Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2015

Κύριε μὴ μὲ ἐλεήσεις...


  Πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια ζοῦσε σὲ κάποιο χωριὸ τῆς πατρίδος μᾶς ἕνας νέος, ποὺ ἀπὸ μικρὸς εἶχε τὸν πόθο νὰ γίνει ἀσκητής. Ὑπῆρχαν ὅμως κάποιες δυσκολίες: Ἦταν ἀγράμματος, βραδύγλωσσος, λίγο βραδυνοῦς καὶ μὲ οἰκογενειακὲς ὑποχρεώσεις.
  Ὅμως στὴν ἡλικία τῶν 40 περίπου ἐτῶν μπόρεσε νὰ πραγματοποιήσει τὴ κρυφή του ἁγία ἐπιθυμία. Ἔφυγε ἀπὸ τὸ χωριό του καὶ περιπλανώμενος ἀπὸ τόπου εἰς τόπο κατέληξε σὲ ἕνα ἐρημονήσι, ὅπου βρῆκε ἕνα γέρο ἀσκητὴ ποὺ τοῦ ἀνέπαυε τὴν καρδιὰ καὶ ἔγινε ὑποτακτικός του. Μὲ ἔκπληξη λοιπὸν παρατηροῦσε ὅτι: ὅταν προσευχόταν ὁ Γέροντάς του ἔλαμπε ὁλόκληρος, καὶ ἰδιαιτέρως ὅταν παρακλητικὰ καὶ μετὰ δακρύων ἔλεγε «Κύριε, ἐλέησον μέ».
  Ὁ Γέρων-ἀσκητὴς ἦταν καὶ αὐτὸς ἀγράμματος, ἀλλὰ οἱ συμβουλὲς τοῦ ἦταν πολύτιμες καὶ γεμάτες σοφία καὶ ὅλη του ἡ πνευματικὴ προσπάθεια συγκεντρώνετο στὸ πὼς νὰ μάθει νὰ προσεύχεται καὶ ὁ ὑποτακτικός του μὲ τὸ «Κύριε, ἐλέησον μέ».
 Τὴν τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς τοῦ ὁ Γέροντας ἀσκητὴς χάρισε στὸν ὑποτακτικό του τὸ τρίχινο μισοτριμμένο ράσο του, ξάπλωσε κάτω, ἔκανε τὸν σταυρό του καὶ λέγοντας τρεῖς φορὲς «Κύριε, ἐλέησον μέ», «Κύριε, ἐλέησον μέ», «Κύριε, ἐλέησον μὲ» ἡ ὀσιακὴ τοῦ ψυχὴ πέταξε στὸν οὐρανό.
Μετὰ τὴν κοίμηση καὶ ταφῆ τοῦ Γέροντος τοῦ ὁ ἐν λόγω ὑποτακτικὸς ζοῦσε πλέον ὁλομόναχος στὸ ἐρημονήσι ὡς ἀσκητὴς καὶ ἡσυχαστὴς μέσα σὲ μιὰ σπηλιά, ἀκολουθώντας τὸ ἴδιο τυπικὸ προσευχῆς καὶ κανόνων ποὺ παρέλαβε ἀπὸ τὸν Γέροντά του. Ἔτσι πέρασαν 30 ὁλόκληρα χρόνια, χωρὶς νὰ δεῖ ποτὲ τοῦ ἄνθρωπο.
 Μὲ τὸ πέρασμα ὅμως τῶν ἐτῶν καὶ μὲ τὴν βραδυγλωσσία καὶ βραδύνοια ποὺ τὸν διέκρινε, μπέρδευε τὰ λόγια τῆς Εὐχῆς προσευχόμενος ἔλεγε «Κύριε, μὴ μὲ ἐλεήσεις».
  Ἡ καρδιὰ τοῦ ὅμως ἦταν δοσμένη ὁλόκληρη στὸν Θεό, γιὰ αὐτὸ καὶ δάκρυα ἔτρεχαν ἄφθονα ἀπὸ τὰ γεροντικά του μάτια, ὅταν μέρα-νύχτα προσευχόταν μὲ κατάνυξη καὶ συντριβή, ἐπαναλαμβάνοντας χιλιάδες φορὲς τὸ «Κύριε, μὴ μὲ ἐλεήσεις».
  Κάποια ἀνοιξιάτικη μέρα ἕνα καράβι ἄραξε κοντὰ στὸ ἐρημονήσι. Ἕνας ἀπὸ τοὺς ἐπιβάτες τοῦ ἦταν καὶ ὁ ἐπίσκοπός της ἐπαρχίας ἐκείνης καὶ ὁ καπετάνιος γιὰ νὰ τὸν ξεκουράσει καὶ νὰ τὸν εὐχαριστήσει τὸν πῆρε μὲ μιὰ βάρκα κὰ πῆγαν στὸ νησὶ γιὰ νὰ περπατήσουν.
  Ἀντικρυσαν ἐκεῖ ἕνα μονοπάτι τὸ ὁποῖο ἀκολούθησαν καὶ ἔφτασαν μπροστά σε μιὰ σπηλιὰ ὅπου ἀπὸ μέσα ἄκουσαν τὴν πονεμένη προσευχὴ τοῦ ἀσκητοῦ ποὺ ἔλεγε συνεχῶς «Κύριε, μὴ μὲ ἐλεήσεις».
  Προχώρησε ὁ ἐπίσκοπος καὶ εἶδε ἕνα σκελετωμένο γέροντα ἀσκητή, μὲ μάτια βαθουλωμένα μέσα στὶς κόγχες τους, νὰ εἶναι γονατιστὸς καὶ ὁλόλαμπρος' νὰ προσεύχεται καὶ νὰ κλαίει.

  Ὁ δεσπότης μὲ πολλὴ συστολὴ προσπάθησε νὰ τοῦ πεῖ ὅτι αὐτὴ ἡ προσευχή του δὲν εἶναι σωστὴ καὶ πρέπει νὰ λέει «Κύριε, ἐλέησον μέ».
Ταράχθηκε ὁ ἀσκητὴς πιστεύοντας, ὅτι 30 τόσα χρόνια ἔκανε κακὸ στὴ ψυχή του καὶ ξέσπασε σὲ κλάμματα ἰκετεύοντας τὸν ἐπίσκοπο νὰ τὸν μάθει νὰ λέει σωστὰ τὴν προσευχή. Κι ἐκεῖνος μὲ δέος προσπάθησε γιὰ ἀρκετὴ ὥρα νὰ τοῦ «στρώσει» τὴ γλώσσα στὸ νὰ λέει «Κύριε, ἐλέησον μέ».
Φεύγοντας ὁ ἐπίσκοπος τὸν συνόδευσε ὁ ἀσκητὴς μέχρι τὴν ἀκροθαλασσιά, ἐπαναλαμβάνοντας μαζί του τὸ «Κύριε, ἐλέησον μέ», γιὰ νὰ μὴν τὸ ξεχάσει.
  Τὸ καράβι ἔφυγε καὶ ὁ ἀσκητὴς τὸ παρακολουθοῦσε μὲ τὸ βλέμμα τοῦ λέγοντας συνεχῶς «Κύριε, ἐλέησον μέ».
  Δὲν πέρασαν πέντε λεπτὰ καὶ ὁ ἐρημίτης ξέχασε τὸ «Κύριε, ἐλέησον μέ», σάστισε καὶ ζαλίστηκε!!!
- Καὶ τώρα τί θὰ γίνω; καὶ ξέσπασε σὲ δάκρυα.
Στὴν ἀπελπισία τοῦ πετάει στὴν θάλασσα τὸ κουρελιασμένο ράσο του καὶ βαδίζει πάνω σε αὐτὸ πρὸς τὸ καράβι.
-Φάντασμα, φάντασμα.! φώναζαν τρομαγμένοι οἱ ναῦτες.
Μὲ τὶς φωνὲς ἀνέβηκε ὁ δεσπότης στὸ κατάστρωμα καὶ εἶδε τὸν ἀσκητὴ νὰ τοῦ φωνάζει:
- Τί νὰ λέω; Τί νὰ λέω δεσπότη μου;
Καὶ ἐκεῖνος μὲ συγκίνησι τοῦ ἀπάντησε:
- Ὅτι ἔλεγες νὰ λὲς παιδί μου! Αὐτὴ εἶναι ἡ καλύτερη προσευχὴ γιὰ τὴν ψυχή σου. Συγχώρεσε μὲ καὶ κᾶνε καὶ γιὰ μένα ἕνα σταυρό!

Μητροπολίτου Χίου Παντελεήμονος Φωστίνη, διασκευὴ ἀπὸ "Τὸ βιβλίο τῆς ζωῆς", τ. Ἃ' Πειραιᾶς 1987, σέλ. 25 Πρωτοπρεσβύτερου Στέφανου Κ. Ἀναγνωστόπουλου "Ἡ «Εὐχὴ» μέσα στὸν κόσμο"
http://salpismata.blogspot.com.eg/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου