Δευτέρα 2 Οκτωβρίου 2017

Στεῖλτε τούς ἀνθρώπους στόν πνευματικό


- Γέροντα, πολλές φορές οι άνθρωποι βλέποντας ράσο μας λένε τον πόνο τους, το πρόβλημά τους, ακόμη και εξομολόγηση. Ποια πρέπει να είναι η στάση μας απέναντί τους;

- Εξ αρχής, όταν απευθύνωνται σ’ εσάς για κάποιο πρόβλημά τους, να τους ρωτήσετε: «Έχετε πνευματικό;». Κι εγώ στους ανθρώπους που έρχονται εκεί στο Καλύβι να με ρωτήσουν για κάποιο θέμα λέω: «Εγώ δεν είμαι πνευματικός· να πάτε στον πνευματικό σας και να κάνετε ό,τι σας πη εκείνος». 

Πρέπει να μετανοήσουν οι άνθρωποι και να έχουν έναν πνευματικό να εξομολογούνται, για να κοπούν τα δικαιώματα του διαβόλου. Να ακούση η μοναχή μια φορά κάποια πονεμένη γυναίκα που έχει ένα πρόβλημα και μετά να την στείλη στον πνευματικό, αυτό το καταλαβαίνω. Όχι όμως να συνεχίζη να συζητάη μαζί της.

Ή, αν μία γυναίκα δεν αναπαύεται στον πνευματικό της ή δεν έχη πάει ποτέ για εξομολόγηση ή βρίσκεται σε κατάσταση απελπισίας, ας την ακούση μια φορά και πάλι να την στείλη στον πνευματικό και να της πη ότι εκείνη θα εύχεται.

Εκτός που δεν έχει υποχρέωση η μοναχή να τους βοηθήση κατ’ αυτόν τον τρόπο, ακούγοντας δηλαδή συνεχώς τα προβλήματά τους, δεν βοηθιούνται κιόλας έτσι οι άνθρωποι. Γιατί ο άνθρωπος παθαίνει τριών ειδών αλλοιώσεις: από τον εαυτό του, από τους άλλους και από τον διάβολο. 

Έρχονται εδώ, βρίσκουν μια παρηγοριά ανθρώπινη, αλλά, μόλις φύγουν από το Μοναστήρι και πάνε σπίτι, γυρίζουν πάλι στο δικό τους και αρχίζουν τα ίδια. Και οι γυναίκες και οι άνδρες να πάνε στον πνευματικό τους. Δεν είναι σωστό να λένε τα θέματά τους στην καλόγρια. Γιατί μετά λένε: «τα είπα· είμαι εντάξει», αναπαύουν ψεύτικα τον λογισμό τους και δεν πάνε στον πνευματικό. Αυτό είναι τέχνασμα του διαβόλου, για να μην εξομολογούνται.

Πρέπει να καταλάβετε ποια είναι η αποστολή σας ως μοναχές και να μην πάτε να κάνετε δήθεν ιεραποστολή, επειδή δεν έχετε καταλάβει την καλογερική αποστολή. Ως μοναχοί έχουμε υποχρέωση να κάνουμε προσευχή για τα προβλήματα των άλλων· δεν είμαστε όμως υποχρεωμένοι να ασχοληθούμε με τα προβλήματά τους. 

Ο πνευματικός έχει υποχρέωση να το κάνη αυτό, έχει και ευθύνη. Αν συζητούν μ’ εσάς, φορτώνουν σ’ εσάς την ευθύνη. Εκείνος μπορεί να τους παρακολουθή από κοντά και να δίνη λύση στα προβλήματά τους. Χρειάζεται δηλαδή δουλειά. Αυτή η δουλειά δεν είναι των μοναχών. 

Από μας μόνον προσευχή να ζητάνε. Ας στέλνουν κανένα γράμμα με ονόματα, να κάνουμε κανένα κομποσχοίνι.

http://inpantanassis.blogspot.

Το Ευαγγελικό ανάγνωσμα της ημέρας


Τῌ ΔΕΥΤΕΡᾼ ΤΗΣ Γ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ 
Ἐκ τοῦ κατὰ Λουκᾶν 
στ΄ 24 - 30 
Εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἐληλυθότας πρὸς αὐτὸν Ἰουδαίους· οὐαὶ ὑμῖν τοῖς πλουσίοις, ὅτι ἀπέχετε τὴν παράκλησιν ὑμῶν. οὐαὶ ὑμῖν οἱ ἐμπεπλησμένοι, ὅτι πεινάσετε. οὐαί ὑμῖν οἱ γελῶντες νῦν, ὅτι πενθήσετε καὶ κλαύσετε. οὐαὶ ὅταν καλῶς ὑμᾶς εἴπωσι πάντες οἱ ἄνθρωποι· κατὰ τὰ αὐτὰ γὰρ ἐποίουν τοῖς ψευδοπροφήταις οἱ πατέρες αὐτῶν. Ἀλλὰ ὑμῖν λέγω τοῖς ἀκούουσιν· ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμῖν, προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς. τῷ τύπτοντί σε ἐπὶ τὴν σιαγόνα πάρεχε καὶ τὴν ἄλλην, καὶ ἀπὸ τοῦ αἴροντός σου τὸ ἱμάτιον καὶ τὸν χιτῶνα μὴ κωλύσῃς. παντὶ δὲ τῷ αἰτοῦντί σε δίδου, καὶ ἀπὸ τοῦ αἴροντος τὰ σὰ μὴ ἀπαίτει. 

Νεοελληνική απόδοση:
Ἀλλοίμονον ὅμως σ’ ἐσᾶς τοὺς πλουσίους, διότι ἔχετε τὴν παρηγορίαν σας. Ἀλλοίμονον σ’ ἐσᾶς ποὺ εἶσθε τώρα χορτασμένοι, διότι θὰ πεινάσετε. Ἀλλοίμονον σ’ ἐσᾶς ποὺ τώρα γελᾶτε, διότι θὰ πενθήσετε καὶ θὰ κλάψετε. Ἀλλοίμονον σ’ ἐσᾶς ὅταν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι λέγουν καλὰ λόγια γιὰ σᾶς, διότι ἔτσι ἀκριβῶς ἐφέροντο οἱ πατέρες των πρὸς τοὺς ψευδοπροφήτας». «Ἀλλὰ σ’ ἐσᾶς ποὺ μὲ ἀκοῦτε, λέγω: Νὰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθρούς σας, νὰ εὐεργετῆτε ἐκείνους ποὺ σᾶς μισοῦν, Νὰ εὐλογῆτε ἐκείνους ποὺ σᾶς καταρῶνται, νὰ προσεύχεσθε δι’ ἐκείνους ποὺ σᾶς κακομεταχειρίζονται. Εἰς ἐκεῖνον ποὺ σὲ κτυπᾶ εἰς τὸ σαγόνι, δῶσε καὶ τὸ ἄλλο, καὶ ἐκεῖνον ποὺ σοῦ παίρνει τὸ ἐπανωφόρι, μὴν τὸν ἐμποδίσῃς νὰ σοῦ πάρῃ καὶ τὸ ὑποκάμισο. Δίδε εἰς ὁποιονδήποτε σοῦ ζητεῖ, καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ σοῦ ἐπῆρε ὅ,τι σοῦ ἀνήκει μὴ ζητήσῃς νὰ σοῦ τὸ ἐπιστρέψῃ.

Η εορτή της ημέρας


Οἱ Ἅγιοι Κυπριανὸς καὶ Ἰουστίνη

Ὁ Ἅγιος Κυπριανὸς ἔζησε καὶ μαρτύρησε ἐπὶ αὐτοκρατορίας Δεκίου.
Γεννήθηκε στὴν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας ἀπὸ ἐπιφανὴ καὶ πλούσια οἰκογένεια, ἡ ὁποία τοῦ εἶχε προσφέρει ἀξιόλογη μόρφωση.
Ὁ Κυπριανὸς ὑπῆρξε γιὰ πολλὰ χρόνια ξακουστὸς μάγος. Σὲ αὐτὸν μάλιστα προσέτρεξε καὶ ἕνας εἰδωλολάτρης ὁ Ἀγλαΐδας, ὁ ὁποῖος ἦταν ἐρωτευμένος μὲ μία παρθένα τὴν Ἰούστα. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἔβρισκε ἀνταπόκριση στὸν ἔρωτά του, ζήτησε ἀπὸ τὸν Κυπριανὸ νὰ τὸν βοηθήσει μὲ τὶς μαγικές του ἱκανότητες. Ὅμως οἱ ἐνέργειες τοῦ Κυπριανοῦ δὲν ἔφεραν κανένα ἀποτέλεσμα καὶ γι’ αὐτὸ ἔκαψε τὰ βιβλία του ποὺ περιεῖχαν τὶς ἀπατηλὲς γνώσεις τῆς μαγικῆς τέχνης καὶ βαπτίσθηκε χριστιανός. Ἔκτοτε ἀφοσιώθηκε στὸ κήρυγμα τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου, προσελκύοντας στὴ χριστιανικὴ πίστη πολλοὺς ἀνθρώπους. Κατόπιν ἔγινε ἱερέας καὶ ἀργότερα ἐπίσκοπος Καρχηδόνας.Τὴν Ἰούστα τὴν χειροτόνησε διακόνισσα καὶ τὴν μετονόμασε σὲ Ἰουστίνη. Γιὰ τὴν χριστιανική τους δράση οἱ δυὸ Ἅγιοι συνελήφθησαν καὶ ἐξορίσθηκαν στὴ Νικομήδεια. Ὁ ἐκεῖ ἡγεμόνας Κλαύδιος ὑπέβαλε σὲ πολλὰ βασανιστήρια τοὺς Ἁγίους. Στὸ τέλος διέταξε τὸν ἀποκεφαλισμό τους.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, τῇ φωταυγείᾳ, σκότος ἔλιπες, τῆς ἀσεβείας, καὶ φωστὴρ τῆς ἀληθείας γεγένησαι· ποιμαντικῶς γὰρ φαιδρύνας τὸν βίον σου, Κυπριανὲ τῇ ἀθλήσει δεδόξασαι. Πάτερ Ὅσιε, τὸν Κτίστην ἡμῖν ἱλέωσαι, ὁμοὺ σὺν Ἰουστίνη τῇ Θεόφρονι.

Κοντάκιον. Ἦχος α’. Χορὸς Ἀγγελικός.
Ἐκ τέχνης μαγικῆς, ἐπιστρέψας θεόφρον, πρὸς γνῶσιν θεϊκήν, ἀνεδείχθης τῷ κόσμῳ, ἀκέστωρ σοφώτατος, τὰς ἰάσεις δωρούμενος, τοῖς τιμῶσί σε, Κυπριανὲ σὺν Ἰουστίνῃ· μεθ’ ἧς πρέσβευε, τῷ Φιλανθρώπῳ Δεσπότῃ, σωθῆναι τοὺς δούλους σου.

Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Ὡς ἀπαρχᾶς.
Ὡς ἱεράρχην τίμιον, καὶ ἀθλητὴν στερρότατον, ἡ οἰκουμένη ἀξίως γεραίρει σε, Κυπριανὲ ἀοίδιμε, καὶ τοὶς ὕμvοις δοξάζει, τὴν ἁγίαν σου μνήμην, αἰτοῦσα πάντοτε, πταισμάτων ἄφεσιν, διὰ σοῦ δωρηθήναι τοῖς μέλπουσιν. Ἀλληλούια.

Μεγαλυνάριον.
Πλάνης σοφιστείας ἀπολιπών, τῆς θείας σοφίας, ἀνεδείχθης λαμπρὸς φωστήρ, καὶ σὺν Ἰουστίνῃ, Κυπριανὲ ἀθλήσας, τῆς ἄνω βασιλείας, ἄμφω ἔτυχε.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


«Μακάριοι είναι όσοι γνώρισαν από τούτη τη ζωή το φως του Κυρίου και αυτοί που φωτίζονται από το Θείο φως».

Αγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος

Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2017

Ο τρόπος της Εκκλησίας είναι η αγάπη!


Όσιος Παΐσιος
Είπα σε κάποιον μια φορά: «Τι είσαι εσύ; Μαχητής του Χριστού ή μαχητής του πειρασμού; Ξέρεις πώς υπάρχουν και μαχητές του πειρασμού;».
Ο Χριστιανός δεν πρέπει να είναι φανατικός, αλλά να έχη αγάπη για όλους τους ανθρώπους. Όποιος πετάει λόγια αδιάκριτα, και σωστά να είναι, κάνει κακό. Γνώρισα έναν συγγραφέα πού είχε ευλάβεια πολλή, άλλα μιλούσε στους κοσμικούς με μια γλώσσα ωμή, πού προχωρούσε όμως σε βάθος, και τους τράνταζε. Μια φορά μου λέει: «Σε μια συγκέντρωση είπα αυτό και αυτό σε μια κυρία». Αλλά με τον τρόπο πού της το είπε, την είχε σακατέψει. Την πρόσβαλε μπροστά σε όλους. «Κοίταξε, του λέω, εσύ πετάς στους άλλους χρυσά στεφάνια με διαμαντόπετρες, έτσι όμως πού τα πετάς, σακατεύεις κεφάλια, όχι μόνον ευαίσθητα άλλα και γερά».


Ας μην πετροβολάμε τους ανθρώπους... χριστιανικά. Όποιος ελέγχει μπροστά σε άλλους κάποιον πού αμάρτησε ή μιλάει με εμπάθεια για κάποιο πρόσωπο, αυτός δεν κινείται από το Πνεύμα του Θεού· κινείται από άλλο πνεύμα.

Ο τρόπος της Εκκλησίας είναι η αγάπη· διαφέρει από τον τρόπο των νομικών.
Η Εκκλησία βλέπει τα πάντα με μακροθυμία και κοιτάζει να βοηθήση τον καθέναν, ό,τι και αν έχη κάνει, όσο αμαρτωλός και αν είναι.
Βλέπω σε μερικούς ευλαβείς ένα είδος παράξενης λογικής. Καλή είναι η ευλάβεια πού έχουν, καλή και η διάθεση για το καλό, άλλα χρειάζεται και η πνευματική διάκριση και ευρύτητα, για να μη συνοδεύη την ευλάβεια η στενοκεφαλιά, η γεροκεφαλιά (το γερό δηλαδή αρβανίτικο κεφάλι). Όλη η βάση είναι να έχη κανείς πνευματική κατάσταση, για να έχη την πνευματική διάκριση, γιατί αλλιώς μένει στο «γράμμα του νόμου», και το «γράμμα του νόμου αποχτείνει». Αυτός πού έχει ταπείνωση, δεν κάνει ποτέ τον δάσκαλο· ακούει και, όταν του ζητηθή η γνώμη του, μιλάει ταπεινά. Ποτέ δεν λέει «εγώ», αλλά «ο λογισμός μου λέει» ή «οι Πατέρες είπαν». Μιλάει δηλαδή σαν μαθητής. Όποιος νομίζει ότι είναι Ικανός να διορθώνη τους άλλους έχει πολύ εγωισμό.
- Όταν, Γέροντα, ξεκινάη κανείς από καλή διάθεση να κάνη κάτι και φθάνη στα άκρα, λείπει η διάκριση;
- Είναι ο εγωισμός μέσα στην ενέργειά του αυτή και δεν το καταλαβαίνει, γιατί δεν γνωρίζει τον εαυτό του, γι' αυτό πιάνει τα άκρα. Πολλές φορές από ευλάβεια ξεκινούν μερικοί, αλλά που φθάνουν! Όπως οι εικονολάτρες και οι εικονομάχοι. Άκρη το ένα, άκρη το άλλο! Οι μεν έφθασαν στο σημείο να ξύνουν την εικόνα του Χριστού και να ρίχνουν την σκόνη μέσα στο Άγιο Ποτήριο, για να γίνη καλύτερη η Θεία Κοινωνία· οι άλλοι πάλι έκαιγαν τις εικόνες, τις πετούσαν... Γι' αυτό η Εκκλησία αναγκάσθηκε να βάλη ψηλά τις εικόνες και, όταν πέρασε η διαμάχη, τις κατέβασε χαμηλά, για να τις προσκυνούμε και να απονέμουμε τιμή στα εικονιζόμενα πρόσωπα.

https://www.agiooros.net/

Τα πρέπει, τα μη και τα θέλω.


Οι μεγάλες αξίες της ζωής έχουν δυο βασικές φυσικές πηγές. Η μια είναι η συνείδηση την οποία φύτεψε ο Θεός μέσα στον άνθρωπο, γι' αυτό και ονομάζεται έμφυτος ηθικός νόμος. Νόμος άγραφος και πανανθρώπινος. Είναι τα πρέπει και τα μη που έβαλε ο Θεός μέσα μας για να μπορούμε να αποτελούμε μια κοινωνία που να μπορεί να συζήσει και να επικοινωνεί. Βέβαια σε πολύ στενές κοινωνίες, όπως αυτή της ζούγκλας, λόγω της απομόνωσης και του διαβόλου που βρήκε εκεί πρόσφορο έδαφος, κάπου εκφυλίστηκε και ο εκφοβισμός επιβλήθηκε από τους φυλάρχους και τους ιερείς των ειδώλων και επεκράτησε μέσα τα έθιμα. Αλλά και σε πολιτισμένους λαούς υπήρξε εκφυλισμό της συνειδήσεως, γι' αυτό και επικράτησαν πράγματα που δεν έθεσε ο Θεός, όπως η δουλεία, η υποτίμηση της γυναίκας, οι ανθρωποθυσίες και οι λατρείες μέσω της ανήθικης προσφοράς του σώματος. Γι' αυτό και κάποτε καταργήθηκαν.

Η δεύτερη φυσική πηγή των αξιών ήταν η προσωπική και κοινωνική εμπειρία από τους καρπούς του καλού και του κακού. Αυτή η εμπειρία στερέωσε τα πρέπει και τα μη που έθεσε ο Θεός δια της συνειδήσεως. Η τήρησή της έφερνε τη συνεννόηση μεταξύ των ανθρώπων σε στενό κύκλο. Αλλά και σε επίπεδο λαών. Αν έλειπαν αυτά, τότε θα υπήρχε μόνο Βαβέλ και γενικά αλληλοσπαραγμός. Ούτε ιεράρχηση των πραγμάτων και προσώπων θα υπήρχε, ούτε πολιτισμός. Έτσι διαιωνίσθηκε στο πρόσωπο του ανθρώπου η εικόνα του Θεού, όπως δηλαδή πλάστηκε.
Δεν ήλθε ο Χριστός στον κόσμο χωρίς λόγο. Έφερε και δίδαξε πρακτικά με επισφράγισμα τη δική Του θυσία, την τελειότητα που θα οδηγούσε και στο χαμένο «καθ' ομοίωσιν».
Αυτό λέγεται αποκεκαλυμμένο θέλημα του Θεού. Απόλυτα τέλειο, αρτιότατο, αγιώτατο, που οδηγεί στην επί γης ευτυχία και στη μετά θάνατο σωτηρία της ψυχής η οποία αναμένει την ανάσταση του σώματος που θα είναι άλλο, αφθαρτοποιημένο και απαλλαγμένο και από αυτά τα αδιάβλητα πάθη (πείνα, δίψα, κόπωση κ.λ.π.). Είναι η θεία αποκάλυψη των σωτηρίων, «πρέπει» και «μη», του τέλειου κατά πάντα Ευαγγελικού Νόμου. Η τήρηση αυτών των πρέπει και μη που είναι κατά Θεόν ορθά, δεν είναι μια καθηκοντολογία, αλλά θεραπευτική αγωγή που σώζει, όπως στον τομέα της ιατρικής. Και όπως στην ιατρική, η θεραπευτική αγωγή δεν είναι δεσμά, αλλά τρόπος που οδηγεί στην υγεία, έτσι και τα πρέπει και μη του θείου τελείου θελήματος, είναι θεραπευτική αγωγή της ψυχής που οδηγεί στην εν Χριστώ ελευθερία από τα δεσμά των παθών που μας κάνουν δυστυχισμένους εδώ στη γη και αιωνίως καταδικασμένους στην απώλεια. Και ενώ έχουν δοθεί από το Θεό στον άνθρωπο για το δικό του εγκόσμιο και αιώνιο καλό, εξαρτάται από αυτόν η πραγμάτωσή τους ως ορθοπραξία. Κλειδί, είναι η υγεία του θέλω αφού ο άνθρωπος πλάστηκε ελεύθερος και ο Χριστός επανέλαβε το «όστις θέλει» ως υπέρτατη αξία.
Ο εσωτερικός ακατάστατος άνθρωπος, αυτός που παραβιάζει και αυτή τούτη τη συνείδησή του στις πανανθρώπινες αξίες, δεν μπορεί να δεχθεί ούτε ως άκουσμα τον τέλειο Ευαγγελικό Νόμο. Κι ακόμη περισσότερο δεν μπορεί να δεχθεί τους Αγίους και τη διδασκαλία τους, αφού οι Άγιοι είναι το ευαγγέλιο στην πράξη.
Γι' αυτό γίνονται εκρηκτικοί και παρορμητικοί και ιδιοτελώς θεληματάρηδες μέσα από παρεξηγημένη ελευθερία που σκέφτεται και δρα εγωπαθώς μη υπολογίζοντας τον άλλο. Η ωραιότερη και ωφελιμότερη πηγή συμφωνίας και αρμονίας με τον εαυτό του πρώτα και στη συνέχεια με τους άλλους είναι να γίνουν, θέλω, τα πρέπει και τα μη του αποκεκαλυμμένου θείου θελήματος. Και επειδή αυτό είναι ανέφικτο να γίνει σε όλους, υπάρχουν οι συγκρούσεις, αλλά αιτία αυτών των συγκρούσεων δεν είναι η εφαρμογή των αγίων εντολών αλλά οι επιθέσεις των αθεράπευτων κατά των θεραπευμένων.
Όμως, οι πρώτοι δεν μπορούν να πλήξουν την εσωτερική ειρήνη και ευτυχία των δεύτερων, οι οποίοι και ως «πολεμούμενοι» κατά τον Απ. Παύλο. Νικούν ακόμη κι αν τους βασανίσουν και τους θανατώσουν.

ΕΠΙ ΤΟ ΑΡΟΤΡΟΝ – ΤΟΜΟΣ Α΄ – ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Ι. ΠΑΠΑΔΑΚΗ Αρχιμανδρίτου του Οικουμενικού Θρόνου
https://www.agiooros.net/

ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΜΑΡΤΩΛΟΙ;


 Δεν είναι εύκολο για τους ανθρώπους, αγαπητοί μου αδελφοί, να αποδεχθούμε στην καρδιά μας ότι έχουμε αμαρτίες, ότι υπάρχει μολυσμός στην ψυχή και στο σώμα τους. Καθοδηγημένοι, βεβαίως, από την θρησκευτική παιδεία που έχουμε πάρει δεχόμαστε ότι δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην είναι αμαρτωλός. Αυτό θεωρούμε ότι μπορεί να ισχύει για μας. Το πρόβλημα όμως έγκειται όταν έρχεται η στιγμή που θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι ο εαυτός μας είναι αμαρτωλός και ποιες είναι οι συγκεκριμένες αμαρτίες που έχουμε. Εκεί κρυβόμαστε πίσω από τις γενικότητες ή υποβαθμίζουμε την σημασία της αμαρτίας, θεωρώντας ότι υπάρχουν πιο αμαρτωλοί από εμάς (σύγκριση), ότι οι αμαρτίες μας είναι ασήμαντες (υποβάθμιση) ή ότι ο Θεός βλέπει πόσες καλοσύνες κάνουμε (αυτοδικαίωση) και θα διαγράψει τις αμαρτίες μας. 

 Υπάρχουν και κάποιοι οι οποίοι λειτουργούν με την αίσθηση της ενοχής. Συνειδητοποιούν ότι η αμαρτωλότητά τους είναι μεγάλη, με αποτέλεσμα να αισθάνονται απέναντι στο Θεό ένοχοι. Έτσι, εν ταπεινώσει ζητούν την ευσπλαχνία και την ελεημοσύνη του Θεού και μεταφέρουν αυτό το ήθος της ταπεινότητας στη σχέση τους με τους άλλους, μη κρίνοντάς τους, προσευχόμενοι γι’ αυτούς και συγχωρώντας τους εάν κάτι τους οφείλεται από εκείνους. 

 Υπάρχουν όμως και άλλοι που ανήκουν στην ίδια κατηγορία με τους προηγούμενους, δέχονται δηλαδή ότι είναι αμαρτωλοί, όμως, στην προσπάθειά τους να φανούν «βασιλικότεροι του βασιλέως», ζητούν την τιμωρία όχι μόνο των ιδίων από το Θεό, αλλά και όλων των υπόλοιπων ανθρώπων. Γεμίζουν τελικά τις καρδιές τους από ένα πνεύμα ζηλωτισμού. Γιατί, κατά βάθος, θεωρούν ότι με την καταγγελία της αμαρτίας, με την εκζήτηση της δικαιοσύνης του Θεού, την οποία ταυτίζουν όχι με την αγάπη, αλλά με την τιμωρία και την εκδίκηση, προκειμένου να έρθει το δίκαιο, όπως το θεωρούν, θα συγχωρεθούν και οι δικές τους αμαρτίες, διότι όταν οι ίδιοι γίνονται σταυροφόροι του Θεού και της δικαιοσύνης, τότε ο Θεός θα παραβλέψει τα πταίσματά τους.

 Υπάρχουν και οι περισσότεροι που δεν θεωρούν ότι έχουν αμαρτίες, διότι δεν πιστεύουν ότι αυτές υπάρχουν.

 Αυτές οι καταστάσεις συμβαίνουν στην ανθρώπινη ύπαρξη, ανάλογα με την στάση που λαμβάνει η καθεμιά έναντι της φράσης του Αποστόλου Παύλου: «υμείς ναός Θεού εστέ ζώντος» (Β’ Κορ. 6, 16). 
Ναός σημαίνει κατοικητήριο του Θεού. Ο Θεός δεν είναι θεός νεκρός, όπως τα είδωλα, τα θρησκευτικά, αλλά και κάθε λογής τα οποία κυριαρχούν στην ανθρώπινη ζωή (χρήμα, βιοτικές μέριμνες, μηχανισμοί, πρότυπα εκ των Μέσων ενημέρωσης). Είναι «Θεός ζων» και τον ζωντανό Θεό τον κοινωνούμε. Υπάρχει στη σκέψη και την καρδιά μας. Πλημμυρίζει το σώμα και την ψυχή μας. Μας μιλά δια των αισθήσεων και των λογισμών. Μας μιλά δια της παρουσίας Του στους άλλους ανθρώπους. Πρωτίστως, μας μιλά μέσα από τη ζωή της Εκκλησίας. Και είναι δεδομένο ότι κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να αισθάνεται καθαρός σε σχέση με το Θεό. Αλλά μπορεί να νιώθει βέβαιος ότι ο καθαρός και Άγιος Θεός τον αγαπά και παραβλέπει κάθε αμαρτία και μολυσμό, εάν ο άνθρωπος το θελήσει και το ζητήσει. Γιατί πιο πάνω από την καθαρότητα και την αγιότητα είναι η ελευθερία. 

 Εάν λοιπόν η κάθε ανθρώπινη ύπαρξη επιζητεί την αυτογνωσία, η οποία επέρχεται μόνο μέσα από την σχέση εμπιστοσύνης και αγάπης με το Θεό και την επιθυμία να είναι «ναός του ζώντος Θεού», τόπος και τρόπος ελεύθερης αποδοχής Του εντός της, τότε θα αποδεχθεί εν ταπεινώσει την αμαρτωλότητά της, τόσο ως γενική κατάσταση, που σημαίνει την αποτυχία της να είναι αυτό που ο Θεός θέλει από αυτήν, δηλαδή αγαπώσα και αγωνιζόμενη να είναι καθαρή, δηλαδή να απωθεί κάθε τι που την χωρίζει από τον Δημιουργό της, όσο και τις συγκεκριμένες καταστάσεις, συμπεριφορές και στάσεις ζωής που αποτυπώνονται με τον όρο «αμαρτίες». Εάν παρασύρεται εκ του εγωισμού της με οποιαδήποτε μορφή κι αν αυτός εκφράζεται, και εξισώνει, δικαιώνει, συγκρίνει, υποβαθμίζει τον εαυτό της και την αμαρτωλότητά της σε σχέση με το Θεό και τους άλλους, τότε ο όποιος μολυσμός και η όποια αμαρτία την καθιστά ανελεύθερη και ενυπάρχει ο κίνδυνος αποδίωξης του ζώντος Θεού από αυτήν. Γιατί ο Θεός «υπερηφάνοις αντιτάσσεται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν» (Ιακ. 4,6). 

 Η ζωή μας είναι αγώνας καθαρισμού της ύπαρξής μας «από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος» (Β’ Κορ. 7,1). 
Αυτός ο αγώνας επιτελείται μέσα στη ζωή της Εκκλησίας δια της αγάπης και των μυστηρίων.
 Αυτός ο αγώνας επιτελείται δια της προσπαθείας για αρετή και νίκη κατά της αμαρτωλότητάς μας.
 Επιτελείται με συναίσθηση ότι ο εγωισμός μας δεν μας οδηγεί στο Θεό, αλλά μας απομακρύνει από Αυτόν. 
Επιτελείται με την αγάπη προς τους άλλους, που συμπάσχουν. Με τη εκζήτηση τελικά του ζώντος Θεού, για να κατοικήσει στην ύπαρξή μας. 
Μπορεί ο κόσμος μας να λειτουργεί εξωστρεφώς, με την αγωνία της επιβίωσης, με την οργή για τα κακώς κείμενα, με την αναζήτηση ελπίδας στα ανθρώπινα πρόσωπα, να αρνείται να παραδεχθεί ότι η αμαρτία είναι υπαρκτή κατάσταση. Το κλειδί όμως βρίσκεται στη σχέση μας με το Θεό. Κι εκεί καλούμαστε να παλέψουμε, χωρίς να φοβόμαστε την αμαρτία, αλλά και χωρίς να υποτασσόμαστε σ’ αυτήν. Και ο Κύριος θα μας συνδράμει και θα αποδεχθεί την επιθυμία μας να κατοικήσει εντός μας, για να γίνει τελικά ο Θεός μας και εμείς ο λαός Του, ανακουφίζοντάς μας από τις αγωνίες και δίδοντάς μας νόημα και ελπίδα. Αμήν! 
Από το γραπτό κήρυγμα της ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ Κερκύρας

ΚΥΡΙΑΚΗ 1η ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2017 
https://proskynitis.blogspot.