχή δίχως φαρισαϊσμούς και υποκρισίες. Σωστό ξέσπασμα αληθινά ορθόδοξης καρδιάς!…
«Έτι και έτι κλίναντες τα γόνατα, του Κυρίου δεηθώμεν».
Ακολουθεί η τρίτη Ευχή, που απευθύνεται κι αύτη στο δεύτερο Πρόσωπο της Υπερουσίου Τριάδος, που είναι «η πηγή που πάντοτε και ασταμάτητα αναβλύζει ζωή και φως, η δημιουργική Δύναμη που είναι αιώνια όπως ο Πατέρας, Εσύ που εκπλήρωσες κατά τον καλύτερο τρόπο, πανέμορφα, ό,τι χρειαζόταν για τη σωτηρία των ανθρώπων», Ιησούς Χριστός, που έλυσε τους άλυτους δεσμούς του θανάτου και έσπασε του άδη τα κλειδιά και καταπάτησε τα πλήθη των πονηρών πνευμάτων, και πρόσφερε τον Εαυτό Του για χατίρι μας «άμωμον ιερείον»(αψεγάδιαστη θυσία) και θυσία άχραντη, και με θεόσοφο δόλωμα αγκίστρωσε τον «αρχέκακο και βύθιο δράκοντα» και τον δέσμευσε για πάντα, και τον κατέστησε αδύναμο κι ανίσχυρο, να περιμένει το «πυρ το άσβεστο» (Μάρκ. 9: 45) και το «σκότος το εξώτερο» (Ματθ. 25: 30). 
Απευθύνεται στον Υιό που είναι «η μεγαλώνυμος Σοφία του Πατρός», «αΐδιον φως εξ αϊδίου φωτός. Ήλιος δικαιοσύνης» και Τον καθικετεύει: Συ που μας αξίωσες να φτάσουμε σ’ αυτή τη μεγάλη ήμερα της Πεντηκοστής, δέξου ακόμα μια ικεσία μας. 
Όχι για μας τους ίδιους τούτη τη φορά, μα γι’ αυτούς που έφυγαν πριν από μας. Για τους κεκοιμημένους συγγενείς μας κατά σάρκα και όλους τους «οικείους της πίστεως». Συ που και κατ’ αυτή τήν «παντέλεια» και «σωτηριώδη» εορτή μας αξίωσες να δέχεσαι «ιλασμούς ικεσίους» γι’ αυτούς που βρίσκονται στον Αδη, δίνοντας μας μεγάλες ελπίδες, άκουσε τη φωνή μας που αξιοσυμπάθητα Σου απευθύνουμε: 
«Ανάπαυσον τας ψυχάς των δούλων Σου των προκεκοιμημένων», εκεί που υπάρχει, το φως κ’ η δροσιά κ’ η αναψυχή, εκεί που δεν υπάρχει πόνος, λύπη ή στεναγμός. 
Ανάπαυσε τα πνεύματά τους με τους δικαίους, γιατί αυτοί που βρίσκονται στον Άδη δεν μπορούν να Σου ζητήσουν συγγνώμη, αλλά μονάχα εμείς που ζούμε Σε ευλογούμε και Σε ικετεύουμε και τις εξιλαστήριες ευχές και ιερουργίες Σου προσφέρουμε για τις ψυχές τους!
Κι επισυνάπτεται σ’ αυτή και δεύτερη Ευχή υπέρ των τεθνεώτων, των νεκρών, απευθυνόμενη σ’ Αυτόν που είναι «της αναστάσεως ημών Αρχηγός και των βεβιωμένων (όσων πράξαμε) αδέκαστος και φιλάνθρωπος Κριτής και της μισθαποδοσίας Δεσπότης και Κύριος», ικετεύοντας Τον: 
«Ανάπαυσον πάντας, τους πατέρας εκάστου και μητέρας και αδελφούς και αδελφάς και τέκνα, και ει τι άλλον ομογενές και ομόφυλον, και πάσας τας προαναπαυσαμένας ψυχάς επ’ ελπίδι αναστάσεως, ζωής αιωνίου, και κατάταξον τα πνεύματα αυτών και τα ονόματα εν βίβλω ζωής», στην αγκαλιά του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, στη Χώρα των Ζώντων, στη Βασιλεία των ουρανών, στον Παράδεισο. 
Και ανάστησε και τα σώματα όλων μας κατά την αγία ήμερα της επαγγελίας Σου. Γιατί είναι αλήθεια πως δεν υπάρχει θάνατος για τους δούλους του Θεού, μα φεύγουν απ’ το σώμα κι έρχονται σε Σένα, τον Κύριο. Φεύγουν από τα λυπηρά κι έρχονται «στα καλύτερα και τα πιο ευχάριστα», σε Σένα, που είσαι η ανάπαυση και η χαρά!
Ζητά γι’ άλλη μια φορά συγχώρηση αμαρτημάτων για όλους, ζώντες και κεκοιμημένους, από τον μόνο Αναμάρτητο: «Δος μας συγγνώμη, άφεση και συγχώρηση για τα παραπτώματά μας, τα θεληματικά και τα αθέλητα, αυτά που κάναμε ξέροντας πως είναι κρίματα, και αυτά που κάναμε έχοντας άγνοια, τα φανερά, τα κρυφά, όσα διαπράξαμε με έργα, με το λογισμό μας και με λόγια, κάθε συναναστροφή και σε κάθε κίνησή μας… » και καταλήγει: «Και στους μεν αποβιώσαντες δώρισε ελευθερία και άνεση δώρισε, και εμάς που είμαστε εδώ ευλόγησε, χαρίζοντας μας το τέλος της ζωής μας καλό και ειρηνικό».
Λέει κάποιος Άγιος πως τίποτε δεν συγκινεί τόσο το Θεό, όσο η προσευχή υπέρ των κεκοιμημένων. Επειδή «εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια», οι προαπελθόντες δεν έχουν πια τη δυνατότητα να βοηθήσουν τον εαυτό τους. Έτσι, μοναδική φωνή γι’ αυτούς είναι η φωνή μας! Μοναδική ικεσία τους η δική μας ικεσία! Μοναδική προσευχή τους η προσευχή μας! 
Για το λόγο αυτό, αυτή η τρίτη Ευχή της Γονυκλισίας έχει ξεχωριστή βαρύτητα και σημασία! Είναι προσευχή αγάπης και ελεημοσύνης και φιλαδελφίας και ευγνωμοσύνης, για πρόσωπα που βρίσκονται πια στα χέρια του Θεού!
«Έτι και έτι, κλίναντες τα γόνατα…»
Τί να προσθέσει κανείς στην τριπλή αυτή γονυκλινή ευχή της Εκκλησίας; Τί επί πλέον να ζητήσει από το Θεό; Μονάχα έναν ύμνο εκκλησιαστικό που είναι ιερή υπόσχεση με την ευκαιρία της Πεντηκοστής, ύμνο του Εσπερινού της παραμονής, διαλέγω σαν επίλογο καί επιστέγασμα των ταπεινών τούτων γραμμών:
«Εν ταις αυλαίς Σου υμνήσω Σε τον Σωτήρα του κόσμου, και κλίνας γόνυ προσκυνήσω Σου την αήττητον δύναμιν, έν εσπέρα και πρωί και μεσημβρία, και εν παντί καιρώ ευλογήσω Σε, Κύριε»! 
Που θέλει να πει: «Στις εκκλησίες Σου μέσα θα Σε υμνήσω, τον Σωτήρα του κόσμου, και θα γονατίσω να προσκυνήσω την αήττητη δύναμή Σου, και βράδυ, και πρωί, και μεσημέρι, και κάθε ώρα και στιγμή θα Σε ευλογήσω, Κύριε».

(Μητροπολίτου Προικοννήσου Ιωσήφ, «Οσμή ζωής», εκδ. Άθως)
https://inpantanassis.blogspot.com/

Η δύναμη του Αγίου Πνεύματος




Το Πνεύμα το Άγιον ήλθε. Ή παρουσία του ζωντανή και συγκλονι­στική. Για να δώσει το μεγάλο «παρών» στην ιστορία της ανθρωπότητας χρησιμοποίησε τα δύο ισχυρότερα στοιχεία της φύσεως: τη φωτιά και τη θύελλα.
Ήχος και φώς. Ήχος καταπληκτικός. «Εγένετο άφνω εκ του ουρανού ήχος ώσπερ φερομένης πνοής βιαίας» (Πράξ. 2,2). Και φως εκτυφλωτικό. «Και ώφθησαν αυτοίς διαμεριζόμεναι γλώσσαι ωσεί πυρός, εκάθισέ τε εφ’ ένα έκαστον αυτών» (Πράξ. 2,3). Ζωντανή η πα­ρουσία του Αγίου Πνεύματος. Γιατί ζωντανός είναι ο Θεός. Ζωντανή και η Εκκλησία του.
Απόδειξη της ζωντάνιας και της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος είναι τα αποτελέσματα της παρουσίας του. Πέρασαν πολλοί μεγάλοι και τρανοί της γης σαν θύελλες και καταιγίδες, αλλά σκόρπισαν τη φωτιά και την καταστροφή. Ήλθε ο μεγάλος του Ουρανού, το Πνεύ­μα το Άγιο, σαν θύελλα και σαν φωτιά, αλλά τα αποτελέσματα του ήταν ευεργετικά και θαυμαστά.
Μικρά πλεούμενα οι μαθητές του Χριστού. Ήσαν αραγμένα στα Ιε­ροσόλυμα. Δεν τολμούσαν να κινηθούν, ν’ ανοιχθούν στη θάλασσα της ανθρώπινης κοινωνίας. Είχαν άπνοια άνεμου. Δεν είχαν τη δύναμη να ξανοιχθούν. Και έρχεται η πνοή του άνεμου της Πεντηκοστής, η πνοή του Αγίου Πνεύματος, και κινεί τα μικρά πλοιάρια. Και ξανοίγονται παντού. Φθάνουν μέχρι την άκρη του κόσμου και κηρύτ­τουν το Ευαγγέλιο της ’Αλήθειας και της Σωτηρίας.
Ψυχρές, παγωμένες καρδιές και σβησμένα χείλη ήσαν οι μαθητές. Και έρχεται η φωτιά του Αγίου Πνεύματος και πυρακτώνει τις καρδιές τους. Οι μέχρι τώρα δειλοί γίνονται τώρα «λέοντες, πυρ πνέοντες». Και έρχεται η φωτιά του Αγίου Πνεύματος «εν είδει πυρίνων γλωσσών», ακριβώς για να πυρακτώσει τη γλώσσα τους. Η γλώσσα συνήθως πετάει σπίθες και ανάβει φωτιές αμαρτωλές, φωτιές διχό­νοιας και πολέμου. Η γλώσσα των μαθητών, πυρακτωμένη αυτή φωτιά του Αγίου Πνεύματος, μεταδίδει τα μηνύματα του ουρανού, μεταλαμπαδεύει το φώς και τη φωτιά του Θεού, και προκαλεί ενότητα και δημιουργεί τη νέα κοινωνία. «Ότε του πυρός τας γλώσσας διένειμεν, εις ενότητα πάντας εκάλεσεν».
Αυτοί που δεν πιστεύουν στο Πνεύμα το Άγιο, ας βρουν τρόπο να εξηγήσουν το φαινόμενο των Αποστόλων. Πώς οι αγράμματοι έγιναν πάνσοφοι; Πώς οι ψαράδες έγιναν θεολόγοι; Πώς οι άσημοι κατέκτησαν πνευματικά όλη την οικουμένη; Πώς οι Γαλιλαίοι έγραψαν το Ευαγγέλιο στην ελληνική γλώσσα; Πώς οι ολιγάριθμοι, οι δώδεκα, νί­κησαν τους πολλούς; Πώς οι «ιδιώται» κατατρόπωσαν τη φιλοσοφία των Ελλήνων, το θρησκευτικό φανατισμό των Ιουδαίων και τις σιδη­ρόφρακτες στρατιές της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας; Πώς έγινε η αλλαγή των Μαθητών και η αλλαγή του κόσμου; Μάταια ο ορθο­λογισμός ψάχνει να βρει εξήγηση. Η εξήγηση δεν βρίσκεται στους υπολογισμούς της γης, αλλά στο θαύμα του Ουρανού. Το Πνεύμα το Άγιο, αυτή είναι η υπερφυσική δύναμις.
Χωρίς τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος ήταν αδύνατον να κηρύξουν οι Απόστολοι. Τη δύναμη αυτή είχε υποσχεθεί ο Χριστός στους Μαθητές του. «Λήψεσθε δύναμιν επελθόντος του Αγίου Πνεύματος εφ’ υμάς, και έσεσθέ μοι μάρτυρες εν τε Ιερουσαλήμ και εν πάση τη Ιουδαία και Σαμαρεία και έως έσχατου της γης» (Πράξ. 1,8).
Κάποτε, για να βγει ο προφήτης Ησαΐας στο κήρυγμα προς τον αποστάτη λαό του Ισραήλ, χρειάσθηκε πυρακτωμένος άνθρακας από το θυσιαστήριο του Θεού. Κάποιο Σεραφίμ πήρε με τη λαβίδα αναμμένο κάρβουνο από το θυσιαστήριο του Θεού και άγγιξε τα χείλη του προφήτου. Και ο προφήτης κατέστη έτοιμος. Και στην ερώτηση του Θεού «Τίνα αποστείλω και τις πορεύσεται προς τον λαόν τούτον;», ο Ησαΐας έδωσε το ιεραποστολικό «παρών»: «Ιδού εγώ είμι· απόστειλόν με» (Ησ. 6,8).
Απείρως δυσκολότερη η αποστολή των Μαθητών. Πρόκειται να πορευθούν όχι μόνο στο λαό του Ισραήλ, αλλά σ’ όλα τα έθνη. Πρόκειται όχι απλώς να καλέσουν σε μετάνοια και επιστροφή, αλλά να κηρύξουν το Ευαγγέλιο της σωτηρίας. Πρόκειται να δώσουν τη μαρτυρία του Ιησού Χριστού σ’ όλα τα έθνη. Απαιτείται λοιπόν δύναμις. Όχι πυρακτωμένος άνθρακας από το θυσιαστήριο του Θεού, αλλά το πυρφόρο Πνεύμα, το Πανάγιο Πνεύμα έρχεται να πλημμυρίσει την ύπαρξη τους. «Επλήσθησαν άπαντες Πνεύματος Αγίου» (Πράξ. 2,4).
Αν η επιστήμη σήμερα έχει ανακαλύψει δύναμη, που κατορθώνει και εκτοξεύει πυραύλους εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά και διαστημόπλοια προς τα άστρα, πριν από δύο χιλιάδες χρόνια μία άλλη δύναμη αποκαλύφθηκε, που εκτόξευσε τους Μαθητές και Αποστόλους από τη βάση τους, από τα Ιεροσόλυμα, και τους οδήγησε «έως εσχάτου της γης». Και η δύναμη αυτή, δύναμη απείρως ανώτερη από οποιαδήποτε πυρηνική ενέργεια, είναι το Πνεύμα το Άγιο. Με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος οι Απόστολοι έγιναν πνευματικοί πύ­ραυλοι· πύραυλοι όχι καταστροφής, αλλ’ ευεργεσίας· πύραυλοι όχι πολέμου, αλλ’ ειρήνης· πύραυλοι όχι θανάτου, αλλά σωτηρίας.
Αλλά και κάθε πιστός μπορεί να γίνει δέκτης της δυνάμεως του Αγίου Πνεύματος. Μπορεί να γίνει πνευματοκίνητος, πυραυλοκίνητος, πυρφόρος. Διότι για κάθε πιστό ισχύει η επαγγελία, η υπόσχεσης του Χριστού για τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος.

(Αρχ. Δανιήλ Γ. Αεράκη, Σημεία Θεοφανείας, σ. 282-284)
https://inpantanassis.blogspot.com/

Η περί Θεού ορθόδοξη πίστη μας




Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού
Η εορτή της του Αγίου Πνεύματος  αποτελεί έναν ξεχωριστό σταθμό στο εορτολόγιο του ενιαυτού της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας. Την αγία αυτή ημέρα τιμούμε και προσκυνούμε το Πανάγιο Πνεύμα, το Οποίο την προηγούμενη ημέρα ως «γλώσσαι ωσεί πυρός» (Πράξ. 2,2) κατέβηκε στο υπερώο της Ιερουσαλήμ και φώτισε του αγίους Αποστόλους και από τότε μένει στην Εκκλησία και τον κόσμο μέχρι τη συντέλεια της ιστορίας ως σωτήρας της ανθρωπότητας και ολοκλήρου της δημιουργίας. Όμως μαζί με το Άγιο Πνεύμα προσκυνούμε και ολόκληρη την Αγία Τριάδα, διότι ο Θεός σύμφωνα με την ορθόδοξη χριστιανική μας πίστη, ως προς την ουσία Του είναι αμέριστος.  
      Η Αγία μας Εκκλησία με βάση την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση, η οποία είναι ουσιαστικά η εν Αγίω Πνεύματι εμπειρική κατανόηση των θείων Γραφών, διαμόρφωσε τα δόγματα, δηλαδή την διδασκαλία Της. Ιστορικές αναγκαιότητες οδήγησαν την Εκκλησία να διατυπώσει την πίστη και την εμπειρία Της μέσω των αγίων Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων. Σε αυτές οι άγιοι Πατέρες με γνώμονα και οδηγό το Άγιο Πνεύμα καθόρισαν επακριβώς το δόγμα και το περιχαράκωσαν έναντι των ποικιλώνυμων αιρετικών, οι οποίοι εφορμούσαν για να νοθεύσουν την αλήθεια με το ψεύδος και την πλάνη.
      Ως πιστοί είμαστε υποχρεωμένοι, εφόσον θέλουμε να είμαστε μέλη της Εκκλησίας και να σωθούμε, να δεχόμαστε τα δόγματα της Εκκλησίας μας, χωρίς καμιά παρέκκλιση, όπως είναι διατυπωμένα στο Σύμβολο της Πίστεως, το οποίο απαγγέλλουμε και ομολογούμε στη Θεία Λειτουργία, προκειμένου να λάβουμε μέρος στο Ποτήριο της Ζωής, τη Θεία Κοινωνία.
     Το βασικότερο δόγμα της Εκκλησίας μας είναι η ορθή πίστη μας στον Τριαδικό Θεό. Άλλωστε οι διάφοροι αιρετικοί όλες τις εποχές μέχρι σήμερα αυτό κυρίως το δόγμα θέλησαν να νοθεύσουν.
     Όλες σχεδόν οι θρησκείες πρεσβεύουν κάποιο θεό ή κάποιους θεούς, αν πρόκειται για πολυθεϊστικές. Πολλοί κάνουν το σοβαρό λάθος να ταυτίζουν τον αληθινό Θεό του Ορθόδοξου Χριστιανισμού με το θεό ή τους θεούς των αιρετικών ή των αλλοθρήσκων. Αυτή είναι μεγάλη πλάνη, διότι εξισώνουμε την αποκεκαλυμμένη αλήθεια περί Θεού με τις διάφορες ανθρώπινες πλανεμένες δοξασίες. Δεν έχει σχέση ο Χριστιανικός Τριαδικός Θεός με τον μονοπρόσωπο Θεό του Ιουδαϊσμού, του Ισλάμ, των Μαρτύρων του Ιεχωβά, των Μορμόνων κλπ. Επίσης δεν έχει καμιά σχέση με τις πολυπληθείς θεότητες του Ινδουισμού ή του Ταοϊσμού, ή του Σιντοϊσμού και των συγχρόνων μας νεοπολυθεϊστών. Δεν πιστεύουμε στον ίδιο Θεό, διότι η δική μας πίστη στηρίζεται στην Θεία Αποκάλυψη, εκείνων σε αυθαίρετες ανθρώπινες συλλήψεις. Ο ιερός ψαλμωδός αναφέρει πως «οι θεοί των εθνών (είναι) δαιμόνια» (Ψαλμ. 95:5).
      Σύμφωνα με την χριστιανική μας πίστη ο άνθρωπος είναι ανεπαρκής να συλλάβει την έννοια του Θεού και γι’ αυτό ο ίδιος ο Θεός αυτοαποκαλύπτεται στους ανθρώπους. Ο απόστολος Παύλος μας λέγει πως ο Θεός «ουκ αμάρτυρον εαυτόν αφήκεν» (Πραξ. 14,15). Η Αγία Γραφή είναι ο κύριος δίαυλος αποκάλυψής Του στον κόσμο. Στην Παλαιά Διαθήκη έχουμε συγκαλυμμένη αποκάλυψη του Θεού, διότι η πνευματική ανωριμότητα του προχριστιανικού κόσμου δεν επέτρεπε περαιτέρω αποκάλυψη του Θεού. Αντίθετα στην Καινή Διαθήκη ο Θεός αποκαλύπτεται πληρέστερα, όσο είναι απαραίτητο, στον άνθρωπο και όσο μπορεί αυτός να κατανοήσει. Η αποκάλυψη του Θεού στην νέα εποχή της χάρητος έγινε δια του Ενανθρωπήσαντος Υιού και Λόγου του Θεού, του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. «Ο Υιός, ο ων εις τον κόλπον του Πατρός εκείνος εξηγήσατο» περί του Θεού (Ιωάν.1,18). Στο θεανδρικό Του πρόσωπο έφερε ολόκληρη την θεότητα, γι’ αυτό ο Ίδιος είχε πει πως «ο εωρακώς εμέ εώρακε τον Πατέρα» (Ιωάν. 14,9). Στην θεία Του διδασκαλία υπάρχει διάχυτη η αποκάλυψη για τον τρόπο υπάρξεως του Θεού.
       Η αγία μας Εκκλησία με τον φωτισμό του Παναγίου Πνεύματος και μέσω της συλλογικής της εμπειρίας, οριοθέτησε την πίστη της στο Θεό και τη δυνατότητα της ανθρωπίνης γνώσεως γι’ Αυτόν. Αυτή είναι διατυπωμένη στα λεγόμενα «Βαπτιστήρια Σύμβολα» της αρχαίας Εκκλησίας και μεταγενέστερα και βέβαια στα εν χρήσει Σύμβολο της Πίστεώς μας, στο οποίο αναφερθήκαμε. 
       Σύμφωνα με την Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία μας, η οποία διασώζει μόνον Αυτή ακέραια και ανόθευτη την χριστιανική πίστη, διδάσκει πως ο Θεός δεν μπορεί να γίνει ως προς την ουσία και την φύση του αντικείμενο γνώσεως από τον σχετικό και πεπερασμένο ανθρώπινο νου. Αντίθετα ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει τις ενέργειες του Θεού. Ο ιερός Δαμασκηνός τονίζει πως «Γνωρίζουμε την ύπαρξη και τις αποκαλυφθείσες ιδιότητες και ενέργειες του Θεού. Η φύση και η ουσία Του παραμένει εντελώς ακατάληπτη και άγνωστη σε μας» (P.G. 94,797). Η δυτική σχολαστική θεολογία, η οποία δεν έκαμε αυτή την διάκριση οδηγήθηκε σε φοβερά αδιέξοδα και περιπέτειες.
        Η Θεία Αποκάλυψη μαρτυρεί πως ο Θεός υπάρχει ταυτόχρονα ως μονάδα και ως τριάδα. Ως προς την ουσία και την φύση Του είναι ένας. Όμως υπάρχει και φανερώνεται με τρεις διαφορετικούς τρόπους υπάρξεως, ως Πατέρας, ως Υιός, ως Άγιο Πνεύμα. Μέσα στην μία και αδιαίρετη θεία ουσία υπάρχουν τα τρία διακεκριμένα Θεία Πρόσωπα, ως ενυπόστατες και ενσυνείδητες οντότητες. Ένας Θεός τρία πρόσωπα. Τα Θεία Πρόσωπα διακρίνονται μεταξύ τους με τα ιδιαίτερα υποστατικά ιδιώματά Τους. Ο Πατέρας είναι αγέννητος, ο Υιός είναι γεννητός από τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα εκπορευτό από τον Πατέρα. 
        Η περί Αγίας Τριάδος ορθόδοξη πίστη μας στέκεται ανάμεσα σε δύο εξίσου σοβαρές κακοδοξίες, τον αυστηρό μονοπρόσωπο μονοθεϊσμό και τον πολυπρόσωπο πολυθεϊσμό. Ο μονοπρόσωπος μονοθεϊσμός (Ιουδαϊσμός, Ισλάμ, Μάρτυρες του Ιεχωβά, κλπ) διδάσκουν έναν Θεό αντικοινωνικό και απόκοσμο. Κατηγορούν τον Χριστιανισμό ως πολυθεΐα, λόγω της πίστεως στα την Τριάδα. Η σύγχρονη πολυπρόσωπη πολυθεΐα, η οποία εκπροσωπείται από διάφορες ανατολικές θρησκείες και τους συγχρόνους μας νεοπολυθεϊστές, κατηγορούν τον Χριστιανισμό ως γέννημα της ιουδαϊκής μονοθεϊστικής πλάνης. Ο μέγας Βασίλειος είχε γράψει πως «μάχεται Ιουδαϊσμός Ελληνισμώ και αμφότεροι Χριστιανισμώ» (P.G. 31,600). 
       Απαντάμε στον  μονοπρόσωπο μονοθεϊσμό ότι δεν είμαστε πολυθεϊστές, διότι τα τρία Θεία Πρόσωπα δεν είναι τρεις διαφορετικοί θεοί με ξεχωριστή φύση, όπως πρεσβεύουν οι πολυθεϊστές, αλλά πιστεύουμε σε μία θεία φύση και άρα σε έναν Θεό. Απαντάμε επίσης στους πολυθεϊστές ότι δεν πιστεύουμε σε θεό μονοπρόσωπο, αντικοινωνικό και απόκοσμο, αλλά σε κοινωνία Θείων Προσώπων.
        Υπάρχουν κάποιοι συνάνθρωποί μας οι οποίοι παρασυρμένοι από αιρετικές και κακόδοξες διδασκαλίες, πρεσβεύουν αλλόκοτες πίστεις για το Θεό. Κάποιοι ταυτίζουν το Θεό με τον υλικό κόσμο (Πανθεϊσμός), κάποιοι άλλοι δεν δέχονται την παρουσία του Θεού στον κόσμο (Δεϊσμός), κάποιοι άλλοι και δυστυχώς πολλοί χριστιανοί, χαρακτηρίζουν το Θεό ως μια αόριστη και απρόσωπη «ανωτέρα δύναμη». Πληροφορούμε πως η πλημμελής πίστη στο Θεό έχει σοβαρότατες επιπτώσεις στην πνευματική πορεία και εν τέλει στη σωτηρία του ανθρώπου. Αν δεν πιστεύουμε στην Αγία Τριάδα, στην αγαπητική κοινωνία των Θείων Προσώπων, στην αγάπη του Πατέρα, στην θεανθρωπότητα του Υιού και στον αγιαστικό και σωστικό ρόλο του Αγίου Πνεύματος η σωτηρία μας δεν είναι δυνατή, σύμφωνα με την διδασκαλία της Εκκλησίας μας.
      Είναι ανάγκη να έχουμε εμπιστοσύνη στην Εκκλησία μας και να δεχόμαστε τη θεία διδασκαλία Της χωρίς παρεκβάσεις. Αυτό είναι το πραγματικό μας συμφέρον, για την πνευματική μας πορεία, την προσωπική μας ολοκλήρωση και κυρίως για τη σωτηρία μας. Χωρίς την ολοκληρωτική μας ένταξη στο σωστικό εκκλησιαστικό σώμα δεν θα μπορέσουμε να σωθούμε, διότι σύμφωνα με τον άγιο Κυπριανό «Εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία»! Η ορθή περί Θεού πίστη μας θα πρέπει να είναι η κορυφαία έκφραση της εμπιστοσύνης μας προς την Εκκλησία και η συνειδητή οργανική μας ύπαρξη στο εκκλησιαστικό σώμα.

https://www.nyxthimeron.com/

Το πανάγιο Πνεύμα "όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας"




Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου -Καθηγητού
Η μεγάλη εορτή της Πεντηκοστής και η Δευτέρα του Αγίου Πνεύματος αποτελούν έναν ακόμα σημαντικό εορτολογικό σταθμό του εκκλησιαστικού ενιαυτού, κατά τον οποίο προσκυνούμε τον Άγιο Τριαδικό Θεό, τον μόνο αληθινό Θεό και τιμούμε το Πανάγιο Πνεύμα, το Οποίο έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην μεγάλη αυτή Δεσποτική εορτή.
      Η ευλογημένη κάθοδός Του, στο υπερώο της Ιερουσαλήμ, «εν τῷ συμπληροῦσθαι τὴν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς», όπου ήταν συναγμένοι οι άγιοι Απόστολοι, «ἅπαντες ὁμοθυμαδὸν ἐπὶ τὸ αὐτό», άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία του κόσμου. Ήρθε να αναδημιουργήσει τη σεσαθρωμένη δομή του πτωτικού κόσμου, να διαχύσει τους αστείρευτους ποταμούς των σωτήριων άκτιστων ενεργειών του Θεού και να βάλλει σε νέα τροχιά την πορεία της ανθρωπότητας. Να οδηγήσει «εις πάσαν την αλήθειαν» τους «καθημένους εν σκότει … εν χώρα και σκιά θανάτου». Να άρει την κατάρα της διασπάσεως των ανθρωπίνων κοινωνιών, την αιτία της διαχρονικής κακοδαιμονίας, ενώνοντας κάθε ανθρώπινο πρόσωπο και ολόκληρη την ανθρωπότητα σε ένα σώμα, το Σώμα του Χριστού, την Αγία Του Εκκλησία, καθότι, όπως τονίζει ο απόστολος Παύλος, χάρις στην παρουσία και το έργο του Παρακλήτου, «νυν δε πολλά μεν μέλη, εν δε σώμα». «Εις ενότητα πάντας εκάλεσε», ψάλλουμε θριαμβευτικά κατά την αγία εορτή, έχοντας τη βεβαιότητα ότι άλλος τρόπος ενότητας δεν υπάρχει, παρά μόνο η Εκκλησία, το μυστικό Σώμα του Λυτρωτή μας Χριστού, ούτε άλλος δρόμος σωτηρίας. Άλλωστε, η Αγία Πεντηκοστή θεωρείται ως η «γενέθλιος ημέρα της Εκκλησίας», αφού, με το εμπνευσμένο κήρυγμα του απ. Πέτρου, «ἀσμένως ἀποδεξάμενοι τὸν λόγον αὐτοῦ ἐβαπτίσθησαν, καὶ προσετέθησαν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ψυχαὶ ὡσεὶ τρισχίλιαι», αποτελούντες τα πρώτα μέλη της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, τα πρώτα κύτταρα του μυστικού Σώματος του Χριστού.    
      Η  Αγία μας Εκκλησία είναι, σύμφωνα με την βιβλική θεολογία, το σώμα του Χριστού και Αυτός η κεφαλή του σώματος (Εφεσ.5,23) και το Άγιο Πνεύμα είναι η ψυχή του εκκλησιαστικού σώματος. Όπως στο φυσικό ανθρώπινο σώμα η ψυχή ζωοποιεί το σώμα, τι ίδιο και η παρουσία του Παρακλήτου, ζωοποιεί την Εκκλησία, κάνει το εκκλησιαστικό σώμα εύρωστο, δυνατό και αθάνατο. Αυτό σημαίνει ότι τα μέλη του σώματος, οι πιστοί, ζούμε, μέσα στην Εκκλησία, χάρις στο ενοικούν σε Αυτή Πνεύμα του Θεού, την όντως ζωή. Μέσα σε αυτή υπάρχουμε, τρεφόμαστε με ουράνια τροφή (την Θεία Κοινωνία), χαριτωνόμαστε, αγιαζόμαστε, σωζόμαστε και θεωνόμαστε, αφού, «η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών δια Πνεύματος Αγίου του δοθέντος ημίν». Ο ιερός Χρυσόστομος τονίζει ότι το Άγιο Πνεύμα και Εκκλησία είναι ταυτόσημα, είναι οντολογικό γνώρισμα της Εκκλησίας η παρουσία του Αγίου Πνεύματος, το οποίο δημιουργεί μεταξύ των μελών θεϊκή συγγένεια, ανώτερη κάθε άλλης συγγενείας και ενότητας. «Ο γαρ γέρων και ο νέος, ο πένης και ο πλούσιος, ο παις και ο έφηβος, η γυνή και ο ανήρ και πάσα ψυχή εν τι γίνεται και μάλλον ει σώμα εν ην. Ταύτης γαρ της συγγενείας πολλώ μείζων εκείνη και πλείων η ακρίβεια της ενώσεως».
      Ο Απόστολος των Εθνών τονίζει κατηγορηματικά πως «ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν ει μη εν Πνεύματι Αγίω». Αυτό σημαίνει πως ο Θεός Παράκλητος είναι πλέον ο κύριος της Εκκλησίας και του κόσμου, μετά την Ανάληψη του Χριστού. Αυτός μας κάνει γνωστό τον Λυτρωτή μας Ιησού Χριστό και ενεργοποιεί το σωτήριο έργο Του σε κάθε άνθρωπο, που θέλει να σωθεί, πάντα μέσα στην Εκκλησία και όχι εκτός αυτής. Κατά συνέπεια, όχι μόνο η άρνηση του απολυτρωτικού έργου του Χριστού, αλλά και η άρνηση της συμμετοχής του Αγίου Πνεύματος στη λυτρωτική διαδικασία του κόσμου, αποτελεί πρωταρχική αιτία απώλειας της σωτηρίας πολλών.
      Η παρουσία του Αγίου Πνεύματος στον κόσμο εκδηλώνεται ποικιλότροπα, με «διαιρέσεις χαρισμάτων», με «διαιρέσεις διακονιών», με «διαιρέσεις ενεργημάτων», με καρποφορία πνευματικών καρπών. Κάθε αγαθό και δωρεά που δίνεται στους ανθρώπους είναι προϊόν του Αγίου Πνεύματος. Σε κάθε άνθρωπο «δίδεται η φανέρωσις του Πνεύματος προς το συμφέρον» αυτού και για τούτο ψάλλει η Εκκλησία: «Πάντα χορηγεί το Πνεύμα το Άγιον, βρύει προφητείας, ιερέας τελειοί, αγραμμάτους σοφίαν εδίδαξε, αλιείς θεολόγους ανέδειξε, όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας».
      Το Άγιο Πνεύμα μοιράζει χαρίσματα στους πιστούς τα οποία είναι χρήσιμα για τη σωτηρία τη δική τους, αλλά και για το σωστικό έργο της Εκκλησίας. Σε άλλον «δίδοται λόγος σοφίας, άλλω δε λόγος γνώσεως κατά το αυτό Πνεύμα, ετέρω δε πίστις εν τω αυτώ Πνεύματι, άλλω δε χαρίσματα ιαμάτων εν τω αυτώ Πνεύματι, άλλω δε ενεργήματα δυνάμεων, άλλω δε προφητεία, άλλω δε διακρίσεις πνευμάτων, ετέρω δε γένη γλωσσών, άλλω δε ερμηνεία γλωσσών. Πάντα δε ταύτα ενεργεί το εν και το αυτό Πνεύμα, διαιρούν ιδία εκάστω καθώς βούλεται». Ο Μ. Βασίλειος σημειώνει: «Το Πνεύμα γίνεται επίσης κατανοητό ως όλον υπάρχον εις τα μέρη διά της διανομής των χαρισμάτων. Διότι αν και οι δωρεές και η χάρη που ο Θεός μας έχει δώσει μπορεί να διαφέρουν, είμαστε βεβαιότατα μέλη ο ένας του άλλου».
      Το Άγιο Πνεύμα μοιράζει διακονίες στο λαό του Θεού, οι οποίες υπάρχουν για να διακονούν καθολικά τις πνευματικές και υλικές ανάγκες του, εις τρόπον ώστε να ζει ο πιστός αποκλειστικά μέσα στην χάρη του Θεού και να μην έχει ανάγκη από τα «σκύβαλα» του κόσμου.  Η Εκκλησία του Θεού υπάρχει για να μεταλλάσσει ολοκληρωτικά και καθολικά τον άνθρωπο της αμαρτίας και της φθοράς, σε νέα αναγεννημένη και χαριτωμένη ύπαρξη. Το «Πνεύμα το Άγιον έθετο επισκόπους ποιμαίνειν την Εκκλησίαν του Κυρίου και Θεού». Ακολούθως όρισε, «εν τη Εκκλησία πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, έπειτα δυνάμεις, είτα χαρίσματα ιαμάτων, αντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσών». Επίσης «έδωκε τους τους μεν αποστόλους, τους δε προφήτας, τους δε ευαγγελιστάς, τους δε ποιμένας και διδασκάλους, προς καταρτισμόν των αγίων εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού». Ο Μέγας Βασίλειος εκφράζει αυτές τις έννοιες με τα ακόλουθα λόγια: «Δεν είναι σαφές και αναμφισβήτητο ότι η τάξις της Εκκλησίας διατηρείται διά του Αγίου Πνεύματος; Διότι έδωσε στην Εκκλησία, λέει, πρώτον αποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, έπειτα δυνάμεις, είτα χαρίσματα ιαμάτων. […] Αυτή η διευθέτηση και προικοδότηση των δωρεών έχει αποφασισθεί από το Πνεύμα», για τη διακονία του λαού του Θεού.
      Το Άγιο Πνεύμα καρποφορεί στις καρδιές των πιστών υπέροχους και σπανίους πνευματικούς καρπούς, ως αποτέλεσμα επίπονης καλλιέργειας. Ο θεόπνευστος απόστολος αφού αναφέρει τα βδελυρά έργα τη σαρκός, τα οποία είναι καρποί της αμαρτίας, παραθέτει στη συνέχεια του καρπούς του Πνεύματος, ως «αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθοσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια». Οι καρποί της σαρκός καταδεικνύουν τον άνθρωπο της πτώσεως, της αμαρτίας και της φθοράς, οι δε καρποί του Πνεύματος φανερώνουν, «ως πόλις επάνω όρους κειμένη», τον αναγεννημένο εν Χριστώ άνθρωπο της χάριτος και της σωτηρίας. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας είχε πει πως «εκ γαρ του καρπού το δένδρον γινώσκεται», έτσι και ο πνευματικός αναγεννημένος άνθρωπος ξεχωρίζει από τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, που είναι στολισμένος.
       Το Άγιο Πνεύμα συνεχίζει το απολυτρωτικό έργο του Χριστού μας μετά την εις ουρανούς Ανάληψή Του, σύμφωνα με την προαναγγελία του Κυρίου: «συμφέρει υμίν, ίνα εγώ απέλθω· εάν γάρ μη απέλθω, ο Παράκλητος ουκ ελεύσεται προς υμάς εάν δε πορευθώ, πέμψω αυτόν προς υμάς». Για το δικό μας πνευματικό συμφέρον, για την διακονία της σωτηρίας μας στάλθηκε από το Θεό Πατέρα στον κόσμο, για να μείνει «εις τον αιώνα», να μας διδάσκει, να μας στηρίζει, να μας παρηγορεί και να μας περιφρουρεί από τα «πεπυρωμένα βέλη του Πονηρού».
      Αυτός διαχέει τις άκτιστες δωρεές του Θεού στους ανθρώπους και ολόκληρη τη δημιουργία. Αυτός είναι ο πραγματικός τελετουργός των Ιερών Μυστηρίων της Εκκλησίας μας, μέσω των οποίων οι πιστοί αγιαζόμαστε και σωζόμαστε. Αυτός καθιστά τους λειτουργούς της Εκκλησίας μας κεχαριτωμένα όργανά Του, για την επιτέλεση του σωστικού έργου του λαού του Θεού. Αυτός εμπνέει πνεύματα προφητείας και σοφίας. Αυτός μοιράζει χαρίσματα και πραγματοποιεί την υιοθεσία μας στο Θεό. Αυτός συγκροτεί όλον τον θεσμό της Εκκλησίας.
      Αυτός διαφυλάσσει την Εκκλησία από τις επιβουλές των οργάνων της πλάνης και του ψεύδους, διότι η αίρεση και κάθε κακοδοξία είναι σπέρματα του διαβόλου  και ως εκ τούτου, αποκόβει τον πλανεμένο από τη χάρη του Θεού και τον προσδένει στο άρμα της καταστροφής, καθότι η αίρεση είναι συνώνυμη με την απώλεια της σωτηρίας. Οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες, προκειμένου να οριοθετήσουν την σώζουσα αλήθεια της Εκκλησίας, ζητούσαν τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος και αποφαίνονταν: «έδοξε τω Αγίω Πνεύματι και ημίν», ό, τι μας έδειξε το Πνεύμα της Αληθείας, ορίζουμε ως αληθινή πίστη της Εκκλησίας, η οποία είναι συνώνυμη με τη σωτηρία!
       Είναι απαραίτητο να αναφέρουμε πως, ο «απ’ αρχής ανθρωποκτόνος» διάβολος, γνωρίζοντας το καταλυτικό έργο του Παρακλήτου στον κόσμο, έσπειρε και σπείρει πλάνες αμφισβήτησης του Θείου Προσώπου Του. Και τούτο διότι, «Ποτέ δεν δύναται να εννοηθή ο Πατήρ χωρίς τον Υιόν», λέγει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, «ούτε ο Υιός χωρίς το άγιον Πνεύμα. Όπως είναι αδύνατον να ανέλθη κανείς εις τον Πατέρα, εάν δεν υψωθή δια του Υιού, κατ' αυτόν τον τρόπον είναι αδύνατον να είπη κανείς τον Ιησούν Κύριον, παρά μόνον εν Πνεύματι Αγίω». Πασχίζει να διασπάσει ακριβώς αυτή τη σχέση των Θείων Προσώπων της Τριαδικής Θεότητας και να προσβάλλει την σωτήρια πίστη των ανθρώπων.
      Στην αρχή φάνηκαν οι αιρετικοί Μοναρχιανοί, στη συνέχεια οι Πνευματομάχοι. Στους μέσους χρόνους ο αιρετικός Παπισμός υποβίβασε το Άγιο Πνεύμα με την φοβερή αίρεση του filioque  και τους σύγχρονους χρόνους οι αντιτριαδικοί Προτεστάντες (π.χ. Μάρτυρες του Ιεχωβά, Μορμόνοι, κλπ), αρνούνται την προσωπική υπόσταση και θεότητά Του. Φρικτή πλάνη έχει αναφανεί τελευταία στον κυκεώνα του Οικουμενισμού, η λεγομένη «Οικονομία του Πνεύματος», σύμφωνα με αυτή, το Άγιο Πνεύμα «ενεργοποιεί τη σωτηρία και εκτός της Εκκλησίας», ήτοι: στα σχίσματα, στις αιρέσεις και τις θρησκείες του κόσμου, παραβλέποντας την πίστη της Εκκλησίας «εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία» (άγιος Κυπριανός Καρθαγένης) και ακυρώνοντας σαφέστατα το μοναδικό απολυτρωτικό έργο του Χριστού!
       Η παρουσία λοιπόν του Κυρίου μας Παρακλήτου στην Εκκλησία είναι τόσο σημαντική ώστε «Ει μη Πνεύμα παρήν, ουκ αν συνέστη η Εκκλησία» τονίζει ο ιερός Χρυσόστομος. Χάρις στην παρουσία Εκείνου βιώνουμε το μυστήριο της Βασιλείας του Θεού και γευόμαστε τις ακένωτες σωτήριες δωρεές Του. «Είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον, εύρομεν πίστιν αληθή, αδιαίρετον Τριάδα προσκυνούντες΄ αύτη γαρ ημάς έσωσεν». Δεν έχουμε άλλη ωφέλιμη και σωτήρια επιλογή από το να κλείνουμε γόνυ λατρείας και προσκυνήσεως προς Αυτόν και να Του ζητήσουμε έτι φωτισμό γνώσεως και ψυχοσωματική κάθαρση από κάθε ρύπο αμαρτίας, για να αξιωθούμε της σωτηρίας και να γίνουμε μέτοχοι της ουράνιας και ατέρμονης Βασιλείας των Ουρανών!  

https://www.nyxthimeron.com/

ΒΑΣΙΛΕΥ ΟΥΡΑΝΙΕ, ΠΑΡΑΚΛΗΤΕ...




«Βασιλεῦ Οὐράνιε, Παράκλητε, τό Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν, ὁ θησαυρός τῶν ἀγαθῶν καί ζωῆς χορηγός· ἐλθέ καί σκήνωσον ἐν ἡμῖν, καί καθάρισον ἡμᾶς ἀπό πάσης κηλῖδος, καί σῶσον, ἀγαθέ, τάς ψυχάς ἡμῶν».
(Οὐράνιε Παρηγορητή μας Βασιλιά, Σύ πού εἶσαι τό Πνεῦμα τῆς ἀλήθειας, πού εἶσαι παντοῦ παρών καί γεμίζεις τά πάντα μέ τήν παρουσία Σου, ἔλα καί κατοίκησε μέσα μας κι ἀνάμεσά μας, καί καθάρισέ μας ἀπό κάθε ψυχική βρωμιά, καί σῶσε, ἀγαθέ, τίς ψυχές μας).
Τό στιχηρό τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ καί δοξαστικό τῶν Αἴνων τῆς Πεντηκοστῆς, ἀλλά καί τῆς ἑορτῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, σέ ἦχο πλάγιο τοῦ δευτέρου, ἀποτελεῖ μετά τό «Πάτερ ἡμῶν» τήν πιό γνωστή προσευχή τοῦ ὀρθόδοξου χριστιανοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας. Μέ τήν προσευχή αὐτή μάλιστα ἀρχίζει κάθε ἀκολουθία, ὅπως καί μέ αὐτήν ξεκινᾶ τήν κάθε προσευχή του καί ὁ ὀρθόδοξος χριστιανός. Ἀπευθύνεται στό τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, τό Ἅγιον Πνεῦμα, τό Ὁποῖο ἐκπορεύεται ἀπό τήν πηγή τῆς Θεότητος, τόν Πατέρα, ὅπως καί ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ, γεννᾶται ἀπό Ἐκεῖνον, πού σημαίνει δέν ἔχουμε ἀσφαλῶς τρεῖς Θεούς, κάτι πού συνιστᾶ καταδικασμένη αἵρεση ἀπό τήν Ἐκκλησία μας, ἀλλά ἄλλον τρόπο ὑπάρξεως τοῦ Ἑνός κατά τή φύση καί τήν Οὐσία Του Θεοῦ.
 Ὁ Τριαδικός Θεός μας δηλαδή, κατά τήν ἀποκάλυψη τοῦ Κυρίου μας, (ἡ ὁποία σκιωδῶς ἐμφαίνεται καί στήν Παλαιά Διαθήκη: ἄς θυμηθοῦμε γιά παράδειγμα τή φιλοξενία τοῦ Ἀβραάμ), εἶναι Ἕνας, ἀλλά καί τρεῖς· Ἕνας κατά τή φύση Του, Τρεῖς κατά τίς ὑποστάσεις Του - ὁ Θεός μας ἔχει τή δυνατότητα νά ζεῖ καί ὡς Πατέρας καί ὡς Υἱός καί ὡς Ἅγιον Πνεῦμα, ἤ κατά τά λεγόμενα ἰδιώματα πού ἀναφέραμε, ὡς ἀγέννητος, ὡς γεννητός καί ὡς ἐκπορευτός. Κι αὐτό ὄχι κατά συγκυρία, δηλαδή ἄλλοτε ὡς Πατέρας ἤ ἄλλοτε ὡς Υἱός καί ἄλλοτε ὡς Ἅγιον Πνεῦμα, σάν νά ἔχει τρεῖς «μάσκες», τίς ὁποῖες χρησιμοποιεῖ κατά τό δοκοῦν, ἀλλά ἔτσι Τριαδικός ζεῖ ἀενάως, ὁ ἕνας μέσα στόν ἄλλον, χωρίς νά χάνεται ποτέ τό ἴδιον τοῦ καθενός. Ὅπως τό ἀπεκάλυψε ὁ μόνος πού μποροῦσε νά τό ἀποκαλύψει, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ὡς Θεός: «ἐγώ ἐν τῷ Πατρί καί ὁ Πατήρ ἐν ἐμοί». Γι’ αὐτό καί τό Ἅγιον Πνεῦμα, ὡς Θεός καί Κύριος, εἶναι ὁ Οὐράνιος Βασιλέας· εἶναι ὁ Παρηγορητής καί ἐνισχυτής τῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἄλλωστε καί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός· εἶναι ὁ πανταχοῦ παρών καί τά πάντα πληρῶν· εἶναι ὁ θησαυρός τῶν πιστῶν ἀνθρώπων καί πού δινει ζωή στούς πάντες καί στά πάντα, ἀντιστοίχως ὅπως καί τά ἄλλα πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Καί καλό νά εἶναι νά ὑπενθυμίσουμε ὅτι κατά τήν πίστη μας, τή θεμελιωμένη στήν Ἁγία Γραφή καί στήν Ἱερά  Παράδοση, ὁ Θεός μας εἶναι μέν Τριαδικός, ἀλλά μέ κοινή ἐνέργεια καί τῶν Τριῶν Θείων Προσώπων - ὅπου δρᾶ ὁ Θεός δρᾶ πάντοτε τριαδικά: «ὁ Πατήρ δι’ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ποιεῖ τά πάντα». Τό ξεχωριστό τῆς δράσεως τοῦ κάθε Θείου Προσώπου ἔγκειται, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, στό γεγονός ὅτι σέ κάθε «ἐποχή», (ὅπου ὡς ἐποχή νοεῖται ἡ κάθε ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ γιά τό σχέδιο τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου: Παλαιά Διαθήκη, Καινή Διαθήκη, ἐποχή Ἐκκλησίας), ἔχουμε τό κάθε Πρόσωπο τῆς Τριαδικῆς Θεότητος νά διακονεῖ τήν κοινή ἐνέργεια ὅλης τῆς Θεότητος, πού σημαίνει ὅτι στήν Παλαιά Διαθήκη ὁ Θεός Πατέρας ἦταν Ἐκεῖνος πού διακονοῦσε τήν κοινή ἐνέργεια ὅλων τῶν Προσώπων· στήν Καινή Διαθήκη ὁ Θεός Υἱός ἐν προσώπῳ Ἰησοῦ Χριστοῦ· στήν ἐποχή τῆς Ἐκκλησίας ὁ Θεός Ἅγιον Πνεῦμα.
Μέ τήν Πεντηκοστή ἑπομένως ἔχουμε τήν ἀπαρχή τῆς δράσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό Ὁποῖο, σταλέν ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό, ἔχει ὡς ἔργο νά καθιστᾶ οἰκεῖο καί ἐσωτερικό στόν ἄνθρωπο τό ἔργο σωτηρίας πού ἐπιτέλεσε Ἐκεῖνος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ἀπό τήν ἄποψη αὐτή, χωρίς τή δράση αυτή τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θά εἴχαμε μέν σωθεῖ ἀπό τόν Χριστό, ἀλλά ἡ σωτηρία αὐτή θά παρέμενε ξένη καί «ἄγνωστη» γιά ἐμᾶς, πού θά πεῖ ὅτι ὁ Θεός μας σήμερα, ὄντως ὁ Παρηγορητής καί ἐνισχυτής μας, εἶναι τό Παράκλητον Πνεῦμα. Κι ὅπως σημειώνει σύγχρονος Θεολόγος ἐπ’ αὐτοῦ, «ὅταν ἐμεῖς σήμερα κραυγάζουμε «Θεέ μας», στήν πραγματικότητα ἀναφερόμαστε στό Πνεῦμα Αὐτό, τό τρίτο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος». Ἤδη ὁ ἀπόστολος Παῦλος, καί ὄχι μόνον, τό σημείωνε μέ ἔνταση: «Οὐδείς δύναται εἰπεῖν Κύριον Ἰησοῦν εἰ μή ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ» - κανείς δέν μπορεῖ νά ὁμολογήσει τόν Ἰησοῦ Χριστό ὡς Κύριο καί Θεό, παρά μόνον μέ τόν φωτισμό καί τή δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὁ Κύριος τό εἶχε ὑπονοήσει τοῦτο, ὅταν ἔλεγε ὅτι δέν πρόκειται νά μᾶς ἀφήσει ὀρφανούς. Θά ξανάρθω σέ σᾶς, ἔλεγε στούς λυπημένους μαθητές Του, ἐννοώντας ἀκριβῶς τήν ἔλευσή Του ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, καί ὄχι τή Δευτέρα Του Παρουσία.
 Ὁπότε μέ τό Πνεῦμα Αὐτό δέν εἴμαστε ὀρφανοί. Γιατί τοῦτο ἔρχεται καί κατοικεῖ στήν καρδιά μας, ἰδίως ἀπό τήν ὥρα τοῦ ἁγίου βαπτίσματός μας, κατά τό ὁποῖο καθιστάμεθα μέλη Χριστοῦ,  καί μᾶς καθαρίζει ἀπό κάθε ψυχική βρωμιά πού ἀποτελεῖ φράγμα καί τροχοπέδη γιά τήν «ἀνάπαυσιν» τοῦ Θεοῦ στήν ὕπαρξή μας. Κι αὐτή ἡ ἐγκατοίκηση τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος πού ἐνεργοποιεῖ τόν Χριστό καί τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ Πατέρα μέσα μας, δέν χάνεται εὔκολα. Μπορεῖ νά ἁμαρτάνουμε δυστυχῶς καί μετά τό βάπτισμά μας, ἀλλά τό Πνεῦμα αὐτό τοῦ Θεοῦ μᾶς παρακινεῖ διαρκῶς σέ μετάνοια, ἡ ὁποία γίνεται πράξη καί γεγονός, ὅταν ἀνταποκριθεῖ καί ἡ δική μας βούληση, μέ ἀποτέλεσμα καί πάλι νά «ἐπανεμφανίζεται» τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέ τρόπο ἐνεργή καί αἰσθητό. Κι εἶναι σημαντικό νά τονίσουμε ὅτι τελικῶς μόνον τό Ἅγιον Πνεῦμα μπορεῖ νά καθαρίσει τίς ψυχές μας ἀπό κάθε τι ἁμαρτωλό – «Νοῦν καθαρίσαι μόνου τοῦ ἁγίου Πνεύματός ἐστι» (ἅγιος Διάδοχος Φωτικῆς) – γι’ αὐτό κι ἐκεῖνες οἱ φωνές πού μιλᾶνε κατά καιρούς γιά «κάθαρση» τῆς Ἐκκλησίας, ἐννοώντας την μέ ἕναν ἐξωτερικό τρόπο κατά τά ἀνθρώπινα πρότυπα, μόνον κάθαρση δέν μπορεῖ νά εἶναι. Ἐκκαθάριση ναί, ὄχι ὅμως κάθαρση ἐσωτερική καί πνευματική, πού μόνη αὐτή φωτίζει καί ἁγιάζει τόν ἄνθρωπο, γιατί ἐκφράζει τό ταπεινό καί ἁγνό ἦθος τοῦ Θεοῦ μας. Μία τέτοια διαδικασία πού παραπέμπει μονίμως στή μετάνοια εἶναι καί αὐτό πού ἡ Ἐκκλησία μας χαρακτηρίζει ὡς σωτηρία, κι αὐτό θά πρέπει νά ἀποτελεῖ τή μόνιμη ἐπιλογή τῆς ζωῆς μας.

https://pgdorbas.blogspot.com/

Η «ΚΑΡΔΙΑ» ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ



Ένας ύμνος από την υμνολογία του αγίου Ιουστίνου έρχεται και φωτίζει τον εσωτερικό του αγώνα, αποκαλύπτοντάς μας, κατά τη θεώρηση του αγίου υμνογράφου του, το πνευματικό επίπεδο στο οποίο βρισκόταν. «Στερέωμα Χριστόν ἐν τῇ καρδίᾳ σου κατέχων, ἀνδρείως ἀντικατέστης, Ἰουστίνε, τῷ δικάζοντι ἀνομεῖν παρανόμως σε προστάττοντι» (ὠδή γ΄). Δηλαδή: Έχοντας βαθιά μέσα στην καρδιά σου τον Χριστό ως βάση και στερέωμά σου, Ιουστίνε, αντιμετώπισες με ανδρεία τον δικαστή που σε πρόσταζε με παράνομο τρόπο να ανομήσεις και να προδώσεις τον Θεό.
Ο άγιος ήταν φιλόσοφος με την έννοια της αναζήτησης της αλήθειας, μέχρις ότου βρήκε «τήν μόνην ἀληθῆ τε και ξύμφορον φιλοσοφίαν», δηλαδή την πίστη στον Κύριο Ιησού Χριστό, πίστη στην οποία προσκολλήθηκε τόσο που έδωσε και την ίδια  τη ζωή του γι’ αυτήν γινόμενος μάρτυρας. Κι αυτό γιατί διαπίστωσε από την ίδια του την εμπειρία ότι ο Χριστός δεν ήταν απλώς ένας σπουδαίος ίσως άνθρωπος  που  κάλυπτε κάποια «κενά» μιας κοσμοθεωρίας, αλλά ο Ίδιος ο Θεός που έγινε άνθρωπος, συνεπώς γέμιζε την καρδιά και την ύπαρξή του όλη μ’ εκείνο το «πυρ» που φωτίζει τον άνθρωπο και κατακαίει τα πάθη που θέτουν φραγμό στην εύρεση του ζωντανού και αληθινού Θεού. Ο άγιος με άλλα λόγια ήταν από τους πρώτους διανοητές που συνειδητοποίησε με τη χάρη ασφαλώς του Θεού ότι το κυρίαρχο στοιχείο για να ζήσει πράγματι ο άνθρωπος με νόημα στη ζωή του δεν είναι η λογική του, αλλά η καρδιά του, κι έτσι έγινε μέτοχος κι αυτός της φλόγας του Παρακλήτου που περιέλαμψε τους μαθητές του Κυρίου κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Κατά τον λόγο του Χριστού: «πῦρ ἦλθον βαλεῖν καί τί θέλω εἰ ἤδη ἀνήφθη».
Λοιπόν, τι σημειώνει με διεισδυτικό τρόπο ο υμνογράφος ως στόμα της Εκκλησίας; Ότι ο άγιος είχε φτάσει στο ανώτερο δυνατό σημείο της πνευματικής ζωής, κατά το οποίο έχει ξεπεραστεί και ο ίδιος ο φόβος του θανάτου. Ο φόβος του θανάτου είναι σημάδι της «φυσικής» ζωής, της ζωής όπως βιώνεται στον πεσμένο κόσμο της αμαρτίας – είναι το τίμημα ακριβώς της αμαρτίας. Στη χριστιανική ζωή που ακολουθεί τα χνάρια του αρχηγού της πίστεως Ιησού Χριστού ο φόβος αυτός ξεπερνιέται, (μία δειλία βεβαίως είναι «αποδεκτή» καθώς βρίσκεται ο άνθρωπος ακόμη μέσα στον κόσμο τούτο), γιατί ο πιστός άνθρωπος εντάσσεται μέσα σ’ Εκείνον που «ἀνέστη ἐκ νεκρῶν», ζώντας πια το πιο καθοριστικό στοιχείο που αποδεικνύει την υπέρβαση του φόβου, την αγάπη του Χριστού. «Ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τόν φόβον». Λόγια σαν του αποστόλου Παύλου «ἔχω τήν ἐπιθυμίαν εἰς τό ἀναλῦσαι και σύν Χριστῷ εἶναι» ή σαν του αγίου Ιωάννου της Κλίμακος που λέει ότι «ο άγιος περιμένει με χαρά καθημερινά τον θάνατο», δεν παραξενεύουν τον χριστιανό. Απλώς αναμετριέται με το επίπεδο αυτό και συνήθως κλίνει την κεφαλή και το γόνυ συνειδητοποιώντας τη μικρότητα και… αντιχριστιανικότητά του˙ γιατί φοβάται ακόμη τον θάνατο.
Ο άγιος Ιουστίνος λοιπόν έχοντας πιστέψει στον Χριστό ζούσε την παρουσία του αγίου Πνεύματος στην ύπαρξή του που του έδινε θάρρος και δύναμη να αντιμετωπίσει τους ισχυρούς της γης την εποχή εκείνη, αλλά και ακόμη με τόλμη και χωρίς φόβο να οδηγηθεί και στον ίδιο τον θάνατο. Κι εδώ έρχεται κατεξοχήν ο άγιος υμνογράφος να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε το «μυστικό» της αφοβίας του αγίου, τι ήταν εκείνο που κυριαρχούσε στην καρδιά του, ώστε αναλόγως να βλέπει και να αντιμετωπίζει τα πράγματα στη ζωή του. «Κατείχε» μάς λέει «τον Χριστό στο βάθος της καρδιάς του κι ο Χριστός ήταν το στήριγμά του». Να λοιπόν το «μυστικό» του, αλλά και το μυστικό κάθε αγίου, δηλαδή κάθε μάρτυρα της πίστεως. Αν η καρδιά είναι δεμένη με τον Χριστό, αν Εκείνος, όπως το απεκάλυψε, αποτελεί «τήν πέτραν» πάνω στην οποία έχει θεμελιωθεί το οικοδόμημα της ψυχής, από κει πέρα τίποτε απολύτως δεν μπορεί να γίνει ανάχωμα για την πνευματική πορεία του ανθρώπου. Πρόκειται για την πνευματική πραγματικότητα που αποκαλύπτει επανειλημμένως η Αγία Γραφή, Παλαιά και Καινή, ότι δηλαδή ο πιστός άνθρωπος «ἐστήριξε τήν καρδίαν του ἐν Κυρίῳ», ότι «ἐπ’ Αὐτῷ ἐπεστηρίχθη ἡ ψυχή του», συνεπώς βρισκόμαστε μπροστά σ’ αυτό που διαδραματίζεται στα μυστικά βάθη του πνεύματος του ανθρώπου.
Και τι σημαίνει συγκεκριμένα ότι ο πιστός έχει στήριγμά του ή «στερέωμά» του τον Χριστό; Σημαίνει ότι ο πιστός ως μέλος Χριστού, συνεπώς ενισχυόμενος από Εκείνον, με ορμητική διάθεση ψυχής, κατά το «εἰς ὀσμήν μύρου σου ἔδραμον, Χριστέ», «κολλάει» καταρχάς τον εαυτό του στις άγιες εντολές Εκείνου. Πρόκειται για μία από τις πιο σπουδαίες αλήθειες του ευαγγελικού λόγου, σύμφωνα με τον οποίο «ο Χριστός περικλείεται μέσα στις εντολές Του». «Ὁ ἔχων τάς ἐντολάς μου καί τηρῶν αὐτάς ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με. Ὁ δε ἀγαπῶν με ἀγαπηθήσεται ὑπό τοῦ Πατρός μου καί ἐγώ ἀγαπήσω αὐτόν καί ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν». Και: «ἐάν τις ἀγαπᾷ με τόν λόγον μου τηρήσει, καί ὁ Πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν καί πρός αὐτόν ἐλευσόμεθα και μονήν παρ’ αὐτῷ ποιήσομεν». Κι έπειτα, «κολλάει» στο όνομα του Κυρίου. Το όνομα του Χριστού γίνεται για τον πιστό το «βάθρο» της εν Κυρίω πορείας του, η «γη» που πατάει, δεν μπορεί να αναπνεύσει χωρίς Εκείνον. «Μνήμη Ἰησοῦ κολληθήτω σῇ ἀναπνοῇ», όπως λέει και πάλι ο της Κλίμακος άγιος.
Ο άγιος υμνογράφος μάς αποκαλύπτει το «βάθος» της καρδιάς του αγίου Ιουστίνου. Μας αποκαλύπτει συνεπώς τον δρόμο της αγιότητας και μας προσανατολίζει στη μόνη πραγματικότητα που πρέπει και εμείς να πορευτούμε.

https://pgdorbas.blogspot.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΗ´ 10 - 20
10 Ὁρᾶτε μὴ καταφρονήσητε ἑνὸς τῶν μικρῶν τούτων· λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οἱ ἄγγελοι αὐτῶν ἐν οὐρανοῖς διὰ παντὸς βλέπουσι τὸ πρόσωπον τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. 11 ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου σῶσαι τὸ ἀπολωλός. 12 Τί ὑμῖν δοκεῖ; ἐὰν γένηταί τινι ἀνθρώπῳ ἑκατὸν πρόβατα καὶ πλανηθῇ ἓν ἐξ αὐτῶν, οὐχὶ ἀφεὶς τὰ ἐνενήκοντα ἐννέα ἐπὶ τὰ ὄρη πορευθεὶς ζητεῖ τὸ πλανώμενον; 13 καὶ ἐὰν γένηται εὑρεῖν αὐτό, ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι χαίρει ἐπ’ αὐτῷ μᾶλλον ἢ ἐπὶ τοῖς ἐνενήκοντα ἐννέα τοῖς μὴ πεπλανημένοις. 14 οὕτως οὐκ ἔστι θέλημα ἔμπροσθεν τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς ἵνα ἀπόληται εἷς τῶν μικρῶν τούτων. 15 Ἐὰν δὲ ἁμαρτήσῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελφός σου, ὕπαγε ἔλεγξον αὐτὸν μεταξὺ σοῦ καὶ αὐτοῦ μόνου· ἐάν σου ἀκούσῃ, ἐκέρδησας τὸν ἀδελφόν σου· 16 ἐὰν δὲ μὴ ἀκούσῃ, παράλαβε μετὰ σοῦ ἔτι ἕνα ἢ δύο, ἵνα ἐπὶ στόματος δύο μαρτύρων ἢ τριῶν σταθῇ πᾶν ῥῆμα. 17 ἐὰν δὲ παρακούσῃ αὐτῶν, εἰπὲ τῇ ἐκκλησίᾳ· ἐὰν δὲ καὶ τῆς ἐκκλησίας παρακούσῃ, ἔστω σοι ὥσπερ ὁ ἐθνικὸς καὶ ὁ τελώνης. 18 Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὅσα ἐὰν δήσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ ὅσα ἐὰν λύσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τῷ οὐρανῷ. 19 Πάλιν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν δύο ὑμῶν συμφωνήσωσιν ἐπὶ τῆς γῆς περὶ παντὸς πράγματος οὗ ἐὰν αἰτήσωνται, γενήσεται αὐτοῖς παρὰ τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. 20 οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΙΗ´ 10 - 20
10 Προσέχετε νὰ μὴ καταφρονήσετε οὔτε ἔνα ἀπὸ τοὺς μικροὺς αὐτούς· διότι σᾶς λέγω, ὅτι οἱ φύλακές των ἄγγελοι εἶναι ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ἔχουν πολλὴν παρρησίαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.Διότι εἶναι ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ εἰς τὸν οὐρανὸν ἀποτελοῦν τὸ ἄμεσον περιβάλλον καὶ βλέπουν πάντοτε τὸ πρόσωπον τοῦ Πατρός μου, ποὺ εἶναι εἰς τοὺς οὐρανούς. 11 Ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς ἐνδιεφέρθη ἀμέσως διὰ τοὺς μικροὺς αὐτούς.Διότι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐστάλη ἀπὸ τὸν Θεὸν καὶ ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον διὰ νὰ τοὺς σώσῃ, μαζὶ δὲ μὲ αὐτοὺς νὰ σώσῃ καὶ ὁλόκληρον τὸ ἀνθρώπινον γένος, ποὺ ἕνεκα τῆς ἁμαρτίας ἦτο χαμένον διὰ τὸν Θεόν. 12 Καὶ δι’ ὅλους μὲν φροντίζει ὁ Θεός, ἰδιαιτέρως ὅμως προνοεῖ δι’ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν μικροὶ σὰν τὰ παιδιά.Φροντίζει δὲ καθὼς καὶ ὁ ποιμὴν διὰ τὰ πρόβατά του.Ποίαν ἰδέαν ἔχετε σεῖς; Ἐὰν ἕνας ἄνθρωπος συμβῇ νὰ ἔχῃ ἑκατὸν πρόβατα καὶ χαθῇ ἕν ἀπὸ αὐτά, δὲν θὰ ἀφήσῃ τὰ ἐνενήκοντα ἐννέα ἐπάνω εἰς τὰ βουνὰ καὶ δὲν θὰ τρέξῃ νὰ ἀναζητήσῃ τὸ χαμένον πρόβατον; 13 Καὶ ἐὰν συμβῇ νὰ τὸ εὕρῃ, σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι χαίρει δι’ αὐτὸ περισσότερον παρὰ διὰ τὰ ἐνενήκοντα ἐννέα, ποὺ δὲν ἔχουν χαθῇ. 14 Ἔτσι δὲν εἶναι θέλημα τοῦ πατρός σας, ποὺ εἶναι εἰς τοὺς οὐρανούς, νὰ χαθῇ ἕνας ἀπὸ τοὺς μικροὺς αὐτούς.Ἐὰν λοιπὸν ὁ Θεὸς δὲν θέλῃ νὰ χαθῇ κανεὶς ἀπὸ τοὺς μικρούς, τουναντίον δὲ χαίρῃ, ὅταν αὐτὸς ἀνευρεθῇ καὶ σωθῇ, δὲν ἔχετε χρέος καὶ σεῖς νὰ μὴ καταφρονῆτε οὔτε ἕνα ἀπὸ τοὺς μικροὺς τούτους; 15 Ἀπὸ τὸ ἐνδιαφέρον δὲ τοῦτο τοῦ Θεοῦ διὰ κάθε χαμένο πρόβατόν του, διδαχθῆτε καὶ σεῖς, πῶς πρέπει νὰ φέρεσθε εἰς κάθε παραπλανηθέντα ἀδελφόν σας.Ἐὰν δηλαδὴ σοῦ πταίσῃ εἰς κάτι ὁ ἀδελφός σου, πήγαινε καὶ ὑπόδειξέ του τὸ πταίσιμόν του αὐτό, ἰδιαιτέρως μεταξὺ σοῦ καὶ αὐτοῦ, χωρὶς νὰ εἶναι παρὼν κανένας ἄλλος.Ἐὰν σὲ ἀκούσῃ καὶ ἀναγνωρίσῃ τὸ σφάλμα του, ἐκέρδησες τὸν ἀδελφόν σου. 16 Ἐὰν ὅμως δὲν ἀκούσῃ, πάρε μαζί σου ἀκόμη ἕνα ἢ δύο, διὰ νὰ βεβαιωθῇ μὲ τοὺς λόγους τοῦ στόματος δύο ἢ τριῶν μαρτύρων πᾶσα ἐξεταζομένη καὶ κρινομένη ὑπόθεσις. 17 Ἐὰν δὲ παρακούσῃ καὶ εἰς αὐτούς, εἰπὲ τὸ ἀδίκημά του εἰς τὴν Ἐκκλησίαν.Ἐὰν δὲ καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν παρακούσῃ, μὴ τὸν θεωρῇς πλέον ὡς ἀληθὲς μέλος τῆς χριστιανικῆς κοινωνίας, ἀλλ’ ἔχε τον καθὼς τὸν εἰδωλολάτρην καὶ τὸν τελώνην. 18 Ἀληθῶς σᾶς λέγω, ὅσα ἁμαρτήματα δέσετε καὶ κηρύξετε ἀσυγχώρητα ἐπὶ τῆς γῆς, θὰ εἶναι δεμένα καὶ ἀσυγχώρητα εἰς τὸν οὐρανὸν ἀπὸ ἑμὲ καὶ τὸν Πατέρα μου· καὶ ὅσα λύσετε καὶ συγχωρήσετε ἐπὶ τῆς γῆς, θὰ εἶναι λυμένα καὶ συγχωρημένα εἰς τὸν οὐρανὸν ἀπὸ ἑμὲ καὶ τὸν Πατέρα μου. 19 Πάλιν ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐὰν δύο ἀπὸ σᾶς συμφωνήσουν ἐπὶ τῆς γῆς διὰ κάθε πρᾶγμα, ποὺ θὰ ζητήσουν εἰς τὴν προσευχήν τους, θὰ γίνῃ τοῦτο εἰς αὐτοὺς ἀπὸ τὸν Πατέρα μου, ποὺ εἶναι εἰς τοὺς οὐρανούς. 20 Διότι, ὅπου εἶναι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι δι’ ἐμὲ καὶ διὰ σκοποὺς συμφώνους πρὸς τὸ θέλημά μου, ἐκεῖ εἶμαι καὶ ἑγὼ μεταξύ τους διὰ νὰ εἰσακούω, ἐμπνέω, ὁδηγῶ καὶ φυλάττω αὐτούς.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Στην Πεν­τη­κο­στή το Άγιο Πνεύ­μα εμ­φα­νί­στη­κε με την μορ­φή των πύ­ρι­νων γλωσ­σών, για να μας θυ­μί­σει μια πα­λιά ιστο­ρία. Επει­δή δηλ. στα πα­λιά χρό­νια οι άν­θρω­ποι πα­ρα­λο­γί­στη­καν και θέ­λη­σαν να χτί­σουν τον πύρ­γο του Βα­βέλ, που να φτά­νει έως τον ου­ρα­νό και με τη σύγ­χυ­ση των γλωσ­σών, διέ­λυ­σε ο Θεός την κακή από­φα­σή τους, γι' αυτό και τώρα με τη μορ­φή των πυ­ρί­νων γλωσ­σών, πετά σ' αυ­τούς το Άγιο Πνεύ­μα, για να ενώ­σει την οι­κου­μέ­νη.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος