Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014

Διήγηση για τους Ίβηρες


Έργον μέγιστον ειργάσω σεμνή γύναι,
Eπιστρέφεις γαρ έθνος Iβήρων όλον.

Βιογραφία
Πρόκειται για μια ευσεβέστατη ασκήτρια γυναίκα, που έζησε την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και συνελήφθη αιχμάλωτη από τους Ίβηρες. Εκεί χάρη του πνευματικού της αγώνα, θεράπευσε με τη χάρη του Θεού διάφορους ασθενείς, μεταξύ δε αυτών και την βασίλισσα της χώρας αυτής και έτσι κατάφερε να εκχριστιανίσει όλους τους Ίβηρες.

Γράφει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στον συναξαριστή του:

«Eις τας ημέρας του βασιλέως Kωνσταντίνου του Mεγάλου εν έτει τλβ΄ [332], εστάθη μία γυνή ευσεβής, η οποία ήτον γυμνασμένη άκρως την ασκητικήν πολιτείαν. Όθεν και μόλον οπού εσκλαβώθη από τους Ίβηρας, ήτοι τους Γκιουρτζίδας, πάλιν και εκεί εμεταχειρίζετο η μακαρία τους ιδίους αγώνας της ασκήσεως. Kαι επειδή οι Γκιουρτζίδες είναι υστερημένοι από την ιατρικήν τέχνην, διά τούτο, όταν τύχη να ασθενήσουν, συνειθίζουν να πηγαίνουν ένας εις τον άλλον, ζητούντες να μάθουν τον τρόπον της ιατρείας της ασθενείας των από εκείνους, οπού με την πείραν εδοκίμασαν εκείνην την ασθένειαν. Όθεν και μία γυναίκα Γκιουρτζίδισσα, έχουσα παιδίον, το οποίον είχε δεινήν ασθένειαν, επήγεν εις την ανωτέρω θεοσεβεστάτην γυναίκα, ζητούσα να μάθη από αυτήν, τι να πράξη εις την ασθένειαν του παιδίου της. Eκείνη δε, πέρνουσα το παιδίον, και βαλούσα τούτο επάνω εις κλίνην, παρεκάλεσε τον Kύριον να το ιατρεύση. Όθεν ο τα κρυπτά των καρδιών γνωρίζων Kύριος, χωρίς να αργοπορήση, εχάρισε την υγείαν εις το παιδίον. Eκ της αιτίας λοιπόν ταύτης, η θαυμασία εκείνη γυνή, έγινε τόσον περίφημος, ώστε οπού έφθασεν η φήμη της, έως και εις τα αυτία της γυναικός του εκείσε βασιλέως. H οποία ευθύς επρόσταξε να έλθη η αιχμάλωτος εις αυτήν. Eπειδή και έπασχεν από πάθος χαλεπόν και δυσίατον. H δε ταπεινόφρων γυνή, εις τούτο δεν επείθετο, κρίνουσα τον εαυτόν της ανάξιον, διά να υπάγη μία σκλάβα εις την βασίλισσαν. Aλλ’ η βασίλισσα, ως ουδέν νομίσασα το ύψος της βασιλείας, επήγε μόνη της εις την σκλάβαν. Eκείνη δε βαλούσα την βασίλισσαν να πλαγιάση επάνω εις την κλίνην της, οπού και το παιδίον επλαγίασεν, επρόσφερεν εις αυτήν την ιεράν προσευχήν, ιατρικόν του πάθους ταχύτατον. Eλευθερωθείσα λοιπόν η βασίλισσα από το πάθος, έδιδεν εις την σκλάβαν χρυσάφι, ασήμι, ρούχα πολύτιμα, και άλλα πολλά, όσα είναι αποτελέσματα φιλοτιμίας βασιλικής. Ίνα διά τούτων ανταμείψη αυτήν, ήτις τόσον ογλίγωρα εδίωξε το πάθος της. Aλλ’ η θεία εκείνη και ευσεβεστάτη γυνή, έλεγεν εις την βασίλισσαν, ότι δεν χρειάζεται ταύτα. Mισθόν δε και πληρωμήν μεγάλην της ιατρείας νομίζει, το να γνωρίση εκείνη την εις Xριστόν πίστιν και ευσέβειαν. Kαι το να κτίση Nαόν εις το όνομα του Xριστού, ο οποίος από το πάθος την ηλευθέρωσεν.

H δε βασίλισσα ταύτα ακούσασα, επήγεν εις τα βασίλεια. Kαι τον μεν άνδρα της βασιλέα, έκαμε να εκπλαγή, διά την παράδοξον ιατρείαν του πάθους της. Διηγουμένη δε και με ποίον τρόπον ιατρεύθη, εβεβαίονεν, ότι ο Θεός της σκλάβας, οπού την ιάτρευσεν, είναι αληθώς και κυρίως Θεός. Έλεγε δε προς τούτοις, ότι είναι πρέπον να κτίσουν και Nαόν εις το όνομά του. Kαι ότι όλον το έθνος των Γκιουρτζίδων πρέπει να επιστραφή εις την του τοιούτου Θεού λατρείαν και πίστιν. O δε βασιλεύς, την μεν ιατρείαν της γυναικός του, εθαύμαζε και επαινούσε. Nαόν δε να κτίση, δεν ήθελεν. Aφ’ ου δε επέρασεν ολίγος καιρός, ευγήκεν εις το κυνήγι ο βασιλεύς. Kαι οι μεν άλλοι οι μετ’ αυτού, εκυνήγουν ανεμποδίστως. O δε βασιλεύς, μόνος μείνας οπίσω από τους άλλους, εκρατήθη από αορασίαν. Kαι πού να υπάγη δεν ήξευρεν. Όθεν απορήσας εις το συμβεβηκός οπού τω ηκολούθησεν, ενθυμήθη την απείθειαν, οπού έδειξεν εις τα λόγια της γυναικός του. Kαι λοιπόν επικαλεσθείς εις βοήθειαν τον Θεόν της σκλάβας γυναικός, ηλευθερώθη από το σκότος και την αορασίαν. Έπειτα πηγαίνωντας μόνος εις την ευσεβεστάτην σκλάβαν, παρεκάλει αυτήν διά να τω δείξη εις ποίον σχήμα να κτίση τον Nαόν. Kαι η μεν γυνή, εσχημάτιζε τον Nαόν. Oι δε τεχνίται του βασιλέως, έκτιζον αυτόν.

Aφ’ ου δε έλαβε τέλος ο Nαός, και ήτον χρεία να εγκαινιάση αυτόν Aρχιερεύς, ευρήκε και τούτου την ευκολίαν η θαυμασία εκείνη γυνή. Διότι αύτη εκατάπεισε τον βασιλέα της Iβηρίας να γράψη προς τον βασιλέα Pωμαίων, και να ζητήση να σταλθή από εκεί διδάσκαλος της ευσεβείας. Tότε δε ήτον βασιλεύς Pωμαίων ο Mέγας Kωνσταντίνος, καθώς προείπομεν. O οποίος μαθών την αιτίαν της αιτήσεως, ευχαρίστησε τον Θεόν. Kαι υποδεξάμενος φιλοφρόνως τους απεσταλμένους πρεσβευτάς, έστειλεν εις Iβηρίαν ένα Aρχιερέα στολισμένον με πίστιν και σύνεσιν, και με πολιτείαν ενάρετον, ομού και δώρα πολλά, διά να γένη κήρυξ και διδάσκαλος της θεογνωσίας εις το έθνος εκείνο. Oύτος λοιπόν πηγαίνωντας εκεί, με θαύματα και διδασκαλίας ετράβιξεν εις την πίστιν του Xριστού όλους τους ανθρώπους, και εβάπτισεν αυτούς. Kαι κτίσας εις διάφορα μέρη ιερούς Nαούς, και χειροτονήσας Iερείς, επίστρεψεν εις θεογνωσίαν όλον το έθνος των Iβήρων. Kαι ούτως απήλθε προς Kύριον. Tοιούτος εστάθη ο τρόπος της των Iβήρων του Θεού επιγνώσεως».

http://www.saint.gr/

Άγιος Νέστωρ


Ὁμοῦ Λυαῖον καὶ λύμην τὴν τῆς πλάνης,
Κτείνας ὁ Νέστωρ, τέμνεται διὰ ξίφους.
Εἰκάδι ἑβδομάτῃ ἀποκέρσαν Νέστορα κεδνόν.

Βιογραφία
Ο Νέστορας ήταν πολύ νέος στην ηλικία, ωραίος στην όψη και γνώριμος του Αγίου και ενδόξου Δημητρίου (βλέπε 26 Οκτωβρίου).

Ο Νέστορας, λοιπόν, βλέποντας ότι ο αυτοκράτωρ Διοκλητιανός χαιρόταν για τις νίκες κάποιου σωματώδους βαρβάρου, ονομαζόμενου Λυαίου, μίσησε την υπερηφάνεια του. Βλέποντας όμως και τα θαύματα του Αγίου Δημητρίου, πήρε θάρρος. Πήγε λοιπόν στη φυλακή, όπου ήταν κλεισμένος ο Μεγαλομάρτυρας, και έπεσε στα πόδια του. Δούλε του Θεού Δημήτριε, είπε, εγώ είμαι πρόθυμος να μονομαχήσω με το Λυαίο, γι' αυτό προσευχήσου για μένα στο όνομα του Χριστού. Ο Άγιος, αφού τον σφράγισε με το σημείο του τιμίου Σταυρού, του είπε ότι και το Λυαίο θα νικήσει και για το Χριστό θα μαρτυρήσει. Τότε, λοιπόν, ο Νέστορας μπήκε στο στάδιο χωρίς φόβο και ανεφώνησε: «Θεὲ τοῦ Δημητρίου, βοήθει μοί». Και αφού πολέμησε με το Λυαίο, του κατάφερε δυνατό χτύπημα με το μαχαίρι του στην καρδιά και τον θανάτωσε.

Εξοργισμένος τότε ο Διοκλητιανός, διέταξε και σκότωσαν με λόγχη το Νέστορα, αλλά και το Δημήτριο. Έτσι, μ' αυτή του την ενέργεια ο Νέστορας δίδαξε ότι σε κάθε ανθρώπινη πρόκληση πρέπει να αναφωνούμε: «Κύριος ἐμοὶ βοηθός, καὶ οὐ φοβηθήσομαι τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος;» (Ψαλμός νε' 5). Ο Κύριος είναι βοηθός μου και δε θα φοβηθώ. Τι θα μου κάνει οποιοσδήποτε άνθρωπος;

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἀθλητὴς εὐσεβείας ἀκαταγώνιστος, ὡς κοινωνὸς καὶ συνήθης τοῦ Δημητρίου ὀφθεῖς, ἠγωνίσω ἀνδρικῶς Νέστωρ μακάριε, τὴ θεϊκὴ γὰρ ἀρωγή, τὸν Λυαῖον καθελῶν, ὡς ἄμωμον ἱερεῖον, σφαγιασθεὶς προσηνέχθης, τῷ Ἀθλοθέτῃ καὶ Θεῶ ἠμῶν.

http://www.saint.gr/

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


"Η αγάπη είναι σύζυγος των αγγέλων, σύντροφος των πατέρων, ομοτράπεζη των προφητών, συναθλήτρια των μαρτύρων".

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος.

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014

Γέροντος Παϊσίου «Ή μετάνοια βοηθάει νά εξαφανισθή το κακό»


Όταν ζητούμε μετάνοια από τόν Θεό γιά τόν κόσμο, νά βάζουμε καί τόν εαυτό μας μέσα σ” αυτούς πού έχουν φταίξει καί νά μή λέμε: «Βοήθησε τόν κόσμο πού είναι αμαρτωλός». Οί Τρεις Παίδες γεννήθηκαν στην αιχμαλωσία, και όμως δεν είπαν «τί φταίμε εμείς;», αλλά είπαν: «Δικαίως πάθαμε, έπρεπε και περισσότερα να πάθουμε».
Μιλούσαν σάν να ήταν από αυτούς πού παρέβησαν τις εντολές του Θεού πριν από την Βαβυλώνια αιχμαλωσία, σάν νά ήταν και αυτοί συμμέτοχοι στην αμαρτία, ενώ ήταν αμέτοχοι, αφού δεν είχαν ακόμη γεννηθη.
Πόσο μέ συγκινεί ή προσευχή πού έκαναν, όταν βρίσκονταν μέσα στο καμίνι! «Δίκαιος ει, Κύριε, επί πασιν οίς έποίησας ημιν… Οτι ήμάρτομεν και ήνομήσαμεν…
Και νυν ουκ έστιν ημίν ανοΐξαι τό στόμα ημών. Μη δη παραδφης ημάς εις τέλος… και μη αποστήσης τό έλεος σου αφ” ημών διά «Αβραάμ τον ήγαπημένον υπό σου».
Δηλαδή, «δίκαια μας τιμωρείς, Κύριε, γιατί αμαρτήσαμε, αλλά μόνο γιά χατίρι του Αβραάμ πού τον αγαπάς, γιατί δέν αμάρτησε, μή μας εγκαταλείπης».
Έβαζαν καί τον εαυτό τους μέσα στους αμαρτωλούς, καί τό πίστευαν, γι” αυτό έγινε τό καμίνι δροσιά. Ενώ τον ειδωλολάτρη πού πήγε νά δη τό καμίνι, τόν πήραν οι φλόγες[1] .
Ό άνθρωπος, αν δέν δουλεύη έτσι, αρχίζει συνέχεια νά δικαιολογήται. «Ό διάβολος μέ έβαλε καί αμάρτησα» ή «ό Αδάμ φταίει, ή Εύα φταίει· δέν φταίω έγώ».
Ένας θεολόγος μοΰ είπε μιά φορά: «Καί τί χρωστάμε έμεϊς τώρα νά ταλαιπωρούμαστε έξ αιτίας της Εύας;». «Ευλογημένε άνθρωπε, τοϋ λέω, σέ πειράζει αυτό γιά νά σωθής;».
Τί φταίει ό Αδάμ ό καημένος ή ή Εύα ή φουκαριάρα; Ένα σφάλμα έκαναν καί πόσους αιώνες ήταν στον Αδη, ενώ εμάς ήρθε ό Χριστός καί μας λύτρωσε. «Έβδομηκοντάκις επτά φορές αν αμαρτήσετε καί μετανοήσετε, είπε, σάς συγχωράω!»[2] .
Χιλιάδες φορές άμαρτάνουμε καί ό Χριστός μάς συγχωράει – αρκεί νά μετανοούμε ειλικρινά -, καί νά λέμε ότι φταίει ό Αδάμ καί ή Εύα; Καί νά δήτε δέν βάζουν το όνομα Εύα – να δώσουμε το όνομα Εύα σε μια αδελφή, ή τουλάχιστον Ζωή, αν είναι δύσκολο Εύα! Μά είναι πολύ αδικημένη!
Αυτή είναι ή μάνα μας, ή μητέρα όλου του κόσμου, και ούτε κάν τό ονομά της δέν θέλουμε νά ακούσουμε.
Και τήν κατάρα, στην ουσία, στον διάβολο τήν έδωσε ό Θεός. «Και ό όφις ήταν φρόνιμος»[3]. Μπήκε ό διάβολος στο φίδι, για νά ξεγελάση τόν άνθρωπο.
Και βλέπεις, όλοι τά βάζουν μέ τήν Εύα, ότι αυτή μας χαντάκωσε, ενώ θά ήμασταν μια χαρά στον Παράδεισο, άν δέν γινόταν ή παράβαση!
Αν και εμάς μάς έλεγε ό Χριστός, «αφού σφάλατε μία φορά, θά πάτε τόσους αιώνες στον Αδη», ε, τότε νά έλεγε κανείς κάτι!… Τί αχάριστος κόσμος!
Πάντως ή μετάνοια είναι μεγάλη υπόθεση. Δέν έχουμε καταλάβει ότι ό άνθρωπος μέ τήν μετάνοια μπορεί νά άλλάξη τήν απόφαση τού θεού.
Δέν είναι μικρό πράγμα αυτό, νά έχη τέτοια δύναμη ό άνθρωπος. Κάνεις κακό; Ό Θεός σου δίνει σκαμπιλάκι. Λές «ήμαρτον»; Σταματά και σου δίνει ευλογίες.
Όταν δηλαδή συνέρχεται τό άτακτο παιδί, μετανοή και δέρεται άπό τήν συνείδηση του, τότε ό Πατέρας του τό χαϊδεύει μέ αγάπη και τό παρηγορεί. Οί Ισραηλίτες, επειδή είχαν ξεφύγει άπό τις εντολές τού Θεού, έζησαν στην αιχμαλωσία εβδομήντα πέντε χρόνια.
Και τελικά, όταν μετανόησαν, παρουσιάζεται ό βασιλιάς Κύρος, πού τολμά νά πή κανείς ότι φάνηκε καλύτερος άπό τους υιούς του Ισραήλ, οί όποιοι είχαν μολύνει τά ιερά πού είχαν γιά τίς θυσίες. Του άλλαξε τό μυαλό ό Θεός και τόν έκανε νά πιστεύη στον Θεό τοϋ Ούρανοΰ.
Έτσι άφησε τους Ισραηλίτες ελεύθερους, τους έδωσε χρήματα, ξυλεία γιά τόν Ναό, τους έφτιαξε τό τείχος της Ιερουσαλήμ καί έδειξε τέτοια καλωσύνη καί τέτοια ευλάβεια, πού δέν έδειξαν κατά κάποιον τρόπο οΰτε οι Ισραηλίτες[4]. Και όλα αυτά, γιατί μετανόησε καί άλλαξε ό λαός[5]. Πόσο βοηθάει ή μετάνοια, γιά νά έξαφανισθή τό κακό!
Τά βιβλία των Μακκαβαίων νά τά διαβάσετε όλα. Εϊναι πολύ δυνατά. Τί διαταγή είχε δώσει ό βασιλιάς! Νά καταπατήσουν οι ελέφαντες τους Ισραηλίτες!
Πήγαν οί άλλοι, ετοίμασαν τήν τελετή, πότισαν πεντακόσιους ελέφαντες μέ δυνατό κρασί καί λιβανωτό, γιά νά τους εξαγριώσουν, καί περίμεναν τον βασιλιά νά παρουσιασθή, γιά νά αρχίσουν τήν τελετή. Αλλά ό βασιλιάς είχε ξεχάσει τήν διαταγή πού έδωσε.
Πηγαίνει ό έλεφαντάρχης νά ειδοποίηση τον βασιλιά, γιατί δεν είχε παρουσιασθή ακόμη. «Βασιλιά, του λέει, σε περιμένουμε.
Όλα τά έχουμε έτοιμα· τους ελέφαντες, τους Ιουδαίους, οί προσκαλεσμένοι περιμένουν». «Ποιος σας είπε νά κάνετε τέτοιο πράγμα;», του λέει! Φωνές, απειλές…
Καί αυτό δέν έγινε μιά φορά άλλα τρεις[6]. Μικρό πράγμα ήταν νά ξεχάση ό βασιλιάς τήν εντολή πού είχε δώσει ό ίδιος; Καί όχι μόνον αυτό, αλλά τελικά άλλαξε όλη τήν στάση του προς τους Ιουδαίους. Όλη ή βάση εκεί είναι: Νά μετανοήση ό κόσμος.
- Γέροντα, οί σύλλογοι ειρήνης πού ιδρύονται από διάφορα κράτη βοηθούν γιά τήν ειρήνη στον κόσμο; – Εξαρτάται. Είναι καί μερικοί πού ξεκινούν μέ καλή διάθεση. Άλλα, όταν μαζεύωνται τί μάγοι, τί πυρολάτρες, τί Προτεστάντες, ένα σωρό – άκρη δέν βρίσκεις -, γιά νά φέρουν τήν ειρήνη στον κόσμο, πώς νά βοηθήσουν;
Ό Θεός νά μέ συγχώρεση, αυτά είναι κουρελούδες τού διαβόλου. Γίνεται ειρήνη μέ αμαρτωλό συνεταιρισμό; Πώς μπορεί νά έρθη ή ειρήνη, όταν οί άνθρωποι δέν συμφιλιωθούν μέ τον Θεό; Μόνον όταν συμφιλιωθη ό άνθρωπος μέ τον Θεό, έρχεται και ή εσωτερική ειρήνη και ή εξωτερική.
Γιά νά συμφιλιωθη όμως ό άνθρωπος μέ τον Θεό, πρέπει νά έρθη σέ συναίσθηση, νά μετανοήση, νά ζή σύμφωνα μέ τις εντολές του Θεού, και τότε έρχεται ή Χάρις καί ή ειρήνη τοϋ Θεοϋ μέσα του, οπότε μπορεί νά βοηθήση καί γιά τήν ειρήνη γύρω του.1. Βλ. Δαν. 3-11, Προσευχή Άζαρίον καί Ύμνος των Τριών Παίδων.
2. Βλ. Ματθ. 18,22.
3. Βλ. Γεν. 3, 1.
4. Βλ. Β” Έσδρ. 1,1 κ.έ.
5. Βλ. Α “ Έσδρ. 8, 88-92.
6. Βλ. Γ” Μακ. 5, 1-35.
Απόσπασμα από τις σελίδες  353 -356 του βιβλίου: ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ ΛΟΓΟΙ  Β΄    -  ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ  ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ” ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 
http://blogs.sch.gr/kantonopou/

Περί του γογγυσμού κατά του Θεού


Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας

Την προηγούμενη Κυριακή προσπάθησα να αποκαλύψω το μεγαλείο και το βάθος του λόγου του αποστόλου Παύλου που τον εαυτό του ονομάζει σπονδή στη Θυσία. Σας έλεγα για τις αμέτρητες συμφορές και τα βάσανα που υπόφερε σ” όλη τη ζωή του για τον Κύριο Ιησού Χριστό, ο οποίος προσφέρθηκε Θυσία για τις αμαρτίες όλου του κόσμου. Συμπληρώνοντας αυτά που σας έλεγα τότε, για τα παθήματα του μεγάλου αυτού αποστόλου, θα σας πω τώρα και τι υπέφερε σε μία πόλη της Μακεδονίας, στους Φιλίππους, για το κήρυγμά του. Με την καταγγελία κάποιων, που δεν τους άρεσε το κήρυγμά του, οι άρχοντες της πόλης έδωσαν διαταγή να τον ραβδίσουν και μετά τον έριξαν στη φυλακή και έσφιξαν τα πόδια του στο τιμωρητικό ξύλο. Έχασε τότε το θάρρος του ο απόστολος; Άρχισε να κλαίει; Ασφαλώς όχι. Κατά τα μεσάνυχτα ο Παύλος μαζί με το συνεργάτη του, το Σίλα, έψαλαν ψαλμούς, δοξολογώντας το Θεό. Θα μπορούσε ο Παύλος με μία μόνο λέξη να αποφύγει τους ραβδισμούς, να βγει από τη φυλακή και ακόμα και να τρομάξει τους άρχοντες, αρκεί να τους έλεγε ότι είναι Ρωμαίος πολίτης. Όμως δεν το έκανε. Προτίμησε τον εξευτελισμό για το όνομα του Χριστού και χαιρόταν με όλη την καρδιά του για τις μαστιγώσεις και τις πληγές, διότι αυτά συνέβαλαν στην επιστροφή του δεσμοφύλακα και της οικογένειάς του στην πίστη στο Χριστό. Να θυμόμαστε πάντα πόσο εμείς φοβόμαστε τις μαστιγώσεις και τις πληγές ενώ, αντίθετα, πόσο ο μεγάλος αυτός διάκονος του Θεού χαιρόταν γι” αυτά. Χαιρόταν κάθε φορά που μπορούσε να γίνει σπονδή στη Θυσία.

Και στη σημερινή αποστολική περικοπή διαβάζουμε ακόμα πιο παράξενο λόγο του αποστόλου Παύλου από την επιστολή του Προς Κολοσσαείς; «Νυν χαίρω εν τοις παθήμασί μου υπέρ υμών και ανταναπληρώ τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί μου υπέρ του σώματος αυτού, ο έστιν η εκκλησία» (Κολ. 1, 24).

Ακούτε πώς χτυπά ή καρδιά του μεγάλου αποστόλου; Ακούτε πώς αυτός θεωρεί ότι υστερεί σε παθήματα που υπομένει για την Εκκλησία του Χριστού, που είναι το Σώμα Του. Όχι μόνο χωρίς καθόλου να γογγύζει, υπομένει όλα τα αμέτρητα παθήματα αλλά διψά και για περισσότερα. Ω, Κύριε! Και εμείς, οι αδύνατοι χριστιανοί, πόσο φοβόμαστε τους ονειδισμούς, τις θλίψεις και τα παθήματα! Είναι δυνατόν να βρεθεί έστω και ένας μεταξύ μας που θα ζητούσε να πληθυνθούν αυτά; Εκείνος, όμως, διψούσε γι” αυτά τα παθήματα, για να μορφωθεί ο Χριστός στις καρδιές των εθνικών, στους οποίους κήρυττε ακούραστα το Ευαγγέλιο.

Ας θυμηθούμε και έναν άλλο λόγο του μεγάλου Παύλου: «Μιμηταί μου γίνεσθε, καθώς καγώ Χριστού» (Α” Κορ. 11, 1). Να μιμηθούν τον απόστολο Παύλο στη δίψα του για τα παθήματα του Χριστού μπορούν, βέβαια, πολύ λίγοι άνθρωποι, αυτοί που έλαβαν τα πλούσια χαρίσματα του αγίου Πνεύματος. Οι απλοί όμως χριστιανοί μπορούν να ευαρεστήσουν και αυτοί το Θεό και να έχουν μισθό απ” Αυτόν αλλά μόνο με την αγόγγυστη υπομονή των θλίψεων που τους στέλνονται από το Θεό. Να θυμόμαστε όλοι μας τα λόγια του μεγάλου αποστόλου Παύλου από την επιστολή του προς Εβραίους: «Υιέ μου, μη ολιγώρει παιδείας Κυρίου, μηδέ εκλύου υπ΄ αυτού ελεγχόμενος, ον γαρ αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν ον παραδέχεται, ει παιδείαν υπομένετε, ως υιοίς υμίν προσφέρεται ο Θεός· τις γαρ εστίν υιός ον ου παιδεύει πατήρ; ει δε χωρίς εστε παιδείας, ης μέτοχοι γεγόνασι πάντες, άρα νόθοι εστέ και ουχ υιοί.» (Έβρ. 12, 5-8).

Συχνά ρωτούν οι άνθρωποι γιατί, για ποιο λόγο, Κύριος ο Θεός τους στέλνει θλίψεις και πολλές φορές και πολύ σοβαρές δοκιμασίες; Είναι πολύ σημαντικό για τον κάθε χριστιανό να καταλάβει ότι οι θλίψεις μάς αποστέλλονται κατά το θέλημα του Θεού, το πάντοτε αγαθό και σωτήριο. Τις περισσότερες φορές μάλιστα στέλνονται όχι σαν τιμωρίες, για τις αμαρτίες μας, αλλά για να επαναπροσδιορίσουμε τους δρόμους μας και τις καρδιές μας ή σαν απάντηση στα αιτήματα που απευθύνουμε στο Θεό. Οι άνθρωποι πολλές φορές περιμένουν από το Θεό να πραγματοποιήσει αυτά που ζητούν στις προσευχές τους με ένα τρόπο που οι ίδιοι θεωρούν ότι είναι ο καλύτερος. Ο Θεός, όμως, συχνά άπαντα στις δεήσεις τους με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο και όχι μ” αυτόν που θα ήθελαν ή θα φαντάζονταν.

Αν ζητάνε, για παράδειγμα, να τους χαρίσει ο Θεός ταπείνωση, φαντάζονται ότι σιγά-σιγά μέρα με τη μέρα η ταπείνωση υπό την ευεργετική επίδραση του Θεού θα μεγαλώνει στις καρδιές τους. Ο Κύριος όμως συχνά το κάνει με έναν διαφορετικό τρόπο• τους στέλνει ένα απροσδόκητο σκληρό χτύπημα το οποίο πληγώνει την υπερηφάνεια και τον εγωισμό τους και τους ταπεινώνει. Συχνά ο Θεός μάς στέλνει κάποια ασθένεια και εμείς παραπονιόμαστε και καθόλου δεν σκεφτόμαστε ότι τις περισσότερες φορές αυτή είναι μια μεγάλη ευεργεσία του Θεού,είναι ίσως η απάντηση του Θεού στις προσευχές μας, με τις οποίες τον παρακαλούμε να δυναμώσει την πίστη μας.

Δεν γνωρίζετε ότι πολλές φορές ο Κύριος μάς στέλνει φοβερές σωματικές ασθένειες και πληγώνει το σώμα μας για να μας δυναμώσει πνευματικά; Αυτό έγινε και με τον όσιο Ποιμένα τον Πολύαθλο, ο οποίος ασκήτευε στη μονή των Σπηλαίων και όλη τη ζωή του βρισκόταν στο κρεββάτι του πόνου υποφέροντας από μία αθεράπευτη ασθένεια και μ” αυτό τον τρόπο έφτασε στην αγιότητα. Άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι δίνουν μεγάλη σημασία στα γήινα αγαθά, ζητάνε από τον Κύριο να αυξηθούν τα πλούτη τους. Και ο Κύριος τους απαντά με την καταστροφή των κτημάτων τους ή με πυρκαγιές και μ” αυτόν τον τρόπο τους αποστρέφει από την προσκόλληση στα γήινα και από τη φιλαργυρία και έτσι διορθώνει τις αποκλίσεις τους από τη σωστή οδό, την οποία μας διδάσκουν οι μακαρισμοί.

Ο Θεός φέρεται σε μας σαν σε πραγματικούς υιούς Του, τους οποίους τιμωρεί για το καλό τους. Τις θλίψεις που μας στέλνει ο Κύριος εμείς πρέπει να τις υποδεχόμαστε έτσι όπως μας το λέει ο άγιος απόστολος Πέτρος: «Ταπεινώθητε ουν υπό την κραταιάν χείρα του Θεού, ίνα υμάς υψώση εν καιρώ.» (Α” Πετρ. 5, 6). Αν δεν μπορούμε, παρ” όλες τις προσπάθειές μας, να κατανοήσουμε για ποιο λόγο μάς στέλνονται από το Θεό οι θλίψεις, τότε ας ταπεινωθούμε κάτω από το δυνατό χέρι του Θεού και θα μας ανυψώσει στον κατάλληλο καιρό, για να καταλάβουμε τους δρόμους Του με τους οποίους μας οδηγεί σ” αυτόν το σκοπό. Πρέπει με πολλή ταπείνωση και χωρίς τον παραμικρό γογγυσμό να δεχόμαστε όλες τις δοκιμασίες και τις θλίψεις, που μας στέλνονται από το Θεό, έχοντας την ταπεινή πεποίθηση ότι μ” αυτά ο Θεός μας κατευθύνει και όχι ότι ξεσπά επάνω μας την οργή Του. Διότι ο ίδιος διά του στόματος του προφήτη Ησαΐα είπε: «Δεν είμαι πια μ” αυτό οργισμένος» (Ήσ. 27, 4). Ενώ εμείς, συνήθως, νομίζουμε ότι ο Κύριος είναι οργισμένος μαζί μας και γι” αυτό μας στέλνει τις θλίψεις. Όχι. Πάντοτε να θυμάστε ότι στο Θεό δεν υπάρχει οργή. «Ο Θεός αγάπη εστίν» (Α” Ίω. 4, 8). Και η τέλεια αγάπη είναι ξένη προς την οποιαδήποτε αδικία.

Αλλά πολλές φορές, όταν ο Θεός μάς δίνει ένα σοβαρό χτύπημα, διά του οποίου μάς ταπεινώνει για να μάς υψώσει αργότερα, εμείς γογγύζουμε κατά του Θεού. Καταλαβαίνετε, όμως, πόσο βαριά αμαρτία είναι ο γογγυσμός κατά του Θεού; Όταν γογγύζουμε κατά του Θεού, αυτό σημαίνει ότι Τον θεωρούμε άδικο, θεωρούμε ότι Αυτός δεν μάς φέρεται σωστά και θα έπρεπε να μάς φερθεί κατά έναν διαφορετικό τρόπο. Όμως δεν είναι βαριά αμαρτία να κατηγορούμε το Θεό για αδικία και να Τον συκοφαντούμε; Βλέπετε, λοιπόν, πόσο βαριά αμαρτία είναι ο γογγυσμός κατά του Θεού. Γι” αυτό «εν φόβω τον της παροικίας υμών χρόνον αναστράφητε» (Α” Πέτρ. 1, 17). Πρέπει να προσέχουμε πολύ τα λάθη και τα εμπόδια στην πορεία μας προς τη Βασιλεία των Ουρανών. Αλλά περισσότερο απ” όλα τα άλλα πρέπει να φοβόμαστε να μην παραβαίνουμε τη μεγάλη εντολή του Χριστού: «Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε»(Μτ. 7, 1). Και γογγυσμός κατά του Θεού δεν είναι μόνο κρίση του Θεού αλλά και κατάκρισή Του.

Ας αφήσουμε την κρίση αυτή σ” εκείνους τους δυστυχείς ανθρώπους που εκούσια καταστρέφουν τον εαυτό τους. Τους οποίους ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός δεν τους διορθώνει ούτε τους τιμωρεί, επειδή είναι αδιόρθωτοι και αθεράπευτοι. Εμείς μόνο να ζητάμε την βοήθειά Του για το δρόμο της σωτηρίας μας, να Τον δοξολογούμε και να Τον τιμούμε πάντοτε μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το Άγιο Πνεύμα. Αμήν.

ΑΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ
ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΡΙΜΑΙΑΣ
ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΟΜΙΛΙΕΣ
ΤΟΜΟΣ Α’
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
http://blogs.sch.gr/kantonopou/

Ο όσιος Σεραφείμ για το διορατικό χάρισμα


« – Γέροντα, τόλμησε τότε να πει ο ηγούμενος Αντώνιος, η ψυχή του ανθρώπου είναι ανοικτή μπροστά σας όπως ένα πρόσωπο μπροστά στον καθρέπτη. Παρετήρησα ότι, χωρίς να ακούσετε τις λύπες και τα προβλήματα αυτού του προσκυνητού, του τα είπατε όλα.  
Κι ενώ ο όσιος σιωπούσε, ο ηγούμενος συνέχισε·
- Τώρα βλέπω ότι ο νους σας είναι τόσο καθαρός, ώστε τίποτα δεν μένει κρυφό στην καρδιά του πλησίον.
- Μη μιλάς έτσι, χαρά μου, είπε ο όσιος φέρνοντας το δεξί του χέρι στα χείλη του συνομιλητού. Η καρδιά του ανθρώπου είναι ανοικτή μόνο στον Κύριο. Καρδιογνώστης είναι μόνο ο Θεός.
- Πως όμως, μπάτουσκα, είπατε στον έμπορο ό,τι χρειαζόταν, χωρίς να του κάνετε ούτε μια ερώτηση;
- Ο άνθρωπος αυτός, όπως και τόσοι άλλοι, εξήγησε ο όσιος, με επισκέφθηκε σαν δούλο Θεού. Εγώ ο αμαρτωλός Σεραφείμ έτσι σκέπτομαι, ότι είμαι δηλαδή αμαρτωλός δούλος του Θεού. Ό,τι λοιπόν με διατάζει ο Κύριος, αυτό μεταδίδω σε όποιον μου ζητά κάτι ωφέλιμο.Την πρώτη σκέψη που μου έρχεται, τη θεωρώ υπόδειξη του Θεού και τη λέω στον συνομιλητή μου. Δεν γνωρίζω τι γίνεται μέσα στην ψυχή του, πιστεύω όμως ότι αυτό μου το υποδεικνύει το θέλημα του Θεού για την ωφέλειά του. Υπάρχουν και περιστατικά, για τα οποία δεν καταφεύγω στο θέλημα του Θεού, αλλά στη λογική μου, επειδή μου φαίνονται απλά. Σε τέτοιες περιπτώσεις γίνονται πάντοτε λάθη. Τελειώνοντας ο όσιος την πολύ παραινετική και αποκαλυπτική αυτή συζήτηση, που μας μετέδωσε ο ίδιος ο ηγούμενος Αντώνιος, είπε·
- Όπως το σίδερο στο αμόνι, έτσι παρέδωσα τον εαυτό μου και το θέλημά μου στον Κύριο και Θεό. Όπως αρέσει σε Εκείνον, έτσι πράττω. Δικό μου θέλημα δεν έχω. Ό,τι είναι αρεστό στον Θεό, αυτό και μεταδίδω».
(Απόσπασμα από το βιβλίο «Βίος Οσίου Σεραφείμ του Σάρωφ»,
Ι. Μ Παρακλήτου, σελ. 193-194).
http://blogs.sch.gr/kantonopou/

Η Επίκληση και ο Καθαγιασμός (Επισκ. +Διονυσίου Λ. Ψαριανού)


«Έτι προσφέρομέν σοι την λογικήν ταύτην και αναίμακτον λατρείαν, και παρακαλούμεν σε και δεόμεθα και ικετεύομεν· κατάπεμψον το Πνεύμα σου το Άγιον εφ’ ημάς και επί τα προκείμενα δώρα ταύτα.»

(Σου προσφέραμε ακόμα αυτή τη λογική και αναίμακτη λατρεία και σε παρακαλούμε και δεόμαστε και ικετεύουμε· στείλε από ψηλά το Άγιο Πνεύμα σου επάνω σ’ εμάς κι επάνω σ’ αυτά εδώ τα δώρα.)

Η Πεντηκοστή είναι μια γενική σύναξη των μαθητών του Ιησού Χριστού «ομοθυμαδόν έπη τω αυτώ». Τότε ήλθε το Άγιο Πνεύμα κι από τότε για πάντα μένει στην Εκκλησία. Είναι ο «άλλος παράκλητος», που συνεχίζει το έργο του Υιού και «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας». Όταν ο Ιησούς Χριστός, ιερέας και θύμα, τέλεσε την πρώτη θεία Λειτουργία, έλεγε στους μαθητές· «τούτό μου εστί το σώμα…τούτο εστί το αίμα μου,..». Τώρα η εκκλησιαστική λειτουργική σύναξη επαναλαμβάνει διηγηματικά τα θεία λόγια κι ύστερα ζητάει από το Θεό Πατέρα να καταπέμψει το Άγιο Πνεύμα, για να καθαγιάσει τα δώρα της θυσίας. Μετά τον μυστικό δείπνο, η πρώτη Λειτουργία της Εκκλησίας έγινε την ημέρα της Πεντηκοστής, όπου ήλθε το Άγιο Πνεύμα. Από τότε η Λειτουργία του μυστικού δείπνου συνεχίζεται σε κάθε σύναξη των πιστών «ομο­θυμαδόν επί τω αυτώ».

Η ευχή της αναφοράς συνεχίζεται. Όλο και πιό πολύ ανεβαίνοντας σαν τον Μωϋσή, κι αφήνοντας τον εαυτό του να σκεπάζεται μέσα στο θείο γνόφο του μυστηρίου, ο λειτουργός ιερέας λέει· «Μεμνημένοι τοίνυν της σωτηρίου ταύτης εντολής και πάντων των υπέρ ημών γεγενημένων, τον σταυρόν, του τάφου, της τριημέρου αναστάσεως, της εις ουρανούς αναβάσεως, της εκ δεξιών καθέδρας, της δευτέρας και ενδόξου πάλιν παρουσίας..,». Με την ανάμνηση λοιπόν αυτής της σωτήριας εντολής και όλων όσα έγιναν για μας, που είναι ο σταυρός, ο τάφος, η τριήμερη ανάσταση, η ανάληψη στους ουρανούς, η καθέδρα στα δεξιά του Πατέρα, η δεύτερη και ένδοξη πάλι παρουσία .. Η θεία Λειτουργία είναι η ανάμνηση όλου του μυστηρίου της θείας οικονομίας για τη σωτηρία του κόσμου, που κορυφώνεται στο θάνατο του Υιού, στην ανάσταση και στην ανάληψη, με την προσδοκία της δεύτερης και ένδοξης παρουσίας του Χριστού.

Αλλά ο λόγος της ευχής, καθώς θα πρέπει να το προσέξαμε, μένει ανανταπόδοτος. Ο λειτουργός λοιπόν συνεχίζει τήν ανάγνωση σε υψηλότερο τώρα τόνο· «Τα σα εκ των σων σοι προσφέρομεν κατά πάντα και διά πάντα». Σε κάθε καιρό και για όλες τις ευεργεσίες, σου προσφέραμε αυτά τα δώρα, που είναι δικά σου από εκείνα που μας δίνεις εσύ. Τα δώρα για τη θεία Λειτουργία είναι αναφορά και προσφορά του ανθρώπου και όλης της κτίσεως προς το Θεό· η κτίση, που είναι δημιουργία του Θεού, προσφέρεται στο δημιουργό της και πάλι δίνεται από το Θεό στον άνθρωπο, θεία χάρη και δωρεά, για την πνευματική του ζωή, Η θεία Λειτουργία είναι η αποκατάσταση του ανθρώπου και της κτίσεως, που έπεσε κι αυτή μαζί με τον άνθρωπο και εξαιτίας του ανθρώπου. Πριν από την πτώση των πρωτοπλάστων, η ζωή του κόσμου, που δημιουργήθηκε από το Θεό, και μάλιστα του ανθρώπου που είναι συγκεφαλαίωση όλης της δημιουργίας, ήταν μια αληθινή και αδιάκοπη λειτουργία· όλα αναφέρονταν και προσφέρονταν στο Θεό, ως λειτουργία και λατρεία, για να δοθούν πάλι και να χαριστούν από το Θεό στον άνθρωπο, ως θεία χάρη, για την αληθινή και αθάνατη ζωή του ανθρώπου.

Η εκφώνηση του λειτουργού είναι πάλι εδώ μια σχισμή και μια θύρα, που ανοίγεται στο λαό, για να δει, να εισέλθει και να λάβει μέρος στην τελετουργία του μυστηρίου. «Τα σα εκ των σων…» εκφωνεί ο λειτουργός, κι ο λαός αποκρίνεται· «Σε υμνούμεν, σε ευλογούμεν, σοι ευχαριστούμεν Κύριε, και δεόμεθά σου, ο Θεός ημών». Τον ιερότατο αυτό ύμνο του λαού στο πιο κεντρικό σημείο της θείας Λειτουργίας, ένας βυζαντινός τον εξηγεί ως ύμνο προς την Αγία Τριάδα· «Σε υμνούμε, τον Θεό και Πατέρα· σε ευλογούμε, τον Υιό και Λόγο, σε ευχαριστούμε, το Άγιο Πνεύμα». Ο Θεός Πατέρας είναι εκείνος, προς τον οποίο γίνεται η αναφορά· ο Υιός και Λόγος είναι εκείνος, που θυσιάζεται «υπέρ της του κόσμου ζωής και σωτηρίας»· το Άγιο Πνεύμα είναι εκείνο, που τελετουργεί τη θυσία της Εκκλησίας. Τα πάντα, και τη θεία Λειτουργία, ενεργεί «ο Πατήρ δι’ Υιού εν ΑγΙω Πνεύματι».

Ο λαός ψάλλει το «Σε υμνούμεν…», και «ο ιερεύς κλινόμενος επεύχεται» και συνεχίζει την ευχή της αναφοράς· «Και κάμε αυτόν τον άρτο τίμιο σώμα του Χριστού σου· κι αυτόν τον οίνο, που είναι μέσα σε τούτο το ποτήριο, τίμιο αίμα του Χριστού σου· αφού τα μεταβάλεις με το Άγιο Πνεύμα σου.» Σ’ αυτή την υπέρτατη στιγμή ο λαός συμμετέχει με τη σιωπή· ο ίδιος ο λειτουργός απαντά και επισφραγίζει το λόγο με το «Αμήν».

Δεν θέλουμε ούτε και μπορούμε να παραθέσουμε εδώ την διδασκαλία των ιερών Πατέρων σχετικά με τον καθαγιασμό και την μεταβολή των τιμίων δώρων. Ο άγιος Ιουστίνος την βλέπει όπως την επέλευση του Αγίου Πνεύματος στην Παρθένο Μαρία και τη σάρκωση του θείου Λόγου. Και ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός τη σχετίζει με την δημιουργία του κόσμου. Αλλά είναι αρκετό να επαναλάβουμε τα λόγια του Καβάσιλα, που συνοψίζουν την πατερική διδασκαλία και εκφράζουν την πίστη της Εκκλησίας. Ο λειτουργός, «το φρικτόν εκείνο διηγησάμενος δείπνον», έπειτα δέεται και ικετεύει να έλθει το Άγιο Πνεύμα και να μεταβάλει τον άρτο και τον οίνο στο σώμα και το αίμα του Ιησού Χριστού. Μετά από αυτές τις ευχές και τα ιερά λόγια, «το πάν της ιερουργίας ήνυσται και τετέλεσται, και τα δώρα ηγιάσθη και η θυσία απηρτίσθη και το μέγα θύμα και ιερείον, το υπέρ του κόσμου σφαγέν, επί της ιεράς τραπέζης οράται κείμενον». Το «ήνυσται και τετέλεσται» είναι φράση από τη Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και θέλει να πει πως, μετά την επίκληση, όλα έγιναν και τελείωσαν. Γιατί, καθώς κατηχεί ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων· «ό,τι αγγίζει το Άγιο  Πνεύμα αγιάζεται  και μεταβάλλεται».

Η ευχαριστιακή μεταβολή πραγματοποιείται με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, που εκπορεύεται από τον Πατέρα και πέμπεται στον κόσμο από τον Υιό. Έτσι τώρα και στη θεία Λειτουργία, κατά έναν τρόπο, που δεν μπορούμε να τον εκφράσουμε, με την παρουσία και τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, ο άρτος και ο οίνος μεταβάλλονται στο σώμα και το αίμα του Χριστού, που έλαβε σύσταση «εκ Πνεύματος Αγίου» και γεννήθηκε από την αγία Παρθένο, που απέθανε κι αναστήθηκε κι αναλήφθηκε στον ουρανό και κάθεται «εν δεξιά του Πατρός». Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όσα εμείς τώρα θέλουμε να πούμε, τα συνοψίζει στα εξής· «Ο μετά πίστεως βλέπων την μυστικήν τράπεζαν και τον εν αυτή προτιθέμενον άρτον της ζωής, αυτόν ορά τον ενυπόστατον Λόγον του Θεού, σάρκα δι’ ημάς γενόμενον και σκηνώσαντα εν ημίν».

Κλείνοντας, χωρίς βέβαια και να εξαντλήσαμε το θέμα, που δεν εξαντλείται, θέλομε να θίξουμε ένα πρακτικό και τελετουργικό ζήτημα. Πρέπει τάχα να γονατίζει ο λειτουργός κατά την ώρα της επίκλησης και του καθαγιασμού; Παρατηρείται εδώ μια ακαταστασία, ακόμα και μεταξύ του λαού, που πολλοί θαρρούν πως, όταν ακούσουν «Τα σα έκτων σων…», πρέπει να πέσουν στα γόνατα, κι όταν ακόμα είναι Κυριακή. Δεν θέλουμε να επικαλεσθούμε ιερούς κανόνες και κείμενα των ιερών Πατέρων, που ομιλούν ρητά γι’ αυτό το πράγμα, ούτε να στηριχθούμε στη μαρτυρία της εικονογραφίας, γιατί σε καμιά τοιχογραφία δεν βλέπομε να λειτουργούν γονατιστοί οι ιερείς. Αλλά νομίζουμε πως δεν αξίζει να χανόμαστε στα τέτοια. Ως προς τους λειτουργούς η παράδοση είναι «επικεκυφότως ποιείν τον ιερέα την θείαν μυσταγω­γία». Και ως προς το λαό γνωστά είναι τα λόγια του Μεγάλου Βασιλείου, ότι «το όρθιον σχήμα της προσευχής προτιμώντες οι θεσμοί της Εκκλησίας ημάς εξεπαίδευσαν». Ας προσέχουμε λοιπόν σε ό,τι γίνεται εκείνη την υπέρτατη στιγμή κι ας περιορίζουμε όσο πιο πολύ μπορούμε τις κινήσεις μας, που μάλλον μας απασχολούν το πνεύμα και δεν μας αφήνουν απερίσπαστους να δεχθούμε επάνω μας τη θεία χάρη. Γιατί αυτό δέεται και παρακαλεί ο λειτουργός, να έλθει το Άγιο Πνεύμα πρώτα σε όλη τη σύναξη κι ύστερα και στα προκείμενα δώρα· «κατάπεμψον το Πνεύμα σου το Άγιον εφ’ ημάς και επί τα προκείμενα δώρα ταύτα». Αμήν.

Όλη η Εκκλησία.

«Εξαιρέτως της παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας.»

(Ξεχωριστά για την Παναγία, άχραντη, υπερευλογημένη, ένδοξη κυρία μας Θεοτόκο και αειπάρθενο Μαρία.)

Στην αγία Τράπεζα τώρα είναι το σώμα και το αίμα του Κυρίου, και δεν μένει παρά στο τέλος να κοινωνήσουν οι πιστοί, «ώστε γενέσθαι τοις μεταλαμβάνουσιν εις νήψιν ψυχής, εις άφεσιν αμαρτιών, εις κοινώνίαν του Αγίου σου Πνεύματος, εις βασιλείας ουρανών πλήρωμα, εις παρρησίαν την προς σε, μη εις κρίμα ή εις κατάκριμα». Η ευχή, που δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι απευθύνεται προς το Θεό Πατέρα, στο σημείο αυτό εδώ κάνει λόγο για τα αποτελέσματα της θείας Κοινωνίας· το σώμα και το αίμα του Κυρίου να γίνουν σ’ εκείνους που μεταλαβαίνουν για την ειρήνη της ψυχής τους, για την άφεση των αμαρτιών τους, για να λάβουν τις δωρεές του Αγίου σου Πνεύματος, για να πάρουν θέση στη βασιλεία των ουρανών, για να έχουν παρρησία ενώπιον σου κι όχι για να αμαρτήσουν και να κατακριθούν. Δηλαδή το ευχαριστια­κό μυστήριο δεν είναι το ίδιο ένα τέλος, αλλά ένα μέσον για μια πνευματική πραγματικότητα μεγαλύτερη από τα μυστήρια, «ων μετάσχοντες», καθώς γράφει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, «την ζωοποιόν και αγιαστικήν δύναμιν του Χριστού εισδεχόμεθα».

Η ευχή της αναφοράς συνεχίζεται και μετά την επίκληση και τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων. Αλλά τώρα σε κάποιο άλλο τόνο και, θα λέγαμε, προς άλλη κατεύθυνση. Έως εδώ η ιεροτελεστία είχε μια κίνηση ανοδική· τώρα έχουμε την αίσθηση πως αρχίζουμε σιγά-σιγά να κατεβαίνουμε. «Τελούμε τη θεία Λειτουργία για όλους τους Αγίους της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και για κάθε ψυχή δικαίου ανθρώπου, που πέθανε με πίστη.»

Στο σημείο αυτό η ευχή είναι σαν ένα προσκλητήριο της Εκκλησίας, στο οποίο είναι παρόντες όλοι οι Άγιοι της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης. Για να δείξει, γράφει ο Θεόδωρος επίσκοπος Ανδίδων, «ότι ένας είναι ο Θεός, και εκείνων και τούτων, εκείνος που ευαρεστήθηκε προαιώνια να κάνει τούτο το μυστήριο· όλοι, και εκείνοι κι εμείς, με το δικό του τραύμα γιατρευτήκαμε και για όλους μας χύθηκε το αίμα του.» Στις στρατιωτικές τελετές, όταν γίνεται προσκλητήριο των πεσόντων, ένας φωνάζει με τη σειρά τα ονόματα κι ένας άλλος απαντά· «Απών έπεσεν υπέρ πατρί­δος». Αλλά στην Εκκλησία δεν υπάρχουν απόντες, γιατί δεν υπάρχουν νεκροί. Ο ίδιος ό Ιησούς Χριστός το βεβαιώνει ότι «ουκ εστίν ο Θεός, Θεός νεκρών, αλλά ζώντων». Ένας άλλος ερμηνευτής της θείας Λειτουργίας λέει εδώ τα εξής·  η θεία Λειτουργία είναι πρόσκληση και σύναξη όλων των Αγίων στο δείπνο και το τραπέζι του Χριστού.

«Εξαιρέτως της Παναγίας, αχράντου…», ξεχωριστά της άχραντης Παναγίας. Η χαμηλόφωνη ανάγνωση του λειτουργού τώρα γίνεται ηχηρή εκφώνηση, ξεχωρίζοντας την υπεραγία Θεοτόκο και δίνοντας σ’ αυτή την πρώτη θέση μέσα σε όλους τους Αγίους. Η ύπεραγία Θεοτόκος κατά το ανθρώπινο είναι η ρίζα αυτής της θυσίας. Στη θεία Ευχαριστία κοινωνούμε το σώμα και το αίμα, που από αυτήν πήρε ο ενανθρωπήσας θείος Λόγος· η σάρκα του Κυρίου είναι σάρκα της Θεοτόκου, κι ας μη σκανδαλισθεί κανείς μ’ αυτό τον τολμηρό λόγο, γιατί δεν είναι δικός μας, αλλά του αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου. Η μητέρα του Χριστού είναι και δική μας μητέρα, αφού εμείς είμαστε αδελφοί του Υιού της, καθώς εκείνος καταδέχεται να μας ονομάζει αδελφούς του. Η παρθένος Μαρία είναι η «κεχαριτωμένη» και η «ευλογημένη εν γυναιξί», καθώς την ονόμασε ο αρχάγγελος Γαβριήλ, και το «Θεοτόκος» είναι η βάση της Ορθοδοξίας. Η τρίτη οικουμενική Σύνοδος εδογμάτισε ότι ομολογούμε πως η αγία Παρθένος είναι Θεοτόκος, γιατί πραγματικά ο θείος Λόγος σαρκώθηκε κι έγινε άνθρωπος, που «εκ πνεύματος Αγίου» κυοφορήθηκε μέσα της και γεννήθηκε απ’ αυτήν.

Στο «Εξαιρέτως…» αποκρίνεται ο λαός και συμμετέχει ενεργότερα στην ιεροτελεστία· ο χορός ψάλλει το «Άξιον εστίν…», που είναι ένας από τους επίσημους ύμνους της θείας Λειτουργίας.            Ο χορός ψάλλει τον ύμνο της Θεοτόκου κι λειτουργός συνεχίζει να διαβάζει χαμηλόφωνα την ευχή της αναφοράς. Η Εκκλησία απονέμει, τιμή στους Αγίους και τους έχει πρεσβευτές προς το Θεό και προστάτες της ζωής των πιστών. Αλλά το μνημόσυνο των Αγίων στη θεία Λειτουργία είναι κι αυτό μια έκφραση ευχαριστίας στο Θεό· γιατί, καθώς εξηγεί πάλι ο Καβάσιλας, οι Άγιοι είναι αφορμή στην Εκκλησία για να ευχαριστεί τον Θεό. Γι’ αυτούς λοιπόν ευχαριστεί τώρα στη θεία Λειτουργία…Και δεν εύχεται γι’ αυτούς ο ιερέας, αλλ’ αυτός έχει ανάγκη να στηρίζεται στις δικές τους ευχές.

Η ευχή της αναφοράς και της ευχαριστίας προς τον Θεό Πατέρα συνεχίζεται, κι ο λειτουργός περνάει τώρα στη μνημόνευση όλων των κεκοιμημένων· τους μνημονεύει έναν, έναν με τα ονόματά τους, και τελειώνει· «και ανάπαυσέ τους, Θεέ μας, όπου λάμπει το θείο και ανέσπερο φως σου». Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος διδάσκει εδώ τα εξής· «Δεν νομοθετήθηκε από τους Αποστόλους στην τύχη, να μνημονεύονται δηλαδή στη θεία Λειτουργία εκείνοι που έφυγαν· ήξεραν ότι γίνεται σ’ αυτούς πολύ κέρδος και πολλή ωφέλεια. Γιατί, όταν στέκεται ολόκληρο εκκλησίασμα και υψώνει τα χέρια του μαζί με όλους τους ιερείς, κι όταν επάνω στην αγία Τράπεζα είναι η φρικτή θυσία, πώς λοιπόν, όταν για όλους αυτούς παρακαλούμε, δεν θα μας ακούσει ο Θεός;». Ύστερα από τους κεκοιμημένους έρχονται οι ζώντες, ο κλήρος και ο λαός, όλη η καθολική Εκκλησία, και τελευταία οι πολιτικοί άρχοντες, στα χέρια των οποίων είναι η ειρήνη και η ασφάλεια του λαού. Η ειρήνη και η πολιτική και κοινωνική ευστάθεια στον κόσμο είναι η παντοτινή προσευχή της Εκκλησίας.

Στην ερμηνεία της θείας Λειτουργίας ο Καβάσιλας γράφει· «Διά των μυστηρίων η Εκκλησία σημαίνεται». Ο λόγος του Αποστόλου, ότι η Εκκλησία είμαστε «σώμα Χρίστου και μέλη εκ μέρους», είναι η πραγματικότητα στη θεία Λειτουργία· εκεί φαίνεται τι είναι πραγματικά η Εκκλησία, ως το σώμα του Χριστού, στο οποίο ο καθένας από εμάς είμαστε ένα μέλος. Το μνημόνευμα των Αγίων, των κεκοιμημένων και των ζώντων, αμέσως μετά τον καθαγιασμό είναι ένα γενικό προσκλητήριο της Εκκλησίας. Μέσα στο άγιο δισκοπότηρο είναι το σώμα και το αίμα του Χριστού και οι μερίδες των Αγγέλων και των Αγίων, των κεκοιμημένων και των ζώντων και όλων όσοι είμαστε στη σύναξη και όλων των πιστών σ’ όλο τον κόσμο. Στη μέση όλων, στα δεξιά του Χριστού η υπεραγία Θεοτόκος, την οποία ξεχωριστά μνημονεύει ο Λειτουργός· «Εξαιρέτως της παναγίας, αχράντου, υπερευλογημένης, ενδόξου δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας». Αμήν.

(Επισκ. +Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, «Η Θεία Λειτουργία», εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 3337-352)
http://blogs.sch.gr/kantonopou/