Σάββατο 27 Απριλίου 2019

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


"Αν είσαι ορθολογιστής και προσπαθείς με την λογική να προσεγγίσεις τον Θεό, γνώριζε ότι ματαιοπονείς, διότι ο Θεός είναι αγάπη και η αγάπη δεν έχει λογική, είναι υπέρλογη." 

Κ.Ι.Κ.

Παρασκευή 26 Απριλίου 2019

Δος μοι τούτον τον Ξένον


Υπό Παρθενίου Ασημίδη
Αρχιμανδίτου - εφ. Ιεροκύρηκος Ι.Μ. Σιδηροκάστρου

Ικεσία του Ιωσήφ από Αριμαθαία προς τον Πιλάτο για να αποκτήσει ως άλλο θησαυρό το σώμα του διδασκάλου του, το ανεκτίμητο μαργαριτάρι, κατά τον άγιο Επιφάνιο Κύπρου.

Μια ικεσία, η οποία ακούγεται επανειλημμένως σ ένα πραγματικά αριστουργηματικό, τόσο κατά γράμμα, για τα βαθιά νοήματα, όσο και για το αριστοτεχνικό μέλος, επικήδειο άσμα του επιταφίου θρήνου.

Ένα υπέροχο άσμα, το οποίο, η θέση που ορίζει το τυπικό, το αδικεί κατάφωρα, καθ ότι, τόσο η κόπωση του εκκλησιάσματος, όσο και η αταξία που επικρατεί μετά την επιστροφή της περιφοράς του επιταφίου, στερεί απ’ αυτό την δέουσα προσοχή.

Άσμα του Γεωργίου Ακροπολίτη, μελοποιημένο από τον Νέων Πατρών Γερμανό, εμπνευσμένο από την εξίσου υπέροχη ομιλία του αγίου Επιφανίου Κύπρου, «εις την θεόσωμον ταφή του Κυρίου».

Περιγράφοντας το γεγονός της προσέλευσης του Ιωσήφ από Αριμαθαία, κρυφού μαθητού του Κυρίου, στον Πιλάτο, με την πρόθεση, λαμβάνοντας σώμα του νεκρού διδασκάλου του, να το ενταφιάσει, παρατηρούμε πως δεν αναφέρεται στα ολοφάνερα και θαυμαστά γεγονότα, που λαμβάνουν χώρα με την εκπνοή του Κυρίου.

Τον τρόπο αυτό της κινήσεως δικαιολογεί ο άγιος Επιφάνιος λέγοντας ότι υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο να εξοργησθεί ο Πιλάτος και κατά αυτόν τον τρόπο η προσπάθεια του Ιωσήφ να πέσει στο κενό.

Αντίθετα αποκαλεί Αυτόν ξένον. Είναι πράγματι ξένος; Για τον Πιλάτο, στον οποίο αναφέρεται το αίτημα του Ιωσήφ, είναι πραγματικά ξένος, καθ’ ότι προερχόταν από διαφορετική εθνικότητα.

Επομένως, ένα νεκρό σώμα, ενός αλλοεθνούς, θα του ήταν παντελώς άχρηστο. Γεγονός που ενθαρρύνει τον Ιωσήφ να παραμερίσει τον όποιο φόβο του και να τολμήσει προσερχόμενος στον Πιλάτο να ζητήσει το σώμα του διδασκάλου του, χωρίς βέβαια ν’ αποκαλύψει τη μαθητεία του σ’ Αυτόν.

Ωστόσο το περίφημο τούτο άσμα, κάνοντας μια σύντομη αναδρομή στην ζωή του Κυρίου, μας αποδεικνύει ότι ήταν ξένος ακόμα και για τους ομόφυλους.

Από όταν ήταν ακόμα αγέννητος, δεν βρισκόταν μέρος φιλόξενο, σε κανένα κατάλυμα, οὐκ ἦν αὐτοῖς τόπος ἐν τῷ καταλύμματι.

Μια φάτνη σ’ ένα στάβλο έγινε το σπίτι Του. Αλλά και στη συνέχεια εκδιώχθηκε σαν ανεπιθύμητος ξένος, απερχόμενος σε ξένη χώρα.

Κι όταν όμως επέστεψε, διό τι ο κίνδυνος είχε εκλείψει, οι συμπατριώτες του, και περισσότερο οι θρησκευτικοί ταγοί της θρησκείας Του, τον οδήγησαν, από άσπονδο μίσος, στον σταυρικό θάνατο.

Εξαγοράζοντάς Τον με τριάκοντα αργύρια, ἔστησαν τριάκοντα ἀργύρια τὴν τιμή τοῦ τετιμημένου,ὅν ἐτιμήσαντο ἀπό υἰῶν Ἰσραήλ, τα οποία ακόμη και αυτά χρησιμοποιήθηκαν για τους ξένους, λαβόντες ἠγόρασαν ἐξ αὐτῶν τὸν ἀγρὸν τοῦ κεραμέως εὶς ταφήν τοῖς ξένοις.

Και ο ίδιος όμως ο Κύριος παραδέχεται ότι είναι ξένος λέγοντας: αἱ ἀλώπεκες φωλέους ἔχουσιν καὶ τὰ πετεινά τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλήν κλίνη.

Ξένος για τον Πιλάτο, ξένος για τους ομοεθνείς, αλλά ξένος και για εμάς. Ομοούσιος με μας, διότι έλαβε και την ανθρώπινη φύση, ταυτόχρονα όμως και εντελώς διαφορετικός.

Ξένος από την αμαρτία, η οποία έχει καταστεί φαινόμενο φυσιολογικό σαν να αποτελεί φύση μας.

Ξένος, διότι, εξ αιτίας της αμαρτίας λησμονήσαμε την πατρίδα μας, λησμονήσαμε ότι κι εμείς είμαστε ξένοι εδώ στη γή, οὐ γὰρ ἔχουμεν ὦδε μένουσαν πόλιν. Και ως εκ τούτου μας είναι δύσκολο να κατανοήσουμε την πραγματική Του πατρίδα!

Αυτόν τον ξένο επιθυμεί ο Ιωσήφ να καλύψει. Αυτόν, που ενδόμυχα νιώθει ότι είναι Αυτός, οποίος κάλυψε τις αμαρτίες του κόσμου και τις έθαψε στον Ιορδάνη, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στον λόγο του ο Άγιος Επιφάνιος.

Τούτον, λοιπόν, τον ξένον λαμβάνει τελικώς πείθοντας τον Πιλάτο.

Και λαμβάνοντάς Τον, με σεβασμό και συστολή, αποδίδει τις τιμές που πρέπουν σ’ έναν νεκρό. Ενδύει το γυμνό σώμα με σινδόνα και το εκλύει με σμύρνα.

Στην συνέχεια το τοποθετεί σε ταφικό μνημείο, το οποίο κι αυτό δεν Του.

Επομένως ακόμη και στην εκδημία Του Ξένος.

''Bασιλέα Αυτόν εκάλει, καίτοι σταυρούμενον''


Του Σεβ. Μητροπολίτου Καστορίας κ. Σεραφείμ, Υπερτίμου και Εξάρχου Άνω Μακεδονίας

Βιώνουμε και πάλι σήμερα,μέσα στην κατανυκτική ατμόσφαιρα αυτής της μεγάλης ημέρας της Πίστεώς μας, το μυστήριο της ελευθερίας, όπως μας το προσφέρει η Αγία μας Εκκλησία, σε ολόκληρη την έκτασή του για την πνευματική μας αφύπνιση.

Αυτό το μυστήριο το περιγράφει αδρά ο Απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους επιστολή του : «Συνίστησι την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι έτι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανεν... Ει γαρ εχθροί όντως κατηλλάγημεν τω Θεώ δια του θανάτου του υιού αυτού»1.

Μεγάλη Παρασκευή!

«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας». Ο Δημιουργός του αόρατου και του ορατού κόσμου, ο Οποίος έπλασε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ oμοίωσή Του, κρεμάται επί ξύλου, για να βρει ο άνθρωπος την χαμένη πατρίδα του. Απλώνει τα χέρια Του πάνω στον Σταυρό, για να θεραπεύσει το άπλωμα των χεριών των Πρωτοπλάστων στον απαγορευμένο καρπό.

Ενώνει, έτσι, ο Υιός του Θεού τα διεστώτα, τα ουράνια και τα επίγεια, τους αγγέλους και τους ανθρώπους.

Με το άγκιστρο του Σταυρού συλλαμβάνεται ο διάβολος και ο θάνατος και με τον ακάνθινο στέφανο εξαλείφει την κατάρα που είχε η γη να βλαστάνει αγκάθια, μέριμνες και οδύνες, θα ερμηνεύσει η πατερική σοφία.

Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, σήμερα, ακούγοντας τα ιερά κείμενα της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης καθώς και τα άφθαστα σε πνευματικό κάλλος και λυρισμό τροπάρια των ιερών υμνογράφων, να πλησιάσουμε το βάθος αυτού του μυστηρίου της ελευθερίας, στρέφοντας για λίγο την προσοχή μας στον ευγνώμονα ληστή, όπως μας τον παρουσιάζει το στόμα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.

Και πρώτον. Ήταν ένας άνθρωπος που είχε στους ώμους του αξιόποινες πράξεις, δρούσε στην παρανομία, σκόρπιζε τον φόβο και εισέπραττε, όχι μόνο την περιφρόνηση, αλλά και το μίσος των ανθρώπων της εποχής του. Και όμως, αυτό το αποτρόπαιο πρόσωπο, αυτός ο απάνθρωπος, που και εμείς θα ήμασταν έτοιμοι να τον καταδικάσουμε αν ζούσε στην εποχή μας, τιμάται αυτήν την αγία ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής, μαζί με τα Άχραντα Πάθη του Κυρίου μας.

Και διερωτάται κανείς : Πως αυτό το πρόσωπο προπορεύεται του χορού των Προφητών και των Δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης; Πως έφθασε στο σημείο να κλέψει τη Βασιλεία των Ουρανών;

Και απαντά η Αγία μας Εκκλησία με έναν στίχο της Ακολουθίας των Αγίων Παθών : «κεκλεισμένας ήνοιξε της Εδέμ πύλας, βαλών ο ληστής κλείδα το μνήσθητί μου»2, δηλαδή, ο ληστής άνοιξε τον σφραγισμένο Παράδεισο βάζοντας σαν κλειδί στην ασφαλισμένη πόρτα το «μνήσθητί μου».

Ο Ιερός Χρυσόστομος βρίσκει την ευκαιρία σε μία ομιλία του να μακαρίσει τον ληστή και μάλιστα να επαινέσει την ομολογία του, γιατί, ενώ βλέπει τον Χριστό σταυρωμένο και καταδικασμένο, δεν Τον βλασφημεί, ούτε Τον κατηγορεί, όπως ο έτερος των ληστών, ούτε ακόμη παρασύρεται από αυτόν. Αντιθέτως μάλιστα, επιτίθεται έντονα και του λέγει: «ουδέ φοβή συ τον Θεόν;»3

Είδες θάρρος επάνω στο σταυρό, είδες πίστη, είδες ευσέβεια; Δεν αξίζει να τον θαυμάζουμε για την γενναιότητά του, αφού είχε τα λογικά του, ενώ ήταν κρεμασμένος με καρφιά και υπέμενε τους ανυπόφορους πόνους από τα καρφιά;... Γιατί όχι μόνο δεν φρόντιζε για τους πόνους του, αλλά αδιαφόρησε για τα βάσανά του... και προσπαθούσε να γίνει διδάσκαλος (του άλλου ληστού) επάνω στο σταυρό... Είναι σαν να του λέγει, μην προσέχεις στο επίγειο δικαστήριο, μη βλέπεις μόνο αυτά που γίνονται τώρα, υπάρχει άλλος κριτής αόρατος, το δικαστήριό του είναι αμερόληπτο και δεν είναι δυνατόν να κάνει λάθος4.

Δεύτερον. Ήταν μεγάλος αυτός ο λόγος του ληστού, πολύ δε περισσότερο η ετυμηγορία του και η υπεράσπιση, την οποία προσφέρει την έσχατη αυτή ώρα στον καταδικασμένο από το πλήθος των Φαρισαίων και των Γραμματέων Δεσπότη Χριστό.

Πως μπόρεσε, αλήθεια, μέσα σε αυτήν την εξαθλίωση και την ατιμία, την κατακραυγή και τις ειρωνείες, να γνωρίσει «τον ζωής κυριεύοντα και θανάτου δεσπόζοντα»;

Πως κατόρθωσε να απωθήσει αυτήν τη δύσκολη ώρα, τον μάταιο και απατηλό κόσμο της παρούσης ζωής, την πρόσκαιρη απόλαυση και τον παράνομο πλουτισμό με τα αγαθά των άλλων ανθρώπων, προκειμένου να κερδίσει την Βασιλεία των Ουρανών και να πει στον Χριστό : «μνήσθητί μου Κύριε όταν έλθης εν τη Βασιλεία σου»;

Γιατί, ο Κύριος δεν είπε στον ληστή, όπως είπε στον Πέτρο και στον Ανδρέα, “Ελάτε και θα σας κάνω ικανούς να ψαρεύετε ανθρώπους”... Δεν του είπε ούτε μία λέξη. ο εσταυρωμένος ληστής δεν είδε θαύματα, ούτε ν’ ανασταίνεται κάποιος νεκρός, ούτε να διώχνονται δαίμονες... ούτε του μίλησε για τη Βασιλεία των Ουρανών. Και από που γνώριζε, άραγε, τη βασιλεία των ουρανών5;

«Πεπίστευκεν εις Αυτόν, βασιλέα εκάλει, καίτοι σταυρούμενον»6 θα προσθέσει ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας. Αν και Τον ατενίζει ταπεινωμένο στον Σταυρό, εν τούτοις βασιλέα Τον προσφωνεί και Τον αναγνωρίζει. Πως μπόρεσε αυτός την ύστατη εκείνη ώρα να ξεπεράσει σε πίστη και ομολογία όλα τα πλήθη εκείνα των ανθρώπων που άκουσαν την μελίρρυτη διδασκαλία του Χριστού, που έζησαν την παρουσία των θαυμάτων Του και απήλαυσαν τον αστείρευτο ποταμό της αγάπης Του;

Απλούστατα, ο ληστής, λαμβάνοντας τη χάρη του Θεού, πιστεύει στην αναμαρτησία του Χριστού και αυτή η πίστη τον οδηγεί στην ομολογία και στην ελπίδα του ελέους του Θεού. Έτσι, ακούει από τα θεϊκά χείλη του Χριστού το «σήμερον μετ’ εμού έση εν τω Παραδείσω»7.

Γεμάτος θαυμασμό θα αναφέρει ο Ιερός Χρυσόστομος : «Αν και βέβαια κανείς βασιλιάς δεν θα ανεχόταν ποτέ έναν ληστή η κάποιον άλλον υπήκοό του να καθίσει κοντά του και να μπει έτσι μέσα στην πόλη, ο φιλάνθρωπος όμως Κύριος το έκαμε αυτό.

Γιατί μπαίνοντας στην ιερή πατρίδα, φέρει μαζί Του μέσα σε αυτήν τον ληστή, όχι για να προσβάλλει τον παράδεισο με την παρουσία του ληστή, αλλά για να τον τιμήσει με αυτόν τον τρόπο περισσότερο. Γιατί ήταν τιμή για τον παράδεισο το να έχει τέτοιον Κύριο, τόσο δυνατό και φιλάνθρωπο, ώστε να μπορέσει και τον ληστή να κάμει άξιο να απολαύσει τον παράδεισο»8.

Λοιπόν, «Μικράν φωνήν αφήκεν ο Ληστής εν τω σταυρώ, μεγάλην πίστιν εύρε, μια ροπή εσώθη»9. Ένας ληστής γίνεται παράδειγμα μετανοίας, ταπεινώσεως και ομολογίας.

Ένας ληστής, ο οποίος μας υπενθυμίζει σήμερα ότι δεν μας δικαιώνουν, ούτε μας εισάγουν μόνον οι καλές μας πράξεις στη Βασιλεία των Ουρανών. Δεν μας αποκλείουν ακόμη, και αυτό είναι το πιο σπουδαίο, οι πολλές και μεγάλες αμαρτίες.

Ο λόγος του Χριστού είναι χαρακτηριστικός και επίκαιρος σήμερα : «ου γαρ ήλθεν καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν»10. Την είσοδό μας στη Βασιλεία των Ουρανών την αποκλείει η σκληροκαρδία μας, ο εγωισμός μας και η απουσία της μετανοίας. Μας την ανοίγει όμως η θύρα του ελέους του Θεού και συγχρόνως η βαθειά μας μετάνοια.

«Ας μην απελπιστούμε ποτέ για τον εαυτό μας, αλλά κατανοώντας το ανέκφραστο μέγεθος της φιλανθρωπίας του Θεού, ας διορθώσουμε τα σφάλματά μας.

Γιατί, αν τον ληστή που βρισκόταν επάνω στον σταυρό τον θεώρησε άξιο τόσης μεγάλης τιμής, πολύ περισσότερο θα θεωρήσει εμάς άξιους για την φιλανθρωπία Του... Ο ληστής εξομολογήθηκε και βρήκε ανοικτό τον Παράδεισο. Ο ληστής γίνεται διδάσκαλός μας. Ας μην ντραπούμε λοιπόν να πάρουμε για διδάσκαλο άνθρωπο... που φάνηκε άξιος να ζήσει μέσα στον Παράδεισο».

Αυτός, λοιπόν, ας είναι ο οδηγός μας στην παρούσα ζωή.

1. Ρωμ. 5,8-10
2. Συναξάριον Μεγάλης Παρασκευής
3. Λουκ. 23,40
4. Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Ομιλία Β’ εις τον Σταυρόν, ΕΠΕ 36,51
5. ο.π., ΕΠΕ 36,49
6. Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, Υπόμνημα εις το κατά Λουκάν, ΕΠΕ 26,266
7. Λουκ. 23,43
8. Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο.π., ΕΠΕ 36,45
9. 14ο Αντίφωνο Όρθρου Μεγ. Παρασκευής
10. Ματθ. 9,13
https://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/28556-basilea-auton-ekalei-kaitoi-stauroumenon

Ο Νυμφίος που σταυρώσαμε…


~ Ηταν ένας φτωχός βεδουίνος, που έδειχνε στα καραβάνια το δρόμο μέσα στην έρημο.

Κάποτε όμως, παρασυρμένοι από το φαινόμενο του αντικατοπτρισμού έβλεπαν οάσεις στον αντίθετο δρόμο. Αρχισαν να τον υποψιάζονται ότι τους παραπλανά. Και σε κάποια στιγμή τού επιτέθηκαν και τον αιματοκύλισαν. Πρόλαβε όμως εκείνος, ύψωσε το χέρι κατά τον ορίζοντα και τούς έδειξε:

«Αυτός είναι ο δρόμος! Ακολουθήστε τον, γιατί αλλιώς χαθήκατε», είπε και ξεψύχησε…
Κατάπληκτοι εκείνοι από την ύστατη αυτή χειρονομία αναρωτήθηκαν. Ενας, που επιμένει μέχρι θανάτου, μπορεί να λέει ψέματα; Ας ακολουθήσουμε, λοιπόν, το δρόμο του… Έπειτα από κάμποσα μίλια έφτασαν στην όαση.

Μετανιωμένοι ξαναγύρισαν στον τόπο του εγκλήματος και έστησαν εκεί μνημείο ευγνωμοσύνης:

Ενα χέρι που τρεμοσβήνοντας δείχνει το δρόμο!

Και η Εκκλησία υψώνει ένα άλλο μνημείο. Δύο χέρια απλωμένα στο Σταυρό, αιμόφυρτα να δείχνουν στον πλανεμένο άνθρωπο το σωστό δρόμο.

– Μέσα στα σκοτάδια της εποχής μας, πολλοί εμφανίζονται σαν σωτήρες και μάς απλώνουν το χέρι. Το χέρι όμως, που μπορεί να μας σώσει είναι ένα. Πώς όμως θα μπορέσουμε, Γέροντα, να το ξεχωρίσουμε μέσα στο σκοτάδι από τα άλλα τα ψεύτικα; ρώτησε τον ασκητή.

Κι εκείνος, τού απάντησε:

– Αφού το ψηλαφίσεις, παιδί μου, θα δεις ότι είναι τρυπημένο. Το μόνο τρυπημένο χέρι από τους ήλους του Σταυρού…

Αυτό το χέρι μπορείς να το σφίξεις με εμπιστοσύνη στην παλάμη σου και να το ακολουθήσεις χωρίς δισταγμούς

Κύριε! Οσο κακό μπορούσαν να Σού κάνουν οι άνθρωποι, Σού το έκαμαν ήδη. Εκατομμύρια Ιούδες Σε φίλησαν. Λεγεώνες Φαρισαίων Σε βλασφημούν με την υποκρισία τους. Ενας αφρισμένος όχλος μέσα στους αιώνες, ζητά διαρκώς κάτω από το Πραιτώριο της ζωής το θάνατό σου. Και Πιλάτοι αναρίθμητοι, ντυμένοι μαύρα και κόκκινα, Σε παραδίνουν στο θάνατο, αφού αναγνωρίσουν την αθωότητά σου.
Σε απωθήσαμε, γιατί ήσουν πολύ αγνός για εμάς.
Σε καταδικάσαμε να πεθάνεις, γιατί ήσουν η καταδίκη της ζωής μας.
Ολες οι γενιές είναι απαράλλαχτες οι ίδιες με τη γενιά που Σε σταύρωσε.
Αλλά εμείς, θέλουμε να έλθεις μέσα στη δόξα Σου το γρηγορότερο. Θα Σε περιμένουμε κάθε μέρα, Θείε Εσταυρωμένε, που υπέφερες αγαπώντας μας και τώρα μάς κάνεις να υποφέρουμε αγαπώντας Σε.
Τζοβάνι Παπίνι

Είμαι πράγματι βασιλιάς!
Μα, όπως βλέπεις, στεφανωμένος με αγκάθια.
Γιατί είμαι βασιλιάς του πόνου. Με καλάμι εμπαιχτικό στο χέρι.
Γιατί θα είμαι ο βασιλιάς των ονειδιζομένων.
Με χλαμύδα κόκκινη.
Γιατί είμαι βασιλιάς που θέλω να απορροφήσω και να στεγνώσω σε αυτήν την χλαμύδα όλα τα αίματα των αθώων της γης.
Με τα χέρια απλωμένα στο Σταυρό.
Γιατί είμαι βασιλιάς, που θέλω να αγκαλιάσω όλους τους ανθρώπους, μαζεμένους κάτω από τη σκιά του Σταυρού μου.
Με την πλευρά κεντημένη.
Γιατί είμαι βασιλιάς, που πρόσφερα τη δική μου καρδιά στη λόγχη του στρατιώτη, για να μπορώ να ζητήσω σαν θρόνο μου τις καρδιές όλων των ανθρώπων.

(Στάχυα, Κωνσταντίνου Κούρκουλα, τόμος Β)
πηγή: sostis.gr

Η Προσευχή της Γεθσημανής


Γέροντας Σωφρόνιος 

  Ο Χριστός περιέλαβε σ’ αυτή την προσευχή ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, από τον πρώτο Αδάμ μέχρι τον τελευταίο άνθρωπο που θα γεννηθεί από γυναίκα.…

 Κανένας δεν γνώρισε τόσο πόνο όπως τον αισθάνθηκε ο Χριστός.
Αυτοί που αγνοούν μια τέτοια αγάπη και αυτοί που δεν επιθυμούν να τη γνωρίσουν, ας μην εκφράσουν γνώμη για το Χριστό. Κανένας μην τολμήσει στην ανοησία του να ταπεινώσει την εμφάνιση του Χριστού ανάμεσά μας.
Γνωρίζομε από την πείρα ότι η ψυχή μπορεί να τραυματιστεί πιο τρομερά παρά το σώμα.

  Για να γνωρίσουμε μόνο «δι’ εσόπτρου εν αινίγματι» το δρόμο που πέρασε ο ίδιος ο Χριστός, για να μετασχηματίσουμε την γήϊνη φύση μας σε προσευχή που να αντικατοπτρίζει αμυδρά τουλάχιστον την προσευχή στη Γεθσημανή κατά την πιο τραγική νύχτα της ιστορίας της ανθρωπότητας, πρέπει να δεχθούμε θλίψη. Η δυστυχία ανοίγει την καρδιά στους πόνους όλου του κόσμου. Ο τελευταίος σταθμός αυτής της μεγάλης επιστήμης της παγκόσμιας αγάπης έρχεται όταν φτάνουμε στο κατώφλι μιας άλλης ζωής, όταν πεθαίνουμε.

  Στο πρόσωπο του πρώτου Αδάμ όλο το ανθρώπινο γένος υπέφερε μια φοβερή καταστροφή, μιάν αλλοτρίωση που είναι η ρίζα όλων των αλλοτριώσεων. Το σώμα τραυματίστηκε, ο σκελετός τσακίστηκε, η όψη – το κατ’ εικόνα Θεού – καταστράφηκε. Οι διαδοχικές γενιές πρόσθεσαν πολλά άλλα τραύματα και τσάκισμα οστών στα τραύματα του πρώτου δημιουργημένου ανθρώπου. Ολόκληρο το ανθρώπινο σώμα ασθενεί.
 … Η ελαφρότερη επαφή αποτελεί βάσανο. … στην πνευματική ασθένεια είμαστε μνησίκακοι και αποδίδομε τον πόνο μας σε εξωτερική επίδραση. Έτσι και με το Χριστό. Αυτός ο μόνος αληθινός γιατρός ενδιαφέρεται για τις πληγές των αμαρτιών μας που προξενούν τον πιο οξύ πόνο σ’ όλο το ανθρώπινο γένος.

… Είναι αδύνατο να απεικονίσουμε τον πόνο του Χριστού. Τελικά κανένας δεν μπορεί να τον εννοήσει.
Ο καθένας μας θα φτάσει κάποια στιγμή στα όρια χρόνου και αιωνιότητας. Φθάνοντας σ’ αυτό το πνευματικό ορόσημο, θα καθορίσουμε το μέλλον μας στον κόσμο και ή θα αποφασίσουμε να είμαστε με το Χριστό ή θα αποχωριστούμε απ’ αυτόν. Αφού γίνει όμως η εκλογή – μαζί ή χωρίς το Χριστό – με την ελεύθερη βούλησή μας για όλη την αιωνιότητα, ο χρόνος πια δεν λειτουργεί.

Μπορεί να υποστηριχθεί με κάποια βεβαιότητα ότι σχεδόν πουθενά δεν κηρύσσεται γνήσιος Χριστιανισμός. Ο Χριστιανισμός τόσο πολύ υπερέχει από τη συνηθισμένη αντίληψη, ώστε η προσευχόμενη καρδιά δεν αποτολμά να κηρύξει ευαγγελικό λόγο. Ο κόσμος αναζητά την αλήθεια. Αγαπά τον Χριστό. Αλλά – κυρίως στις μέρες μας – προσπαθεί να τον μειώσει στις δικές του διαστάσεις, πράγμα που μειώνει το Ευαγγέλιο, σε σημείο να παρουσιάζεται σαν ηθικό δόγμα.
Η επίτευξη της γνώσης της Αλήθειας απαιτεί μεγαλύτερη προσπάθεια απ’ ότι απαιτεί οποιαδήποτε άλλη επιστημονική μόρφωση. Ούτε η μελέτη μεγάλου πλήθους βιβλίων, ούτε η εξοικείωση με την ιστορία του Χριστιανισμού, ούτε η μελέτη διαφόρων θεολογικών συστημάτων μπορεί να μας φέρει στο σκοπό, εκτός αν εμείς συνεχώς και με όλες τις δυνάμεις μας υπακούσομε στις εντολές του Χριστού.

 Όταν όμως προείπαμε μας χαρισθεί μια σκιά έστω ομοιότητας με την προσευχή στη Γεθσημανή τότε ο άνθρωπος ξεπερνά τα όρια της ατομικότητάς του και μπαίνει σ’ ένα νέο τύπο υπάρξεως – προσωπικής υπάρξεως καθ’ ομοίωση Χριστού.
Κάθε άνθρωπος στον οποίο ο Θεός κληροδότησε το σπάνιο και φοβερό προνόμιο να γνωρίσει για λίγα λεπτά την αγωνία του Χριστού στον κήπο της Γεθσημανής, θα «σκοντάψει», αργά και οδυνηρά, σε μια πειστική γνώση της αναστάσεως της ψυχής του και σε μια αντίληψη της βεβαίας και αληθινής νίκης του Χριστού. … ώ Χριστέ με τη δωρεά της αγάπης Σου, που είναι ανώτερη από κάθε γνώση, έχω περάσει κι εγώ από το θάνατο στη ζωή … Τώρα – Υπάρχω.

Επιλεγμένα κείμενα από το βιβλίο – Η ζωή μου η ζωή του

Εσύ, ποιος είσαι;


 Το πιο εύκολο πράγμα, είναι να είσαι ο Ιούδας. Λες πως είσαι φίλος, μα όταν βρεις την ευκαιρία, δε διστάζεις για τριάκοντα αργύρια, με ένα φιλί τους ανθρώπους σου να τους προδώσεις.

Το πιο εύκολο πράγμα, είναι να είσαι ο Πιλάτος. Κάθε φορά που τα πράγματα ζορίζουν, εσύ ‘’νίπτεις τας χείρας σου’’. Δεν παίρνεις την ευθύνη ούτε για τις πράξεις σου, ούτε για τη ζωή σου.

 Το πιο εύκολο πράγμα, είναι να είσαι και εσύ ένας από τους Γραμματείς και τους 
Φαρισαίους. Για τον κόσμο όλο, τίμιος, δίκαιος, καθαρός, μέσα σου όμως, να κρύβεις, μίσος, οργή, ζήλεια, υπερηφάνεια, ασπλαχνία.

 Το πιο εύκολο πράγμα είναι να είσαι ο όχλος. Χάβρα Ιουδαίων. Να μην έχεις βούληση. Να μην παίρνεις καμία ευθύνη. Να μην βάζεις το μυαλό σου να σκεφτεί. Απλά να ακολουθείς. Σαν πρόβατο. Και ‘’άρον άρον’’ να ζητάς να σταυρωθεί, αυτός που μέχρι χθες επευφημούσες.

 Το πιο εύκολο πράγμα είναι να είσαι ο Βαραββάς. Να χτίζεις τη δική σου ελευθερία, τη δική σου ζωή, εις βάρος κάποιου άλλου.

Το πιο εύκολο πράγμα, είναι να είσαι ο ληστής στα αριστερά. Και ακόμα και εκεί, στην έσχατη στιγμή σου, να μην λες ένα ‘’ήμαρτον’’, αλλά να βρίζεις, να φωνάζεις, να κατηγορείς και να χλευάζεις άλλους για τα δικά σου λάθη.

Το δύσκολο, είναι να είσαι ο Χριστός. Να σταυρώνεσαι καθημερινά για χάρη όσων αγαπάς και παρόλα αυτά να ψιθυρίζεις πάνω από το σταυρό ‘’ Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γάρ οίδασι τί ποιούσι’’…

Ελευθέριος Ελευθεριάδης

Στης τρίτης μέρας την αυγή περίμενέ με, θα ’ρθω και πρώτη θα με δεις εσύ, μητέρα μου!


π. Δημητρίου Μπόκου
«…θρηνήσατε συν εμοί, τη του Θεού υμών μητρί» ( Εγκώμια Μεγ. Παρασκευής) 

 Καθώς ο πραίτωρας απάγγειλε την τελική του απόφαση, η οχλοβοή εντάθηκε κατακόρυφα. Υψώθηκε στον αέρα, στριφογύρισε πάνω απ’ το πραιτώριο και σάρωσε τα λιθόστρωτα της πόλης, απλώνοντας τη χλωμάδα του θανάτου παγερή στο πέρασμά της. Ο Υιός του Ανθρώπου παραδόθηκε στη σταύρωση. 

  Χαμένη στο ανάστατο πλήθος η μάνα, ένοιωσε στο άκουσμα της καταδίκης να λιποθυμάει. Κοφτερό σπαθί τα λόγια του πραίτωρα έσχισαν την καρδιά της. Η γοερή κραυγή απ’ τα σφιγμένα της χείλη σμίχτηκε με τις κραυγές του έξαλλου πλήθους. Τα μάτια της θόλωσαν. Έγειρε να πέσει, μα η Σαλώμη και η Ιωάννα τη συγκράτησαν. Καθώς το αίμα έφευγε απ’ το πρόσωπό της και η πνοή της έσβηνε, οι γυναίκες που την παράστεκαν την κύκλωσαν παρευθύς. Η Μαρία του Κλωπά, η Μαγδαληνή, η σύζυγος του Χουζά, η μητέρα Ιωάννου και Ιακώβου, των υιών Ζεβεδαίου. 

  Η τραχειά φωνή του κεντυρίωνα σκέπασε προς στιγμήν τα βουητά του συρφετού. Στοιχισμένοι σε αρραγή πυκνή γραμμή οι πραιτωριανοί, όρθωσαν τα αιχμηρά δόρατα συγκρατώντας το πλήθος. Η φάλαγγα άρχισε αργά να προχωρεί. Ο Υιός του Ανθρώπου στράφηκε με κόπο. Κάθιδρο, με ακάνθινο στέμμα το πρόσωπό του, αυλακωμένο από θλίψη και πόνο, ατένισε μολαταύτα ήσυχα τον μαινόμενο όχλο. Το βλέμμα του σταμάτησε πάνω στη συντετριμμένη μητέρα του. Σπρωγμένη από άφατο πόνο εκείνη προσπάθησε να τρέξει κοντά του, μα στάθηκε αδύνατο να σπάσει τον κλοιό. Οι ματιές τους συναντήθηκαν με
ανείπωτο σπαραγμό. Τι ειπώθηκε από μάνα και γιο στο φευγαλέο εκείνο άγγιγμα των ψυχών τους; 

Ο εκατόνταρχος Λογγίνος περνώντας δίπλα της πρόσεξε την έντασή της. 
- Αχ, Κύριέ μου, σε παρακαλώ...! ξέσπασε με πόνο η μάνα, μα ό,τι κι αν ήθελε να πει, πνίγηκε στους σπαραχτικούς της λυγμούς. 
Ο κεντυρίωνας κοντοστάθηκε αμήχανος. Καθώς αντιλήφθηκε ποιά ήταν, μια βαθειά συμπόνια χύθηκε στην καρδιά του. 
- Έχεις τον λόγο μου, σεβαστή κυρία! είπε χαμηλόφωνα σκύβοντας προς το μέρος της. Θα κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ γι’ αυτόν. 
- Να ’σαι ευλογημένος, κύριέ μου! ψιθύρισε εκείνη και το μητρικό της βλέμμα τον αγκάλιασε με στοργή. 

  Πιασμένος από δεκάδες χέρια φάνηκε απ’ αντίκρυ ο τεράστιος σταυρός. Ερχόταν από μακριά. Απ’ την πολύ παλιά εποχή, δύο χιλιάδες χρόνια πριν. Όταν τρεις άγγελοι στην πόρτα του Αβραάμ άφησαν τα τρία κατάξερα ραβδιά τους, από κέδρο, πεύκο και κυπαρίσσι, για ευλογία. Τα φύτεψε κάποτε ο Λωτ, τα τρία μαζί, πασχίζοντας να βρει την άφεση για αμαρτήματα βαριά. Και όταν τα πότισε με το νερό του Ιορδάνη, φερμένο με κόπο από μιας μέρας δρόμο μακριά, εκείνα βλάστησαν. Θέριεψαν, έθρεψαν σ’ έναν κορμό, έγιναν δέντρο δυνατό, πελώριο. Το ’κοψαν, όταν χτιζόταν ο περίφημος ναός του Σολομώντα, μα οι τεχνίτες δεν κατάφεραν να ταιριάξουνε το ξύλο του πουθενά. 
«Καταραμένο ξύλο», είπαν και το πέταξαν στον σκουπιδότοπο. Μα εκείνο δεν ταίριαζε, γιατί προοριζόταν γι’ αλλού, για τον ναό «του σώματος Αυτού». Αυτόν που τώρα με μανία κατεδάφιζαν της ανομίας οι εργάτες, μα και που έμελλε σε τρεις μονάχα μέρες να ξαναχτιστεί. 

Ο δεύτερος από τους τρεις αγγέλους, Υιός Ανθρώπου τώρα, αποτράβηξε το βλέμμα του απ’ το βαθύ παρελθόν. Αντικρύζοντας και το δικό του ραβδί ενωμένο αχώριστα, μα και ασύγχυτα, με τα άλλα δύο μες στο σκληρό ξύλο του σταυρού, χαμογέλασε πονεμένα. 
- Έλα λοιπόν, ευλογημένο ξύλο, να τελειώσουμε το έργο που τότε ξεκινήσαμε, ψιθύρισε με ιλαρό πρόσωπο. Αρκεί πια η αναμονή του Αβραάμ. Πλημμύρισε κιόλας αγαλλίαση βλέποντας να φτάνει η μέρα ετούτη. 

 Το βασανισμένο του σώμα έσκυψε και ο τεράστιος σταυρός ακούμπησε στους ματωμένους ώμους. Η θλιβερή ετερόκλιτη συνοδεία βάδισε ανοδικά, αργά, επώδυνα την οδό του μαρτυρίου. Μα όχι για πολύ. Τα βήματα του μεγάλου κατάδικου κάτω απ’ το βάρος του σταυρού δυσκόλευαν συνεχώς, ώσπου κατέρρευσε. Το λιθόστρωτο κοκκίνισε, καθώς το θεϊκό σώμα καθημαγμένο, με χαίνουσες τις πληγές, σωριάστηκε. 

  Η ταλαίπωρη μάνα έβγαλε σπαραχτική κραυγή. Ένοιωσε πως έφτασε η τελευταία της στιγμή. Στη φωνή της σήκωσε τα θολά του μάτια, αν και μισολιπόθυμος ο γιος. Μόνος, κατάμονος αυτός, μα έπρεπε να τη βοηθήσει. Ο πόνος της ήταν βαθύς, πάνω απ’ τα μέτρα τα ανθρώπινα. Γιατί και η αγάπη της είχε διαβεί τα όρια του ανθρώπου. Κι όσο η αγάπη πιο απύθμενη, τόσο κι ο πόνος πιο απέραντος. Αγάπη για τον γιο της, μα και για τον λαό που είχε ξεστρατίσει, τον λαό της. 
H μάνα λύγιζε και χανόταν, μα η τελευταία της ματιά ήταν καρφωμένη στα σβησμένα μάτια του μοναχογιού της. Μια παράξενη λάμψη απ’ το θολό εκείνο βλέμμα του άστραψε τότε και την αγκάλιασε ολόκληρη. Μια μυστική δύναμη χύθηκε πάραυτα μέσα της και τη στερέωσε. 
- Γιέ μου! Γλυκύτατο τέκνο μου! μουρμούρισε, καθώς τα δάκρυά της κυλούσαν ποτάμι. Σε βλέπω μπρος μου αδύναμο, κατάστικτο απ’ τις πληγές και τους μώλωπες και η ψυχή μου σπαράζει. Μα δεν ξεχνώ πως είσαι παρά ταύτα και πανσθενουργός. Και ως παντοδύναμο Θεό και Κύριό μου σε αναγνωρίζω και σε προσκυνώ. 

 Ο εκατόνταρχος Λογγίνος έσπευσε με δυο αφοσιωμένους στρατιώτες του δίπλα στον πεσμένο κατάδικο. Παραμέρισαν προσεκτικά τον σταυρό του. Τα στιβαρά χέρια των πραιτωριανών ακούμπησαν σχεδόν ευλαβικά τις ξεσχισμένες σάρκες για να τον ανασηκώσουν. 
  Μες απ’ το πλήθος όρμησε την ίδια στιγμή ακάθεκτη μια νεαρή. Πριν προλάβει να την εμποδίσει κανένας, ήταν κιόλας γονατισμένη δίπλα του. Με το μαντήλι της η Βερονίκη σκούπιζε απαλά το πρόσωπό του, αγνώριστο απ’ τον ιδρώτα, τη σκόνη και τα αίματα. Τέλειωσε γρήγορα κι επιδέξια τη δουλειά της, αψηφώντας τις ύβρεις που στροβιλίζονταν γύρω της. Μα καθώς έκαμε να σηκωθεί, είδε το λερωμένο μαντήλι που κρατούσε και μαρμάρωσε. 

- Κύριέ μου! ψέλλισε μονάχα εκστατική. 
 Απ’ το πολυβασανισμένο εκείνο πρόσωπο, όπου δεν είχε απομείνει ίχνος χάρης και ομορφιάς, μια θεϊκά υπέροχη, σαγηνευτική μορφή είχε αχειροποίητα εντυπωθεί στο μαντήλι της Βερονίκης. 

Στο μεταξύ ο Λογγίνος δεν άργησε να ξεχωρίσει στο κινούμενο πλήθος ένα στιβαρό παράστημα. 
- Εσύ! φώναξε αμέσως δείχνοντάς τον με το χέρι. 
 Μ’ ένα του νεύμα οι δυο στρατιώτες τον έφεραν μπροστά. Ο Σίμων, πάροικος απ’ την Κυρήνη, μόλις που επέστρεφε απ’ τον αγρό. Έμπλεξε με το πλήθος, όταν τα δυό του παιδιά, Αλέξανδρος και Ρούφος, γεμάτα περιέργεια για την έκβαση των γεγονότων, τον τράβηξαν προς τα ’κει. 
- Εσύ θα πάρεις τον σταυρό! πρόσταξε ο Λογγίνος. 
 Ο Σίμων ξαφνιάστηκε. Μα το ύφος του κεντυρίωνα δεν σήκωνε αντίρρηση. Από την άλλη, βλέποντας τον μεγάλο κατάδικο, ένα κύμα ανεξήγητης συμπόνιας τον συνεπήρε. Έσκυψε χωρίς κουβέντα και φορτώθηκε τον σταυρό. 

Οι γυναίκες που συνόδευαν τη δύστυχη μάνα χτυπιόντουσαν και θρηνούσαν μαζί της. Ο Υιός του Ανθρώπου στράφηκε προς αυτές. 
- Μην κλαίτε για μένα, θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, είπε. Κλάψτε για σας και τα παιδιά σας. Γιατί μεγάλες συμφορές θα βρουν τον τόπο τούτο. 

Είχε πάει μεσημέρι, όταν έφτασαν στον τόπο του Κρανίου. Η κουστωδία ανέλαβε το μακάβριο έργο της. Τα καρφιά μπήχτηκαν, ο σταυρός ανυψώθηκε. 
Η ταλαίπωρη μάνα ένοιωσε το κάθε καρφί να μπήγεται στην καρδιά της. Ο νους της δεν χώραγε τα όσα συνέβαιναν. Πώς πέθαινε άδικα η πηγή της ζωής; Πώς κρεμόταν στον σταυρό αυτός που κρατούσε στην παλάμη του τα σύμπαντα; Απαρηγόρητη οδυρόταν η άμοιρη. 

Ήταν η έκτη ώρα της ημέρας. Η ώρα που στον Παράδεισο ο Πρωτόπλαστος αποτόλμησε την αμαρτία. Την ίδια ώρα τώρα το χειρόγραφο της αμαρτίας εκείνης προσηλώθηκε στον σταυρό. 
 Θαμμένο στον γυμνό εκείνο λόφο το κρανίο του Πρωτόπλαστου περίμενε χιλιάδες χρόνια τη στιγμή αυτή. Κάνοντας αυλάκι το αίμα απ’ τις πληγές του νέου Αδάμ, πότισε τη γη, χώθηκε βαθιά στα σπλάχνα της, έφτασε ως το κρανίο του Πρωτόπλαστου. Στο ζεστό, ζωοποιό του άγγιγμα σκίρτησε κι αναγάλλιασε ο Αδάμ στ’ ανήλιαγο βασίλειο του θανάτου. 
 Μπροστά στην απερίγραπτη αλογία των ανθρώπων όμως προς τον Κτίστη, επαναστάτησε τότε η κτίση. Ο ήλιος έκρυψε το φως του και σκότος μέγα σκέπασε την οικουμένη από την έκτη ως την ενάτη ώρα της ημέρας. Σεισμός συντάραξε συθέμελα τη γη. Οι πέτρες σχίστηκαν. Οι τάφοι άνοιξαν. Νεκροί εγέρθηκαν. Το καταπέτασμα του Ναού άνοιξε από άνω έως κάτω. 

Πως άντεξε τρεις ώρες σκοτεινές η μάνα μπροστά στον σταυρωμένο γιο της; 
- Χωρίς ωδίνες σε γέννησα, παιδί μου, μα τώρα η ρομφαία που προείπε ο Συμεών, διαπερνάει την καρδιά μου.
 «Ωραίος κάλλει» ήσουνα, μα τώρα χάθηκε η ομορφιά σου. Το πρόσωπό σου ατιμάστηκε και αφανίστηκε περισσότερο απ’ το πρόσωπο κάθε ανθρώπου. Οδηγήθηκες «ως πρόβατον επί σφαγήν» για άλλων αμαρτίες και «ως αμνός άφωνος» δεν ανοίγεις το στόμα σου. 

Μέσα στο ζοφερό άφεγγο σκότος της ενάτης ώρας όμως τα σβησμένα μάτια του γιου της φώτισαν και πάλι την καρδιά της.
- «Μη εποδύρου μου, μήτερ». Μη θρηνείς για μένα, μητέρα μου, αν και με βλέπεις τώρα στον σταυρό και σε λίγο στον τάφο. Πάσχω, αλλά υπέρ του κόσμου. Γρήγορα θ’ αναστηθώ και θα υψώσω μαζί μου όσους πιστεύουν σε μένα και με αγαπούν. Και τώρα ας είναι για σένα, που ποτέ δεν μ’ εγκατέλειψες από την ώρα που με γέννησες, η τελευταία μου φροντίδα. Στα χέρια του αγαπημένου μαθητή μου σ’ εμπιστεύομαι, στον Ιωάννη. Μητέρα μου, να, αυτός θα ’ναι τώρα ο γιος σου. 

Έστρεψε το κεφάλι του προς τη μερια που έστεκε ο Ιωάννης. 
- Ανάλαβέ την τώρα συ, Ιωάννη. Αυτή θα ’ναι η μητέρα σου. 
Όλα πλέον είχαν τελειώσει. Και τότε από τα ξέπνοα εκείνα στήθη κραυγή μεγάλη τράνταξε τον φριχτό Γολγοθά. 
- «Τετέλεσται». 
Και κλίνοντας την κεφαλή παρέδωσε το πνεύμα του στα χέρια του Πατέρα του. Συγκλονισμένος ο Λογγίνος φώναξε: 
- Αληθινά Υιός Θεού ήταν ο άνθρωπος αυτός. 

Για τη συντετριμμένη μάνα όμως τίποτε δεν είχε τελειώσει. 
- Έδυσες πια, το φως των οφθαλμών μου, γιε μου! Και θέλησες εγώ να μείνω πίσω και να ζήσω. Μένω λοιπόν και περιμένω, όπως προείπες, την Ανάσταση. 

- Στης τρίτης μέρας την αυγή περίμενέ με, θα ’ρθω και πρώτη θα με δεις εσύ, μητέρα μου! ... μες στην καρδιά της άκουσε ξανά σαν βάλσαμο γλυκό τη γνώριμη φωνή η μάνα.