Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2020

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ

  

Ας έχουμε κοντά μας τους Αγίους και δεν πρόκειται να μας συμβεί τρικυμία ή και αν συμβεί, γρήγορα θα έρθει καλοκαιρία και γαλήνη και απαλλαγή από τους κινδύνους. Εκείνη η χήρα στην Παλαιά Διαθήκη, επειδή φιλοξένησε Άγιο (τον Προφήτη Ηλία), είδε το θαύμα. Καταργήθηκε ο θάνατος του παιδιού της και το ξαναείδε ζωντανό. Όπου πατούν πόδια Αγίων, κανένα λυπηρό δεν πρόκειται να συμβεί... Ας φιλοξενήσουμε στα σπίτια μας τα λιοντάρια του πνεύματος (τους Αγίους) και τότε όλα τα θηρία θα τραπούν σε φυγή. Ο βρυχηθμός ενός λιονταριού δεν φυγαδεύει τα θηρία, όπως φυγαδεύουν τους δαίμονες οι προσευχές του Αγίου. 

~ Ιερός Χρυσόστομος ~

Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2020

Αρχιερατική Θεία Λειτουργία


Την ερχόμενη Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2020 στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Επανωσήφη θα τελεστεί Αρχιερατική Θεία Λειτουργία ιερουργούντος του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Αυστραλίας κ.κ. Μακαρίου.
Επίσης θα τελεστεί ιερό μνημόσυνο εις μνήμην του μακαριστού Μητροπολίτου Πέτρας και Χερρονήσου κυρού Νεκταρίου.

Εκ της Ιεράς Μονής

Οι Άγιοι πώς αγίασαν;

 

Οι Άγιοι πώς αγίασαν; Είχαν στραφεί στον εαυτόν τους και έβλεπαν μόνο τα δικά τους πάθη. Με την αυτοκριτική και την αυτομεμψία που είχαν, έπεσαν τα λέπια από τα μάτια της ψυχής τους και έφθασαν να βλέπουν καθαρά και βαθειά. Έβλεπαν τον εαυτόν τους κάτω από όλους τους ανθρώπους και όλους τους θεωρούσαν καλύτερους από τον εαυτόν τους. Τα δικά τους σφάλματα τα έβλεπαν μεγάλα και τα σφάλματα των άλλων πολύ μικρά, γιατί έβλεπαν με τα μάτια της ψυχής τους και όχι με τα γήινα μάτια. Η αγάπη με την ταπείνωση, η απλότητα και η διάκριση, είναι τα γνωρίσματα των Αγίων. Αν ο άνθρωπος βιάσει με διάκριση τον εαυτόν του να μιμηθεί την ζωή των Αγίων, αγιάζεται και αυτός. Φτάνει να ταπεινώνεται, να συναισθάνεται την αθλιότητά του και την μεγάλη του αχαριστία προς τον Θεό.

~ Άγιος Παϊσιος ο Αγιορείτης ~

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Η νηστεία, η αγρυπνία και η προσευχή από μόνες τους δεν φέρνουν τους επιθυμητούς καρπούς, γιατί αυτές δεν είναι ο σκοπός της ζωής μας, αποτελούν τα μέσα για να πετύχουμε το σκοπό.
Σκοπός της ζωής μας είναι να γίνουμε τέλειοι και άγιοι. Να αναδειχθούμε παιδιά του Θεού και κληρονόμοι της βασιλείας των ουρανών. Ας προσέξουμε μήπως, για χάρη της παρούσας ζωής, στερηθούμε τη μέλλουσα, μήπως, από τις βιοτικές φροντίδες και μέριμνες, αμελήσουμε το σκοπό της ζωής μας.
Στολίστε τις λαμπάδες σας με αρετές.
Αγωνιστείτε ν’ αποβάλλετε τα πάθη της ψυχής. Καθαρίστε την καρδιά σας από κάθε ρύπο και διατηρήστε την αγνή, για να έρθει και να κατοικήσει μέσα σας ο Κύριος, για να σας πλημμυρίσει το Άγιο Πνεύμα με τις θείες δωρεές. Παιδιά μου αγαπητά, όλη σας η ασχολία και η φροντίδα σ’ αυτά να είναι. Αυτά ν’ αποτελούν σκοπό και πόθο σας ασταμάτητο. Γι’ αυτά να προσεύχεστε στο Θεό.
Να ζητάτε καθημερινά τον Κύριο, αλλά μέσα στην καρδιά σας και όχι έξω από αυτήν. Και όταν Τον βρείτε, σταθείτε με φόβο και τρόμο, όπως τα Χερουβείμ και τα Σεραφείμ, γιατί η καρδιά σας έγινε θρόνος του Θεού. Αλλά για να βρείτε τον Κύριο, ταπεινωθείτε μέχρι το χώμα, γιατί ο Κύριος βδελύσσεται τους υπερήφανους, ενώ αγαπάει και επισκέπτεται τους ταπεινούς στην καρδιά.
Αν αγωνίζεσαι τον αγώνα τον καλό, ο Θεός θα σε ενισχύσει. Στον αγώνα εντοπίζουμε τις αδυναμίες, τις ελλείψεις και τα ελαττώματά μας. Είναι ο καθρέφτης της πνευματικής μας καταστάσεως. Όποιος δεν αγωνίστηκε, δεν γνώρισε τον εαυτό του.
Προσέχετε και τα μικρά ακόμα παραπτώματα. Αν σας συμβεί από απροσεξία κάποια αμαρτία, μην απελπιστείτε, αλλά σηκωθείτε γρήγορα και προσπέστε στο Θεό, που έχει τη δύναμη να σας ανορθώσει. Μέσα μας έχουμε αδυναμίες και πάθη και ελαττώματα βαθιά ριζωμένα, πολλά είναι και κληρονομικά. Όλα αυτά δεν κόβονται με μία σπασμωδική κίνηση ούτε με την αδημονία και τη βαρειά θλίψη, αλλά με υπομονή και επιμονή, με καρτερία, με φροντίδα και προσοχή.
Η υπερβολική λύπη κρύβει μέσα της υπερηφάνεια. Γι’ αυτό είναι βλαβερή και επικίνδυνη, και πολλές φορές παροξύνεται από το διάβολο, για ν’ ανακόψει την πορεία του αγωνιστή.
Ο δρόμος που οδηγεί στην τελειότητα είναι μακρύς. Εύχεστε στο Θεό να σας δυναμώνει. Να αντιμετωπίζετε με υπομονή τις πτώσεις σας και, αφού γρήγορα σηκωθείτε, να τρέχετε και να μη στέκεστε, σαν τα παιδιά, στον τόπο που πέσατε, κλαίγοντας και θρηνώντας απαρηγόρητα.
Αγρυπνείτε και προσεύχεστε, για να μην μπείτε σε πειρασμό. Μην απελπίζεστε, αν πέφτετε συνέχεια σε παλιές αμαρτίες. Πολλές απ’ αυτές είναι και από τη φύση τους ισχυρές και από τη συνήθεια. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, και με την επιμέλεια νικιούνται. Τίποτα να μη σας απελπίζει.

Άγιος Νεκτάριος

Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2020

Η υπομονή του Ιερέα κι η παρηγορία του Αγίου Πνεύματος



Γνώρισα έναν υπέργηρο ιερέα με 70 χρόνια στην ιεροσύνη. Χή­ρεψε από πολύ νωρίς, υστέρα από 12 χρόνια γάμου.
Από την έγγα­μη του ζωή απέκτησε 7 παιδιά, τα οποία μεγάλωσε με πολύ μεγάλο κόπο, χωρίς να βάλη άνθρωπο στο σπίτι του ούτε συγγενή για να βοηθήσει στη μαρτυρική ανατροφή τους. Ταυτόχρονα έπρεπε να αντιμετωπίζει όλα τα προβλήματα πού έχει μια ενορία με την πληθώρα των λειτουργικών και ποιμαντικών καθηκόντων.
Παράλληλα έπρεπε να αντιμετωπίζει με ηθική αξιοπρέπεια και το οξύ πρόβλημα της προσωπικής του χηρείας, διότι ήταν νέος στην ηλικία άνθρωπος. Έτσι είχε βαθύτατο πόνο στην καρδιά, πού τον έβγαζε πολλές φορές όταν λειτουργούσε.
Τα χρόνια κυλούσαν… κάποια όμως Κυριακή μηνός Ιουλίου, καθ’ όν χρόνον λειτουργούσε και είχε φθάσει στον Χερουβικό ύμνο, τη στιγμή πού έκλινε το κεφαλάκι του και άρχισε να διαβάζει την ευ­χή, πού ανήκει αποκλειστικά και μόνο στον λειτουργό ιερέα: 
«Ου­δείς άξιος των συνδεδεμένων ταίς σαρκικαίς επιθυμίαις και ηδοναίς…» εντελώς απροσδόκητα άστραψε ο τόπος σαν να έγινε ένας δυνατός σεισμός, του οποίου ή φωτοπλημμύρα εξαφάνισε τα πάντα γύρω του: την κόγχη, τους τοίχους του αγίου Βήματος και όλον τον Ναό.
Κατακλύσθηκε από τόσο υπερκόσμιο φως, πού δεν μπορούσε πλέον να το δη και έκλεισε τα μάτια του, πέφτοντας συγχρόνως στα γόνατα μπροστά στην αγία Τράπεζα. Δεν μιλούσε. Βουβάθηκε και δεν μπορούσε να άνοιξη πλέον τα μάτια του από την εκτυφλωτική λαμπρότητα αυτού του φωτός των χιλίων ήλιων…
Ψυχοσωματικά όμως μου δώρισε τόση γαλήνη, τόση ειρήνη και τόση θεία ευφροσύνη, πού την απολάμβανε κάθε κύτταρο της υπάρξεως μου…Πολλά συναισθήματα ουράνια και πέρα από κάθε λογική πλημμύρισαν την ψυχή μου, την καρδιά μου, το είναι μου, όλες μου τις αισθήσεις, όλους τους πόρους του σώματος μου, μέχρι και στα κόκαλα μου εισήλθε ή υπέρλογη αυτή ειρήνη και μακαριότητα, πού δεν ήθελα άλλο να ζήσω, αλλά να πεθάνω μέσα σε αυτή την ακατάληπτη ευτυχία πού ζούσα.
Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε…και να πού όλα πέρασαν, έφυγαν κι εγώ ήμουν ακόμη γονατιστός μπροστά στην αγία Τράπεζα, εκστατικός και τρισευτυχισμένος! Σαν αστραπή πέρασε ένας λο­γισμός και μου είπε: «Ένα λεπτό ακόμη και θα πέθαινες.. Η θεία μακαριότητα της Τριαδικής Βασιλείας του Θεού δεν βαστάζεται α­πό το ανθρώπινο σαρκίον» και τότε σηκώθηκα κατασυγκινημένος. 
Άλλωστε έξω ο ιερο­ψάλτης είχε τελειώσει το Χερουβικό. Τελείωσα την ευχή, θυμιάτι­σα και με φόβο, συντριβή και συγκίνηση πολλή έκανα την Μεγάλη Είσοδο. Τα βήματα μου όχι σταθερά, αλλά και ή εκφώνησης «Πάντων η­μών μνησθείη Κύριος ο Θεός…» ήταν σαν την κραυγή του ληστού πά­νω στο σταυρό ».
Τόσο δυνατή, συντετριμμένη και ικετευτική ήταν ή κραυγή του λειτουργού αυτού ιερέως, αλλά και τόση συγχρόνως ή έκφρασης της μεγάλης του ευγνωμοσύνης. Από τότε δόξαζε τον Θεό: και για τη χηρεία του και για τα ορφανά παιδιά του και για την ανθρώπινη μοναξιά και για τις αρρώστιες και για τα βάσανα και για τις ιερατικές του ταλαιπωρίες και για κάθε θλίψη της ζωής του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: ΠΑΤΗΡ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΠΙΣΤΕΩΣ
http://inpantanassis.blogspot.com/

Ο βράχος



Κρέμασε στον ώμο του το δισάκι ο Μωυσής. Πηδώντας με μεγάλες δρασκελιές τις πέτρες και τα βράχια άρχισε να σκαρφαλώνει στο βουνό. Δύο, τρία πέντε λεπτά και η λιγνή φιγούρα του ξεχώρισε στο πιο ψηλό σημείο, ανάμεσα ουρανού και γης.
Σταμάτησε. Γύρισε το κεφάλι το καλογεράκι. Ο γέροντάς του, ο ξακουσμένος για την αρετή του Ιωάννης, στεκότανε στ’ άνοιγμα της σπηλιάς του και τον κοίταζε. Σήκωσε ο γέροντας το χέρι και τον ευλόγησε. Έσκυψε ο νέος το κεφάλι. Δυο βήματα και χάθηκε πίσ’ από το βουνό.
Μέρες τώρα κάνει ο Μωυσής τον ίδιο δρόμο. Φεύγει μ’ άδειο το δισάκι του και γυρνά νωρίς τ’ απομεσήμερο μ’ ένα σακούλι μπρος στο στήθος κι ένα πίσω στην πλάτη γεμάτο χώμα. Βαλθήκανε να κάνουνε ένα μικρό περιβολάκι για να φυτέψουνε δυο τρία λάχανα,. εκεί μπρος στη σπηλιά τους, κι είχαν ανάγκη από χώμα. Πού χώμα στην έρημό τους, του Θολά!
Ψάξε, ψάξε ο Μωυσής βρήκε ένα τόπο. Ανάμεσα σε άγριες πέτρες και βράχια αν έσκαβες προσεχτικά μάζευες με τις χούφτες σου κάμποσο χώμα. Έφευγε, λοιπόν, κάθε πρωί μετά τις προσευχές του και τραβούσε γρήγορα για το μέρος με το χώμα.
Ο ήλιος γρήγορα λαμπαδιάζει στα μέρη εκείνα. Απ’ το πρωί αρχίζει κιόλας να τσουρουφλίζει τη γη, τις πέτρες και του Μωυσή το κεφάλι. Μα, τούτος τραβά γρήγορα. Έχει το σκοπό του…
Φτάνει στον τόπο με το χώμα. Σηκώνει ως τη μέση το ρούχο του, μαζεύει τα μανίκια ως τον αγκώνα και σκύβει με λαχτάρα. Πρώτα σηκώνει πέτρες, μετά κουνάει μικρούς βράχους κι ύστερα μ’ ένα μυτερό λιθάρι πιάνει και ξύνει την ξεροψημένη γη. Μαζεύει μικρές, μικρές τουφίτσες το χώμα, κι έπειτα προσεχτικά γεμίζει το δισάκι, μ’ ευλάβεια, θα πεις, μην τύχει και ξεφύγει μεσ’ απ’ τα δάχτυλά κανένας κόκκος και πάει χαμένος.
Έτσι δουλεύει το καλογερόπαιδο. Ώρες, κάτω από τον ήλιο της ερήμου του Σινά. Ψήνεται η κορφή του απ’ την κάψα. Μα ποιος το λογαριάζει; Θα ‘ναι χαρούμενος ο γέροντάς του και σε δυο τρεις φορές ακόμα θα έχουν έτοιμη τη γη για το κηπάκι τους.
Γεμίσανε τα δυο σακούλια του. Με προσοχή τα φορτώνεται ο Μωυσής και παίρνει το δρόμο, να γυρίσει στη σπηλιά τους. Μες στο λιοπύρι, χωρίς νερό, τόση δουλειά ως το μεσημέρι κι είν’ το περπάτημα του νέου πιο αργό, βαρύ, προσεχτικό.
Στο δρόμο του βρίσκει ένα μεγάλο βράχο. Εκεί σταματάει κάθε φορά να πάρει ανάσα. Φτάνει και ξεφορτώνεται. Ξαπλώνει κάτω απ’ τη σκιά του βράχου κι είναι σαν βασιλιάς, μες στη δροσιά, ο Μωυσής.
«Κύριε ελέησον!» ψιθυρίζει και κλείνει τα μάτια. Καλό είναι να κοιμηθεί λίγα λεπτά, να ξαποστάσει.
Μες στη σπηλιά, έγειρ’ ο γέροντας Ιωάννης ‘κει στη γωνιά να κλέψει λίγον ύπνο. Ολονυχτίς προσεύχεται ο άγιος άνθρωπος για των ανθρώπων τη σωτηρία. Κι εκεί που κλείνουνε τα μάτια του ακούει φωνή:
«Κοιμάσαι Ιωάννη; Το ξέρεις πως το παιδί σου ο Μωυσής, είναι σε κίνδυνο μεγάλο; Σήκω, λοιπόν, κουνήσου!»
Ξυπνάει τρομαγμένος. Βάζει φωνή, μεσ’ απ’ τα γέρικά του στήθη, και κράζει: «Μωυσή!» και πάλι «Μωυσή!», λες και μπορούσ’ ο Μωυσής να τον ακούσει. Κείνος βρισκόταν ώρες μακριά του κι όσο κι αν φώναζε, άδικος κόπος!
Κάθεται έξω απ’ τη σπηλιά ο γέροντας και περιμένει.
Περνούν οι ώρες. Όπου και να ναι πρέπει να φτάσει το καλογεράκι του. Και να, σε λίγο γράφεται πάνω στο μπλε τ’ ουρανού η σκούρα του φιγούρα.
Αργά, αργά φτάνει το παλικάρι. Ξεφορτώνεται με προσοχή τα δισάκια με το χώμα. Ξεφύσηξε βαθιά. Ανάσανε κι ο γέροντας. Κι έπιασε να ρωτάει το παιδί τι γίνηκε το μεσημέρι.
«Πήγα να ξαποστάσω, γέροντα, και ξάπλωσα κάτω από το μεγάλο βράχο. Μα μόλις έκλεισα τα μάτια μου ακούω τη φωνή σου να με κράζει: «Μωυσή!» και πάλι «Μωυσή!» Πετάχτηκα από το βράχο όρθιος: «Ευλόγησον γέροντα, ναι, έρχομαι!» είπα κι άρπαξα το δισάκι μου στον ώμο. Μόλις δύο βήματα έκανα πιο ‘κει και σαν να έγινε σεισμός!
Κουνήθηκε συθέμελα ο βράχος που ένα λεπτό πιο πριν κοιμόμουνα από κάτω. Με βουητό, απ’ τη ρίζα του, έγειρε στον κατήφορο και σκόρπιζε στο διάβα του πέτρες, βράχους λιθάρια…
Για μια στιγμή μονάχα, γέροντα, αν είχα μείνει από κάτω θα ‘μουν τώρα σκοτωμένος».
Τέλειωσε το λόγο του το καλογεράκι, ο Μωυσής. Μπήκε μες στη σπηλιά ο γέροντας, ο μέγας Ιωάννης. Να, ξαναπιάνει την ατέλειωτή του προσευχή…

Σ.Γ.Α.
http://inpantanassis.blogspot.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα


 
Πρὸς Ἐφεσίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα 5:25-33
Ἀδελφοί, οἱ ἄνδρες, ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκας, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησεν τὴν Ἐκκλησίαν καὶ ἑαυτὸν παρέδωκεν ὑπὲρ αὐτῆς, ἵνα αὐτὴν ἁγιάσῃ καθαρίσας τῷ λουτρῷ τοῦ ὕδατος ἐν ῥήματι, ἵνα παραστήσῃ αὐτὴν ἑαυτῷ ἔνδοξον τὴν ἐκκλησίαν, μὴ ἔχουσαν σπίλον ἢ ῥυτίδα ἤ τι τῶν τοιούτων, ἀλλ᾽ ἵνα ᾖ ἁγία καὶ ἄμωμος. Οὕτως ὀφείλουσιν οἱ ἄνδρες ἀγαπᾶν τὰς ἑαυτῶν γυναῖκας ὡς τὰ ἑαυτῶν σώματα. ὁ ἀγαπῶν τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα ἑαυτὸν ἀγαπᾷ· οὐδεὶς γάρ ποτε τὴν ἑαυτοῦ σάρκα ἐμίσησεν, ἀλλ’ ἐκτρέφει καὶ θάλπει αὐτήν, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς τὴν Ἐκκλησίαν· ὅτι μέλη ἐσμὲν τοῦ σώματος αὐτοῦ, ἐκ τῆς σαρκὸς αὐτοῦ καὶ ἐκ τῶν ὀστέων αὐτοῦ. Ἀντὶ τούτου καταλείψει ἄνθρωπος τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα καὶ προσκολληθήσεται πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ ἔσονται οἱ δύο εἰς σάρκα μίαν. Τὸ μυστήριον τοῦτο μέγα ἐστίν, ἐγὼ δὲ λέγω εἰς Χριστὸν καὶ εἰς τὴν Ἐκκλησίαν. Πλὴν καὶ ὑμεῖς οἱ καθ᾽ ἕνα ἕκαστος τὴν ἑαυτοῦ γυναῖκα οὕτως ἀγαπάτω ὡς ἑαυτόν, ἡ δὲ γυνὴ ἵνα φοβῆται τὸν ἄνδρα.

Νεοελληνική απόδοση:
Οἱ ἄνδρες, ἀγαπᾶτε τὰς γυναῖκάς σας. Ὅπως καὶ ὁ Χριστὸς ἀγάπησε τὴν ἐκκλησίαν καὶ παρέδωκε τὸν ἑαυτόν του δι’ αὐτήν, διὰ νὰ τὴν ἁγιάσῃ, ἀφοῦ τὴν ἐκαθάρισε μὲ τὸ λουτρὸν τοῦ ὕδατος, διὰ τοῦ λόγου, διὰ νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸν ἑαυτόν του ἔνδοξη τὴν ἐκκλησίαν, χωρὶς νὰ ἔχῃ κηλῖδα ἢ ρυτίδα ἢ τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὰ τοιαῦτα, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἁγία καὶ ἄψογος. Ἔτσι ὀφείλουν καὶ οἱ ἄνδρες νὰ ἀγαποῦν τὰς γυναῖκάς των ὅπως τὰ δικά των σώματα. Ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὴν γυναῖκά του, ἀγαπᾶ τὸν ἑαυτόν του, διότι κανεὶς ποτὲ δὲν ἐμίσησε τὴν σάρκα του, ἀλλὰ τὴνν τρέφει καὶ τὴν περιποιεῖται, ὅπως καὶ ὁ Κύριος τὴν ἐκκλησίαν, διότι εἴμεθα μέλη τοῦ σώματός του, ἀπὸ τὴν σάρκα καὶ ἀπὸ τὰ όστᾶ του. Διὰ τοῦτο ὁ ἄνθρωπος θὰ ἐγκαταλείψῃ τὸν πατέρα του καὶ τὴν μητέρα του καὶ θὰ προσκοληθῇ πρὸς τὴν γυναῖκά του καὶ θὰ γίνουν οἱ δύο σάρκα μία. Τὸ μυστήριον αὐτὸ εἶναι μεγάλο· ἐγὼ τὸ ἐξηγῶ ὅτι ἀναφέρεται εἰς τὸν Χριστὸν καὶ τὴν ἐκκλησίαν. Ἀλλὰ καὶ σεῖς, ἂς ἀγαπᾶ ὁ καθένας τὴν γυναῖκά του ὅπως τὸν ἑαυτόν του, ἡ δὲ γυναῖκα νὰ σέβεται τὸν ἄνδρα της.