Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

Ἀπό τό ἡμερολόγιο Σεφέρη (28-10-1940)



Σεφέρης Γιῶργος

Δευτέρα 28.
Κοιμήθηκα δυὸ τὸ πρωί, διαβάζοντας Μακρυγιάννη. Στὶς τρεῖς καὶ μισὴ μία φωνὴ μέσα ἀπὸ τὸ τηλέφωνο μὲ ξύπνησε: «ἔχουμε πόλεμο». Τίποτε ἄλλο, ὁ κόσμος εἶχε ἀλλάξει. Ἡ αὐγή, ποὺ λίγο ἀργότερα εἶδα νὰ χαράζει πίσω ἀπὸ τὸν Ὑμηττό, ἦταν ἄλλη αὐγή: ἄγνωστη. Περιμένει ἀκόμη ἐκεῖ ποὺ τὴν ἄφησα. Δὲν ξέρω πόσο θὰ περιμένει, ἀλλὰ ξέρω πὼς θὰ φέρει τὸ μεγάλο μεσημέρι. Ντύθηκα κι ἔφυγα ἀμέσως.
Στὸ Ὑπουργεῖο Τύπου δυό-τρεῖς ὑπάλληλοι. Ὁ Γκράτσι εἶχε δεῖ τὸν Μεταξᾶ στὶς τρεῖς. Τοῦ ἔδωσε μία νότα καὶ τοῦ εἶπε πὼς στὶς 6 τὰ ἰταλικὰ στρατεύματα θὰ προχωρήσουν. Ὁ πρόεδρος τοῦ ἀποκρίθηκε πὼς αὐτὸ ἰσοδυναμεῖ μὲ κήρυξη πολέμου, καὶ ὅταν ἔφυγε κάλεσε τὸν πρέσβη τῆς Ἀγγλίας. Ἀμέσως μετὰ τὸν Νικολούδη στὸ Ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν. Ὁ πρόεδρος ἦταν μέσα μὲ τὸν πρέσβη τῆς Τουρκίας.
Στὸ γραφεῖο τοῦ Μαυρουδῆ, ὁ Μελᾶς ἔγραφε σπασμωδικὰ ἕνα τηλεγράφημα. Ὁ Μαυρουδῆς μέσα στὸ παλτό του σὰν ἕνα μικρὸ σακούλι. Διάβασα τὴ νότα τοῦ Γκράτσι. Ὁ Γάφος κι ὁ Παπαδάκης τηλεφωνοῦσαν. Καθὼς ἑτοίμαζα τὸ τηλεγράφημα τοῦ Ἀθηναϊκοῦ πρακτορείου, μπῆκε ὁ Τοῦρκος πρέσβης γιὰ νὰ ἰδεῖ τὴ νότα καὶ σὲ λίγο ὁ πρόεδρος μὲ ὄψη πολὺ ζωντανή.
Ἔπειτα ἄρχισαν νὰ φτάνουν οἱ ὑπουργοί, χλωμοὶ περισσότερο ἢ λιγότερο, καθένας κατὰ τὴν κράση του. Τὸ ὑπουργικὸ συμβούλιο κράτησε λίγο. Ὁ Μεταξᾶς πῆγε ἀμέσως στὸ γραφεῖο του κι ἔγραψε τὸ διάγγελμα στὸ λαό. Τὸ πήραμε καὶ γυρίσαμε στὸ ὑπουργεῖο τύπου. Μέσα ἀπὸ τὰ τζάμια τοῦ αὐτοκινήτου, ἡ αὐγὴ μ᾿ ἕνα παράξενο μυστήριο χυμένο στὸ πρόσωπό της.
Ἔγραψα μαζὶ μὲ τὸ Νικολούδη τὸ διάγγελμα τοῦ βασιλιᾶ. Καμιὰ δακτυλογράφος ἀκόμη. Πῆγα σπίτι μιὰ στιγμὴ καὶ τὸ χτύπησα στὴ γραφομηχανή μου. Ἡ Μάρω μοῦ εἶχε ἑτοιμάσει καφέ. Γύρισα στὸ Ὑπουργεῖο καθὼς σφύριζαν οἱ σειρῆνες. Στὴ γωνία Κυδαθηναίων μιὰ φτωχὴ γυναίκα μὲ μιὰ ὑστερικὴ σύσπαση στὸ πρόσωπο. Τώρα ὅλοι μαζεμένοι στὰ ὑπόγεια τῆς «Μεγάλης Βρετανίας».
Ὁ βασιλιὰς μὲ ὕφος νέου ἀξιωματικοῦ. Ὑπόγραψε τὸ διάγγελμά του καὶ φύγαμε. Τηλεφώνησα στὸ τηλεγραφεῖο νὰ σταματήσουν τὰ τηλεγραφήματα καὶ τῶν Γερμανῶν ἀνταποκριτῶν. Οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖ εἶναι ἀκόμη οὐδέτεροι. Δὲν μποροῦν νὰ πιστέψουν τὴ φωνή μου:-εἶστε βέβαιος; καὶ τῶν Γερμανῶν; -Καὶ τῶν Γερμανῶν εἶπα. -Τί δικαιολογία νὰ δώσουμε; Δὲν ἔχω καιρὸ γιὰ συζητήσεις: -Πέστε τους πὼς τώρα εἶναι χαλασμένα τὰ σύρματα μὲ τὸ Βερολίνο, κι ἂν φωνάζουν πολὺ στεῖλτε τους σ᾿ ἐμένα. Πῆρα καὶ ἔδωσα τὸ πρῶτο πολεμικὸ ἀνακοινωθέν μας καὶ κατέβηκα στοὺς δρόμους γιὰ νὰ ἰδῶ τὰ πρόσωπα. Τὸ πλῆθος ἔσπαζε τὰ τζάμια τῶν γραφείων τῆς «Ἄλα Λιτόρια».

https://www.agiazoni.gr/

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ 28η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940



Όταν την 6η πρωινή της 28ης Οκτωβρίου 1940 οι σειρήνες της αντιαεροπορικής άμυνας ξύπνησαν την Αθήνα, παρόλο που κανείς δεν γνώριζε τί είχε προηγηθεί τις τρεις προηγούμενες ώρες στην οικία του Πρωθυπουργού, ούτε τις αποφάσεις του Υπουργικού συμβουλίου, ο κόσμος ξεχύθηκε στους δρόμους λες και περίμενε εκείνη ακριβώς τη στιγμή για να βροντοφωνάξει το ιστορικό “ΟΧΙ”, σαν μια καθολική επιλογή, η οποία δεν μπορούσε να είναι διαφορετική. 
Κι αντίθετα από τα όσα επιτάσσει ίσως η κοινή λογική ενώπιον μιας δύναμης ισχυρής τόσο σε αριθμό όσο και σε δύναμη σαν την Ιταλία, αντί να επικρατεί ανησυχία και φόβος, μια διάθεση ευφορίας αναμεμειγμένη με υπερηφάνεια, λεβεντιά και ανδρεία, πλήρωσε ολόκληρο τον Ελληνισμό με την πεποίθηση ότι καλείται να προστατέψει τα τρεις χιλιάδες και πλέον έτη της ιστορίας του.
Την εξέλιξη της αναμετρήσεως μπορούσε κανείς εύκολα να την μαντέψει, με δεδομένη την αμαχητί ή έπειτα από ολιγοήμερη αντίσταση παράδοση των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών στις δυνάμεις του Άξονα. 
Το ελληνικό πάλι “ΟΧΙ” ξάφνιασε ως κεραυνός εν αιθρία, πεισμώνοντας τους επιτιθέμενους και γεμίζοντας ενθουσιασμό και ελπίδα όχι μόνο χώρες φίλα προσκείμενες προς την Ελλάδα αλλά και αυτή τη γείτονα, καθότι σύσσωμος ο τουρκικός τύπος πανηγύριζε με συνθήματα όπως “Ζήτω η Ελλάς” (εφ. Ιδκάμ, 29/10/1940).
Για μας πάλι, η συγκεκριμένη στάση ήταν φυσική απόρροια της ιστορίας και της ιδιοσυγκρασίας μας. Γράφει ο Γεώργιος Βλάχος στην “Καθημερινή" της 29ης Οκτωβρίου 1940:
«Αλλά διατί πριν εδώ κινηθή προς τον πρωθυπουργικόν οίκον ο φαιδρότατος αντιπρόσωπός των και κινηθή εκεί εις την Ήπειρον ο στρατός των, δεν έρριπτον εν πρόχειρον βλέμμα εις την Ελληνικήν Ιστορίαν;... 
Πότε η Ελλάς παρεδόθη αμαχητί; Πότε ενικήθη πριν ποτίση το χώμα της με την τελευταίαν ρανίδα του αίματός της; Εις ποίαν στιγμήν έκαμε λογαριασμούς των δυνάμεών της προς τας δυνάμεις του αντιπάλου της, διά να μάθη έπειτα αν έχη την δυνατότητα να υπερασπίση την τιμήν της; Κράτος μικρόν με ιστορίαν μεγίστην, μήτηρ θηλάσασα την υφήλιον, φάρος λαμπροτάτου φωτός, η Ελλάς, καταυγάσασα τους αιώνας, έδωσεν εις όλην την ανθρωπότητα όχι μόνον την ζωήν, το φως, τον πολιτισμόν, τα γράμματα και τας τέχνας, αλλά και το παράδειγμα της αυτοθυσίας και του ηρωισμού, την Σαλαμίνα, τας Θερμοπύλας, το Ζάλογγον, το Σούλι, το Μεσολόγγι... 
Κληρονόμοι πλούτου τόσον μεγάλου, βαρείς από τον φόρτον τόσων θρύλων και τόσων παραδόσεων, πώς μας εφαντάσθησαν τώρα κύπτοντας εμπρός εις τα κατάστιχα των πετρελαίων και της βενζίνης και των μηχανοκινήτων μονάδων και αποφασίζοντας να παραδώσωμεν την ιστορίαν μας εις τους αριθμούς και εις τα πετρέλαια την τιμήν μας;»
Δεν θα αναφερθώ σε γεγονότα που σε όλους σχεδόν είναι γνωστά ως το “΄Επος του '40 ”, ούτε στην έμπρακτη συμβολή της Εκκλησίας στον άνισο αυτό αγώνα, ούτε στις θυσίες και τις εκατόμβες του απλού ελληνικού λαού. 
Αν επί πέντε μήνες η Ελλάδα πολεμούσε νικήτρια στα βουνά της Ηπείρου και απελευθέρωνε ελληνικά εδάφη, όπως το Αργυρόκαστρο, Κορυτσά, Τεπελένι κλπ.· αν στο διάστημα αυτό ο στρατός, το ναυτικό και η αεροπορία επιτέλεσαν θαύματα, εκμηδενίζοντας την αριθμητική και τεχνολογική υπεροχή του αντιπάλου· αν καθ' όλη την διάρκεια της Κατοχής η Εθνική Αντίσταση συνέχισε τον αγώνα της με άκαμπτο φρόνημα και αψηφώντας το οιοδήποτε τίμημα· όλα αυτά οφείλονται για μία ακόμη φορά στη δύναμη και τη σημασία του ηθικού παράγοντα, τον οποίο όψιμα πολλοί έχουν αρχίσει να αμφισβητούν. 
Κι όμως, ακόμα και σήμερα που οι πόλεμοι διεξάγονται με εντελώς διαφορετικά μέσα και κανόνες, τίποτα δεν μπορεί να επιτευχθεί όταν η ψυχή δεν φλογίζεται από το πάθος της θυσίας. Μιας θυσίας η οποία προϋποθέτει ιδανικά, όπως η Πατρίδα, η Πίστη, η Ιστορία.
Τα ιδανικά αυτά ποτέ δεν έλειψαν από τη ζωή μας, ωστόσο σήμερα, με δεδομένες τις δύσκολες συγκυρίες που διαδραματίζονται στον τόπο μας, φαίνεται σαν να έχουν καμφθεί, ή σαν να κοιμούνται, περιμένοντας τη στιγμή κατά την οποία θα ξεσπάσουν ενάντια σε όσους επιβουλεύονται να καταστήσουν υπόδουλο το ελληνικό έθνος και την αιματοβαμμένη του γη. 
Η αντίστασή μας, διαχρονικά, συνίσταται στην ενότητα του πνεύματος και στην ομοψυχία του λαού μας. Αυτή η δύναμη αποτέλεσε το ανυπέρβλητο εμπόδιο για τους κατακτητές του '40 τόσο κατά τη διάρκεια των ένδοξων μαχών κατά τους πρώτους μήνες, όσο και κατά την τριετή περίπου Κατοχή. Γι αυτό και αξίζει σήμερα, να παραχωρήσουμε το βήμα στους πρωταγωνιστές της Ιστορίας, ώστε να διαπιστώσουμε του λόγου το αληθές και να αντλήσουμε ελπίδα και δύναμη για το παρόν και το μέλλον της Πατρίδας μας.
Την 30ή Οκτωβρίου 1940, ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς καλεί στο Γενικό Στρατηγείο (στο ξενοδοχείο "Μεγάλη Βρεταννία") τους εκδότες και αρχισυντάκτες των εφημερίδων και "κεκλεισμένων των θυρών" τους ενημερώνει για το πώς φτάσαμε σε πολεμική αναμέτρηση με την Ιταλία, και κλείνει με τα εξής: 
«θέλω φεύγοντες από την αίθουσαν αυτήν να πάρετε μαζί σας όλην την δική μου απόλυτη βεβαιότητα, ότι θα νικήσωμεν. Εν τούτοις πρέπει να σας επαναλάβω ό,τι επισημότερον διεκήρυξα από την πρώτην στιγμήν. Η Ελλάς δεν πολεμά δια την νίκην. Πολεμά δια την Δόξαν. Και δια την τιμήν της. Έχει υποχρέωσιν προς τον εαυτόν της να μείνη αξία της ιστορίας της. [...] Αλλά υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ένας λαός οφείλει, αν θέλη να μείνη μεγάλος, να είναι ικανός να πολεμήση, έστω και χωρίς καμμίαν ελπίδα νίκης. Μόνον διότι πρέπει».
Στο διάγγελμά του, ο Βασιλιάς Γεώργιος Β' τονίζει τη σημασία της εθνικής ενότητας, της Πίστεως, και της προάσπισης των ιδανικών: 
« Κατά την μεγάλην αυτήν στιγμήν είμαι βέβαιος ότι κάθε Έλλην και κάθε Ελληνίς θα εκτελέσωσι το καθήκον των και θα φανώμεν αντάξιοι της ενδόξου ημών Ιστορίας. Με πίστην εις τον Θεόν και εις τα πεπρωμένα της φυλής, το Έθνος σύσσωμον και πειθαρχούν ως εις άνθρωπος, θα αγωνισθή υπέρ βωμών και εστιών μέχρι της τελικής Νίκης. »
Το ίδιο σθένος φανερώνει και η Ημερησία Διαταγή του στρατάρχη Αλέξανδρου Παπάγου: 
«Θα πολεμήσωμεν με πείσμα, με αδάμαστον εγκαρτέρησιν, με αμείωτον μέχρι τελευταίας πνοής ενεργητικότητα. Έχω ακράδαντον την πεποίθησιν ότι ο Ελληνικός Στρατός θα γράψει νέας λαμπράς σελίδας εις την ένδοξον ιστορίαν του Έθνους. Μην αμφιβάλλετε ότι τελικώς θα επικρατήσωμεν, με την βοήθειαν και την ευλογίαν του Θεού και τας ευχάς του Έθνους. Έλληνες αξιωματικοί και οπλίται φανήτε ήρωες».




Θα ήταν παράλειψη να μην θυμηθούμε την διακήρυξη των εξεχόντων μορφών (1) του πνευματικού βίου της εποχής εκείνης, όπως δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Νέα Ελλάς" της 10ης Νοεμβρίου 1940: 
«Είναι δύο εβδομάδες τώρα, που ένα τελεσίγραφο μοναδικό στα διπλωματικά χρονικά των Αθηνών για το περιεχόμενον, την ώρα και τον τρόπο που το παρουσίασεν, η Ιταλία κάλεσε την Ελλάδα να της παραδώση τα εδάφη της, να αρνηθή την ελευθερία της και να κατασπιλώση την τιμή της. Οι Έλληνες δώσαμε στην ιταμή αυτή αξίωσι της φασιστικής βίας, την απάντησι που επέβαλαν τριών χιλιάδων ετών παραδόσεις, χαραγμένες βαθειά στην ψυχή μας, αλλά και γραμμένες στην τελευταία γωνιά της ιερής γης με το αίμα των μεγαλυτέρων ηρώων της ανθρωπίνης ιστορίας. Και αυτή τη στιγμή κοντά στο ρεύμα του Θυάμιδος και στις χιονισμένες πλαγιές της Πίνδου και των Μακεδονικών βουνών πολεμούμε, τις περισσότερες φορές με τη λόγχη, αποφασισμένοι να νικήσουμε ή να αποθάνουμε μέχρις ενός. Σ' αυτό τον άνισο σκληρότατο αλλά πεισματώδη αγώνα, που κάνει τον λυσσασμένο επιδρομέα να ξεσπάζη κατά των γυναικών, των γερόντων και των παιδιών, να καίη, να σκοτώνη, να ακρωτηριάζη, να διαμελίζη τους πληθυσμούς στις ανοχύρωτες και άμαχες πόλεις μας και στα ειρηνικά χωριά μας, έχουμε το αίσθημα ότι δεν υπερασπιζόμαστε δική μας μόνον υπόθεσι: Ότι αγωνιζόμεθα για την σωτηρία όλων εκείνων των Υψηλών αξιών που αποτελούν τον πνευματικό και ηθικό πολιτισμό, την πολύτιμη παρακαταθήκη που κληροδότησαν στην ανθρωπότητα οι δοξασμένοι πρόγονοι και που σήμερα βλέπουμε να απειλούνται από το κύμα της βαρβαρότητος και της βίας. Ακριβώς αυτό το αίσθημα εμπνέει το θάρρος σε μας τους Έλληνες διανοουμένους, τους ανθρώπους του πνεύματος και της τέχνης, ν' απευθυνθούμε στους αδελφούς μας όλου του Κόσμου για να ζητήσουμε όχι την υλική αλλά την ηθική βοήθειά τους. Ζητούμε την εισφορά των ψυχών, την επανάστασι των συνειδήσεων, το κήρυγμα, την άμεση επίδρασι, παντού όπου είναι δυνατόν, την άγρυπνη παρακολούθησι και την ενέργεια για ένα καινούργιο πνευματικό Μαραθώνα που θα απαλλάξη τα δυναστευόμενα Έθνη από τη φοβέρα της πιο μαύρης σκλαβιάς που γνώρισε ως τώρα ο κόσμος».
Αλλά και ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος, ο οποίος κατά τον ενθρονιστήριο Λόγο του ως Μητροπολίτης Τραπεζούντος είχε χαρακτηριστικά διακηρύξει "προτιμώ ιπτάμενος ως αετός να πέσω, ή έρπων να ζήσω", όχι μόνο αρνήθηκε να ορκίσει την πρώτη κατοχική κυβέρνηση (Τσολάκογλου), αλλά συμπεριφέρθηκε με παγερή υπερηφάνεια και αγέρωχο ύφος στον Γερμανό στρατηγό Στούμμε, που τον επισκεύθηκε προκειμένου να τον μεταπείσει. 
Αυτόν τον ηρωισμό και την πίστη επέδειξε και με το μήνυμά του προς τον ελληνικό λαό, με το ξέσπασμα του πολέμου. Σας το διαβάζω:
«"Ούτοι εν άρμασι και ούτοι εν ίπποις..." (Ψαλμός ιθ', στίχος 8.)
Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά
Η Α.Μ. ο Βασιλεύς και ο Πρόεδρος της Εθνικής ημών Κυβερνήσεως καλούν ημάς πάντας ίνα αποδυθώμεν εις Άγιον υπέρ Πίστεως και Πατρίδος αμυντικόν αγώνα. 
Η Εκκλησία ευλογεί τα όπλα τα ιερά και πέποιθεν ότι τα τέκνα της Πατρίδος ευπειθή εις το κέλευσμα Αυτής και του Θεού, θα σπεύσουν εν μία ψυχή και καρδία να αγωνισθούν υπέρ βωμών και εστιών και της Ελευθερίας και τιμής, και θα συνεχίσουν ούτω την απ' αιώνων πολλών αδιάκοπον σειράν των τιμίων και ενδόξων αγώνων και θα προτιμήσουν τον ωραίον θάνατον από την άσχημον ζωήν της δουλείας. Και μη φοβούμεθα από των αποκτεινόντων το σώμα, την δε ψυχήν μη δυναμένων αποκτείναι, ας φοβούμεθα δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και σώμα απολέσαι. 
Επιρρίψωμεν επί Κύριον την μέριμναν ημών και Αυτός θα είναι βοηθός και αντιλήπτωρ εν τη αμύνη κατά της αδίκου επιθέσεως των εχθρών. Ούτοι εν άρμασι και ούτοι εν ίπποις, ημείς δε εν ονόματι Κυρίου του Θεού και εν τη γενναιότητι και ανδρεία ημών μεγαλυνθησόμεθα. 
Η Χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και πατρός είη μετά πάντων ημών».
Όσα παρατέθηκαν είναι αρκετά για να καταδείξουν τη σημασία της ενότητας του λαού μας, της πίστης στον Θεό, της υπεράσπισης των ιδανικών και της ιστορίας μας. Κράτησα για το τέλος ένα κείμενο, το οποίο εάν αλλάξουμε ελάχιστες λέξεις θα μπορούσε κάλλιστα να έχει γραφτεί μόλις χτες, μιας που το τελευταίο διάστημα έχουμε γίνει μάρτυρες μιας νέας προσπάθειας εισβολής ενάντια στην εθνική μας κυριαρχία, η οποία όμως δεν διαφέρει από όσες έχουμε ζήσει στο παρελθόν. 
Οι Πέρσες δεν ζήτησαν τίποτε άλλο από τους Έλληνες, παρά “γῆν καί ὕδωρ” · οι Ιταλοί ζήτησαν απλά την πρόσβαση στα ελληνικά λιμάνια και συγκοινωνιακά δίκτυα, οδούς και σιδηρόδρομους. Και οι δανειστές μας σήμερα ζητούν ως ανταλλάγματα την εκχώρηση της εθνικής μας κυριαρχίας και του πλούτου που κρύβει η αιματοβαμμένη γη των προγόνων μας. 
Οι θόρυβοι και οι φωνές είναι, όπως πάντα, πολλοί και συχνά αποσυντονίζουν τη σκέψη μας. Τα διλήμματα τίθενται πάντοτε σκληρά και απειλητικά. Οι συζητήσεις μπορεί να είναι πολλές, όμως η απόφαση δεν δύναται παρά να είναι μία, ανάλογα πού θα κλίνει ο ζυγός της εθνικής μας αυτοσυνειδησίας. 
Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το άρθρο του Γεωργίου Βλάχου με τίτλο “ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ!”, που δημοσιεύτηκε στην "Καθημερινή" της 4ης Νοεμβρίου 1940: 
«Λοιπόν;... Θα συνεχίσωμεν την συζήτησιν; Θα βάλωμεν κάτω έναν καφέν και θα σταθώμεν γύρω από το φλιτζάνι του οι απόλεμοι, οι άχρηστοι, οι καφενόβιοι, διά να πούμε, περί του ποιος θα νικήση και ποιος θα επικρατήσει;... Προς Θεού! θα νικήση η Ελλάς! Όλους; ΟΛΟΥΣ! ΟΛΟΝ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ! Χωρίς συλλογισμούς, χωρίς συζητήσεις, χωρίς κεφάλια τα οποία αργοκινούνται και αμφιβάλλουν, χωρίς μυαλό. Μυαλό δεν χρειάζεται. Χρειάζεται ενθουσιασμός και παραφροσύνη. Χρειάζεται θάρρος αλόγιστον και καρδιά. Με αυτό το υλικόν έγινεν ο Αγών του Εικοσιένα. Με αυτά τα όπλα νικούν οι λαοί. 
Ήρθατε να πάρετε την Ήπειρον;... ΔΕΝ ΣΑΣ ΤΗΝ ΔΙΝΟΜΕ.
Έχετε Στρατούς, έχετε Στόλους, έχετε αεροπλάνα, είσθε σαράντα πέντε εκατομμύρια και είμαστε πέντε. ΔΕΝ ΣΑΣ ΤΗΝ ΔΙΝΟΜΕ. 
Θα μας κάψετε. ΔΕΝ ΣΑΣ ΤΗΝ ΔΙΝΟΜΕ. 
Και θα προχωρήσωμεν και θα νικήσωμεν και θα σας πετάξωμεν εις την θάλασσαν. Γίνεται;... Γίνεται, δεν γίνεται, αυτό πρέπει να αισθάνεται και να βροντοφωνή η καρδιά. ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΘΑ ΓΙΝΗ. [...] 
Θάρρος λοιπόν! Ό,τι θέλομεν αληθινά, με όλην μας την δύναμιν, γίνεται. Ό,τι αποφασίσωμεν με την ψυχήν μας γίνεται. ΚΑΙ ΘΑ ΓΙΝΗ. [...] 
Όλοι μαζί! Θα αγωνισθώμεν τώρα όλοι μαζί, θα ανθέξωμεν όλοι μαζί, θα προελάσωμεν όλοι μαζί, και μίαν ευλογημένην ημέραν, όταν θα διαλαλούν την ευτυχίαν μας οι κώδωνες των σημαιοστολίστων εκκλησιών μας, θα ψάλλωμεν όλοι μαζί ΤΗ ΥΠΕΡΜΑΧΩ ΣΤΡΑΤΗΓΩ ΤΑ ΝΙΚΗΤΗΡΙΑ...»

Αρχιμ. Χερουβείμ Βελέτζα
(Εκφωνήθηκε την 27/10/2011 κατά την διάρκεια της εκδήλωσης που πραγματοποιήθηκε στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος για τον εορτασμό της 28ης Οκτωβρίου 1940)
xerouveim.blogspot

Μνήμη Ἁγίας Σκέπης τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου

 


Διαβάζουμε: «Τῇ αὕτῃ ἡμέρᾳ τὴν ἀνάμνησιν ποιούμεθα τῆς Ἁγίας Σκέπης τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας ἤτοι τοῦ ἱεροῦ αὐτῆς Μαφορίου, τοῦ ἐν τῷ σορῷ τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ τῶν Βλαχερνῶν, ὄτε ὁ Ὅσιος Ἀνδρέας ὁ διὰ Χριστὸν σαλὸς κατεῖδεν ἐφηπλωμένην αὐτὴν ἄνωθεν καὶ πάντας τοὺς εὐσεβεῖς περισκέπουσαν».
Λόγω τῶν πολλῶν θαυμάτων ἀπὸ τὴν Παναγία, ποὺ ἀνέφεραν οἱ Ἕλληνες στρατιῶτες στὸν Ἑλληνοϊταλικὸ πόλεμο τὸ 1940, ἡ Ἱερὰ Συνοδὸς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος μὲ ἀπόφασή της τὸ 1952, καθιέρωσε νὰ ἑορτάζεται ἡ Ἅγια Σκέπη τῆς Θεοτόκου ἀντὶ γιὰ τὴν 1η Ὀκτωβρίου, στὶς 28 Ὀκτωβρίου.
Ἡ ἑορτὴ τῆς Ἅγιας Σκέπης τῆς Θεοτόκου ἡ ὁποία τελοῦνταν ἀπὸ παλαιότατων χρόνων τὴν 1η Ὀκτωβρίου, ἦταν ἀνάμνηση τοῦ θαύματος τὸ ὁποῖο εἶδε ὁ Ὅσιος Ἀνδρέας. 
Κατὰ τὴ διάρκεια μιᾶς ἀγρυπνίας στὸ παρεκκλήσι τῆς «Ἅγιας Σοροῦ» τοῦ ναοῦ τῶν Βλαχερνῶν στὴν Κωνσταντινούπολη, ὁ Ὅσιος Ἀνδρέας εἶδε τὴν Θεοτόκο νὰ προχωράει ἀπὸ τὶς βασιλικὲς πύλες πρὸς τὸ θυσιαστήριο ἀνάμεσα σὲ λευκοφόρους ἅγιους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ξεχώριζαν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Πρόδρομος καὶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος.
Ὅταν ἔφθασε στὸ θυσιαστήριο γονάτισε καὶ προσευχόταν γιὰ πολλὴ ὥρα, κλαίγοντας καὶ παρακάλωντας τὸν Υἱό της γιὰ τὴν σωτήρια του κόσμου. Ὅταν ὁλοκλήρωσε τὴν δέησή της, ἔβγαλε ἀπὸ τὸ κεφάλι της τὸ ἀστραφτερὸ μαφόριο, ποὺ φοροῦσε καὶ μὲ μία κινήση τὸ ἅπλωσε σὰν σκεπὴ ἐπάνω ἀπὸ τὸ ἐκκλησίασμα. 
Ἔτσι ἁπλωμένο τὸ ἔβλεπε γιὰ ἀρκετὴ ὥρα ὁ Ὅσιος Ἀνδρέας μαζὶ μὲ τὸν Ἐπιφάνιο, ποὺ τὸν συνόδευε. Ὅσο φαινόταν ἐκεῖ ἡ Θεοτόκος, φαινόταν καὶ ἡ ἱερὴ ἐσθήτα νὰ σκορπίζει τὴ Χάρη της. Ὅταν ἐκείνη ἄρχισε νὰ ἀνεβαίνει πρὸς τὸν οὐρανό, ἄρχισε καὶ ἡ Θεία Σκέπη νὰ συστέλλεται καὶ σιγὰ – σιγὰ νὰ χάνεται. 
Τὸ ἱερὸ αὐτὸ μαφόριο ποὺ φυλασσόταν ἐκεῖ συμβόλιζε τὴν Χάρη καὶ τὴν προστασία ποὺ παρέχει ἡ Παναγία στοὺς πιστοὺς.

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



Πρὸς Κολασσαεῖς Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα 1:18-23
Ἀδελφοί, Χριστὸς ἐστιν ἡ κεφαλὴ τοῦ σώματος, τῆς Ἐκκλησίας· ὅς ἐστιν ἀρχή, πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν, ἵνα γένηται ἐν πᾶσιν αὐτὸς πρωτεύων, ὅτι ἐν αὐτῷ εὐδόκησεν πᾶν τὸ πλήρωμα κατοικῆσαι καὶ δι᾽ αὐτοῦ ἀποκαταλλάξαι τὰ πάντα εἰς αὐτόν, εἰρηνοποιήσας διὰ τοῦ αἵματος τοῦ σταυροῦ αὐτοῦ, δι᾽ αὐτοῦ εἴτε τὰ ἐπὶ τῆς γῆς εἴτε τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς. Καὶ ὑμᾶς ποτε ὄντας ἀπηλλοτριωμένους καὶ ἐχθροὺς τῇ διανοίᾳ ἐν τοῖς ἔργοις τοῖς πονηροῖς, νυνὶ δὲ ἀποκατήλλαξεν ἐν τῷ σώματι τῆς σαρκὸς αὐτοῦ διὰ τοῦ θανάτου, παραστῆσαι ὑμᾶς ἁγίους καὶ ἀμώμους καὶ ἀνεγκλήτους κατενώπιον αὐτοῦ, εἴ γε ἐπιμένετε τῇ πίστει τεθεμελιωμένοι καὶ ἑδραῖοι καὶ μὴ μετακινούμενοι ἀπὸ τῆς ἐλπίδος τοῦ Εὐαγγελίου οὗ ἠκούσατε, τοῦ κηρυχθέντος ἐν πάσῃ κτίσει τῇ ὑπὸ τὸν οὐρανόν, οὗ ἐγενόμην ἐγὼ Παῦλος διάκονος.

Νεοελληνική απόδοση:
Καὶ αὐτὸς εἶναι ἡ Κεφαλὴ τοῦ σώματος, δηλαδὴ τῆς ἐκκλησίας. Εἶναι ἡ ἀρχή, ὁ πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν, διὰ νὰ γίνῃ αὐτὸς ὁ πρῶτος εἰς ὅλα, διότι εἰς αὐτὸν εὐαρεστήθηκε νὰ κατοικήσῃ ὅλον τὸ πλήρωμα τοῦ Θεοῦ, καὶ δι’ αὐτοῦ νὰ συμφιλιώσῃ μετὰ τοῦ ἑαυτοῦ του τὰ πάντα, τόσον τὰ ἐπίγεια, ὅσον καὶ τὰ ἐπουράνια, ἀφοῦ ἔφερε τὴν εἰρήνην μὲ τὸ αἷμα τοῦ σταυροῦ του. Καὶ σεῖς κάποτε ἤσαστε ἀποξενωμένοι καὶ ἐχθρικῆς διαθέσεως, καὶ τὰ ἔργα σας ἦσαν πονηρά, ἀλλὰ τώρα ὁ Θεὸς μὲ τὸ σάρκινον σῶμα τοῦ Χριστοῦ σᾶς συμφιλίωσε διὰ τοῦ θανάτου του, διὰ νὰ σᾶς παρουσιάσῃ ἐνώπιόν του ἁγίους, χωρὶς καμμίαν κηλῖδα καὶ κατηγορίαν, ἀρκεῖ νὰ ἐξακολουθήσετε νὰ μένετε εἰς τὴν πίστιν, θεμελιωμένοι καὶ σταθεροί, χωρὶς νὰ μετακινῆσθε ἀπὸ τὴν ἐλπίδα ποὺ προσφέρεται εἰς τὸ εὐαγγέλιον τὸ ὁποῖον ἀκούσατε καὶ τὸ ὁποῖον ἐκηρύχθηκε εἰς ὅλα τὰ δημιουργήματα ὑπὸ τὸν οὐρανόν, τοῦ ὁποίου εὐαγγελίου ἐγὼ ὁ Παῦλος ἔγινα ὑπηρέτης.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

 

Ο Θεός ουδέποτε παραχωρεί να πειραστεί ο άνθρωπος παραπάνω από την δύναμή του. Η δικαιοσύνη του Θεού, δεν επιτρέπει τέτοια δοκιμασία. Η δοκιμασία είναι ανάλογη με την δύναμη και την αντίσταση. Αλλά τότε, γιατί νικήθηκε ο Αδάμ (και ο κάθε Αδάμ); Ο λόγος της ήττας, βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο∙ διότι αν και υπήρχε μέσα του η δύναμη της αντίστασης, δεν έκανε χρήση αυτής. Και ποιό ήταν το αίτιο αυτής της παράλειψης; Η αμέλεια! Η αμέλεια προς το καθήκον. Ο άνθρωπος είχε καθήκον να ανυψώνεται προς τον Θεό∙ να οδηγεί τον νου του, μόνο προς Εκείνον και όχι να αναζητά την ευχαρίστηση στις απολαύσεις των δημιουργημάτων. Η προσήλωσή του στα γήινα, επέφερε την αμέλεια του καθήκοντος προς τον Θεό και προς τον εαυτό του. Εξαιτίας της αμέλειας απομακρύνθηκε από τον Θεό, χάνοντας έτσι μεγάλο μέρος από τη Θεία δύναμη που τον ενίσχυε∙ γι' αυτό νικήθηκε και έπεσε στην αμαρτία.

 (ΆγιοςΝεκτάριος)

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2020

Σας συμβουλεύω να κατακρίνετε τα αμαρτήματά σας



Σας συμβουλεύω να κατακρίνετε τα αμαρτήματά σας και να μην ασχολείσθε με τα ξένα… Οι άγιου κατηγορούσαν τον εαυτό τους και ήσαν διστακτικοί στις κρίσεις τους για τους άλλους…
Ονόμασα τους κατηγόρους μύγες, γιατί, όπως εκείνες κάθονται πάνω στα ξένα τραύματα, έτσι και οι φιλοκατήγοροι δαγκώνουν τα ξένα αμαρτήματα, με αποτέλεσμα να μεταδίδεται και σ’ αυτούς η αρρώστια εκείνων, τους οποίους κατακρίνουν.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος
https://www.askitikon.eu/

Γίνε αόρατος… ώστε να σε βλέπει και να σε ευλογεί ο Αόρατος



“Θα στο ξαναπώ άλλη μια φορά.
Μάθε να σιωπάς. Μην αφήνεις να βλέπουν οι άλλοι τι κρατάς στα χέρια σου.
Δουλεύεις για τον Αόρατο.
Ας είναι και το έργο σου αόρατο.
Όταν σκορπίζει κανείς γύρω του ψίχουλα, μαζεύονται τα πουλιά που στέλνει ο διάβολος, λένε οι άγιοι.
Πρόσεξε την αυτοϊκανοποίηση. Γι’αυτό οι άγιοι δίνουν την συμβουλή: Να ενεργείς με διάκριση.
Βρίσκεσαι κάπου και σου προσφέρουν κάτι. Διάλεξε το μικρότερο κομμάτι.
Αν, όμως, κάποιος ή κάποιοι βλέπουν τι θα κάνεις, τότε προτίμησε ν’ακολουθήσεις τη μέση οδό που θα προκαλούσε την πιο μικρή αίσθηση στους άλλους.
Προσπάθησε, δηλαδή, με κάθε τρόπο να μένεις αφανής.
Να περνάς όσο πιο πολύ μπορείς απαρατήρητος.
Να το έχεις αυτό σαν ένα κανόνα πάντοτε.
Μη μιλάς για τον εαυτό σου, πως κοιμήθηκες, τι ονειρεύτηκες, τι σου συνέβη.
Μη λες τη γνώμη σου ευκαίρως ακαίρως χωρίς να ρωτηθείς.
Μην κάνεις λόγο για τις ανάγκες σου και τις υποθέσεις σου.
Όταν διαρκώς μιλάς γι’αυτά, τρέφεις απλούστατα τον ναρκισσισμό σου με την αυτοαπασχόλησή σου.
Μάθε να γίνεσαι αόρατος…ώστε να σε βλέπει και να σε ευλογεί Θεός.”…

Πηγή: Απόσπασμα απ΄το βιβλίο του Τ.Κολλιάντερ, «Ο δρόμος των ασκητών»
https://www.askitikon.eu/