Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020

Οι κακοί λογισμοί



 Οι κακοί λογισμοί γεννιούνται γενικά από 2 αιτίες: α) εξωτερική και β) εσωτερική. Η εξωτερική αιτία των κακών λογισμών είναι τα αισθητά αντικείμενα των πέντε αισθήσεων δηλ. από την όραση, την ακοή, την όσφρηση, την γεύση και την αφή. Οι εσωτερικές αιτίες των κακών λογισμών είναι τρεις: α) η φαντασία β) τα πάθη και γ) οι δαίμονες. Και σαν 4 αιτία μπορεί να αναφερει κανείς την διεφθαρμένη κατάσταση της ανθρωπίνης φύσεως, που προήλθε μεν απο την προπατορική αμαρτία, παρένεινε όμως στην φύση και μετά το Βάπτισμα, όχι ως αμαρτία προπατορική, αλλά ως ποινή της προπατορικής αμαρτίας, για αγώνα και δοκιμή του αυτεξουσίου και ανταπόδοση στεφάνων και περισσοτέρων μισθών. Και όπως υπάρχουν βασικά 2 αιτίες των κακών λογισμών, έτσι υπάρχουν και 2 θεραπείες. Έτσι οι εξωτερικές αιτίες των κακών λογισμών θεραπεύονται με την εγκράτεια των 5 αισθήσεων. Αντίθετα οι εσωτερικές αιτίες των κακών λογισμών θεραπεύονται: α) με προσευχή β) με αντίρρηση και γ) με την καταφρόνηση. Το πρώτο δηλ. η προσευχή είναι γνώρισμα των ασθενών, η αντίρρηση είναι γνώρισμα των αγωνιστών και η καταφρόνηση είναι γνώρισμα των θεωρητικών. 

(Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης)

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



 Πρὸς Τιμόθεον Β΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ᾽Ανάγνωσμα 1:8-18
Τέκνον Τιμόθεε, μὴ ἐπαισχυνθῇς τὸ μαρτύριον τοῦ Κυρίου ἡμῶν μηδὲ ἐμὲ τὸν δέσμιον αὐτοῦ, ἀλλὰ συγκακοπάθησον τῷ εὐαγγελίῳ κατὰ δύναμιν Θεοῦ, τοῦ σώσαντος ἡμᾶς καὶ καλέσαντος κλήσει ἁγίᾳ, οὐ κατὰ τὰ ἔργα ἡμῶν, ἀλλὰ κατ᾿ ἰδίαν πρόθεσιν καὶ χάριν, τὴν δοθεῖσαν ἡμῖν ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ πρὸ χρόνων αἰωνίων, φανερωθεῖσαν δὲ νῦν διὰ τῆς ἐπιφανείας τοῦ σωτῆρος ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, καταργήσαντος μὲν τὸν θάνατον, φωτίσαντος δὲ ζωὴν καὶ ἀφθαρσίαν διὰ τοῦ εὐαγγελίου, εἰς ὃ ἐτέθην ἐγὼ κήρυξ καὶ ἀπόστολος καὶ διδάσκαλος ἐθνῶν. Δι᾿ ἣν αἰτίαν καὶ ταῦτα πάσχω, ἀλλ᾿ οὐκ ἐπαισχύνομαι· οἶδα γὰρ ᾧ πεπίστευκα, καὶ πέπεισμαι ὅτι δυνατός ἐστι τὴν παραθήκην μου φυλάξαι εἰς ἐκείνην τὴν ἡμέραν. Ὑποτύπωσιν ἔχε ὑγιαινόντων λόγων ὧν παρ᾿ ἐμοῦ ἤκουσας, ἐν πίστει καὶ ἀγάπῃ τῇ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ· τὴν καλὴν παραθήκην φύλαξον διὰ Πνεύματος ῾Αγίου τοῦ ἐνοικοῦντος ἐν ἡμῖν. Οἶδας τοῦτο, ὅτι ἀπεστράφησάν με πάντες οἱ ἐν τῇ ᾿Ασίᾳ, ὧν ἐστι Φύγελλος καὶ ῾Ερμογένης. Δῴη ἔλεος ὁ Κύριος τῷ ᾿Ονησιφόρου οἴκῳ, ὅτι πολλάκις με ἀνέψυξε καὶ τὴν ἅλυσίν μου οὐκ ἐπαισχύνθη, ἀλλὰ γενόμενος ἐν ῾Ρώμῃ σπουδαιότερον ἐζήτησέ με καὶ εὗρε· δῴη αὐτῷ ὁ Κύριος εὑρεῖν ἔλεος παρὰ Κυρίου ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ· καὶ ὅσα ἐν ᾿Εφέσῳ διηκόνησε, βέλτιον σὺ γινώσκεις.

Νεοελληνική απόδοση:
 Νὰ μὴ ἐντραπῇς, λοιπόν, τὴν μαρτυρίαν ὑπὲρ τοῦ Κυρίου μας, οὔτε ἐμέ, τὸν φυλακισμένον του, ἀλλὰ κακοπάθησε καὶ σὺ διὰ τὸ εὐαγγέλιον μὲ τὴν δύναμιν τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔσωσε καὶ μᾶς ἐκάλεσε μὲ κλῆσιν ἁγίαν, ὄχι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἔργων μας, ἀλλὰ κατὰ τὴν δικήν του πρόθεσιν καὶ χάριν, ἡ ὁποία ἐδόθηκε σ’ ἐμᾶς πρὶν ἀπὸ ὅλους τοὺς αἰῶνας ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, ἐφανερώθηκε δὲ τώρα διὰ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος κατήργησε τὸν θάνατον, καὶ ἔφερε εἰς τὸ φῶς ζωὴν καὶ ἀφθαρσίαν διὰ τοῦ εὐαγγελίου, διὰ τὸ ὁποῖον μοῦ ἀνετέθη νὰ εἶμαι κῆρυξ καὶ ἀπόστολος καὶ διδάσκαλος τῶν ἐθνικῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία ποὺ ὑποφέρω αὐτὰ τὰ παθήματα, ἀλλὰ δὲν ἐντρέπομαι, διότι ξέρω ἐκεῖνον εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω πιστέψει καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι εἶναι δυνατὸς νὰ φυλάξῃ αὐτὸ ποὺ τοῦ ἐμπιστεύθηκα, ἔως ἐκείνην τὴν Ἡμέραν. Ἔχε ὡς ὑπόδειγμα ὑγειῶν διδασκαλιῶν ἐκεῖνα ποὺ ἄκουσες ἀπὸ ἐμὲ διὰ τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀγάπην ποὺ ἔχομεν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Φύλαξε διὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου, ποὺ κατοικεῖ μέσα μας, τὸ καλὸν ποὺ σοῦ ἔχει ἐμπιστευθῆ ὁ Θεός. Γνωρίζει ὅτι ὅλοι ποὺ ἦσαν εἰς τὴν Ἀσίαν, μὲ ἄφησαν, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι ὁ Φύγελλος καὶ ὁ Ἑρμογένης. Εἴθε ὁ Κύριος νὰ δώσῃ ἔλεος εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Ὀνησιφόρου, διότι συχνὰ μὲ ἀνακούφισε καὶ δὲν ἐντράπηκε τὴν ἁλυσίδα μου, ἀλλ’ ὅταν ἦλθε εἰς τὴν Ρώμην μὲ ἀναζήτησε μὲ ζῆλον καὶ μὲ εὑρῆκε – εἴθε ὁ Κύριος νὰ τὸν ἀξιώσῃ νὰ βρῇ ἔλεος ἀπὸ τὸν Κύριον κατ’ ἐκείνην τὴν Ἡμέραν – καὶ πόσας ὑπηρεσίας προσέφερε εἰς τὴν Ἔφεσον, γνωρίζει σὺ καλύτερα.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



 «Έχω εντολή από τον άγγελό μου να μην πω σε κανέναν τίποτα….»
Να σου πω κι ένα περιστατικό που μας συνέβη, όπου αν δεν είχε χάρισμα ο Γέροντας (Ιωσήφ ο Ησυχαστής), λίγο έλειψε να μας φάει (ο μισόκαλος) ένα καλογέρι μέσα από τα χέρια μας.
Εκεί στον Άη- Βασίλη κοινοβίασε σ΄εμάς ένας βλάχος ο «πάτερ Γιάννης» πολύ ευλαβής, αλλά απλός άνθρωπος. Για ένα διάστημα όμως σταμάτησε να λέει τους λογισμούς του στον Γέροντα. Τον φωνάζει ο Γέροντας:
«Δεν έχεις κανένα λογισμό να εξομολογηθείς;».
«Όχι, όχι πολύ καλά είμαι».
Εν τω μεταξύ στην προσευχή ο Γέροντας αισθανόταν μεγάλην ανησυχίαν για τον πάτερ Γιάννην. Μια φωνή τούλεγε ότι ο πάτερ Γιάννης δεν είναι καλά. Μου λέει λοιπόν ο Γέροντας:
«Φώναξε γρήγορα τον πάτερ Γιάννη». Τον φωνάζω.
Έρχεται και του λέει ο Γέροντας αυστηρά:
«Θέλω να μου εξομολογηθείς τους λογισμούς σου».
«Μα Γέροντα δεν έχω τίποτε…».
Ο Γέροντας τον στρίμωξε: «δεν θα φύγεις, αν δεν εξομολογηθείς».
Τότε αναγκάστηκε να αρχίσει και να λέει μασημένα:
Ευλόγησον Γέροντα αλλά έχω εντολή από τον άγγελό μου να μην πω σε κανέναν τίποτα. Να, με την ευχή σου αξιώθηκα τον τελευταίον καιρό και προσεύχομαι με τον άγγελό μου μαζί.
Αλλά αφού με ανάγκασες ευκαιρία είναι να σχωρεθούμε για ότι τυχόν σου έφταιξα, διότι συμφωνήσαμε αύριο βράδυ να κατεβούμε μαζί στον παπα-Ματθαίον, να κοινωνήσω και μετά θα κατέβη ο προφήτης Ηλίας να παραλάβει με πύρινο άρμα την ψυχή μου».
Μόλις τον άκουσε ο Γέροντας του δίνει έναν μπάτσον πάνε και τα άρματα παν κι οι αναβάτες.
«Βρε πλανεμένε – του λέει- σ΄έβαλε ο μισόκαλος στο χέρι να σε ρίξει από κανέναν κρημνόν να πας εις την κόλασιν κι εσύ δεν μιλάς;».
«Μα Γέροντα είναι δυνατόν;».
«Περίμενε και θα δης αν είναι δυνατόν».
Το ίδιο βράδυ, την ώρα που είχε την επίσκεψη του «αγγέλου» να σου και του φανερώνεται – αυτήν την φορά όμως όχι μετασχηματισμένος σε άγγελον – αλλά πραγματικός ο πονηρός με κέρατα και του λέει αγριεμένα:
«Δεν σου είπα παλιοκαλόγερε να μην πεις το μυστικό μας στον Γέροντα;
Αχ και φθηνά μου την γλύτωσες. Εγώ καλά το κατάστρωσα να σε γκρεμίσω.
Μόλις άκουσε ο πάτερ Γιάννης έφριξε. Έτρεξε αμέσως στον Γέροντα και έπεσε στα πόδια του και τον ευγνωμονούσε.
Βλέπετε πόσος κίνδυνος υπάρχει όταν ο καλόγερος κρύβει τους λογισμούς του;
—————————————————-
Από το βιβλίο
Ο ΓΕΡΩΝ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ
Ιωσήφ Μ. Δ.

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2020

Κυριακή μετά την Ύψωση στη Μονή Επανωσήφη (Φώτο)



















 

Ο φόβος του Θεού




Ας έχουμε μπροστά μας σταθερά τον φόβο του Θεού. Τίποτε δεν βλάπτει περισσότερο τον άνθρωπο που τον οδηγεί στην απώλεια, όπως το να χάσει αυτήν την άγκυρα. Όπως τίποτε άλλο δεν τον σώζει περισσότερο, όσο το να προσβλέπει διαρκώς εκεί... Σκέψου πόσο μεγάλη ασφάλεια απολαμβάνουμε, όταν έχουμε μπροστά μας το Θεό. Πουθενά δεν θα μας πειράξει ο Διάβολος, αν ζούμε διαρκώς με τον φόβο και την παρουσία του Θεού και θα ματαιοπονεί... Αν όμως διαπιστώσει, ότι περιφερόμαστε χωρίς χαλινάρια, μπορεί εύκολα να μας αποπλανήσει. 
(Ιερός Χρυσόστομος)

Αγιογραφικό ανάγνωσμα


 
Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα 4:8-21
Ἀδελφοί, τότε μὲν οὐκ εἰδότες Θεὸν ἐδουλεύσατε τοῖς μὴ φύσει οὖσι θεοῖς· νῦν δὲ γνόντες Θεόν, μᾶλλον δὲ γνωσθέντες ὑπὸ Θεοῦ, πῶς ἐπιστρέφετε πάλιν ἐπὶ τὰ ἀσθενῆ καὶ πτωχὰ στοιχεῖα, οἷς πάλιν ἄνωθεν δουλεύειν θέλετε; ἡμέρας παρατηρεῖσθε καὶ μῆνας καὶ καιροὺς καὶ ἐνιαυτούς. Φοβοῦμαι ὑμᾶς μήπως εἰκῇ κεκοπίακα εἰς ὑμᾶς. Γίνεσθε ὡς ἐγώ, ὅτι κἀγὼ ὡς ὑμεῖς· ἀδελφοί, δέομαι ὑμῶν. οὐδέν με ἠδικήσατε· οἴδατε δὲ ὅτι δι᾽ ἀσθένειαν τῆς σαρκὸς εὐηγγελισάμην ὑμῖν τὸ πρότερον· καὶ τὸν πειρασμόν μου τὸν ἐν τῇ σαρκί μου οὐκ ἐξουθενήσατε οὐδὲ ἐξεπτύσατε, ἀλλὰ ὡς ἄγγελον Θεοῦ ἐδέξασθέ με, ὡς Χριστὸν ᾽Ιησοῦν. Τίς οὖν ἦν ὁ μακαρισμὸς ὑμῶν; μαρτυρῶ γὰρ ὑμῖν ὅτι εἰ δυνατὸν τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν ἐξορύξαντες ἂν ἐδώκατέ μοι. Ὥστε ἐχθρὸς ὑμῶν γέγονα ἀληθεύων ὑμῖν; Ζηλοῦσιν ὑμᾶς οὐ καλῶς, ἀλλὰ ἐκκλεῖσαι ὑμᾶς θέλουσιν, ἵνα αὐτοὺς ζηλοῦτε. Καλὸν δὲ ζηλοῦσθαι ἐν καλῷ πάντοτε, καὶ μὴ μόνον ἐν τῷ παρεῖναί με πρὸς ὑμᾶς, τεκνία μου, οὓς πάλιν ὠδίνω ἄχρις οὗ μορφωθῇ Χριστὸς ἐν ὑμῖν· ἤθελον δὲ παρεῖναι πρὸς ὑμᾶς ἄρτι, καὶ ἀλλάξαι τὴν φωνήν μου, ὅτι ἀποροῦμαι ἐν ὑμῖν. Λέγετέ μοι, οἱ ὑπὸ νόμον θέλοντες εἶναι, τὸν νόμον οὐκ ἀκούετε;

Νεοελληνική απόδοση:
Ἀλλὰ τότε, ἐπειδὴ δὲν ἐγνωρίζατε τὸν Θεόν, ἤσαστε δοῦλοι εἰς ὄντα, τὰ ὁποῖα κατ’ οὐσίαν δὲν εἶναι θεοί. Τώρα ὅμως, ἀφοῦ ἐγνωρίσατε τὸν Θεὸν ἢ μᾶλλον ἐγνωρισθήκατε ἀπὸ τὸν Θεόν, πῶς ἐπιστρέφετε πάλιν εἰς τὰ ἀδύνατα καὶ πτωχὰ στοιχεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα πάλιν θέλετε νὰ εἶσθε δοῦλοι ὅπως καὶ πρίν; Φυλάττετε ὡρισμένας ἡμέρας καὶ μῆνας καὶ ἐποχὰς καὶ ἔτη. Φοβοῦμαι μήπως μάταια ἐκοπίασα γιὰ σᾶς. Ἀδελφοί, σᾶς ἱκετεύω νὰ γίνετε ὅπως εἶμαι καὶ ἐγώ, διότι καὶ ἐγὼ ἤμουν ὅπως ἐσεῖς. Δὲν μοῦ ἐκάνατε κανένα κακό. Ξέρετε ὅτι τὴν προηγουμένην φοράν, ἕνεκα σωματικῆς ἀσθενείας ἐκήρυξα σ’ ἐσᾶς τὸ εὐαγγέλιον καὶ παρ’ ὅλον ὅτι τὸ σῶμά μου ἦτο γιὰ σᾶς πειρασμός, δὲν μὲ περιφρονήσατε οὔτε ἀηδιάσατε ἀλλὰ μὲ ἐδεχθήκατε σὰν ἄγγελον Θεοῦ, σὰν Χριστὸν Ἰησοῦν. Ποῦ εἶναι λοιπὸν ἡ ἱκανοποίησις ποὺ αἰσθανθήκατε; Διότι ἐγὼ μαρτυρῶ γιὰ σᾶς ὅτι ἐὰν ἦτο δυνατὸν καὶ τὰ μάτια σας θὰ ἐβγάζατε καὶ θὰ μοῦ τὰ ἐδίνατε. Ὥστε ἔγινα τώρα ἐχθρός σας, ἐπειδὴ σᾶς λέγω τὴν ἀλήθειαν; Αὐτοὶ οἱ διαστρέφοντες τὸ εὐαγγέλιον δείχνουν ζῆλον γιὰ σᾶς ὄχι πρὸς τὸ καλόν, ἀλλὰ θέλουν νὰ σᾶς ἀποκλείσουν ἀπὸ τὸ ἀληθινὸ εὐαγγέλιον, διὰ νὰ ἔχετε ζῆλον γι’ αὐτούς. Εἶναι ὡραῖον πρᾶγμα νὰ εἶναι κανεὶς ζηλευτὸς διὰ τὸ καλόν, πάντοτε καὶ ὄχι μόνον ὅταν εἶμαι κοντά σας. Παιδιά μου, γιὰ τὰ ὁποῖα πάλιν δοκιμάζω πόνους γέννας ἕως ὅτου μορφωθῇ μέσα σας ὁ Χριστός. Πόσον θὰ ἤθελα νὰ εἶμαι τώρα μαζί σας καὶ νὰ ἀλλάξω τὸν τόνον τῆς φωνῆς μου, διότι βρίσκομαι εἰς ἀμηχανίαν γιὰ σᾶς. Πέστε μου σεῖς, οἱ ὁποῖοι θέλετε νὰ εἶσθε ὑπὸ τὸν νόμον, δὲν ἀκοῦτε τὸν νόμον;

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



 Όσο ο άνθρωπος καταφρονεί αυτόν τον κόσμο και εντρυφά στον Θείο φόβο, τόσο περισσότερο τον εγγίζει η Θεία Πρόνοια. 
Τόσο αισθάνεται μέσα του τη βοήθειά Της και τόσο του χαρίζονται…
καθα­ροί λογισμοί, ώστε να κατανοεί όλα τα κινήματά τους. Και αν κανείς στερηθεί εκούσια τα κοσμικά αγαθά, τότε, κατά το μέτρο που τα στερείται, κατά το ίδιο μέτρο δέχεται και το έλεος του Θεού και στηρίζεται από τη φιλανθρωπία Του.
Δόξα νά ‘χει Εκείνος που μας σώζει και με τα δεξιά μέσα, δηλαδή με τιςευλογίες και τα χαρίσματα, αλλά και με τα αριστερά, δηλαδή με τις θλίψειςκαι τους πειρασμούς. Γιατί με όλα αυτά μας δίνει ο Θεός αφορμή, ώστε να ανακαλύψουμε το σκοπό και το νόημα της ζωής μας.
Τις ψυχές λοιπόν εκείνων που δεν είναι σε θέση με τη δική τους προαίρεση να ανακαλύψουν το σκοπό και το νόημα της ζωής τους, τις οδηγεί στην αρετή με τις ακούσιες θλίψεις.
Γιατί και εκείνος, ο φτωχός Λάζαρος, δεν ήταν φτωχός επειδή το ήθελε να είναι έτσι. Είχε σώμα πληγωμένο και τον βασάνιζαν δυο φοβερές πληγές, η μια χειρότερη από την άλλη. Στο τέλος όμως τον τίμησε ο Θεός, χαρίζοντάς του μια θέση στους κόλπους του Αβραάμ.
Ο Θεός είναι πολύ κοντά στην πονεμένη ψυχή, η οποία στρέφεται σ’ Αυτόν και Του μιλάει με θλίψη. Και αν κάποτε επιτρέπει να στερηθούμε όσα έχουν σχέση με την ανάπαυση του σώματος ή επιτρέπει να μας βρει κάποια άλλη θλίψη, αυτό το κάνει για το καλό μας.
Επιτρέπει να πειρασθούμε, μέχρι το σημείο που μπορούμε να υπομείνουμε, όπως ακριβώς κάνει και ο γιατρός, όταν χειρουργεί κάποιον βα­ριά άρρωστο. Στην ψυχή όμως συμπεριφέρεται ο Κύριος με τόση μεγάλη φιλανθρωπία, όση είναι και η σκληρότητα της θλίψης που εκείνος υπομένει.
Όταν λοιπόν δεν επικρατεί μέσα σου ο πόθος του Χριστού έτσι, ώστε να παραμένεις ατάραχος σε κάθε θλίψη σου και να την ξεπερνάς, έχοντας αυτή την εσωτερική χαρά και την αγάπη Του, μάθε ότι ο κόσμος ζει μέσα σου περισσότερο από τον Χριστό. Και όταν η φτώχια, η αρρώστια, η φθορά του σώματος ή ο φόβος που τα ακολουθεί, ταράζουν την ψυχή σου και της στερούν τη χαρά της ελπίδας που προέρχεται από τον Κύριο, μάθε ότι μέσα σου ζει η αγάπη για το σώμα σου και όχι ο Χριστός.
Και για να το πούμε με δυο λόγια: Εκείνο, του οποίου η αγάπη επικρατεί στην ψυχή σου, αυτό και ζει μέσα σου.
Αν τώρα θέλεις να τα έχεις όλα πλούσια και να έχεις και την υγεία σου, για να αισθάνεσαι ασφάλεια, μάθε ότι είσαι άρρωστος στο μυαλό και δεν έχεις ποτέ γευθεί τη δόξα του Θεού.
Αυτά δεν τα λέω για να σε κατηγορήσω, αλλά για να σου δείξω πόσο υστερείς σε τελειότητα, έστω και αν, σε μερικά θέματα, νομίζεις πως ακο­λουθείς τον τρόπο της σκέψης και της ζωής των αγίων Πατέρων που έζησαν πριν από μας.
Και μη μου πεις ότι δεν υπήρξε ποτέ άνθρω­πος, ο οποίος δεν ξεπέρασε ψυχικά τη θλίψη της αρρώστιας. Γιατί τότε και εγώ θα σου πω:
Όταν το σώμα είναι βυθισμένο στους πειρασμούς και στις θλίψεις, τότε ο πόθος του Χριστού μπορεί να υψώσει το νου έτσι, ώστε ο άνθρωπος να τα ξεπεράσει όλα, χωρίς να τον αγγίσει καθόλου η λύπη.
Θα αφήσω κατά μέρος την αναφορά στους αγίους Μάρτυρες, μήπως και δεν αντέξω να σταθώ μπρος στο βάθος και στη σκληρότητα των παθημάτων τους. Και ακόμα, μήπως και δεν μπορέσω να περιγράψω πόσο η δύναμη της αγάπης του Χριστού τους χάρισε τόσο μεγάλη υπομονή, ώστε αυτή να ξεπεράσει την βαθιά θλίψη και την αγάπη του σώματος.
Αλλ’ άς τα αφήσουμε τώρα αυτά. Γιατί και μόνο η ανάκλησή τους στη μνήμη του ανθρώπου, είναι ικανή να προξενήσει, εξαιτίας της έντασης και της σκληρότητάς τους, πολλή δυσθυμία και θλίψη στην ψυχή του.
Ας αναφερθούμε τώρα σε μερικούς φι­λοσόφους, οι οποίοι δεν ήταν καν χριστιανοί. Ένας απ’ αυτούς έβαλε κάποτε κανόνα στον εαυτό του να φυλάξει για μερικά χρόνια σιωπή. Όταν το έμαθε αυτό ο βασιλιάς των Ρωμαίων, του έκανε πολλή εντύπωση και θέλησε να τον γνωρίσει. Διέταξε λοιπόν και τον έφεραν μπροστά του.
Και όταν τον έφεραν, ο βασιλιάς του έκανε διάφορες ερωτήσεις. Αυτός όμως δεν έδινε καμιά απάντηση. Θύμωσε τότε ο βασιλιάς, γιατί το θεώρησε προσβολή και ασέβεια στο αξίωμά του και διέταξε να τον θανατώσουν. Ο φιλόσοφος όμως καθόλου δεν ταράχθηκε. Ο βασιλιάς βέβαια έδωσε εντολή στους δήμιους να τον θανατώσουν, μόνο στην περίπτωση που εκείνος από φόβο υποχωρούσε και καταπα­τούσε τον κανόνα της σιωπής, που είχε βάλει στον εαυτό του. Διαφορετικά, αν ο φιλόσοφος τηρούσε απαραβίαστα τον κανόνα του, τους είπε να μην τον θανατώσουν, αλλά να τον φέρουν πάλι στο παλάτι ζωντανό.
Όταν λοιπόν ο μελλοθάνατος φιλόσοφος έφθασε στον τόπο της εκτέλεσης, δέχθηκε από όλους πιέσεις, ώστε να αναγκασθεί να λύσει τον κανόνα του, για να γλυτώσει έτσι το θάνατο. Αυτός όμως δεν υποχωρούσε γιατί σκεπτόταν:
Είναι προ­τιμότερο να υπομείνω για λίγο τον πόνο και την επιθανάτια ταλαιπωρία και να τηρήσω τον κανόνα μου -για τον οποίο τόσον καιρό αγωνίσθηκα- παρά να νικηθώ από το φόβο του θανάτου και να προσβάλλω τη σοφία μου, από το φόβο της αναπάντεχης συμφοράς που με βρήκε.
Μ’ αυτή λοιπόν τη σκέψη παραμένοντας ατάραχος, άπλωσε ο φιλόσοφος το κεφάλι του, για να το αποκόψει με το ξίφος ο δήμιος.
Ο δήμιος όμως σταμάτησε την εκτέλεση και όλοι έτρεξαν στο παλάτι και είπαν τα καθέκαστα στον βασιλιά. Και εκείνος, θαυμάζοντας την αρετή και τη δύναμη του φιλόσοφου, τον απέλυσε με πολύ σεβασμό.
Πολλοί άλλοι επίσης αρχαίοι φιλόσοφοι καταπάτησαν τη φυσική επιθυμία. Αλλοι υπέμειναν με πολλή ευκολία τη συκοφαντία και τις ύβρεις. Αλλοι έδειξαν υποδειγματική υπομονή σε φο­βερές αρρώστιες και τις σήκωσαν, χωρίς να τους καταπιεί η θλίψη και χωρίς να τους καταβάλει η δύναμη της συμφοράς. Και αν όλοι αυτοί υπέφε­ραν όλα τα δεινά από κενοδοξία, διατηρώντας κούφια ελπίδα, πόσο περισσότερο πρέπει να τα υποφέρουμε εμείς, που έχουμε κληθεί σε κοινωνία με τον αληθινό Θεό!
Μακάρι και όλοι εμείς, αδελφοί μου, να αγωνισθούμε, ώστε να αποκτήσουμε το χάρισμα αυτό της υπομονής, με τις ευχές της Υπεραγίας Δέσποινάς μας Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας, και όλων εκείνων των Αγίων, οι οποίοι, με τους ιδρώτες των αγώνων τους και την υπομονή τους, ευαρέστησαν στον Χριστό.
Σ’ Αυτόν πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύ­νηση και στον συνάναρχο Πατέρα Του και στο συναΐδιο και ομοφυές και ζωαρχικό Πνεύμα, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
Άγιος Ισαάκ ο Σύρος