Τετάρτη 25 Ιουλίου 2018

«Οσο γκρινιάζει κανείς, τόσο ρημάζει…»


(Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης)
Τι έλεγε ο Γέροντας Παϊσιος για την γκρίνια;

– Γέροντα, πού οφείλεται η γκρίνια και πώς μπορείς να την αποφύγης;

– Στην κακομοιριά οφείλεται και με την δοξολογία την κάνει κανείς πέρα. Η γκρίνια γεννά γκρίνια και η δοξολογία γεννά δοξολογία.

Όταν δεν γκρινιάζη κανείς για μια δυσκολία που τον βρίσκει, αλλά δοξάζη τον Θεό, τότε σκάζει ο διάβολος και πάει σε άλλον που γκρινιάζει, για να του τα φέρη όλα ανάποδα. Γιατί, όσο γκρινιάζει κανείς, τόσο ρημάζει.

Μερικές φορές μας κλέβει το ταγκαλάκι και μας κάνει να μη μας ευχαριστή τίποτε, ενώ μπορεί κανείς όλα να τα γλεντάη πνευματικά με δοξολογία και να έχει την ευλογία του Θεού.

Να, ξέρω κάποιον εκεί στο Όρος που, αν βρέξη και του πης «πάλι βρέχει», αρχίζει: «Ναι, όλο βρέχει, θα σαπίσουμε από την πολλή υγρασία».

Αν μετά από λίγο σταματήση η βροχή και του πης «ε, δεν έβρεξε και πολύ», λέει: «Ναι, βροχή ήταν αυτή; Θα ξεραθή ο τόπος…;». Και δεν μπορεί να πει κανείς ότι δεν είναι καλά στο μυαλό, αλλά συνήθισε να γκρινιάζη. Να είναι λογικός και να σκέφτεται παράλογα!

Η γκρίνια έχει κατάρα. Είναι σαν να καταριέται ο ίδιος ο άνθρωπος τον εαυτό του, οπότε μετά έρχεται η οργή του Θεού. Στην Ήπειρο γνώριζα δύο γεωργούς.

Ο ένας ήταν οικογενειάρχης και είχε ένα-δυό χωραφάκια και εμπιστευόταν τα πάντα στον Θεό. Εργαζόταν όσο μπορούσε, χωρίς άγχος. «Θα κάνω ό,τι προλάβω, έλεγε.

Μερικές φορές άλλα δεμάτια σάπιζαν από την βροχή, γιατί δεν προλάβαινε να τα μαζέψη, άλλα του τα σκόρπιζε ο αέρας, και όμως για όλα έλεγε «δόξα Σοι ο Θεός» και όλα του πήγαιναν καλά. Ο άλλος είχε πολλά κτήματα, αγελάδες κ.λ.π., δεν είχε και παιδιά.

Αν τον ρωτούσες «πώς τα πας;», «άστα, μην τα ρωτάς», απαντούσε. Ποτέ δεν έλεγε «δόξα Σοι ο Θεός», όλο γκρίνια ήταν. Και να δήτε, άλλοτε του ψοφούσε η αγελάδα, άλλοτε του συνέβαινε το ένα, άλλοτε το άλλο. Όλα τα είχε, αλλά προκοπή δεν έκανε.

Για αυτό λέω, η δοξολογία είναι μεγάλη υπόθεση. Από μας εξαρτάται, αν γευθούμε ή όχι τις ευλογίες που μας δίνει ο Θεός. Πώς όμως να τις γευθούμε, αφού ο Θεός μας δίνει λ.χ. μπανάνα και εμείς σκεφτόμαστε τι καλύτερο τρώει ο τάδε εφοπλιστής;

Πόσοι άνθρωποι τρώνε μόνον ξερό παξιμάδι, αλλά μέρα-νύχτα δοξολογούν τον Θεό και τρέφονται με ουράνια γλυκύτητα! Αυτοί οι άνθρωποι αποκτούν μια πνευματική ευαισθησία και γνωρίζουν τα χάδια του Θεού.

Εμείς δεν τα καταλαβαίνουμε, γιατί η καρδιά μας έχει πιάσει γλίτσα και δεν ικανοποιούμαστε με τίποτε.

Δεν καταλαβαίνουμε ότι η ευτυχία είναι στην αιωνιότητα και όχι στην ματαιότητα.

(Πηγή: askitikon.eu)

Να είσαι ή να φαίνεσαι;


…κατὰ τὴ γνώμη μου εἶναι ἡ ἀσπλαχνία καί ἡ κατάκριση τῶν ἄλλων .

Μπορεῖ νὰ νηστεύεις καί νὰ ἐκκλησιάζεσαι .

Νὰ τηρεῖς τοὺς κανόνες τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ κάνεις πολλὰ ποὺ μυρίζουν λιβάνι.

Γι’ αὐτὸ καί ἀπατοῦν – ξεγελοῦν καί σὲ κάνουν νὰ χάνεις τὸ δρόμο .

Ἐσύ βέβαια , κάνεις πολλά .

Νὰ τὸ ποῦμε αὐτό .

Τὸ ξέρω .

Εὖγε .

Μὰ ἂν δὲν τηρεῖς καὶ τὴν πρώτη ἐντολὴ τὴς ἀγάπης πῶς θὰ ἑνωθεῖς μ’ αὐτὸν πού εἶναι η αγάπη ;

Ἂν δὲν μπορεῖς νὰ χωνέψεις τὴν πεθερά σου , νὰ μιλήσεις στὰ παιδιά σου , νὰ συγχωρέσεις τὴ μάνα σου , νὰ κατανοήσεις τὸν πατέρα σου , νὰ ἑνωθεῖς μὲ τὴ σύζυγό σου , νὰ τηλεφωνήσεις στὸν ἄδερφό σου γιὰ νὰ πεῖς μία κουβέντα γλυκιά τί νὰ τὰ κάνω ὅλα τ’ ἄλλα όπως π.χ πρόσφορα , κόλλυβα , λάδια , θυμιάματα , ἀρτοκλασίες κι ἀλάδωτες νηστεῖες ;

Ὁμιλίες καί κηρύγματα ποὺ μένουν μόνο λόγια , λόγια , λόγια …
Ὅλα κούφια .

Ὀνόματα γραμμένα στὰ χαρτιὰ «ὑπὲρ ὑγείας» καί ξεγραμμένα ἀπ’ τὴν καρδιὰ μετ’ ἀσπλαχνίας .

Πάρ’ το ἀπόφαση καί κατάλαβέ το .

Δὲν εἶναι πίστη αὐτὸ ποὺ ἔχεις .

Κι ἅμα σὲ πόνεσα συγχώρα μὲ ποὺ θὰ στὸ πῶ μὰ κι ἐγὼ αὐτὸ ἤθελα .

Νὰ πονέσεις .

Γιὰ νὰ βγεῖ ἀπὸ μέσα σου τὸ πύον ποὺ περνᾶς γι’ ἁγιασμό …»

http://orthodoxy.rodos-island.gr
https://simeiakairwn.wordpress.com/2018/07/11/να-είσαι-ή-να-φαίνεσαι/

Αδικία…Μια διδακτική ιστορία!


~ Μια φορά κι έναν καιρό ένας άρχοντας καλός και αγαθός, ελεήμων και εύσπλαχνος, θέλησε να κάνει έναν μοναχικό περίπατο στο γειτονικό δάσος. Στον δρόμο που πήγαινε, συνάντησε έναν ζητιάνο με αξιολύπητη εμφάνιση, ο οποίος του ζήτησε ελεημοσύνη.

Τον ευσπλαχνίστηκε και, γενναιόδωρος καθώς ήταν, άδειασε τις τσέπες του στα χέρια του. Είχε πάνω του 168 λίρες.

Του έδωσε τις 166 και κράτησε μόνο τις δύο! Ο ζητιάνος έκθαμβος μπροστά σ’ αυτή τη γενναιοδωρία, τον χιλιοευχαρίστησε, πρόσεξε όμως και τις δύο λίρες που κράτησε ο άρχοντας.

Μετά από αυτό, ο ελεήμων άνθρωπος συνέχισε τον δρόμο του προς το δάσος. Ο ζητιάνος, γεμάτος απληστία, χώθηκε στο δάσος και από άλλον δρόμο του βγήκε μπροστά κι εκεί στην ερημιά όρμησε στον ευεργέτη του και του πήρε τις δύο λίρες που είχε κρατήσει!

Αγανακτεί κανείς μπροστά σ’ αυτή την αχαριστία και απληστία. Κι όμως, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, μπαίνουμε στην θέση αυτού του αχάριστου και άπληστου!

Ο Πανάγαθος Θεός μας χαρίζει 168 ώρες ζωής την εβδομάδα για να τις αξιοποιήσουμε όπως θέλουμε, και κρατάει για Εκείνον μόνον δύο ώρες, τις ώρες που συμμετέχουμε στην Θεία Λατρεία της Κυριακής, στην Θεία Λειτουργία.

Κι αυτό, πάλι για μας. Για να μας ξεκουράσει ψυχικά, να μας θρέψει με το Πανάγιο Σώμα και Αίμα Του, για να ανανεώσει τις δυνάμεις μας με το ουράνιο οξυγόνο της Χάριτος.

Του τις αφαιρούμε ληστρικά κι αυτές με διάφορες προφάσεις. Έτσι αδικούμε τον Πανευεργέτη μας και Σωτήρα μας Χριστό, αλλά κυρίως την ψυχή μας, που την αφήνουμε νηστική από την θεία Χάρι και εξαντλημένη.

πηγή: www.askitikon.eu
https://simeiakairwn.wordpress.com/

«Πολλές φορές, βλέπουμε την αμαρτία ενός ανθρώπου, δεν βλέπουμε όμως τη μετάνοιά του»


Για την κατάκριση (Γέροντας Ευστράτιος Γκολοβάνσκι)

~ Ποτέ μην ακούσεις και ποτέ μη σεβαστείς εκείνον που κατακρίνει τον πλησίον. «Πάψε, αδερφέ!», να του πεις. «Εγώ καθημερινά κάνω μεγαλύτερα σφάλματα. Πώς μπορώ, λοιπόν, να κατακρίνω τον άλλον;». Έτσι, με το ίδιο φάρμακο, και τον εαυτό σου θα προστατεύσεις και τον πλησίον σου θα θεραπεύσεις.

Γιατί κατακρίνουμε τόσο εύκολα τον πλησίον;

Επειδή δεν γνωρίζουμε καλά τον εαυτό μας. Όποιος αποκτάει πλήρη αυτογνωσία, ποτέ δεν κοιτάζει τα παραπτώματα του αδερφού του.

Πώς μπορούμε ν’ απαλλαγούμε από την κακή συνήθεια της κατακρίσεως του πλησίον;

«Πριν κρίνεις, εξέταζε τον εαυτό σου», λέει ο σοφός Σειράχ (18:20). Να μια βασική αρχή ζωής κι ένα καλό όπλο ενάντια στην κατάκριση: «Εξέταζε τον εαυτό σου». Να βάζεις, δηλαδή, τον εαυτό σου στη θέση του πλησίον και να σκέφτεσαι: Μήπως κι εσύ κάνεις ό,τι κι εκείνος; Μήπως, αν βρισκόσουνα κάτω από τις ίδιες συνθήκες, θα φερόσουνα χειρότερα;

Άκου τι γράφει ο απόστολος Παύλος στους χριστιανούς της Ρώμης: «Ένοχος είσαι, άνθρωπέ μου, εσύ που γίνεσαι κριτής των άλλων. Γιατί, κρίνοντας τον άλλο, καταδικάζεις τον ίδιο σου τον εαυτό, αφού κάνεις τα ίδια κι εσύ, ο κριτής» (Ρωμ. 2:1). Αλλά και ο Κύριος τι μας λέει; «Μην κρίνετε τους συνανθρώπους σας, για να μη σας κρίνει κι εσάς ο Θεός. Με το κριτήριο που κρίνετε θα κριθείτε, και με το μέτρο που μετράτε θα μετρηθείτε. Πώς μπορείς και βλέπεις το σκουπιδάκι στο μάτι του αδερφού σου και δεν νιώθεις ολόκληρο δοκάρι στο δικό σου μάτι;… Υποκριτή! Βγάλε πρώτα από το μάτι σου το δοκάρι, και τότε θα μπορέσεις να δεις και να βγάλεις το σκουπιδάκι από το μάτι του αδερφού σου» (Ματθ. 7:1-3,5).

Ας θυμόμαστε πάντα ότι στο φοβερό κριτήριο του Θεού θα μας ζητηθούν καρποί αγάπης. Κι εκείνος που αγαπάει, δεν κατακρίνει. «Εκείνος που αγαπάει, έχει μακροθυμία και καλοσύνη· εκείνος που αγαπάει, δεν ζηλοφθονεί,… δεν οργίζεται…· εκείνος που αγαπάει, όλα τα ανέχεται, σε όλα εμπιστεύεται, για όλα ελπίζει, όλα τα υπομένει» (Α Κορ. 13:4,5,7).

Επιτρέπεται να κρίνουμε τους ιερείς;

Ο Κύριος είπε: «Μην κρίνετε τους συνανθρώπους σας, για να μη σας κρίνει κι εσάς ο Θεός» (Ματθ. 7:1). Κανένα συνάνθρωπό μας, λοιπόν, δεν πρέπει να κρίνουμε. Μόνο ο Κύριος έχει την εξουσία να κρίνει τους ανθρώπους (Ιω. 5:22). Γι’ αυτό, λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, «η κρίση είναι αναίσχυντη αρπαγή του δικαιώματος του Θεού και η κατάκριση είναι όλεθρος της ψυχής εκείνου που κατακρίνει» –όλεθρος, επειδή «με το κριτήριο που κρίνει θα κριθεί, και με το μέτρο που μετράει θα μετρηθεί» (Ματθ. 7:2).

Πολλές φορές, άλλωστε, βλέπουμε την αμαρτία ενός ανθρώπου, δεν βλέπουμε όμως τη μετάνοιά του. Σχετικά γράφει πάλι ο σοφός συγγραφέας της Κλίμακος: «Είδα άνθρωπο που φανερά αμάρτησε, αλλά κρυφά μετανόησε· και αυτόν που εγώ κατέκρινα ως ανήθικο, ο Θεός τον θεώρησε αγνό, επειδή με τη μετάνοιά του Τον εξιλέωσε ολότελα».

Αν, λοιπόν, γενικά η κατάκριση είναι ψυχόλεθρη και άτοπη, πολύ περισσότερο η κατάκριση των ιερέων. Ας ακούσουμε τι μας λέει γι’ αυτήν ο άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης: «Ας μην κρίνουμε κανέναν άνθρωπο για τίποτα. Προπαντός, όμως, ας μην κρίνουμε ιερέα του Θεού για κρυφές και αφανέρωτες πράξεις, που ακούσαμε να λέγονται γι’ αυτόν. Μην πεις: «Είναι αμαρτωλός ο λειτουργός, είναι καταδικασμένος, είναι ανάξιος, δεν έχει τη χάρη του Αγίου Πνεύματος». Τίποτε απ’ αυτά μη βάλεις με το νου σου. Άλλος είναι Εκείνος που γνωρίζει και εξετάζει τις κρυφές πράξεις. Εσύ να έχεις την επίγνωση ότι κάθε άνθρωπος είναι ανώτερος από σένα και ν’ αφήνεις την κρίση στον δίκαιο Κριτή. Μόνο στα δόγματα της πίστεως να μη λαθεύει ο ιερέας· όσο για τα άλλα, αν είσαι λογικός και γνωρίζεις τη θέση σου, δεν θα γίνεις δικαστής του. Γιατί κρίνεις τον ποιμένα, αφού είσαι πρόβατο; Γιατί αρπάζεις φαρισαϊκά το ιερό αξίωμα της κρίσεως, που ανήκει στον Θεό και που Εκείνος δεν σου το έδωσε; Γι’ αυτό, παρακαλώ, μην κρίνεις κανέναν, και προπαντός ιερέα του Θεού, αλλά πλησίαζε με πίστη, έμπρακτη μετάνοια και καθαρή συνείδηση στα θεία Μυστήρια, και θα πετύχεις τον αγιασμό σου».

(Από το βιλίο: Γέροντος Ευστρατίου (Γκολοβάνσκι), Απαντήσεις σε ερωτήματα χριστιανών. Ιερά Μονή Παρακλήτου, 2012. Ερωτήσεις 16, 52, 53, 168, σελ. 20, 48, 179)
πηγή: alopsis.gr
https://simeiakairwn.wordpress.com/

Γιατί μ’ αφήνουν τόσον καιρό;


~ Τριάντα περίπου χρόνια είχαν περάσει από την κοίμηση του οσίου Σεργίου του Ραντονέζ (25 Σεπτεμβρίου 1392). Κοντά στη Λαύρα της Αγίας Τριάδος ζούσε ένας ενάρετος χριστιανός, που ευλαβούνταν τον όσιο Σέργιο και πήγαινε συχνά στον τάφο του για να προσευχηθεί.

Μια νύχτα, καθώς κοιμόταν, ο όσιος του εμφανίστηκε σε όνειρο και του είπε:
Πήγαινε και πες στον ηγούμενο της λαύρας, γιατί μ’ αφήνουν τόσον καιρό στον τάφο, ανάμεσα στα νερά;

Ο άνθρωπος ξύπνησε φοβισμένος αλλά και χαρούμενος. Πρωί-πρωί πήγε στη μονή και διηγήθηκε το όνειρό του στον ηγούμενο Νίκωνα. Εκείνος αμέσως συγκάλεσε την αδελφότητα σε σύναξη. Αποφάσισαν να ανακομίσουν το τίμιο λείψανο του οσίου.

Την ημέρα της ανακομιδής, 5 Ιουλίου του 1422, πολύς κόσμος συγκεντρώθηκε στη λαύρα.

Ήρθε και ο ηγεμόνας του Σβενιγκύροντ Γιούρι Ντιμίτριεβιτς, που αγαπούσε σαν πατέρα του τον όσιο κι έδειχνε μεγάλο ενδιαφέρον για τη μονή.

Μόλις άνοιξαν τον τάφο, μια εξαίσια ευωδία ξεχύθηκε ολόγυρα. Έκπληκτοι τότε όλοι είδαν ότι όχι μόνο το σώμα του οσίου είχε διατηρηθεί άφθαρτο, αλλά και η ενδυμασία του είχε παραμείνει άθικτη. Με ιερή αγαλλίαση δόξασαν τον Θεό, που είχε δώσει τόση χάρη στον πιστό υπηρέτη Του. Στη συνέχεια τοποθέτησαν με ευλάβεια το άγιο λείψανο σε μια καινούργια λάρνακα.

Από το βιβλίο ο «Όσιος Σέργιος του Ραντονέζ», έκδοση Ι. Μ. Παρακλήτου.
πηγή: pemptousia.gr
https://simeiakairwn.wordpress.com/2018/07/23/γιατί-μ-αφήνουν-τόσον-καιρό-θαυμαστ/

Του Θεού η ευλογία έρχεται όταν δίνουμε ευλογία!


~ Μου είχε διηγηθή ο Γερο-Σάββας, ο Φιλοθεΐτης, ότι με την μεγάλη πείνα του 1917 οι Ιβηρίτες, βλέποντας τις αποθήκες της Μονής να αδειάζουν, είχαν ελαττώσει την φιλοξενία. Μάλιστα, ένας Προϊστάμενος τσιγκούνης επέμενε, και την έκοψαν τελείως.

Επόμενο ήταν και ο Χριστός να σταματήση κάθε ευλογία Του. Τότε άρχισαν να πεινάνε οι Πατέρες και να παραπονιούνται στον Χριστό και στην Παναγία, που δεν φρόντιζαν την Μονή τους. Δυστυχώς, δεν είχαν καταλάβει το σφάλμα τους.

Μια μέρα, λοιπόν, παρουσιάσθηκε ο Χριστός στον Πορτάρη της Μονής, σαν φτωχός, και του ζήτησε λίγο ψωμί. Ο Πορτάρης λυπημένος του λέει:

– Δεν έχουμε, αδελφέ μου, γι’ αυτό και κόψαμε την φιλοξενία. Περίμενε όμως λίγο να σου φέρω αυτό το κομματάκι που έχω στο κελλί μου για τον εαυτό μου. Έτρεξε, πήγε στο κελλί του και του έφερε το ψωμί που είχε για τον εαυτό του και του το έδωσε. Έβλεπε όμως το πρόσωπο του Φτωχού να λάμπη.

Αφού λοιπόν πήρε ο Φτωχός εκείνος το ψωμί, λέει στον Πορτάρη:

– Ξέρετε γιατί ήρθε αυτή η δυστυχία στην Μονή; Επειδή διώξατε από το Μοναστήρι δύο: τον «δότε» και τον «δοθήσεται».

Μετά από αυτά τα λόγια έγινε άφαντος, σκορπίζοντας μια λάμψη που θάμπωσε τον Πορτάρη. Τάχασε τότε ο Πορτάρης και φοβισμένος έτρεξε στους Προϊσταμένους της Μονής και διηγήθηκε το γεγονός. Οι Πατέρες στην αρχή βασάνιζαν το μυαλό τους να θυμηθούν ποιους ανθρώπους έδιωξαν. Μετά όμως κατάλαβαν ότι εκείνος ο φτωχός ήταν ο Χριστός και εννόησαν και τα Ευαγγελικά Του λόγια: δότε και δοθήσεται υμίν.

Μετανόησαν αμέσως για το σφάλμα τους, και, μόλις άρχισαν να δίνουν από το υστέρημα τους στους φτωχούς, κατέφθασαν και οι πλούσιες ευλογίες του Θεού.

Πηγή: ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΙΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΑΓΙΟΡΕΙΤΑΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΑ 
paraklisi.blogspot.gr
synaxipalaiochoriou.
https://simeiakairwn.wordpress.com/2018/07/23/του-θεού-η-ευλογία-έρχεται-όταν-δίνουμ/

Η απίστευτη ιστορία του Αββά Δανιήλ


ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΑΧΡΙΔΟΣ

  Στους άγιους λειτουργεί μια πολύ οξεία συνείδηση. Αυτό πού ο μέσος άνθρωπος θεωρεί μικρή αμαρτία, οι άγιοι το θεωρούν μεγάλη παράβαση.
 Λέγεται γιά τον αββά Δανιήλ, ότι τρεις φορές τον έπιασαν αιχμάλωτο κάποιοι ληστές και τον έσυραν μέσα στο δάσος. Ευτυχώς τις δύο κατάφερε και γλύτωσε, αλλά την τρίτη φορά στην προσπάθειά του να δραπετεύσει χτύπησε με μια πέτρα τον ένα ληστή, τον σκότωσε και διέφυγε.

Ο φόνος αυτός βάραινε τη, συνείδησή του και ήταν βαρύς σαν μολύβι. Προβληματισμένος ο Δανιήλ για το τί έπρεπε να κάνει πήγε στον πατριάρχη Αλεξάνδρειας Τιμόθεο, εξομολογήθηκε και ζήτησε τη συμβουλή του. Ο πατριάρχης τον ανακούφισε με λόγια νουθεσίας και παρηγοριάς και τον απελευθέρωσε από κάθε επιτίμιο.
Όμως η συνείδησή του ακόμα τον έτυπτε κι έτσι πήγε στον πάπα της Ρώμης. Ο πάπας του είπε τα ίδια, όπως και ο πατριάρχης Τιμόθεος. Δυσαρεστημένος ακόμη ο Δανιήλ, επισκέφτηκε διαδοχικά και τούς άλλους επισκόπους Κωνσταντινουπόλεως, Αντιόχειας και Ιεροσολύμων: εξομολογήθηκε σε όλους και ζήτησε τη συμβουλή τους. Ούτε τότε αναπαύτηκε.

Έτσι επέστρεψε στήν Αλεξάνδρεια, πήγε στα αρχές και παραδόθηκε ως εγκληματίας. Οι αρχές τον συνέλαβαν και, όταν έγινε η δίκη ενώπιον του άρχοντα, ο Δανιήλ αφηγήθηκε όλα όσα είχαν συμβεί και ικέτευσε να τον σκοτώσουν, προκειμένου να σώσει τήν ψυχή του από το αιώνιο πυρ.

Έκπληκτος ο άρχοντας με όσα άκουσε του είπε: «Πήγαινε, πάτερ, προσευχήσου στον Θεό και γιά εμένα, ακόμη κι αν σκοτώσεις άλλους επτά!». Αποκαρδιωμένος ο Δανιήλ και μη βρίσκοντας ανάπαυση, αποφάσισε να πάρει έναν λεπρό στο κελί του και να τον υπηρετεί μέχρι τον θάνατό του- όταν αύτός πέθανε, πήρε στο κελί του κάποιον άλλο λεπρό. Έτσι έπραξε ο άγιος και ανέπαυσε τη συνείδησή του.

''Ο Πρόλογος της Αχρίδος''Αγ.Νικολάου Βελιμίροβιτς,μήνας Ιούνιος
https://proskynitis.blogspot.com