Τετάρτη 2 Οκτωβρίου 2019

Tι σημαίνουν τα λόγια «Σοι Κύριε».


Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

Στο τέλος κάποιων σύντομων προσευχών ο ιερέας καλεί τον λαό, για να παραδοθεί εντελώς στον Κύριο Χριστό λέγοντας: «εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Σ’ αυτό ο λαός άπαντα: «Σοί Κύριε».

Τούτα τα λόγια είναι πολύ σημαντικά, και μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε πολλές καταστάσεις στην ανθρώπινη ζωή.

Όταν έχεις υγεία και προκοπή στη δουλειά, ύψωσε την καρδιά σου και πες: «ευγνωμονώ Σοι Κύριε»!

Όταν οι άνθρωποι σου αποδίδουν τιμές και σε επαινούν, πες μέσα σου: «τούτο εγώ δεν το αξίζω, τούτο δεν ανήκει σε μένα αλλά Σοι Κύριε»!

Όταν συνοδεύεις τα παιδιά σου σε μαγαζί ή στο σχολείο ή στον στρατό, ευλόγησε τα από το κατώφλι του σπιτιού σου και πες: «τα παραδίδω για μέριμνα Σοι Κύριε»!

Όταν σου επιτίθεται ο ανθρώπινος φθόνος και η απιστία των φίλων, μην χάνεις το θάρρος με το πνεύμα σου και μην κρατάς την πικρία στην καρδιά σου, αλλά πες: «όλα αυτά τα παραδίνω στην κρίση και τη δικαιοσύνη Σοι Κύριε»!

Όταν ξεκινήσεις πίσω από το φέρετρο του πιο αγαπημένου σου ανθρώπου, βάδισε θαρραλέα όπως όταν φέρνεις δώρο στον καλύτερο φίλο σου, και πες: «αυτή την αγαπημένη ψυχή προσφέρω για δώρο Σοι Κύριε»!

Όταν μαζευτούν θολά σύννεφα των δαιμονικών πειρασμών, και μαρτύρια και αρρώστιες, μην απελπίζεσαι αλλά πες: «για τη βοήθεια και το έλεος απευθύνομαι Σοι Κύριε»!

Όταν ο άγγελος του θανάτου σταθεί δίπλα στην κλίνη σου, μην φοβηθείς -είναι φίλος- αλλά αποχαιρέτησε αυτό τον κόσμο και πες: «Την ψυχή μου μετανιωμένη παραδίδω στα χέρια Σοί Κύριε»!

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται, Εκδ. Εν πλω, σ.268-269)

Ο καλύτερος γιατρός του κόσμου


~ Γερόντισσα ἦταν. Γιαγιά! Μὲ δυνα­τὴ κράση. Πλησίαζε τὰ 80. Μὲ τρία καλὰ παιδιά, δυὸ γιατροὺς καὶ ἕ­ναν τραπεζικό, καὶ 7 ἐγγονάκια. Τὴν ἔλεγαν Χρυσούλα.

Καὶ στὴν καρδιά της χρυσὴ ἦταν. Γεννημένη νὰ ­ἐξυπηρετεῖ, νὰ προσ­φέρει, νὰ θυσιάζεται γιὰ ξένους καὶ δικούς της, μὰ πιὸ πολὺ γιὰ τὰ ἐγγονάκια της. Ἔμενε στὶς παρυφὲς τῆς Πάρνηθας, στὴν Ἱπποκράτειο Πολιτεία. Ἀγαποῦσε πολὺ τὸν Θεό. Τηροῦσε τὶς νηστεῖες. Μελετοῦσε τὴ Γραφὴ καὶ τοὺς Βίους τῶν Ἁγίων. Δὲν ἔλειπε ποτὲ ἀπὸ τὴν ἐκκλησία. Ἀγαπητὴ πρὸς ὅλους ἦ­ταν. Καὶ πάντα πρόσχαρη.

Ὅμως τὸν τελευταῖο καιρὸ ἡ γιαγιὰ Χρυ­σούλα εἶναι πονεμένη. Ἔπεσε ἀπὸ τὶς σκάλες καὶ χτύπησε. Πονάει πολὺ στὸ δεξιό της ὦμο. Ἔτρεξε σὲ γιατροὺς φημισμένους. Τῆς εἶπαν ὅλοι νὰ κάνει φυσικοθεραπεῖες καὶ νά ʼχει ὑπομονή. Ἕνας χρόνος πέρασε ἀπὸ τότε. Βελτίωση καμιά. Μᾶλλον χειροτέρευση βλέπει. Καὶ τὸ κυριότερο γιὰ τὴ γιαγιὰ Χρυσούλα εἶναι ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ προσφέρει χέρι βοήθειας στὰ ἐγγονάκια της ποὺ ὑπερ­αγαπᾶ καὶ τὴν ἔχουν τόσο ἀνάγκη.

Ὁ γιατρὸς ποὺ τὴν εἶδε τελευταῖα, τῆς εἶπε:

–Ἡ ἐγχείρηση τελικὰ θὰ σώσει τὸ χέρι σου. Γιὰ τρεῖς ἑβδομάδες μετὰ θὰ τὸ ἔχεις σὲ ἀκινησία. Θὰ χρειασθεῖ ὕστερα καὶ ἔντονη φυσικοθεραπεία. Πόσο ὅμως θὰ βελτιωθεῖ ἡ ὑγεία σου δὲν τὸ ξέρουμε.

Τί κάνει ἡ γιαγιά;

Σκέπτεται: «Τὸ χέρι μου εἶναι ἀνάπη­ρο. Δὲν ἔχω τίποτα νὰ χάσω. Ἂς χειρουργηθῶ καὶ ἂς γίνει ὅ,τι ὁ Θεὸς προσ­τάξει».

Ἡ ἐγχείρηση ἀποφασίσθηκε νὰ γίνει σὲ ἕνα μήνα. Καὶ ἡ γιαγιὰ κατέφυγε στὸ Θεὸ καὶ στοὺς φίλους τοῦ Θεοῦ, τοὺς Ἁγίους. Εἶχε ἀκούσει γιὰ τὸν ἅγιο Λουκᾶ, τὸν ἰατρό, τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Κριμαίας. Κάθε μέρα προσεύχεται μὲ πίστη στὸν ἅγιο Λουκᾶ. Ἔχει πάρει καὶ μιὰ εἰκόνα του καὶ τὴν κρατᾶ μὲ εὐλάβεια πάνω στὸ κεφάλι της τὴν ὥρα ποὺ προσεύχεται.

Κεῖνες τὶς μέρες τελείως συμπτωματικὰ στὴν ἐκκλησία, ὅπου ἐκκλησιαζόταν ἡ πρώτη της κόρη, εἶχαν φέρει γιὰ προσ­κύνηση τὰ ἱερὰ Λείψανα τοῦ ἁγίου Λουκᾶ Κριμαίας. Τό ᾿μαθε ἡ γιαγιὰ Χρυσούλα καὶ σκίρτησε ἀπὸ χαρά. «Ἦρθες κοντά μου, Ἅγιε», εἶπε. Ἔτρεξε καὶ ἀγκάλιασε μὲ πίστη τὰ ἱερὰ Λείψανα καὶ τ’ ἀσπάστηκε μὲ δάκρυα.

Εἶχε καὶ ἐπιθυμία μέσα της νὰ βρεῖ τὴν Παράκληση τοῦ Ἁγίου. Τὴν βρῆκε καὶ αὐτήν, τελείως συμπτωματικὰ στὴ δανειστικὴ βιβλιοθήκη στὸ γειτονικό τους Μοναστήρι. Δῶρο Θεοῦ ἦταν κι αὐτό. Καὶ ἄρχισε ἡ γιαγιὰ Χρυσούλα κάθε πρωὶ νὰ διαβάζει τὴν Παράκληση στὸν Ἅγιο. Καὶ νὰ συμπληρώνει καὶ τὴ δική της προσευχὴ μὲ ἔνταση φωνῆς καὶ δυνατὴ πίστη. Καὶ τοῦ ἔλεγε τοῦ Ἁγίου:

«Ἅγιέ μου Λουκᾶ. Ξέρω πὼς εἶσαι ὁ καλύτερος γιατρὸς τοῦ κόσμου. Θέλω νὰ κρατᾶς τὸ χέρι τοῦ γιατροῦ τὴν ὥρα τῆς ἐγχειρήσεως. Ἐσένα θέλω κοντά μου τὴν ὥρα ἐκείνη. Ἐσένα θέλω νὰ μὲ βοηθήσεις. Καί ’γὼ σοῦ ὑπόσχομαι ὅσο ζῶ, νὰ σοῦ διαβάζω κάθε μέρα τὴν Παράκλησή σου».

Πλησίαζαν οἱ μέρες γιὰ τὴν ἐγχείρηση. Κάποιο πρωινὸ ἡ γιαγιὰ Χρυσούλα μετὰ τὴν προσευχή της πῆγε στὴν κουζίνα νὰ κάνει τὸν καφέ της. Καὶ ξαφνικά – μόνη της ἦταν – ἄκουσε δυνατὴ βοή. Τί ἦταν αὐτό; ἀνεμοστρόβιλος; σεισμός; Τρομαγμένη ἔτρεξε ν’ ἀσφαλισθεῖ κάτω ἀπὸ τὸ κούφωμα τῆς μπαλκονόπορτας. «Παναγιά μου, Παναγιά μου! Σεισμός! Βοήθεια!», φώναξε.

Πῆρε ἀμέσως τηλέφωνο τὴν κόρη της.

– Εἰρήνη μου, ἄκουσες τίποτε; Ἔγινε σεισμὸς στὴν Πάρνηθα;

–Ὄχι, μάνα, μὴ φοβᾶσαι, δὲν ἔγινε, τὴν καθησύχασε ἡ κόρη της καὶ ἔκλεισε τὸ τηλέφωνο.

«Ἴσως νὰ ἔπεσε ἡ κεραία τοῦ ἀλεξικέραυνου ποὺ ἔχουμε στὴ στέγη», σκέφθηκε ἡ γιαγιά. Καὶ περίμενε τὸν γαμ­πρό της γιὰ νὰ τὸ ἐλέγξει τὸ μεσημέρι. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ἦταν στὴ θέση του.

Βράδιασε. Ἡ γιαγιὰ Χρυσούλα ἑτοιμάζεται νὰ προσευχηθεῖ. Ἅπλωσε ὅσο μποροῦσε τὸ χέρι της – ὅπως τό ᾿κανε κάθε βράδυ – γιὰ νὰ πάρει ἀπὸ τὸ κο­μοδίνο της τὸ προσευχητάρι της. Τὸ χέρι της ὅμως αὐτὴ τὴ φορὰ ἁπλώθηκε μὲ εὐκολία ὁλόκληρο, ἄνοιξε χωρὶς τὴν παραμικρὴ ἀκαμψία, χωρὶς πόνο. Δοκίμασε ξανὰ καὶ ξανά. Δὲν πίστευε σ’ αὐτὸ ποὺ ἔνιωθε. Τὸ ἄρρωστο, τὸ δεξί, τὸ δικό της ἄρρωστο χέρι εἶχε γίνει καλά, τελείως καλά, πιὸ καλὰ ἀπὸ τὸ ἄλλο. Ἔκανε μὲ εὐκολία τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ ἔφερε ἀστραπιαῖα στὸ νοῦ της τὰ θαυμαστὰ γεγονότα κείνης τῆς μέρας καὶ φώναξε μὲ δάκρυα μπροστὰ στὴν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου: «Θαῦμα! Ἅγιέ μου Λουκᾶ, μοῦ ἔκανες θαῦμα σήμερα. Σ’ εὐχαριστῶ, εὐεργέτη μου!».

Μὲ συγκρατημένη τὴ συγκίνησή της ἡ γιαγιὰ κοιμήθηκε ἥσυχα χωρὶς πόνο.Μὲ δοξολογία, μὲ θερμὴ δοξολογία. Καὶ τὸ πρωὶ εἰδοποίησε τὰ παιδιά της. Καὶ ἔτρεξαν. Καὶ εἶδαν. Καὶ βεβαιώθηκαν καὶ πίστεψαν καὶ αὐτὰ στὸ θαῦμα. Τὴν ἴδια μέρα ἔβγαλαν καινούργια ἀκτινογραφία. Καὶ ὅλα ἦταν πεντακάθαρα.

Ὁ καλύτερος γιατρὸς τοῦ κόσμου, ὁ ἅγιος Λουκᾶς ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κριμαίας, εἶχε ἐπέμβει πρὶν ἀπὸ τὸ χειρουργεῖο. Καὶ ὁ ὀρθοπεδικὸς ἀπόμεινε ἐκστατικὸς νὰ ἀπορεῖ καὶ νὰ θαυμάζει τὴ δύναμη τῶν Ἁγίων.

Καὶ ἡ γιαγιὰ ἡ Χρυσούλα δὲν παύει μὲ δάκρυα στὰ μάτια κάθε βράδυ νὰ κάνει τὴν εὐχαριστήρια Παράκληση στὸν Ἅ­γι­ο καὶ νὰ περιγράφει τὸ μεγάλο του θαῦ­μα, σὲ γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους, σὲ συγγενεῖς καὶ φίλους. Καὶ ὅλοι χαί­ρονται καὶ διδάσκονται γιὰ τὴ δύναμη πού ᾿χει ἡ Πίστη. Καὶ πιὸ πολὺ τὰ ἐγγονάκια τὰ 7 ποὺ ἔχουν νὰ τὸ λένε:

«Ἔχουμε Προστάτη στὴν οἰκογένειά μας τὸν καλύτερο Γιατρὸ τοῦ κόσμου, τὸν Ἅγιο Λουκᾶ, Ἀρχιεπίσκοπο Κριμαίας, καὶ μιὰ καλὴ γιαγιὰ ποὺ μᾶς φροντίζει καὶ μᾶς ἀγαπᾶ μὲ περισσὴ ἀγάπη».

πηγή:osotir.org

Όταν ο δαίμονας πήγε να με πνίξει!


Όταν με πήραν στο στρατό, η μητέρα μου, μου είπε: «Βasya, όταν αισθάνεστε άσχημα εκεί, να θυμάσαι τον Κύριο …» «Σιγά », μουρμούρισα .

Ήμουν άπιστος. Και τώρα πιστεύω, όχι αρκετά, αλλά πιστεύω – ξέρω, βοηθά ο Θεός.
Καταλήξαμε σε ένα πλοίο όπου έπρεπε να κάνουμε κάποιες μετατροπές γενικά σε ένα μέρος κοντά σε ακτή. Κάποτε βρισκόμουν στην πάνω κουκέτα και ξαφνικά – ο δαίμονας άρχισε να με καταπνίγει … – Έχετε δει τον δαίμονα; –

Όχι. Είναι σχεδόν αόρατος , αλλά τον αισθάνεστε όταν είναι. Δεν ήταν ακόμα σκοτεινά , δεν κοιμήθηκα, αλλά ήθελα μόνο να πεθάνω, καθώς ένας δαίμονας με άρπαξε από το λαιμό. Ποτέ δεν μου είχε ξανασυμβει . Δεν ήξερα τι να κάνω. Πνιγμένος ήδη, θυμήθηκα τα λόγια της μητέρας μου:

«Θυμηθείτε τον Κύριο». Και εγώ μέσα μου φώναξα: – Κύριε, έλεος!

Και τότε ο δαίμονας πέταξε μακριά από μένα. Όχι, δεν τον είδα, αλλά ταυτόχρονα τον είδα κάπως: μια σκοτεινή μπάλα, όπως ο καπνός, αλλά ζωντανός.

Τότε ήρθα στα συναισθήματά μου και ήθελα να σηκωθώ όρθιος από το κρεβάτι και , ξαφνικά τη δεύτερη φορά με άρπαξε πάλι από το λαιμό. Όχι, όχι στη φαντασία, αλλά κυριολεκτικά, αρπαγμένος από το λαιμό, πολύ οδυνηρό. Τότε δεν περίμενα, αμέσως προσευχηθηκα στον Θεό:

– Κύριε, έλεος! Βοήθεια!

Και ο δαίμονας πέταξε αμέσως. Σε μια στιγμή, έγινε γρήγορα.

Αλλά εδώ, δεν θα το πιστέψετε, υπήρξε ένα βρυχηθμός – ο σύντροφός μου ο Νικόλας έπεσε πάνω στο ντουλάπι. Δηλαδή ο Νικόλας έπεσε από την κατώτερη κουκέτα στο ντουλάπι κάτω από την κουκέτα του και συνέχισε να κοιμάται, διπλώντας τα χέρια του πάνω στο στήθος του! Σύμφωνα με τους νόμους της φυσικής, αυτό είναι αδύνατο: έπρεπε να πέσει στο άνοιγμα μεταξύ των κουκετών, και έπεσε διαγωνίως στο ντουλάπι.

Καταλαβαίνετε; Και κοιμόταν Πηγαίνω προς αυτόν, τον ξυπνάω :

– Νικόλα , πώς βρεθηκατε εδώ; Πώς πέσατε;

Ξύπνησε και δεν καταλαβαινε τίποτα πώς αυτός βρέθηκε στο ντουλάπι και ακόμα δεν ειχε ξυπνήσει

Αυτή είναι η ιστορία όταν ο Θεός οδήγησε έναν δαίμονα μακριά από μένα και ένας δαίμονας επιτέθηκε στον γείτονά μου.

Πηγή: Ορθόδοξα θαύματα τον 20ό αιώνα. ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΜΑΡΤΥΡΩΝ.
apantaortodoxias
yiorgosthalassis.blogspot.com

Διδακτική ιστορία: Τα τρία ερωτήματα – Του Λέοντος Τολστόϊ


Σχόλιο: Διδακτική ιστορία με πολλούς αποδέκτες!
Μία φορὰ καὶ ἕναν καιρό, ἕνας βασιλιὰς σκέφτηκε ὅτι ἂν ἤξερε πάντοτε τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ ν᾿ ἀρχίζει κάτι, ἂν ἤξερε ποιοὶ εἶναι οἱ κατάλληλοι ἄνθρωποι γιὰ ν᾿ ἀκούει καὶ ποιοὶ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θάπρεπε ν᾿ ἀποφεύγει καὶ πάνω ἀπὸ ὅλα ἂν ἤξερε πάντοτε ποιὸ εἶναι τὸ σημαντικότερο πράγμα νὰ κάνει, δὲ θὰ ἀποτύχαινε σὲ ὅ,τι ἐπιχειροῦσε.Καὶ ὅταν τοῦ ἦρθε αὐτὴ ἡ σκέψη, φρόντισε νὰ διακηρυχθεῖ σὲ ὁλόκληρο τὸ βασίλειό του ὅτι θὰ ἔδινε σπουδαία ἀμοιβὴ σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ θὰ τοῦ μάθαινε ποιὰ εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, ποιοὶ εἶναι οἱ πιὸ ἀναγκαῖοι ἄνθρωποι καὶ πὼς θὰ μποροῦσε νὰ ξέρει ποιὸ εἶναι τὸ πιὸ σπουδαῖο πράγμα νὰ κάνει.

Καὶ ἦλθαν σοφοὶ ἄνθρωποι στὸ βασιλιά, ἀλλὰ ὅλοι ἔδωσαν διαφορετικὲς ἀπαντήσεις στὰ ἐρωτήματα.

Σ᾿ ἀπάντηση τοῦ πρώτου ἐρωτήματος, μερικοὶ εἶπαν ὅτι γιὰ νὰ ξέρει κανεὶς τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, πρέπει νὰ φτιάξει προκαταβολικὰ ἕνα πρόγραμμα ἡμερῶν, μηνῶν καὶ ἐτῶν καὶ νὰ τὸ ἀκολουθήσει πιστά. Μόνον ἔτσι, εἶπαν αὐτοί, θὰ μποροῦσε νὰ γίνει τὸ κάθε τί στὴν κατάλληλη στιγμή.

Ἄλλοι δήλωσαν ὅτι θὰ ἦταν ἀδύνατο ν᾿ ἀποφασίσει κανεὶς ἐκ τῶν προτέρω τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, ἀλλὰ ἂν δὲν ἀφήσει τὸν ἑαυτό του νὰ ἀπορροφηθεῖ σὲ μάταιες ἐνασχολήσεις, θὰ μποροῦσε πάντοτε νὰ προσέχει τί συμβαίνει καὶ τότε νὰ κάνει ὅ,τι θὰ ἦταν ἀναγκαῖο.

Ἄλλοι πάλι εἶπαν, ὅτι ὅσο κι ἂν πρόσεχε ὁ βασιλιὰς ὅ,τι συνέβαινε, θὰ ἦταν ἀδύνατο σὲ ἕναν ἄνθρωπο νὰ ἀποφασίζει σωστὰ ποιὰ εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, γι᾿ αὐτὸ θἄπρεπε νὰ ἔχει ἕνα συμβούλιο ἀπὸ σοφοὺς ἀνθρώπους, ποὺ θὰ τὸν βοηθοῦσαν νὰ καθορίσει τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε τί.

Ἀλλὰ πάλι, ἄλλοι τοῦ εἶπαν ὅτι ὑπάρχουν ὁρισμένα πράγματα ποὺ δὲ θὰ μποροῦσαν νὰ περιμένουν νὰ ἐξεταστοῦν ἀπὸ ἕνα συμβούλιο καὶ γιὰ τὰ ὁποῖα πρέπει κανεὶς νὰ ἀποφασίσει ἀμέσως ἂν θὰ τὰ ἐπιχειρίσει ἢ ὄχι.

Γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ὅμως κανεὶς νὰ τὸ ἀποφασίσει αὐτό, πρέπει νὰ ἐκ τῶν προτέρων νὰ γνωρίζει τί πρόκειται νὰ συμβεῖ. Μόνο μάγοι μποροῦν νὰ τὸ κάνουν αὐτὸ καὶ γι᾿ αὐτό, γιὰ νὰ ξέρει κανεὶς τὴν κατάλληλη στιγμὴ γιὰ κάθε ἐνέργεια, πρέπει νὰ συμβουλεύεται μάγους.

Ἐξ ἴσου ποικίλες ἦταν οἱ ἀπαντήσεις καὶ στὸ δεύτερο ἐρώτημα. Μερικοὶ εἶπαν ὅτι οἱ ἄνθρωποι ποὺ χρειάζεται περισσότερο ὁ βασιλιὰς εἶναι οἱ σύμβουλοί του, ἄλλοι οἱ ἱερεῖς, ἄλλοι οἱ γιατροί, ἐνῶ ἄλλοι εἶπαν ὅτι πιὸ ἀναγκαῖοι εἶναι οἱ πολεμιστές.

Στὸ τρίτο ἐρώτημα γιὰ τὸ ποιὰ εἶναι πιὸ σπουδαία ἐνασχόληση, μερικοὶ ἀπάντησαν ὅτι πιὸ σπουδαῖο πράγμα στὸ κόσμο εἶναι οἱ ἐπιστῆμες. Ἄλλοι εἶπαν ὅτι εἶναι ἡ πολεμικὴ ἐπιδεξιότητα, καὶ ἄλλοι πάλι ὅτι εἶναι ἡ θρησκευτικὴ λατρεία.

Ὅλες οἱ ἀπαντήσεις ἦταν διαφορετικὲς καὶ ὁ βασιλιὰς δὲ συμφώνησε σὲ καμιὰ ἀπ᾿ αὐτὲς καὶ σὲ καμιὰ δὲν ἔδωσε σημασία. Ἀλλὰ θέλοντας ἀκόμη νὰ βρεῖ τὶς σωστὲς ἀπαντήσεις, ἀποφάσισε νὰ συμβουλευτεῖ ἕναν ἐρημίτη πολὺ γνωστὸ γιὰ τὴν σοφία του.

Ὁ ἐρημίτης ζοῦσε σ᾿ ἕνα δάσος ἀπ᾿ τὸ ὁποῖο δὲν ἀπομακρυνόταν ποτὲ καὶ δὲ δεχόταν παρὰ τοὺς ἁπλοὺς ἀνθρώπους. Ἔτσι ὁ βασιλιὰς ντύθηκε ἁπλὰ ροῦχα καὶ πρὶν φτάσει στὸ κελὶ τοῦ ἐρημίτη, κατέβηκε ἀπ᾿ τ᾿ ἄλογό του, ἄφησε πίσω τὴ φρουρά του καὶ πῆγε μόνος του.

Ὅταν πλησίασε ὁ βασιλιάς, ὁ ἐρημίτης ἔσκαβε τὴ γῆ μπροστὰ στὴν καλύβα του. Ὅταν εἶδε τὸ βασιλιά, τὸν χαιρέτησε καὶ συνέχισε νὰ σκάβει. Ὁ ἐρημίτης ἦταν ἄνθρωπος ἀσθενικὸς καὶ ἀδύνατος καὶ κάθε φορὰ ποὺ σφήνωνε τὴν ἀξίνα του στὴν γῆ γιὰ νὰ σηκώσει λίγο χῶμα, ἀνάπνεε βαριά.

Ὁ βασιλιὰς τὸν πλησίασε καὶ τοῦ εἶπε: «Ἦρθα σὲ σένα σοφὲ ἐρημίτη γιὰ νὰ σὲ ρωτήσω τρία πράγματα: Πῶς θὰ μάθω νὰ κάνω τὸ κατάλληλο πράγμα στὴν κατάλληλη στιγμή, ποιοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ χρειάζομαι περισσότερο καὶ ἑπομένως ποιοὺς θὰ πρέπει νὰ προσέχω περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ ποιὲς ὑποθέσεις εἶναι πιὸ σπουδαῖες καὶ χρειάζονται περισσότερο προσοχή»;

Ὁ ἐρημίτης ἄκουσε τὸ βασιλιά, ἀλλὰ δὲν ἔδωσε καμιὰ ἀπάντηση. Μόνο ἔφτυσε στὶς παλάμες του καὶ ξανάρχισε τὸ σκάψιμο.

«Εἶσαι κουρασμένος», εἶπε ὁ βασιλιάς, «ἄσε μὲ νὰ πάρω τὴν ἀξίνα καὶ νὰ δουλέψω ἐγὼ λίγο γιὰ σένα».

«Εὐχαριστῶ», εἶπε ὁ ἐρημίτης καὶ δίνοντας τὴν ἀξίνα στὸ βασιλιὰ κάθησε κάτω στὸ χῶμα.

Ὅταν ἔσκαψε ὁ βασιλιὰς δύο αὐλάκια, σταμάτησε καὶ ἐπανέλαβε τὰ ἐρωτήματά του. Ὁ ἐρημίτης καὶ πάλι δὲν ἀπάντησε, ἀλλὰ σηκώθηκε, ἅπλωσε τὸ χέρι του νὰ πάρει τὴν ἀξίνα καὶ εἶπε:

«Ξεκουράσου τώρα λίγο καὶ ἄσε μένα νὰ δουλέψω λιγάκι».

Ὁ βασιλιὰς ὅμως δὲν τοῦ ἔδωσε τὴν ἀξίνα καὶ συνέχισε νὰ σκάβει. Πέρασε μία ὥρα καὶ ἄλλη μία.

Ὁ ἥλιος ἄρχισε νὰ δύει πίσω ἀπ᾿ τὰ δέντρα καὶ ὁ βασιλιὰς στὸ τέλος σφήνωσε τὴν ἀξίνα στὸ χῶμα καὶ ἔιπε: «Ἦρθα σὲ σένα σοφὲ ἄνθρωπε γιὰ μία ἀπάντηση στὰ ἐρωτήματά μου. Ἂν δὲν μπορεῖς νὰ μοῦ δώσεις καμιά, πές το μου νὰ γυρίσω στὸ σπίτι μου».

«Νά, κάποιος ἔρχεται τρέχοντας», εἶπε ὁ ἐρημίτης. «Ἂς δοῦμε ποιὸς εἶναι».

Ὁ βασιλιὰς γύρισε καὶ εἶδε ἕνα γενειοφόρο ἄνδρα νὰ ἔρχεται τρέχοντας ἀπὸ τὸ δάσος, σφίγγοντας μὲ τὰ χέρια του τὸ στομάχι του, ἀπ᾿ τὸ ὁποῖο ἔτρεχε ποτάμι τὸ αἷμα. Ὅταν πλησίασε τὸ βασιλιά, ἔπεσε λιπόθυμος στὸ χῶμα βγάζοντας ἕναν ἐλαφρὺ ἀναστεναγμό.

Ὁ βασιλιὰς καὶ ὁ ἐρημίτης ξεκούμπωσαν τὰ ροῦχα του.

Ὑπῆρξε ἕνα μεγάλο τραῦμα στὸ στομάχι του. Ὁ βασιλιὰς τὸ ἔπλυνε ὅσο καλλίτερα μποροῦσε καὶ τὸ ἔδεσε μὲ τὸ μαντήλι του καὶ μὲ μία πετσέτα ποὺ τοὔδωσε ὁ ἐρημίτης.

Ἀλλὰ τὸ αἷμα δὲ σταματοῦσε νὰ τρέχει καὶ ὁ βασιλιὰς ξανὰ καὶ ξανὰ ἄλλαζε τὸν ἐπίδεσμο, μουσκεμένο ἀπὸ καυτὸ αἷμα, τὸν ἔπλενε καὶ ξανάδενε τὸ τράυμα. Ὅταν σταμάτησε νὰ τρέχει τὸ αἷμα, ὁ πληγωμένος συνῆλθε καὶ ζήτησε κάτι νὰ πιεῖ.

Ὁ βασιλιὰς ἔφερε φρέσκο νερὸ καὶ τοῦ τὸ ἔδωσε. Στὸ μεταξὺ ὁ ἥλιος ἔδυσε καὶ ἄρχισε νὰ κρυώνουν. Ἔτσι ὁ βασιλιὰς μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ἐρημίτη μετέφερε τὸν πληγωμένο στὴν καλύβα καὶ τὸν ξάπλωσε στὸ κρεβάτι.

Ὅταν ξάπλωσε στο κρεβάτι ὁ πληγωμένος, ἔκλεισε τὰ μάτια του καὶ ἡσύχασε, ἀλλὰ ὁ βασιλιὰς ἦταν τόσο κουρασμένος ἀπ᾿ τὸ περπάτημα καὶ τὴ δουλειὰ ποὺ εἶχε κάνε, ποὺ κάθησε στὸ κατώφλι καὶ τὸν πῆρε καὶ αὐτὸν ὁ ὕπνος τόσο βαθιά, ὥστε κοιμήθηκε συνέχεια ὅλη τὴν καλοκαιριάτικη νύχτα.

Ὅταν ξύπνησε τὸ πρωί, πέρασε πολλὴ ὥρα πρὶν μπορέσει νὰ θυμηθεῖ ποὺ ἦταν, ἢ ποιὸς ἦταν ὁ ἄγνωστος γενειαφόρος ἄνδρας ποὺ ἦταν ξαπλωμένος στὸ κρεβάτι καὶ τὸν κοίταζε ἔντονα καὶ μὲ φλογισμένα μάτια.

«Συγχώρεσέ με», εἶπε ὁ γενειαφόρος ἄνδρας μὲ μία ἀσθενικὴ φωνή, ὅταν εἶδε ὅτι ὁ βασιλιὰς εἶχε ξυπνήσει καὶ τὸν κοίταζε.

«Δὲ σὲ ξέρω καὶ δὲν ἔχω τίποτε νὰ σοῦ συγχωρήσω», εἶπε ὁ βασιλιάς.

«Ἐσὺ δὲ μὲ ξέρεις, ἀλλὰ ἐγὼ σὲ ξέρω. Εἶμαι αὐτὸς ὁ ἐχθρός σου ποὺ ὁρκίστηκε νὰ πάρει ἐκδίκηση ἀπὸ σένα, γιατὶ ἐκτέλεσες τὸν ἀδελφό του καὶ κατάσχεσες τὴν περιουσία του.

Ἤξερα πὼς εἶχες πάει μόνος σου νὰ δεῖς τὸν ἐρημίτη καὶ ἀποφάσισα νὰ σὲ σκοτώσω στὴν ἐπιστροφή. Ἀλλὰ πέρασε ἡ ἡμέρα καὶ δὲν γύρισες.

Ἔτσι βγῆκα ἀπ᾿ τὴν ἐνέδρα μου καὶ ἔπεσα στοὺς φρουρούς σου καὶ αὐτοὶ μὲ ἀναγνώρισαν καὶ μὲ τραυμάτισαν. Τοὺς ξέφυγα, ἀλλὰ θὰ εἶχα πεθάνει ἀπ᾿ τὴν αἱμορραγία, ἂν ἐσὺ δὲν εἶχες φροντίσει τὸ τραῦμα μου.

Ἐγὼ ἤθελα νὰ σὲ σκοτώσω κι ἐσὺ μοῦ ἔσωσες τὴν ζωή. Τώρα, ἂν ζήσω, κι ἂν τὸ θέλεις κι ἐσύ, θὰ σὲ ὑπηρετήσω σὰν ὁ πιὸ πιστός σου σκλάβος καὶ θὰ ζητήσω ἀπ᾿ τοὺς γιούς μου νὰ κάνουν τὸ ἴδιο. Συγχώρεσέ με».

Ὁ βασιλιὰς ἦταν πολὺ εὐχαριστημένος ποὺ εἶχε συμφιλιωθεῖ τόσο εὔκολα μὲ τὸν ἐχθρό του καὶ ποὺ εἶχε κάνει ἕνα φίλο καὶ ὄχι μόνο τὸν συγχώρεσε, ἀλλὰ εἶπε ὅτι θὰ ἔστελνε τοὺς ὑπηρέτες του καὶ τὸ προσωπικό του γιατρὸ νὰ τὸν φροντίσουν καὶ ὑποσχέθηκε νὰ τοῦ ξαναδώσει τὴν περιουσία του.

Ἀφοῦ ἔφυγε ἀπ᾿ τὸν πληγωμένο ὁ βασιλιάς, πῆγε ἔξω στὸν ἐξώστη καὶ κοίταξε τριγύρω νὰ βρεῖ τὸν ἐρημίτη. Ἤθελε πρὶν φύγει, νὰ τὸν παρακαλέσει ἀκόμη μία φορὰ νὰ ἀπαντήσει στὰ ἐρωτήματα ποὺ τοῦ εἶχε κάνει.

Ὁ ἐρημίτης ἦταν ἔξω γονατισμένος καὶ φύτευε σπόρους στ᾿ αὐλάκια πού ῾χαν σκαφτεῖ τὴν προηγούμενη μέρα.

Ὁ βασιλιὰς τὸν πλησίασε καὶ τοῦ εἶπε: «Γιὰ τελευταία φορὰ σὲ παρακαλῶ ἀπάντησε στὰ ἐρωτήματά μου, σοφὲ ἄνθρωπε». «Μὰ ἔχουν ἤδη ἀπαντηθεῖ», εἶπε ὁ ἐρημίτης, σκύβοντας ἀκόμα στ᾿ ἀδύνατα πόδια του καὶ κοιτάζοντας πρὸς τὸ βασιλιὰ ποὺ στεκόταν μπροστά του.

«Πῶς ἀπαντήθηκαν; Τί ἐννοεῖς;», εἶπε ὁ βασιλιάς.

«Δὲ βλέπεις;», ἀπάντησε ὁ ἐρημίτης. «Ἂν δὲν εἶχες λυπηθεῖ χθὲς τὴν ἀδυναμία μου καὶ δὲν εἶχες σκάψει γιὰ μένα τ᾿ αὐλάκια, ἀλλὰ εἶχες φύγει, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος θὰ σοῦ εἶχε ἐπιτεθεῖ καὶ θὰ εἶχες μετανοιώσει ποὺ δὲν ἔμεινες μαζί μου.

Ἔτσι ἡ πιὸ σπουδαία στιγμὴ ἦταν ὅταν ἔσκαβες τ᾿ αὐλάκια, κι ἐγὼ ἤμουν ὁ πιὸ σπουδαῖος ἄνθρωπος καὶ τὸ νὰ μοῦ κάνεις καλὸ ἦταν ἡ πιὸ σπουδαία δουλειά. Ὕστερα, ὅταν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦρθε σὲ μᾶς, ἡ πιὸ σπουδαία στιγμὴ ἦταν ὅταν τὸν φρόντιζες, γιατὶ ἂν δὲν εἶχες δέσει τὸ τραῦμα του, θὰ πέθαινε χωρὶς νὰ συμφιλιωθεῖ μαζί σου.

Ἔτσι αὐτὸς ἦταν ὁ πιὸ σπουδαῖος ἄνθρωπος καὶ αὐτὸ ποὺ ἔκανες γι᾿ αὐτὸν ἦταν ἡ πιὸ σπουδαία δουλειά. Νὰ θυμᾶσαι λοιπόν: Ὑπάρχει μόνο μία στιγμὴ ποὺ εἶναι ἡ πιὸ σπουδαία, τὸ παρόν.

Εἶναι ἡ πιὸ σπουδαία στιγμή, γιατὶ εἶναι ἡ μόνη πάνω στὴν ὁποία ἔχεις κάποια δύναμη. Ὁ πιὸ ἀναγκαῖος ἄνθρωπος εἶναι αὐτὸς μαζὶ μὲ τὸν ὁποῖο βρίσκεσαι, γιατὶ κανένας ἄνθρωπος δὲν ξέρει ἂν θὰ ἔχει ποτὲ πάρε-δῶσε μὲ κάποιον ἄλλο. Καὶ τὸ πιὸ σπουδαῖο πράγμα εἶναι νὰ τοῦ κάνεις καλό, γιατὶ μόνο γι᾿ αὐτὸ τὸ σκοπὸ ἔχεις ἔλθει σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο!».

Τώρα λοιπὸν βλέπεις ὅτι πρέπει νὰ τρέχεις συνεχῶς γιὰ νὰ παραμένεις στὴν ἴδια θέση. Ἂν θέλεις νὰ πᾶς κάπου ἀλλοῦ θὰ πρέπει νὰ τρέχεις τουλάχιστον δύο φορὲς περισσότερο

Πηγή: https://agiameteora.net/
Πηγή: http://www.agiotopia.gr/2019/09/blog-post_86.html#ixzz60jwWbX9B

Το όραμα του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου για τον Άγιο Ισαάκ τον Σύρο


Ὑπάρχουν καὶ κάποιοι ποὺ ἀκόμη ἀμφιβάλλουν γιὰ τὴν ὀρθοδοξότητα τοῦ ἀββᾶ Ἰσαάκ. Δὲν θὰ κάνουμε ἐδῶ ἀνάλυση τῶν λόγων γιὰ τοὺς ὁποίους ἀμφισβητήθηκε ἀπὸ ἐρευνητὲς κυρίως τῆς δύσης ἡ ἁγιότητα τοῦ ἀββᾶ Ἰσαάκ.
Πνευματικὴ ἀπάντηση στὸ ζήτημα αὐτὸ δίνει τὸ παρακάτω περιστατικὸ ποὺ περιγράφεται στὸ βίο τοῦ αγίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου:
'Καθισμένος στὸ πεζούλι ἔξω ἀπὸ τὴν Σταυρονικήτα συζητοῦσε ὁ Γέροντας μὲ προσκυνητές. Κάποιος θεολόγος ὑποστήριζε ὅτι ὁ ἀββὰς ὁ Ἰσαὰκ ὁ Σύρος ἦταν Νεστοριανός. Ἐπανελάμβανε δυστυχῶς τὶς γνωστὲς δυτικὲς ἀντιλήψεις.
Ὁ π. Παΐσιος προσπαθοῦσε νὰ τοὺς πείσει ὅτι εἶναι ὄχι μόνο ὀρθόδοξος, ἀλλὰ καὶ Ἅγιος, καὶ ὅτι οἱ ἀσκητικοί του Λόγοι ἔχουν πολλὴ χάρι καὶ δύναμη, ἀλλὰ ματαίως. Ὁ θεολόγος ἐπέμεινε πεισματικὰ στὶς ἀπόψεις του. 
Ἔφυγε ὁ άγιος γιὰ τὸ Καλύβι του λυπημένος καὶ προσευχόμενος.
Ὅταν προχώρησε λίγο καὶ ἔφθασε στὸ σημεῖο ποὺ εἶναι ὁ μεγάλος πλάτανος, ''κάτι τοῦ συνέβη'', ὅπως εἶπε, χωρὶς νὰ θελήσει νὰ ἐξηγήσει τί ἀκριβῶς ἦταν αὐτό.
Σύμφωνα μὲ μαρτυρία εἶδε Ἰσαάκ ὅραμα τὸν χορὸ τῶν ὁσίων Πατέρων νὰ περνᾶ ἀπὸ μπροστά του. Κάποιος ἀπὸ αὐτοὺς σταμάτησε καὶ τοῦ εἶπε: ''Εἶμαι ὁ Ἰσαὰκ ὁ Σύρος. Εἶμαι ὀρθοδοξότατος. Πράγματι ὑπῆρχε στὴν περιοχή μου ἡ αἵρεση τοῦ Νεστορίου, ἀλλὰ ἐγὼ τὴν καταπολέμησα''.
Παλαιότερα ἡ μνήμη του αγίου Ἰσαὰκ γιορταζόταν μαζὶ μὲ τὴ μνήμη τοῦ ὁσίου Ἐφραὶμ τοῦ Σύρου στὶς 28 Ἰανουαρίου. Σήμερα ὅμως οἱ περισσότεροι Ἁγιορεῖτες ἀλλὰ καὶ πολλοὶ πιστοὶ στὸν κόσμο γιορτάζουν πανηγυρικὰ τὸν ἀββᾶ Ἰσαὰκ στὶς 28 Σεπτεμβρίου.

Τα παιδιά καλούνται με βία να γίνουν μικρομέγαλα


 Η μικρούλα πάλευε αρκετή ώρα να το ζωγραφίσει. Στο τέλος με ένα πλατύ χαμόγελο παρέδωσε το έργο της. Το τεράστιο πλεονέκτημα ενός δασκάλου: η συμμετοχή του στην παιδική αθωότητα.
  Αυτή η παιδικότητα είναι στόχος να απομειωθεί, να περιοριστεί, να εξαφανιστεί. Πολλά, πλέον, δείχνουν αυτή την τάση.
 Τα παιδιά καλούνται με βία να γίνουν μικρομέγαλα.
 Να χάσουν κάθε αξία που υπάρχει μέσα τους. 
Να καταναλώνουν άκριτα τα πάντα. 
Να αποκτήσουν ροπές σεξουαλικές από την παιδική ηλικία ακόμα, χωρίς να κατανοούν τι βλέπουν. 
Να μην εκφράζονται, μόνο μηχανιστικά να ακολουθούν. 
Να φοβούνται από μικρά.
 Να μην έχουν Θεό. 
 Μιλάμε για την επόμενη γενιά και τις νέες ιδέες που θέλουμε από αυτή. Μα δεν πρόκειται, αγαπητοί μου, για θέμα ηλικίας. Όλο το θέμα έγκειται στο μέγεθος της αλλοτρίωσης που έχουν τα παιδιά από νωρίς... Με ποιον νου θα σκεφτούν; Ποια καρδιά θα έχουν; Αυτή που θα κομματιάζεται στον αριθμό των παθών τους; Ποια ικμάδα θα έχει, άραγε, μείνει; Οι γονείς συνυπεύθυνοι στο έγκλημα που επιτελείται. Ποιο έγκλημα ;Μα αυτό, της δημιουργίας ανάπηρων πνευματικά παιδιών που χωρίς πυξίδα θα ταλαιπωρούν τον εαυτό τους και τους γύρω τους...

Νικόλαος Ταμπουρέας

Μας δίνονται πολλές ευκαιρίες


Είμαστε πολύ αλλόκοτα πλάσματα, και αναρωτιόμαστε συχνά για όλα τα μυστήρια που μας περιβάλλουν. Ξέρουμε κάποια πράγματα για τον κόσμο, αλλά πραγματικά αυτά είναι πολύ λίγα. 

Είμαστε ένα μυστήριο και για τον ίδιο τον εαυτό μας. «Ποιοί είμαστε και τι είμαστε;», αναρωτιόμαστε. 

Το χρονικό φάσμα της ζωής μας είναι πολύ μικρό, αλλά ακόμα και κατά τη διάρκεια αυτής της μικρής περιόδου, μας δίνονται πολλές ευκαιρίες για να τελειοποιήσουμε τον εαυτόν μας στο αγαθό και να τον στρέψουμε προς το απόλυτο Αγαθό.

Γέροντας Θαδδαίος της Βιτόβνιτσα
http://inpantanassis.blogspot.com/2019/10/blog-post_75.html