Σάββατο 28 Απριλίου 2018
Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΜΗΤΡΙΚΗ ΑΓΚΑΛΗ, ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΖΩΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
Γιὰ τοὺς πολλοὺς ἡ ἐκκλησία ταυτίζεται μὲ τὸ ναό, τὴν ἐνορία, νομίζουν ὅτι πρόκειται γιὰ ἑταιρεία, σύλλογο, ὀργάνωση, φιλανθρωπικὸ κατάστημα, ὡραία ἰδεολογία, ποὺ ἔχει καλὴ οἰκονομικὴ κατάσταση καὶ ἀμύθητη περιουσία. Δὲν εἶναι λίγοι αὐτοὶ ποὺ θεωροῦν τὴν ἐκκλησία δυνατὸ οἰκονομικὸ ὀργανισμό, καλὴ ἐπιχείρηση, ποὺ ξεγελᾶ ἀνίδεους καὶ ἀνήμπορους. Ἄλλοι πάλι νομίζουν ὅτι στὴν ἐκκλησία θὰ κάνουν γνωριμίες, θὰ βροῦν παρέα, θὰ βροῦν δουλειά, θὰ ἱκανοποιηθοῦν πρόχειρα καὶ γρήγορα μεταφυσικές τους ἀναζητήσεις καὶ θὰ τακτοποιήσουν τὰ θρησκευτικά τους καθήκοντα γιὰ νὰ μὴν ἔχουν κανένα συνειδησιακὸ πρόβλημα.
Ἡ ἐκκλησία εἶναι μία μητρικὴ ἀγκάλη, εἶναι τὸ σῶμα τοῦ ζῶντος Χριστοῦ, ἡ σύναξη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, σὲ ἕνα ὑπερῶο. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δὲν εἶναι μιὰ δύσκολη καὶ γιὰ λίγους θεολογία, μιὰ ὡραία φιλοσοφία, μιὰ στείρα ἠθική, μιὰ σκληρὴ καὶ ἀπάνθρωπη ἠθικολογία ὅλο δεσμεύσεις καὶ ἀπαγορεύσεις. Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἀλήθεια, ἐλευθερία, ἀγάπη, λύτρωση, γλυκασμός, σωτηρία καὶ χαρά. Συνήθως μιλᾶμε γιὰ τὸ τί κάνει ἡ ἐκκλησία καὶ ὄχι γιὰ τὸ τί πράγματι εἶναι ἡ οὐσία της.Ἡ ἐκκλησία εἶναι θεοΐδρυτη, θεμελιωμένη στὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν μαρτύρων. Εἶναι ἰσχυρὸ τὸ θεμέλιό της καὶ δὲν φοβᾶται κανένα δυνατὸ σεισμό, ἐνάντιο ἄνεμο, “ἐχθρό”, “πολέμιο” καὶ “διώκτη”. Νοικοκύρης τῆς ἐκκλησίας, ὅπως ἔλεγε ὁ Ἁγιορείτης πάπα-Τύχων, εἶναι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, αὐτὸ ποὺ συγκροτεῖ ὅλο τὸν θεσμὸ τῆς ἐκκλησίας. Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα συνεχῶς ἀγρυπνεῖ, ὀρθοστατεῖ, ὀρθοτομεῖ, ἐμπνέει, ἀσφαλίζει, φυλάγει, χαριτώνει καὶ ἐνισχύει τοὺς πιστούς, κλῆρο καὶ λαό. Ἡ ταπεινὴ καὶ θερμὴ προσευχὴ τῶν πιστῶν ἑνώνει τὴ γῆ μὲ τὸν οὐρανὸ καὶ δὲν ἀφήνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀπογοητευθεῖ, νὰ μελαγχολήσει, νὰ φοβηθεῖ καὶ ἀποκάμει.
Ἡ προσευχὴ δὲν εἶναι μία ἰδιωτικὴ πράξη, μία ἀτομιστικὴ ἐνέργεια. Ποτέ. Προσευχόμενος ὁ ἄνθρωπος ἑνώνεται μὲ τὸν Χριστὸ καὶ μὲ ὅλα τὰ μέλη τῆς ἐκκλησίας. Τοῦτο δὲν τὸν ἀφήνει νὰ ἔχει τὴν ἀνιαρὴ καὶ κουραστικὴ μοναξιά. Τοῦτο καλύτερα φαίνεται καὶ ὑπάρχει στὸν ἐκκλησιασμὸ καὶ στὴ συνειδητὴ καὶ ἐμπροϋπόθετη συμμετοχὴ στὴ μυστηριακὴ ζωὴ τῆς ἐκκλησίας. Τὸ κήρυγμα τῆς ἐκκλησίας δὲν εἶναι μία ἔκθεση ἰδεῶν, μία ὡραιολογία, ἕνας βερμπαλισμός, ἕνα κυνήγι φαντασμάτων καὶ σφυροκόπημα τῶν ἀσεβῶν καὶ ἀπίστων. Τὸ κήρυγμα τῆς ἐκκλησίας προέρχεται ἀπὸ σιωπή, προσευχή, κατάρτιση, ἑτοιμασία, μελέτη, πόνο καὶ ἀγάπη περισσὴ γιὰ τοὺς ἀστοχήσαντες καὶ πάσχοντες.Στὴν ἐκκλησία κανεὶς δὲν αὐθαιρετεῖ, αὐτοσχεδιάζει, ἀπομονώνει, κάνει τὸν διορθωτὴ καὶ τὸν δικηγόρο τῆς ἐκκλησίας. Ἡ ἑνότητα, ἡ ὁμόνοια, ἡ ἀφροσύνη, ἡ καλὴ ὁμολογία καὶ ἀπολογία εἶναι κεντρικῆς σημασίας. Ἡ ἐκκλησία ἀγωνιᾶ γιὰ τὴ σωτηρία ὅλων. Ἡ ἱεραποστολή της δὲν εἶναι ἡ συλλογὴ φανατικῶν ὀπαδῶν, ἀλλὰ τέκνων ἀγαπημένων, συνδεδεμένων μὲ τὴν ἁγία ἀγάπη καὶ τὴν ἁγία ταπείνωση.
Ὑποστηρίζοντας τὴν Ὀρθοδοξία, δὲν μποροῦμε νὰ μισοῦμε κανένα. Ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη εἶναι πάντοτε ἀνιδιοτελὴς καὶ θυσιαστική, δὲν ἔχει σχέση μὲ ὑποκριτικὰ χαμόγελα, διπλωματικὲς φιλοφρονήσεις, ἀνεπίτρεπτες ὑποχωρήσεις, ἐπιφανειακοὺς ἐναγκαλισμούς, προσποιητὲς κολακεῖες καὶ ἀνούσιες ψευτοευγένειες. Ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη συμπορεύεται μὲ τὴν ἀλήθεια.Γνήσιο ἐκκλησιαστικὸ φρόνημα ἔχει ὅποιος ἀγαπᾶ ἀπεριόριστα τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι εὐσεβεῖς φλυαρίες. Εἶναι καιρὸς νὰ δοῦμε τὴν οὐσία τῆς ἐκκλησίας, νὰ γνωρίσουμε τὴν ἐλευθερώτρια χάρη της, νὰ ἐμβαθύνουμε στὸ ἀπύθμενο μυστήριό της, νὰ συναντηθοῦμε μὲ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό…
Γέρων Μωϋσῆς Μοναχὸς Ἁγιορείτης
Γέροντα, το έλεος του Θεού πως το νιώθουμε;
– Τι καπνός είναι εκεί;
– Κάτι καίμε, Γέροντα.
– Βάλατε φωτιά με τέτοιον αέρα;
– Γέροντα, έβρεξε το πρωί.
– Έστω και νά έβρεξε καί κατακλυσμό νά έκανε, αν σηκωθή μετά ένας αέρας, γίνεται τέτοια ξηρασία, πού όλα γίνονται σάν μπαρούτι! «Έβρεξε», σου λέει ή άλλη! Παλιότερα είχε πιάσει φωτιά εκεί κάτω άπό χαζομάρα σας· το ξεχάσατε; Όταν κανείς ρεζιλευθή μιά φορά, πρέπει στην συνέχεια νά είναι πολύ προσεκτικός. Ό Θεός βοηθάει εκεί πού πρέπει, εκεί πού δέν μπορεί ό άνθρωπος νά ένεργήση ανθρωπίνως· δέν θά βοηθήση την χαζομάρα μας. Ρεζιλεύουμε έτσι καί τους Αγίους.
– Γέροντα, καταλαβαίνει κανείς πάντοτε μέχρι ποιο σημείο πρέπει νά ενεργή ανθρωπίνως;
– Κατ’ αρχάς αυτό φαίνεται. Άλλα καί αν είχε διάθεση νά κάνη αυτό πού μπορούσε νά κάνη καί δέν το έκανε, γιατί κάτι τον εμπόδισε, ό Θεός θά τον βοηθήση σέ μιά δύσκολη στιγμή. Αν όμως δέν εΐχε διάθεση, ενώ είχε κουράγιο, ό Θεός δέν θά βοηθήση. Σού λένε λ.χ. νά βάζης τό βράδυ τον σύρτη στην πόρτα καί εσύ δέν τον βάζεις, γιατί βαριέσαι, και λες ότι θά φυλάξη ό Θεός. Δέν είναι ότι έχεις εμπιστοσύνη στον Θεό και δέν βάζεις τον σύρτη, αλλά δέν τον βάζεις, γιατί βαριέσαι. Πώς νά βοηθήση τότε ό Θεός; Νά βοηθήση δηλαδή τον τεμπέλη; Όταν λέω σε έναν νά βάλη τον σύρτη και δέν τόν βάζη, και μόνο γιά τήν παρακοή του θέλει τιμωρία.
Ό,τι μπορεί νά κάνη κανείς ανθρωπίνως, πρέπει νά το κάνη και ό,τι δέν μπορεί, νά το άφήνη στον Θεό. Και αν κάνη λίγο περισσότερο άπό ό,τι μπορεί, όχι όμως άπό εγωισμό αλλά άπό φιλότιμο, γιατί νομίζει ότι δέν έξήντλησε αυτό πού μπορεί νά κάνη ανθρωπίνως, πάλι το βλέπει ό Θεός και συγκινείται. Ό Θεός, γιά νά βοηθήση, θέλει και τήν δική μας προσπάθεια. Βλέπεις, ό Νώε εκατό χρόνια παιδευόταν νά φτιάξη τήν Κιβωτό. Πριόνιζαν τά ξύλα μέ ξύλινα πριόνια. Έβρισκαν άλλα ξύλα πιό σκληρά και τά έφτιαχναν πριόνια. Δέν μπορούσε τάχα νά κάνη κάτι ό Θεός, ώστε νά τελείωση γρήγορα ή Κιβωτός; Τους είπε όμως πώς νά τήν φτιάξουν και μετά τους έδινε δυνάμεις. Γι” αυτό νά κάνουμε ό,τι μπορούμε εμείς, γιά νά κάνη και ό Θεός ό,τι εμείς δέν μπορούμε.
Ήρθε κάποιος στο Καλύβι και μού είπε: «Γιατί οι καλόγεροι κάθονται εδώ και δέν πάνε στον κόσμο, νά βοηθήσουν τόν λαό;». «Αν πήγαιναν έξω στον κόσμο, νά βοηθήσουν τόν λαό, τού είπα, θά έλεγες γιατί οί καλόγεροι γυρίζουν στον κόσμο. Τώρα πού δέν πάνε-, λές γιατί δέν πάνε». Ύστερα μού λέει: «Γιατί οί καλόγεροι πηγαίνουν στους γιατρούς και δέν τους βοηθάει ό Χριστός τους και ή Παναγία τους νά γίνουν καλά;». «Αυτήν τήν ερώτηση, τού λέω, μού τήν έκανε και ένας Εβραίος γιατρός». «Αυτός δέν είναι Εβραίος», μού λέει ένας πού ήταν μαζί του. «Δέν έχει σημασία πού δέν είναι Εβραίος, τού λέω. Αυτή ή ερώτηση Εβραίου είναι. Και θά σας πώ τήν απάντηση πού έδωσα στον Εβραίο, αφού είναι όμοια ή περίπτωση. Έσύ, σαν Εβραίος πού είσαι, του είπα, έπρεπε να ξέρης άπ” έξω την Παλαιά Διαθήκη. Εκεί στον Προφήτη Ησαΐα αναφέρει ότι ό Θεός χάρισε στον βασιλιά Έζεκία, επειδή ήταν πολύ καλός, ακόμη δεκαπέντε χρόνια ζωής. Έστειλε τόν Προφήτη Ησαΐα και είπε στον βασιλιά: Ό Θεός σοϋ χαρίζει ακόμη δεκαπέντε χρόνια ζωής, γιατί διέλυσες τά άλση των ειδωλολατρών. Και γιά τήν πληγή σου – ο βασιλιάς είχε και μιά πληγή – είπε ό Θεός νά βάλης επάνω μιά τσαπέλλα σύκα, καί θά γίνης καλά! Άφού ό Θεός τοϋ χάρισε δεκαπέντε χρόνια ζωής, δέν μπορούσε νά θεραπεύση καί εκείνη τήν πληγή; Εκείνη όμως γιατρευόταν με μιά τσαπέλλα σύκα». Πράγματα πού γίνονται άπό τους ανθρώπους νά μήν τά ζητάμε άπό τόν Θεό. Νά ταπεινωνώμαστε στους ανθρώπους καί νά ζητάμε τήν βοήθεια τους.
Μέχρις ενός σημείου θά ένεργήση ό άνθρωπος ανθρωπίνως καί μετά θά άφεθή στον Θεό. Είναι εγωιστικό νά προσπαθή νά βοηθήση κανείς σε κάτι πού δέν γίνεται ανθρωπίνως. Σέ πολλές περιπτώσεις πού επιμένει ό άνθρωπος νά βοηθήση, βλέπω ότι είναι άπό ενέργεια του πειρασμού, γιά νά τόν άχρηστέψη. Έγώ, όταν βλέπω ότι δέν βοηθιέται μιά κατάσταση ανθρωπίνως – λίγο-πολύ καταλαβαίνω μέχρι ποιο σημείο μπορεί νά βοηθήση ό άνθρωπος καί άπό ποιο σημείο καί μετά πρέπει νά τ’ άφήση στον Θεό -, τότε υψώνω τά χέρια στον Θεό, ανάβω καί δυο λαμπάδες, αφήνω το πρόβλημα στον Θεό καί αμέσως τακτοποιείται. Ό Θεός ξέρει ότι δέν το κάνω άπό τεμπελιά.
Γι’ αυτό, όταν μας ζητούν βοήθεια, πρέπει νά διακρίνουμε καί νά βοηθούμε σέ όσα μπορούμε. Σέ όσα όμως δέν μπορούμε, νά βοηθούμε έστω με μιά ευχή ή μέ το νά τά αναθέτουμε μόνο στον Θεό· καί αυτό είναι μιά μυστική προσευχή.
Ό Θεός είναι φύσει αγαθός και για το καλό μας φροντίζει πάντα, και όταν του ζητήσουμε κάτι, θα μας το δώση, εάν είναι γιά το καλό μας. Ό,τι είναι απαραίτητο γιά την σωτηρία της ψυχής μας καί γιά τήν σωματική μας συντήρηση, ό Θεός θά μας το δώση πλουσιοπάροχα καί θά έχουμε τήν ευλογία Του. Ο,τι μας στερεί, είτε γιά νά μας δοκιμάση είτε γιά νά μας προφύλαξη, όλα νά τά δε-χώμαστε με χαρά, άλλα καί νά τά μελετούμε, γιά νά ωφελούμαστε. Ξέρει πότε καί πώς νά οίκονομάη το πλάσμα Του. Βοηθάει με τον τρόπο Του τήν ώρα πού χρειάζεται. Πολλές φορές όμως τό αδύνατο πλάσμα Του αδημονεί, γιατί τό θέλει εκείνη τήν ώρα πού τό ζητάει, σάν τό μικρό παιδί πού ζητάει τό κουλούρι από τήν μάνα του άψητο καί δέν κάνει υπομονή νά ψηθή. Έμεΐς θά ζητάμε, θά κάνουμε υπομονή καί ή Καλή μας Μητέρα ή Παναγία, όταν είναι έτοιμο, θά μάς τό δώση.
– Γέροντα, οι Άγιοι πότε βοηθούν;
– Όποτε χρειάζεται νά βοηθήσουν, όχι όποτε νομίζουμε εμείς ότι χρειάζεται νά βοηθήσουν. Βοηθούν δηλαδή, όταν αυτό μάς ώφελή. Κατάλαβες; Ένα παιδί π.χ. ζητάει άπό τόν πατέρα του μοτοσακό, άλλα ό πατέρας του δέν τού παίρνει. Τό παιδί τού λέει: «Τό θέλω τό μοτοσακό, γιατί κουράζομαι νά πηγαίνω με τά πόδια, παιδεύομαι». Ό πατέρας του όμως δέν τού παίρνει μοτοσακό, γιατί φοβάται μή σκοτωθή. «Θά σου πάρω αργότερα αυτοκίνητο», τού λέει. Βάζει λοιπόν χρήματα στην Τράπεζα καί, όταν μαζευτούν, θά τού πάρη αυτοκίνητο. Έτσι καί οί Άγιοι ξέρουν πότε πρέπει νά μάς βοηθήσουν.
– Γέροντα, τό έλεος τού Θεού πώς τό νιώθουμε;
– Τό έλεος τού Θεού είναι ή θεία παρηγοριά πού νιώθουμε μέσα μας. Τά φέρνει έτσι ό Θεός, ώστε νά μήν άναπαυώμαστε στην ανθρώπινη παρηγοριά καί νά καταφεύγουμε στην θεία. Βλέπεις, οι Έλληνες λ.χ. της Αυστραλίας, επειδή βρέθηκαν τελείως μόνοι τους, πλησίασαν τόν Θεό περισσότερο από άλλους ξενιτεμένους, όπως της Γερμανίας, πού ήταν πιό κοντά στην πατρίδα καί βρήκαν εκεί καί άλλους Έλληνες. Ή δυσκολία πολύ τους βοήθησε να γαντζωθούν στον Θεό. Όλοι ξεκίνησαν μέ μια βαλίτσα, βρέθηκαν μακριά από τήν πατρίδα, μακριά άπό τους συγγενείς- έπρεπε νά βρουν δουλειά, νά βρουν δάσκαλο γιά τά παιδιά τους κ.λπ., χωρίς βοήθεια άπό πουθενά. Γι” αυτό στράφηκαν στον Θεό καί κράτησαν τήν πίστη τους. Ένώ στην Ευρώπη οι Έλληνες πού δεν είχαν αυτές τις δυσκολίες, δέν έχουν αυτήν τήν σχέση μέ τόν Θεό.
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Β’ – ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΦΥΠΝΙΣΗ
Ο τρύπιος τορβάς (Διδακτική ιστορία)
~ Ένας μοναχός στη Σκήτη έπεσε κάποτε σε κάποιο σφάλμα. Μαζεύτηκαν οι Μοναχοί της σκήτης και αποφάσισαν να στείλουν και να καλέσουν τον αββά Μωυσή.
Εκείνος όμως δεν ήθελε να ‘ρθει. Τότε ο Πρεσβύτερος της Σκήτης του έστειλε κάποιον μοναχό να τον προσκαλέσει, λέγοντας:
-Έλα, Γέροντα, γιατί ο λαός σε περιμένει.
Τότε ο Γέροντας σηκώθηκε και αποφάσισε να πάει. Πήρε έναν τορβά τρύπιο, τον γέμισε με άμμο και τον βαστούσε στον ώμο, πηγαίνοντας προς τη Σκήτη. Οι Μοναχοί της Σκήτης, που βγήκαν να τον προϋπαντήσουν, βλέποντας τούτο το περίεργο πράγμα τον ρωτάνε:
-Τι σημαίνει αυτό, άγιε Γέροντα;
Κ’ εκείνος τους απάντησε:
-Αυτές είναι οι αμαρτίες μου, που τρέχουν από πίσω μου και δεν τις βλέπω εγώ ο άθλιος , παρά τόλμησα και ήρθα σήμερα να κρίνω ξένες αμαρτίες…
Τότε όλοι οι Μοναχοί που το άκουσαν, δεν είπαν τίποτα στον αδελφό που έκαμε το σφάλμα και τον συγχώρησαν.
Μικρό Γεροντικό – Παντελή Β. Πάσχου
πηγή: isagiastriados.com
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

























































