Κυριακή 1 Οκτωβρίου 2017

...όταν ανεβαίνουν οι κραυγές προς το Θεό από το εσωτερικό της ψυχής.


  Διότι αυτό είναι κυρίως προσευχή, όταν ανεβαίνουν οι κραυγές προς το Θεό από το εσωτερικό της ψυχής. Και αυτό είναι γνώρισμα της βασανισμένης ψυχής, το να εκδηλώνει την προσευχή της με την προθυμία του νου και όχι με τον τόνο της φωνής.
  Έτσι προσευχόταν και ο Μωυσής. Γι’ αυτό και, ενώ δεν έλεγε τίποτε με τα χείλη του, ο Θεός του είπε: «τι φωνάζεις προς εμένα;». Διότι οι άνθρωποι ακούν μόνο τη φωνή αυτή που βγαίνει από το στόμα, ο Θεός όμως πριν απ’ αυτήν ακούει τους ανθρώπους που κράζουν εσωτερικά.
  Συνεπώς είναι δυνατόν και χωρίς να φωνάζουμε, να εισακουόμαστε από το Θεό, και είναι επίσης δυνατό να προσευχόμαστε κατά νου με πολλή προσοχή ακόμη και όταν βαδίζουμε στην αγορά.
  Αλλά και όταν βρισκόμαστε μαζί με τους φίλους μας και ό,τι κι αν κάνουμε, μπορούμε με πολύ δυνατή φωνή να καλούμε το Θεό, με την εσωτερική φωνή εννοώ, και να μη τη φανερώνουμε σε κανένα από τους παρόντες.
Ιωάννου Χρυσοστόμου, Περί Άννης λόγος Β´, Άπαντα Αγίων Πατέρων, τ. 31
https://proskynitis.blogspot.

Κι ἀπ᾿ το μέλι γλυκύτερα


Ὁ ἱερὸς Ψαλμωδὸς αἰσθανόταν τέτοια γλυκύτητα ἀπὸ τὴ μελέτη τοῦ θείου λόγου, ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ τοῦ χαρίσει παρόμοια αἴσθηση οὔτε τὸ γλυκύτερο μέλι. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ γλύκαινε τὸ νοητὸ λάρυγγα τῆς ψυχῆς του. Τοῦ προξενοῦσε ἀγαλλίαση καὶ εὐφροσύνη! 

Στὸν 118ο Ψαλμὸ καταθέτει τὴν προσωπικὴ ἐμπειρία του: «Ὡς γλυκέα τῷ λάρυγγί μου τὰ λόγιά σου, ὑπὲρ μέλι τῷ στόματί μου» (Ψαλ. ριη΄ [118] 103). Πόσο γλυκὰ εἶναι τὰ θεῖα Σου λόγια στὴν ψυχή μου ὅταν τὰ μελετῶ, καὶ στὸ λάρυγγά μου ὅταν τὰ ἐκφωνῶ! Εἶναι ἀσυγκρίτως ἀνώτερα καὶ γλυκύτερα ἀπ᾿ ὅ,τι τὸ μέλι στὸ στόμα μου.

Παρατηροῦν οἱ ἱεροὶ Ἑρμηνευτὲς ὅτι χρησιμοποιεῖ τὸ παράδειγμα τοῦ μέλιτος, διότι ὅταν θέλουμε νὰ ποῦμε ὅτι κάτι εἶναι πολὺ γλυκό, λέμε πὼς εἶναι μέλι. Ἀλλὰ τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀσυγ­κρίτως γλυκύτερα κι ἀπὸ τὸ γλυκύτερο μέλι. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος τονίζει ὅτι ἡ γλυκύτητα τοῦ μέλιτος ἀμαυρώνεται καὶ ἐπισκιάζεται ἀπὸ τὴ γλυκύτητα τῶν θείων λόγων.

Ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ πιστοὶ ποὺ ἀγαποῦν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ τὴν ἴδια πνευματικὴ ἐμπειρία καταθέτουν: «Οὐχ οὕτως ἡδύνει μου τὴν τοῦ στόματος αἴσθησιν ἡ γλυκύτης τοῦ μέλιτος, ὡς εὐφραίνει μου τὴν ψυχὴν ἡ τῶν θείων λογίων μελέτη». Δὲν καθιστᾶ τόσο πολὺ εὐχάριστη τὴν αἴσθηση τοῦ στόματός μου ἡ γλυκύτητα τοῦ μέλιτος, ὅσο εὐφραίνει τὴν ψυχή μου ἡ μελέτη τοῦ θείου λόγου, σημειώνει ὁ ἑρμηνευτὴς Θεοδώρητος.

Πράγματι· παίρνουμε στὰ χέρια μας νὰ μελετήσουμε τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο καὶ αἰσθανόμαστε τὴ γλυκύτητα τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ. Τί γλυκά, τί ὡραῖα, τί ὑψηλὰ νοήματα! Συνεπαρμένοι ἀναφωνοῦμε: «Ὢ βάθος πλούτου καὶ σοφίας καὶ γνώσεως Θεοῦ! ὡς ἀνεξερεύνητα τὰ κρίματα αὐτοῦ καὶ ἀνεξιχνίαστοι αἱ ὁδοὶ αὐ­τοῦ!» (Ρωμ. ια΄ [11] 33). Τί σοφία ἀποστάζουν τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ! Σὲ κάνουν πιὸ σοφὸ κι ἀπ᾿ τοὺς σοφούς, τοὺς ἔμπειρους, τοὺς ἡλικιωμένους: «Ὑπὲρ πρεσβυτέρους συνῆκα, ὅτι τὰς ἐντολάς σου ἐξεζήτησα» (Ψαλ. ριη΄ [118] 100). Μελετώντας τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ξεπέρασα σὲ σύνεση καὶ σὲ γνώση ἀκόμη καὶ τοὺς γεροντοτέρους μου, οἱ ὁποῖοι προβάλλουν τὴν πείρα τους ὡς πηγὴ τῆς σοφίας τους.

Τὴν γλυκύτητα τοῦ θείου λόγου τὴν αἰσθανόμαστε καὶ διότι χύνει βάλσαμο παρηγοριᾶς στὶς πονεμένες καρδιές μας. Εἴμαστε θλιμμένοι καὶ μᾶς παρηγορεῖ, ἀπογοητευμένοι καὶ μᾶς ἐνθαρρύνει, ταραγμένοι καὶ μᾶς εἰρηνεύει, κουρασμένοι καὶ μᾶς ξεκουράζει, «κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι» καὶ μᾶς ἀ­ναπαύει, βαρυπενθοῦντες καὶ μᾶς γεμίζει μὲ τὴν ἐλπίδα τῆς Ἀναστάσεως. Μᾶς βεβαιώνει ὅτι δὲν τελειώνουν ὅλα στὸν τάφο: «Νυνὶ δὲ Χριστὸς ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο» (Α΄ Κορ. ιε΄ [15] 20).

Ἐπίσης τὴν γλυκύτητα τοῦ θείου λόγου τὴν αἰσθανόμαστε καὶ ὡς πνευμα­τικὴ τροφὴ ποὺ μᾶς χορταίνει, ὡς πνευματικὸ ποτὸ ποὺ μᾶς εὐφραίνει. Ὁ ἄν­θρωπος δὲν τρέφεται μόνο μὲ ψωμί. Τρέφεται καὶ μὲ τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι ἐξαίρετη πνευματικὴ τροφή, ἀσυγ­κρίτως ἀνώτερη ἀπὸ κάθε ὑλικὴ τροφή.
Βεβαίως τὴν γλυκύτητα τοῦ θείου λόγου δὲν τὴν αἰσθάνονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι, ὅπως διευκρινίζουν οἱ ἱεροὶ Ἑρμηνευτές, παρὰ μόνο ὅσοι ἔχουν «ὑγιῆ καὶ ἐρρωμένα (=ἰσχυρὰ καὶ ρωμαλέα) τὰ αἰσθητήρια τῆς ψυχῆς». Στοὺς πνευματικὰ ἀσθενεῖς ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ φαίνεται πικρός, ὅπως καὶ τὸ ὑλικὸ μέλι στοὺς σωματικὰ ἀσθενεῖς φαίνεται πικρὸ καὶ ἀηδέστατο.

Ὁ σοφὸς Παροιμιαστὴς σὲ μιὰ ὡραιότατη Παροιμία μᾶς προτρέπει νὰ τρῶμε μέλι: «Φάγε μέλι, υἱέ, ἀγαθὸν γὰρ κηρίον, ἵνα γλυκανθῇ σου ὁ φάρυγξ» (Παρ. κδ΄ [24] 13). Φάγε μέλι, παιδί μου, διότι ἡ κηρήθρα εἶναι ὡραία καὶ ὠφέλιμη· φάγε γιὰ νὰ γλυκαθεῖ ὁ φάρυγγάς σου. Διότι «οὕτως αἰσθήσῃ σοφίαν τῇ σῇ ψυχῇ» (στίχ. 14), ἔτσι θὰ αἰσθανθεῖς στὴν ψυχή σου τὴν γλυκύτητα τῆς θείας σοφίας. Στὸ στίχο αὐτὸ δὲν ὑπονοεῖται τὸ ὑλικὸ μέλι, ἀλλὰ τὸ πνευματικὸ μέλι, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.
Ὑλικὸ μέλι δὲν μποροῦμε νὰ φᾶμε πολύ, διότι ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ κατανάλωσή του μπορεῖ καὶ νὰ ἀρρωστήσουμε. Ἀλλὰ πνευματικὸ μέλι μποροῦμε νὰ τρῶμε ὅσο θέλουμε. Ὄχι μόνο δὲν θὰ ἀρρωστήσουμε, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχει κάποια ἀσθένεια, εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν ἀποδιώξουμε, σημειώνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος. Κι ἀκόμη προσθέτει ὅτι ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ κατανάλωση τοῦ μέλιτος αἰσθανόμαστε τὸ αἴσθημα τοῦ κορεσμοῦ. Ἐνῶ ἀπὸ τὴ μελέτη τοῦ θείου λόγου δὲν αἰσθανόμαστε ποτὲ τὸ αἴσθημα κορεσμοῦ. Ἀπεναντίας, ἐπιθυμοῦμε νὰ ἐντρυφήσουμε σ᾿ αὐτὸν περισσότερο.

Νὰ ἀγαπήσουμε λοιπὸν τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τὸν μελετοῦμε ἡμέρα καὶ νύκτα, γιὰ νὰ γλυκαίνεται ἡ ψυχή μας, νὰ ὠφελούμαστε πνευματικὰ καὶ νὰ εὐφραινόμαστε. Ἂν ὑπάρχουν ἄνθρωποι ποὺ δὲν γεύθηκαν ἀκόμη τὴ γλυκύτητα τοῦ θείου λόγου, ἂς δοκιμάσουν κι αὐτοί. Δὲν πρόκειται νὰ ζημιωθοῦν, ἀλλὰ θὰ βγοῦν ὠφελημένοι καὶ θὰ ὁμολογοῦν ἀπὸ προσωπικὴ ἐμπειρία τους ὅτι τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ εἶναι πιὸ γλυκὰ κι ἀπ᾿ τὸ κηρόμελο, «ἐπιθυμητὰ ὑπὲρ χρυσίον καὶ λίθον τίμιον πολὺν καὶ γλυκύτερα ὑπὲρ μέλι καὶ κηρίον» (Ψαλ. ιη΄ [18] 11).
Ορθόδοξο Περιοδικό "Ὁ Σωτήρ", τ. 2159 (15 Ἰουλίου 2017)
https://proskynitis.blogspot.

Δύο σκοπούς ἔχει ἡ ἐξομολόγηση


Κάθε ἐξομολόγηση κάνει ταπεινή τήν ψυχή. Ἡ μία ἐξομολόγηση τή διδάσκει ὅτι δικαιώθηκε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, καί ἡ ἄλλη ὅτι εἶναι ἔνοχη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ γιά ἁμαρτίες ἀπό τή ράθυμη προαίρεσή της.

Δύο σκοπούς ἔχει ἡ ἐξομολόγηση.

Ὁ ἕνας εἶναι νά εὐχαριστήσομε τό Θεό γιά τά ἀγαθά πού μᾶς ἔχει χαρίσει. Ὁ ἄλλος γίνεται γιά ἔλεγχο καί ἐξέταση ἐκείνων πού κακῶς πράξαμε.

Γιατί ἐξομολόγηση λέγεται καί ἡ ἀπαρίθμηση τῶν θείων εὐεργεσιῶν μ᾿ εὐχαριστία ἀπ ὅσους εὐεργετήθηκαν, ἀλλά καί ἡ φανέρωση τῶν σφαλμάτων τους ἀπό τούς ἐνόχους. Καί οἱ δύο τρόποι φέρνουν ταπείνωση. 

Γιατί καί ἐκεῖνος πού εὐχαριστεῖ γιά τά καλά καί ἐκεῖνος πού ἐξετάζει τόν ἑαυτό του γιά τά κακά πού ἐπραξε, ταπεινώνονται. Ὁ πρῶτος κρίνει τόν ἑαυτό του ἀνάξιο γιά τά καλά πού τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός· ὁ δεύτερος παρακαλεῖ νά λάβει τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του.

Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής
http://inpantanassis.blogspot.

Τό Εὐαγγελικό καί Ἀποστολικό Ἀνάγνωσμα τῆς Κυριακῆς


† Κυριακῇ 1 Ὀκτωβρίου 2017
† Κυριακῇ Β' Λουκᾶν

Εὐαγγελική Περικοπή,
Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν
Κεφ. στ' : 31-36

Εἶπεν ὁ Κύριος· Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως. Καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι. Καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι. Καὶ ἐὰν δανείζητε παρ᾿ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν, ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα. Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε, μηδὲν ἀπελπίζοντες· καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ τοῦ Ὑψίστου· ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί.

* * * * *

Ἀπόστολος,
Πρὸς Κορινθίους Β’ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
Κεφ. στ' : 16-18, ζ' : 1 

Ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐστε ναὸς Θεοῦ ζῶντος, καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς «ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός.Διὸ ἐξέλθατε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε, κἀγὼ εἰσδέξομαι ὑμᾶς, καὶ ἔσομαι ὑμῖν εἰς πατέρα, καὶ ὑμεῖς ἔσεσθέ μοι εἰς υἱοὺς καὶ θυγατέρας, λέγει Κύριος παντοκράτωρ». Ταύτας οὖν ἔχοντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀγαπητοί, καθαρίσωμεν ἑαυτοὺς ἀπὸ παντὸς μολυσμοῦ σαρκὸς καὶ πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ.

Η εορτή της ημέρας


Ὁ Ἅγιος Ἀνανίας ὁ Ἀπόστολος

Ὑπακούετε «ἐκ καρδίας εἰς ὂν παρεδόθητε τύπον διδαχῆς». Κάνετε ὑπακοὴ μὲ ὅλη τὴν καρδιά σας στὸν ἀκριβὴ κανόνα τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας.
Τέτοιος ἄνθρωπος ὑπακοῆς στὸν Θεὸ ἦταν καὶ ὁ ἀπόστολος Ἀνανίας. Διότι, ὅταν ὁ Θεὸς τοῦ εἶπε μὲ ὅραμα νὰ συναντήσει τὸ Σαῦλο, ποὺ ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος τῶν χριστιανῶν, ἔκανε ὑπακοὴ στὰ λόγια τοῦ Κυρίου. Ἀμέσως πῆγε στὴν Εὐθεῖα ὁδὸ καὶ ἀναζήτησε τὸ σπίτι τοῦ Ἰούδα, ὅπου ἦταν ὁ Σαῦλος. Τὸν θεράπευσε, τὸν βάπτισε χριστιανό, καὶ ἔπειτα αὐτός, μὲ τὸ ὄνομα Παῦλος, ἔγινε ὁ μέγας Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν.
Κατόπιν ὁ Ἀνανίας πῆγε στὴν Ἐλευθερούπολη, ὅπου μὲ τὴ διδασκαλία του εἵλκυσε στὸν Χριστὸ πολυάριθμες ψυχές. Ὁ θόρυβος ὅμως ποὺ δημιούργησε ἡ ἀποστολική του δράση, ἔκανε τὸν ἡγεμόνα Λουκιανὸ νὰ τὸν συλλάβει. Χρησιμοποίησε πολλοὺς καὶ ποικίλους τρόπους προκειμένου νὰ ἀλλαξοπιστήσει ὁ Ἀνανίας. Ἀλλὰ ὁ Ἀνανίας ἔμεινε ἀμετακίνητος στὰ χριστιανικά του φρονήματα.
Τότε ὁ Λουκιανὸς τὸν μαστίγωσε μὲ νεῦρα βοδιῶν. Ἔπειτα, μὲ σιδερένια νύχια τοῦ ξέσχισε τὰ πλευρὰ καὶ ἔκαψε τὶς πληγές του μὲ ἀναμμένες λαμπάδες. Τέλος, ἀφοῦ τὸν ἔβγαλε ἔξω ἀπὸ τὴν πόλη, τὸν λιθοβόλησε.
Ἔτσι, ὁ Ἀνανίας πῆρε τὸ ἁμαράντινο στεφάνι τῆς ὑπακοῆς στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς ἔμπλεως χάριτος, τοῦ Τρισηλίου φωτός, τὸ σκεῦος ἐφώτισας, τῆς ἐκλογῆς τοῦ Χριστοῦ, Ἀνανία Ἀπόστολε· ὅθεν ἀνακηρύξας, εὐσέβειας τὸν λόγον, ἄθλοις ἐβεβαιώσω, τὴν σωτήριον χάριν· δι’ ἧς τοῖς σὲ εὐφημοῦσι, δίδου τὰ πρόσφορα.

Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Ὁ ἐν πρεσβείαις, θερμότατος ἀντιλήπτωρ, καὶ τοῖς αἰτοῦσι, ταχύτατα ἐπακούων, δέξαι τὴν δέησιν Ἀνανία ἡμῶν, καὶ τὸν Χριστὸν δυσώπει, τοῦ ἐλεῆσαι ἡμᾶς, τὸν μόνον ἐν Ἁγίοις δοξαζόμενον.

Μεγαλυνάριον.
Δι’ ἀποκαλύψεως θεϊκῆς, τῷ Σαύλῳ βραβεύεις, τὸν οὐράνιον φωτισμόν· ὅθεν Ἀνανία, ὡς Μάρτυρά σε θεῖον, Ἀπόστολόν τε ἅμα, Χριστὸς ἐδόξασε.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


"Μακάριος ο άνθρωπος, πού μπορεί νά αγαπήσει κάθε άνθρωπο, στόν ίδιο βαθμό.
Μακάριος ο άνθρωπος, πού δέν προσηλώνεται σέ κανένα πράγμα, φθαρτό ή πρόσκαιρο.
Μακάριος ο νούς, πού προσπέρασε όλα τα όντα καί απολαμβάνει συνεχώς τήν θεία ώραιότητα".


Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής

Οκτώβριος


Ο δέκατος μήνας του Γρηγοριανού Ημερολογίου, με διάρκεια 31 ημερών. Πήρε την ονομασία του από τη λατινική λέξη Octo (= οκτώ), επειδή στο αρχαίο δεκάμηνο ρωμαϊκό ημερολόγιο ήταν ο όγδοος στη σειρά μήνας. Στη συνέχεια, με την προσθήκη του Ιανουαρίου και του Φεβρουαρίου, το ρωμαϊκό ημερολόγιο έγινε δωδεκάμηνο. Ο Οκτώβριος μετακινήθηκε στη δέκατη θέση, αλλά διατήρησε την παλιά του ονομασία. Οι Ρωμαίοι τον ονόμαζαν και Sementilius (semen = σπόρος).

Στην αρχαία Ελλάδα ο Οκτώβριος ισοδυναμούσε με το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μήνα Βοηδρομιώνα και το πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα Πυανοψιώνα. Η περίοδος αυτή ήταν πλούσια σε γιορτές (Προηρόσια, Πυανόψια, Θησεία, Απατούρια, Οσχοφόρια, Θεσμοφόρια), καθώς οι Αθηναίοι φρόντιζαν να εξασφαλίζουν τη θεϊκή προστασία για τον κύκλο των γεωργικών εργασιών, που μόλις άρχιζε. Για το ίδιο λόγο οι Ρωμαίοι θυσίαζαν ένα άλογο στο Πεδίο του Άρεως για να πάνε καλά τα σπαρτά. Τον Οκτώβριο διεξάγονταν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους τα περίφημα Ελευσίνια Μυστήρια, σε Αθήνα και Ελευσίνα.

Στο λαϊκό καλεντάρι, ο Οκτώβριος ονομάζεται Αγιοδημήτρης ή Αγιοδημητριάτης, από τη μεγάλη χριστιανική γιορτή του Αγίου Δημητρίου (26 Οκτωβρίου), Βροχάρης και Σποριάς (Σποριάτης ή Σπαρτός), για τις ευεργετικές βροχές στη σπορά (σχετική η παροιμία «Οκτώβρη και δεν έσπειρες, οχτώ σακιά δεν γέμισες») και Μπρουμάρης (ομιχλώδης, σκοτεινός).

Ο Οκτώβριος σχετίζεται με μεγάλες στιγμές του νεώτερου Ελληνισμού. Στις 26 Οκτωβρίου 1912 απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη από τον Ελληνικό Στρατό, στις 28 Οκτωβρίου 1940 η φασιστική Ιταλία επιτέθηκε στη χώρα μας και στις 12 Οκτωβρίου 1944 η γαλανόλευκη κυμάτισε και πάλι στην Ακρόπολη.

https://www.sansimera.gr/articles/500/186