Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2017

Άγιος Πορφύριος: Το μυστικό για να σου φύγει η στενοχώρια


Κάποτε μία υποψήφια μοναχή επισκέφθηκε τον άγιο Πορφύριο στο Ησυχαστήριό του.
Ο άγιος άρχισε να της περιγράφει προβλήματα υγείας που είχε και να της τα εξηγεί με ιατρικούς όρους.
Την ρωτούσε εάν συνέβαιναν όπως της τα έλεγε.
Η κοπέλα είχε προβλήματα με το στομάχι της.
Ο άγιος της λέει: «Το πρόβλημά σου δεν είναι στο στομάχι, αλλά στο έντερο. Όλα αυτά σου συμβαίνουν από την στενοχώρια. Είσαι πολύ ευαίσθητη. Πιστεύεις ότι κανείς δεν σε αγαπά. Θα σου πώ όμως ένα μυστικό. Μην ζητάς να σ’ αγαπούν, αλλά προσπάθησε εσύ να αγαπάς τους άλλους και τότε όλοι θα σε αγαπούν. Αυτό είναι το μυστικό. Αν το κάνεις, θα δεις ότι θα σου φύγει και η στενοχώρια». 
Η υποψήφια μοναχή έφυγε άλλος άνθρωπος.
Πηγή: «Ο Όσιος Πορφύριος (μαρτυρίες-διηγήσεις-νουθεσίες)», Ενωμένη Ρωμιοσύνη, Ορθόδοξο Βίωμα 6, Θεσσαλονίκη 2017, σελ. 88.

ΠΟΤΕ ΜΗ ΒΙΑΖΕΣΑΙ ΝΑ ΚΡΙΝΕΙΣ ΚΑΠΟΙΟΝ


Τον καιρό που τα παγωτά ήταν πιο φθηνά απ’ότι σήμερα, ένα παιδάκι δέκα ετών μπήκε στο ζαχαροπλαστείο και κάθησε σ’ένα τραπέζι. Η σερβιτόρα τον σέρβιρε μ΄ένα ποτήρι νερό.’’Πόσο κάνει ένα παγωτό σοκολάτα και με αμύγδαλα από επάνω;’’τη ρώτησε το παιδί.’’Εξήντα δραχμές ‘’απάντησε εκείνη. Το παιδι έβγαλε από την τσέπη μία χούφτα νομίσματα και άρχισε να μετράει.’’Και πόσο κάνει χωρίς αμύγδαλα;’’ρωτησε πάλι σχεδόν ντροπιασμένος.
Άλλοι πελάτες περίμεναν να δώσουν παραγγελία και η κοπέλα άρχισε να χάνει την υπομονή της.’’Σαράντα πέντε δραχμές’’ του είπε κάπως απότομα.
Το παιδί άρχισε να μετράει πάλι τα νομίσματα και είπε αποφασιστικά’’Θέλω ένα παγωτό σοκολάτα χωρίς αμύγδαλα από επάνω’’. Η σερβιτόρα του έφερε τη παραγγελία μαζί με την απόδειξη και έφυγε.
Το παιδί έφαγε το παγωτό,πλήρωσε στο ταμείο και έφυγε.
Όταν η σερβιτόρα ήρθε να μαζέψει κόμπιασε και τα μάτια της δάκρυσαν. Εκεί δίπλα από το άδειο πιατάκι και το ποτήρι με το νερό βρισκόνταν ,όμορφα τακτοποιημένα, νομίσματα αξίας δεκαπέντε δραχμών.Ήταν το φιλοδώρημά της (συνεπώς το παιδί είχε χρήματα για να βάλει και αμύγδαλα από πάνω,αλλά δεν θα είχε να αφήσει κάτι και ούτε θύμωσε για την αγένεια).

Ο άνθρωπος πρέπει να κάνει δουλειά με τον εαυτό του


Νά ξέρετε ὅτι τό μεγαλύτερο ὅπλο τοῦ διαβόλου εἶναι νά μᾶς δημιούργει τήν αἴσθηση ὅτι δέν προκεῖται νά ἀλλάξουμε. Οἱ ἔμπειροι Πατέρες μας, μάλιστα λένε πώς ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτία δέν εἶναι ἡ ὥρα τῆς διάπραξης τῆς, ὅσο ἡ ἀμφιβολία ἄν θά διορθωθοῦμε κάποτε κι ἄν θά μετανοήσουμε.
Ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, καλεῖται νά δουλέψει. Νά κάνει δουλεία μέ τόν ἑαυτό του. Ὁ Θεός μᾶς ἔδωσε ὅλα τά ἐφόδια καί ὅλες τίς δυνατότητες. Ποιό εἶναι τό πρῶτο ἐφόδιο, ποιά εἶναι ἡ μεγαλύτερη δυνατότητα ποῦ μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός γιά νά δουλέψουμε; Ὁ θάνατος. 
Ὁ θάνατος ὅμως εἶναι πραγματικότητα. Ἄρα πρέπει νά βρουμε κάτι βαθύτερο, κάτι πιό οὐσιαστικό. Αὐτό θά εἶναι ἡ προωθητική δύναμη, γιά νά βγοῦμε ἀπό τήν τεμπελιά μας καί νά μποῦμε σέ διαδικασία νά ἐνθυμουμεθα τό Θεό. Καί ποιός εἶναι ὁ τρόπος γιά νά βρουμε αὐτό τό κάτι; εἶναι ἡ προσευχή, τό δεύτερο βίωμα. Προσευχή βαθύτατη καί προσωπική.
Ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δέν ἔχει προσευχή, δέν ἔχει ἐσωτερική ζωή. Εἶναι ‘’νεκρός ‘’ ἄνθρωπος μπορεῖ νά κάνει κοινωνικό ἔργο, μπορεῖ νά βοῆθα ὁλοτον κόσμο, μπορεῖ νά κάνει τά καλύτερα παιδιά καί τήν καλύτερη οἰκογενια, ἀλλά ἄν μέσα του δέν εἶναι ἄνθρωπος προσευχῆς, δηλαδή ἄν δέν δίψα, ὅπως τό ξερό ἔδαφος τό νερό γιά νά ζήσει τό φυτό, ἄν δέν ἐπιζῆτα μία δύο ὧρες τήν ἥμερα νά βρίσκεται μόνος του μέ τό Θεό καί νά προσεύχεται κι αὐτό νά τοῦ εἶναι χαρά , αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι ἄνθρωπος. Δέν ἔχει ζωή.
Κι ἕνα ἄλλο τρίτο βῆμα, πού εἶναι τό βασικοτερο ὅλων, εἶναι ἡ φιλαδελφια. Νά ἀγαποῦμε τόν ἄνθρωπο. Νά τόν ἀγαποῦμε, ὄχι μόνο κάνοντας κάποιο κοινωνικό ἔργο, ἀλλά κυρίως προσωπικά. Ἐπιβάλλετε νά ἐνεργοποιηθοῦμε, νά ἀγωνιστοῦμε στό ἐπίπεδό της φιλαδελφιας καί ἰδιαίτερα γί ‘αὐτούς πού μᾶς ἀδικοῦν. Νά παιδευτοῦμε στό νά πολεμήσουμε τό πνεῦμα τῆς κατακρίσεως. Νά μή θεοποιοῦμε τή ζωή μας. Νά μνημονεύουμε διαρκῶς τό θάνατο μέσα μας κάθ ‘ἑκάστην ἥμερα. Κυρίως ὅμως νά ἐνεργοποιοῦμε τήν προσευχή.
Δέν ὑπάρχει καλός χριστιανός. Ὑπάρχει ‘’ζωντανός‘’ ἡ ‘’ πεθαμένος ‘’ χριστιανός. Ὅταν, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος δουλέψει ἔτσι, θά δοῦμε τελικά ὅτι εἶναι εὔκολες οἱ ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Εἶναι ‘’ ρήματα ζωῆς αἰώνιου ‘’ κι ὁ ζυγός τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐλαφρύς.

Ἀπό τό βιβλίο ‘’ Ἁμαρτωλῶν Ἐκκλησία ‘’ ( ζωντανός ἡ πεθαμένος χριστιανός ) π. Βαρναβα Γιαγκου.

Μετοχή στη ζωή του Χριστού


Οἱ πονεμένοι εἶναι αὐτοί πού γίνονται κύριος ἱκανοί νά δεχθοῦν τίς ἐπισκέψεις τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί αὐτοί οἱ ὁποῖοι θεολογοῦν μέσα ἀπό τήν ἴδια τή ζωή τους. Διότι θεολογία εἶναι νά μετέχω στή ζωή τοῦ Θεοῦ, θεολογία σημαίνει νά πάσχω τά Θεία, νά μετέχω στή Χάρη τοῦ Θεοῦ καί ὄχι ἁπλῶς διανοητικά νά ὁμιλῶ ‘’ περί Θεοῦ ‘’.
…..ἀλλά γενικότερα στήν πνευματική ζωή, τότε εἶναι ἕτοιμος ὁ ἄνθρωπος νά δεχθεῖ τίς ἐπισκέψεις καί τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ὅταν παύει νά ἐλπίζει στά ἀνθρωπινά, ὅταν παύει νά ἐλπίζει στά δικά του. Θά μπορούσαμε νά ποῦμε πώς ὁ πόνος εἶναι ὁ τρόπος πού ὁ ἄνθρωπος ‘’συλλαμβάνει‘’ τό Θεό. Ὅπως ἐρχετε ἡ ζωή στόν κόσμο μέσα ἀπό τούς πόνους τοῦ τοκετοῦ, ἔτσι καί στήν πνευματική γέννηση, ὁ τρόπος εἶναι ὁ πόνος. Ὄχι γιατί ὁ Θεός θέλει νά πονοῦμε, ἀλλά γιατί ὁ πόνος εἶναι ὁ τρόπος πού ὁ ἄνθρωπος ὑπερβαίνει ἀπό τήν ἀνωριμότητά του. Ἡ ἀνωριμότητα ἐκφράζεται στήν ψευδαίσθηση παντοδυναμίας, στήν αἴσθηση ὑπαρξιακῆς αὐτάρκειας, τοῦ τύπου ‘’ μπορῶ νά ζῶ καί χωρίς τό Θεό, αὐτόνομα ἀπό τό Θεό ‘’.
Γί’ αὐτό κάπου λέει ὁ ἅγιος Σιλουανος ὅτι οἱ ὑπερήφανοι πάσχουν. Πάσχουν γιατί δέν ἀφήνουν τό Θεό νά κάνει τή δουλεία του καί στεροῦνται τῆς ζωῆς Του. Ὡριμότητα, λοιπόν, εἶναι νά μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νά διαγνώσει ὅτι διά τοῦ πόνου ἀποκαλύπτεται ἡ Ζωή στή ζωή μας.
……………δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἁμαρτία ἀπό τήν ἀπελπισία, ἀπό τό κλαψούρισμα. Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἄρνηση καί βλασφημία τοῦ Θεοῦ ἀπό τό νά γογγύζουμε καί νά δικαιωνόμαστε μέσα στό γογγυσμό μᾶς, κατηγορώντας μάλιστα καί τόν ἄλλον.

Ἀπό τό βιβλίο ‘’ Ἁμαρτωλῶν Ἐκκλησία ‘’ ( ὁ δρόμος τοῦ πόνου ) π. Βαρνάβα Γιάγκου

Ο ΒΛΕΠΩΝ


Του Μόσχου Λαγκουβάρδου

Ο Μωυσής, αν δεν κάνω λάθος, ονομάζεται "ο βλέπων τον Θεόν" (ο Θεόπτης).
Για τον Μωυσή η μεγαλύτερη χαρά ήταν να βλέπει. Μήπως είναι και για μας το ίδιο; Βέβαια η όραση στην προκειμένη περιπτωση δεν είναι η φυσική όραση, αλλά η πνευματική όραση, η οποία είναι πιο ουσιαστική από την φυσική. Εμείς έχουμε τώρα πνευματική όραση; Ένα είδος πνευματικής όρασης είναι η επίγνωση και η κατανόηση, όταν γνωρίζουμε κι όταν κατανοούμε την ουσία των πραγμάτων, δηλαδή αυτό που μένει. Τί μένει π.χ. από έναν άνθρωπο; Ποιά είναι η ουσία του ανθρώπου; 
Όταν λέμε αυτό που μένει εννοούμε αυτό που μένει κι όταν ο άνθρωπος πεθαίνει ή όταν ο κόσμος αυτός καταστραφεί, όπως λέει η Γραφή. Η μορφή του ανθρώπου οπωσδήποτε μένει. Αλλιώς πώς θα γνωρίζει και θα γνωρίζεται μετά τον θάνατο του σώματος; Με αυτήν την έννοια το βλέπειν είναι συνώνυμο με το δοξάζειν. Το ρήμα "δοξάζω" προέρχεται από το ρήμα "δοκώ", που σημαίνει "θεωρώ", δηλαδή βλέπω με τα πνευματικά μου μάτια. Κι ο τύπος του ανθρώπου που αγαπάει την "θεωρία" με την έννοια του βλέπω με τα πνευματικά μου μάτια, κατανοώ, ονομάζεται "θεωρητικός" τύπος, σε διάκριση με τον "ηθικό" ή πρακτικό τύπο, ο οποίος ενδιαφέρεται για το ήθος, για τα έργα, για την δραστηριότητα γενικά.
Για τον Μωυσή η μεγαλύτερη χαρά της ζωής του ήταν να βλέπει με την πνευματική του όραση. Ο Θεός τιμώρησε τον Μωύσή με το να μην του επιτρέψει να μπει στη Γη της Επαγγελίας, γιατί επάνω στο θυμό του έσπασε τις πλάκες με τις Εντολές του Θεού, Ήταν όμως καλός ο Θεός με τον Μωυσή. Δεν τον επέτρεψε να μπει στη Γη της Επαγγελίας, αλλά τον άφησε να τη δει, πράγμα που για τον Μωυσή είναι σπουδαιότερο!

http://moschoblog.blogspot.

Γιατί ο Ιησούς αποκαλεί τον εαυτό του «Υιό του ανθρώπου;»


 Μια απορία που έχουν πολλοί, γιατί δηλαδή ο Ιησούς Χριστός αποκαλεί τον εαυτό του «Υιό του ανθρώπου», λύνει το παρακάτω άρθρο, απορία που έχει πέσει και αιτία παρερμηνείας και διαστρέβλωσης από πολλούς εξωεκκλησιαστικούς και αιρετικούς κύκλους.

Η Παλαιά Διαθήκη τελειώνει με το βιβλίο Δανιήλ, στο οποίο εξαγγέλλεται η ανάσταση των νεκρών (Δανιήλ ιβ΄ 1-3) και περιγράφεται μέσα από ένα μεγαλειώδες όραμα η μορφή του «μετά των νεφελών του ουρανού» ερχόμενου “Υιού του Ανθρώπου” στον οποίο «δόθηκε η εξουσία, η τιμή και η βασιλεία, ώστε να τον υπηρετούν όλοι οι λαοί, κάθε φυλής και γλώσσας· η εξουσία του θα είναι εξουσία αιώνια που δεν θα έχει τέλος και το βασίλειό του ποτέ δεν θα καταστραφεί» (Δανιήλ ζ΄ 13-14). Τον ίδιο ακριβώς τίτλο, “Υιός του Ανθρώπου”, θα χρησιμοποιήσει και στην Καινή Διαθήκη ο Ιησούς, κάθε φορά που μιλάει για τον εαυτό Του.

Πράγματι στην Καινή Διαθήκη πολλές φορές (πάνω από 50) γίνεται λόγος για τον «Υιό του ανθρώπου», από τον ίδιο τον Ιησού.

Αλλά και η υμνολογία της εκκλησίας μας βρίσκεται σε απόλυτη συμφωνία με τις γραφές. Στους αίνους της 25ης Μαρτίου ψάλλουμε :
Το απ’ αιώνος μυστήριον, ανακαλύπτεται σήμερον, καί ο Υιός τού Θεού, Υιός ανθρώπου γίνεται, ίνα τού χείρονος μεταλαβών, μεταδώ μοι τού βελτίονος, Εψεύσθη πάλαι Αδάμ, καί Θεός επιθυμήσας ου γέγονεν, άνθρωπος γίνεται Θεός, ίνα Θεόν τόν Αδάμ απεργάσηται, Ευφραινέσθω η κτίσις, χορευέτω, η φύσις, ότι Αρχάγγελος Παρθένω, μετά δέους παρίσταται, και τό Χαίρε κομίζει, τής λύπης αντίθετον, Ο διά σπλάγχνα ελέους ενανθρωπήσας, Θεός ημών δόξα σοι.
Αν έπρεπε με μια φράση να απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση, πολύ απλά θα λέγαμε: Ονομάζει τον εαυτό Του Υιό ανθρώπου, ακριβώς για να τονίσει την ανθρώπινη φύση Του.
Ας δούμε όμως μια ανάλυση του Αγίου Νεκταρίου, που απαντά με σαφήνεια στην ερώτηση μας:
Η έκφρασις Υιός ανθρώπου, ην ο Κύριος ως περιφραστικόν προσδιορισμόν του Ιδίου Προσώπου μετεχειρίζετο οσάκις αν ωμίλει περί Εαυτού, είναι το όνομα, δι’ ου ευηγγελίσθη η ανθρωπότης τον μέλλοντα Σωτήρα και Λυτρωτήν αυτής.
[…]
Η έλευσις Σωτήρος και Λυτρωτού ήτο κοινή προσδοκία πάντων των εθνών. Τα έθνη εφαίνοντο αναμένοντα Σωτήρά τινα· η προσδοκία του Ισραήλ ην το περιεχόμενον της λατρείας Αυτού. Διά του αναμενομένου Σωτήρος εξεδέχοντο πάντα τα μέλλοντα να χορηγηθώσι τη ανθρωπότητι αγαθά. Εξ αυτού εξεδέχοντο την κατάργησιν της τυραννίδος του διαβόλου, την απελευθέρωσιν του ανθρωπίνου γένους από της δουλείας του εχθρού, και την μετά του Θεού φιλίωσιν και επικοινωνίαν. Τον αναμενόμενον τούτον Σωτήρα και λυτρωτήν της ανθρωπότητος ο προφητάναξ Δαυΐδ περιγράφει ως υιόν ανθρώπου (Ψαλμ.β’ ρθ’ 1).
Επίσης και ο προφήτης Δανιήλ Χριστόν ηγούμενον ονομάζει τον μέλλοντα Λυτρωτήν, ον είδεν εν αποκαλύψει, εν μορφή υιού ανθρώπου, ου ορίζει και τον χρόνον της ελεύσεως. (Δανιήλ κεφ.θ’ όρασις ι’ και κεφ.ι’ όρασις ια’. Επίσης και ο Ιεζεκιήλ κεφ. α’). Ώστε το όνομα Υιός ανθρώπου, ήτο το ακριβές χαρακτηριστικόν όνομα του Σωτήρος, υπό το οποίον εξεδέχοντο Αυτόν πάσαι αι φυλαί της γης· διό και ο Σωτήρ ημών οσάκις ωμίλησε περί Εαυτού πάντοτε το αυτό χαρακτηριστικόν όνομα μετεχειρίσθη. Παρά τω Ματθαίω 28κις φαίνεται ο Κύριος ποιούμενος λόγον περί έαυτοϋ· και εν πάσι τοις λόγοις Αυτού Υιόν ανθρώπου εκάλει Εαυτόν. Η αυτή ακρίβεια παρατηρείται και εν τοις λοιποίς Ευαγγελισταίς, Μάρκω, Λουκα και Ιωάννη.

Τα ονόματα Ιησούς Χριστός, Εμμανουήλ, υιός του Ευλογητού καί υiός Δαυΐδ, καθ’ έκαστον λαμβανόμενα, δεν δύνανται να εκφράσωσι την έννοιαν, ην εκφράζει το χαρακτηριστικόν όνομα υιός ανθρώπου· διότι το μεν Ιησούς εκφράζει μόνον την έννοιαν του Σωτήρος της ανθρωπότητος, το δε Μεσσίας=Χριστός, την έννοιαν του προφητικού, αρχιερατικού και βασιλικού αξιώματος του Σωτήρος· τα δε ονόματα υιός Ευλογητού καί υιός Δαυΐδ, το μεν, την θείαν φύσιν του Χριστού, το δε, την ανθρωπίνην εδήλου φύσιν και καταγωγήν.

– Δηλαδή όποιο από τα παραπάνω ονόματα και αν χρησιμοποιούσε ο Ιδιος για να ονομάσει τον εαυτό Του δεν θα μπορούσε να αποδώσει την πλήρη έννοια των χαρακτηριστικών Του, καθώς το κάθε όνομα από τα παραπάνω δήλωνε μια μόνο ιδιότητα-
Ουδέν λοιπόν εξ αυτών καθ’ έκαστον λαμβανόμενον ηδύνατο να δώση πλήρη και τελείαν έννοιαν του προσώπου του Κυρίου ημών, διότι έκαστον όνομα μίαν ιδιότητα Αυτού υπεδήλου, ένα Αυτού χαρακτήρα εξέφραζεν.
Ητο άρα ανάγκη να χαρακτηρίση Εαυτόν δι’ ονόματος περιληπτικού, εν ω πάντες οι χαρακτήρες Αυτού να υποδηλώνται· τοιούτον δε εθεώρησεν ο Θεάνθρωπος Κύριος ως κατάλληλον χαρακτηριστικόν του προσώπου Αυτού το όνομα Υιός ανθρώπου· η δε υπό του Σωτήρος εκλογή του ονόματος δήλον ότι δίδωσι τέλειον ορισμόν του Θεανθρώπου, και εκφράζει πάσας συλλήβδην τας ιδιότητας Αυτού.
-Υπήρχε λοιπόν απόλυτη ανάγκη να χαρακτηρίσει τον εαυτό Του με ένα όνομα περιληπτικό έτσι ώστε όλοι οι χαρακτήρες Του να συμπεριλαμβάνονται σε αυτό το όνομα που θα επέλεγε. Επέλεξε λοιπόν το όνομα Υιός ανθρώπου για να δώσει τον τέλειον ορισμό του Θεανθρώπου-

Επίσης υπάρχει και κάτι άλλο: πολύ συχνά αναφέρει (ο Ιησούς) την φράση «ινα πληρωθεί το ρηθέν». Και εδώ λοιπόν υπήρχε ένα προφητικό όραμα του Δανιήλ που Τον ονομάζει (ο Δανιήλ) Υιό του ανθρώπου. Έτσι ο Ιησούς, «έδεσε», «πάντρεψε» αυτό που αναφερόταν στις γραφές, με τα Λόγια Του.
Και κάτι τελευταίο που αναφέρει ο Αρχιμ. Τιμόθεος Κιλίφης στο βιβλίο του, «τα τέσσερα ευαγγέλια»: 
Πολλοί μελετητές αναφέρουν ότι η φράση Υιός του ανθρώπου όπως αναφέρεται στον Δανιήλ και Υιός του Θεού είναι το ίδιο και το αυτό.
Πότε τώρα ο Υιός του Θεού έγινε άνθρωπος; Μα, την ημέρα του ευαγγελισμού της Θεοτόκου όπως μας αναφέρει και το γνωστό τροπάριο της εορτής:
''Σήμερον της σωτηρίας ημών τό Κεφάλαιον, καί τού απ’ αιώνος Μυστηρίου η φανέρωσις. Ο Υιός του Θεού, Υιός της Παρθένου γίνεται , καί Γαβριήλ τήν χάριν ευαγγελίζεται. Διό σύν αυτώ τή Θεοτόκω βοήσωμεν . Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου''.

Να και μια ωραία εξήγηση του Αρχιμανδρίτη Δαμιανού Ζαφείρη

 Ο Υιός του Θεού αφήνεται να γεννηθεί από την Παρθένο Μαρία λαμβάνοντας θεανθρώπινη ζωή.Μυστήριο Μέγα! Ο Θεός γίνεται άνθρωπος. Ενώνεται η θεία και η ανθρώπινη φύση στο πρόσωπο του γεννηθέντος Ιησού Χριστού.
 Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να γίνει ο άνθρωπος υιός του Θεού κατά χάριν, να ομοιωθεί του Θεού, να θεωθεί. 
Ο Θεός γίνεται άνθρωπος, για να φανερωθεί στον κόσμο το Άγιον Πνεύμα δια της Θεανθρώπινης εκκλησίας του Ιησού Χριστού. 
Η εκκλησία του Ιησού Χριστού είναι σώμα του Χριστού που λυτρώνει τον πιστό και τον ενώνει με τον Κύριον. Ο Υιός του Θεού γίνεται άνθρωπος για την σωτηρία του κόσμου. Γίνεται άνθρωπος για να προσφέρει στον άνθρωπο τη σωτηρία του, την εν Χριστώ ζωή, τη δύναμη του Παναγίου Πνεύματος στην ζωή του, για να θεωθεί, να γίνει άγιος ενώπιον του Θεού.

https://proskynitis.blogspot.

Δάκρυα κατανύξεως


(Οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου)
 Μέσα στά θεόπνευστα κείμενα τοῦ ὁσίου Συμεών τοῦ Στουδίτη, ἀνάμεσα στίς ἄλλες θαυμάσιες διδαχές του, βρέθηκε γραμμένο καί τοῦτο:
 «Ἀδελφέ, νά μήν κοινωνήσεις ποτέ σου τά Ἄχραντα Μυστήρια χωρίς δάκρυα». Αὐτό τό φύλαξε ὁ ἴδιος σ᾿ ὅλη του τή ζωή, γι᾿ αὐτό τό δίδαξε καί σέ μᾶς.

 Ἀλλά μόλις τ᾿ ἄκουσαν μερικοί, ὄχι μόνο λαϊκοί ἀλλά καί μοναχοί ὀνομαστοί στήν ἀρετή, παραξενεύτηκαν καί εἶπαν: 
“Ἐμεῖς λοιπόν πρέπει νά μένουμε σχεδόν πάντα ἀκοινώνητοι, γιατί εἶν᾿ ἀδύνατο νά κοινωνοῦμε κάθε φορά μέ δάκρυα”.
Ἀκούγοντας τους ἐγώ ὁ ἄθλιος, ἀποτραβήχθηκα κι ἔκλαψα πικρά. Ἀλλοίμονο στή τύφλωση καί τήν ἀναισθησία τους! Ἄν φρόντιζαν νά ἔχουν ἀδιάλειπτη μετάνοια, δέν θά τό ἔλεγαν ἀδύνατο. Ἄν εἶχαν καρπούς πνευματικούς, δέν θά ἦταν ἀμέτοχοι σ᾿ αὐτό τό θεῖο χάρισμα. Ἄν ἀποκτοῦσαν γνήσιο φόβο Θεοῦ, θά παραδέχονταν πώς μπορεῖ κανείς νά κλαίει ὄχι μόνο ὅταν κοινωνεῖ, ἀλλά πάντα.
“Καί ὅμως”, λένε ἐκεῖνοι, “δέν εἶναι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εὐκολοκατάνυκτοι. Ὑπάρχουν πολλοί, πού ἔχουν μιά φυσική σκληρότητα. Αὐτοί δέν κλαῖνε οὔτε ὅταν τούς δέρνουν. Πῶς λοιπόν μποροῦν νά μεταλαβαίνουν πάντα μέ δάκρυα;”.

Ἀλλά, ρωτάω κι ἐγώ, πῶς συμβαίνει νά εἶναι ἄλλος δυσκολοκατάνυκτος καί ἄλλος εὐκολοκατάνυκτος; Πῶς ἔγινε ἔτσι ὁ πρῶτος καί ἀλλιῶς ὁ δεύτερος; 
Ἀκοῦστε: Ὁ δυσκολοκατάνυκτος ἔγινε τέτοιος ἀπό προαίρεση κακή, ἀπό λογισμούς πονηρούς καί ἀπό ἔργα ἁμαρτωλά. Ὁ εὐκολοκατάνυκτος, ἀντίθετα, ἀπό προαίρεση καλή, ἀπό λογισμούς ἀγαθούς καί ἀπό ἔργα ἀρετῆς. Σκέψου καί θά δεῖς, ὅτι πολλοί ἄνθρωποι πού ἦταν καλοί, ἔγιναν κακοί διαμέσου αὐτῶν τῶν τριῶν: τῆς προαιρέσεως, τῶν λογισμῶν καί τῶν ἔργων. Καί ἄλλοι, πού ἦταν κακοί, ἔγιναν καλοί πάλι μ᾿ αὐτά.
Ὁ Ἑωσφόρος ἀπό ποῦ ἔπεσε; Δέν ἔπεσε ἀπό προαίρεση καί λογισμό πονηρό; 
Ὁ Κάιν ἀπό ποῦ ἔγινε ἀδελφοκτόνος, ἄν ὄχι ἀπό κακή προαίρεση καί πονηρούς λογισμούς φθόνου κατά τοῦ Ἄβελ; 
Καί ὁ Σαούλ ἀπό ποῦ παρακινήθηκε νά σκοτώσει τό Δαβίδ, πού τιμοῦσε καί ἀγαποῦσε πρωτύτερα; Ἀπό τή φύση του ἤ ἀπό τήν κακή του προαίρεση; 
Ἀσφαλῶς ἀπό τή δεύτερη, γιατί κανένας δέν ἔγινε ἀπό τό Θεό πονηρός. Ἀλλά τί θά ποῦμε καί γιά τούς ληστές, πού σταυρώθηκαν μαζί μέ τό Χριστό; Ὁ ἕνας, πού εἶχε ἀγαθή προαίρεση, πίστεψε καί παρακαλοῦσε μετανοημένος τόν Κύριο νά τόν πάρει μαζί Του στή βασιλεία Του. Καί ὁ ἄλλος, πού εἶχε πονηρή προαίρεση, ἀπιστοῦσε καί Τόν ὀνείδιζε.
Αποτέλεσμα εικόνας για СИМЕОН НОВЫЙ БОГОСЛОВ, ИГУМЕН
Ἑπομένως ὁ καθένας γίνεται εἴτε εὐκολοκατάνυκτος καί ταπεινός εἴτε δυσκολοκατάνυκτος καί ὑπερήφανος ἀπό τήν αὐτεξουσιότητα τῆς προαιρέσεώς του.
Γιά νά τό καταλάβετε ὅμως καλύτερα, ἀκοῦστε καί τό παρακάτω παράδειγμα.

 Δύο ἄνθρωποι, ἴσως καί σαρκικοί ἀδελφοί, εἶναι συνομήλικοι, ὁμότεχνοι, ὁμόγνωμοι, ὅμοιοι σέ ὅλα. Συμβαίνει μάλιστα νά εἶναι καί οἱ δύο κακοί, ἄσπλαχνοι, φιλάργυροι, ἀκόλαστοι – μέ δυό λόγια, βουτηγμένοι μέσα στό βοῦρκο τῆς ἁμαρτίας. Αὐτοί λοιπόν οἱ δύο ἀδελφοί πᾶνε σέ μοναστήρι καί γίνονται μοναχοί. Ὁ ἕνας ἀπέχει ἀπ᾿ ὅλα τά κακά, καί μέ πολύ κόπο κατορθώνει νά γίνει ἐνάρετος. Ὁ ἄλλος, ἀντίθετα, δέν κάνει τίποτα γιά νά βελτιωθεῖ. Γίνεται μάλιστα χειρότερος ἀπό πρίν. Γιατί λοιπόν δέν κατόρθωσαν καί οἱ δύο τήν ἀρετή ἤ δέν κυλίστηκαν καί οἱ δύο ὅμοια στήν κακία;
Ἐπειδή ὁ πρῶτος, μόλις μπῆκε στό μοναστήρι, ἄρχισε νά μιμεῖται τούς ἐναρέτους Πατέρες, νά προσέχει τήν ἀνάγνωση τῶν θείων Γραφῶν καί νά συναγωνίζεται τούς ἄλλους στή νηστεία, στίς προσευχές, στή σιωπή, στήν κατάνυξη, στήν πραότητα. Ὑπέμεινε ἀκόμα μέ προθυμία καί καρτερία τίς ταπεινώσεις, τίς θλίψεις καί τούς κόπους τῆς ἀσκήσεως χωρίς γογγυσμό, ἔκανε ὅ,τι τόν πρόσταζαν χωρίς ἀντιλογία κι ἔτρεχε πρῶτος στίς πιό εὐτελεῖς ἐργασίες. Κοντολογῆς, ἔκανε μ᾿ ἐπίγνωση ὅλα ὅσα μᾶς διδάσκουν οἱ ἱερές Γραφές, γιά νά βρεῖ ἔλεος ἀπό τό Θεό καί νά συγχωρεθοῦν οἱ ἁμαρτίες του.
Ὁ ἄλλος ὅμως δέν ἔκανε τίποτε ἀπ᾿ αὐτά, καί ἔμεινε ἀδιόρθωτος, ὅπως ἦταν καί πρίν γίνει μοναχός, γιά νά μήν πῶ πώς ἔγινε καί χειρότερος. Πῶς λοιπόν αὐτοί οἱ δυό τόσο ὅμοιοι ἄνθρωποι ἀκολούθησαν τόσο διαφορετικό δρόμο; Ἀσφαλῶς ἀπό τήν καλή του προαίρεση ὁ ἕνας καί ἀπό τήν κακή ὁ ἄλλος.
Ἔτσι καί κάθε ἄνθρωπος δέν γίνεται εὐκολοκατάνυκτος ἤ σκληρόκαρδος παρά ἀπό τήν προαίρεσή του, καθώς καί ἀπό τήν ἐσωτερική τοποθέτηση καί τήν πολιτεία του.

 Γιατί πῶς εἶναι δυνατό νά ἔχει δάκρυα κατανύξεως, ἐκεῖνος πού συνεχῶς διασπᾶται σέ χίλιες δυό μάταιες μέριμνες, καί δέν ἔχει νοῦ γιά προσευχή, γιά σιωπή, γιά ἡσυχία, γιά ἀνάγνωση τῶν ἱερῶν βιβλίων; Πῶς μπορεῖ ν᾿ ἀποκτήσει κατάνυξη, ἐκεῖνος πού περιεργάζεται «τούς πάντας καί τά πάντα», καί θέλει νά μαθαίνει τό καθετί καί ν᾿ ἀνακατεύεται στίς ὑποθέσεις τῶν ἄλλων; Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος πότε θά βρεῖ χρόνο ν᾿ ἀναλογισθεῖ τίς ἁμαρτίες του, νά συντριβεῖ καί νά κλαψεῖ γιά τίς πτώσεις του, νά σκεφτεῖ καί νά μελετήσει τά σφάλματά του;

 Ὅποιος δέν κλείνει τό στόμα του γιά νά μήν πεῖ ἄπρεπες ἤ περιττές κουβέντες, ὅποιος δέν κλείνει τ᾿ αὐτιά του γιά νά μήν ἀκούει μάταια κι ἀνώφελα λόγια, αὐτός δέν θυμᾶται τή φοβερή ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Δέν σκέφτεται ὅτι θά σταθεῖ μπροστά στό φοβερό κριτήριο τοῦ Χριστοῦ γυμνός κι ἀνυπεράσπιστος, καί θά δώσει ἀπολογία γιά κεῖνα πού ἔκανε στή ζωή του.
Αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι δυνατό ν᾿ ἀποκτήσει δάκρυα καί νά κλάψει ἀπό μετάνοια καί κατάνυξη, ἔστω κι ἄν ζήσει ἑκατό χρόνια. Καί μπορεῖ νά πηγαίνει στήν ἐκκλησία καί νά συμμετέχει στίς ἱερές ἀκολουθίες μαζί μέ τούς εὐσεβεῖς πιστούς, ἀλλά τό κάνει ἀπό συνήθεια, σάν μιά ρουτίνα, μέ ἀμέλεια καί ὀκνηρία. Γι᾿ αὐτό βγαίνει ἀπό τό ναό τοῦ Θεοῦ χωρίς ὠφέλεια, καί δέν αἰσθάνεται καμιά ἀλλοίωση πρός τό καλύτερο στήν ψυχή του.

Ἄν λοιπόν θέλουμε δάκρυα, πρέπει νά βιάσουμε τόν ἑαυτό μας καί νά ὑπομένουμε τίς θλίψεις, τίς ταπεινώσεις καί τούς πειρασμούς, θεωρώντας τόν ἑαυτό μας χειρότερο ἀπ᾿ ὅλους τούς ἀνθρώπους. Ἄν θέλουμε κατάνυξη, πρέπει νά δουλέψουμε πρῶτα σ᾿ ὅλες τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ κατάνυξη εἶναι μιά θεία φωτιά, πού διαλύει τά πάθη. Τά δάκρυά της πλένουν καί καθαρίζουν τή λερωμένη ἀπό τήν ἁμαρτία ψυχή μας.
Κανένας ἄνθρωπος δέν ἁγιάσθηκε, δέν ἔλαβε Πνεῦμα Ἅγιο καί δέν ἔγινε κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, χωρίς νά καθαριστεῖ πρῶτα μέσα στά δάκρυα τῆς κατανύξεως, τῆς μετάνοιας καί τῆς συντριβῆς.
Ἐκεῖνοι μάλιστα πού ἰσχυρίζονται ὅτι δέν μπορεῖ νά κλαίει κανείς κάθε μέρα, φανερώνουν ἔτσι πώς εἶναι γυμνοί ἀπό ἀρετή.

 Οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς τό λένε καθαρά: 
Ἐκεῖνος πού θέλει νά κόψει τά πάθη του, μόνο μέ τά δάκρυα θά τά κόψει.
 Κι ἐκεῖνος πού θέλει ν᾿ ἀποκτήσει ἀρετές, μόνο μέ πένθος θά τό κατορθώσει. 
Ἀλήθεια, σέ τί χρησιμεύουν τά ἐργαλεῖα μιᾶς τέχνης, ὅταν λείπει ὁ τεχνίτης, πού γνωρίζει νά τά μεταχειριστεῖ καί νά φτιάξει ὅ,τι θέλει; Δέν χρησιμεύουν σέ τίποτα. Σέ τί ὠφελεῖ τόν κηπουρό νά σκάψει ὅλο του τόν κῆπο καί νά φυτέψει κάθε λογῆς λαχανικά, ἄν δέν κατεβεῖ βροχή νά τά ποτίσει; Δέν τόν ὠφελεῖ σέ τίποτα. 
Ἔτσι κι ἐκεῖνος πού μεταχειρίζεται τίς ἄλλες ἀρετές καί κοπιάζει νά τίς ἀποκτήσει, δέν ὠφελεῖται καθόλου χωρίς τήν ἁγία κατάνυξη, τήν ἀπαραίτητη προϋπόθεση ὅλων τῶν ἀρετῶν.

 Λοιπόν, ἀδελφοί μου, πρίν καί πάνω ἀπ᾿ ὅλες τίς ἀρετές εἶναι ἡ μετάνοια, τό πένθος καί τά δάκρυα, πού ἀκολουθοῦν τό πένθος. Οὔτε πένθος γίνεται χωρίς μετάνοια, οὔτε δάκρυα χωρίς πένθος. Καί τά τρία εἶναι ἀλληλένδετα, καί δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει τό ἕνα χωρίς τά ἄλλα. Ἄς μή λέμε λοιπόν ὅτι εἶναι ἀδύνατο νά κλαῖμε κάθε μέρα, γιατί ἐρχόμαστε σέ ἀντίθεση μέ τόν Κύριο, πού μακάρισε ὅσους κλαῖνε, καί ὑποσχέθηκε ὅτι θά γελάσουν ἀπό χαρά καί ἀγαλλίαση στήν οὐράνια βασιλεία Του: «Μακάριοι οἱ κλαίοντες νῦν, ὅτι γελάσετε».
Γιά νά ἔρθει ὅμως καί σέ μᾶς ἡ χάρη τῶν δακρύων, πρέπει, ὅπως εἴπαμε, νά διαβάζουμε ἀδιάκοπα τά ἱερά βιβλία, νά ὑπομένουμε καρτερικά τίς θλίψεις, τούς ἐμπαιγμούς, τίς κατηγορίες καί τίς διαβολές, νά προσευχόμαστε στό Θεό γι᾿ αὐτούς πού μᾶς κάνουν κακό, νά ταπεινώνουμε τόν ἑαυτό μας σέ κάθε εὐκαιρία, ν᾿ ἀποφεύγουμε τή φλυαρία καί νά μήν ἀσχολούμαστε μέ τούς ἄλλους, ἀλλά νά σκεφτόμαστε μόνο τίς δικές μας ἁμαρτίες καί νά μετανοοῦμε βαθιά γι᾿ αὐτές. 

Κι ἄν δέν ἔχουμε δάκρυα, τουλάχιστο νά τά ζητᾶμε ἀπό τό Θεό. 
Ἡ αὐτομεμψία καί τό πένθος, πάντως, βοηθοῦν τήν ψυχή νά βρεῖ τήν κατάνυξη. Πρῶτος καρπός τοῦ πένθους γιά τίς ἁμαρτίες μας εἶναι τά δάκρυα, πού προσφέρονται στό Θεό σάν θυσία εὐπρόσδεκτη καί καθαρίζουν τό ρύπο τῆς ψυχῆς. Κι ὅταν ἡ ψυχή ἔρθει σέ κατάσταση μετάνοιας κι ἀληθινοῦ πένθους, δέν περνάει οὔτε μιά μέρα δίχως δάκρυα, ὅπως ὁ προφήτης Δαβίδ, πού ἔλεγε: «Λούσω καθ᾿ ἑκάστην νύκτα τήν κλίνην μου, ἐν δάκρυσί μου τήν στρωμνήν μου βρέξω».
Ἄς ἀγωνιστοῦμε λοιπόν κι ἐμεῖς νά μετανοήσουμε ἀληθινά, ν᾿ ἀποκτήσουμε ἐπίγνωση τῶν πολλῶν καί μεγάλων ἁμαρτημάτων μας καί νά καθαριστοῦμε ἀπ᾿ αὐτά, ἀκούγοντας τήν προτροπή τοῦ ἁγίου ἀδελφοθέου Ἰακώβου: «Καθαρίσατε χεῖρας ἁμαρτωλοί καί ἁγνίσατε καί κλαύσατε· ὁ γέλως ὑμῶν εἰς πένθος μεταστραφήτω καί ἡ χαρά εἰς κατήφειαν. Ταπεινώθητε ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, καί ὑψώσει ὑμᾶς».
Δάκρυα κατανύξεως ~ Οσίου Συμεών του Νέου Θεολόγου
Ἀπό τό βιβλίο: “Απόσταγμα Πατερικής Σοφίας”, 
Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου, Ὠρωπός Ἀττική
https://proskynitis.blogspot.