Σάββατο 6 Ιουνίου 2026

Άγνωστος μοναχός: Ερμηνεία του «Κύριε Ελέησον»




Το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», και συντομότερα «Κύριε ελέησον», από τον καιρό των Αποστόλων χαρίστηκε στους Χριστιανούς και ορίστηκε να το λένε ακατάπαυστα, όπως και το λένε.
Τι σημαίνει όμως τούτο το «Κύριε ελέησον», είναι πολύ λίγοι σήμερα που το ξέρουν, κι έτσι φωνάζουν καθημερινά ανωφελώς, αλλοίμονο, και ματαίως το «Κύριε ελέησον», και το έλεος του Κυρίου δεν το λαβαίνουν γιατί δεν ξέρουν τι ζητούν. Γι’ αυτό πρέπει να ξέρομε πως ο Υιός και Λόγος του Θεού, αφότου σαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος και υπέμεινε τόσα πάθη και σταυρώθηκε και χύνοντας το πανάγιο αίμα Του εξαγόρασε τον άνθρωπο από τα χέρια του διαβόλου, από τότε έγινε Κύριος και εξουσιαστής της ανθρώπινης φύσεως.
Και προτού βέβαια σαρκωθεί ήταν Κύριος όλων των κτισμάτων, ορατών και αοράτων, ως δημιουργός και ποιητής τους, όμως των ανθρώπων και των δαιμόνων που δε θέλησαν από μόνοι τους να τον έχουν Κύριο και εξουσιαστή τους, δεν ήταν και Αυτός Κύριος τους, ο Κύριος όλου του κόσμου. 
Ο πανάγαθος Θεός δηλαδή, και τους Αγγέλους και τους ανθρώπους τους έκανε αυτεξούσιους και τους χάρισε το λογικό, να έχουν γνώση και διάκριση· γι’ αυτό, ως δίκαιος που είναι και αληθινός, δε θέλησε να τους αφαιρέσει το αυτεξούσιο και να τους εξουσιάζει με τη βία και χωρίς τη θέλησή τους.
Αλλά εκείνους που θέλουν να είναι κάτω από την εξουσία και διακυβέρνησή Του, εκείνους ο Θεός και τους εξουσιάζει και τους κυβερνά· εκείνους πάλι που δε θέλουν, τους αφήνει να κάνουν το θέλημα τους, ως αυτεξούσιοι που είναι. 
Για τούτο και τον Αδάμ που πλανήθηκε από τον αποστάτη διάβολο κι έγινε κι αυτός αποστάτης του Θεού και δε θέλησε να υπακούσει στην εντολή Του, τον άφησε ο Θεός στο αυτεξούσιό του και δε θέλησε να τον εξουσιάζει τυραννικά. Αλλά ο φθονερός διάβολος που τον πλάνησε εξαρχής, δεν έπαψε κι έπειτα να τον πλανά, ώσπου τον έκανε παρόμοιο στην αλογία με τα κτήνη τα ανόητα και ζούσε πλέον σαν ζώο άλογο και ανόητο.
Μα ο πολυέλεος Θεός τον σπλαχνίστηκε τελικά κι έτσι χαμήλωσε τους ουρανούς και κατέβηκε στη γη κι έγινε άνθρωπος για τον άνθρωπο· και με το πανάχραντο αίμα Του τον λύτρωσε από τη δουλεία της αμαρτίας και δια μέσου του ιερού Ευαγγελίου τον οδήγησε πως να ζει θεάρεστα. Και, κατά τον Θεολόγο Ιωάννη, μας έδωσε εξουσία να γίνομε τέκνα Θεού και με το θείο βάπτισμα μας αναγέννησε και μας ανέπλασε και με τα άχραντά Του μυστήρια τρέφει καθημερινά την ψυχή μας και τη ζωογονεί.
Και μ’ ένα λόγο, με την άκρα Του σοφία βρήκε τον τρόπο να μένει πάντοτε αχώριστος μ’ εμάς κι εμείς με Αυτόν, για να μην έχει πλέον καθόλου τόπο σ’ εμάς ο διάβολος. Ορισμένοι όμως από τους Χριστιανούς, ύστερα από τόσες χάριτες που αξιώθηκαν και υστέρα από τόσες ευεργεσίες που έλαβαν από τον Δεσπότη Χριστό, πλανήθηκαν πάλι από το διάβολο και εξαιτίας του κόσμου και της σάρκας ξεμάκρυναν από το Θεό και κατακυριεύονται από την αμαρτία και από το διάβολο κάνοντας τα θελήματά του. Όμως δεν είναι τελείως αναίσθητοι ώστε να μην αισθάνονται το κακό που έπαθαν.
Καταλαβαίνουν το σφάλμα τους και γνωρίζουν την υποδούλωσή τους, αλλά δεν μπορούν αυτοί μόνοι τους να γλυτώσουν και γι’ αυτό προστρέχουν στο Θεό και φωνάζουν το «Κύριε ελέησον» για να τους ευσπλαχνιστεί ο πολυέλεος Κύριος και να τους ελεήσει, να τους δεχτεί σαν τον άσωτο υιό και να τους δώσει πάλι τη θεία χάρη Του και μέσω αυτής να γλυτώσουν από τη δουλεία της αμαρτίας, ν’ απομακρυνθούν από τους δαίμονες και να λάβουν πάλι την ελευθερία τους, για να μπορέσουν με τον τρόπο αυτό να ζήσουν θεάρεστα και να φυλάξουν τις εντολές του Θεού.
Αυτοί λοιπόν οι Χριστιανοί που, όπως είπαμε, με τέτοιο σκοπό φωνάζουν το «Κύριε ελέησον», αυτοί θα επιτύχουν εξάπαντος και το έλεος του πανάγαθου Θεού και θα λάβουν τη χάρη Του να ελευθερωθούν από τη δουλεία της αμαρτίας και να σωθούν.
Εκείνοι όμως που δεν έχουν είδηση από αυτά που είπαμε, μήτε γνωρίζουν τη συμφορά τους που είναι καταδουλωμένοι στα θελήματα της σάρκας και στα κοσμικά πράγματα, μήτε έχουν ευκαιρία να συλλογιστούν την υποδούλωση τους, αλλά χωρίς τέτοιο σκοπό φωνάζουν μόνο το «Κύριε ελέησον», περισσότερο από συνήθεια, αυτοί πως είναι δυνατό να λάβουν το έλεος του Θεού; Και μάλιστα τέτοιο θαυμάσιο και άπειρο έλεος;
Γιατί είναι καλύτερα να μη λάβουν το έλεος του Θεού, παρά να το λάβουν και πάλι να το χάσουν, επειδή τότε είναι διπλό το φταίξιμο τους. Άλλωστε, αν κανείς δώσει κανένα πετράδι πολύτιμο στα χέρια μικρού παιδιού ή κανενός αγροίκου ανθρώπου που να μην ξέρει τι αξίζει, και αυτοί το πάρουν στα χέρια τους και το χάσουν, είναι φανερό πως δεν το έχασαν εκείνοι αλλά αυτός που τους το έδωσε.
Και για να καταλάβεις καλύτερα τα λεγόμενα, συλλογίσου πως στον κόσμο τούτο εκείνος που είναι άπορος και φτωχός και θέλει να πάρει ελεημοσύνη από κάποιο πλούσιο, πηγαίνει και του λέει «ελέησον με», δηλαδή «λυπήσου με για τη φτώχεια μου και δος μου τα αναγκαία». 
Και πάλι, εκείνος που έχει χρέος και θέλει να του το χαρίσει ο δανειστής του, πηγαίνει και του λέει «ελέησόν με», δηλαδή «λυπήσου με για την ανέχειά μου και χάρισέ μου αυτό που σου χρωστώ». Όμοια και ο φταίχτης, θέλοντας να τον συγχωρήσει εκείνος στον οποίο έφταιξε, πηγαίνει και του λέει «ελέησόν με», δηλαδή «συγχώρεσέ με για ό,τι σου έκανα».
Από την άλλη μεριά, ο αμαρτωλός φωνάζει στο Θεό το «Κύριε ελέησον» και δεν ξέρει μήτε τι λέει, μήτε γιατί το λέει, αλλά μήτε τι είναι το έλεος του Θεού που τον παρακαλεί να του το δώσει, μήτε σε τι τον συμφέρει το έλεος που ζητά, και μόνο από συνήθεια φωνάζει «Κύριε ελέησον», χωρίς να ξέρει τίποτε. Πώς λοιπόν να του δώσει ο Θεός το έλεός Του, αφού αυτός, καθώς δεν το ξέρει, το καταφρονεί και πάλι το χάνει σύντομα και αμαρτάνει περισσότερο;
Το έλεος του Θεού δεν είναι άλλο, παρά η χάρη του Παναγίου Πνεύματος, την οποία πρέπει να ζητούμε από το Θεό εμείς οι αμαρτωλοί και να φωνάζομε ακατάπαυστα το «Κύριε ελέησον», δηλαδή «λυπήσου με, Κύριε μου, τον αμαρτωλό, στην ελεεινή κατάσταση που βρίσκομαι, και δέξου με πάλι στη χάρη Σου· δος μου πνεύμα δυνάμεως, για να με δυναμώσει ν’ αντισταθώ στους πειρασμούς του διαβόλου και στην κακή συνήθεια της αμαρτίας· δος μου πνεύμα σωφρονισμού, για να σωφρονιστώ, να έρθω σε αίσθηση του εαυτού μου και να διορθωθώ· δος μου πνεύμα φόβου, για να σε φοβούμαι και να φυλάγω τις εντολές Σου· δος μου πνεύμα αγάπης για να σε αγαπώ και να μην απομακρύνομαι πλέον από κοντά Σου· δος μου πνεύμα ειρήνης, για να φυλάγει την ψυχή μου ειρηνική και να συγκεντρώνω όλους μου τους λογισμούς και να είμαι ήσυχος και ατάραχος· δος μου πνεύμα καθαρότητας, για να με φυλάγει καθαρό από κάθε μολυσμό· δος μου πνεύμα πραότητας, για να είμαι ήμερος στους αδελφούς μου Χριστιανούς και να απέχω από το θυμό· δος μου πνεύμα ταπεινοφροσύνης, για να μη φαντάζομαι τα υψηλά και υπερηφανεύομαι».
Εκείνος λοιπόν που γνωρίζει την ανάγκη που έχει από όλα αυτά και τα ζητά από τον πολυέλεο Θεό, φωνάζοντας το «Κύριε ελέησον», αυτός βεβαιότατα θα λάβει εκείνο που ζητά και θα επιτύχει το έλεος και τη θεία χάρη του Κυρίου. Όποιος όμως δεν ξέρει τίποτε από αυτά που είπαμε, αλλά από συνήθεια μόνο φωνάζει το «Κύριε ελέησον», αυτός δεν είναι δυνατό να λάβει ποτέ το έλεος του Θεού· γιατί και πρωτύτερα έλαβε πολλές χάριτες από το Θεό μα δεν τις αναγνώρισε, μήτε ευχαρίστησε το Θεό που του τις έδωσε.
Αυτός έλαβε το έλεος του Θεού όταν πλάστηκε κι έγινε άνθρωπος· έλαβε το έλεος του Θεού όταν αναπλάστηκε με το άγιο βάπτισμα κι έγινε ορθόδοξος Χριστιανός· έλαβε το έλεος του Θεού όταν γλύτωσε από τόσους κινδύνους ψυχικούς και σωματικούς που δοκίμασε στη ζωή του· έλαβε το έλεος του Θεού τόσες φορές που αξιώθηκε να κοινωνήσει τα άχραντα μυστήρια· έλαβε το έλεος του Θεού όσες φορές αμάρτησε στο Θεό και τον πίκρανε με τις αμαρτίες του και δεν εξολοθρεύτηκε, μήτε τιμωρήθηκε παιδαγωγικά όπως του έπρεπε· έλαβε το έλεος του Θεού όταν με διάφορους τρόπους ευεργετήθηκε από το Θεό και δεν το αναγνώρισε, αλλά όλα τα λησμόνησε και δε φρόντισε καθόλου για τη σωτηρία του.
Αυτός λοιπόν ο Χριστιανός πώς να λάβει το έλεος του Θεού χωρίς να το αισθάνεται και χωρίς να γνωρίζει πως δέχεται τέτοια χάρη από το Θεό, καθώς είπαμε, μήτε να ξέρει τι λέει, αλλά να φωνάζει μόνο το «Κύριε ελέησον» χωρίς κανένα στόχο και σκοπό, εκτός από μόνη τη συνήθεια;

Από την «Φιλοκαλία», τόμος ε’, των εκδόσεων το Περιβόλι της Παναγίας.
https://inpantanassis.blogspot.com/

Παραίνεσις Αγίων Πατέρων Εις Προκοπήν Τελειότητος



ΠΑΡΑΙΝΕΣΙΣ ΑΓΙΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ ΕΙΣ ΠΡΟΚΟΠΗΝ ΤΕΛΕΙΟΤΗΤΟΣ (2)
(ΕΚ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΥ)
11. Είπε ο αββάς Διόσκορος: «Εάν φορέσουμε το ουράνιο ένδυμα, δεν θα παρουσιασθούμε γυμνοί˙ αν όμως βρεθούμε χωρίς το ένδυμα εκείνο, τι θα κάνουμε, αδελφοί; Θα μας περιμένει κι εμάς η φοβερή εκείνη φωνή που θα λέει: ‘‘Πετάξτε τους στο βαθύ σκοτάδι˙ εκεί θα κλαίνε και θα τρίζουν τα δόντια τους’’.
Ντροπή μας μεγάλη, μετά από τόσα χρόνια που φορούμε το μοναχικό σχήμα, να βρεθούμε την ώρα την κρίσιμη χωρίς το ένδυμα του γάμου.
Ω, πόσο θα μετανοιώσουμε τότε! Ω, το σκοτάδι που θα μας περιβάλει μπροστά στα μάτια των πατέρων και των αδελφών μας, όταν θ’ αρχίσουν οι άγγελοι της τιμωρίας να μας τιμωρούν. Πόση λύπη θα ζώσει τον αββά Αντώνιο και τον αββά Αμμούν της Νιτρίας, τον αββά Παύλο της Φώτης, τον αββά Αμμούν από την Αραβία της Αιγύπτου, τον αββά Μιώ της Θηβαΐδας, τον αββά Μακάριο της Αλεξανδρείας, τον αββά Παφνούτιο τον Σιδόνιο, τον αββά Ουρσήρη της Θηγονής, τον αββά Αμμώνιο τον Χενευρίτη και όλους τους δικαίους, καθώς αυτοί θα μπαίνουν στη Βασιλεία των Ουρανών, ενώ εμάς θα μας πετάξουν στα βαθιά σκοτάδια!»
12. Ο μακάριος Επιφάνιος έλεγε: «Ο Μελχισεδέκ, που υπήρξε προτύπωση του Χριστού, ευλόγησε τη ρίζα των Ιουδαίων, δηλαδή τον Αβραάμ. Πολύ περισσότερο απ’ αυτόν η Αλήθεια, δηλαδή ο Χριστός, ευλογεί και αγιάζει όλους εκείνους που πιστεύουν σ’ αυτόν».
13. Είπε επίσης: «Είναι απαραίτητο να αποκτούν, όσοι μπορούν, τα χριστιανικά βιβλία. Και μόνο που τα βλέπουμε τα βιβλία, μας κάνουν πιο διστακτικούς προς την αμαρτία˙ αλλά και μας παρακινούν να ανοίγουμε τα μάτια όλο και περισσότερο προς το θέλημα του Θεού».
14. Είπε πάλι: «Μεγάλη ασφάλεια για την αποφυγή της αμαρτίας είναι η ανάγνωση της αγίας Γραφής».
15. Είπε επίσης: «Η άγνοια της αγίας Γραφής είναι μεγάλος γκρεμός και βαθύ χάσμα».
16. Είπε ακόμη: «Το να αγνοούν οι άνθρωποι εντελώς τους θείους νόμους είναι μεγάλη προδοσία της σωτηρίας».
17. Ο ίδιος έλεγε: «Τα αμαρτήματα των δικαίων ενεργούνται γύρω από τα χείλη, ενώ των ασεβών από ολόκληρο το σώμα. Γι’ αυτό ο θείος Δαβίδ ψάλλει: Θέσε, Κύριε, φρουρά στο στόμα μου και γύρω από τα χείλη μου θύρα που θα τα προφυλάσσει. Και είπα˙ θα προσέξω τι κάνω, για να μην αμαρτήσω με τη γλώσσα μου».
18. Είπε ο ίδιος πάλι: «Ο Θεός στους αμαρτωλούς χαρίζει και το κεφάλαιο, όταν μετανοούν, όπως στην πόρνη και στον τελώνη˙ ενώ από τους δικαίους ζητάει και τόκους. Και αυτό είναι ακριβώς εκείνο που έλεγε ο Κύριος στους Αποστόλους: Εάν η ευσέβειά σας δεν ξεπεράσει την ευσέβεια των Γραμματέων και των Φαρισαίων, δεν θα μπείτε στη Βασιλεία των Ουρανών».
19. Είπε ο αββάς Ευπρέπιος: «Εφόσον παραδέχεσαι ότι ο Θεός είναι αξιόπιστος και δυνατός, πίστευέ τον και θα μετέχεις στις ευλογίες του. Αν όμως το παίρνεις αψήφιστα το πράγμα, σημαίνει ότι δεν πιστεύεις».
Και πρόσθεσε: «Όλοι πιστεύουμε ότι είναι δυνατός ο Θεός˙ επίσης πιστεύουμε ότι τα πάντα μπορεί να κάνει˙ αλλά είναι ανάγκη να έχεις πίστη μέσα σου και για τις προσωπικές σου υποθέσεις, ότι δηλαδή και σε σένα θα κάνει θαυμαστά σημεία».
20. Ένας αδελφός ρώτησε τον ίδιο Γέροντα: «Πώς έρχεται στην ψυχή ο φόβος του Θεού;» Και ο Γέροντας είπε: «Εάν ο άνθρωπος έχει την ταπείνωση και την ακτημοσύνη, έρχεται μέσα του ο φόβος του Θεού».
21. Ο ίδιος είπε: «Ο φόβος, η ταπείνωση, η ελλιπής τροφή και το πένθος να σε συντροφεύουν πάντοτε».
22. Στις αρχές της μοναχικής του ζωής ο ίδιος ο αββάς Ευπρέπιος επισκέφθηκε κάποιον Γέροντα και του είπε: «Αββά, πες μου κάποιον λόγο, πώς θα μπορέσω να σωθώ;»
Κι εκείνος του είπε: «Εάν θέλεις να σωθείς, όπου κι αν πας, μη βιαστείς να πάρεις τον λόγο, πριν σε ρωτήσει κάποιος». Αυτός ένιωσε συντριβή για τον λόγο που του είπε και έβαλε μετάνοια λέγοντας: «Αληθινά, πολλά βιβλία διάβασα και τέτοια ωφέλεια ποτέ δεν γνώρισα». Κι έφυγε πολύ ωφελημένος.
23. Είπε η αμμάς Ευγενία: «Μας συμφέρει σαν ζητιάνοι να ζούμε, αρκεί μόνο να είμαστε μαζί με τον Ιησού. Γιατί όποιος είναι μαζί με τον Ιησού, είναι πλούσιος κι αν ακόμη υλικά είναι φτωχός.
Αυτός ο οποίος προτιμά τα γήινα από τα πνευματικά, θα χάσει και τα δύο˙ ενώ εκείνος που επιθυμεί τα ουράνια, θα βρει οπωσδήποτε και επίγεια αγαθά».

ΤΟ ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟΝ Α΄. ΚΕΦ. Α΄ 11-23
Ι. ΗΣΥΧ. ΓΕΝΕΣΙΟΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ, ΠΑΝΟΡΑΜΑ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΨΗΦΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΤΑΝΥΞΙΣ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ
https://inpantanassis.blogspot.com/

Μοναδικό φως ελπίδας




Πιστεύουμε ότι μοναδικό φως ελπίδας και αισιοδοξίας για την αμφίβολη ποιότητα ζωής των σημερινών νέων μπορεί να προέλθει από τον ουρανό, τον Θεό. 
Διότι ο Τριαδικός Θεός, που αποκαλύπτεται και ζει μέσα στην Ορθόδοξη Εκκλησία είναι Θεός προσωπικός. 
Ο Θεός συνάπτει προσωπικές σχέσεις με κάθε πιστό έτσι ώστε κάθε κίνηση, έργο, δραστηριότητα ακόμη και σκέψη του ανθρώπου να σχετίζεται άμεσα μαζί Του.

Γέροντας Εφραίμ Βατοπαιδινός
https://inpantanassis.blogspot.com/

ΕΞ ΑΦΟΡΜΗΣ ΤΗΣ ΑΠΟΔΟΣΕΩΣ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ



Η ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ
Στον χριστιανισμό, η πνευματική ζωή δεν κατανοείται κατά τη συνήθη αντίληψη του κόσμου. Ο κόσμος θεωρεί πνευματική ζωή συνήθως τη ζωή που σχετίζεται με τα γράμματα, με τις τέχνες, με τις επιστήμες. Γι’  αυτό και χαρακτηρίζει αντιστοίχως πνευματικό άνθρωπο τον μορφωμένο άνθρωπο, τον καλλιτέχνη, τον επιστήμονα, αυτόν δηλαδή που ασχολείται με τις εκδηλώσεις του ανθρωπίνου πνεύματος. Πνευματική ζωή όμως κατά τη χριστιανική πίστη είναι η ζωή πρωτίστως που σχετίζεται με τον Άγιον Πνεύμα και τη χάρη του Τριαδικού Θεού. Πνευματική ζωή είναι η ζωή εν αγίω Πνεύματι. Όποιος έχει το Πνεύμα του Θεού μέσα του αυτός και μόνο χαρακτηρίζεται πνευματικός άνθρωπος. «Όσοι Πνεύματι Θεού άγονται ούτοί εισιν υιοί Θεού» (απόστολος Παύλος).
Αυτή η εν αγίω Πνεύματι ζωή συνιστά και τον σκοπό όλης της χριστιανικής πίστεως και ζωής. Αφήνοντας τους μεγάλους Πατέρες της Εκκλησίας, σημειώνουμε αυτό που ο νεώτερος άγιος της Ρωσικής αλλά και της καθ’  όλου Ορθόδοξης Εκκλησίας Σεραφείμ του Σάρωφ είχε πει: «Ο σκοπός της χριστιανικής ζωής είναι η απόκτηση από τον άνθρωπο του αγίου Πνεύματος». Όχι απλώς να γίνει ο άνθρωπος ένας καλός άνθρωπος, ένας κοινωνικός εργάτης, ένας αλτρουϊστής, με άλλα λόγια να βρίσκεται στον κόσμο τούτο σ’  ένα καλό οριζόντιο επίπεδο, αλλά να μπορέσει να ζήσει μέσα του τον ίδιο τον Θεό. Δεν αυθαιρετεί ο άγιος ούτε εκφράζει κάτι που ανάγεται στον χώρο της φαντασίας. Ο ισχυρισμός του είναι ό,τι αποτελεί ζωή της Εκκλησίας, ό,τι με άλλα λόγια έφερε ο ίδιος ο ενανθρωπήσας Θεός, Ιησούς Χριστός. Διότι ο Χριστός ήλθε, προκειμένου να κάνει τον άνθρωπο Θεό, εντάσσοντάς τον μέσα στον εαυτό Του και κάνοντάς τον επομένως προέκταση του ίδιου του εαυτού Του. «Εγώ ειμι η άμπελος, υμείς τα κλήματα». «Μέλη Χριστού εσμεν». Κι αυτό πραγματοποιείται διά του αγίου βαπτίσματος, διά του αγίου χρίσματος, διά της μετοχής στη Θεία Ευχαριστία, κι όλα αυτά μέσα στο κλίμα της μετάνοιας.
Αυτό σημαίνει ότι η πνευματική ζωή ουσιαστικά ξεκινά από την ώρα που ο άνθρωπος θα ενταχτεί στην Εκκλησία, και  παραπέμπει  πάντοτε σ’ αυτό που ονομάζεται χριστιανική ζωή. Πνευματική ζωή και χριστιανική ζωή βρίσκονται σε σχέση ταύτισης. Κάθε άλλη συνεπώς πνευματικότητα, έξω από τον Χριστό και την Εκκλησία Του, δεν θεωρείται ορθή, δηλαδή σωτήρια για τον άνθρωπο, πνευματικότητα, μάλλον παραπέμπει σε κάτι επικίνδυνο, γιατί λαμβάνουν μέρος και «άλλα πνεύματα», ξένα προς το Πνεύμα του Θεού. Από την άποψη αυτή, ο σκοπός της χριστιανικής ζωής ως απόκτησης του αγίου Πνεύματος ταυτίζεται με τη φανέρωση της χάρης του Θεού στη ζωή του ανθρώπου, χάρης την οποία ήδη έχει λάβει με το βάπτισμα και με το χρίσμα. Ο άνθρωπος δηλαδή καλείται να γίνει αυτό που είναι, αυτό που του έχει ήδη δοθεί.
Η φανέρωση αυτή, το να γίνεται ο άνθρωπος αυτό που είναι, να επιβεβαιώνει με άλλα λόγια ότι είναι μέλος Χριστού, δεν πραγματοποιείται εύκολα και μονομιάς. Αφότου ο άνθρωπος αμάρτησε και η αμαρτία ως τάση εξακολουθεί να τον τυραννά, παρ’  όλη την υιοθεσία του από τον Χριστό, η πνευματική ζωή δεν είναι εύκολη. Απαιτείται η αδιάκοπη συνεργασία της ανθρώπινης θέλησης με τη χάρη του Θεού, γι’  αυτό και οι άγιοί μας σημειώνουν ότι η πνευματική ζωή έχει δυναμικό και ενεργητικό χαρακτήρα. Περιλαμβάνει δε τρία στάδια, που τα κατονομάζουν, χωρίς πάντοτε να «δένονται» με τους όρους: την κάθαρση, τον φωτισμό και τη θέωση.
Το κρισιμότερο στάδιο από τα τρία για τον άνθρωπο είναι το πρώτο, της κάθαρσης. Γιατί σ’  αυτό κατεξοχήν φανερώνεται η θέληση του ανθρώπου να συνεργαστεί με τον Θεό. Σ’  αυτό το στάδιο ο άνθρωπος καθαρίζεται από το Πνεύμα του Θεού, ώστε η καρδιά του να γίνει κάτοπτρο που αντανακλά τις ακτίνες του φωτός του Θεού. «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Κατά αναλογία της κάθαρσης της καρδιάς του έρχεται ο φωτισμός και η θέωση, οπότε ο πιστός αρχίζει να φανερώνει τη ζωή του Χριστού, σαν να έχει πάρει μορφή μέσα του ο Χριστός. Έτσι πνευματικός άνθρωπος, άγιος άνθρωπος είναι εκείνος που πραγματοποιεί με τη χάρη του Θεού αυτό που λέει ο απόστολος Παύλος: «μέχρις καταντήσωμεν οι πάντες εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού». «Άχρις ου μορφωθή Χριστός εν ημίν».
Στην κρισιμότητα του πρώτου σταδίου της πνευματικής ζωής, της κάθαρσης, καίρια θέση έχουν οι λογισμοί του ανθρώπου. Σκέψεις ή εικόνες που προερχόμενοι ως επί το πλείστον από τον πονηρό διάβολο αποπροσανατολίζουν τον άνθρωπο από τη φυσιολογία της ζωής, να φανερώνει τον Χριστό. Αν ο πιστός δεν έχει μάθει να αντιμετωπίζει τους λογισμούς αυτούς και να τους διακρίνει έναντι των άλλων που υπάρχουν – από τον Θεό ή και από τον ίδιο τον εαυτό του – τότε το πιθανότερο δυστυχώς είναι να επέλθει σε αυτόν σύγχυση και να αρχίζει να ζει σε ένα χάος από πλευράς πνευματικής. Οι άγιοί μας είναι αρκετά αποκαλυπτικοί στο θέμα αυτό της συγχύσεως των λογισμών, γι’ αυτό και από την εμπειρία τους έχουν καταγράψει τα σχετικά με την αντιμετώπιση της κακής αυτής καταστάσεως, οπότε αν κανείς ακολουθήσει την εμπειρία τους, σχετικά εύκολα θα μπορέσει να υπερβεί τη σύγχυση και να ορθοποδήσει πνευματικά. Αυτή η ακολουθία τους προς έλεγχο και υπέρβαση των λογισμών, και μάλιστα των κακών και πονηρών λεγομένων, συνιστά και το μυστικό της πνευματικής ζωής.
Τη σημασία αποκτήσεως αυτού του μυστικού καταλαβαίνει κανείς, αν σκεφτεί ότι κατά το πλείστον τα ψυχολογικά λεγόμενα προβλήματα σχετίζονται με λανθασμένους τρόπους αντιμετώπισης των λογισμών. Οι περισσότεροι δεν ξέρουμε να αντιμετωπίζουμε τους λογισμούς, οι οποίοι με την κακή διαχείρισή τους και με το δεδομένο της υποκίνησής τους από τον πονηρό, δυστυχώς αυξάνονται και καθίστανται «τύραννοι» του ανθρώπου, κάνοντάς τον να ζει από τη ζωή αυτή ήδη μία κόλαση.
Τι μας διδάσκουν λοιπόν σε γενικές γραμμές οι άγιοί μας στο θέμα αυτό; Πρώτα από όλα να μην έχουμε εμπιστοσύνη στους λογισμούς. Δηλαδή, όταν κάποιος λογισμός μάς ταλαιπωρεί και βλέπουμε ότι ερχόμενος μας καταβάλλει, το καλύτερο είναι να τον θέσουμε υπόψη διακριτικού πνευματικού πατέρα. Αλλά το σημαντικότερο, πέραν αυτού, είναι να μάθουμε να περιφρονούμε τους λογισμούς, τους προερχομένους εκ του πονηρού. Πώς θα ξέρουμε ποιος λογισμός είναι εκ του πονηρού; Από το τι διάθεση προκαλεί στην καρδιά του ανθρώπου. Ο πονηρός λογισμός συνήθως προκαλεί φόβο, ταραχή, κακή διάθεση στον άνθρωπο, ενώ ο εκ Θεού το αντίθετο: αγάπη προς τον άλλον, ειρήνη, καλή ψυχική διάθεση. Το κριτήριο μας το δίδαξε ο ίδιος ο Κύριος: «το δένδρον εκ του καρπού γινώσκεται». Ό,τι λοιπόν μας προκαλεί ταραχή ξέρουμε την προέλευσή του. Το σημειώνουν και οι όσιοι Βαρσανούφιος και Ιωάννης: «Ει τι βλέπεις είτε ακούεις ει τι λογίζη, καν μικρόν ταραχθής, των δαιμόνων εστί τούτο». Βλέπεις κάτι, ακούς κάτι, λογίζεσαι κάτι, και βλέπεις ότι ταράζεσαι;  Από πίσω μάλλον κρύβεται ο διάβολος.
Η κατάθεση λοιπόν του λογισμού σε διακριτικό, όπως είπαμε, πνευματικό, και η περιφρόνηση των λογισμών που μας ταράσσουν, είναι τελικώς ίσως το σημαντικότερο μυστικό της πνευματικής ζωής. Η περιφρόνηση αυτή επιτυγχάνεται όχι με την απλή άρνησή μας να μη δεχόμαστε έναν λογισμό – μία τέτοια ενέργεια δυναμώνει τον λογισμό -  αλλά με τη θετική στροφή του νου μας σε ό,τι είναι καλό και αποδεκτό από τον Θεό. Κι αυτό δεν είναι άλλο από τη στροφή προς τον Χριστό. Στη θέση του κακού λογισμού να βάζουμε τον αγαθό λογισμό, τον Χριστό και τη διδασκαλία του, τη ζωή και τα λόγια των αγίων μας, να πώς ξεπερνιέται το πρόβλημα. Ο όσιος Πορφύριος το εξέφρασε με τον απλούστερο και αμεσότερο ίσως τρόπο: «Το σκοτάδι δεν το πυροβολούμε. Απλώς ανάβουμε το φως». Στροφή προς το φως του Χριστού και επιμονή σ’  αυτό: η διαδικασία από τον κόσμο αυτό ευρέσεως του ίδιου του Παραδείσου.

https://pgdorbas.blogspot.com/

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΛΑΡΙΩΝ Ο ΝΕΟΣ, ΗΓΟΥΜΕΝΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ ΤΩΝ ΔΑΛΜΑΤΩΝ




“Ο όσιος Ιλαρίων ήκμασε κατά τον ένατο αιώνα, καταγόταν δε από την Καππαδοκία. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πέτρος και ήταν προμηθευτής του άρτου των ανακτόρων, η δε μητέρα του ονομαζόταν Θεοδοσία. Και οι δύο διακρίνονταν για την ευσέβειά τους, φρόντισαν δε να μεταδώσουν αυτήν και στον υιό τους. Ακόμη τον εκπαίδευσαν και είχαν την ευτυχία να τον δουν να προκόπτει λαμπρά στη θρησκευτική και θεολογική μάθηση.
Φλεγόμενος ο Ιλαρίων να αναδειχθεί υπηρέτης της πίστεως και της Εκκλησίας χωρίς κανένα κοσμικό περισπασμό, εισήλθε στο μοναστήρι του Ξηρονησίου στην Κωνσταντινούπολη. Μοίρασε εκεί τον χρόνο του μεταξύ της μελέτης και της πνευματικότερης ασκήσεως και εξυψώσεως της ψυχής του, κι ύστερα πήγε στη Μονή των Δαλμάτων, όπου και περιβλήθηκε το αξίωμα του μεγαλόσχημου. Δέκα χρόνια έζησε εκεί, υπήρξε δε πρότυπο ταπεινοφροσύνης, φιλαδελφείας και ολόψυχης προσήλωσης στα θεία. Η χάρη του Θεού κατασκήνωσε πλούσια σ᾽ αυτόν, αξιώθηκε δε κάποια ημέρα να θεραπεύσει με την προσευχή του έναν δαιμονισμένο νέο. Και τότε ο ηγούμενος με καθημερινή επιμονή πέτυχε να τον χειροτονήσει ιερέα.
Επειδή οι συνάδελφοί του της Μονής των Δαλμάτων ήταν περισσότερο από ό,τι έπρεπε κολακευτικοί προς αυτόν, διακηρύσσοντας ενώ ήταν παρών τις πολλές αρετές του, ο Ιλαρίων αποφάσισε να τους αποφύγει, λέγοντας ότι τέτοιοι φίλοι καταντούν ακούσιοι εχθροί. Αναχώρησε λοιπόν, χωρίς να δηλώσει ότι δεν θα επέστρεφε, και έφτασε στη Μονή των Καθαρών. Οι μοναχοί της Μονής των Δαλμάτων, βλέποντας ότι παρατεινόταν η απουσία του, άρχισαν να κυριεύονται από ανησυχία και τράπηκαν σε αναζήτησή του. Και έμαθαν μεν επιτέλους ότι ήταν στο μοναστήρι των Καθαρών, αλλά δεν μπόρεσαν να τον μεταπείσουν να επιστρέψει.
Η γνήσια όμως αγάπη δεν υπομένει μόνον, αλλά και επιμένει. Δεν ήθελε να έλθει; Αποφάσισαν να τον εξαναγκάσουν. Και λοιπόν απευθύνθηκαν στην Κωνσταντινούπολη. Πατριάρχευε τότε ο ευσεβέστατος Νικηφόρος, ο οποίος με μεγάλη συγκίνηση και χαρά είδε μοναχούς να αγωνίζονται τόσο πολύ, για να επαναφέρουν κοντά τους τον καλύτερό τους. Παρομοίως συμπάθησε τον πόθο τους και ο βασιλιάς Νικηφόρος, και με διαταγή και των δύο επανέφερε τον Ιλαρίωνα στο μοναστήρι των Δαλμάτων. Με κοινή μάλιστα ψήφο αναδείχθηκε ηγούμενός του.
Πέρασε οκταετία στη νέα αυτή υπηρεσία του Ιλαρίωνα κι ήταν τερπνότατο θέαμα η συμβίωση των υπό την πνευματική του επιστασία αδελφών. Την αδελφότητα δεν την έλεγε κανείς μόνον εκεί, αλλά την ψηλαφούσε. Κάθε ατομικό θέλημα ήταν εξορισμένο και όλοι συναντώντο στο θέλημα του Θεού.
Αλλά στην Εκκλησία ενέσκηψε καταιγίδα. Ο Λέων ο Αρμένιος κήρυξε επί της πατριαρχίας του Νικηφόρου τον γνωστό πόλεμο κατά των αγίων εικόνων. Τότε μεταξύ των μονών που πρωτοστάτησαν  στην αντίδραση, υπήρξε και η Μονή των Δαλμάτων.
Ο βασιλιάς διέταξε τον ηγούμενο Ιλαρίωνα να έλθει στην Κωνσταντινούπολη και να παρουσιασθεί ενώπιόν του. Ο Ιλαρίων το έπραξε. Αλλά ο Λέων δεν επέτυχε τον σκοπό του. Ο πιστός καλόγερος δεν θαμπώθηκε από τη βασιλική αίγλη ούτε πτοήθηκε από το αυτοκρατορικό σκήπτρο. Με παρρησία είπε προς τον βασιλιά ότι ασεβεί και ότι ξεκινώντας τον κατά των αγίων εικόνων πόλεμο αδικούσε την Εκκλησία και τάρασσε άσκοπα το κράτος.
Ο διάδοχος του Πατριάρχη Νικηφόρου Θεόδοτος ο Μελισσηνός μάταια επίσης αποπειράθηκε να παραπείσει τον Ιλαρίωνα. Και τότε άρχισε ο διωγμός του αγίου. Τον περιόρισαν επανειλημμένως σε μοναστήρια, που ανήκαν στη μερίδα των εικονομάχων, όπου τον καθυπέβαλαν και σε στερήσεις και πολλές ταλαιπωρίες. Και σε κοινές φυλακές τον έβαλαν και στο φρούριο Προτείχιο τον έκλεισαν.
Ο Λέων ο Αρμένιος φονεύθηκε σε μάχη και ο άγιος Ιλαρίων ανέκτησε την ελευθερία επί του διαδόχου βασιλιά Μιχαήλ του Τραυλού. Αλλά επί του βασιλιά Θεοφίλου άρχισε νέος κατά των αγίων εικόνων διωγμός. Και τότε ο Ιλαρίων έπεσε σε νέο χειμώνα και βαριά και σφοδρά κύματα. Είπε με θάρρος την αλήθεια στον Θεόφιλο, γι᾽ αυτό και ραβδίστηκε σκληρά και εξορίστηκε στη νήσο Αφουσία. Οκτώ ολόκληρα  χρόνια πέρασε εκεί με μεγάλη και πολλή ταλαιπωρία, όταν ο Θεός ανάδειξε την Εκκλησία νικήτρια της καταιγίδας και του σάλου. Ο Θεόφιλος πέθανε, η δε σύζυγός του βασίλισσα Θεοδώρα πρωτοστάτησε στην αναστήλωση των αγίων εικόνων. Τότε οι ομολογητές όλοι της ορθοδοξίας ήλθαν πλήρεις τιμών στη βασιλεύουσα, κι επιδόθηκαν ο καθένας στις προηγούμενες υπηρεσίες του. Την ικανοποίηση αυτή έλαβε και ο Ιλαρίων. Η ιερή Μονή του που τόσο πολύ τον ποθούσε, τον επανείδε ανάμεσά της. Μέσα σ᾽αυτήν, μετά από τρία χρόνια, άφησε την τελευταία πνοή του, αφού αναδείχτηκε τέλειος χριστιανός όχι μόνο κατά τις ώρες της ειρήνης, αλλά και κατά τις θύελλες των κινδύνων και των υπέρ Χριστού αγώνων”.
(Μιχαήλ Γαλανού, Οι βίοι των αγίων)
Δεν φείδεται επαίνων ο υμνογράφος του οσίου Ιλαρίωνος του νέου, προκειμένου να αναδείξει το πνευματικό μεγαλείο αυτού. Στο πρόσωπο του οσίου βλέπει όχι έναν απλό άνθρωπο, αλλά έναν άγγελο που έζησε εδώ στη γη με το σώμα του, έναν επίγειο άγγελο και επουράνιο άνθρωπο. ῾Ως άγγελος εβίωσας επί της γης μετά σώματος, Ιλαρίων μακάριε᾽. ῾Επίγειος άγγελος και επουράνιος άνθρωπος εχρημάτισας, όσιε᾽ (στιχηρά εσπερινού). Είναι εύλογο λοιπόν να επισημαίνει όλες τις αρετές στην αγία ύπαρξη και ζωή του. ῾Απέκτησες, Πάτερ, βίο ακηλίδωτο, υπομονή και πραότητα και αγάπη ανόθευτη, άμετρη εγκράτεια, ολονύκτια στάση, θεία κατάνυξη, πίστη κι ελπίδα αληθινή με συμπάθεια᾽(῾Βίον ακηλίδωτον, υπομονήν και πραότητα, και αγάπην ανόθευτον, εγκράτειαν άμετρον, παννύχιον στάσιν, κατάνυξιν θείαν, πίστιν ελπίδα αληθή, εν συμπαθεία, Πάτερ, κτησάμενος᾽(στιχηρό εσπερινού). Κι ακόμη: ῾Υπήρξες πηγή κατανύξεως, ποταμός συμπαθείας, πέλαγος θαυμάτων, εγγυητής αμαρτωλών, κατάκαρπη πράγματι ελιά του Θεού που γλυκαίνει τα πρόσωπα με το λάδι των κόπων σου, Ιλαρίων μακάριε᾽(῾Πηγή κατανύξεως, συμπαθείας ρείθρον, πέλαγος θαυμάτων, αμαρτωλών εγγυητής, ελαία όντως Θεού κατάκαρπος, ελαίω των καμάτων σου καθιλαρύνων τα πρόσωπα, Ιλαρίων μακάριε᾽) (στιχηρό εσπερινού).
Τι ήταν εκείνο που απετέλεσε κανόνα ζωής στον όσιο, ώστε εκεί προσβλέποντας να μένει σταθερός σε ό,τι ήταν πάντοτε θέλημα του Θεού, συνεπώς να δέχεται πλούσια τη χάρη Αυτού; Ο υμνογράφος δίνει πολλαπλώς την απάντηση: Ο όσιος κράτησε το όμμα της καρδιάς του ακοίμητο πάνω στις θείες εντολές. Τα βήματα της καρδιάς του τα έκανε πάνω στην πέτρα της πίστης του Χριστού. Κι αυτό γιατί αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή του στον ίδιο τον Θεό, προφανώς κινούμενος από θερμή αγάπη προς Αυτόν. Όπως τα σημειώνει ο ίδιος ο υμνογράφος: ῾Κράτησες το όμμα της καρδιάς σου ακοίμητο πάνω στις θείες εντολές, χωρίς να παρεκκλίνεις ποτέ, σεβάσμιε᾽(῾Το όμμα της καρδίας ακοίμητον εν ταις θείαις εντολαίς ετήρησας, ακαταγνώστως, αοίδιμε᾽) (ωδή ε´). ῾Έστησες τα βήματα της καρδιάς σου πάνω στην πέτρα της πίστης και διέμεινες ασάλευτος, χωρίς να πτοείσαι καθόλου από τις προσβολές των δαιμόνων᾽(῾Εν τη πέτρα της πίστεως έστησας τα βήματα της καρδίας σου και ασάλευτος διέμεινας, προσβολάς δαιμόνων μη πτοούμενος᾽) (ωδή δ´). ῾Αφιέρωσες στον Θεό τη ζωή σου, παμμακάριστε, κι έγινες άριστος ιερουργός αληθινά του Χριστού᾽(῾Θεώ καθιέρωσας την σην, παμμάκαρ, ζωήν, γενόμενος άριστος ιερουργός αληθώς Χριστού᾽) (κάθισμα όρθρου).
Είναι αλήθεια ότι δεν υπάρχει περίπτωση κάποιος πιστός να προχωρήσει στην πνευματική ζωή, να φθάσει σαν τον όσιο Ιλαρίωνα στο μέτρο της ηλικίας του Χριστού, στην τελειότητα δηλαδή, χωρίς την ασκητική προσπάθεια της τήρησης των εντολών του Χριστού - ῾θήλασες από βρέφος την αρετή και με τους κόπους της εγκράτειας και τους ασκητικούς ιδρώτες έφτασες σε άνδρα και μέτρο της πνευματικής ηλικίας του Χριστού᾽(ωδή α´). Είναι εξίσου αλήθεια όμως ότι για να μπορέσει κανείς να προχωρήσει έτσι, απαιτείται και το έμπρακτο παράδειγμα. Χωρίς το παράδειγμα, τη ζωντανή επιβεβαίωση του ευαγγελικού τρόπου ζωής, μόνος του κάποιος θα δυσκολευτεί πάρα πολύ. Και το ζωντανό παράδειγμα προσφέρεται είτε με κάποιον που συνυπάρχει μαζί μας και τον ακολουθούμε κατά πόδας στην πνευματική ζωή, είτε μέσα από τους βίους των αγίων μας. Η μελέτη των βίων των αγίων αποτελεί το ισχυρότερο ερέθισμα για να υποκινείται κανείς διαρκώς στον δρόμο του Χριστού. Αυτό δηλαδή που έζησαν οι άγιοι: τη ζωή του Χριστού, αυτό μαθαίνουμε κι εμείς πρακτικά και αναλυτικά βλέποντας τη δική τους ζωή.
Το ίδιο συνέβη και στον όσιο Ιλαρίωνα τον νέο. Ο υμνογράφος δεν χάνει την ευκαιρία να σημειώσει ότι πρότυπο στη χριστιανική ζωή του ήταν ο ομώνυμός του άγιος Ιλαρίων ο μέγας. Κι όπως αυτός είχε ως πρότυπο και καθοδηγητή του τον όσιο Μέγα Αντώνιο, με τον οποίο έζησε αρκετά χρόνια, έτσι και ο Ιλαρίων ο νέος θέλησε τη ζωή του ομωνύμου του αγίου να μιμηθεί, καθώς την είχε ακούσει και την είχε μελετήσει. ῾Ζήλεψες τον μέγα στην αρετή Ιλαρίωνα και ακολουθώντας τον πνευματικά στα ίχνη της εγκράτειας, φάνηκες, όσιε, κορυφαίος και παράδειγμα στην ποίμνη σου᾽(῾Τον μέγαν εις αρετήν εζήλωσας Ιλαρίωνα, και τούτω πνευματικώς κατ᾽ ίχνος επόμενος εγκρατείας, όσιε, κορυφαίος ώφθης και της ποίμνης υποτύπωσις᾽) (ωδή ς´). Μακάρι κι εμείς, έστω και επ᾽ ελάχιστον, να μιμηθούμε τη ζωή του οσίου Ιλαρίωνα, στην εγκράτεια και ῾τον έλεον της καρδίας᾽ του.

https://pgdorbas.blogspot.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ε´ 42 - 48
42 τῷ αἰτοῦντί σε δίδου, καὶ τὸν θέλοντα ἀπὸ σοῦ δανείσασθαι μὴ ἀποστραφῇς. 43 Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη, Ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου καὶ μισήσεις τὸν ἐχθρόν σου. 44 ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς, 45 ὅπως γένησθε υἱοὶ τοῦ πατρὸς ὑμῶν τοῦ ἐν οὐρανοῖς, ὅτι τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει ἐπὶ πονηροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ βρέχει ἐπὶ δικαίους καὶ ἀδίκους. 46 ἐὰν γὰρ ἀγαπήσητε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, τίνα μισθὸν ἔχετε; οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι τὸ αὐτὸ ποιοῦσι; 47 καὶ ἐὰν ἀσπάσησθε τοὺς φίλους ὑμῶν μόνον, τί περισσὸν ποιεῖτε; οὐχὶ καὶ οἱ τελῶναι οὕτω ποιοῦσιν; 48 Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὡς ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς τέλειός ἐστιν.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ε´ 42 - 48
42 Εἰς ἐκεῖνον ποὺ σοῦ ζητεῖ ἐλεημοσύνην, δίδε, ἀλλὰ πάντοτε μὲ διάκρισιν ποὺ θὰ τὴν διαπνέῃ εἰλικρινὴς ἀγάπη· καὶ μὴ περιφρονήσῃς ἐκεῖνον, ποὺ θέλει νὰ δανεισθῇ χωρὶς τόκον ἀπὸ σέ. 43 Ἠκούσατε, ὅτι ἐλέχθη· Θὰ ἀγαπήσῃς τὸν πλησίον σου καὶ θὰ μισήσῃς τὸν ἐχθρόν σου. 44 Ἐγὼ δὲ σᾶς λέγω, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας, εὔχεσθε πρὸς τὸν Θεὸν ἀγαθὰ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σᾶς καταρῶνται, εὐεργετεῖτε ἐκείνους, ποὺ σᾶς μισοῦν, καὶ προσεύχεσθε ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σᾶς μεταχειρίζονται ὑβριστικῶς καὶ περιφρονητικῶς καὶ σᾶς καταδιώκουν ἀδίκως, ἀκόμη καὶ ὅταν ὁ διωγμός των αὐτὸς σᾶς γίνεται διὰ τὰς θρησκευτικάς σας πεποιθήσεις. 45 Διὰ νὰ ὁμοιάσετε ἔτσι καὶ νὰ γίνετε τέκνα τοῦ Πατρός σας, ποὺ εἶναι εἰς τοὺς οὐρανούς.Διότι καὶ αὐτὸς τὸν ἥλιον, ποὺ εἶναι ἰδικός του, ἀνατέλλει ἀδιακρίτως εἰς πονηροὺς καὶ εἰς ἀγαθούς, καὶ βρέχει τὴν βροχήν του εἰς δικαίους καὶ ἀδίκους. 46 Διότι, ἐὰν ἀγαπήσετε ἐκείνους μόνον, ποὺ σᾶς ἀγαποῦν, ποίαν ἀνταμοιβὴν ἔχετε νὰ λαμβάνετε ἀπὸ τὸν Θεόν; Δὲν κάνουν τὸ αὐτὸ καὶ οἰ τελῶναι; 47 Καὶ ἐὰν χαιρετήσετε μόνον τοὺς φίλους σας Ἰουδαίους, τί τὸ ἐξαιρετικὸν πράττετε; Δὲν κάνουν ἔτσι καὶ οἱ τελῶναι; 48 Πρέπει λοιπὸν νὰ γίνετε τέλειοι διὰ τῆς ἀγάπης πρὸς πάντας, καθὼς εἶναι τέλειος καὶ ὁ οὐράνιος Πατήρ σας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀγάπη.

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Ο Θεός δί­νει σιγά - σιγά την Χάρη Του, για να βο­η­θιέ­ται ο άν­θρω­πος, για­τί αν νοιώ­σει στην αρχή την Χάρη του Θεού, μπο­ρεί να τι­να­χτεί στον αέρα. Αν όμως δεν κα­τα­λά­βει, ότι και αυτό το λίγο προ­έρ­χε­ται από τον Θεό και του μπει ο λο­γι­σμός, ότι κάτι εί­ναι, τότε ο Θεός του το αφαι­ρεί, έως ότου κα­τα­λά­βει, ότι δεν ήταν δικό του, αλλά του Θεού. Όταν έρ­χε­ται η Χάρη στον άν­θρω­πο, λειώ­νει ολό­κλη­ρος. Τα οστά εί­ναι σαν να μα­λα­κώ­νουν και να λυ­γί­ζουν και ο νους απορ­ρο­φη­μέ­νος από τη Χάρη, δεν αι­σθά­νε­ται κα­θό­λου, το τι γί­νε­ται τρι­γύ­ρω του...!!!

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Πέμπτη 4 Ιουνίου 2026

Στο Θεό, δεν υπάρχει αδικία




Ο πορευόμενος στο δρόμο του Θεού πρέπει να τον ευχαριστεί για όλες τις θλίψεις που τον βρίσκουν, και να κατηγορεί και να ατιμάζει τον αμελή εαυτό του, και να ξέρει ότι ο Κύριος, που τον αγαπά και τον φροντίζει, δε θα του παραχωρούσε τα λυπηρά, για να ξυπνήσει το νου του, αν δεν έδειχνε κάποια αμέλεια. 
Ακόμη μπορεί να επέτρεψε ο Θεός κάποια θλίψη, διότι ο άνθρωπος έχει υπερηφανευθεί, οπότε ας το καταλάβει και ας μην ταραχθεί κι ας βρίσκει την αιτία στον εαυτό του, ώστε το κακό να μη γίνει διπλό, δηλ. να υποφέρει και να μη θέλει να θεραπευθεί. 
Στο Θεό, που είναι η πηγή της δικαιοσύνης, δεν υπάρχει αδικία. 
Αυτό να μην περάσει από το νου μας.

Αγίου Ισαάκ του Σύρου
https://inpantanassis.blogspot.com/

Η Προσευχή του Ιησού, εν παντί καιρώ και πάση περιστάσει




Εν τη αρχή του αγώνος δεν κατανοούμεν τας οδούς τας οποίας υπέδειξεν εις ημάς ο Θεός. Αποπειρώμεθα να αποφύγωμεν την έμπονον αντιμετώπισιν της «πυρώσεως προς πειρασμόν» (Α' Πέτρ. 4,12). 
Είναι δυνατόν να παραμένωμεν εν μαρτυρική καταστάσει, μη κατανοούντες δια τι ο Θεός, η παντέλειος Αγάπη, ηυδόκησε να ποιήση κατά στιγμάς την προς Αυτόν οδόν τοσούτον φοβεράν. Δεόμεθα Αυτού, όπως αποκαλύψη εις ημάς το μυστήριον των οδών της σωτηρίας.
Βαθμηδόν φωτίζεται ο νους ημών, ενδυναμούται η καρδία, όπως ακολουθήση τον Χριστόν, και δια των μικρών ημών παθημάτων γινόμεθα κοινωνοί των παθημάτων Αυτού.
Είναι απαραίτητον να βιώσωμεν και τον πόνον και την φρίκην ίνα αποκαλυφθούν εις ημάς τα βάθη του είναι, ούτω δε να γίνωμεν άξιοι της εντεταλμένης αγάπης: 
Χωρίς των παθημάτων ο άνθρωπος παραμένει πνευματικώς ράθυμος, μάλλον υπνών, αλλότριος της του Χριστού αγάπης.
Γνωρίζωντες τούτο εάν η καρδία ημών ομοιάζη προς εσβεσμένον ηφαίστειον, ας θερμαίνωμεν αυτήν δια της επικλήσεως του Ονόματος του Χριστού:
«Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού του Ζώντος, ελέησόν με».
Και τότε το πυρ της Θείας αγάπης όντως άπτεται της καρδίας.
Η απόκτησις της προσευχής δια του Ονόματος του Ιησού σημαίνει απόκτησιν της αιωνιότητος. Εις τας πλέον θλιβεράς στιγμάς της καταρρεύσεως του φυσικού ημών οργανισμού η προσευχή, «Ιησού Χριστέ», αποβαίνει το ένδυμα της ψυχής.
Όταν η δραστηριότης του εγκεφάλου ημών παύη, πάσα δε άλλη προσευχή καθίσταται δύσκολος δια την μνήμην και την προφοράν, τότε το φως της Θεογνωσίας, όπερ εκπορεύεται εκ του Ονόματος και το οποίον ενδομύχως έχομεν αφομοιώσει, θα παραμείνη αναφαίρετον από του πνεύματος ημών. 
Ιδόντες την τελευτήν των εν προσευχή αποθανόντων πατέρων ημών, έχομεν ισχυράν την ελπίδα ότι η ουράνιος ειρήνη, η πάντα νουν υπερέχουσα, θα περιβάλη και ημάς εις τους αιώνας.
«Ιησού, σώσον με. Ιησού Χριστέ, ελέησον, σώσον. Ιησού σώσον με. Ιησού ο Θεός μου».

Γέροντας Σωφρόνιος
από το βιβλίο: Περί Προσευχής
https://inpantanassis.blogspot.com/

Ο χρόνος δεν γυρίζει πίσω




Φύλαξε την ψυχή σου από τη φοβερή παραλυσία, που οι Πατέρες ονομάζουν ακηδία, την οκνηρία δηλαδή στα πνευματικά έργα. 
Μην είσαι ράθυμος και χλιαρός. Αγωνίζου, άγρυπνα, νήφε, μη χάνεις μάταια τον χρόνο της ζωής σου, τον χρόνο που σου δόθηκε για την καλλιέργεια της ψυχής και την απόκτηση των αιωνίων αγαθών. 
Φρόντιζε να μην περάσει ούτε μια μέρα σου αργή από πνευματικά έργα. Ο χρόνος που περνά δεν γυρίζει πίσω.

Άγιος Δημήτριος του Ροστώφ
https://inpantanassis.blogspot.com/

Περί προσευχῆς




Ἡ προσευχή εἶναι ἀτελεύτητος δημιουργία, ἀνωτέρα πάσης τέχνης καί ἐπιστήμης. Δία τῆς προσευχῆς εἰσερχόμεθα εἰς κοινωνίαν μετά τοῦ Ἀνάρχου Ὄντος. Ἡ ἄλλως: Ἡ ζωή τοῦ ὄντως Ὀντος Θεοῦ εἰσχωρεῖ ἐν ἡμίν διά τοῦ ἀγωγοῦ τῆς προσευχῆς. Αὐτή εἶναι πράξις ὑψίστης σοφίας, ὑπερέχουσα παντός κάλλους καί πάσης ἀξίας.
Ἐν τῇ προσευχῇ ἐγκρύπτεται ἡ ἁγία ἀγαλλίασις τοῦ πνεύματος ἡμῶν. Αἱ ὁδοί ὅμως τῆς δημιουργίας ταύτης εἶναι περίπλοκοι.
Μυριάκις θά βιώσωμεν καί τήν φλογεράν ἀνάτασιν πρός τόν Θεόν καί τάς ἐπαναλαμβανομένας ἐκπτώσεις ἀπό τοῦ Φωτός Αὐτοῦ. Συχνάκις καί πολυτρόπως θά αἰσθανθώμεν τήν ἀνικανότητα τοῦ νοός ἡμῶν νά ὑψωθή πρός Αὐτόν ἐνίοτε θά ἱστάμεθα ἐπί τῶν ὁρίων, τρόπον τινα, τῆς ἀφροσύνης καί ἐν ὀδύνη καρδίας θά ὁμολογώμεν εἰς Αὐτόν τήν οἰκτρᾶν ἡμῶν κατάστασιν:
«Σύ ἔδωκας τήν ἔντολήν Σου νά ἀγαπῶ, καί ἀποδέχομαι αὔτην μεθ᾿ ὅλης της ὑπάρξεώς μου. ἀλλ᾿ ἰδού, ἐν ἐμοί τῷ ἰδίῳ δέν εὑρίσκω τήν δύναμιν τῆς ἀγάπης ταύτης… Σύ εἰ ἡ Ἀγάπη. Ἐλθέ τοίνυν Σύ Αὐτός καί σκήνωσον ἐν ἐμοί καί ποίησον ἐν ἐμοί πᾶν ὅτι Σύ ἐνετείλω ἡμῖν, ὅτι ἡ ἐντολή Σου ἀμετρήτως ὑπερβαίνει ἐμέ… Ἀποκάμνει ὁ νοῦς μου, δέν δύναται νά Σέ ἐννοήση. Ἀδυνατεῖ τό πνεῦμα μου νά διεισδύση εἰς τά μυστήρια τῆς ζωῆς Σου… Θέλω ἐν πᾶσι νά ποιῶ τό θέλημά Σου, ἀλλ᾿ αἱ ἡμέραι μου παρέρχονται ἐν ἀδιεξόδοις ἀντιφάσεων… Τρέμω μή ἀπολέσω Σε ἔνεκα τῶν πονηρῶν ἐκείνων λογισμῶν, οἵτινες ἐμφωλεύουν ἐν τῇ καρδίᾳ μου· καί ὁ φόβος οὗτος καθηλοί ἐμέ ἐπί σταυροῦ… ‘Ἐλθέ οὖν καί σῶσον με τόν καταποντιζόμενον, ὡς ἔσωσας τόν Πέτρον, τόν τολμήσαντα νά πορευθῇ πρός συνάντησίν Σου ἐπί τῶν ὑδάτων τῆς θαλάσσης» (βλ. Μάτθ. 14,28-31).
…Κοπιώδης εἶναι ὁ ἀγῶν διά τήν προσευχήν. Ἐναλλάσσονται αἱ καταστάσεις τοῦ πνεύματος ἡμῶν: Ἐνίοτε ἡ προσευχή ρέει ἐν ἡμῖν ὡς ἰσχυρός ποταμός, ἄλλοτε δέ ἡ καρδία ἀποβαίνει ἀπεξηραμμένη. Ἄς εἶναι ὅμως πάσα ὕφεσις τῆς εὐχητικῆς δυνάμεως κατά τό δυνατόν βραχεία.
Προσευχή σημαίνει πολλάκις νά ὁμολογώμεν εἰς τόν Θεόν τήν ἀθλίαν ἡμῶν κατάστασιν: ἀδυναμίαν, ἀκηδίαν, ἀμφιβολίας, φόβους, λύπην, ἀπόγνωσιν, ἐν ἐνί λόγω, πᾶν ὅτι συνδέεται μετά τῶν συνθήκων τῆς ὑπάρξεως ἡμῶν.
Νά ὁμολογῶμεν μή ἐπιζητοῦντες καλλιεπεῖς ἐκφράσεις οὐδέ εἰσέτι λογικόν εἰρμόν… Συχνάκις ὁ τρόπος οὗτος στροφῆς πρός τόν Θεόν ἀποβαίνει ἡ ἀρχή τῆς προσευχῆς-διαλόγου.
…Ὅταν προσευχώμεθα ἐν ἡσύχῳ καί ἐρήμῳ τόπῳ, τότε συχνάκις ὅλοι οἱ μάταιοι λογισμοί συγκεντροῦνται ἐπιμόνως πέριξ του νοός, ἀποσπῶντες τήν προσοχήν ἡμῶν ἀπό τῆς καρδίας. Ἡ προσευχή φαίνεται ἄκαρπος, διότι ὁ νοῦς δέν μετέχει εἰς τήν ἐπίκλησιν τοῦ Ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ, καί μόνον τά χείλη προφέρουν μηχανικῶς τούς λόγους. Ὅταν δέ λαμβάνη πέρας ἡ προσευχή, τότε συνήθως οἱ λογισμοί ἀπομακρύνονται καί ἡμεῖς ἐπανευρίσκομεν τήν γαλήνην ἡμῶν. Ἐν τῷ ἀνιαρῷ τούτω φαινομένῳ ὑπάρχει ἐν τούτοις νόημα:
Διά τῆς ἐπικλήσεως τοῦ Θείου Ὀνόματος θέτομεν εἰς κίνησιν πᾶν τό κεκρυμμένον ἐντός ἡμῶν. Ἡ προσευχή ὁμοιάζει πρός δέσμην ἀκτίνων Φωτός, ἥτις πίπτει εἰς τόν σκοτεινόν τόπον τῆς ἐσωτερικῆς ἠμῶν ζωής καί ἀποκαλύπτει ὅποια πάθη καί προσκολλήσεις ἐμφωλεύουν ἐντός ἡμῶν. 
Εἰς τοιαύτας περιπτώσεις ὀφείλομεν ἐντόνως νά προφέρωμεν τό Ἅγιον Ὄνομα, ὅπως τό αἴσθημα τῆς μετανοίας αὐξηθῆ ἐν τῇ ψυχῇ.
«Κύριε ‘Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησον μέ τόν ἁμαρτωλόν».

Ἀπό τό βιβλίο Περί Προσευχῆς. Ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου. Ἔσσεξ Ἀγγλίας 1994
https://inpantanassis.blogspot.com/

«Η ζωή είναι σαν ένα τρένο.Δεν σταματάς σε κάθε σταθμό, και δεν ταξιδεύουν όλοι μαζί σου μέχρι το τέλος.»




Η γιαγιά μου είχε μια φράση που έλεγε συχνά:
«Η ζωή είναι σαν ένα τρένο, παιδί μου.Δεν σταματάς σε κάθε σταθμό,
και δεν ταξιδεύουν όλοι μαζί σου μέχρι το τέλος.»
Όταν ήμουν παιδί, δεν καταλάβαινα τι εννοούσε.
Νόμιζα πως ήταν απλώς μια από εκείνες τις παλιές της φράσεις,σαν αυτές που ψιθύριζε όταν έραβε ή έφτιαχνε πίτες.
Όμως τώρα, καθώς περνούν τα χρόνια και τα δικά μου μαλλιά αρχίζουν να γκριζάρουν, βλέπω την αλήθεια μέσα στα λόγια της.
Όταν είσαι νέος, το τρένο είναι γεμάτο, θορυβώδες και γρήγορο.Όλοι μοιάζουν να είναι μέσα— φίλοι από το σχολείο, γείτονες, συνάδελφοι, οικογένεια.
Τα βαγόνια είναι γεμάτα γέλια, σχέδια και φωνές.Νομίζεις πως το ταξίδι θα κρατήσει για πάντα.
Αλλά όσο προχωρά η διαδρομή,οι άνθρωποι αρχίζουν να κατεβαίνουν.
Κάποιοι κατεβαίνουν γιατί ο δικός τους δρόμος τους οδηγεί αλλού.
Κάποιοι χάνονται ξαφνικά,αφήνοντας πίσω άδεια καθίσματα που πονάμε να κοιτάξουμε.Και σιγά σιγά, το τρένο ησυχάζει.
Τότε είναι που τα λόγια της γιαγιάς αποκτούν νόημα.
Μου έλεγε πως το μυστικό δεν είναι να θρηνείς για όσους έφυγαν,αλλά να εκτιμάς όσους κάθονται ακόμη δίπλα σου.
Να κοιτάς έξω από το παράθυρο και να βλέπεις το τοπίο— γιατί αλλάζει συνεχώς: ανατολές, χωράφια, πόλεις, βουνά…όλα μέρος του ίδιου ταξιδιού.
Τώρα, όταν επισκέπτομαι τη μνήμη της στην καρδιά μου,σχεδόν ακούω τη φωνή της:
«Μη φοβάσαι όταν το τρένο αδειάζει.Να είσαι ευγνώμων που είχες συντροφιά όσο κράτησε.
Και όταν έρθει ο δικός σου σταθμός, κατέβα με γαλήνη,ξέροντας πως ταξίδεψες όμορφα.»
Η ζωή είναι πράγματι σαν ένα τρένο γεμάτη αφίξεις και αποχωρισμούς,
αποχαιρετισμούς και συναντήσεις, φασαρία και σιωπή.
Κι αν είμαστε τυχεροί, όταν φτάσουμε στον τελευταίο σταθμό,θα καταλάβουμε πως το ταξίδι ήταν όμορφο όχι γιατί ήταν τέλειο, αλλά γιατί ήταν δικό μας.

https://proskynitis.blogspot.com/

Άγιος Μητροφάνης, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως




Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου – Καθηγητού
Ο σεπτός πατριαρχικός θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως στη δισχιλιόχρονη ιστορική του πορεία ανάδειξε μια πληθώρα αγίων Επισκόπων, οι οποίοι λαμπρύνουν την Εκκλησία μας. Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος Μητροφάνης, Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ένας όντως σπουδαίος άνδρας, ο οποίος διαδραμάτισε το δικό του ρόλο στην μετά τους διωγμούς εποχή της Εκκλησίας μας.
Γεννήθηκε στις αρχές του 3ου αιώνα και είχε αριστοκρατική καταγωγή. Υπήρξε γιος του ειδωλολάτρη Ρωμαίου ευγενούς Δομετίου, αδελφού του αυτοκράτορα της Ρώμης Πρόβου (276-282). Ο Δομέτιος είχε αποκτήσει δύο γιούς, τον Πρόβο και τον Μητροφάνη, στα οποία έδωσε σοβαρή μόρφωση. Ο Μητροφάνης διακρίνονταν για την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, την πραότητά του και την ενάρετη ζωή του.
Ο Δομέτιος, άνθρωπος αγαθός και καλών προαιρέσεων, συναισθάνθηκε την παραδοσιακή ειδωλολατρική θρησκεία ως ανάξια του χαρακτήρα του και ασφυκτιούσε μέσα στο δεισιδαίμον παγανιστικό περιβάλλον. Η λατρεία των ψεύτικων, ανήθικων και εν πολλοίς γελοίων παγανιστών «θεών» δεν τον συγκινούσε και γι’ αυτό κάποια στιγμή έπαψε να συμμετέχει στις ειδωλολατρικές θρησκευτικές τελετές και εκδηλώσεις και άρχισε να ψάχνει την πίστη στον αληθινό Θεό. Μάλιστα για να ξεφύγει από τους ελέγχους και τις πιέσεις του οικογενειακού του περιβάλλοντος, έφυγε από την πατρίδα του και εγκαταστάθηκε, με την οικογένειά του, στο Βυζάντιο, την αποικία των Μεγαρέων, η οποία έμελλε να αναδειχθεί η βασιλίδα των πόλεων. Εκεί γνωρίστηκε με τον Επίσκοπο Βυζαντίου Τίτο, με τον συνδέθηκε με φιλία, κατηχήθηκε στη χριστιανική πίστη και έλαβε το Άγιο Βάπτισμα, αυτός και η οικογένειά του.
Ο Επίσκοπος Τίτος εκτίμησε πολύ τον Δομέτιο, τον οποίο προόρισε για διάδοχό του στον επισκοπικό θρόνο. Χειροτονήθηκε Επίσκοπος και ποίμανε το Βυζάντιο για λίγους μήνες το 272, παραδίδοντας, με  τη σειρά του, το θρόνο στον Ρουφίνο (272-303). Κατόπιν εκλέχτηκε Επίσκοπος ο γιός του Δομέτιου Πρόβος (303-306) και εν συνεχεία εκλέχτηκε Επίσκοπος ο άλλος γιός του, ο Μητροφάνης (306-314).
Έμεινε στον επισκοπικό θρόνο του Βυζαντίου επτά χρόνια και θεωρείται ο τελευταίος Επίσκοπος της μικρής πόλης του Βοσπόρου, πριν σε αυτή μεταφερθεί η πρωτεύουσα του Κράτους και αναδειχθεί η βασιλίδα των πόλεων. Η επισκοπική του διακονία είναι συνδεδεμένη με την παύση των διωγμών των Χριστιανών, με την έκδοση του περιφήμου Διατάγματος των Μεδιολάνων, που είχε υπογράψει ο Μ. Κωνσταντίνος με τον συναυτοκράτορά του Λικίνιο το 313. Ένας εύρωστος νέος κόσμος έκαμε την εμφάνισή του, μπροστά στον απόλυτα γερασμένο και παρηκμασμένο παλιό κόσμο της ειδωλολατρίας και δεισιδαιμονίας. Η Εκκλησία, αν και βαριά τραυματισμένη από τους σκληρούς διωγμούς τριών αιώνων, από το ειδωλολατρικό ρωμαϊκό κράτος και τα αδίστακτα ειδωλολατρικά ιερατεία, έδειξε τη ζωτικότητά της και φανέρωσε ότι το μέλλον του κόσμου είναι δικό Της.
Με το Διάταγμα των Μεδιολάνων δόθηκε η ελευθερία της θρησκευτικής πίστεως σε όλους τους πολίτες της απέραντης αυτοκρατορίας, της οποίας τα όρια συνέπιπταν σχεδόν με αυτά του τότε γνωστού κόσμου. Ο νέος μεγάλος ηγέτης του κράτους Κωνσταντίνος (306-337), διείδε ότι το μέλλον ανήκει στην χριστιανική πίστη και γι’ αυτό ανάλαβε την υποστήριξη της Εκκλησίας, χωρίς να παραγκωνίζει τις άλλες πίστεις, ακόμα και την ειδωλολατρία. Για να αφήσει πίσω το ειδωλολατρικό παρελθόν, αποφάσισε να μεταφέρει την πρωτεύουσα του κράτους από τη Ρώμη στο Βυζάντιο, διότι κατάλαβε το μοναδικό στρατηγικό σημείο της πόλεως. Αφότου έγινε μονοκράτορας (324), άρχισε να κτίζει τη νέα πρωτεύουσα, αποφασίζοντας να την καταστήσει λαμπρότερη από την παλαιά Ρώμη.
Ο Επίσκοπος Μητροφάνης ανάλαβε να οικοδομήσει τους περίλαμπρους ναούς, ώστε να καταστεί η νέα πρωτεύουσα κέντρο του χριστιανικού κόσμου. Ο άγιος αυτός Επίσκοπος έβαλε τα θεμέλια των μετέπειτα περίλαμπρων ναών της Αγίας του Θεού Σοφίας, της Αγίας Ειρήνης και της Αγίας Δυνάμεως, με την αρωγή του Μ. Κωνσταντίνου, ο οποίος τον σέβονταν και τον εμπιστεύονταν. Επίσης εντόπισε στην Ιερουσαλήμ τους δώδεκα κοφίνους, τους οποίους είχε γεμίσει ο Κύριος θαυματουργικά με τον πολλαπλασιασμό των πέντε άρτων (Ματθ.14,14-22), τους οποίους μετέφερε στην Κωνσταντινούπολη.
Θεωρούσε το επισκοπικό αξίωμα ύψιστη εκκλησιαστική διακονία και γι’ αυτό φρόντισε να ασκήσει την ποιμαντορία του με ακρίβεια και φόβο Θεού. Παροιμιώδης υπήρξε η ταπεινοφροσύνη του και η καλοσύνη του. Χιλιάδες αναξιοπαθούντες έβρισκαν καταφύγιο, παρηγοριά και βοήθεια σε αυτόν. Υπήρξε επίσης και άνθρωπος της προσευχής και της καλλιέργειας των αρετών. Γι’ αυτό και ο Θεός τον αντάμειψε με το χάρισμα της θαυματουργίας.
Αλλά ο Μητροφάνης βρισκόταν σε βαθύ γήρας και του ήταν αδύνατο να ασκήσει τα επισκοπικά του καθήκοντα. Γι’ αυτό παρεχώρησε το θρόνο στον άξιο διάδοχό του άγιο Αλέξανδρο (314-336). Όμως δεν έμεινε μακριά από τα προβλήματα του θρόνου. Όταν το 325 συγκλήθηκε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος για να καταδικάσει τον αιρεσιάρχη Άρειο, ο Μητροφάνης θεώρησε χρέος του να συμμετάσχει και αυτός. Αλλά ήδη διένυε το 117 έτος της ηλικίας του και ήταν κατάκοιτος. Γι’ αυτό κάλεσε τον Αλέξανδρο και τον Παύλο Αναγνώστη τον Ομολογητή, να τον αντιπροσωπεύσουν, δίνοντάς τους ρητές εντολές για την ομολογιακή στάση, που πρέπει να κρατήσουν στην Σύνοδο.  
Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 4 Ιουνίου το 327, αφού έλαβε πριν πληροφορία του θανάτου του από άγγελο Κυρίου. Ο λαός θρήνησε τον σεβάσμιο και άγιο Επίσκοπό του, όπως και ο αυτοκράτορας Μ. Κωνσταντίνος, ο οποίος έδωσε εντολή να κτιστεί στην Πόλη ναός επ’ ονόματί του, όπου είχε αναστηλωθεί και εικόνα του. Σύμφωνα με κάποιους μελετητές ο ναός του αγίου Μητροφάνη βρισκόταν  κοντά στο ναό του Αγίου Μάρτυρος Ακακίου, στο Επτάσκαλο, όπου φυλάσσονταν τα τίμια λείψανά του, τα οποία επιτελούσαν άπειρα θαύματα. Η τίμια κάρα του φυλάσσεται σήμερα στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους, η οποία ευωδιάζει και θαυματουργεί.

https://www.nyxthimeron.com/

Αγίες Μάρθα και Μαρία: Οι αδελφές του Λαζάρου




Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου – Καθηγητού
     Η οικογένεια του αγίου Λαζάρου είχε την ύψιστη ευλογία να απολαμβάνει τη φιλία με τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και να Τον φιλοξενεί στο σπίτι της.
    Σύμφωνα με τις ευαγγελικές διηγήσεις, ζούσαν η ευσεβής οικογένεια του Λαζάρου και των δύο αδελφών του, της Μάρθας και της Μαρίας στην κώμη Βηθανία, ένα μικρό χωριό, που ταυτίζεται παραδοσιακά με τη σημερινή πόλη αλ-Εϊζαριγιά, στη Δυτική Όχθη, στους ανατολικούς πρόποδες του όρους των Ελαιών, περίπου 2,5 χιλιόμετρα ανατολικά της Ιερουσαλήμ. Δεν αναφέρεται πως συνδέθηκαν με φιλία με τον Κύριο. Εικάζουμε ότι συνδέονταν με κάποια μακρινή συγγένεια.
    Στο 10ο κεφάλαιο του Ευαγγελίου του Λουκά αναφέρεται μια από τις επισκέψεις του Χριστού στο σπίτι τους στη Βηθανία. Η μεγαλύτερη αδελφή, η Μάρθα, ήταν η οικοδέσποινα και φρόντιζε να προσφέρει περισσή φροντίδα για τον υψηλό επισκέπτη τους και τους μαθητές Του. Ο Κύριος καθισμένος δίδασκε και η μικρότερη αδελφή η Μαρία άκουγε με προσοχή καθήμενη στα πόδια Του, αδιαφορώντας για να προσφέρει τη βοήθειά της στην κοπιώσα Μάρθα.
     Η απορρόφησή της Μαρίας από τα θεία λόγια του Χριστού και η αδιαφορία της να βοηθήσει την αδελφή της, ενόχλησε τη Μάρθα και γι’ αυτό παραπονέθηκε στο Χριστό, ότι την εγκατέλειψε μόνη να ετοιμάσει την φιλοξενία και Του ζήτησε να αφήσει την ακρόαση του λόγου Του και να τη βοηθήσει στην διακονία της.
      Τότε λοιπόν ο Χριστός βρήκε την ευκαιρία να διδάξει την Μαρία ότι η ενασχόληση με τα πνευματικά θέματα είναι ασύγκριτα πιο σημαντική από την ενασχόληση με τα υλικά και τις βιοτικές μέριμνες. Της είπε: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και τυρβάζεις για πολλά πράγματα, αλλά όμως για ένα υπάρχει ουσιαστική χρησιμότητα». «Η αδελφή σου η Μαρία επέλεξε την αγαθή μερίδα, έκαμε την σωστή επιλογή, με το να ακούει τα σωτήρια λόγια μου».
     Σύμφωνα με άλλες ευαγγελικές ρήσεις του Κυρίου τα λόγια Του είναι ζωή, όχι βιολογική, αλλά πνευματική, αληθινή, «τά ρήματα ἅ ἐγώ λαλῶ ὑμῖν, πνεῦμά ἐστι καί ζωή ἐστιν» (Ιωάν.7,63). Γι’ αυτό η Μαρία είχε απορροφηθεί από αυτά, διότι αισθανόταν στην άδολη και αγνή ψυχή της τα σωτήρια μηνύματά τους.
     Εικάζουμε πως μετά από αυτό και η Μάρθα άφησε τις ετοιμασίες και κάθισε να ακούσει τα θεία λόγια του Ιησού.
     Ο ιερός Ευαγγελιστής αναφέρει και μια άλλα λεπτομέρεια σε αυτή τη διήγηση. Πολύς κόσμος είχα μάθει για την επίσκεψη του φημισμένου δασκάλου στο χωριό τους και συγκεντρώθηκαν να Τον δουν και να ακούσουν το κήρυγμά Του. Κάποια γυναίκα από το πλήθος ενθουσιάστηκε από τα λόγια Του και άρχισε να φωνάζει, απευθυνόμενος σε Αυτόν: «Μακάρια είναι η κοιλιά που σε γέννησε και οι μαστοί που σε θήλασαν»! Ο Κύριος συμφώνησε, απαντώντας «μενούνγε», που σημαίνει «βεβαίως». Και πρόσθεσε: «μακάριοι όσοι ακούν τα λόγια μου και το εφαρμόζουν στη ζωή τους» (Λουκ.10,      )!
      Αλλά υπάρχει και άλλη ευαγγελική διήγηση για τις δύο αδελφές. Ο διάλογος του Χριστού με αυτές κατά την ανάσταση του αδελφού τους Λαζάρου.    
     Λίγο πριν την είσοδό Του στην Ιερουσαλήμ ο Κύριος, για να υποστεί το εκούσιο Πάθος Του, έλαβε μήνυμα από τη Μάρθα και τη Μαρία ότι ο Λάζαρος ήταν βαριά άρρωστος και Τον παρακαλούσαν να πάει να τον γιατρέψει, όπως είχε γιατρέψει τόσους άλλους.  Ο Χριστός όμως δεν έσπευσε αμέσως, αλλά καθυστέρησε σκοπίμως, διαβεβαιώνοντας τους απεσταλμένους πως «αύτη η ασθένεια ούκ  έστι προς θάνατον, αλλ’ υπέρ της δόξης του Θεού, ίνα δοξασθή ο υιός του Θεού δι΄ αυτής» (Ιωάν.11,4). Αλλά ο Λάζαρος πέθανε και θάφτηκε σε σπηλαιώδες μνημείο.
         Ο Χριστός αφού έμεινε δύο ημέρες στον τόπο που βρισκόταν πήρε τους μαθητές του και γύρισε στην Ιουδαία και κατευθύνθηκε στη Βηθανία, παρ’ όλο ότι οι μαθητές Του τον προειδοποιούσαν για τον κίνδυνο να τον λιθοβολήσουν οι Ιουδαίοι. Καθ’ οδόν  τους διαβεβαίωνε πως «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται, αλλά πορεύομαι ίνα εξυπνίσω αυτόν. Είπον ουν οι μαθηταί αυτού, Κύριε, ει κεκοίμηται, σωθήσεται. Ειρήκει δε ο Ιησούς περί του θανάτου αυτού, εκείνοι δε έδοξαν ότι περί της κοιμήσεως του ύπνου λέγει. Τότε ουν είπεν αυτοίς ο Ιησούς παρρησία, Λάζαρος απέθανε, και χαίρω δι’ ημάς, ίνα πιστεύητε, ότι ουκ ήμην εκεί» (Ιωάν.11,12-15).
        Η ενθουσιώδης Μάρθα, όταν έμαθε ότι ο Χριστός έρχεται στην βυθισμένη στο πένθος Βηθανία, έτρεξε να Τον προϋπαντήσει και με απόλυτη εμπιστοσύνη σε Αυτόν του είπε: «Κύριε, ει ης ώδε, ο αδελφός μου ουκ αν ετεθνήκει. Αλλά και νυν οίδα ότι όσα αν αιτήση τον Θεόν, δώσει σοι ο Θεός». Ο Ιησούς της λέει ξεκάθαρα: «αναστήσεται ο αδελφός σου» (Ιωάν.11,24) και διαβεβαιώνει πανηγυρικά: «Εγώ ειμί η ανάστασις και η ζωή. Ο πιστεύων εις εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται΄ και πας ο ζων και πιστεύων εις εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα» (Ιωάν.11,26). Μετά ζήτησε να τον οδηγήσουν στο μνημείο και να άρουν τον λίθο από την θύρα του σπηλαίου. Τότε η Μαρία τον προειδοποίησε: «Κύριε, ήδη όζει΄ τεταρταίος γαρ εστι». Ο Χριστός της είπε πως «ουκ είπον σοι ότι εάν πιστεύσης όψει την δόξαν του Θεού;» (Ιωάν.11,40). Αφού κύλησαν το λίθο ο Κύριος στάθηκε μπροστά στο μνημείο και σήκωσε τα μάτια στον ουρανό και είπε: «Πάτερ, ευχαριστώ σοι ότι ήκουσάς μου. Εγώ δε ήδειν ότι πάντοτέ μου ακούεις΄ αλλά δια τον όχλον τον παρεστώτα είπον, ίνα πιστεύσωσιν ότι συ με απέστειλας» (Ιωάν.11,41). Κατόπιν φώναξε με δυνατή φωνή: «Λάζαρε δεύρο έξω». Το θαύμα έγινε, ο Λάζαρος έζησε και εξήλθε του μνημείου δεμένος με τα νεκρικά ενδύματα. Ο Χριστός έδωσε εντολή να τον λύσουν και να περπατήσει.
     Μετά από αυτό οι δύο άγιες αδελφές κάλεσαν τον Κύριο στο σπιτικό τους να τον φιλοξενήσουν και να τον ευχαριστήσουν για το θαύμα της ανάστασης του αδελφού τους. Κατά τη διάρκεια του δείπνου η Μαρία πήρε ένα πολυτελές δοχείο και το άδειασε στα πόδια του Χριστού, και κατόπιν έλυσε τα πλούσια μαλλιά της και τα σκούπισε με αυτά και ευωδίασε όλος ο οίκος. Τότε ο μελλοντικός προδότης μαθητής Ιούδας ο Ισκαριώτης εξέφρασε τη «λύπη του» για την έκχυση του πολύτιμου μύρου, λέγοντας ότι αυτό θα μπορούσε να πωληθεί και να δοθεί στον φτωχούς. Αλλά «εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ' ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν» (Ιωάν.12,6)! Και ο Χριστός τον αποστόμωσε λέγοντας: «ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε» (στ.7).
     Εικάζεται ότι ακολούθησαν το Χριστό κατά την είσοδό Του στην Ιερουσαλήμ και βίωσαν τα τραγικά γεγονότα της σύλληψης, της δίκης και της σταύρωσής Του. Η εκκλησιαστική παράδοση τις θέλει να συγκαταλέγονται στις άγιες Μυροφόρες, με την φράση του ευαγγελιστή Ματθαίου «εν αις» (Ματθ.27, 56), γενόμενες μάρτυρες της Αναστάσεως.
     Μετά τον λιθοβολισμό του αγίου Στεφάνου οι Ιουδαίοι άρχισαν σφοδρό διωγμό κατά των χριστιανών. Μεταξύ των άλλων συνελήφθησαν και οι άγιες Μάρθα και Μαρία, οι οποίες διώχτηκαν στην εξορία. Το πλοίο που μετέφερε την  Μάρθα προσάραξε στην Προβηγκία, στη νότια Γαλλία. Η αγία εγκαταστάθηκε εκεί και άρχισε τον ευαγγελισμό στις πόλεις Αβινιόν και Ταρασκόν, κηρύσσοντας με θέρμη τον αναστημένο Χριστό και μεταστρέφοντας πολλούς. Δημιούργησε ένα ευλογημένο κοινόβιο με άλλες ενάρετες γυναίκες, αφιερωμένες στην υπηρεσία της Εκκλησίας και των ενδεών.
      Κοιμήθηκε σε προχωρημένη ηλικία και ετάφη με τιμές από την αδελφότητα. Σώζεται ο τάφος της και είναι ως τα σήμερα η προστάτης της Προβηγκίας. Σώζεται επίσης η τιμία κάρα της και η δεξιά της χείρα, τα οποία λιτανεύονται κατά τις εορτές του ναού.
     Το πλοίο με την αγία Μαρία και τους λοιπούς χριστιανούς έφτασε στην Γαλλία και εκείνη εγκαταστάθηκε στις πόλεις Αίκς και Μασσαλία. Αργότερα αποσύρθηκε σε ερημική περιοχή της Προβηγκίας, στο  Saint Baume (= Άγιον Όρος), όπου ασκήτεψε για χρόνια σε σπήλαιο, διάγοντας ενάρετη ζωή και τρέφονταν από έναν άγγελο.
      Κοιμήθηκε ειρηνικά και ετάφη από τον άγιο Μαξιμίνο, τον πρώτο Επίσκοπο της πόλεως Αίκς . Σήμερα σώζεται η σαρκοφάγος του ιερού σκηνώματός της, στην πόλη «Άγιος Μαξιμίνος», κατασκευασμένη από αλάβαστρο, σε ανάμνηση του αλαβάστρινου δοχείου που περιείχε το μύρο, με το οποίο μύρωσε το Χριστό. Σώζεται επίσης πολύτιμη λειψανοθήκη, με την ευωδιάζουσα τίμια κάρα της. Τέλος στην πόλη Βεζελαί σώζονται τα μαλλιά της, με τα οποία σκούπισε τα πόδια του Κυρίου.
      Η μνήμη των αγίων Μάρθας και Μαρίας τιμάται στις 4 Ιουνίου.

https://www.nyxthimeron.com/

Ο ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΗΤΡΟΦΑΝΗΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ



«῾Ο ἅγιος Μητροφάνης, υἱός τοῦ Δομετίου, ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου καί πρώτου μεταξύ τῶν χριστιανῶν βασιλέων. ῾Ο Δομέτιος ἦταν ἀδελφός τοῦ βασιλιᾶ Πρόβου καί γέννησε δύο υἱούς, τόν Πρόβο καί τόν Μητροφάνη. ῾Ο Δομέτιος κατενόησε μέ σώφρονα λογισμό ὅτι ἡ θρησκεία τῶν εἰδώλων εἶναι πλανημένη καί ψεύτικη, γι᾽ αὐτό προσῆλθε στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ καί βαπτίστηκε στό ἄγιο ὄνομά Του. ᾽Αφοῦ λοιπόν ἦλθε στό Βυζάντιο, συναναστρεφόταν τόν Τίτο, τόν ἐπίσκοπο τοῦ Βυζαντίου, πού ἦταν ἄνδρας ἅγιος καί θεοφόρος, ὁ ὁποῖος ἐνέταξε τόν Δομέτιο στόν κλῆρο τῆς ᾽Εκκλησίας. Μετά τόν θάνατο τοῦ ἐπισκόπου Τίτου, ὁ Δομέτιος γίνεται ἐπίσκοπος Βυζαντίου, κι αὐτόν τόν διαδέχεται ὁ Πρόβος ὁ υἰός του. ᾽Αφοῦ κάθησε στήν ᾽Εκκλησία ὁ Πρόβος δώδεκα ἔτη ἐκδημεῖ πρός τόν Κύριο, κι ἀμέσως ὁ Μητροφάνης, ὁ ἀδελφός τοῦ Πρόβου καί υἱός τοῦ Δομετίου, ἀνέρχεται στόν Πατριαρχικό θρόνο.
Αὐτόν τόν Μητροφάνη βρῆκε ὁ μέγας Κωνσταντίνος ὡς ἐπίσκοπο στό Βυζάντιο καί κατενόησε τήν ἀρετή του, τήν εὐθύτητα τῶν τρόπων του καί τήν ἁγιότητα πού τόν περιέβαλε. Λέγεται μάλιστα γιά τόν Κωνσταντίνο ὅτι ἀγάπησε τόσο τόν τόπο καί διατέθηκε φιλότιμα πρός αὐτόν, (ὥστε νά μή φεισθεῖ κανένα ἔξοδο καί νά ἀνεγείρει πόλη πού νικοῦσε καί ξεπερνοῦσε ὅλες τίς ἄλλες πού εἶχαν γίνει ἀπό τούς ἀνθρώπους, στήν ὁποία ἔβαλε τό κράτος καί τή βασιλεία, μεταφέροντας αὐτήν ἀπό τήν πρεσβυτέρα Ρώμη), ὄχι μόνο λόγω τῆς θέσης τῆς πόλης πού εἶχε εὐκρασία καί στίς τέσσερις ἐποχές τοῦ χρόνου, ὄχι μόνο γιά τήν ἀφθονία τῶν καρπῶν καί τῆς ἄρδευσής της ἀπό τή θάλασσα, ὅπως καί ὅτι βρισκόταν καί στά δύο τμήματα τῆς οἰκουμένης, τήν Εὐρώπη καί τήν ᾽Ασία, ἀλλά καί γιά τήν ἀρετή καί τήν ἁγιότητα, ὅπως εἴπαμε, τοῦ ἁγίου Μητροφάνη.
῞Οταν δέ συναθροίστηκε ἡ πρώτη Σύνοδος στή Νίκαια (325), ὁ μέν μακάριος Μητροφάνης δέν μπόρεσε νά πάει λόγω τοῦ γήρατος καί τῶν ἀσθενειῶν του, διότι ἦταν κλινήρης ἀφοῦ ἡ φυσική του δύναμη εἶχε μαραθεῖ ἀπό τά χρόνια, ἔστειλε ὅμως στή θέση του τόν πρῶτο μεταξύ τῶν πρεσβυτέρων ᾽Αλέξανδρο, ἄνδρα τίμιο, τόν ὁποῖο καί ὅρισε διάδοχό του.  Μέ τήν ἐπάνοδο λοιπόν τοῦ βασιλιᾶ καί τῶν θεοφόρων Πατέρων, κι ἀφοῦ λύθηκε ἡ Σύνοδος, λέγεται ὅτι ἀποκαλύφθηκε στόν ἅγιο Μητροφάνη ἀπό τόν Θεό πώς ὁ ᾽Αλέξανδρος καί μετά ἀπό αὐτόν ὁ Παῦλος ὅτι εἶναι οἱ κατάλληλοι καί εὐάρεστοι στόν Θεό γιά μιά τέτοια διακονία. Κοιμήθηκε δέ καί ἀναπαύτηκε ὁ μακάριος, ὁπότε καί μετατίθεται πρός τόν Θεό. Τελεῖται δέ ἡ Σύναξή του στήν ἁγιώτατη μεγάλη ᾽Εκκλησία, στόν σεβάσμιο αὐτοῦ οἶκο, πού βρίσκεται πλησίον τοῦ ἁγίου Μεγαλομάρτυρα ᾽Ακακίου στό ῾Επτάσκαλο».
Τό κοντάκιο τῆς ἀκολουθίας τοῦ ἁγίου Μητροφάνη συμπυκνώνει τά κύρια στοιχεῖα τῆς ζωῆς του στά ὁποῖα ἐπικεντρώνουν τήν προσοχή μας οἱ ἅγιοι ὑμνογράφοι του: πρῶτον, τή δύναμη τοῦ ὀρθόδοξου λόγου του, δεύτερον, τό γεγονός ὅτι ὑπῆρξε ὁ πρῶτος Πατριάρχης τοῦ Βυζαντίου μετά τήν ἀνάδειξη τοῦ τόπου αὐτοῦ σέ πρωτεύουσα τῆς αὐτοκρατορίας ἀπό τόν Μ. Κωνσταντίνο, τρίτον, τή χάρη τῆς προφητείας τήν ὁποία ἔλαβε ἀπό τόν Θεό. «Τόν ἱεράρχη τοῦ Χριστοῦ Μητροφάνη, τόν φωσφόρο λαμπτήρα τῆς ᾽Εκκλησίας πού κήρυξε τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ ὁμοούσιο μέ τόν Πατέρα ἐν μέσω τῶν θεοφόρων Πατέρων, καί κόσμησε ἀνάμεσα στούς πρώτους τόν θρόνο στή Βασιλίδα τῶν πόλεων ἐνῶ ἔλαβε σαφῶς τή χάρη τῆς προφητείας ἀπό τόν Θεό, ἄς τόν ὑμνήσουμε ἀπό κοινοῦ».
Πράγματι, ἐπανειλημμένως οἱ ὑμνογράφοι του τονίζουν τό ὀρθόδοξο φρόνημά του -  συνεπῶς καί τόν φωτισμό πού εἶχε ἐκ Θεοῦ γιά νά διακρίνει τήν ἀλήθεια ἀπό τά αἱρετικά φληναφήματα τοῦ αἱρεσιάρχη ᾽Αρείου, ὁ ὁποῖος ἀρνεῖτο τήν θεότητα τοῦ ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ – πού γινόταν αἰτία νά ἁπλώνεται σέ ὅλη τήν οἰκουμένη ἡ ἀλήθεια τῆς ὀρθόδοξης πίστης. «῾Η δύναμη τῶν θείων ρημάτων καί ὁ φθόγγος τῶν ἔνθεων λόγων σου, ἁπλώθηκε σέ ὅλα τά πέρατα τῆς οἰκουμένης, κηρύσσοντας, μακάριε, τήν ὀρθοδοξία σέ ὅλους» (ὠδή ς᾽). Μπορεῖ βεβαίως ὁ ἴδιος νά μή παρευρέθηκε στή Σύνοδο τῆς Νικαίας, λόγω ἀδυναμίας, ὅμως ὁ ἐκπρόσωπός του ᾽Αλέξανδρος ἐκείνου τήν πίστη καί τό φρόνημα κλήθηκε νά καταθέσει, πίστη καί φρόνημα βεβαίως ὄχι ἄλλο ἀπό ἐκεῖνο πού ἐξέφραζε τό φρόνημα καί τοῦ πιστοῦ λαοῦ τοῦ ὁποίου ἡγεῖτο. Γι᾽ αὐτό καί δέν μᾶς παραξενεύει τό γεγονός ὅτι ὁ ὑμνογράφος τοποθετεῖ μέσα στούς Πατέρες καί τόν ἴδιο τόν ἅγιο, παρόντα ἐν πνεύματι ἀσφαλῶς, ἔστω καί ἀπόντα τῷ σώματι. «῞Οπως ὁ Πέτρος, κήρυξες ἐνώπιον τῆς Συνόδου τόν Υἱόν Λόγον ὁμοούσιον μέ τόν Θεό Πατέρα» (κάθισμα γ´ ὠδῆς ὄρθρου).
Καί ναί μέν ὁ ὅρος «ὁμοούσιος», γιά τόν ὁποῖο ἀγωνίστηκε σθεναρότατα ὁ μέγας Πατήρ ᾽Αθανάσιος, μπορεῖ νά μήν ἔχει ἁγιογραφική ἀκριβῶς βάση, ὅμως ἐκφράζει τό πνεῦμα τῆς Γραφῆς καί τήν ἀλήθεια πού ἀπεκάλυψε ὁ Κύριος καί κήρυξαν οἱ ἄγιοι ᾽Απόστολοι: ὅτι ὁ Κύριος δηλαδή δέν εἶναι λιγότερο Θεός ἀπό τόν Θεό Πατέρα.  Γι᾽ αὐτό καί κάθε φωτισμένος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ πιστός, ἰδίως δέ οἱ διάδοχοι τῶν ἀποστόλων ἐπίσκοποι, ἀποδέχτηκαν τόν ὅρο, γιατί ἔβλεπαν πέρα ἀπό τό γράμμα τό κρυμμένο Πνεῦμα. Προσωπικότητες σπουδαῖες, ἅγιοι μεγάλοι, πέραν τοῦ ἁγίου ᾽Αθανασίου, σάν τούς ἁγίους Νικόλαο, Σπυρίδωνα, ᾽Αλέξανδρο, Μητροφάνη, ἔσπευσαν πράγματι νά ὑπογράψουν καί μέ τά δύο τους χέρια ὅ,τι τό Πνεῦμα εἶχε ἰδιαιτέρως ἀποκαλύψει στόν πρωτεργάτη τοῦ ὅρου ἅγιο ᾽Αθανάσιο. Γιατί ἀκριβῶς ἐξέφραζε τήν ἀλήθεια. Κι ἐκεῖνο βεβαίως πού ἔκανε τούς ἁγίους θεοφόρους Πατέρες τῆς Α´ Οἰκουμενικῆς Συνόδου νά ἀποδέχονται τόν ὅρο γιατί ἔβλεπαν τήν ἀλήθεια του ἦταν γιατί ἡ ζωή τους ἦταν ὁμότροπη μέ τή ζωή τῶν ἁγίων ᾽Αποστόλων. ῞Οταν ἡ ζωή ἑνός ἀνθρώπου εἶναι σύμφωνη πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πρός ὅ,τι δηλαδή ὁ Κύριος ἀπεκάλυψε καί οἱ ᾽Απόστολοι ἐκήρυξαν, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ φωτίζει τόν ἄνθρωπο γιά νά διαβλέπει τήν ἀλήθεια καί νά τήν ὁμολογεῖ μέ τόν ὀρθό τρόπο. Τό συγκεκριμένο κάθισμα τῆς γ´ ὠδῆς τό σημειώνει ἐξαιρετικά: «Φάνηκες μέ κάθε ἀλήθεια νά μιμεῖσαι τούς τρόπους καί τίς φωνές τῶν ᾽Αποστόλων». Κι ἀκόμη: «῞Οπως ὁ Παῦλος θυσίασες τήν ψυχή σου γιά τό ποίμνιό σου, ἀοίδιμε».
Οἱ ὑμνογράφοι μας ὅμως τονίζουν ἐπανειλημμένως καί τό γεγονός ὅτι πρῶτος αὐτός καταστάθηκε Πατριάρχης τῆς βασιλίδος τῶν Πόλεων. Καί γιατί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος θέλησε νά εἶναι σ᾽ αὐτήν τή θέση λόγω τῆς ἁγίας ζωῆς του, καί γιατί ὁ αὐτοκράτορας,  ἀσφαλῶς μέ φωτισμό Θεοῦ, ἐκτίμησε τό ἐξαίρετο τῆς ἁγίας προσωπικότητάς του. «῎Εγινες ὀπαδός τοῦ Χριστοῦ, γι᾽ αὐτό καί ἔλαβες ὡς κλῆρο τόν θρόνο αὐτοῦ ἐπί γῆς, Μητροφάνη, ἀναδεικνύμενος ἄξια πρῶτος ἐσύ ἀπό τούς Πατριάρχες στή βασίλισσα Πόλη, θεομακάριστε» (ὠδή γ´). «Εἶδε τήν εὐθύτητα τῆς γνώμης σου, ὁ πρῶτος τῶν εὐσεβῶν βασιλέων, ἀκολουθώντας τή θεία θέληση, Μητροφάνη, καί σέ ὅρισε στή θεία Σύνοδο πρῶτο τῶν Πατριαρχῶν» (ὠδή γ´).
Καί δέν σταματοῦν οἱ ὑμνογράφοι νά σημειώνουν καί τό χάρισμα τῆς προφητείας πού ὁ Κύριος ἔδωσε στόν ἀγαθό δοῦλο Του. Διότι ἀφενός «ἐκ κοιλίας μητρός προγνωρίζοντάς τον τόν καθαγίασε καί τόν κατέστησε δοχεῖο τοῦ Πνεύματός Του» (ὠδή ς´), ἀφετέρου γιατί ἐπιβεβαίωνε ἀδιάκοπα ὁ ἅγιος τήν θεόθεν κλήση του μέ τήν ἁγιασμένη βιοτή του. «Νέκρωσες προηγουμένως τά σκιρτήματα τῆς σάρκας μέ ἐγκράτεια καί κόπους καί προσευχές, ὁπότε ἔγινες θεῖος ἱερουργός τοῦ Πλαστουργοῦ» (ὠδή δ´)· «᾽Επιτελοῦσες τά θεῖα μέ θεῖο τρόπο καί ἄγγιζες τά καθαρά μέ καθαρότατο λογισμό» (ὠδή ε´). ῾Ο ἅγιος Μητροφάνης λοιπόν εἶχε προορατικό καί διορατικό χάρισμα. «᾽Εμπνεύσθηκες ἀπό τόν Θεό, Σοφέ, καί ἀποκάλυψες στόν βασιλιά, μέχρι καί τόν τρίτο, αὐτούς πού ἐπρόκειτο νά σέ διαδεχτοῦν στόν θρόνο»  (ὠδή ζ´). ᾽Ακόμη καί τόν μέγα  ᾽Αθανάσιο διεῖδε ὡς τόν ἑπόμενο Πατριάρχη ᾽Αλεξανδρείας, ὅταν τόν ρώτησε ἐπ᾽ αὐτοῦ  ὁ προηγούμενος. «Εἶπες προορατικά στόν ἱεράρχη πού σ᾽ ἐρώτησε ὅτι ὁ μέγας ᾽Αθανάσιος, ὁ πολύς κατά τά θεῖα καί λαμπρός ἀριστέας, θά εἶναι μετά ἀπό αὐτόν ὁ Πρόεδρος τῶν ᾽Αλεξανδρέων» (ὠδή η´).
Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς τό πόσο ἀξιοθαύμαστος ἦταν μεταξύ τῶν Πατέρων τῆς ἐποχῆς του ὁ ἅγιος Μητροφάνης. ῞Ενας ἀσκητής ἐπίσκοπος, ἕνας διορατικός καί προορατικός ἅγιος, ἕνας διαπρύσιος κήρυκας τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, δέν μπορεῖ νά περάσει ἀπαρατήρητος. Πρέπει νά φανταστοῦμε μέ πόσο σεβασμό τόν πλησίαζαν οἱ πιστοί ἄνθρωποι, οἱ ἄλλοι ἅγιοι τῶν χρόνων του, γιά νά τόν δοῦν, νά τόν ἀγγίξουν, νά τόν ἀκροαστοῦν. ῎Αν ὁ διορατικός καί προορατικός ἅγιος τῆς ἐποχῆς μας, ὅσιος Πορφύριος, συνήθροιζε πλήθη πιστῶν, κληρικῶν καί λαϊκῶν, ἄς φανταστοῦμε καί τό τί γινόταν καί τήν ἐποχή ἐκείνη σχετικά μέ τόν ἅγιο Μητροφάνη, τόν Πατριάρχη τῆς Βασιλίδος τῶν Πόλεων, τόν ἐκλεκτό τοῦ ἴδιου τοῦ αὐτοκράτορα. ῾Ο ὑμνογράφος μᾶς ἀφήνει νά τό ὑποψιαστοῦμε μέ ἀσφάλεια. «῾Η πρώτη Σύνοδος θαύμασε τή λάμπουσα χάρη τῶν δωρημάτων τοῦ Πνεύματος πάνω σου, ὅσιε, καί σέ δοξάζει ἀκολουθώντας τήν ψῆφο τοῦ Θεοῦ καί τοῦ βασιλιᾶ» (ὠδή γ´).

https://pgdorbas.blogspot.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Ι´ 1 - 9
1 Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ μὴ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας εἰς τὴν αὐλὴν τῶν προβάτων, ἀλλὰ ἀναβαίνων ἀλλαχόθεν, ἐκεῖνος κλέπτης ἐστὶ καὶ λῃστής· 2 ὁ δὲ εἰσερχόμενος διὰ τῆς θύρας ποιμήν ἐστι τῶν προβάτων. 3 τούτῳ ὁ θυρωρὸς ἀνοίγει, καὶ τὰ πρόβατα τῆς φωνῆς αὐτοῦ ἀκούει, καὶ τὰ ἴδια πρόβατα καλεῖ κατ’ ὄνομα καὶ ἐξάγει αὐτά. 4 καὶ ὅταν τὰ ἴδια πρόβατα ἐκβάλῃ, ἔμπροσθεν αὐτῶν πορεύεται, καὶ τὰ πρόβατα αὐτῷ ἀκολουθεῖ, ὅτι οἴδασι τὴν φωνὴν αὐτοῦ· 5 ἀλλοτρίῳ δὲ οὐ μὴ ἀκολουθήσωσιν, ἀλλὰ φεύξονται ἀπ’ αὐτοῦ, ὅτι οὐκ οἴδασι τῶν ἀλλοτρίων τὴν φωνήν. 6 Ταύτην τὴν παροιμίαν εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· ἐκεῖνοι δὲ οὐκ ἔγνωσαν τίνα ἦν ἃ ἐλάλει αὐτοῖς. 7 Εἶπεν οὖν πάλιν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐγώ εἰμι ἡ θύρα τῶν προβάτων. 8 πάντες ὅσοι ἦλθον πρὸ ἐμοῦ, κλέπται εἰσὶ καὶ λῃσταί· ἀλλ’ οὐκ ἤκουσαν αὐτῶν τὰ πρόβατα. 9 ἐγώ εἰμι ἡ θύρα· δι’ ἐμοῦ ἐάν τις εἰσέλθῃ, σωθήσεται, καὶ εἰσελεύσεται καὶ ἐξελεύσεται, καὶ νομὴν εὑρήσει.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ Ι´ 1 - 9
1 Νομίζετε διὰ τὸν ἑαυτόν σας, ὅτι εἶσθε οἱ ἀνεγνωρισμένα ὁδηγοὶ καὶ διδάσκαλοι τοῦ Ἰσραήλ. Σᾶς διαβεβαιῶ ὅμως ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ, ὅτι εἶσθε ἐκμεταλλευταὶ τοῦ ποιμνίου καὶ κλέπται τῶν προβάτων. Ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἐμβαίνει ἀπὸ τὴν πόρταν εἰς τὴν μάνδραν, εἰς τὴν ὁποίαν φυλάττονται τὰ πρόβατα, ἀλλ’ ἀνεβαίνει ἀπὸ ἄλλο μέρος διὰ νὰ πηδήσῃ μέσα κρυφίως, ἐκεῖνος εἶναι κλέπτης καὶ λῃστής. (Μὲ ἄλλας λέξεις εἶναι κλέπτης καὶ λῃστὴς ἐκεῖνος, ποὺ χωρὶς νὰ κληθῇ καὶ ἀναβιβασθῇ ἀπὸ τὸν Θεὸν εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ ποιμένος καὶ ὁδηγοῦ τῶν προβάτων τοῦ Θεοῦ, ζητεῖ νὰ τὸ σφετεριστῇ καὶ νὰ τὸ ἁρπάσῃ, ὅπως τὸ ἐκάματε σεῖς οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ Γραμματεῖς, οἱ ὁποῖοι μολονότι βλέπετε ἀπὸ τὰ θαύματά μου, ὅτι εἶμαι ὁ ἀνεγνωρισμένος ἀπὸ τὸν Θεὸν ποιμήν, σφετερίζεσθε τὰ δικαιώματά μου καὶ τὴν ἐξουσίαν μου). 2 Τουναντίον ἐκεῖνος, ποὺ έμβαίνει εἰς τὴν μάνδραν ὄχι λαθραίως, ἀλλὰ φανερὰ ἀπὸ τὴν πόρταν, εἶναι ποιμὴν τῶν προβάτων. 3 Εἰς αὐτὸν ὁ θυρωρός, ποὺ φυλάττει τὴν μάνδραν, ἀνοίγει τὴν πόρταν, ἀλλὰ καὶ τὰ πρόβατα ἀκούουν τὴν φωνήν του καὶ γνωρίζουν αὐτήν, καὶ αὐτὸς πάλιν γεμᾶτος ἐνδιαφέρον διὰ τὰ πρόβατά του φωνάζει τὸ καθένα μὲ τὸ ὄνομά του καὶ τὰ βγάζει ἀπὸ τὴν μάνδραν διὰ νὰ τὰ βοσκήσῃ. 4 Καὶ ὅταν ἀπὸ τὴν μάνδραν, εἰς τὴν ὁποίαν μένουν καὶ ἄλλα ποίμνια μαζί, βγάλῃ αὐτὸς ἔξω τὰ ἰδικά του πρόβατα, πηγαίνει ἐμπρὸς ἀπὸ αὐτά, καὶ τὰ πρόβατα τὸν ἀκολουθοῦν, διότι γνωρίζουν τὴν φωνήν του καὶ τὸ σφύριγμά του, μὲ τὸ ὁποῖον ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν τὰ φωνάζει. 5 Δὲν θὰ ἀκολουθήσουν ὅμως ποτὲ ὁποιονδήποτε ξένον, ἀλλὰ θὰ φύγουν μακρὰν ἀπὸ αὐτόν, διότι δὲν γνωρίζουν τὴν φωνὴν τῶν ξένων. Ἔτσι καὶ τὰ λογικὰ πρόβατά μου θὰ μὲ ἀναγνωρίσουν ὡς ποιμένα των, θὰ ἀκούσουν τὴν διδασκαλίαν μου, καὶ θὰ αἰσθανθοῦν τὸ δι’ αὐτὰ ἐνδιαφέρον μου καὶ τὴν πρὸς αὐτὰ στοργήν μου καὶ δὲν θὰ παραπλανηθοῦν ἀπὸ τοὺς ἀπατεῶνας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιζητήσουν νὰ τὰ ἀποσπάσουν ἀπὸ ἐμέ. 6 Αὐτὸν τὸν ἀλληγορικὸν λόγον τοὺς εἶπεν ὁ Ἰησοῦς. Ἐκεῖνοι ὅμως δὲν ἐνόησαν, ποίαν σημασίαν εἶχον αὐτά, ποὺ τοὺς ἔλεγε. 7 Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν ἐκατάλαβαν τὴν ἔννοιαν τῆς ἀλληγορίας ταύτης, τοὺς εἶπε πάλιν ὁ Ἰησοῦς καθαρώτερα καὶ σαφέστερα τὰ ἑξῆς· Ἀληθῶς, ἀληθῶς σᾶς λέγω, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἡ πόρτα, διὰ τῆς ὁποίας τὰ πρόβατα ἐμβαίνουν εἰς τὴν μάνδραν διὰ νὰ ἀσφαλισθοῦν καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν βγαίνουν διὰ νὰ βοσκήσουν. 8 Ὅλοι ὅσοι ἦλθον κατὰ τοὺς τελευταίους αὐτοὺς χρόνους, προτοῦ νὰ ἔλθω ἐγώ, καὶ ἐπῆραν μόνοι τους τὸ ἀξίωμα τοῦ ὁδηγοῦ τῶν προβάτων, εἶναι κλέπται καὶ λῃσταί, διότι ἀποβλέπουν εἰς τὸ νὰ ἐκμεταλλευθοῦν καὶ καταφάγουν τὰ πρόβατα. Ἀλλὰ τὰ πρόβατα δὲν τοὺς ἤκουσαν. 9 Ἐγὼ εἶμαι ἡ θύρα. Δι’ ἐμοῦ καὶ μόνον ἐὰν ἔμβῃ κανείς, θὰ σωθῇ. Καὶ θὰ εἰσέλθῃ ὡς τὸ πρόβατον εἰς τὴν μάνδραν πρὸς ἀνάπαυσιν καὶ ἀσφάλειαν ἐν καιρῷ νυκτὸς καὶ θὰ ἐξέλθῃ κατὰ τὴν πρωΐαν ἐκ τῆς μάνδρας πρὸς βοσχὴν καὶ θὰ εὔρὴ τροφήν. Δι’ ἐμοῦ μὲ ἄλλας λέξεις πᾶσα ψυχὴ θὰ ἀσφαλισθῇ ἀπὸ κάθε πνευματικὸν κίνδυνον, θὰ τραφῇ ἀφθόνως διὰ τῆς σωτηριώδους ἀληθείας καὶ θὰ κατακτήσῃ τὴν αἰώνιον ζωήν.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Για να απο­κτή­σει κά­ποιος τη Θεία Χάρη, πρέ­πει να κό­ψει τις επι­θυ­μί­ες του (ακό­μα και τις μη αμαρ­τω­λές) και το θέ­λη­μά του. Τότε τα­πει­νώ­νε­ται ο άν­θρω­πος και όταν τα­πει­νω­θεί, έρ­χε­ται μετά η Θεία Χάρη. Για να κα­τοι­κή­σει στον άν­θρω­πο το Άγιο Πνεύ­μα, χρειά­ζε­ται πολ­λή αυ­τα­πάρ­νη­ση, πολύ φι­λό­τι­μο, τα­πεί­νω­ση, αρ­χον­τιά, θυ­σία. Η πνευ­μα­τι­κή ζωή δεν εί­ναι από­λαυ­ση. Ο Χρι­στός έχει το­πο­θε­τή­σει την μπρί­ζα, αλλά τα δικά μας κα­λώ­δια εί­ναι σκου­ρια­σμέ­να και δεν δέ­χον­ται τη Θεία Χάρη. Να ξε­σκου­ριά­σου­με τα κα­λώ­δια να αγω­νι­στού­με να γνω­ρί­σου­με τον εαυ­τόν μας, να κό­ψου­με τα πάθη, να απο­κτή­σου­με τις αρε­τές και έτσι θα μας επι­σκε­φτεί η Χάρη του Θεού. Δεν δί­νει τη Χάρη Του ο Θεός σε λαν­θα­σμέ­νη κα­τά­στα­ση. Για­τί άμα την έδι­νε, θα ήταν σαν να βο­η­θού­σε τον διά­βο­λο. Πέ­τα­ξε τον εαυ­τόν σου, μην τον υπο­λο­γί­ζεις και η Χά­ρις του Θεού θα κα­τοι­κή­σει μέσα σου.

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΛΟΥΚΙΛΛΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ



«῾Ο ἅγιος Λουκιλλιανός ἔζησε κατά τούς χρόνους τοῦ βασιλιᾶ Αὐρηλιανοῦ. Πρίν γίνει χριστιανός ὑπῆρξε ἱερέας τῶν εἰδώλων, ἦταν προχωρημένης ἡλικίας μέ ἄσπρα μαλλιά καί γένια, ἐνῶ κατοικοῦσε ὄχι μακριά ἀπό τήν πόλη τῆς Νικομήδειας. Πίστεψε ὅμως στόν Χριστό, γι᾽ αὐτό καί ὁδηγήθηκε στόν ἄρχοντα Λιβάνιο, ὁ ὁποῖος ἐπειδή ὁ ἅγιος δέν πείσθηκε νά ἀρνηθεῖ τόν Χριστό καί νά ἐπανέλθει στήν προτέρα θρησκεία του, ἔδωσε ἐντολή νά σπάσουν τά σαγόνια του, νά κτυπηθεῖ μέ ράβδους καί νά κρεμαστεῖ ἀνάποδα. ῎Επειτα ρίχτηκε στήν φυλακή, ὅπου ἐκεῖ βρῆκε τέσσερα παιδιά πού ἐπίσης ἦταν φυλακισμένα γιά τήν πίστη τοῦ Χριστοῦ. Μαζί μέ αὐτά ὁδηγεῖται καί πάλι στόν ἄρχοντα. ᾽Επειδή ἐπέμενε στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ, τόν ἔβαλαν μαζί μέ τά παιδιά σέ κάμινο πυρός. ῞Ομως ἦλθε βροχή ἀπό τόν οὐρανό καί ἔσβησε τήν φλόγα, ὁπότε βγῆκαν ὅλοι ἀβλαβεῖς. Τότε ὁ κόμης πρόσταξε νά ὁδηγηθοῦν στό Βυζάντιο, κι ἐκεῖ τῶν μέν παιδιῶν ἔκοψαν τά κεφάλια, τόν δέ ἅγιο Λουκιλλιανό τόν σταύρωσαν. Στόν σταυρό παρέθεσε τήν ψυχή του στόν Θεό, ἐνῶ παρευρισκόταν καί ἡ ἁγία παρθένος Παύλα, ἡ ὁποία ὅσο ἀκόμη ζοῦσε ὁ ἅγιος φρόντιζε τίς πληγές του, ὅταν ὅμως τελειώθηκε μάζεψε τά λείψανα τῶν ἁγίων. ῾Η Παύλα ἦταν πιστή γυναίκα ἀπό τούς γονεῖς της κι ἔκανε αὐτό τό ἔργο: πήγαινε στίς φυλακές καί περιποιεῖτο αὐτούς πού ἔπασχαν ὑπέρ Χριστοῦ, τούς γιάτρευε καί τούς ἔτρεφε.
Συνελήφθη ὅμως κι αὐτή καί ὁδηγήθηκε πρός τόν κόμη. ᾽Επειδή βεβαίως δέν πείσθηκε νά θυσιάσει στά εἴδωλα, πρῶτον μέν τήν γύμνωσαν, ἔπειτα τήν κτύπησαν μέ ἱμάντες κι ὕστερα μέ ράβδους. Τό σῶμα της ἀπό τά κτυπήματα ἔγινε μιά πληγή, ἀλλά μέ τήν φροντίδα ἀγγέλου ἀποκαταστάθηκε ὑγιής καί πῆρε θάρρος γιά τό μαρτύριο. Πάλι ὁδηγήθηκε στόν κόμη, ὁ ὁποῖος ἔδωσε ἐντολή νά τῆς κτυπήσουν τό στόμα, ἐπειδή τόν ἔλεγχε γιά τήν εἰδωλολατρία του. Ρίχτηκε στήν φυλακή, καί πάλι ὁδηγήθηκε πρός ἐξέταση. Τήν ἔβαλαν μέσα σέ καμίνι, ἀπό ὅπου βγῆκε ἄφλεκτη, ὁπότε δόθηκε ἡ ἐντολή ἀπό τόν κόμη νά φονευτεῖ μέ ξίφος. Τήν ὁδήγησαν στό Βυζάντιο καί τήν πῆγαν στόν τόπο ὅπου ὁ ἅγιος Λουκιλλιανός τελειώθηκε μαζί μέ τά παιδιά. ᾽Εκεῖ τῆς ἔκοψαν τό κεφάλι καί ἔτσι ἔλαβε τό στεφάνι τοῦ μαρτυρίου. Τελεῖται ἡ σύναξή τους στό ἁγιότατο Μαρτυρεῖο τους, πού βρίσκεται κοντά στόν ἀρχάγγελο Μιχαήλ στήν ᾽Οξεῖα (ἡ ὁποία εἶναι νησί τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἤδη ἔρημο).
῾Ο ἅγιος Λουκιλλιανός ἔγινε γνωστός στό εὐρύ πλήρωμα τῆς ᾽Εκκλησίας ἀπό τόν ὅσιο Παΐσιο τόν ἁγιορείτη. Τήν ἐποχή πού λίγο πρίν τό 1980 πῆγε στό Κουτλουμουσιανό κελλί ῾Παναγούδα᾽, κι ὅταν ἀκόμη δέν εἶχε βγάλει τά λιγοστά πράγματά του καί τά ἐκκλησιαστικά του βιβλία ἀπό τίς κοῦτες, θέλησε νά κάνει τήν ἀκολουθία τῆς ἡμέρας τήν 3η ᾽Ιουνίου μέ τό κομποσχοίνι του. ῞Οταν ἦλθε ἡ ὥρα νά μνημονεύσει τόν ἅγιο πού ἑόρταζε προβληματίστηκε γιατί δέν θυμόταν ποιός ἑόρταζε. Κι εἶδε τότε μέ ἔκπληξη νά ἐμφανίζονται στό κελλί του δύο ἄνδρες, ὁ ἕνας νεώτερος καί ὁ ἄλλος μεγαλύτερος. Καί τόν μέν νεώτερο τόν ἀνεγνώρισε: ἦταν ὁ ἅγιος Παντελεήμων. Τόν ἄλλον ὅμως ὄχι. Στήν ἐρώτησή του ποιός εἶναι, ὁ δεύτερος ἅγιος ἀπάντησε: εἶμαι ὁ ἅγιος Λουκιλλιανός. Δέν ἄκουσε καλά ὁ Γέροντας καί ξαναρώτησε: πῶς; ὁ ἅγιος Λουκιανός; ῎Οχι, ξανάπε ὁ ἄγνωστος γι᾽ αὐτόν. ῾Ο ἅγιος Λουκιλλιανός. Κι οἱ ἅγιοι ἐξαφανίστηκαν. Κατανύχτηκε ὁ Γέροντας πού ὁ Θεός ἀπάντησε ἔστω καί στόν λογισμό του, θέλησε ὅμως νά ἐπιβεβαιώσει τό ὅραμα. ῎Εψαξε τίς κοῦτες, βρῆκε τό Μηναῖο τοῦ ᾽Ιουνίου καί εἶδε μέ μεγάλη συγκίνηση  ὅτι πράγματι στίς 3 ᾽Ιουνίου ἡ ᾽Εκκλησία μας ἑορτάζει τόν ἅγιο Λουκιλλιανό. ῎Εκτοτε ὁ Γέροντας τιμοῦσε ἰδιαιτέρως τόν συγκεκριμένο ἅγιο καί εἶχε εἰκονάκι του μέσα στό ταπεινό ἐκκλησάκι τῆς Παναγούδας.
Τό περιστατικό εἶναι βεβαίως ἀξιόπιστο, γιατί εἶναι ἀξιόπιστος ὁ ἅγιος Γέροντας, μᾶς κάνει ὅμως νά καταλάβουμε γιά μία ἀκόμη φορά πόσο οἱ ἅγιοί μας εἶναι ζωντανοί, ἔστω κι ἄν μέ τίς σωματικές αἰσθήσεις μας ἀδυνατοῦμε νά τούς δοῦμε καί νά τούς ἀκούσουμε. Εἶναι ὅμως οἱ ἅγιοι τῆς κάθε ἐποχῆς, σάν τόν ἅγιο Παΐσιο, οἱ ὁποῖοι γίνονται οἱ δίοδοι γιά νά αἰσθανθοῦμε κι ἐμεῖς οἱ ταλαίπωροι λόγω τῶν πολλῶν ἁμαρτιῶν μας καί ἐξαιτίας αὐτῶν τυφλῶν ὡς πρός τίς πνευματικές αἰσθήσεις, λίγο τήν ἀμεσότητα τῆς παρουσίας τους, ὁπότε νά αὐξήσουμε τήν πίστη μας σέ αὐτό πού μᾶς καλεῖ καθημερινά ἡ ᾽Εκκλησία μας: νά ἀπευθυνόμαστε σέ αὐτούς καί νά τούς μιλοῦμε σάν σέ ζωντανά πρόσωπα καί ὄχι σάν μυθεύματα καί ἀποκυήματα τῆς φαντασίας. Πρόκειται δηλαδή γιά τήν βασική ἀλήθεια τῆς πίστεώς μας ὅτι ἡ ᾽Εκκλησία μας εἶναι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού ἔχει κεφαλή μέν τόν ῎Ιδιο, ἀπαρτίζεται δέ καί ἀπό τήν στρατευόμενη καί ἀπό τήν θριαμβεύουσα διάστασή της. Καί θά ἔλεγε κανείς μέ βεβαιότητα ὅτι οἱ ἅγιοι τῆς θριαμβεύουσας ᾽Εκκλησίας εἶναι πολύ περισσότερο ζωντανοί ἀπό ὅ,τι ἐμεῖς πού βρισκόμαστε σ᾽ αὐτόν ἀκόμη τόν κόσμο, τόν ἀνύπαρκτο ἐν πολλοῖς λόγω τοῦ σκότους τῶν ἁμαρτιῶν του. Τί ἄλλο μαρτυρεῖ ἡ ᾽Εκκλησία μας ὅταν γιά παράδειγμα μᾶς καλεῖ στό σημερινό ἀπολυτίκιο τῶν ἁγίων μαρτύρων  ῾νά τούς ἱκετεύσουμε, γιατί αὐτοί παρακαλοῦν τόν Θεό γιά τήν δική μας σωτηρία᾽; ῾Τούς μάρτυρας Χριστοῦ ἱκετεύσωμεν πάντες. Αὐτοί γάρ τήν ἡμῶν σωτηρίαν αἰτοῦνται᾽.
῾Ο ἅγιος ὑμνογράφος μάλιστα μᾶς δίνει τήν πνευματική ὅρασή τους: ὄχι μόνο εἶναι ζωντανοί καί πρεσβεύουν γιά ἐμᾶς καί τήν σωτηρία μας, ἀλλά καί στήν ἐποχή τους καί σέ κάθε ἐποχή εἶναι σάν τόν ἥλιο πού λάμπει καί φωτίζει τούς ἀνθρώπους. «Σάν ἥλιοι φάνηκαν πραγματικά στήν ᾽Εκκλησία Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ οἱ μάρτυρες καί λάμπουν τό φῶς τῆς ὁμολογίας» (ὠδή θ´).  Κι ἀλλοῦ: «Λυχνάρι φωτεινότατο ἔγινες γι᾽ αὐτούς πού ἀθλοῦσαν μαζί σου» (ὠδή γ´). «᾽Απαστράπτεις μέ τά λόγια σου καί φωταγωγεῖς τόν κόσμο μέ τούς ἄθλους σου» (ωδή δ´). Κι αὐτό σημαίνει βεβαίως ὅτι οἱ ἅγιοί μας καί μέ τά λόγια τους, κυρίως ὅμως μέ τήν ζωή τους εἶναι οἱ καθοδηγητές μας καί τά παραδείγματά μας. Ἰδίως σ᾽ ἕναν κόσμο ἀποπροσανατολισμένο σάν τόν σημερινό, ὅπου προβάλλονται ὡς πρότυπα ἄνθρωποι μέ κάθε εἴδους πάθη καί διαστροφές, ἡ ᾽Εκκλησία μας ἐπιμένει στήν ἀλήθεια: πρότυπα καί φωτεινοί ὁδοδεῖκτες εἶναι οἱ ἅγιοί μας. Κι αὐτό γιατί; Διότι αὐτοί ἀκολούθησαν μέ κάθε δυνατή συνέπεια τόν ἴδιο τόν ἀρχηγό τῆς πίστεώς μας τόν ᾽Ιησοῦ Χριστό, ἀποδεικνύοντας ὅτι προτεραιότητά τους ἦταν ἡ ἀγάπη σ᾽ ᾽Εκεῖνον. ᾽Εν προκειμένῳ γιά τόν ἅγιο Λουκιλλιανό ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής ᾽Ιγνάτιος δέν διστάζει νά τόν παραλληλίσει μέ τό ἴδιο τό ἐκλεκτό σκεῦος τοῦ Χριστοῦ ἀπόστολο Παῦλο: «Μαζί μέ τόν Παῦλο φώναζες, μάρτυς τοῦ Χριστοῦ: Δέν θά μέ χωρίσει ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ οὔτε ὁ κίνδυνος οὔτε ἡ λύπη οὔτε ὁ λιμός οὔτε τό ξίφος» (ὠδή ζ´).
Κι εἶναι ἡ παραπάνω ἀλήθεια αὐτή πού ἐξηγεῖ καί τήν δύναμη τήν ὁποία ἔχουν οἱ ἅγιοί μας: ζώντας τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, κυρίως μέ τήν διακράτηση τοῦ λόγου Του μέσα στήν καρδιά τους – αὐτό εἶναι τό ἀποδεικτικό τῆς ἀγάπης πρός τόν Χριστό κατά τοῦ ῎Ιδιου τήν ρήση: ῾ἐάν ἀγαπᾶτέ με, τάς ἐντολάς τάς ἐμάς τηρήσατε᾽ - ἔχουν ὁλοζώντανο ᾽Εκεῖνον στήν ὕπαρξή τους καί τήν δύναμή Του ἐνεργοῦσα σ᾽ αὐτούς. ῾Ο Κύριος πάλι δέν βεβαιώνει ὅτι ῾ἐάν μείνητε ἐν ἐμοί καί τά ρήματά μου ἐν ὑμῖν μείνῃ, ὅ ἄν θέλητε αἰτήσασθε καί γενήσεται ὑμῖν᾽; (ἐάν μείνετε ἑνωμένοι μέ ᾽Εμένα καί τά λόγια μου τά κρατήσετε στήν ὕπαρξή σας, ὅ,τι θέλετε ζητήστε το καί θά σᾶς γίνει). 
Αὐτό σημειώνει μεταξύ ἄλλων καί ὁ ἅγιος ὑμνογράφος: «῎Εχοντας κάνει κτῆμα στήν καρδιά σου τά ρήματα ζωῆς τοῦ Κυρίου, σοφέ, ἀπονέκρωσες μέ τήν ἔνστασή σου τίς θωπεῖες καί κολακεῖες  τῶν τυράννων, ἀοίδιμε» (ωδή ε´).
Ταῖς τοῦ ἁγίου σου πρεσβείαις, Χριστέ ὁ Θεός, σῶσον τάς ψυχάς ἡμῶν.  

https://pgdorbas.blogspot.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ε´ 20 - 26
20 λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι ἐὰν μὴ περισσεύσῃ ἡ δικαιοσύνη ὑμῶν πλεῖον τῶν γραμματέων καὶ Φαρισαίων, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. 21 Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις, Οὐ φονεύσεις· ὃς δ’ ἂν φονεύσῃ, ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει. 22 ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ ὀργιζόμενος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ εἰκῇ ἔνοχος ἔσται τῇ κρίσει· ὃς δ’ ἂν εἴπῃ τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ, Ρακά, ἔνοχος ἔσται τῷ συνεδρίῳ· ὃς δ’ ἂν εἴπῃ, Μωρέ, ἔνοχος ἔσται εἰς τὴν γέενναν τοῦ πυρός. 23 ἐὰν οὖν προσφέρῃς τὸ δῶρόν σου ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον κἀκεῖ μνησθῇς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει τι κατὰ σοῦ, 24 ἄφες ἐκεῖ τὸ δῶρόν σου ἔμπροσθεν τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ ὕπαγε πρῶτον διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῷ σου, καὶ τότε ἐλθὼν πρόσφερε τὸ δῶρόν σου. 25 ἴσθι εὐνοῶν τῷ ἀντιδίκῳ σου ταχὺ ἕως ὅτου εἶ ἐν τῇ ὁδῷ μετ’ αὐτοῦ, μήποτέ σε παραδῷ ὁ ἀντίδικος τῷ κριτῇ, καὶ ὁ κριτὴς σε παραδῷ τῷ ὑπηρέτῃ, καὶ εἰς φυλακὴν βληθήσῃ· 26 ἀμὴν λέγω σοι, οὐ μὴ ἐξέλθῃς ἐκεῖθεν ἕως ἂν ἀποδῷς τὸν ἔσχατον κοδράντην.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ Ε´ 20 - 26
20 Διότι σᾶς λέγω ὅτι, ἐὰν ἡ ἀρετή σας δὲν περισσεύσῃ καὶ δὲν ὑπερτερήσῃ κατὰ πολὺ τὴν ἐξωτερικὴν ἀρετὴν τῶν γραμματέων καὶ Φαρισαίων, δὲν θὰ εἰσέλθετε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. 21 Ἠκούσατε ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ Νόμου εἰς τὰς συναγωγάς, ὅτι ἐλέχθη ἀπὸ τὸν Θεὸν εἰς τοὺς ἀρχαίους: Δὲν θὰ φονεύσῃς· ἐκεῖνος δὲ ποὺ θὰ φονεύσῃ, θὰ εἶναι ἔνοχος εἰς τόσον βαθμόν, ὥστε νὰ παραπεμφθῇ πρὸς δίκην εἰς τὸ τοπικὸν ἑπταμελὲς δικαστήριον, ποὺ λέγεται κρίσις. 22 Ἐγὼ ὅμως σᾶς λέγω, ὅτι καθένας ποὺ ὀργίζεται κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ του ἄνευ σοβαροῦ πνευματικοῦ λόγου, διαπράττει ἔγκλημα ἀνάλογον πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδικάζετο ἄλλοτε ἀπὸ τὸ τοπικὸν ἑπταμελὲς δικαστήριον.Ἐκεῖνος δὲ ποὺ θὰ εἴπῃ περιφρονητικῶς εἰς τὸν ἀδελφόν του: Ἀνόητε, εἶναι ἔνοχος ἐγκλήματος βαρυτέρου, σὰν ἐκεῖνα ποὺ δικάζονται ἀπὸ τὸ ἀνώτατον δικαστήριον τῶν Ἰουδαίων.Ἐκεῖνος δὲ ποὺ μὲ μῖσος καὶ κακίαν θὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἀδελφόν του: Βλάκα, θὰ εἶναι ἔνοχος ἐγκλήματος ἀξίου νὰ τιμωρηθῇ μὲ τὴν ἐν τῷ Ἅδῃ γέενναν τοῦ πυρός. 23 Ἀφοῦ λοιπὸν κάθε προσβολὴ κατὰ τῶν ἀδελφῶν μας εἶναι ἀξιόποινος, ἐὰν προσφέρῃς τὸ δῶρον σου εἰς τὸ θυσιαστήριον καὶ ἐκεῖ ἐνθυμηθῇς, ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει κάτι ἐναντίον σου δι’ ἀδικίαν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔκαμες, 24 ἄφησε ἐκεῖ τὸ δῶρον σου ἐμπρὸς εἰς τὸ θυσιαστήριον καὶ πήγαινε πρῶτον συμφιλιώσου μὲ τὸν ἀδελφόν σου, καὶ τότε, ἀφοῦ συνδιαλλαγῇς, ἐλθὲ καὶ πρόσφερε τὸ δῶρον σου, διότι μόνον τότε θὰ γίνῃ τοῦτο δεκτὸν ἀπὸ τὸν Θεόν. 25 Ἔσο συμβιβαστικὸς καὶ μὲ συμφιλιωτικὰς διαθέσεις πρὸς τὸν δανειστήν, μὲ τὸν ὁποῖον εὐρίσκεσαι εἰς δίκην.Καὶ δεῖξε τὰς διαθέσεις αὐτὰς γρήγορα, ἕως ὅτου εὐρίσκεσαι μαζί του εἰς τὸν δρόμον ποὺ ὁδηγεῖ εἰς τὸ δικαστήριον.Πρόλαβε, μήπως σὲ παραδώσῃ ὁ ἀντίδικος εἰς τὸν δικαστὴν καὶ ὁ δικαστὴς σὲ καταδικάσῃ καὶ σὲ παραδώσῃ εἰς τὸν ἐκτελεστὴν τῶν ποινῶν καὶ ἔτσι ριφθῇς εἰς φυλακήν. 26 Ἀληθινὰ σοῦ λέγω, ὅτι δὲν θὰ ἐξέλθῃς ἀπ’ ἐκεῖ, ἕως ὅτου ἐξοφλήσῃς καὶ τὸ τελευταῖον δίλεπτον.Πόσον φοβερὸν εἶναι λοιπὸν νὰ ἐμφανισθῇς ἐνώπιον τοῦ ὑπερτάτου κριτοῦ ἀσυμφιλίωτος μὲ τοὺς ἀδελφούς σου, ποὺ ἠδίκησες!