Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Άγιος Υάκινθος ο κουβικουλάριος (θαλαμηπόλος)


Eμή τροφή θέλημα ποιείν Kυρίου,
Tροφή δε φησιν Yάκινθος ερρέτω.
Oυλομένω τριτάτη Yάκινθος κάτθανε λιμώ.

ξ ρετς μν Ὑάκινθος ς λίθος,
Λαμπρς πλέον δ κ ος τν αμάτων.
Ολομέν τριτάτ Ὑάκινθος κάτθανε λιμ.

Βιογραφία
Ο Άγιος Υάκινθος καταγόταν από την Καισαρεία της Καππαδοκίας και έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Τραϊανού (98 - 117 μ.Χ.). Ήταν άνθρωπος με εξαιρετική συμπεριφορά και διετέλεσε κουβικουλάριος του αυτοκράτορα. Διεκπεραίωνε τα καθήκοντα του μέσα στο παλάτι κατά τον καλύτερο τρόπο. Ήταν προσεκτικός και δε μολύνθηκε από τη χλιδή των ανακτόρων. Η ψυχή του ολόκληρη ήταν δοσμένη στο Σωτήρα Χριστό. Γι' αυτό, όταν ο Τραϊανός διέταξε διωγμό κατά των χριστιανών, ο Υάκινθος δε δίστασε να ομολογήσει μπροστά στον αυτοκράτορα ότι είναι χριστιανός. Ο Τραϊανός εξεπλάγη και του είπε ότι είναι αχάριστος, για την εμπιστοσύνη και την υπόληψη που του πρόσφερε το παλάτι. Τότε ο Υάκινθος με ψυχική άνεση απάντησε: «Αν η ευγνωμοσύνη είναι αρετή, βασιλιά, ποια απολογία θα μπορέσω να δώσω αρνούμενος το Σωτήρα μου Χριστό, ο όποιος έχυσε για μένα το αίμα του, ο οποίος μου χάρισε την πίστη, την ελπίδα, την αγάπη, ο όποιος μου δίνει λιμάνι στις τρικυμίες της ψυχής, παρηγοριά στη θλίψη, ασφάλεια στα κύματα, θώρακα στις δοκιμασίες; Και ο οποίος μου επιφυλάσσει συμμετοχή αιώνια στη βασιλεία Του και τη δόξα»; Ο Τραϊανός, στενοχωρημένος από τα λόγια του Υακίνθου, διέταξε να τον φυλακίσουν χωρίς να του δίνουν καθόλου φαγητό, εκτός και αν ήθελε να φάει ειδωλόθυτα. Σαράντα μέρες πέρασε έτσι ο Υάκινθος, χωρίς να αγγίξει τα ειδωλόθυτα. Την 41η, όμως, παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο. (Η μνήμη του Αγίου αυτού, μαζί μ' αυτή του Αγίου Διομήδη, από ορισμένους Συναξαριστές, επαναλαμβάνεται περιττώς και την 3η Ιουνίου).

πολυτίκιον
χος δ’. Ταχ προκατάλαβε.

ς Λίθος άκινθος, τς κκλησίας Χριστο, στράπτεις τος πέρασι, τας τν χαρίτων αγαίς, παμμάκαρ άκινθε, σ γρ μολογία, πυρσωθες εσέβειας, λαμψας ν θλήσει, τ το Λόγου μιμήσει, ντεθεν καταφαιδρύνεις, τος σ γεραίροντας.

Κοντάκιον
χος δ’. πεφάνης σήμερον.


ακίνθ σήμερον, ξ ακίνθων, μαράντων πλέξωμεν, στέφανον πάντες ο πιστοί, μεγαλοφώνως κραυγάζοντες, Χαίροις μαρτύρων, τ κλέος άκινθε.

http://www.saint.gr

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


        "Αυτοί που βρίσκονται σε θλίψεις και πειρασμούς, αν δείξουν υπομονή μέχρι το τέλος, δεν αποτυγχάνουν να μπουν στη Βασιλεία των Ουρανών".

Άγιος Μακάριος ο Αιγύπτιος

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Εκείνη που ποτέ δεν ξεχνάει είναι… η καρδιά


Πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια, πρὶν ἡ τηλεόραση μπεῖ καθοριστικὰ στὴ ζωή μας, στὸ Παρίσι χάθηκε ἕνα μικρὸ κοριτσάκι. Ἡ ἀστυνομία τὸ βρῆκε, ὅμως τὸ παιδὶ εἶχε ὑποστεῖ τόσο ἰσχυρὸ σόκ, ὥστε ἦταν ἀδύνατο νὰ δώσει ὁποιαδήποτε πληροφορία. Οὔτε ὀνόματα, οὔτε διεύθυνση, οὔτε τηλέφωνο, οὔτε τὸ ὄνομά του δὲ θυμόταν. 
Ἀπὸ τὸ σὸκ εἶχε ἀπενεργοποιηθεῖ τελείως ἡ μνήμη. Γιατροὶ καὶ ἀστυνόμοι βρέθηκαν πρὸς στιγμὴ σὲ ἀδιέξοδο. Τότε ὁ εἰσαγγελέας πῆρε τὸ παιδὶ καὶ τοῦ ζήτησε νὰ τοῦ τραγουδήσει ἕνα τραγούδι. Τὸ παιδὶ τοῦ τραγούδησε τὸ τραγούδι ποὺ τοῦ ’λέγε ἡ μητέρα του, ὅταν τὸ ’βάζε γιὰ ὕπνο. Οἱ ἀρχὲς τὸ μαγνητοφώνησαν καὶ τὸ ἔδωσαν στὸ ραδιόφωνο. Μέσα σὲ λίγες ὧρες βρέθηκαν οἱ γονεῖς. 

Αὐτὸ τὸ ἀληθινὸ γεγονὸς ἐπιβεβαιώνει  ὅτι τὸ μυαλὸ τοῦ ἀνθρώπου, ὅσο δυνατὸ κι ἂν εἶναι, ὅσες γνώσεις κι ἂν τοῦ ἀποθηκεύσουμε, ἔρχεται ὥρα ποὺ δὲ μπορεῖ νὰ βοηθήσει. Ἀπενεργοποιεῖται. Ἐκείνη ποὺ ποτὲ δὲν ξεχνάει καὶ τὰ πάντα σώζει εἶναι ἡ καρδιά. Σ’ αὐτὴν ἀπευθυνόμαστε. Γιατί οἱ γνώσεις μποροῦν νὰ ξεχαστοῦν, οἱ ἐμπειρίες ὅμως ποτέ.

Ποτὲ δὲν πάει χαμένο ἐκεῖνο ποὺ ἐμπιστευόμαστε στὰ παιδιὰ καὶ ἐκεῖνο ποὺ τοὺς δίνουμε ἀπ’ τὴν καρδιά μας. Ὅσο πολύτιμο καὶ ἂν εἶναι, τὰ παιδιὰ δὲν θὰ τὸ χάσουν. Μπορεῖ νὰ χάσουν τὰ βιβλία τους, τὴ ζωγραφιά τους, τὴ μπάλα τους, μπορεῖ καὶ τὰ ἴδια νὰ χαθοῦν σὲ ὁλοσκότεινες νύχτες, ὅμως ἐκεῖνο ποὺ θὰ τοὺς δώσουμε ἀπὸ τὴ ψυχή μας δὲ θὰ τὸ χάσουν ποτέ.. Κάποια μέρα θὰ γυρίσουν στὴ φωλιὰ  ποὺ τὰ ζέστανε.

Όμως, ἀφοῦ δίνουμε ἀγάπη, γιατί λίγα χρόνια μετὰ εἰσπράττουμε τόσο θυμό, τόση ἀντίδραση, τόσα ξενύχτια, τόση παραίτηση….  Γιατί τὶς νύχτες τόσα παιδιὰ ἔξω ἀπὸ τὰ σπίτια τους; Ἐνῶ στὰ χέρια μας κρατούσαμε ἕνα παιδικὸ πρόσωπο ὄμορφο καὶ καθαρὸ σὰν τὸ χιόνι, ὕστερα ἀπὸ λίγα χρόνια, γιατί ἔχουμε ἀπέναντι μας ἕναν ἔφηβο σὰν ἄγρια θάλασσα  καὶ ἀνίκανο νὰ χαρεῖ, νὰ ἀγαπήσει, νὰ ἐλπίσει;

Ρωτᾶς: γιατί παιδί μου πίνεις, γιατί καπνίζεις, γιατί παίρνεις ναρκωτικὰ καὶ  ἀπαντοῦν γιατί νὰ μὴν καπνίσω, γιατί νὰ μὴν παίρνω ναρκωτικά…; Γιατί νὰ ζήσω; Ρωτᾶς:  τὰ ἔχεις ὅλα. Σπίτι, φαγητό, γλῶσσες, σχολεῖο, ἐκδρομές, διασκέδαση, χρήματα…. Τί σοῦ λείπει;… καὶ παίρνεις τὴν ἀπάντηση: Δὲ μοῦ φτάνουν… ἔχω ψυχὴ καὶ ἡ ψυχή μου πεινάει, διψάει, κλαίει….

Ποῦ κάναμε λάθος; Τί δὲν κάναμε καλά;  Τὰ παιδιά, ἀκόμα κι ὅταν εἶναι ἀγριεμένα, ἀκόμα καὶ ὅταν εἶναι ἄρρωστα, βλέπουν καὶ πίσω ἀπὸ τὸν τοῖχο, γιατί βλέπουν μὲ τὴν καρδιά. Ξέρουν πότε νοιαζόμαστε γι’ αὐτὰ καὶ πότε γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ ἀνάλογα μ’ αὐτὸ ποὺ τοὺς δίνουμε ἢ ἁγιάζουν ἢ ξεπαγιάζουν.

Πηγή: «Αγία Ζώνη», Περιοδική έκδοση Ι. Ναού Αγίας Ζώνης Πατησίων, Οκτώβριος 2011
http://www.katafigi.gr

" Για την απαισιοδοξία ", Αγίου Νικολάου επισκόπου Αχρίδος


«Νεαροί μου, θέλω να σας ευχαριστήσω που με προσκαλέσατε να σας μιλήσω για την απαισιοδοξία των νέων και να σας παρακαλέσω· Μην αξιολογείτε έναν άνθρωπο μόνο από την κοινωνική του θέση ή μόνο από τον τίτλο του. Μην κρίνετε τους ανθρώπους από τη στολή τους και την εξωτερική τους εμφάνιση, αλλά από το εσωτερικό τους και από όλα όσα εξαρτώνται από τους ίδιους. Η κοινωνική θέση δεν εξαρτάται από τον καθένα μας. Αυτό που εξαρτάται από μας τους ίδιους είναι η ποιότητα των αισθημάτων μας, η ποιότητα των σκέψεών μας και η ποιότητα της βούλησής μας, η ποιότητα της ψυχής μας. 

Μακάρι να καταφέρω με την ομιλία μου να σας εμπνεύσω θάρρος και αισιοδοξία. Χαίρομαι, αν εγώ ως μοναχός, που φορώ ράσο, κατορθώσω να σας προσφέρω κάτι καλό. Η κοινωνική θέση ή ο τίτλος δεν θα σας καταστήσουν ικανούς για το σωστό, αν εσείς δεν γίνετε ικανοί από μόνοι σας για καλές πράξεις. Ο Επίκτητος, ο στωικός φιλόσοφος, παρόλο που ήταν σκλάβος ήταν τόσο καλός, που αποτελούσε πρότυπο και παράδειγμα, σε αντίθεση με τον Καλιγούλα· παρόλο που ήταν αυτοκράτορας, ήταν ποταπός και ανήθικος. Η στολή του αξιωματικού δεν θα σας κάνει γενναίους, ούτε το ράσο του ιερέα ευσπλαγχνικούς, ούτε η δικαστική τήβεννος δίκαιους, ούτε η πολυθρόνα του υπουργού δυνατούς, εάν η ψυχή σας δεν είναι γεμάτη από γενναιότητα, φιλευσπλαγχνία, δικαιοσύνη και ψυχική δύναμη.

Πρέπει να έχετε ψυχή που θα είναι ικανή για τρία πράγματα: να υπομένει, να αγαπάει τη ζωή, αλλά και να θυσιάζεται. Τέτοια ψυχή δεν θα έχετε ποτέ, εάν είστε απαισιόδοξοι. Ο απαισιόδοξος δεν μπορεί να θυσιάσει τη ζωή του, γιατί η ζωή γι' αυτόν δεν έχει αξία και εκείνο που δεν έχει αξία, μπορεί μόνο να «πεταχτεί» και όχι να θυσιαστεί. Όταν ο άνθρωπος προσφέρει κάτι που αγαπάει, τότε θυσιάζεται, ενώ όταν προσφέρει κάτι που μισεί, τότε δεν θυσιάζεται, αλλά το «πετά».

Ο απαισιόδοξος δεν μπορεί να αγαπήσει τη ζωή, επειδή του φαίνεται πως δεν έχει νόημα και χαρά. Η ζωή για τον τέτοιου είδους άνθρωπο είναι ανοησία, πόνος, απερισκεψία, θλίψη και έτσι δεν την αγαπά. Ο πεσσιμιστής τελικά δεν μπορεί να υπομείνει τη ζωή, για τους ίδιους λόγους που δεν μπορεί να αγαπήσει τη ζωή. Ο άνθρωπος μπορεί να αντέξει τον πόνο που έχει κάποιο νόημα και τέλος. Δεν μπορεί να αντέξει όμως τον πόνο που δεν έχει ουσία και τέλος. Η ζωή των απαισιόδοξων ανθρώπων είναι απερίσκεπτος και ατελείωτος πόνος.

Αν είστε απαισιόδοξοι, δεν θα μπορέσετε ούτε να θυσιαστείτε, ούτε να αγαπήσετε τη ζωή, ούτε καν να την υπομείνετε. Η ψυχή σας δεν θα είναι ικανή για κανένα από τα παραπάνω. Θα είναι ικανή για ανοησίες, για άσκοπη περιπλάνηση ή για τεχνάσματα ή για ακινησία ή για αυτοκτονία. Ούτε σεις θα είστε χρήσιμοι για τη ζωή, ούτε η ζωή θα έχει σημασία για σας. Στις τρεις τελευταίες περιπτώσεις η ζωή στην ιλιγγιώδη πορεία της θα σας «κοιτάξει» περιφρονητικά και θα περάσει πολύ γρήγορα από δίπλα σας. Η ζωή σαν βουερό και ασημένιο ποτάμι θα προσπεράσει πολύ γρήγορα δίπλα από τον απαισιόδοξο νερόλακκό σας. Μάταια από τον νερόλακκο αυτόν θα πετάξετε λάσπη και συκοφαντίες στη ζωή. Νομίζετε ότι θα θολώσετε τη ζωή; Όχι, θα θολώσετε μόνο την οπτική σας και την ψυχή σας.

Πιστεύετε πως με την απαισιοδοξία σας, θα σταματήσετε και θα καταστρέψετε τη ζωή; Είναι τόσο απίθανο να την καταστρέψετε, όσο απίθανο είναι ένας ελέφαντας, που κάθεται κάτω από τους καταρράκτες του Νιαγάρα να προσπαθήσει με την προβοσκίδα του, να γυρίσει πίσω τον καταρράκτη.

Η απαισιοδοξία αποτελεί ένα ανίσχυρο πείσμα απέναντι στη ζωή. Από αυτό το πείσμα αρρωσταίνει και πάσχει ο απαισιόδοξος άνθρωπος που αποτελεί μόνο ένα κομμάτι της ζωής. Η ίδια η ζωή δεν παθαίνει τίποτε. Αποφάσισα λοιπόν σήμερα να μιλήσω για την απαισιοδοξία των νέων, επειδή η απαισιοδοξία σας προκαλεί πόνο και θλίψη.

Η απαισιοδοξία προκαλεί πόνο και θλίψη και πλήττει πρώτα εσάς που είστε νέοι και που έντονα λαχταράτε τη χαρά. Ο πεσσιμισμός σας μοιάζει με ανατολίτη τύραννο, που αλυσοδένει και συνθλίβει τους ανθρώπους. Υπάρχουν δύο είδη νεανικής απαισιοδοξίας: Το ένα είδος έχει σχέση με τη ζωή γενικά. Το άλλο έχει σχέση με τη ζωή ειδικά. Η ινδική απαισιοδοξία κυριεύει και κατακτά τις ψυχές εκείνων των νέων ανθρώπων που ζουν κάτω από την αίσθηση μιας παγκόσμιας θλίψης. Όσο περισσότερο διαρκεί αυτή η αίσθηση, τόσο περισσότεροι άνθρωποι κυριαρχούνται απ’ αυτή. Όπως ο κλέφτης σιγά-σιγά ξεκινά να πιστεύει πως όλος ο κόσμος κλέβει, και όπως ο δίκαιος άνθρωπος νομίζει πως όλος ο κόσμος λέει την αλήθεια, έτσι και ο κατεστραμμένος άνθρωπος νομίζει πως όλος ο κόσμος έχει καταστραφεί.

Στο ιερό βιβλίο των Ινδών, είναι γραμμένο: Ο άνθρωπος που έχει θέληση, σκέψη και πίστη, είναι σκλάβος. Όταν ο άνθρωπος απαλλαχτεί από τη θέληση, την σκέψη και την πίστη, ελευθερώνεται. Αυτός είναι ο δρόμος που οδηγεί στον Μπράμα και ανοίγει την πόρτα, μέσα από την οποία περνάει κανείς στην άλλη όχθη του σκοταδιού, και φθάνει στο Νιρβάνα: Υπάρχει όμως θνητός που δεν έχει θέληση, σκέψη και πίστη; Και ποιος θνητός ελευθερώθηκε από τα τρία και επέζησε; Κανείς. Ούτε ο ίδιος ο Βούδας, ο πιο σημαντικός δάσκαλος της ινδικής φιλοσοφίας. Ούτε αυτός μέχρι το τέλος της ζωής του δεν κατάφερε να ελευθερωθεί από τη θέληση, την σκέψη και την πίστη. Μέχρι τη στιγμή του θανάτου του επιθυμούσε, σκεφτόταν και πίστευε. Πίστευε σταθερά στην κατάσταση Νιρβάνα. Σκεφτόταν ασταμάτητα πως ο κόσμος είναι διάφανος, γεμάτος πόνο και πως υπάρχει μετεμψύχωση. Στο τέλος επιθυμούσε να απαλλαχθεί από την επιθυμία γι' αυτόν τον κόσμο και επιθυμούσε να οδηγήσει και άλλους ανθρώπους στην ίδια αντίληψη. Οι άνθρωποι κατάφερναν να υιοθετήσουν την αντίληψη που τους δίδασκε ο Βούδας, αλλά δεν κατάφερναν να απαρνηθούν τη θέληση, τη σκέψη και την πίστη τους. Μέσα από την επιθυμία τους να απαλλαχθούν από αυτά τα τρία, το μόνο που κατάφεραν είναι να αποδυναμώσουν αυτά που αποτελούν το περιεχόμενο της ζωής.

Ο Βούδας με την απαισιοδοξία του πέτυχε να μετατρέψει έναν μαχητικό και ζωηρό λαό, όπως οι Ινδοί πριν από αυτόν, σε αδύναμο παθητικό λαό τριακοσίων εκατομμυρίων που δεν κατάφερε, να αντισταθεί σε ένα μη βουδιστικό στρατό πενήντα χιλιάδων ανθρώπων. Η απαισιοδοξία των Ινδών μεταφέρθηκε στην Ευρώπη όπως και η αρρώστια της πανούκλας. Από αυτά τα δύο κακά που έδωσε η Ινδία στην Ευρώπη, δεν ξέρουμε ποιο είναι το χειρότερο. Η πανούκλα οργώνει το σώμα και η απαισιοδοξία οργώνει την ψυχή. Ο Χριστός είπε: Μη φοβάστε εκείνο που σκοτώνει το σώμα, να φοβάστε αυτό που σκοτώνει την ψυχή.

Ο Σοπενχάουερ μεταφύτεψε την απαισιοδοξία των Ινδών στην Ευρώπη. Απέρριψε από τη διδασκαλία του Βούδα μόνο τη μετεμψύχωση, την μεταπήδηση της ψυχής μετά τον θάνατο. Κράτησε όμως όλα τα βασικά στοιχεία της βουδιστικής διδασκαλίας. Και έγινε «δολοφόνος» πολλών ψυχών, ειδικά νεανικών. Όταν διαβάζει κανείς τη βιογραφία του βεβαιώνεται ότι δεν ήταν στη ζωή του απαισιόδοξος. Πρόσεχε ιδιαίτερα τη ζωή του, ενώ έλεγε πως η ζωή δεν αξίζει τίποτε! Ήταν γεμάτος επιθυμίες και μάλιστα ιδιαίτερα πόθησε τη δόξα και τα χρήματα. Η προχωρημένη ηλικία του και η φιλοσοφία του δεν δάμασαν τις επιθυμίες του. Όταν κανείς διαβάσει τα βιβλία του και τη βιογραφία του, θα πει: είτε ο Σοπενχάουερ ήταν ηθοποιός στη ζωή, είτε ήταν ηθοποιός στη φιλοσοφία του. Η ζωή του και η φιλοσοφία του δεν βρίσκονται σε αρμονία μεταξύ τους, δεν αποδεικνύουν η μια την άλλη, αλλά διαψεύδουν η μια την άλλη.

Οι ιδρυτές μιας πίστης δεν λειτουργούν έτσι. Σ' αυτούς η σκέψη είναι αντίγραφο της ζωής και η ζωή είναι αντίγραφο των σκέψεών τους. Οι ιδρυτές μιας πίστης έχουν ζωή που αποτελεί την πιο δυνατή απόδειξη της πίστης τους και της φιλοσοφίας τους. Ο Χριστός δικαίωσε την πίστη Του με την ζωή Του. Αυτός όχι μόνο μπόρεσε να υπομείνει την ζωή Του, αλλά και να την αγαπήσει. Ο Χριστός δίδασκε πως πρέπει να θυσιάζει κανείς την ζωή του λόγω αγάπης για την ζωή. Ο Ίδιος θυσίασε την ζωή Του. Ο Σοπενχάουερ δίδασκε πως πρέπει να απαρνηθούμε τη ζωή λόγω απέχθειας προς τη ζωή, όμως ο ίδιος δεν απαρνήθηκε τη ζωή.

Η αυτοθυσία είναι το συμπέρασμα της διδασκαλίας του Χριστού και γι' αυτόν τον λόγο και ο ίδιος και οι απόστολοί Του αυτοθυσιάστηκαν. Η αυτοκτονία είναι αποτέλεσμα της διδασκαλίας του Σοπενχάουερ. Ο Σοπενχάουερ όμως δεν αυτοκτόνησε. Οι Βέδες και ο Σοπενχάουερ, προσωπικά δεν μου αφαίρεσαν το κουράγιο και την αισιοδοξία. Αντίθετα με ατσάλωσαν. Προσωπικά, στα έργα τους βρήκα όσα γενικά μπορεί να πει κανείς εναντίον της ζωής, και όλα αυτά δεν ήταν πολλά. Έτσι λοιπόν ο Σοπενχάουερ δεν είναι εχθρός της ζωής όπως μας λέει η Έλεν Κέλλερ, αλλά είναι μόνον εχθρός του εαυτού του. Ξέρετε ποια είναι η Έλεν Κέλλερ; Είναι η μεγαλύτερη διάψευση της απαισιοδοξίας στα χρόνια μας. Μια κοπέλλα τυφλή και κωφάλαλη από το δεύτερο έτος της ζωής της. Ένα δυστυχισμένο πλάσμα, θα πείτε. Σε καμμιά περίπτωση! Η Έλεν Κέλλερ είχε την πιο αισιόδοξη ψυχή. Με την τιτάνια προσπάθειά της κατάφερε, παρόλα τα προβλήματά της να ανυψωθεί σε διανοητικό και ηθικό ύψος. Η Έλεν Κέλλερ, η τυφλή, έγινε ηγέτης, οδηγός σε πολλούς που βλέπουν. Αυτή που ήταν κωφάλαλη, υπήρξε λαλίστατη ιεροκήρυκας της αισιοδοξίας. Τυφλή και κωφάλαλη κατάφερε να υπομείνει τη ζωή. Κάποιοι όμως από σας, που αντικρύζουν τον ήλιο και τα αστέρια, που ακούνε τη μουσική και έχουν την δυνατότητα να μιλούν για να εκφράσουν την χαρά και την λύπη, δεν μπορούν να υπομείνουν την ζωή και γι' αυτό τους περνούν από το μυαλό σκέψεις για αυτοκτονία.

Η τυφλή και κωφάλαλη Έλεν Κέλλερ, όχι μόνο υπομένει την ζωή αλλά καταφέρνει και περισσότερα: αγαπά την ζωή. Μήπως κάποιος από σας δεν αγαπά την ζωή; Ας φανταστείτε τον εαυτό σας τυφλό και κωφάλαλο για είκοσι χρόνια και ας φανταστείτε πως ξαφνικά κάποιος σας βγάζει από αυτήν την νύχτα και σας οδηγεί στην ημέρα, σας δίνει φως στα μάτια, σας χαρίζει ακοή στα αυτιά και σας «ξεδένει» την γλώσσα. Θα αγαπούσατε τότε την ζωή ή θα ήσασταν απαισιόδοξοι;

Η Έλεν Κέλλερ αγαπά την ζωή, παρόλο που ζει σε μία αιώνια νύχτα. Αυτή τη νύχτα την φωτίζει μόνο το πνεύμα της. Τουλάχιστον να έβλεπε για να αγαπήσει περισσότερο την ζωή! Για μία στιγμή να μπορούσε να ακούσει αυτό που εσείς ακούτε και βλέπετε! Η τυφλή και κωφάλαλη Έλεν Κέλλερ όχι μόνον υπομένει και αγαπάει την ζωή αλλά επιθυμεί και να θυσιάζει την ζωή της. Η Έλεν Κέλλερ ήδη θυσιάζει την ζωή της, επειδή αφιέρωσε την ζωή της για το καλό των άλλων ανθρώπων. Για το καλό των υποτιμημένων, ταπεινών και προσβεβλημένων ανθρώπων, για το καλό των αποθαρρυμένων ανθρώπων και απελπισμένων.

Θα μπορούσατε εσείς να αφιερώσετε την ζωή σας για το καλό των άλλων ανθρώπων; Για τον φίλο σας για παράδειγμα; Ή για την οικογένεια σας; Ή για την πατρίδα; Ή για την ανθρωπότητα; Εάν είστε απαισιόδοξοι, δεν μπορείτε, γιατί κυρίως δεν έχετε τι να θυσιάσετε. Επειδή για σας, η ζωή σας είναι χωρίς αξία, επειδή θεωρείτε πως η ζωή δεν αξίζει. Γι' αυτόν τον λόγο δεν είναι για σας σημαντικό να βοηθήσετε και να στηρίξετε κάποιον. Αν είστε αισιόδοξοι, θα σας είναι εύκολο να αγαπάτε και να υπομένετε και να θυσιάζετε την ζωή σας.

Αισιόδοξος είναι ο άνθρωπος που εργάζεται έχοντας πίστη και ελπίδα. Εάν θέλετε να είσθε αισιόδοξοι, εργασθείτε. Η απαισιοδοξία είναι αρρώστια και το φάρμακο της είναι η εργασία. Ποτέ η ιατρική δεν θα βρει πιο τέλειο φάρμακο εναντίον της απαισιοδοξίας από την εργασία και την ενεργητικότητα. Χρειάζεται να έχεις χρόνο να τεμπελιάζεις, για να είσαι απαισιόδοξος. Ο Ντοστογιέφσκυ, ενώ ήταν άρρωστος και είχε κακή υγεία, κάθε μήνα έγραφε τέσσερα φύλλα τυπογραφείου. Αυτά που έγραφε ήταν τα πιο ωραία λογοτεχνικά και ουσιώδη πεζογραφήματα που υπάρχουν στη ρωσική γλώσσα. Και παρόλο που ήταν φτωχός και άρρωστος, ήταν αισιόδοξος. Αισιόδοξοι ήσαν όλοι εκείνοι οι μεγάλοι και μικροί άνθρωποι που δημιούργησαν σ' αυτόν τον κόσμο όλα όσα ήταν καλά και χρήσιμα. Όλος ο πολιτισμός τον οποίο απολαμβάνετε εσείς, δημιουργήθηκε από αισιόδοξους ανθρώπους.

Ο κόσμος αυτός γνωρίζει μόνο τους αναστεναγμούς και τις κραυγές των απαισιόδοξων και όχι τα έργα τους. Μην είστε απαισιόδοξοι, γιατί η απαισιοδοξία σας δεν έχει βάση. Μην είστε απαισιόδοξοι ειδικά όσον αφορά την προσωπικότητά σας, επειδή ακόμη δεν μπορείτε να προβλέψετε σε ποιο τομέα θα είστε σημαντικοί. Να εργάζεσθε, επειδή, αν εργάζεσθε, δεν θα είσθε απαισιόδοξοι. Επιλέξατε είτε την ενεργητικότητα και εργασία είτε την απαισιοδοξία. Είμαστε λαός με μικρό πληθυσμό; Οι αρχαίοι Έλληνες ήσαν λίγοι όσον αφορά τον αριθμό και κατέπληξαν τον κόσμο με την μεγαλωσύνη τους. Η ζωή μας είναι ασήμαντη; Σας βεβαιώνω πως δεν υπάρχει εποχή ασήμαντη και ζωή ασήμαντη στην ιστορία της ανθρωπότητας. Υπάρχουν μόνον εποχές σημαντικές και εποχές που τις προετοιμάζουν. Η εποχή μας επομένως είτε προετοιμάζει μια σημαντική εποχή είτε η ίδια είναι σημαντική. Και στις δύο περιπτώσεις λοιπόν δεν δικαιολογείται η απαισιοδοξία σας. Επειδή, εάν το παρόν δεν είναι σημαντικό, τότε αποτελεί προετοιμασία ενός σπουδαίου μέλλοντος. Και σίγουρο είναι πως αγάπη και δύναμη δεν μπορεί να έχει ο απαισιόδοξος άνθρωπος. Μην παραδίνεστε στην απαισιοδοξία, επειδή η απαισιοδοξία θα αποτελέσει την πιο δηλητηριώδη πηγή αμέτρητου κακού που θα πλήξει εσάς και τους άλλους.

Μια απαισιόδοξη γενιά αποτελεί πανούκλα στην ιστορία ενός λαού. Ο λαός όμως ξεπερνά και την πανούκλα, και όταν γιατρεύεται, οι απόγονοι μιλούν γι' αυτήν την απαισιόδοξη γενιά που υπήρξε σαν την αρρώστια της πανούκλας. Η απαισιοδοξία σας θα αποτελέσει προσβολή όλης της οικουμένης, όλου του σύμπαντος. Τελικά η απαισιοδοξία σας θα αποτελέσει προσβολή για τον Δημιουργό του κόσμου, που δεν σας έπλασε για να παραπονιέστε για τα έργα του, αλλά για να δείξετε τα δικά σας».

Πηγή: Αγίου Νικολάου Αχρίδος, "ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΙΣΙΟΔΟΞΟΙ ΟΤΙ ΚΑΙ ΑΝ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ", Εκδόσεις "Ορθόδοξος Κυψέλη"
http://www.katafigi.gr

Ξέρεις πόσο μεγάλη αμαρτία είναι να κρίνεις τον πλησίον; του Αββά Δωροθέου (6ος αιώνας μ.Χ.)


Ξέρεις πόσο μεγάλη αμαρτία είναι να κρίνεις τον πλησίον; Παραγματικά, τι μπορεί να είναι βαρύτερο απ’ αυτό; Τι άλλο μισεί τόσο πολύ και αποστρέφεται ο Θεός σαν την κατάκριση; Όπως ακριβώς είπαν οι Πατέρες, δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα απ’ αυτήν.
  Και όμως λένε ότι από αυτά τα μικροπράγματα φτάνει κανείς σ’ αυτό το τόσο μεγάλο κακό. Από το να δεχτεί μια μικρή υποψία για τον πλησίον, από το να λέει: «Τί σημασία έχει αν ακούσω τι λέει αυτός ο αδελφός; Τί σημασία έχει αν πω και εγώ αυτόν τον λόγο; Τί σημασία έχει αν δω που πάει αυτός ο αδελφός ή τι πάει να κάνει αυτός ο ξένος»; Αρχίζει. ο νους να αφήνει τις δικές του αμαρτίες και ν’ απασχολείται με τη ζωή του πλησίον. Από εκεί φτάνει κανείς στην κατάκριση, στην καταλαλιά, στην εξουθένωση. Από εκεί πέφτει σ’ όσα κατακρίνει. Επειδή δεν φροντίζει για τις δικές του κακίες, επειδή δεν κλαίει, όπως είπαν οι Πατέρες, τον πεθαμένο εαυτόν του, δεν μπορεί σε τίποτα απολύτως να διορθώσει τον εαυτόν του, αλλά πάντοτε απασχολείται με τον πλησίον. Και τίποτα δεν παροργίζει τόσο το Θεό, τίποτα δεν ξεγυμνώνει τόσο τον άνθρωπο και δεν τον οδηγεί στην εγκατάλειψη, όσο η καταλαλιά, η κατάκριση και η εξουθένωση του πλησίον.
Γιατί άλλο πράγμα είναι η καταλαλιά και άλλο η κατάκριση και άλλο η εξουθένωση.
Καταλαλιά είναι το να διαδίδεις με λόγια τις αμαρτίες και τα σφάλματα του πλησίον π.χ. ο τάδε είπε ψέματα, οργίστηκε ή πόρνευσε ή κάτι τέτοιο έκαμε. Λέγοντας όλα αυτά, ήδη κανείς «καταλαλεί», δηλαδή, μιλάει με εμπάθεια εναντίον κάποιου, συζητάει με εμπάθεια για το αμάρτημά του.
Κατάκριση είναι το να κατηγορήσει κανείς τον ίδιο τον άνθρωπο, λέγοντας ότι αυτός είναι ψεύτης, είναι οργίλος, είναι πόρνος. Γιατί έτσι κατέκρινε την ίδια τη διάθεση της ψυχής του και έβγαλε συμπέρασμα για όλη τη ζωή του, λέγοντας ότι είναι τέτοια η ζωή του, τέτοιος είναι αυτός και σαν τέτοιο τον κατέκρινε. Και αυτό είναι πολύ μεγάλη αμαρτία. Γιατί είναι άλλο να πει κανείς ότι κάποιος οργίστηκε και άλλο να πει ότι κάποιος είναι οργίλος και να βγάλει συμπέρασμα, όπως είπα, για όλη του τη ζωή. Και τόσο πιο βαριά από κάθε άλλη αμαρτία είναι η κατάκριση, ώστε και ο ίδιος ο Χριστός να φτάσει να πει: « Υποκριτή, βγάλε πρώτα από το μάτι σου το δοκάρι, και τότε κοίταξε να βγάλεις την αγκίδα από το μάτι του αδελφού σου» (Λουκ. 6, 42). Και παρομοίασε τη μεν αμαρτία του πλησίον με αγκίδα, τη δε κατάκριση με δοκάρι. Τόσο πολύ βαριά είναι η κατάκριση που ξεπερνάει σχεδόν κάθε άλλη αμαρτία.
Γιατί να μην κατακρίνουμε καλύτερα τους εαυτούς μας και τα ελαττώματά μας, που τα ξέρουμε πολύ καλά και που γι’ αυτά θα δώσουμε λόγο στο Θεό; Γιατί αρπάζουμε την κρίση από το Θεό; Τί ζητάμε από το πλάσμα Του; Γιατί θέλουμε να πάρουμε επάνω μας τα βάρη των άλλων; Εμείς έχουμε τι να φροντίσουμε, αδελφοί μου. Καθένας ας έχει το νου του στον εαυτόν του και στις αμαρτίες του. Μόνο ο Θεός μπορεί είτε να δικαιώσει είτε να κατακρίνει τον καθένα, γιατί Αυτός μόνο ξέρει του καθενός την κατάσταση και τη δύναμη και το περιβάλλον και τα χαρίσματα και την ιδιοσυγκρασία και τις ιδιαίτερες ικανότητές του και κρίνει σύμφωνα μ’ όλα αυτά, όπως Αυτός μόνον γνωρίζει. Διαφορετικά, βέβαια, κρίνει ο Θεός τα έργα του επισκόπου και διαφορετικά του άρχοντα, αλλιώς του ηγουμένου και αλλιώς του υποτακτικού, αλλιώς του νέου και αλλιώς του γέρου, αλλιώς του αρρώστου και αλλιώς του γερού. Και ποιός μπορεί να κρίνει σύμφωνα μ’ αυτές τις προϋποθέσεις παρά μόνον Αυτός που δημιούργησε τα πάντα, Αυτός που έπλασε τα πάντα και γνωρίζει τα πάντα;
Τίποτα απολύτως δεν μπορεί να ξέρει ο άνθρωπος από τις βουλές του Θεού. Μόνον Αυτός είναι Εκείνος που καταλαβαίνει τα πάντα και είναι σε θέση να κρίνει τον καθένα, όπως μόνος αυτός γνωρίζει.
Πραγματικά, συμβαίνει να κάνει κάποιος αδελφός μερικά πράγματα με απλότητα. Αυτή όμως η απλότητα ευαρεστεί στο Θεό περισσότερο από ολόκληρη τη δική σου ζωή. Και συ κάθεσαι και τον κατακρίνεις και κολάζεις τη ψυχή σου; Και αν κάποτε υποκύψει στην αμαρτία, πώς μπορείς να ξέρεις πόσο αγωνίστηκε και πόσο αίμα έσταξε, πριν κάνει το κακό, ώστε να φτάνει να μοιάζει η αμαρτία του σχεδόν σαν αρετή στα μάτια του Θεού; Γιατί ο Θεός βλέπει τον κόπο του και τη θλίψη που δοκίμασε, όπως είπα, πριν να κάνει το κακό, και τον ελεεί και τον συγχωρεί. Και ο μεν Θεός τον ελεεί, εσύ δε τον κατακρίνεις, και χάνεις τη ψυχή σου; Πού ξέρεις ακόμα και πόσα δάκρυα έχυσε γι’ αυτό, ενώπιον του Θεού; Και συ μεν έμαθες την αμαρτία, δεν ξέρεις όμως τη μετάνοια. Μερικές φορές μάλιστα δεν κατακρίνουμε μόνο, αλλά και εξουθενώνουμε.
Εξουθένωση είναι όταν, όχι μόνον κατακρίνει κανείς κάποιον, αλλά και τον εκμηδενίζει, σαν να τον αποστρέφεται και τον σιχαίνεται σαν κάτι αηδιαστικό. Αυτό είναι ακόμα χειρότερο και πολύ πιο καταστρεπτικό από την κατάκριση.
Όσοι όμως θέλουν να σωθούν δεν προσέχουν καθόλου τα ελαττώματα του πλησίον, αλλά προσέχουν πάντοτε τις δικές τους αδυναμίες και έτσι προκόβουν. Σαν εκείνον που είδε τον αδελφό του να αμαρτάνει και στενάζοντας βαθιά είπε: «Αλλοίμονό μου, γιατί σήμερα πέφτει αυτός, οπωσδήποτε αύριο θα πέσω εγώ». Βλέπεις με ποιό τρόπο επιδιώκει τη σωτηρία του, πως προετοιμάζει τη ψυχή του; Πως κατάφερε να ξεφύγει αμέσως από την κατάκριση του αδελφού του; Γιατί λέγοντας ότι: «Οπωσδήποτε θα αμαρτήσω και εγώ αύριο» έδωσε την ευκαιρία στον εαυτόν του ν’ ανησυχήσει και να φροντίσει για τις αμαρτίες που επρόκειτο δήθεν να κάνει. Και μ’ αυτό τον τρόπο ξέφυγε την κατάκριση του πλησίον. Και δεν αρκέστηκε μέχρις εδώ, αλλά κατέβασε τον εαυτόν του χαμηλότερα απ’ αυτόν που αμάρτησε λέγοντας: «Και αυτός μεν μετανοεί για την αμαρτία του, εγώ όμως δεν είναι σίγουρο ότι θα μετανοήσω, δεν είναι σίγουρο ότι θα τα καταφέρω, δεν είναι σίγουρο ότι θα έχω τη δύναμη να μετανοήσω».
Βλέπεις το φωτισμό της θείας αυτής ψυχής; Γιατί όχι μόνον κατάφερε να ξεφύγει από την κατάκριση του πλησίον, αλλά έβαλε τον εαυτό της πιο κάτω απ’ αυτόν.
Και εμείς οι άθλιοι, εντελώς αδιάκριτα, κατακρίνουμε, αποστρεφόμαστε, εξευτελίζουμε, αν δούμε ή αν ακούσουμε ή αν υποψιαστούμε κάτι. Και το χειρότερο είναι ότι δεν σταματάμε μέχρι τη ζημιά που κάνουμε στον εαυτό μας, αλλά συναντάμε και άλλον αδελφό και αμέσως του λέμε: « Αυτό και αυτό έγινε». Και του κάνουμε κακό βάζοντας στην καρδιά του αμαρτίες. Αλλά ενώ κάνουμε διαβολικό έργο δεν ανησυχούμε κιόλας. Γιατί, τί άλλο έχει να κάνει ο διάβολος από το να ταράζει και να βλάπτει; Και γινόμαστε συνεργάτες των δαιμόνων και για τη δική μας καταστροφή και για του πλησίον.
Από ποιον άλλο λόγο τα παθαίνουμε αυτά, παρά από το ότι δεν έχουμε αγάπη; Γιατί αν είχαμε αγάπη και συμπαθούσαμε και πονούσαμε τον πλησίον μας, δεν θα είχαμε το νου μας στα ελαττώματα του πλησίον.Αν είχαμε αγάπη, η ίδια η αγάπη θα σκέπαζε κάθε σφάλμα, όπως ακριβώς έκαναν οι άγιοι, όταν έβλεπαν τα ελαττώματα των ανθρώπων. Γιατί μήπως είναι τυφλοί οι άγιοι και δεν βλέπουν τα αμαρτήματα; Και ποιός μισεί τόσο πολύ την αμαρτία όσο οι άγιοι; Και όμως δεν μισούν εκείνον που αμαρτάνει, ούτε τον κατακρίνουν, ούτε τον αποστρέφονται, αλλά υποφέρουν μαζί του, τον συμβουλεύουν, τον παρηγορούν, τον γιατρεύουν σαν άρρωστο μέλος του σώματός τους. Κάνουν τα πάντα για να τον σώσουν.Με την μακροθυμία και την αγάπη τραβούν τον αδελφό και δεν τον απωθούν, ούτε τον σιχαίνονται.
Ας αποκτήσουμε λοιπόν και εμείς αγάπη, ας αποκτήσουμε ευσπλαχνία για τον πλησίον. Και έτσι θ’ αποφεύγουμε να καταλαλούμε, να κατακρίνουμε, να εξουδενώνουμε τους άλλους. Ας βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον σαν να είμαστε μέλη του ίδιου σώματος.
Ο Θεός ας μας αξιώσει να προσέχουμε όσα μας συμφέρουν πνευματικά και να τα εφαρμόζουμε. Γιατί όσο φροντίζουμε και ενδιαφερόμαστε να εφαρμόζουμε όσα ακούμε, τόσο περισσότερο μας φωτίζει ο Θεός πάντοτε και μας διδάσκει το θέλημά Του.


Απόσπασμα από το βιβλίο “Έργα Ασκητικά”
του Άββα Δωρόθεου
Πηγή: www.xfd.gr
http://www.katafigi.gr

Τί είδους αγάπη; του Μητροπολίτου Anthonny Bloom

  
«Μα εγώ τους  αγαπώ τους ανθρώπους», λέμε συχνά. Δεν ωφελεί καθόλου να κρυβόμαστε
 πίσω από τέτοιες υπεκφυγές. Όλους τους ανθρώπους όταν βρίσκονται μακριά, τους 
αγαπάμε!  Ένας συγγραφέας απεικονίζει τον χαρακτήρα ενός ήρωά του ως εξής: 
«Αγαπούσε την ανθρωπότητα σε τέτοιο βαθμό, που έφτανε στο σημείο να μισεί κάθε 
μεμονωμένο πρόσωπο, επειδή αυτό παραμόρφωνε στα μάτια του την τέλεια εικόνα της 
ανθρωπότητας». [ Πρόκειται για τον Ντοστογιέφσκι και τον ήρωά του Ιβάν Καραμάζωφ].
 Αγαπούσε αληθινά την αφηρημένη έννοια , μη πραγματική (εξιδανικευμένη) 
ανθρωπότητα∙ ό,τι όμως αφορούσε  σε συγκεκριμένο άνθρωπο ή σε ομάδα ανθρώπων 
δεν μπορούσε να το ανεχτεί , να το αντέξει. Στους πραγματικούς ανθρώπους 
διέκρινε την ασχήμια, ενώ αυτός ονειρευόταν την τέλεια ομορφιά που δεν υπάρχει ούτε 
υπήρξε ποτέ , την ομορφιά που κανένας δεν πρόκειται να δει πριν από τη  Δευτέρα 
Παρουσία.
 Γαλ. 6, 2 «ἀλλήλων τὰ βάρη 
βαστάζετε, καὶοὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ:»

Κι η αγάπη για τους ανθρώπους που τυχαίνει να είναι τριγύρω μας, ίδιας πάστας δεν είναι; 
Περιορίζεται σε ελάχιστους∙ μα κι αυτούς δεν τους αγαπάμε με την πρώτη, δεν τους 
αγαπάμε χωρίς να τους θέτουμε προϋποθέσεις∙ οι τσακωμοί είναι ασταμάτητοι, τα 
αισθήματά μας γίνονται ψυχρά. Και σαν επιστέγασμα όλων έρχεται η αποστροφή μας για 
τους άλλους.
Ο Απόστολος Παύλος παραγγέλει: Να σηκώνετε ο ένας το φορτίο του άλλου και έτσι 
θα εφαρμόζετε πλήρως τον νόμον του Χριστού ( Γαλ. 6, 2 «ἀλλήλων τὰ βάρη 
βαστάζετε, καὶοὕτως ἀναπληρώσατε τὸν νόμον τοῦ Χριστοῦ:»]. Τούτα τα βάρη δεν 
είναι μόνο οι δυστυχίες της ζωής, αλλά και το βαρύ φορτίο του προσώπου του άλλου
 ανθρώπου. Όλοι μπορούμε να σηκώσουμε το βάρος της θλίψης του άλλου, όταν 
πρόκειται για μια σύντομη αρρώστια, μια πρόσκαιρη διένεξη∙ πόσο φοβερό είναι να 
βλέπουμε ότι η θλίψη διαρκεί, η αρρώστια παρατείνεται, οι στερήσεις δεν έχουν 
τέλος. Δεν περνά πολύς καιρός  (καιρός ειλικρινούς θλίψης για το πρόσωπο του άλλου
 και φροντίδας ανιδιοτελούς για τιε ανάγκες του) και απέναντί του ψυχραινόμαστε: 
«Μα δεν θα τελειώσει ποτέ η αρρώστια του, η ανέχειά του, ο πόνος του; Είναι καιρός πια 
ν’ αναρρώσει! Είναι καιρός να κουνηθεί κι αυτός λιγάκι, να συνέλθει! Θα πρέπει εγώ 
ν’ ασχολούμαι μ’ αυτό τον άνθρωπο όλη μου τη ζωή;». Όμως ο Κύριος δεν φέρεται 
έτσι σ’ εμάς. Όσο διαρκεί η ζωή μας – κάποιες δεκαετίες δηλαδή- ο Κύριος υπομένει,
 περιμένει, ελπίζει και όλο αυτό τον καιρό , ναι όλο αυτό τον καιρό, μοχθεί να μας 
προσφέρει βοήθεια…
Δυστυχία δεν σημαίνει ν’ αγαπάμε λίγους ανθρώπους, να μη μπορούμε 
ν’ αγαπήσουμε μεγάλο πλήθος, να έχουμε καρδιά στενόχωρη [ «στενοχωρεῖσθε 
ἐν τοῖς σπλάγχνοις ὑμῶν», λέει ο Απόστολος Παύλος ( Β΄ Κορ. 6, 12 ) ]. Δυστυχία είναι
 να βλέπουμε πόσο θλιβερή και αξιολύπητη είναι η αγάπη μας γι’ αυτούς που 
ισχυριζόμαστε ότι είναι τα αγαπημένα μας πρόσωπα∙ πόσο κλονισμένη από την
 ανυπομονησία,  πόσο γυμνή από στοργή και ευαισθησία, πόσο παράλογη και 
εξωφρενική!
Πρέπει να συλλογιστούμε λοιπόν ποια είναι η σχέση μας με τα μέλη του περιβάλλοντός 
μας και ν’ αναρωτηθούμε: Τι είδους αγάπη έχω προς αυτούς; Μια αγάπη χαράς ή 
μια αγάπη φορτική; Διότι είναι πράγματι πιθανό, η αγάπη μας να πνίγει κάποιον, να τον 
κάνει να νιώθει ανελεύθερος, σκλάβος∙  είναι πιθανό κάτω από το βάρος αυτού που 
 εμείς ονομάζουμε «αγάπη», ο αγαπώμενος  να υποφέρει. Υποφέρει όταν εμείς 
νομίζουμε ότι γνωρίζουμε καλύτερα από αυτόν ποιες είναι οι ανάγκες του, πού είναι 
η χαρά του∙ όταν του αφαιρούμε και το ελάχιστο της ελευθερίας του, της 
δημιουργικότητάς του∙ όταν επιθυμούμε να διευθύνουμε εμείς οι ίδιοι τη
 ζωή του, προκειμένου να τον «βελτιώσουμε»…

Πηγή: Μητροπολίτου Anthonny Bloom, " Το μυστήριο της ίασης" , εκδ. Εν πλω, 
Μετάφραση Χ. Κούλας, http://eisdoxantheou-gk.blogspot.gr
http://www.katafigi.gr

Το όνειρο.


Το νυμφώνα Σου βλέπω
Σωτήρ μου κεκοσμημένον
και ένδυμα ουκ έχω
ίνα εισέλθω εν αυτώ…
Είχα, λέει, μόλις πεθάνει κι ανέβαινα στον Παράδεισο.
Ο συνονόματός μου Αρχάγγελος με κράταγε απ’ το χέρι και με πάγαινε σε μια αίθουσα μεγάλη και λαμπρή.
Σπρώχνω λίγο την πόρτα και τι να δω.
Πρώτο τραπέζι πίστα η αφρόκρεμα των αγίων: Γεώργιοι, Δημήτριοι, Φανούριος, Παρασκευές, Βαρβάρα, Αικατερίνα..
“Α πα πα”, λέω, “τι γυρεύω γω δω μέσα”.
Ο Μιχαλάκης μ’ έσπρωχνε να μπω, εγώ στήλωσα τα πόδια, τελικά επικράτησα…
“Μη με πολυζορίζεις”, του λέω, “μ’ αυτό το χάλι και τη λασπουριά που ‘χω πάνω μου, ντρέπομαι να μπω. Άσε με δω, να τους βλέπω απ’ τη χαραμάδα”.
Μόλις το πα, εξαφανίζεται ο αρχάγγελος.
Κοιτάω παραμέσα και βλέπω ένα άλλο μεγάλο τραπέζι.
Εκεί ήταν μαζεμένα όλα τα ρεμάλια και τα αποβράσματα του κόσμου: ο αρχιλήσταρχος ο Μωυσής ο Αιθίοπας, η Μαρία η Αιγυπτία, ο τελώνης ο Ζακχαίος, ο Άσωτος υιός, ο ληστής που σταυρώθηκε δίπλα στο Χριστό, η πόρνη που του άλειψε τα πόδια, και χίλια δυο άλλα “μπουμπούκια”.
Κι όλοι αυτοί μου ‘καναν νοήματα να μπω.
Κει π’ άρχιζα να ξεθαρρεύω και λύθηκαν κάπως τα πόδια μου φύσηξε η αύρα της θάλασσας, βρόντηξε το παραθυρόφυλλο και ξύπνησα.
Το λυχναράκι έκαιγε ακόμη και τα μάτια μου καρφώθηκαν στον απέναντι τοίχο.
Εκεί ήταν κάποιο καδράκι με κεντημένο ένα ρητό:
“Δεινόν η ραθυμία
Μεγάλη η μετάνοια”
Μυστήρια πράγματα…
Τέσσερις μέρες είμαι σε τούτο το δωματιάκι κι αυτό το καδράκι πρώτη φορά το βλέπω…
Απ’ το ημερολόγιο ενός προσκυνητή -

http://fdathanasiou.wordpress.com