Τρίτη 29 Απριλίου 2025

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ Δ´ 1 - 10
1 Λαλούντων δὲ αὐτῶν πρὸς τὸν λαὸν ἐπέστησαν αὐτοῖς οἱ ἱερεῖς καὶ ὁ στρατηγὸς τοῦ ἱεροῦ καὶ οἱ Σαδδουκαῖοι, 2 διαπονούμενοι διὰ τὸ διδάσκειν αὐτοὺς τὸν λαὸν καὶ καταγγέλλειν ἐν τῷ Ἰησοῦ τὴν ἀνάστασιν τὴν ἐκ νεκρῶν· 3 καὶ ἐπέβαλον αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ ἔθεντο εἰς τήρησιν εἰς τὴν αὔριον· ἦν γὰρ ἑσπέρα ἤδη. 4 πολλοὶ δὲ τῶν ἀκουσάντων τὸν λόγον ἐπίστευσαν, καὶ ἐγενήθη ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν ὡσεὶ χιλιάδες πέντε. 5 Ἐγένετο δὲ ἐπὶ τὴν αὔριον συναχθῆναι αὐτῶν τοὺς ἄρχοντας καὶ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ γραμματεῖς εἰς Ἱερουσαλήμ, 6 καὶ Ἅνναν τὸν ἀρχιερέα καὶ Καϊάφαν καὶ Ἰωάννην καὶ Ἀλέξανδρον καὶ ὅσοι ἦσαν ἐκ γένους ἀρχιερατικοῦ, 7 καὶ στήσαντες αὐτοὺς ἐν τῷ μέσῳ ἐπυνθάνοντο· Ἐν ποίᾳ δυνάμει ἢ ἐν ποίῳ ὀνόματι ἐποιήσατε τοῦτο ὑμεῖς; 8 τότε Πέτρος πλησθεὶς Πνεύματος ἁγίου εἶπε πρὸς αὐτούς· Ἄρχοντες τοῦ λαοῦ καὶ πρεσβύτεροι τοῦ Ἰσραὴλ, 9 εἰ ἡμεῖς σήμερον ἀνακρινόμεθα ἐπὶ εὐεργεσίᾳ ἀνθρώπου ἀσθενοῦς, ἐν τίνι οὗτος σέσῳσται, 10 γνωστὸν ἔστω πᾶσιν ὑμῖν καὶ παντὶ τῷ λαῷ Ἰσραὴλ ὅτι ἐν τῷ ὀνόματι Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου, ὃν ὑμεῖς ἐσταυρώσατε, ὃν ὁ Θεὸς ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν, ἐν τούτῳ οὗτος παρέστηκεν ἐνώπιον ὑμῶν ὑγιής.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΠΡΑΞΕΙΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ Δ´ 1 - 10
1 Ενῷ δὲ οἱ δύο Ἀπόστολοι ὡμίλουν πρὸς τὸν λαόν, ἦλθον ἔξαφνα πρὸς αὐτοὺς οἱ ἱερεῖς, ποὺ ἦσαν κατὰ τὴν ἑβδομάδα ἐκείνην ἐφημέριοι εἰς τὸν ναόν, καὶ ὁ ἱερεὺς ποὺ ἦτο ἐπὶ κεφαλῆς τῆς φρουρᾶς τοῦ ναοῦ, ὁ ὁποῖος ὡς προϊστάμενος τῶν λευϊτῶν καὶ φρουρῶν τοῦ ναοῦ ἔφερε τὸν τίτλον στρατηγὸς τοῦ ἱεροῦ· καὶ μαζὶ μὲ αὐτὸν ἦλθαν καὶ οἱ Σαδδουκαῖοι. 2 Αὐτοὶ ὅλοι ἐστενοχωροῦντο καὶ ἠγανάκτουν, διότι οἱ Ἀπόστολοι ἐδίδασκον τὸν λαὸν καὶ ἐκήρυττον τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν βεβαιοῦντες καὶ ἀποδεικνύοντες αὐτὴν διὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος προσφάτως εἶχεν ἀναστηθῇ. 3 Καὶ ἔβαλαν τὰ χέρια των ἐπάνω τους καὶ τοὺς συνέλαβον καὶ τοὺς ἔθεσαν ὑπὸ ἐπιτήρησιν εἰς τὴν φυλακήν, διὰ νὰ τοὺς δικάσουν κατὰ τὴν αὐριανὴν ἡμέραν· διότι ἦτο ἑσπέρα πλέον καὶ δὲν ἔμενε καιρός, διὰ νὰ συγκληθῇ τὸ συνέδριον. 4 Ἐν τούτοις πολλοὶ ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ ἤκουσαν τὸν λόγον τοῦ Πέτρου, ἐπίστευσαν καὶ ἔγινεν ὁ ἀριθμός των εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα πιστῶν εἰς τὸν Ἰησοῦν ἀνδρῶν, ἐκτὸς γυναικῶν καὶ παιδιῶν, περίπου πέντε χιλιάδες. 5 Κατὰ τὴν ἑπομένην δὲ ἡμέραν συνέβη νὰ συναχθοῦν οἱ ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ οἱ γραμματεῖς, ποὺ κατοικοῦσαν εἰς Ἱερουσαλήμ, 6 καὶ ὁ Ἄννας ὁ ἀρχιερεὺς καὶ ὁ Καϊάφας καὶ ὁ Ἰωάννης καὶ ὁ Ἀλέξανδρος καὶ ὅσοι κατήγοντο ἀπὸ οἰκογένειαν ἀρχιερατικήν. 7 Καὶ ἀφοῦ διέταξαν τοὺς Ἀποστόλους νὰ σταθοῦν εἰς τὸ μέσον ὄρθιοι, σὰν κατηγορούμενοι ποὺ ἦσαν, τοὺς ἠρώτων καὶ τοὺς ἐξήταζαν· Μὲ ποίαν δύναμιν ἢ μὲ τὴν ἐπίκλησιν ποίου ὀνόματος ἐκάματε σεῖς αὐτό, ποὺ ἔγινεν εἰς τὸν χωλόν; 8 Τότε ὁ Πέτρος, ἀφοῦ ἡ ψυχή του ἐγέμισεν ἀπὸ ἔμπνευσιν καὶ φωτισμὸν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τοὺς εἶπεν· Ἄρχοντες τοῦ λαοῦ καὶ προεστῶτες τοῦ Ἰσραήλ· 9 ἀφοῦ δὲν τὸ ηὕρατε σεῖς ἄδικον καὶ ἀνάρμοστον νὰ ὑποβληθῶμεν σήμερον ἡμεῖς εἰς ἀνάκρισιν καὶ δίκην δι’ εὐεργεσίαν ἀνθρώπου ἀσθενοῦς καὶ εἰδικώτερον νὰ ἐξετασθῶμεν διὰ τὸ μέσον, μὲ τὸ ὁποῖον οὗτος ἐθεραπεύθη, 10 ἂς γίνῃ γνωστὸν εἰς ὅλους σας καὶ εἰς ὅλον τὸν λαὸν τοῦ Ἰσραήλ, ὅτι διὰ τῆς ἐπικλήσεως τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Ναζωραίου, τὸν ὁποῖον σεῖς ἐσταυρώσατε, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς ἀνέστησεν ἐκ νεκρῶν, ἐν τῷ ὀνόματι τούτῳ ὁ χωλὸς αὐτὸς στέκεται ἐμπρός σας ὑγιῆς.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Δεν πι­στεύ­ουν οι άν­θρω­ποι και γι' αυτό δεν αγα­πούν, δεν θυ­σιά­ζον­ται και δεν χαί­ρον­ται. Αν πί­στευαν, θα αγα­πού­σαν, θα θυ­σιά­ζον­ταν και θα χαί­ρον­ταν. Για­τί από την θυ­σία βγαί­νει η με­γα­λύ­τε­ρη χαρά.

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Δευτέρα 28 Απριλίου 2025

Που είναι αφιερωμένη η κάθε ημέρα της εβδομάδας




Κυριακή: στην Ανάσταση, του Κυρίου.
Παναγία Τριάς ο Θεός ελέησον ημάς.
Δευτέρα: στους αγίους Ταξιάρχες.
Άγιοι Αρχάγγελοι, πρεσβεύσατε υπέρ ημών
Τρίτη: στον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο και Βαπτιστή.
Βαπτιστά του Χριστού, πρέσβευε υπέρ ημών.
Τετάρτη: στην Σταύρωση του Κυρίου και στην Υπεραγία Θεοτόκο.
Σταυρέ του Χριστού, σώσον ημάς τη δυνάμει σου - Υπεραγία Θεοτόκε σώσον ημάς.
Πέμπτη: στους αγίους Αποστόλους και τον άγιο Νικόλαο.
Άγιοι Απόστολοι, πρεσβεύσατε υπέρ ημών-Άγιε Νικόλαε, πρέσβευε υπέρ ημών.
Παρασκευή: στη Σταύρωση του Κυρίου.
Σταυρέ του Χριστού, σώσον ημάς τη δυνάμει σου.
Σάββατο: στους κεκοιμημένους αδελφούς μας και στους αγίους Πάντες.
Άγιοι Πάντες, πρεσβεύσατε υπέρ ημών.

https://leimwnas.blogspot.com/

Επισκέψεις Θεού...




Είναι πολύ σημαντικό στην ζωή μας να τα βλέπουμε όλα κατά Θεό. Όχι μόνο τα ευχάριστα, τα καλά, τα δοξασμένα και κολακευτικά. Αλλά κι όλα εκείνα που ενδεχομένως μας πικραίνουν ή μας πληγώνουν γεμίζοντας ερωτηματικά την ψυχή μας. Εκεί στα δύσκολα είναι που φανερώνεται η ουσιαστική σχέση με τον Χριστό. 
Στα δύσκολα κρίνονται οι μεγάλες αγάπες. Οι δοκιμασίες είναι το χνώτο του Θεού στην ζωή μας, που προσπαθεί να ζεστάνει την καρδιά μας, ώστε να υπάρξει ικανή στην υποδοχή της χάριτος. Γιατί όταν εσύ σιωπάς και υπομένεις μιλάει ο Θεός.
Η ασθένεια, η θλίψη, ο πόνος, τα δάκρυα, ίσως μια προσβολή, μια κατηγορία ή συκοφαντία, όλα είναι επισκέψεις της Χάριτος. Δηλαδή είναι ο Θεός που ενεργεί και επιτρέπει περιστατικά μέσα στην ζωή μας με σκοπό να μας μεγαλώσει και ωριμάσει πνευματικά. Θέλει να μας μάθει τους τρόπους και τους δρόμους που συναντιόμαστε μαζί Του, και για να γίνει αυτό, πρέπει να σπάσει ο εγωισμός μας.
Δεν είναι τόσο εύκολο, σαφέστατα και είναι δύσκολο να διακρίνουμε πίσω απο την πληγή την αγάπη του Θεού, όμως είναι αλήθεια. Ο Θεός δεν προκαλεί τον πόνο, όμως τον μεταμορφώνει σε ευκαιρία. Όπως πήρε το θάνατο του Χριστού και τον έκανε Πάσχα.
Γι αυτό μετά το πρώτο σοκ που επιφέρει μια σκληρή δοκιμασία ή ακόμη και τον αιφνιδιασμό που αισθανόμαστε, ας προχωράμε στην αποδοχή του γεγονότος ως επίσκεψη του Θεού. Έλεγε ο Γέροντας Αιμιλιανός, Θὰ ἔρθη βροχή, λαίλαπα, χαλάζι, κεραυνός; «Εἴη τὸ ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον».
Ἐπειδὴ αὐτὰ κοστίζουν στὴν σαρκικότητά μας, γι' αὐτὸ ἐμεῖς τὰ βλέπομε ὡς ἀπρόοπτα.
Γιὰ νὰ μὴν ταράσσεσαι λοιπὸν κάθε φορᾶ καὶ στεναχωριέσαι, γιὰ νὰ μὴν ἀγωνιᾶς καὶ προβληματίζεσαι, νὰ τὰ περιμένης ὅλα, νὰ μπορῆς νὰ ὑπομένης ὅτι ἔρχεται.
Πάντα νὰ λές, καλῶς ἦλθες ἀρρώστια, καλῶς ἦλθες ἀποτυχία, καλῶς ἦλθες μαρτύριο.
Αὐτὸ φέρνει τὴν πραότητα, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρχη καμία πνευματικὴ ζωή.”

https://inpantanassis.blogspot.com/

Η αρετή είναι αυτοαγνοούμενη.




  Τον αληθινό άνθρωπο του Θεού όλοι τον ξέρουν και μοναχά ο ίδιος δεν ξέρει τον εαυτό του. Όποιος τον πλησιάζει, τον γνωρίζει, ο ίδιος όμως δεν έχει επίγνωση των προτερημάτων του. Το ακτινοβόλημα της αρετής και των χαρισμάτων του, που πηγάζουν από την θεοφώτιστη και θεοχαρίτωτη ψυχή του, είναι φανερό σ΄ όλους όσοι τον συναναστρέφονται, είναι όμως άγνωστο και αφανέρωτο στον ίδιο. Οι άλλοι το διακρίνουνε και το τιμούνε και τον δοξάζουνε. Αυτός μονάχα δεν βλέπει τίποτα και νομίζει τον εαυτό του μικρό και ανάξιο και συνηθισμένο΄ «οὕτω καὶ ὑμεῖς, ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν, ὅτι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. 17,10).Εσείς δε, όταν τα κατορθώνετε όλα αυτά, να λέτε πως δεν αξίζετε τίποτα.
 Ο Μωυσής, όταν ύστερα από την υπερθαύμαστη θεοψία του κατέβηκε έπειτα από σαράντα μέρες από το όρος, κρατώντας στα χέρια του τις πλάκες της θείας Νομοθεσίας, είχε το πρόσωπό του δοξασμένο και καταφώτιστο από τις μαρμαρυγές μιας υπερφυσικής ακτινοβολίας και λαμπρότητας, σε τρόπο που ο Ααρών, ο αδελφός του και οι πρεσβύτεροι του λαού, δεν μπορούσανε να αντικρύσουνε τις ακτίνες που εφωτοστεφάνωναν την όψη του κι έμεναν εκστατικοί κι εφοβούντανε να τον πλησιάσουν. «Καὶ εἶδεν Ἀαρών καὶ πάντες οἱ πρεσβύτεροι Ἰσραήλ… καὶ πάντες οἱ Ἄρχοντες τῆς Συναγωγῆς… καὶ πάντες οἱ υἱοὶ Ἰσραήλ… καὶ ἥν δεδοξασμένη ἡ ὄψις τοῦ χρώματος τοῦ προσώπου αὐτοῦ καὶ ἐφοβήθησαν ἐγγίσαι αὐτῷ». (Εξοδ. λδ, 23-22).
 Ο αληθινός δούλος του Θεού και γνήσιος εκτελεστής των εντολών του, αν γυρίσει καμιά φορά τα νοητικά του μάτια επάνω του, δεν συλλογιέται τίποτες άλλο, παρά τα ελαττώματά του και την ανημποριά του. Αρετές και ικανότητες εξαιρετικές δεν αναγνωρίζει στον εαυτό του. 
Και αυτή είναι η διαφορά του κοσμικού από τον πνευματικόν άνθρωπο.
Ο κοσμικός κι όταν ακόμη είναι βυθισμένος στην αμαρτία και στην καταισχύνη, δεν το αισθάνεται. Κι αν έχει κάποιο προτέρημα, όλο αυτό προβάλλει κι όλο γι΄ αυτό μιλάει. 
Ο πνευματικός άνθρωπος αντίθετα κι όταν ακόμη είναι γεμάτος από δόξα κι από λαμπρότητα, δεν την ξεχωρίζει. Κι αν έχει κάποιο ελάττωμα, όλο σ΄ αυτό έχει τον νου του κι όλο γι΄ αυτό μιλάει, με θλίψη και με πόνο. Την δύναμή του και την δόξα του την βλέπουν οι άλλοι΄ αυτός δεν βλέπει τίποτε άλλο, παρά την ασθένειά του και τις αδυναμίες του.

Ευγενίου Βούλγαρη: «ΑΔΟΛΕΣΧΙΑ ΦΙΛΟΘΕΟΣ» (Απόδοσις: Θεοδόση Σπεράντσα)
Για την αντιγραφή: Σάββας Ηλιάδης Δάσκαλος Κιλκίς, 30 -3-2025
https://proskynitis.blogspot.com/

Δυο φράσεις, παγιδεύουν τους ανθρώπους… Το «έχεις καιρό ακόμα» και το «έλα μωρέ, δεν έγινε και τίποτα».



Δυο φράσεις, παγιδεύουν τους ανθρώπους…
Το «έχεις καιρό ακόμα» και το «έλα μωρέ, δεν έγινε και τίποτα».
«Έχεις καιρό ακόμα», σου λέει ο λογισμός… Και έτσι, αφήνεις «ευχαριστώ», «συγγνώμες» και «σ’αγαπώ» ανείπωτα… Και έτσι περνάν οι μέρες, περνάν οι μήνες, περνάν τα χρόνια και πριν καλά -καλά το καταλάβεις, φεύγεις απροετοίμαστος… Ατακτοποίητος. Τόσο σε σχέση με τον Θεό, όσο και με τους Ανθρώπους.
«Έλα μωρέ, δεν έγινε και τίποτα», σου λέει ο λογισμός. Και όλα εκείνα τα μικρά, φουντώνουν, γιγαντώνονται και γίνονται θηρία. Και γίνεσαι σκλάβος των παθών σου, σκλάβος των ενορμήσεων και απορείς μετά πώς έγινε και έπεσες τόσο χαμηλά.
Δυο φράσεις, παγιδεύουν τους ανθρώπους…
Το «έχεις καιρό ακόμα» και το «έλα μωρέ, δεν έγινε και τίποτα».
Πρόσεχε τες και τις δύο αδερφέ μου.
ΧΡΙΣΤΌΣ ΑΝΕΣΤΗ.

Ψυχολόγος Ελευθεριάδης Ελευθέριος
https://proskynitis.blogspot.com/

Ανέστης ο ανέστιος {πασχαλινή ιστορία}



Του π. Δημητρίου Μπόκου

Ἡ νύχτα εἶχε προχωρήσει ἀρκετά, ὁ θόρυβος καὶ τὰ πολλὰ τρεχάματα ἀραίωσαν. Ἡ βραδινὴ βάρδια πῆρε τὴ θέση τῆς ἀπογευματινῆς, οἱ νοσηλεύτριες εἶχαν κάνει κιόλας μιὰ πρώτη ἐνημερωτικὴ βόλτα στοὺς θαλάμους. Ἡ ἀδελφὴ Μερόπη δὲν πρόλαβε νὰ γυρίσει στὴ βάση της, ὅταν ἕνας χαμηλὸς ἀναστεναγμὸς ἔφτασε ἀπὸ τὴν ἄκρη τοῦ διαδρόμου. Τὸ βλέμμα της στράφηκε πρὸς τὰ ’κεῖ κι ἀμέσως θυμήθηκε τὸν τελευταῖο της ἄρρωστο, τὸν ξεχασμένο ἄγνωστο στὸ τέρμα τοῦ διαδρόμου. Ἕνα πρόχειρο παραβάν, στημένο βιαστικά, ἔκρυβε τὸ κρεβάτι ποὺ δὲν μπόρεσε νὰ χωρέσει πουθενὰ σὲ κανένα θάλαμο.
Σκέφτηκε νὰ ἀναβάλει τὴν ἐκεῖ ἐπίσκεψή της γιὰ ἀργότερα, μιὰ καὶ δὲν εἶχε σύμμαχο τὴ διάθεσή της ἀπόψε, μὰ τὴν ἑπόμενη στιγμὴ βρέθηκε νὰ διασχίζει ξανὰ τὸν διάδρομο. Τράβηξε τὴ φτηνὴ κουρτίνα ἀθόρυβα. Ὁ Ἀνέστης, ἐμφανῶς καταπονημένος, ἀδυνατισμένος, σαραντάρης περίπου, μισοάνοιξε τὰ μάτια του. Τὸ ἡμίφως τοῦ διαδρόμου τόνιζε περισσότερο τὴ χλωμάδα στὸ πρόσωπό του. Τὸ λευκὸ σεντόνι σκέπαζε τὸ ξαπλωμένο κορμί, ἀφήνοντας ἔξω τὰ γυμνὰ λιπόσαρκα χέρια του. Κρεμασμένος ἀπὸ τὴν ψηλὴ τροχήλατη βάση του ἕνας ἄδειος ὀρὸς εἶχε ξεχαστεῖ γιὰ ὧρες στὴ φλέβα του. Τὸ σκηνικὸ ἔδινε ἀμέσως εἰκόνα ἐγκατάλειψης καὶ παραμέλησης.
Ἡ ἀδελφὴ ἔριξε μιὰ ματιὰ στὸ σκαμμένο του πρόσωπο. Παρὰ τὴν ταλαιπωρία του, μιὰ ἔκφραση γαλήνης ἁπλωνόταν πάνω του. Καὶ ὅμως ἕνα σιγανὸ βογγητὸ ξέφυγε πάλι ἀπὸ τὰ χείλη του. Ἦταν φανερὸ πὼς κάπου πονοῦσε. Μὰ δὲν ἦταν ὁ ἄνθρωπος ποὺ θὰ διαμαρτυρόταν. Δέκα μέρες ἐκεῖ παραπεταμένος, δὲν ἔκανε τὸν παραμικρὸ θόρυβο ἡ παρουσία του. Δὲν ὕψωσε φωνὴ γιὰ τίποτε, δὲν θύμωσε, δὲν μάλωσε μὲ κανέναν. Ἂν τοῦ ἔδιναν ἕνα μπουκάλι νερό, λίγο φαγητό, κάποιο φάρμακο, ἔλεγε μόνο ἕνα εὐχαριστῶ χαμηλόφωνα, σχεδὸν ντροπαλά. Χωρὶς νὰ τὸ ἐπιδιώξει καθόλου ἡ Μερόπη, τὸν εἶχε συμπαθήσει στ’ ἀλήθεια.
-  Ποῦ πονᾶς; τὸν ρώτησε σιγανά.
Ἔδειξε μὲ τὸ χέρι του χωρὶς νὰ μιλήσει τὴν περιοχὴ ἀνάμεσα στὸν θώρακα καὶ τὴν κοιλιακὴ χώρα.
-  Θὰ σοῦ φέρω ἀμέσως παυσίπονο, εἶπε ἡ νοσηλεύτρια.
-  Ὄχι ἀκόμα, ἀδελφή, ἀπάντησε ψιθυριστὰ ἐκεῖνος. Εἶναι ἤπιος ὁ πόνος. Ὑποφέρεται.
Τὸν κοίταξε στὰ ἥμερα, καθαρά του μάτια. Ἄλλοι θὰ εἶχαν χαλάσει κιόλας τὸν κόσμο. Μὰ αὐτὸς ὁ μοναχικός, λησμονημένος ἄρρωστος, ἦταν τὸ κάτι ἄλλο. Σὰν νά ’θελε νὰ περάσει ἀπαρατήρητος, νὰ μὴν ἐνοχληθεῖ κανεὶς ἀπὸ τὴν παρουσία του. Ἡ νεαρὴ νοσηλεύτρια ἔριξε μιὰ ματιὰ στὴν κάρτα ποὺ κρεμόταν στὸ κρεβάτι του. Δὲν ἔγραφε σχεδὸν τίποτε. Καμμιὰ διάγνωση ἀσθενείας. Μόνο κάποια νούμερα πίεσης καὶ θερμοκρασίας, κι αὐτὰ σποραδικά.
-  Δὲν σοῦ μετρᾶνε καθημερινὰ τὴν πίεση καὶ τὸν πυρετό; ρώτησε ἀπορημένη.
-  Ἐκτὸς ἀπὸ σένα, κανένας ἄλλος δὲν τὰ κοιτάει αὐτά, ἀπάντησε ὁ ἄρρωστος.
-  Μὰ ἐδῶ γράφει κάποια νούμερα.
-  Εἰκονικὰ θὰ εἶναι. Κανένας δὲν ἀσχολεῖται πραγματικὰ μαζί μου.
-  Οἱ γιατροὶ δὲν σὲ βλέπουν; Δὲν ἔχεις κάνει ἐξετάσεις;
-  Γιατρὸ ἐδῶ δὲν ἔχω δεῖ ἀκόμα. Καὶ ἐξετάσεις μόνο στὴν ἀρχή, κάποιες αἱματολογικὲς στὰ ἐξωτερικά, γιὰ νὰ μὲ βάλουν μέσα.
Ἡ Μερόπη ἔμεινε ἄναυδη. Αἰσθάνθηκε καὶ ἡ ἴδια ἐνοχὲς γιατὶ δὲν τοῦ ἔδωσε κι αὐτὴ νωρίτερα περισσότερη προσοχή. Εἶχε ἀκούσει κάτι γι’ αὐτὸν ἀπὸ τὶς ἄλλες, ὅταν, ἀρκετὲς μέρες πρὶν τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα, τὸν πρωτόφεραν στὸ νοσοκομεῖο. Ἦταν ὄντως ἀσυνήθιστη περίπτωση.
Τὸν εἶχαν ἀνακαλύψει κάποιοι κατὰ τύχη, λιπόθυμο σχεδὸν καὶ μισοπαγωμένο, ἄστεγο, σ’ ἕνα παγκάκι. Εἰδοποίησαν ἀμέσως τὴν ἀστυνομία. Ἕνα περιπολικὸ τὸν περιμάζεψε καὶ τὸν ἔφερε στὰ ἐξωτερικὰ ἰατρεῖα, γιὰ νὰ μείνει ὧρες στὸν διάδρομο, ξεχασμένος στὸ ἄβολο φορεῖο του. Ὥσπου ἐπὶ τέλους ἕνα σπλαχνικὸ χέρι τὸν ἔσπρωξε σὲ κάποιο ἰατρεῖο καὶ φώτισε ὁ Θεὸς νὰ τοῦ κάνουν εἰσαγωγή. Μὰ ἔλα ποὺ σὲ κανένα θάλαμο δὲν γινόταν δεκτός, ὅταν μάθαιναν πὼς πρόκειται γιὰ ἐγκαταλελειμμένο, ἀνέστιο, ἄστεγο! Τελικά, ὁ μόνος φιλόξενος χῶρος γι’ αὐτὸν ἦταν μιὰ γωνιὰ στὸν διάδρομο, ὅπου τὸν ἀκούμπησαν καὶ βασικὰ …τὸν ξέχασαν. Δὲν εἶχε κανένα δικό του νὰ τὸν νοιαστεῖ.
Ἀπὸ τὰ λίγα ποὺ μὲ κόπο ἔγιναν γνωστὰ γι’ αὐτόν, διαπιστώθηκε πὼς ἦταν ὁλομόναχος στὸν κόσμο. Συγκλονιστικὰ γεγονότα ἀπὸ τὰ πρώιμα ἐφηβικά του χρόνια εἶχαν παίξει καθοριστικὸ ρόλο στὴ ζωή του. Ὁ ἀγαπημένος του πατέρας ἀντιμετώπισε μιὰ μεγάλη δοκιμασία, σύρθηκε σὲ ἄδικη δίκη ἀπὸ ἰσχυρὸ πολιτικὸ παράγοντα. Ὁ δικαστὴς δὲν στάθηκε στὸ ὕψος τῶν περιστάσεων. Ἀγνόησε τὸ πρόσταγμα τοῦ Θεοῦ: «Κατὰ τὸν μικρὸν καὶ κατὰ τὸν μέγαν κρινεῖς». Ὅπως θὰ κρίνεις τὸν ταπεινὸ καὶ ἀσήμαντο, ἔτσι θὰ κρίνεις καὶ τὸν μεγάλο καὶ ἐπίσημο. Ὅταν δικάζεις, κάνεις ἔργο Θεοῦ. Ἡ κρίση σου θὰ εἶναι ἀμερόληπτη, ἀντικειμενική, ἀδέκαστη. Δὲν θὰ ἐπηρεάζεσαι ἀπὸ τὸ πρόσωπο ποὺ ἔχεις μπροστά σου.
Μὰ ὁ ἀθεόφοβος δικαστὴς πούλησε τὴν ψυχή του στὰ ἀργύρια ποὺ σταύρωσαν καὶ τὸν Χριστό, ἐξαγοράστηκε, ἔγινε πειθήνιο ὄργανο τοῦ ἰσχυροῦ. Καταδίκασε ἄδικα τὸν ἀδύνατο σὲ μεγάλο χρηματικὸ ποσὸ καὶ φυλακή. Ὁ φτωχὸς ἄνθρωπος ὅμως δὲν ἄντεξε. Ἡ ψυχή του συντρίφτηκε ἀπὸ τὴν ἀδικία. Πέθανε, προτοῦ προλάβει νὰ ἐκτίσει ἐξ ὁλοκλήρου τὴν ἄδικη ποινή. Ὁ νεαρὸς ἔφηβος βίωσε βαθιὰ στὴν ψυχή του τὸν πόνο τῆς ἀπώλειας καὶ τῆς ἀδικίας. Ἡ μάνα του μὲ τὴ σειρά της δὲν ἄντεξε κι αὐτὴ γιὰ πολύ. Ὁ πόνος τὴν ἀρρώστησε, τὴν ἔστειλε κι αὐτὴν νὰ συναντήσει γρήγορα τὸν ἄντρα της.
Δυὸ τρομερὰ ἀστροπελέκια στὴν πιὸ εὐαίσθητη ἡλικία, δὲν ἦταν πράγμα διαχειρίσιμο ἀπ’ τὸ καημένο παιδί. Ἂν καὶ καλὸς μαθητής, σχεδὸν ἄριστος, προικισμένος μὲ πολλὰ χαρίσματα, στὴν ψυχολογική του πορεία πῆρε ἀπότομα τὴν κατιοῦσα. Ἡ θλίψη σημάδεψε καίρια τὴν τρυφερή του ψυχή. Ἐγκατέλειψε κάθε προσπάθεια γιὰ τὴ ζωή. Ἔχασε κάθε ἐνδιαφέρον γιὰ τὸ μέλλον του, τὴν πρόοδό του, παραμέλησε πλήρως τὸν ἑαυτό του. Ὁ συναισθηματικός του κόσμος θρυμματίστηκε.
Πῶς ἔζησε τὴ ζωή του μέχρι τώρα; Στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ κυριολεκτικά, ποὺ τρέφει τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ποτίζει τὰ κρίνα τοῦ ἀγροῦ του καθημερινά. Μὰ ἡ ὅλη κακοπάθεια τοῦ βίου του, ὁ συνεχὴς συγχρωτισμός του μὲ πάσης φύσεως ἀνθρώπους στὰ πεζοδρόμια τῆς ζωῆς, κατὰ ἀνεξήγητο τρόπο, δὲν ἄγγιξαν καθόλου τὸν καλό, γλυκό του χαρακτήρα. Παρὰ τὶς ἀνείπωτες καθημερινὲς ταλαιπωρίες του, παρέμενε πραγματικὰ ἕνα κρίνο στὸν ἀγρὸ τοῦ Θεοῦ. Μὲ πραγματικὴ εὐγένεια, ψυχικὴ ἐγκαρτέρηση, ἀληθινὴ ταπεινοσύνη.
Ἡ Μερόπη ντράπηκε γιὰ λογαριασμὸ ὅλων τους καὶ πιὸ πολὺ γιὰ τὸν ἑαυτό της. Ἀποφάσισε νὰ πάρει τὸ θέμα προσωπικά. Μίλησε σὲ γιατρούς, στὶς συναδέλφους, στὴν προϊσταμένη της. Ἔφερε τὰ ἄνω κάτω, μὰ τὰ κατάφερε.
Ἀπὸ τὸ ἄλλο κιόλας πρωὶ ὁ καθηγητὴς τῆς πτέρυγας μὲ τὸ ἐπιτελεῖο του σταμάτησε μπροστὰ στὸ ξεχασμένο ράντζο τοῦ διαδρόμου. Μελέτησε προσεκτικὰ τὴν κατάσταση τοῦ ἀρρώστου, τὸν ρώτησε λεπτομερῶς γιὰ τὸ ἱστορικό του, τοῦ ἔγραψε ἐξετάσεις, ἀξονικές, τὰ πάντα. Τὸ νερὸ μπῆκε στὸ αὐλάκι. Ὁ ξεχασμένος ἄρρωστος ἄρχισε λίγο-λίγο νὰ ζωντανεύει. Καιρὸς ἦταν! Εἶχαν φτάσει κιόλας στὰ μισὰ τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας.
Ἀλλὰ καὶ πάλι, τί νὰ σοῦ κάνει τὸ προσωπικό; Θὰ περάσουν γιὰ τὶς τυπικὲς ἐπισκέψεις, τὰ φάρμακα, τοὺς ὀρούς, ἀλλὰ ὁ ἄρρωστος τὸν πολὺ καιρὸ μένει μόνος, κατάμονος. Ἡ γωνιά του, ἀποκλεισμένη μὲ τὸ καταθλιπτικὸ παραβὰν ἀπὸ τὸν ὑπόλοιπο κόσμο, χωρὶς κὰν παράθυρο, μοιάζει πιὸ πολὺ μὲ κελὶ ἀπομόνωσης. Μὲ κελὶ τιμωρίας, ὅπου κλείνονταν οἱ τιμωρημένοι τῶν φυλακῶν. Ὅπου οἱ ὧρες κυλοῦν ἀργά-ἀργὰ χωρὶς τέλος. Χωρὶς μιὰ κουβέντα, μιὰ καλημέρα, μιὰ παρουσία. Πῶς μπορεῖ ἕνας ἄνθρωπος νὰ ἀντέξει τὶς ἀτέλειωτες ὧρες τῆς μοναξιᾶς καὶ τῆς ἀπομόνωσης;
Ἔλεγε ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος τῆς ἐποχῆς μας, ὅτι συνήθως φτιάχνουμε ἕναν ἀνόητο παράδεισο, ἀπὸ πλαστικό, συνθετικό, ἀπομιμήσεις, χωρὶς τίποτε τὸ αὐθεντικὸ μέσα του. Ὁ παράδεισος αὐτὸς μπορεῖ νὰ χαθεῖ. Καὶ πιθανῶς θὰ χαθεῖ σύντομα. Γιὰ ὅλη τὴν κοινωνία, π.χ. σὲ ἕναν πόλεμο, ἀλλὰ καὶ προσωπικά, ἀνὰ πάσα στιγμὴ γιὰ τὸν καθένα. Προετοιμάζονται ἤδη μερικοὶ ἀποθηκεύοντας τρόφιμα. Μὰ δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ χρειάζονται, ἀλλὰ μιὰ ἐσωτερικὴ προετοιμασία.
Καὶ ρωτάει ὁ ἅγιος: Πῶς θὰ ἐπιζήσετε, ἂν μπεῖτε σὲ μιὰ φυλακή, ἢ σὲ ἕνα στρατόπεδο συγκέντρωσης καὶ εἰδικὰ στὰ κελιὰ τιμωρίας καὶ ἀπομόνωσης; Πῶς θὰ ἐπιβιώσετε, ἂν τὸ μυαλό σας δὲν ἔχει τίποτε νὰ ἀσχοληθεῖ;
Καὶ καταλήγει προφητικά: Ἂν εἶστε γεμάτοι μὲ κοσμικὲς ἐντυπώσεις καὶ δὲν ἔχετε τίποτε πνευματικὸ στὸ μυαλό σας, ἂν ζεῖτε ἁπλῶς μέρα τὴ μέρα, θὰ τρελαθεῖτε σὲ πολὺ σύντομο χρονικὸ διάστημα.
Ὁ μοναχικὸς ἄρρωστος δὲν εἶχε ἰδέα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ ἔλεγε ὁ ἅγιος. Καὶ ὅμως ἔβλεπε καθημερινὰ τὴν ἐκπλήρωση τῆς «προφητείας» του. Τὴν πλήρη κατάρρευση τῶν ἀνθρώπων, ποὺ τὸ μυαλό τους ἦταν ἄδειο ἀπὸ κάθε τι πνευματικὸ καὶ ἡ ψυχή τους γυμνὴ ἀπὸ κάθε ἐσωτερικὸ περιεχόμενο. Ἔτσι καὶ τώρα, στὴν ἀπομονωμένη γωνιά του ἔφταναν κάπου-κάπου φωνὲς ποὺ τὸ ἐπιβεβαίωναν. Ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἄντεχαν οὔτε στιγμὴ τὴ στέρηση, τὸν πόνο, τὴν ἀπομόνωση.
Ὁ ἄρρωστος τοῦ παραδιπλανοῦ θαλάμου ἦταν ἕνας ἀπ’ αὐτούς. Νεαρός, οὔτε τριανταπεντάρης καλά-καλά, καλοζωισμένος, συνηθισμένος νὰ τὰ ἔχει ὅλα στὸ χέρι. Μαθημένος μιὰ ζωὴ νὰ ζεῖ πλουσιοπάροχα τὴν κάθε στιγμή του, μὲ τὰ λεφτὰ βέβαια τῶν πλούσιων γονιῶν του. Καὶ τώρα ποὺ ἡ ἀρρώστια τὸν στρίμωξε καὶ ἔπρεπε νὰ ἀπαρνηθεῖ καὶ νὰ στερηθεῖ πολλὲς ἀπὸ τὶς καθημερινὲς ἀπολαύσεις καὶ ἀνέσεις, τὰ βρῆκε πολὺ δύσκολα. Ἰδιαίτερα ὅμως δὲν ἄντεχε τὴν ἀπομόνωση. Δὲν μποροῦσε νὰ μείνει μὲ τὸν ἑαυτό του οὔτε μιὰ στιγμή. Μὲ κάτι ἄλλο ἔπρεπε νὰ γεμίζει τὸν χρόνο του συνέχεια. Ἡ μητέρα του φρόντιζε τὸν κανακάρη της μέρα καὶ νύχτα. Μὰ κάποιες, ἐλάχιστες βραδιές, ποὺ ἡ γυναίκα χρειάστηκε σὰν ἄνθρωπος νὰ πεταχτεῖ ὣς τὸ σπίτι της, νὰ πάρει μιὰν ἀνάσα, νὰ πλυθεῖ, νὰ ξεκουραστεῖ λίγες ὧρες, ὁ καλομαθημένος νεαρὸς ξεσήκωσε τὸ νοσοκομεῖο μὲ τὶς φωνές του. Φώναζε μὲς στὴ νύχτα τὴ μάνα του σὰν φοβισμένο μικρὸ παιδί. Ἔκαναν τὸν σταυρό τους παραξενεμένοι ὅσοι τὸν ἄκουγαν. Ἀναρωτιόντουσαν, τί πράγμα ἦταν αὐτό! Πῶς καταντάει ὁ ἄνθρωπος σὲ τέτοιο χάλι, σὲ τόση τρέλα! Ὁλόκληρος ἄντρας, δυὸ μέτρα πανύψηλος, νὰ ζητάει τὴ μάνα του γιὰ νὰ κοιμηθεῖ!
Μὰ ὁ ἄρρωστος τοῦ διαδρόμου, μόνος, κατάμονος στὴν ἐρημιά του, ποὺ εἶχε κάθε λόγο νὰ τρελαθεῖ μὲ ὅσα τοῦ εἴχανε συμβεῖ καὶ τοῦ συνέβαιναν, αὐτός, πράγμα παράξενο, δὲν ἔδειχνε νὰ ἔχει καθόλου πρόβλημα. Ἡ ἀταραξία του κινοῦσε τὴν περιέργεια ὅλων. Ἡ Μερόπη τὸν ρώτησε γι’ αὐτὸ κάποια στιγμή.
-  Πῶς μπορεῖς καὶ εἶσαι τόσο ἤρεμος;
Χαμογέλασε ἀχνὰ μὲ τὸ κουρασμένο ὕφος του.
-  Τὸ χρωστάω στὸν μόνο παππού μου ποὺ γνώρισα, εἶπε σιγανά. Τὸν πατέρα τῆς μάνας μου. Ἅγιος ἄνθρωπος! Ἀπὸ μικρὸ παιδὶ μὲ ἔπαιρνε κοντά του. Ἦταν πολὺ φιλάσθενος καὶ περνοῦσε τὸν περισσότερο καιρὸ στὸ κρεβάτι του. Μὲ φώναζε τότε κοντά του καὶ μὲ ἔβαζε νὰ λέω συνέχεια μιὰ προσευχὴ γιὰ νὰ τὴν ἀκούει κι ἐκεῖνος. «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με».
Στὴν ἀρχὴ ἀντιδροῦσα πολύ, συνέχισε ὁ Ἀνέστης. Ἤθελα νὰ παίζω ἔξω μὲ τὰ ἄλλα παιδιὰ τῆς ἡλικίας μου. Μὰ ἐκεῖνος, πότε μὲ παρακάλια, πότε μὲ ὑποσχέσεις, πότε μὲ ἀπειλές, φρόντιζε νὰ μὲ κρατάει κοντά του καὶ νὰ λέω ἀδιάκοπα τὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Τὸν πρῶτο καιρὸ μὲ κούραζε ἀρκετὰ νὰ ἐπαναλαμβάνω συνέχεια τὰ ἴδια λόγια. Μὰ χωρὶς νὰ τὸ καταλάβω, μιὰ μεγάλη ἀλλαγὴ συντελέστηκε σιγά-σιγὰ μέσα μου. Ὄχι μόνο δὲν χρειαζόμουν ἀμοιβὲς ἢ ἀπειλὲς γιὰ νὰ κάθομαι μὲ τὶς ὧρες δίπλα του, μὰ γεννήθηκε μέσα μου μιὰ ἀκατανίκητη ἐπιθυμία νὰ ἐπαναλαμβάνω ἀδιάκοπα τὴν προσευχὴ ὅλη τὴν ἡμέρα. Χωρὶς νὰ μοῦ τὸ ἐπιβάλλει κανένας.
Ὁ παππούς μου ἀντιλήφθηκε τὴ μεγάλη ἀλλαγὴ καὶ μὲ ρωτοῦσε τί αἰσθανόμουν, μὰ δὲν μποροῦσα νὰ τὸ ἐξηγήσω ἀκριβῶς.
-  Ἡ προσευχὴ σὲ κάνει νὰ αἰσθάνεσαι χαρά; μὲ ρώτησε.
-  Ναί, παππού, χαρά, πολλὴ χαρά! ἀπάντησα.
Δὲν ἤμουν οὔτε δώδεκα χρονῶν, ὅταν ἔχασα τὸν παππού μου, μὰ εἶχε ἤδη προλάβει νὰ μοῦ διδάξει τὸ πιὸ σημαντικὸ πράγμα στὴ ζωή μου. Τὸ μυστικὸ ἀνίκητο ὅπλο γιὰ νὰ παλέψω ὅσα θὰ εἰσέλαυναν σ’ αὐτὴν ἀργότερα. Ἡ οἰκογένειά μου τραντάχτηκε συθέμελα ἀπὸ ὅσα ἀκολούθησαν. Ὁ κόσμος μου ἔγινε θρύψαλα. Παρὰ τὶς τρομερὲς ἀνατροπὲς ποὺ ἔζησα ὅμως στὴ μικρὴ ἡλικία μου, δὲν ἔσβησα ἐντελῶς.
Ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ ἔγινε μόνιμη συντροφιά μου. Μὲ παρηγόρησε στὴν ἀδιέξοδη θλίψη μου, μὲ δίδαξε τὴ ματαιότητα πολλῶν πραγμάτων ποὺ τὰ νιώθουμε σημαντικά. Καὶ τὸ σπουδαιότερο, μὲ περιφρούρησε ἀπόλυτα ἀπὸ κάθε κακό. Στὸν μακρὺ πλάνητα βίο μου βρέθηκα πολλὲς φορὲς σὲ συντροφιὲς ἐπικίνδυνες. Πέρασα δίπλα ἀπὸ ἀνθρώπους τοῦ ὑποκόσμου, ἐγκληματίες, διεφθαρμένους, αἰσχροὺς ἐκμεταλλευτὲς πάσης φύσεως, μὰ τίποτε ἀπ’ ὅλ’ αὐτὰ δὲν μὲ ἄγγιξε ποτέ. Μιὰ ἀόρατη προστασία μὲ σκέπαζε ἀπὸ κάθε ἐπιβουλή. Ὅταν πεινοῦσα, ὅταν διψοῦσα, ὅταν κρύωνα, ὅταν θλιβόμουν, ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ τὰ ἁπάλυνε ὅλα, μὲ ἔκανε νὰ μὴν τὰ αἰσθάνομαι πραγματικά.
Καὶ τὸ ἀκόμα πιὸ σημαντικό, κάθε κακία, κάθε θυμός, κάθε μίσος γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ μᾶς ἀδίκησαν, ἔσβησαν μέσα μου μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ. Προσεύχομαι γι’ αὐτοὺς καθημερινὰ νὰ συναισθανθοῦν τὸ κακὸ ποὺ ἔκαναν, νὰ ἐλεηθοῦν, νὰ σωθοῦν. Ἀλλὰ εὔχομαι καὶ γιὰ τὸν κόσμο ὁλόκληρο. Ἡ προσευχὴ μὲ ἔκανε νὰ νιώθω τοὺς πάντες, γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους, δικούς μου. Φαίνονται ἀτέλειωτες οἱ ὧρες τῆς μοναξιᾶς μου, καὶ ὅμως δὲν μοῦ εἶναι πάντοτε ἀρκετὲς γιὰ νὰ τοὺς νοιαστῶ ὅλους.
Δὲν μὲ νοιάζει ἂν θὰ εἶμαι γερὸς ἢ ἄρρωστος, ἂν θὰ ζήσω ἢ θὰ πεθάνω. Μὲ νοιάζει μόνο, ὅ,τι ἀπὸ τὰ δύο κι ἂν γίνει, νὰ μὲ φέρνει πιὸ κοντὰ στὸν Κύριό μου, νὰ εἶμαι πάντα μὲ τὸν ἀγαπημένο μου Ἰησοῦ.
Ἡ Μερόπη ἄκουγε ἐντυπωσιασμένη βαθιά. Ποτὲ δὲν φανταζόταν τὸν πλοῦτο ψυχῆς ποὺ ἔκρυβε ὁ περιφρονημένος ἄρρωστος τοῦ διαδρόμου. Ἕνας βαθὺς σεβασμὸς ἀνάβλυσε αὐθόρμητα ἀπ’ τὴν καρδιά της, προστέθηκε στὴ συμπάθεια ποὺ ἤδη ἔνιωθε γι’ αὐτόν.
Μεγάλη Πέμπτη πρωὶ κατέβασαν τὸν Ἀνέστη γιὰ ἀξονικὴ θώρακος. Ἡ κ. Ἑλένη, σοβαρὴ καὶ ἀξιοπρεπέστατη κυρία, μὲ περασμένα πλέον τὰ ἑξήντα της, ἐπίκουρος καθηγήτρια, ὑπεύθυνη τοῦ ἀξονικοῦ τομογράφου, τὸν ἑτοίμασε. Τοῦ εἶπε νὰ ξεντυθεῖ ἀπὸ τὴ μέση καὶ πάνω, τὸν ξάπλωσε στὸ εἰδικὸ κρεβάτι. Εἶδε πὼς φοροῦσε ἕνα μικρὸ ἀσημένιο σταυρό, τοῦ εἶπε νὰ τὸν βγάλει κι αὐτόν. Ὁ Ἀνέστης τὸν ἔβγαλε καὶ τὸν ἀκούμπησε κάπου. Τὸ βλέμμα τῆς γιατρίνας σταμάτησε στὸ γυμνὸ στῆθος του, ὅπου ἕνα στρογγυλὸ μαῦρο σημάδι φιγουράριζε κοντὰ στὴν ἀριστερή του μασχάλη. Τὰ ἔχασε. Ἡ μνήμη της ἔτρεξε ἰλιγγιωδῶς στὰ παλιά.
-  Μὰ δὲν εἶναι δυνατόν! σκέφτηκε σχεδὸν φωναχτά. Παραλογίζομαι!
Τὸ βλέμμα της πῆγε στὸν σταυρὸ ποὺ ἦταν ἀφημένος δίπλα της, χωρὶς νὰ ξέρει τί ψάχνει. Μὰ ναί, δὲν ἔβλεπε γιὰ πρώτη φορὰ τὸν σταυρὸ αὐτό. Ἕνας παράτολμος συνειρμὸς τὴ συγκλόνισε. Γιὰ μερικὲς στιγμὲς ἔμεινε ἀκίνητη. Μὰ ἡ ἐπαγγελματική της συνείδηση τὴν ἐπανέφερε στὴν πραγματικότητα. Τέλειωσε γρήγορα τὴ δουλειά της, κράτησε ὅμως λεπτομερῶς τὰ στοιχεῖα τοῦ ἀρρώστου καὶ ἰδιαίτερα ἡμερομηνία/τόπο γέννησης, ὀνόματα γονέων του κ. λ. π. Ἀπὸ τὴ μέρα ἐκείνη ἡ κ. Ἑλένη ἔφυγε μὲ τὴν πασχαλινή της ἄδεια.
Κύλησε ἡ Μεγάλη Παρασκευή, ἦρθε τὸ Μεγάλο Σάββατο. Ὁ Ἀνέστης ζήτησε ἀπὸ τὴ Μερόπη νὰ τοῦ φέρει τὸν ἐφημέριο τοῦ νοσοκομείου. Νὰ ἐξομολογηθεῖ καὶ νὰ κοινωνήσει στὴν Ἀνάσταση. Ὅπως καὶ ἔγινε. Καὶ ὅταν τὸ βράδυ τῆς Ἀνάστασης ὁ Ἀνέστης κοινώνησε, ἕνα φανερὸ θαῦμα ξετυλίχτηκε μπρὸς στὰ ἔκπληκτα μάτια τοῦ ἱερέα. Ἡ μικρὴ ἀπομονωμένη γωνιά του γέμισε φῶς ἁπαλό. Μὰ περισσότερο ἔλαμψε τὸ πρόσωπο τοῦ ἀρρώστου. Γιὰ κάποιες στιγμὲς ὁ ἱερέας δὲν μποροῦσε νὰ τὸν κοιτάξει κατάματα. Τὸ ἅγιο φῶς ἦταν ἐκεῖ. Ἀγκάλιαζε τὸν ἄρρωστο, ὅπως ἡ μάνα τὸ βρέφος της. Καὶ ταυτόχρονα ἀκτινοβολοῦσε ἤρεμα, λαμπερὸ καὶ ἱλαρὸ μὲς ἀπ’ τὰ μάτια του. Ἕνας μικρὸς Παράδεισος ξεφύτρωσε στὴν ἄχαρη γωνιά. Ὁ ἀγαθὸς λευΐτης τά ’χασε γιὰ τὰ καλά. Κατάλαβε πὼς ἀξιώθηκε νὰ κοινωνήσει ἕναν ἅγιο. Ὁ ξεχασμένος ἄρρωστος τελικὰ δὲν ἦταν καθόλου μόνος καὶ ἀνέστιος. Ἐνοικοῦσε μέσα στὸν Χριστὸ καὶ ὁ Χριστὸς ἐνοικοῦσε σ’ αὐτόν. Τὸν ἀναγνώριζε δικό του γνήσιο παιδί. Συγκατοικοῦσε μόνιμα μαζί του. Μὰ τὰ θαύματα δὲν σταμάτησαν ἐκεῖ.
Τὴν Τετάρτη τοῦ Πάσχα ἡ κ. Ἑλένη, ἡ ἐπίκουρος τοῦ ἀξονικοῦ, ξαναγύρισε στὸ νοσοκομεῖο. Μὰ στὸ διάστημα ποὺ ἔλειπε δὲν ἔκανε ἁπλῶς διακοπές. Ἔγινε ἀληθινὸς ντετέκτιβ. Ἐπιστράτευσε ληξιαρχεῖα, δικαστικὲς ὑπηρεσίες, ἀστυνομικὰ τμήματα, τὰ πάντα. Ἂν καὶ ὑπολειτουργοῦσαν ὅλα λόγῳ τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα, κατάφερε νὰ ἀναποδογυρίσει τὸ σύμπαν. Τί ἔψαχνε;
Ἀνέτρεξε σαράντα χρόνια πίσω. Τότε πού, εἰκοσιπεντάχρονη σχεδὸν κοπέλα, γεννοῦσε τὸ πρῶτο καὶ μοναδικό της παιδί. Ὁ τοκετός, λόγῳ ἐπιπλοκῶν, ἦταν λίγο πρόωρος καὶ ἔγινε μὲ καισαρική. Ὁ ἄντρας της ἔλειπε σὲ ταξίδι ἐπαγγελματικό. Γέννησε ἕνα ὄμορφο ἀγοράκι καί, ὅταν συνῆλθε λίγο, τὸ κράτησε μὲ λαχτάρα στὴν ἀγκαλιά της. Τὸ εἶχε κοντά της γιὰ μία μέρα. Τὸ θήλασε γιὰ πρώτη φορά. Τοῦ φόρεσε ἕνα μικρὸ ἀσημένιο σταυρουδάκι, παλιὸ οἰκογενειακὸ κειμήλιο μὲ λεπτοχαραγμένα πίσω του κάποια ἀρχικὰ ἀπὸ τὴν προγιαγιά της ἀκόμα. Στὸ στῆθος τοῦ μωροῦ της πρόσεξε ἕνα στρογγυλὸ μαῦρο σημαδάκι κοντὰ στὴν ἀριστερή του μασχάλη.
Μὰ τὴ δεύτερη κιόλας μέρα ἡ μητέρα παρουσίασε νέα σοβαρὴ ἐπιπλοκή. Εἰσήχθη ἐπειγόντως στὴν ἐντατική. Βγῆκε μετὰ ἀπὸ μία ἑβδομάδα, μὰ τῆς ἀνακοινώθηκε ἀπὸ τὴ διεύθυνση τοῦ μαιευτηρίου, ὅτι τὸ μωρό της εἶχε ἤδη ἀποβιώσει. Δὲν τὸ ξαναεῖδε ποτέ της. Στὰ χέρια της ἔμεινε μόνο ἕνα πιστοποιητικὸ μὲ κάποιες αἰτιολογίες γιὰ τὸν θάνατό του. Κάποιο πεθαμένο μωρὸ εἶχε πράγματι παραδοθεῖ στὴν οἰκογένειά της γιὰ ταφή, ἐνόσῳ αὐτὴ χαροπάλευε στὴν ἐντατική. Ἔκλαψε, πόνεσε, μαράζωσε, καθὼς δὲν μπόρεσε νὰ ξανακάνει ἄλλο παιδί.
Ἡ ἀπρόσμενη ὅμως παρουσία τοῦ παράξενου Ἀνέστη τὴ συντάραξε. Ἐξέτασε διακριτικὰ τὸν σταυρό του. Ἦταν ὁ ἴδιος ποὺ εἶχε βάλει στὸ μωρό της ἐκείνη. Μὲ εὐδιάκριτα τὰ ἀρχικὰ τῆς προγιαγιᾶς της. Ὁ ἄγνωστος ἄντρας εἶχε τὸ ἴδιο μαῦρο στρογγυλὸ σημάδι στὴ μασχάλη του. Εἶχε ὅμως ἄλλους γονεῖς.
Ἡ κ. Ἑλένη ἔψαξε καὶ σύγκρινε τὰ στοιχεῖα ποὺ κατάφερε νὰ συγκεντρώσει. Ὅλα συνέθεταν ἕνα μυστήριο. Μὲ βάση τὰ ληξιαρχικὰ δεδομένα ὁ Ἀνέστης γεννήθηκε τὴν ἴδια ἡμερομηνία καὶ στὸ ἴδιο μαιευτήριο μὲ τὸ μωρό της. Τί συνέβαινε λοιπόν;
Μὲ τὴν ἔνταση ἀνεβασμένη στὸ ζενὶθ ἐπισκέφτηκε ἀμέσως τὸν ἄρρωστο. Τοῦ ἐξέθεσε λεπτομερῶς ὅσα τὴν ἀναστάτωσαν. Τελικὰ τὸν ρώτησε μὲ ἔκδηλη τὴν ἀγωνία:
-  Ξέρεις κάτι γιὰ ὅλα αὐτά; Ποιὰ ἐξήγηση μπορεῖ νὰ ἔχουν; Οἱ γονεῖς σου δὲν σοῦ μίλησαν ποτὲ γιὰ κάτι σχετικό;
-  Λίγο πρὶν πεθάνει ἡ μητέρα μου, ἀπάντησε σιγανὰ ὁ ἄρρωστος, μοῦ ἀποκάλυψε πράγματι ἕνα μυστικό, πὼς δὲν εἶμαι πραγματικό τους παιδί. Μὲ υἱοθέτησαν ἀπὸ κάποια ἰδιωτικὴ κλινική. Μὲ συγκλόνισε ἡ ἀποκάλυψη, γιατὶ τοὺς ἀγαποῦσα καὶ τοὺς ἀγαπῶ σὰν πραγματικούς μου γονεῖς. Μὰ καὶ ἐκεῖνοι μὲ ἀγάπησαν σὰν παιδί τους πραγματικό.
-  Δὲν σοῦ εἶπε ποιοὶ εἶναι οἱ βιολογικοί σου γονεῖς;
-  Δὲν τὸ γνώριζε αὐτό. Ἡ υἱοθεσία δὲν ἔγινε νομότυπα. Δὲν φαίνεται πουθενά. Στὸ ἰδιωτικὸ μαιευτήριο ὑπῆρχε κύκλωμα παράνομων υἱοθεσιῶν.
Ἡ κ. Ἑλένη θυμήθηκε ὅτι πράγματι πρὶν ἀπὸ κάποια χρόνια τὸ συγκεκριμένο μαιευτήριο εἶχε κατηγορηθεῖ καὶ καταδικαστεῖ γιὰ παράνομη ἐμπορία βρεφῶν.
-  Παρ’ ὅλ’ αὐτὰ ἡ μητέρα μου ἐπέμενε πολὺ νὰ μάθει πῶς λέγονταν οἱ πραγματικοί μου γονεῖς. Ἀλλὰ τὸ μόνο ποὺ κατάφερε μὲ τὴν ἐπιμονή της νὰ μάθει ἀπὸ τὴ μαία ποὺ μὲ παρέδωσε, καὶ ἀφοῦ προηγουμένως ὁρκίστηκε ἀπόλυτη ἐχεμύθεια, ἦταν τὸ μικρὸ ὄνομα τῆς βιολογικῆς μου μητέρας.
-  Καὶ ποιὸ ἦταν αὐτό; ρώτησε φοβερὰ συγκλονισμένη ἡ γυναίκα.
-  Ἑλένη!
-  Παιδί μου! ἀνέκραξε γοερὰ καὶ λιποθύμησε ἡ κ. Ἑλένη.
Δὲν ἦταν δὰ καὶ λίγο γιὰ μιὰ μητέρα, νὰ ξαναβρίσκει ζωντανὸ τὸ παιδί της, ποὺ γιὰ σαράντα χρόνια τό ’χε γιὰ πεθαμένο!
Ὁ ἀνέστιος Ἀνέστης, ἀληθινὸς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, εἶχε χάσει τὰ πάντα καὶ ζοῦσε ὅπως «οἱ μηδὲν ἔχοντες», ἀλλὰ «τὰ πάντα κατέχοντες». Εὐλογήθηκε ὅμως ξανὰ πλούσια ἀπὸ τὸν Θεό. Τὰ ξαναβρῆκε ὅλα ἀπὸ τὴν παροῦσα ζωή. Μιὰ νέα οἰκογένεια, ἕναν κόσμο καινούργιο. Ἀναστήθηκε ἡ ζωή του στὸ γλυκύ, χαροποιὸ φῶς τῆς Ἀνάστασης.
Τί «Πάσχα τερπνόν, …Πάσχα ἐν χαρᾷ», ἀληθινὸ «Πάσχα λύτρον λύπης» ἦταν κι ἐκεῖνο!

Πάσχα 2025
https://www.nyxthimeron.com/