Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2014

Ὁ πρᾶος ἄνθρωπος εἶναι ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ


Τίποτε δεν αναπαύει τόσο πολύ τήν ψυχή όσο η πραότητα.
Ούτε να εξαγριωνόμαστε για τις εναντίον μας ύβρεις, και αν ακόμη είναι κατώτεροι αυτοί που διαπληκτίζονται με μας, αλλά με την επιείκεια και την πραότητα να καταστέλλουμε το θυμό.
Γιατί τίποτε δεν υπάρχει πιο ισχυρό και τίποτε πιο δυνατό από την πραότητα. Αυτή εξασφαλίζει διαρκή γαλήνη στην ψυχή μας και την προετοιμάζει,

σαν να πρόκειται να προσορμισθεί στο λιμάνι, και γίνεται αιτία για κάθε ανάπαυσή μας.
Γι” αυτό και ο Χριστός διδάσκοντας εκείνη τη θεία διδασκαλία, έλεγε: «Μάθετε από μένα, ότι είμαι πράος και ταπεινός κατά την καρδιά, και θα βρείτε ανάπαυση στις ψυχές σας». Γιατί τίποτε δεν αναπαύει τόσο πολύ την ψυχή και δεν την κάνει να ησυχάζει, όσο η πραότητα και η ταπεινοφροσύνη. Αυτές οι αρετές θα μπορούσαν να γίνουν γι” αυτόν που τις έχει αποκτήσει, πολυτιμότερες από κάθε στέμμα και ωφελιμότερες από κάθε λαμπρότητα και δόξα. (Ματθ. 11,29).

Ο πράος λοιπόν άνθρωπος είναι αγαπητός σ” όσους τον βλέπουν, αγαπητός και σ” εκείνους που τον γνωρίζουν μόνον εξ ακοής. Και δεν υπάρχει κανείς που, όταν ακούσει να επαινείται ένας ήμερος άνθρωπος, δεν θα επιθυμούσε να τον δει και να τον χαιρετίσει και να τον έχει συνεχώς μπροστά στα μάτια του, γιατί θεωρεί κέρδος τη φιλία ενός τέτοιου ανθρώπου.
Κι” αν ακόμη μερικοί διαπληκτισθούν μεταξύ τους για χρηματικές διαφορές, πηγαίνουν γρήγορα στον καλοκάγαθο και πράο, γιατί πιστεύουν, ότι κάθε διαφορά και φιλονικία θα βρει γρήγορα τη λύση της από την καλοσύνη εκείνου. Κι” αν συμβεί ο ένας να αισθάνεται έχθρα προς τον άλλο, η ημερότητα του δικαστή τους αναγκάζει να γίνουν πράοι, αυτοί που εύκολα ξεσπούν σε οργή και θυμό …
Όπως η ακτίνα του ήλιου μόλις φανεί, διώχνει αμέσως το σκοτάδι, έτσι και ο καλοκάγαθος και πράος μεταβάλλει γρήγορα την ταραχή και τη διαμάχη σε ειρήνη και ησυχία.
Μην υπερηφανευόμαστε για κείνα που φοβίζουν τους ανθρώπους … Ώστε λοιπόν συμπεραίνουμε, ότι έναν άνθρωπο ήμερο, πράο και καλόψυχο κανένας δεν θα ήταν δυνατόν να τον φοβηθεί, αλλά όλοι τον σεβόμαστε, τον τιμούμε και τον ντρεπόμαστε. Δεν βλέπετε, πώς ένας άνθρωπος που προκαλεί φόβο, είναι μισητός και ανεπιθύμητος από όλους;
Ας μη θεωρούμε λοιπόν σπουδαίο πράγμα, αν μας φοβούνται οι άνθρωποι. Ο πράος και καλοσυνάτος άνθρωπος είναι πατέρας των ορφανών, προστάτης των χηρών, κηδεμόνας της φτώχειας, βοηθός των αδικούμενων και σ” όλες τις περιπτώσεις επιβάλλει τη δύναμη της δικαιοσύνης.
Ο πράος πατέρας είναι σεβαστός στο παιδί και το πράο παιδί σεβαστό στον πατέρα και ο δούλος στον κύριό του και τον κύριο τίποτε δεν τον κάνει τόσο συμπαθή στους υπηρέτες, όσο η πραότητα. Γιατί, όταν τον δουν να διακρίνεται για την επιείκειά του και να συμπεριφέρεται σε όλους με πραότητα, πολύ τον εκτιμούν και τον θαυμάζουν και τον θεωρούν πιο πολύ πατέρα παρά αφέντη.

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
http://agiameteora.net

Μυστικές ὁπτασίες τοῦ Ὁσίου Συμεών τοῦ νέου θεολόγου


ΟΣΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ

«ΤΕΤΟΙΟΙ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΣΤΟΝ ΜΕΛΛΟΝΤΑ ΑΙΩΝΑ ΟΛΟΙ ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΠΕΡΙΒΕΒΛΗΜΕΝΟΙ ΑΣΩΜΑΤΩΣ ΜΕ ΣΩΜΑΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ…»
Μια μέρα, καθώς προσευχόταν με καθαρότητα καί συνομιλούσε με το Θεό, είδε πώς ο αέρας άρχισε να φωτίζει το νου του, και ενώ ήταν μέσα στο κελλί του νόμιζε ότι βρισκόταν έξω, σ’ ανοιχτό χώρο.

Ήταν νύχτα, που μόλις είχε ξεκινήσει. Τότε άρχισε να φέγγει από ψηλά όπως το πρωινό ροδοχάραμα –ω των φρικτών οπτασιών του ανδρός!–, και το οίκημα κι όλα τ’ άλλα εξαφανίστηκαν, και νόμιζε ότι δεν ήταν καθόλου σε οίκημα.
Τόν συνέπαιρνε ολότελα θεία έκσταση αντιλαμβανόμενος καλά με το νου του το φώς εκείνο που του εμφανιζόταν. Αυτό μεγάλωνε λίγο-λίγο κι έκανε τον αέρα να φαίνεται πιο λαμπερός κι αισθανόταν τον εαυτό του μ’ ολόκληρο το σώμα του να βρίσκεται έξω από τα γήινα.

Αλλά επειδή εξακολουθούσε να λάμπει ακόμη περισσότερο εκείνο το φως και του φαινόταν σαν ήλιος που μεσουρανώντας έλαμπε από ψηλά, αισθανόταν σαν να στέκεται στο μέσο του φωτός που φαινόταν και ότι ολόκληρος ο εαυτός του μαζί με το σώμα του ήταν γεμάτος από χαρά και δάκρυα λόγω της γλυκύτητας που του προξενούσε η παρουσία του. Παράλληλα έβλεπε ότι το ίδιο φως κατά τρόπο θαυμαστό ήρθε σε επαφή με το σώμα του και σιγά-σιγά διαπερνούσε τα μέλη του. Η έκπληξη αυτής της οπτασίας τον απομάκρυνε από την προηγούμενη θεωρία και τον έκανε να αισθάνεται μόνο αυτό το εξαίσιο πράγμα που συνέβαινε μέσα του. Έβλεπε, λοιπόν, ότι το φως εκείνο σιγά-σιγά εισχώρησε σ’ ολόκληρο το σώμα του, την καρδιά και τα έγκατά του και τον έκανε ολόκληρο σαν φωτιά και φως. Και όπως προηγουμένως το οίκημα, έτσι και τώρα τον έκανε να χάσει την αίσθηση του σχήματος, της θέσεως, του βάρους και της μορφής του σώματος και σταμάτησε να κλαίει.
Τότε ακούει μια φωνή από το φώς να του λέει: «Κατά τόν ίδιο τρόπο είναι αποφασισμένο ν’ αλλάξουν οι Άγιοι που θα ζουν και θα βρίσκονται ακόμη εδώ κατά την ώρα τής έσχατης σάλπιγγας, κι έτσι μεταμορφωμένοι θ’ αρπαγούν, όπως λέει καί ο απόστολος Παύλος».
Για πολλές ώρες όντας ο μακάριος σ’ αυτή τήν κατάσταση, ανυμνώντας μυστικά και ακατάπαυστα το Θεό καί κατανοώντας τη δόξα που τόν περιέβαλλε και τήν αιώνια μακαριότητα που πρόκειται να δοθεί στούς Αγίους, άρχισε νά σκέφτεται και να μονολογεί μέσα του: «Άραγε θά ξαναγυρίσω πάλι στήν προηγούμενη κατάσταση τού σώματός μου η θα ζήσω έτσι συνέχεια;».
Μόλις έκανε τη σκέψη αυτή, αμέσως αισθάνθηκε νά περιφέρει το σώμα του σάν σκια ή σάν πνεύμα. Καταλάβαινε ότι είχε γίνει, όπως είπαμε, ολόκληρος με το σώμα του φώς χωρίς μορφή,  χωρίς σχήμα και άυλο. Και το μέν σώμα του τό αισθανόταν να υπάρχει, πλήν όμως χωρίς υλικές διαστάσεις καί σάν πνευματικό. Αισθανόταν δηλαδή να μην έχει καθόλου βάρος ή όγκο κι απορούσε βλέποντας τον εαυτό του που είχε σώμα να είναι σαν ασώματος. Και το φως που λαλούσε μέσα του, όπως και προηγουμένως, του έλεγε και πάλι: «Τέτοιοι θα είναι μετά την ανάσταση στον μέλλοντα αιώνα όλοι οι άγιοι περιβλημένοι ασωμάτως με σώματα πνευματικά ή ελαφρότερα και λεπτότερα και πιο αιθέρια ή παχύτερα και βαρύτερα και πιο γεώδη, από τα οποία θα καθορισθεί για τον καθένα η στάση και η τάξη και η οικείωση με το Θεό».
Αυτά όταν άκουσε ο θεοπτικότατος και θεόληπτος Συμεών κι αφού είδε το ανέκφραστο θεϊκό φώς κι ευχαρίστησε το Θεό, που δόξασε το γένος μας και το έκανε μέτοχο της θεότητας καί της βασιλείας Του, ξαναγύρισε πάλι στόν εαυτό του καί βρέθηκε ξανά μές στο κελλί του στήν προηγούμενη ανθρώπινη και φυσική κατάσταση. Όμως με όρκους διαβεβαίωνε εκείνους με τούς οποίους είχε θάρρος καί φανέρωνε τα μυστικά του, ότι «για πολλές ημέρες αισθανόμουν αυτή τήν ελαφρότητα του σώματος χωρίς νά καταλαβαίνω καθόλου ούτε κόπο, ούτε πείνα, ούτε δίψα».
Επειδή, λοιπόν, με αυτά ενωνόταν μόνο με το Πνεύμα κι ήταν γεμάτος από τα θεϊκά χαρίσματά Του –και φυσικά είχε καθαρίσει και ο ίδιος πλήρως το νου του–, έβλεπε οπτασίες καί φρικτές αποκαλύψεις του Κυρίου όπως παλιά οι Προφήτες.
Έτσι, έχοντας αποστολική διάνοια, επειδή τήν ύπαρξή του κατηύθυνε και κινούσε το θείο Πνεύμα, είχε και το χάρισμα του λόγου που έβγαινε από τα χείλη του και, ενώ ήταν όπως κι εκείνοι αγράμματος, θεολόγησε και με τα θεόπνευστα συγγράμματά του διδάσκει τους πιστούς τήν ακρίβεια της ευσεβούς ζωής.
Έχοντας ανέλθει σ’ ένα τέτοιο πνευματικό επίπεδο, αρχίζει νά συγγράφει ασκητικούς λόγους κατά κεφάλαια για τις διάφορες αρετές και τα πάθη που αντίκεινται σ’ αυτές, από όσα αυτός έμαθε από τήν προσωπική του ασκητική ζωή καί τή θεία γνώση που του δόθηκε, και περιγράφει με ακρίβεια τή μοναχική ζωή για όσους τήν ασκούν και έτσι γίνεται για τόν ισραηλιτικό λαό τών μοναχών ποταμός Θεού γεμάτος πνευματικά νερά.
Σημ. Ο Νικήτας Στηθάτος εχρημάτισε μαθητής του Οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου.

ΠΗΓΗ : Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος, εκδ. Ακρίτας, Απόδοση στα νέα ελληνικά από τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ν. Σμύρνης κ. Συμεών.
http://agiameteora.net

ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΛΗΤΟΥ (ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ)


῾῾Ο Θεός ἡμᾶς τούς ἀποστόλους ἐσχάτους  ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους᾽ (Α´ Κορ. 4, 9)

Δραματική ἔνταση χαρακτηρίζει τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου στό συγκεκριμένο ἀπόσπασμα ἀπό τήν Α´ πρός Κορινθίους ἐπιστολή  του. Κι αὐτό γιατί ὁ ἀπόστολος ἀπευθύνεται ὡς πατέρας στά πνευματικά του παιδιά προκειμένου νά τούς δώσει νά καταλάβουν ὅτι εἶναι ἕτοιμοι, αὐτός καί οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι, νά ὑποστοῦν τά πάντα, ἀκόμη καί ἐξευτελισμούς καί θάνατο, γιά νά γνωρίσουν τόν Χριστό πού εἶναι ἡ σωτηρία τους. Παιδαγωγούς μπορεῖ νά ἔχετε μύριους, σημειώνει ὁ ἀπόστολος, ἀλλά ἐγώ εἶμαι ὁ πνευματικός πατέρας σας. Γιατί σᾶς γέννησα ἐν Χριστῷ μέ τό εὐαγγέλιο. Τούς καλεῖ γι᾽ αὐτό νά τόν ἀκολουθήσουν στή ζωή του πού εἶναι βεβαίως ζωή Χριστοῦ. ῾Η συγκεκριμένη φράση του μάλιστα ὅτι ῾ὁ Θεός ἔδωσε στούς ἀποστόλους τήν ἐλεεινότερη θέση, σάν νά εἶναι καταδικασμένοι νά πεθάνουν στήν ἀρένα᾽ - ῾ὁ Θεός ἡμᾶς τούς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους᾽ - ἀκούγεται προκλητική καί παράδοξη καί χρήζει κάποιας διασαφάνισης.

1. Πράγματι, πῶς νά μήν ἠχεῖ παράδοξος ὁ λόγος ὅταν γνωρίζουμε ὅτι οἱ ᾽Απόστολοι εἶναι αὐτοί πού συνιστοῦν ῾τά θεμέλια τῆς ᾽Εκκλησίας᾽, κατά τόν λόγο τοῦ ἴδιου τοῦ ἀποστόλου Παύλου; Βασικός θεμέλιος λίθος εἶναι ὁ Κύριος, ἄλλοι θεμέλιοι κατά τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ εἶναι οἱ μαθητές Του, οἱ ᾽Απόστολοι. Ἡ θέση τους λοιπόν ὄχι μόνο δέν φαίνεται νά εἶναι ῾ἐσχάτη᾽ καί ἐλεεινή, ἀλλά πρώτη καί διαπρεπής. Κι οἱ ᾽Απόστολοι δέν εἶναι ἐπίσης ἐκεῖνοι πού κλήθηκαν ἀπό τόν Κύριο γιά νά εἶναι οἱ μάρτυρες τῆς ζωῆς Του, ἔχοντας μάλιστα τίς δοσμένες ἀπό Αὐτόν δυνάμεις Του, ὥστε ὅ,τι ἔκανε κι ᾽Εκεῖνος νά κάνουν ἀντιστοίχως κι αὐτοί; ῾᾽Ιδού δίδωμι ὑμῖν τήν ἐξουσίαν τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων καί σκορπίων καί οὐδέν ὑμᾶς οὐ μή ἀδικήσει᾽, τούς εἶπε. Μέ ἀποκορύφωση τήν πνευματική ἐξουσία, ἐξουσία κυριολεκτικά θεϊκή, ῾τοῦ δεσμεῖν καί λύειν τάς ἁμαρτίας τῶν ἀνθρώπων᾽. ῾Λάβετε Πνεῦμα ῞Αγιον. ῎Αν τινων ἀφῆτε τάς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς. ῎Αν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται᾽. Νά ἔχεις τή δύναμη νά κυριαρχεῖς πάνω στά θηρία, ἀκόμη καί στόν Πονηρό διάβολο καί στόν θάνατο, καί νά θεωρεῖσαι τελευταῖος καί ἐλεινός, εἶναι πράγμα ἀνάποδο.

2. Κι ὅμως! Ὁ ἀπόστολος μέ ἐπίγνωση τῶν ἐξουσιῶν τοῦ ἴδιου καί τῶν λοιπῶν ἀποστόλων στόν κόσμο, φυσικό καί πνευματικό, φανερώνει τήν  παράδοξη θέση πού τούς ἔχει ἐπιφυλάξει ὁ Θεός: ῾ἐσχάτους ἀπέδειξεν ὡς ἐπιθανατίους᾽. Γιατί ῾θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καί ἀγγέλοις καί ἀνθρώποις᾽. Γίναμε θέαμα σ᾽ ἀγγέλους καί ἀνθρώπους. Ἡ ἀπαρίθμηση πού κάνει προκειμένου νά ἐξηγήσει τό ῾ἀνεξήγητο᾽ εἶναι ἀναλυτική: Γιά χάρη τοῦ Χριστοῦ παρουσιαζόμαστε ἀνόητοι, περιφρονημένοι, πεινασμένοι καί διψασμένοι, ξυλοδαρμένοι, διωγμένοι, κυριολεκτικά σκουπίδια καί ἀποβράσματα τοῦ κόσμου.
Ποιό τό ἑρμηνευτικό κλειδί τῆς κατάστασης αὐτῆς; Πῶς οἱ προικισμένοι μέ τίς δυνάμεις τοῦ Θεοῦ θεωροῦνται τόσο ἐξευτελισμένοι; ῾Η ἑρμηνεία βρίσκεται ἀφενός στό ῾διά Χριστόν᾽ καί ἀφετέρου στό ὅτι ῾ὁ κόσμος κεῖται ἐν τῷ πονηρῷ᾽. Σ᾽ ἕναν κόσμο πεσμένο στήν ἁμαρτία πού δέν δίστασε νά ἀπορρίψει καί νά σκοτώσει καί τόν ἴδιο τόν Δημιουργό Του, δέν ὑπάρχει ἄλλη στάση ἔναντι τῶν μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ. ῞Ο,τι στάση ἐπεφύλαξε ὁ πονηρός κόσμος στόν Χριστό, τήν ἴδια στάση κράτησε καί κρατάει καί γιά τούς δικούς Του πιστούς. Δηλαδή τόν διωγμό καί τόν θάνατο. ῾Εἰ ἐμέ ἐδίωξαν, καί ὑμᾶς διώξουσι᾽. Καί: ῾πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ, διωχθήσονται᾽. Κι εἶναι ῾λογικό᾽: ὁ ἁμαρτωλός κόσμος δέν ἀνέχεται ὁποιονδήποτε τόν ἀρνεῖται καί τόν ἐλέγχει. ῾Η παρουσία τοῦ Κυρίου ὡς ἡ φανέρωση τῆς ἀλήθειας συνιστοῦσε ἀποκάλυψη τοῦ σκότους καί τῆς πονηρίας. ῾Νῦν κρίσίς ἐστιν τοῦ κόσμου τούτου᾽. ῎Επρεπε λοιπόν νά ἐξαφανισθεῖ. Τό ἴδιο συνέβη καί μέ τούς μαθητές τοῦ Χριστοῦ, ὅπως παλαιότερα τό ἴδιο διώχθηκαν καί τέλος θανατώθηκαν καί οἱ Προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.

3. Αὐτό συμβαίνει διαχρονικά καί μέ τήν ᾽Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ. ῞Οσο ἡ ᾽Εκκλησία ὡς σῶμα Χριστοῦ φανερώνει τή ζωή τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί τοῦ ἀρχηγοῦ της ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, θά ὑφίσταται, κατά παραχώρηση πάντοτε βεβαίως τοῦ Θεοῦ, διωγμούς καί βασανιστήρια. ῞Ολη ἡ ἱστορία τῆς ᾽Εκκλησίας ἀποτελεῖ ἐπιβεβαίωση  τῆς πραγματικότητας αὐτῆς: τῆς μαρτυρίας καί τοῦ μαρτυρίου τῶν συνεπῶν μελῶν της. Δέν ὑπάρχει σχεδόν ἡμέρα στό καθημερινό ἑορτολόγιό της πού νά μήν ἔχει ὄχι ἕναν ἀλλά περισσοτέρους ἁγίους μάρτυρες πού ἑορτάζουν, γιατί κράτησαν ἀνοικτή τήν ψυχή τους στό ὀξυγόνο τοῦ οὐρανοῦ καί ὑπέστησαν γι᾽ αὐτό τή φονική ἔκφραση τοῦ πνιγμοῦ τῶν ὀργάνων τοῦ Πονηροῦ. Γι᾽ αὐτό καί ἡ ᾽Εκκλησία μας οὐδέποτε αἰσθάνθηκε ἄνετα μέ τίς πρωτοκαθεδρίες τοῦ κόσμου τούτου, καλύτερα: θεωροῦσε ὁποιεσδήποτε τιμές τοῦ κόσμου πρός αὐτήν ὡς ἀπάδουσες πρός τό πνεῦμα τοῦ ᾽Αρχηγοῦ της καί ὡς προδοσία τῆς ἴδιας τῆς ψυχῆς της. Τό ῾περιθώριο᾽  λοιπόν εἶναι ἡ φυσιολογική θέση τῆς ᾽Εκκλησίας, ὅπως περιθωριοποιημένο εἶχαν οἱ ἄρχοντες τοῦ κόσμου τούτου τόν ἴδιο τόν Κύριο.

4. Κι ἐκεῖ ἀρχίζει τό ἄλλο παράδοξο: στό περιθώριο ἡ ᾽Εκκλησία, ἐκεῖ πού ὑπάρχει ἡ ἀτίμωση τοῦ Σταυροῦ καί τῆς ἀμφισβήτησης, προβάλλει τήν ἀναστημένη ζωή τοῦ ἀρχηγοῦ της. Στό περιθώριο κυοφοροῦνται οἱ δυνάμεις τῆς ζωῆς πού τελικῶς θέτουν τήν ᾽Εκκλησία, δηλαδή τόν ἴδιο τόν Χριστό, στό κέντρο ὄχι τοῦ κόσμου, ἀλλά στό κέντρο τῶν ἀνθρωπίνων καρδιῶν, ἐφόσον αὐτές διακρατοῦν κάποια γνήσια ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας. ῾Λίθον ὅν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλήν γωνίας᾽. ῾Ο Κύριος ἐπάνω στόν Σταυρό ἦταν ὁ παντοδύναμος ἐν σαρκί Θεός. ῾Ο Σταυρός φανέρωνε τή δόξα Του. Στόν τάφο διέλυσε τό βασίλειο τοῦ ῞Αδου καί ἀνέστη τριήμερος, φανερώνοντας ὅτι ἡ ζωή κυριεύει τοῦ θανάτου. Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ τήν ᾽Εκκλησία: ὅσο ὁ πονηρός κόσμος θά τήν ἀμφισβητεῖ καί θά τήν θέτει στόν τάφο, τόσο ὁ Θεός θά τήν ἀναδεικνύει, θά τήν ἀνασταίνει καί θά τήν καθιστᾶ ζωή τῶν ἀνθρώπων. Γιά τόν ἁπλούστατο λόγο ὅτι τόν τελευταῖο λόγο πάντοτε τόν ἔχει ὄχι ὁ παρερχόμενος καί ἐν θανάτῳ κόσμος, ἀλλά ὁ παντοδύναμος Θεός.

᾽Ελεεινοί οἱ ἀπόστολοι λοιπόν σ᾽ ἕναν κόσμο φθορᾶς καί θανάτου. ᾽Αλλά γι᾽ αὐτό καί πλήρεις δόξης καί δυνάμεως καί σωφρονισμοῦ. ῾Ο ἀπόστολος ἀποκαλύπτει ἐν Πνεύματι κρυμμένα μυστήρια, πού δόξα τῷ Θεῷ οἱ πιστοί φωτιζόμαστε λίγο νά τά καταλαβαίνουμε καί νά τά κατανοοῦμε. ᾽Αλλά πρέπει νά εἴμαστε κι ἐμεῖς συντονισμένοι στήν ἴδια συχνότητα μ᾽ ἐκείνους, πού σημαίνει νά εἴμαστε ἕτοιμοι καί γιά τό μαρτύριο πρός χάρη τῆς πίστης μας. 

http://pgdorbas.blogspot.gr

Το Ευαγγελικό και Αποστολικό Ανάγνωσμα της Κυριακής


† Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014
( † Μνήμη τοῦ Ἁγίου καὶ ἐνδόξου Ἀποστόλου 
Ἀνδρέου τοῦ Πρωτοκλήτου )

Ευαγγελική Περικοπή,
Ἐκ τοῦ κατά Ἰωάννην
Κεφ. α΄ : 35-52

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, εἱστήκει ὁ ᾿Ιωάννης καὶ ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ δύο, καὶ ἐμβλέψας τῷ ᾿Ιησοῦ περιπατοῦντι λέγει· Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἤκουσαν αὐτοῦ οἱ δύο Μαθηταὶ λαλοῦντος, καὶ ἠκολούθησαν τῷ ᾿Ιησοῦ. Στραφεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς, καὶ θεασάμενος αὐτοὺς ἀκολουθοῦντας λέγει αὐτοῖς· Τί ζητεῖτε; οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Ῥαββί, ὃ λέγεται ἑρμηνευόμενον Διδάσκαλε, ποῦ μένεις; Λέγει αὐτοῖς· Ἔρχεσθε καὶ ἴδετε. Ἦλθον καὶ εἶδον ποῦ μένει, καὶ παρ᾿ αὐτῷ ἔμειναν τὴν ἡμέραν ἐκείνην· ὥρα ἦν ὡς δεκάτη. Ἦν ᾿Ανδρέας, ὁ ἀδελφὸς Σίμωνος Πέτρου, εἷς ἐκ τῶν δύο τῶν ἀκουσάντων παρὰ ᾿Ιωάννου, καὶ ἀκολουθησάντων αὐτῷ. Εὑρίσκει οὗτος πρῶτος τὸν ἀδελφὸν τὸν ἴδιον Σίμωνα, καὶ λέγει αὐτῷ· Εὑρήκαμεν τὸν Μεσσίαν, ὅ ἐστι μεθερμηνευόμενον, Χριστός· καὶ ἤγαγεν αὐτὸν πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν. Ἐμβλέψας αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς, εἶπε· Σὺ εἶ Σίμων ὁ υἱὸς ᾿Ιωνᾶ, σὺ κληθήσῃ Κηφᾶς, ὃ ἑρμηνεύεται Πέτρος. Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν· καὶ εὑρίσκει Φίλιππον, καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀκολούθει μοι. Ἦν δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως Ἀνδρέου καὶ Πέτρου. Εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ, καὶ λέγει αὐτῷ· Ὅν ἔγραψε Μωσῆς ἐν τῷ νόμῳ, καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, ᾿Ιησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ ᾿Ιωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ. Καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· Ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; Λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Ἔρχου καὶ ἴδε. Εἶδεν ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν Ναθαναὴλ ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν, καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· Ἴδε ἀληθῶς ᾿Ισραηλίτης, ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι. Λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ· Πόθεν μὲ γινώσκεις; Ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε. Ἀπεκρίθη Ναθαναὴλ, καὶ λέγει αὐτῷ· Ῥαββί, σὺ εἶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ Βασιλεὺς τοῦ ᾿Ισραήλ. Ἀπεκρίθη ᾿Ιησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὅτι εἶπόν σοι· Εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψει. Καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν· Ἀπ᾿ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς Ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου.

Απόστολος,
Πρὸς Κορινθίους Α’ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
Κεφ. δ΄: 9-16 

Ἀδελφοί, ὁ Θεὸς ἡμᾶς τοὺς ἀποστόλους ἐσχάτους ἀπέδειξεν, ὡς ἐπιθανατίους, ὅτι θέατρον ἐγενήθημεν τῷ κόσμῳ, καὶ ἀγγέλοις καὶ ἀνθρώποις. Ἡμεῖς μωροὶ διὰ Χριστόν, ὑμεῖς δὲ φρόνιμοι ἐν Χριστῷ· ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ὑμεῖς δὲ ἰσχυροί· ὑμεῖς ἔνδοξοι, ἡμεῖς δὲ ἄτιμοι. Ἄχρι τῆς ἄρτι ὥρας καὶ πεινῶμεν καὶ διψῶμεν καὶ γυμνητεύομεν καὶ κολαφιζόμεθα καὶ ἀστατοῦμεν καὶ κοπιῶμεν ἐργαζόμενοι ταῖς ἰδίαις χερσί· λοιδορούμενοι εὐλογοῦμεν, διωκόμενοι ἀνεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλοῦμεν· ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγενήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι. Οὐκ ἐντρέπων ὑμᾶς γράφω ταῦτα, ἀλλ᾿ ὡς τέκνα μου ἀγαπητὰ νουθετῶ. Ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ᾿ οὐ πολλοὺς πατέρας· ἐν γὰρ Χριστῷ ᾿Ιησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγὼ ὑμᾶς ἐγέννησα. Παρακαλῶ οὖν ὑμᾶς, μιμηταί μου γίνεσθε.

Δεν πρέπει να λυπόμαστε όταν παθαίνουμε κάτι κακό, μα όταν κάνουμε κάτι κακό


Τη λύπη την έβαλε μέσα μας ο Θεός. Όχι, όμως, για να τη μεταχειριζόμαστε άσκοπα ή και βλαπτικά, σε ακατάλληλο χρόνο και σε αντίθετες συνθήκες στη φύση μας περιστάσεις, κλονίζοντας έτσι την υγεία της ψυχής και του σώματος, αλλά για ν' αποκομίζουμε απ' αυτήν όσο γίνεται μεγαλύτερο πνευματικό κέρδος. 

Γι' αυτό, δεν πρέπει να λυπόμαστε όταν παθαίνουμε κάτι κακό, μα όταν κάνουμε κάτι κακό. Εμείς, ωστόσο, έχουμε αντιστρέψει τα πράγματα. Έτσι, και αμέτρητα κακά να διαπράξουμε, ούτε λυπόμαστε ούτε ντρεπόμαστε. Αν, όμως, πάθουμε και το παραμικρό κακό από κάποιον, τότε τα χάνουμε, βαριοθυμούμε, γινόμαστε συντρίμμια και δεν συλλογιζόμαστε πως οι θλίψεις και οι πειρασμοί φανερώνουν τη φροντίδα του Θεού για μας περισσότερο από τα ευχάριστα περιστατικά.

Αλλά γιατί αναφέρω τις θλίψεις αυτής της ζωής; Μήπως και η απειλή του αιωνίου κολασμού δεν αποτελεί τη φιλανθρωπία του Θεού καλύτερα από την υπόσχεσή Του για την ουράνια βασιλεία; Γιατί, αν δεν υπήρχε η απειλή του αιωνίου κολασμού, λίγοι θα ήταν εκείνοι που θα κέρδιζαν τη σωτηρία. Δεν είναι, βλέπεις, αρκετή για μας, τους ράθυμους, η υπόσχεση των ουράνιων αγαθών. Ο φόβος της κολάσεως πιο πολύ μας παρακινεί στην αρετή.

Γι' αυτό, λοιπόν, υπάρχουν η λύπη και η αθυμία, όχι για να μας κυριεύουν όταν πεθαίνει ένα αγαπημένο μας πρόσωπο ή όταν χάνουμε χρήματα ή όταν δοκιμάζουμε κάποια αποτυχία, αλλά για να μας βοηθούν στον πνευματικό μας αγώνα. 

Ας λυπόμαστε όχι για τη θλίψη ή τη βλάβη που μας προξενεί κάποιος, αλλά για τις αμαρτίες μας, με τις οποίες λυπούμε το Θεό. Γιατί οι αμαρτίες διώχνουν μακριά μας το Θεό, ενώ οι θλίψεις, που δοκιμάζουμε από άλλους ανθρώπους, Τον κάνουν να μένει κοντά μας ως προστάτης.

Άλλωστε, πρέπει να το πάρεις απόφαση, άνθρωπέ μου, ότι στη ζωή αυτή θα έχεις βάσανα, δοκιμασίες, προβλήματα, πειρασμούς. Πρέπει να τ' αντιμετωπίζεις με γενναιότητα όλα αυτά, χρησιμοποιώντας ως όπλα την πίστη, την ελπίδα, την υπομονή. Ας εύχεσαι, βέβαια, να μην πέσεις ποτέ σε πειρασμό. 

Όταν, όμως, παραχωρεί κάποιον ο Θεός, μην ταράζεσαι. Κάνε ό,τι μπορείς για να φανείς αληθινός στρατιώτης του Χριστού. Δεν βλέπεις που οι γενναίοι στρατιώτες, όταν η σάλπιγγα τους καλεί στην μάχη, αποβλέποντας στη νίκη, θυμούνται τους ένδοξους προγόνους τους, που έκαναν μεγάλα κατορθώματα, και ρίχνονται με θάρρος στον αγώνα; Όμοια κι εσύ, όταν έρχεται η ώρα της πνευματικής μάχης, να θυμάσαι τα κατορθώματα των αγίων μαρτύρων και ν' αγωνίζεσαι με γενναιότητα, με πίστη, με χαρά.

Δεν μπορεί, λοιπόν, ποτέ να λυπάται ο χριστιανός; Μπορεί, αλλά για δύο μονάχα λόγους: Όταν είτε ο ίδιος είτε ο πλησίον του έρχεται σε αντίθεση με το Θεό και το άγιο θέλημά Του. Δεν πρέπει, επομένως, να στενοχωριούνται και να θλίβονται εκείνοι που κακολογούνται, μα εκείνοι που κακολογούν. 

Γιατί δε θ' απολογηθούν οι πρώτοι, για όσα λέγονται σε βάρος άλλων. Αυτοί πρέπει να τρέμουν και ν' ανησυχούν, γιατί αργά ή γρήγορα θα συρθούν στο φοβερό Δικαστήριο του Θεού, όπου θα λογοδοτήσουν για όσες κακολογίες ξεστόμισαν. Κι εκείνοι που κακολογούνται, πάντως, πρέπει ν' ανησυχούν, αν όσα λένε γι' αυτούς είναι αληθινά.

Αξιολύπητοι, βλέπεις, είναι οι αμαρτωλοί, έστω κι αν κανένας δεν τους κατηγορεί. Αξιοζήλευτοι, απεναντίας, είναι οι ενάρετοι, έστω κι αν ο κόσμος όλος τους κατατρέχει. Γιατί, όταν η συνείδηση ενός ανθρώπου είναι ήσυχη, όσες τρικυμίες κι αν ξεσηκώνονται εναντίον του, αυτός θα βρίσκεται πάντα σε λιμάνι γαλήνιο. 

Όταν, όμως, η συνείδησή του είναι ταραγμένη, ακόμη κι αν όλα του έρχονται ευνοϊκά, θα βασανίζεται, σαν τον ναυαγό στη φουρτουνιασμένη θάλασσα.

Αγ. Ιωάννου του Χρυσοστόμου
http://inpantanassis.blogspot.gr

Κι αυτός ο τόσο μέγας και τρανός επεθύμησε την αμαρτωλή...


Ήταν τρανός (ο Θεός) κι αυτή (η ανθρώπινη φύση) ταπεινή. Τρανός όχι στη θέση, αλλά στη φύση. 

Πεντακάθαρος ήταν, ακατάστρεφτη η ουσία του, άφθαρτη η φύση του. Αχώρητος στο νου, αόρατος, άπιαστος από τη σκέψη, υπάρχοντας παντοτινά, μένοντας απαράλλαχτος. Πάνω από τους αγγέλους, ανώτερος από τις δυνάμεις των ουρανών.

Νικώντας τη λογική σκέψη, ξεπερνώντας τη δύναμη του μυαλού, είναι αδύνατο να τον δεις, μόνο να τον πιστέψεις. Τον έβλεπαν οι άγγελοι και τρέμανε. Τα χερουβείμ σκεπάζονταν με τα φτερά τους, όλα στέκονταν με φόβο. Έριχνε το βλέμμα του στη γη και την έκανε να τρέμει. 

Στρεφότανε στη θάλασσα και την έκανε στεριά. Ποτάμια έβγαζε στην έρημο. Στ' αναμέτρημά του έστησε βουνά και ζύγισε λαγκάδια. Πώς να το πω; Πώς να το παραστήσω; Το μεγαλείο του απέραντο. Πού να πιαστεί η σοφία του με αριθμούς; Ανεξιχνίαστες οι αποφάσεις που παίρνει κι οι δρόμοι του ανεξερεύνητοι.

Κι αυτός ο τόσο μέγας και τρανός επεθύμησε την αμαρτωλή. Γιατί; Για να την αναπλάσει από αμαρτωλή σε παρθένα. Για να γίνει νυμφίος της.

Τι κάνει; Δεν της στέλνει κάποιον από τους δούλους του, δεν στέλνει άγγελο στην αμαρτωλή, δεν στέλνει αρχάγγελο, δεν στέλνει τα χερουβείμ, δεν στέλνει τα σεραφείμ. Αλλά καταφθάνει αυτός ο ίδιος ο ερωτευμένος.

Επεθύμησε την αμαρτωλή. Και τι κάνει; Επειδή δεν μπορούσε ν' ανέβει εκείνη στα ψηλά, κατέβηκε ο ίδιος στα χαμηλά. Έρχεται στην καλύβα της. Τη βλέπει μεθυσμένη. Και με ποιο τρόπο έρχεται; Όχι μ' ολοφάνερη τη θεότητά του, αλλά γίνεται εντελώς ίδιος μαζί της, μήπως βλέποντάς τον τρομοκρατηθεί, μήπως λαχταρήσει και του φύγει. Τη βρίσκει καταπληγωμένη, εξαγριωμένη, από δαίμονες κυριευμένη. 

Και τι κάνει; Την παίρνει και την κάνει γυναίκα του. 
Και τι δώρα της χαρίζει; Δαχτυλίδι. Ποιο δαχτυλίδι; Το Άγιο Πνεύμα. Έπειτα λέει:

-Δε σε φύτεψα στον παράδεισο;
-Του λέει, ναι.
-Και πώς ξέπεσες από κει;
-Ήλθε και με πήρε ο διάβολος από τον παράδεισο.
-Φυτεύτηκες στον παράδεισο και σε έβγαλε έξω. Να. Σε φυτεύω μέσα μου. Δεν τολμά να με πλησιάσει εμένα. Ο ποιμένας σε κρατάει κι ο λύκος δεν έρχεται πια.
-Αλλά είμαι, λέει, αμαρτωλή και βρόμικη.
-Μη μου σκοτίζεσαι, είμαι γιατρός.

Δώσε μεγάλη προσοχή. Κοίταξε τι κάνει. Ήλθε να πάρει την αμαρτωλή, όπως αυτή -το τονίζω- ήταν βουτηγμένη στη βρομιά. Για να μάθεις τον έρωτα του Νυμφίου. Αυτό χαρακτηρίζει τον ερωτευμένο: το να μη ζητάει ευθύνες για αμαρτήματα, αλλά να συγχωράει λάθη και παραπτώματα.

Πιο πριν ήταν κόρη των δαιμόνων, κόρη της γης, ανάξια για τη γη. Και τώρα έγινε κόρη του βασιλιά. Κι αυτό γιατί έτσι θέλησε ο ερωτευμένος μαζί της. 

Γιατί ο ερωτευμένος δεν πολυνοιάζεται για τη συμπεριφορά του. Ο έρωτας δε βλέπει ασχήμια. Γι' αυτό και ονομάζεται έρωτας, επειδή πολλές φορές αγαπά και την άσχημη. Έτσι έκανε και ο Χριστός. Άσχημη είδε και την ερωτεύτηκε και την ανακαινίζει.

Ως μέλος του σώματός του την περιποιείται. Τη φροντίζει, ως κεφαλή της που είναι, τη φυτεύει ως ρίζα, την ποιμαίνει ως ποιμένας. Ως νυμφίος την παίρνει γυναίκα του, και ως εξιλαστήριο θύμα τη συγχωρεί, ως πρόβατο θυσιάζεται, ως νυμφίος τη διατηρεί μες στην ομορφιά, ως σύζυγος φροντίζει να μη της λείψει τίποτα.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
http://inpantanassis.blogspot.gr

Σ' όσους λοιπόν αποκαλυφθεί ο αναστημένος Χριστός...


«Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους πιστεύουν στην Ανάσταση του Χριστού, πολύ λίγοι όμως είναι αυτοί που τη βλέπουν καθαρά και αυτοί που δεν την είδαν, δεν μπορούν να προσκυνήσουν τον Ιησού Χριστό ως Άγιο και Κύριο ...

Και τον ιερότατο λόγο που καθημερινά έχουμε στο στόμα, δε λέει «Ανάστασιν Χριστού πιστεύοντες» αλλά τι; «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι προσκυνήσωμεν άγιον Κύριον Ιησούν τον μόνον αναμάρτητον». 

Πως λοιπόν μας προτρέπει τώρα το Άγιο Πνεύμα να λέμε ότι είδαμε αυτήν που δεν είδαμε, αφού μάλιστα μια φορά αναστήθηκε ο Χριστός πριν χίλια χρόνια κι ούτε τον είδε κανείς να ανασταίνεται; Άραγε μήπως η Αγία Γραφή θέλει να λέμε ψέματα;

Όχι βέβαια αλλά αυτό που μας προτρέπει να ομολογούμε είναι η αλήθεια, επειδή η Ανάσταση του Χριστού συντελείται μέσα στον κάθε πιστό κι όχι μια φορά, αλλά κάθε ώρα θα λέγαμε, αφού αυτός ο ίδιος ο Δεσπότης Χριστός ανασταίνεται μέσα μας και λαμπροφορεί και απαστράπτει τις αστραπές της αφθαρσίας και της θεότητος. 

Γιατί η φωτοφόρος παρουσία του Πνεύματος μας υποδεικνύει την Ανάσταση του Χριστού ή μάλλον μας αξιώνει να δούμε αυτόν τον ίδιο τον Αναστάντα. Γι' αυτό και λέμε: «Θεός είναι ο Κύριος μας και φανερώθηκε σε μας» (ψαλμ.117, 27). 

Σ' όσους λοιπόν αποκαλυφθεί ο αναστημένος Χριστός, πάντως πνευματικά εμφανίζεται στα πνευματικά τους μάτια. Γιατί, όταν έρχεται σε μας δια του Αγίου Πνεύματος, μας ανασταίνει εκ νεκρών, μας ζωοποιεί και μας δίνει τη χάρη να Τον βλέπουμε μέσα μας ολοζώντανο, Αυτόν τον αθάνατο και ανώλεθρο και να γνωρίζουμε πλήρως, ότι Αυτός μας συνανασταίνει και μας συνδοξάζει, όπως μαρτυρεί η Αγία Γραφή».

Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος
http://inpantanassis.blogspot.gr