Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Ένα θαύμα της Τιμίας Εσθήτας της Θεοτόκου


Ενα Θαύμα της Παναγίας κατά τον Ιερό Φώτιο – Παναγιώτη Βολάκη.
 Η Θεοτόκος Υπέρμαχος Στρατηγός κατά την Α΄ Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Ρώς. Τον Ιούνιο του 860 μ.Χ. και ενώ ο αυτοκράτορας Μιχαήλ ο Γ΄ μόλις είχε εκστρατεύσει εναντίον των Αράβων, η Κωνσταντινούπολη δέχθηκε την επίθεση ενός σχηματιζόμενου τότε έθνους, με το οποίο έμελλε να αναπτύξει πολλές σχέσεις στο μέλλον: του έθνους των Ρώς. Με 200 μικρά πλοία, οι πρόγονοι αυτοί του μεγάλου ρωσικού έθνους, προσορμίσθηκαν στη βασιλεύουσα πόλη, την περικύκλωσαν και άρχισαν να λεηλατούν τα περίχωρά της. Ο αυτοκράτορας αμέσως επέστρεψε στην πολιορκούμενη πόλη, για να αναλάβει την άμυνά της, και μαζί με τον Πατριάρχη Φώτιο ενθάρρυναν τον τρομοκρατημένο πληθυσμό.
 Οι Κωνσταντινουπολίτες, καθώς τονίζεται από πολλές βυζαντινές πηγές, αλλά κι από τον ίδιο τον Μέγα Φώτιο, απέδωσαν τη διάσωση της πόλης τους κατά τη βιαιότατη εκείνη πολιορκία, στην θαυματουργική επέμβαση της Παναγίας, της οποίας την Τίμια Εσθήτα που φυλασσόταν στην Κωνσταντινούπολη, περιέφερε ο ίδιος ο Πατριάρχης με πλήθος απελπισμένου λαού στα τείχη και εμβάπτισε στην θάλασσα . Αποτέλεσμα της λιτανείας αυτής ήταν να ξεσπάσει τρομερή θύελλα, που κατέστρεψε τα πλοιάρια των πολιορκητών, οι οποίοι τρομοκρατημένοι τράπηκαν σε φυγή. Το σημαντικότερο αυτό γεγονός ήταν ένα από τα πολλά, που εδραίωσαν την κοινή βυζαντινή πεποίθηση για το ρόλο της Θεοτόκου ως προστάτιδος της Κωνσταντινούπολης και Υπερμάχου Στρατηγού των αδικουμένων. Την πίστη αυτή διακρίνουμε ξεκάθαρα, στον τρόπο με τον οποίο ο Ιερός Φώτιος περιγράφει το περιστατικό, στη δεύτερη από τις δύο σημαντικότατες ομιλίες του, που αφορούν στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Ρώς.
 «Όταν στερηθήκαμε κάθε βοήθεια και είχαμε χάσει κάθε ανθρώπινο σύμμαχο, εμψυχωνόμασταν από τις προσδοκίες που είχαμε στηρίξει στη Μητέρα του Θεού. Αυτή βάζαμε να παρακαλέσει για μας τον Υιό της, Αυτή να Τον εξευμενίσει για τα αμαρτήματά μας, καλούσαμε σε βοήθεια για να σωθούμε κραυγάζοντες με το δικό Της στόμα, τη δική Της βοήθεια είχαμε σαν τείχος απόρθητο, Αυτή θερμοπαρακαλούσαμε να συντρίψει το θράσος των βαρβάρων, Αυτή να ταπεινώσει την αλαζονεία τους. Αυτή να προστατεύσει τον απελπισμένο λαό, να πολεμήσει υπέρ του ποιμνίου Της. Της οποίας και το ένδυμα αφενός για αναχαίτιση των πολιορκητών και αφετέρου ως φρουρά των πολιορκημένων, εγώ και μαζί μου όλη η πόλη, περιφέραμε αυθόρμητα και εθελούσια˙ κατά τη λιτανεία που κάναμε, εξαιτίας της ανείπωτης φιλανθρωπίας, και της Μητρικής θαρραλέας ικεσίας. Και ο Θεός κάμφθηκε και ο θυμός έφυγε και ελέησε ο Κύριος την κληρονομία Του. Πράγματι, ένδυμα της Μητέρας του Θεού είναι αυτή η Πάνσεπτη Στολή. Αυτή περικύκλωνε τα τείχη και με τον άρρητο λόγο Της έτρεπε τους εχθρούς σε φυγή. Αυτήν περιζωνόταν η πόλη και η οχύρωση των εχθρών διαλυόταν, σαν να είχε δοθεί διαταγή. Με Αυτήν η πόλη στολιζόταν, και με την ελπίδα που είχαν όσοι Την περιέφεραν, έφευγε η εχθρότητα. Όταν περιδιάβηκε το τείχος η Παρθενική Στολή, και οι βάρβαροι αποκαμωμένοι διέλυσαν την πολιορκία και λυτρωθήκαμε από την κατάκτηση που περιμέναμε, τότε αξιωθήκαμε της ανέλπιστης σωτηρίας.»
 (Σ. Αριστάρχου, Φωτίου Λόγοι και Ομιλίαι, τ. Β΄, ομιλία ΝΒ΄, Εν Κωνσταντινουπόλει, τύποις The Annuaire Oriental & Printing Co Ltd 1900, σσ. 41-42.)
 Κείμενο του Παναγιώτη Βολάκη Από το περιοδικό ¨ΒΗΜΟΘΥΡΟ¨ Τεύχος 1ο (σελ. 82).
 ΠΗΓΗ.ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΟΡΕΙΑ

http://fdathanasiou.wordpress.com/

Που βρίσκεται η τιμία Εσθήτα της Παναγίας;


«…Η εσθής της Θεοτόκου εν αργυρά επίχρυσω σορώ και εν ιδιαιτέρω παρεκκλήσιω, το όποιον εκαλείτο δια τούτο και «Αγία Σορός», κείμενον προς βορρά του Αγίου Βήματος, και κιτισθέν υπό Λέοντος του Μεγάλου, η εσθής αύτη ήτις ονομάζεται και «Μαφόριο» εκ του εβραϊκού μαφορά, δηλούντος σκέπασμα της κεφαλής, δεν ήτο κυρίως φόρεμα. Αλλά σκέπασμα – πέπλος, κεφαλής επικάλυμμα. Μαζί δε με άλλα κειμήλια μετακομίσθη εκ Κωνσταντινουπόλεως εις Ευρώπη, όπου εσώζετο εν τη “μονή των Τριβήρων” εν Γαλλία, ην δε εξ ερίων εύφθαρτων εξειργασμένον και η κρόκη και ο στημων ομοειδή και ομόχροα. και αδιάλυτο επί τοσαύτους αιώνας. Και διαμένει πάντως και μέχρι του νύν όπου και αν σώζεται. Εφερον δε αυτό οι αυτοκράτορες μεθ’ εαυτών στρατεύοντες και “το εκράτουν εν είδει σημαίας…
 » (ΒΙΒΛΙΟ «τα θαύματα της Παναγίας», 1890, σελ. 453).
Το κείμενο αυτό λέει ότι η ιερά Εσθήτα από την Πόλη μετακομίσθη σε μονή της Γαλλίας, προφανώς από τους Σταυροφόρους, στην οποια και μάλλον υπάρχει.
Ως προς το Ναό των Βλαχερνών, το 1453 οι Οθωμανοί ερειπωμένη βρήκαν την βλαχερνίτισσα, για αυτό και ουδέποτε την «ορέχθηκαν» να την κάνουν τζαμί. Ο ιστορικός Γεώργιος Φραντζής μας πληροφορεί ότι είχε καεί το 1434 από απροσεξία κάποιον αρχοντόπουλων. Αργότερα την ξαναέκτισαν ξυλοστέγη βασιλική. Στα γεγονότα 6-7 Σεπτ. 1955 η Παναγία των Βλαχερνών υπέστη σημαντικές καταστροφές… Ανακαινίσθηκε το 1960 ταπεινός πλέον ο Ναός όπως τον βλέπουμε.
Ως προς την αρπαγή-κλοπή της Εσθήτος (μαφόριο της Θεοτόκου) από τη γυναίκα εκείνη φάνηκε ότι ήταν θέληση της Παναγίας να πάει στην Πόλη με όσα συνέβησαν για αυτή γύρω για χίλια χρόνια. Όπως δε είπε, δεν είχε πρόσωπο να την αφήσει. Μάλλον δεν θα έμαθε για την «κλοπή», οι δε ασθενείς μετά το θάνατό της θα έπαψαν να πηγαίνουν και τα τότε ιστορικά περιστατικά που η Χάρη Της άνοιξε αυτή την Ουράνια πηγή το ιερό μύρο. Κατά κανόνα, στην αρχή τα θέματα αυτά παίρνουν διαστάσεις, αφού η πίστη ακόμη και ολιγόπιστων και αδιαφορών κάποιες φορές «φουντώνει», ειδικά δε στην περίπτωση εκροής μύρου – σπάνια περίπτωση – συνοδεύεται από πληθώρα ποικίλων θαυμάτων με προεξάρχοντα πάντα τις σωματικές ιάσεις.
Στα γραφόμενα ότι η παρουσία του μύρου ενεργεί «άπειρα θαύματα τα όποια δηλοποιούν την αέναον αγάπην της Κυρίας Θεοτόκου», έχουμε μια συμπύκνωση της πλημμυρίδας των θαυμάτων και του παροξυσμού της αγάπης της Παντανάσσης προς τους πονεμένους και θλιμμένους πιστούς πού δέονται και παρακαλούν. Εδώ θέση έχει και το εξής: με το να μη κυκλοφορεί η Ιερά Μονή βιβλίο θαυμάτων, να μη δίνει δηλαδή έντονη έμφαση στην πληθώρα των θαυμάτων, είναι σαν να λέει: Προέχει η πίστη, η εν Χριστώ ζωή, η απόλυτη δηλαδή εμπιστοσύνη στη Χάρη Της, όπου αυτά υπάρχουν, ας σπεύδουν να προσπίπτουν μετά δέους και να λαμβάνουν όταν εκείνη το εγκρίνει. Και Τούτο διότι τα θαύματα πού τόσο εντυπωσιάζουν και τόση σημασία δίδεται, δεν είναι αυτοσκοπός. Βέβαια, η Παναγία θέλει να ανακουφίζει από αγάπη και έλεος, κυρίως όμως αποσκοπεί στην αύξηση της πίστεως, στη βίωση των εντολών του Χριστού, στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας.
Ως προς την εκροή του μύρου στο κείμενο αναφέρεται ότι η παροχή οφείλεται «εις την άκτιστον ενέργειαν του Αγίου Πνεύματος». Τόσο περιεκτική η φράση. Δεν λέει ουσία (του Θείου), καθότι παντάπασι απλησίαστη ανθρωπίνως, αλλά ενέργεια, οπότε γίνεται νοητό ότι η παροχή του Ιερού μύρου δεν είναι γήινο άγιασμα, δηλαδή νερό πού η Χάρη το μετατρέπει σε θεραπευτικό και πάντα διατηρήσιμο, αλλά μύρο προερχόμενο απευθείας από το Άγιο Πνεύμα, αφού το Ιερό αντικείμενο η εικόνα αναβλύζει όχι κάτι γήινο αλλά Ουράνιο. Όντως μυστήριο το φαινόμενο, και δεν λέμε ορθολογιστικά πώς συμβαίνει, αλλά γιατί συμβαίνει, για παροχή και για του τρόπου αυτού πλούσιου ελέους, χάρη σε αμαρτωλά πλην πιστεύοντα τέκνα της Εκκλησίας.
 Ως προς την έκταση της φήμης πού έχει πάρει η Χαριτόβρυτος Ιερά Εικόνα, ο Καθηγούμενος π. Δωρόθεος τονίζει ότι:
«Το μέγα αυτό θησαύρισμα της γεραράς ημών Μονής, εις ην καταφθάνουν καθ’ ημέραν απ’ όλον τον κόσμον πλήθη ψυχών και εναποθέτουν προ των ποδών Της τους πόνους, τας θλίψεις και τα αιτήματα των με άμετρο εμπιστοσύνη κομίζοντες εξ αυτής την δύναμιν και παρηγοριά δια την ουρανοδρόμον πορείαν των και της δωρεάς τα ιάματα». Δίδει έμφαση ότι πρέπει «με άμετρο εμπιστοσύνη» να ζητούμε προσευχόμενοι τις δωρεές. Τονίζει ειδικά και Τούτο. Να δίδει η Παναγία «την δύναμιν και παρηγοριά δια την ουρανοδρόμο πορείαν», πού σημαίνει ότι πέραν των δωρεών για υγεία και τα συναφή, πού είναι τόσο εύκολο να ζητούμε και το κάνουμε από ανάγκη, το πρέπον και σωτήριο να ζητούμε δύναμη και παρηγοριά στον αγώνα της πίστεως, των αρετών και στην προσήλωση της βιώσεως της πίστεως, ότι δηλ. οδηγεί στην ουράνια σωτηρία.
Εκτος της τιμής και πανηγύρεως που τελεί η Μονή στον Άγιο Νικόλαο, πανήγυρη τελεί στις 2 Ιουλίου «προς τιμήν της τίμιας Εσθήτος της Υπεραγίας Θεοτόκου και της Αγίας Ζώνης, τμήμα των οποίων εν τη Ιερά Μονή τεθησαύρισται, ωσαύτως δε και προς τιμήν της θαυματουργού και Μυροβλύτου Εικόνος της «Ρίζης του  Ιεσσαί» της αυτής Μονής». Ώστε η Μονή κατέχει και τμήματα των ιερών κειμηλίων της Παναγίας. Και ναι μεν είναι γνωστόν ότι η Αγία Ζώνη ευρίσκεται στην Ι. Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου, τμήμα τιμίας Εσθήτος ίσως είναι το πρώτον που υπάρχει σήμερα, σε ορθόδοξα χέρια. Η τ. Εσθήτα υπάρχει σε μονή της Γαλλίας όπως γίνεται λόγος στο παρόν «περί της τιμίας Εσθήτος…». Φαίνεται ότι και τα δύο έχουν προέλθει από το Ναό των Βλαχερνών, οπού κάποτε υπήρχαν τα δύο αυτά κειμήλια.(ΠΗΓΗ.ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ)

Ο Χιτώνας της Παναγίας στη Γεωργία
Πρόκειται για την τιμία Εσθήτα, που φυλασσόταν στις Βλαχέρνες; Μάλλον όχι, αν εκείνη ήταν μαφόριο και όχι χιτώνας (όπως περιγράφεται πιο πάνω). Ίσως πρόκειται για το δεύτερο ένδυμα της Παναγίας, που δώρισε πριν την κοίμησή της (το μαφόριο και το χιτώνα – γι’ αυτό ήταν δύο τα ενδύματα, ενώ, αν ήταν ίδια, θα ήταν λογικό να είχε μόνο ένα & να είχε ήδη δώσει το άλλο σε κάποιον φτωχό). Έτσι επιβεβαιώνεται και η πληροφορία της παράδοσης περί δύο ενδυμάτων. .

Η φωτογραφία είναι από το φόρεμα  της Κυρίας Θεοτόκου η οποία βρίσκεται αποθησαυρισμένη στο κρατικό μουσείο της πολεως Ζουγκντίντι στη Γεωργία.
 Το Ιερό Κειμήλιο, άγνωστο για πολλούς, φυλάσσεται στο Κρατικό Μουσείο της πόλεως Ζουγκντίντι της Γεωργίας.
 Από το Ρωμαϊκό κράτος βρέθηκε στη Γεωργία, κατά την περίοδο της Εικονομαχίας (8οςαιώνας), ή σύμφωνα με άλλες πηγές, αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (15οςαιώνας).

Για την ύπαρξη του χιτώνα στη χώρα μαρτυρούν ο Πατριάρχης Αντιοχείας Μακάριος (1641-1688), οι πρέσβεις της Ρωσίας, Φέντον Έλτσιν και Παύλος Ζαχαρίεβ καθώς και ξένοι περιηγητές των μεσαιωνικών χρόνων.
 Ο Θεομητορικός χιτώνας διαστάσεων 1,80 Χ 1,50, ήταν βαμμένος, αλλά με τον καιρό η βαφή ξεθώριασε. Ο χιτώνας είναι τοποθετημένος σε ειδικό κατασκευασμένο ξύλινο κιβώτιο και αποτελεί ιδιαίτερη πηγή ευλογίας και αγιασμού για τον πολύπαθο Γεωργιανό λαό και όχι μόνο.

http://fdathanasiou.wordpress.com/

Η Κατάθεση της τιμίας Εσθήτος της Θεοτόκου


Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας, ἀγαπητοί ἀδελφοί, τελεῖ τήν ἀνάμνηση τῆς καταθέσεως τῆς τιμίας Ἐσθῆτος τῆς Ὑπεραγίας ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας στίς Βλαχέρνες. Πρόκειται γιά μία ἑορτή ἑνός γεγονότος πού ἀναφέρεται στήν Παναγία μας καί ἀφορᾶ ἕνα ἔνδυμά της πού εἶναι τό «ἐπανωφόριόν» της.

Σύμφωνα μέ τόν Συναξαριστή τῆς ἡμέρας, δύο Πατρίκιοι, ὁ Γάλβιος καί ὁ Κάνδιδος, ἐπί τῆς ἐποχῆς τοῦ Βασιλέως Λέοντος τοῦ Μεγάλου, στήν πορεία τους πρός τά Ἱεροσόλυμα γιά νά προσκυνήσουν τούς Ἁγίους Τόπους, ὅταν ἔφθασαν στήν Γαλατία, βρῆκαν μία εὐσεβεστάτη Ἑβραία, πού εἶχε μέσα στήν οἰκία της τήν ἁγία Ἐσθήτα, τό ἐπανωφόριον τῆς Παναγίας. Ἡ γυναίκα αὐτή προσευχόταν μέρα καί νύκτα μιμούμενη τήν προφήτιδα Ἄννα πού βρισκόταν στόν Ναό καί ἀξιώθηκε νά δῆ τόν Χριστό, ὅταν Τόν πῆγε ἐκεῖ ἡ Παναγία τεσσαράκοντα ἡμερῶν.

Οἱ δύο Πατρίκιοι, μετά ἀπό ἕνα τέχνασμα, κατόρθωσαν νά λάβουν τόν πολύτιμον αὐτό θησαυρό καί νά τόν φέρουν στήν Κωνσταντινούπολη, τόν ἐτοποθέτησαν στό κτῆμα τους, πού ὀνομαζόταν Βλαχέρναι, καί ἐκεῖ ἔκτισαν Ναό τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καί Μάρκου. Ἀργότερα ὁ Βασιλεύς Λέων ὁ Μέγας, ὅταν πληροφορήθηκε αὐτό τό γεγονός, ἔκτισε Ναό τῆς Κυρίας Θεοτόκου, στόν ὁποῖο τοποθέτησε τήν θήκη ὅπου ἦταν ἀποθησαυρισμένη ἡ τιμία Ἐσθήτα, τήν ὁποία προσκυνοῦσαν οἱ Χριστιανοί καί ἔβλεπαν διάφορα θαύματα. Ὁ ἱερός ὑμνογράφος ὀνομάζει τήν ἁγίαν Ἐσθήτα «ἱεράν περιβολήν, φυλακτήριον ἄσυλον (τῆς Κωνσταντινουπόλεως), δῶρον τίμιον, ἀναφαίρετον πλοῦτον ἰαμάτων, ποταμόν πεπληρωμένον τῶν χαρισμάτων τοῦ πνεύματος».

Μέ τήν εὐκαιρία τοῦ γεγονότος τῆς καταθέσεως τῆς τιμίας Ἐσθῆτος τῆς Παναγίας, ἡ Ἐκκλησία μας ὑπενθυμίζει τό μεγάλο πρόσωπο τῆς Παναγίας, πού ἔγινε ἡ χαρά τῆς οἰκουμένης, γιατί ἦταν ἐκεῖνο τό πρόσωπο διά τοῦ ὁποίου εἰσῆλθε στόν κόσμο ὁ Χριστός πού ἐλευθέρωσε τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τήν ἁμαρτία, τόν διάβολο καί τόν θάνατο. Ὅλα τά τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας, ξεκινώντας ἀπό τήν τιμία Ἐσθήτα, ὑμνοῦν τό πρόσωπο τῆς Παναγίας.

Τό ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς ἀναφέρεται στήν Παναγία καί μεταξύ τῶν ἄλλων γράφει: «Ἐπί σοὶ γάρ καί φύσις καινοτομεῖται καί χρόνος», δηλαδή στήν Παναγία γίνεται κανούργια καί ἡ φύση καί ὁ χρόνος. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ φύση καί ὁ χρόνος, πού πολλές φορές βασανίζουν τόν ἄνθρωπο, ἀποκτοῦν ἄλλο νόημα, ὑπερβαίνονται ἐν Χάριτι Θεοῦ. Στήν Παναγία, μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα, διατηρήθηκε ἡ παρθενία της, ἔγινε μητέρα χωρίς νά χάση τήν παρθενία της, καί παραμένει ζωντανή στούς αἰώνας, ἀφοῦ κατά τήν παράδοση καί αὐτό τό σῶμα της μετέστη πρός τόν οὐρανό.

Ἀλλά στήν σημερινή ἑορτή βλέπουμε ὅτι ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἁγίασε τό σῶμα τῆς Παναγίας πέρασε καί στά ροῦχα πού φοροῦσε. Πράγματι, κατά τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, ἡ θεία Χάρη διά τῆς ψυχῆς διαπορθμεύεται στό σῶμα καί ἀπό ἐκεῖ προχέεται καί στά ροῦχα καί γενικά στήν ἄλογη φύση. Μέ αὐτόν τόν τρόπο δέν εἴμαστε εἰδωλολάτρες καί κτισματολάτρες, ἀλλά τιμοῦμε τήν ὕλη πού ἔχει τήν ἁγιοποιό ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι οἱ πιστοί, κατά τόν ἱερόν ὑμνογράφο, κατασπάζονται μέ πίστη τήν ἁγία Ἐσθήτα τῆς Παναγίας καί λαμβάνουν τήν Χάρη τοῦ Θεοῦ πού ἐνοικεῖ σέ αὐτήν.

Μέ τήν εὐκαιρία τῆς σημερινῆς ἑορτῆς θά πρέπη νά προσευχηθοῦμε νά μᾶς βάλη ἡ Παναγία μας κάτω ἀπό τήν ἁγία της Ἐσθήτα, τό ἁγιασμένο ἐπανωφόριό της, καί νά μᾶς προστατεύη ἀπό κάθε κακό.

( Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθέου)
http://fdathanasiou.wordpress.com/

Αγκάπη, αντελφέ, αγκάπη!


Σε τούτα τα μέρη δεν συχνάζει μόνο η αρκούδα.
Τριγυρνάει κι ένας Ρουμάνος “τρελοκαλόγερος”!
“Το φάντασμα”, τον φωνάζουν.
Ζει σαν αγρίμι κι έχει να τον δει άνθρωπος τουλάχιστον οχτώ μήνες…
Έφαγα τον τόπο να τον βρω.
Είναι να μην μου καρφωθεί κάτι στο μυαλό τελικά…
- Γέροντα, θέλω να σου ζητήσω μια χάρη.
- Προσεφγκηθώ γκια την πσιγκή σου… προσεφγκηθώ γκια την πσιγκή σου… σίγκουρα!
- Όχι, άλλο θέλω.
- Γκια λέγκε.
- Να λύσεις τα γένια σου να τα δω!
Γούρλωσε τα καταγάλανα μάτια του, αλλά υπάκουσε σα μικρό παιδί.
Σηκώθηκε όρθιος, ξεκούμπωσε τη δερμάτινη ζώνη του, έλυσε τη γενειάδα που την είχε τυλιγμένη γύρω απ’ τη μέση του και την άφησε λέφτερη.
Ήταν γύρω στο 1:80 ψηλός.
Η γενειάδα του πολύ πυκνή, ακουμπούσε σχεδόν στο έδαφος!
Με είδε να κοιτάω σα χάνος, μάζεψε στα γρήγορα τη γενειάδα κι έσπευσε να διευκρινίσει:
“Ντεν κάνουν τρίχες αγκιότητα… αγκάπη αντελφέ, αγκάπη!
Η φάση αυτή μου θύμισε κάτι που ‘χα διαβάσει παλιά.
Περνούσε κάποτε ο Σουλτάνος Μαχμούτ έφιππος έξω απ’ τον πατριαρχικό ναό της Κωνσταντινούπολης.
Τον κατέλαβε περιέργεια να περιεργαστεί το χριστιανικό ναό, ξεπέζεψε και μπήκε.
Τον υποδέχθηκε ο Πατριάρχης και τον ξενάγησε.
Ο Σουλτάνος έπιασε θεολογική συζήτηση προσπαθώντας ν’ αποδείξει το ψεύτικο της χριστιανικής πίστης.
Μορφωμένος άνθρωπος ο Πατριάρχης κι έμπειρος, του έδινε τις κατάλληλες απαντήσεις.
Κάποια στιγμή ο Μαχμούτ κοντοστέκεται μπροστά στις εικόνες των Αγίων Ονουφρίου και Πέτρου του Αθωνίτη.
“Ε, σ’ αυτό σίγουρα ψεύδεστε!”, είπε. “Πώς είναι δυνατόν να υπάρχει τέτοια γενειάδα;”.
Ο Πατριάρχης του είπε πως και σ’ αυτό λένε την αλήθεια οι Χριστιανοί και ότι υπήρχαν και στη σύγχρονη εποχή μοναχοί στ’ Αγιονόρος με τόσο μακριά γένεια.
Ο Σουλτάνος δεν το πίστεψε και διέταξε τον Πατριάρχη να του φέρει μπροστά του έναν απ’ αυτούς.
Πράγματι, έστειλε μήνυμα ο Πατριάρχης κι ένας μακρυγένης αγιονορείτης παρουσιάζεται μπροστά στο Σουλτάνο.
Ανεβαίνει όρθιος πάνω στο ντιβάνι, αμολάει την τούφα κι αυτή πέφτει στο πάτωμα και φτάνει μέχρι τα πόδια του Μαχμούτ.
Απίστευτο του φάνηκε του Οθωμανού και πιάνει μια τρίχα απ’ τη ρίζα και με τα δάχτυλά του την περιεργάζεται μέχρι την άκρη. Μετά και δεύτερη και τρίτη….
Η γενειάδα ήταν αληθινή!
ΠΗΓΗ.Απ’ το ημερολόγιο ενός προσκυνητή -Ιστολόγιο Σύ Είπας

http://fdathanasiou.wordpress.com/

Η παρεξηγημένη “Αγιότητα” (Του Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ιωάννου)


Αν ρωτήσει κανείς τυχαία τους ανθρώπους στον δρόμο τι αποτελεί κατά τη γνώμη τους «αγιότητα», η απάντηση που θα λάβει κατά κανόνα είναι περίπου η εξής: άγιος είναι εκείνος που δεν κάνει αμαρτίες, που τηρεί τον νόμο του Θεού, είναι ηθικός από κάθε άποψη, με μια φράση: «δεν αμαρτάνει». Σε ορισμένες περιπτώσεις στην έννοια της αγιότητας προστίθεται ένα στοιχείο και με χροιά μυστικισμού, σύμφωνα με την όποια άγιος είναι εκείνος που έχει εσωτερικά βιώματα, επικοινωνεί με το «θείον», περιέρχεται σε έκσταση και βλέπει πράγματα που δεν τα βλέπουν οι άλλοι άνθρωποι, με λίγα λόγια ζει υπερφυσικές καταστάσεις και ενεργεί υπερφυσικές πράξεις.

Έτσι η έννοια της αγιότητας φαίνεται να συνδέεται στη σκέψη των ανθρώπων με κριτήρια ηθικολογικά και ψυχολογικά. Όσο πιο ενάρετος είναι κανείς, τόσο πιο άγιος είναι. Και όσο πιο χαρισματικός είναι κάποιος και επιδεικνύει ικανότητες που δεν τις έχουν συνήθως οι άνθρωποι (όπως να διαβάζει τη σκέψη μας, να προβλέπει το μέλλον μας κ.λπ.), τόσο περισσότερο μας κάνει να τον θεωρούμε «άγιο». Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα: όταν διαπιστώσουμε κάποιο ελάττωμα στον χαρακτήρα ή τη συμπεριφορά κάποιου (ότι τρώει πολύ, θυμώνει κ.λπ.), τότε τον διαγράφουμε από τους «αγίους». Ή αν δεν εκδηλώσει υπερφυσικές ικανότητες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μας ξενίζει και η σκέψη ακόμη ότι θα μπορούσε κάποιος να είναι άγιος.

Η κοινή και διαδεδομένη αυτή αντίληψη για την αγιότητα δημιουργεί ορισμένα βασικά ερωτηματικά, όταν τη θέσουμε στο φως του Ευαγγελίου, της πίστεως και της παραδόσεώς μας. Ας αναφέρουμε μερικά από αυτά:

1. Αν η αγιότητα συνίσταται κυρίως στην τήρηση των ηθικών αρχών, τότε γιατί ο Φαρισαίος κατακρίθηκε από τον Κύριο, ενώ δικαιώθηκε ο Τελώνης  στη γνωστή σε όλους μας παραβολή; Συνηθίζουμε να αποκαλούμε τον Φαρισαίο «υποκριτή», αλλά στην πραγματικότητα δεν έλεγε ψέματα, όταν ισχυριζόταν ότι τηρούσε πιστά τον Νόμο, ότι έδινε το 1/10 της περιουσίας του στους πτωχούς και ότι τίποτε από όσα του ζητούσε ο Θεός ως πιστός Ιουδαίος δεν παρέλειπε να εφαρμόσει. Όπως επίσης δεν έλεγε ψέματα όταν χαρακτήριζε τον τελώνη αμαρτωλό – όπως και ο τελώνης τον εαυτό του – γιατί πράγματι ο τελώνης ήταν άδικος και παραβάτης των ηθικών κανόνων.

2. Παρόμοιο ερώτημα προκύπτει και από τη χρήση του όρου «άγιος» από τον Απόστολο Παύλο στις επιστολές του. Απευθυνόμενος στους χριστιανούς της Κορίνθου, της Θεσσαλονίκης, της Γαλατίας κ.λπ., ο Παύλος τους καλεί «αγίους». Στη συνέχεια όμως των επιστολών αυτών κατονομάζει μύρια όσα ηθικά ελαττώματα των χριστιανών αυτών, τα οποία και επικρίνει δριμύτατα. Στην προς Γαλάτας μάλιστα επιστολή φαίνεται ότι η ηθική κατάσταση των εκεί «αγίων» ήταν τόσο απογοητευτική, ώστε να αναγκάζεται ο Παύλος να τους γράψει: «ει γαρ αλλήλους δάκνετε και κατεσθίετε, βλέπετε μη υπ’ αλλήλων αναλωθείτε»! Πώς συμβαίνει να καλούνται οι πρώτοι χριστιανοί «άγιοι», όταν είναι βέβαιο ότι η καθημερινή τους ζωή δεν ήταν σύμφωνη με τις επιταγές της ίδιας της πίστεώς τους; Θα διανοείτο άραγε κανείς στις μέρες μας να καλούσε «άγιον» έναν από τους χριστιανούς;

3. Αν η αγιότητα συνδέεται με υπερφυσικά χαρίσματα, τότε θα μπορούσε να την αναζητήσει και να τη βρει κανείς και έξω από την Εκκλησία. Είναι γνωστό ότι και τα πονηρά πνεύματα ενεργούν υπερφυσικές πράξεις. Οι άγιοι δεν είναι μάντεις και φακίρηδες, ούτε κρίνεται η αγιότητα τους από τέτοια «χαρίσματα». Υπάρχουν άγιοι της Εκκλησίας μας για τους οποίους δεν αναφέρονται θαύματα, ενώ υπήρξαν θαυματοποιοί, οι οποίοι ποτέ δεν αναγνωρίστηκαν ως άγιοι. Είναι, σχετικά, πολύ ενδιαφέροντα όσα γράφει ο Απόστολος Παύλος στην Α’ επιστολή του προς τους Κορινθίους, οι οποίοι, όπως πολλοί σήμερα, εντυπωσιάζονταν από υπερφυσικές ενέργειες: «και εάν έχω πίστιν ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί». Το να διατάξεις ένα βουνό να μετακινηθεί, είχε πει ο Κύριος ότι είναι δυνατόν, αν έχεις πίστη «ως κόκκον σινάπεως». Δεν είναι όμως από μόνο του δείγμα αγιότητας, δεν είναι τίποτα «ουδέν», αν δεν υπάρχει η προϋπόθεση της αγάπης, κάτι δηλαδή που οποιοσδήποτε άνθρωπος χωρίς θαυματουργικές ικανότητες μπορεί να έχει. Θαυματουργία και αγιότητα δεν ταυτίζονται, ούτε συνυπάρχουν κατ’ ανάγκη.

4. Παρόμοια ερωτηματικά δημιουργούνται από τη σύνδεση της αγιότητας με ασυνήθεις και «μυστικές» ψυχολογικές εμπειρίες. Πολλοί ανατρέχουν σήμερα στις ανατολικές θρησκείες για να συναντήσουν εξαϋλωμένους «γκουρού», ανθρώπους εξαίρετης αυτοπειθαρχίας, ασκήσεως και προσευχής. Η Εκκλησία μας δεν τους θεωρεί αυτούς αγίους, όσο βαθιές και υπερφυσικές και αν είναι οι εμπειρίες τους, και όσο σπουδαία και αν είναι η αρετή τους.

Έτσι τελικά τίθεται το ερώτημα: υπάρχουν άγιοι εκτός της Εκκλησίας; Αν η λέξη «άγιος» σημαίνει αυτό που γενικά ο κόσμος νομίζει και που περιγράφουμε πιο πάνω (δηλαδή ηθικός βίος, υπερφυσικά χαρίσματα και υπερφυσικές εμπειρίες), τότε πρέπει να ομολογήσουμε ότι υπάρχουν άγιοι και εκτός της Εκκλησίας (Ίσως μάλιστα συχνότερα εκτός παρά εντός). Αν πάλι θελήσουμε να πούμε ότι η αγιότητα είναι δυνατή μόνο στην Εκκλησία, τότε πρέπει να αναζητήσουμε το νόημα της αγιότητας πέρα από τα κριτήρια που αναφέρουμε πιο πάνω, πέρα δηλαδή από την ηθική τελειότητα και τις υπερφυσικές δυνάμεις και εμπειρίες.

Ας δούμε, λοιπόν, πώς αντιλαμβάνεται ή Εκκλησία μας την αγιότητα.
 Ο όρος «άγιος» έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Η ρίζα της λέξεως στην ελληνική γλώσσα είναι το αγ-, από το οποίο παράγονται μια σειρά από όρους, όπως το αγνός, το άγος κ.λπ. Τη βαθύτερη σημασία της ρίζας αυτής την κρατάει το ρήμα άζεσθαι, που σημαίνει το δέος σε μια απόκρυφη και φοβερή δύναμη (Αισχύλου, Ευμ. 384 κ. έ.), το σέβας προς τον φορέα της Δύναμης (Ομήρου, Οδύσ. 9,200 κ. έ.) κ.λπ. Έτσι στον αρχαίο ελληνισμό η αγιότητα συνδέεται με τη δύναμη, με αυτό που ο Otto αποκαλεί mysterium fascinosum et tremendum – αυτό που προκαλεί ταυτόχρονα έλξη και φόβο.

Στην Παλαιά Διαθήκη η σημιτική λέξη, που μεταφράζεται από τους Εβδομήκοντα με το «άγιος» είναι το godes, που συγγενεύει με την ασσυριακή kuddushu, και που δηλώνει «κόβω, χωρίζω», διακρίνω ριζικά, καθαιρώ (εξ ου και η σύνδεση με την καθαρότητα και αγνότητα). Τα άγια πράγματα είναι αυτά που τα ξεχωρίζει κανείς από τα υπόλοιπα – κυρίως στη λατρεία – και τα αφιερώνει στον Θεό.

Έτσι η Αγία Γραφή προχωρεί πέρα από την ψυχολογική σημασία που συναντούμε στους αρχαίους Έλληνες (το δέος, τον φόβο, τον σεβασμό προς μια ανώτερη δύναμη) και συνδέει την έννοια του «αγίου» με την απόλυτη ετερότητα, το απολύτως Άλλο, πράγμα που τελικά οδηγεί την Αγία Γραφή στην ταύτιση του «αγίου» με τον ίδιο τον Θεό, στην απόλυτη υπερβατικότητα σε σχέση με τον κόσμο. Άγιος είναι μόνο ο Θεός, και απ’ Αυτόν και μόνο και τη σχέση μαζί Του πηγάζει κάθε αγιότητα. Για να δηλωθεί μάλιστα με έμφαση η πίστη αυτή στην Παλαιά Διαθήκη (Ησαΐας, ο προφήτης της αγιότητας του Θεού) καλεί τον Θεό τρεις φορές άγιο: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, που σημαίνει στη μορφή του εβραϊσμού, της τριπλής επαναλήψεως, απείρως άγιος (πρβ. το 777 και το αντίθετό του 666, για το οποίο τόσος λόγος και τόσος τρόμος γίνεται σήμερα).

Συνεπώς για την Αγία Γραφή η αγιότητα ταυτίζεται με τον Θεό και όχι με τον άνθρωπο ή τα ιερά πράγματα, όπως στον αρχαίο Ελληνισμό, γίνεται πρόσωπο, και μάλιστα στους Πατέρες της Εκκλησίας ταυτίζεται με την Αγία Τριάδα, με την οποία οι Πατέρες ταυτίζονται και το τρεις φορές άγιος τού Προφήτη Ησαΐα.Η αγιότητα, συνεπώς, για τη χριστιανική πίστη δεν είναι ανθρωποκεντρική, αλλά θεοκεντρική, και δεν εξαρτάται από τα ηθικά επιτεύγματα του ανθρώπου, όσο σπουδαία και αν είναι αυτά, αλλά από τη δόξα και τη χάρη του Θεού, από τον βαθμό της προσωπικής σχέσεώς μας με τον προσωπικό Θεό. (Για τον λόγο αυτό και η Θεοτόκος ονομάζεται «Παναγία» ή και «Υπεραγία» - όχι για τις αρετές Της, αλλά γιατί αυτή, περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο, ενώθηκε προσωπικά με τον άγιο Θεό δίνοντας σάρκα και αίμα στον Υιό του Θεού).

Η αγιότητα λοιπόν δεν είναι για την Εκκλησία ατομικό κτήμα κανενός, όσο «άγιος» κι αν είναι κανείς στη ζωή του, αλλά θέμα σχέσεως προσωπικής με τον Θεό. Ο Θεός κατά την ελεύθερη βούλησή Του αγιάζει όποιον Εκείνος θέλει, χωρίς να εξαρτάται ο αγιασμός από κάτι άλλο, παρά μόνο από την ελεύθερη θέληση του αγιασμένου. Όπως τονίζει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, οι άνθρωποι δεν συνεισφέρουμε τίποτε άλλο εκτός από την προαίρεσή μας, χωρίς την οποία ο Θεός δεν ενεργεί, ο δε κόπος και η άσκησή μας δεν παράγει ως αποτέλεσμα την αγιότητά μας, αφού μπορούν να αποδειχθούν σκύβαλο χωρίς καμιά αξία.

Αυτή η ταύτιση της αγιότητας με τον ίδιο τον Θεό, στη χριστιανική πίστη οδηγεί στη σύνδεσή της με την ίδια τη δόξα του Θεού. Αγιότητα σημαίνει πλέον το να δοξασθεί ο Θεός από όλο τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι ως πρώτο αίτημα της Κυριακάτικης προσευχής δεν είναι άλλο από το «αγιασθήτω το όνομά Σου». Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι η προσευχή αυτή είναι εσχατολογική, δηλαδή αναφέρεται στην τελική κατάσταση του κόσμου, είναι σαφές ότι αυτό που ζητούμε στο «Πάτερ ημών» είναι να δοξασθεί ο Θεός από όλο τον κόσμο, να έλθει η στιγμή που όλος ο κόσμος  θα πει μαζί με τα Χερουβείμ αυτό που είδε και άκουσε ο Ησαΐας στο όραμά του: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου! ωσαννά εν τοις υψίστοις».

Οι άγιοι δεν επιζητούν τη δική τους δόξα, αλλά τη δόξα του Θεού. Ο Θεός δοξάζει τους αγίους, όχι με τη δική τους δόξα, αλλά με την ίδια Του τη δόξα. Οι άγιοι αγιάζονται και δοξάζονται όχι με μια αγιότητα και μια δόξα που πηγάζει από μέσα τους, αλλά με την αγιότητα και τη δόξα του ίδιου του Θεού (πρβ. βυζαντινή αγιογραφία – χρήση φωτός απ’ έξω προς τα έσω κ.λπ.). Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη θέωση των αγίων.

Όπως αποσαφηνίστηκε κατά τις ησυχαστικές έριδες του 14ου αιώνα, σε αντίθεση προς τη δυτική θεολογία, η οποία έκανε λόγο για «κτιστή» χάρη, δηλαδή χάρη και δόξα που ανήκει στην ίδια τη φύση των ανθρώπων δοσμένη από τον Θεό κατά τη δημιουργία, η Ορθόδοξη θεολογία, όπως την ανέπτυξε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και οι άλλοι ησυχαστές των χρόνων εκείνων, αντιλαμβάνεται το φως που βλέπουν οι άγιοι και τη δόξα που τους περιβάλλει ως «άκτιστες» ενέργειες του Θεού, δηλαδή ως το φως και τη δόξα αυτού του ίδιου τού Θεού. Ο πραγματικός άγιος, είναι εκείνος που δεν επιζητεί με κανένα τρόπο τη δική του δόξα, αλλά μόνο τη δόξα του Θεού. Όταν επιζητεί κανείς τη δική του δόξα, χάνει την αγιότητά του, γιατί σε τελική ανάλυση δεν υπάρχει άλλος άγιος εκτός από τον Θεό. Αγιότητα σημαίνει μετοχή και κοινωνία στην αγιότητα του Θεού – αυτό σημαίνει άλλωστε θέωση. Κάθε αγιότητα που στηρίζεται στις αρετές μας, στην ηθική μας, στα προσόντα μας, στην άσκησή μας κ.λπ. είναι δαιμονική, και δεν έχει καμιά σχέση με την αγιότητα της Εκκλησίας μας. Από τις παρατηρήσεις αυτές γίνεται φανερό γιατί η κατ’ εξοχήν πηγή της αγιότητας βρίσκεται στη Θεία Ευχαριστία. Ας αναλύσουμε κάπως τη θέση αυτή.

Είπαμε ότι δεν υπάρχει άλλη αγιότητα από εκείνη του Θεού, και ότι οι άγιοι δεν διαθέτουν δική τους αγιότητα, αλλά μετέχουν στην αγιότητα του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι στην Εκκλησία δεν έχουμε αγίους, παρά μόνον με την έννοια των ηγιασμένων.

Όταν τον 4ο αιώνα μ.Χ. γίνονταν συζητήσεις σχετικά με τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, το κύριο επιχείρημα του αγίου Αθανασίου, για να αποδείξει ότι το Άγιο Πνεύμα είναι Θεός και όχι κτίσμα, ήταν ότι το Άγιο Πνεύμα δεν αγιάζεται, αλλά μόνον αγιάζει. Αν αγιαζόταν, θα ήταν κτίσμα, διότι τα κτίσματα, και συνεπώς και οι άνθρωποι, δεν αγιάζουν, αλλά αγιάζονται. Ο Χριστός στην αρχιερατική προσευχή Του, που διασώζεται στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο και την ακούμε στο πρώτο από τα «δώδεκα Ευαγγέλια» της Μ. Πέμπτης, λέγει τη βαρυσήμαντη φράση προς τον Πατέρα: «υπέρ αυτών (των μαθητών και των ανθρώπων, κατ’ επέκταση) εγώ αγιάζω εμαυτόν, ίνα και αυτοί ώσιν ηγιασμένοι εν αληθεία». Τα λόγια αυτά λέγονται λίγο πριν από το Πάθος και σε σχέση με τον Μυστικό Δείπνο, έχουν δε ευχαριστιακό νόημα: ο Χριστός με τη θυσία Του αγιάζει ο ίδιος (ως Θεός) τον εαυτό Του (ως άνθρωπος) για ν’ αγιασθούμε εμείς κοινωνώντας το σώμα και το αίμα Του. Με τη συμμετοχή μας στη Θεία Ευχαριστία αγιαζόμεθα, δηλαδή γινόμαστε άγιοι κοινωνώντας με τον έναν και μόνον άγιο, τον Χριστό.

Ίσως δεν υπάρχει πιο αποκαλυπτικό σημείο της ζωής του χριστιανού του τι είναι αγιότητα, από την εκφώνηση του ιερέως, όταν υψώνει το Τίμιο Σώμα λίγο πριν από τη Θ. Κοινωνία: «τα άγια τοις αγίοις», δηλαδή το Σώμα του Χριστού και το Αίμα Του είναι άγια και προσφέρονται στους «άγιους», τα μέλη της Εκκλησίας προς κοινωνίαν. Η απάντηση του λαού στην εκφώνηση αυτή είναι συγκλονιστική, και συνοψίζει όσα είπαμε πιο πάνω: «εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός». Ένας είναι μόνον άγιος, ο Χριστός – εμείς είμαστε αμαρτωλοί – και η αγιότητά Του, στην οποία καλούμεθα να συμμετάσχουμε και εμείς οι αμαρτωλοί, δεν αποβλέπει σε τίποτε άλλο από τη δόξα τού Θεού (εις δόξαν Θεού Πατρός). Την ώρα εκείνη η Εκκλησία βιώνει την αγιότητα στο αποκορύφωμά της. Με την ομολογία «εις άγιος», κάθε αρετή μας και κάθε αξία μας εκμηδενίζονται μπροστά στην αγιότητα του μόνου άγιου. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να προσερχώμεθα στη Θ. Κοινωνία χωρίς προπαρασκευή και αγώνα για την άξια προσέλευσή μας. Σημαίνει όμως ότι όσο και αν προετοιμαστούμε, δεν γινόμαστε άγιοι προτού κοινωνήσουμε. Η αγιότητα δεν προηγείται της ευχαριστιακής κοινωνίας, αλλ’ έπεται. Αν είμαστε άγιοι πριν κοινωνήσουμε, τότε προς τι η Θ. Κοινωνία; Μόνον η μετοχή στην αγιότητα του Θεού μας αγιάζει, και αυτό είναι που μας προσφέρει η Θ. Κοινωνία. Από την παρατήρηση αυτή πηγάζει μια σειρά από αλήθειες που έχουν σχέση με το θέμα μας.

Η πρώτη είναι ότι κατανοούμε με τον τρόπο αυτό γιατί, όπως αναφέραμε στην αρχή της ομιλίας μας, στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου όλα τα μέλη της Εκκλησίας καλούνται «άγιοι», παρά το ότι δεν χαρακτηρίζονται από ηθική τελειότητα. Εφ’ όσον αγιότητα για τους ανθρώπους σημαίνει μετοχή στην αγιότητα του Θεού, όπως αυτή προσφέρεται από τον Χριστό, ο Οποίος υπέρ ημών αγιάζει εαυτόν με τη θυσία Του, όλα τα μέλη της Εκκλησίας, που μετέχουν στον αγιασμό αυτό μπορούν να καλούνται «άγιοι».

Με την ίδια «λογική», στη γλώσσα της Εκκλησίας ήδη από τους πρώτους αιώνες και τα στοιχεία της Ευχαριστίας έλαβαν το όνομα «τα άγια» (πρβ. τα άγια τοις αγίοις»), παρά το ότι από τη φύση τους δεν είναι άγια. Και με την ίδια αιτιολογία η Εκκλησία πολύ νωρίς επίσης απένειμε τον τίτλο «άγιος» στους επισκόπους. Πολλοί σκανδαλίζονται σήμερα όταν λέμε «ο άγιος δείνα» (ένας δημοσιογράφος που είχε ως κύριο έργο του να προβάλλει σκάνδαλα επισκόπων, είχε καθιερώσει τη γραφή ο άγιος – εντός εισαγωγικών – δείνα. Πλήρης άγνοια της σημασίας του όρου άγιος).Ο Επίσκοπος  καλείται κατ’ αυτόν τον τρόπο όχι για τις αρετές του, αλλά γιατί εικονίζει στη Θ. Ευχαριστία τον μόνον άγιο, ως εικών του Χριστού και ως καθήμενος εις τόπον και τύπον Θεού, κατά τον άγιο Ιγνάτιο. Η θέση του επισκόπου στη Θ. Ευχαριστία είναι εκείνη που δικαιολογεί τον τίτλο «άγιος». Ο Ορθόδοξος λαός, πριν υποστεί τη διάβρωση του ευσεβισμού   δεν είχε καμία δυσκολία να χρησιμοποιεί τη γλώσσα του εικονισμού, και βλέπει τον ίδιο τον Χριστό στο πρόσωπο εκείνου, που τον εικονίζει μέσα στη Θ. Λειτουργία, δηλαδή στον επίσκοπο.

Έτσι η Θ. Ευχαριστία είναι η κατ’ εξοχήν «κοινωνία αγίων». Σ’ αυτήν αποβλέπει η άσκηση των οσίων, η οποία δεν είναι ποτέ σκοπός, αλλά μέσο προς τον σκοπό, που είναι η ευχαριστιακή κοινωνία. Το σημείο αυτό λησμονείται και παραβλέπεται από πολλούς σύγχρονους θεολόγους, ακόμα και Ορθοδόξους, οι οποίοι, ιδιαίτερα στις μέρες μας, τείνουν να ταυτίσουν την αγιότητα με την άσκηση.

Η περίπτωση της οσίας Μαρίας της Αιγύπτιας όμως είναι εύγλωττη. Επί σαράντα χρόνια ασκήθηκε σκληρά για να καθαρθεί από τα πάθη, αλλά όταν κοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων από τον άγιο, τότε ετελεύτησε τον βίο έχοντας αγιασθεί. Ο σκοπός της ασκήσεώς της ήταν η ευχαριστιακή κοινωνία. Θα ήταν αγία η οσία Μαρία, αν είχε καθαρθεί από τα πάθη αλλά δεν είχε κοινωνήσει; Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική.

Αλλά η Θ. Ευχαριστία είναι το αποκορύφωμα του αγιασμού, όχι μόνο γιατί αυτή προσφέρει στον άνθρωπο την τελειότερη και πληρέστερη ένωση (σωματική και πνευματική) με τον μόνον άγιο, αλλά και διότι αποτελεί τον πιο τέλειο εικονισμό της Βασιλείας τού Θεού, δηλαδή της καταστάσεως εκείνης, στην οποία θα αγιάζεται και θα δοξάζεται από όλη την κτίση αιώνια και αδιάκοπα ο «άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαβαώθ».


Από το βιβλίο «Αγιότητα, ένα λησμονημένο όραμα», εκδ. Ακρίτας.
ΠΗΓΗ: περιοδικό ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, αρ. φύλλου 187 – Νοέμβριος 2007 – σελ: 2-7.
Αναδημοσίευση από το μπλογκ: ΜΑΝΙΤΑΡΙ ΤΟΥ ΒΟΥΝΟΥ.
http://fdathanasiou.wordpress.com

ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΔΗ ΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΑ


῾Ο Γέροντας ἀξημέρωτα ἀκόμη ἄνοιξε τήν πόρτα τοῦ καθολικοῦ. Τό σκοτάδι ἦταν ἀκόμη πηχτό, ἀλλά αὐτό δέν τόν ἐμπόδισε νά προχωρήσει καί νά φτάσει στό ἅγιο βῆμα. ῎Ηξερε κάθε πατημασιά, κάθε κρυφή γωνιά τοῦ μικροῦ μοναστηριοῦ του. Χρόνια βρισκόταν καί ὑπηρετοῦσε στό μικρό καί ταπεινό μοναστηράκι τῶν ἁγίων ᾽Αναργύρων, πού ἀπεῖχε λίγη ὥρα ἀπό τό σκαρφαλωμένο πάνω στό βουνό χωριό τῆς περιοχῆς. Λιγοστοί οἱ κάτοικοί του, εὐλαβεῖς καί πιστοί ὅμως στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ, οἱ ὁποῖοι δέν δίσταζαν μέ κάθε καιρό νά ἀνεβαίνουν στούς ἁγίους καί νά λειτουργοῦνται ἀπό τόν ἀγαπημένο τους Γέροντα. Θεωροῦσαν μεγάλη εὐλογία τό γεγονός ὅτι παρ᾽ ὅλην τήν ἐγκατάλειψή τους ἀπό τήν Πολιτεία εἶχαν τό μοναστήρι καί τόν Γέροντα, ἔστω καί μόνο του.

 ῾῾Ο Θεός καί οἱ ἅγιοι ἀνάργυροι Κοσμᾶς καί Δαμιανός τουλάχιστον δέν μᾶς ἔχουν ἀφήσει ποτέ ἀβοήθητους᾽, ἔλεγαν καί ξανάλεγαν μέ εὐγνωμοσύνη. ῾Σ᾽ ἐμᾶς δέν ἰσχύει αὐτό πού λένε: ἀπ᾽ τόν Θεό κι ἀπ᾽ τούς ἀνθρώπους ξεγραμμένοι. ᾽Απ᾽ τούς ἀνθρώπους, ναί! ῎Οχι ὅμως ἀπό τόν Θεό!᾽

Γι᾽ αὐτό καί εἶχαν κανονίσει ἐκ περιτροπῆς νά ἀνεβαίνουν καί νά βοηθοῦν τόν Γέροντα στήν καθαριότητα τοῦ χώρου, ἐνῶ ὁ κυρ-Κωστῆς, πού διατηροῦσε ἕνα μικρό καφενέ ἀπό παλιά στό χωριό κι εἶχε μάθει ἀπό τόν παπποῦ του μερικά ψαλτικά, ἐκτελοῦσε χρέη νεωκόρου καί ψάλτη. Μπορεῖ νά μήν ἤξερε τά σημαδάκια τῶν βιβλίων τῆς ψαλτικῆς, ἀλλά τά κατάφερνε μιά χαρά στίς διάφορες ἀκολουθίες, τούς ἑσπερινούς καί τίς θεῖες λειτουργίες.

Πολλές φορές βέβαια εἶχε παραξενευτεῖ ἀπό τήν στάση τοῦ Γέροντα. Σάν νά ἀφαιρεῖτο κάποιες στιγμές τήν ὥρα τῆς Λειτουργίας, σάν νά μιλοῦσε ἄλλοτε μέ κάποιους, τότε πού ἑτοίμαζε τήν προσκομιδή. 

῾Γέροντα, τί λές; Μέ ποιούς μιλᾶς;᾽ εἶχε τολμήσει κάποια φορά νά τόν ρωτήσει. 
῾Μά, μέ τούς ἀγγέλους, παιδί μου᾽, τοῦ ᾽χε ἀπαντήσει ὁ ἁπλοϊκός Γέροντας, σάν νά τοῦ ἔλεγε τό πιό φυσικό πράγμα τοῦ κόσμου.
 ῾Εἶναι δυνατόν νά λειτουργοῦμε τόν Κύριο, νά ἔρχεται ὁ ῎Ιδιος καί νά μᾶς δίνει τό σῶμα καί τό ἅγιο αἷμα Του, καί νά μή συνοδεύεται ἀπό τούς ἁγίους ὑπηρέτες Του, τούς ἀγγέλους καί ὅλους τούς ἁγίους;  Δέν λέμε στήν Λειτουργία ὅτι παρευρίσκονται χιλιάδες ἄγγελοι καί ἀρχάγγελοι, δυνάμεις, ἐξουσίες, πολυόμματα, πτερωτά; ῎Ε, μ᾽ αὐτούς μιλάω᾽.

῾Ο κυρ-Κωστῆς κρατοῦσε μία ῾πισινή᾽ στά λόγια αὐτά τοῦ καλόγερου. Μπορεῖ νά ἦταν πιστός ἄνθρωπος, ἀλλά δέν ἦταν ἐντελῶς πρόθυμος νά ἀκολουθήσει τήν λογική τοῦ καλοῦ Γέροντα, ὁ ὁποῖος στό κάτω-κάτω δέν διακρινόταν καί γιά τήν μόρφωσή του. 


῎Ηξερε ὅτι ἀπό μικρό παιδί ὁ Γέροντας εἶχε ἀφιερωθεῖ στόν Θεό, ἀλλά γράμματα ἰδιαίτερα δέν εἶχε μάθει. Κι ἀπ᾽ ὅ,τι εἶχε ἀκουστεῖ τά ἐκκλησιαστικά γράμματα τά εἶχε μάθει ἀπό ἀνθρώπους ἀμφίβολης χριστιανικῆς πίστης. Κάποιοι λέγανε ὅτι αἱρετικοί τόν δίδαξαν τά τῆς Θείας Λειτουργίας. ᾽Αλλά κι ὁ κυρ-Κωστῆς ὀλιγογράμματος ὅπως ἦταν δέν μποροῦσε νά καταλάβει ἀκριβῶς ποιά ἦταν ἡ ἀλήθεια. 

᾽Εκεῖνο πού γνώριζε ὅμως πολύ καλά καί χωρίς ἀμφιβολία, κι αὐτός καί ὅλοι στό χωριό, ἦταν ἡ ἁγία βιοτή τοῦ παπᾶ τους. ῎Α, ὅλα κι ὅλα, μπορεῖ ὁ Γέροντας νά μήν ἤξερε πολλά γράμματα, εἶχε ὅμως φόβο Θεοῦ καί μεγάλη εὐλάβεια γιά τήν πίστη. Τό ᾽βλεπες ὅταν λειτουργοῦσε, ὅταν προσευχόταν. Καί δέν μιλᾶμε γιά τίς ἐλεημοσύνες πού ἔκανε. ῾Ο ἴδιος ἔτρωγε ἐλάχιστα, ἤτανε ὀλιγαρκής σέ ὅλα του, κι ὅ,τι τοῦ ἔφερναν τό μοίραζε στούς ἀναγκεμένους χωρίς νά τό διατυμπανίζει. Δέν ἦταν λίγες οἱ φορές πού ἀπό τό πουθενά οἱ φτωχοί ἄνθρωποι ἔβρισκαν στήν πόρτα τους αὐτό πού τούς ἔλειπε, ἀλλά ξέρανε ὅτι αὐτό προερχόταν ἀπό τόν Γέροντά τους. Δέν ἦταν τυχαῖο λοιπόν ὅτι ὅλοι πιά τόν πίστευαν καί τόν εἶχαν γιά ἅγιο. 
῾᾽Αλλά νά βλέπει καί νά μιλάει μέ ἀγγέλους;᾽ σιγομουρμούριζε ὁ κυρ-Κωστῆς. ῾Αὐτό μᾶλλον παραπάει...᾽. 

῾Ο Γέροντας ἄναψε τά καντήλια. ῎Εκανε πολλές στρωτές μετάνοιες, φίλησε τίς εἰκόνες, πῆρε καιρό. ῾Δόξα Σοι ὁ Θεός᾽, ῾Κύριε, ἐλέησον᾽, ψέλλιζε διαρκῶς. 

Μέχρι νά ᾽ρθεῖ ὁ νεωκόρος φόρεσε τήν στολή του, λέγοντας τήν συγκεκριμένη εὐχή γιά κάθε ἄμφιο, καί ξεκίνησε τήν προσκομιδή γιά τήν λειτουργία τοῦ Σαββάτου. Κάθε Σάββατο καί Κυριακή ὅλον τόν χρόνο λειτουργοῦσε. Πέρα ἀπό τίς ἄλλες γιορτές. ῾Ο κόσμος, ὅσο μποροῦσε, ἀνταποκρινόταν. ῎Εβλεπε κι ἔνιωθε ὅτι στό μοναστηράκι αὐτό ἡ Θεία Λειτουργία ἦταν κάτι ἄλλο. Σάν νά κατέβαινε ὁ οὐρανός στήν γῆ. 

῾Εὐλογητός ὁ Θεός ἡμῶν πάντοτε νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων᾽, πῆρε νά λέει ὁ Γέροντας κι ἄρχισε νά λέει ὅ,τι εἶχε μάθει γιά τήν ἀκολουθία τῆς Προσκομιδῆς. 

Κοίταξε στό ἡμίφως τῶν κεριῶν δεξιά καί ἀριστερά του. ῾Δόξα Σοι ὁ Θεός᾽, ψιθύρισε μέ εὐγνωμοσύνη. ῾῞Αγιοι ἄγγελοι πρεσβεύσατε καί ὑπέρ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ᾽, ἔκανε μία κίνηση προσκύνησης βλέποντας τούς ἁγίους ἀγγέλους πού παρευρίσκονταν κάθε φορά πού ξεκινοῦσε τήν ἁγία τελετή, ἀλλά καί μετέπειτα στήν ὅλη ἀκολουθία. 

Ξάφνου ἄκουσε βήματα καί κάτι σάν συζήτηση ἔξω ἀπό τό ἱερό πού τόν παραξένεψαν. ῾Γέροντα,  τήν εὐχή σου. ῾Ο Κωστῆς εἶμαι, ἀλλά ὄχι μόνος᾽, εἶπε ψιθυριστά ὁ νεωκόρος καί ψάλτης, ὁ ὁποῖος καί αὐτός εἶχε μάθει καί ἀκολουθοῦσε τό ὡράριο τοῦ Γέροντα.  ῾῎Εχει ἔλθει κι ἕνας παπᾶς ξένος μαζί μέ κάποιους ἄλλους καί περιμένει ἔξω ἀπό τό ἱερό᾽, συνέχισε, κατεβάζοντας ἀκόμη περισσότερο τόν τόνο τῆς φωνῆς του καί πλησιάζοντας τόν Γέροντα γιά νά φιλήσει τό χέρι του. ῾Νά τοῦ πῶ νά μπεῖ μέσα; Δέν μοιάζει χωριατόπαπας κι οὔτε τόν ἔχω ματαδεῖ. Ποιός ξέρει ἀπό ποιά πόλη ἦρθε καί πῶς ξέπεσε κατά δῶ;᾽ 
῾Πές του, παιδί μου, νά περάσει. Οἱ ἱερεῖς στό ἅγιο βῆμα μπαίνουν καί προσκυνοῦν᾽. 

῾Ο παπᾶς ἦταν ἕνας νεαρός διάκος πού εἶχε ἔρθει μέ κάποιους προσκυνητές, γιατί εἶχε μάθει ὅτι ὑπάρχει αὐτό τό μοναστηράκι τῶν ἁγίων ᾽Αναργύρων, τό ὁποῖο σημειωτέον ἐκτός ἀπό τήν πνευματική του προσφορά εἶχε νά προσφέρει καί μία καταπληκτικοῦ κάλλους φυσική ὀμορφιά.  Βρισκόταν ἀνάμεσα σέ λυγερόκορμα δέντρα, μέσα σέ πλούσια βλάστηση, πού τά πτηνά τοῦ οὐρανοῦ ἔβρισκαν καταφύγιο, δοξολογώντας τόν Θεό μέ τό ἀδιάκοπο τιτίβισμά τους. Θέλησαν λοιπόν νά προσκυνήσουν τούς ἁγίους καί νά ἀπολαύσουν τήν φύση τοῦ Θεοῦ, καί μέ τήν εὐκαιρία νά λειτουργηθοῦν, μιά καί ἦταν Σάββατο. 

῾Παιδί μου, νά μέ συμπαθᾶς᾽ εἶπε ὁ Γέροντας στόν νεαρό διάκο. ῾Θά τά ποῦμε ἀργότερα, στό τέλος᾽. 

῾Ο Γέροντας συνέχισε τήν προσκομιδή μέχρι νά ἔλθει ἡ ὥρα νά βάλει ῾εὐλογητό᾽ γιά τόν ὄρθρο. ῾Ο διάκος στεκόταν πλάϊ του στό μικρό ἱερό καί παρακολουθοῦσε μέ προσοχή τήν ὅλη τελετή. ῾Η μορφή τοῦ Γέροντα τόν εἶχε ἐντυπωσιάσει. Τοῦ εἶχαν μιλήσει γιά τήν ἁγιότητά του, ἀλλά τό διεπίστωνε κι ὁ ἴδιος. Στό βλέμμα τοῦ ἁπλοῦ αὐτοῦ καλόγερου ἔβλεπε μιά ὑπερκοσμιότητα πού δέν εἶχε ξαναδεῖ σέ ἄλλους ἱερεῖς. 

῾Μά..., Γέροντα, συγγνώμη πού ἐπεμβαίνω, μέ ὅλο τό θάρρος...᾽, διέκοψε τήν τελετή κάποια στιγμή μέ συστολή καί μεγάλη σεμνότητα ὁ διάκος. Εἶχε παλέψει νά μή μιλήσει, ἀλλά ἡ συνείδησή του τόν ἔκανε νά ξεπεράσει τόν δισταγμό του. ῾Δέν θά ἔλεγα τίποτε, ἀλλά αὐτά πού λέτε στήν προσκομιδή δέν εἶναι τῆς ὀρθόδοξης πίστης μας, ἀλλά κάποιας κακόδοξης. Δέν μπορῶ νά μήν σᾶς τό πῶ᾽. 

Σάν νά τοῦ κακοφάνηκε τοῦ Γέροντα ἡ ἐπέμβαση τοῦ διάκου. ῾Ο ἴδιος συνέχιζε νά βλέπει τούς ἀγγέλους, τούς ὁποίους προφανῶς δέν ἔβλεπε ὁ νεαρός κληρικός, γι᾽ αὐτό καί στηριγμένος στήν ὅρασή του καταφρόνησε τά λόγια τοῦ διάκου. ῎Εκανε πώς δέν τόν ἄκουσε καί συνέχισε τό ἔργο του. 

῾Ο διάκος ὅμως ἐπέμενε. ῾᾽Εδῶ δέν εἶναι θέμα εὐγένειας᾽ ἔλεγε ὁ λογισμός του, καί δικαίως. ῾᾽Εδῶ εἶναι θέμα ὀρθῆς πίστης. Καί μέ τήν πίστη δέν παίζει κανείς. ῾Ο Γέροντας εἶναι ἅγιος, ἀλλά σφάλλει᾽. 

῾Σφάλλετε, Γέροντα, γιατί αὐτά πού λέτε ὡς εὐχές δέν τά παραδέχεται ἡ ᾽Εκκλησία μας᾽. 

Προβληματίστηκε ὁ Γέροντας ἀπό τήν ἐπιμονή τοῦ διάκου νά τόν ἐλέγχει. Στράφηκε καί πάλι πρός τούς ἀγγέλους. 
῾᾽Επειδή ὁ διάκονος αὐτά κι αὐτά μοῦ λέει, εἶναι σωστά τά λόγια του; ῎Εχει δίκιο ἤ ἄδικο;᾽
῾Νά τά παραδεχτεῖς, Γέροντα᾽, τοῦ εἶπαν οἱ ἄγγελοι, πάλι μέ φωνή πού μόνος αὐτός ἄκουγε. ῾῾Ο διάκος καλά σοῦ τά λέει᾽. 

᾽Απόρησε καί παραξενεύτηκε ὁ Γέροντας. ῾Καί τόσο καιρό πού μέ  βλέπετε νά τά λέω λάθος, γιατί δέν μοῦ εἴπατε τίποτε; Γιατί δέν μέ διορθώσατε ἐσεῖς;᾽ Φάνηκε ἐξουθενωμένος ὁ παπᾶς. 

῾Γιατί ὁ Θεός ἔτσι οἰκονόμησε τά πράγματα: ὁ ἄνθρωπος νά διορθώνεται ἀπό ἀνθρώπους. Γέροντα, μή ξεχνᾶς. ῾Ο Θεός μας γιά νά σώσει τούς ἀνθρώπους δέν ἔγινε ἄγγελος, δέν ἔγινε κάτι ἄλλο, ἀλλά ἔγινε κι ᾽Εκεῖνος ἄνθρωπος. Ἡ ἀπάντηση στήν ἐρώτησή σου εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος ᾽Ιησοῦς Χριστός᾽. 

Φωτίστηκε ὁ νοῦς τοῦ ἁπλοϊκοῦ ἅγιου Γέροντα. Ταπεινά διόρθωσε ὅ,τι ἐσφαλμένο ἔκανε καί ἔλεγε, εὐχαρίστησε τόν Θεό καί τόν ἀδελφό. 

Μά τό πολύ σημαντικότερο πού ἔμαθε ἦταν κάτι ἄλλο: κατάλαβε ὅτι ἡ παρουσία τοῦ κάθε συνανθρώπου του μπορεῖ νά εἶναι τό μήνυμα πού τοῦ στέλνει κάθε φορά ὁ Κύριος γιά τήν σωτηρία του.  Ὁ ἅγιος Γέροντας ἄρχισε νά ῾βλέπει᾽ ὡς ἀγγέλους καί τούς ἴδιους τούς συνανθρώπους του.

http://pgdorbas.blogspot.gr/

Άγιος Ιωάννης Μαξίμοβιτς


Βιογραφία
Ο Άγιος Ιωάννης γεννήθηκε στις 4 Ιουνίου του 1896 μ.Χ. στο χωριό Αντάμοβκα της επαρχίας Χαρκώβ της Νότιας Ρωσίας και το βαπτιστικό του όνομα ήταν Μιχαήλ. Ήταν απόγονος της αριστοκρατικής οικογένειας Μαξίμοβιτς που ένα μέλος της ανακηρύχτηκε Άγιος το 1916 μ.Χ. και είναι ο ιεράρχης Ιωάννης Μαξίμοβιτς Μητροπολίτης Τομπόλσκ, το λείψανό του οποίου παραμένει άφθαρτο μέχρι σήμερα στο Τομπόλσκ (βλέπε 10 Ιουνίου). Οι γονείς του ονομάζονταν Μπόρις και Γλαφύρα.

Κατά την παιδική του ηλικία ο Μιχαήλ ήταν φιλάσθενος και έτρωγε λίγο. Ήταν ήσυχο παιδί, πολύ ευγενικό και είχε βαθειά θρησκευτικότητα. Όταν έπαιζε, έντυνε τα στρατιωτάκια του μοναχούς, μάζευε εικόνες, θρησκευτικά βιβλία και του άρεσε να διαβάζει βίους Αγίων. Τα βράδια στεκόταν όρθιος για πολλή ώρα προσευχόμενος. Επειδή ήταν ο μεγαλύτερος από τα 5 αδέλφια του και γνώριζε καλά τους βίους των Αγίων, έγινε και ο πρώτος δάσκαλος τους στην πίστη. Ήταν πολύ αυστηρός με τον εαυτό του στην εφαρμογή των εκκλησιαστικών και εθνικών παραδόσεων. Μάλιστα, τόσο πολύ εντυπωσίασε με την χριστιανική του ζωή την παιδαγωγό του που ήταν Γαλλίδα και καθολική που βαπτίστηκε Ορθόδοξη.

Σε ηλικία 11 ετών οι γονείς του Μιχαήλ τον έστειλαν στην Στρατιωτική σχολή της Πολτάβα. Εκεί συνάντησε τον Επίσκοπο της Πολτάβα Θεοφάνη, έναν πολύ αγαπητό ιεράρχη, που επηρέασε πολύ τον Μιχαήλ. Σε μια στρατιωτική παρέλαση ενώ περνούσαν από τον Καθεδρικό Ναό ο μικρός Μιχαήλ (ήταν τότε 13 ετών) έκανε τον σταυρό του. Οι συμμαθητές του γέλασαν και τον κορόιδεψαν, ενώ οι καθηγητές του θέλησαν να τον τιμωρήσουν. Ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος όμως, που ήταν προστάτης της Σχολής, είπε να μην τιμωρηθεί ο δόκιμος Μιχαήλ γιατί με την πράξη του αυτή δηλώνει βαθειά και υγιή θρησκευτικά αισθήματα.

Το 1914 μ.Χ. αποφοίτησε από την Στρατιωτική σχολή και παρόλο που ο ίδιος ήθελε να συνεχίσει τις σπουδές του στην Θεολογική Σχολή του Κιέβου, έκανε υπακοή στους γονείς του που ήθελαν να γίνει δικηγόρος και γράφτηκε στην Νομική σχολή.

Το 1921 μ.Χ. και αφού ξέσπασε στη Ρωσία εμφύλιος πόλεμος, φεύγει μαζί με την οικογένεια του και εγκαθιστάτε στην Γιουγκοσλαβία. Εκεί γράφετε στην Θεολογική σχολή του Βελιγραδίου ενώ παράλληλα πουλούσε εφημερίδες για να τα βγάζει πέρα.

Το 1924 μ.Χ. χειροτονήθηκε αναγνώστης στην Ρωσική Εκκλησία του Βελιγραδίου από τον Επίσκοπο Αντώνιο και το 1926 μ.Χ. χειροτονήθηκε διάκος και εκάρη μοναχός με τ' όνομα Ιωάννης στο Μοναστήρι του Μίλκοβ.

Λίγο χρόνια μετά, διορίστηκε στην Ιερατική σχολή στην πόλη Βιτόλ της Σερβίας και το 1934 μ.Χ. εκλέγετε Επίσκοπος Σαγκάης, παρόλο που ο ίδιος δεν ήθελε γιατί είχε πρόβλημα στην ομιλία του.

Όταν στις 21 Νοεμβρίου το 1934 μ.Χ. φτάνει στην Σαγκάη βρίσκει μονάχα μια μισοκτισμένη Εκκλησία και το ποίμνιο του διχασμένο από εθνικές έριδες. Αρχικά βοήθησε τους κατοίκους να ξεπεράσουν τα προβλήματα τους ώστε να ‘ρθει η ειρήνη και σιγά - σιγά οργάνωσε ορφανοτροφείο το οποίο αφιέρωσε στον Άγιο Τύχωνα του Ζαντόσκο που αγαπούσε τα παιδιά. Ξεκίνησε την προσπάθεια του με 8 παιδιά και στο τέλος κατάφερε να έχει 3.500.

Όταν ξέσπασε η Κομουνιστική Επανάσταση στην Σαγκάη, ο Άγιος Ιωάννης, πήρε τα παιδιά και τα μετέφερε στις Φιλιππίνες και από εκεί τα πήγε στην Αμερική και στην Αυστραλία.

Το 1951 μ.Χ. ο Άγιος Ιωάννης καταφεύγει στην Αμερική αλλά εκεί οι Επίσκοποι της Συνόδου αποφασίζουν να τον στέλνουν στην Επισκοπή του Παρισιού και των Βρυξελλών. Εκεί, εκτός των άλλων καθηκόντων του, ασχολήθηκε και με την συγγραφή των Βίων Αγίων που έζησαν πριν το Σχίσμα με αποτέλεσμα να γίνουν γνωστοί στην Ορθόδοξη Εκκλησία και να εορτάζονται ακόμα και σήμερα.

Στις 21 Νοεμβρίου του 1962 μ.Χ. επιστρέφει στην Αμερική και διορίζεται Επίσκοπος της Ρωσικής Εκκλησίας της διασποράς στο Σαν Φρανσίσκο.

Ο Άγιος Ιωάννης κοιμήθηκε στις 2 Ιουλίου του 1966 μ.Χ. Είχε πάει στο Σιάτλ μαζί με την θαυματουργική εικόνα της Παναγίας του Κούρση. Μόλις τελείωσε την Θεία Λειτουργία και αφού πέρασε 3 ώρες προσευχόμενος μέσα στο ιερό, πήγε στο δωμάτιο του να ξεκουραστεί. Κάθισε στην πολυθρόνα του και στις 4 παρά δέκα το απόγευμα κοιμήθηκε τον αιώνιο ύπνο ήρεμα χωρίς πόνο. Ο Άγιος Ιωάννης προγνώριζε την ημέρα του θανάτου του και είχε προετοιμαστεί όπως οι μεγάλοι Άγιοι της Εκκλησίας μας. Γι' αυτό και εκείνη την ημέρα του θανάτου του έστειλε ένα γράμμα, στέλνοντας για τελευταία φορά την ευλογία του στις μοναχές της Λέσνα στην Γαλλία που τόσο πολύ τον είχαν βοηθήσει και εξυπηρετήσει. Σχεδόν 24 ώρες αργότερα το σώμα του έφθασε στον Καθεδρικό Ναό του Σαν Φρανσίσκο που ο ίδιος είχε ολοκληρώσει. Τον προϋπάντησαν οι κληρικοί και έγινε ολονύχτια αγρυπνία που κράτησε 4 ώρες.

Μετά το τελευταίο ασπασμό έγινε 3 φορές η λιτάνευση του Ιερού λειψάνου του γύρω από τον Ναό. Το φέρετρο το βάσταζαν ορφανά που ο Άγιος είχε σώσει και μεγαλώσει στην Σαγκάη. Ένας Ιεράρχης παρομοίασε την λιτάνευση του Αγίου με την λιτάνευση του Επιταφίου του Χριστού την Μεγάλη Παρασκευή. Ετάφη στις 7 Ιουλίου το απόγευμα σ' ένα μικρό υπόγειο παρεκκλήσιο κάτω από το Ιερό.

Το φθινόπωρο του 1993 μ.Χ. η Σύνοδος των Επισκόπων της Αμερικής με υπεύθυνο τον Αρχιεπίσκοπο Αντώνιο του Σαν Φρανσίσκο, άνοιξε τον τάφο του και βρήκαν το σώμα του άφθαρτο. Ένα χρόνο αργότερα, στις 2 Ιουλίου του 1994 μ.Χ. ανακηρύσσετε επίσημα Άγιος.

Επειδή ο Άγιος Ιωάννης ταξίδευε συχνά αεροπορικώς, θεωρείται προστάτης των ταξιδευόντων αεροπορικώς.

Ἀπολυτίκιον
Ήχος πλ. α'. Τον συνάναρχον Λόγον.

Ιωάννη Μαξίμοβιτς, αγγελόμορφε, ιεραρχών θεοφόρων και διδασκάλων σοφών εκλαμψάντων άρτι σάπφειρε πολύτιμε, ως Ορθόδοξων ασκητών καλλονήν και ποταμόν αστείρευτον θαυμασίων, σε ανυμνούντες ευχάς σου θερμάς προς Κύριον αιτούμεθα.

Κοντάκιον
Ήχος πλ. δ'. Τη Υπερμάχω.

Τον ταπεινόν, απλούν, φιλόθεον, φιλάρετον, σεμνόν, μακρόθυμον, πραυν και ευμπάθητον, ευφημήσωμεν Ορθόδοξον ιεράρχην, Ιωάννην τον Μαξίμοβιτς, μελίσμασιν ως θαυμάτων φρέαρ όντως ακεσώδυνον, πόθω κράζοντες, Χαίροις, χάριτος σκήνωμα.

Μεγαλυνάριον

Χαίροις, ιεράρχα νεοφανές, μάκαρ Ιωάννη, ταπεινώσεως κορυφή, χαίροις, ο ανύσας ουρανοδρόμον άρτι πορείαν και θαυμάτων κρήνη γενόμενος.

saint.gr