Τετάρτη 1 Μαΐου 2019

Μία συγκλονιστική ιστορία με το θαύμα στον Πανάγιο Τάφο!


Μία συγκλονιστική ιστορία, από αυτές που δεν συμβαίνουν κάθε μέρα, είναι η παρακάτω. Είναι από εκείνες τις ιστορίες που είτε πιστεύει κανείς, είτε όχι δεν μπορεί πάρα να παραδεχτεί πως πρόκειται για θαύμα!
Διαβάστε το συνταρακτικό περιστατικό, έτσι όπως περιγράφεται στο βιβλίο «Ταξιδεύοντας στα τείχη της Πόλης»:
Πορφυρία Μοναχή 
Παραμονή εκλογών, βρίσκομαι στο Αεροδρόμιο η ώρα τρεις μετά τα μεσάνυχτα. Στις τρεις και μισή πάω για επιβίβαση. Κόσμος πολύς. Στο ταξί μπήκε ένα παλικάρι.
-Καλημέρα! Πειραιά, παρακαλώ.
-Λεβέντη μου, στον ουρανό σε γύρευα, στη γη βρέθηκες!
-Γιατί το λέτε αυτό;
-Καλύτερη διαδρομή δεν θα μπορούσε να μου τύχει! Στον Πειραιά μένω και εγώ!
-Α, ωραία! Σε πάω στο σπίτι σου, ε;
-Ακριβώς. Είμαι άυπνη δεκαπέντε ώρες νομίζω πως έχω κι εγώ δικαίωμα ξεκούρασης και ύπνου.
-Δεκαπέντε ώρες οδηγείτε;
-Όχι, δεκαπέντε ώρες είμαι μέσα στο ταξί.
-Πώς αντέχεις τόσες ώρες; Και δεν φοβάσαι τη νύχτα;
-Όταν έχεις δυνατή πίστη στον Θεό, δεν φοβάσαι τίποτε, νιώθεις ασφαλής.
-Έχεις δίκιο, βλέπω και τις εικόνες σου, ακούς και τον σταθμό της Εκκλησίας. Τα λόγια σου εκπέμπουν σιγουριά. Πράγματι, έχεις τον Θεό δίπλα σου! Χαίρομαι, όταν ακούω και βλέπω ανθρώπους, που πιστεύουν δυνατά, όπως και εσύ. Δεν ήταν τυχαίο που μπήκα στο ταξί σου, ήταν θέλημα Θεού. Πιστεύεις στα θαύματα;
-Και βέβαια πιστεύω.
-Θέλεις να σου πω ένα θαύμα, που έγινε στην οικογένειά μου;
-Με μεγάλη μου χαρά!

-Εργάζομαι στο Ισραήλ, στην Ελληνική Πρεσβεία Είμαι κοντά στον Πανάγιο Τάφο του Χριστού και τώρα ήρθα, για να ψηφίσω.

-Το θαύμα περιμένω να ακούσω.
-Μη βιάζεσαι, θα στα πω όλα από την αρχή άλλωστε έχουμε δρόμο να κάνουμε.
-Συγγνώμη.
-Αυτό το ταξίδι ήταν και μία ευκαιρία να δω και τη μητέρα μου και ύστερα να πάω Κύπρο, να δω την οικογένειά μου.
-Τώρα με μπέρδεψες.
Εδώ γέλασε.
-Έχεις δίκιο, είμαι παντρεμένος με Κύπρια, έχουμε δυο παιδιά το δεύτερο παιδί μου δεν το έχω δει ακόμη, αύριο σαραντίζει. Είναι κοριτσάκι δεν μπόρεσα να είμαι στην γέννησή του δίπλα στη γυναίκα μου και καταλαβαίνεις την αγωνία μου.
-Εγώ καταλαβαίνω την αγωνία σου τη δική μου αγωνία δεν καταλαβαίνεις εσύ.
Εδώ γελάσαμε και οι δύο.
-Ε, θα σε παιδέψω λίγο, Πειραιωτάκι, δεν θα στο πω μπαμ και κάτω. Που λες, έχει πεθάνει ο πατέρας μου και η μητέρα μου μένει μόνη. Δεν της είπα πως θα έρθω, θα της κάνω έκπληξη.
-Ωραία έκπληξη μέσα στα άγρια μεσάνυχτα! Άντε, πάμε παρακάτω.
-Αύριο θα πάω να ψηφίσω και το βράδυ πετάω για Κύπρο. Άμα μπορείς, έλα να με πας στο Αεροδρόμιο.

-Βρε τον άνθρωπο, δεν έχει τον Θεό του! Θα μου βγάλει την ψυχή, μέχρι να μου πει το θαύμα!
-Άντε, τώρα θα σου πω το θαύμα, φθάνει το παίδεμα. Μπορώ να καπνίσω;
-Έλα μπροστά να καπνίσεις, πίσω δεν το επιτρέπω.
Ήρθε δίπλα μου.

-Θα μου πεις πώς σε λένε;
-Νίκο.
-Ωραία! Εμένα Ράνια.
-Χαίρω πολύ.
-Λοιπόν, Νίκο, θα περιμένω πολύ ακόμη;
Ξεκαρδίστηκε στα γέλια.
-Ψυχοβγάλτης είμαι, ε;
-Αν είσαι!

-Περίμενε, θα ανάψω τσιγάρο και θα σου πω. Λοιπόν, Ράνια, η κουνιάδα μου δεν μπορούσε να κάνει παιδί. Πήγε σε πολλούς γιατρούς στην Κύπρο, ήρθε στην Ελλάδα, πήγε Λονδίνο, Αγγλία όμως όλοι της είπαν ένα μεγάλο όχι δεν μπορείς να γεννήσεις παιδί. Ωστόσο είχε φτάσει σαράντα ετών. Οι προσευχές και τα τάματα αμέτρητα. Ώσπου ο καλός Θεός τη λυπήθηκε.
Στα σαράντα της έμεινε έγκυος. Καταλαβαίνεις τη χαρά μας. Την προσέχαμε όλοι σαν να ήταν κάτι πολύτιμο. Μη βήξει, μη φτερνιστεί, μην κατέβει μόνη της σκαλιά, τι θα φάει την είχαμε μη στάξει και μη βρέξει. Ώσπου ήρθε η ώρα να γεννήσει και ήμασταν όλοι κοντά της.
Η εικόνα ίσως περιέχει: εσωτερικός χώρος
Στο σαλόνι που περιμέναμε έρχεται μια νοσοκόμα με έναν άγγελο στα χέρια. Ήταν τόσο όμορφο μωρό, που ομορφότερο δεν είχα ξαναδεί. Ο γιος μου δεν ήταν τόσο ωραίος, όταν μου τον έφεραν να τον δω. Την επομένη ημέρα όμως μας ήρθε η δυσάρεστη είδηση. Ο γιατρός κάλεσε τον μπατζανάκη μου στο γραφείο το και του είπε πως το παιδί γεννήθηκε με ένα νεφρό και απ’ αυτό το μισό ήταν χαλασμένο. Έπρεπε να αρχίσει αιμοκάθαρση. Η είδηση μας ήρθε κεραυνός στο κεφάλι.
Το τρέξαμε όπου μπορείς να φανταστείς σ’ όποιον γιατρό μας έλεγαν, εμείς τρέχαμε. Πήγαμε στο εξωτερικό, πήγαμε παντού, δεν μπορούσε να γίνει τίποτε. Οι προσευχές νύχτα-μέρα δεν σταματούσαν. Όταν το παιδί έφτασε δύο ετών, η κουνιάδα μου είδε ένα όνειρο. Μη με ρωτήσεις τι. Δεν έχω καταλάβει καλά. Μου ζήτησε να έρθει στους Αγίους Τόπους, να προσκυνήσει.

Πράγματι ήρθε μαζί με το παιδί. Την έστειλα με μια ξεναγό να προσκυνήσει στον Πανάγιο Τάφο. Τι έγινε εκεί; Άκου τι μου είπαν. 
Όταν μπήκαν μέσα στην Εκκλησία, το μωρό έκλαιγε συνέχεια. Της λέει μια κυρία: «Γιατί κλαίει έτσι το παιδί σας;»
 «Είναι άρρωστο», της απάντησε η κουνιάδα μου. 
Και τότε η κυρία της είπε: «-Βάλτε το παιδί σας πάνω στον Πανάγιο Τάφο και θα σταματήσει το κλάμα!»

Η κουνιάδα μου το ξάπλωσε πάνω στον Πανάγιο Τάφο. Όμως το παιδί σφάδαζε στο κλάμα. Εκείνη στεκόταν σαν μαρμαρωμένη, δεν μπορούσε να κάνει ούτε μπρος ούτε πίσω. Το παιδί είχε αρχίσει να μελανιάζει κάποια στιγμή κατάφερε και το πήρε στην αγκαλιά της. Όμως δεν μπορούσε να αναπνεύσει και το πήγαν εσπευσμένα στο νοσοκομείο. Εκεί του έβαλαν οξυγόνο. Την ίδια μέρα έφυγε για την Κύπρο.

 Την επομένη το παιδί έπρεπε να πάει για αιμοκάθαρση. Εκεί, στα Ιεροσόλυμα, έχω γνωριστεί με έναν καλόγερο ασκητή, που όλο μου μιλάει για θαύματα. Όταν έφυγε η κουνιάδα μου, πήγα και τον συνάντησα και άρχισε πάλι να μου μιλάει για τον Θεό και για τα θαύματα, ώσπου ξαφνικά τον ακούω να λέει: 
«Πω, πω! Τι χειρουργείο ήταν αυτό. Το παιδί σφάδαζε στο κλάμα από τους πόνους»
 «Ποιο παιδί, γέροντα;» 
«Το ανιψάκι σου, βρε! μου απάντησε. Άγγελοι το χειρούργησαν και του έβαλαν δύο γερά νεφρά!» 
«Α, ο γέροντας τρελάθηκε», είπα μέσα μου, «και όλα τα θαύματα που μου λέει φαντασίες του είναι». 
Όταν σηκώθηκα να φύγω, με χτύπησε στην πλάτη και μου είπε: «Άντε, θα κάνεις και κόρη».

Έφυγα λυπημένος, με τη βεβαιότητα ότι ο γέροντας είχε χάσει τα μυαλά του εκεί στην ερημιά και στη μοναξιά του. Μπήκα στο αυτοκίνητο μου να πάω στην Πρεσβεία, όταν χτύπησε το κινητό μου. Ήταν η γυναίκα μου. Μου μιλούσε και έκλαιγε δεν μπορούσα να καταλάβω τι έλεγε, μόνο μια φράση ξεχώρισα:

«-Νίκο, το παιδί μας είναι καλά!» Προσπάθησα να την ηρεμήσω, για να καταλάβω τι μου λέει. Και μου είπε τα ίδια λόγια του γέροντα: 
«-Το παιδί μας έχει δύο γερά νεφρά!»
Έπαθα σοκ! Γύρισα πίσω και πήγα στον γέροντα. Το μυαλό μου μπερδεμένο, οι σκέψεις μου άτακτες, πετούσαν εδώ και εκεί. Έφτασα στον γέροντα και για πρώτη φορά γονάτισα μπροστά του και του φιλούσα τα χέρια. 
«Είσαι άγιος!» ψιθύρισα
 «Παιδί μου, μην το ξαναπείς αυτό. Άγιος είναι μόνο ο Θεός».

Σε μια εβδομάδα μου ήρθε η επόμενη ευχάριστη είδηση. Η γυναίκα μου ήταν έγκυος. Με το: «Νίκο, αγάπη μου», που μου είπε, θυμήθηκα τα λόγια του γέροντα. « Μη πεις τίποτα άλλο. Είσαι έγκυος». 
«-Ναι, πού το ξέρεις;»
 «Μου το είπε ο καλόγερος, ο φίλος μου, και είναι κοριτσάκι».

Από το θαύμα που έγινε στο ανιψάκι μου πίστεψα πολύ βαθιά στον Θεό. Κανείς και για τίποτε αυτή την πίστη δε θα την κλονίσει. Αν κάποτε αποφασίσεις να έρθεις στα Ιεροσόλυμα, θα χαρώ να έρθεις να με βρεις, θα με ζητήσεις στην Πρεσβεία. Θα πεις θέλω το Νίκο τον Πειραιώτη.

Ωστόσο έχουμε φτάσει στον Πειραιά εγώ δεν μπορώ να αρθρώσω λέξη, αλλά ούτε και να κατέβω να βγάλω τη βαλίτσα του Νίκου από το πορτ-μπαγκάζ.

Γιατί λέμε «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι..;»


Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους πιστεύουν στην Ανάσταση του Χριστού, όμως πολύ λίγοι είναι εκείνοι, οι οποίοι την βλέπουν καθαρά. Μα εκείνοι που δεν την έχουν δει, δεν μπορούν και να προσκυνήσουν τον Ιησού Χριστό, ως Άγιο και Κύριο. Διότι, όπως λέει η Γραφή, «κανείς δεν μπορεί να ομολογήσει Κύριο τον Ιησού, ει μη μόνο με το Πνεύμα το Άγιο» (βλ. Α΄ Κορ. 12.3). Και αλλού λέγει: «Πνεύμα είναι ο Θεός και όσοι τον προσκυνούν, πρέπει να τον προσκυνούν πνευματικά και αληθινά» (βλ. Ιω. 4.24).

Η ιερότατη προσευχή, την οποία κάθε μέρα προφέρουμε, δεν λέγει «Ἀνάστασιν Χριστοῦ πιστεύσαντες…» («Αφού πιστέψαμε στην Ανάσταση του Χριστού…»), αλλά τι λέγει:
«Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν, τόν μόνον ἀναμάρτητον.»
(«Αφού είδαμε την Ανάσταση του Χριστού, ας προσκυνήσουμε τον Άγιο Κύριο Ιησού, τον μόνο αναμάρτητο.»)

Πώς λοιπόν μας προτρέπει τώρα το Πνεύμα το Άγιο να λέμε «Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι», σαν να την έχουμε δει την Ανάσταση, την οποία όμως δεν είδαμε, αφού ο Χριστός αναστήθηκε μια φορά προ χιλίων ετών και κανείς τότε δεν τον είδε να ανασταίνεται; [Σημ.: Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος έζησε στα τέλη του 10ου και τις αρχές του 11ου αιώνα.]

Άραγε, μήπως η θεία Γραφή θέλει να ψευδόμαστε; Ας μην σκεφθεί κανείς κάτι τέτοιο! Αντίθετα, μας παραγγέλλει να λέμε την αλήθεια: ότι σε κάθε έναν από εμάς τους πιστούς συντελείται μέσα του η Ανάσταση του Χριστού. Και αυτό όχι μόνο μια φορά, αλλά κάθε ώρα, θα έλεγε κανείς, αυτός ο ίδιος ο Δεσπότης Χριστός μέσα μας ανασταίνεται, λαμπροφορώντας και απαστράπτοντας τις αστραπές της αφθαρσίας και της Θεότητας.

Η φωτοφόρος παρουσία του Αγίου Πνεύματος υποδεικνύει μέσα μας την Ανάσταση, που έγινε εκείνο το γλυκοχάραμα.Ή καλύτερα μας δίδει να βλέπουμε εκείνον τον ίδιο τον Αναστάντα.

Γι’ αυτό άλλωστε και ψέλνουμε: «Θεός Κύριος καί ἐπέφανεν ἡμῖν» (Ψαλ. 117.27) (Θεός είναι ο Κύριος και φανερώθηκε σε εμάς.») και υποδηλώνοντας την Δευτέρα Παρουσία του λέμε: «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου» (Ψαλ. 117.26) («Ευλογημένος είναι εκείνος που έρχεται στο όνομα του Κυρίου»).

Σε όσους λοιπόν φανερωθεί ο Χριστός, αναστημένος, τους εμφανίζεται οπωσδήποτε με τρόπο πνευματικό, στα πνευματικά μάτια της ψυχής τους.

Και όταν έλθει μέσα μας, με την επενέργεια του Αγίου Πνεύματος, μας ανασταίνει από τους νεκρούς και μας ζωοποιεί.

Και μας δίδει, να τον βλέπουμε αυτόν τον ίδιο μέσα μας, ζώντα, τον αθάνατο και άφθαρτο. Και όχι μόνο αυτό. Αλλά μας δίδει, να τον γνωρίσουμε ολοκάθαρα ως εκείνον που «μας ανασταίνει μαζί του» («συνανιστῶντα» – πρβλ. Εφ. 2.6) και ως εκείνον που «μας δοξάζει μαζί του» («συνδοξάζοντα» – πρβλ. Ρωμ. 8.17), όπως μαρτυρεί όλη η θεία Γραφή.

Αποσπάσματα από τον λόγο του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου
«Περί της Αναστάσεως του Χριστού».

Την προσφέρει ως δωρεά


Ο άνθρωπος είναι δυνάμει πρόσωπο. Η ολοκλήρωσή του ως προσώπου, που αποτελεί τον σκοπό της υπάρξεώς του, πραγματοποιείται με την ανύψωσή του στο άκτιστο αρχέτυπο. 

Την ανύψωση αυτήν του ανθρώπου προσφέρει ως δωρεά με την ενανθρώπησή Του ο Θεός Λόγος. 

Στο πρόσωπο του Χριστού αποκαλύπτεται ο αυθεντικός άνθρωπος.

Γέροντας Εφραίμ Βατοπαιδινός

«Τι κάνετε τόσες ώρες μέσα στην Εκκλησία, δε βαριέστε;»


Ρώτησαν κάποτε ένα μοναχό: τι κάνετε τόσες ώρες μέσα στην Εκκλησία, δε βαριέστε;

Κι εκείνος απάντησε: εσύ τι έκανες εννιά μήνες στη μήτρα της μάνας σου; Τίποτα. Ήσουν εκεί και τρεφόσουν με το μητρικό αίμα. Το ίδιο κάνουμε κι εμείς.

Είμαστε εδώ και τρεφόμαστε από την παρουσία του Αγίου Πνεύματος. Από το σώμα και το Αίμα του Χριστού. Γιατί η Εκκλησία είναι η Μάνα που μας τρέφει.

Η φιλόστοργη Μάνα.

Η πνευματική καρδιά απ’ την οποία διαχέεται το αίμα και κρατιούνται ζωντανά τα παιδιά της.

Η Εκκλησία είναι σώμα. Δεν είναι κόμμα. Είμαστε μέλη. Δεν είμαστε οπαδοί. Σώμα ένα με κεφαλή το Χριστό. Πονάει ένα μέλος και πονάμε όλοι. Δοξάζεται ένα μέλος και δοξαζόμαστε όλοι. Οικογένεια μία είναι η Εκκλησία: Οι Ζώντες, – όσοι είμαστε μέσα στην Εκκλησία και όσοι βογγάνε έξω απ’ αυτήν…

– Αυτοί που έφυγαν…, οι αδελφοί μας οι Κεκοιμημένοι. Κι αυτοί που ακόμα δεν ήρθαν… Οι αγέννητοι.., τα παιδιά των παιδιών μας, τα δισέγγονα και τα τρισέγγονα, όσοι θα μπουν στην Εκκλησία και όσοι θα βογγάνε έξω απ’ αυτήν. 

Οικογένεια μία. Γι’ αυτό στην Εκκλησία δεν εορτάζουμε αλλά συνεορτάζουμε. Δεν νηστεύουμε αλλά συννηστεύουμε. Δε στενάζουμε αλλά συστενάζουμε. Δεν προσευχόμαστε αλλά συμπροσευχόμαστε. Συλλειτουργούμε και συλλειτουργούμαστε. Σώμα ένα είμαστε.

Οι γιαγιάδες μας το ήξεραν καλά αυτό. Ήξεραν ότι πρώτα ανήκουμε στην Εκκλησία και μετά στον εαυτό τους. Πρώτα στην Εκκλησία και μετά στο σπίτι τους. Γι’ αυτό συμμετείχαν στις ανάγκες της. Στο χτίσιμο της Εκκλησίας, στο στρώσιμο, στον έρανο, στις νηστείες, στους εσπερινούς, στα Μυστήρια, στη Λειτουργία. Οι παλιοί άνθρωποι ήξεραν πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος, γιατί άλλος δρόμος βγάζει σε άλλο τέρμα. Γνώριζαν ότι η σωτηρία είναι μόνο μέσα στο Καράβι του Χριστού που όσα κύματα και όσες θύελλες κι αν το χτυπούν , δεν καταποντίζεται.

– Γέροντα, τα παιδιά μας κοιμούνται στην Εκκλησία, μήπως να μη τα φέρνουμε;

– Στο Καράβι να είναι κι ας κοιμούνται, επέμενε ο Γέροντας Πορφύριος.

Η Εκκλησία, το Σκάφος του Χριστού!
Το Σώμα του Χριστού!
Το Στόμα του Χριστού!
Η Κιβωτός που μπαίνεις μέσα και σώζεσαι!
Αλήθεια, έχουμε βαθιά και ορθή γνώση του τι είναι η Εκκλησία;
Είναι μόνο για τις Κυριακές και τις γιορτές ή μπολιάζει όλο το βίο μας;
Είναι μόνο για ορισμένες ηλικίες ή αγκαλιάζει όλο τον άνθρωπο από τα πρώτα μέχρι τα έσχατα;

Τι περιμένουμε απ’ Αυτήν;
Τι θέλουμε να μας δώσει και τι της χρωστάμε;
Αναρωτηθήκαμε ποτέ τι είναι η Εκκλησία και τι της οφείλουμε;

Οι Πατέρες λένε πως η Εκκλησία είναι ένα μεγάλο Νοσοκομείο που εφημερεύει σε εικοσιτετράωρη βάση, εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια. Ένα Νοσοκομείο που εφημερεύει για όλους. Για ασφαλισμένους και για ανασφάλιστους. Για πλούσιους και για άπορους. Για επώνυμους και για ανώνυμους και περιθωριακούς ανθρώπους. Ένα μεγάλο Νοσοκομείο στο οποίο αντιμετωπίζεται κάθε νόσημα όσο βαθύ, όσο λοιμώδες και όσο θανατηφόρο κι αν είναι.

Ένα μεγάλο Νοσοκομείο στο οποίο μπαίνεις άρρωστος και βγαίνεις υγιής, όπως η αιμορροούσα. Μπαίνεις διώκτης και βγαίνεις Απόστολος, όπως ο Παύλος. Μπαίνεις αμαρτωλός και βγαίνεις άγιος, όπως η αγία Μαρία η Αιγυπτία. Μπαίνεις λύκος και βγαίνεις αρνί, όπως ο άγιος Μωυσής ο Αιθίοπας.

Μπαίνεις πτώμα εν αποσυνθέσει και ανίστασαι τετραήμερος, όπως ο Λάζαρος! Γιατί στην Εκκλησία δεν υπάρχει θάνατος. Δεν υπάρχουν νεκροί. Η Εκκλησία είναι η χώρα των Ζώντων όπου υπάρχει Ζωή και περίσσεια Ζωής, δηλαδή ο Χριστός!

Από το βιβλίο: «Αντίδωρο»

Το συγκλονιστικό Πάσχα του Γέροντα Γαβριήλ Διονυσιάτη με τους Κρυπτοχριστιανούς στην Κωνσταντινούπολη!


Σε μια Εκκλησία του Γαλατά στην Πόλη, όπου συχνάζουν οι ναυτικοί και ταξιδιώται ν’ ανάψουν το κεράκι τους για τους δικούς τους και το καλό ταξείδι προς τις φουρτουνιασμένες θάλασσες του Πόντου. Εκεί τη Μεγάλη Σαρακοστή του 195… πήγε να λειτουργήση και να ξομολογήση τους Χριστιανούς κάποιος Γέρων Πνευματικός, για πρώτη φορά επισκεπτόμενος την Πόλη.

Ο τακτικός εφημέριος, εξυπηρετών και άλλην Εκκλησίαν εις γειτονικόν Αγίασμα, αφού τον κατετόπισε εις τα του Ιερού βήματος, του έδωσε δε και μερικές δεκάδες ονομάτων «ζώντων και τεθνεώτων», τον ωδήγησε εις συνεχόμενον σκοτεινόν Παρεκκλήσιον, και αφού του έδειξε μικράν κλίμακα ανερχομένην ελικοειδώς τα Κατηχούμενα τον Ναού, του είπενεμπιστευτικώς, ότι τον περιμένουν επάνω καμμιά δεκαριά άνθρωποι για να εξομολογηθούν και είναι ανάγκη ν’ ανεβή να τους εξομολογήση και μεταλάβουν είτα εις την Λειτουργίαν, διότι επείγονται να φύγουν το βράδυ με το πλοίο της γραμμής, είναι ξένοι από μακρυά. Ανέβαινε ο Γέρων συλλογιζόμενος το δύσκολον ζήτημα της συνεννοήσεως μετ’ αυτών, εφ’ όσον ήσαν ξένοι από μακρυά· αυτός δε πλην της Ελληνικής δεν εγνώριζεν άλλην γλώσσαν.

Εκεί εις το ημίφως του υπερώου διέκρινε δεκάδα ανδρών χωρικών μεγάλης ηλικίας, οίτινες εις το αντίκρυσμά του έβαλον όλοι μετάνοιαν και ο γεροντότερος του είπεν εις ποντιακήν διάλεκτον:

– «Ήμες Χριστιανοί, πάτερ, α σον Πόντον, και λαλεύομεν (φιλούμεν) τα πόδα σου, να ξαγουρεύομεν και μεταλάβομεν σήμερον και απές να λέομεν στην αγιωσύνην σου ντο θέλομεν ένα κι’ άλλον».

Έμαθε λοιπόν παρ’ αυτών ότι ολόκληρον το χωρίον των είναι κρυπτοχριστιανοί από πολλών ετών, και εις την ανταλλαγήν δεν τους επετράπη να φύγουν εις την Ελλάδα, διότι τα «νεφούζια» τους (ταυτότητες) ήσαν με τουρκικά ονόματα, ότι στο φανερό είναι Οθωμανοί και Τούρκοι, και στο κρυφό είναι Χριστιανοί και Έλληνες και περιμένουν να τους γλυτώση ο Θεός από την σκλαβιά. 

Στα φανερά λέγονται Χασάνηδες και Μεμέτηδες, και τα πραγματικά ονόματά τους είναι Γεώργιος, Παναγιώτης κλπ. Έχουν ένα δικό τους δήθεν Χότζα, αλλά ούτε περιτομή κάνουν, ούτε ραμαζάνια και Μπάϊράμια· τουναντίον, μυστικά σε υπόγειες Εκκλησίες εορτάζουν Χριστιανικά το Πάσχα, τα Χριστούγεννα, της Παναγίας.

Ευτυχώς ότι ο Γέρων συναναστραφείς προ ετών μετά Ποντίων προσφύγων εν Μακεδονία ενεθυμείτο αρκετά της απηρχαιωμένης αυτής ελληνικής διαλέκτου και εννόησε τι ήθελον, και τι θα του έλεγον εξομολογούμενοι.

Πριν της «ανταλλαγής» έπαιρναν Παπά από γειτονικά χωριά και τους βάπτιζε, τους στεφάνωνε, τους λειτουργούσε τις μεγάλες εορτές και μετελάμβανον.

Αλλά τώρα δεν υπάρχει πουθενά Παπάς και αναγκαστικώς έρχονται στην Πόλη εκ περιτροπής για δουλειές δήθεν και γίνονται Χριστιανοί.

Ο Γέρων Πνευματικός τα ήκουσε σαστισμένος, του εφαίνετο ότι διάβαζε συναξάρι, της εποχής του Διοκλητιανού και δεν ημπορούσε να συγκρατήση τα δάκρυα από την συγκίνηση.

Εξωμολογήθηκαν βιαστικά, και όλοι μαζί κατέβηκαν αθόρυβα εις το σκοτεινό Παρεκκλήσι, απ’ όπου θα ήκουον την λειτουργίαν των Προηγιασμένων, χωρίς κανείς να τους βλέπει. Και όταν μετά την λήξιν εμετάλαβον οι άλλοι εκκλησιαζόμενοι, εγένετο η απόλυσις και έφυγε και ο Κανδηλάπτης, έμεινε δε μόνος ο λειτουργός Πνευματικός με τον γνωστόν σκοπόν της εξομολογήσεως, τότε κλείσας έσωθεν τας θύρας και λαβών τα Άγια εισήλθεν εις το Βήμα του Παρεκκλησίου και εκάλεσε τους μαρτυρικούς Κρυπτοχριστιανούς, ίνα «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθωσι».

«Μεταλαμβάνει ο δούλος του θεού: Ανάστας – Αναστάσιος εις…». «Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού: Γιορίκας – Γεώργιoς, το τίμιον και πανάσπιλον και ζωοποιόν Σώμα και Αίμα του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, εις ίασιν σώματος και ψυχής, εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν την αιώνιον. Αμήν».

Μετά την «Ευχαριστίαν» και την απόλυσιν, είπον εις τον Πνευματικόν: «Πάτερ, να κάνης μας άλλον κι’ έναν χάριν, έχουμες αδά σην Πόλιν και τας καρίδας (γυναίκας) και τέσσαρα παιδία μουν, και το πουρνίν (αύριον) να βαπτίζης τα παιδία, να μυρώνης τα, Πάτερ, κουρμπάν (άγιε) Πάτερ, ποίσον τα Χριστιανούς. Ο Πουπάν αδά της Εκκλησίας φοβόσκετεν, Πάτερ, τους Τουρκάδες κ’ εβαπτίζε τα. Ντο να κάνουμεν, Πάτερ, σεμέτερον την Ελλάδαν κι’ αφήνουν μας να δεβαίνουμεν. Στο Χριστό και στην Παναγίαν την Σουμελάν ορκίζομέν σε, Πάτερ, ποίσον το καλόν α σε μας τα παιδία σου».

– «Μα ο Παπάς αδά είπε με, πως θα φύγετε το βράδυν με το παπόρ».

– «Να συγχωρέης μας, Πάτερ, λέομεν ψεματίας, ωσάν να λάσκομεν τες δουλείες μας. Ντο να κάνουμεν, Πάτερ; Ο Θεόν να λυπάται τα μέτεραν τα βάσαναν». Έμειναν σύμφωνοι να έλθουν το βράδυ με τας γυναίκας και τα παιδία, να μείνουν στο δωμάτιο του Παπά, ο οποίος υπό μίαν πρόφασιν θα έλειπε, και την νύκτα μυστικά θα γινόταν η βάπτισις των παιδιών κλπ.

Μετά το νεοβάπτισμα κοιμηθήκανε επάνω υπό την φύλαξιν μιας γυναικός, οι δε άλλοι εξημερώθηκαν εις τον Ναόν… Ο Γέρων Πνευματικός τους έκαμε ευχέλαιον, κατόπιν τους έκανε και παράκλησιν της Παναγίας, και ενόσω αυτός εδιάβαζεν και έψαλλεν, αυτοί όλοι, άνδρες και γυναίκες γονατιστοί εψιθύριζον το «Κύριε ελέησον» και «Παναγία Θεοτόκε, σώσον ημάς».Ήλθον τμηματικά και με προφυλάξεις το βράδυ προς το σουρούπωμα, έως ότου καθησυχάση ο κόσμος. Εξωμολογήθηκαν και αι γυναίκες, και προ του μεσονυκτίου εγένετο και η βάπτισις, το μύρωμα και ο Εκκλησιασμός των παιδίων εις το Παρεκκλήσιον.

Μέσα από το βιβλίο «Από τον κήπο του Παππού, Αγιορειτικές Διηγήσεις Αρχιμ. Γαβριήλ Διονυσιάτου», κεφάλαιο «Σύγχρονα Μαρτυρολόγια» (εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας).
Το γεγονός αυτό το έζησε ο ίδιος.
http://inpantanassis.blogspot.com/2019/05/blog-post_65.html

Αγιογραφικό ανάγνωσμα


Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην 
α΄ 44 – 52
Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν, καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀκολούθει μοι. 45ἦν δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως Ἀνδρέου καὶ Πέτρου. 46εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· Ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ. 47καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· Ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; λέγει αὐτῷ Φίλιππος· Ἔρχου καὶ ἴδε. 48εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τὸν Ναθαναὴλ ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· Ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι. 49λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ· Πόθεν με γινώσκεις; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε. 50ἀπεκρίθη Ναθαναήλ καὶ λέγει αὐτῷ· Ραββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. 51ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· Ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψῃ. 52καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ' ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου. 

Νεοελληνική απόδοση:
 Κατήγετο δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ τὴν Βηθσαϊδά, ἀπὸ τὴν πόλιν τοῦ Ἀνδρέα καὶ τοῦ Πέτρου. Ὁ Φίλιππος εὑρίσκει τὸν Ναθαναὴλ καὶ τοῦ λέγει,  «Εὑρήκαμε ἐκεῖνον, διὰ τὸν ὁποῖον ἔγραψε ὁ Μωϋσῆς εἰς τὸν νόμον καὶ οἱ Προφῆται, τὸν Ἰησοῦν, τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ ἀπὸ τὴν Ναζαρέτ». Καὶ ὁ Ναθαναὴλ τοῦ εἶπε, Εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τὴν Ναζαρὲτ νὰ προέλθῃ κανένα καλό;». Λέγει εἰς αὐτὸν ὁ Φίλιππος, «Ἔλα νὰ ἰδῇς». Εἶδε ὁ Ἰησοῦς τὸν Ναθαναὴλ νὰ ἔρχεται πρὸς αὐτὸν καὶ εἶπε, «Νὰ ἕνας ἀληθινὸς Ἰσραηλίτης, εἰς τὸν ὁποῖον δὲν ὑπάρχει δόλος». Ὁ Ναθαναὴλ τοῦ εἶπε, «Ἀπὸ ποῦ μὲ γνωρίζεις;». Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀπεκρίθη, «Πρὶν σὲ φωνάξῃ ὁ Φίλιππος σὲ εἶδα νὰ εἶσαι κάτω ἀπὸ τὴ συκιά». Ὁ Ναθαναὴλ τοῦ λέγει, «Ραββί, σὺ εἶσαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶσαι ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ». Ὁ Ἰησοῦς τοῦ ἀπεκρίθη, «Ἐπειδὴ σοῦ εἶπα ὅτι σὲ εἶδα κάτω ἀπὸ τὴ συκιά, πιστεύεις; Θὰ ἰδῇς μεγαλύτερα πράγματα ἀπὸ αὐτά». Καὶ προσέθεσε, «Ἀλήθεια, ἀλήθεια, σᾶς λέγω, ἀπὸ τώρα θὰ βλέπετε τὸν οὐρανὸν ἀνοιγμένων καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ νὰ ἀνεβαίνουν καὶ νὰ κατεβαίνουν πρὸς τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου».

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


"Αγαπήστε την θλίψι περισσότερο από την ανάπαυσι, την περιφρόνησι περισσότερο από την δόξα, καθώς και το να δίνετε παρά να παίρνετε, και θα έχετε πνευματική ωφέλεια." 

Αββάς Ματώης