Τετάρτη 29 Ιουλίου 2015

Γιατί να θέλω να είμαι ορθόδοξος χριστιανός;


Του Θοδωρή Ρηγινιώτη

Το ερώτημα δεν αφορά μόνο στους αλλόθρησκους, αλλά και σε όλους τους βαφτισμένους ορθόδοξους χριστιανούς, που παλαντζάρουν ανάμεσα στην αμφιβολία και την απιστία, καθώς και τους χιλιάδες συμπατριώτες μας, που συνειδητά έχουν αρνηθεί το ορθόδοξο βάφτισμα, που τους πρόσφεραν κάποτε οι γονείς τους, κι έχουν διαγράψει τον εαυτό τους από μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού. 

Πολλοί απ’ αυτούς μάλιστα τώρα πολεμούν κιόλας την Εκκλησία και τη χριστιανική πίστη ή τη διασκευάζουν τροποποιώντας την «κατά τις απόψεις τους».

Επίσης, το ερώτημα αφορά και τους λεγόμενους «χριστιανούς της ταυτότητας» (αν και τώρα ούτε η ταυτότητα γράφει κάτι τέτοιο), δηλ. εκείνους που τυπικά είναι χριστιανοί, αλλά στη ζωή τους δε σκέφτονται ποτέ το Χριστό, εκτός αν είναι να Τον βλαστημήσουν (και τότε ακόμα δε σκέφτονται), ούτε πάνε στην εκκλησία (εκτός για κανένα μνημόσυνο), ούτε προσεύχονται και φυσικά για νηστεία ή εξομολόγηση ούτε λόγος…

Όλους αυτούς δεν τους κρίνω, απλώς επισημαίνω ότι τους αφορά το ερώτημα «γιατί να θέλω να είμαι ορθόδοξος χριστιανός;».

Ένας λόγος λοιπόν, για να θέλω να είμαι ορθόδοξος χριστιανός, είναι ότι η Ορθοδοξία είναι η μόνη θρησκεία, που διδάσκει ένα Θεό, ο οποίος έγινε άνθρωπος και άφησε τους ανθρώπους να τον βασανίσουν και να τον σκοτώσουν φρικτά, για να δώσει σε όλους τους ανθρώπους – ακόμα και στους βασανιστές Του – τη δυνατότητα να Τον γνωρίσουν, να Τον πλησιάσουν, να ενωθούν μαζί Του και να σωθούν στην αιωνιότητα.

Έγινε άνθρωπος και πέθανε ως άνθρωπος, για να καλέσει κοντά Του την ανθρωπότητα, που βασανιζόταν από το κακό, το θάνατο και το διάβολο, να την ενώσει σε ένα σώμα (την Εκκλησία*) και να της δώσει τη δυνατότητα απελευθέρωσης και αθανασίας. Το έκανε μάλιστα έτσι, με το να πεθάνει – αντί να επέμβει δυναμικά, ως παντοδύναμος, και να συντρίψει τους αμαρτωλούς – για να Τον πλησιάσει όποιος θέλει, ελεύθερα, χωρίς να επιβάλει σε κανέναν να Τον πιστεύει και να Τον λατρεύει. Και το έκανε από καθαρή και ανιδιοτελή αγάπη, χωρίς ο ίδιος να έχει να κερδίσει απολύτως τίποτα.

Μετά απ’ αυτό, νομίζω πως είναι φανερό ότι η οργισμένη διαμαρτυρία των ανθρώπων «γιατί υπάρχει το κακό και ο θάνατος στον κόσμο» έχει πάρει την απάντησή της. Το κακό και ο θάνατος έχουν νικηθεί κατά κράτος από το Θεό που έγινε άνθρωπος. Μόνο που Εκείνος προσκαλεί τον καθένα μας να πάρει μερίδιο απ’ αυτή τη νίκη με το να γίνει μέλος του πανανθρώπινου Σώματος του Χριστού, της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εκεί που ο άνθρωπος γίνεται άγιος και ζει αιώνια ενωμένος όχι μόνο με το Θεό, αλλά και με τους συνανθρώπους του και με τους αγγέλους και ακόμη και με όλα τα πλάσματα της Δημιουργίας.

Το κακό και ο θάνατος συνεχίζουν να υπάρχουν και να έχουν δύναμη (όχι όμως ενάντια στους αληθινούς χριστιανούς), επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι αρνούμαστε αυτή την πρόσκληση. Όποιος τη δέχεται, μπαίνει στην αφετηρία για ένα δρόμο ανηφορικό μεν, αλλά γεμάτο Φως, Αγάπη και Χαρά – γεμάτο Χριστό.

Μόνο που, όποιος δεχτεί την πρόσκληση, πρέπει ν’ αρνηθεί τον εγωισμό του και τις εγωιστικές νίκες και χαρές που είχε ώς τώρα, το παράνομο κέρδος, την κακία, τις αμαρτίες του κι ένα σωρό άλλα που τον κρατάνε υποχείριο του κακού και του θανάτου. Ν’ αρνηθεί ακόμα και την υποτιθέμενη καλοσύνη του και να την αντικαταστήσει με μια άλλη ιδιότητα: τη συγχώρηση (ακόμα και εκείνων που, με ανθρώπινα κριτήρια, «δεν αξίζουν» συγχώρηση). Κι όλα αυτά χρειάζονται αγώνα και στην αρχή πονάνε. Γι’ αυτό, λίγοι δέχονται την πρόσκληση.

Εκείνοι που, ενώ κάποτε βαφτίστηκαν χριστιανοί, τώρα απορρίπτουν το βάφτισμά τους ή αμφιβάλλουν αν έπρεπε να τους έχουν βαφτίσει (και μάλιστα «χωρίς να τους ρωτήσουν» – το επόμενο βήμα είναι ότι πολλοί αγανακτούν γιατί τους γέννησαν χωρίς να τους ρωτήσουν, αφού καμιά αληθινή χαρά δε βρίσκουν στον κόσμο), αγνοούν μερικά βασικά πράγματα για την Ορθοδοξία. Σ’ αυτό δεν φταίνε μόνο οι παπάδες, αλλά και ο καθένας από μας, γιατί σήμερα ακόμη και μέσω Ίντερνετ μπορείς να βρεις (εκτός από σαβούρα) και να μάθεις και μερικά σοβαρά πράγματα.

Αγνοούν ότι σκοπός του χριστιανικού ηθικού αγώνα δεν είναι η αποφυγή αμαρτωλών πράξεων (αφήνοντας την ψυχή να βράζει από καταπιεσμένες επιθυμίες, που γεννούν παθολογικές καταστάσεις και κάποτε εκρήγνυνται), αλλά η «νέκρωση των παθών», δηλαδή των εξαρτήσεων που, ριζωμένες στα βάθη της ψυχοσωματικής μας ύπαρξης, εμποδίζουν τον άνθρωπο ν’ ανοιχτεί με αγάπη προς το Θεό, το συνάνθρωπο και τα άλλα πλάσματα της δημιουργίας. Στην πραγματικότητα, η «νέκρωση» αυτή δεν είναι ακρωτηριασμός της ανθρώπινης προσωπικότητας, αλλά μεταμόρφωση των ψυχοσωματικών δυνάμεων από εμπαθείς σε απαθείς, δηλαδή σε δυνάμεις που προωθούν την αγάπη προς τον άλλο (Θεό, συνάνθρωπο, άλλα όντα) αντί να συστρέφουν τον άνθρωπο προς τον εαυτό του.

Ότι το αποτέλεσμα αυτού του αγώνα δεν είναι κάποια «μετά θάνατον» ανταμοιβή, έναντι της ασκητικής στέρησης κάθε απόλαυσης στην παρούσα ζωή (πράγμα εξαιρετικά ύποπτο, αφού έτσι «η Εκκλησία σου πουλάει κάτι, που δε μπορείς να το ελέγξεις παρά μόνο μετά το θάνατό σου»), αλλά η εδώ και τώρα μεταβολή του ανθρώπου σε θείο ον, που μπορεί να συμβεί στον καθένα – με προσπάθεια φυσικά – και να επαληθευτεί άμεσα με έρευνα στους γνωστούς ζώντες αγίους κάθε γενιάς.

Ότι χαρακτηριστικό αυτού του αγώνα δεν είναι η πειθήνια αποδοχή κάποιων αυθαίρετων κατασκευασμένων «δογμάτων», άνωθεν επιβαλλόμενων με τη βία ή την προπαγάνδα, όπως συνέβη στη μεσαιωνική δύση, αλλά η άμεση γνώση του Θεού, συσσωρευμένη μέσα στους αιώνες και ελεγμένη τόσο προσεχτικά, όσο η γνώση σε κάθε άλλο τομέα, όσο κάθε επιστήμη ελέγχει τη γνώση που αποκτάται με τις μεθόδους της. «Πίστη», στην ορολογία της Αγίας Γραφής και των αγίων Πατέρων (των αγίων διδασκάλων του χριστιανισμού), δε σημαίνει αποδοχή της ιδέας ότι υπάρχει Θεός (σημασία που έλαβε ο όρος στην εποχή μας), αλλά εμπιστοσύνη στο Θεό (για τον οποίο γνωρίζουμε με βεβαιότητα και δεν πιστεύουμε μόνον ότι υπάρχει) ότι η υπόσχεση για την ανάσταση των νεκρών και τη βασιλεία Του είναι αληθινή.

Ότι οι εντολές του Θεού δεν είναι «νόμος», που η παράβασή του επιφέρει την (ανελέητη μάλιστα και αιώνια) τιμωρία του αδύναμου παραβάτη από τον παντοδύναμο νομοθέτη, αλλά «αποκάλυψη στον κόσμο του τρόπου ζωής του Θεού» (της αγάπης) και οδηγίες προς τον άνθρωπο για μίμηση αυτού του τρόπου – η μίμηση αυτή θα θεραπεύσει τον άνθρωπο από τη μεγάλη ασθένεια, το θάνατο, φέρνοντάς τον σε ενότητα με το Θεό (παράδεισος), αντί του χωρισμού από αυτόν, που προκαλεί την απερίγραπτη οδύνη, την οποία ονομάζουμε κόλαση. «Πρέπει να ξέρουμε», γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, «ότι ο Θεός δεν κολάζει κανένα, αλλά ο καθένας κάνει τον εαυτό του κατάλληλο για μετοχή στο Θεό [δηλ. ένωση με το Θεό]. Η μετοχή στο Θεό είναι απόλαυση και η αμεθεξία στο Θεό κόλαση».



***

Όλα αυτά βέβαια έχουν κάποια αξία μόνο αν είναι αληθινά. Αν ο Θεός είναι κάτι υποκειμενικό και αναπόδεικτο, όλα τα παραπάνω δεν είναι παρά λόγια.

Όμως η ίδια η χριστιανική ζωή είναι η απόδειξη για όλ’ αυτά. Ζώντας αυτή τη ζωή, χιλιάδες άνθρωποι έχουν γίνει άγιοι, ακόμη και στην εποχή μας. Δε θέλεις να ψάξεις για τους γνωστούς σύγχρονους αγίους, π.χ. Παΐσιο, Πορφύριο, Ιάκωβο της Εύβοιας, Ευμένιο από τα Ρούστικα κτλ; Πήγαινε στον παπά της ενορίας σου (δηλαδή της εκκλησίας που λειτουργεί κάθε Κυριακή κοντά στο σπίτι σου) ή σ’ ένα μοναχό ή μοναχή σε κάποιο μοναστήρι κοντά στον τόπο σου και ζήτησέ του / ζήτησέ της να σου μιλήσει για σύγχρονους αγίους, να σου πει εμπειρίες από σύγχρονους αγίους ή και να σου υποδείξει αγίους που έζησαν ή ζουν στον ίδιο τόπο με σένα.

Πρόσεξε, υπάρχει περίπτωση να βρεθείς μπροστά σ’ έναν ολόκληρο κόσμο που ούτε φανταζόσουν ότι υπάρχει. Αλλά μετά, θα έχεις κι εσύ υποχρεώσεις, γιατί δε θα έχεις πλέον πλήρη άγνοια – υποχρεώσεις απέναντι στον εαυτό σου και τους δικούς σου, εννοώ, όχι «απέναντι στο Θεό», γιατί το Θεό δε μπορούμε ούτε να Τον ωφελήσουμε ούτε να Τον βλάψουμε. Υποχρεώσεις για τον τρόπο ζωής σου, για τον τρόπο ζωής μας.

Θέλω να είμαι ορθόδοξος χριστιανός, γιατί βλέπω τον κόσμο και είναι χάλια, βλέπω τον εαυτό μου και είναι χάλια, βλέπω το διπλανό μου και είναι χάλια, βλέπω τους έφηβους μαθητές μου και είναι χάλια, και όλοι εμείς / εσείς / αυτοί είμαστε «απελευθερωμένοι από τη θρησκεία του παππού μας» και ζούμε κυνηγώντας τις νέες «προσωπικές αξίες» που έφερε η προπαγάνδα της εποχής μας: το χρήμα, το σεξ, την «επιτυχία», την καριέρα, το «να κάνουμε ό,τι θέλουμε»… Όμως αυτά δεν έχουν κάνει τον κόσμο παράδεισο, αλλά τον έχουν παραδώσει στα χέρια των Πολυεθνικών, κάνοντας τους ανθρώπους σκλάβους τους. Μυρμηγκιές σκλάβων, καλωδιωμένων στους υπολογιστές και τα smartphones, που ψάχνουν παρηγοριά στο Facebook και τα σαββατιάτικα μπαρ ή στη γιόγκα και τα γυμναστήρια…

Ξέρω όμως ότι κανείς ινδουιστής γκουρού και κανείς «γκουρού της τεχνολογίας» δε θα δώσει τη λύση (μάλλον θα μας περιπλέξει ακόμη περισσότερο), για τον απλό λόγο ότι δε μας οδηγεί στο Χριστό. Και ότι ο Χριστός είναι η λύση – η νίκη κατά του θανάτου και κάθε δυστυχίας – το ξέρω πια, μετά από τόσους αιώνες χριστιανισμού στον τόπο μου, όπως το ξέρουν όλοι οι άγιοί μου και το ξέρανε και οι ταπεινές γιαγιάδες μας. Όπως το ξέρουν και σήμερα πολλοί άνθρωποι, ακόμη και καθηγητές πανεπιστημίου, που είναι πιστοί και ταπεινοί ορθόδοξοι χριστιανοί.

Να διευκρινίσουμε ότι χρειάζεται ταπείνωση για να εντάξει κάποιος τον εαυτό του στην Εκκλησία, την κατεξοχήν κοινωνία της ταπείνωσης, όπου στέκεσαι δίπλα στον εχθρό σου, κοινωνείς το ίδιο σώμα Χριστού και από το ίδιο Ποτήρι με τον εχθρό σου και προσεύχεσαι μαζί με τον εχθρό σου, και όπου εξομολογείσαι, δίνοντας τη μεγάλη μάχη κατά του εγωισμού και υπέρ της ταπείνωσης, που είναι το θεμέλιο ολόκληρης της πνευματικής προόδου.

Εδώ τελειώνω. Τα ’γραψα όλα αυτά – και συγχωρέστε με – γιατί «μέθυσα» απόψε από τον πόνο και την απελπισία που βλέπω στα δελτία ειδήσεων, στις ταινίες, στα σήριαλ, αλλά και στη ρηχότητα των πρωινάδικων και των δήθεν λύσεων μαζικής κατανάλωση που προτείνονται γύρω μου. Μέθυσα κι από το κρασί της Ανάστασης του Θεού μου, που προσφέρεται δωρεάν κάθε Κυριακή στις εκκλησιές μας, που έχουν ηλικία αιώνων και ένωσαν και ενώνουν το λαό μου εδώ και αιώνες.

Αλλά το κρασί αυτό δεν το πίνουμε ο καθένας μόνος του – προσφέρεται μέσα στην εκκλησία, όπου συναντιόμαστε όλοι μαζί, για να μάθουμε να συγχωρούμε, να συνυπάρχουμε και ν’ αγαπάμε. Προσφέρεται μέσα από την εξομολόγηση και τη θεία μετάληψη, που είναι η αρχή της θεραπείας της ψυχής μας από κάθε εξάρτηση, κάθε πάθος και κάθε πόνο, και κάθε αμαρτία, για να ντυθεί στα λευκά, σα νεογέννητο.

Και τα λόγια ενός «μεθυσμένου» τι αξία έχουν; Εκτός αν, μέσα στο «μεθύσι» του, λέει λόγια που ένας ξεμέθυστος δεν έχει το θάρρος να ξεστομίσει.

Σημείωση:

(*) Εκκλησία σημαίνει συγκέντρωση, συνάντηση (π.χ. η «εκκλησία του δήμου» στην αρχαία Αθήνα, που ήταν η συνέλευση των πολιτών). Στο χριστιανισμό «Εκκλησία» λέμε το σύνολο των χριστιανών, στις μεταξύ τους σχέσεις. Ο Χριστός είναι «η κεφαλή» της Εκκλησίας, που φροντίζει και υπερασπίζεται «τα μέλη», δηλ. όλους τους χριστιανούς – με αυτή την έννοια και ο απόστολος Παύλος γράφει ότι ο άντρας είναι «κεφαλή της γυναίκας», επειδή «η κεφαλή φροντίζει και τρέφει το σώμα της» κι όχι με την έννοια της εξουσίας (επιστολή του Παύλου προς Εφεσίους, κεφ. 5, στίχ. 28-29).

Εκκλησία λοιπόν δεν είναι το κτήριο, όπου γίνονται οι χριστιανικές τελετές (λειτουργίες κ.τ.λ.). Αυτό ονομάζεται «ναός». Επειδή όμως οι χριστιανοί (δηλ. η Εκκλησία) συγκεντρωνόμαστε στο ναό, έχει επικρατήσει οι ναοί να ονομάζονται «εκκλησίες» (=συγκεντρώσεις). 
http://theomitoros.blogspot.com

Η ζωή ενός παιδιού μέσα στην οικογένεια διαμορφώνει το μέλλον του!


Αν ένα παιδί ζει μέσα στην κριτική: Μαθαίνει να κατακρίνει.
Αν ένα παιδί ζει μέσα στην έχθρα: Μαθαίνει να καβγαδίζει.
Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ειρωνεία: Μαθαίνει να είναι ντροπαλό.
Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ντροπή: Μαθαίνει να αισθάνεται ένοχο.

    Αν ένα παιδί ζει μέσα στην κατανόηση: Μαθαίνει να είναι υπομονετικό.

Αν ένα παιδί ζει μέσα στην ενθάρρυνση: Μαθαίνει να έχει εμπιστοσύνη.
Αν ένα παιδί ζει μέσα στον έπαινο: Μαθαίνει να εκτιμά.
Αν ένα παιδί ζει μέσα στη δικαιοσύνη: Μαθαίνει να είναι δίκαιο.
Αν ένα παιδί ζει μέσα σε ασφάλεια: Μαθαίνει να πιστεύει.
Αν ένα παιδί ζει μέσα σε επιδοκιμασία: Μαθαίνει να έχει αυτοεκτίμηση.
Αν ένα παιδί ζει μέσα σε παραδοχή και φιλία: Μαθαίνει να βρίσκει την αγάπη μέσα στον κόσμο.

Ας απομακρύνουμε από το στόμα μας κοροϊδίες και βρισιές, και αισχρολογίες και κακολογίες, καθώς και την κακή συνήθεια των όρκων. | Αγ. Ίω. Χρυσόστομος
http://theomitoros.blogspot.com

Τήρηση αργίας


Οι χριστιανοί παλαιότερα σέβονταν πολύ την αργία, την τηρούσαν με φόβο Θεού, δεν ήταν μια απλή τυπική πράξη. Η τήρησή της ήταν πρόξενος ευλογίας και η παράβαση επέφερε δοκιμασίες και όλεθρο.
Σ’ ένα προσφυγικό τραγούδι λέγεται ότι έχασαν το  ωραίο τους χωριό, γιατί δεν τηρούσαν Κυριακές και γιορτές:
Αυτό μας έμελλε να πάθουμε,
Διότι δεν τηρούσαμε Κυριακές και γιορτές.
Αδιάβαστοι μείνανε των γονέων οι τάφοι.
Αχ ,Θεέ μας, εσύ λυπήσου μας.
Η αργία άρχιζε από τον Εσπερινό του Σαββάτου ή της παραμονής της εορτής. Μόλις χτυπούσε η καμπάνα οι γυναίκες έκαναν τον σταυρό τους και σταματούσαν το πλέξιμο ή τον αργαλειό. Ούτε και την σειρά δεν τελείωναν. Επίσης οι γεωργοί που ώργωναν, μόλις άκουγαν την καμπάνα του Εσπερινού , ξέζευαν τα βόδια και επέστρεφαν στο χωριό. Εθεωρείτο ντροπή και σκάνδαλο η παράβαση της αργίας και αποδοκιμαζόταν από όλους.
Προτιμούσαν να πάθουν καμιά ζημιά υλική στην σοδειά τους, παρά να καταπατήσουν την αργία και να αμαρτήσουν στον Θεό, παραβαίνοντας την εντολή Του. Η τήρηση της αργίας ήταν από τα πιο βασικά καθήκοντά τους, μαζί με τη νηστεία, την προσευχή, την ελεημοσύνη, τον εκκλησιασμό, φυσικά την εξομολόγηση αλλά και την  Θεία Κοινωνία.
Τα Μετέωρα επί Τουρκοκρατίας είχαν ένα μετόχι. Μία Κυριακή πρωί πήγαν οι εργάτες και έσπειραν σιτάρι. Όταν το έμαθε ο Ηγούμενος , αγανάκτησε και είπε ότι αυτό είναι αφωρισμένο διότι το έσπειραν την Κυριακή , και μάλιστα την ώρα που γινόταν η Θεία Λειτουργία. Όταν ήρθε ο καιρός του θερισμού πήγε ο Ηγούμενος και έβαλε φωτιά στο σιτάρι. Κάηκε όλο το κομμάτι που ήταν σπαρμένο την Κυριακή και το υπόλοιπο δεν το  πείραξε καθόλου η φωτιά, αλλά έσβησε μόνη της.
Η Γεωργία από το Νεοχώρι Μεσολογγίου σύζυγος του Επαμεινώνδα Μωραϊτου και κατόπιν κάτοικος Μεσολογγίου , διηγήθηκε: «Είχαμε την αγία Αικατερίνη ως προστάτρια του σπιτιού μας και αυτή την ημέρα κάναμε αργία. Μια φορά όμως ξεμείναμε από ψωμί και είπαμε να ζυμώσουμε καθώς εξημέρωνε η ημέρα της αγίας Αικατερίνης. Πράγματι, πιάσαμε το προζύμι, ζυμώσαμε και το αφήσαμε να φουσκώση, εν τω μεταξύ δε ετοιμάσαμε τον φούρνο. Όταν κοίταξα να δω αν σηκώθηκε το ζυμάρι για να το φουρνίσω, τι να δω! Μέσα από το ζυμάρι έβγαιναν μεγάλα σκουλήκια. Τότε κατάλαβα ότι η Αγία έδειξε το θαύμα της για να τηρούμε αργία στην μνήμη της».
Εκτός από την ακριβή τήρηση των καθιερωμένων αργιών άξιο θαυμασμού είναι και ο μεγάλος σεβασμός που είχαν οι γιαγιάδες μας και οι μητέρες μας στην Τετάρτη και την Παρασκευή. Διότι την Τετάρτη ημέρα επωλήθη και την Παρασκευή εσταυρώθη ο Κύριος. Αυτή την ευαισθησία την διαπιστώνουμε  και στην ζωή πολλών Αγίων. Π.χ. ο άγιος Αυξέντιος κάθε Παρασκευή έκανε αγρυπνία για να τιμήση το πάθος του Κυρίου. Αυτές τις ημέρες δεν τηρούσαν φυσικά αργία διότι δεν προβλέπεται. Πήγαιναν στο χωράφι, αλλά απέφευγαν επιμελώς να πλύνουν, να μπαλώσουν να λουσθούν και να ζυμώσουν. Αν είχε τελειώσει το ψωμί, έπαιρναν δανεικό.
Διηγείται η Βαρβάρα Αχιλλέως Τζίκα ότι στο χωριό Αύρα Καλαμπάκας, στα χρόνια της μητέρας της γύρω στα 1900, μία γυναίκα ζύμωσε ημέρα Παρασκευή και όταν ξεφούρνισε το ψωμί ήταν μέσα κατακόκκινο σαν να είχε αίμα. Γι’ αυτό μέχρι σήμερα τιμούν αυτές τις ημέρες και αυτή η τιμή ανάγεται στο πάθος του Χριστού.

Από το βιβλίο: «ΑΣΚΗΤΕΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ Α΄
ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ 2011
Ιερόν Ησυχαστήριον
Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος
Μεταμόρφωσις Χαλκιδικής
http://theomitoros.blogspot.com

Το πάθος της συκοφαντίας


Η συκοφαντία είναι ψευδής κατηγορία
Είναι, διαβολή. Και είναι βέβαιο ότι ο διάβολος είναι εφευρέτης της συκοφαντίας, ως πατέρας του ψεύδους, εφόσον ο συκοφάντης είναι εκείνος που κατεξοχήν ψεύδεται. Το να σηκώσει ο άνθρωπος τη συκοφαντία είναι μεγάλος άθλος. Και τον σηκώνει μόνο εκείνος που προσβλέπει προς τον Κύριο Ιησού, ο οποίος όταν «ενηνθρώπησε» και ήλθε στη γη, σήκωσε τον Σταυρό της συκοφαντίας και οδηγήθηκε ως τον ατιμωτικό θάνατο.

Η συκοφαντία είναι μέγα άλγος για τον συκοφαντούμενο και φοβερή δοκιμασία για την πνευματική του υπόσταση. «Ουκ έστιν», μας λέει ο Ιερός Χρυσόστομος, «ουδέν αφορητότερον τοις οδυνωμένοις λόγον δυνάμενον δακείν ψυχήν». Δεν υπάρχει δηλαδή τίποτε πιο αφόρητο για όσους υφίστανται την οδύνη της συκοφαντίας, γιατί η συκοφαντία είναι πραγματικά δάγκωμα για την ψυχή. Γι’ αυτό και ο προφήτης Δαβίδ έλεγε προς τον Κύριο: «Λύτρωσέ με από τις συκοφαντίες των ανθρώπων και θα φυλάξω τις εντολές σου».
Τί είναι όμως εκείνο που κινεί τον άνθρωπο στο να συκοφαντεί τον συνάνθρωπό του και να λέει ψέματα εναντίον του;
Η ασκητική εμπειρία μας έχει υποδείξει ότι τα κίνητρα του συκοφάντη συνήθως είναι η ζήλεια, ο φθόνος, η μνησικακία, η υπερηφάνεια και τα σαρκικά πάθη. Γι’ αυτό δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κατάκριση, η κακολογία, και πολύ περισσότερο η συκοφαντία, είναι επισφράγισμα και ενεργοποίηση άλλων παθών, τα οποία λερώνουν την ψυχή και της προκαλούν ανεπανόρθωτη βλάβη.
Μας λέει ο όσιος Θαλάσσιος: «Η ψυχή του κακόγλωσσου και του συκοφάντη έχει πολύ κακή γλώσσα. Ένας τέτοιος άνθρωπος βλάπτει τον εαυτό του, αυτόν που τον ακούει και καμιά φορά και αυτόν που συκοφαντεί».
Επίσης αυτός που εξευτελίζει και συκοφαντεί τον πλησίον του εξοργίζει τον Θεό και οι συνέπειες για τη στάση του αυτή είναι πολύ βαριές, διότι έχει ως αποτέλεσμα να εγκαταλειφθεί από τη Χάρη του Θεού. Ο αββάς Ησαΐας λέει ότι «αυτός που κατηγορεί και εξουθενώνει τον αδελφό του, αποξενώνει τον εαυτό του από το έλεος που απολαμβάνουν οι Άγιοι». Και ο Νικήτας Στηθάτος μας υπογραμμίζει ότι η εγκατάλειψη της Χάρης έχει σαν αποτέλεσμα την πτώση ή σε παράπτωμα σαρκικό ή σε παράπτωμα γλώσσας ή λογισμού . Και η πτώση αυτή, αν δεν επέλθει η μετάνοια, ώστε να αποκατασταθεί η σχέση με τον Θεό και τον αδελφό, «είναι θάνατος της ψυχής», δηλαδή βίωμα κόλασης πριν από την επικείμενη κόλαση.
Οι Άγιοι σκέπαζαν τα αμαρτήματα του πλησίον, για να μας υποδείξουν την αγάπη και τη συγχωρητικότητα και το ότι πρέπει να ασκήσουμε τον εαυτό μας στο να μην κακολογούμε και να μη λέμε ψέματα εναντίον του αδελφού μας.
Αναφέρει το Γεροντικό ότι κάποιος από τους Πατέρες είδε έναν αδελφό να αμαρτάνει Έκλαψε τότε πικρά και είπε: «Αυτός σήμερα, εγώ αύριο!», θέλοντας να δείξει πόσο τρεπτή είναι η ανθρώπινη φύση και πόσο όλοι είμαστε επιρρεπείς προς την αμαρτία.
Συνήθως βέβαια οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν την εντύπωση ότι δεν κακολογούν και δεν συκοφαντούν κανέναν, αλλά ότι εκείνοι υφίστανται κατηγορίες και συκοφαντίες από το περιβάλλον τους. Όμως και οι ανακρίβειες, οι υπερβολές, οι εύκολες κρίσεις και κατακρίσεις, που τόσο πολύ ασύστολα σήμερα διατυπώνονται από μερικούς από μας για οποιονδήποτε ήθελε πέσει στην κριτική μας, είναι συχνά δυσφημιστικές και συκοφαντικές για το πρόσωπο του πλησίον.
Όλοι έχουμε δοκιμάσει την πικρότητα και το φαρμάκι της συκοφαντίας. Κι αυτό γιατί άλλα κίνητρα είχαμε εμείς σε κάποια κίνηση μας και άλλα κίνητρα μας απέδωσαν οι άνθρωποι του περιβάλλοντός μας. Και συχνά μπορεί αυτοί να είναι και φίλοι μας ή συγγενείς μας ή και πνευματικοί αδελφοί μας, οπότε ο πόνος μας γίνεται μεγαλύτερος και περισσότερο απαράκλητος.
Ας προσέχουμε λοιπόν να μην έχουμε στο στόμα μας δολιότητα για τον αδελφό μας. Γιατί η συκοφαντία είναι εξουθενωτική για τον κάθε άνθρωπο, «ακόμη και τον πιο συνετό τον κάνει να παραφέρεται και να χάσει την ευγένειά του»
Εκτός όμως απ’ αυτά η πείρα έχει δείξει ότι ο Κύριος «ταπεινώνει τον συκοφάντη» ο οποίος με τη μοχθηρία του αυξάνει πάρα πολύ τις συμφορές του και πέφτει τελικά στο λάκκο που ανοίγει για τον πλησίον του.
Η κακολογία και η συκοφαντία δείχνουν ότι ο άνθρωπος που τις έχει εγκολπωθεί νοσεί και χρειάζεται θεραπεία η ψυχή του. Και η θεραπεία επέρχεται με το να «έλθουμε στον εαυτό μας», να δούμε τα δικά μας πάθη και να θεωρήσουμε ότι όλοι είμαστε συνυπεύθυνοι για τις αμαρτίες και τα λάθη που γίνονται στο χώρο μας και ανάμεσά μας. Θα πρέπει να αρχίσουμε να αμφιβάλλουμε για την κρίση μας, διότι αυτή δεν είναι πάντα ασφαλής. Τα αισθητήριά μας συχνά κάνουν λάθος. Δεν γνωρίζουμε την πρόθεση του άλλου, γι’ αυτό ερμηνεύουμε λανθασμένα τη συμπεριφορά του. Άλλωστε δεν έχουμε τη δυνατότητα να κρίνουμε τον άλλο, γιατί δεν μπορούμε να μπούμε στην ψυχή του. Η κρίση είναι έργο μόνο του Θεού.
Και σε τελευταία ανάλυση, τί ωφελεί το να συκοφαντήσουμε τον συνάνθρωπό μας ή το να παρουσιάσουμε το τυχόν σφάλμα του, έστω κι αν ακόμη είναι αληθινό; Αν το σκεφθούμε ώριμα, θα δούμε ότι αυτή η ενέργειά μας εξυπηρετεί μόνο την εμπάθειά μας.
Πώς όμως θα αντιμετωπίσουμε τους άλλους όταν εμείς οι ίδιοι είμαστε θύματα της συκοφαντίας τους;
Ο άνθρωπος ο οποίος θέλει να διατηρήσει αλώβητη τη σχέση του με τον Κύριο Ιησού και τον αδελφό, που είναι απαραίτητα στοιχεία για να μη χάσει το πρόσωπό του, αφενός μεν φροντίζει να υπομείνει την αδικία της συκοφαντίας με σιωπή, ταπείνωση και προσευχή, χωρίς να καλλιεργεί πάθος και εκδικητικότητα για τον συκοφάντη, και αφετέρου φροντίζει με τη στάση του να βοηθήσει και τον άνθρωπο που τον αδικεί, να καταλάβει το σφάλμα του και να διορθωθεί. Εκείνο δε που τον παρηγορεί και τον κάνει να πάρει δύναμη είναι το ότι έχει ως στόχο του την Κρίση του Πανάγιου και Δικαιοκρίτη Θεού, καθώς το λέει και ο Μ. Βασίλειος προς τη Σιμπλικία, μια αιρετική γυναίκα που τον κατηγόρησε και τον συκοφάντησε πολύ προκλητικά: «Προτιμώ», της λέει, «από τους γήινους διχαστές, να περιμένω τον Ουράνιο Δικαστή, ο Οποίος ξέρει να υπερασπίζεται κάθε είδους αδικία καλύτερα από τον καθένα»
Άλλωστε αυτός που μας συκοφαντεί γίνεται αίτιος να λάβουμε μεγάλη Χάρη. Μας το παραγγέλλει κι ο Κύριός μας, όταν λέει: «Μακάριοι είσθε όταν σας μισήσουν οι άνθρωποι… και σας χλευάσουν και δυσφημήσουν το όνομά σας εξαιτίας του Υιού του ανθρώπου. Να χαίρεσθε και να αγάλλεσθε όταν συμβεί αυτό, γιατί θα είναι μεγάλος ο μισθός σας, μεγάλη δη λαδή η Χάρη, που θα λάβετε στον Ουρανό»
Στον μεγάλο αυτό άθλο της υπέρβασης της συκοφαντίας, που πολύ λίγοι βέβαια μπορούν να τον σηκώσουν με χρηστότητα, αναφέρεται το μικρό τούτο τευχίδιο με τον τίτλο: «Το πάθος της συκοφαντίας».
Για να γνωρίσουμε το φοβερό αυτό πάθος της συκοφαντίας, διαλέξαμε και μεταφράσαμε ένα λόγο του Αντιόχου του μοναχού που αναφέρεται στη συκοφαντία και ένα λόγο του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου από το βιβλίο του «Χρηστοήθεια». Επίσης προσθέσαμε και μερικές ωφέλιμες ιστορίες από την Αγία Γραφή και τη ζωή των ασκητών της ερήμου, οι οποίες μας μαλακώνουν την ψυχή και μας βοηθούν να είμαστε πιο ευαίσθητοι στο θέμα της κακολογίας και της συκοφαντίας προς τους αδελφούς μας. Ή, αν είμαστε στη δυσμενή θέση του συκοφαντημένου, να σηκώσουμε τον πόνο της συκοφαντίας με καρτερικότητα και, όσο γίνεται, με ειρήνη ψυχής, για να επιδοθούμε με περισσότερη θέρμη στο έργο της εν Χριστώ τελειώσεως και οικοδομής μας.
Αυτή είναι και η ευχή μας για όλους τους αδελφούς αναγνώστες και αυτής της Εκδόσεώς μας.

http://theomitoros.blogspot.com

Η σημασία του πνευματικού πατέρα για την οικογένεια


– Γέροντα, ποια βιβλία μπορούν να βοηθήσουν τους συζύγους;
– Εκείνο που βοηθάει το ανδρόγυνο είναι να μη δικαιολογή ο καθένας τον εαυτό του. Αν δικαιολογούν τον εαυτό τους, όσα πνευματικά βιβλία κι αν διαβάσουν, δεν ωφελούνται. Αν έχουν καλή διάθεση, έχουν πνευματικό και του κάνουν υπακοή, δεν θα έχουν προβλήματα. Χωρίς πνευματικό διαιτητή δεν γίνεται.

Το καλύτερο είναι να έχουν τα ανδρόγυνα τον ίδιο πνευματικό. Όχι άλλον πνευματικό ο άνδρας και άλλον η γυναίκα. Δύο ξύλα, αν τα πελεκήσουν δύο μαραγκοί, όπως νομίζει ο καθένας, δεν θα μπορέσουν ποτέ να εφαρμόσουν. Ενώ, όταν έχουν τον ίδιο πνευματικό, ο πνευματικός πελεκάει τα εξογκώματα – τα ελαττώματα – του ενός, πελεκάει και τα εξογκώματα του άλλου, και έτσι εξομαλύνονται οι δυσκολίες. Αλλά σήμερα, ακόμη και ανδρόγυνα που ζουν πνευματικά, έχουν διαφορετικό πνευματικό. Σπάνια έχουν και οι δυο τον ίδιο πνευματικό, γι’ αυτό και δεν βοηθιούνται. Έχω υπ’ όψιν μου ανδρόγυνα που ταίριαζαν, αλλά δεν είχαν τον ίδιο πνευματικό, για να τους βοηθήση, και χώρισαν. Και άλλο που, ενώ δεν ταίριαζαν, επειδή είχαν τον ίδιο πνευματικό, έζησαν αρμονικά.
Βέβαια, όταν έχη όλη η οικογένεια τον ίδιο πνευματικό, αυτό είναι ακόμη καλύτερο. Ο πνευματικός θα τους ακούση όλους και θα χειρισθή ανάλογα το θέμα. Άλλοτε θα ζορίση τον πατέρα ή την μητέρα, άλλοτε θα καλέση τα παιδιά, αν δεν μπορή να βγάλη συμπέρασμα από αυτά που του λένε οι γονείς. Ή, αν το ανδρόγυνο έχη προβλήματα και φταίη λ.χ. η γυναίκα, μπορεί να καλέση τον άνδρα, για να τον συμβουλέψη πως πρέπει να φερθή, ή να ζητήση από κάποιον συγγενή τους ή γνωστό τους να βοηθήση διακριτικά.

Άγιος Παΐσιος
http://theomitoros.blogspot.com

Ο Γέροντας της Πάτμου, Αμφιλόχιος Μακρής :Η καλλιέργεια της αγάπης στο πρόσωπο του Χριστού


Σας παρακαλώ να εφαρμόσετε αυτήν την εντολήν: Όσον μπορείτε να καλλιεργήσετε την αγάπην προς το πρόσωπον του Χριστού σε τέτοιο σημείον, όπου, όταν θα προφέρετε το όνομά Του, να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια σας.

Η καρδιά σας πρέπει να καίγεται πραγματικά.
Τότε Αυτός θα γίνη ο Δάσκαλός σας. Αυτός θα είναι ο Οδηγός σας, ο Αδελφός σας, ο Πατέρας σας και ο Γέροντάς σας.
***
Αποφθέγματα

«Λόγοι σοφών ως τα βούκεντρα».
(Εκκλησ. ιβ’ 11).
Πηγή: Ιγνατίου Λ. Τριάντη, Μητροπολίτου Βερατίου, Αυλώνος και Κανίνης, Ο Γέροντας της Πάτμου, Αμφιλόχιος Μακρής (1889-1970), βίος – υποθήκαι – μαρτυρίαι, σελ. 440-450, έκδοση Β΄ επαυξημένη, Ιεράς Μονής «Ευαγγελισμός» Μ.Η, Πάτμος 1997.
http://theomitoros.blogspot.com

Η δημιουργία


Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ 
Ο Χριστός είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων, πρόσκαιρων και αιωνίων, Θείων και ανθρώπινων. Για τον λόγο αυτό όλα, όσα προτίθεμαι να γράψω εδώ, θα προέρχονται από τη θεώρηση του Χριστού ως Θεανθρώπου. Η χριστιανική ανθρωπολογία μας δεν πρέπει να έχει αφηρημένο χαρακτήρα, αλλά να προσφέρει απαραιτήτως θεμέλιο για όλη την εν τω Θεώ ζωή μας. Δεν θα δίσταζα να ονομάσω την ανθρωπολογία αυτή ασκητική. 

Η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο είναι πολυδιάστατη. Μία από τις διαστάσεις της είναι η δημιουργική δύναμη, που εκδηλώνεται σε ποικίλες περιοχές: σε κουλτούρες όλων των ειδών, δηλαδή πολιτισμούς, τέχνες, επιστήμες. Στον πρωτόπλαστο δόθηκε η εντολή, με την είσοδό του στον φυσικό κόσμο, να εργάζεται σε αυτόν και να τον φυλάσσει (βλ. Γεν. 2,15). 

Ο φυσικός κόσμος είναι πλασμένος με τέτοιον τρόπο, ώστε ο άνθρωπος βρίσκεται στην ανάγκη να λύνει δημιουργικά τα προβλήματα που αδιάκοπα αναφύονται μπροστά του. Ωστόσο αυτά που απαριθμώ δεν εξαντλούν τον όλο άνθρωπο. Παράλληλα με την παραγωγή εκείνων που χρειάζεται ο άνθρωπος για τη συντήρηση της ζωής του επάνω στη γη, ανέρχεται από τις ατελείς μορφές στις τελειότερες, τις πνευματικές, που υπερβαίνουν όλα τα ορατά και τα πρόσκαιρα. 

Στο επίπεδο των πρόσκαιρων, η δημιουργική ικανότητα κατευθύνεται προς τα κάτω, προς τη γη, για να οργανώσει τα ακατέργαστα δεδομένα της φύσεως, που αντιστοιχούν στις απαιτήσεις των αναγκών του ανθρώπου. Στην περίπτωση αυτή ο σκοπός κατορθώνεται στα όρια των φυσικών ικανοτήτων του ανθρώπου. Στη δεύτερη περίπτωση η δημιουργία κατευθύνεται προς τον ανώτερο κόσμο, όπου τα φυσικά χαρίσματα του ανθρώπου από μόνα τους δεν επαρκούν. 

Ως Πρόσωπο ο άνθρωπος διαθέτει ελεύθερη βούληση που εκφράζεται, όχι με την εκ του μηδενός δημιουργία κάποιου εντελώς νέου πράγματος που δεν υπήρξε, αλλά ως συμφωνία με τη θέληση του Θεού, του αληθινά Δημιουργού, ή ως διαφωνία προς το θέλημά Του (που αποκλίνει από το θέλημά Του ή και το απορρίπτει). Μόνο εκείνη η δημιουργία που συμπίπτει με το θέλημα του Ουρανίου Πατρός παράγει καρπούς που μπορούν να περάσουν στην αιωνιότητα· οτιδήποτε άλλο καταλήγει στο μη ον: «Πάσα φυτεία ην ουκ εφύτευσεν ο Πατήρ Μου ο ουράνιος εκριζωθήσεται» (Ματθ. 15,13). «Εγώ ειμί η άμπελος, υμείς τα κλήματα. Ο μένων εν Εμοί καγώ εν αυτώ, ούτος φέρει καρπόν πολύν, ότι χωρίς Εμού ου δύνασθε ποιείν ουδέν. Εάν μη τις μείνη εν Εμοί, εβλήθη έξω ως το κλήμα και εξηράνθη, και συνάγουσιν αυτά και εις πυρ βάλλουσι, και καίεται» (Ιωάν. 15,5-6). 

Για να γίνει ο άνθρωπος συνεργός του Θεού στη δημιουργία του κόσμου, πρέπει αδιάκοπα να αγωνίζεται για την κατά το δυνατόν καλύτερη γνώση του ιδίου του Θεού. Η πορεία αυτή της αναβάσεως στη γνώση του Θεού είναι επίσης δημιουργική πράξη, ιδιαίτερης όμως τάξεως· σκοπός της είναι η συμμετοχή στην αιώνια δημιουργική πράξη του Πατέρα, η απόκτηση της έσχατης τελειότητας με την παραμονή στο ρεύμα της Θείας Αιωνιότητας, όπου πρώτος εισήλθε ο Χριστός-Άνθρωπος. 

Ο χριστιανός στη δημιουργική αναζήτησή του εγκαταλείπει όλα όσα φέρουν σχετικό και παροδικό χαρακτήρα, για να παραμείνει στα μη παρερχόμενα. Στα όρια της γης η τελειότητα δεν είναι εντελώς πλήρης. Και όμως την αποκαλούμε τελειότητα. Μιμούμενοι τον Χριστό που είπε «Εγώ απ’ εμαυτού ποιώ ουδέν, αλλά καθώς εδίδαξέ με ο Πατήρ Μου, ταύτα λαλώ» (Ιωάν. 8,28), και εμείς πρέπει να αγωνιζόμαστε για το ίδιο, σύμφωνα με την παρατήρηση του Γέροντα Σιλουανού: «Οι τέλειοι δεν λένε τίποτε αφ’ εαυτού τους… Λένε μόνο ό,τι τους δίνει το Πνεύμα».

Αυτή λοιπόν είναι η αληθινή δημιουργία, η ανώτερη από όλα εκείνα που είναι εφικτά για τον άνθρωπο. Όχι παθητικά, αλλά με δημιουργικό αγώνα βαδίζει ο άνθρωπος προς αυτό τον άγιο σκοπό, χωρίς ποτέ να λησμονεί ότι δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να δημιουργήσει για τον εαυτό του θεό «κατ’ εικόνα του», κάτι που πολλοί φιλόσοφοι ή ακόμη και θεολόγοι κάνουν.

Όλο το παρελθόν μου με ωθούσε κατά φυσικό τρόπο στη σκέψη για τη δημιουργία στις διάφορες εκφάνσεις της, όπως επίσης και για το νόημά της. Τώρα θα ήθελα να διηγηθώ με συντομία πως η ενασχόλησή μου με τη ζωγραφική με οδήγησε στην προσευχή. Μιλώ για πραγματικά συγκεκριμένη περίπτωση.

Κατά τις ημέρες της νεότητάς μου, κάποιος Ρώσος ζωγράφος, που έγινε στη συνέχεια διάσημος, με προσείλκυσε προς την ιδέα της καθαρής δημιουργίας, έχοντας στραφεί προς την αφηρημένη τέχνη. Δύο ή τρία χρόνια υπήρξα θύμα της έλξεως αυτής, που με οδήγησε στην πρώτη θεολογική σκέψη που γεννήθηκε μέσα μου. Χαρακτηριστικό κάθε «καλλιτέχνη» (δηλαδή κάθε εργάτη της τέχνης) είναι να προσλαμβάνει το είναι στις μορφές της τέχνης του. 

Έτσι και εγώ αντλούσα ιδέες για τις δικές μου αφηρημένες μελέτες από εκείνο που μου παρείχε η πραγματικότητα του περιβάλλοντός μου: οι άνθρωποι, η βλάστηση, τα κτίσματα, οι απροσδόκητα αλλόκοτοι συνδυασμοί σκιών από τον ήλιο ή τις ηλεκτρικές λάμπες επάνω στο πάτωμα, τους τοίχους, τις οροφές και πολλά άλλα. Με τη φαντασία μου δημιουργούσα εικόνες, αλλά με τέτοιον τρόπο, ώστε να μην είναι όμοιες με τίποτε που υπάρχει πραγματικά στη φύση. 

Με τον τρόπο αυτό, νόμιζα ότι δεν είμαι αντιγραφέας φυσικών φαινομένων, αλλά δημιουργός νέων καλλιτεχνικών (εικαστικών) γεγονότων. Ευτυχώς αντιλήφθηκα ότι σε μένα, τον άνθρωπο, δεν δόθηκε να δημιουργώ «εκ του μηδενός», όπως ο Θεός δημιουργεί με μοναδικό τρόπο. Από την εμπειρία αυτή μου έγινε σαφές ότι κάθε ανθρώπινη δημιουργία προϋποθέτει μία ήδη προϋπάρχουσα. Δεν μπορούσα να χαράξω ούτε μία γραμμή, ούτε να δημιουργήσω κάποιο χρώμα, που πουθενά αλλού δεν υπήρχε. 

Ο αφηρημένος πίνακας μοιάζει με εγγραφή λέξεων που ηχούν πρωτότυπα, αλλά ποτέ δεν εκφράζουν πλήρες νόημα. Η δημιουργία παρουσιαζόταν σε μένα ως αποσύνθεση του είναι, πτώση στο κενό, στο παράλογο, επιστροφή στο «μηδέν», από το οποίο μας κάλεσε η δημιουργική πράξη του Θεού. Τότε εγκατέλειψε ο νους μου τη μάταιη απόπειρα να δημιουργήσει κάτι εντελώς νέο, και το πρόβλημα της δημιουργίας στη συνείδησή μου συνδέθηκε με το πρόβλημα της Γνώσεως του Είναι. 

Και μου συνέβη κάτι θαυμαστό· σχεδόν όλος ο κόσμος, κάθε ορατό φαινόμενο, έγινε μυστήριο, ωραίο και βαθύ. Και το φως έγινε άλλο· χάιδευε τα αντικείμενα, τα περιέβαλλε κατά κάποιον τρόπο με στεφάνι δόξας, μεταδίδοντας σε αυτά παλμούς ζωής που δεν απεικονίζεται με τα μέσα που διαθέτει ο καλλιτέχνης. Γεννιόταν μέσα μου η επιθυμία να υποκλιθώ με ευλάβεια μπροστά στον πρώτο καλλιτέχνη, τον Δημιουργό του παντός, με τον πόθο να Τον συναντήσω, να διδαχθώ από αυτόν, να γνωρίσω πώς Αυτός δημιουργεί.

Οι συνομιλίες μου με τον Γέροντα Σιλουανό για την προσευχή και για οποιοδήποτε άλλο θέμα συγκεντρώνονταν πάντοτε στο Πρόσωπο του Χριστού, του μοναδικού Διδασκάλου με απόλυτη αυθεντία. Αυτός μας έδωσε «υπόδειγμα» για όλα (βλ. Ματθ. 23,8-10· Ιωάν. 13,13-15). 

Και ο Γέροντας δίδασκε να κοιτάζουμε προσεκτικά πως Εκείνος, ο Υιός του ανθρώπου, ενεργούσε. «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, ου δύναται ο Υιός ποιείν αφ’ Εαυτού ουδέν, εάν μη τι βλέπη τον Πατέρα ποιούντα· α γαρ αν Εκείνος ποιή, ταύτα και ο Υιός ομοίως ποιεί. Ο γαρ Πατήρ φιλεί τον Υιόν και πάντα δείκνυσιν Αυτώ α Αυτός ποιεί, και μείζονα τούτων δείξει Αυτώ έργα, ίνα υμείς θαυμάζητε» (Ιωάν. 5,19-20). Αλλά ο μονογενής Υιός, γενόμενος Υιός Ανθρώπου, ομοιώθηκε σε όλα με μας (βλ. Εβρ. 2,17· Φιλιπ. 2,7). Συνεπώς όλα, όσα Εκείνος λέει για τον Εαυτό Του ως Υιό Ανθρώπου, εφαρμόζονται στον καθένα από μας. Αν εμείς παραμένουμε στον Υιό, τον οποίο αγαπά ο Πατέρας, τότε και εμείς είμαστε υιοί Του, επίσης αγαπημένοι (βλ. Ιωάν. 16,27), και Αυτός θα μας τα δείξει όλα: τι δημιουργεί και πώς δημιουργεί. Αλήθεια, εν Χριστώ έχουμε κληθεί να γίνουμε μέτοχοι όλης της δημιουργικής Πράξεως του Θεού και Πατρός μας.

Η οδός προς την τελειότητα αυτή έχει ως εξής: Το πνεύμα του ανθρώπου αποχωρεί από την αναρίθμητη ποικιλομορφία των φαινομένων του φυσικού κόσμου, και με όλη τη δύναμή του στρέφεται προς τον Θεό. Και αυτό είναι το όριο του ανθρώπου επάνω στη γη. Όταν όμως, μετά την έξοδό της η ψυχή ανεβαίνει προς τον Θεό για αιώνια σε Αυτόν και με Αυτόν διαμονή, τότε μέσα στο «Είναι» αυτό έρχεται η γνώση και η είσοδός μας στην Πράξη δημιουργίας από τον Θεό όλων των υπαρκτών. 

Αρραβώνα της καταστάσεως αυτής αποτελεί το χάρισμα της θαυματουργίας. Κατά τον λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Ο Θεός σκέφτεται τον κόσμο και ο κόσμος υπάρχει». Και οι άγιοι τελούν τα θαύματα όχι με φυσική επενέργεια επάνω στη φύση, αλλά στην προσευχή τους προς τον Θεό «σκέφτονται το ποθούμενο και αυτό πραγματοποιείται».

[Αρχιμ. Σωφρονίου(Σαχάρωφ), 
«Το Μυστήριο της χριστιανικής ζωής», 
σ. 174-179. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου-Έσσεξ]
http://inpantanassis.blogspot.com