Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2023

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ ΙΑ´ 8 - 14
8 Πίστει καλούμενος Ἀβραὰμ ὑπήκουσεν ἐξελθεῖν εἰς τὸν τόπον ὃν ἔμελλε λαμβάνειν εἰς κληρονομίαν, καὶ ἐξῆλθε μὴ ἐπιστάμενος ποῦ ἔρχεται. 9 Πίστει παρῴκησεν εἰς γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν, ἐν σκηναῖς κατοικήσας μετὰ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ τῶν συγκληρονόμων τῆς ἐπαγγελίας τῆς αὐτῆς· 10 ἐξεδέχετο γὰρ τὴν τοὺς θεμελίους ἔχουσαν πόλιν, ἧς τεχνίτης καὶ δημιουργὸς ὁ Θεός. 11 Πίστει καὶ αὐτὴ Σάρρα δύναμιν εἰς καταβολὴν σπέρματος ἔλαβεν καὶ παρὰ καιρὸν ἡλικίας ἔτεκεν, ἐπεὶ πιστὸν ἡγήσατο τὸν ἐπαγγειλάμενον· 12 διὸ καὶ ἀφ’ ἑνὸς ἐγεννήθησαν, καὶ ταῦτα νενεκρωμένου, καθὼς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ τῷ πλήθει καὶ ὡς ἡ ἄμμος ἡ παρὰ τὸ χεῖλος τῆς θαλάσσης ἡ ἀναρίθμητος. 13 Κατὰ πίστιν ἀπέθανον οὗτοι πάντες, μὴ λαβόντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀλλὰ πόρρωθεν αὐτὰς ἰδόντες καὶ ἀσπασάμενοι, καὶ ὁμολογήσαντες ὅτι ξένοι καὶ παρεπίδημοί εἰσιν ἐπὶ τῆς γῆς. 14 οἱ γὰρ τοιαῦτα λέγοντες ἐμφανίζουσιν ὅτι πατρίδα ἐπιζητοῦσι.

Νεοελληνική απόδοση:
Ἐξ αἰτίας τῆς πίστεώς του ὁ Ἀβραὰμ ὑπήκουσεν, ὅταν ἐκαλεῖτο νὰ βγῇ ἀπὸ τὴν πατρίδα τοῦ καὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν τόπον, τὸν ὁποῖον ἔμελλε νὰ λάβῃ κληρονομίαν. Καὶ ἐβγῆκε, χωρὶς νὰ ξεύρῃ ποῦ πηγαίνει. 9 Χάρις εἰς τὴν πίστιν του ὁ Ἀβραὰμ ἔμεινεν ὡς ξένος εἰς τὴν γῆν, ποὺ τοῦ ὑπεσχέθη ὁ Θεὸς καὶ ἐθεώρει αὐτὴν ὡς ξένην χώραν καὶ ὄχι ὡς ἰδικήν του. Καὶ ἑκατοίκησε μέσα εἰς σκηνὰς μαζὶ μὲ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακώβ, ποὺ ἦσαν συγκληρονόμοι τῆς αὐτῆς ὑποσχέσεως τοῦ Θεοῦ 10 Ἑκατοικησε δὲ ὁ Ἀβραὰμ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας σὰν ξένος καὶ πάροικος, διότι ἐπερίμενε νὰ κατοικήσῃ εἰς τὴν ἐπουράνιον πόλιν, ἡ ὁποία ἔχει τὰ ἀληθινὰ καὶ ἀδιάσειστα θεμέλια καὶ τῆς ὁποίας τεχνίτης καὶ κτίστης εἶναι αὐτὸς ὁ Θεός. 11 Διὰ τὴν πίστιν της καὶ αὐτὴ ἡ στεῖρα καὶ προχωρημένη εἰς τὴν ἡλικίαν Σάρρα ἔλαβε δύναμιν, ὥστε νὰ καταβληθῇ σπέρμα εἰς αὐτήν, καὶ ἐνῷ πλέον εἶχε περάσει ἡ ἡλικία της, ἐγέννησεν, ἐπειδὴ ἐθεώρησεν ἀξιόπιστον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ ἀπέκτα υἱόν. 12 Διότι ἐπίστευσαν καὶ ὁ ’Ἀβραὰμ καὶ ἡ Σάρρα, διὰ τοῦτο ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπον, τὸν Ἀβραάμ, καὶ μάλιστα νεκρωμένον ἕνεκα τοῦ γήρατος, ἐγεννήθησαν ἀπόγονοι, καθὼς τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ κατὰ τὸ πλῆθος, καὶ καθὼς ἡ ἄμμος ποὺ ὑπάρχει εἰς τὴν ἀκροθαλασσιὰν καὶ τῆς ὁποίας οἱ μικροὶ κόκκοι εἶναι σχεδὸν ἀμέτρητοι. 13 Αὐτοὶ ὅλοι ἀπέθανον μὲ τὴν πίστιν καὶ τὴν ἐλπίδα, χωρὶς νὰ λάβουν τὰς ἐπαγγελίας, ἀλλὰ τὰς εἶδαν ἀπὸ μακρὰν καὶ μὲ πόθον πολὺν καὶ ἀγαλλίασιν τὰς ἐνεκολπώθησαν καὶ ὡμολόγησαν, ὅτι εἶναι ξένοι καὶ παρεπίδημοι ἐπὶ τῆς γῆς. 14 Πράγματι δὲ μὲ τὴν πίστιν καὶ ἐλπίδα ἀπέθανον. Διότι αὐτοί, ποὺ ἔλεγαν τέτοια, ὅτι δηλαδὴ εἶναι ξένοι καὶ ταξιδιῶται εἰς τὴν γῆν, ἐφανέρωναν καὶ ἀπεδείκνυαν μὲ τὰ λόγια των αὐτά, ὅτι ἐζήτουν μὲ πόθον πατρίδα μόνιμον καὶ ἀληθινήν, καὶ τέτοια εἶναι ὁ οὐρανός, ὁ ὁποῖος μόνον διὰ τῆς πίστεως βλέπεται.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Αγωνίσου να μην πέσεις στον πειρασμό, αλλά εάν έπεσες, απομακρύνσου γρήγορα με την εξομολόγηση και την μετάνοια. Δεν υπάρχει ασυγχώρητη αμαρτία, παρά μόνο η αμαρτία για την οποία δεν μετανόησε ο άνθρωπος. Το να πέσω είναι φαινόμενο της αδυναμίας μου, αλλά το να παραμείνω στην αμαρτία είναι έργο του διαβόλου και είναι η ολοσχερής απώλειά μου.

 Όσιος Αρσένιος Μπόκα

Πέμπτη 28 Δεκεμβρίου 2023

Ποια είναι η «επί γης ειρήνη» του Αγγελικού ύμνου τής Βηθλεέμ;



Αρχιμ. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος
Ελάχιστα χωρία της Αγίας Γραφής έχουσι τόσον οικτρώς παρερμηνευθεί όσον το χωρίον Λουκ. β΄ 14. Πρόκειται περί του Ύμνου όστις εψάλλετο υπό των Αγγέλων κατά την θεσπεσίαν εκείνην νύκτα της κατά σάρκα γεννήσεως του Ανάρχου Θεού Λόγου, του Κυρίου Ιησού.
Η παρερμηνεία αυτή υπό πολλών ορθοδόξων δεν είναι βεβαίως ηθελημένη και σκόπιμος (μόνον οι αιρετικοί παρερμηνεύουσιν ηθελημένως), αλλ’ οφείλεται εις άγνοιαν του καθόλου νοήματος της Αγίας Γραφής. Ένεκεν αυτής της αγνοίας καθ’ έκαστον έτος εν τη ημέρα των Χριστουγέννων ακούομεν κηρύγματα ή αναγιγνώσκομεν δημοσιεύματα πολλών διδασκάλων του Ευαγγελίου της ημετέρας Εκκλησίας, κληρικών και λαϊκών, αποδυρόμενα διότι οι πόλεμοι δεν έλαβαν ακόμη τέλος και τα όπλα δεν κατηργήθησαν και η ειρήνη του Αγγελικού Ύμνου δεν επεκράτησεν εισέτι επί της γης.
Ακόμη και εις επισήμους Εκκλησιαστικάς Εγκυκλίους βλέπομεν διατυπουμένας τοιαύτας θέσεις, ως και παρακλήσεις προς τον Θεόν όπως επί τέλους επιτρέψει την επικράτησιν επί της γης της ειρήνης αυτής «ήτις επί δύο σχεδόν χιλιάδας ετών εξακολουθεί να παραμένει μακράν της πραγματικότητος, απλή ελπίς, απλούν όνειρον, απλή και εναγώνιος προσδοκία». Αγνοούσιν οι ευλογημένοι ότι η ειρήνη του Αγγελικού Ύμνου είναι ήδη πραγματικότης και έχει επικρατήσει επί της γης απ’ αυτής της σαρκώσεως του Κυρίου. Κακώς και εκ παρεξηγήσεως εκλαμβάνομεν την ειρήνην αυτήν ως εξωτερικήν, ως κατάστασιν φιλίας μεταξύ των ανθρώπων, ατόμων προς άτομα και λαών προς λαούς, ως κατάπαυσιν των πολέμων και των μαχών. Τοιαύτην ειρήνην ουδέποτε επηγγείλατο το Ευαγγέλιον.
Η ειρήνη του Ευαγγελίου είναι εσωτερική, είναι η κατάστασις γαλήνης, ήτις βασιλεύει εν τη ψυχή του πιστού ανθρώπου, του ανθρώπου όστις έχει φιλίαν και κοινωνίαν προς τον Θεόν. Είναι ειρήνη μεταξύ ανθρώπου και Θεού και ουχί ανθρώπων προς ανθρώπους. Είναι η κατάλυσις του «μεσοτοίχου του φραγμού», όπερ εχώριζε γην και Ουρανόν, άνθρωπον και Θεόν· είναι η λήξις της ανταρσίας, το τέλος της επαναστάσεως του πλάσματος προς τον Πλάστην. Αυτήν την ειρήνην ήλθε κομίζων εις τον κόσμον ο Υιός του Θεού. Και έκτοτε πας ο πιστεύων εις Ιησούν Χριστόν Σαρκωθέντα, Σταυρωθέντα, και Αναστάντα, έχει πλέον φίλον τον Θεόν, ευρίσκεται εις κοινωνίαν υιικήν προς Αυτόν. Δεν είναι πλέον αντάρτης, δεν είναι αποστάτης, δεν είναι εχθρός του Θεού. Συνεφιλιώθη και «αποκατηλλάγη» προς Αυτόν δια του Αιωνίου Μεσίτου Κυρίου Ιησού Χριστού. Η διά της παραβάσεως του Αδάμ κατάστασις ανταρσίας και εχθρότητος προς τον Θεόν ανήκει πλέον εις το παρελθόν και αποτελεί, διά τον πιστόν άνθρωπον, απλήν πικράν ανάμνησιν. Από της εποχής του Κυρίου και δυνάμει της Σταυρικής Αυτού Θυσίας, εισήλθεν ο άνθρωπος εις νέαν περίοδον, εις νέαν κατάστασιν· εις κατάστασιν Χάριτος, Φιλίας, Υιοθεσίας. Αι περί ειρήνης υποσχέσεις του Ευαγγελίου εις αυτήν την ειρήνην αναφέρονται και ουχί εις την εξωτερικήν ειρήνην. «Ειρήνην αφίημι υμίν», έλεγεν ο Κύριος προς τους Αποστόλους, «ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν». Και ίνα τονίσει ότι η ειρήνη αυτή είναι άλλου είδους ειρήνη, συμπληροί: «Ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν, εγώ δίδωμι υμίν» (Ιωάν. ιδ’ 27). Και αλλαχού ομιλών περί της εξωτερικής ειρήνης, λέγει ότι δεν κομίζει τοιαύτην ειρήνην. Απεναντίας προβλέπει ότι η εις Αυτόν πίστις θα αποβεί αιτία διαστάσεων και πολέμων μεταξύ των ανθρώπων. Οι άπιστοι θα διώκωσι τους πιστούς του Ιησού και ούτως οι πόλεμοι όχι μόνον δεν θα ελαττωθώσιν, αλλά θα αυξηθώσιν, εφόσον εις τους υπάρχοντας θα προστεθεί και ο κατά της νέας πίστεως. «Μη νομίσητε», λέγει, «ότι ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν. Ήλθον γαρ διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής» (Ματθ. ι’ 34-35). Πριν δε οδηγηθεί εκουσίως εις τον Γολγοθάν, ίνα πιεί φρικτού θανάτου ποτήριον, παρείχεν εις τους Αποστόλους την εσωτερικήν ειρήνην, ήτις δεν θα επηρεάζετο υπό των μυρίων εξωτερικών θλίψεων και διωγμών. Παρά πάντα ταύτα θα υπήρχεν, ακριβώς διότι ήτο εσωτερική: «Ταύτα λελάληκα υμίν ίνα εν εμοί ειρήνην έχητε. Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε· αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωαν. ιστ’ 33). Εχαρίζετο εις τους Αποστόλους ειρήνην, καίτοι εγνώριζεν ότι επώδυνοι θάνατοι ανέμενον αυτούς, καίτοι ρητώς έλεγεν ότι απέστειλεν αυτούς ως «πρόβατα εν μέσω λύκων» (Ματθ. ι’ 16). Ήτο δυνατόν λοιπόν να παρέχει εξωτερικήν ειρήνην; Αναμφιβόλως όχι!
Και ο θείος Παύλος αυτής της εσωτερικής, της προς τον Θεόν ειρήνης είναι κήρυξ και απόστολος. «Δικαιωθέντες ούν εκ πίστεως, ειρήνην έχομεν προς τον Θεόν διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» γράφει προς Ρωμαίους (ε’ 1). Γράφων δε προς Εφεσίους, λέγει ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι «η ειρήνη ημών», είναι ο τους ανθρώπους «αποκαταλλάξας τω Θεώ» διά του σταυρού, ός έλθών, «ευηγγελίσατο ειρήνην…, ότι δι’ αυτού έχομεν την προσαγωγήν… προς τον πατέρα» (Εφεσ. β’ 14-18).
Συμπέρασμα: Η ειρήνη του Αγγελικού Ύμνου είναι ειρήνη του ανθρώπου προς τον Θεόν και ουχί εξωτερική. Η ειρήνη αυτή επεκράτησεν όντως «επί γης», εφόσον πλέον αυτή συνεφιλιώθη προς τον ουρανόν δια της μέχρι Σταυρού ταπεινώσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Περιττόν βεβαίως να λεχθεί ότι ο έχω «ειρήνην προς τον Θεόν» άνθρωπος, είναι ειρηνικός και προς τους έξω. Πάντας αγαπά, ουδένα μισεί. Μόνος αυτός δύναται να λέγει το «και μετά των μισούντων την ειρήνην ήμην ειρηνικός» (Ψαλμ. 119,6). Αγαπά και ευεργετεί και αυτούς ακόμα τους εχθρούς του. Η εσωτερική ειρήνη είναι προϋπόθεσις της εξωτερικής. Και η εξωτερική είναι όχι απλώς ανεπίτευκτος, αλλά αδιανόητος άνευ της εσωτερικής. Η δε τραγωδία της συγχρόνου εποχής εις τούτο ακριβώς έγκειται: Ενώ εκήρυξε τον πόλεμον κατά του Θεού, επιζητεί εναγωνίως την ειρήνην μεταξύ των ανθρώπων. Ενώ αδιαφορεί παντελώς δια την εσωτερικήν ειρήνην, επιδιώκει κραυγαλέως την εξωτερικήν. Εκριζοί το δένδρον και αναμένει καρπούς, κρημνίζει την οικίαν και αναζητεί θαλπωρήν, απομακρύνεται εκ του ηλίου και θέλει φώς!…
Ανέκαθεν η ειρήνη, «το γλυκύ πράγμα και όνομα», ήτο «ποθούμενη τοις πάσιν ανθρώποις» (Εσθ. γ΄, 12α). Ουδεμία όμως εποχή είχε τόσον πόθον, τόσην δίψαν ειρήνης, όσον και όσην η εποχή μας. Θα επιτύχει λοιπόν αυτή όπου όλαι οι άλλαι εποχαί απέτυχαν οικτρώς; Θα κατορθώσει δηλαδή να οικοδομήσει την ειρήνην άνευ Θεού; Θα καταργήσει τους φρικαλέους σημερινούς εξοπλισμούς; Θα καταστήσει τους πολέμους μακρινήν ιστορικήν ανάμνησιν; Με βοηθόν ποίον; Την Επιστήμην; Την Τεχνολογίαν; Τον Ανθρωπισμόν; Τη Φιλοσοφίαν; Τα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά συστήματα; Αλλά εκ του βάθους των αιώνων ακούεται σαφής και κατηγορηματική η συγκλονιστική προειδοποίησις, ης την αξίαν και την αλήθειαν επιβεβαιοί φευ! η πικρότατη πείρα των διαρρευσασών έκτοτε τριών σχεδόν χιλιετιών «εάν θέλητε και εισηκούσητέ μου, τα αγαθά της γης φάγεσθαι· εάν δε μη θέλητε, μηδέ εισακούσητέ μου, μάχαιραν υμάς κατέδεται· το γαρ στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα» (Ησ. α΄19-20). Εάν η «μάχαιρα» θα είναι η γνωστή και συνήθης ή άλλη τις, νέας κατασκευής, προϊόν εργοστασίων πυρηνικής ενέργειας, τούτο μικράν σημασίαν έχει….
«Κύριε ο Θεός ημών, ειρήνην δος ημίν, πάντα γαρ απέδωκας ημίν, Κύριε ο Θεός ημών, κτήσαι ημάς...» (Ησ. κστ’ 12-13).

(«ΚΟΙΝΩΝΙΑ» φύλλον Οκτωβρίου – Δεκεμβρίου 1984)
https://simeiakairwn.wordpress.com/

«Δώρο στον Χριστό» – Χριστουγεννιάτικη ιστορία



Εδώ και πολλά χρόνια ο κόσμος γιόρταζε τα Χριστούγεννα με περισσότερη κατάνυξη. Σ’ ένα μακρινό χωριό, λοιπόν, ο παπάς έκανε κάθε χρόνο μια φάτνη στη μέση τηςεκκλησίας, την παραμονή των Χριστουγέννων.
Οι κάτοικοι πήγαιναν πρώτα πρώτα στην εκκλησία, για ν’ ακούσουν τη θεία λειτουργία, γονάτιζαν κι άναβαν το κεράκι τους μπροστά στη φάτνη. Κάθε κεράκι έπρεπε να σβήσει από μόνο του, λιώνοντας σιγά σιγά, γι’ αυτό γύρω από τη φάτνη ήταν αμέτρητα κεράκια, όσα και οι πιστοί, κι η εκκλησία λαμποκοπούσε κι έφεγγε σαν να ήταν ο ήλιος μέσα της. Όταν η λειτουργία τελείωνε, ο κόσμος πήγαινε στα γύρω κεντράκια, για να φάει και να πιει, να γλεντήσει τη χαρά του για τη γέννηση του Χριστού.
Οι χωριανοί άρχιζαν τις προετοιμασίες για τα Χριστούγεννα εβδομάδες πριν. Οι νοικοκυρές έψηναν κουλούρια, πίτες και γλυκά κι οι άντρες έβαφαν την πλατεία του χωριού, την εκκλησία και τα σπίτια τους. Οπαπάς με τα παιδιά του σχολείου και τους δασκάλους σκάλιζε τα ζώα της φάτνης στο ξύλο, τους τρεις μάγους, τους βοσκούς, το αστέρι, την Παναγία και το Χριστό.
Το βράδυ της παραμονής όλα ήταν έτοιμα κι οι άνθρωποι ντυμένοι τα καλά τους πήγαιναν στην εκκλησιά κι άφηναν μπροστά στη φάτνη ένα δώρο για το Χριστό, ό,τι μπορούσε ο καθένας.
Η Μαρία, που ήταν έξι χρονών, πήγαινε κι αυτή κάθε χρόνο με τους γονείς της στην εκκλησία κρατώντας το καλαθάκι με τα κουλούρια που είχε φτιάξει για το νεογέννητο Χριστό. Εκείνο το χρόνο, όμως, η μητέρα της αρρώστησε, κι ο πατέρας της ταξίδεψε σε μια μεγάλη πόλη για να βρει δουλειά και να τα βγάλει πέρα με τα φάρμακα και τα άλλα έξοδα. Ούτε δραχμή δεν τους περίσσευε, για ν’ αγοράσουν δώρο στο Χριστό.
Πώς να πάει στην εκκλησία η Μαρία με άδεια χέρια;
Την ώρα που χτύπησαν οι καμπάνες, η Μαρία μπήκε δειλά δειλά στην εκκλησία και κρύφτηκε πίσω από μια κολόνα. Δεν ήθελε να τη δει κανείς με τα χέρια αδειανά. Οι άλλοι προσκυνούσαν το Χριστό, άναβαν το κεράκι τους και του πρόσφεραν το δώρο τους.
Εκείνη γονάτισε κοιτάζοντας τη φάτνη από μακριά και ψιθύρισε:
– Αχ, Παναγίτσα μου, φέτος δε θα έρθω στη λειτουργία. Δεν έχω να χαρίσω τίποτε στο παιδί σου που γεννήθηκε. Η μητέρα μου αρρώστησε. Δεν έχουμε καθόλου χρήματα. Θα το εξηγήσεις στο Χριστό γιατί δεν του έφερα δώρο;
Ο κόσμος είχε αρχίσει να ψάλλει μαζί με τον παπά το «Χριστός γεννάται σήμερον». Τα μάτια της Μαρίας θόλωσαν από τα δάκρυα, βγήκε από την κρυψώνα της κι έτρεξε προς …το σπίτι της. Δεν είχε κάνει ούτε τρία βήματα, όταν άκουσε πίσω της μια φωνή να τη ρωτάει:
– Γιατί κλαις, κοριτσάκι μου, μια τέτοια χαρούμενη μέρα;
Ήταν μια γριούλα με γλυκό πρόσωπο και μάτια γεμάτα καλοσύνη.
– Κλαίω, γιαγιάκα, γιατί δε μου περισσεύει ούτε μια δεκάρα, για ν’ αγοράσω ένα δώρο στο Χριστό.
– Γι’ αυτό κλαις, Μαρία; Ο Χριστός ευχαριστιέται και μόνο που τον σκέφτεσαι. Και μόνο που τον αγαπάς. Να, κοίταξε εκείνον το θάμνο με τα πράσινα φύλλα.
– Γιατί δεν κόβεις ένα μπουκέτο να του το πας;
Το κορίτσι σταμάτησε τα κλάματα, έσκυψε, κι άρχισε να κόβει ένα μπουκέτο από κλαδιά. Έκοψε αρκετά, ώσπου η αγκαλιά της δε χωρούσε πια άλλα.
– Φτάνουν αυτά, γιαγιάκα; ρώτησε τη γριούλα κοιτάζοντας πίσω της, αλλά εκείνη είχε εξαφανιστεί.
Η Μαρία με τα κλαδιά στην αγκαλιά της προχώρησε θαρρετά και μπήκε στην εκκλησία μ’ ένα χαμόγελο αγαλλίασης. Όλα έλαμπαν στο φως των κεριών. Ο κόσμος έψελνε με κατάνυξη. Περπάτησε πάνω στο κόκκινο χαλί που απλωνόταν μπροστά στη φάτνη κι απόθεσε το δώρο της.
– Κοιτάτε αυτό το κοριτσάκι, είπε χαμηλόφωνα μια γυναίκα. Φέρνει κλαδιά από θάμνους στο Χριστό. Και μη χειρότερα.
Όταν τελείωσε το τροπάριο ακούστηκαν ψίθυροι στην εκκλησία.
– Κοιτάξτε, κοιτάξτε τα κλαδιά των θάμνων!
Η Μαρία ήταν ακόμα γονατιστή με σταυρωμένα τα χέρια της. Ακούγοντας τις φωνές, σήκωσε το κεφάλι της τρομοκρατημένη και είδε τα κλαδιά, τα δικά της κλαδιά, να έχουν ανθίσει και να έχουν βγάλει κάτι όμορφα κόκκινα λουλούδια που έμοιαζαν με αστέρια.
– Μα τι έγινε;
– Θαύμα!
– Ήτανε θάμνοι κι έβγαλαν λουλούδια!
Ο παπάς και το πλήθος γονάτισαν μπροστά στη φάτνη, δοξολογώντας το Χριστό γι’ αυτό το ανεξήγητο φαινόμενο.
Η γριούλα – ποια να ‘ταν άραγε; – είχε δίκιο. Το δώρο που δίνεται από την καρδιά είναι το πιο αξιόλογο δώρο. Τα φτωχά κλαδάκια ήταν το πιο σημαντικό δώρο που είχε πάρει ο Χριστός εκείνη τη μέρα…
Από τότε, κάθε χρόνο, τις μέρες των Χριστουγέννων, αυτοί οι θάμνοι ανθίζουν με τα αμέτρητα κόκκινα αστράκια τους, κι ο κόσμος τα ονομάζει «λουλούδια των Χριστουγέννων».
Από το μακρινό εκείνο χωριό έφτασαν και στην πατρίδα μας κι ο κόσμος τα ονόμασε «Άστρα του Χριστού».

Της Ελένης Χουκ – Αποστολοπούλου, Από το βιβλίο «Να τα πούμε; Να τα πείτε!»
https://simeiakairwn.wordpress.com/

Πώς να παρηγορούμε σωστά



άγιος Ισίδωρος Πηλουσιώτης
ΣΤΟΝ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ ΑΦΡΟΔΙΣΙΟ. Για την παρηγοριά από τη διήγηση των συμφορών.
Επειδή η διήγηση των λυπηρών γεγονότων φέρνει κάποια παρηγοριά σ’ αυτόν που είναι βυθισμένος στη λύπη, και μάλιστα όταν γίνεται σε πραγματικούς φίλους (γιατί η σιωπή συντελεί στην αύξηση της συμφοράς.
Πολλοί που έδειξαν υπομονή και παρέδωσαν αυτά στη σιωπή, έπεσαν σε φοβερά πάθη), πρέπει αυτούς που θέλουν να διηγηθούν τις συμφορές τους, να τους δεχόμαστε ήρεμα, και αφού ανακουφιστεί το πάθος με τη διήγηση, τότε να προσφέρουμε την ενδεχόμενη θεραπεία.
Γιατί, εάν από την αρχή τους αποστομώσουμε, και τη φήμη ασυμπαθών θα αποκτήσουμε, και θα κάνουμε τη βοήθειά μας ασθενή, επειδή την απωθεί το αποκορύφωμα της λύπης.
Εάν όμως επιθέσουμε το φάρμακο μετά την ανακούφιση του πόνου, θα κερδίσουμε δύο πράγματα, και το να γίνουμε συμπαθείς, και το να μη κάνουμε λάθος στη θεραπεία.

(ΕΠΕ έργα Ισιδώρου τόμος 3,21)
https://simeiakairwn.wordpress.com/

Είμαστε σκληροτράχηλοι, αγύριστα κεφάλια..



π. Συμεών Κραγιόπουλος
Θεώρησα καλό να αναφέρω αυτά τα λόγια που ακούσαμε στο αποστολικό ανάγνωσμα, και τα οποία είπε ο πρωτομάρτυς Στέφανος εκεί στο δικαστήριο, στους αρχιερείς και στους πρεσβυτέρους που τον κατεδίκασαν σε θάνατο.
Οι οποίοι αρχιερείς και πρεσβύτεροι ατένισαν στο πρόσωπό του και είδαν να είναι πρόσωπο αγγέλου. Αυτό σημαίνει ότι, και όταν κανείς φθάνει στο σημείο να δει μερικά από αυτά που ο Θεός φανερώνει, πάλι δεν μπορεί να δει την αλήθεια.
Αναφέρθηκε ο πρωτομάρτυς στην όλη ιστορία του Ισραήλ από τότε που ο Θεός κάλεσε τον Αβραάμ. Στο τέλος απευθυνόμενος σ’ αυτούς που έχει μπροστά του τους είπε: «Σκληροτράχηλοι και απερίτμητοι τη καρδία». Είστε σκληροτράχηλοι· αγύριστα κεφάλια. Έχετε απερίτμητη καρδιά. Σκληρή επίσης είναι η καρδιά σας και πάντοτε αντιπίπτετε, αντιτάσσεσθε, αντιδράτε, δεν υποτάσσεσθε, δεν συγκατατίθεσθε, δεν επηρεάζεσθε, δεν δίνετε τον εαυτό σας στο Πνεύμα του Θεού.
Αυτά τα λόγια ο πρωτομάρτυς τα λέει σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι εχθροί του Θεού, σε ανθρώπους οι οποίοι δεν είναι αδιάφοροι στα θέματα τα θρησκευτικά. Έχουν πολύ ενδιαφέρον, έχουν πολύ ζήλο, είναι η ίδια η αφρόκρεμα του Ισραήλ. Και όμως είναι σκληροτράχηλοι, όπως είπαμε, αγύριστα κεφάλια και με σκληρή καρδιά στις σχέσεις τους με τον Θεό και πάντοτε αντιδρούσαν στο Πνεύμα του Θεού.
Αυτό το βλέπουμε σ’ όλη την ιστορία του Ισραηλιτικού λαού. Απορεί κανείς από μια πλευρά πώς ο Θεός έχει τη μακροθυμία, έχει την υπομονή να ασχολείται μ’ έναν τέτοιο λαό, ο οποίος είναι τόσο σκληροτράχηλος και τόσο αντιδραστικός. Όμως πάντοτε υπάρχουν και εκείνοι οι οποίοι υποτάσσονται στον Θεό, υπακούουν στον Θεό, εκείνοι που μαλακώνει η καρδιά τους ενώπιον του Θεού, εκείνοι οι οποίοι επηρεάζονται από το Πνεύμα του Θεού και οδηγούνται από το Πνεύμα του Θεού. Είναι κάτι που συμβαίνει πάντοτε.
* * *
Προσωπικώς, θα ήθελα να πω ότι η μεγάλη αμαρτία που έχουμε σήμερα εμείς οι χριστιανοί, οι καλοί χριστιανοί – όχι οι μη καλοί· εκείνοι είναι άλλο πράγμα – όσο κι αν τυχόν μας φανεί παράξενο, είναι αυτή: Δεν είμαστε αδιάφοροι. Είμαστε θρησκευτικότατοι, με πολύ ζήλο. Είμαστε άνθρωποι που συνεχώς αναφέρουμε τον Θεό, άνθρωποι που συνεχώς ενδιαφερόμαστε για τα του Θεού, για τις σχέσεις μας με τον Θεό. Όμως ένας πρωτομάρτυς Στέφανος, ένας άγιος, δεν θα δυσκολευόταν ή, μάλλον, με όλη τη δύναμη της ψυχής του θα μας έλεγε: «Σκληροτράχηλοι και απερίτμητοι τη καρδία… αεί τω Πνεύματι τω Αγίω αντιπίπτετε».
Βέβαια θα ήταν σαν κεραυνός αυτός ο λόγος επάνω στα κεφάλια μας, κεραυνός εν αιθρία. Θα παραξενευόμασταν. Θα κοιτάζαμε γύρω μας μήπως το λέει σ’ άλλους και όχι σ’ εμάς, καθώς έχουμε τόσο καλή ιδέα για τον εαυτό μας, τόσο μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μας. Όμως βαθιά μέσα μας ίσως δεν έχουμε υποταχθεί ακόμη στο Πνεύμα του Θεού. Βαθιά μέσα μας ίσως ακόμη δεν έχει λιώσει η καρδιά μας μπροστά στην αγάπη του Θεού και δεν έχουμε σκύψει τον τράχηλό μας, το κεφάλι μας, στην υπακοή του Χριστού.
Καθένας μας έχουμε φτιάξει αυτή τη θρησκεία για την οποία τόσο ζήλο έχουμε στα μέτρα μας, όπως μας βολεύει, όπως μας αρέσει και δεν μας βγάζει τίποτε από εκεί, όσο κι αν η Χάρις του Θεού, όσο κι αν το Πνεύμα του Θεού επιμένει και προσπαθεί, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, να μαλακώσει την καρδιά μας, να σκύψει τον τράχηλό μας. Όσο κι αν το Πνεύμα του Θεού θέλει να μας βάλει στην υπακοή του Χριστού, όσο κι αν το Πνεύμα του Θεού θέλει να μας βγάλει από τα δικά μας τα καλούπια, από το δικό μας το κανάλι, τη δική μας τη θρησκευτικότητα, την έπαρσή μας, την καλή ιδέα που έχουμε για μας, εμείς μένουμε αγύριστα κεφάλια.
* * *
Τη Γέννηση του Κυρίου μας γιορτάζουμε, και όμως δεν μας επηρεάζει. Ή, καλύτερα, ας το πω πιο ήπια: άραγε πόσο μας επηρεάζει αυτή η συγκατάβαση του Θεού μας, αυτή η ταπείνωση, αυτή η αγάπη του Θεού μας, αυτή η κένωση του Θεού μας, που ο Θεός γίνεται άνθρωπος και αφήνει τη θεότητα χωρίς να την αφήνει, αλλά αφήνει ακόμη και το ανθρώπινο θέλημα και υποτάσσεται στο θέλημα του Θεού; Πόσοι άραγε επηρεαζόμαστε; Πόσους άραγε επηρεάζει το πνεύμα του σπηλαίου, το πνεύμα της φάτνης, το πνεύμα του Σταυρού που αρχίζει από τη στιγμή της Γεννήσεως;
Όλα αυτά τα λαμβάνουμε υπόψιν μας, γιορτάζουμε όλα αυτά τα γεγονότα, αλλά μ’ άλλο πνεύμα· με δικό μας πνεύμα, με δική μας θρησκευτικότητα, και απορεί κανείς: σε ποιον Θεό πιστεύουμε; Ποιον Θεό λατρεύουμε; Ποιον Χριστό προσκυνούμε; Ποιον Χριστό ακολουθούμε; Αυτόν τον αληθινό Χριστό, αυτόν που έτσι ήρθε και έτσι έζησε και έτσι έφυγε ή έναν Χριστό που τον φτιάξαμε εμείς, έναν Χριστό όπως τον φτιάχνει ο καθένας;
Δεν κατηγορούμε αυτή τη στιγμή, για να σπεύσει κάποιος να πει: «Είμαστε τόσο κουρασμένοι, είμαστε τόσο ταλαιπωρημένοι! Κι αυτά από πάνω;» Κουραζόμαστε, ταλαιπωρούμαστε, όχι για άλλο λόγο· η αμαρτία μας κουράζει. Και, αν θέλετε, όχι απλώς οι διάφορες πτώσεις και τα διάφορα αμαρτήματα· αυτά τα τακτοποιεί ο Θεός. Σε παίρνει και σε κάνει αγγελούδι. Σε παίρνει ο Θεός και σε κάνει καινούργιο άνθρωπο. Εκείνο που κουράζει, εκείνο που τυραννεί και που θ’ αφήσει τον άνθρωπο στην τυραννία του και στην κούρασή του είναι ακριβώς αυτό το σκληροτράχηλο, αυτό το απερίτμητο, αυτή η αντίδραση που έχει μέσα του, που δεν θέλει να υποταχθεί στο θέλημα του Θεού και θέλει να κάνει του κεφαλιού του.
Επομένως, δεν λέγονται αυτά, για να κατηγορήσουμε κάποιον. Λέγονται αυτά, για να δούμε, έστω τώρα, καλύτερα τα πράγματα και να κτυπήσουμε αλύπητα αυτό ακριβώς το οποίο μας κολάζει, αυτό ακριβώς το οποίο μας τυραννεί και μας βασανίζει, αυτό ακριβώς το οποίο μας κάνει τη ζωή να είναι τόσο δυστυχισμένη και να είναι τόσο ταλαίπωρη, ενώ είμαστε χριστιανοί ορθόδοξοι, χριστιανοί βαπτισμένοι, μέλη της Εκκλησίας του Χριστού.

Από το βιβλίο: π. Συμεών Κραγιοπούλου, “Συνάξεις Δωδεκαημέρου”, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 1999, σελ. 112.
https://simeiakairwn.wordpress.com/

Τι να κάνουμε για να σωθούμε, να κερδίσουμε την Βασιλεία του Θεού, γιαγιά;



Η κυρά “Βασιλικούλα” η Στερεοελλαδίτισσα
Ένα άλλο θαυμαστό πρότυπο υπομονής είναι η κυρά- Βασιλικούλα, που ήρθε στο Μοναστήρι, προσκυνήτρια της Παναγιάς. Μικροσκοπική, αποστεωμένη, σκεβρωμένη, θαρρείς σαν τα παλιά σκαριά τα θαλασσοδαρμένα αλλά ανίκητα απ’ τον χρόνο και την ταλαιπωρία, έμοιαζε η γριούλα που ήρθε να λειτουργηθεί την Κυριακή των Μυροφόρων στο μοναστήρι. Τα μάτια της μισοσβησμένα από τον “καταρράκτη” , φαίνονταν να διαθέτουν μία άλλη όραση, πιο οξεία και μακρινή.
Μετά την θεία Λειτουργία άνοιξε την ψυχή της και βγήκαν οι θησαυροί της καρδιάς της.
“Έζησα, είπε, ένα μαρτύριο στη ζωή μου, αλλά ευχαριστώ τον Κύριο! Ήμουν ορφανή και με πάντρεψε ένας θείος μου και μου ‘δωσε έναν Γολγοθά! Μια ζωή ξύλο και καταφρόνια. Έκανα αυτό το παιδί, ανάπηρο στο μυαλό (είπε κι έδειξε καθισμένον σε μια καρέκλα πιο πέρα έναν ανάπηρο πνευματικά με άσπρα μαλλιά ) . Αυτός είναι ο γιος μου. Προσευχηθείτε γι’ αυτόν. Αυτός θα με τραβήξει πάνω, στην Βασιλεία του Θεού” !
Κάποια μοναχή την ρώτησε:
– Τί να κάνουμε για να σωθούμε, να κερδίσουμε την Βασιλεία του Θεού, γιαγιά;
– Στην έρημο, παιδί μου!
– Ποια είναι η έρημος, γιαγιά;
– Να βλέπεις και να μη βλέπεις, να ακούς και να μην ακούς, και να σιωπάς!
Όσοι την άκουγαν, θαύμασαν. Μόνον φιλοκαλικός Πατέρας της Εκκλησίας θα μπορούσε να πει αυτά τα λόγια. ( Μακάριος ο Αιγύπτιος ) .
Και τελείωσε επαναλαμβάνοντας:
– Την Βασιλεία του Χριστού μην χάσουμε, την Βασιλεία Του. Να μας τραβήξει επάνω να σωθούμε!...

Από το βιβλίο: «Εκφράσεις του πνευματικού κόσμου – Ουράνια μηνύματα – Θαυμαστά γεγονότα» – Ιερά Μονή Παναγίας Βαρνάκοβας.
https://simeiakairwn.wordpress.com/