Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2018

Για να γίνει η τροφή γιορτή


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄Ματθαίου

Η τροφή, αγαπητοί μου αδελφοί, αποτελεί την κύρια ανθρώπινη ανάγκη. Μέσω αυτής επιβιώνουμε. Την ίδια στιγμή αποκτούμε δυνάμεις για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε, να αγαπήσουμε, να συναντηθούμε, να αναζητήσουμε τον σκοπό και την ευτυχία μας. Από την άλλη, η τροφή αποτελεί έναν από τους κύριους πειρασμούς, που μας κλείνουν στο εγώ μας. Στον εαυτό μας. Σε έναν ατομοκεντρισμό, που δεν μας επιτρέπει να σκεφτούμε τον άλλο, αλλά μας κάνει να προσκολλόμαστε στις δικές μας ανάγκες και επιθυμίες. Η τροφή τότε από μέσο γίνεται αυτοσκοπός. Και αυτό αποτυπώνεται και στην καθημερινή μας ζωή. Πολλοί άνθρωποι ξυπνούν και η πρώτη μέριμνά τους είναι το τι θα φάνε. Και γίνονται φιλονικίες στα σπίτια, η συνύπαρξη τίθεται εν κρίσει και εν αμφιβόλω εξ αφορμής της τροφής. Άλλοτε πάλι η τροφή γίνεται κοινωνικό σύνθημα, γίνεται αφορμή για ιδεολογικούς αγώνες, πλαστούς ή αληθινούς. Πάντως ο άνθρωπος διαμορφώνει την ταυτότητά του, εκτός των άλλων, δίνοντας απάντηση και στο ερώτημα «τι είναι για μένα η τροφή;».

  Ο Θεός, όταν δημιούργησε τον άνθρωπο, μερίμνησε για την τροφή του. του έδωσε την ευλογία και την ευκαιρία να εργάζεται για να την κερδίζει και να την απολαμβάνει. Την συνέδεσε όμως με την ελευθερία του. Η τροφή από την μία είναι δωρεά του Θεού σε έναν κόσμο στον οποίο μπορούμε να βρούμε και να δοκιμάσουμε τα πάντα, κι από την άλλη προϋποθέτει τον κόπο της εργασίας. Όμως ο Θεός ζητά από τον άνθρωπο να απαντήσει και στο εξής ερώτημα: «τροφή με τον Θεό και από τον Θεό ή τροφή μόνο από τον εαυτό μας και χωρίς τον Θεό;». Η τροφή συνδέθηκε δηλαδή με την ευχαριστία. Με την ευγνωμοσύνη του ανθρώπου έναντι του Θεού, με την εκζήτηση της ευλογίας του Θεού, με την τοποθέτησή της ως μέσου για τη ζωή του ανθρώπου και όχι ως ευκαιρία παράδοσης του ανθρώπου στο θέλημα της αυτεξουσιότητας και την ίδια στιγμή στο θέλημα του εξουσιασμού των άλλων ανθρώπων δια της τροφής. Αυτό ήταν και το νόημα της επιλογής που έδωσε ο Θεός στον πρώτο άνθρωπο και που συνεχίζει να δίνει στον καθένα μας. Είναι οι υλικές μας ανάγκες αφορμή δοξολογίας και ευχαριστίας προς τον Θεό και την ίδια στιγμή αγάπης και μοιράσματος με τους άλλους ή αποτελούν την οδό της αυτοθεοποίησης και της εξουσίας εις βάρος των άλλων; Η πορεία του κόσμου έδειξε και δείχνει ότι ο 
δεύτερος δρόμος θριαμβεύει. Η τροφή γίνεται η ευκαιρία ο άνθρωπος να εξουσιάσει τον πλησίον του και την ίδια στιγμή να αισθάνεται ο ίδιος ισχυρός, ότι δεν χρειάζεται τον Θεό, αλλά μπορεί και μόνος του. Η οικονομική κρίση της εποχής μας μαρτυρεί του λόγου το αληθές. 

 Ο Χριστός, με την ενανθρώπησή του, έδειξε και εξακολουθεί στη ζωή της Εκκλησίας να δείχνει ότι ουδέποτε η τροφή περιφρονείται από τον Θεό. Ο Ίδιος μάλιστα γίνεται η τροφή του κόσμου, προσφέροντας τον εαυτό του, το Σώμα και το Αίμα Του «εις άφεσιν αμαρτιών και εις ζωήν αιώνιον». Και μάς καλεί συνεχώς σε μία συνάντηση ζωής μέσα στην Εκκλησία, σε ένα συνεχές γεύμα, το οποίο προετοιμάζει ο Θεός Πατέρας και ο Ίδιος ο Υιός είναι η τροφή του συμποσίου. «Ιδού το άριστόν μου ητοίμασα» (Ματθ. 22,4) μας λέει εκ μέρους του Πατρός Του σε μία από τις πιο χαρακτηριστικές παραβολές Του. 
 Και μας καλεί να γίνουμε συνδαιτυμόνες, συνδέοντας το τραπέζι με τους γάμους του Υιού με την ανθρώπινη φύση, με την δυνατότητα για κοινωνία Θεού και ανθρώπου η οποία κατοχυρώθηκε σε μία νέα πορεία με την ενανθρώπηση. Μπορούμε και πάλι να συναντηθούμε με τον Θεό, να ξαναβρούμε το νόημα της ελευθερίας μας, να μην υποταχτούμε στην αυτάρκεια και την εξουσία της τροφής, αλλά να την συνδέσουμε με τον Θεό και την αγάπη. Να μη γίνεται δηλαδή ο παρών κόσμος θεός για μας, αλλά να βρίσκουμε τον Θεό ευχαριστιακά μέσα σ’ αυτόν. Η τροφή δεν είναι ο σκοπός, αλλά ο τρόπος με τον οποίο γιορτάζουμε την συνάντησή μας με τον Θεό. Είναι το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, που μας αγιάζει και μας δίνει χαρά, κάνοντάς μας να συναντηθούμε εκτός από τον Θεό και με τον πλησίον μας.

Δύο είναι οι προϋποθέσεις για να γίνει η τροφή γιορτή. Να αποδεχθούμε την πρόσκληση του Θεού, να αφήσουμε δηλαδή κατά μέρος τις μέριμνες που μας εξουσιάζουν και τους άλλους που θέλουμε να εξουσιάσουμε και να φανούμε ταπεινοί και ευγνώμονες έναντι του Θεού λέγοντας ΝΑΙ στην συνάντηση της Ευχαριστίας. Το ΝΑΙ αυτό δείχνει ότι για μας η πρόσκληση στους γάμους της βασιλείας είναι η προτεραιότητά μας. Και να έχουμε ένδυμα, δηλαδή να αρνηθούμε τον δικό μας τρόπο, την παράδοσή μας στον ρύπο της καθημερινής αυτεξουσιότητάς μας, στον ρύπο του θελήματός μας, στην αδιαφορία για τον Θεό και τον τρόπο Του, επιλέγοντας την μετάνοια και την αγάπη. Για να ανήκουμε με την θέλησή μας όχι μόνο στους κλητούς, αλλά και στους εκλεκτούς. 

Ο πολιτισμός μας έχει καταστήσει την τροφή αυτοσκοπό και ηδονή. Τη έχει θέσει ως βάση για τον ατομοκεντρικό τρόπο ζωής. Ένα ακόμη στοιχείο εξουσίας. Η Εκκλησία, χωρίς να απορρίπτει την χαρά της τροφής, τον κόπο της, την ευλογία του να την έχει ο άνθρωπος, προτείνει και προκρίνει την τροφή ως ευχαριστία και την ίδια στιγμή ως γιορτή αγάπης και κοινωνίας με τον Θεό. Και τότε ο άνθρωπος ξέρει ότι η τροφή του δόθηκε για να συναντιέται με τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Όχι για να την απολαμβάνει εγωκεντρικά, αλλά στο κοινό τραπέζι τόσο της Θείας Ευχαριστίας, όσο και σε κάθε τραπέζι που μαρτυρεί την κοινότητα και την αγάπη, να συναντά τον πλησίον του, να χαίρεται την συντροφικότητα και να δοξάζει τον Θεό και με το υλικό στοιχείο, αλλά κυρίως με όλη του την ύπαρξη. ΑΜΗΝ!

Από το γραπτό κήρυγμα της ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ Κερκύρας
ΚΥΡΙΑΚΗ 2 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2018
https://proskynitis.blogspot.com/2018/09/blog-post_39.html

Κυριακή ΙΔ'Ματθαίου - Συνεργοί εσμέν της χαράς υμών


π.Θεμιστοκλής Μουρτζανός

 Οι άνθρωποι του καιρού μας συνήθως περιμένουμε από τους άλλους να μας δώσουν χαρά. Έχοντας ως κέντρο της ζωής τον εαυτό μας, θεωρούμε ότι αξίζουμε την χαρά από τους άλλους διότι είμαστε ξεχωριστοί και μοναδικοί. Ιδίως όταν εργαζόμαστε και για τους άλλους, φτάνουμε στο σημείο να απαιτούμε από αυτούς να μας κάνουν χαρούμενους. 
Βέβαια, ο ορισμός της χαράς σήμερα δεν είναι αυθεντικός, διότι το νόημά της συμπλέκεται με την ευχαρίστηση και την διασκέδαση. Η χαρά όμως είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος και πηγάζει από την αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, από ένα αίσθημα προσφοράς το οποίο δίδει πληρότητα στην καρδιά, από την παρουσία του Χριστού στην ζωή μας και την αίσθηση ότι Αυτός είναι το νόημά της, που επεκτείνεται στην αιωνιότητα, από την παρουσία του συνανθρώπου μας, που μας δίνει την ευκαιρια να δημιουργούμε, να είμαστε καλοί, να συνυπάρχουμε εν αγάπη, χωρίς να μετράμε ως προτεραιότητα αν και τι απολαμβάνουμε. 
  Η χαρά μπορεί να γίνει αντιληπτή όταν κρατάμε στα χέρια μας ένα νεογέννητο παιδί. Τίποτε δεν μπορεί να μας προσφέρει. Φτάνει όμως η ύπαρξή του για να μας κάνει ευτυχισμένους, να πληρώσει την καρδιά μας, να βγάλει από μέσα της ό,τι πιο όμορφο και τρυφερό, μία ζεστασιά μοναδική, ένα αίσθημα πατρότητας και μητρότητας το οποίο δεν μπορεί να περιγραφεί με λόγια. Ο Χριστός και οι άλλοι άνθρωποι είναι η χαρά μας, δηλαδή η μετοχή μας στην Εκκλησία! Εμείς είμαστε η χαρά του Θεού και των άλλων επειδή υπάρχουμε. Το ερώτημα είναι πώς εκφράζουμε την χαρά και πώς αυτή μπορεί να διαρκέσει.

  Ο κόσμος σήμερα ταυτίζει την χαρά με την ευχαρίστηση, με την ηδονή. Για να είμαι χαρούμενος πρέπει να ικανοποιούνται οι επιθυμίες μου. Να γίνεται πράξη το θέλημά μου, σε όποιο επίπεδο κι αν νοείται, υλικό, επαγγελματικό, σχεσιακό, σώματος και πνεύματος. Η ευχαρίστηση έχει ως χαρακτηριστικό της ότι λειτουργεί στιγμιαία. Όταν περάσει η στιγμή της, τότε ο άνθρωπος ρίχνεται ξανά στο κυνήγι της. Χορταίνει και πεινά. Η ευχαρίστηση συνδέεται με την βουλιμία ή και την λαιμαργία. Ο άνθρωπος γίνεται αχόρταγος και κάποτε δεν έχει όρια στην εκζήτηση της ευχαρίστησης. Γι᾽ αυτό και απογοητεύεται όταν βλέπει ότι το θέλημά του δεν εκπληρώνεται ή όταν διαπιστώνει ότι πρέπει να ξαναπροσπαθήσει για να ευχαριστηθεί. Μόνο που κάθε νέα προσπάθεια, όταν λειτουργεί στην κατεύθυνση της συνεχούς εκπλήρωσης του θελήματος, γίνεται πιο αδηφάγα και ο άνθρωπος δεν ευχαριστιέται με τίποτα. 
  Εδώ υπεισέρχεται το στοιχείο της διασκέδασης. Ο άνθρωπος σήμερα αναζητεί την χαρά στον τρόπο του πολιτισμού που ονομάζεται διασκέδαση. Τα μέσα της τέχνης, όπως ο πολιτισμός μας τα αξιοποιεί και τα προβάλλει, μας κάνουν να θέλουμε να ξεπεράσουμε την ανία ή την κούρασή μας ή τα βάσανά μας μέσω αυτών. Έτσι θεωρούμε χαρά το γέλιο που προέρχεται από τις κωμικές σειρές και ταινίες, τους ήχους της μουσικής, το φαγητό και το ποτό των νυχτερινών εξόδων, το ξενύχτι, κάθε αλλαγή του καθημερινού μας προγράμματος. Η διασκέδαση θεωρείται συστατικό στοιχείο της ζωής μας. Μόνο που κι αυτή δεν έχει διάρκεια, ενώ όσο καλά και να περάσουμε, το πρόγραμμα της ζωής μας μάς περιμένει ξανά και την ίδια στιγμή η όποια χαρά παραμένει ατομικό γεγονός. 

 Η Εκκλησία μάς καλεί να έρθουμε στην κατάσταση που περιγράφει ο απόστολος Παύλος στους Κορινθίους: “Συνεργοί εσμέν της χαράς υμών” (Β᾽ Κορ. 1,24). “Θέλουμε να συμβάλουμε στην χαρά σας”. Να κατανοήσουμε ότι η χαρά έρχεται μέσα από την συνύπαρξη και ότι είναι ωραίο να συμβάλλουμε στην χαρά των άλλων. 
Χαρά είναι το μοίρασμα της πίστης. 
Χαρά είναι η σχέση με τον Θεό, η λειτουργική και η πνευματική ζωή της Εκκλησίας.
 Χαρά είναι η συνάντηση με τους αδελφούς μας. 
Χαρά είναι η τήρηση των εντολών του Θεού, όσο κι αν αυτό φαίνεται σταυρός, καθότι απαιτεί πολύ κόπο και υπέρβαση του εαυτού μας. 
Χαρά είναι η ταπείνωση και η προσευχή. 
Χαρά είναι η ελπίδα της ανάστασης. Χαρά τελικά είναι να νιώθουμε την αγάπη του Θεού στην καρδιά μας.
Η προτροπή του αποστόλου Παύλου μας βοηθά τελικά να υπερβούμε το στιγμιαίο της απόλαυσης, της ευχαρίστησης, της διασκέδασης. Η πίστη δεν αρνείται κάτι το οποίο δεν παραβιάζει τις εντολές του Θεού. Αναδεικνύει όμως τα πραγματικά του όρια, οδηγεί στην αυθεντικότητα. Η χαρά είναι για να μοιράζεται. Για να κάνει την αγάπη ανοιχτή. Για να δίνει διάρκεια. Για να μας δείχνει ότι όταν πιστεύουμε ότι είμαστε του Θεού και του ήθους της πίστης, είτε ζούμε είτε αποθνήσκουμε, είτε μας αποδέχονται είτε μας αρνούνται, υπάρχουμε για να μοιραζόμαστε. Και ο Θεός θα μας βοηθήσει η χαρά μας να γίνει από δώρο δωρεά!

https://proskynitis.blogspot.com/2018/09/blog-post_48.html

Μπροστά στα διλήμματα


Στο βιβλίο του Ηλία Βουλγαράκη «Στιγμιότυπα από την εποχή των Πατέρων» καταγράφεται και η περίπτωση της μάρτυρος Ευτυχίας, η οποία συνελήφθηκε από τους ειδωλολάτρες μαζί με τις Αγάπη, Ειρήνη, Χιόνη και άλλους. 

Η Ευτυχία παρουσιάστηκε μπροστά στο Ρωμαίο δικαστή, ενώ ήταν επτά μηνών έγκυος και νεαρή χήρα. Τη ρώτησε αν θα υπακούσει στη βασιλική διαταγή να θυσιάσει στα είδωλα, οπότε θα επέστρεφε στο σπίτι της. 

Εκείνη όμως απάντησε: «Ου πείθομαι, χριστιανή ειμί, Θεού δούλη παντοκράτορος». Τελικά, με βάση το Ρωμαϊκό δίκαιο, ο δικαστής την έκλεισε στη φυλακή, ώσπου να γεννήσει το παιδί της. Αν όμως βρισκόταν σε άλλη χώρα που ο νόμος διέτασσε τη θανατική ποινή, ανεξάρτητα από την κυοφορία της, θα εκτελείτο μαζί της και το αγέννητο παιδί.

Αναλύοντας την περίπτωση αναφύεται το ερώτημα: Τι θα έπρεπε να κάμει, να αρνηθεί το Χριστό και να σώσει το παιδί που, ως κυοφορούμενο, είχε προτεραιότητα ή να μαρτυρήσει αποφασίζοντας αυτή για τη ζωή του; Βέβαια, για την ίδια τέτοιο δίλημμα δεν υπήρχε, γιατί η απόφασή της πήγαζε από την καρδία κι όχι το λογικό της. Κι ακόμα, πάνω απ’ όλα και όλους ήταν ο Χριστός και μετά οι άλλοι και ο εαυτός της.

Η εποχή μας, στηριγμένη στη λογική και την ιδιοτέλεια, ασφαλώς αδυνατεί να εννοήσει τον τρόπο σκέψεως των μαρτύρων. Δικαιολογημένα βέβαια! Η τραγικότητα βρίσκεται στους χριστιανούς της εποχής μας, που ταυτισμένοι με τα γνωρίσματα του κόσμου, έχασαν την ταυτότητά τους.

Δεν ξέρω, αν βρεθούμε αντιμέτωποι με την πρόκληση των διωγμών, πώς θα συμπεριφερθούμε ο καθένας μας. Τα διλήμματα όμως που συναντούμε στην καθημερινότητα και η απάντηση που δίνουμε, ενδεχομένως αβασάνιστα, δείχνουν την ποιότητα της πίστης και της αγάπης μας προς το Χριστό.

Ο χρόνος και ο τόπος που ζούμε δεν είναι τυχαίος. Φαίνεται πως είναι ο καταλληλότερος για τον καθένα, ώστε να μπορέσει να ολοκληρωθεί, αν θέλει, ως πρόσωπο, να γνωρίσει αγαπητικά το Θεό και τους ανθρώπους κι έτσι, στην Εκκλησιαστική γλώσσα, να σωθεί.

Ασφαλώς, και στην εποχή των διωγμών υπήρχαν χριστιανοί που αρνήθηκαν το Χριστό και θυσίασαν στα είδωλα. Δεν ομολόγησαν όλοι, δεν επέλεξαν το μαρτύριο όλοι. Έτσι και σήμερα: υπάρχουν αυτοί που συμβιβάζονται με τη συνείδησή τους, χρησιμοποιώντας λογικά επιχειρήματα, κι αυτοί που αποφασίζουν να ζήσουν ελεύθερα και ασυμβίβαστα με οποιοδήποτε κόστος, χρησιμοποιώντας ως βάση την καρδιά που αγαπά και τολμά.

Η απόφαση που θα πάρει ο αληθινός χριστιανός, ευρισκόμενος σε οριακά ή απλά διλήμματα της ζωής, καθορίζουν τη μέσα του ειρήνη, χαρά, ανάπαυση. Ο συμβιβασμός που στηρίζεται στο συμφέρον, με όποιο καλυμμα και να ντυθεί, αφήνει σύγχυση, αναστάτωση, ικανοποίηση αλλά όχι πληρότητα. 

Η «εντός ημών Βασιλεία» χαρίζεται σ’ όσους ελεύθερα θέλουν να ζήσουν το Χριστό στη ζωή τους, αληθινά και γνήσια, αρχίζοντας από τον εαυτό τους και προχωρώντας στις σχέσεις τους με τους άλλους. Η απόφαση αυτή τροχιοδρομεί τη μαρτυρική πορεία, ίδια με τον πόνο των μαρτύρων του αίματος και της συνείδησης, γι’ αυτό και της καρδιακής τους χαράς, της νυν και της μελλούσης αιώνιας χαράς.

http://inpantanassis.blogspot.com/2018/08/blog-post_50.html

Ο άνθρωπος αγιάζεται ολόκληρος, ψυχή και σώμα, όχι μόνο ο νους του


Ο Χριστός «πατάει» πάνω στο σταυρό τον θάνατο, όχι απλά ως Θεός, αλλά κι ως άνθρωπος. Νικά τον εχθρό του ανθρώπου ως άνθρωπος [165], αλλιώς δεν θα είχε νόημα η ενσάρκωση. Για να το πούμε αυτό με τα λόγια του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, ο Θεός ενανθρώπησε «διά την οικονομίαν και το χρήναι αγιασθήναι τω ανθρωπίνω του Θεού τον άνθρωπον» [166]. 

Ο άνθρωπος αγιάζεται δηλαδή από μέσα, με το ανθρώπινο του Θεού. Αυτό το πράγμα έφερε η ενσάρκωση: τα πάντα του Θεού είναι ανθρώπινα και τα πάντα του ανθρώπου είναι θεία. Η ορθόδοξη θεολογία το ονομάζει αυτό «αντίδοση των ιδιωμάτων». Είναι το μυστήριο του υπέρτατου έρωτος: του Θεού προς τον άνθρωπο και του ανθρώπου προς τον Θεό [167].

Με την ενσάρκωση γίνεται αυτή η «συνενεργητική ένωση των δύο φύσεων» [168], κατά την οποία ο Άκτιστος Θεός γίνεται κτίσμα [169], παραμένοντας όμως φύσει Ακτιστος και διατηρώντας όλα Του τα ιδιώματα ως Θεός, καθώς και ο κτιστός άνθρωπος διατηρεί τα δικά του, μόνο που «περνά διά μέσου θαυμαστών μεταμορφώσεων, αι οποίαι το οδηγούν από δόξης εις δόξαν» [170]. 

Όλα τα του Θεού γίνονται και του ανθρώπου, δηλαδή η ζωή, η δύναμη, η αλήθεια και η δικαιοσύνη [171] του Θεού, «εφάπτονται» στο είναι του ανθρώπου, με τρόπο ώστε να μην χάνει την ετερότητά του, αλλιώς η ένωση δεν θα ήταν αληθινή. Έτσι λοιπόν «η ανθρώπινη φύση δεν εξαφανίζεται κατά την ένωσή της με τη θεία, αλλά καταξιώνεται, ελευθερώνεται από την αμαρτία, τη φθορά και τον θάνατο και αυτονομείται» [172].

Μπορούμε να πούμε κι ένα τελευταίο για την ενσάρκωση, ότι ο Θεός είναι άυλος και υπερβατικός, αλλά παρά ταύτα «αρνείται» την αϋλότητά Του και την υπερβατικότητά του και κάνει το αδιανόητο για τον φολοσοφικά σκεπτόμενο άνθρωπο: γίνεται σώμα, ύλη. 

Το γεγονός ότι ο Θεός είναι υπερβατικός και άυλος δεν τον εξαναγκάζει να παραμείνει έτσι. Από την απερίγραπτη αγάπη Του, καταδέχεται (έως και προτιμάει, θα μπορούσαμε να πούμε) να υπερβεί την υπερβατικότητά Του για να ενωθεί με το λογικό πλάσμα Του, τον άνθρωπο. Οι Πατέρες λένε ότι μία τέτοια «τρέλα» μόνο ένας ερωτευμένος θα μπορούσε να την κάνει.

Με την ενσάρκωση λοιπόν καταξιώνεται η ύλη, κάτι το οποίο μέχρι σήμερα είναι δυσνόητο ακόμη και για κάποιους ορθοδόξους επηρεασμένους από τον σχολαστικισμό της Δύσης. Για τη δυτική θεολογία, ο Χριστός αναλήφθηκε στους ουρανούς για να μας δείξει ότι πρέπει κι εμείς να βγούμε από τον κόσμο, ούτως ώστε να είμαστε ελεύθεροι από τη φυσική αναγακαιότητα. 

Οι ανατολικοί Πατέρες από την άλλη, διδάσκουν ότι ο Χριστός αναλήφθηκε, αλλά και γενικά έκανε ο, τι έκανε, για να μεταμορφώσει και να αγιάσει την ύλη, όχι για να μας δείξει τον τρόπο δραπέτευσης απ’ αυτήν. 

Έτσι, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς διδάσκει ότι: το «Πνεύμα του Θεού» ανέστησε τον Χριστό για να «ζωοποιήση και τα θνητά σώματα ημών», για να κάνει το σώμα μας «σύμμορφον τω σώματι της δόξης του Χριστού», κι έτσι «την αθανασίαν επλουτήσαμεν» και με την ανάληψη «εις ουρανούς ανεκλήθημεν» και η ανθρώπινη φύση «ενεθρονίσθη υπεράνω πάσης αρχής και εξουσίας εν δεξιά της μεγαλωσύνης εν ουρανοίς» [173].

Συνεπώς, το ότι έλαβε την ανθρώπινη φύση σημαίνει ότι έλαβε ο, τι συνιστά τον άνθρωπο, ψυχικές και σωματικές λειτουργίες [174] και ως Δημιουργός αυτών των λειτουργιών, τις αναδημιουργεί, μεταστοιχειώνει, μεταπλάττει και ανακαινίζει ως λειτουργίες του δικού Του σώματος ως άνθρωπος [175]. 

Αυτό το πράγμα όμως δεν σημαίνει ότι έπαψε να είναι Θεός: «ότι εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς» [176], διευκρινίζει ο απόστολος Παύλος. Αυτή είναι η απάντηση των χριστιανών στη δυτική διανόηση και ιδιαίτερα στον Καντ, ο οποίος υιοθέτησε τον νεοπλατωνικό διαλισμό και υπονόμευε έντονα τις λειτουργίες του ανθρώπου που στηρίζονταν στην εμπειρική πραγματικότητα [177]. 

Ο άνθρωπος αγιάζεται ολόκληρος, ψυχή και σώμα, όχι μόνο ο νους του, χάρη στην ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου του Θεού, του Χριστού.

**************************
Παραπομπές:
165. Πρβλ. τον ΙΗ’ οίκο του κοντακίου: Ακάθιστος Ύμνος:«ομοίω γαρ το όμοιον καλέσας».
166. Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος εις το Άγιον Πάσχα,PG 36,653.
167. Βλ. π. Νικολάου Λουδοβίκου, Η ιστορία της αγάπης του Θεού, σσ. 254-255.
168. Ο.π. σ. 247.
169. «ο ων, γίνεται και ο άκτιστος κτίζεται, και ο αχώρητος χωρείται», Γρηγορίου του Θεολόγου, Λόγος 45,9, PG 36,634-635.
170. Αρχιμ. Ιουστίνου Πόποβιτς, Ο.π., σ. 31.
171. Ο.π., σ. 84.
172. Νικολάου Κόιου, Επ’ ελευθερία εκλήθητε, σ. 120.
173. ΓρηγορίουΠαλαμά, Τεσσαράκονται Ομιλίαι, ομιλία ιστ’, PG 151, 201ΒC.
174. «εις τας ημετέρας εισδύεται ψυχάς και τας θύρας αμφοτέρας οικειούταιαί…ούτως εαυτόν διά πάντων ημίν ανακεράσας και αναμίξας εαυτού ποιείται σώμα» Νικολάου Καβάσιλα, Η εν Χριστώ ζωή, PG 150,520A.
175. Παναγιώτη Νέλλα, Ζώον θεούμενον, σ. 136.
176. Κολ. 2,9.
177. Βλ. Νικολάου Κόιου, Επ’ ελευθερία εκλήθητε, σ. 120.

Χριστόφορος Παπαδόπουλος, Θεολόγος
http://inpantanassis.blogspot.com/2018/09/blog-post.html

Η ζωή μου εμένα έτσι επέρασεν, εις τον πόνον και τας ασθενείας


Παιδί μου, εύχομαι να είσαι καλά.

Μόλις και εγώ έγινα κάπως καλύτερα.

Η ζωή μου εμένα έτσι επέρασεν, εις τον πόνον και τας ασθενείας. Και τώρα πάλιν δι’ εσάς ήλθα εις θάνατον. Είπα· ας αποθάνω εγώ, μόνον να ζήσουν τα πνευματικά μου παιδιά. Και τελείως δεν έτρωγα.

Ήμουν και πρώην εξηντλημένος, και τώρα πάλιν τελείως νηστεία. Εστείλατε τόσα γλυκά, μήτε που τα εγεύθην. Τυρί δεν εδοκίμασα. Μόνον χόρτα νερόβραστα δίχως ψωμί. Δεν επέρασε πολύ, έπεσα. Εκατόν είκοσι ενέσεις…

Τρεις φορές με ενυκτέρευσαν ότι θα απέθνησκα. Εφώναξαν όλους κοντά μου. Τους ευχήθην δια τελευταίαν φοράν. Έκλαιον επάνω μου νυχθημερόν. Τέλος και πάλιν εγύρισα.

Μου έστειλαν ένα ιδιότροπον φάρμακον και αυτό, μετα Θεόν, ήτο η θεραπεία μου. Είχα σαράντα ημέρες να φάγω. Όταν επήρα το φάρμακον, έφαγα, εκοιμήθην, εκαλυτέρευσα. Δόξα σοι ο Θεός! Άρχισα κάπως να κινουμαι, να γράφω.

Ενόσω, παιδί μου, ζώ, θα σε εύχωμαι· έως να γράψης ότι έγινες καλά. Αν πάλιν αποθάνω, θα ενθυμήσαι ότι το Γεροντάκι αυτό αρρώστησε και απέθανε δια να σώση ημάς.

Θάρρος! Δεν είσαι μόνον εσύ. Κόσμος είναι πολύς. Εγώ, ήλθαν κοντά μου πολλοί, και με προσευχήν και νηστείαν εθεραπεύθησαν. Τώρα ομως, δεν με ακούει ο Κύριος, δια να μάθω και τα φάρμακα και τους ιατρούς. Να γίνω συγκαταβατικός εις τους άλλους.

Εδιάβασα και του Αγίου Νεκταρίου τες επιστολές και είδα πόσον προσείχε εις τους ιατρούς και τα φάρμακα ένας τόσον μεγάλος Άγιος! Εγώ ο πτωχός ασκητής όλο εις την έρημον εγήρασα και ήθελα μόνον με την πίστιν να θεραπεύσω. Τώρα μανθάνω και εγώ ότι χρειάζονται και τα φάρμακα και η χάρις. Λοιπόν τώρα θα λέγω και εγώ ωσάν τον Άγιον: Κύτταξε να γίνης καλά· να διορθώσης τα νεύρα σου με ό,τι τρόπον ημπορείς, και θα εύρης πάλιν την προσευχήν σου και την ειρήνην.

Φρόντισε να βοηθήσης όσον ημπορείς τον εαυτόν σου. Να επιβάλλεσαι εις την όρεξιν να μην τρώγης ό,τι γνωρίζεις πως είναι βλαπτικόν της υγείας σου. Τηγανητά, αλμυρά, σάλτσες, χοιρινό, κρέατα, ψάρια παστά, ποτά εν γένει· όλα αυτά να τα αποφεύγης και θα σου λογισθή ως νηστεία ενώπιον του Κυρίου.

Και, μη λέγης, παιδί μου, με τον λογισμόν σου, διατί το ένα και διατί το αλλο. Άβυσσος τα κρίματα του Θεού. Ας έχη δόξαν ο Κύριος όπου όλους μας αγαπά. Η αγάπη Του, εις τας ασθενείας μας και θλίψεις γνωρίζεται. «Η γάρ δύναμίς μου, λέγει, εν ασθενείαις τελειούται».

Αυτή του Χριστού η αγάπη έκαμε και εμένα να λυπηθώ και να πάσχω μαζί σου. Όμως μη φοβήσαι τον πειρασμόν. Δοκιμασία είναι. Αφήνει ο Θεός όσον νομίζει και εις το τέλος η αγαθότης Του θα νικήση. Εγώ τώρα εικοσιπέντε δράμια ψωμί την ημέρα και ολίγον φαγάκι και αγρυπνία όλην την νύκτα. 

Έρχεται ο Σατανάς μακρυά και ουρλιάζει, αλλά δεν πλησιάζει. Πηγαίνει στ’ αδέλφια σου και με φαντασίες τους φοβερίζει. Ας μη φοβούνται. Εμένα οκτώ χρόνια εις την αρχήν με πολεμούσαν οι Δαίμονες παντοιοτρόπως και πλάι δεν εκοιμήθην. Όρθιος μόνον ή ολίγον καθήμενος. Λοιπόν μη φοβήσθε. Μόνον προσευχή, πίστις θερμή και δάκρυα. Μόνον οταν αμαρτάνη κανείς, αυτός να φοβήται τον διάβολον. Τότε ημπορεί ο εχθρός να του κάμη κακόν, διότι αφήνει ο Κύριος.

Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 49,
έκδ. Ι.Μ. Φιλοθέου, Άγιον Όρος 62003, σσ. 283-285.
http://inpantanassis.blogspot.com/2018/09/blog-post_1.html

Το Ευαγγελικό και Αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής


† Κυριακῇ 2 Σεπτεμβρίου 2018 (ΙΔ' Ματθαῖου)

Τὸ Εὐαγγέλιον
Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον
Κεφ. κβ' : 2-14

Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὅς τις ἐποίησε γάμους τῷ υἱῷ αὐτοῦ· καὶ ἀπέστειλε τοὺς δούλους αὐτοῦ καλέσαι τοὺς κεκλημένους εἰς τοὺς γάμους· καὶ οὐκ ἤθελον ἐλθεῖν. Πάλιν ἀπέστειλεν ἄλλους δούλους, λέγων· Εἴπατε τοῖς κεκλημένοις· Ἰδοὺ, τὸ ἄριστόν μου ἡτοίμασα, οἱ ταῦροί μου καὶ τὰ σιτιστὰ τεθυμένα, καὶ πάντα ἕτοιμα· δεῦτε εἰς τοὺς γάμους. Οἱ δὲ ἀμελήσαντες ἀπῆλθον· ὁ μὲν εἰς τὸν ἴδιον ἀγρόν, ὁ δὲ εἰς τὴν ἐμπορίαν αὐτοῦ· οἱ δὲ λοιποὶ, κρατήσαντες τοὺς δούλους αὐτοῦ, ὕβρισαν καὶ ἀπέκτειναν. Ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος, ὠργίσθη· καὶ πέμψας τὰ στρατεύματα αὐτοῦ, ἀπώλεσε τοὺς φονεῖς ἐκείνους, καὶ τὴν πόλιν αὐτῶν ἐνέπρησε. Τότε λέγει τοῖς δούλοις αὐτοῦ· Ὁ μὲν γάμος ἕτοιμός ἐστιν, οἱ δὲ κεκλημένοι οὐκ ἦσαν ἄξιοι. Πορεύεσθε οὖν ἐπὶ τὰς διεξόδους τῶν ὁδῶν, καὶ ὅσους ἂν εὕρητε, καλέσατε εἰς τοὺς γάμους. Καὶ ἐξελθόντες οἱ δοῦλοι ἐκεῖνοι εἰς τὰς ὁδοὺς, συνήγαγον πάντας ὅσους εὗρον, πονηρούς τε καὶ ἀγαθούς. καὶ ἐπλήσθη ὁ γάμος ἀνακειμένων. Εἰσελθὼν δὲ ὁ βασιλεὺς θεάσασθαι τοὺς ἀνακειμένους, εἶδεν ἐκεῖ ἄνθρωπον οὐκ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου· καὶ λέγει αὐτῷ· Ἑταῖρε, πῶς εἰσῆλθες ὧδε μὴ ἔχων ἔνδυμα γάμου; Ὁ δὲ ἐφιμώθη. Τότε εἶπεν ὁ βασιλεὺς τοῖς διακόνοις· Δήσαντες αὐτοῦ χεῖρας καὶ πόδας, ἄρατε αὐτὸν, καὶ ἐκβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. Πολλοὶ γάρ εἰσι κλητοί, ὀλίγοι δὲ ἐκλεκτοί.

Ὁ Ἀπόστολος
Πρὸς Κορινθίους Β’ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
Κεφ. α' : 21 - β' : 4

Ἀδελφοί, ὁ βεβαιῶν ἡμᾶς σὺν ὑμῖν εἰς Χριστὸν καὶ χρίσας ἡμᾶς Θεός, ὁ καί σφραγισάμενος ἡμᾶς καὶ δοὺς τὸν ἀρραβῶνα τοῦ Πνεύματος ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν. ᾿Εγὼ δὲ μάρτυρα τὸν Θεὸν ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ τὴν ἐμὴν ψυχήν, ὅτι φειδόμενος ὑμῶν οὐκέτι ἦλθον εἰς Κόρινθον. Οὐχ ὅτι κυριεύομεν ὑμῶν τῆς πίστεως, ἀλλὰ συνεργοί ἐσμεν τῆς χαρᾶς ὑμῶν· τῇ γὰρ πίστει ἑστήκατε. ῎Εκρινα δὲ ἑμαυτῷ τοῦτο, τὸ μὴ πάλιν ἐν λύπῃ ἐλθεῖν πρὸς ὑμᾶς. Εἰ γὰρ ἐγὼ λυπῶ ὑμᾶς, καὶ τίς ἐστιν ὁ εὐφραίνων με εἰ μὴ ὁ λυπούμενος ἐξ ἐμοῦ; Καὶ ἔγραψα ὑμῖν τοῦτο αὐτό, ἵνα μὴ ἐλθὼν λύπην ἔχω ἀφ᾿ ὧν ἔδει με χαίρειν, πεποιθὼς ἐπὶ πάντας ὑμᾶς ὅτι ἡ ἐμὴ χαρὰ πάντων ὑμῶν ἐστιν. Ἐκ γὰρ πολλῆς θλίψεως καὶ συνοχῆς καρδίας ἔγραψα ὑμῖν διὰ πολλῶν δακρύων, οὐχ ἵνα λυπηθῆτε, ἀλλὰ τὴν ἀγάπην ἵνα γνῶτε ἣν ἔχω περισσοτέρως εἰς ὑμᾶς.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


"Οποιοσδήποτε άνθρωπος θέλει πραγματικά να σωθεί, δεν τον εμποδίζει ούτε ο καιρός, ούτε ο τόπος, ούτε το επάγγελμα."

γ. Ιωσήφ Βατοπαιδινός