Πέμπτη 4 Ιουνίου 2020

Ἡ ὑποκρισία εἶναι καρπός τοῦ φθόνου καί ἀπό αὐτήν προκύπτουν ὅλα τά κακά.


Ο υποκριτής κρατά το μίσος στο βάθος της καρδιάς του, επιδεικνύοντας επιφανειακή αγάπη, κατά τον ίδιο τρόπο που γίνεται με τους ύφαλους, οι οποίοι καλύπτονται με λίγο νερό, αλλά γίνονται απρόοπτο δυστύχημα γι’ αυτούς που δεν φυλάγονται. Η υποκρισία είναι καρπός του φθόνου και από αυτήν προκύπτουν όλα τα κακά.

Μέγας Βασίλειος

Αγιογραφικό ανάγνωσμα


Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα 25:13-19
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ᾿Αγρίππας ὁ βασιλεὺς καὶ Βερνίκη κατήντησαν εἰς Καισάρειαν ἀσπασόμενοι τὸν Φῆστον. Ὡς δὲ πλείους ἡμέρας διέτριβον ἐκεῖ, ὁ Φῆστος τῷ βασιλεῖ ἀνέθετο τὰ κατὰ τὸν Παῦλον λέγων· Ἀνήρ τίς ἐστι καταλελειμμένος ὑπὸ Φήλικος δέσμιος, περὶ οὗ γενομένου μου εἰς ῾Ιεροσόλυμα ἐνεφάνισαν οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τῶν ᾿Ιουδαίων αἰτούμενοι κατ᾿ αὐτοῦ δίκην· πρὸς οὓς ἀπεκρίθην ὅτι οὐκ ἔστιν ἔθος ῾Ρωμαίοις χαρίζεσθαί τινα ἄνθρωπον εἰς ἀπώλειαν πρὶν ἢ ὁ κατηγορούμενος κατὰ πρόσωπον ἔχοι τοὺς κατηγόρους τόπον τε ἀπολογίας λάβοι περὶ τοῦ ἐγκλήματος. Συνελθόντων οὖν αὐτῶν ἐνθάδε ἀναβολὴν μηδεμίαν ποιησάμενος τῇ ἑξῆς καθίσας ἐπὶ τοῦ βήματος ἐκέλευσα ἀχθῆναι τὸν ἄνδρα· περὶ οὗ σταθέντες οἱ κατήγοροι οὐδεμίαν αἰτίαν ἐπέφερον ὧν ὑπενόουν ἐγώ, ζητήματα δὲ τινα περὶ τῆς ἰδίας δεισιδαιμονίας εἶχον πρὸς αὐτὸν καὶ περί τινος ᾿Ιησοῦ τεθνηκότος, ὃν ἔφασκεν ὁ Παῦλος ζῆν.

Νεοελληνική απόδοση:
Ἀφοῦ ἐπέρασαν μερικὲς ἡμέρες, ὁ Ἀγρίππας ὁ βασιλεὺς καὶ ἡ Βερνίκη ἔφθασαν εἰς τὴν Καισάρειαν, διὰ νὰ χαιρετήσουν τὸν Φῆστον. Ἐπειδὴ δὲ ἔμειναν ἐκεῖ πολλὲς ἡμέρες, ὁ Φῆστος ἀνέφερε εἰς τὸν βασιλέαν τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Παύλου. «Ὑπάρχει κάποιος», εἶπε, «ποὺ ἔχει ἀφεθῆ φυλακισμένος ἀπὸ τὸν Φήλικα, καὶ ὅταν ἤμουν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι τῶν Ἰουδαίων διετύπωσαν κατηγορίας ἐναντίον του καὶ ἐζητοῦσαν τὴν καταδίκην του. Τοὺς ἀπεκρίθην ὅτι δὲν εἶναι συνήθεια τῶν Ρωμαίων νὰ παραδίδουν ἕνα ἄνθρωπον εἰς θάνατον προτοῦ ὁ κατηγορούμενος ἔχῃ ἐνώπιόν του τοὺς κατηγόρους καὶ λάβῃ εὐκαιρίαν νὰ ἀπολογηθῇ διὰ τὴν κατηγορίαν. Ὅταν λοιπὸν αὐτοὶ ἦλθαν μαζί μου ἐδῶ, χωρὶς καμμίαν ἀναβολήν, τὴν ἑπομένην ἡμέραν, ἀφοῦ ἐκάθησα εἰς τὴν δικαστικὴν ἕδραν, διέταξα νὰ φέρουν τὸν ἄνθρωπον. Ὅταν παρουσιάσθηκαν οἱ κατήγοροι, δὲν ἔφεραν καμμίαν κατηγορίαν ἀπὸ ἐκείνας ποὺ ἐγὼ ἐπερίμενα, ἀλλ’ εἶχαν διαφορὰς μαζί του διὰ ζητήματα σχετικὰ μὲ τὴν δικήν τους θρησκείαν καὶ γιὰ κάποιον Ἰησοῦν, ποὺ εἶχε πεθάνει, ἀλλ’ ὁ Παῦλος ἔλεγε ὅτι ζῆ.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


Πετάξτε τις μάσκες...

Ο καθένας μας κρύβει τον αληθινό εαυτό του φορώντας μάσκες. Από μικροί μαθαίνουμε να υποδυόμαστε τα “καλά παιδιά” ενώπιον των άλλων. Να είμαστε ευγενικοί, να μην παρουσιάζουμε την αληθινή μας γνώμη γι᾽ αυτούς, να κάνουμε καλή εντύπωση.
Στόχος της ανατροφής είναι να πετύχουμε ο ρόλος μας να γίνει πραγματικότητα. Να μην υποδυόμαστε μόνο, αλλά και να ζούμε. Να είναι ο εαυτός μας έτσι όπως θέλουμε να φαίνεται.
Το πόσο αυθεντικό είναι αυτό διαφαίνεται στις φιλίες. Όταν χαλαρώνουμε. Όταν μπορούμε να συζητήσουμε τα πάντα, τον κρυπτό της καρδίας άνθρωπο που υπάρχει εντός μας. Εκεί, αν προσέξουμε, θα διαπιστώσουμε ποιοι πραγματικά είμαστε. Τι μας εκφράζει. Ανάλογη χαλάρωση υπάρχει και στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Όταν μπορούμε να αναρτήσουμε φωτογραφίες μας, όταν σχολιάζουμε τι και ποιοι μας αρέσουν, όταν αδιαφορούμε σε αναρτήσεις, όταν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε ψευδώνυμα και να γράψουμε την γνώμη μας ή να προσβάλουμε, να βρίσουμε, να ειρωνευτούμε.
Όταν μπορούμε να αναρτήσουμε τραγούδια ή εικόνες που μας εκφράζουν. Τα μέσα ουσιαστικά αποκαλύπτουν την αλήθεια μας.
Κάποτε μας τρομάζει αυτή η αλήθεια. Το αντίθετο θα έπρεπε να συμβαίνει.
Να μας τρομάζει η μάσκα που φορούμε, διότι αυτή δεν μας επιτρέπει να κάνουμε την αυτοκριτική μας, να πάρουμε απόφαση μετανοίας, να δούμε τι μας χωρίζει από την αυθεντικότητά μας.
Η υποκρισία μας γίνεται η αλήθεια μας, ενώ η αλήθεια καταχωνιάζεται στα βάθη της ψυχής μας. Και αυτό επιτείνεται όταν μένουμε εμείς κι ο εαυτός μας. Το βράδυ, πριν κοιμηθούμε. Όταν βιώσουμε μια αποτυχία.
Όταν διαπιστώνουμε την μοναξιά μας, κάποτε χωρίς να φταίμε πραγματικά. Ίσως και στην προσευχή μας στον Θεό, αν αφήσουμε τον εαυτό μας να γαληνέψει, να δει τι μας λείπει, όχι υλικά, αλλά στο νόημα της ζωής.
Το πέταγμα της μάσκας, αν γίνει με σκοπό την έξοδο στο φως, είναι μία κίνηση απίστευτα δημιουργική. Οι άνθρωποι, μικρότεροι και μεγαλύτεροι, μπορεί να βλέπουμε ποιοι πραγματικά είμαστε, όμως αυτή η θέαση είναι δύσκολο να έχει διάρκεια. Είναι μεταμέλεια πρόσκαιρη, διότι οι ρόλοι που άλλοτε υποδυόμαστε, άλλοτε μας εκφράζουν, άλλοτε είμαστε αναγκασμένοι να ακολουθούμε, δεν μας αφήνουν το περιθώριο για μια ριζική επανάσταση αλήθειας. Δοσμένοι στον κατεξουσιασμό των άλλων και του εαυτού μας, δοσμένοι στους στόχους να κερδίσουμε, δεν μπορούμε, ακόμη κι αν το καταλαβαίνουμε, να γκρεμίσουμε το ψευτοείδωλό μας, γιατί φοβόμαστε το τίμημα, το οποίο κάποτε είναι η άρνηση της ζωής που έχουμε ζήσει, της εικόνας που έχουμε οικοδομήσει, της αποδοχής που κερδίσαμε χωρίς να μας αξίζει.
Στις Απόκριες οι άνθρωποι αποθεώνουμε τις μάσκες. Ίσως γιατί αυτές τουλάχιστον είναι μιας χρήσης. Δεν μας συνοδεύουν καθόλη την διάρκεια της ζωής μας, αλλά μας κάνουν να ξεσκάμε. Στην εκκλησιαστική ζωή κατακρίνουμε την μεταμφίεση, χωρίς να συνειδητοποιούμε τον συχνό φαρισαϊσμό μας. Ενώ μας χρειάζεται η τελωνική απογύμνωση και ειλικρίνεια, η αποτίναξη της μάσκας που κρύβει τον εαυτό μας, η απόφαση για καινούργιο ξεκίνημα, προτιμούμε την επανάπαυση στην μεγάλη ιδέα για το εγώ μας.
Μα αν παρουσιάσουμε το αληθινό μας πρόσωπο, θα κάνουμε κακό και σε μας και στους άλλους. Έτσι δικαιολογούμαστε. Το πέταγμα της μάσκας όμως είναι ευκαιρία για μεταμόρφωση. Άλλωστε, η ταπείνωση της μοναξιάς, της αποδοχής του λάθους, της εκζήτησης του ελέους του Θεού ανοίγει τον δρόμο για το σεσωσμένο πρόσωπο! Ό,τι μας λείπει!

Του π. Θεμιστοκλή Μουρτζανού

Τετάρτη 3 Ιουνίου 2020

Κυριακή των Αγίων Πατέρων στη Μονή Επανωσήφη (Φώτο)













Τί είναι τα πάθη και ποιά τα μεγαλύτερα από αυτά;


Από την αρχή της δημιουργίας του ο άνθρωπος, ως θεοειδής, δε δεχόταν στη σκέψη και στη ζωή του το παράλογο. Οι σκέψεις και οι κινήσεις του ήταν ορθές, γιατί φωτιζόταν από τη θεία Χάρη. Αφού πλανήθηκε και απέκοψε τη σχέση του με το πρώτο αίτιο της παντελειότητας, αμέσως συντρίφτηκε η προσωπικότητά του και το πρώτο «απλούν» διαδέχθηκε το «σύνθετον». Με αυτόν τον τρόπο τοποθετήθηκε το παράλογο στη θέση του λογικού. Από τότε όλες οι δυνάμεις της ανθρώπινης προσωπικότητας διαστράφηκαν προς τη βία του παραλόγου και δημιούργησαν τα πάθη. Οι λογισμοί και οι πράξεις δεν κινούνται με βάση τη σωστή «χρεία», αλλά με βάση την πονηρή έξη και συνήθεια και σύμφωνα με το πονηρό πάθος που επικρατεί.

Κάθε σκέψη και ενέργεια του παραλόγου είναι και λέγεται πάθος, γιατί δεν λειτουργεί με τους νόμους του λογικού ή της «χρείας», αλλά με τις παρά φύση ορμές, στις οποίες υπάρχει η κτηνωδία και ο δαιμονισμός.

Η αρχή του πάθους βρίσκεται στην παράλογη χρήση των νοημάτων, η οποία φέρνει σαν πράξη την παράχρηση των πραγμάτων. Αυτό είναι το «κατ’ ενέργεια» παράλογο, που είναι πρακτική διαστροφή, το οποίο όχι μόνο η θεία δικαιοσύνη κατηγορεί, αλλά και η ανθρώπινη καταδικάζει. Γι’ αυτό υπάρχουν τα δικαστήρια και οι φυλακές.

Οι τρεις μεγάλοι γίγαντες των παθών, όπως τους αποκαλούν οι Πατέρες μας, είναι η φιληδονία, η φιλαργυρία και η φιλοδοξία. Αν αυτοί επικρατήσουν γεννούν άλλους τρεις τυράννους αντάξιούς τους: την αμέλεια, τη λήθη και την άγνοια, που συντρίβουν τις ψυχικές δυνάμεις και το νου. Όποιος επιθυμεί λεπτομερέστερη περιγραφή του νόμου της διαστροφής, ας μελετήσει τα συγγράμματά μας «Άσκηση, η μητέρα του Αγιασμού» και «Βατοπαιδινές Κατηχήσεις»

πηγή: Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, «Συζητήσεις στον Άθωνα», Ψυχωφελή Βατοπαιδινά 13, σ. 33-48

Αγιογραφικό ανάγνωσμα


Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα 23:1-11
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἀτενίσας ὁ Παῦλος τῷ συνεδρίῳ εἶπεν· Ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ πάσῃ συνειδήσει ἀγαθῇ πεπολίτευμαι τῷ Θεῷ ἄχρι ταύτης τῆς ἡμέρας. Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς ᾿Ανανίας ἐπέταξε τοῖς παρεστῶσιν αὐτῷ τύπτειν αὐτοῦ τὸ στόμα. Τότε ὁ Παῦλος πρὸς αὐτὸν εἶπε· Τύπτειν σε μέλλει ὁ Θεός, τοῖχε κεκονιαμένε· καὶ σὺ κάθῃ κρίνων με κατὰ τὸν νόμον, καὶ παρανομῶν κελεύεις με τύπτεσθαι! Οἱ δὲ παρεστῶτες εἶπον· Τὸν ἀρχιερέα τοῦ Θεοῦ λοιδορεῖς; Ἔφη τε ὁ Παῦλος· Οὐκ ᾔδειν, ἀδελφοί, ὅτι ἐστὶν ἀρχιερεύς· γέγραπται γάρ· «Ἄρχοντα τοῦ λαοῦ σου οὐκ ἐρεῖς κακῶς». Γνοὺς δὲ ὁ Παῦλος ὅτι τὸ ἓν μέρος ἐστὶ Σαδδουκαίων, τὸ δὲ ἕτερον Φαρισαίων, ἔκραξεν ἐν τῷ συνεδρίῳ· Ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ Φαρισαῖός εἰμι, υἱὸς Φαρισαίου· περὶ ἐλπίδος καὶ ἀναστάσεως νεκρῶν ἐγὼ κρίνομαι. Τούτου δὲ αὐτοῦ λαλήσαντος ἐγένετο στάσις τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν Σαδδουκαίων, καὶ ἐσχίσθη τὸ πλῆθος. Σαδδουκαῖοι μὲν γὰρ λέγουσι μὴ εἶναι ἀνάστασιν μήτε ἄγγελον μήτε πνεῦμα, Φαρισαῖοι δὲ ὁμολογοῦσι τὰ ἀμφότερα. Ἐγένετο δὲ κραυγὴ μεγάλη, καὶ ἀναστάντες οἱ γραμματεῖς τοῦ μέρους τῶν Φαρισαίων διεμάχοντο λέγοντες· Οὐδὲν κακὸν εὑρίσκομεν ἐν τῷ ἀνθρώπῳ τούτῳ· εἰ δὲ πνεῦμα ἐλάλησεν αὐτῷ ἢ ἄγγελος, μὴ θεομαχῶμεν. Πολλῆς δὲ γενομένης στάσεως εὐλαβηθεὶς ὁ χιλίαρχος μὴ διασπασθῇ, ὁ Παῦλος ὑπ᾿ αὐτῶν, ἐκέλευσε τὸ στράτευμα καταβῆναι καὶ ἁρπάσαι αὐτὸν ἐκ μέσου αὐτῶν ἄγειν τε εἰς τὴν παρεμβολήν. Τῇ δὲ ἐπιούσῃ νυκτὶ ἐπιστὰς αὐτῷ ὁ Κύριος εἶπε· Θάρσει, Παῦλε· ὡς γὰρ διεμαρτύρω τὰ περὶ ἐμοῦ εἰς ῾Ιερουσαλήμ, οὕτω σε δεῖ καὶ εἰς ῾Ρώμην μαρτυρῆσαι.

Νεοελληνική απόδοση:
Ὁ Παῦλος ἔρριξε τὸ βλέμμα του εἰς τὸ συνέδριον καὶ εἶπε, «Ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ ἔζησα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ἕως σήμερα μὲ τελείως ἀγαθὴν συνείδησιν». Ὁ ἀρχιερέας Ἀνανίας τότε διέταξε ἐκείνους ποὺ ἐστέκοντο πλησίον του νὰ τὸν κτυπήσουν εἰς τὸ στόμα. Ὁ Παῦλος τότε τοῦ εἶπε, ὁ Θεὸς θὰ κτυπήσῃ σέ,  τοῖχε ἀσβεστωμένε· κάθεσαι ἐκεῖ διὰ νὰ μὲ κρίνῃς σύμφωνα μὲ τὸν νόμον, καὶ ὅμως παραβαίνεις τὸν νόμον καὶ διατάσσεις νὰ μὲ κτυπήσουν;». Ἐκεῖνοι ποὺ ἐστέκοντο πλησίον του εἶπαν, «Τὸν ἀρχιερέα τοῦ Θεοῦ ὑβρίζεις;». Καὶ ὁ Παῦλος εἶπε, «Δὲν ἐγνώριζα, ἀδελφοί, ὅτι εἶναι ἀρχιερεύς· διότι εἶναι γραμμένον: Νὰ μὴ κακολογήσῃς ἄρχοντα τοῦ λαοῦ σου». Ὅταν ὁ Παῦλος ἀντελήφθη ὅτι μία μερὶς ἦσαν Σαδδουκαῖοι καὶ ἡ ἄλλη Φαρισαῖοι, ἐφώναξε εἰς τὸ συνέδριον, «Ἄνδρες ἀδελφοί, ἐγὼ εἶμαι Φαρισαῖος, υἱὸς Φαρισαίου· διὰ τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν ἐγὼ δικάζομαι». Ὅταν εἶπε αὐτό, ἔγινε φιλονεικία μεταξὺ τῶν Φαρισαίων καὶ τῶν Σαδδουκαίων καὶ ἐδιχάσθηκε τὸ συνέδριον. – Οἱ μὲν Σαδδουκαῖοι λέγουν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάστασις οὔτε ἄγγελος οὔτε πνεῦμα, οἱ δὲ Φαρισαῖοι παραδέχονται καὶ τὰ δύο. – Ἔγινε θόρυβος μεγάλος καὶ σηκώθηκαν οἱ γραμματεῖς τῆς μερίδος τῶν Φαρισαίων καὶ φιλονεικοῦσαν λέγοντες, «Κανένα κακὸ δὲν βρίσκομε εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτόν. Ἐὰν τοῦ μίλησε κάποιο πνεῦμα ἢ κάποιος ἄγγελος, ἂς μὴ πολεμοῦμε ἐναντίον τοῦ Θεοῦ». Ἐπειδὴ δὲ ἔγινε μεγάλη φιλονεικία, ὁ χιλίαρχος ἐφοβήθηκε μήπως διασπαράξουν τὸν Παῦλον καὶ διέταξε τὸ στράτευμα νὰ κατεβῇ, νὰ τὸν πάρουν ἀπὸ αὐτοὺς διὰ τῆς βίας καὶ νὰ τὸν φέρουν εἰς τὸν στρατῶνα. Τὴν ἑπομένην νύχτα παρουσιάσθηκε εἰς αὐτὸν ὁ Κύριος καὶ τοῦ εἶπε, «Ἔχε θάρρος, Παῦλε. Διότι ὅπως ἔμαρτύρησες γιὰ μένα εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ, ἔτσι πρέπει νὰ δώσῃς μαρτυρίαν καὶ εἰς τὴν Ρώμην».

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


– Γέροντα, ὅταν ὁ Προφήτης Δαβὶδ ἔλεγε: «πνεύματι ἡγεμονικῷ στήριξόν με» , τί ζητοῦσε;
– Ὁ Δαβὶδ ζητοῦσε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τοῦ δώση διοικητικὸ χάρισμα, ἐπειδὴ εἶχε νὰ κυβερνήση ἀνθρώπους. Ἀλλὰ καὶ ὁ κάθε ἄνθρωπος χρειάζεται «πνεῦμα ἡγεμονικό», γιατὶ ἔχει νὰ κυβερνήση τὸν ἑαυτό του, γιὰ νὰ μὴν τὸν κάνουν κουμάντο τὰ πάθη του.
– Γέροντα, τί εἶναι τὰ πάθη;
– Ἐγὼ τὰ πάθη τὰ βλέπω σὰν δυνάμεις τῆς ψυχῆς. Ὁ Θεὸς δὲν δίνει ἐλαττώματα ἀλλὰ δυνάμεις . Ὅταν ὅμως δὲν ἀξιοποιοῦμε αὐτὲς τὶς δυνάμεις γιὰ τὸ καλό, ἔρχεται τὸ ταγκαλάκι, τὶς ἐκμεταλλεύεται καὶ γίνονται πάθη, καὶ ὕστερα γκρινιάζουμε καὶ τὰ βάζουμε μὲ τὸν Θεό. Ἐνῶ, ἂν τὶς ἀξιοποιήσουμε στρέφοντάς τες ἐναντίον τοῦ κακοῦ, μᾶς βοηθοῦν στὸν πνευματικὸ ἀγώνα. Ὁ θυμὸς λ.χ. δείχνει ὅτι ἡ ψυχὴ ἔχει ἀνδρισμό, ὁ ὁποῖος βοηθάει στὴν πνευματικὴ ζωή. Κάποιος ποὺ δὲν εἶναι θυμώδης καὶ δὲν ἔχει ἀνδρισμὸ δὲν μπορεῖ νὰ βάλη εὔκολα τὸν ἑαυτό του στὴν θέση του. Ὁ θυμώδης ἄνθρωπος, ἂν ἀξιοποιήση στὴν πνευματικὴ ζωὴ τὴν δύναμη ποὺ ἔχει, εἶναι σὰν ἕνα γερὸ αὐτοκίνητο ποὺ πιάνει τὴν εὐθεῖα καὶ κανεὶς δὲν τὸ φθάνει. Ἂν ὅμως δὲν τὴν ἀξιοποιήση καὶ ἀφήνη ἀνεξέλεγκτο τὸν ἑαυτό του, μοιάζει μὲ αὐτοκίνητο ποὺ τρέχει μὲ ὑπερβολικὴ ταχύτητα σὲ ἀνώμαλο δρόμο καὶ κάθε τόσο ἐκτροχιάζεται.
Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ γνωρίση τὶς δυνάμεις ποὺ ἔχει καὶ νὰ τὶς στρέψη στὸ καλό. Ἔτσι θὰ φθάση, μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ, σὲ καλὴ πνευματικὴ κατάσταση. Τὸν ἐγωισμὸ λ.χ. νὰ τὸν στρέψη ἐναντίον τοῦ διαβόλου καὶ νὰ μὴν τὸ βάζη κάτω, ὅταν πάη καὶ τὸν πειράζη. Τὴν τάση γιὰ φλυαρία νὰ τὴν ἁγιάση καλλιεργώντας τὴν εὐχή. Δὲν εἶναι καλύτερα νὰ μιλάη μὲ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ἁγιάζεται παρὰ νὰ φλυαρῆ καὶ νὰ ἁμαρτάνη; Ἀνάλογα δηλαδὴ μὲ τὸ πῶς θὰ χρησιμοποιήση ὁ ἄνθρωπος τὶς δυνάμεις τῆς ψυχῆς, μπορεῖ νὰ γίνη καλὸς ἢ κακός.

Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι Ε' , Πάθη και αρετές.