Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ



Μικρή υμνολογική προσέγγιση
Θα υπενθυμίσουμε, εισαγωγικά, ότι κατά την ορθόδοξη χριστιανική πίστη όλος ο πνευματικός αγώνας στην Εκκλησία μας  αποσκοπεί στο πώς να διακρατήσει ο χριστιανός τη ζωντανή σχέση του με τον αρχηγό της πίστεως Κύριο Ιησού Χριστό. Κι αυτό γιατί ο Χριστός ως ο ενανθρωπήσας Θεός ήλθε στον κόσμο ως άνθρωπος προκειμένου ακριβώς να μας ενσωματώσει στον εαυτό Του ώστε να γίνουμε μαζί Του μία δική Του επέκταση, ένας άλλος Χριστός μέσα στον κόσμο, μία φανέρωση της Βασιλείας Του επί της γης. «Ο του Θεού Λόγος ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν» κατά τον Μεγάλο Αθανάσιο. Αυτό δεν βλέπουμε και διαπιστώνουμε σε κάθε άγιο της Εκκλησίας μας; Βλέπουμε τον άγιο και «ζωγραφίζεται» ενώπιόν μας ο Ίδιος ο Κύριος. Μέσα στην ύπαρξη κάθε αγίου «ρέει» η ζωή του ίδιου του Χριστού!
Γιατί κάνουμε την υπενθύμιση; Διότι χωρίς την αλήθεια αυτή δεν μπορούμε να κατανοήσουμε το θέμα μας που είναι η Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.
Τι είναι η Θεία Λειτουργία; Η ζωή του Χριστού καθώς μας την προσφέρει εν Πνεύματι η Εκκλησία ως το ζωντανό σώμα Του, ιδίως με την κλήση μας από αυτήν να «Τον φάμε και να Τον πιούμε» υπό τα είδη του άρτου και του οίνου, ώστε η Ζωή Εκείνου να συνεχίζει να είναι ζωή δική μας. Είναι ό,τι ο Ίδιος καθόρισε και έδωσε ως εντολή στους μαθητές Του την ημέρα του Μυστικού Δείπνου: «Λάβετε, φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου. Πίετε εξ αυτού πάντες, τούτο εστί το αίμα μου». «Τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν». Για τον λόγο ασφαλώς ότι από τη στιγμή που βαπτιστήκαμε γινήκαμε μέλη Του, κομμάτι οργανικό δικό Του, ώστε έκτοτε η ζωή μας να μην μπορεί να κατανοηθεί χωρίς Εκείνον. «Εγώ το αμπέλι, εσείς τα κλήματα». Οπότε, χωρίς τη συμμετοχή στη Θεία Κοινωνία  ο χριστιανός δεν ζει, διαρκώς και συρρικνώνεται και αδυνατίζει, απεμπολώντας το σπουδαιότερο δώρο που μπορεί να υπάρξει στον κόσμο: ο Θεός μαζί με τον άνθρωπο! «Αν δεν φάτε το σώμα μου και δεν πιείτε το αίμα μου, ζωή μέσα σας δεν έχετε» όπως είπε Εκείνος.
Γι’ αυτό και οι πρώτοι χριστιανοί κοινωνούσαν καθημερινά τον Κύριο – ήταν ό,τι πιο φυσικό και αυτονόητο στη ζωή τους. Μα, ερχόταν η Σαρακοστή που έχει πένθιμο χαρακτήρα και απάδει συνεπώς προς αυτήν η λαμπρότητα και η χαρμοσύνη της Θείας Λειτουργίας και δεν μπορούσαν να κοινωνήσουν. Ή μάλλον μπορούσαν, αλλά μόνον δύο φορές την εβδομάδα: το Σάββατο και την Κυριακή που επιτελείτο Θεία Λειτουργία. Τι θα γινόταν με τις άλλες ημέρες; Κι έδωσε απάντηση η Εκκλησία μας στην πιεστική αυτήν ανάγκη: θα κρατούσε θεία κοινωνία σε ξεχωριστό αμνό εμβαπτισμένο στο αίμα του Κυρίου από την προηγηθείσα Λειτουργία, ώστε οι πιστοί να μπορούν να κοινωνούν από τα προηγιασμένα αυτά δώρα όπως ονομάστηκαν, άλλες δύο φορές: την Τετάρτη και την Παρασκευή – μπορεί και εκτάκτως σε κάποια άλλη εορτή που θα συμπέσει – μετά από την εσπερινή ακολουθία. Κι έκτοτε τούτο καθιερώθηκε και «ανέπνευσαν» οι χριστιανοί.
Οπότε αυτό είναι η Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία: Ένας εσπερινός που στο τέλος του, με την προσθήκη ακόμη κάποιων προσευχών, μπορούν να κοινωνούν  οι ετοιμασμένοι πιστοί.
 Κι αποτελεί τούτο την ποιμαντική απάντηση της Εκκλησίας στη δίψα και τον πόθο και τον έρωτα των πιστών για τον Χριστό: να Τον έχουν όσο μπορούν περισσότερο και «αισθητά» στο σώμα και την ψυχή τους. Γιατί χωρίς Εκείνον ένιωθαν ότι δεν ζούν!
Για την ξεχωριστή και μοναδική λοιπόν αυτή Θεία Λειτουργία, την Προηγιασμένη, η αναφορά μας˙ προς όσφρηση της θεϊκής ατμόσφαιράς της και  κλήση προς μεταρσίωσή μας μέσα από επιλεγμένους ύμνους που σχετίζονται με αυτήν.
1. Η Ενάτη Ώρα στην Εκκλησία μας, κατά το βυζαντινό τυπικό, είναι η ακολουθία που προηγείται του εσπερινού και παραπέμπει στην 3η απογευματινή. «Σφραγίδα» της έχει  τη μνήμη της εκπνοής του αρχηγού της πίστεώς μας πάνω στον Σταυρό – «ο εν τη ενάτη ώρα σαρκί του θανάτου γευσάμενος Κύριε». Κι αυτό με ποιο σκοπό; Δι’ Αυτού να μπορέσουμε κι εμείς να νεκρώσουμε πια τα πάθη και τις αμαρτίες μας, ώστε να ζει στην ύπαρξή μας ο Ίδιος ο Τριαδικός Θεός. «Νέκρωσον της σαρκός ημών τα πάθη, Χριστέ ο Θεός, και σώσον ημάς». Σωτηρία του ανθρώπου, δηλαδή σχέση με τον Θεό, χωρίς απεμπλοκή από τις αμαρτίες μας δεν υπάρχει. «Η σαρξ επιθυμεί κατά του Πνεύματος και το Πνεύμα κατά της σαρκός» σημειώνει ο λόγος του Θεού. Τι χρειάζεται από μέρους μας για να ενεργοποιηθεί η δωρεά του Σταυρού και η εξάλειψη των αμαρτιών μας και η ζωή του Θεού στην ύπαρξή μας; Να θελήσουμε να ζήσουμε κατά το άγιο θέλημα του Κυρίου, ώστε να ανοίξουν τα μάτια μας όπως συνέβη με τον συσταυρωμένο ευγνώμονα ληστή πλάι στον Κύριο. Να φτάσουμε στο χαρισματικό σημείο να κραυγάσουμε κι εμείς: «Μνήσθητί μου Κύριε εν τη βασιλεία Σου».
Κι ένας τρόπος υπάρχει: να πάρουμε στα σοβαρά τον «καθρέπτη» που μας έχει δώσει ο Κύριος, ήδη από την αρχή της διδασκαλίας Του, και να τον θέτουμε αδιάκοπα ενώπιόν μας προς έλεγχό μας. Κι εννοούμε τους μακαρισμούς Του. Ποιους ο Κύριος μακάρισε, δηλαδή απεκάλυψε πως θα μετέχουν στη Βασιλεία Του; Τους ταπεινούς, τους πενθούντες για τις αμαρτίες τους, τους πράους ανθρώπους, αυτούς που πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη Του, τους ελεήμονες, τους καθαρούς στην καρδιά, τους ειρηνοποιούς, τους διωγμένους για το όνομά Του. Κάθε μακαρισμός και μία ακτίνα φωτός στην πνευματική πορεία για τον Ουρανό.
«Ἐν τῇ βασιλείᾳ σου μνήσθητι ἡμῶν, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου.
· Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν,
· Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται,
· Μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσι τὴν γῆν,
· Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται,
· Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται,
· Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ, ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται.
· Μακάριοι οἱ εἰρηνοποιοί, ὅτι αὐτοὶ υἱοὶ Θεοῦ κληθήσονται,
· Μακάριοι οἱ δεδιωγμένοι ἕνεκεν δικαιοσύνης, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν.
· Μακάριοί ἐστε, ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς, καὶ διώξωσι, καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ῥῆμα καθ' ὑμῶν, ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ.
· Χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοῖς οὐρανοῖς.
· Μνήσθητι ἡμῶν, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου».
2. «Σήμερον ὁ ἀπρόσιτος τῆ οὐσίᾳ, προσιτός μοι γίνεται, καί πάσχει πάθη, ἐλευθερῶν με τῶν παθῶν, ὁ φῶς παρέχων τυφλοῖς, ὑπό ἀνόμων χειλέων ἐμπτύεται˙ καί δίδωσι τόν νῶτον, ὑπέρ αἰχμαλώτων εἰς μάστιγας. Τοῦτον ἡ ἁγνή Παρθένος καί Μήτηρ, ἐπί Σταυροῦ θεωροῦσα ἐφθέγγετο˙ Οἴμοι Τέκνον ἐμόν! Τί τοῦτο πεποίηκας; ὁ ὡραῖος κάλλει παρά πάντας βροτούς, ἄπνους, ἄμορφος φαίνῃ, οὐκ ἔχων εἶδος οὐδέ κάλλος; Οἴμοι τό ἐμόν φῶς! οὐ δύναμαι ὑπνοῦντα καθορᾶν σε˙ τά σπλάγχνα τιτρώσκομαι, καί δεινή μοι ρομφαία τήν καρδίαν διέρχεται. Ἀνυμνῶ σου τά Πάθη, προσκυνῶ σου τό εὔσπλαγχνον˙ μακρόθυμε Κύριε δόξα σοι» (πλ. δ΄).  
Το τροπάριο είναι από τον εσπερινό των προηγιασμένων δώρων της τετάρτης εβδομάδος των Νηστειών, είναι το Δοξαστικό καθώς λέμε των στιχηρών σε ήχο πλάγιο του τετάρτου. Σε ήχο δηλαδή, κατά τους ειδικούς, που αφενός είναι πολύ μελωδικός, αφετέρου δίνει έκταση και ευρύτητα στα μελωδούμενα. Κι ίσως όχι τυχαία, διότι αυτό που διαβάζουμε και ακούμε εκφράζει πρώτα από όλα μ’ έναν μοναδικό και άμεσο τρόπο το χριστολογικό δόγμα της Εκκλησίας μας, ότι δηλαδή ο Ιησούς Χριστός είναι ο Θεός που έγινε άνθρωπος: «τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος χωρίς αμαρτίας» κατά τον όρο της Συνόδου, οπότε, όπως ιδίως τούτο αναπτύχθηκε από τους Πατέρες μας και μάλιστα τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, είναι ο Κύριος παντελώς απρόσιτος ως Θεός, ως ουσία όπως λέγεται, αλλά και εντελώς προσιτός σ’ εμάς ως άνθρωπος, η λεγόμενη ενέργεια του Θεού. Μακριά και κοντά μας δηλαδή ο Θεός, κάτι που το διαπιστώνουμε σε ολόκληρη τη ζωή του Κυρίου, με αποκορύφωση τη Σταυρική Του θυσία. Κι από την άλλη, η αναφορά στην Παναγία Μητέρα του Κυρίου, όπου κι Εκείνη κλαίει και οδυνάται για τον Εσταυρωμένο Υιό της – οι εικόνες είναι όντως συγκλονιστικές κι αγγίζουν την κορυφή της λυρικής διάθεσης του ποιητή – αλλά και Τον προσκυνάει προσμένοντας την Ανάστασή Του μπροστά στην άφατη αγάπη και ευσπλαγχνία Του. Αξίζει να το δούμε και σε νεοελληνική απόδοση:
  «Σήμερα, ο απρόσιτος κατά την ουσία Θεός γίνεται για χάρη μου προσιτός, και πάσχει ως άνθρωπος ελευθερώνοντάς με με τα πάθη Του από τα δικά μου πάθη. Αυτός που παρέχει φως στους τυφλούς δέχεται εμπτυσμούς από άνομα χείλη, ενώ μαστιγώνεται για χάρη των αιχμαλώτων. Αυτόν βλέποντας πάνω στον Σταυρό η αγνή και Παρθένος και Μητέρα έλεγε: Αλίμονο, τέκνο μου! Γιατί το ’κανες αυτό; Συ που είσαι ο ωραιότερος σε κάλλος σε σχέση με όλους τους ανθρώπους, φαίνεσαι νεκρός, άμορφος, χωρίς να έχεις τίποτε πια εντυπωσιακό ούτε και θαυμαστό; Αλίμονο, φως μου! Δεν μπορώ να σε βλέπω νεκρό. Είναι πληγωμένα τα μέσα μου και διαπερνάει την καρδιά μου φοβερή ρομφαία. Ανυμνώ τα Πάθη σου, προσκυνώ την ευσπλαγχνία σου. Μακρόθυμε, Κύριε, δόξα σοι».
3. «Κατευθυνθήτω ἡ προσευχή μου, ὡς θυμίαμα ἐνώπιόν σου˙ ἔπαρσις τῶν χειρῶν μου, θυσία ἑσπερινή» (πλ. β΄, πλ. α΄, βαρύ τετράφωνο-πεστεγκιάρ).
Η προσευχή στη χριστιανική πίστη μας δεν λειτουργεί κατά τα αντίστοιχα των άλλων θρησκειών. Χωρίς να αποκλείει κανείς την αποδοχή της από τον Κύριο, όταν βλέπει ότι προσεύχεται άνθρωπος με καλή διάθεση, σαν τον εκατόνταρχο Κορνήλιο των Πράξεων των Αποστόλων, όμως συνήθως δεν γίνεται εισακουστή, γιατί ο άνθρωπος βρίσκεται σε κατάσταση σκότους ως αποκομμένος ακόμη από Εκείνον. Ας θυμηθούμε την προσευχή του Φαρισαίου της γνωστής παραβολής: προσευχήθηκε και καταδικάστηκε!
Η προσευχή όμως στην Εκκλησία μας απευθύνεται στον προσωπικό Τριαδικό Θεό που είναι ο Πατέρας μας. Αυτό δεν απεκάλυψε Κύριος ο Θεός μας; «Πάτερ ημών» μας δίδαξε να λέμε προσευχόμενοι. Ο Θεός Πατέρας, εμείς τα παιδιά Του. Αλλά με το δεδομένο ότι ανήκουμε στον Χριστό, είμαστε μέλη της Εκκλησίας Του, συνεπώς προσευχόμαστε μαζί Του βλέποντας Θεού πρόσωπο! «Όσοι έλαβον τον Χριστόν – σημειώνει ο άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής – έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι». Οπότε η προσευχή μας λειτουργεί με τρόπο που θυμίζει την αναπνοή μας. Χωρίς αυτήν δεν μπορούμε να ζήσουμε.
Παρ’ όλα αυτά όμως! Υπάρχει κι εδώ η περίπτωση να λειτουργεί αρνητικά για τον προσευχόμενο. Πότε; Όταν η ζωή του δεν συμβαδίζει με τις άγιες εντολές του Θεού. Δεν αρκεί δηλαδή να είναι κανείς βαπτισμένος, αλλά και να αγωνίζεται να ζει σύμφωνα με αυτό που απαιτεί το άγιο βάπτισμα. Ο άγιος Ιωάννης θα πει σε άλλο σημείο: «Όποιος λέει ότι ανήκει στον Χριστό οφείλει καθώς Εκείνος περιεπάτησεν και αυτός ούτω περιπατείν». Είσαι Χριστιανός; Ζεις τη ζωή του Χριστού. Δεν τη ζεις και ακολουθείς το δικό σου εγωιστικό θέλημα; Ενώπιον του Θεού, έστω και προσευχόμενος, είσαι μία βρωμιά, ακάθαρτος. Στη φυσιολογική περίπτωση του εν επιγνώσει χριστιανού όμως η προσευχή ανεβαίνει ενώπιον του Θεού ως ευωδιαστό θυμίαμα. Γιατί; Διότι έχει καταστήσει ή αγωνίζεται να καταστήσει την καρδιά του αναμμένο κάρβουνο, φωτιά που πυρπολείται από την αγάπη Εκείνου, με αποτέλεσμα κάθε λόγος του και κάθε κίνηση της ύπαρξής του να προκαλεί τη χαρά όλου του Ουρανού. Κι αυτό συμβαίνει όταν ο άνθρωπος πορεύεται με μετάνοια, δηλαδή διαρκώς επιστρέφοντας στον Κύριο, έστω και με αποκλίσεις αμαρτωλές κάποιες φορές. Η μετάνοια με το βασικό γνώρισμά της, την ταπείνωση, «μαγνητίζει» τον Θεό και κάνει τον άνθρωπο «τόπο» στον οποίο μπορεί όντως να «αναπαυτεί».
4. «Νῦν αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σύν ἡμῖν ἀοράτως λατρεύουσιν˙ ἰδού γάρ εἰσπορεύεται ὁ βασιλεύς τῆς δόξης. Ἰδού θυσία μυστική τετελειωμένη δορυφορεῖται. Πίστει καί πόθῳ προσέλθωμεν, ἵνα μέτοχοι ζωῆς αἰωνίου γενώμεθα. Ἀλληλούϊα».
Λίγο πριν τη μεταφορά του προηγιασμένου άρτου από την πρόθεση στην Αγία Τράπεζα από τον ιερέα, ακούγεται ένας κατανυκτικότατος ύμνος που μας ανοίγει τους νοερούς οφθαλμούς για να κατανοήσουμε λίγο το μυστήριο στο οποίο μετέχουμε. Αυτήν την ώρα, λέει η Εκκλησία, που βρισκόμαστε εν συνάξει για να κοινωνήσουμε τον Χριστό, δεν είμαστε μόνοι μας. Είναι παρούσα όλη η Εκκλησία, στρατευόμενη και θριαμβεύουσα, άγιοι και άγγελοι, οι δυνάμεις των ουρανών που κλίνουν το γόνυ ενώπιον τού υπό τα είδη του άρτου και οίνου ευρισκομένου Κυρίου, του βασιλιά της δόξας. Πρόκειται για θυσία που έχει τελειωθεί, που είναι έτοιμη – ο Κύριος είναι ήδη παρών και αισθητά! Μ’ αυτήν την επίγνωση, συγκλονισμένοι και μέχρις εδάφους προσκλίνοντες, εν μετανοία και επικαλούμενοι Εκείνον να μας ελεήσει και να μας σώσει, ας ελέγξουμε για μία ακόμη φορά τον εαυτό μας. Γιατί μπορεί να προσέλθει να κοινωνήσει μόνον εκείνος που διακατέχεται από πίστη σ’ Αυτόν και από μεγάλο πόθο. Κι είναι αυτό που συχνά τονίζουν ιδίως όλοι οι όσιοι πνευματικοί πατέρες μας: «έχεις πίστη και πόθο Χριστού; Πρόσελθε». Κι είναι ευνόητο: η κοινωνία του σώματος και του αίματος του Χριστού μάς καθιστά μετόχους της ίδιας της αιωνιότητας. Ζούμε στον κόσμο αυτόν αλλά ως πολίτες ήδη του Ουρανού.
5. «Γεύσασθε καί ἴδετε ὅτι χρηστός ὁ Κύριος. Ἀλληλούϊα».
Η πίστη στον Κύριο Ιησού Χριστό, ως γνωστόν, δεν είναι καρπός μίας διανοητικής αναζήτησης ή επιλογή μίας ωραίας θεωρίας και ιδεολογίας. Όσοι εξέλαβαν την πίστη με τον τρόπο αυτόν εξέπεσαν σύντομα. Γιατί τελικώς συνάντησαν όχι Εκείνον, αλλά τον ματαιωμένο από την υπερηφάνεια σκοτισμένο νου τους. Η πίστη στον Χριστό είναι καρπός της αναζήτησης της καρδιάς. Αν η καρδιά μου δεν σκιρτά από δίψα για το αιώνιο, για την αλήθεια, δηλαδή για τον ίδιο τον Δημιουργό, δεν πρόκειται ποτέ να με φέρει στο σημείο συνάντησης μαζί Του. Ας δούμε ποιοι απαρχής με τον ερχομό του Χριστού Τον βρήκαν. Οι απλοί ποιμένες της Βηθλεέμ λόγω της απονήρευτης καρδιάς τους και οι επιστήμονες «μάγοι» της Ανατολής, οι αναζητητές της αλήθειας, οι οποίοι θεώρησαν ότι αξίζει να θυσιάσουν τα πάντα προκειμένου να δουν τι είναι εκείνο στον Ουρανό που φαίνεται να τους καλεί! Και το βρήκαν. Και προσκύνησαν τον Χριστό. Και άγιασαν κι αυτοί και ο τόπος στον οποίο επέστρεψαν και κήρυξαν. «Εάν με αγαπάτε θα σας φανερωθώ» είπε ο Κύριος, όχι «αν με καταλαβαίνετε με τη λογική σας». Η καρδιά είναι το κέντρο και η ουσία του ανθρώπου.
Αυτό ακριβώς τονίζει και διασαλπίζει πάντοτε η Εκκλησία μας, αυτό εξαγγέλλει και ο γνωστός ύμνος την ώρα του Κοινωνικού. «Γευτείτε τον Κύριο» λέει, προσεγγίστε Τον δηλαδή με την ψυχή και το σώμα σας, ιδίως μέσα από τις άγιες εντολές Του, γιατί εκεί είναι «κρυμμένος» κατά τους αγίους μας, και τότε θα ανοιχτούν τα μάτια σας και θα Τον δείτε. Και τι θα διαπιστώσετε; Ότι ο Χριστός στη ζωή του ανθρώπου είναι ό,τι γλυκύτερο, ό,τι χαριέστερο, ό,τι πιο ωφέλιμο και ευεργετικό γι’ αυτόν. Αυτό δεν ένιωσαν και όλοι οι άγιοι και αποδύθηκαν με όλη τη ζωή τους να κρατήσουν τον Χριστό; Έστω και μέσα σε σπηλιά, πάνω στα βουνά και τα όρη, οπουδήποτε αρκεί να Τον κρατούν – ή μάλλον να τους κρατά; - στην αγκαλιά τους.
6. «Εὐλογήσω τόν Κύριον ἐν παντί καιρῶ, διά παντός ἡ αἴνεσις αὐτοῦ ἐν τῶ στόματί μου˙ ἄρτον οὐράνιον καί ποτήριον ζωῆς γεύσασθε καί ἴδετε ὅτι Χριστός ὁ Κύριος˙ Ἀλληλούϊα, ἀλληλούϊα, ἀλληλούϊα» (ήχος β΄).
Κοινωνημένος πια ο πιστός, με τη γεύση του σώματος και του αίματος του Χριστού στο στόμα και την ύπαρξή του όλη - λίγο πριν την απόλυση και την έξοδό του από τον ναό - ενωμένος αισθητά με τον Χριστό και τους άλλους αδελφούς του, αισθάνεται το φως Εκείνου να τον πλημμυρίζει, όπως συμβαίνει με το τέλος και των άλλων Λειτουργιών: «Είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβομεν πνεύμα επουράνιον…». Η χάρη αυτή του Χριστού τον ωθεί σε ύμνους δοξολογίας απέναντί Του, σαν τον απλό λαό την εποχή του Χριστού που δεχόμενος τη διδασκαλία και τα θαύματά Του το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να δοξολογεί τον Θεό˙ κι από την άλλη κατανοεί με τον πιο απόλυτο τρόπο ότι αυτό που ζει δεν μπορεί να είναι ευκαιριακό και προσωρινό. Προτιμά να πεθάνει παρά  να χάσει ό,τι του δόθηκε ως το μεγαλύτερο και σπουδαιότερο δώρο. «Θα ευλογώ τον Κύριο για πάντα», υπόσχεται στον εαυτό του, «ποτέ τα χείλη μου δεν θα αφήσουν την αίνεσή μου προς Αυτόν». Μοιάζει με τον έμπορο της παραβολής, ο οποίος βρήκε τον πολυτιμότερο μαργαρίτη και πήγε και πούλησε τα πάντα προκειμένου αυτόν να έχει και να εμπορεύεται. Κι αυτή η απόφαση «έως θανάτου» διακράτησης του Κυρίου εννοείται ότι αυξάνει τη χάρη – του ανοίγονται περισσότεροι οι οφθαλμοί για να ορά τον Κύριο και να τον βιώνει ως την ψυχή της ψυχής του. Δεν θυμίζει λίγο αυτό που σημειώνει και ο άγιος της Σαρακοστής Ιωάννης της Κλίμακος, όταν λέει ότι «αν θέλεις να νιώσεις τα καλά της αφιέρωσης στον Χριστό, τότε ας κολλήσει το όνομά Του πάντοτε στα χείλη σου»; «Αλληλούϊα, αλληλούϊα, αλληλούϊα» είναι πια η επωδός της ζωής του, που μυστικά βεβαίως αντιφωνείται από το «Κύριε, ελέησον».

https://pgdorbas.blogspot.com/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου