Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2021

Ο αξιοθαύμαστος και ο αξιοκατάκριτος



Από την αγία Γραφή έχουμε μάθει δύο είδη πλούτου. Ο ένας είναι αξιοθαύμαστος και ο άλλος αξιοκατάκριτος. Και ο πλούτος των αρετών είναι θαυμαστός, ενώ ο υλικός και γήινος κατακρίνεται. 
Γιατί ο μεν ένας γίνεται κτήμα της ψυχής, ο δε άλλος είναι επιτήδειος για να εξαπατά τις αισθήσεις. Γι’ αυτό ο Κύριος απαγορεύει να θησαυρίζουμε αυτόν, επειδή βρίσκεται εκτεθειμένος στα σκουλήκια για τροφή και τον επιβουλεύονται οι κλέφτες (Ματθ. 6,19). 
Επιβάλλει δε να δείχνουμε προθυμία για τον πλούτο των ανωτέρων αγαθών, που η δύναμη της φθοράς δεν τον αγγίζει. Κι όταν λέγει σκουλήκια και κλέφτες, υπονοεί εκείνον που καταστρέφει τους θησαυρούς της ψυχής.

Άγιος Γρηγόριος Νύσσης
http://inpantanassis.blogspot.com/

Ανάμνηση Θαύματος Αρχαγγέλου Μιχαήλ στις Χωναίς (ή Κολασσαίς)



Σε κάποιο μέρος της Φρυγίας, η γη ανέβλυσε αγιασμένο νερό με τη δύναμη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, που γιάτρευε κάθε αρρώστια των ασθενούντων. Ένας χριστιανός, λοιπόν, επειδή γιατρεύτηκε η κόρη του, έκτισε ωραιότατο ναό στο όνομα του Αρχιστράτηγου, επάνω στο άγιασμα.
Μετά 90 χρόνια, ήλθε στο ναό κάποιος ευλαβής νέος, ονόματι Άρχιππος. Έμεινε υπηρέτης στο ναό και ζούσε ζωή ασκητική και με εγκράτεια. Όταν είδαν αυτό το πράγμα οι ειδωλολάτρες, έπιασαν τον Άρχιππο και τον χτύπησαν δυνατά. Έπειτα, όρμησαν να καταστρέψουν το ναό και το άγιασμα. Αλλά ώ της μεγάλης δυνάμεως του Αρχαγγέλου! Άλλων απ' αυτούς τα χέρια έμειναν παράλυτα και άλλους σταμάτησε φράγμα φωτιάς και έτσι γύρισαν όλοι άπρακτοι. Όμως το πείσμα και ο θυμός τους ώθησε να κάνουν εκτροπή του κοντινού ποταμού, για να παρασύρει το ναό και να πνίξουν τον Άρχιππο. Αλλά και πάλι θαύμα! Ο ποταμός γύρισε προς τα πίσω! Τότε σκέφθηκαν να ενώσουν και άλλους δύο ποταμούς. Όμως ο Αρχάγγελος Μιχαήλ παρουσιάστηκε στον Άρχιππο και, αφού τον έβγαλε έξω από το ναό, έκανε το σημείο του σταυρού και οι ποταμοί στάθηκαν σαν τείχος. Πρόσταξε, έπειτα, να χωνευθούν και πράγματι, κατά παράδοξο τρόπο, έως σήμερα στο μέρος εκείνο τα νερά των ποταμών χωνεύονται. Και γι' αυτό το μέρος ονομάστηκε Χώναι.

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Β´ 2 - 10
2 εἰ γὰρ ὁ δι’ ἀγγέλων λαληθεὶς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν, 3 πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας; ἥτις ἀρχὴν λαβοῦσα λαλεῖσθαι διὰ τοῦ Κυρίου, ὑπὸ τῶν ἀκουσάντων εἰς ἡμᾶς ἐβεβαιώθη, 4 συνεπιμαρτυροῦντος τοῦ Θεοῦ σημείοις τε καὶ τέρασι καὶ ποικίλαις δυνάμεσι καὶ Πνεύματος ἁγίου μερισμοῖς κατὰ τὴν αὐτοῦ θέλησιν. 5 Οὐ γὰρ ἀγγέλοις ὑπέταξε τὴν οἰκουμένην τὴν μέλλουσαν, περὶ ἧς λαλοῦμεν, 6 διεμαρτύρατο δὲ πού τις λέγων· τί ἐστιν ἄνθρωπος ὅτι μιμνήσκῃ αὐτοῦ, ἢ υἱὸς ἀνθρώπου ὅτι ἐπισκέπτῃ αὐτόν; 7 ἠλάττωσας αὐτὸν βραχύ τι παρ’ ἀγγέλους, δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφάνωσας αὐτόν, 8 πάντα ὑπέταξας ὑποκάτω τῶν ποδῶν αὐτοῦ· ἐν γὰρ τῷ ὑποτάξαι αὐτῷ τὰ πάντα οὐδὲν ἀφῆκεν αὐτῷ ἀνυπότακτον. νῦν δὲ οὔπω ὁρῶμεν αὐτῷ πάντα ὑποτεταγμένα· 9 τὸν δὲ βραχύ τι παρ’ ἀγγέλους ἠλαττωμένον βλέπομεν Ἰησοῦν διὰ τὸ πάθημα τοῦ θανάτου δόξῃ καὶ τιμῇ ἐστεφανωμένον, ὅπως χάριτι Θεοῦ ὑπὲρ παντὸς γεύσηται θανάτου. 10 ἔπρεπε γὰρ αὐτῷ, δι’ ὃν τὰ πάντα καὶ δι’ οὗ τὰ πάντα, πολλοὺς υἱοὺς εἰς δόξαν ἀγαγόντα, τὸν ἀρχηγὸν τῆς σωτηρίας αὐτῶν διὰ παθημάτων τελειῶσαι.

Νεοελληνική απόδοση:
Ἀλλοίμονον δέ, ἐὰν πέσωμεν ἔξω. Διότι, ἐὰν ὁ νόμος, ποὺ ἐλέχθη εἰς τὸν Μωϋσῆν διὰ μέσου ἀγγέλων, ἀπεδείχθη βέβαιος καὶ ἰσχυρὸς καὶ πᾶσα παράβασίς του καὶ παρακοὴ ἔλαβε δικαίαν ἀνταπόδοσιν καὶ τιμωρίαν, 3 πῶς ἠμεῖς θὰ διαφύγωμεν τὴν τιμωρίαν, ἐὰν ἀμελήσωμεν μίαν τόσον μεγάλην καὶ σπουδαίαν σωτηρίαν; Ἡ σωτηρία αὐτὴ δὲν ἐλέχθη δι’ ἀγγέλων, ὅπως ὁ νόμος, ἀλλ’ ἀφοῦ ἤρχισε νὰ κηρύττεται ἀπὸ αὐτὸν τὸν Κύριον, μᾶς παρεδόθη ὡς βεβαία καὶ ἀξιόπιστος ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους, ποὺ τὴν ἤκουσαν ἀμέσως ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Κυρίου. 4 Μαζὶ δὲ μὲ τὴν μαρτυρίαν τῶν Ἀποστόλων ἐμαρτύρει καὶ ἐπεβεβαίωνε τὸ κήρυγμα καὶ ὁ Θεὸς μὲ θαύματα καὶ καταπληκτικὰ ἔργα καὶ ποικίλας ὑπερφυσικὰς δυνάμεις καὶ θεία χαρίσματα, τὰ ὁποῖα τὸ Ἅγιον Πνεῦμα διεμοίραζεν εἲς τοὺς πιστοὺς σύμφωνα μὲ τὴν θέλησιν τοῦ Θεοῦ. 5 Πρέπει δὲ νὰ προσέξωμεν πολύ, ποῖος εἶναι αὐτός, ποὺ μᾶς ἐκήρυξε τὴν σωτηρίαν αὐτήν. Διότι ὁ Θεὸς δὲν ὑπέταξεν εἰς ἀγγέλους τὸν νέον κόσμον, ὁ ὁποῖος ἔμελλε νὰ ἐγκαθιδρυθῇ ὑπὸ τοῦ Μεσσίου καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλοῦμεν, ἀλλὰ τὸν ὑπέταξεν εἰς αὐτόν. 6 Ἐμαρτύρησε δὲ κάποιος εἰς κάποιο μέρος τῆς Γραφῆς καὶ εἶπε Κύριε, ποίαν ἀξίαν ἔχει ὁ ἄνθρωπος, ὥστε νὰ τὸν ἐνθυμῆσαι ἢ ὁ ἀπόγονος τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νὰ τὸν ἐπισκέπτεσαι καὶ νὰ φροντίζῃς δι’ αὐτόν; 7 Τὸν ἔκαμες ὀλίγον τι κατώτερον ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, μὲ δόξαν καὶ τιμὴν τὸν ἐστεφάνωσες ὡς βασιλέα τῆς φύσεως. 8 Ὅλα ὑπέταξες κάτω ἀπὸ τὰ πόδια τουῦ. Λοιπόν, ἀφοῦ ὑπέταξεν εἰς αὐτὸν τὰ πάντα, δὲν ἀφῆκε κανένα, πο νὰ μὴ τοῦ τὸ ὑπέταξε. Τώρα ὅμως δὲν βλέπομεν ἀκόμη νὰ εἶναι ὅλα ὑποτεταγμένα οὔτε εἰς τὸν τέλειον ἐκπρόσωπον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως Ἰησοῦν, ἀφοῦ καὶ αὐτὸς δὲν ἀνεγνωρίσθη ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ὡς βασιλεὺς καὶ λυτρωτὴς καὶ ἡ Ἐκκλησία το διώκεται καὶ δοκιμάζεται. 9 Βλέπομεν δὲ τὸν Ἰησοῦν, ὁ ὁποῖος ἐπὶ βραχὺ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀπέθανε καὶ ἐτάφη, ἔγινε κατώτερος ἀπὸ τοὺς ἀθανάτους ἀγγέλους, ὅτι λόγῳ τοῦ παθήματος, ποὺ τοῦ ἐπέφερε θάνατον, ἔχει στεφανωθῇ μὲ δόξαν καὶ τιμήν. Καὶ ὑπέστη τὸ πάθημα τοῦ θανάτου διὰ τὴν χάριν, ποὺ εὐαρεστήθη ὁ Θεὸς νὰ δώσῃ εἰς τὴν ἀνθρωπότητα. Διὰ νὰ συγχωρήσῃ δηλαδὴ ὁ Θεὸς τὸ ἀνθρώπινον γένος, ἐχρειάσθη ὁ Ἰησοῦς νὰ γευθῇ τὸ πικρὸν τοῦ θανάτου ποτήριον διὰ κάθε ἄνθρωπον. 10 Διότι ἔπρεπεν εἰς τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος ἐποίησε τὰ πάντα καὶ πρὸς τὸν ὁποῖον ἀποβλέπουν τὰ πάντα καὶ κατευθύνει τὰ πάντα εἰς τὸ ἄριστον τέλος τν, νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ ματαιωθῇ τὸ περὶ τοῦ ἀνθρώπου σχέδιόν του. Προκειμένου λοιπὸν νὰ ὁδηγήσῃ εἰς τὴν δόξαν πολλοὺς ἀνθρώπους, ἦτο πρέπον εἰς αὐτὸν να ἀποδείξῃ τέλειον Σωτῆρα καὶ νὰ ἀνυψώσῃ εἰς τελείαν δόξαν τὸν ἀρχηγὸν καὶ αἴτιον τῆς σωτηρίας των. Καὶ ἡ ἀνύψωσις αὐτὴ ἔγινε διὰ μέσου παθημάτων καὶ σκληροῦ θανάτου, τῶν ὁποίων ἰκανοποιήσας τὴν θείαν δικαιοσύνην ἀνεδείχθη καὶ τέλειος Σωτήρ.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Η κατά Θεόν σοφία, είναι το να νικάμε την εντός μας αμαρτία. Για παράδειγμα, Θεία σοφία είναι, το να μην κακιώνουμε κανένα άνθρωπο, για καμμιά αφορμή. Το να μην σκεπτόμαστε κακό για κανέναν, ακόμη και αν ο πλησίον μας σε κάτι μας έχει βλάψει, αλλά να τον συγχωρούμε πάντοτε. Θεία σοφία είναι, το να περιφρονούμε τα υλικά ωφέλη και τη χλιδή, αγαπώντας την ανιδιοτέλεια, την ολιγάρκεια στο φαγητό και στο πιοτό, το να έχουμε μέτρο σε όλα. Θεία σοφία είναι, το να αποφεύγουμε την κολακεία και να λέμε την αλήθεια, χωρίς πάθος στον καθένα. Είναι Θεία σοφία, το να αγαπάμε τους εχθρούς μας και να μην τους εκδικούμαστε, είτε με τα λόγια είτε με τις σκέψεις ή τις πράξεις μας. Το να μην μας παρασέρνουν οι σαρκικές ροπές και να αγαπάμε τους εχθρούς μας. Θεία σοφία τέλος είναι, το να μην σωρεύουμε πλούτη για τον εαυτόν μας, αλλά να δίνουμε στον φτωχό, ώστε να θησαυρίζουμε θησαυρούς ασυλήτους στον Ουρανό. 

(Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης)

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2021

Οι δοκιμασίες είναι το σπρώξιμο του Θεού…



Βασανιζόμαστε. Πέφτουμε και σηκωνόμαστε. Κάνουμε και ζούμε τα ίδια λάθη, τα ίδια πάθη, τα ίδια αδιέξοδα λιμνάζουν την ζωή μας.
Φοβάστε την αλλαγή. Δυσκολευόμαστε στην μετάνοια. Έχουμε συνηθίσει την μιζέρια.
Η αρρώστια έγινε το καταφύγιο μας. Το «θύμα» ο μεγάλος ρόλος της ζωής μας. Τότε τι κάνει ο Θεός;
Επιτρέπει την «καταστροφή» μας για να βρούμε τον εαυτό μας.
Γνωρίζει οτι μόνοι μας ποτέ δεν θα κάναμε τίποτα ώστε να αλλάξουμε εκείνα που μας αρρωσταίνουν και μας διαλύουν υπαρξιακά.
Επιτρέπει μια δοκιμασία που στην πραγματικότητα είναι ευκαιρία.
Απλά την ώρα του πόνου δεν διακρίνεται η ευεργεσία. Αυτό θα γίνει αργότερα.
Ο δρόμος για τον παράδεισο περνάει πάντα μέσα από την κόλαση. Εκεί θα πάρουμε τις κρίσιμες αποφάσεις για την ζωή μας.
Εκεί στην καταστροφή, στα συντρίμμια θα συναντήσουμε ξανά τον εαυτό μας, και λαβωμένο θα τον διασώσουμε από τον θάνατο.
Ο Χριστός κατέβηκε τρεις μέρες στον άδη, στο απόλυτο σκοτάδι, γιατί ήξερε καλά ότι από εκεί θα γίνει η Ανάσταση.
Πάνω στις πληγές μας κτίζεται το αύριο.
Οι δοκιμασίες δεν είναι τίποτε άλλο από το σπρώξιμο του Θεού να ζήσουμε όλα εκείνα που ξεχάσαμε οτι είχαν αξία για μας…

http://inpantanassis.blogspot.com/

Ὅσο περισσότερο ἀνάξιο θεωροῦμε τόν ἑαυτό μας τόσο πιό ἄξιο τόν κάνει ὁ Θεός



"Αρχή του φωτισμού της ψυχής και τεκμήριο της υγείας της είναι το να βλέπει ο νους τα σφάλματά το, που είναι σαν την άμμο της θάλασσας" λέει ο όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός.
Και ο άγιος ιεράρχης του Βορονέζ, Τύχων μας προτρέπει: "Ας γνωρίσουμε τα αμαρτήματά μας. Αυτό είναι η αρχή της μετάνοιας...Ας μετανοήσουμε ας παραδεχτούμε ότι ο εαυτός μας δεν έχει καμία αξία.
Όσο περισσότερο ανάξιο θεωρούμε τον εαυτό μας τόσο πιο άξιο τον κάνει ο Θεός. που είναι αγαθός και πολυέλαιος. Τι είναι δικό μας; μόνο η αδυναμία, η φθορά, το σκοτάδι, η κακία, η αμαρτία".

Ας φυλαχτούμε από τη θανάσιμη πλάνη. Ας φοβηθούμε την αποκοπή από τον Χριστό, η οποία ακολουθεί την πλάνη. 
Ας φοβηθούμε τη βέβαιη απώλεια της σωτηρίας από την αποδοχή λογισμών απατηλών που εναντιώνονται στην πίστη. 
Η προσοχή είναι απαραίτητη ιδιαίτερα στην εποχή μας καθώς τώρα περισσότερο από κάθε άλλη φορά εξαίρονται και προβάλλονται επίμονα οι υψηλές δήθεν αρετές και η πρόοδος της πεσμένης ανθρωπότητας, προφανώς για να ελκυσοτύν όλοι στον χώρο αυτής της προόδου. 
Απεναντίας το άγιο χριστιανικό αγαθό εμπαίζεται, περιφρονείται, πολεμείται.

------------------------------------------------------------------------
Αγίου Ιγνατίου Μπριαντανίνωφ
Ασκητικές Εμπειρίες Δ΄
http://inpantanassis.blogspot.com/

Η αδύναμη πίστη



Ἡ πίστη εἶναι μιά δύναμη, πού κατοικεῖ στό νοῦ καί στή θέληση. Ὁ νοῦςφωτίζεται ἀπό οὐράνιο φῶς καί κρατάει ὅσα μᾶς ἀποκαλύπτει ὁ Θεός. Ἡθέληση πάλι παρακινεῖται κι αὐτή ἀπό τό Θεό ν᾿ ἀποδέχεται ὅσα ἀποκάλυψε στό νοῦ μέ τό φωτισμό. Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως, ἡ θέληση συχνά προστάζει μέ τή θεία πίστη τό νοῦ – ἰδιαίτερα ὅταν αὐτός σκοτιστεῖ ἀπό κάποιο πάθος – νά κρατάει σάν ἀληθινά ὅσα ἀποκαλύπτει ὁ Θεός. 
Γιατί στή θέληση, στό αὐτεξούσιο, ὑποτάσσεται κι αὐτός ἀκόμα ὁ νοῦς. Τό αὐτεξούσιο, βλέπετε, εἶναι ἰδίωμα τῆς ψυχῆς, πού τῆς δόθηκε γιά νά ὑποτάσσει ὅλες τίς ἄλλες δυνάμεις της, τό ἴδιο ὅμως νά ὑποτάσσεται μόνο στό Θεό καί τό νόμο Του, ὄχι στό κακό καί τήν ἁμαρτία. Γιατί ὁ Θεός «οὐκ ἐνετείλατο οὐδέν ἀσεβεῖν καί οὐκ ἔδωκεν ἄνεσιν οὐδενί ἁμαρτάνειν»1. Ἡ ἀδυναμία λοιπόν τῆς πίστεως γεννιέται ἀπ᾿ αὐτές τίς δυό αἰτίες:
Πρῶτα, ἐπειδή ὁ νοῦς δέν μπορεῖ νά εἰσχωρήσει βαθιά στά μυστήρια τοῦ Θεοῦ καί στά αἴτια πού μᾶς κάνουν νά τά πιστεύουμε.
Κι ἔπειτα, ἐπειδή ἡ θέληση δέν μπορεῖ νά τ᾿ ἀγαπήσει πρίν τά γνωρίσει, μιά καίπροϋπόθεση τῆς ἀγάπης εἶναι ἡ γνώση.
Γι᾿ αὐτό ὁ ἱερός Αὐγουστίνος εἶπε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ ν᾿ ἀγαπήσει τ᾿ ἀόρατα πράγματα, ὄχι ὅμως καί τά ἄγνωστα σ᾿ αὐτόν.
Ἔτσι, βλέπουμε μερικούς ἀνθρώπους, πού εἶναι πιστοί ὄχι τόσο γιατί διάλεξαν συνειδητά καί θεληματικά τή ζωή τοῦ χριστιανοῦ, ὅσο γιατί γεννήθηκαν ἀπό γονεῖς χριστιανούς. Εἶναι πιστοί γιατί ἔλαβαν τό βάπτισμα. Ὥς πρός τά ἄλλα, τόσο λίγο καταλαβαίνουν τό μεγαλεῖο τῶν μυστηρίων, τόσο λίγο γνωρίζουν τήν ὑπεροχή τῆς πίστεώς μας ἀπέναντι στίς ἄλλες θρησκεῖες καί τόσο λίγο ἀκολουθοῦν στή ζωή τους τό νόμο τοῦ Εὐαγγελίου, ὥστε μόλις πού ξεχωρίζουν ἀπό τούς ἀπίστους.
Κι ἐγώ τώρα, ρωτάω κάθε χριστιανό: Ποιός εἶσαι σύ, πού στέκεσαι ἐδῶ στήν ἐκκλησία; Ἀπό τίποτ᾿ ἄλλο δέν σέ ξεχωρίζω γιά χριστιανό, ἐκτός ἀπό τ᾿ ὄνομά σου. Γιατί ἄν σέ ρωτήσω, ποιός εἶν᾿ αὐτός ὁ Χριστός πού πιστεύεις, δέν θά ξέρεις νά μοῦ πεῖς. Κι ἔτσι φανερώνεσαι σάν ἕνας ἀκατήχητος καί ἄπιστος. Δίκαια λοιπόν μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι στίς μέρες μας λιγόστεψε ἡ πίστη πολλῶν χριστιανῶν, «ὠλιγώθησαν αἱ ἀλήθειαι ἀπό τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων»2. 
Γιατί, μολονότι λένε πώς πιστεύουν στά μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, τά πιστεύουν ὅμως μέ μιά πίστη τόσο συγκεχυμένη, τόσο χλιαρή καί ἀδύνατη, πού μποροῦμε νά ποῦμε πώς τά γνωρίζουν ὅπως ὁ τυφλός ἐκεῖνος, πού ἔβλεπε τούς ἀνθρώπους σάν δέντρα: «βλέπω τούς ἀνθρώπους ὡς δένδρα περιπατοῦντας»3.
Ἕνας Θεός γεννιέται μέσα σ᾿ ἕνα σπήλαιο καί πάνω σ᾿ ἕνα παχνί ζώων, γιά νά μᾶς διδάξει τήν καταφρόνηση τῶν προσωρινῶν ἀγαθῶν. Ἕνας Θεός ζεῖ τριαντατρία χρόνια σ᾿ ἕνα ἐργαστήρι μαραγκοῦ, δουλεύοντας τήν ξυλουργική τέχνη, γιά νά μᾶς διδάξει τήν ταπείνωση. Ἕνας Θεός περπατάει ἀνυπόδητος στίς στράτες τῆς Παλαιστίνης, γιά νά μᾶς δείξει τή στράτα τ᾿ οὐρανοῦ. Ἕνας Θεός πεθαίνει πάνω στό σταυρό, γιά ν᾿ ἀφανίσει τήν ἁμαρτία. Καί ὅλ᾿ αὐτά, τά τόσο μεγάλα καί θαυμαστά, δέν κεντοῦν τή συνείδηση οὔτε συγκλονίζουν τήν καρδιά τῶν χριστιανῶν. Γι᾿ αὐτό εἶπα πρίν καί λέω πάλι, ὅτι «ὠλιγώθησαν αἱ ἀλήθειαι ἀπό τῶν υἱῶν τῶν ἀνθρώπων».
Παρόμοια λιγόστεψε ἡ πίστη ἀπό τούς τωρινούς χριστιανούς καί στήν πράξη, στή ζωή. Γιατί ἡ πίστη πρέπει νά εἶναι ὄχι μόνο «κανών τοῦ πιστεύειν», ἀλλά καί «κανών τοῦ ποιεῖν». Συνίσταται δηλαδή ὄχι μόνο στό νά πιστεύουμε, ἀλλά καί στό νά ζοῦμε σωστά: «Ἡ πίστις χωρίς τῶν ἔργων νεκρά ἐστι»4. 
Γιατί ἐκεῖνοι πού ὁμολογοῦν τό Χριστό γιά διδάσκαλο τῆς πίστεως, τῶν μυστηρίων καί τῶν δογμάτων πού μᾶς ἀποκάλυψε, οἱ ἴδιοι δέν ἐφαρμόζουν στή ζωή τους τό νόμο Του. Κι ἐνῶ ἀκοῦνε ἀπό τό στόμα Του, ὅτι εἶναι μακάριοι ὅσοι ὑποφέρουν γιά τήν ἀγάπη Του, ὅσοι ταπεινώνονται, ὅσοι ἀποστατοῦν ἀπ᾿ αὐτές τίς ἐντολές καί τίς ἄλλες θεῖες διδασκαλίες, λέγοντας μέσα τους: “Σωστά εἶν᾿ ὅλα αὐτά γιά τό Θεό, ὄχι ὅμως γιά τόν κόσμο”. Καί ἔτσι νομίζουν, οἱ ταλαίπωροι, ὅτι δικαιολογοῦνται μπροστά στό κριτήριο τῆς σοφίας Θεοῦ. 
Ἡ πίστη τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν εἶναι σάν τό λιθάργυρο, πού μοιάζει μέ τό χρυσάφι σέ ὅλα ἐκτός ἀπό τήν ἀντοχή στή φωτιά. Γιατί ὅταν τό χρυσάφι μπεῖ στήν φωτιά, δέν λιώνει εὔκολα. Ὁ λιθάργυρος ὅμως λιώνει γρήγορα καί χωνεύεται. Ἔτσι κι αὐτοί, ἀκολουθοῦν τό Χριστό ὅσο αὐτός δέν εἶναι ἀντίθετος στά πάθη τους. Ὅταν ὅμως τούς προστάξει νά πολεμήσουν τά πάθη τους καί νά τά νικήσουν, ἀμέσως ἀρνοῦνται τή θεία Του διδασκαλία καί «στρέφουν εἰς τά ὀπίσω».
Ἀπό τήν ἀδύναμη πίστη προέρχονται δυό ἀλληλένδετα καί φοβερά πνευματικά κακά: ἡ ὑποχώρηση τῆς ἀρετῆς καί ἡ αὔξηση κάθε κακίας.
Ἄς δοῦμε πρῶτα πῶς ὑποχωρεῖ ἡ ἀρετή.
Ἀπό τούς τωρινούς χριστιανούς, γιά τήν ἀδυναμία τῆς πίστεώς τους, λείπει ὁ πλοῦτος ἐκεῖνος τῆς ἀρετῆς, πού ἄκμαζε καί αὐξανόταν στούς πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες. Τότε ἡ ἀγάπη στό Θεό ἦταν τόσο φλογερή, ὥστε, κατά τή μαρτυρία τοῦ Τερτυλλιανοῦ, δέν βρισκόταν τόσοι δήμιοι, ὅσοι χρειάζονταν, γιά νά θανατώσουν ὅλους τούς χριστιανούς, πού παραδίνονταν θεληματικά στό μαρτύριο. Καί ἡ ἀγάπη στόν πλησίον ἦταν τόσο θερμή στούς χριστιανούς ἐκείνους, πού, ὅπως διηγεῖται ὁ ἅγιος Κλήμης, πολλοί, ἀφοῦ πουλοῦσαν ὅ,τι εἶχαν καί τό ἔδιναν ἐλεημοσύνη, στό τέλος πουλοῦσαν δοῦλο καί τόν ἴδιο τους τόν ἑαυτό, γιά νά δώσουν στούς φτωχούς τό ἀντίτιμο!
Μπορεῖς νά συγκρίνεις τώρα τήν πίστη τῶν πρώτων χριστιανῶν μέ τήν πίστη τῶν τωρινῶν;
Δέν συγκρίνεται… Καί νά γιατί: Ἄν κόψεις τά κλαδιά ἑνός δένδρου, ξαναβλασταίνουν πάλι πιό δυνατά. Ἄν ὅμως κόψεις ἤ ἀδυνατίσεις τή ρίζα, ἀμέσως μαραίνονται ὅλα τά κλαδιά. Ὅπως λοιπόν εἶναι ἡ ρίζα σ᾿ ἕνα δένδρο, ἔτσι εἶναι καί ἡ πίστη στήν ψυχή. Ἐκείνη εἶναι πού τήν τρέφει, τή μεγαλώνει τήν κάνει νά δίνει καρπό. Ἔτσι, ἄν ζεῖ ὁ χριστιανός, ζεῖ μέ τήν πίστη, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος: «ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται»5. 
Καί ὁ ἅδης ἀκόμα νά ὁρμήσει πάνω στόν πιστό, αὐτός θά τά βγάλει πέρα. Μέ ρίζα τήν πίστη ὁ ἄνθρωπος ἀποκτάει ὅλα τά πνευματικά ἀγαθά, γιατί προσθέτει «ἐν τῇ πίστει τήν ἀρετήν, ἐν δέ τῇ ἀρετῇ τήν γνῶσιν, ἐν δέ τῇ γνώσει τήν ἐγκράτειαν, ἐν δέ τῇ ἐγκρατείᾳ τήν ὑπομονήν, ἐν δέ τῇ ὑπομονῇ τήν εὐσέβειαν, ἐν δέ τῇ εὐσεβείᾳ τήν φιλαδελφίαν, ἐν δέ τῇ φιλαδελφίᾳ τήν ἀγάπην»6. 
Ἄν ὅμως κόψει ἤ ἀδυνατίσει τή ρίζα τῆς πίστεως, ἀμέσως μαραίνονται ὅλες οἱ ἀρετές καί χάνονται ὄχι μόνο οἱ καρποί, δηλαδή ἡ ἐσωτερική ψυχική του καλλιέργεια, μά καί τά φύλλα ἀκόμα, δηλαδή ἡ ἐξωτερική καλή συμπεριφορά του.
Ἀλλά τώρα, ἀφοῦ εἴδαμε πῶς φεύγουν οἱ ἀρετές, ἄς ἐξετάσουμε καί πῶς αὐξάνονται οἱ κακίες ἀπό τήν ἀδυναμία τῆς πίστεως.
Ὅταν ὁ ἀπόστολος Πέτρος, περπατώνας στή θάλασσα, ἄρχισε νά βυθίζεται, ἀπέδωσε τήν αἰτία στόν ἄνεμο πού φυσοῦσε: «Βλέπων δέ τόν ἄνεμον ἰσχυρόν ἐφοβήθη». Ὁ Κύριος ὅμως ἀπέδωσε τήν αἰτία στήν ὀλιγοπιστία του: «Ὀλιγόπιστε, εἰς τί ἐδίστασας;»7. Ἔτσι καί οἱ χριστιανοί ἀποδίδουν τήν αἰτία τῶν κακῶν ἔργων τους καί τῆς κακῆς ζωῆς τους εἴτε σέ κάποιο πειρασμό εἴτε στήν ἀδυναμία τους. 
Ἡ ἀληθινή ὅμως αἰτία εἶναι ἡ ἀσθενική τους πίστη. Χωρίς αὐτήν ἀσφαλῶς ὁ διάβολος δέν θά μποροῦσε νά τούς ὑποδουλώσει στή φοβερή σκλαβιά τῆς ἁμαρτίας, ὅπως κάνει τώρα εὔκολα. Ἕνα γεράκι, καμωμένο ἀπό τό Θεό γιά νά πετάει στόν ἀνοιχτό κι ἐλεύθερο ἀέρα, ἐξοπλισμένο μέ ἰσχυρότατα νύχια καί μύτη καί φυσική δύναμη, πῶς εἶναι δυνατό νά μένει ἥσυχο, ὅταν τό ἔχουν αἰχμαλωτίσει καί δέσει σ᾿ ἕνα παλούκι, καί νά κάθεται μέ ὑποταγή μέσα στά δεσμά, μή δοκιμάζοντας κάν νά τά κόψει; Καί ἕνας χριστιανός, ἀντίστοιχα, πού γνωρίζει πώς ἡ ἁμαρτία εἶναι ἐξύβριση τοῦ Θεοῦ, καί γι᾿ αὐτό τό χειρότερο ἀπ᾿ ὅλα τά κακά, ἕνας χριστιανός πού ὁμολογεῖ ὅτι ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς σταυρώθηκε γιά νά θανατώσει τήν ἁμαρτία, πῶς εἶναι δυνατό ν᾿ ἁμαρτήσει;
Πολλοί χριστιανοί νομίζουν πώς ἡ ἁμαρτία εἶναι μιά νεανική ἐπιπολαιότητα, μιά παιδιάστικη ἀφέλεια, μιά συγγνωστή ἀδυναμία, ἕνα μικρό κακό. Καί ὄχι μόνο τή θεωροῦν μικρό κακό, ἀλλά συχνά παίζουν καίδιασκεδάζουν μ᾿ αὐτή. Μερικοί μάλιστα καί καυχιῶνται γιά τίς αἰσχρές ἁμαρτίες πού κάνουν. Ἀλλά «ἕως πότε ἁμαρτωλοί καυχήσονται, φθέγξονται καί λαλήσουσιν ἀδικίαν;»8.
Ἄλλοι πάλι δέν φτάνουν βάβαια στό σημεῖο νά καυχιῶνται γιά τίς ἁμαρτίες τους, ὅμως δέν τίς φοβοῦνται καί δέν ἐλέγχονται γι᾿ αὐτές. Ἁμαρτάνουν, καί ἡ καρδιά τους εἶναι εἰρηνική. Ἡ συνείδησή τους εἶναι ἥσυχη. Καί προσθέτουν τή μιά ἁμαρτία πάνω στήν ἄλλη. Κι ὅταν ἔρθει καμιά μεγάλη γιορτή, τό Πάσχα ἤ τά Χριστούγεννα, ἴσως πᾶνε νά ἐξομολογηθοῦν. Μά καί τότε ἡ ἐξομολόγησή τους εἶναι τυπική καί λειψή.
Ἀλλοίμονο! Αὐτά εἶναι τά «τέκνα τοῦ φωτός», ὅπως ὀνομάζει ὁ Ἀπόστολος τούς χριστιανούς;
Αὐτοί εἶναι οἱ μαθητές τοῦ Θεανθρώπου Ἰησοῦ;
Αὐτοί εἶναι οἱ ἀπόγονοι τῶν ἅγίων;
Ἀπό ποῦ ὅμως προέρχονται ὅλ᾿ αὐτά; Ἀπό τήν ἀδύναμη πίστη. Πλησιάσαμε, φαίνεται, στούς χαλεπούς ἐκείνους καιρούς, γιά τούς ὁποίους εἶπε ὁ Κύριος: «Ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐλθών ἆρα εὑρήσει τήν πίστιν ἐπί τῆς γῆς;»9.
Μετά ἀπ᾿ ὅλα αὐτά ὅμως, γεννιέται τό ἐρώτημα: Δέν ὑπάρχει ἄραγε γιατριά σ᾿ αὐτό τό τόσο φοβερό κακό;
Ναί, ὑπάρχει. Φτάνει νά τήν ἐπιζητήσει ὁ ἴδιος ὁ ἄνθρωπος πού ἔχει ἀδύναμη πίστη.
Καί τί πρέπει νά κάνει;
Πρῶτα-πρῶτα, νά ζητάει θερμά ἀπό τό Θεό, μέ τήν προσευχή, τήν ἐνίσχυση τῆς πίστεώς του. Αὐτό ἔκαναν ἀκόμα καί οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι: «Πρόσθες ἡμῖν πίστιν»10. Καί ὁ προφήτης Δαβίδ, μολονότι ἦταν φωτισμένος ἀπό τό Θεό, συνεχῶς Τόν παρακαλοῦσε, «φώτισον τούς ὀφθαλμούς μου»11, «Κύριε ὁ Θεός μου, φωτιεῖς τό σκότος μου»12, «ἐξαπόστειλον τό φῶς σου καί τήν ἀλήθειάν σου»13. Παρόμοια καί κάθε ἄνθρωπος, μέ ὑπομονή καί ἐλπίδα νά ζητάει ἀδιάλειπτα τό φωτισμό τοῦ Θεοῦ, «ὅς ἐρρύσατο ἡμᾶς ἐκ τῆς ἐξουσίας τοῦ σκότους»14, κι Αὐτός θά τοῦ ἀποκαλύψει τίς ὑπέρλογες ἀλήθειες τῆς πίστεως.
Ἔπειτα, ἀπαραίτητη εἶναι ἡ προσεκτική μελέτη τῶν βιβλίων, πού ἐκθέτουν καί ἑρμηνεύουν, ὅσο εἶναι δυνατό, τά μυστήρια τῆς πίστεως – τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τῶν Πατερικῶν ἔργων, τῶν Ὀρθοδόξων Ἀπολογητικῶν καί ψυχωφελῶν συγγραμμάτων γενικά. Ὁ σοφός Σειράχ προτρέπει σχετικά: «Διανοοῦ ἐν τοῖς προστάγμασι Κυρίου, καί ἐν ταῖς ἐντολαῖς αὐτοῦ μελέτα διαπαντός· αὐτός στηριεῖ τήν καρδίαν σου, καί ἡ ἐπιθυμία τῆς σοφίας σου δοθήσεταί σοι» (6 : 37).
Γιά τά βιβλία πού θά διαβάζει ὁ καθένας, καλό εἶναι νά συμβουλεύεται τόν πνευματικό του. Ἔτσι θ᾿ ἀποφύγει τή σύγχυση, τήν πλάνη ἤ τήν αἵρεση, πού συχνά κρύβεται ὕπουλα μέσα σέ ὀρθόδοξα τάχα βιβλία.
Μετά ἀπ᾿ αὐτά, ἡ αὔξηση τῆς πίστεως ἀνήκει στό ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ, πού παρέχεται στόν καθένα ἀνάλογα μέ τήν ἀγαθή προαίρεση καί τήν ταπείνωσή του.

Σταχυολόγηση καί διασκευή κειμένου ἀπό τά “Πνευματικά Γυμνάσματα” τοῦ ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
______________________
1 Σόφ. Σειρ. 15 : 20. 2 Ψαλμ. 11 : 1. 3 Μαρκ. Η΄ : 24. 4 Ἰακ. Β΄ :26. 5 Ρωμ. Α΄ : 17. 6 Β΄ Πέτρ. Α΄ : 5 – 7. 7 Ματθ. Ιδ΄ : 30 – 31. 8 Ψαλμ. 93 : 3 – 4. 9 Λουκ. Ιη΄ : 8. 10 Λουκ. Ιζ΄ : 5. 11 Ψαλμ. 12 : 4. 12 Ψαλμ. 17 : 29. 13 Ψαλμ. 42 : 3. 14 Κολ. Α΄ : 13.

(Ἀπό τό βιβλίο: «ΜΑΘΗΤΕΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΔΗΜΟ», 
Ἐκδόσεις: Ι.Μ. Παρακλήτου Ὠρωπός Ἀττικῆς)
http://inpantanassis.blogspot.com/