Σάββατο 24 Φεβρουαρίου 2024

«Το μικρό ποίμνιο του Χριστού είναι άτρωτο από κάθε προπαγάνδα»



 «Γνωρίζω πως πολλούς από εσάς αναστάτωσε η ξαφνική άνοδος της αντιθρησκευτικής προπαγάνδας και ότι αυτό σας θλίβει. Μην ανησυχείτε όμως… Πέστε μου σας παρακαλώ. Θυμάστε τα λόγια του Χριστού από το ευαγγέλιο του Αποστόλου Λουκά: «Μη φοβού το μικρόν ποίμνιον, ότι ευδόκησεν ο Πατήρ ημών δούναι υμίν την Βασιλείαν». 
 Μας έχει μιλήσει επανειλημμένως για το μικρό Του ποίμνιο ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Το μικρό Του ποίμνιο κρατάει από τους Αποστόλους. Και μετά πλήθαινε όλο και περισσότερο… Το μικρό ποίμνιο υπάρχει παντού, παρά τη μεγάλη έξαρση της αντιθρησκευτικής προπαγάνδας. Υπάρχει μέχρι τις ημέρες μας. Όλοι εσείς που με ακούτε, αποτελείτε το μικρό αυτό ποίμνιο. Μάθετε, λοιπόν, και να ελπίζετε ότι το μικρό αυτό ποίμνιο του Χριστού είναι ακατανίκητο. Κανείς δεν μπορεί να του κάνει τίποτα. Αυτό δεν φοβάται, γιατί γνωρίζει και κρατάει μέσα του τα μεγάλα λόγια του Χριστού: …«οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν και πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής». 
 Λοιπόν, αφού οι πύλες του Άδη δεν μπορούν να νικήσουν την Εκκλησία Του, εμείς, το μικρόν ποίμνιον, γιατί να ανησυχούμε, γιατί να θλιβόμαστε, γιατί να αναστατωνόμαστε; Δεν υπάρχει κανένας λόγος. Το μικρό ποίμνιο του Χριστού είναι άτρωτο από κάθε προπαγάνδα».
[Απόσπασμα από κήρυγμα του Αρχιεπισκόπου Λουκά, στην εορτή της Αγίας Σκέπης το 1954. Στην τότε Σοβιετική Ένωση, τον Στάλιν είχε διαδεχθεί ο Νικήτα Χρουτσώφ, ο οποίος οργάνωσε μια μεγάλη αντιθρησκευτική προπαγάνδα πριν ξεκινήσει το νέο κύμα διωγμών κατά των χριστιανών.

Αρχιμ. Νεκτάριος Αντωνόπουλος «Αρχιεπίσκοπος Λουκάς»
https://proskynitis.blogspot.com/

Η ΕΥΡΕΣΙΣ ΤΗΣ ΤΙΜΙΑΣ ΚΕΦΑΛΗΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ, ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ



«Η τίμια και σεβάσμια και στους αγγέλους κεφαλή πρώτα μεν βρέθηκε, κατ’ ευδοκία και φανέρωση του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, από δύο μοναχούς στην οικία του Ηρώδη, όταν ήλθαν στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσουν τον ζωηφόρο τάφο του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Από τους μοναχούς αυτούς την έλαβε κάποιος κεραμέας και την μετέφερε στην πόλη των Εμεσηνών. Επειδή αισθανόταν χαρά κι ευτυχία  στην καρδιά του μέσω αυτής ο κεραμέας, την τιμούσε εξαιρετικά. Έπειτα επειδή επρόκειτο να πεθάνει, την άφησε στην αδελφή του, αφήνοντας την εντολή να μην την μετακινεί ούτε να την ανοίγει, παρά μόνον να την τιμά. Και μετά τον θάνατο της γυναίκας, πολλοί δέχτηκαν την κεφαλή διαδοχικά ο ένας μετά τον άλλον. Τελευταία από όλους η κεφαλή του Προδρόμου περιήλθε σε κάποιο μοναχό και πρεσβύτερο Ευστάθιο, που ανήκε στην κακοδοξία των Αρειανών. Αυτός εκδιώχτηκε από τους ορθοδόξους από το σπήλαιο στο οποίο κατοικούσε, διότι καπηλευόταν τις ιάσεις που γίνονταν διά της τιμίας κάρας, λέγοντας ότι οφείλονται στην κακόδοξη πίστη του, γι’ αυτό κατά θεία οικονομία φεύγοντας άφησε την κάρα του θείου Προδρόμου στο σπήλαιο. Ήταν λοιπόν κρυμμένη εκεί, μέχρι των χρόνων του Μαρκέλλου, που ήταν αρχιμανδρίτης, επί της βασιλείας του Ουαλεντιανού του νέου και του επισκόπου Εμέσης Ουρανίου. Τότε ακριβώς, επειδή αποκαλύφθηκαν πολλά γι’ αυτήν, βρέθηκε να είναι σε υδρία, οπότε εισήχθη στην Εκκλησία από τον επίσκοπο Ουράνιο, ενεργώντας πολλές ιάσεις και θαύματα. Τελείται δε η σύναξη για την εύρεση της κάρας στο αγιότατο Προφητείο του Προδρόμου, που βρίσκεται στην περιοχή του Φωρακίου».

Αφορμή και πάλι για την Εκκλησία μας η εύρεση της τιμίας κεφαλής του Προδρόμου, προκειμένου να τονίσει τη σπουδαία θέση του μεταξύ όλων των αγίων: να θυμηθούμε οι πιστοί ότι ήταν εκείνος που «κήρυξε τη σωτήρια έλευση του Σωτήρος Χριστού, κατενόησε την πτήση του αγίου Πνεύματος που σκήνωσε σ’ εκείνον, κατά το βάπτισμα του Κυρίου, που μεσίτευσε μεταξύ της Παλαιάς και της Νέας χάριτος» (στιχηρό εσπερινού)∙ ότι ήταν εκείνος που «όταν παρανόμησε ο Ηρώδης τον έλεγξε και γι’ αυτό ως παράφρων ο δειλός του έκοψε την κεφαλή»(κάθισμα όρθρου)∙ ότι ήταν εκείνος που «σφράγισε την Παλαιά Διαθήκη και υπήρξε το τέλος των προφητών, ενώ ετοίμασε τον δρόμο της καινής» (ωδή δ΄)∙ ότι τέλος υπήρξε εκείνος που «φάνηκε με τη δύναμη και το πνεύμα του προφήτη Ηλία σαν ακράδαντος πύργος» (ωδή ε΄) ενώ υμνήθηκε από τον Κύριο «ως ο μεγαλύτερος από όλους τους ανθρώπους» (ωδή ζ΄).

Πέραν όμως αυτών. Η υμνολογία της Εκκλησίας μας σήμερα έρχεται να μας εξηγήσει γιατί ο Κύριος θέλησε να τον φανερώσει από την κρυμμένη στη γη για πολλά χρόνια θέση του. Κι η εξήγηση που προσάγει είναι διπλή: αφενός να κηρύξει εκ νέου μετάνοια  στους ανθρώπους, αφετέρου να γίνει ίαμα γι’ αυτούς με τα διάφορα θαύματά του. Με άλλα λόγια η εύρεση της κεφαλής του τιμίου Προδρόμου κατανοείται μέσα στα πλαίσια της ευεργεσίας του Χριστού στον πιστό λαό του, αποτελεί δηλαδή δώρο Του στην Εκκλησία, γιατί θέλει και να τον παρηγορήσει στον κόσμο τούτο με τα ιάματα που προσφέρει δια της κάρας του Ιωάννου, και να τον βοηθήσει και πάλι να βρει τον αληθινό δρόμο της ζωής, που δεν είναι άλλος από τον δρόμο της μετανοίας και του αγιασμού. Οι πολλές αναφορές του υμνογράφου επί των παραπάνω συγκεφαλαιώνονται θα λέγαμε στους στίχους του συναξαρίου: «Από τη γη φανερώνει ο Πρόδρομος τη σεβάσμια κάρα του, προτρέποντας πάλι να κάνουμε καρπούς άξιους της μετάνοιας. Πρόδρομε, συ που βάπτισες παλιά τον λαό στις πηγές των υδάτων, συ τώρα που φάνηκες από τη γη, βάπτιζέ τον στις πηγές των θαυμάτων» («Εκ γης προφαίνει Πρόδρομος σεπτήν Κάραν, καρπούς παραινών αξίους ποιείν πάλιν. Ο Βαπτίσας πριν υδάτων πηγαίς όχλους, γήθεν φανείς βάπτιζε πηγαίς θαυμάτων»).

Αλλ’ είπαμε, οι αναφορές του υμνογράφου είναι πάμπολλες: δεν μπορεί να κάνει οιαδήποτε αναφορά στον άγιο Ιωάννη, χωρίς να νιώσει την ανάγκη να μιλήσει για το πρώτιστο έργο του Προδρόμου, το κήρυγμα της μετανοίας. Προσαρμόζει όμως το έργο αυτό στα δεδομένα της εποχής του, και κάθε εποχής βεβαίως, όσο κι αν είναι σύγχρονη. «Στάλθηκε ο Πρόδρομος σαν φωνή ανθρώπου που φωνάζει στις έρημες καρδιές, εγκεντρίζοντας σ’ αυτές την ευσεβή πίστη του Υιού του Θεού, του αληθινού Θεού» («Απεστάλη βοώντος φωνή ο Πρόδρμος ταις ερήμοις καρδίαις, την του Υιού του Θεού πίστιν ευσεβή εγκεντρίζων του όντως Θεού») (ωδή η΄). Κι είναι ευνόητο για τον άγιο υμνογράφο ότι μιλώντας για τη μετάνοια μιλάμε για την οδό αγιασμού των ανθρώπων, που οδηγεί στο να γίνει ο άνθρωπος κατοικητήριο του Τριαδικού Θεού. Εκεί οδηγεί η μετάνοια και ο αγιασμός: όχι απλώς να γίνει ο άνθρωπος ένας καλός άνθρωπος – πολλοί «καλοί» άνθρωποι από ό,τι μας λένε οι άγιοί μας θα βρεθούν στην κόλαση, σε αρνητική δηλαδή σχέση με τον Θεό – αλλά να γίνει μία φανέρωση Εκείνου, μία ζωντανή παρουσία της Βασιλείας του Θεού στον κόσμο. «Ετοιμάστε, λέει και τώρα (που φανερώθηκε η κεφαλή του) ο Πρόδρομος, την οδό του Κυρίου, διά της αγιότητος. Διότι αυτός θα έλθει μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα και θα κατοικήσει αιωνίως στις καρδιές μας» («Ετοιμάσατε, φάσκει και νυν ο Πρόδρομος, του Κυρίου την τρίβον, δι’ αγιότητος∙ ούτος γαρ ελθών, συν Πατρί και Πνεύματι, ταις ημών καρδίαις οικήσει εις αιώνας») (ωδή η΄).

Είναι περισσότερο από σαφές έτσι ότι η εύρεση της κεφαλής του τιμίου Προδρόμου λειτουργεί κατεξοχήν εισαγωγικά και αφυπνιστικά προς την περίοδο που εισερχόμαστε σε λίγες ημέρες: τη Σαρακοστή. Δεν υπάρχει καλύτερη προετοιμασία μας γι’ αυτήν, περίοδο νηστείας και εγκρατείας, πνευματικής αφύπνισης και κατάνυξης, από ό,τι μας προβάλλει η τεράστια προσωπικότητα του αγίου Ιωάννου. Κι ακριβώς αυτό επισημαίνει μεταξύ άλλων και η υμνολογία της Εκκλησίας: «Ανέτειλε με λαμπρότητα η τίμια κάρα σου από τους άδυτους κόλπους της γης, Πρόδρομε Ιωάννη…Σε παρακαλούμε να μας δώσεις λύση στα δεινά της ζωής μας, όπως και να διανύσουμε τον καιρό της εγκράτειας καρποφόρα με τις πρεσβείες σου» («Λαμπροφανής ανέτειλεν η τιμία σου κάρα, εκ των αδύτων κόλπων γης, Πρόδρομε Ιωάννη…Δυσωπούμεν σε των δεινών ευρείν λύσιν και τον καιρόν ευμαρώς ανύσαι της εγκρατείας, πρεσβείαις σου») (εξαποστειλάριον όρθρου). Και στους αίνους διαβάζουμε: «Άνοιξε τα προπύλαια της εγκράτειας η πάνσεμνη κεφαλή σου, πανεύφημε, και παρέθεσε σε όλους γλυκύτατη ευχαρίστηση των θείων χαρισμάτων. Σ’ αυτά τα θεία χαρίσματα αν μετέχουμε με πίστη, γλυκαίνουμε την τραχύτητα της νηστείας» («Ήνοιξε προπύλαις της εγκρατείας η πάνσεμνος κεφαλή σου, πανεύφημε, και τρυφήν προέθηκεν ηδυτάτην πάσι θείων χαρισμάτων∙ων περ μετέχοντες πιστώς, το της νηστείας τραχύ γλυκαίνομεν»).

https://pgdorbas.blogspot.com/2013/02/24.html

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



Τῌ ΔΕΥΤΕΡᾼ ΤΗΣ Δ΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ
Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον
ια΄ 2 - 15
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀκούσας ὁ Ἰωάννης ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ τὰ ἔργα τοῦ Ἰησοῦ, πέμψας δύο τῶν μαθητῶν αὐτοῦ 3 εἶπεν αὐτῷ· Σὺ εἶ ὁ ἐρχόμενος ἢ ἕτερον προσδοκῶμεν; 4 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· Πορευθέντες ἀπαγγείλατε Ἰωάννῃ ἃ ἀκούετε καὶ βλέπετε· 5 τυφλοὶ ἀναβλέπουσι καὶ χωλοὶ περιπατοῦσι, λεπροὶ καθαρίζονται καὶ κωφοὶ ἀκούουσι, νεκροὶ ἐγείρονται καὶ πτωχοὶ εὐαγγελίζονται· 6 καὶ μακάριός ἐστιν ὃς ἐὰν μὴ σκανδαλισθῇ ἐν ἐμοί. 7 Τούτων δὲ πορευομένων ἤρξατο ὁ Ἰησοῦς λέγειν τοῖς ὄχλοις περὶ Ἰωάννου· Τί ἐξήλθετε εἰς τὴν ἔρημον θεάσασθαι; κάλαμον ὑπὸ ἀνέμου σαλευόμενον; 8 ἀλλὰ τί ἐξήλθετε ἰδεῖν; ἄνθρωπον ἐν μαλακοῖς ἠμφιεσμένον; ἰδοὺ οἱ τὰ μαλακὰ φοροῦντες ἐν τοῖς οἴκοις τῶν βασιλέων εἰσίν. 9 ἀλλὰ τί ἐξήλθετε ἰδεῖν; προφήτην; ναί λέγω ὑμῖν, καὶ περισσότερον προφήτου. 10 οὗτος γὰρ ἐστι περὶ οὗ γέγραπται· ἰδοὺ ἐγὼ ἀποστέλλω τὸν ἄγγελόν μου πρὸ προσώπου σου, ὃς κατασκευάσει τὴν ὁδόν σου ἔμπροσθέν σου. 11 ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐκ ἐγήγερται ἐν γεννητοῖς γυναικῶν μείζων Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ· ὁ δὲ μικρότερος ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν μείζων αὐτοῦ ἐστιν. 12 ἀπὸ δὲ τῶν ἡμερῶν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ ἕως ἄρτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται, καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν. 13 πάντες γὰρ οἱ προφῆται καὶ ὁ νόμος ἕως Ἰωάννου ἐπροφήτευσαν· 14 καὶ εἰ θέλετε δέξασθαι, αὐτός ἐστιν Ἠλίας ὁ μέλλων ἔρχεσθαι. 15 ὁ ἔχων ὦτα ἀκουέτω.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ (κ. Παναγιώτη Τρεμπέλα)
 
2 Ὁ Ἰωάννης στό μεταξύ, ὅταν ἄκουσε μέσα ἀπό τή φυλακή τά θαύματα τοῦ Χριστοῦ, ἔστειλε δύο ἀπό τούς δικούς του μαθητές
3 καί τοῦ εἶπε: Ἐσύ εἶσαι ὁ Μεσσίας, πού ἀσφαλῶς ἀπό ὥρα σέ ὥρα πρόκειται νά ἔλθει στόν κόσμο, ἤ πρέπει νά περιμένουμε ἄλλον; Κι ἔκανε τήν ἐρώτηση αὐτή ὁ Ἰωάννης γιά νά στηριχθοῦν μέ τήν ἀπάντησή του οἱ κλονισμένοι μαθητές του στήν πίστη πρός τόν Χριστό.
4 Κι ὁ Ἰησοῦς τούς ἀποκρίθηκε: Πηγαίνετε καί διηγηθεῖτε στόν Ἰωάννη ἐκεῖνα πού ἀκοῦτε καί βλέπετε.
5 Ὅ,τι προφήτευσε ὁ Ἡσαΐας γιά τή δράση τοῦ Μεσσία πραγματοποιεῖται τώρα μέ ἀκρίβεια. Τυφλοί δηλαδή ἀποκτοῦν ξανά τό φῶς τους καί κουτσοί περπατοῦν ἐλεύθερα, λεπροί καθαρίζονται ἀπό τή λέπρα καί κουφοί ἀκοῦν, νεκροί ἀνασταίνονται καί περιφρονημένοι φτωχοί καί ἄσημοι ἀκοῦν τό χαροποιό ἄγγελμα τῆς οὐράνιας βασιλείας, ἡ ὁποία θά τούς φέρει τήν εὐτυχία καί τή δόξα.
6 Κι εὐτυχισμένος εἶναι ἐκεῖνος πού δέν θά πέσει πνευματικά καί δέν θά σκληρυνθεῖ παίρνοντας ὡς ἀφορμή τό ἐξωτερικό φαινόμενο τῆς ταπεινώσεως, στήν ὁποία ὑποβλήθηκα γιά νά σώσω τόν ἄνθρωπο.
7 Μόλις αὐτοί ἀναχώρησαν, ἄρχισε ὁ Ἰησοῦς νά λέει στά πλήθη τοῦ λαοῦ γιά τόν Ἰωάννη: Τί βγήκατε νά δεῖτε στήν ἔρημο τήν ἐποχή πού κήρυττε ἐκεῖ ὁ Ἰωάννης; Μήπως βγήκατε νά δεῖτε κανέναν ἄνθρωπο ἄστατο, σάν τό καλάμι πού σαλεύεται ἀπό κάθε φύσημα τοῦ ἀέρα; Ὄχι βέβαια.
8 Ἀλλά τί βγήκατε νά δεῖτε; Κανέναν ἄνθρωπο ντυμένο μέ ἁπαλά φορέματα, μαλθακό καί ὄχι σκληραγωγημένο; Αὐτοί πού φοροῦν τά μαλακά, νάτοι, μέσα στά ἀνά­κτορα τῶν βασιλιάδων μένουν ὡς αὐλικοί τους.
9 Ἀλλά τί βγήκατε νά δεῖτε; Προφήτη; Ναί, σᾶς πληροφορῶ, καί περισσότερο ἀπό προφήτη· διότι αὐτός ἀξιώθηκε νά δεῖ τόν προφητευόμενο Μεσσία, καί ἐπιπλέον προφητεύθηκε καί ἡ δική του δράση καί ἀποστολή.
10 Διότι αὐτός εἶναι ἐκεῖνος γιά τόν ὁποῖο ἔχει γραφεῖ ἀπό τόν προφήτη Μαλαχία: Ἰδού, ἐγώ ἀποστέλλω τόν ἀγγελιοφόρο μου λίγο πρίν ἀπό σένα, ὁ ὁποῖος θά προετοιμάσει τό δρόμο σου μπροστά ἀπό σένα, καί θά προετοιμάσει τίς ψυχές νά σέ δεχθοῦν.
11 Ἀληθινά σᾶς λέω, δέν ἔχει ἀναφανεῖ μεταξύ τῶν ἀνθρώπων πού γεννήθηκαν μέχρι τώρα ἀπό γυναῖκες ἄλλος μεγαλύτερος ὡς πρός τήν ἀξία ἀπό τόν Ἰωάννη τόν Βαπτιστή. Πρέπει ὅμως νά ξέρετε κι αὐτό: ὅτι ὁ τελευταῖος καί περισσότερο ταπεινός κι ἄσημος στή βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἡ ὁποία θεμελιώνεται ἀπό μένα στή γῆ (δηλαδή τό τελευταῖο μέλος τῆς Ἐκκλησίας μου), εἶναι ἀπό τήν ἄποψη τῶν θείων χαρισμάτων καί τῆς σωτηριώδους γνώσεως, τά ὁποῖα ἀπολαμβάνει μέσα στήν Ἐκκλησία, μεγαλύτερος ἀπό τόν Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος δέν ἀπόλαυσε τίς δωρεές καί τά χαρίσματα τῆς Καινῆς Διαθήκης.
12 Νέοι χρόνοι ἦλθαν τώρα. Ἄλλη ἡ ἐποχή πρίν ἀπό τόν Ἰωάννη καί ἄλλη ἡ σημερινή ἐποχή. Ἀπό τήν ἐποχή πού ἄρχισε τό κήρυγμά του ὁ Ἰωάννης ἕως τώρα ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, τήν ὁποία δέν μποροῦσε κανείς νά ἀποκτήσει, κερδίζεται μέ τή βία, κι ἐκεῖνοι πού μεταχειρίζονται σπουδή καί βία πάνω στόν ἑαυτό τους τήν ἁρπάζουν γρήγορα, πρίν τούς φύγει, καί τήν κρατοῦν σφιχτά.
13 Ναί· ἄρχισε ἄλλη ἐποχή ἀπό τίς ἡμέρες τοῦ Ἰωάννη. Διότι ὅλοι οἱ προφῆτες καί ὁ νόμος προφήτευσαν μέχρι τόν Ἰωάννη, τώρα ὅμως οἱ προφητεῖες αὐτές ἀρχίζουν νά πραγματοποιοῦνται.
14 Κι ἄν ἔχετε καλή διάθεση νά τό παραδεχθεῖτε, αὐτός εἶναι ὁ Ἠλίας πού σύμφωνα μέ τήν προφητεία τοῦ Μαλαχία ἔμελλε νά ἔλθει πρίν ἀπό τήν ἔλευση τοῦ Μεσσία. Τόσο μεγάλη, τόσο ἔνδοξη εἶναι ἡ νέα αὐτή ἐποχή.
15 Ἐκεῖνος πού ἔχει πνευματικά αὐτιά γιά νά ἀκούει μέ ἐνδιαφέρον καί κατανόηση αὐτά πού λέω, ἄς ἀκούει καί ἄς κατανοεῖ ὅτι ὁ Μεσσίας ἦλθε. 

(Η ΚΑΙΝΗ ΔΙΑΘΗΚΗ - ΜΕ ΣΥΝΤΟΜΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ - ΕΚΔΟΣΙΣ «ΑΔΕΛΦΟΤΗΣ ΘΕΟΛΟΓΩΝ ¨Ο ΣΩΤΗΡ¨»)

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Δεν υπάρχει άνθρωπος που δεν ζει κάτω από την Πρόνοια του Θεού. Εκείνους μάλιστα που εξήλθαν για να Τον αναζητήσουν και βαστάζουν τα πάθη για χάρη του, τους παρακολουθεί προσεκτικά, δείχνοντάς τους με το δάκτυλο. 

(Άγιος Ισαάκ ο Σύρος)

Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2024

Πίστη δεν έχω…



Του Αρχιμανδρίτου Εφραίμ Παναούση
Η εργασία, έλεγε ο γέρο-Ησαίας, είναι για το μοναχό θεραπεία ψυχής. Κι ο γέρο-Κλήμης συμπλήρωνε: «Όταν δεν έχει ο άνθρωπος δουλειά,του βρίσκει ο διάβολος».
Οι νέοι μοναχοί δεν έχαναν ευκαιρία κι έψαχναν που θα βρουν τα άγια γερόντια να τα ρωτήσουν για των παλιών τα παλαίσματα και τους άθλους.

Όταν η συζήτηση κρατούσε ώρα και πήγαινε σε αργολογία ο γέρο-Κάλλιστος έβαζε τέλος μ’ ένα λόγο του Οσίου Εφραίμ. «Ο καλός λόγος είναι ασήμι, μα η σιωπή χρυσάφι». κι κουβέντα τελείωνε. Οι πατέρες βάζανε μετάνοια και τραβούσανε για τα κελιά τους.
– Γέροντα, ρώτησε τον Ηγούμενο ο νεώτερος δόκιμος του Κοινοβίου, κάτι ήθελε.
– Να ‘ναι ευλογημένο, είπε εκείνος και τον τράβηξε παράμερα, κάθισε ο Γέροντας στην πεζούλα κι ο Παναγής δίπλα.
Πόσα δεν είχε ακούσει τούτη η γωνιά που αγκάλιαζε με σέβας ένα κτιτορικό κυπαρίσσι. Πόσους λογισμούς, πόσες θάλασσες ψυχής ειρήνεψε ο Θεός.
– Λοιπόν;
– Δεν μπορώ Γέροντα. Δεν έχω πίστη. Όχι σαν εκείνη που μνημονεύει η Γραφή που κινάει βουνά. Ούτε λίγη δεν έχω.
Και χωρίς πίστη, είπε σήμερα στην τράπεζα η αγιοσύνη σου, στράφι πάνε οι κόποι μας. Είναι ώρες που μια θάλασσα με πνίγει και βλέπω σα θεριό τον πειρασμό να θέλει να με φάει.
– Κάτι έχεις και το έχασες και τώρα πρέπει να το βρεις, έκανε ο Γέροντας.
Σάμπως να μην κατάλαβε ο Παναγής και πήγε να ρωτήσει δειλά. Μα ο Γέροντας του έκοψε τον λόγο.
– Άμα ο άνθρωπος έρχεται στη ζωή, δώρο έχει απ’ το Θεό, την καθαρή καρδιά και την πίστη, άμα μεγαλώσει πρέπει να δουλέψει για να τα’ αποκτήσει.
Όπως τα μικρά παιδιά που ο πατέρας τους τα τρέφει και τα ντύνει, μα όταν μεγαλώσουν πρέπει μονάχα τους να δουλέψουν. Τώρα το λοιπόν πρέπει να κοπιάσεις για να γίνεις παιδί.
– Και μπορεί κάποιος να μετράει τόσα χρόνια και να ‘ναι στην καρδιά παιδί;
– Σου μίλησα ποτέ για τον γέρο-Δαμασκηνό; είπε ο Γέροντας.
– Θαρρώ πως όχι.
– Άκου, λοιπόν. Σ’ ένα κελί του όρους κλεισμένο απ’ τα βράχια ζούσανε κάποτε πατέρες με πίστη κι αγάπη στο Θεό. Κάθε φορά που ‘ρχόταν η μέρα της εορτής του Αγίου, τυπικό το είχαν οι πατέρες να κάνουνε κατά τα έθιμα του Όρους και των Πατέρων, πανηγύρι.
Φώναζαν λοιπόν από τη μεγάλη Σκήτη το γέρο-Δαμασκηνό, μοναχό κατά πως λέγαν οι Πατέρες καλόν και ενάρετον, να μαγειρέψει για την τράπεζα της πανηγύρεως. Κι εκείνος με αγάπη ήρθε στο κάλεσμα. Πήρανε και μερικές οκάδες ψάρι και είπανε στο γέρο-Δαμασκηνό να κάμει κουμάντο.
Καλός ο καιρός, μπουνάτσα η θάλασσα κι ήρθανε να τιμήσουνε τον Άγιο πολλοί πατέρες. Ο Γέροντας του κελλιού έβλεπε τους μαύρους σκούφους να πυκνώνουν στο κελί, από τη μια χαιρόταν κι απ’ την άλλη είχε φόβο. Το ψάρι λιγοστό, πολλοί οι πατέρες. Τα σκεφτότανε από εδώ τα έφερνε από εκεί, πάλι δεν του έβγαινε.
– Γέρο Δαμασκηνέ, δεν θα φτάσει το ψάρι, του ‘λεγε ο Γέροντας.
Ο γερό-Δαμασκηνός δακρυσμένος σηκώθηκε και είπε:
– Πατέρες, ελάτε να σας πω για το μέγα θαύμα της πίστεως. Ναι, Γέροντα, όπως έλεγες, το ψάρι δεν θα έφτανε κι οι πατέρες θα έμεναν νηστικοί.
Πήγα λοιπόν κάτω στο σπήλαιο του Αγίου, κάθισα μπροστά στην εικόνα του και του είπα: «Άγιε μου,για την χάρη σου ήρθαν οι πατέρες, μη τους αφήσεις νηστικούς».
Ύστερα πήρα λαδάκι απ’ το καντήλι του και το έριξα σταυροειδώς στο νταβά. Ύστερα άρχισα ν’ αδειάζω τον νταβά κι ελάτε να δείτε πόσα ακόμα ψάρι έχει περισσέψει.
– Κατάλαβες; είπε ο Γέροντας στον Παναγή. Σα μικρό παιδί ν’ αφήνεσαι στο πέλαγος του Θεού. Ο γέρο-Παϊσιος έλεγε: τον υποχρεώνεις όταν του εμπιστεύεσαι τη ζωή σου.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο Περιοδικό Πειραϊκή Εκκλησία τον Ιούνιο 2002
https://oikohouse.wordpress.com/page/2/

Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται…



Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Πολλοί οι τρόποι του Πανσόφου Θεού. Με χίλιους δυο τρόπους προστατεύει και αυτούς που προσεύχονται σ΄ Αυτόν…
Μήπως μια φορά ήταν που έκλεισε τα μάτια του εχθρού έτσι που να μην μπορεί να δει ποιον διώκει και ποιον αναζητά;

Ο άνθρωπος στέκει μπροστά του και αυτός δεν τον βλέπει. Ή να μπερδεύει το σπίτι που λίγο πριν ήθελε να λεηλατήσει και να καταστρέψει;
Η γυναίκα ενός σέρβου αξιωματικού στο Βελιγράδι έζησε ακριβώς αυτήν την τύφλωση. Παρατήρησε ότι οι στρατιώτες του εχθρού πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι,έκαναν έρευνα,λεηλατούσαν και συλλαμβάνανε κόσμο για σκλάβους.
Ήταν κοντά στο σπίτι της. Να τους! Ήδη έφθασαν στη διπλανή αυλή. Τι να κάνει; Φωνάζει την πεθερά της και τα παιδιά και γονατίζουν μπροστά στην εικόνα του Αρχαγγέλου.
Προσεύχονται με κλάμα και λυγμούς. Οι στρατιώτες χτυπούσαν και έβριζαν τους γείτονες. Η πόρτα της αυλής τους σαν να χτυπά. Τώρα θα έρθουν στο σπίτι τους να…!
Αλλά δεν θα έρθουν. Δεν αφήνει ο Θεός! Η προσευχή δεν είναι μάταιη. Βγαίνοντας από το διπλανό σπίτι, οι στρατιώτες παραβλέπουν το σπίτι του Σέρβου αξιωματικού και πηγαίνουν στο επόμενο.
Απλά δεν τους επετράπη να δουν την αυλή ούτε το σπίτι που δέθηκε μέσω της προσευχής με τον ουρανό.
Οι μεγάλοι άγιοι και δίκαιοι αισθάνονταν την παρουσία του Θεού, ακόμα και στην κίνηση των σκέψεων και της καρδιάς τους.
Προσπάθησε και εσύ να ανέλθεις έως αυτά τα πνευματικά ύψη. Έως αυτού του υπέροχου δρόμου γνωριμίας με τον Κύριο. Έως αυτά τα εξαίσια συναισθήματα για τον Θεό. 

Αγίου Νικολάου, Βελιμίροβιτς.
«Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται», εκδ. «Εν πλώ», σ.126
Ο Τηρών
Μηνιαία Έκδοση Ι.Ν. Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος
Έτος 17ον – Τεύχος 20ον – Οκτώβριος 2023
https://oikohouse.wordpress.com/

Δια Χριστόν κλέφτης!



Στην Πνευματική ζωή, είναι ανάποδα τα πράγματα. Άμα κρατάς εσύ το άσχημο , τότε νοιώθεις όμορφα. Άμα το δίνεις στον άλλον, τότε νοιώθεις άσχημα. Όταν δέχεσαι την αδικία και δικαιολογείς τον πλησίον σου, δέχεσαι τον πολυαδικημένο Χριστό, στην καρδιά σου. Τότε ο Χριστός μένει με το ενοικιοστάσιο [1], μέσα σου και σε γεμίζει με ειρήνη και αγαλλίαση. Για δοκιμάστε, βρε παιδιά, να ζήσετε αυτήν την χαρά! Να μάθετε να χαίρεσθε με αυτήν την πνευματική χαρά, όχι με την κοσμική. Πάσχα θα έχετε τότε κάθε μέρα.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά από την χαρά που νοιώθεις, όταν δέχεσαι την αδικία. Μακάρι να με αδικούσαν όλοι οι άνθρωποι! Ειλικρινά, σας λέω, την γλυκύτερη πνευματική χαρά την ένοιωσα μέσα στην αδικία. Ξέρετε πόσο χαίρομαι , όταν κάποιος με πει πλανεμένο; «Δόξα σοι ο Θεός, λέω, από αυτό έχω μισθό, ενώ αν με πουν άγιο, χρωστάω». Γλυκύτερο πράγμα από την αδικία δεν υπάρχει!
Ένα πρωί στο καλύβι χτύπησε κάποιος το σιδεράκι στην πόρτα. Κοίταξα από το παράθυρο να δω ποιος είναι, γιατί δεν ήταν ακόμα η ώρα να ανοίξω. Είδα έναν νέο με φωτεινό πρόσωπο και κατάλαβα ότι είχε βιώμαα πνευματικά, αφού τον πρόδιδε η Χάρις του Θεού. Γι’ αυτό, αν και ήμουν απασχολημένος, διέκοψα αυτό που έκανα, άνοιξα την πόρτα, τον πήρα μέσα, του πρόσφερα νερό και με τρόπο άρχισα να τον ρωτάω για την ζωή του, γιατί έβλεπα ότι είχε πνευματικό περιεχόμενο. 
«Τι δουλειά κάνεις, παλληκάρι;» τον ρώτησα. «Τι δουλειά, πάτερ; μου λέει. Εγώ στην φυλακή μεγάλωσα. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου εκεί τα πέρασα. Τώρα είμαι είκοσι έξι χρονών». «Καλά βρε παλληκάρι, τι έκανες και σε έκλειναν φυλακή;», τον ρώτησα. Κι εκείνος μου άνοιξε την καρδιά του: «Από μικρός, μου είπε, πονούσα πολύ, όταν έβλεπα δυστυχισμένους ανθρώπους. Ήξερα όλους τους πονεμένους, όχι μόνον από την ενορία μου αλλά και από άλλες ενορίες. Επειδή ο παπάς της ενορίας μας με τους επιτρόπους μάζευαν συνέχεια χρήματα και έφτιαχναν κτήρια, αίθουσες κτλ, ή έκαναν διάφορους εξωραϊσμούς, είχαν παραμεληθεί τελείως οι φτωχές οικογένειες. Εγώ δεν κρίνω εάν ήταν απαραίτητα αυτά που έφτιαχναν, αλλά έβλεπα να υπάρχουν πολλοί δυστυχισμένοι άνθρωποι.
Πήγαινα λοιπόν κρυφά και έκλεβα από τα χρήματα που μάζευαν από τους εράνους. Έπαιρνα αρκετά, δεν τα έπαιρνα όλα. Ύστερα αγόραζα τρόφιμα, διάφορα πράγματα, τα άφηνα κρυφά έξω από τα σπίτια των φτωχών και αμέσως, για να μην πιάσουν άλλον άδικα, πήγαινα στην αστυνομία και έλεγα: «Εγώ έκλεψα τα χρήματα από την εκκλησία και τα ξόδεψα», χωρίς να πω τίποτε άλλο. Με άρχιζαν στο ξύλο και στο βρισίδι, «αλήτη, κλέφτη», εγώ σιωπούσα. Με έκλειναν μετά στην φυλακή. Αυτή η δουλειά γινόταν για χρόνια. Όλη η πόλη όπου έμενα – τριάντα χιλιάδες κάτοικοι – και άλλες πόλεις με είχαν μάθει, και «αλήτη» με ανέβαζαν, «κλέφτη» με κατέβαζαν. Εγώ σιωπούσα και ένοιωθα χαρά. Κάποτε μάλιστα με είχαν κλείσει στην φυλακή τρία ολόκληρα χρόνια. Μερικές φορές με έκλειναν άδικα στην φυλακή και, όταν έπιαναν τον ένοχο, με άφηναν. Αν δεν τον έπιαναν καθόμουν μέσα, όσο έπρεπε να καθίσει εκείνος. Γι’ αυτό σου είπα, πάτερ μου, ότι τα περισσότερα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα στις φυλακές».
Αφού τον άκουσα με προσοχή, του είπα: «Βρε παλληκάρι, όσο καλά και αν φαίνεται αυτό, δεν είναι καλό και να μην το ξανακάνης. Άκου τι θα σου πω. Θα με ακούσης;». «Θα σε ακούσω πάτερ» μου λέει. «Να απομακρυνθείς από αυτή την πόλη, του λέω, να πας σε άγνωστο περιβάλλον, στην τάδε πόλη, και εγώ θα φροντίσω να συνδεθής με καλούς ανθρώπους. Να εργάζεσαι και να βοηθάς, όσο μπορείς, τους πονεμένους από το υστέρημα σου, επειδή αυτό έχει μεγαλύτερη αξία. 
Αλλά, και όταν κανείς δεν έχει τίποτα να δώσει σε έναν φτωχό και πονάει η καρδιά του, τότε κάνει ανώτερη ελεημοσύνη, διότι κάνει ελεημοσύνη με το αίμα της καρδιάς του. Γιατί εάν είχε κάτι και το έδινε, θα αισθανόταν και χαρά, ενώ, όταν δεν έχει να δώσει, αισθάνεται πόνο στην καρδιά».
Μου υποσχέθηκε ότι θα ακούσει την συμβουλή μου και έφυγε χαρούμενος. Έπειτα από επτά μήνες παίρνω ένα γράμμα από τις φυλακές Κορυδαλλού, στο οποίο έγραφε τα εξής; «Ασφαλώς, πάτερ μου, θα απορήσεις που σου γράφω πάλι από την φυλακή μετά από τόσες συμβουλές που μου έδωσες και μετά τις υποσχέσεις που σου έδωσα. Μάθε ότι αυτή την φορά υπηρετώ μία φυλάκιση την οποία είχα υπηρετήσει, κάποιο λάθος έγινε. Ευτυχώς που δεν υπάρχει ανθρώπινη δικαιοσύνη, γιατί θα αδικούνταν οι πνευματικοί άνθρωποι επειδή θα έχαναν τον ουράνιο μισθό». 
Όταν διάβασα αυτά τα τελευταία λόγια, θαύμασα αυτόν τον νέο, που είχε πάρει τόσο ζεστά την πνευματική ζωή και είχε συλλάβει τόσο βαθιά το βαθύτερο νόημα της ζωής! Δια Χριστόν κλέφτης! Μέσα του είχε Χριστό. Δεν μπορούσε να φρενάρει τον εαυτό του από την χαρά που ένοιωθε. Θεία παλαβομάρα, πανηγύρι είχε!
– Γέροντα, από το ρεζίλι ερχόταν η χαρά;
– Από την αδικία ερχόταν η χαρά. Κοσμικός άνθρωπος ήταν, ούτε συναξάρια, ούτε Πατερικά είχε διαβάσει και, ενώ έτρωγε άδικα ξύλο, τον έκλειναν στην φυλακή, τον είχαν μέσα στην πόλη για αλήτη, για παλιόπαιδο, για κλέφτη, γινόταν ρεζίλι, αυτός δεν μιλούσε και τα αντιμετώπιζε όλα τόσο πνευματικά! Νέος άνθρωπος, και δεν φρόντιζε να αποκατασταθή, αλλά πώς να βοηθήσει τους άλλους! Τους μεγάλους κλέφτες πολλές φορές δεν τους κλείνουν ούτε μία φορά στη φυλακή, ενώ αυτόν τον δόλιο τον φυλάκισαν για την ίδια κλοπή δύο φορές και για άλλες κλοπές τον φυλάκισαν άδικα, μέχρι να βρουν τον πραγματικό κλέφτη!
Την χαρά όμως που είχε αυτός δεν την είχαν όλοι οι κάτοικοι της πόλης. Τριάντα χιλιάδες χαρές δεν συμπλήρωναν την δική του χαρά.
Γι’ αυτό λέω ότι ένας πνευματικός άνθρωπος δεν έχει θλίψεις. Όταν η αγάπη αυξηθεί και καεί η καρδιά από τον θείο έρωτα, δεν μπορεί να σταθεί πλέον η θλίψη. Η μεγάλη αγάπη προς τον Χριστό υπερνικά τους πόνους και τις ταλαιπωρίες που του προξενούν οι άνθρωποι.
******************************
[1] «Ενοικιοστάσιο»: Νομική διάταξη σύμφωνα με την οποία οι ενοικιαστές στέγης για κατοικία η επαγγελματική δραστηριότητα έχουν το δικαίωμα να παρατείνουν την διαμονή τους και μετά την λήξη της μισθώσεως.
Γ. Παϊσίου Αγιορείτου, «Λόγοι», τ. Γ’, σελ. 74-77, Β’ Εκδοση, Εκδοση Ι. Ησυχαστήριο «Ευαγγελιστής Ιωαννης ο Θεολόγος».
https://inpantanassis.blogspot.com/