Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020

Η δικαιολογία γεννιέται από την αμετανοησία μας



Τα λόγια μας τα καταθέτουμε,ως επί το πλείστον, προς υποστήριξη του εαυτού μας. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη αποτυχία από αυτήν. Ο καθένας αναγνωρίζει τον εαυτό του ως αυθεντία και όχι τον Θεό.
Λέμε πάντα “ναι μεν, αλλά…”. Ο Θεός έκανε εκείνο, όμως…Ο Χριστός μας είπε εκείνο, όμως…Οι άγιοί μας πάθανε εκείνο, υπέμειναν το άλλο, όμως…
Έλεγε ο Γέροντας Αιμιλιανός ο Σιμωνοπετρίτης: “Μπορείς να είσαι βέβαιος ότι αυτό που θα πεις ή θα κάνεις τώρα θα το γράψει ο ουρανός, και ότι θα το ακούσουν και θα χαρούν οι άγγελοι; Αν ναι, τότε πές το, και κάντο”.
Εάν κάνουμε αυτοκριτική θα δούμε ότι παραμένουμε ίδιοι, ίσως αλλάζουμε και προς το χειρότερο.
Γεμίζουμε ιδιοτροπίες αντί να γινόμαστε πιο απλοί, γινόμαστε πιο δύσκολοι άνθρωποι, δύστροποι, απαιτητικοί.
Αντί να αποκτούμε ταπείνωση παραμένουμε στην έπαρση.
Κυλάει λοιπόν η ζωή μας και αντί να συνειδητοποιούμε ότι είμαστε «πολύ λίγοι» νομίζουμε ότι είμαστε «επαρκείς», ότι δεν χρειάζεται να αλλάξουμε κάτι, ότι αρκεί η ζωή μας όπως είναι ώστε να σωθούμε.
Ο σημερινός τρόπος ζωής και σκέψης μας πασχίζει να σωθεί ενδοκοσμικά, να αποκτήσει έναν επίγειο παράδεισο, επίγεια αγαθά και επίγειες χαρές.
Πασχίζουμε να ζήσουμε χρόνια πολλά και όχι χρόνια θεάρεστα.
Γερνούμε, μα δεν γινόμαστε πιο σοφοί, διότι γερνούμε μέσα στην αμετανοησία μας, λέμε ότι: θέλουμε να αλλάξουμε μα δεν μπορούμε.
Όλα μπορούμε να τα καταφέρουμε, αρκεί να το θελήσουμε.
Και αυτό δεν είναι ψέμα.
Ψέμμα είναι κάθε δικαιολογία που γεννά ο λογισμός της αυτοδικαίωσής μας και μας κρατά δούλους της αμαρτίας.

https://www.askitikon.eu/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



Πρὸς Κολασσαεῖς Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα 1:1-3;7-11
Παῦλος, ἀπόστολος ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ διὰ θελήματος Θεοῦ, καὶ Τιμόθεος ὁ ἀδελφός τοῖς ἐν Κολοσσαῖς ἁγίοις καὶ πιστοῖς ἀδελφοῖς ἐν Χριστῷ· χάρις ὑμῖν καὶ εἰρήνη ἀπὸ Θεοῦ πατρὸς ἡμῶν. Εὐχαριστοῦμεν τῷ Θεῷ Πατρὶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ πάντοτε περὶ ὑμῶν προσευχόμενοι, ἀφ' ἧς ἡμέρας ἠκούσατε καὶ ἐπέγνωτε τὴν χάριν τοῦ Θεοῦ ἐν ἀληθείᾳ, καθὼς καὶ ἐμάθετε ἀπὸ ᾽Επαφρᾶ τοῦ ἀγαπητοῦ συνδούλου ἡμῶν, ὅς ἐστιν πιστὸς ὑπὲρ ἡμῶν διάκονος τοῦ Χριστοῦ, ὁ καὶ δηλώσας ἡμῖν τὴν ὑμῶν ἀγάπην ἐν Πνεύματι. Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς, ἀφ᾽ ἧς ἡμέρας ἠκούσαμεν, οὐ παυόμεθα ὑπὲρ ὑμῶν προσευχόμενοι καὶ αἰτούμενοι ἵνα πληρωθῆτε τὴν ἐπίγνωσιν τοῦ θελήματος αὐτοῦ ἐν πάσῃ σοφίᾳ καὶ συνέσει πνευματικῇ, περιπατῆσαι ὑμᾶς ἀξίως τοῦ Κυρίου εἰς πᾶσαν ἀρεσκείαν, ἐν παντὶ ἔργῳ ἀγαθῷ καρποφοροῦντες καὶ αὐξανόμενοι εἰς τὴν ἐπίγνωσιν τοῦ Θεοῦ, ἐν πάσῃ δυνάμει δυναμούμενοι κατὰ τὸ κράτος τῆς δόξης αὐτοῦ εἰς πᾶσαν ὑπομονὴν καὶ μακροθυμίαν, μετὰ χαρᾶς.

Νεοελληνική απόδοση:
  Ὁ Παῦλος, ἀπόστολος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, καὶ ὁ Τιμόθεος ὁ ἀδελφός, πρὸς τοὺς ἁγίους καὶ πιστοὺς ἀδελφοὺς ἐν Χριστῷ, ποὺ εἶναι εἰς τὰς Κολοσσάς· χάρις νὰ εἶναι σ’ ἐσᾶς καὶ εἰρήνη ἀπὸ τὸν Θεὸν Πατέρα μας καὶ ἀπὸ τὸν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν. Εὐχαριστοῦμεν πάντοτε τὸν Θεὸν καὶ Πατέρα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ γιὰ σᾶς, ὅταν προσευχώμεθα, Ἔτσι τὴν ἐμάθατε ἀπὸ τὸν ἀγαπητὸν Ἐπαφρᾶν, τὸν σύνδουλόν μας, ὁ ὁποῖος εἶναι πιστὸς ὑπηρέτης τοῦ Χριστοῦ πρὸς χάριν σας, ὁ ὁποῖος καὶ μᾶς ἔκανε γνωστὴν τὴν ἐν Πνεύματι ἀγάπην σας. Διὰ τοῦτο καὶ ἐμεῖς, ἀπὸ τὴν ἡμέραν ποὺ τὸ ἀκούσαμε δὲν ἐπαύσαμε νὰ προσευχώμεθα γιὰ σᾶς καὶ νὰ παρακαλοῦμεν νὰ λάβετε τελείαν γνῶσιν τοῦ θελήματός του μὲ ὅλην τὴν σοφίαν καὶ πνευματικὴν σύνεσιν, ὥστε νὰ ζῆτε κατὰ τρόπον ἄξιον πρὸς τὸν Κύριον καὶ νὰ ἀρέσετε εἰς αὐτὸν καθ’ ὅλα, φέροντες ὡς καρπὸν κάθε εἴδους καλὰ ἔργα καὶ αὐξάνοντες εἰς ἀκριβῆ γνῶσιν περὶ τοῦ Θεοῦ. Προσευχόμεθα νὰ δυναμωθῆτε εἰς κάθε δύναμιν, σύμφωνα πρὸς τὴν ἔνδοξον παντοδυναμίαν του, διὰ νὰ δείχνετε ὑπομονὴν καὶ μακροθυμίαν εἰς τὸ κάθε τι, καὶ νὰ εὐχαριστῆτε μὲ χαρὰν τὸν Πατέρα.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


 
Ο αμελής είναι δυστυχής άνθρωπος, γιατί αγνοεί, ότι ζει για να τελειοποιηθεί, αγνοεί πως κλήθηκε για μεγάλα ύψη δόξσς. Αγνοεί, ότι είναι κυκλωμένος από πλήθος χαρίτων, έτοιμων να του προσφέρουν κάθε είδος πνευματικής ευφροσύνης και αποφεύγει να σηκώσει τσ μάτια του, για να τις ατενίσει. Αγνοεί, ότι στον κόπο βρίσκεται η ευφροσύνη, στη μελέτη ευτυχία, στην εργασία η χαρά, στην επιμέλεια η δόξα, η τιμή και τα στεφάνια. Αγνοεί, ότι στον κόσμο αυτό ήρθε για να αγωνιστεί, ότι ο βίος είναι αγώνας για την αρετή. Αγνοεί, ότι βαδίζει προς την αιωνιότητα. Ξέχασε, ότι είναι υπόλογος ενώπιον του Θείου Δημιουργού που τον έπλασε, ότι θα του απαιτηθεί το τάλαντο που έκρυψε στη γη, μαζί με τον τόκο και το επιτόκιο. Ξέχασε, πως είναι δούλος Κυρίου, που πρόκειται να έρθει, σε ώρα που δεν περιμένει. Λησμόνησε, ότι τον περιμένει μέλλουσα ζωή και μέλλουσα καταδίκη... 

(Άγιος Νεκτάριος)

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2020

Κυριακή Στ΄ Λουκά στη Μονή Επανωσήφη (Φώτο)























 

Αγρυπνία Αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου στη Μονή Επανωσήφη (Φώτο)















 

Ο μοναχός που έλεγε συνέχεια την ευχή της Παναγίας



Ένας Χριστιανός ονόματι Ιωάννης ήταν πολύ ευλαβής και πλούσιος αλλά αγράμματος. Είχε λίγη περιουσία, την μοίρασε όλη στους φτωχούς και πήγε στο Μοναστήρι.
Όμως στενοχωριότανε επειδή δεν ήξερε να διαβάζει προσευχές όπως οι άλλοι μοναχοί, γιατί είχε δύσκολο νου και δεν έπαιρνε καθόλου τα γράμματα. Δεν γνώριζε ούτε μία ευχή να πει απ’ έξω, ούτε το Πάτερ Ημών.
Οι πατέρες προσπάθησαν να του μάθουν γράμματα, του ερμήνευσαν προσευχές, ψαλμούς. Δεν μπορούσε να μάθει τίποτα. Κάποιος όμως έμπειρος και ενάρετος γέροντας προσφέρθηκε τότε να τον βοηθήσει. Του διάβασε μια-μια λοιπόν όλες τις ευχές και τον ρώτησε ποια του φαινόταν ωραιότερη για να την μάθει. Πιο πολύ μ’ αρέσει, λέει, το Θεοτόκε Παρθένε. Και ο ενάρετος αυτός μοναχός έβαλε κόπο πολύ και του ‘μαθε την ωραία αυτή ευχή προς την γλυκιά μας Παναγία, που λέει:
«Θεοτόκε Παρθένε, Χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ, εὐλογημένη, σὺ ἐν γυναιξί, καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου, ὅτι Σωτῆρα ἔτεκες τῶν ψυχῶν ἡμῶν.»
Όταν με την συνεχή επανάληψη και την πολυκαιρία επιτέλους την αποστήθισε ο αμαθής μοναχός χάρηκε πολύ, σαν να απέκτησε θησαυρό πολύτιμο και την έλεγε ασταμάτητα εκατοντάδες φορές την μέρα και την νύχτα και στις αγρυπνίες και παντού. Τα χείλη του συνεχώς εκινούντο. Απέφευγε να λέγει λόγια περιττά και απομακρυνόταν από τους άλλους μοναχούς για να λέει όλο και περισσότερο την προσευχή αυτή και να απολαμβάνει την γλυκύτητά της.
–Γιατί μας αποφεύγεις ευλογημένε, του είπε μια ημέρα ένας αδελφός.
–Για να λέω κάποτε κάποτε το Χαίρε Μαρία αδελφέ μου, γιατί είμαι αμαρτωλός.
Από τότε λοιπόν οι πατέρες χαϊδευτικά τον πείραζαν και τον έλεγαν Χαίρε Μαρία και όχι με το όνομά του. Έλα εδώ Χαίρε Μαρία, πήγαινε εκεί Χαίρε Μαρία, κάνε τούτο Χαίρε Μαρία, κάνε το άλλο.
Ετούτος όμως ο μακάριος τα δεχόταν όλα με χαρά και αγαλλίαση. Έλεγε λοιπόν αδιάκοπα για πολλά χρόνια και με πολύ ευλάβεια την αγία αυτή ευχή στην Υπεραγία Θεοτόκο, ως την ώρα της κοιμήσεώς του που χωρίστηκε η μακαρία και ευλογημένη ψυχή του απ’ το σώμα του.
Οι μοναχοί κατά τον θάνατό του, καθώς διάβαζαν το ψαλτήριο και εν συνεχεία την νεκρώσιμο ακολουθία του, αισθάνθηκαν όλοι τους μια άρρητη ευωδία που προερχόταν από το ιερό του λείψανο και γι’ αυτόν τον λόγο τον ενταφίασαν σε έναν ξεχωριστό τόπο πίσω από το Άγιον Βήμα. Η ευωδία αυτή όχι μόνο δεν λιγόστεψε μετά την ταφή αλλά καθημερινά και αυξάνετο.
Την ενάτη μέρα όταν πήγαν με τον Ηγούμενο να του διαβάσουν τρισάγιο και να τον μνημονεύσουν, είδαν ένα παράδοξο θαύμα και απόρησαν όλοι. Είχε φυτρώσει στον τάφο του ένας ωραιότατος κρίνος και στο κάθε φύλλο του ήσαν γραμμένα με χρυσά γράμματα οι λέξεις Χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία. Η ευωδία του κρίνου εκείνου δεν έμοιαζε με την μοσχοβολιά κανενός επιγείου άνθους.
Τότε ο Ηγούμενος είπε στους αδελφούς. Πατέρες μου από αυτό το θαυμάσιο ας γνωρίσουμε πόση αγιοσύνη είχε τούτος ο τρισμακάριος και πόσο πόθο και αγάπη έτρεφε προς την Κυρία μας του ουρανού την Υπεραγία Θεοτόκο. Ασφαλώς η ρίζα αυτή του κρίνου θα βρίσκεται βαθειά στην καρδιά του.
Όταν πέρασαν τα τρία χρόνια στην εκταφή, όπως μας διασώζει η ευσεβής παράδοσις, είδαν με τα μάτια τους οι μοναχοί και διαπίστωσαν ότι ο κλώνος αυτού του υπερθαυμαστού ολολεύκου κρίνου εξήρχετο απ ‘το στόμα του. Οι δε ρίζες του ήσαν ριζωμένες στην άλειωτη και ευωδιάζουσα καρδιά του. Από εκεί είχε φυτρώσει ο ιερός εκείνος κρίνος.
Όλο του το σώμα, τα οστά του δηλαδή, ήτανε λειωμένα με χρώμα κεχριμπαριού και μόνο αυτό το κομμάτι ήταν άλειωτο, πράγμα το οποίον το βλέπουμε και στις ημέρες μας όταν εγένετο η εκταφή, η ανακομιδή των λειψάνων του Οσίου Λουκά, Επισκόπου Συμφερουπόλεως, ιατρού και θαυματουργού. Όλα ήσαν λειωμένα πλην της καρδιάς του.

Ομιλεί ο π. Στέφανος Αναγνωστόπουλος
http://inpantanassis.blogspot.com/

Δεν την αφήνει



Όπου υπάρχει φόβος, εκεί υπάρχει και τήρηση των εντολών.
Όπου πάλι υπάρχει τήρηση των εντολών, εκεί γίνεται και κάθαρση της σάρκας, του νέφους αυτού το οποίο εμποδίζει την ψυχή και δεν την αφήνει να δει καθαρά την θεϊκή ακτίνα. 
Και όπου υπάρχει κάθαρση, εκεί υπάρχει και θείος φωτισμός.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος
http://inpantanassis.blogspot.com/