Σάββατο 2 Μαρτίου 2019

Ήταν καπνός


Ακόμη και την ώρα του θανάτου του, αν δεις κάποιον να αμαρτάνει, μήτε τότε να τον κατακρίνεις. Διότι η απόφαση του Θεού είναι άγνωστη στους ανθρώπους. 

Μερικοί έπεσαν φανερά σε μεγάλα αμαρτήματα, κρυφά όμως έπραξαν πολύ μεγαλύτερα καλά. 

Έτσι εξαπατήθηκαν οι φιλοκατήγοροι, και εκείνο που κρατούσαν στα χέρια τους ήταν καπνός και όχι ήλιος.

Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος
http://inpantanassis.blogspot.com/2019/03/blog-post_86.html

Ψυχοσάββατον


Τὴν παραμονὴ τῆς Κυριακῆς τῆς Ἀπόκρεω ἡ Ἐκκλησία μας καλεῖ σὲ μιὰ παγκόσμια ἀνάμνηση ὅλων «τῶν ἀπ' αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς, ἐπ' ἐλπίδι ἀναστάσεως, ζωῆς αἰωνίου».

Γιὰ νὰ καταλάβουμε τὸ νόημα, πρέπει νὰ θυμηθοῦμε ὅτι ὁ Χριστιανισμὸς εἶναι ἡ θρησκεία τῆς ἀγάπης. Ὁ Χριστὸς δὲν ἄφησε στοὺς μαθητές Του μιὰ διδασκαλία ἀτομικῆς σωτηρίας, ἀλλὰ τὴν «καινὴ ἐντολή» τοῦ «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους».

Ἡ ἀγάπη, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ θέμα τῆς αὐριανῆς Κυριακῆς τῶν Ἀπόκρεω, εἶναι τὸ θεμέλιο καὶ ἡ οὐσία τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ προσευχὴ γιὰ τοὺς «κεκοιμημένους» εἶναι μιὰ βασικὴ ἔκφραση τῆς Ἐκκλησίας σὰν ἀγάπης. Ζητᾶμε ἀπὸ τὸ Θεὸ νὰ θυμηθεῖ αὐτοὺς ποὺ καὶ μεῖς θυμόμαστε καὶ τοὺς θυμόμαστε ἀκριβῶς γιατί τοὺς ἀγαπᾶμε. 

Προσευχόμαστε γι' αὐτοὺς τοὺς συναντᾶμε «ἐν Χριστῷ» ὁ ὁποῖος ἐπειδὴ εἶναι Ἀγάπη, ξεπερνάει τὸ θάνατο. Μέσα στὸ Χριστὸ δὲν ὑπάρχουν ζωντανοὶ καὶ πεθαμένοι γιατί ὅλοι εἶναι «ζῶντες ἐν Αὐτῷ». Αὐτὸς εἶναι ἡ Ζωή. Ἀγαπώντας αὐτοὺς ποὺ εἶναι ἐν Αὐτῷ, ἀγαπᾶμε τὸ Χριστό. Αὐτὸ τὸ Σάββατο λοιπὸν πρὶν τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω, τελεῖται ἡ ἀκολουθία γιὰ τὴν ἀνάμνηση τῶν «προαπελθόντων».

Επίσης, σύμφωνα με την παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, Ψυχοσάββατα, θεωρούνται και το επόμενο Σάββατο (πριν την Κυριακή της Τυρινής) καθώς και το μεθεπόμενο (πριν την Κυριακή της Ορθοδοξίας) το Σάββατο δηλαδή της Αναμνήσεως του θαύματος των κολλύβων.

http://inpantanassis.blogspot.com/2019/03/blog-post_36.html

Αγιογραφικό ανάγνωσμα


Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν 
κα΄ 8 - 9. 25 - 27. 33 - 36 
Εἶπεν ὁ Κύριος· Βλέπετε μὴ πλανηθῆτε· πολλοὶ γὰρ ἐλεύσονται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου λέγοντες ὅτι ἐγώ εἰμι καί ὁ καιρὸς ἤγγικε. μὴ οὖν πορευθῆτε ὀπίσω αὐτῶν. 9ὅταν δὲ ἀκούσητε πολέμους καὶ ἀκαταστασίας, μὴ πτοηθῆτε· δεῖ γὰρ ταῦτα γενέσθαι πρῶτον, ἀλλ' οὐκ εὐθέως τὸ τέλος. 25Καὶ ἔσται σημεῖα ἐν ἡλίῳ καὶ σελήνῃ καὶ ἄστροις, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς συνοχὴ ἐθνῶν ἐν ἀπορίᾳ ἠχούσης θαλάσσης καὶ σάλου, 26ἀποψυχόντων ἀνθρώπων ἀπὸ φόβου καὶ προσδοκίας τῶν ἐπερχομένων τῇ οἰκουμένῃ· αἱ γὰρ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σαλευθήσονται. 27καὶ τότε ὄψονται τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐρχόμενον ἐν νεφέλῃ μετὰ δυνάμεως καὶ δόξης πολλῆς. ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δὲ λόγοι μου οὐ μὴ παρέλθωσι. 34Προσέχετε δὲ ἑαυτοῖς μήποτε βαρηθῶσιν ὑμῶν αἱ καρδίαι ἐν κραιπάλῃ καὶ μέθῃ καὶ μερίμναις βιωτικαῖς, καὶ αἰφνίδιος ἐφ' ὑμᾶς ἐπιστῇ ἡ ἡμέρα ἐκείνη· 35ὡς παγὶς γὰρ ἐπελεύσεται ἐπὶ πάντας τοὺς καθημένους ἐπὶ πρόσωπον πάσης τῆς γῆς. 36ἀγρυπνεῖτε οὖν ἐν παντὶ καιρῷ δεόμενοι ἵνα καταξιωθῆτε ἐκφυγεῖν πάντα τὰ μέλλοντα γίνεσθαι καὶ σταθῆναι ἔμπροσθεν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου. 

Νεοελληνική απόδοση:
Αὐτὸς εἶπε, «Προσέχετε νὰ μὴ πλανηθῆτε, διότι πολλοὶ θὰ ἔλθουν εἰς τὸ ὄνομά μου καὶ θὰ λέγουν, «Ἐγὼ εἶμαι» καὶ «Ὁ καιρὸς ἐπλησίασε». Μὴ τοὺς ἀκολουθήσετε. Καὶ ὅταν ἀκούσετε πολέμους καὶ ἀκαταστασίες, μὴ φοβηθῆτε. Πρέπει πρῶτα νὰ γίνουν αὐτά, ἀλλὰ δὲν ἀκολουθεῖ ἀμέσως τὸ τέλος». Θὰ γίνουν σημεῖα εἰς τὸν ἥλιον, εἰς τὴν σελήνην καὶ εἰς τὰ ἄστρα καὶ εἰς τὴν γῆν ἀγωνία τῶν ἐθνῶν ἀπὸ τὴν ἀμηχανίαν τους ἕνεκα τοῦ ἤχου καὶ τῆς ἀναταραχῆς τῆς θαλάσσης. Θὰ λυποθυμοῦν ἄνθρωποι ἀπὸ τὸν φόβον τους καὶ τὴν ἀναμονήν τῶν ἐπερχομένων εἰς τὸν κόσμον, διότι αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν θὰ σαλευθοῦν. Καὶ τότε θὰ ἰδοῦν τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἔρχεται μέσα σὲ σύννεφο μὲ δύναμιν καὶ δόξαν πολλήν. Ὅταν ἀρχίσουν νὰ γίνωνται αὐτά, τότε κυττάξτε πρὸς τὰ πάνω καὶ σηκῶστε τὰ κεφάλια σας, διότι πλησιάζει ἡ ἀπολύτρωσίς σας». Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ θὰ παρέλθουν, οἱ λόγοι μου ὅμως δὲν θὰ παρέλθουν. Προσέχετε δὲ τὸν ἑαυτόν σας μήπως οἱ καρδιές σας γίνουν βαρειὲς ἀπὸ κρεπάλην καὶ μέθην καὶ ἀπὸ φροντίδες βιοτικὲς καὶ σᾶς ἔλθῃ ἔξαφνα ἡ ἡμέρα ἐκείνη, διότι θὰ ἔλθῃ σὰν παγίδα σ’ ὅλους ποὺ κάθονται εἰς ὅλην τὴν γῆν. Ἀγρυπνεῖτε λοιπόν, προσευχόμενοι πάντοτε διὰ νὰ καταξιωθῆτε νὰ ἀποφύγετε ὅλα αὐτὰ ποὺ μέλλουν νὰ γίνουν καὶ νὰ σταθῆτε ἐμπρὸς εἰς τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου».

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


"Πουθενά δεν βρίσκεται η αγάπη χωρίς ταπείνωση, ούτε ταπείνωση χωρίς αγάπη. Ο κλέφτης αποφεύγει τον ήλιο και ο υπερήφανος καταφρονεί την ταπείνωση." 

Αγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2019

ΤΟ ΡΑΜΜΕΝΟ ΣΤΑΥΡΟΥΔΑΚΙ



Ο Άγιος Γέροντας Παΐσιος ο Αγιορείτης (1924-1994) είχε κάποτε γνωρίσει μια γυναίκα, πιστή χριστιανή, που ωστόσο ήταν δυστυχισμένη, γιατί ο άντρας της είχε μπλέξει με μάγους. Επειδή, λοιπόν, δεν ήθελε ούτε Σταυρό να φορέσει, εκείνη, για να τον βοηθήσει, έραψε κρυφά στο γιακά του σακακιού του ένα σταυρουδάκι.

Μια μέρα ο άντρας της χρειάστηκε να περάσει από ένα ποτάμι. Μόλις πάτησε στο πέτρινο γεφύρι, που ένωνε τις δύο όχθες, άκουσε μια φωνή να του λέει:
–Τάσο! Τάσο! Βγάλε το σακάκι, για να ...
περάσουμε μαζί το γεφύρι!...
Ευτυχώς έκανε κρύο. Γι’ αυτό και ο Τάσος απάντησε:
–Πώς να το βγάλω; Αφού κρυώνω!
–Βγάλ’ το, βγάλ’ το, να περάσουμε! ακούστηκε πάλι αυστηρά και επιτακτικά η παράδοξη φωνή.

Ήταν ο διάβολος και ήθελε να ρίξει τον Τάσο στο ποτάμι, αλλά δεν μπορούσε, γιατί είχε πάνω του το σταυρουδάκι. Τελικά, κατάφερε και τον έριξε σε μιαν άκρη, πάνω στο γεφύρι. Εκεί τον βρήκαν πεσμένο οι δικοί του, που τον έψαχναν εναγωνίως όλη τη νύχτα. Αν είχε βγάλει το σακάκι, θα τον είχε ρίξει ο διάβολος με μανία στο ποτάμι. Τον φύλαξε όμως ο Σταυρός του Χριστού που ήταν εν αγνοία του ραμμένος στο πέτο του… 

[ «Οι δαίμονες και τα έργα τους»·
Μέρος 2ο, Κεφ. 3ο, §29, σελ. 363.
Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου,
Ωρωπός Αττικής, Σεπτέμβριος 20052.
Επιμέλεια ανάρτησης:π. Δαμιανός. ]
https://toeilhtarion.blogspot.com
http://yiorgosthalassis.blogspot.com/2019/02/blog-post_549.html#more

Πώς να αντιμετωπίσω την αμαρτωλότητά μου;


Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πολύ συχνά, θέτουμε στὸν ἑαυτό μας καὶ μεταξύ μας ἕνα πολὺ βασανιστικὸ ἐρώτημα. Πῶς μπορῶ νὰ ἀντιμετωπίσω τὴν ἁμαρτωλὴ μου κατάσταση; Τὶ μπορῶ νὰ κάνω; Δὲν μπορῶ νὰ ἀποφύγω τὴν διάπραξη ἁμαρτημάτων, μόνο ὁ Χριστὸς ἄλλωστε ἦταν ἀναμάρτητος. Καὶ δὲν μπορῶ καὶ ἐξακολουθῶ νὰ διαπράττω ἁμαρτήματα, ἐξαιτίας τῆς ἔλλειψης ἀποφασιστικότητας, θάρρους, ἱκανότητας γιὰ ἀληθινὴ μετάνοια ἤ ἐξαιτίας τῆς γενικότερης ἁμαρτωλῆς κατάστασης ἡ ὁποία κυριαρχεῖ στὸν ἐσωτερικό μου κόσμο. Τὶ ὰπομένει λοιπὸν σὲ μένα; Βασανίζομαι, παλεύω ἀπεγνωσμένα ὅπως ἕνας ἄνθρωπος τὴν ὥρα ποὺ πνίγεται καὶ δὲν βλέπω λύση.

Κάποτε γι αὐτὸ τὸ θέμα ἕνας Ρῶσος στάρετς, ἕνας ἀπὸ τοὺς τελευταἰους γέροντες τῆς μονῆς τῆς Ὄπτινα, εἶπε, σ’ ἕναν ἐπισκέπτη του: Κανένας δὲν μπορεῖ νὰ ζήσει χωρίς νὰ ἁμαρτήσει καὶ ἐλάχιστοι γνωρίζουν πώς νὰ μετανοοῦν κατὰ τέτοιο τρόπο, ὥστε νὰ λευκανθοῦν οἱ ἁμαρτίες τους. Ὑπάρχει ὅμως ἕνα πράγμα τὸ ὁποίο ὅλοι μποροῦμε νὰ κάνουμε: Ὅταν δὲν μποροῦμε οὔτε τὴν ἁμαρτία νὰ ἀποφύγουμε, οὔτε νὰ μετανοήσουμε ἀληθινά, μποροῦμε τότε νὰ βαστάζουμε τὸ φορτίο της, νὰ τὸ ὑποφέρουμε ὑπομονετικά, μὲ πόνο, χωρίς νὰ κάνουμε ὁτιδήποτε γιὰ νὰ ἀποφύγουμε τὸν πόνο καὶ τὴν ἀγωνία ποὺ προξενεῖ, νὰ τὴν ὑποφέρουμε ὅπως κάποιος θὰ ὑπέφερε τὸ βάρος ἑνὸς σταυροῦ. Ὄχι βέβαια τὸ σταυρό τοῦ Κυρίου, οὔτε τὸ σταυρὸ τῶν ἀληθινῶν μαθητῶν του, ἀλλὰ τὸ σταυρὸ τοῦ ληστῆ ποὺ εἶχε σταυρωθεῖ δίπλα Του. Δὲν εἶπε ὁ ληστὴς αὐτὸς στὸν ἄλλο ληστὴ ποὺ βλασφημοῦσε τὸν Κύριο: Ἐμεῖς ὑποφέρουμε ἐπειδή ἔχουμε διαπράξει ἐγκλήματα. Αὐτὸς ὑποφέρει παρόλο ποὺ εἶναι ἀναμάρτητος. Καὶ σὲ αὐτὸν ὁ Χριστὸς εἶπε: «Σήμερα θὰ εἶσαι στὸν παράδεισο μαζί Μου…», ἐπειδὴ εἶχε ἀποδεχτεῖ τὴν τιμωρία, τὸν πόνο, τὴν ἀγωνία καὶ τὶς συνέπειες πραγματικὰ τοῦ κακοῦ ποὺ εἶχε διαπράξει μὲ τὸ νὰ ἦταν αὐτὸς ποὺ ἦταν.

Θυμᾶμαι ἐπίσης ἀπὸ τὴ ζωὴ ἑνὸς ἱερέα, τὴν ἱστορία ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ εἶχε ἔρθει σ’ αὐτὸν καὶ τοῦ εἶχε πεῖ ὅτι ὅλη ἡ ζωὴ του μέχρι τότε ἦταν ἁμαρτωλή, ἀκάθαρτη καὶ ἀνάξια τόσο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, ὅσο καὶ ἐνώπιον τοῦ ἴδιου. Καὶ κατόπιν εἶχε μετανοήσει, εἶχε ἀπορρίψει καὶ ἀποστραφεῖ ὅλο τὸ κακὸ ποὺ εἶχε κάνει, ἐν τούτοις ὅμως, βρισκόταν ἀκόμη κάτω ὑπό τὴν ἐπήρεια τῶν ἴδιων ἁμαρτημάτων. Καὶ ὁ ἱερέας τοῦ εἶπε: «Ὑπῆρχε μιὰ περίοδος τῆς ζωῆς σου ποὺ ἔτρωγες σκυμμένος πάνω στὶς λάσπες ὅλες αὐτές τὶς ἀκαθαρσίες μὲ μεγάλη ἱκανοποίηση. Τώρα κατανόησες ότι πρόκειται γιὰ ἀκαθαρσίες καὶ νοιώθεις τρόμο, ἀηδία καὶ ὅτι πνίγεσαι μὲ αὐτές. Θεώρησε λοιπὸν ὅτι αὐτὴ εἶναι ἀνταμοιβή σου γιὰ τὸ κακὸ σου παρελθόν καὶ ὑπέμεινε . . .».

Αὐτὸ εἶναι κάτι ποὺ ὅλοι μας μποροῦμε νὰ κάνουμε. Νὰ ὑπομένουμε τὶς συνέπειες, τὴν ὑποδούλωση ποὺ εἶναι δική μας, ὑπομονετικά, ταπεινά, μὲ συντετριμμένη τὴν καρδιά καὶ ὄχι μὲ ἀδιαφορία, οὔτε καὶ μὲ τὴν λογικὴ ὅτι ἐφόσον εἴμαστε ἐγκαταλελειμμένοι ἀπὸ τὸν Θεὸ σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση, τότε γιατί νὰ μὴν ἁμαρτάνουμε; Ἀλλὰ ἐκλαμβάνοντας τὴν κατάσταση στὴν ὁποία βρισκόμαστε ὡς θεραπευτικὴ ἐπίγνωση τοῦ τὶ εἶναι ἁμαρτία, τὶ μᾶς προξενεῖ, καθὼς ἐπίσης καὶ τὴ φρίκη ποὺ αὐτὴ περικλείει. Καὶ ἐάν ἀντέξουμε ὑπομονετικά, θὰ ἔρθει μιὰ μέρα ποὺ ἡ ἐσωτερική μας ἀποστροφή πρὸς τὴν ἁμαρτία θὰ φέρει καρπούς καὶ θὰ ἀπελευθερωθοῦμε ἀπ’ αὐτή.

Ἔτσι, ἄν μποροῦμε, μὲ κάθε τρόπο, ἄς ἀποφύγουμε τὴν ἁμαρτία σὲ ὅλες της τὶς μορφές, ἀκόμη κι ἐκεῖνα τὰ ἁμαρτήματα ποὺ φαίνονται τόσο ἀσήμαντα, γιατὶ μὴν ξεχνοῦμε ὅτι σ’ ἕνα φράγμα νεροῦ ἡ παραμικρὴ ρωγμὴ του ἀργά ἤ γρήγορα θὰ ὁδηγήσει στὴν ἔκρηξη καὶ διάλυσή του. Ἐὰν μποροῦμε, ἄς μετανοήσουμε ἀληθινὰ, ἄς ἀποστραφοῦμε τὸ ἁμαρτωλὸ παρελθὸν μας μ’ ἕναν ἠρωϊκὸ καὶ ἀποφασιστικὸ τρόπο. Ἀλλὰ ἐὰν δὲν μποροῦμε τίποτα ἀπὸ αὐτὰ τὰ δύο, τότε ἄς σηκώσουμε ὑπομονετικὰ καὶ μὲ ταπεινοφροσύνη ὅλο τὸν πόνο καὶ ὅλες τὶς συνέπειες αὐτῆς τῆς ἀδυναμίας. Καὶ αὐτὴ ἡ στάση μας μιὰ μέρα θὰ ληφθεῖ ὑπόψη ἀπό τὸν Θεό, ὁ Ὁποῖος σὲ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα τῶν Ἀγγέλων του γιὰ τὴ ζωὴ τοῦ Μωϋσῆ, «Γιὰ πόσο διάστημα ἀκόμη θὰ ἀνέχεσαι τὶς ἁμαρτίες τους», ἀπάντησε: «Θὰ τοὺς ἀρνηθῶ ὅταν τὸ μέτρο τῶν ἁμαρτιῶν τους ὑπερβεῖ τὸ μέγεθος τῶν βασάνων τους».

Ὡς ἐκ τούτου, ἄς ἀποδεχθοῦμε τὸν πόνο σὰν ἕνα πόνο λυτρωτικό, ἀκόμα κι ἄν δὲν μποροῦμε νὰ τὸν προσφέρουμε σὰν ἕνα καθαρό, ἀκηλίδωτο πόνο. Ἀμήν.

πηγή: alopsis.gr
https://simeiakairwn.wordpress.com/

Μετάνοια την Τσικνοπέμπτη…


«Πως αγριεύουν έτσι οι άνθρωποι; Πώς με μιάς αφήνονται έρμαια στις ροπές και στις τάσεις τής φθαρτής ανθρώπινης τους φύσης; Πώς κατάντησε απόψε αυτή η ήσυχη επαρχιακή πόλη;

Θαρρείς και δεν την κατοικούν άνθρωποι αλλά ανθρωπόμορφα τέρατα πού άλλος με κεφάλι γαιδάρου, άλλος λιονταριού, άλλος πιθήκου τρέχουν να προλάβουν να γλεντήσουν, να μεθύσουν, να άμαρτήσουν όσο γί­νεται περισσότερο. Γιατί απόψε είναι Τσικνοπέμπτη και γέμισε ή πόλη μασκαράδες. Απόψε κάθε λογικός άνθρωπος δεν ξεμυτίζει από το σπίτι του». Αυτά σκεφτότανε ο παπα-Θανάσης, καθώς έμπαινε ατό σπίτι του γυρνώντας από το ναό.

– Α, παπαδιά μου, τό κακό παράγινε! Ο Θεός νά μας συγχωρέσει, είπε στή γυναίκα του, μόλις μπήκε μέσα.Εκείνη τόν κοίταξε μέ κατανόηση.

– Ο Θεός νά μας φυλάει, είπε καί άρχισε νά ετοιμάζει τό βραδινό φαγητό.

Στό σπίτι του παπα-Θανάση, περασμένα πιά τά μεσάνυχτα, επικρατεί ησυχία. Τά παιδιά καί ή παπαδιά είχαν ήδη κοιμηθεί κι ό παπα-Θανάσης ετοιμαζότανε καί κείνος νά πάει γιά ύπνο,όταν ακούστηκε τό κουδούνι τής πόρτας. Τινάχτηκε μέσα στόν ύπνο της η παπαδιά καί βρέθηκε δίπλα στόν παπα-Θανάση.

– Μην ανοίγεις τέτοια νύχτα, πάτερ μου! τόν παρακάλεσε φοβισμένη.

– Γιατί φοβάσαι; τήν καθησύχασε εκείνος. Είναι η πρώτη φορά πού μάς κτυποϋν τέτοια ώρα τήν πόρτα; Αφού τό ξέρεις τό σπίτι του Ιερέα διανυκτερεύει κάθε βράδυ.

– Ναι, μά απόψε…

Της χαμογέλασε ό παπα-Θανάσης καί άνοιξε τήν πόρτα.

– Πάτερ μου, μέ συγχωρείτε πού ήρθα τέ­τοια ώρα, όμως ή μάνα μου πεθαίνει καί ζητά νά έξομολογηθεί καί νά κοινωνήσει.

‘Ο άνθρωπος πού στεκόταν μπροστά του, παρό­λο πού ήταν άντρας, έτρεμε ολόκληρος κι άφηνε τά δάκρυά του δίχως ντροπή νά τρέχουν.

– Πήγαινε εσύ κοντά της, παιδί μου, καί γώ πάω ώς τήν εκκλησία νά πάρω τή θεία Κοινωνία καί έρχομαι αμέσως.

’Έφυγε ό άντρας αφήνοντας στόν παπα-Θανάση τή διεύθυνσή του.

– Που θά πας, πάτερ μου, μόνος σου τέτοια ώρα, μιά τέτοια νύχτα; Δέ φοβάσαι; Γ ιατί δέν τόν κρατούσες νά πάτε συντροφιά;»

Ή παπαδιά μιλούσε καί κείνος τήν κοίταζε αυστηρά.

– Μόνος είπες, παπαδιά, μόνος; Κι ό Κύριος πού θά κουβαλάω στά χέρια μου; Ά, παπαδιά μου, κάτι σ’ έχει πιάσει απόψε καί δέ μιλάς γνωστικά.

Ντύθηκε ό παπα-Θανάσης καί βγήκε στό δρό­μο. Ξέχασε πώς ήταν νύχτα Τσικνοπέμπτης. Δέν τόν άπασχολούσαν καθόλου οί μασκαράδες πού έβλεπε γύρω του. Ένα μόνο τόν απασχολούσε, νά προλάβει νά δώσει τό «φάρμακο τής αθανασίας» στην ετοιμοθάνατη. Πήρε με δέος στά χέρια του τό Σώμα καί τό Αίμα του Χρίστου καί ξαναβγήκε στό δρόμο. Δέν κοιτούσε ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Μόνο έτρεχε νά προλάβει.Σέ μιά στροφή του δρόμου ακούσε γέλια καί φωνές. Κάποιος φώναξε κοροϊδευτικά: «Τήν ευχή σου Δέσποτα!», μά δέν γύρισε νά κοιτάξει. Καί τότε, δέν κατάλαβε πως, βρέθηκε κυκλωμένος από μιά παρέα μασκαράδων, πού προσπαθούσαν νά τόν σταματήσουν.

– Συνάδελφε, που πάμε;

Ένας νεαρός μασκαρεμένος σέ παπά, μέ χνώτο πού μύριζε ποτό, στεκόταν μπροστά του κρατώντας στό χέρι ένα σταυρό. Τα’χασε ό παπα-Θανάσης καί πριν προλάβει νά πει τίποτα, δέχτηκε τήν επίθεση όλου του τσούρμου. Άλλος τόν τραβούσε άπό τά ράσα κι άλλος του έβγαζε τό καλυμμαύχι.

Ο παπα-Θανάσης έσφιξε στό στήθος του τ’ άχραντα Μυστήρια καί προσπάθησε νά τούς μι­λήσει, μά κανένας δέν άκουγε. Κάποιος τότε του τράβηξε τή γενειάδα καί -σάν νά τόν κτύπησε ηλεκτρικό ρεϋμα- άρχισε νά φωνάζει;

– Είναι αληθινός, ρέ, είναι αληθινός!

Ή παρέα κοκκάλωσε στή θέση της κι ό παπα- Θανάσης, μέ τό πρόσωπο μουσκεμένο από τόν ιδρώτα της αγωνίας καί τά δάκρυα του, τούς κοίτα­ξε χωρίς νά μιλα.

– Συγγνώμη, πάτερ! είπε εκείνος που του τρά­βηξε τή γενειάδα. Νομίζαμε πώς ήσασταν ψεύτικος σάν κι αύτόν καί…

– Σας είδαμε καί τέτοια ώρα έξω καί ήμασταν σίγουροι πώς ήσασταν μασκαρεμένος.

– Συγχωρέστε μας! είπε ένας άλλος.

– Πάω νά κοινωνήσω μιά ετοιμοθάνατη, παιδιά μου.’Ο θάνατος δέν έχει ώρες κατάλ­ληλες καί ακατάλληλες κι εγώ τρέχω νά τόν προλάβω. Καί σύ, παιδί μου, βγάλε τά ράσα τά τι- μημένα. Μην αμαρτάνεις άλλο ρεζιλεύοντάς τα. Είναι πολύ ιερό τό ράσο, γιά νά μασκαρεύεσαι μ’ αυτό. Τραβάτε στά σπίτια σας, παιδιά μου, κι ό Θεός νά σας συγχωρέσει.

Άνοιξε τό βήμα του ό παπα-Θανάσης, γιά νά κερδίσει τό χαμένο χρόνο.Ήταν πικραμένος ώς τά κατάβαθά του. Τόσο πολύ, λοιπόν, χάλασαν σι άνθρωποι, ώστε μασκαρεύονται καί Ιερείς;

– Πάτερ, Πάτερ!

Ή φωνή πού έφτασε στά αυτιά του ήταν γεμά­τη αγωνία. Σταμάτησε καί περίμενε. Ένας νεαρός κατακόκκινος από τήν τρεχάλα καί τήν ντροπή έφτασε κοντά του λαχανιασμένος.

– Πάτερ! Είμαι κείνος πού ντύθηκε παπάς. Τό έκανα εντελώς απερίσκεπτα, πάτερ και… καί θέλω νά ’ρθω μαζί σας στό σπίτι της έτοιμοθάνατης. Δέν… δέν θέλω νά σας πάρουν κι άλλοι γιά ψεύτικο…

Ό παπα-Θανάσης του έκανε νόημα νά τόν ακολουθήσει. Στά χέρια του ό νεαρός κρατούσε τό σταυρό πού είχε μαζί του. Μπήκαν στό σπίτι τής ετοιμοθάνατης σιωπηλοί.

– Χαίρομαι, πάτερ, πού βρήκατε καί παπαδάκι καί δέν ήρθατε μόνος, είπε ό αντρας πού τόν είχε καλέσει.

Ό νεαρός ξανακοκκίνησε καί κοίταξε μέ αγωνία τόν παπα-Θανάση.

Ναι, ό Θεός μου τόν έστειλε, είπε εκείνος καί τά λόγια του καρφώθηκαν στήν καρδιά του νεαρού.

– Πάτερ, δέν θά σας εγκαταλείψω ποτέ, έλεγε ό νεαρός λίγη ώρα αργότερα, όταν ό παπα-Θανάσης κλείδωνε τό ναό, αφήνοντας ξανά μεσα τό Σώμα καί τό Αίμα του Χριστού, θά γίνω ό βοη­θός σας, τό παπαδάκι σας.’Ίσως έτσι μέ συγχω­ρήσει ό θεός γιά τήν ιεροσυλία πού έκανα.

-‘Αμποτε, παιδί μου, νά τό φορέσεις τό ράσο κι αληθινά, είπε ό παπα-θανάσης καί τόν ευλόγησε με τά δυό του χέρια, εκείνα πού πριν από λίγο κρατούσαν τόν Ίδιο τόν Κύριο.

Καί παράξενο- ό παπα-Θανάσης είχε τή σιγουριά πώς αύτό θά γινό­ταν κάποια μέρα! Καί ακόμα πιό παράξενο- τήν ίδια σιγουριά ένιωθε μέσα του κι ό νεαρός.

πηγή: adontes.blogspot.com
https://simeiakairwn.wordpress.com/