Πέμπτη 2 Αυγούστου 2018

Εὐλογητός εἶ Κύριε


Ἡ κλῆσις τῆς Ἁγίας Ὀρθοδοξίας 

Ὁ ναός ἦταν γεμᾶτος ἀπό κόσμο. Εἶχε πεθάνει ὁ ἀρχιμανδρίτης Λαυρέντιος, ἄνθρωπος ἐκλεκτός καί φιλάνθρωπος, πολύ ἀγαπημένος ἀπ᾿ ὅλους καί εἶχαν ἔλθει νά τόν ἰδοῦν γιά τελευταία φορά. Τώρα εὑρισκόταν στό νεκροκράββατο, στήν μέση τῆς ἐκκλησίας καί οἱ μοναχοί ὁλόγυρά του.

Ἦλθε σιωπηλός καί ὁ Καθηγούμενος μέ θλιμμένο τό πρόσωπο γιά τόν ἀγαπητό του φίλο. Ἐπῆγε στό στασίδι του κι ἀμέσως ἕνας μεγάλος ἀριθμός ἀπό ἱερομονάχους καί διακόνους ἄρχισε τήν νεκρώσιμο ἀκολουθία.

Στό προσκέφαλο τοῦ κεκοιμημένου, ἕνας μοναχός πού φοροῦσε μανδύα καί καλυμμαύχι, ἄρχισε νά διαβάζη τό 17ο Κάθισμα: Μακάριοι οἱ ἄμωμοι οἱ ἐν ὁδῶ...».

Ταυτοχρόνως, ἀπό τόν δεξιό χορό ἀκούεται ἀργά καί σιγανά μία χαμηλή ψαλμωδία: «Εὐλογητός εἶ, Κύριε...». Σάν ἕνας ἀντίλαλος ἐπαναλαμβάνει ὁ ἄλλος χορός: «Εὐλογητός εἶ, Κύριε...».

Τό διάβασμα συνεχίζεται καθαρά καί ἀργά: «Ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου ἐξεζήτησά Σε, ὁδόν ἐντολῶν Σου ἔδραμον...», «αἱ χεῖρες Σου ἐποιήσάν με καί ἔπλασάν με», καί ἡ ἐπωδός τῶν χορῶν πού τό συνοδεύει, ἐξαφανίζεται στό ὕψος τῶν θόλων, ὅπως ὁ καπνός τοῦ θυμιάματος.

«Σός εἰμι ἐγώ...», συνεχίζει ὁ ἀναγνώστης καί οἱ χοροί ἐπαναλαμβάνουν μέ τήν σειρά: «Σός εἰμι ἐγώ, σῶσον με», «Σός εἰμι ἐγώ σῶσον με».

«Ἡ ψυχή μου ἐν ταῖς χερσί Σου...», ἀκολουθεῖ ὁ ἀναγνώστης, «θλίψεις καί ἀνάγκαι εὕρωσάν με...ἐκέκραξα ἐν ὅλῃ καρδίᾳ μου..., Σός εἰμι ἐγώ, σῶσον με».

Ἡ ἐκκλησία εἶναι γεμάτη ἀπ᾿ αὐτό τό μουρμουρητό καί δάκρυα σιωπηλά πέφτουν ἀπό τά μάτια ὅλων. Ὁ Καθηγούμενος στηρίζεται στήν ράβδο του, τό ἱερατεῖο καί τό πλῆθος τῶν πιστῶν ἀκούουν με βαθειά σιωπή....

Καί ξαφνικά φαίνεται ὅτι τό τέμπλο μαζεύεται σάν μιά αὐλαία. Στό κέντρο, στόν μεγαλοπρεπῆ θρόνο, φαίνεται ὁ Βασιλεύς Χριστός δορυφορούμενος μέ ἀγγελικές τάξεις. Ὁ κακοιμημένος ντυμένος μέ τό ταπεινό μοναχικό ἔνδυμα, τό κεφάλι γερμένο καί τά χέρια στό στῆθος, στέκεται μπροστά στόν Δεσπότη, ὅπως σέ μιά μυστική ἐξομολόγησι., 

«Εὐλογητός εἶ, Κύριε», ἀρχίζει αὐτός καί σάν ἕνα φλοίσβιμα ἐπαναλαμβάνει τό πλῆθος τῶν πιστῶν «εὐλογητός εἶ, Κύριε». Εὐλογητός εἶ, Κύριε, διότι μ᾿ἔβγαλες ἀπό τό βάθος τῆς ἀνυπαρξίας καί μέ ἐδόξασες μέ τήν θεϊκή Σου εἰκόνα. Εὐλογητός εἶ, Κύριε, πού μέ ἀξίωσες τοῦ ἁγίου βαπτίσματος καί τῆς ἀγγελικῆς τάξεως τῶν μοναχῶν. Εὐλογητός εἶ, Κύριε, διότι μέ ἀξίωσες τῆς χάριτος τῆς ἁγίας ἱερωσύνης καί μέ ἐτοποθέτησες οἰκονόμο τῶν ἱερῶν Σου θεϊκῶν μυστηρίων. Εὐλογητός εἶ, Κύριε....

Ἀλλά ἀκολουθεῖ ἡ μυστική ἐξομολόγησις: «...θλίψεις καί ἀνάγκαι εὕροσάν με, ὅμως, Σός εἰμι ἐγώ, σῶσον με....ἔθεντο ἀμαρτωλοί παγίδα μοι, ἀλλά Σός εἰμι ἐγώ, σῶσον με,... ἐπλανήθην ὡς πρόβατον ἀπολωλός, Σός εἰμι ἐγώ, σῶσον με...». Καί τό πλῆθος ἐπαναλαμβάνει ψιθυριστά: «Σός εἰμι ἐγώ, σῶσον με...».

Τό Κάθισμα ἐτελείωσε, ὁ κοιμηθείς ἐνταφιάσθηκε μέ τιμή, ὁ κόσμος ἀποσύρθηκε στά ἴδια. Ἀλλά ἡ ἠχώ τοῦ Καθίσματος καί ἡ μυστική ἐξομολόγησις ἀποτυπώθηκαν γιά πάντα στήν καρδιά μου καί συχνά ἀντηχοῦν μέσα μου.

Ὅταν μιά βαθειά εἰρήνη πλημμυρίζει τήν ψυχή μου καί κανένα κακό δέν τήν ταράζει, ἀπό τά κατάβαθα τῆς καρδιᾶς μου μιά συναίσθησις εὐγνωμοσύνης ἀνεβαίνει: «Εὐλογητός εἶ, Κύριε». 

Ὅταν τό γαλήνιο πρόσωπο ἑνός ἀδελφοῦ καί ἡ ἀγαπημένη φωνή μέ προϋπαντοῦν καί ἡ καρδιά μου ἀνασκιρτᾶ ἀπό πνευμαιτκή ἀγαλλίασι, μιά μυστική φωνή μέσα μου ψιθυρίζει: «Εὐλογητός εἶ, Κύριε». Μπροστά στό θεῖο Θυσιαστήριο, ὅταν ἡ ψυχή λειώνει ἀπό ἀνείπωτη εὐσπλαγχνία τοῦ Δεσπότου, μιά φωνή εὐχαριστίας ἐξέρχεται: «Εὐλογητός εἶ, Κύριε».

Ἀλλά καμμιά φορά μαῦρα καί ἀπειλητικά σύννεφα ἐμφανίζονται στόν οὐρανό τῆς καρδιᾶς μου καί ἕνας ἐχθρικός ἄνεμος μέ περικυκλώνει. Τότε μέ τρόμο ἡ καρδιά μου κραυγάζει: «Σός εἰμι ἐγώ, σῶσον με...». Ὅταν τό πόδι μου γλυστράει καί κινδυνεύει νά πέση στόν γκρεμό, μιά ἐσωτερική βοή ξεσπάει: «Σός εἰμι ἐγώ, σῶσον με...». Καί, ὅταν ὁ πονηρός μέ περιτριγυρίζει γιά νά μέ καταβροχθίση, ἡ ψυχή μου τρομαγμένη ζητεῖ τόν Κύριο: «Σός εἰμι ἐγώ, σῶσον με...».

Κι ἔτσι συχνά, στό κελλί μου, στήν ἐκκλησία, στόν δρόμο, στήν δουλειά νοερά μετέχω σ᾿ ἐκείνη τήν μυστική ἐξομολόγησι ἐνώπιον τοῦ Κυρίου καί στήν καρδιά μου ἀντηχοῦν οἱ δύο ἐπωδές: 

«Εὐλογητός εἶ, Κύριε».
«Σός εἰμι ἐγώ, σῶσον με...».

***

Μετάφρασις ἀπό μοναχό Δαμασκηνό Γρηγοριάτη. 

Τό κείμενο προέρχεται ἀπό τά ἀρχεῖα τοῦ πατρός Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου, τόν ὁποῖον καί εὐχαριστοῦμε θερμά γιά τήν παραχώρηση τῶν ἀρχείων, ὅπως ἐπίσης εὐχαριστοῦμε καί τόν γέροντα τῆς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου πατέρα Γεώργιο Καψάνη γιά τήν εὐλογία καί τήν ἄδεια δημοσίευσης.

Γέροντος ἱερομ. Πετρωνίου Τανάσε 
http://inpantanassis.blogspot.com/2018/07/blog-post_28.html

Ἡ ψυχή πρέπει νά ἀποφεύγῃ κάθε τιμή καί νά ἀγαπᾷ τήν ταπείνωσι καί τήν πτωχεία τοῦ Πνεύματος


Λοιπόν, ἀδελφέ, ἂν ἀγαπᾷς τὴν εἰρήνη τῆς καρδιᾶς, ἀγωνίζου νὰ εἰσέλθης σ᾿ αὐτὴν ἀπὸ τὴν πόρτα τῆς ταπεινώσεως (γιατὶ δὲν ὑπάρχει ἄλλη εἴσοδος σ᾿ αὐτὴν ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ταπείνωσι). 

Γιὰ νὰ ἀποκτήσῃς ὅμως τὴν ταπείνωσι, πρέπει νὰ ἀγωνισθῇς καὶ νὰ κοπιάσης (καὶ ἰδιαιτέρως στὴν ἀρχή) στὸ νὰ ἀγκαλιάσης ὅλες τὶς θλίψεις καὶ ἐναντιότητες ὡς ἀγαπητές σου ἀδελφές, στὸ νὰ ἀποφεύγῃς κάθε δόξα καὶ τιμή, ἐπιθυμώντας νὰ καταφρονῆσαι ἀπὸ τὸν καθένα καὶ νὰ μὴν ὑπάρχη κανένας ποὺ νὰ σὲ ὑπερασπίζεται καὶ νὰ σὲ παρηγορῆ, παρὰ μόνον ὁ Θεός σου.

Βεβαίωσε καὶ στήριξε τὸ λογισμὸ αὐτὸ στὴν καρδιά σου, ὅτι δηλαδὴ μόνον ὁ Θεός σου εἶναι τὸ καλό σου, τὸ μόνο σου καταφύγιο, καὶ ὅτι ὅλα τὰ ἄλλα πράγματα εἶναι γιὰ σένα τέτοια ἀγκάθια, τὰ ὁποῖα, ἂν τὰ βάλῃς στὴν καρδιά σου, θὰ σὲ ζημιώσουν μὲ τὸν θάνατο. 

Ἂν σὲ ντροπιάση κάποιος, δὲν πρέπει νὰ λυπηθῇς, ἀλλὰ νὰ ὑποφέρῃς μὲ χαρὰ τὴν ντροπή, ὄντας βέβαιος ὅτι τότε ὁ Θεὸς εἶναι μαζί σου. Καὶ μὴ ζητᾶς ἄλλη τιμή, οὔτε τίποτε ἄλλο νὰ γυρεύῃς, παρὰ νὰ ὑποφέρῃς γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ ἐκεῖνο ποὺ προξενεῖ μεγαλύτερη δόξα.

Ἀγωνίζου νὰ χαίρεσαι ὅταν κάποιος σὲ βρίσῃ ἢ σὲ ἐλέγξῃ ἢ σὲ καταφρονήσῃ, διότι κάτω ἀπὸ αὐτὴ τὴ σκόνι καὶ τὴν ἀτιμία βρίσκεται κρυμμένος μεγάλος θησαυρός. Καὶ ἂν τὸν δεχθῇς μὲ τὴν θέλησί σου, γρήγορα θὰ γίνῃς πλούσιος, χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ οὔτε ἐκεῖνος ποὺ σοῦ προξενεῖ αὐτὸ τὸ χάρισμα, δηλαδὴ ἐκεῖνος ποὺ σὲ ἀτιμάζει.

Μὴ ζητήσῃς ποτὲ νὰ σὲ ἀγαπᾷ κάποιος στὴ ζωὴ αὐτή, οὔτε νὰ σὲ τιμᾶ, γιὰ νὰ μπορέσῃς νὰ ἀφήνεσαι νὰ ὑποφέρῃς μαζὶ μὲ τὸν Ἐσταυρωμένο Χριστὸ καὶ κανένας νὰ μὴ σὲ ἐμποδίζῃ ἀπὸ αὐτό. Νὰ φυλάγεσαι ἀπὸ τὸν ἴδιο σου τὸν ἑαυτό, σὰν ἀπὸ τὸν μεγαλύτερο ἐχθρὸ ποὺ ἔχεις.

Μὴν ἀκολουθῇς τὴν θέλησί σου, οὔτε τὸν νοῦ σου, οὔτε τὴν γνώμη σου, ἂν θέλῃς νὰ μὴ χαθῇς. Γι᾿ αὐτὸ πάντοτε νὰ κρατᾷς τὰ ὅπλα, γιὰ νὰ φυλάγεσαι ἀπὸ τὸν ἑαυτό σου. Καὶ ὅταν ἡ θέλησίς σου θέλῃ νὰ κλίνῃ σὲ κάποιο πρᾶγμα, ἔστω καὶ ἅγιο, ἀπόμονωσέ την πρῶτα καὶ ἀπογύμνωσέ την καὶ τοποθέτησέ την μόνη της μπροστὰ στὸν Θεό σου, παρακαλώντας νὰ γίνῃ τὸ δικό του θέλημα καὶ ὄχι τὸ δικό σου. Καὶ αὐτὸ μὲ ἐγκάρδιες ἐπιθυμίες, χωρὶς καμμία ἀνάμιξι φιλαυτίας, γνωρίζοντας ὅτι δὲν ἔχεις τίποτε ποὺ νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, οὔτε μπορεῖς νὰ κάνῃς τίποτε.

Νὰ φυλάγεσαι ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς ποὺ φέρνουν μαζί τους μορφὴ ἁγιότητος καὶ ζήλου ποὺ δὲν ἔχει διάκρισι, γιὰ τὸν ὁποῖο λέγει σχετικὰ ὁ Θεός: «Νὰ προσέχετε ἀπὸ τοὺς ψευδοπροφῆτες ποὺ ἔρχονται πρὸς ἐσᾶς μὲ ἐνδυμασία προβάτου, ἐνῷ ἀπὸ μέσα εἶναι λύκοι ἁρπακτικοί. Ἀπὸ τοὺς καρπούς τους θὰ τοὺς ἀναγνωρίσετε» (Ματθ. 7,15).

Καὶ οἱ καρποί τους εἶναι ἡ ὅποια ἀνησυχία καὶ ἐνόχλησι ποὺ ἀφήνουν στὴν ψυχή. Γιατὶ ὅλα αὐτὰ σὲ ἀπομακρύνουν ἀπὸ τὴν ταπείνωσι καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἐσωτερικὴ ἡσυχία, μὲ ὅποιο χρῶμα καὶ σχῆμα κι ἂν εἶναι. Αὐτὰ εἶναι οἱ ψευδοπροφῆτες, οἱ ὁποῖοι ὄντας ντυμένοι μὲ σχῆμα προβάτου, δηλαδὴ μὲ τὴν ὑπόκρισι τοῦ ζήλου, χωρὶς διάκρισι, γιὰ νὰ ὠφελήσουν τὸν πλησίον, εἶναι πράγματι λύκοι ἁρπακτικοί, ποὺ ἁρπάζουν τὴν ταπείνωσί σου καὶ ἐκείνην τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἡσυχία, ποὺ εἶναι τόσο ἀπαραίτητα σὲ ὅποιον θέλει νὰ ἔχῃ σίγουρη πρόοδο πνευματική.

Καὶ ὅσο ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ ἔχει ἐξωτερικὰ περισσότερη ἐπιφάνεια καὶ χρῶμα ἁγιότητος, τόσο περισσότερο πρέπει νὰ τὸ ἐξετάζῃς, καὶ αὐτό, ὅπως λέχθηκε, πρέπει νὰ γίνεται, μὲ πολλὴ ἠρεμία καὶ ἐσωτερικὴ ἡσυχία. Ἂν ὅμως καμμία φορὰ κάτι σοῦ λείψῃ ἀπὸ αὐτά, μὴ συγχυσθῇς, ἀλλὰ ταπεινώσου μπροστὰ στὸν Θεό σου καὶ γνώρισε τὴν ἀδυναμία σου καὶ στὸ ἑξῆς νὰ γνωρίζῃς καλά, γιατὶ μπορεῖ νὰ τὸ ἐπιτρέπῃ ὁ Θεὸς ἴσως γιὰ νὰ ταπεινώσῃ κάποια σου ὑπερηφάνεια, ποὺ βρίσκεται κρυμμένη μέσα σου καὶ δὲν τὸ γνωρίζεις.

Ἂν πάλι αἰσθανθῇς καμμιὰ φορὰ νὰ κεντᾶται ἡ ψυχή σου ἀπὸ κάποιο δυνατὸ καὶ φαρμακερὸ ἀγκάθι, δηλαδὴ ἀπὸ κάποιο πάθος καὶ λογισμό, μὴν ταραχθῇς γι᾿ αὐτό, ἀλλὰ δεῖξε μεγαλύτερη προσοχή, γιὰ νὰ μὴν περάση στὰ σπλάγχνα σου.

Γύρισε πίσω τὴν καρδιά σου καὶ μὲ εὐχαρίστησι βάλε τὴν θέλησί σου μέσα στὸν τόπο τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἡσυχίας, φυλάττοντας καθαρὴ τὴν ψυχή σου ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, τὸν ὁποῖο θὰ βρίσκῃς πάντοτε στὰ σπλάγχνα σου καὶ στὴν καρδιά σου γιὰ τὴν ὀρθότητα τῆς γνώμης σου, ὄντας βέβαιος ὅτι τὸ κάθε τί συμβαίνει γιὰ νὰ σὲ δοκιμάσῃ, γιὰ νὰ μπορῇς νὰ καταλάβης τὸ συμφέρον σου καὶ γιὰ νὰ εἶσαι ἄξιος του στεφάνου τῆς δικαιοσύνης, ποὺ σοῦ εἶναι ἑτοιμασμένος ἀπὸ τὴν εὐσπλαγχνία τοῦ Θεοῦ.

Ἅγιος Νικόδημος Ἁγιορείτης
http://inpantanassis.blogspot.com/2018/07/blog-post_30.html

Βάσταζε, παιδί μου…


Ο Θεός παιδεύει και πάλιν ιάται, ανεβάζει και κατεβάζει. Εις το θέλημα του Κυρίου τις δύναται αντιστήναι;

Εάν θέλει ο Θεός να πάσχωμεν, άρα έχει κάποιον σωτήριον σκοπόν, τον οποίον ημείς οι γήϊνοι δεν δυνάμεθα προορατικώς να τον προϊδωμεν, ενώ η υπομονή και η μακροθυμία και το ταπεινόν της παραδοχής του πειρασμού, πάντοτε, ναι,πάντοτε, θα φέρη κατόπιν βεβαίαν ωφέλειαν.

Βάσταζε, παιδί μου, τον σταυρόν σου και γνώριζε ότι εις όσα πάσχομεν είναι γνώστης ο Θεός και ως Πατήρ γνήσιος προσπαθεί με κάθε τρόπον να μας μορφώση εντός μας, τον Ιησούν Χριστόν. Θέλει να πάσχωμεν, διότι οίδεν, τι έχει ετοιμάσει δια τα πάσχοντα παιδιά Του εις τους ουρανούς.

Εάν όμως δεν στείλη εις αυτά θλίψεις, θα αδικηθούν, διότι θα υστερηθούν τα ανεκλάλητα αγαθά του ουρανού. Όσον περισσότερον πάσχομεν, τόσον πιο ωραίος στέφανος της δόξης πλέκεται!

Mη πιστεύης ποτέ ότι έχεις δαιμόνιον, μη σε πλανέση ποτέ κανένας τέτοιος λογισμός. Εις πολλούς μοναχούς συμβαίνουν τοιαύτα, όταν αρρωστήσουν, ούτως ο Θεός τα έκανε. Όταν ασθενή το σώμα, να ακολουθή σύμφωνα και η ψυχή, και όταν η ψυχή πάσχη και το σώμα να μαραίνεται και να σκυθρωπάζη. 

Σε εφθόνησεν ο πειρασμός, παιδί μου, αλλά ας κάμνωμεν υπομονήν, δια να σκάση αυτός και να δοξασθή ο Θεός. Θα παρέλθουν όλα και ο χειμών ομοίως και θα ανατείλη και πάλιν η γλυκεία άνοιξις της υγείας και θα χαίρεσαι και θα λέγης: «Μακάριον, ότι εταπείνωσάς με, όπως αν μάθω τα δικαιώματά σου».

Ποίος δεν πονεί, όταν εγχειρίζεται και ποίος δεν πονεί, όταν υποχωρήση η χάρις του Θεού και βρίθουν μύριοι λογισμοί διεστραμμένοι; Ούτως ωκονόμησεν η θεία Σοφία, να κατεργάζεται την διόρθωσιν της ψυχής.

Όπως οι καιροί της φύσεως, δηλαδή ο Χειμώνας, η Άνοιξις, το Καλοκαίρι, το Φθινόπωρον, ο ένας διαδέχεται τον άλλον, ούτω πως και οι καιροί οι πνευματικοί, φεύγει ο ένας, έρχεται ο άλλος και ούτω συνηθίζει η ψυχή εις όλας τας πνευματικάς αλλοιώσεις και γίνεται σοφή και έμπειρος. 

Και αυτή η πείρα είναι χάρις, η οποία βαστάζει την ψυχήν εν καιρώ των φοβερών αλλοιώσεων, ώστε να σοφίζεται εκ των προηγουμένων πειρασμών ότι μόνον η υπομονή και η μακροθυμία παρέχουν κατάστασιν ειρηνικήν και σκέψεις ωφελίμους, οπότε εξερχόμεθα εκ των πειρασμών με ωφέλειαν και γινόμεθα περισσότερον σοφοί και έμπειροι.

Γέρων Εφραίμ, Ι. Μ. Αγ. Αντωνίου Αριζόνα
http://inpantanassis.blogspot.com/2018/07/blog-post_50.html

Η δύναμη του Ψαλτηρίου


Έλεγε ο Άγιος Πορφύριος: «Όταν ψάλλετε τούς κανόνες, όχι άπλα να λέτε τα λόγια, αλλά να τα απολαμβάνετε. Έτσι πολύ γρήγορα θα αγιαστείτε, χωρίς να το καταλάβετε. Κι όταν διαβάζετε το Ψαλτήρι, να τα λέτε καθαρά, μία μία τις λέξεις…»

~ Ο Κυρ-Παντελής ταξίδευε με το τρένο προς Θεσσαλονίκη και διάβαζε το Ψαλτήριο. Ένα παράξενο γεγονός όμως σημάδεψε το ταξίδι του.

Καθώς διάβαζε, μία κοπέλα που καθόταν τρία-τέσσερα καθίσματα πιο μπροστά άρχισε να διαμαρτύρεται και να φωνάζει. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία και πίστεψε πώς κάποια παρεξήγηση έγινε με το διπλανό της. Όταν όμως ο κυρ-Παντελής είδε πώς ο ελεγκτής-εισπράκτορας ερχόταν προς το μέρος του απόρησε.

– Αγαπητέ κύριε, μπορείτε να σταματήσετε να διαβάζετε αυτό το βιβλίο γιατί ενοχλείτε;

– Μα το διαβάζω από μέσα μου! απάντησε εκείνος φανερά απορημένος.

Πώς είναι δυνατόν να ενοχλείται η κοπέλα; Έκπληκτοι και απορημένοι μαζί με τον κυρ-Παντελή ήταν και οι άλλοι επιβάτες. Ένας μάλιστα έξ αυτών φώναξε. <<Αν ενοχλείται η κοπέλα, να αλλάξει βαγόνι…>>. Πράγματι, η άγνωστη κοπέλα μεταφέρθηκε στα πίσω βαγόνια μήν αντέχοντας το Ψαλτήριο. Και λέει ο κυρ-Παντελής στους συνεπιβάτες του.

– Μέχρι προχθές και εγώ μαζί με εσάς αγνοούσα τη δύναμη των Ψαλμών του προφήτη Δαυϊδ. Τώρα, και ιδιαίτερα μετά το περιστατικό τούτο, ένα σας λέγω: Το Ψαλτήρι λειτουργεί ως κόπανος που διώχνει τα κακούδια (δαιμόνια) από πάνω μας και από το περιβάλλον μας. Έτσι έλεγε ένας άγιος που έζησε στη γειτονιά μας (ο τρελο-Γιάννης).

από το βιβλίο: Ο τρελο-Γιάννης (τόμος Β’)
http://inpantanassis.blogspot.com/2018/07/blog-post_98.html

Περί τού Παύλου τού απλού


Μας διηγήθηκε ο Άγιος Ιέραξ και αυτός ο Κρόνιος και άλλοι πολλοί αδελφοί, ότι ένας άνθρωπος χωρικός και απλούστατος, το όνομά του Παύλος, έλαβε μια γυ­ναίκα όμορφη στο πρόσωπο, αλλά κατά τη διαγωγή ήταν ασχημότατη, επειδή κρυφά από αυτόν εμοιχεύετο η τα­λαίπωρη.

Ερχόμενος μια φορά νωρίς την ημέρα ο Παύλος από το χωράφι άξαφνα, βρήκε τη γυναίκα του επάνω στην αισχρά πράξι της μοιχείας. Βλέποντας ο Παύλος την αμαρτία λέγει προς τη γυναίκα και τον μοιχών χαμογελώ­ντας:

— Καλά, καλά! Στ' αλήθεια σας λέγω, ότι από σήμερα δεν μέ μέλει! μα τον Ιησούν. Εγώ πλέον γυναίκα δεν έχω, ούτε θέλω. Έχε, λοιπόν, την γυναίκα και τα παιδιά της και εγώ πηγαίνω και γίνομαι καλόγηρος.

Χωρίς να φανερώση εις άλλον κανένα τι είπαν ή τι έγινε, έφυγε και αφού πέρασε τα οκτώ Μοναστήρια, έφθασε στο κελλί τού μεγάλου Αντωνίου.

Αφού έκρουσε την πόρτα, βγήκε ο μέγας Αντώνιος και τον ερώτησε τι γυρεύει; Απεκρίθη ο Παύλος, ότι θέλει να γίνει καλόγερος. Τού λέγει Άγιος:

— Εξήντα χρόνων γέροντας, εδώ δεν μπορεί να γενή καλόγηρος! Πήγαινε να ζήσης στην πόλι και φύγε από εδώ, όπου έχει κόπους και μόχθους η έρημος. Αποκρίνε­ται πάλιν ο Παύλος:

— Εγώ, σε ό,τι με ορμηνέψης και προστάξης, θα το κά­μω πρόθυμα. Τού λέγει πάλιν Άγιος:

— Εγώ σου είπα ότι είσαι γέροντας και δεν μπορείς να καλογερέψης. Αν πάλιν θέλεις, πήγαινε σε κανένα κοινόβιο, όπου είναι συνοδεία αδελφών, για να σε βοηθήσουν στα γεράματά σου. Διότι εγώ κάθομαι εδώ μοναχός, τρώγω κάθε πέντε ημέρες μια φορά και εκείνο χωρίς να χορ­τάσω.

Αυτά είπε ο Άγιος, έδιωξε τον Παύλο, μπαίνοντας στο κελλί του έκλεισε την πόρτα και δεν βγήκε έξω καθόλου επί τρειςημέρες. Αλλά ο Παύλος καθόταν έξω και δεν ήθελε να αναχωρήση. Την τρίτη ημέρα, για κάποια ανάγκη, βγήκε ο μέγας Αντώνιος και βλέποντας τον Παύλο, τού λέγει:

—Πήγαινε, απ’ εδώ, άνθρωπε και μη με ενοχλείς˙ εσύ δεν μπορείς να μείνης εδώ. Λέγει τότε ο Παύλος:

—Αδύνατον πράγμα είναι να αναχωρήσω, αλλά μένω εδώ και δεν παραμερίζω.

Στοχαζόμενος όμως ο θείος Αντώνιος, ότι κατά τις τρεις ημέρες, που καρτερούσε έξω, δεν είχε μήτε ψωμί, μή­τε νερό έφτασε, και η τετάρτη ημέρα χωρίς τροφή και πο­τό, σκέφτηκε μην τύχη να πεθάνει από την πείνα, να γίνη και φονιάς.

Αυτά συλλογιζόμενος ο μέγας Αντώνιος, εδέχθη τον Παύλον στην κέλλα του. Τότε τού είπε:

— Μπορείς να σωθής αν, ίσως έχεις υπακοή και ό,τι ακούσεις από εμένα, αυτό να κάνης. Απεκρίθη ο Παύλος:

—Όσα με προστάζεις Αββά, όλα θα τα κάμω.

Λοιπόν άρχισε τη δοκιμή ο μέγας Αντώνιος, με τόση μεγάλη σκληραγωγία, που ούτε στην αρχή της νεότητάς του δεν έκαμε τόση σκληραγωγία και άσκησι.

Δοκιμάζοντας ο μέγας Αντώνιος τον Παύλον, τού λέγει:

— Στάσου όρθιος, και να προσεύχεσαι εις αυτόν εδώ τον τύπον, ώσπου να έλθω να σου φέρω εργόχειρο να δουλεύης. Λέγοντας ταύτα μπήκε ο Άγιος στο σπήλαιον και από μια χαραμάδα έβλεπε τον Παύλο, ο οποίος στε­κόταν ασάλευτος εκεί όπου τού όρισε μέσα στον ήλιο καταφλεγόμενος μια βδομάδα.

Αφού πέρασε η Εβδομάδα, έβρεξε φύλλα χουρμάδων και τού τα έδωκε να τα πλέκη καθώς έκανε ο Άγιος. Άρχισε λοιπόν και έπλεκε με μεγάλον κόπο δεκαπέντε οργυιές. Αφού έπλεξε μια σειρά, τού λέγει ο Άγιος:

— Κακά και στραβά έπλεξες τη σειρά. Λοιπόν χάλασε, και πάλιν μετάπλεξέ την καλά.

Είχε τότε ο Παύλος επτά ημέρες που δεν έφαγε, πα­ντελώς κι όλα αυτά τα έκαμε ο μέγας Αντώνιος στον μακάριο Παύλο, για να βαρεθή τον κόπο και τη νηστεία και να φύγη από αυτόν, σε κανένα κοινόβιο.

Ο Παύλος αμέσως (κατά το πρόσταγμα τού Άγιου) εξέπλεξε και μετάπλεξε τη σειρά, με περισσότερον κόπο, επειδή δυσκολευόταν από το πρώτο πλέξιμο. Βλέποντας όμως ο μέγας Αντώνιος τον Παύλο, με τόσους κόπους και πείνα και δίψα που ούτε γόγγυσε, ούτε δείλιασε, ούτε καν λιγάκι δυσανασχέτησε, τον ελυπήθη και επόνεσε η ψυχή του.
Όθεν εις το βασίλευμα τού ηλίου τού λέγει:

— Θέλεις, Παύλε, να φάγωμε λίγο ψωμί; Αποκρίνεται ο Παύλος και λέγει:

— Καθώς ορίζεις Αββά. Και αυτή η απόκρισις έκαμε τον Αντώνιον να τον λυπηθή περισσότερο, επειδή με τό­ση νηστεία και πείνα και δίψα, που είχε ο Παύλος, δεν εφάνη εις αυτόν προθυμία να φάη αλλά άφησε πάλιν όλη τη θέλησι στον μέγαν Αντώνιο. Τότε του λέγει ο Άγιος:

— Βάλε λοιπόν τραπέζι. Βάνοντας ο Παύλος το τραπέ­ζι, έφερεν ο Αντώνιος το ψωμί και έβαλε στην τράπεζα τέσσαρα παξιμάδια από έξη ουγγιές το κάθε παξιμάδι. Για τον εαυτό του έβρεξε μόνον ένα παξιμάδι και για τον Παύλον έβρεξε τα τρία (6 ουγγιές = 50 γραμμάρια).

Έπειτα ο Αντώνιος εδιάβαζε ψαλμόν τον οποίον έψα­λε δώδεκα φορές προσευχόμενος, για να δοκιμάση και εις αυτό τού Παύλου την καρδιά. Αλλά ο Παύλος προσηύχετο κι αυτός μαζί με τον Άγιον με περισσότερη προθυμία.

Μετά τις δώδεκα προσευχές, λέγει ο μέγας Αντώνιος στον Παύλο:

— Κάθισε κοντά στην τράπεζα, κοίταζε την τροφή, και μην τρώγεις ούτε να πιής έως το βράδυ. Έμεινε λοιπόν ο Παύλος έως το βράδυ, που νύχτωσε χωρίς να φάγη τίπο­τε. Και τότε του λέγει ο θείος Αντώνιος:

— Σήκω, κάμε την προσευχή σου και πήγαινε να κοιμηθής. Και ο Παύλος ευθύς, αφήνοντας την τράπεζα, έκαμε καθώς τον επρόσταξε ο Άγιος. Προς τα μεσάνυ­κτα τον σήκωσε πάλιν για προσευχή. Και έμειναν στην προσευχή έως την ένατη ώρα.

Τα παξιμάδια

Πάλιν με στρωμένη την τράπεζα προσηύχοντο και προς το βράδυ κάθησαν να δειπνήσουν. Τότε ο Αντώνιος έφαγε μόνον ένα παξιμάδι και άλλο δεν άγγιξε. Ο Παύλος, επειδή έτρωγε αργότερα, είχε ακόμη το ένα παξιμάδι. Αφού τελείωσε, τού λέγει ο μέγας Αντώνιος:

— Φάγε, Παύλε άλλο ένα παξιμάδι. Απεκρίθη ο Παύλος και είπε:

— Ανίσως και τρώγεις, τρώγω και εγώ, ειδέ και δεν τρώγεις, δεν τρώγω. Λέγει ο Αντώνιος:

— Για μένα είναι αρκετό, διότι είμαι καλόγηρος. Απε­κρίθη ο Παύλος:

— Και για μένα είναι αρκετό, επειδή έχω να γίνω καλόγηρος. 

Σηκώνεται λοιπόν ο Άγιος, κάνει δώδεκα προσευ­χές και ψάλλει δώδεκα ψαλμούς. Έπειτα κοιμήθηκαν λί­γο το πρωτοΰπνι και πάλιν σηκώνονται να ψάλλουν, από τα μεσάνυκτα ώσπου να ξημερώση.

Αφού ξημέρωσε, τον έστειλε ο θείος Αντώνιος στην έρημο και του παρήγγειλε, μετά τρεις ημέρες να γυρίση πίσω. Μετά από αυτά ήλθαν κάποιοι αδελφοί στον Άγιο Αντώνιο, ο οποίος πρόσταξε τον Παύλο να υπηρετήση τους αδελφούς με σιωπή, και να μη γευθή τίποτε, ώστε να φύγουν οι αδελφοί από εκεί. Και επειδή ο Παύλος είχε τρεις βδομάδες, που δεν έφαγε, τον ρωτούσαν οι αδελφοί για ποια αιτία σιωπά και δεν ομιλεί καθόλου. Ο Παύλος δεν απεκρίθη. Τότε τού λέγει ο μέγας Αντώνιος:

— Τι σιωπάς; Μίλησε στους αδελφούς. Και έτσι ευθύς ωμίλησε.

Το μέλι

Άλλη φορά έφεραν στον Άγιο ένα σταμνί μέλι και πρόσταξε τον Παύλον να πάρη το σταμνί, να χύση το μέ­λι στη γη. 

Καθώς ο Παύλος έκαμε ευθύς κατά την προ­σταγή, πάλιν τού είπεν ο Άγιος να το μαζώξη επιτήδεια και παστρικά. Αφού το εμάζωξε, τον πρόσταξε να βγάνη νερό όλη την ημέρα, και να το χύνη σε άλλο μέρος. Μετά από αυτό τού είπε να ξηλώση το φόρεμά του και να το ξαναρράψη. Όλα αυτά τα έκανε ο Μακάριος Παύλος χωρίς καμιά περιέργεια, χωρίς να γογγύση ποτέ.

Από αυτή λοιπόν την άκρα και θαυμάσια υπακοή, τού εδόθη χάρις παρά Θεού να βγάζη και να διώχνη δαίμονας από εκείνους που έπασχαν.

Τέλειος μοναχός

Βλέποντας λοιπόν ο μέγας Αντώνιος τον Παύλο, ότι με μεγάλη προθυμία υπάκουσε και υπετάχθη στην ασκητι­κή διαγωγή, τού είπε:

— Αδελφέ Παύλε, σκέψου, εάν μπορείς να υποφέρης κάθε ημέρα αυτή τη ζωή που δοκίμασες εδώ, μείνε μαζί μου. Απεκρίθη ο Παύλος και είπε:

— Αν ίσως και έχεις άλλα περισσότερα να προστάξης, δεν ξέρω, αλλιώς αυτά που είδα είναι ευκολώτατα για μέ­να να τα κάνω. Τότε τού είπε ο Αντώνιος:

— Εν ονόματι Ιησού Χριστού!

— Αδελφέ, έγινες Μοναχός τέλειος. Να λοιπόν! Με τη χάρι και οδηγία τού Κυρίου, σου κτίζω κελλί χωριστό τρία μίλια ή τέσσαρα μακρυά από το δικό μου και ζήσε εκεί με το έλεος τού Θεού, ο οποίος θα σου δώση δύναμι και βοήθεια να πολεμήσης τις ενέργειες τού σατανά.

Εκατοίκησε λοιπόν κατά μόνας ο τρισόλβιος Παύλος ο απλούστατος ολόκληρον χρόνον. Αξιώθηκε παρά Θεού να κάνη θαύματα, δηλαδή να θεραπεύη δαιμονισμένους και κάθε ασθένεια και ετέλεσε τέλεια και ακριβέστατα τον δρόμο της ασκήσεως.

Ίασις δαιμονιζομένων

Μία των ημερών, ένας νέος, έχοντας δαιμόνιο φοβερό και αγριώτατο, μετεφέρθη στον μέγα Αντώνιον. Είχε μά­λιστα εκείνος ο νέος τον άρχοντα των δαιμονίων, ο οποίος αποτολμούσε και βλαστημούσε τον Ουρανόν. Καθώς όμως είδε ο Άγιος τον δαιμονισμένο, είπε σ' εκείνους που τον έφεραν:

— Δεν είναι δική μου υπηρεσία. Διότι δεν μου εδόθη αυτή η χάρις ακόμη, να διώχνω το κυριαρχικό τάγμα των δαιμόνων. Αυτό το χάρισμα είναι δοσμένο εις τον Παύλον τον απλούν. Και λέγοντας αυτά ο μέγας Αντώνιος, τους πήρε και πήγαν στον μακάριον Παύλον, προς τον οποίον είπε:

— Αββά Παύλε, βγάλε το δαιμόνιον από τούτον τον άνθρωπο, για να πάη στο σπίτι του υγιής, να ευχαριστή και να δοξάζη τον Θεόν. Απεκρίθη και είπε ο Παύλος:

— Γιατί, Αββά, δεν το βγάζεις εσύ; Λέγει ο Αντώνιος.

—Δεν έχω άδεια, επειδή έχω άλλη υπηρεσία.

Λέγοντας αυτά ο θείος Αντώνιος ανεχώρησε στο κελλί του. Τότε σηκώθηκε ο μακάριος και απλούστατος Παύλος και έκαμε θερμή προσευχή προς τον Θεόν.

Διάλογος έντονος με τον δαίμονα

Μετά την προσευχή, είπε και έφεραν μπροστά του τον δαιμονιζόμενον και λέγει προς αυτόν:

— Ο Αββάς Αντώνιος σε προστάζει, να βγης από τον άνθρωπο.Απεκρίθη το ακάθαρτο πνεύμα και λέγει με αυθάδεια:

— Δεν βγαίνω, κακόγερε. Πάλιν ο Παύλος έπιασε την ποδιά τού φορέματός του, κτυπούσε στην πλάτη του δαιμονιζομένου και έλεγε:

— Ο Αββάς Αντώνιος είπε να βγής! Αλλά ο δαίμων περιγελούσε περισσότερο και τον Αντώνιο και τον Παύλο λέγοντας:

— Εσείς οι πολυφάγοι, οι μάταιοι, αχόρταγοι, εσείς που δεν ευχαριστείσθε με τα δικά σας, αλλά αρπάζετε και τα ξένα, τι έχετε κακόγεροι μ' εμάς; Γιατί μας παιδεύετε; Απάνω σ' αυτό τού λέγει ο Παύλος:

— Βγαίνεις δαίμων; ή πάω να το ειπώ στον Χριστό; και εκείνος θα τιμωρήσει ταλαίπωρε την αυθάδεια σου. Αλλά και ο δαίμων πάλιν κακολογούσε και τον Ιησούν, φωνάζοντας πως δεν βγαίνει.

Εις αυτό το πείσμα τού δαίμονος αγανάκτησε ο μακά­ριος Παύλος, βγήκε, στάθηκε αντίκρυ του Ηλίου, ο οποίος καίει εκεί στην Αίγυπτο παρόμοια με την κάμινο της Βαβυλώνος. Αφού στάθηκε εκεί ώρα μεσημέρι ο Όσιος, σαν στύλος ασάλευτος, προσηύχετο λέγοντας:

— Κύριε Ιησού Χριστέ, που εσταυρώθης επί Ποντίου Πιλάτου· εσύ γνωρίζεις, ότι μήτε από τούτον τον τόπο παραμερίζω, ούτε τρώγω, ούτε πίνω, ώσπου να πεθάνω, αν δεν με επακούσης τώρα, να βγάλης αυτόν τον δαίμονα από το πλάσμα σου και να το ελευθερώσης από το ακάθαρτον πνεύμα.

Ακόμη δεν είχε τελειώσει τη δέησι ο ταπεινότατος και άκακος Παύλος και έκραξε με μεγάλη φωνή το δαιμόνιον:

— Φεύγω, φεύγω. Βγαίνω. Με βία και δύναμη καταδιώκομαι. Αναχωρώ από τον άνθρωπο και πλέον δεν πλησιάζω σ' αυτόν. Η ταπείνωσις και απλότης τού Παύλου με διώχνει και δεν ξέρω που να κατοικήσω.

Παρευθύς εβγήκε ο δαίμων και έγινε δράκων φοβερός και μέγας, περίπου πήχες εβδομήντα το μάκρος και εσύρθη κατά την ερυθρά Θάλασσα.

Εδόθη η χάρις αυτή εις τον Όσιον Παύλον μέσα σε λίγον καιρό, κυρίως για την πραότητα και ακακία που είχε, καθώς το λέγει ο Κύριος: «Εις ποίον άλλον, λέγει, θα κα­τοικήσω; Εις ποίον άλλον να δώσω τη χάρι μου περισσό­τερον παρά εις εκείνον που είναι πράος και ταπεινός, και υπακούει στα λόγια μου;».

Αυτά είναι τα έργα και αρετές τού μακαρίου και οσιωτάτου Παύλου, τού πράου και ταπεινού. Και αυτά τα είπαμε με συντομία. Ωνομάσθη δε Απλούς και Άκακος από όλην την αδελφότητα της ερήμου. Με τις πρεσβείες αυτού, είθε να τύχωμε των αιωνίων αγαθών. Αμήν.

Τιμάται στις 7 Μαρτίου
Από το Λαυσαϊκόν (Εκδόσεις Ρηγοπούλου)
http://inpantanassis.blogspot.com/2018/07/blog-post_31.html

Το Αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας


Ἡ ἀνακομιδή τοῦ ἱ. Λειψάνου τοῦ Ἁγίου Πρωτομάρτυρος καί Ἀρχιδιακόνου Στεφάνου. 
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα 6:8-15;7:1-5, 47-60 
Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, Στέφανος δὲ πλήρης χάριτος καὶ δυνάμεως ἐποίει τέρατα καὶ σημεῖα μεγάλα ἐν τῷ λαῷ. Ἀνέστησαν δέ τινες τῶν ἐκ τῆς συναγωγῆς τῆς λεγομένης Λιβερτίνων καὶ Κυρηναίων καὶ Ἀλεξανδρέων καὶ τῶν ἀπὸ Κιλικίας καὶ Ἀσίας συζητοῦντες τῷ Στεφάνῳ, καὶ οὐκ ἴσχυον ἀντιστῆναι τῇ σοφίᾳ καὶ τῷ πνεύματι ᾧ ἐλάλει. Τότε ὑπέβαλον ἄνδρας λέγοντας ὅτι· Ἀκηκόαμεν αὐτοῦ λαλοῦντος ῥήματα βλάσφημα εἰς Μωϋσῆν καὶ τὸν Θεόν· συνεκίνησάν τε τὸν λαὸν καὶ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς γραμματεῖς, καὶ ἐπιστάντες συνήρπασαν αὐτὸν καὶ ἤγαγον εἰς τὸ συνέδριον, ἔστησάν τε μάρτυρας ψευδεῖς λέγοντας· Ὁ ἄνθρωπος οὗτος οὐ παύεται λαλῶν ῥήματα κατὰ τοῦ τόπου τοῦ ἁγίου τούτου καὶ τοῦ νόμου· ἀκηκόαμεν γὰρ αὐτοῦ λέγοντος ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος οὗτος καταλύσει τὸν τόπον τοῦτον καὶ ἀλλάξει τὰ ἔθη ἃ παρέδωκεν ἡμῖν Μωϋσῆς. Καὶ ἀτενίσαντες εἰς αὐτὸν πάντες οἱ καθεζόμενοι ἐν τῷ συνεδρίῳ εἶδον τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡσεὶ πρόσωπον ἀγγέλου. Εἶπε δὲ ὁ ἀρχιερεύς· εἰ ἄρα ταῦτα οὕτως ἔχει; ὁ δὲ ἔφη· ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἀκούσατε. ὁ Θεὸς τῆς δόξης ὤφθη τῷ πατρὶ ἡμῶν ᾿Αβραὰμ ὄντι ἐν τῇ Μεσοποταμίᾳ, πρὶν ἢ κατοικῆσαι αὐτὸν ἐν Χαρράν, καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· ἔξελθε ἐκ τῆς γῆς σου καὶ ἐκ τῆς συγγενίας σου, καὶ δεῦρο εἰς γῆν ἣν ἄν σοι δείξω. Τότε ἐξελθὼν ἐκ γῆς Χαλδαίων κατῴκησεν ἐν Χαρράν. κἀκεῖθεν μετὰ τὸ ἀποθανεῖν τὸν πατέρα αὐτοῦ μετῴκισεν αὐτὸν εἰς τὴν γῆν ταύτην εἰς ἣν ὑμεῖς νῦν κατοικεῖτε· καὶ οὐκ ἔδωκεν αὐτῷ κληρονομίαν ἐν αὐτῇ οὐδὲ βῆμα ποδός, καὶ ἐπηγγείλατο δοῦναι αὐτῷ εἰς κατάσχεσιν αὐτὴν καὶ τῷ σπέρματι αὐτοῦ μετ᾿ αὐτόν, οὐκ ὄντος αὐτῷ τέκνου. Σολομὼν δὲ ᾠκοδόμησεν αὐτῷ οἶκον. Ἀλλ᾿ οὐχ ὁ ὕψιστος ἐν χειροποιήτοις ναοῖς κατοικεῖ, καθὼς ὁ προφήτης λέγει· ὁ οὐρανός μοι θρόνος, ἡ δὲ γῆ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν μου· ποῖον οἶκον οἰκοδομήσετέ μοι, λέγει Κύριος, ἢ τίς τόπος τῆς καταπαύσεώς μου; οὐχὶ ἡ χείρ μου ἐποίησε ταῦτα πάντα; Σκληροτράχηλοι καὶ ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καὶ τοῖς ὠσίν, ὑμεῖς ἀεὶ τῷ Πνεύματι τῷ ῾Αγίῳ ἀντιπίπτετε, ὡς οἱ πατέρες ὑμῶν καὶ ὑμεῖς. Τίνα τῶν προφητῶν οὐκ ἐδίωξαν οἱ πατέρες ὑμῶν; καὶ ἀπέκτειναν τοὺς προκαταγγείλαντας περὶ τῆς ἐλεύσεως τοῦ δικαίου, οὗ νῦν ὑμεῖς προδόται καὶ φονεῖς γεγένησθε· οἵτινες ἐλάβετε τὸν νόμον εἰς διαταγὰς ἀγγέλων, καὶ οὐκ ἐφυλάξατε. ᾿Ακούοντες δὲ ταῦτα διεπρίοντο ταῖς καρδίαις αὐτῶν καὶ ἔβρυχον τοὺς ὀδόντας ἐπ᾿ αὐτόν. Ὑπάρχων δὲ πλήρης Πνεύματος ῾Αγίου, ἀτενίσας εἰς τὸν οὐρανὸν εἶδε δόξαν Θεοῦ καὶ ᾿Ιησοῦν ἑστῶτα ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ, καὶ εἶπεν· ἰδοὺ θεωρῶ τοὺς οὐρανοὺς ἀνεῳγμένους καὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ ἑστῶτα. Κράξαντες δὲ φωνῇ μεγάλῃ συνέσχον τὰ ὦτα αὐτῶν καὶ ὥρμησαν ὁμοθυμαδὸν ἐπ᾿ αὐτόν, καὶ ἐκβαλόντες ἔξω τῆς πόλεως ἐλιθοβόλουν. καὶ οἱ μάρτυρες ἀπέθεντο τὰ ἱμάτια αὐτῶν παρὰ τοὺς πόδας νεανίου καλουμένου Σαύλου, καὶ ἐλιθοβόλουν τὸν Στέφανον, ἐπικαλούμενον καὶ λέγοντα· Κύριε ᾿Ιησοῦ, δέξαι τὸ πνεῦμά μου. Θεὶς δὲ τὰ γόνατα ἔκραξε φωνῇ μεγάλῃ· Κύριε, μὴ στήσῃς αὐτοῖς τὴν ἁμαρτίαν ταύτην. καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐκοιμήθη. 

Νεοελληνική απόδοση:
Ὁ Στέφανος, γεμᾶτος πίστιν καὶ δύναμιν, ἔκανε τέρατα καὶ θαύματα μεγάλα μεταξὺ τοῦ λαοῦ. Μερικοὶ ἀπὸ τὴν συναγωγήν, ποὺ ἐλέγετο τῶν Λιβερτίνων καὶ τῶν Κυρηναίων καὶ τῶν Ἀλεξανδρέων καὶ ἀπὸ τοὺς καταγομένους ἀπὸ τὴν Κιλικίαν καὶ Ἀσίαν, ἐσηκώθηκαν καὶ συζητοῦσαν μὲ τὸν Στέφανον, ἀλλὰ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντισταθοῦν εἰς τὴν σοφίαν καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα μὲ τὸ ὁποῖον ἐμιλοῦσε. Τότε ἔβαλαν κρυφὰ ἀνθρώπους νὰ ποῦν, «Τὸν ἀκούσαμε νὰ λέγῃ λόγια βλάσφημα κατὰ τοῦ Μωϋσέως καὶ κατὰ τοῦ Θεοῦ». Καὶ ξεσήκωσαν τὸν λαὸν καὶ τοὺς πρεσβυτέρους καὶ τοὺς γραμματεῖς, ὥρμησαν ἐπάνω του καὶ τὸν ἅρπαξαν βιαίως καὶ τὸν ἔφεραν εἰς τὸ συνέδριον. Παρουσίασαν καὶ ψευδομάρτυρας, οἱ ὁποῖοι ἔλεγαν, «Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν παύει νὰ λέγῃ λόγια βλάσφημα κατὰ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ τόπου καὶ κατὰ τοῦ νόμου. Διότι τὸν ἔχομεν ἀκούσει νὰ λέγῃ ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος θὰ καταστρέψῃ τὸν τόπον αὐτὸν καὶ θὰ ἀλλάξῃ τὰ ἔθιμα ποὺ μᾶς παρέδωκε ὁ Μωϋσῆς». Καὶ ὅλοι ποὺ ἐκάθοντο εἰς τὸ συνέδριον προσήλωσαν εἰς αὐτὸν τὰ βλέμματα καὶ εἶδαν τὸ πρόσωπόν του νὰ εἶναι σὰν πρόσωπο ἀγγέλου. Εἶπε τότε ὁ ἀρχιερεύς, «Ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα;». Ὁ Στέφανος εἶπε, «Ἄνδρες ἀδελφοὶ καὶ πατέρες, ἀκούσατε. Ὁ ἔνδοξος Θεὸς ἐφανερώθηκε εἰς τὸν πατέρα μας Ἀβραάμ, ὅταν ἦτο εἰς τὴν Μεσοποταμίαν πρὶς κατοικήσῃ εἰς τὴν Χαρράν, καὶ τοῦ εἶπε, Φύγε ἀπὸ τῆν χώραν σου καὶ ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς σου καὶ ἔλα εἰς τῆν χώραν ποὺ θὰ σοῦ δείξω. Τότε ἔφυγε ἀπὸ τὴν χώραν τῶν Χαλδαίων καὶ κατῴκησε εἰς τὴν Χαρράν. Ἀπὸ ἐκεῖ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ πατέρα του, ὁ Θεὸς τὸν ἔφερε νὰ κατοικήσῃ εἰς τὴν χώραν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν σεῖς τώρα κατοικεῖτε. Δὲν τοῦ ἔδωκε ὅμως κληρονομίαν εἰς αὐτὴν οὔτε ἕνα βῆμα, ἀλλὰ ὑποσχέθηκε νὰ τὴν δώσῃ ὡς ἰδιοκτησίαν εἰς αὐτὸν καὶ τοὺς ἀπογόνους του ὕστερα ἀπὸ αὐτόν, ἂν καὶ δὲν εἶχε παιδί. Ἀλλ’ ὁ Σολομὼν ἦτο ἐκεῖνος ποὺ τοῦ οἰκοδόμησε οἶκον. Ὁ Ὕψιστος ὅμως δὲν κατοικεῖ εἰς χειροποιήτους ναούς, καθὼς ὁ προφήτης λέγει: Ὁ οὐρανὸς εἶναι ὁ θρόνος μου, ἡ δὲ γῆ ὑποπόδιον τῶν ποδιών μου. Τί εἴδους οἶκον θὰ μοῦ οἰκοδομήσετε, λέγει ὁ Κύριος, ἢ ποιός εἶναι ὁ τόπος τῆς ἀναπαύσεώς μου; Τὸ χέρι μου δὲν τὰ ἐδημιούργησε ὅλα αὐτά; Σκληροτράχηλοι, μὲ ἀπερίτμητη καρδιὰ καὶ αὐτιά, σεῖς πάντοτε ἀντιτίθεστε πρὸς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, ὅπως οἱ πρόγονοί σας ἔτσι καὶ σεῖς. Ποιόν ἀπὸ τοὺς προφήτας δὲν κατεδίωξαν οἱ πρόγονοί σας; Ἐσκότωσαν ἐκείνους ποὺ ἐπροφήτευσαν τὸν ἐρχομὸν τοῦ Δικαίου, καὶ τώρα ἐγίνατε σεῖς προδόται του καὶ φονηάδες του· σεῖς ποὺ ἐπήρατε τὸν νόμον εἰς ἐντολάς, ποὺ ἐδόθησαν δι’ ἀγγέλων, καὶ ὅμως δὲν τὸ ἐφυλάξατε. Ἐνῷ ἄκουαν αὐτά, ὠργίσθησαν καὶ ἔτριζαν τὰ δόντια τους ἐναντίον του. Ἀλλ’ ὁ Στέφανος γεμᾶτος Πνεῦμα Ἅγιον προσήλωσε τὸ βλέμμα του εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶδε τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν Ἰησοῦν νὰ στέκεται εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ, καὶ εἶπε, «Βλέπω τοὺς οὐρανοὺς ἀνοικτοὺς καὶ τὸν Υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου νὰ στέκεται εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ». Αὐτοὶ ἐφώναξαν μὲ δυνατὴν φωνήν, ἐβούλωσαν τὰ αὐτιά τους καὶ ὥρμησαν ὅλοι μαζὶ ἐπάνω του, καὶ ἀφοῦ τὸν ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τὴν πόλιν, τὸν ἐλιθοβολοῦσαν. Οἱ μάρτυρες ἔβαζαν τὰ ἐνδύματά τους κοντὰ στὰ πόδια κάποιου νέου, ποὺ ὠνομάζετο Σαῦλος καὶ λιθοβολοῦσαν τὸν Στέφανον, ὁ ὁποῖος ἐπεκαλεῖτο καὶ ἔλεγε, «Κύριε Ἰησοῦ, δέξου τὸ πνεῦμα μου». Ἀφοῦ δὲ ἐγονάτισε ἐφώναξε μὲ φωνὴν δυνατήν, «Κύριε, μὴ λογαριάσῃς εἰς αὐτοὺς τὴν ἁμαρτίαν αὐτήν».

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


«Όταν ζεις φαρισαϊκά, αναπτύσσεις μια πελατειακή, σχεδόν μπακάλικη σχέση με τον Θεό. Έτσι νομίζεις ότι όταν κάνεις μια τυπική “θυσία” για Εκείνον, τότε είναι υποχρεωμένος να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες σου. Και όταν αυτό δεν γίνεται εύκολα τα βάζεις μαζί Του.» 

Κ.Ι.Κ.