Δευτέρα 1 Ιουλίου 2019

Δεν έχω τίποτα άλλο να προσφέρω στον Άγιο


Ένα περιστατικὸ απὸ τη ζωὴ του Αγίου Ιουστίνου Πόποβιτς. Του μεγάλου αυτού Σέρβου Θεολόγου και προσφάτως αναγνωρισθέντος Αγίου της Εκκλησίας, που γνώριζε Ελληνικά.

Πρέπει να ήταν το έτος 1929, δηλαδὴ όταν ο Άγιος ήταν σε ηλικία 35 ετών. Ήταν καλοκαίρι, και ξεκίνησε απὸ το Βράνιε με προορισμὸ το Μοναστήρι του Αγίου Προχόρου. Πήγαινε συχνὰ στο Μοναστήρι αυτό, με το οποίο και είχε ιδιαίτερο σύνδεσμο, γιατὶ είχε μεγάλη αγάπη στον Άγιο Πρόχορο. Ήταν ήδη Καθηγητὴς Πανεπιστημίου στη Θεολογικὴ Σχολὴ στο Βελιγράδι.

Ο δρόμος μέχρι το Μοναστήρι ήταν δύσβατος και γι’ αυτὸ αρκετὰ κουραστικός. Ο Άγιος, για να υπερνικά αυτὲς τις δυσκολίες, χρησιμοποιούσε κάποιο απλὸ αυτοκίνητο, για να διασχίσει τον βουνήσιο δρόμο, που οδηγούσε στο Μοναστήρι.

Σε μιὰ λοιπὸν τέτοια επίσκεψή του συνάντησε στο δρόμο του, μιὰ γερόντισσα, κι αμέσως κατάλαβε ότι κι αυτὴ κατευθυνόταν με τα πόδια προς το Μοναστήρι. Τότε ο Άγιος έκανε νόημα στον οδηγὸ να σταματήσει και προσκάλεσε τη γριούλα να ανέβει στο αυτοκίνητο, γιατί, όπως της εξήγησε, κι εκείνος πήγαινε όπου και αυτή.

– Σ’ ευχαριστώ, παιδί μου, του απάντησε η γριούλα, αλλὰ εγὼ είμαι φτωχή.

Ο Άγιος τότε της χαμογέλασε και τη διαβεβαίωσε ότι δεν θα πλήρωνε τίποτε, μιὰ και το αυτοκίνητο ήταν νοικιασμένο απὸ εκείνον.

Τότε η γερόντισσα, του είπε:

– Δεν το ‘πα γι’ αυτό, παιδί μου. Αλλὰ επειδὴ εγὼ είμαι φτωχή, δεν έχω τίποτα άλλο να προσφέρω στον Άγιο, πέρα απὸ τον κόπο μου αυτό.

Τότε ο Άγιος χτύπησε μεμιάς το μέτωπό του ως ένδειξη κατάπληκτου θαυμασμού και μονολόγησε:

– Αχ, Ιουστίνε, έγινες Καθηγητὴς Θεολογίας, κι όμως! Την ευσέβεια αυτής της γερόντισσας απέχεις πολὺ, για να τη φτάσεις..

Στράφηκε τότε και πάλι στον οδηγό. Τον πλήρωσε, κατέβηκε απὸ το αυτοκίνητο και συνέχισε πεζὸς μαζὶ με τη γριούλα, τον υπόλοιπο δρόμο έως το Μοναστήρι.

sostis.gr

Ανώνυμος ασκητής αποκαλύπτει δι’ ονείρου τα λείψανά του


Δύο σεβαστοί Γέροντες Λαυριώτες[1] την Τρίτη της Διακαινησίμου περί το έτος 1982, μετά την Λιτανεία και τον Αγιασμό που γίνεται στον αρσανά της Μεγίστης Λαύρας, πήραν το καραβάκι της Ιερισσού και απεβιβάσθησαν στον Αρσανά της Μονής Χιλανδαρίου, και κατόπιν με τρακτέρ που έστειλεν η Μονή μετεφέρθησαν σ’ αυτήν για προσκυνηματικούς λόγους, όπου και διανυκτέρευσαν.

Ο μακαριστός σήμερα Ηγούμενος και τότε Ιερομόναχος Παΐσιος[2], κατά πολύ ενάρετος και αγωνιστής, τους φιλοξένησε φιλοφρόνως με πολλή αγάπη.

Το βράδυ εκεί πού συζητούσαν, τα έφερεν ο λόγος και για τους αφανείς ασκητές του Αγίου Όρους, πού τους τελευταίους καιρούς σχεδόν εξέλειπαν.

Λαβών αφορμήν εκ της συζητήσεως ο Σέρβος Ιερομόναχος είπε στους Λαυριώτες Πατέρες τήν έξης διήγηση:

«Όταν ήταν νεώτερος, μαζί με έναν άλλο Μοναχό εστάλησαν υπό της Μονής στα σύνορο της Μονής αυτής του Χιλανδαρίου και της Μονής Εσφιγμένου για να καθαρίσουν ένα μονοπάτι. Όταν εργάσθησαν αρκετά, αργά το απόγευμα υπόστρεψαν στην Μονή για τον Εσπερινό, το Απόδειπνο και τα πνευματικά τους καθήκοντα. Το βράδυ, εκεί που εκοιμάτο και ξεκουραζόταν ο Ιερομόναχος Παΐσιος, είδε στον ύπνο του έναν άγνωστο Μοναχό ο οποίος τον σκούντηξε στο πλευρό και του λέει: «Αν καθαρίζατε 20-30 μέτρα πιο πάνω. θα με βρίσκατε, εκεί είμαι».

Μετά ξύπνησε και διαλογιζόταν το όνειρο που είδε, τι τάχα να ήθελε να του αποκαλύψει ο εμφανισθείς άγνωστος αυτός Μοναχός. Την άλλη μέρα το πρωί μετά την Ακολουθία, ξεκίνησαν οι δύο Σέρβοι Μοναχοί για να πάνε στο μέρος που καθάρισαν την προηγούμενη μέρα, να συνεχίσουν την εργασία τους. Στον δρόμο φανέρωσε το όνειρο του στον άλλο Μοναχό, όπου απέδωσαν την εμφάνιση του αγνώστου Μονάχου σε άγιο Ασκητή που ζει στο μέρος εκείνο. Όταν έφτασαν εκεί, άρχισαν και καθάριζαν το μέρος – μονοπάτι μετά πολλής προσοχής. Αφού καθάρισαν περί τα 20-30 μέτρα πιο πέρα, δεν συνάντησαν τίποτα. Μετά σκέφθηκαν να ψάξουν και σε ακτίνα 20-30 μέτρα δεξιά και αριστερά από το μονοπάτι την περιοχή, για να δουν αν βρουν εκεί τον άγνωστο Μοναχό, όπως ενόμισαν.

Ψάχνοντας, λοιπόν, έπεσαν σε δύσβατον μέρος όπου είδαν κάτι σαν μαύρο πίσω από τα κλαριά των αγριοδέντρων. Αφού πλησίασαν με πολλύν κόπο παραμερίζοντας τα κλαδιά, είδαν ότι ήταν σπηλιά. Όταν μπήκαν μέσα, αντίκρισαν μετ’ εκπλήξεως ένα λείψανο ξαπλωμένο στο έδαφος, του οποίου υπήρχαν μόνο τα όσια. Αφού έκαναν τρισάγιο υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του αγνώστου Ασκητού και αποπερατώσαντες τήν εργασίαν τους στην περιοχήν εκείνην, υπέστρεψαν στην Μονήν τους, θαυμάζοντες διά τήν παράξενον αποκάλυψιν του άγιου και αγνώστου εκείνου Ασκητού».

Σημειώσεις:

1.      Πρόκειται για τους Λαυριώτες Πατέρες θεοφιλέστατον επίσκοπον Ροδοστόλου Χρυσόστομον και Γέροντα Βησσαρίωνα.

2.     Ο Σέρβος Ιερομόναχος Παΐσιος καταγόταν από την μαρτυρική Βοσνία. Τους δε οικείους του κατέσφαξαν οι Κροατο-μουσουλμάνοι κατά την περίοδον του πολέμου 1991-1995. Εκοιμήθη περί το έτος 2002 από ανίατον ασθένεια. Εχρημάτισε και Ηγούμενος της Μονής.

Πηγή: Μοναχός Βλάσιος Αγιορείτης, Οι Αόρατοι Ερημίτες του Άθωνα· Το μυστήριο της Αθωνικής έρημου, Α’ Ανατύπωση της 2ης Έκδοσης, Εκδόσεις «Τέρτιος», Φεβρουάριος 2009.
www.pemptousia.gr

Το κεράκι είναι μια κεραία που μας φέρνει σε επαφή με τον Θεό!


-Γέροντα, όταν ανάβουμε ένα κεράκι, λέμε ότι είναι γι᾿ αυτόν τον σκοπό;

–Το ανάβεις που το στέλνεις; Δεν το στέλνεις κάπου; Με το κεράκι ζητούμε κάτι από τον Θεό. Όταν το ανάβης και λές «γι᾿ αυτούς που πάσχουν σωματικά και ψυχικά και γι᾿ αυτούς που έχουν την πιο μεγάλη ανάγκη», μέσα σ᾿ αυτούς είναι και οι ζώντες και οι κεκοιμημένοι.

Ξέρεις πόση ανάπαυση νιώθουν οι κεκοιμημένοι, όταν ανάβουμε ένα κεράκι γι᾿ αυτούς; Έτσι έχει κανείς πνευματική επικοινωνία και με τους ζώντας και με τους κεκοιμημένους.

Το κεράκι με λίγα λόγια είναι μια κεραία που μας φέρνει σε επαφή με τον Θεό, με τους αρρώστους, με τους κεκοιμημένους κ.λπ.

–Το θυμίαμα, Γέροντα, γιατί το καίμε;

–Το ανάβουμε για δοξολογία στον Θεό. Τον δοξολογούμε και Τον ευγνωμονούμε για τις μεγάλες ευεργεσίες Του σε όλον τον κόσμο. Το θυμίαμα είναι και αυτό μια προσφορά.

Και αφού το προσφέρουμε στον Θεό και στους Αγίους θυμιάζοντας τις εικόνες, θυμιάζουμε μετά και τις ζωντανές εικόνες του Θεού, τους ανθρώπους. Να βάζετε καρδιά είτε πρόκειται για αίτημα είτε για ευχαριστία.

Με το κεράκι λέω: «Θεέ μου, Σού ζητάω με όλη μου την καρδιά να μου κάνης μια χάρη».

Και με το θυμίαμα λέω: «Σε ευχαριστώ, Θεέ μου, με όλη μου την καρδιά για όλες τις δωρεές Σου. Σ᾿ ευχαριστώ που συγχωρείς τις δικές μου τις πολλές αμαρτίες και την αχαριστία όλου του κόσμου και την δική μου την αχαριστία την πολλή».

Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου ΛΟΓΟΙ Β’ «Πνευματική Αφύπνιση»
πηγή: oikohouse.wordpress.com
https://simeiakairwn.wordpress.com/

«Και Κυρά μου Παναγία, έλεγε, άνοιξε την πόρτα. Και Κυρά μ’ Παναγία άνοιξε μου».


 Την ιστορία που ακολουθεί την διηγήθηκε ό ευλαβέστατος αείμνηστος Ιερομόναχος Προκόπιος, πού ήταν τυφλός και γηροκομήθηκε στη Ί. Μονή Παρακλήτου:
Υπήρχε λοιπόν, ένας άνθρωπος στο νησί Πάρος, απλούς και ταπεινός, ό όποιος ώνομάζετο Ιωάννης Γιακούμαρος και με το παρατσούκλι «Χονδρογιάννης», διότι είχε χονδρά πόδια. Αγαθός άνθρωπος. Περιουσία μεγάλη δεν είχε.
Και όσα είχε τα άφησε όλα στις τρεις αδελφές του. Κατήγετο από την περιφέρεια Καμπί – Μάγγανο. Εκοιμήθη το 1918. Αρκετά έτη προ του θανάτου του έμενε ως δόκιμος ή ως υπηρέτης της Μονής. Βοηθούσε στα μετόχια.
Είχε ό ευλογημένος μεγάλη ευλάβεια προς τον προφήτη Ηλία. Έκτισε τρία εξωκκλήσια, αφιερωμένα στο όνομα του Προφήτου, στην θέση Γουλιανού, στο υψηλό βουνό, στα Μούκινα. Όπου και εάν πήγαινε διηγείτο τον βίο και την πολιτεία του πυρφόρου αγίου. Παρ’ όλον πού οι προεστώτες της Μονής δεν τον είχαν σέ μεγάλη υπόληψη, αυτός διεκρίνετο διά την ταπείνωση και καθαρότητα της καρδίας. Ομοίαζε σαν ένα μικρό παιδί.

 Κάποια ήμερα, κοντά στη θέση Καμάρες, έναντι της Λογγοβάρδας, όπου υπάρχουν μερικές «κατοικίες», κάθετο σέ μία πεζούλα και κουβέντιαζε με ορισμένες γυναίκες. Διηγείτο «αγιωτικά» για τον προφήτη Ηλία, για την Παναγία. Την ώρα εκείνη τον είδε ένα μοναχός, και συλλογισθείς πονηρά, ανέφερε στον ηγούμενο Ιερόθεο Βοσινιώτη το γεγονός.
Ερχόμενος ό Χονδρογιάννης στο μοναστήρι μετά την δύση του ηλίου βρήκε την Πύλη κλειστή. Τί να κάνη; Ή άπλότης και ή πίστη, πού είχε προς την Θεοτόκον, τον ανάγκασε να καταφυγή στην προσευχή, βέβαιος ότι κάποιος θα άνοιγε την Πύλη. Άρχισε, λοιπόν, να κάνη γονυκλισίες εκεί, εμπρός στην Πύλη, προσευχόμενος:
—«Και Κυρά μου Παναγία, έλεγε, άνοιξε την πόρτα. Και Κυρά μ’ Παναγία άνοιξε μου».
Σέ μία στιγμή —ώ του θαύματος!— ή Πύλη ανοίγει αυτομάτως! και ό Χονδρογιάννης εισέρχεται μέσα στη Μονή και χωρίς να τον άντιληφθή ουδείς κατηυθύνθη προς την κέλλα του.

Το πρωί στην Εκκλησία έπαρουσιάσθη σαν κομήτης στον Όρθρον. Ό Ηγούμενος επί τη εμφανίσει του απόρησε.
— Που ήσουν Χονδρογιάννη; Τί έκανες; – τον ερώτησε.
— Γέροντα μου πήγα εκεί κι εκεί. Έκανα αυτό κι αυτό…
—Καλά, τί δουλειά είχες και συζητούσες με τις γυναίκες;
—Και γέροντα μου έλεγα αγιωτικά λόγια. Και γέροντα μου, συγχώρεσε με, δεν έκανα κανένα κακό. Συγχώρεσε με, και φιλούσε τα χέρια ό απλούς, ό Ίδών θαυμαστά πράγματα και θεάματα Χονδρογιάννης.

Κάποτε συνοδεύοντας ένα επίσημο επισκέπτη της Μονής με το ζώο, τους πρόλαβε ή βροχή στον δρόμο. Ό Χονδρογιάννης έδωσε την ομπρέλα στον επισκέπτη και ό ίδιος βάδιζε αλλά… (τί παράδοξο) χωρίς να βρέχεται! Μέχρι την ώρα πού εισήλθαν στην Πύλη της Μονής..

Σαν πρότυπα να ἔχουμε αὐτούς που ἀσκοῦν την ἀρετή


Άγιος Ισαάκ ο Σύρος

 Ἂς ἀποφεύγουμε ὅσους μᾶς βλάπτουν, ἔστω κι ἂν εἶναι φίλοι ἢ γιὰ ὁποιοδήποτε λόγο ἀπαραίτητοι. Σὰν πρότυπα νὰ ἔχουμε αὐτοὺς ποὺ ἀσκοῦν τὴν ἀρετή. Φίλος ἄμυαλος καὶ ἐπιπόλαιος εἶναι πηγὴ βλάβης, ἐνῷ ἡ συναναστροφὴ μὲ συνετοὺς εἶναι πηγὴ γλυκύτητας. Τσακίζει τὴν καρδιὰ ἡ συντροφιὰ μὲ ἀσύνετους. 
Καλύτερα νὰ κατοικήσεις μαζὶ μὲ θηρία, παρὰ μὲ ἀνθρώπους κακότροπους.
 Κάθισε μαζὶ μὲ γύπες, παρὰ μὲ πλεονέκτη καὶ ἀχόρταγο. 
Γίνε φίλος μὲ φονιά, παρὰ μὲ φιλόνικο.
 Κάθισε ἀνάμεσα σὲ λεπρούς, παρὰ ἀνάμεσα σὲ ὑπερήφανους.

https://proskynitis.blogspot.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα


Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον 
ι΄ 2 – 8 
Τῶν δὲ δώδεκα ἀποστόλων τὰ ὀνόματά ἐισι ταῦτα· πρῶτος Σίμων ὁ λεγόμενος Πέτρος καὶ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννης ὁ ἀδελφὸς αὐτοῦ, 3Φίλιππος καὶ Βαρθολομαῖος, Θωμᾶς καὶ Ματθαῖος ὁ τελώνης, Ἰάκωβος ὁ τοῦ Ἁλφαίου καὶ Λεββαῖος ὁ ἐπικληθεὶς Θαδδαῖος, 4Σίμων ὁ Κανανίτης καὶ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης ὁ καὶ παραδοὺς αὐτόν. 5Τούτους τοὺς δώδεκα ἀπέστειλεν ὁ Ἰησοῦς παραγγείλας αὐτοῖς λέγων· Εἰς ὁδὸν ἐθνῶν μὴ ἀπέλθητε, καὶ εἰς πόλιν Σαμαριτῶν μὴ εἰσέλθητε· 6πορεύεσθε δὲ μᾶλλον πρὸς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ. 7πορευόμενοι δὲ κηρύσσετε λέγοντες ὅτι Ἤγγικεν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. 8ἀσθενοῦντας θεραπεύετε, λεπροὺς καθαρίζετε, νεκροὺς ἐγείρετε, δαιμόνια ἐκβάλλετε· δωρεὰν ἐλάβετε, δωρεὰν δότε.

Νεοελληνική απόδοση:
 Τῶν δώδεκα ἀποστόλων ετὰ ὀνόματα εἶναι τὰ ἑξῆς: Πρῶτος ὁ Σίμων, ὁ ὁποῖος ὀνομάζεται Πέτρος, καὶ Ἀνδρέας ὁ ἀδελφός του καὶ Ἰάκωβος ὁ υἱὸς τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννης ὁ ἀδελφός του, Φίλιππος καὶ Βαρθολομαῖος, Θωμᾶς καὶ Ματθαῖος ὁ τελώνης, Ἰάκωβος ὁ υἱὸς τοῦ Ἀλφαίου καὶ Λεββαῖος, ὁ ὁποῖος ὠνομάσθη Θαδδαῖος, Σίμων ὁ Κανανίτης καὶ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης, ὁ ὁποῖος καὶ τὸν παρέδωσε. Αὐτοὺς τοὺς δώδεκα ἔστειλε ὁ Ἰησοῦς καὶ τοὺς παρήγγειλε τὰ ἑξῆς, «Πρὸς τοὺς ἐθνικοὺς μὴ πηγαίνετε καὶ σὲ πόλιν τῶν Σαμαρειτῶν μὴ μπαίνετε, ἀλλὰ πηγαίνετε μάλλον εἰς τὰ χαμένα πρόβατα τῆς γενεᾶς τοῦ Ἰσραήλ». «Καθὼς πηγαίνετε, νὰ κηρύττετε καὶ νὰ λὲγετε ὅτι ἐπλησίασε ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἀσθενεῖς νὰ θεραπεύετε, νεκροὺς νὰ ἀνασταίνετε, λεπροὺς νὰ καθαρίζετε, δαιμόνια νὰ διώχνετε.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


"Το «υπέρ Πίστεως και Πατρίδος» έγινε τελευταία υπέρ χρήματος και πατρίδος. Αντικαταστάθηκε η πίστη με το χρήμα. Έφυγε ο Θεός από την καρδιά μας και τοποθετήσαμε τα «είδωλα». «Κύριος ποιμαίνει με και ουδέν με υστερήσει» (Ψαλμ. ΚΒ'). Τίποτα δεν θα μας λείψει. Μετάνοια χρειάζεται Έλληνες και πίστη, και ο Θεός όλα θα τα διορθώσει!" 

Π.Σ.Κ.