Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Κατάθεσις της Τιμίας Εσθήτος της Θεοτόκου


Χιτὼν μὲν Υἱοῦ Χριστοφρουροῖς δημίοις.
Ἐσθὴς δὲ Μητρὸς χριστοφρουρήτῳ πόλει.
Δευτερίῃ κατέθεντο σορῷ Ἐσθῆτα Πανάγνου.

Βιογραφία
Στο ναό των Βλαχερνών, που είχε κτίσει η βασίλισσα Πουλχερία, κόρη του αυτοκράτορα Αρκαδίου και σύζυγος του αυτοκράτορα Μαρκιανού (451 - 457 μ.Χ.), είχαν κατατεθεί τα σπάργανα (εντάφια) της Θεοτόκου, τα όποια είχαν σταλεί από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Ιουβενάλιο. Όταν δε ήταν αυτοκράτορας ο Λέων Α' ο Θράξ (457 - 474 μ.Χ.), οι πατρίκιοι Γάλβιος και Κάνδιδος έφεραν από τα Ιεροσόλυμα και την τίμια εσθήτα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο Λέων την παρέλαβε και την κατέθεσε στο ναό των Βλαχερνών, μέσα σε χρυσή λάρνακα.

Η εσθήτα αυτή υπήρχε μέσα στο ναό των Βλαχερνών μέχρι το έτος 820 μ.Χ. Αλλά ο ναός αυτός το 1070 μ.Χ. κάηκε και κατόπιν, αφού ανοικοδομήθηκε, από απροσεξία ξανακάηκε στις 19 Ιανουαρίου του 1434 μ.Χ. Βέβαια, πάντα τα τίμια αντικείμενα της Υπεραγίας Θεοτόκου γίνονται αφορμή στους αγωνιζόμενους χριστιανούς να μιμηθούν την αρετή της. Και όπως, λοιπόν, αυτή «διετήρει πάντα τὰ ρήματα (τοῦ Κυρίου) ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» (Λουκά, θ' 51.), διατηρούσε, δηλαδή, τα λόγια του Υιού της βαθειά χαραγμένα στην καρδιά της, έτσι ας κάνουμε κι εμείς.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.

Θεῖον ἔνδυμα, τῶν οίκτιρμῶν σου, καὶ ἱμάτιον ἀθανασίας, τὴν ἁγίαν σου Ἐσθῆτα καὶ ἄφθαρτον, τῇ κληρουχίᾳ σου Κόρη δεδώρησαι, εἰς περιποίησιν πάντων καὶ σύναψιν. Ὅθεν Ἄχραντε, τὴν θείαν αὐτῆς κατάθεσιν, τιμῶντες εὐσεβῶς σὲ μεγαλύνομεν.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.

Θεοτόκε ἀειπάρθενε, τῶν ἀνθρώπων ἡ σκέπη, Ἐσθῆτα καὶ Ζώνην τοῦ ἀχράντου σου σώματος, κραταιὰν τῇ πόλει σου περιβολὴν ἐδωρήσω, τῷ ἀσπόρῳ τόκῳ σου ἄφθαρτα διαμείναντα, ἐπὶ σοὶ γὰρ καὶ φύσις καινοτομεῖται καὶ χρόνος, διὸ δυσωποῦμέν σε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθείς.

Περιβολὴν πᾶσι πιστοῖς ἀφθαρσίας, θεοχαρίτωτε Ἁγνὴ ἐδωρήσω, τὴν Ἱερὰν Ἐσθῆτά σου, μεθ᾽ ἧς τὸ ἱερόν, σῶμά σου ἐσκέπασας, σκέπη πάντων ἀνθρώπων, ἧς περ τὴν κατάθεσιν, ἑορτάζομεν πόθῳ, καὶ ἐκβοῶμεν φόβῳ σοι σεμνή· Χαῖρε Παρθένε, Χριστιανῶν τὸ καύχημα.

Κάθισμα
Ἦχος δ'. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.

Οἱ τῶν θαυμάτων ποταμοὶ Θεοτόκε, ἐκ τῆς πανσέπτου σου σοροῦ προερχόμενοι, ὡς ἐξ Ἐδὲμ ποτίζουσι τὸ πρόσωπον τῆς γῆς, χάριτας προχέοντες, τοῖς πιστῶς σε τιμῶσιν· ὅθεν ἀνυμνοῦμέν σε, καὶ σεπτῶς εὐφημοῦμεν, καὶ εὐχαρίστως κράζομεν ἀεί· Χαῖρε ἡ μόνη, ἐλπὶς τῶν ὑμνούντων σε.

Ὁ Οἶκος

Τὴν καθαρὰν καὶ ἀληθῆ σκηνὴν τοῦ Θεοῦ Λόγου, τὴν ἔμψυχον νεφέλην, καὶ στάμνον τὴν τοῦ Μάννα, τὴν Θεοτόκον Μαριάμ, πάντες οἱ σωθέντες διὰ τοῦ τόκου αὐτῆς ἐν πίστει μακαρίσωμεν, καὶ τὴν σεπτήν, Ἐσθῆτα προσπτυξώμεθα, ᾗπερ τὸν Δεσπότην περισχοῦσα, ὡς βρέφος ἐβάστασε φορέσαντα σάρκα, δι' ἧσπερ τῶν βροτῶν ἡ φύσις ἐπήρθη πρὸς μετάρσιον ζωὴν καὶ βασιλείαν· ὅθεν γεγηθότες, κραυγάζομεν μεγαλοφώνως· Χαῖρε Παρθένε, Χριστιανῶν τὸ καύχημα. 

Μεγαλυνάριον

Τῆς ἀθανασίας τὸν χορηγόν, τέξασα Παρθένε, ἠθανάτισας τὸν Ἀδάμ· τοῦτο γοῦν δηλοῦσα, ἡ ἄφθαρτος Ἐσθής σου, φθορᾶς παθῶν λυτροῦται, τοὺς προσπελάζοντας.

Πηγή: saint.gr

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


        "Ο Ιησούς είναι γλυκύς και όποιος ακουμπήσει την πίκρα του πόνου του στον Χριστό, το πικρό μεταβάλλεται σε γλυκό σιρόπι".

Μοναχός Παϊσιος Αγιορείτης

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Σαν σήμερα η θεμελίωση (1867) και τα εγκαίνια (1900) του Ιερού Ναού της Σκήτης Αγίου Ανδρέα


Σαν σήμερα στις 29/16 Ιουνίου 1867 θεμελιώθηκε και την ίδια ημέρα, το 1900, έτελέσθησαν τα εγκαίνια του Ιερού Ναού της Σκήτης του Αγίου Ανδρέα. Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περιγραφή της τελετής των εγκαινίων από τον σύγχρονο Προηγούμενο Εσφιγμενίτη Γεράσιμο Σμυρνάκη, στο βιβλίο του ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ (1903).

Τη 16η Ιουνίου του 1900 ετελέσθησαν τα εγκαίνια του Μεγάλου Καθολικού της Σκήτης του αγίου Ανδρέου ή του Ρωσσικού Σεραγίου, καθ’ ά γράφουσιν οι Ρώσσοι πατέρες ότι είχον την ευτυχίαν να ίδωσι τα εξοχώτερα και επισημότερα πρόσωπα της προσφιλεστάτης αυτών πατρίδος. Προ 33 ετών ακριβώς τη 16η Ιουνίου 1867 έθετο τον θεμέλιον λίθον η Α. αυτοκρατορική Υψηλότης, ο Μέγας Δουξ Αλέξιος Αλεξάνδροβιτς (φωτ. 1), ήδη δε δι’ επιστολής αυτού προς τον Δικαίον αυτής Αρχιμανδρίτην Ιωσήφ (φωτ. 2) εδήλωσεν, ότι μετά λύπης δεν θα δυνηθή να παρευρεθή εις άγιον Όρος κατά την ημέραν των εγκαινίων και ότι θ’ αντιπροσωπευθή υπό του αντιναυάρχου του στόλου της Μεσογείου Αλεξίου Αλεξίεβιτς Βιρίλεβ, όστις και αφίκετο εις άγιον Όρος μετά τριών πολεμικών πλοίων. Μετά τούτου δε εκ μέρους του υπουργού των εξωτερικών Πρίγκηπος Μιχαήλ Νικολάβιτς Μουράβιεφ, εγγόνου του κτίτορος της Σκήτης Ανδρέου Νικολάεβιτς Μουράβιεφ (φωτ. 3), αφίκετο και ο εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυς Ιωάννης Αλεξίεβιτς Ζηνόβιεφ μετά του προσωπικού της πρεσβείας επί δυο κανονιοφόρων του «Μαυροθαλασσίτου» και της «Κολχίδος» τη 14η Ιουνίου εις Δάφνην, χαιρετισθείς υπό των λοιπών πολεμικών δια των συνήθων κανονιοβολισμών. Ενταύθα δε είχον κατέλθη ο τε Πρωτεπιστάτης μεθ’ ενός αντιπροσώπου και του αρχιγραμματέως, όπως προσφωνήσωσι την Α. εξοχότητα, τον πρέσβυν, και ο υποδιοικητής του αγίου Όρους. Εκ Δάφνης όμως παρέλαβον αυτόν αντιπρόσωποι της Μονής του Ρωσσικού αγίου Παντελεήμονος, εν η μεταβάντα υπεδέχθη αυτόν ο κλήρος και οι πατέρες μετά ανημμένων λαμπάδων εν μέσω αψίδων δαφνοστολίστων. Κατά την υποδοχήν δ’ αυτού ταύτην παρήν και ο της ρωσσικής Σκήτης του Προφήτου Ηλιού Δικαίος, όστις παρεκάλεσε τον πρεσβευτήν, ίνα μεταβή εκείσε προς κατάθεσιν του θεμελίου λίθου του έτι οικοδομουμένου μεγαλοπρεπούς Καθολικού αυτής, όπερ και εγένετο τη επομένη (15η), προσκληθέντος και του πρώην Κωνσταντινουπόλεως Ιωακείμ Γ΄(φωτ. 4), όστις ετέλεσε τον νενομισμένον αγιασμόν και ανέγνω τας συνήθεις ευχάς προς εμπέδωσιν αδιάσειστον και αιώνιον του Ναού.

.......Πάσαν την θρησκευτικήν τελετήν μετά αγρυπνίας και λειτουργίας των εγκαινίων του Καθολικού της Σκήτης του αγίου Ανδρέου ετέλεσεν ο αυτός Ιωακείμ Γ΄, συλλειτουργούντων ενός Ρώσσου Επισκόπου, 36 Ιερομονάχων, 2 Αρχιμανδριτών και 10 Ιεροδιακόνων. Κατά ταύτην δε παρήν και ο Πρύτανις της εν Μόσχα πνευματικής ακαδημίας Αρσένιος Επίσκοπος Βαλοκολάμης, αφικόμενος μετά δύο καθηγητών της ακαδημίας και του βοηθού του επιθεωρητού αυτής, δύο Ιερομονάχων της Λαύρας του αγίου Σεργίου, ενός Αρχιδιακόνου και πεντακαίδεκα σπουδαστών της εν Μόσχα ακαδημίας, οίτινες άπαντες, καθώς και οι λοιποί επίσημοι ξένοι, παρέμειναν επί δύο ημέρας εν τη Σκήτη. Ο ρηθείς Επίσκοπος Αρσένιος, όστις εγένετο δεκτός εν τω Καθολικώ κατά το ειωθός, ψαλείσης εκτενούς και πολυχρονισθείς, απήγγειλε λόγον, εν ω προέτρεπε τους πατέρας, όπως μεριμνήσωσι και εν τω μέλλοντι περί της ευνομίας και της ανθηρότητος της Σκήτης, την οποίαν επεσκέφθη μεν ως σπουδαστής τω 1883, επαναβλέπει δε ήδη προαχθείσαν μετά του νεοδμήτου Καθολικού και της παγκάλου θέας των κτιρίων αυτής. Μετά τινας δε προτροπάς υπέρ ψυχικής σωτηρίας, κατέληξεν ειπών, να υπομένωσιν εν τω Σεραγίω, όπερ σημαίνει κεκαλλωπισμένον ανάκτορον, και καλλωπίσωσι τας εαυτών ψυχάς δι’ όλων των αγαθών έργων και ούτως αξιωθώσι τοις κατοικίας του Τρισυπόστατου Θεού. Μετά μικρόν δ’ αφίκετο και ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ΄. Σημειωτέον δ’ ότι προ της τελέσεως των εγκαινίων (τη 14η Ιουνίου) ήλθον ενταύθα και αντιπρόσωποι της κυριάρχου Μονής του Βατοπαιδίου, οίτινες προσήνεγκον τη υποτελεί Σκήτη αρχαίαν εικόνα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου.
.......Τη 15η δ’ αφίκετο εν τη Σκήτη και ο πρέσβυς Ζηνόβιεφ μετά του συμβούλου της Πρεσβείας, του διερμηνέως, του δευτέρου γραμματέως, του τρίτου διερμηνέως και λοιπών· περί δε την εσπέραν κατέφθασεν ο αντιναύαρχος του στόλου της Μεσογείου Βιρίλεφ μετά 35 επιτελών αξιωματικών.  Ολίγον δε μετά ταύτα αφίκοντο αντιπρόσωποι της Μονής του Ρωσσικού, προσενεγκόντες εικόνα του Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος μετ’ επιστολής προς τον Δικαίον της Σκήτης συγχαρητηρίου, ους υπεδέχθησαν μετά εξαπτερύγων και εικόνων, προπορευομένου μεν του Δικαίου μετά Σταυρού και ραίοντος δι’ αγιασμού, διαιρεθέντων δε των πατέρων της Σκήτης εις δύο στίχους. Εν τω νεοδμήτω τούτω Ναώ ετελέσθη πάραυτα εκτενής υπέρ του αυτοκράτορος πασών των Ρωσσιών Νικολάου Αλεξάνδροβιτς, πάσης της αυτοκρατορικής οικογενείας και πάντων των επισκεπτών· μετά δε τον πολυχρονισμόν ο αντιναύαρχος προσελθών απηύθυνε προς τον Δικαίον της Σκήτης βραχείαν προσφώνησιν ειπών, ότι αφίκετο εν τη Μονή (Σκήτη) τη εντολή του γενικού ναυάρχου παντός του ρωσσικού πολεμικού στόλου της Αυτού αυτοκρατορικής Υψηλότητος του Μεγάλου Δουκός Αλεξίου Αλεξάνδροβιτς, ευδοκήσαντος ίν’ αντιπροσωπεύση αυτόν κατά την καθιέρωσιν του νεοδμήτου τούτου Καθολικού. Προς τούτο δ’ αφίκοντο εκ Θεσσαλονίκης μεν ο γενικός εν Μακεδονία Ρώσσος πρόξενος Νικόλαος Αλεξάνδροβιτς Ιλαριόνωφ, εκ Καβάλλας δε ο Ρώσσος υποπρόξενος Βουλγαρίδης (Έλλην).

.......Εκ του μνησθέντος πολυπληθούς και εξόχου προσωπικού της πρεσβείας, της εμφανίσεως πολεμικών πλοίων, της ανόδου των πληρωμάτων εις την Σκήτην και της αναρτήσεως του ρωσσικού αυτοκρατορικού θυρεού κατά την τέλεσιν εγκαινίων ρωσσικού Ναού εν αγίω Όρει, αριδήλως καταδείκνυται ότι ταύτα πάντα ετελέσθησαν προς τεκμηρίωσιν της εν αγίω Όρει επικρατήσεως του ρωσσικού στοιχείου ενώπιον των πεπολιτισμένων ομμάτων και των νοσηράς καταστάσεως Ελλήνων Μοναχών…
.......Εν λεπτομερεία εκτυλίξαντες τα γεγονότα ταύτα δεν οφείλομεν να παραδράμωμεν την οικτράν περιφρόνησιν, ην απέδοσαν οι Ρώσσοι τοις ημετέροις αντιπροσώποις της ιεράς Κοινότητος. Και εν μεν τη ειρημένη Σκήτη απέκλεισαν αυτούς της τραπέζης, ενώ εις τους των Σλαυϊκών Μονών αντιπροσώπους είχον παραχωρήση θέσιν, εν δε τω λιμένι της Δάφνης, επειδή εγνώσθη ότι η αποβίβασις του Ρώσσου πρεσβευτού θα εγίνετο εις την του Ρωσσικού, επί τη αιτήσει αυτών προς τον αντιπρόσωπον της Μονής του Ρωσσικού, τον προς παραλαβήν των επισήμων ξένων αποσταλέντα, όπως μεταβώσι και ούτοι εις την ρηθείσαν Μονήν και προϋπαντήσωσιν αυτόν, ως έθος, και προσφωνήσωσιν, ούτος έδωκε την εξής αβροτάτην απάντησιν ότι: «δεν έχουσι χώρον προς διαμονήν των εν τη Μονή αυτών». Τούτου ένεκεν και η επιτροπή απήλθεν άπρακτος εις Καρυάς.


http://agioritikesmnimes.blogspot.com

"Η αυταπάρνηση της Θεομήτορος"


(αρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου) 

Στον γάμο της Κανά (Ιωάν. 2), η Μητέρα του Κυρίου πλησίασε τον Υιό της με πολλή διακριτικότητα και ταπείνωση, όντας ταπεινή και αγία Παρθένος, για να του αναγγείλει με πραότητα: «Οίνον ουκ έχουσιν». Ενώ ακόμη πρόφερε τα λόγια αυτά, γεννήθηκε στην καρδιά της η σκέψη ότι ίσως είχε έλθει η ώρα να φανερώσει ο Κύριος τη δόξα Του, γιατί το πνεύμα της μελετούσε τα μεγαλειώδη γεγονότα, στα οποία η ίδια είχε παραστεί ως μάρτυρας από την ημέρα ακόμη του Ευαγγελισμού. Ο Κύριος αποκρίθηκε στον βαθύ αυτό συλλογισμό της καρδιάς της, και η απάντησή Του καταδεικνύει με ποιόν τρόπο η επικοινωνία στο πνευματικό επίπεδο στοχεύει την ουσία του θέματος, παρακάμπτοντας τα προκαταρκτικά στάδια της συνήθους συζητήσεως.

 Η αγία Παρθένος είχε παρευρεθεί στο επίκεντρο των πιο ασυνήθιστων και υπερφυσικών γεγονότων: της συλλήψεως και γεννήσεως του Υιού του Θεού, της λατρευτικής προσκυνήσεως των Μάγων που ακολούθησε τη γέννησή Του, της εμφανίσεως της χορείας των Αγγέλων, του ονείρου του Ιωσήφ, με το οποίο ο Κύριος απομάκρυνε κάθε αμφιβολία από την καρδιά του, της φυγής στην Αίγυπτο, της προστασίας του Θεού κατά τη διάρκεια της σφαγής χιλιάδων βρεφών από τον Ηρώδη, της κλήσεως των πρώτων μαθητών μετά τη Βάπτιση του Κυρίου. Όλα αυτά τα γεγονότα πρόσφεραν πλούσια και εύγλωττη μαρτυρία εκ μέρους του Θεού για τα πρόσωπα του Χριστού και της Υπεραγίας Μητρός Του. Επί τριάντα χρόνια η Θεομήτωρ τα είχε φυλάξει ως πολύτιμο θησαυρό μέσα στην καρδιά της. Όταν το Άγιο Πνεύμα κατέβηκε από τους ουρανούς και αναπαύθηκε πάνω στον Κύριο κατά τη Βάπτισή Του –«εν είδει περιστεράς», προκειμένου να μαρτυρήσει τη θεότητα του Υιού πριν από όλους τους αιώνες–, η καρδιά της άρχισε να πλημμύριζει από άγια προσδοκία. Ανέμενε να δει την στιγμή, που ο Κύριος θα αποκάλυπτε τη δόξα Του. Τώρα λοιπόν η Μαριάμ, η Μητέρα του Θεού, προσεγγίζει τον Υιό της με μεγάλη συστολή, όπως θα άρμοζε σε κόρη μάλλον παρά σε μητέρα, και Του λέει: «Οίνον ουκ έχουσιν». Ο Κύριος αποκαλεί τη Μητέρα Του «γυναίκα», προσηγορία που θα Της απευθύνει επίσης και κατά τη σταύρωση: «Γύναι, ίδε ο υιός σου!» (Ιωάν. 19,26). Η απάντησή Του είναι ίσως αρκετά αυστηρή, αλλά οπωσδήποτε ευγενής: «“Γύναι, τί εμοί και σοι;” Αδυνατώ να εκπληρώσω τις επιθυμίες της μητέρας μου, γιατί πρέπει να φέρω εις πέρας την αποστολή του Πατέρα μου και η ώρα μου δεν έχει έλθει ακόμη».

 Με τον τρόπο αυτό ο Κύριος εκκόπτει τις επιθυμίες της μητέρας Του και φαίνεται να τις αγνοεί. Αν δεν είχε υιοθετήσει τη στάση αυτή, δεν θα μπορούσε αργότερα να προφέρει τον λόγο: «Εί τις έρχεται προς με και ου μισεί τον πατέρα εαυτού και την μητέρα και την γυναίκα και τα τέκνα και τους αδελφούς και τας αδελφάς, έτι δε και την εαυτού ψυχήν, ου δύναται μου μαθητής είναι» (Λουκ. 14,26). Όπως έλεγε ο Γέροντας Σωφρόνιος, ο Κύριος ποτέ δεν παρέδωσε εντολές, τις οποίες δεν είχε ο Ίδιος πρώτα τηρήσει στη ζωή Του. Ζώντας σύμφωνα με τις δικές Του εντολές, Αυτός που είναι η Οδός, παρέδωσε στους μαθητές Του οδό ζωής. Επί τριάντα χρόνια έζησε με υπακοή στους γονείς Του, σύμφωνα με το κατά Λουκάν ευαγγέλιο. Αλλά είχε έλθει η ώρα να τα αφήσει όλα πίσω Του χάριν της θεϊκής αποστολής Του για τη σωτηρία του κόσμου.

 Ο εχθρός ωστόσο κατεδίωκε τον Κύριο αμείλικτα, προσπαθώντας να συλλάβει Εκείνον, ο Οποίος ήταν ακηλίδωτος και ως προς την ελάχιστη αμαρτία, γιατί αυτό θα ήταν αρκετό, για να ακυρωθεί όλο το σωτηριώδες έργο Του. Ο Κύριος όφειλε, κατά συνέπεια, να τηρεί πολύ αυστηρή στάση σε κάθε περίσταση, ώστε να μην παραχωρήσει στον εχθρό καμία πρόφαση. Πράγματι, ο Ίδιος εξεπλήρωσε τον νόμο με τέλεια υποταγή στο θείο θέλημα του Πατρός Του. Η υπακοή στους επίγειους προστάτες Του είχε, σε τελική ανάλυση, δευτερεύουσα σημασία. Η αδιαφορία του Κυρίου για το θέλημα των συγγενών Του εκδηλώθηκε και σε άλλη περίπτωση, όταν η Μητέρα Του και οι αδελφοί Του ήθελαν να Τον απομακρύνουν από το πλήθος που απειλούσε να Τον σκοτώσει: «Τίς εστιν η μήτηρ μου και τίνες εισίν οι αδελφοί μου;» (Ματθ. 12,48).

 Η Θεομήτωρ αποδέχθηκε την απάντηση του Υιού της με ακράδαντη πίστη, παραμερίζοντας τη δική της επιθυμία με πράξη αυτοκενώσεως. Ήταν έτοιμη να ελπίσει παρ’ ελπίδα, όπως έκανε ο Αβραάμ. Μπορεί να μην εννόησε τους λόγους της αρνήσεως του Κυρίου, αλλά είχε απόλυτη εμπιστοσύνη ότι κάθε ενέργειά Του ήταν ορθή. Στην Κανά παρά το ότι ταπεινώνεται από τον Υιό της, εμφορούμενη από τέλεια πίστη, προτρέπει τους υπηρέτες: «Ό,τι αν λέγη υμίν, ποιήσατε».

 Ο Κύριος τίμησε τη Μητέρα Του. Το νερό μετατράπηκε σε κρασί και ο αρχιτρίκλινος της εορτής επαίνεσε τον γαμπρό λέγοντας: «Πας άνθρωπος πρώτον τον καλόν οίνον τίθησι, και όταν μεθυσθώσι, τότε τον ελάσσω· συ τετήρηκας τον καλόν οίνον έως άρτι». Οι Πατέρες μας διδάσκουν ότι ο Θεός πάντοτε διαφυλλάσει τον «καλόν οίνον» για το τέλος. Προηγούνται παθήματα και θλίψεις, και μόνο προς το τέλος μας προσφέρεται το εκλεκτό κρασί της χάριτός Του.

 Σε όλη τη διάρκεια της επίγειας αποστολής Του ο Κύριος κατέστησε σαφές ότι χρεωστούσε αφοσίωση πρωτίστως στον Θεό, με την υπακοή στις εντολές Του. Αποδεικνύοντας στους μαθητές Του ότι είχε έλθει στη γη, για να εκπληρώσει το θέλημα του Ουρανίου Πατρός Του, εντούτοις ποτέ δεν παραμέλησε τη Μητέρα Του. Εξαρχής η Παναγία αποτέλεσε το μεγαλύτερο όργανο για την πραγμάτωση του σωτηριώδους έργου Του. Την ώρα της σταυρώσεώς Του, και ενώ ολόκληρη η επίγεια αποστολή Του φαινόταν να αιωρείται πάνω από την άβυσσο του αιώνιου θανάτου, ακόμη και τότε, επιδείκνυε άγρυπνο ενδιαφέρον για την προστασία της (Ιωάν. 19,26-27). Ποιός άλλος θα μπορούσε να εμφορείται από πνεύμα υπακοής και αυτοθυσίας περισσότερο από την Αγία Μητέρα Του; Αποδέχθηκε το θέλημα του Υιού της, θυσιάζοντας το δικό της με τέλεια ταπείνωση, πίστη και υπομονή. Ο Κύριος της αντέτεινε: «Ούπω ήκει η ώρα μου». Αλλά καθώς η Θεομήτωρ εγκολπώθηκε την ταπείνωση αυτή με μεγάλη πραότητα, έδωσε στον Κύριο τη δυνατότητα να εκδηλώσει πολύ σύντομα το μεγαλείο της δόξας Του. Με την ταπείνωση και την κένωσή της η Αγία Παρθένος επέσπευσε την ώρα της δόξας του Υιού της. Στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο η «ώρα» Του είναι αυτή της φανερώσεώς Του ως Μεσσία (Ιωάν. 5,25,28· 7,30· 8,20· 13,1), ενώ σε πολλά άλλα χωρία αναφέρεται στη σταύρωσή Του. Τότε η δόξα Του επρόκειτο να αποκαλυφθεί σε υπέρτατο βαθμό στην έως θανάτου αγάπη Του, την ολοκλήρωση του έργου Του για τη σωτηρία του κόσμου. (Ματθ. 26,45· Μαρκ. 14,41).

 Το ίδιο είδος κενώσεως συναντούμε στους βίους πολλών Αγίων, όπως και πολλών πιστών χριστιανών. Την ώρα της εγκαταλείψεως, του πόνου και της δοκιμασίας εναποθέτουν όλη την εμπιστοσύνη τους στον Κύριο, και παρότι είναι βυθισμένοι σε ολέθριο και ζοφερό άδη, με ένα άλμα γεμάτο ανδρεία βρίσκονται απροσδόκητα στο φως της Βασιλείας των ουρανών. Όπως προφητικά γράφει ο βασιλιάς Δαβίδ στους Ψαλμούς του: «Εγώ δε είπα εν τη εκστάσει μου· απέρριμαι από προσώπου των οφθαλμών σου. Δια τούτο εισήκουσας της φωνής της δεήσεώς μου» (Ψαλμ. 31,22). Ο Θεός παραχωρεί στους Αγίους να υποστούν πλήρη κένωση, την οποία εκείνοι αποδέχονται με απόλυτη εμπιστοσύνη, προσηλωμένοι με αταλάντευτη διάνοια στην αιώνια μακαριότητα που επιφυλάσσει ο Θεός στους δικαίους Του. Έτσι πραγματοποιείται η διάβαση από το ψυχολογικό επίπεδο στο οντολογικό, όπως έλεγε συχνά ο Γέροντας Σωφρόνιος. Στην κατάσταση ακριβώς αυτή γινόμαστε μέτοχοι της θεϊκής ενέργειας του μεγάλου ελέους του Χριστού.

 Όπως ακριβώς η κένωση της Θεομήτορος διευκόλυνε την έλευση της ώρας του Υιού της, κατά την οποία αποκάλυψε τη δόξα Του και οι μαθητές Του στερεώθηκαν στην πίστη τους, παρόμοια και στους βίους όλων των Αγίων, η απαρασάλευτη πίστη τους και η παρ’ ελπίδα ελπίδα τους επισπεύδει την ώρα του μεγάλου ελέους του Κυρίου. Μερικές φορές δεν είναι σε θέση να εννοήσουν τους λόγους για τη δοκιμασία που υφίστανται, αλλά γνωρίζουν με απόλυτη βεβαιότητα ένα πράγμα: ότι η δικαιοσύνη και η αρετή ανήκουν μόνο στον Θεό, ο Οποίος μένει αγαπητός και ευλογητός εις τους αιώνας. Ο Γέροντας Σωφρόνιος βεβαίωνε ότι, όταν προσφέρουμε γνήσια μετάνοια έως θανάτου, κατά τα πρότυπα των Αγίων, δεν αρμόζουν σε μας ερωτήματα του είδους: «Γιατί μου συμβαίνει αυτό; Γιατί μου το κάνεις αυτό, Κύριε;». Σε μας η αληθινή σοφία υπαγορεύει το ερώτημα: «Πώς πρέπει να ενεργήσω τώρα, Κύριε, ώστε να αποφύγω την αμαρτία και την αποτυχία στις επαγγελίες Σου;».

 Όσον αφορά τη ζωή της Θεομήτορος, έχουν καταγραφεί στις Γραφές πολύ λίγοι αλλά εξαιρετικά σημαντικοί μαργαρίτες, οι οποίοι ως θυρίδες μας επιτρέπουν να εισδύσουμε στο εξέχον μυστήριο Της. Ο σκοπός του θαύματος του Κυρίου στην Κανά ήταν να ενισχύσει την πίστη των μαθητών Του. Η αποκάλυψη Του σε αυτούς έπρεπε να προηγηθεί της φανερώσεώς Του στα πλήθη. Όταν ο Κύριος μετέτρεψε το νερό σε κρασί, οι οφθαλμοί των μαθητών διανοίχθησαν. Συντελέσθηκε όμως μεγάλη αλλαγή στη ζωή της Θεομήτορος. Ο Χριστός, πειθαρχώντας στον νόμο, είχε πλήρως υποταχθεί σε Αυτήν, εφεξής όμως εκείνη γίνεται υποτακτική Του, ως Μητέρα και ως διάκονός Του.

 Ο σκοπός της ζωής μας είναι να αναγγείλουμε με τα έργα μας τη δόξα του Θεού, για την οποία εξαρχής μας δημιούργησε και μας συντηρεί. Ακόμη και όταν πεθαίνουμε, αποβλέπουμε στη δόξα Του, στη μετοχή μας και στην αιώνια παραμονή μας σε αυτήν. Ο Κύριος μετέσχε στην ανθρώπινη ζωή ως ξένος, ως επισκέπτης, και χάρη στην ταπεινή εμφάνισή Του μπόρεσε να εδραιώσει τη Βασιλεία Του. Υπήρξε προσκεκλημένος και στον γάμο της Κανά, αλλά αξιοποίησε την ευκαιρία, για να ιδρύσει τη δική Του θεϊκή οικογένεια, την Εκκλησία, την επίγεια Βασιλεία Του, κάνοντας αρχή από την Πανάχραντο Μητέρα Του και τους μαθητές Του.

 Όπως ο Κύριος από το νερό προκάλεσε αφθονία εκλεκτού κρασιού, έτσι και όταν επεμβαίνει στην ενδεή ζωή μας, εκχέει μέσα της τον πλούτο της δικής Του ζωής, ανακαινίζει, ομορφαίνει και νοηματοδοτεί όλη την ύπαρξη μας. Εξάλλου ο Ίδιος ανήγγειλε: «Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν» (Ιωάν. 10,10).

(Αρχιμ. Ζαχαρία (Ζάχαρου), Πιστοί στη διαθήκη της αγάπης, εκδ. Ι.Σταυροπηγιακή Μ. Τιμίου Προδρόμου, Έσσεξ Αγγλίας 2012, σ. 298-303).

 πηγή ηλεκτρονικού κειμένου: www.pemptousia.gr

Ο ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΩΣ ΒΙΩΜΑ ΖΩΗΣ ...


Σωτηρίου Ν. Κόλλια

  Βασικότερη προϋπόθεση του πνευματικού αγώνα αποτελεί η σωματι­κή και ψυχική άσκηση, η οποία πρέπει να είναι διαρκής και ακατάπαυστη προ­κειμένου να επιτευχθεί η ουσιαστική και ολοκληρωτική μεταρσίωση του αν­θρώπου. Πρώτα πρέπει να εξοβελίζεται κάθε ακάθαρτη κηλίδα από την ψυχή και μετά να καθίστανται οι πιστοί άξιοι λειτουργοί του αγνού και αμίαντου πνεύματος της Εκκλησίας. Τελειος άνθρωπος είναι εκείνος που νέκρωσε την προαίρεσή του για την αμαρτία, την ανέστησε για δικαιοσύνη και έγινε σύμ­φυτος με το ομοίωμα του θανάτου και της Αναστάσεως του Χριστού.  

Η απαλλαγή από την αρχέγονη παρακοή επιτυγχάνεται όταν αφαιρούν­ται τα υλικά προσκόμματα που συγκρατούν την ένωση μεταξύ απτού και πνευ­ματικού. Οι γνήσιοι αναζητητές της αρετής σφυρηλατούν αδιασάλευτα την οι­κείωση της ψυχής προς το αγαθό, εμποδίζοντας ταυτόχρονα τον εθισμό της προς τα πάθη. Η εσωτερική απελευθέρωση του ανθρώπου επιτυγχάνεται με την μέθεξη του αγίου Πνεύματος, το οποίο με τον φωτισμό της λαμπρότητάς Του δωρίζει στους άξιους την τελειότητα, με αποτέλεσμα να αποκτήσουν την αναλλοίωτη ατρεψία ούτως ώστε να μην τους χωρίζει πλέον τίποτε από τον Δημιουργό τους. 

Για να εισέλθει κανείς στους θείους κόλπους του Θεού χρειάζεται εκγύ­μναση στο στίβο της πνευματικής παλαίστρας και καθαγιασμό της ψυχής για να ικανωθεί να καταστεί μέτοχος της θείας χάριτος. Ο ευλαβής χριστιανός πρέπει να εντείνει ανελλιπώς τους αγώνες του για να μιμηθεί το πρότυπο και το παράδειγμα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.

Ο άνθρωπος, που επιθυμεί να συνάψει κοινωνία αγάπης με τον Θεό πρέ­πει να έχει απαλλαχθεί απ’ όλα τα εγκόσμια, να είναι ελεύθερος από το βάρος και την ταραχή της καθημερινότητας, την πίεση του κόσμου και τα επίγεια προβλήματα, ώστε ο νους του να μην είναι προσηλωμένος σε αυτά. Όταν ο άν­θρωπος δεν ασχολείται με τα του κόσμου μπορεί αδέσμευτος να στραφεί και να προσηλωθεί στην γνωριμία του Θεού.  

Κύρια μέριμνα, λοιπόν, της Εκκλησίας μας αποτελεί ο εξαγνισμός της ψυχής και απαραίτητη προϋπόθεση, η οποία θα έχει σαν αποτέλεσμα, μετά από σκληρές δοκιμασίες, την θέωση του ανθρώπου, την ένωσή του μετά του Θε­ού, την αρπαγή του στην σφαίρα του θείου και την μετάβασή του από την κο­σμική ζωή στην πνευματική και ουράνια πραγματικότητα.

Στους πιστούς που διάγουν θεάρεστο βίο, κατοικούν μέσα τους οι αρε­τές της γαλήνης και της αγάπης και όντας ανεπηρέαστοι από τις εξωτερικές ε­πιδράσεις και τα ερεθίσματα, που ταλανίζουν το μυαλό και την καρδιά τους, εί­ναι απερίσπαστα συναθροισμένοι κάτω από το ουράνιο πέπλο του Πλάστη. Σαν συνέπεια όλων αυτών θα είναι ο Πατήρ να ευδοκήσει, ο Υιός να συνεργή­σει και το άγιο Πνεύμα να εμπνεύσει, μάλλον δε να τους φωτίσει η μία λάμψη, που πηγάζει από τον ένα Θεο, κατά τον λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολό­γου (PG 36, 25C). Η επιτυχία του ανθρώπου, που με την αγία ζωή του κατάφε­ρε να πραγματοποιήσει τους πόθους του επιβραβεύεται. Το έπαθλο αυτής της επίπονης πνευματικής προσπάθειας είναι ανυπολόγιστο καθώς αξιώνεται να νοιώσει την παρουσία του Θεού. 

Οι άνθρωποι θα γνωρίσουν το θείο, όταν ο νους και το λογικό τους συ­ζευχθούν με τον Θεό εκ του οποίου προήλθαν, "και η εικών ανέλθη προς το αρ­χέτυπον, ου νυν έχει την έφεσιν" (Γρηγορίου Θεολόγου, PG 36, 48C).  

Όποιος, λοιπόν, έχει αποκαθάρει τον εαυτό του από την ενέργεια των παθών και διακόπτει την κίνηση της επιθυμίας καθιστώντας την ψυχή του α­μόλυντη, τότε ελευθερώνεται από την μάστιγα των υλικών και προσανατολί­ζεται προς την θεία και ειρηνική κατάληξη των νοητών. Ο άνθρωπος αυτός έ­χει γίνει ο φωτεινός λύχνος, καθιστώντας λαμπρό τον βίο που διάγει. Αφού ι­κανώθηκε να γνωρίσει τον Θεό και απόλαυσε την ηδονή αυτής της γνώσεως, τότε εύκολα περιφρονεί όλες τις ηδονές που προέρχονται από τους πειρα­σμούς, καθώς έχει αποδεσμευτεί από την γήινη πραγματικότητα και προσανα­τολίζεται μόνο προς την ουράνια. Έτσι με την ακατάβλητη άσκηση αποκτάται ψυχή προθυμότερη και καλά γυμνασμένη καθώς θα έχει γίνει ο φωτεινός οδο­δείχτης που θα χαράζει την πορεία προς την σωτηρία. 

Η νέκρωση των αισθήσεων σηματοδοτεί την ανάσταση του πνεύματος και της ψυχής. Ως συνέπεια έχουν να διανοιχθεί θριαμβευτικά η θύρα της αιωνίου ενώσεως με τον Παντοκράτορα Θεο, καθώς η απάθεια για τα εγκόσμια δηλώ­νει το πάθος για τα ουράνια και η απάρνηση των εφήμερων φανερώνει την α­γάπη για τα αιώνια!

http://wwwtaxiarhes.blogspot.com/

ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Ο ΙΟΡΔΑΝΙΤΗΣ


ΙΚΟΝΙΟΥ κ. ΘΕΟΛΗΠΤΟΣ (2007)

         Από την επίσκεψη του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Ικονίου κ. Θεολήπτου στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Επανωσήφη, τον Σεπτέμβριο του 2007.