Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Eνώ πρέ­πει να δα­πα­νάς όλη τη ζωή σου σε πα­ρα­κλή­σεις και προ­σευ­χές, εσύ όμως κα­τα­δα­πα­νάς τη ζωή σου άσκο­πα και προς κακό του εαυ­τού σου, σε κραυ­γές και θο­ρύ­βους και αι­σχρά λό­για και δια­μά­χες και κα­κές απο­λαύ­σεις και μετά από όλα αυτά ρω­τάς, ποιά εί­ναι η ζη­μιά; Δεν γνω­ρί­ζεις ότι πρέ­πει το χρό­νο να τον ξο­δεύ­ου­με με πε­ρί­σκε­ψη πε­ρισ­σό­τε­ρο απ' ο,τι­δή­πο­τε άλλο πράγ­μα;

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Ποια είναι η «επί γης ειρήνη» του Αγγελικού ύμνου της Βηθλεέμ;




Ελάχιστα χωρία της Αγίας Γραφής έχουσι τόσον οικτρώς παρερμηνευθεί όσον το χωρίον Λουκ. β΄ 14.
Πρόκειται περί του Ύμνου όστις εψάλλετο υπό των Αγγέλων κατά την θεσπεσίαν εκείνην νύκτα της κατά σάρκα γεννήσεως του Ανάρχου Θεού Λόγου, του Κυρίου Ιησού.
Η παρερμηνεία αυτή υπό πολλών ορθοδόξων δεν είναι βεβαίως ηθελημένη και σκόπιμος (μόνον οι αιρετικοί παρερμηνεύουσιν ηθελημένως), αλλ’ οφείλεται εις άγνοιαν του καθόλου νοήματος της Αγίας Γραφής. 
Ένεκεν αυτής της αγνοίας καθ’ έκαστον έτος εν τη ημέρα των Χριστουγέννων ακούομεν κηρύγματα ή αναγιγνώσκομεν δημοσιεύματα πολλών διδασκάλων του Ευαγγελίου της ημετέρας Εκκλησίας, κληρικών και λαϊκών, αποδυρόμενα διότι οι πόλεμοι δεν έλαβαν ακόμη τέλος και τα όπλα δεν κατηργήθησαν και η ειρήνη του Αγγελικού Ύμνου δεν επεκράτησεν εισέτι επί της γής.
Ακόμη και εις επισήμους Εκκλησιαστικάς Εγκυκλίους βλέπομεν διατυπουμένας τοιαύτας θέσεις, ως και παρακλήσεις προς τον Θεόν όπως επί τέλους επιτρέψει την επικράτησιν επί της γής της ειρήνης αυτής «ήτις επί δύο σχεδόν χιλιάδας ετών εξακολουθεί να παραμένει μακράν της πραγματικότητος, απλή ελπίς, απλούν όνειρον, απλή και εναγώνιος προσδοκία».
Αγνοούσιν οι ευλογημένοι ότι η ειρήνη του Αγγελικού Ύμνου είναι ήδη πραγματικότης και έχει επικρατήσει επί της γής απ’ αυτής της σαρκώσεως του Κυρίου. Κακώς και εκ παρεξηγήσεως εκλαμβάνομεν την ειρήνην αυτήν ως εξωτερικήν, ως κατάστασιν φιλίας μεταξύ των ανθρώπων, ατόμων προς άτομα και λαών προς λαούς, ως κατάπαυσιν των πολέμων και των μαχών. Τοιαύτην ειρήνην ουδέποτε επηγγείλατο το Ευαγγέλιον.
Η ειρήνη του Ευαγγελίου είναι εσωτερική, είναι η κατάστασις γαλήνης, ήτις βασιλεύει εν τη ψυχή του πιστού ανθρώπου, του ανθρώπου όστις έχει φιλίαν και κοινωνίαν προς τον Θεόν.
Είναι ειρήνη μεταξύ ανθρώπου και Θεού και ουχί ανθρώπων προς ανθρώπους.
Είναι η κατάλυσις του «μεσοτοίχου του φραγμού», όπερ εχώριζε γην και Ουρανόν, άνθρωπον και Θεόν· είναι η λήξις της ανταρσίας, το τέλος της επαναστάσεως του πλάσματος προς τον Πλάστην.
Αυτήν την ειρήνην ήλθε κομίζων εις τον κόσμον ο Υιός του Θεού. Και έκτοτε πας ο πιστεύων εις Ιησούν Χριστόν Σαρκωθέντα, Σταυρωθέντα, και Αναστάντα, έχει πλέον φίλον τον Θεόν, ευρίσκεται εις κοινωνίαν υιικήν προς Αυτόν. Δεν είναι πλέον αντάρτης, δεν είναι αποστάτης, δεν είναι εχθρός του Θεού. Συνεφιλιώθη και «αποκατηλλάγη» προς Αυτόν δια του Αιωνίου Μεσίτου Κυρίου Ιησού Χριστού.
Η διά της παραβάσεως του Αδάμ κατάστασις ανταρσίας και εχθρότητος προς τον Θεόν ανήκει πλέον εις το παρελθόν και αποτελεί, διά τον πιστόν άνθρωπον, απλήν πικράν ανάμνησιν. Από της εποχής του Κυρίου και δυνάμει της Σταυρικής Αυτού Θυσίας, εισήλθεν ο άνθρωπος εις νέαν περίοδον, εις νέαν κατάστασιν· εις κατάστασιν Χάριτος, Φιλίας, Υιοθεσίας. Αι περί ειρήνης υποσχέσεις του Ευαγγελίου εις αυτήν την ειρήνην αναφέρονται και ουχί εις την εξωτερικήν ειρήνην.
«Ειρήνην αφίημι υμίν», έλεγεν ο Κύριος προς τους Αποστόλους,«ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν». Και ίνα τονίσει ότι η ειρήνη αυτή είναι άλλου είδους ειρήνη, συμπληροί: «Ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν, εγώ δίδωμι υμίν» (Ιωάν. ιδ’ 27). Και αλλαχού ομιλών περί της εξωτερικής ειρήνης, λέγει ότι δεν κομίζει τοιαύτην ειρήνην.
Απεναντίας προβλέπει ότι η εις Αυτόν πίστις θα αποβεί αιτία διαστάσεων και πολέμων μεταξύ των ανθρώπων. Οι άπιστοι θα διώκωσι τους πιστούς του Ιησού και ούτως οι πόλεμοι όχι μόνον δεν θα ελαττωθώσιν, αλλά θα αυξηθώσιν, εφόσον εις τους υπάρχοντας θα προστεθεί και ο κατά της νέας πίστεως.
«Μη νομίσητε», λέγει, «ότι ήλθον βαλείν ειρήνην, αλλά μάχαιραν. Ήλθον γαρ διχάσαι άνθρωπον κατά του πατρός αυτού και θυγατέρα κατά της μητρός αυτής και νύμφην κατά της πενθεράς αυτής» (Ματθ. ι’ 34-35).
Πριν δε οδηγηθεί εκουσίως εις τον Γολγοθάν, ίνα πιεί φρικτού θανάτου ποτήριον, παρείχεν εις τους Αποστόλους την εσωτερικήν ειρήνην, ήτις δεν θα επηρεάζετο υπό των μυρίων εξωτερικών θλίψεων και διωγμών. Παρά πάντα ταύτα θα υπήρχεν, ακριβώς διότι ήτο εσωτερική:
«Ταύτα λελάληκα υμίν ίνα εν εμοί ειρήνην έχητε. Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε· αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωαν. ιστ’ 33). Εχαρίζετο εις τους Αποστόλους ειρήνην, καίτοι εγνώριζεν ότι επώδυνοι θάνατοι ανέμενον αυτούς, καίτοι ρητώς έλεγεν ότι απέστειλεν αυτούς ως «πρόβατα εν μέσω λύκων» (Ματθ. ι’ 16). Ήτο δυνατόν λοιπόν να παρέχει εξωτερικήν ειρήνην; Αναμφιβόλως όχι!
Και ο θείος Παύλος αυτής της εσωτερικής, της προς τον Θεόν ειρήνης είναι κήρυξ και απόστολος. «Δικαιωθέντες ούν εκ πίστεως, ειρήνην έχομεν προς τον Θεόν διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού» γράφει προς Ρωμαίους (ε’ 1). Γράφων δε προς Εφεσίους, λέγει ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι «η ειρήνη ημών», είναι ο τους ανθρώπους «αποκαταλλάξας τω Θεώ» διά του σταυρού, ός έλθών, «ευηγγελίσατο ειρήνην…, ότι δι’ αυτού έχομεν την προσαγωγήν… προς τον πατέρα» (Εφεσ. β’ 14-18).
Συμπέρασμα: Η ειρήνη του Αγγελικού Ύμνου είναι ειρήνη του ανθρώπου προς τον Θεόν και ουχί εξωτερική. Η ειρήνη αυτή επεκράτησεν όντως «επί γης», εφόσον πλέον αυτή συνεφιλιώθη προς τον ουρανόν δια της μέχρι Σταυρού ταπεινώσεως του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Περιττόν βεβαίως να λεχθεί ότι ο έχων «ειρήνην προς τον Θεόν» άνθρωπος, είναι ειρηνικός και προς τους έξω. Πάντας αγαπά, ουδένα μισεί. Μόνος αυτός δύναται να λέγει το «και μετά των μισούντων την ειρήνην ήμην ειρηνικός» (Ψαλμ. 119,6). Αγαπά και ευεργετεί και αυτούς ακόμα τους εχθρούς του. Η εσωτερική ειρήνη είναι προϋπόθεσις της εξωτερικής. 
Και η εξωτερική είναι όχι απλώς ανεπίτευκτος, αλλά αδιανόητος άνευ της εσωτερικής. Η δε τραγωδία της συγχρόνου εποχής εις τούτο ακριβώς έγκειται: Ενώ εκήρυξε τον πόλεμον κατά του Θεού, επιζητεί εναγωνίως την ειρήνην μεταξύ των ανθρώπων. Ενώ αδιαφορεί παντελώς δια την εσωτερικήν ειρήνην, επιδιώκει κραυγαλέως την εξωτερικήν. Εκριζοί το δένδρον και αναμένει καρπούς, κρημνίζει την οικίαν και αναζητεί θαλπωρήν, απομακρύνεται εκ του ηλίου και θέλει φώς!…
Ανέκαθεν η ειρήνη, «το γλυκύ πράγμα και όνομα», ήτο «ποθούμενη τοις πάσιν ανθρώποις» (Εσθ. γ΄, 12α). Ουδεμία όμως εποχή είχε τόσον πόθον, τόσην δίψαν ειρήνης, όσον και όσην η εποχή μας. Θα επιτύχει λοιπόν αυτή όπου όλαι οι άλλαι εποχαί απέτυχαν οικτρώς; Θα κατορθώσει δηλαδή να οικοδομήσει την ειρήνην άνευ Θεού; Θα καταργήσει τους φρικαλέους σημερινούς εξοπλισμούς; Θα καταστήσει τους πολέμους μακρινήν ιστορικήν ανάμνησιν; Με βοηθόν ποίον; Την Επιστήμην; Την Τεχνολογίαν; Τον Ανθρωπισμόν; Τη Φιλοσοφίαν; Τα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά συστήματα;
Αλλά εκ του βάθους των αιώνων ακούεται σαφής και κατηγορηματική η συγκλονιστική προειδοποίησις, ης την αξίαν και την αλήθειαν επιβεβαιοί φευ! η πικρότατη πείρα των διαρρευσασών έκτοτε τριών σχεδόν χιλιετιών «εάν θέλητε και εισηκούσητέ μου, τα αγαθά της γης φάγεσθαι· εάν δε μη θέλητε, μηδέ εισακούσητέ μου, μάχαιραν υμάς κατέδεται· το γαρ στόμα Κυρίου ελάλησε ταύτα» (Ησ. α΄19-20). Εάν η «μάχαιρα» θα είναι η γνωστή και συνήθης ή άλλη τις, νέας κατασκευής, προϊόν εργοστασίων πυρηνικής ενέργειας, τούτο μικράν σημασίαν έχει….
«Κύριε ο Θεός ημών, ειρήνην δος ημίν, πάντα γαρ απέδωκας ημίν, Κύριε ο Θεός ημών, κτήσαι ημάς…» (Ησ. κστ’ 12-13).

του †Αρχ. Επιφανίου Θεοδωροπούλου
«ΚΟΙΝΩΝΙΑ» φύλλον Οκτωβρίου – Δεκεμβρίου 1984
https://inpantanassis.blogspot.com/

Άναψε την ψυχή με την προσευχή




Πίστεψέ με, δεν έχει τόσο την ικανότητα να καθαρίζει τη σκουριά η φωτιά, όσο η νυχτερινή προσευχή τη σκουριά των αμαρτιών μας.
Ας ντραπούμε, αν όχι κανέναν άλλον, τους νυκτερινούς φύλακες. Εκείνοι περιέρχονται τους δρόμους για τον ανθρώπινο νόμο, φωνάζοντας δυνατά μέσα στην παγωνιά και περπατώντας μέσα από τα στενά, και πολλές φορές βρέχονται και παγώνουν για σένα και την σωτηρία σου και για τη φύλαξη των χρημάτων σου.
Εκείνος για τα χρήματα σου παίρνει τόσα προνοητικά μέτρα, ενώ εσύ ούτε για τη δική σου ψυχή;
Και μάλιστα εγώ δεν σε αναγκάζω να περιφέρεσαι έξω στο ύπαιθρο όπως εκείνος, ούτε να πιέζεσαι φωνάζοντας δυνατά, αλλά μένοντας μέσα σ’ έναν απόμερο χώρο, στο ίδιο το δωμάτιο σου, γονάτισε, παρακάλεσε τον Δεσπότη.
Γιατί αυτός ο ίδιος ο Δεσπότης διανυκτέρευσε πάνω στο όρος των Ελαιών;…
Όχι για να γίνει πρότυπο για μας; Τότε αναπνέουν τα φυτά, τη νύχτα εννοώ· τότε και η ψυχή, ακόμη περισσότερο απ’ αυτά, δέχεται τη δροσιά.
Αυτά τα οποία ο ήλιος της ημέρας τα ξήρανε, αυτά τη νύχτα δροσίζονται.
Αποτελεσματικότερα από κάθε δροσιά είναι τα δάκρυα που χύνονται εναντίον των επιθυμιών και κάθε φλογώσεως και καύσωνα και δεν αφήνουν να πάθουμε κανένα κακό.
Αν δεν απολαύσει (η ψυχή) αυτή τη δροσιά, την ημέρα θα ξεραθεί εντελώς…
Αλλά όχι, να μη συμβεί κανένας από μας να τροφοδοτήσει εκείνη τη φωτιά, αλλά αφού δροσιστούμε και απολαύσουμε τη φιλανθρωπία του Θεού, έτσι όλοι να ελευθερωθούμε από το φορτίο των αμαρτιών μας με τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
«Ο Θεός έχει αυτό το «χούι»: το μεσονύκτιο να μιλάει στον άνθρωπο…» ~ Αρχιμ. Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου
Ο Θεός δεν νοιάζεται για τον τόπο. Ζητάει μόνο θερμότητα καρδιάς και αγνότητα ψυχής. Να, και ο απόστολος Παύλος προσευχήθηκε όχι σε ναό όρθιος ή γονατιστός, αλλά μέσα σε φυλακή πεσμένος ανάσκελα, καθώς τα πόδια του ήταν σφιγμένα στην ξυλοπέδη.
Επειδή, όμως, προσευχήθηκε με θέρμη, αν και πεσμένος, και τη φυλακή έσεισε και τα θεμέλια σάλεψε και το δεσμοφύλακα τράβηξε στην αληθινή πίστη μαζί με όλη την οικογένειά του (Πράξ. 16:25-35).
Ο άρρωστος Εζεκίας ούτε όρθιος ούτε γονατιστός, αλλά πεσμένος στο κρεβάτι παρακάλεσε για τη θεραπεία του το Θεό, που με τον προφήτη Ησαΐα του είχε προαναγγείλει το θάνατο του.
Και κατόρθωσε με την καθαρότητα και τη θερμότητα της καρδιάς του να μεταβάλει τη θεϊκή απόφαση (Δ’ Βασ. 20:1-6).
Ο ληστής, πάλι, καρφωμένος πάνω στο σταυρό, με λίγα λόγια κέρδισε τη βασιλεία των ουρανών (Λουκ. 23:42-43).
Και ο Ιερεμίας μέσα στο λάκκο με τη λάσπη (Ιερ. 45:6) και ο Δανιήλ μέσα στο λάκκο με τα θηρία (Δαν. 6:16) και ο Ιωνάς μέσα στην κοιλιά του κήτους (Ιων. 2:1-2), όταν προσευχήθηκαν θερμά, απομάκρυναν τις συμφορές, που τους είχαν βρει, και βοηθήθηκαν από το Θεό.
«Και τι θα λέω, όταν προσεύχομαι;», θα με ρωτήσεις. Θα λες ό,τι και η Χαναναία του Ευαγγελίου. «Ελέησέ με, Κύριε!», παρακαλούσε εκείνη. «Η θυγατέρα μου βασανίζεται από δαιμόνιο» (Ματθ. 15:22). «Ελέησέ με, Κύριε!», θα παρακαλάς κι εσύ.
«Η ψυχή μου βασανίζεται από δαιμόνιο». Γιατί η αμαρτία είναι μεγάλος δαίμονας. Ο δαιμονισμένος ελεείται, ενώ ο αμαρτωλός αποδοκιμάζεται. «Ελέησέ με!».
Μικρή είναι η φράση. Και όμως, γίνεται πέλαγος φιλανθρωπίας, καθώς, όπου υπάρχει έλεος, εκεί υπάρχουν όλα τα αγαθά. Και όταν βρίσκεσαι έξω από την εκκλησία, φώναζε μυστικά: «Ελέησέ με!».
Φώναζε με τη σκέψη σου, χωρίς να κινείς τα χείλη σου. Γιατί ο Θεός μας ακούει και όταν σωπαίνουμε. Δεν απαιτείται τόσο ο τόπος, όσο ο τρόπος προσευχής. Και στο λουτρό αν είσαι, να προσεύχεσαι.
Όπου κι αν είσαι, να προσεύχεσαι. Όλη η κτίση είναι ναός του Θεού. Εσύ ο ίδιος είσαι ναός του Θεού, και ψάχνεις τόπο για να προσευχηθείς;…

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος
https://inpantanassis.blogspot.com/

Η ΟΣΙΑ ΜΗΤΗΡ ΗΜΩΝ ΜΕΛΑΝΗ Η ΡΩΜΑΙΑ



«Η οσία Μελάνη έζησε επί της βασιλείας του Ονωρίου και καταγόταν από ένδοξο και λαμπρό γένος. Επειδή αγάπησε με όλη την ψυχή της τον Κύριο, θέλησε να ζήσει παρθενικό βίο. Οι γονείς της όμως την πίεσαν και παρά τη θέλησή της την οδήγησαν σε γάμο, από τον οποίο έκανε δύο παιδιά. Έπειτα οι γονείς της και τα παιδιά της έτυχε να φύγουν από τη ζωή αυτή, οπότε η αγία άφησε την Πόλη και πήγε να ζήσει σε προάστιο. Εκεί ασχολείτο πια με τη φιλοξενία των ξένων που έρχονταν, και με τις επισκέψεις της στους φυλακισμένους και τους εξόριστους. Μετά από αυτά, αφού πούλησε την περιουσία της που ήταν μεγάλη και μάζεψε δώδεκα μυριάδες χρυσού,  έδινε χρήματα  στα Μοναστήρια και στις Εκκλησίες, ενώ η ίδια έτρωγε ανά δύο ημέρες, έπειτα ανά πέντε, ώστε τελικά να τρώει μόνον κατά το Σάββατο και την Κυριακή. Από την άλλη είχε το χάρισμα να γράφει έντεχνα και με ευφυή τρόπο. Έζησε και στην Αφρική  για επτά χρόνια κι αφού σκόρπισε τον πολύ πλούτο της, έφθασε στην Αλεξάνδρεια. Από εκεί πήγε στα Ιεροσόλυμα, όπου έγινε έγκλειστη σε κελί. Μάζεψε κοντά της και ενενήντα παρθένους, που  παρείχε σ’ αυτές διαρκώς όλα τα αναγκαία για τη ζωή τους. Κάποια στιγμή την έπιασε ξαφνικά πόνος στον πλευρό και αρρώστησε βαριά. Προσκάλεσε τότε τον επίσκοπο Ελευθερουπόλεως και δέχτηκε από αυτόν τη θεία μετάληψη. Κι αφού  μάζεψε όλες τις αδελφές, άφησε αυτήν τη φωνή σαν τελευταίο λόγο της: «Όπως φάνηκε καλό στον Κύριο, έτσι και έγινε». Κι αμέσως παρέδωσε το πνεύμα της στον Κύριο».
Μέσα στις ανεξερεύνητες βουλές Του ο Θεός θέλησε να ικανοποιήσει τελικώς την αρχική επιθυμία της οσίας Μελάνης: να αφιερωθεί πλήρως στον Κύριο. Κι όχι μόνον αυτό: η οσία έγινε ο ελκτικός πόλος για να συναχτούν γύρω της και πάρα πολλές κοπέλες που επιθυμούσαν επίσης την πλήρη αφιέρωση διά του παρθενικού βίου, ώστε να δοξολογούν διαρκώς ως άγγελοι το άγιο όνομα Εκείνου.   Ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος  επισημαίνει μεν  τη διάσταση αυτή του έργου της, αλλά σημειώνει και την προϋπόθεση: μπόρεσε η αγία να ανοικοδομήσει ιερό μοναστήρι για τις παρθένους, αφού όμως η ίδια είχε καταστήσει τον εαυτό της ναό της υπερθέου Τριάδος, κατοικητήριο του Θεού. «Ναόν την καρδίαν και το σώμα Τριάδος της υπερθέου εκτελέσας, θείους ανεδόμησας οίκους, αξιάγαστε∙ εν οις Παρθένων τάγματα και Μοναζόντων χορούς συνήθροισας υμνούντας συμφώνως και δοξολογούντας Χριστόν εις τους αιώνας» (Έκανες την καρδιά και το σώμα σου ναό της υπερθέου αγίας Τριάδος, αξιάγαστη Μελάνη,  και έτσι οικοδόμησες θεϊκούς οίκους. Σ’ αυτούς συνάθροισες τάγματα παρθένων και χορούς μοναζόντων, που με σύμφωνη γνώμη υμνούν και δοξολογούν τον Χριστό στους αιώνες). Κι είναι προφανές: κανείς δεν μπορεί να φέρει κοντά του και πολύ περισσότερο να κρατήσει στη συνέχεια νέους ανθρώπους, άνδρες ή γυναίκες, και μάλιστα με σκοπό την με αδιάκοπη βία κατά του εαυτού τους δοξολογία του Θεού, αν ο ίδιος δεν έχει γεμίσει από τη χάρη του Θεού, η οποία αυτή κατεξοχήν λειτουργεί ως μαγνήτης των ανθρώπων.
Ο άγιος Θεοφάνης επιμένει ιδιαίτερα στον πνευματικό αγώνα της οσίας Μελάνης. Αν έφτασε σε τόσο μεγάλο πνευματικό ύψος η οσία, αν κατέστησε τον εαυτό της άξιο κατοικητήριο του ίδιου του Θεού, είναι διότι πρώτον, ασκήθηκε στις βασικές αρετές του κάθε αφιερωμένου στον Θεό ανθρώπου, δηλαδή τη φρόνηση, την ανδρεία, τη σωφροσύνη και τη θεία δικαιοσύνη, με τις οποίες τα πάθη της αμαρτίας μεταστρέφονται και γίνονται ένθεα πάθη – «Φρονήσει, ανδρεία, σωφροσύνη, και θεία δικαιοσύνη διαλάμπουσα, έσχες ανυψούσάν σε ύψος προς ουράνιον, υψοποιόν ταπείνωσιν, δι’ ης κατέβαλες, οσία, τον μεγάλαυχον όφιν» (Έλαμψες με τη φρόνησή σου, την ανδρεία, τη σωφροσύνη και τη θεία δικαιοσύνη, γι’ αυτό και είχες την υψοποιό ταπείνωση να σε ανυψώνει προς το ουράνιο ύψος. Με αυτήν την ταπείνωση νίκησες, οσία, τον υπερήφανο διάβολο)∙ και δεύτερον, εκτός από τις ασκητικές αρετές έλαμψε κυρίως σ’ αυτό που αποτελεί σκοπό και των αρετών αυτών: την αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Η οσία υπήρξε ελεήμων καρδία, τόσο που όλη τη μεγάλη περιουσία της την διέθεσε στους πτωχούς και αναγκεμένους συνανθρώπους της. Κι ίσως ο Θεός γι’ αυτό θέλησε να έχει επίγειο πλούτο: για να γίνει όργανο προσφοράς του προς τον συνάνθρωπο. «Ελέω τον έλεον εκτήσω∙ εσκόρπισας έδωκας τοις πένησιν∙ η δικαιοσύνη σου μένει αιωνίζουσα, και το εκ ταύτης κέρδος σοι μη παλαιούμενον, Μελάνη θεοφόρε οσία» (Με το έλεός σου απέκτησες το έλεος του Θεού. Σκόρπισες, έδωσες στους φτωχούς, γι’ αυτό και η δικαιοσύνη σου μένει στους αιώνες, όπως και το κέρδος σου από αυτήν τη δικαιοσύνη δεν παλιώνει, Μελάνη θεοφόρε οσία).
Πράγματι: δεν υπάρχει άλλος δρόμος που εκβάλλει πιο εύκολα και άνετα στη Βασιλεία του Θεού από τα δύο αυτά: την ασκητική δι’ εγκρατείας διαγωγή και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο. Και σημειώνει ο υμνογράφος τα δύο αυτά, διότι το ένα αποτελεί προϋπόθεση του άλλου: κανείς δεν μπορεί να ζήσει σωστά την αγάπη, να έχει αληθινό έλεος προς τον συνάνθρωπό του - συνεπώς να μπορεί να κατοικήσει μέσα του ο Θεός που είναι αγάπη – αν με τη ζωή της εγκράτειας και της άσκησης δεν εξαλείψει το κεντρικό εμπόδιό της, τον εγωισμό. Η ασκητική ζωή της εγκρατείας ισοπεδώνει το εγωιστικό αμαρτωλό φρόνημα και ανοίγει τον άνθρωπο στην ελευθερία της αγάπης προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο. Κι αυτό συνιστά τον Παράδεισο ήδη από τη ζωή αυτή. Όπως το λέει και ο άγιος Θεοφάνης: «Τας αμόρφους τέλεον ιδέας των παθών εκ ψυχής ξέσασα, σεμνή, εγκρατείας χρώμασι, διεζωγράφησας εν αυτή απάθειαν και αγάπην ανυπόκριτον» (Αφού έξυσες, σεμνή, από την ψυχή εντελώς τις άμορφες ιδέες των παθών, ζωγράφισες σ’ αυτήν με τα χρώματα της εγκράτειας την απάθεια και την ανυπόκριτη αγάπη).

https://pgdorbas.blogspot.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Ι´ 1 - 18
1 Σκιὰν γὰρ ἔχων ὁ νόμος τῶν μελλόντων ἀγαθῶν, οὐκ αὐτὴν τὴν εἰκόνα τῶν πραγμάτων, κατ’ ἐνιαυτὸν ταῖς αὐταῖς θυσίαις ἃς προσφέρουσιν εἰς τὸ διηνεκὲς, οὐδέποτε δύναται τοὺς προσερχομένους τελειῶσαι· 2 ἐπεὶ οὐκ ἂν ἐπαύσαντο προσφερόμεναι, διὰ τὸ μηδεμίαν ἔχειν ἔτι συνείδησιν ἁμαρτιῶν τοὺς λατρεύοντας, ἅπαξ κεκαθαρμένους; 3 ἀλλ’ ἐν αὐταῖς ἀνάμνησις ἁμαρτιῶν κατ’ ἐνιαυτόν· 4 ἀδύνατον γὰρ αἷμα ταύρων καὶ τράγων ἀφαιρεῖν ἁμαρτίας. 5 Διὸ εἰσερχόμενος εἰς τὸν κόσμον λέγει· θυσίαν καὶ προσφορὰν οὐκ ἠθέλησας, σῶμα δὲ κατηρτίσω μοι· 6 ὁλοκαυτώματα καὶ περὶ ἁμαρτίας οὐκ εὐδόκησας· 7 τότε εἶπον· ἰδοὺ ἥκω, ἐν κεφαλίδι βιβλίου γέγραπται περὶ ἐμοῦ, τοῦ ποιῆσαι, ὁ Θεός, τὸ θέλημά σου. 8 ἀνώτερον λέγων ὅτι θυσίαν καὶ προσφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα καὶ περὶ ἁμαρτίας οὐκ ἠθέλησας οὐδὲ εὐδόκησας, αἵτινες κατὰ τὸν νόμον προσφέρονται, 9 τότε εἴρηκεν· ἰδοὺ ἥκω τοῦ ποιῆσαι, ὁ Θεός, τὸ θέλημά σου. ἀναιρεῖ τὸ πρῶτον ἵνα τὸ δεύτερον στήσῃ. 10 ἐν ᾧ θελήματι ἡγιασμένοι ἐσμὲν διὰ τῆς προσφορᾶς τοῦ σώματος Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐφάπαξ. 11 Καὶ πᾶς μὲν ἱερεὺς ἕστηκε καθ’ ἡμέραν λειτουργῶν καὶ τὰς αὐτὰς πολλάκις προσφέρων θυσίας, αἵτινες οὐδέποτε δύνανται περιελεῖν ἁμαρτίας· 12 αὐτὸς δὲ μίαν ὑπὲρ ἁμαρτιῶν προσενέγκας θυσίαν εἰς τὸ διηνεκὲς ἐκάθισεν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ, 13 τὸ λοιπὸν ἐκδεχόμενος ἕως τεθῶσιν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ. 14 μιᾷ γὰρ προσφορᾷ τετελείωκεν εἰς τὸ διηνεκὲς τοὺς ἁγιαζομένους. 15 Μαρτυρεῖ δὲ ἡμῖν καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον· μετὰ γὰρ τὸ προειρηκέναι, 16 αὕτη ἡ διαθήκη ἣν διαθήσομαι πρὸς αὐτοὺς μετὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, λέγει Κύριος· διδοὺς νόμους μου ἐπὶ καρδίας αὐτῶν, καὶ ἐπὶ τῶν διανοιῶν αὐτῶν ἐπιγράψω αὐτούς, 17 καὶ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν καὶ τῶν ἀνομιῶν αὐτῶν οὐ μὴ μνησθῶ ἔτι. 18 Ὅπου δὲ ἄφεσις τούτων, οὐκέτι προσφορὰ περὶ ἁμαρτίας.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Ι´ 1 - 18
1 Πράγματι δὲ αἱ θυσίαι τῆς Π. Διαθήκης ἦσαν ἀνεπαρκεῖς νὰ παράσχουν τὴν ἄφεσιν. Διότι ὁ νόμος περιεῖχε μὲν κάποιαν ἀσθενῆ σκιὰν τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ μᾶς δοθοῦν ἀπὸ τὸν Χριστόν, δὲν εἶχεν ὅμως σαφῆ καὶ πλήρη ἀναπαράστασιν τῶν οὐρανίων πραγμάτων. Καὶ δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ μὲ τὰς ἰδίας θυσίας, ποὺ κάθε χρόνον προσφέρουν συνεχῶς οἱ ἱερεῖς καὶ ἀρχιερεῖς του νὰ κάμῃ τελείους αὐτούς, ποὺ πλησιάζουν μὲ τὰς θυσίας αὐτὰς εἰς τὸ θυσιαστήριον. 2 Διότι, ἐὰν αἱ θυσίαι αὐταὶ εἶχαν τὴν δύναμιν νὰ τελειοποιήσουν τοὺς ἀνθρώπους, δὲν θὰ ἔπαυαν νὰ προσφέρωνται, ἀφοῦ πλέον οἰ λατρεύοντες δὲν θὰ εἶχαν συνείδησιν, ὅτι εἶναι ἁμαρτωλοί, μιὰ φορὰ ποὺ θὰ εἶχαν καθαρισθῆ μὲ τὰς θυσίας αὐτὰς ἀπὸ τὴν ἐνοχήν των; Βεβαίως θὰ ἔπαυαν. 3 Ἀλλ’ ὅμως δὲν ἔπαυσαν. Καὶ εἰς τὰς θυσίας αὐτὰς γίνεται κάθε χρόνον ἀνάμνησις τῶν ἁμαρτιῶν των εἰς ἐκείνους, ποὺ τὰς προσφέρουν καὶ τοὺς ὑπενθυμίζεται διαρκῶς, ὅτι εἶναι ἔνοχοι. 4 Χρησιμεύουν δὲ μόνον ὡς ἀνάμνησις τῶν ἁμαρτιῶν αἱ θυσίαι αὐταί, διότι εἶναι ἀδύνατον τὸ αἷμα τῶν ταύρων καὶ τῶν τράγων, ποὺ θυσιάζονται εἰς αὐτάς, νὰ ἀφαιρῇ ἁμαρτίας. 5 Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Κύριος, ὅταν διὰ τῆς ἐνανθρωπήσεώς του εἰσήρχετο εἰς τὸν κόσμον ὡς ἄνθρωπος, εἶπε διὰ τοῦ Δαβὶδ πρὸς τὸν Πατέρα του· θυσίαν καὶ προσφοράν, σὰν αὐτὰς ποὺ προσφέρονται σύμφωνα μὲ τὸν Μωσαϊκὸν νόμον, δὲν ἠθέλησες, ἀλλὰ μοῦ ἐτοίμασες σῶμα, διὰ νὰ σοῦ τὸ προσφέρω ὡς θυσίαν εὐάρεστον. 6 Δὲν σοῦ ἄρεσαν θυσίαι, ποὺ καίονται ὁλόκληροι εἰς τὸ θυσιαστήριον, οὔτε θυσίαι ποὺ προσφέρονται περὶ ἁμαρτίας πρὸς συγχώρησίν της. 7 Τότε εἶπον· Ἰδού, ἦλθα. (Εἰς τὸν ρόλον τοῦ χειρογράφου τῆς Π. Διαθήκης ἔχει γραφῆ δι’ ἐμὲ προφητικῶς). Ἦλθα, ὦ Θεέ, διὰ νὰ κάμω τὸ θέλημά σου. 8 Ἀφοῦ λέγει παραπάνω, ὅτι θυσίαν καὶ προσφορὰν καὶ ὁλοκαυτώματα καὶ περὶ ἁμαρτίας δὲν ἠθέλησας, οὔτε εὐηρεστήθης εἰς αὐτὰς τὰς θυσίας, αἱ ὁποῖαι σύμφωνα μὲ τὸν Μωσαϊκὸν νόμον προσφέρονται, 9 τότε εἶπεν· Ἰδοὺ ἔρχομαι, ὦ Θεέ, διὰ νὰ κάμω τὸ θέλημά σου. Καταργεῖ τὸ πρῶτον μέρος τοῦ χωρίου, ποὺ ὁμιλεῖ διὰ τὰς θυσίας, διὰ νὰ δώσῃ κῦρος καὶ βεβαιώσῃ τὸ δεύτερον, ποὺ ὁμιλεῖ διὰ τὴν θυσίαν, ποὺ θὰ προσέφερεν ὁ Χριστός. 10 Μὲ αὐτὸ δέ, ποὺ ἠθέλησε καὶ εὐηρεστήθη ὁ Θεός, εἴμεθα ἁγιασμένοι διὰ μέσου τῆς προσφορᾶς καὶ θυσίας τοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία θυσία ἔγινε μίαν φορὰν γιὰ πάντα. 11 Καὶ καθένας μὲν ἱερεὺς τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου στέκεται ἐμπρὸς εἰς τὸ θυσιαστήριον καὶ κάθε ἡμέραν λειτουργεῖ καὶ προσφέρει πολλὰς φορὰς τὰς ἰδίας θυσίας, αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε δύνανται νὰ ἀφαιρέσουν ἁμαρτίας. 12 Αὐτὸς ὅμως ὁ Ἰησοῦς, ἀφοῦ ἐπρόσφερε μίαν θυσίαν διὰ τὴν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ κόσμου, ἐκάθησε παντοτινὰ εἰς τὰ δεξιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ἔχει πλέον ἀνάγκην νὰ προσφέρῃ ἄλλην θυσίαν. 13 Καὶ εἰς τὸ ἑξῆς περιμένει, ἕως ὅτου τεθοῦν οἱ ἐχθροί του ὑποπόδιον τῶν ποδῶν του καὶ κατανικηθοῦν τελειωτικά. 14 Ἐκάθησε δὲ καὶ ἔπαυσε νὰ θυσιάζῃ, διότι μὲ μίαν προσφορὰν καὶ θυσίαν ἔκαμε γιὰ πάντα τελείους ἐκείνους, ποὺ μὲ τὴν θυσίαν του αὐτὴν ἁγιάζονται. 15 Ὅτι δὲ αὐτά, ποὺ σᾶς γράφω, εἶναι ἀληθῆ, μᾶς τὸ μαρτυρεῖ καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Διότι ἀφοῦ προηγουμένως εἶπεν· 16 Αὐτὴ εἶναι ἡ διαθήκη, τὴν ὁποίαν θὰ συνάψω πρὸς αὐτοὺς ὕστερον ἀπὸ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, λέγει Κύριος· θὰ δώσω τοὺς νόμους μου εἰς τὰς καρδίας των καὶ θὰ τοὺς γράψω εἰς τὰς διανοίας των, ὥστε νὰ μὴ τοὺς λησμονοῦν ποτέ· ἀφοῦ λοιπὸν εἶπε ταῦτα, ὕστερον προσθέτει· 17 Καὶ δὲν θὰ ἐνθυμηθῶ πλέον τὰς ἁμαρτίας των καὶ τὰς ἀνομίας των. 18 Ὅπου δὲ ὑπάρχει ἄφεσις ἁμαρτίων, ἐκεῖ πλέον δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ προσφέρεται θυσία περὶ ἁμαρτίας.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Δεν πρέ­πει να ξε­χνού­με ότι ο Χρι­στός μπο­ρεί ακό­μη και αυτά που δεν θε­ρα­πεύ­ον­ται από για­τρούς να τα θε­ρα­πεύ­ση, αλλά πρέ­πει να υπάρ­χη σο­βα­ρός λό­γος και ο πι­στός να εί­ναι πολύ πι­στός και πολύ δο­σμέ­νος στον Χρι­στό.

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2025

Ο Χριστός είπε ότι με το μέτρο που μετράς τους άλλους θα μετρηθείς κι εσύ.




  Ο Χριστός είπε ότι με το μέτρο που μετράς τους άλλους θα μετρηθείς κι εσύ. Όποιος βάζει στο στόμα του τους άλλους και τους χλευάζει για υποκριτές θα κριθεί ως υποκριτής . Αυτό σημαίνει το ρήμα του Χριστού. 
 Επίσης όποιος καταδικάζει τους ενάρετους, τους ηθικούς και τους θρησκευόμενους, καλά θα κάνει να καλλιεργήσει ένα είδος αρετής, ηθους ή λατρείας, που να μπορεί να στηρίξει το οποιο προβάδισμα νομίζει ότι έχει στην κριτική και την κατάταξη των συνανθρώπων του. Αλλιώς δεν μπορώ να καταλάβω από ποια θέση μοιράζει ποιοτητες και βαθμίδες στους άλλους.Γεμίσαμε μικροθεούς και σουπερμαν. 
 Εν τέλει όποιος νομίζει ότι είναι καλούλης, εναλλακτικούλης και δίκαιος θα βρεθεί με το παλούκι στο μάτι ,ενω ψαχνει το σκουπιδακι στους άλλους. Και αυτό ο Χριστός το ειπε. 
Τέλος, δεν μπορείς να λες ότι αγαπας τον Χριστό αλλά όχι τους Χριστιανούς. Ζεις τεράστιο ψέμα. Και αυτό το είπε ο Χριστός. Όποιος αγαπάει τον Χριστο παιρνει πακετο και τους Χριστιανούς. Όπως είναι. Ατόφιους με ψεγάδια και πάθη.Αλλιώς ψευδεται και ζει απατηλές καταστάσεις.Και αυτό επίσης, ειναι λόγος του Χριστου.

π.Παντελεήμων Κρούσκος
https://proskynitis.blogspot.com/

Μια παράδοξη συνύπαρξη χαράς, ελπίδος και πόνου...




 Βρισκόμαστε τώρα μπροστά σ' έναν αδιόρατο κίνδυνο: Να βάλουμε σε γιορτινές κορνίζες τις συνταρακτικές αλή­θειες ζωής, που αποκαλύπτει το χριστιανικό ευαγγέλιο, να μετατρέψουμε το ορόσημο για τη λύ­τρωση του ανθρωπίνου γένους, τη Γέννηση του Σωτήρος, σε γραφική εορτή μιας καταναλω­τικής κοινωνίας, όπου ανταλλάσσουμε μηχανικά αόριστες ευχές.
  Μια χαρούμενη αποδοχή τού χριστουγεννιάτικου μηνύματος δεν οδηγεί σε κάποια μεταφυσική φυγή από την άμεση, σκληρή πραγματικότητα της ζωής μας. Τα ευαγγελικά αναγνώσματα της εορτής δεν περιγράφουν μόνο τη δοξολογική συμμετοχή των αγγέλων, τη λατρευτική προσκύνηση των ποιμένων και των μάγων. Παράλληλα καταγράφουν την παγερή αδιαφορία του περιβάλλοντος, το ανυποψίαστο της κοινωνίας μέσα στην οποία γεννιέται ο Χριστός, η μοναδική ελπίδα του κόσμου. Αποκαλύπτουν μια παράδοξη συνύπαρξη χαράς, ελπίδος και πόνου. Δεν μιλούν μόνο για ειρήνη, αλλά και για την αμείλικτη δίωξη, που αρχίζει εναντίον του Ειρηνοποιού από τα νηπιακά του χρόνια.
 Η αλλοπρόσαλλη μορφή του Ηρώδη, με τις παρανοϊκές φοβίες του και την αδίστακτη σκληρότητά του, παραμένει αιώνιος συμβολισμός της εξουσίας των κατά καιρούς ισχυρών, που επιδιώκει να εξαφανίσει τους ανυπεράσπιστους αθώους. Έτσι το ευαγγελικό «μή φοβείσθε» αποκτά όλη την τραγική ένταση, αλλά και τη λυτρωτική δύναμή του, καθώς είναι στηριγμένο σε ζεύγη αντιθέσεων: 
Το αθώο παιδί μπροστά στην ανώνυμη αδιαφορία και την επώνυμη τυραννία. Ο «Άρχων ειρήνης» αντιμέτωπος με την εγωκεντρική, απάνθρωπη εξουσία.
 Και όλες αυτές οι αντιθέσεις τονίζουν ακόμη περισσότερο το μήνυμα: «Ἰδού γάρ εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαράν μεγάλην». Υπάρχει ελπίδα, ακόμη κι όταν βρισκόμαστε σε σκληρές δοκιμασίες και ζοφερές συνθήκες καταπιέσεων και παρακμής. Τον τελευταίο λόγο στην Ιστορία, την προσωπική, τη συλλογική και την παγκόσμια, δεν τον έχουν οι πονηροί σχεδιασμοί μίσους, εγωισμού, βίας και αδικίας, αλλά η αγάπη του Τριαδικού Θεού, που αποκαλύπτεται με την ενανθρώπηση του θείου Λόγου. Γι’ αυτό δικαιούμεθα να απολαμβάνουμε τη χαρά εν ελπίδι.

+Αναστάσιος (Γιαννουλάτος)Αρχιεπίσκοπος Τιράνων
https://proskynitis.blogspot.com/

ΣΠΗΛΑΙΟ ΚΑΙ σπήλαιο!



«Γεγονότα λῃστῶν με σπήλαιον, Κύριε, ὁ τεχθείς ἐν Σπηλαίῳ, ναόν ἀνάδειξον σοῦ καί τοῦ Πατρός καί θείου σου Πνεύματος, ἵνα σε δοξάζω εἰς πάντας τούς αἰῶνας» (β΄ προεόρτ. κανών Χριστουγέννων, 23ης Δεκεμβρίου).
(Κύριε, Συ που γεννήθηκες σε Σπήλαιο, ανάδειξέ με ναό δικό Σου και του Πατρός και του θείου Σου Πνεύματος, προκειμένου να σε δοξάζω σε όλους τους αιώνες. Κι αυτό γιατί έγινα σπήλαιο ληστών).
Ο μεγάλος άγιος υμνογράφος Ιωσήφ, μιλώντας σε πρώτο ενικό πρόσωπο, που σημαίνει μιλώντας εξ ονόματος όλων των χριστιανών ως στόμα της Εκκλησίας, αναφέρεται στη Γέννηση του Κυρίου ξεκινώντας με το απόλυτο δεδομένο: την πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία. Την αμαρτία που δεν την εκλαμβάνει μ’ έναν γενικό, αφαιρετικό και ιδεαλιστικό τρόπο – κάποτε ο άνθρωπος αμάρτησε και διέγραψε τον Θεό από την οπτική της ζωής του – αλλά με τον μόνο τρόπο που την αποδέχεται η Εκκλησία μας: ως μία πραγματικότητα που κληρονομήσαμε από τους Προπάτορές μας, όχι ως κληρονομημένη ενοχή αλλά ως φθορά που υπέστη η ανθρώπινη φύση – την ζει ο καθένας στο ίδιο το «πετσί» του. Μολύνθηκε δηλαδή το ανθρώπινο δένδρο απαρχής, οπότε και οι καρποί έκτοτε, όλοι οι άνθρωποι και όλη η φύση στους αιώνες, παρουσιάζονται μολυσμένοι. Η χριστιανική πίστη μας δεν τρέφει αυταπάτες ως προς το ποιόν του κάθε ανθρώπου: κάθε άνθρωπος μέσα στο μεγαλείο του ως κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού πλασμένος έρχεται  στον κόσμο «ρέπων επί τα πονηρά επιμελώς εκ νεότητος αυτού» - κάθε άνθρωπος ζει τον θάνατο, πνευματικό και σωματικό, που έφερε η ανταρσία του ανθρώπου απέναντι στον Δημιουργό του. «Διά της αμαρτίας ο θάνατος». Μπορεί να έχει το φως του Χριστού που απαρχής του δώρισε Εκείνος, όμως το φως αυτό είναι πια τόσο ασθενικό, λόγω της σκίασής του από τις διαστροφές των παθών του και την επήρεια του Πονηρού, ώστε δεν μπορεί να τον φωτίσει παρά ελάχιστα – ίσα που να έχει ένα αίσθημα δικαίου και να διψάει για το χαμένο «κέντρο» του.
Κι ήρθε ο Δημιουργός, ο Παντοκράτορας Κύριος, το δεύτερο πρόσωπο του Τριαδικού Θεού, ως άνθρωπος στον κόσμο –το μέγιστο των μυστηρίων: «Θεός εφανερώθη εν σαρκί» - οπότε με την πρόσληψη της ανθρώπινης φύσεως έδωσε και πάλι τη δυνατότητα στον άνθρωπο να φτάσει στον αρχικό προορισμό του: να γίνει κατά χάριν Θεός, «θεώσας το πρόσλημμα»!  Κι αυτό που αδυνατεί να δεχτεί η ανθρώπινη λογική, εκεί που ιλιγγιά ο νους του ανθρώπου: πώς ο αθεώρητος και άναρχος Θεός γίνεται ορατός και λαμβάνει αρχή, γίνεται δυνατό για τον απλούστατο λόγο ότι ο Θεός μας είναι η απόλυτη αγάπη και η απόλυτη ταπείνωση. Χωρίς τα «δεδομένα» αυτά κανείς δεν μπορεί να είναι χριστιανός, κανείς συνεπώς δεν μπορεί να γιορτάσει Χριστούγεννα. «Ούτως ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον ώστε τον Υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων είς αυτόν μη απόληται αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον».
Οπότε κάθε χριστιανός, βαπτισμένος και χρισμένος στο όνομα του Χριστού, «ενδεδυμένος» Εκείνον, διότι «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε», έγινε και διαρκώς γίνεται ναός του Τριαδικού Θεού, του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος – κοινή γαρ η ενέργεια του Θεού μας. Ο Θεός μας δηλαδή λόγω ακριβώς της αγάπης και της ταπείνωσής Του σμικρύνεται και εισέρχεται στα στενά όρια της ύπαρξής μας, το σώμα και την ψυχή μας, στο «σπήλαιο» της καρδιάς μας, δίνοντάς μας όμως έτσι τη δυνατότητα τέτοιας διεύρυνσης και «πλατυσμού», ώστε να μπορούμε να χωράμε εξαιτίας Του τον κόσμο όλο, παγκόσμια και διαχρονικά – το βλέπουμε στην Υπεραγία Θεοτόκο, την «πλατυτέραν των Ουρανών». Και δεν είναι ασφαλώς η δική μας δύναμη - μολονότι έφτιαξε και το σώμα μας για να δεχτεί την «απειρία» Του - αλλά Εκείνος που μας φέρνει σε τέτοιο σημείο που καθιστά και τον άνθρωπο τελικώς ένα μυστήριο. Θυμίζει η αλήθεια αυτή αυτό που σημειώνει η εκκλησιαστική υμνογραφία μας για τον Σταυρό του Κυρίου. «Σταυρός επάγη επί της και ήψατο των Ουρανών, ουχ ως του ξύλου φθάσαντος το ύψος, αλλά Σου του εν αυτώ πληρούντος τα σύμπαντα» (Μπήχτηκε ο Σταυρός πάνω στη γη και άγγιξε τα Ουράνια. Όχι διότι το ξύλο του σταυρού έφτασε το ύψος αυτό, αλλά Εσύ που πάνω σ’ αυτό γεμίζεις με την παρουσία Σου τα σύμπαντα).
Ο άγιος υμνογράφος όμως ενώ ασφαλώς έχει υπ’ όψιν του τις θεολογικές παραπάνω αλήθειες αναφέρεται και στα μετέπειτα της παρουσίας του Κυρίου. Εννοούμε ότι μπορεί ο βαπτισμένος άνθρωπος να αποκαταστάθηκε με τον ερχομό του Θεού ως ανθρώπου, αλλά αν δεν προσέξει και λησμονήσει την άπειρη αυτή δωρεά του Θεού, δυστυχώς χάνει το δώρο, «ξεσκίζοντας» το ένδυμα-Χριστό, γινόμενος και πάλι «σπήλαιον ληστών» λόγω των αμαρτιών που αφήνει να αναπτύσσονται και να εξελίσσονται στην καρδιά του. Συνεπώς η βαθιά προσευχή του αγίου έγκειται και σε τούτο: «σ’ εμένα, Κύριε, που με έκανες ναό Σου, αλλά ξανάγινα σπήλαιο ληστών, δώσε μου μετάνοια ώστε να επανέλθω από εκεί που ξέπεσα. Να γίνω ναό σου εκ νέου, με σκοπό να Σε δοξάζω διαρκώς και ακατάπαυστα». Διότι η όποια δωρεά στον άνθρωπο από τον Κύριο της δόξης αν δεν γίνει αφορμή δοξολογίας προς Εκείνον, δυστυχώς εξαφανίζεται. Χριστιανός σημαίνει άνθρωπος που αέναα, σε όλες τις περιστάσεις του βίου, αγαθές αλλά και θεωρούμενες «κακές», βρίσκεται σε δοξολογική και ευχαριστιακή στάση. Το «δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν» είναι ό,τι τον χαρακτηρίζει, γεγονός που φανερώνει ότι όντως αυτός εορτάζει και τα Χριστούγεννα. 

https://pgdorbas.blogspot.com/

Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΑΝΥΣΙΑ Η ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ



«Η αγία έζησε επί της βασιλείας του Μαξιμιανού. Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και οι γονείς της που ήταν ευσεβείς και πιστοί στον Χριστό, είχαν αρκετή περιουσία. Όταν αυτοί έφυγαν από τη ζωή, η αγία ζούσε μόνη της, ευαρεστώντας τον Θεό με τον βίο και τις πράξεις της. Κάποια φορά που πήγαινε στην Εκκλησία κατά τη συνήθειά της, την σταμάτησε ένας ειδωλολάτρης στρατιώτης, ο οποίος την τραβούσε με τη βία στους βωμούς των ειδώλων  και την προέτρεπε να προσφέρει θυσίες στους δαίμονες. Επειδή όμως η Ανυσία ομολογούσε την πίστη της στον Χριστό, τότε ο στρατιώτης εξοργίστηκε (διότι η αγία μάρτυς φύσηξε και έφτυσε στο πρόσωπό του) και με το ξίφος του διαπέρασε την πλευρά της. Έτσι η αξιοσέβαστη μάρτυς δέχτηκε το μακάριο τέλος».
Η πόλη  της Θεσσαλονίκης καυχάται όχι μόνον για τον πολιούχο της, μεγαλομάρτυρα και μυροβλήτη άγιο Δημήτριο, όχι μόνον για τον δεύτερο πολιούχο της μεγάλο Πατέρα και Οικουμενικό Διδάσκαλο άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, αλλά και για την αγία μάρτυρα Ανυσία, της οποίας το σεπτό λείψανο αναπαύεται στον ναό του αγίου Δημητρίου. Κατά τον άγιο Θεοφάνη μάλιστα τον υμνογράφο, η μεν Θεσσαλονίκη καυχάται για τα σπάργανα και τους άθλους της αγίας, η δε θριαμβεύουσα Εκκλησία έχει το πνεύμα της και χαίρεται γι’ αυτό, που σημαίνει ότι η αγία Ανυσία αποτελεί πηγή χαράς για ολόκληρη την Εκκλησία, και την επί γης και την εν ουρανοίς. «Θεσσαλονικέων η πόλις, σου τοις σπαργάνοις και τοις άθλοις, μάρτυς, εγκαυχάται Παρθένε∙ η Εκκλησία των πρωτοτόκων δε, μετά δικαίων έχει σου πνεύμα το θείον ευφραινόμενον» (Η πόλη των Θεσσαλονικέων, μάρτυς παρθένε, καυχιέται για τα σπάργανά σου και τους άθλους σου. Η Εκκλησία δε των πρωτοτόκων κατέχει με χαρά το θεϊκό πνεύμα σου).
Αιτία βεβαίως για την καθολική αυτή χαρά της Εκκλησίας είναι το γεγονός ότι η αγία με το μαρτύριό της φανέρωσε «τον εγκάρδιον έρωτά» της προς τον Χριστό, τόσο που η έμπνευση του αγίου υμνογράφου την βάζει στη θέση της γυναίκας που προσήγγισε τον Χριστό λίγο πριν από το πάθος Του και εξέφρασε την αγάπη της προς Εκείνον  με το μύρο που έχυσε στα πόδια Του, σπογγίζοντάς Τα με τους πλοκάμους της κεφαλής της. Κι ενώ το γεγονός της Καινής Διαθήκης ενέπνευσε την αγία υμνογράφο Κασσιανή (με το γνωστό μεγαλοφυές άσμα της του όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης, ψαλλόμενο το εσπέρας της Μεγάλης Τρίτης), το ίδιο γίνεται πρότυπο για ανάλογη έμπνευση του αγίου Θεοφάνη, αλλά σε σχέση με την αγία Ανυσία. «Τον εγκάρδιον έρωτα, υποφαίνουσα δάκρυσι, κατανύξει Ένδοξε, γην κατέβρεχες, και ταις θριξίν εναπέσμηχες, Χριστού υποπόδιον» (Φανερώνοντας τον έρωτα που είχες μέσα στην καρδιά σου, ένδοξε μάρτυς, κατάβρεχες από την κατάνυξή σου με δάκρυα τη γη και σκούπιζες με τις τρίχες της κεφαλής σου τα πόδια του Χριστού).
Η ένσταση βεβαίως εν προκειμένω είναι προφανής. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε ένα ιστορικό γεγονός: είναι η γυναίκα που προσήλθε στον Χριστό και προέβη στο ξέσπασμα της καρδιάς της. Στην περίπτωση όμως της αγίας Ανυσίας; Πώς αγκάλιαζε και σκούπιζε τα πόδια του Χριστού; Ο υμνογράφος μας δεν μας αφήνει μετέωρους. Η αγία Ανυσία μπόρεσε και άντεξε τα μαρτύριά της, βρήκε το κουράγιο να ομολογήσει την πίστη της, έστω και με απώλεια της ζωής της, γιατί η αγάπη της προς τον Χριστό την έκανε με νοερό τρόπο να Τον έχει παρόντα μπροστά της και με τη διάνοιά της να αγγίζει τα ίχνη των ποδών Του. «Εννοούσα – λέει - και Αυτόν ως παρόντα προβλέπουσα, ον εποθησας∙ και ιχνών απτομένη διανοία, θεωρίαις θειοτάταις την σην ψυχήν κατελάμπρυνας» (Σπόγγιζες τα πόδια του Χριστού, εννοώντας Τον και βλέποντάς Τον σαν να ήταν παρών, Αυτόν τον Οποίο πόθησες. Και αγγίζοντας τα ίχνη των ποδών Του με τη διάνοιά σου, λάμπρυνες την ψυχή σου με θειότατες θεωρίες). Με άλλα λόγια, η αγία την ώρα του μαρτυρίου της, με τη χάρη του Χριστού, βρισκόταν σε κατάσταση θεοπτίας. Ο Χριστός της έδινε τη δύναμη να Τον βλέπει και να Τον εναγκαλίζεται, όπως παρομοίως είχε δώσει τη χάρη και σε άλλους μάρτυρες, όπως μεταξύ άλλων και στην αγία Ερμιόνη. Η θεωρία του Χριστού την ώρα του μαρτυρίου ή της ετοιμασίας προς αυτό είναι κάτι που το διαπιστώνουμε συχνά στα συναξάρια των μαρτύρων της πίστεώς μας.
Και βεβαίως ο άγιος υμνογράφος «εκμεταλλεύεται», όπως όλοι οι υμνογράφοι, τον τρόπο που άφησε την τελευταία της πνοή: την διά ξίφους διαπέραση της πλευράς της. Αμέσως ο νους του αγίου Θεοφάνη πηγαίνει στη λογχευμένη πλευρά του Κυρίου, συνεπώς συσχετίζει το μαρτύριο της αγίας με το πάθος Του: «Ζωηφόροις σου τοις ίχνεσιν επομένη, λόγχη πλευράν τιτρώσκεται» (Ακολουθώντας τα ίχνη Σου που φέρουν τη ζωή, πληγώνεται με λόγχη την πλευρά της η αγία). Ο υμνογράφος δηλαδή σαν να μας λέει, ότι όποιος αγαπά τον Χριστό και θέλει να Τον ακολουθεί κατά πόδας – «επακολουθών τοις ίχνεσιν Αυτού» κατά τον απόστολο Πέτρο – δέχεται τη χάρη και να πάθει υπέρ Χριστού με τον ίδιο τρόπο που έπαθε Εκείνος. Τα πάθη του Χριστού γίνονται πάθη και του πιστού, δείγμα της πλημμύρας της χάρης του Χριστού στον πιστό. Ακολουθία του Χριστού και μαρτύριο υπέρ Αυτού τελικώς είναι έννοιες ταυτόσημες.

https://pgdorbas.blogspot.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Θ´ 8 - 23
8 τοῦτο δηλοῦντος τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου, μήπω πεφανερῶσθαι τὴν τῶν Ἁγίων ὁδὸν, ἔτι τῆς πρώτης σκηνῆς ἐχούσης στάσιν· 9 ἥτις παραβολὴ εἰς τὸν καιρὸν τὸν ἐνεστηκότα, καθ’ ὃν δῶρά τε καὶ θυσίαι προσφέρονται μὴ δυνάμεναι κατὰ συνείδησιν τελειῶσαι τὸν λατρεύοντα, 10 μόνον ἐπὶ βρώμασι καὶ πόμασι καὶ διαφόροις βαπτισμοῖς καὶ δικαιώμασι σαρκὸς, μέχρι καιροῦ διορθώσεως ἐπικείμενα. 11 Χριστὸς δὲ παραγενόμενος ἀρχιερεὺς τῶν μελλόντων ἀγαθῶν διὰ τῆς μείζονος καὶ τελειοτέρας σκηνῆς, οὐ χειροποιήτου, τοῦτ’ ἔστιν οὐ ταύτης τῆς κτίσεως, 12 οὐδὲ δι’ αἵματος τράγων καὶ μόσχων, διὰ δὲ τοῦ ἰδίου αἵματος εἰσῆλθεν ἐφάπαξ εἰς τὰ Ἅγια, αἰωνίαν λύτρωσιν εὑράμενος. 13 Εἰ γὰρ τὸ αἷμα ταύρων καὶ τράγων καὶ σποδὸς δαμάλεως ῥαντίζουσα τοὺς κεκοινωμένους ἁγιάζει πρὸς τὴν τῆς σαρκὸς καθαρότητα, 14 πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὃς διὰ Πνεύματος αἰωνίου ἑαυτὸν προσήνεγκεν ἄμωμον τῷ Θεῷ, καθαριεῖ τὴν συνείδησιν ὑμῶν ἀπὸ νεκρῶν ἔργων εἰς τὸ λατρεύειν Θεῷ ζῶντι; 15 Καὶ διὰ τοῦτο διαθήκης καινῆς μεσίτης ἐστίν, ὅπως θανάτου γενομένου εἰς ἀπολύτρωσιν τῶν ἐπὶ τῇ πρώτῃ διαθήκῃ παραβάσεων, τὴν ἐπαγγελίαν λάβωσιν οἱ κεκλημένοι τῆς αἰωνίου κληρονομίας. 16 ὅπου γὰρ διαθήκη, θάνατον ἀνάγκη φέρεσθαι τοῦ διαθεμένου· 17 διαθήκη γὰρ ἐπὶ νεκροῖς βεβαία, ἐπεὶ μήποτε ἰσχύει ὅτε ζῇ ὁ διαθέμενος. 18 Ὅθεν οὐδ’ ἡ πρώτη χωρὶς αἵματος ἐγκεκαίνισται· 19 λαληθείσης γὰρ πάσης ἐντολῆς κατὰ τὸν νόμον ὑπὸ Μωϋσέως παντὶ τῷ λαῷ, λαβὼν τὸ αἷμα τῶν μόσχων καὶ τράγων μετὰ ὕδατος καὶ ἐρίου κοκκίνου καὶ ὑσσώπου, αὐτό τε τὸ βιβλίον καὶ πάντα τὸν λαὸν ἐράντισε 20 λέγων· τοῦτο τὸ αἷμα τῆς διαθήκης ἧς ἐνετείλατο πρὸς ὑμᾶς ὁ Θεός· 21 καὶ τὴν σκηνὴν δὲ καὶ πάντα τὰ σκεύη τῆς λειτουργίας τῷ αἵματι ὁμοίως ἐράντισε. 22 καὶ σχεδὸν ἐν αἵματι πάντα καθαρίζεται κατὰ τὸν νόμον, καὶ χωρὶς αἱματεκχυσίας οὐ γίνεται ἄφεσις. 23 Ἀνάγκη οὖν τὰ μὲν ὑποδείγματα τῶν ἐν τοῖς οὐρανοῖς τούτοις καθαρίζεσθαι, αὐτὰ δὲ τὰ ἐπουράνια κρείττοσι θυσίαις παρὰ ταύτας.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Θ´ 8 - 23
8 Ἀπηγορεύετο λοιπὸν νὰ ἔμβῃ ἄλλος κανεὶς εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων. Καὶ μὲ τὴν ἀπαγόρευσιν αὐτὴν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐδήλωνε καὶ ἐσήμαινε συμβολικῶς, ὅτι δὲν εἶχεν ἀκόμη φανερωθῆ, ἀλλ’ ἦτο ἄγνωστος καὶ ἄβατος εἰς τοὺς ἀνθρώπους ὁ δρόμος, ποὺ ὠδηγοῦσεν εἰς τὰ ἀληθινὰ Ἅγια, ἤτοι εἰς τὸν οὐρανόν, διότι ἦτο ἀκόμη στημένη καὶ εἰς χρῆσιν ἡ πρώτη καὶ παλαιὰ σκηνή. 9 Ἡ σκηνὴ δὲ ἐκείνη ἦτο τύπος καὶ σύμβολον αὐτῶν, ποὺ γίνονται εἰς τὸν παρόντα καιρὸν τοῦ Μεσσίου. Καὶ ἐπροσφέροντο εἰς τὴν σκηνὴν ἐκείνην καὶ δῶρα καὶ θυσίαι, ποὺ δὲν εἶχαν τὴν δύναμιν νὰ κάμουν τέλειον καὶ νὰ ἁπαλλάξουν ἀπὸ τὴν τύψιν τῆς συνειδήσεως τὸν λατρεύοντα. 10 Αἱ θυσίαι δὲ αὐταὶ ἐπεβάλλοντο μόνον σὰν φορτίον μαζὶ μὲ τὴν διάκρισιν φαγητῶν καὶ ποτῶν καὶ μὲ διαφόρους πλύσεις καὶ παραγγέλματα, ποὺ ἐκαθάριζαν μόνον τὸ σῶμα, καὶ ἦσαν προσωρινὰ μέχρι τοῦ καιροῦ τῆς διορθώσεως καὶ μεταρρυθμίσεως, τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν ὁ Χριστός. 11 Ὁ Χριστὸς ὅμως, ὅταν ἦλθεν ὡς Ἀρχιερεὺς τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα διὰ τοὺς χρόνους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦσαν μέλλοντα, εἰσῆλθε διὰ μέσου τῆς μεγαλυτέρας καὶ τελειοτέρας σκηνῆς, ἡ ὁποία δὲν κατεσκευάσθη ἀπὸ χέρια ἀνθρώπων. Τουτέστιν εἰσῆλθε ὄχι διὰ μέσου τῆς κτίσεως αὐτῆς, ἀλλὰ διὰ τοῦ σώματός του, τὸ ὁποῖον ἔγινεν ἡ τελειοτέρα σκηνὴ τοῦ Θεοῦ Λόγου καὶ τὸ ὁποῖον, ἀφοῦ συνελήφθη ἐκ Πνεύματος Ἁγίου, δὲν ἦτο ἐκ τῆς κτίσεως ταύτης, ἀλλ’ ἐκ νέας πνευματικῆς κτίσεως. 12 Οὔτε ἐχρησιμοποιήσεν ὁ Χριστὸς ὡς θυσίαν τὸ αἷμα τράγων καὶ μόσχων, ὅπως ὁ ἀρχιερεὺς τῶν Ἰουδαίων, ἀλλὰ μὲ τὸ ἰδικόν του αἷμα ἐμβῆκε μίαν φορὰν γιὰ πάντα εἰς τὰ ἐπουράνια Ἅγια καὶ ἐπέτυχε δι’ ἠμᾶς ἀπολύτρωσιν ὄχι προσωρινήν, ἀλλ’ αἰωνίαν. 13 Πράγματι δὲ ἐπέτυχεν αἰωνίαν ἀπολύτρωσιν. Διότι, ἐὰν τὸ αἷμα ταύρων καὶ τράγων καὶ ἡ ἀναμιγνυομένη μὲ νερὸ στάκτη τῆς δαμάλεως, ποὺ κατεκαίετο εἰς τὸ θυσιαστήριον, ραντίζουσα τοὺς μολυσμένους καὶ ἀκαθάρτους δίδῃ καθαρισμὸν καὶ ἁγιασμὸν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν καθαρότητα τοῦ σώματος, ὥστε νὰ δύνανται οὖτοι νὰ μετέχουν εἰς τὴν λατρείαν, 14 πόσῳ μᾶλλον τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ τὸ αἰώνιον Πνεῦμα, ποὺ κατοικοῦσε μέσα του, προσέφερεν εἰς τὸν Θεὸν τὸν ἑαυτόν του κατὰ πάντα καθαρὸν καὶ ἐλεύθερον ἀπὸ κάθε ἠθικὴν λέραν, θὰ καθαρίση τὴν συνείδησίν σας ἀπὸ τὰ ἔργα τῆς ἁμαρτίας, ποὺ φέρουν εἰς τὴν ψυχὴν νέκρωσιν, καὶ θὰ σᾶς ἀξιώσῃ νὰ λατρεύετε ἀξίως τὸν ζῶντα Θεόν; 15 Καὶ ἐπειδὴ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ ἔχει τὴν δύναμιν νὰ καθαρίζῃ τὴν συνείδησίν μας, διὰ τοῦτο ὁ Χριστὸς ἔγινε μεσίτης μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων διὰ νὰ συναφθῇ Νέα Διαθήκη, ὥστε, ἀφοῦ μεσολαβήση θάνατος καὶ σταυρωθῇ ὁ μεσίτης μας αὐτὸς διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν καὶ συγχώρησιν τῶν παραβάσεων, ποὺ ἔγιναν κατὰ τὴν πρώτην διαθήκην, νὰ λάβουν οἱ προσκαλεσμένοι καὶ πιστοὶ τὴν Ἐπαγγελίαν τῆς αἰωνίου κληρονομίας. 16 Ἦτο δὲ ἀνάγκη νὰ ἀποθάνῃ ὁ Χριστός. Διότι ὅπου ὑπάρχει διαθήκη, διὰ νὰ λάβῃ αὕτη κῦρος καὶ ἰσχύν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγγελθῇ καὶ πιστοποιηθῇ ὁ θάνατος ἐκείνου, ποὺ διέθεσε τὴν περιουσίαν του. 17 Διότι ἡ διαθήκη μόνον ἐπὶ προσώπων, ποὺ ἐπέθαναν καὶ εἶναι πλέον νεκροί, γίνεται βεβαία καὶ ἔγκυρος. Ἐπειδή, ὅταν ζῇ ὁ διαθέτης, οὐδέποτε ἰσχύει. 18 Διὰ τοῦτο καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ πρώτη διαθήκη δὲν ἐγκαινιάσθη καὶ δὲν ἐμβῆκεν εἰς ἐφαρμογὴν χωρὶς νὰ χυθῇ αἷμα. 19 Ἐχύθη δὲ αἷμα καὶ ἐμεσολάβησε καὶ δι αὐτὴν θάνατος, διότι, ἀφοῦ ἀνεπτύχθη ἀπὸ τὸν Μωϋσῆν εἰς ὅλον τὸν λαὸν κάθε ἐντολή, ποὺ περιελαμβάνετο εἰς τὸν νόμον, τότε, ἀφοῦ ἐπῆρεν ὁ Μωϋσῆς τὸ αἷμα τῶν μόσχων καὶ τῶν τράγων μαζὶ μὲ νερὸ καὶ μὲ μαλλίον κόκκινον καὶ ὕσσωπον, ἐρράντισε καὶ αὐτὸ τὸ βιβλίον τοῦ νόμου καὶ ὅλον τὸν λαόν, 20 καὶ εἶπεν· Αὐτὸ εἶναι τὸ αἷμα, μὲ τὸ ὁποῖον ἐπικυρώνεται ἡ διαθήκη, τὴν ὁποίαν μοῦ ἔδωκεν ἐντολὴν ὁ Θεὸς νὰ σᾶς φέρω. 21 Καὶ τὴν σκηνὴν δὲ καὶ ὅλα τὰ σκεύη τῆς λατρείας ἐρράντισεν ὁμοίως μὲ τὸ αἷμα. 22 Καὶ σύμφωνα μὲ τὸν νόμον σχεδὸν ὅλα, πρόσωπα καὶ πράγματα, καθαρίζονται μὲ αἷμα. Καὶ χωρὶς νὰ χυθῇ αἷμα δὲν γίνεται ἄφεσις. 23 Ἐξάγεται λοιπὸν ὡς συμπέρασμα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη τὰ μὲν τοπικὰ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ποὺ ἦσαν ἀντίγραφα καὶ σκιαὶ τῶν ἐν τοῖς οὐρανοῖς, νὰ καθαρίζωνται μὲ αὐτὰς τὰς ἀλόγους θυσίας, αὐτὰ δὲ τὰ ἐπουράνια νὰ ἀνοιχθοῦν καὶ νὰ γίνουν ἐλευθέρα εἰς τοὺς ἀνθρώπους μὲ θυσίας ἀνωτέρας ἀπὸ ἐκείνας τῆς Π. Διαθήκης.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Ο Χρι­στός κα­ταρ­γεί τον θά­να­το. Όποιος ει­σέρ­χε­ται στην Εκ­κλη­σία, σώ­ζε­ται και γί­νε­ται αιώ­νιος. Η ζωή εί­ναι μία, εί­ναι μια ατε­λεί­ω­τη συ­νέ­χεια, δεν έχει τέ­λος, δεν υπάρ­χει θά­να­τος. Όποιος ακο­λου­θεί τις εν­το­λές του Χρι­στού, δεν πε­θαί­νει ποτέ. Πε­θαί­νει ως προς τη σάρ­κα, ως προς τα πάθη, και αξιώ­νε­ται να ζει από εδώ μια ζωή μέσα στον Πα­ρά­δει­σο, στην Εκ­κλη­σία μας, και στη συ­νέ­χεια στην αιω­νιό­τη­τα. Με τον Χρι­στό, ο θά­να­τος γί­νε­ται γέ­φυ­ρα που θα τη δια­σχί­σου­με σε μία στιγ­μή, για να συ­νε­χί­σου­με να ζού­με μέσα στο ανέ­σπε­ρο φως.

Άγιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

ΤΟ ΠΑΡΑΔΟΞΟ ΚΑΙ ΜΕΓΑ ΜΥΣΤΗΡΙΟ!



Ποιο είναι αυτό το παράδοξο και μεγάλο μυστήριο που ακατάπαυστα εξαγγέλλει η υμνολογία της Εκκλησίας τα Χριστούγεννα και όχι μόνο; Μα τι άλλο από αυτό που ομολογεί έκθαμβος ο μέγας απόστολος Παύλος: «ὁμολογουμένως μέγα ἐστί τό τῆς εὐσεβείας μυστήριον∙ Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί!», πραγματικά είναι μεγάλο το μυστήριο της πίστεώς μας: ο Θεός έγινε άνθρωπος. Κι έρχεται λοιπόν η εκκλησιαστική υμνολογία προκειμένου αυτό να αναπαραγάγει σε όλους τους τόνους και σε όλες τις φωνές, όλο το διάστημα της ετοιμασίας για το υπερφυές γεγονός του ερχομού του Θεού στον κόσμο, κατεξοχήν δε την τελευταία εβδομάδα με αποκορύφωση την ημέρα των Χριστουγέννων και όλες τις ημέρες που συνιστούν τον ευλογημένο απόηχό τους! «Παράδοξο μυστήριο οικονομείται σήμερα! Ο Θεός γίνεται άνθρωπος. Παρέμεινε σταθερά σε ό,τι ήταν, Θεός δηλαδή, κι αυτό που δεν ήταν, ανθρώπινο δημιούργημά Του δηλαδή, το προσέλαβε, χωρίς να υποστεί καμία ανάμειξη και καμία διαίρεση». Κι αλλού: «Πώς να διηγηθώ το μεγάλο μυστήριο; Ο άσαρκος σαρκώνεται και ο Λόγος αποκτά ύλη. Ο αόρατος βλέπεται κι αυτός που δεν μπορούσε κανείς να τον αγγίξει ψηλαφάται. Ο άναρχος αποκτά αρχή. Ο Υιός του Θεού γίνεται υιός ανθρώπου, ο Ιησούς Χριστός, Αυτός που είναι χθες και σήμερα και ο ίδιος σε όλους τους αιώνες».
Μέγα και παράδοξο λοιπόν το μυστήριο, το οποίο μπορεί να «κατανοηθεί» με τη μόνη δύναμη που ο Δημιουργός έχει δώσει στον άνθρωπο για τέτοια υπερφυή γεγονότα: την πίστη από μία καρδιά που πάσχει και αγωνιά για την αλήθεια. Δεν είναι η λογική που έχει τον έλεγχο και αποτελεί το κριτήριο – μετά την πτώση στην αμαρτία ο αμαρτωλός πια άνθρωπος είναι διασπασμένος και ξένος από τον χώρο που φανερώνεται ο Θεός, την ίδια την «καρδιά» του. Πρέπει να κινητοποιηθεί αυτή, να διψάσει τον Θεό για να μπορέσει να προκαλέσει κάποια ρωγμή στην πώρωσή της ώστε η ακτίνα του Ήλιου της Δικαιοσύνης να βρει τρόπο να διεισδύσει μέσα της, φωτίζοντας τη σκοτεινιά της. Κι όταν συμβεί τούτο, τότε τα πάντα αλλοιώνονται. Αλλά επί τα βελτίω: ο άνθρωπος προκαλείται σε μετάνοια και το εσωτερικό δάκρυ του φέρνει την κάθαρση από τη βρομιά των παθών του – ο νοερός οφθαλμός του με την ακτίνα του θεϊκού Πνεύματος αρχίζει να διακρίνει λίγο την πραγματικότητα! «Μακάριοι οἱ καθαροί τῆ καρδίᾳ ὅτι αὐτοί τόν Θεόν  ὄψονται». Και τα θεόπνευστα λόγια του ποιητή συνοψίζουν: «Οὐ φέρει τό μυστήριον ἔρευναν∙ πίστει μόνῃ τοῦτο πάντες δοξάζομεν» (Δεν ερευνάται με τη λογική το μυστήριο. Με μόνη τη φωτισμένη από τον Θεό πίστη το δοξολογούμε).
Την παραδοξότητα όμως του μυστηρίου της σάρκωσης ως ανθρώπου του Θεού την επισημαίνουμε και στο μυστήριο της ίδιας της Υπεραγίας Θεοτόκου, αλλά κατ’ επέκταση και σε κάθε πια πιστό άνθρωπο, ιδίως τον αληθινά πιστό, τον άγιο! Τι εννοούμε; Η Παναγία Μητέρα του Κυρίου ζει μέσα στο μυστήριο, αφού ήταν εκείνη που πρόσφερε το «υλικό», την ίδια τη σάρκα της στον Υιό και Θεό της ώστε να έρθει αυτός στον κόσμο ως άνθρωπος, όμοιος καθ’ όλα με εμάς πλην της αμαρτίας – η αμαρτία δεν αποτελεί φυσιολογικό στοιχείο στον πλασμένο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού άνθρωπο. Αλλά επίσης ζει το μυστήριο που οι άγιοι υμνογράφοι το θέτουν διατυπωμένο στα χείλη της: πώς «άνανδρος» αυτή τίκτει κανονικά παραμένοντας όμως Παρθένος; «Βλέπω ακατάλυτη τη σφραγίδα της παρθενίας μου, γι’ αυτό και σε κηρύττω Λόγο Θεού που δεν αλλοιώθηκε αλλά απέκτησε σάρκα. Δεν γνωρίζω ανδρική σπορά, σε γνωρίζω όμως ως εκείνο που έλυσες τη φθορά. Διότι είμαι αγνή, ενώ εσύ προήλθες από εμένα. Όπως βρήκες τη μήτρα μου έτσι και την άφησες».
Κι αυτή τη διπλή διάσταση του μυστηρίου, και Παρθένος και Μητέρα, όπως ο ίδιος ο Κύριος είναι και Θεός και άνθρωπος, τη διαπιστώνουμε είπαμε και σε κάθε πιστό που θέλει να έχει ενεργοποιημένη την πίστη του. Διότι ο κάθε πιστός στον Χριστό πώς κινείται και πώς ζει; Όπως λέει ο απόστολος Παύλος: «διά πίστεως περιπατοῦμεν, οὐ δι’ εἴδους», με τα μάτια της πίστεως πορευόμαστε στη ζωή αυτή, όχι με ό,τι μας προσφέρουν μόνο οι σωματικές μας αισθήσεις. Το εξαγγέλλει και αλλού ο μέγας αυτός άνθρωπος: «Δεν είμαστε προσηλωμένοι κυρίως στα βλεπόμενα με τα σωματικά μας μάτια, αλλά στα μη βλεπόμενα. Διότι τα βλεπόμενα είναι φθαρτά, ενώ τα μη βλεπόμενα αιώνια». Και τι είναι αιώνιο; Η παντοδύναμη χάρη του Κυρίου που διακρατεί και διαπερνά τα σύμπαντα. Λοιπόν, ο πιστός ζει διαρκώς την παρουσία του Κυρίου, οι οφθαλμοί του αδιάκοπα ενατενίζουν σ’ Αυτόν, ταυτοχρόνως όμως και ως άνθρωπος της ζωής αυτής προσβλέπει και στα υλικά. Αυτό δεν συνιστά το μυστήριο του κάθε αγίου; Πατάει στη γη αυτή αλλά ζει στον Ουρανό! Και δεν μπορεί και δεν πρέπει να χάσει τη διπλότητα αυτή. Γιατί την ώρα που θα τη χάσει θα αρχίσει η τρεπτότητα της κοσμικής ζωής να τον συμφύρει στη ζάλη και στους ταραγμένους κλυδωνισμούς της.
Γιατί βλέπουμε στους βίους των αγίων μας να βρίσκονται αυτοί σε μία ψύχραιμη κατάσταση, έστω κι αν τα ανθρωπόμορφα θεριά των εχθρών της πίστεως επιπίπτουν με μανία εναντίον τους; Διότι ακριβώς όπως είπαμε ενατενίζουν πάντοτε στον Σωτήρα Χριστό. Κι έχοντας τους νοερούς όφθαλμούς τους προς Αυτόν, που θα πει αγωνιζόμενοι να «μένουν μέσα σ’ Εκείνον και Εκείνος μέσα σ’ αυτούς», έχοντάς Τον δηλαδή ως οίκο και κατάπαυσή τους, μπορούν με επίγνωση να αγκαλιάζουν με αγάπη και τους εχθρούς τους, πολύ περισσότερο κάθε πλάσμα του Θεού, τρόπον τινά ως προέκταση Εκείνου. Κι ίσως είναι αυτό που έλεγε ο μεγάλος όσιος της εποχής μας, λογιότατος Σωφρόνιος Αθωνίτης, ο εν τω Έσσεξ Αγγλίας αναπαυόμενος: ο χριστιανός ζει ένα είδος ορθόδοξης «σχιζοφρένειας». Διαρκώς με τον Χριστό αλλά και διαρκώς με τους ανθρώπους. Με πόθο και αγάπη και έρωτα προς τον Χριστό, που εκφράζεται όμως προς ό,τι είναι του Χριστού, είτε είναι κυρίως ο άνθρωπος είτε όλη η φυσική δημιουργία. Ευνόητο ότι μιλάμε για τη βίωση του μυστηρίου του βαπτίσματος που ενσωματώνει τον πιστό στον Χριστό και τον κάνει όπως είπαμε πράγματι μία Εκείνου προέκταση. Οπότε η διπλότητα αυτή του πιστού δεν αποτελεί μία «φαντασιακή» εικόνα του, αλλά μία οντολογική πνευματική πραγματικότητά του.
Μακάρι ο Κύριος να μας δίνει το δώρο αυτό της χάρης Του αφότου ήλθε στον κόσμο: να έχουμε αίσθηση ότι Του ανήκουμε, ώστε ταυτοχρόνως να έχουμε αίσθηση ότι και όλος ο κόσμος αποτελεί κομμάτι του εαυτού μας. «Όλα σας ανήκουν, είτε άνθρωποι είτε ο κόσμος είτε η ζωή είτε ο θάνατος είτε τα παρόντα είτε τα μελλούμενα. Έσείς όμως ανήκετε στον Χριστό κι ο Χριστός στον Θεό» (απόστολος Παύλος).

https://pgdorbas.blogspot.com/

ΔΕΝ Μ' ΑΡΕΣΕΙ ΝΑ ΒΛΕΠΩ ΤΑ ΕΡΓΑ ΣΟΥ!



 «Πολλὰ θαύματα καὶ ἐλέη εἶδα ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ τὴ Θεοτόκο, ἀλλὰ μοῦ εἶναι τελείως ἀδύνατο ν’ ἀνταποδώσω κάπως αὐτὴ τὴν ἀγάπη.
Τί ν᾿ ἀναταποδώσω ἐγὼ στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο, ποὺ δὲν μὲ περιφρόνησε ἐνῶ ἤμουν βυθισμένος στὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ μ᾿ ἐπισκέφθηκε σπλαγχνικὰ καὶ μὲ συνέτισε; Δὲν Τὴν εἶδα, ἀλλὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μοῦ ἔδωσε νὰ Τὴν ἀναγνωρίσω ἀπὸ τὰ γεμάτα χάρη λόγια Tης καὶ τὸ πνεῦμα μου χαίρεται κι ἡ ψυχή μου παρασύρεται τόσο ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς Αὐτήν, ὥστε καὶ μόνη ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματὸς Tης γλυκαίνει τὴν καρδιά μου.
Ὅταν ἤμουν νεαρὸς ὑποτακτικός, προσευχόμουν μιὰ φορὰ μπροστὰ στὴν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος καὶ μπῆκε τότε στὴν καρδιά μου ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ κι ἄρχισε ἀπὸ μόνη της νὰ προφέρεται ἐκεῖ. Μιὰ ἄλλη φορὰ ἄκουγα στὴν ἐκκλησία τὴν ἀνάγνωση τῶν προφητειῶν τοῦ Ἡσαΐα, καὶ στὶς λέξεις «Λούσασθε καὶ καθαροὶ γίνεσθε» (Ἡσ. α 16) σκέφτηκα: Μήπως ἡ Παναγία ἁμάρτησε ποτέ, ἔστω καὶ μὲ τὸ λογισμὸ;. Καί, ὢ τοῦ θαύματος! Μέσα στὴν καρδιά μου μιὰ φωνὴ ἑνωμένη μὲ τὴν προσευχὴ πρόφερε ρητῶς: «Ἡ Θεοτόκος ποτὲ δὲν ἁμάρτησε, οὔτε κἂν μὲ τὴν σκέψη». Ἔτσι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μαρτυροῦσε στὴν καρδιά μου γιὰ τὴν ἁγνότητὰ Της... Ἡ ψυχή μου γεμίζει ἀπὸ φόβο καὶ τρόμο, ὅταν ἀναλογίζομαι τὴ δόξα τῆς Θεομήτορος... Ὢ, καὶ νὰ γνωρίζαμε πόσο ἀγαπᾶ ἡ Παναγία ὅλους, ὅσους τηροῦν τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, καὶ πόσο λυπᾶται καὶ στενοχωριέται γιὰ κείνους ποὺ δὲν μετανοοῦν! Αὐτὸ τὸ δοκίμασα μὲ τὴν πείρα μου.
Δὲν ψεύδομαι, λέγω τὴν ἀλήθεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πὼς γνωρίζω πνευματικὰ τὴν Ἄχραντη Παρθένο. Δὲν Τὴν εἶδα, ἀλλὰ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μοῦ ἔδωσε νὰ γνωρίσω Αὐτὴν καὶ τὴν ἀγάπη Tης γιὰ μᾶς. Χωρὶς τὴν εὐσπλαγχνία Tης ἡ ψυχὴ θὰ εἶχε χαθῆ ἀπὸ πολὺν καιρό. Ἐκείνη ὅμως εὐδόκησε νὰ μ᾿ ἐπισκεφθῇ καὶ νὰ μὲ νουθετήσῃ, γιὰ νὰ μὴν ἁμαρτάνω. Μοῦ εἶπε: «Δὲν μ᾿ ἀρέσει νὰ βλέπω τὰ ἔργα σου». Τὰ λόγια Της ἦταν εὐχάριστα, ἤρεμα, μὲ πραότητα καὶ συγκίνησαν τὴν ψυχή. Πέρασαν πάνω ἀπὸ σαράντα χρόνια, μὰ ἡ ψυχή μου δὲν μπορεῖ νὰ λησμονήσῃ ἐκείνη τὴ γλυκειὰ φωνὴ καὶ δὲν ξέρω πῶς νὰ εὐχαριστήσω τὴν ἀγαθὴ καὶ σπλαγχνικὴ Μητέρα τοῦ Θεοῦ...
Κι Αὐτὴ τὴν Ἄχραντη Μητέρα Του ὁ Κύριος τὴν ἔδωσε σ᾿ ἐμᾶς. Αὐτὴ εἶναι ἡ χαρὰ καὶ ἡ ἐλπίδα μας. Αὐτὴ εἶναι ἡ πνευματική μας Μητέρα καὶ βρίσκεται κοντά μας κατὰ τὴ φύση σὰν ἄνθρωπος καὶ κάθε χριστιανικὴ ψυχὴ ἑλκύεται ἀπὸ τὴν ἀγάπη πρὸς Αὐτήν» (Άγιος Σιλουανός του Άθω).
Πολλά κείμενα γράφτηκαν, γράφονται και θα γράφονται για την Υπεραγία Μητέρα του Κυρίου και δική μας, των πιστών, Μητέρα. Κείμενα δοξολογικά, παρακλητικά, θεολογικά. Γιατί δεν μπορεί ο ορθόδοξος πιστός να σταθεί σωστά έναντι του Ιησού Χριστού του Κυρίου του χωρίς αντίστοιχη στάση έναντι της Παναγίας Μητρός Του – παραθεώρηση της Παναγίας από έναν χριστιανό σημαίνει έλλειμμα πίστεως προς τον Χριστό, μάλλον δεν μπορεί να υπάρχει πίστη σ’ Εκείνον. Όπως πολλάκις έχει τονιστεί: κριτήριο της ορθόδοξης πίστεως κάποιου είναι το πώς τοποθετείται απέναντι στην Υπεραγία Θεοτόκο. Η πρακτική, νομίζουμε, των αγιορειτών πατέρων εν προκειμένω εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την αλήθεια αυτή. «Ευλογείτε» λες στον αγιορείτη, «ο Κύριος» απαντά. «Την ευχή σας» του λες, «Την ευχή της Παναγίας» ανταποδίδει. Χριστός και Παναγία πάντοτε συνυπάρχουν – η Παναγία δείχνει προς τον Υιό της, ο Χριστός χαίρεται να «υπακούει» στη Μητέρα Του! 
Όμως κείμενα για τη Θεομήτορα όπως των αγίων Πατέρων μας κι όπως το παραπάνω απόσπασμα του αγίου Σιλουανού, του γλυκύτατου αυτού νεώτερου αγίου της Εκκλησίας μας, είναι μοναδικά. Σου προκαλούν συγκίνηση και δάκρυα, σε κάνουν να νιώθεις έντονα την παρουσία της Παναγίας Μητέρας, σε θέτουν κάτω από το άγρυπνο πλήρες αγάπης και στοργής απέναντί σου βλέμμα της. Γιατί σου μεταγγίζουν τη βαθειά συγκίνηση του συντάκτη και την προσωπική εμπειρία του. Ο άγιος Σιλουανός από τη νεότητά του αισθάνθηκε την επέμβαση της Μεγάλης Μάνας στη ζωή του, πολύ περισσότερο όταν ανδρώθηκε και ασκήθηκε μέσα στο Μοναστήρι του στον άγιο Παντελεήμονα του Αγίου Όρους. Κι η καταγραφή της εμπειρίας του και του φωτισμού του Θεού που δέχτηκε γι’  αυτήν καθοδηγεί έκτοτε τον κάθε πιστό και τον προσανατολίζει στην ορθή θέση της εν Ουρανώ και επί γης. Αφηνόμαστε στη χάρη των λόγων του. «Πίνουμε» την κάθε λέξη του ως το ακριβότερο ποτό. Κι έτσι γίνεται η ανάγνωση του κειμένου του μία εκ βάθους προσευχή προς Αυτήν που είναι η Πρώτη και Μοναδική.

https://pgdorbas.blogspot.com/

ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΝΗΠΙΩΝ ΤΩΝ ΥΠΟ ΗΡΩΔΟΥ ΑΝΑΙΡΕΘΕΝΤΩΝ



«Όταν ο βασιλιάς των Ιουδαίων Ηρώδης πρόσταξε τους μάγους να γυρίσουν πίσω και να του αναφέρουν τα σχετικά με τον βασιλιά που γεννήθηκε, τον οποίο φανέρωνε ο αστέρας που ακολουθούσαν, προκειμένου τάχα μαζί με εκείνους να τον προσκυνήσει και αυτός, κι αφού ο άγγελος είπε στους μάγους να μη γυρίσουν στον Ηρώδη αλλά από άλλη οδό να αναχωρήσουν για τη χώρα τους, κάτι που το έκαναν, είδε λοιπόν ο Ηρώδης ότι εμπαίχθηκε από αυτούς και οργίστηκε πολύ. Κι αφού ερεύνησε ακριβώς για τον χρόνο του αστέρος που φάνηκε και έστειλε στρατιώτες, φόνευσε όλα τα παιδιά στη Βηθλεέμ και στα όριά της, από δύο χρονών και κάτω, γιατί σκέφτηκε ότι αν φονεύσει όλα τα παιδιά, οπωσδήποτε θα πεθάνει και ο μελλοντικός βασιλιάς και δεν θα καταστεί απειλή γι’ αυτόν. Ματαίως όμως κόπιασε ο παράφρων, διότι δεν γνώριζε ότι κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να εμποδίσει τη βουλή του Θεού. Οπότε στα μεν παιδιά προξένησε τη βασιλεία των Ουρανών, στον δε εαυτό του την αιώνια κόλαση».
Το κύριο πρόβλημα που θέτει η σημερινή ημέρα, της μνήμης των σφαγιασθέντων νηπίων από τον Ηρώδη, είναι η εξώφθαλμη αδικία που διαπράχθηκε τότε, γεγονός που οδηγεί στο πάντα επίκαιρο και ουδέποτε αποδεκτό από την ανθρώπινη λογική πρόβλημα της θεοδικίας: γιατί βρέφη και νήπια, πριν καν ξεκινήσουν τη ζωή τους, την έχασαν και μάλιστα με τέτοιο τραγικό τρόπο; Και πού βρίσκεται η δικαιοσύνη του Θεού; Πώς ανέχτηκε ο δίκαιος Θεός μία τέτοια αδικία; Δεν φαίνεται έτσι ότι ο Θεός απουσιάζει ή τέλος πάντων είναι κρυμμένος, ενώ παρουσιάζεται ως κυρίαρχος ο δαίμονας με τα όργανά του, τύπου Ηρώδη; Και με βάση τον προβληματισμό για ό,τι άδικο συνέβη τότε, η ανθρώπινη σκέψη ανοίγεται και σε όλη τη διαδρομή του ανθρωπίνου γένους, καταγράφοντας παρόμοια και σκληρότερα ίσως περιστατικά: εξανδραποδισμούς ολόκληρων λαών, πείνες, πολέμους, εξαθλίωση ανθρώπων, ανέχεια, ανεργία, φτώχεια. Σε όλα αυτά το κυρίαρχο ερώτημα είναι το γιατί; Και το πώς ο Θεός ανέχεται τέτοιες καταστάσεις;
Δεν είναι εύκολα ερωτήματα. Δεν μπορεί κανείς χρησιμοποιώντας την ανθρώπινη λογική να δώσει μία πειστική απάντηση. Πρόκειται για ένα μόνιμο αγκάθι στην ανθρώπινη σκέψη. Γι’ αυτό και το ερώτημα αυτό, το πρόβλημα της θεοδικίας, της δικαιοσύνης του Θεού μέσα σε έναν κόσμο απανθρωπίας και παραλογισμού, είναι ερώτημα που απασχόλησε από παλιά τον άνθρωπο και ασφαλώς θα τον απασχολεί πάντοτε. Την πρώτη από πλευράς θεολογικής αντιμετώπιση του προβλήματος έχουμε ήδη στην Παλαιά Διαθήκη στο βιβλίο του Ιώβ. Πάσχει ο Ιώβ, ο πιο δίκαιος άνθρωπος της εποχής του, και μάλιστα με τρόπο που δεν είναι εύκολο να ακούσει κανείς τα πάθια του, χωρίς να κινδυνεύει να κλονιστεί η ισορροπία του μυαλού του: πεθαίνουν με τρόπο τραγικό όλα τα παιδιά του, χάνει όλη την περιουσία του, γεμίζει ο ίδιος από παντός είδους μολυσματικές αρρώστιες και γι’ αυτό δεν μπορεί να σταθεί σε κατοικημένη περιοχή, η γυναίκα του τον κατηγορεί, οι φίλοι του τον αντιμετωπίζουν με σκληρότητα… Το «γιατί μου συμβαίνουν όλα αυτά, ενώ είμαι δίκαιος άνθρωπος;» φτάνει στα χείλη ακόμη και του ίδιου του Ιώβ, ο οποίος σε ό,τι του συνέβαινε έλεγε: «Ο Κύριος μου τα έδωσε, ο Κύριος μου τα πήρε. Ας είναι ευλογημένο το όνομά Του».
Η απάντηση έρχεται τελικά από τον ίδιο τον Θεό, ο Οποίος λέγοντας στον Ιώβ να μην πολυεξετάζει το γιατί, αλλά μόνο να έχει εμπιστοσύνη στην αγάπη Του, τον επιβραβεύει αποκαθιστώντας τον έτσι, ώστε  να βρίσκεται σε καλύτερη θέση από ό,τι ήταν πριν. Η απάντηση δηλαδή στο πρόβλημα της θεοδικίας δεν υπάρχει στους ανθρώπινους συλλογισμούς και την ανθρώπινη λογική. Η απάντηση δίνεται στο επίπεδο της πίστεως στον Θεό: έχε εμπιστοσύνη στην αγάπη μου, έστω κι αν δεν την καταλαβαίνεις. Αν κανείς δεν αναχθεί σ’ αυτό το επίπεδο, πάντοτε θα προσκρούει σε αδιέξοδο και στη διαπίστωση του παράλογου της ζωής. Κι αν μεν στην Παλαιά Διαθήκη  η απάντηση δόθηκε στον Ιώβ με αυτόν τον τρόπο, εκεί που έχουμε την πληρότητα της απαντήσεως είναι στην Καινή με τον ερχομό του Χριστού. Στο πρόσωπο του Χριστού, του ενσαρκωμένου Θεού, βλέπουμε ότι οι όποιες δοκιμασίες στη ζωή, οι όποιες θλίψεις, οι όποιες τραγικότητες, συνιστούν δρόμο ζωής που αν κανείς τα αντιμετωπίσει με πίστη και υπακοή στον Θεό, οδηγούν στη Βασιλεία του Θεού. Ο ίδιος ο ενανθρωπήσας Θεός είναι η απάντηση: η ζωή Του απαρχής μέχρι τέλος είναι ένα πάθος. Το πάθος του Χριστού δεν σχετίζεται μόνον με τον Σταυρό, αλλά με όλη τη ζωή Του. Κι απόδειξη η σημερινή ημέρα: μόλις γεννάται αντιμετωπίζει τον φονικό θυμό του παράφρονα Ηρώδη. Το ίδιο και στα μετέπειτα χρόνια Του. Ο Σταυρός Του είναι η αποκορύφωση του Πάθους Του. Και τι μας δείχνει; Ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος που εκβάλλει στη Βασιλεία του Θεού, στην Ανάσταση, εκτός από το πάθος της ζωής αυτής.
 Κι αυτό γιατί; Διότι δυστυχώς ο κόσμος αυτός ξέπεσε, λόγω της αμαρτίας του ανθρώπου. Ενώ απαρχής τα πράγματα ήταν διαφορετικά, διότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και τον άνθρωπο, για να είναι μέτοχος της χαράς Του, ο άνθρωπος με την επανάσταση που κήρυξε κατά του Δημιουργού, με την εμμονή του στην ανυπακοή του προς Εκείνον, έφερε όλα τα δεινά στον κόσμο. Και ο ερχομός του Χριστού ήταν ακριβώς γι’ αυτό: να άρει την αμαρτία του κόσμου και τις συνέπειες της αμαρτίας αυτής, προκειμένου να αποκαταστήσει τον άνθρωπο. Ο κόσμος όμως αυτός πάντοτε θα είναι και θα παραμένει το πεδίο που θα αναμετράται η πίστη με την απιστία, με το δεδομένο ότι οι θλίψεις και οι δοκιμασίες της εδώ ζωής θα έχουν πάντοτε αντίκρισμα στη συνέχειά της, την άλλη ζωή. «Ουκ άξια τα παθήματα της παρούσης ζωής προς την μέλλουσαν εις ημάς αποκαλυφθήναι δόξαν» που σημειώνει ο απόστολος Παύλος. Αυτά που υφιστάμεθα στη ζωή αυτή, τις θλίψεις, τις δοκιμασίες, τους πόνους, δεν ισοφαρίζουν τη δόξα που θα μας αποκαλυφθεί στη μέλλουσα.
Στη λογική της πίστεως αυτής, με βάση την ίδια τη ζωή του Κυρίου, στοιχεί και η υμνογραφία της σημερινής εορτής. Τα νήπια που σφαγιάστηκαν, δεκατέσσερις χιλιάδες ή απλώς δεκατέσσερα – δεν έχει σημασία ο αριθμός, αν είναι πραγματικός ή συμβολικός – ναι μεν έχασαν τη ζωή τους πριν ακόμη την ξεκινήσουν, όμως την βρήκαν ολοκληρωμένη με τη χάρη του Θεού στους κόλπους του Αβραάμ. Ο Θεός θέλησε, κρίμασιν οις οίδεν Εκείνος, αυτά τα παιδάκια να είναι οι πρώτοι μάρτυρές Του στον κόσμο, η πρώτη προσφορά σ’ Αυτόν, γι’ αυτό και θεωρούνται άγιοι με μεγάλη δύναμη παρρησίας ενώπιόν Του. Είναι κατ’ ακρίβεια τα πρώτα νεόφυτα στελέχη της Εκκλησίας, που έθρεψαν με το παρθενικό και αγνό αίμα τους το δέντρο της Εκκλησίας («Εκ στελεχών νεοφύτων η του Χριστού Εκκλησία σήμερον, ώσπερ άνθη ευθαλή, δρεψαμένη αίματα τερπνώς, εφηδύνεται αυτοίς και ωραΐζεται», δηλαδή: Η Εκκλησία του Χριστού σήμερα, αφού μάζεψε με τερπνό τρόπο τα αίματα από νεόφυτα στελέχη, όπως κόβει κανείς ολοζώντανα άνθη, χαίρεται γι’ αυτά και ομορφαίνει)∙ είναι, όπως είπαμε, η πρώτη μυστική θυσία στον ενανθρωπήσαντα Θεό («Χορός θεόλεκτος βρεφών, εν σαρκί γεννηθέντι, προσηνέχθη τω Κτίστη, ως θυσία μυστική», δηλαδή: ο θείος χορός των βρεφών προσφέρθηκε στον  Δημιουργό που γεννήθηκε ως άνθρωπος, ως μυστική θυσία)∙ είναι οι καθαυτό νεομάρτυρες του Κυρίου («ως βότρυες Χριστώ προσήχθησαν, ει και μητρώων μαζών εσπάσθησαν, οι νεομάρτυρες, τον Ηρώδην πλήξαντες», δηλαδή: σαν σταφύλια προσφέρθηκαν στον Χριστό οι νεομάρτυρες, αν και αποσπάσθησαν βίαια από τα μητρικά στήθη, και έπληξαν τον Ηρώδη)∙ είναι τα νήπια εκείνα που με τον σφαγιασμό τους συμβασιλεύουν πια με τον Χριστό («υπέρ Αυτού γαρ σφαγέντα, συμβασιλεύουσι Τούτω»).
Η ανατροπή των ανθρωπίνων δεδομένων και της συμβατικής λογικής δεν έρχεται μόνον με την ενανθρώπηση του Θεού, αλλά και με ό,τι συνιστά τον περίγυρό της, και τότε, στα ίδια χρόνια με την επί γης παρουσία Του, και μετέπειτα σε όλους τους αιώνες. Η Εκκλησία και οι άγιοί της, με ό,τι υφίσταται στον κόσμο, θα διατρανώνει πάντοτε την άλλη λογική: μέσα από τα παθήματα του κόσμου τούτου θα αποκαλύπτει  την οδό που εκβάλλει στην πληρότητα της Βασιλείας του Θεού. «Διά πολλών θλίψεων δει υμάς εισελθείν εις την Βασιλείαν των Ουρανών».

https://pgdorbas.blogspot.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Η´ 7 - 13
7 εἰ γὰρ ἡ πρώτη ἐκείνη ἦν ἄμεμπτος, οὐκ ἂν δευτέρας ἐζητεῖτο τόπος. 8 μεμφόμενος γὰρ αὐτοῖς λέγει· ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, λέγει Κύριος, καὶ συντελέσω ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰσραὴλ καὶ ἐπὶ τὸν οἶκον Ἰούδα διαθήκην καινήν, 9 οὐ κατὰ τὴν διαθήκην ἣν ἐποίησα τοῖς πατράσιν αὐτῶν ἐν ἡμέρᾳ ἐπιλαβομένου μου τῆς χειρὸς αὐτῶν ἐξαγαγεῖν αὐτοὺς ἐκ γῆς Αἰγύπτου· ὅτι αὐτοὶ οὐκ ἐνέμειναν ἐν τῇ διαθήκῃ μου, κἀγὼ ἠμέλησα αὐτῶν, λέγει Κύριος· 10 ὅτι αὕτη ἡ διαθήκη ἣν διαθήσομαι τῷ οἴκῳ Ἰσραὴλ μετὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, λέγει Κύριος· διδοὺς νόμους μου εἰς τὴν διάνοιαν αὐτῶν, καὶ ἐπὶ καρδίας αὐτῶν ἐπιγράψω αὐτούς, καὶ ἔσομαι αὐτοῖς εἰς Θεὸν, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι εἰς λαόν. 11 καὶ οὐ μὴ διδάξωσιν ἕκαστος τὸν πολίτην αὐτοῦ καὶ ἕκαστος τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, λέγων· γνῶθι τὸν Κύριον· ὅτι πάντες εἰδήσουσί με ἀπὸ μικροῦ αὐτῶν ἕως μεγάλου αὐτῶν· 12 ὅτι ἵλεως ἔσομαι ταῖς ἀδικίαις αὐτῶν, καὶ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν οὐ μὴ μνησθῶ ἔτι. 13 ἐν τῷ λέγειν καινὴν πεπαλαίωκε τὴν πρώτην· τὸ δὲ παλαιούμενον καὶ γηράσκον ἐγγὺς ἀφανισμοῦ.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΠΡΟΣ ΕΒΡΑΙΟΥΣ Η´ 7 - 13
7 Εἶναι δὲ πράγματι καλυτέρα ἡ νέα διαθήκη. Διότι ἐὰν ἡ πρώτη ἐκείνη διαθήκη ἦτο τελεία καὶ δὲν εἶχεν ἐλλείψεις,δὲν θὰ ἐζητεῖτο τόπος διὰ δευτέραν διαθήκην καὶ δὲν θὰ εἰσήγετο δευτέρα διαθήκη. 8 Ἐπροφητεύθη δὲ ἀπὸ αὐτὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα καὶ ἡ δευτέρα διαθήκη. Διότι κατηγορῶν ὁ Θεὸς αὐτούς, ποὺ ἔλαβαν τὴν πρώτην διαθήκην, λέγει διὰ τοῦ προφήτου Ἱερεμίου· Ἰδοὺ ἔρχονται ἡμέραι, λέγει ὁ Κύριος, καὶ θὰ συνάψω μὲ τὸν οἶκον Ἰσραὴλ καὶ μὲ τὸν οἶκον Ἰούδα, μὲ τὸν νέον Ἰσραὴλ τῆς χάριτος, διαθήκην νέαν. 9 Ἡ νέα αὐτὴ διαθήκη δὲν θὰ εἶναι ὅμοια μὲ ἐκείνην, ποὺ ἔκαμα πρὸς τοὺς προπάτορας τοῦ παλαιοῦ Ἰσραὴλ καὶ Ἰούδα τὴν ἡμέραν, ποὺ τοὺς ἔπιασα ἀπὸ τὸ χέρι διὰ νὰ τοὺς βγάλω ἐλευθέρους ἀπὸ τὴν γῆν τῆς Αἰγύπτου. Ἐκείνη ἡ διαθήκη θὰ καταργηθῇ, διότι αὐτοὶ δὲν ἔμειναν πιστοὶ εἰς τὴν διαθήκην μου καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ τοὺς παρημέλησα, λέγει ὁ Κύριος. 10 Διότι αὐτὴ εἶναι ἡ νέα διαθήκη, τὴν ὁποίαν θὰ συνάψω μὲ τὸν οἶκον τοῦ νέου πνευματικοῦ Ἰσραὴλ ὕστερα ἀπὸ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, λέγει ὁ Κύριος. Θὰ δώσω δηλαδὴ τοὺς νόμους μου εἰς τὴν διάνοιάν των καὶ θὰ γράψω αὐτοὺς ὄχι εἰς πλάκας λιθίνας, ἀλλὰ βαθεῖα εἰς τὰς καρδίας των, καὶ θὰ εἶμαι εἰς αὐτοὺς Θεὸς καὶ αὐτοὶ θὰ εἶναι εἰς ἐμὲ λαὸς ἐκλεκτός. 11 Καὶ δὲν θὰ διδάσκουν τότε ὁ καθένας των τὸν συμπατριώτην του καὶ τὸν ἀδελφόν του λέγων· Μάθε τὸν Κύριον. Διότι ὅλοι θὰ μὲ γνωρίζουν ἀπὸ τὸν μικρόν τους ἕως τὸν μεγάλον ἐξ αὐτῶν. 12 Καὶ θὰ μὲ γνωρίζουν ὅλοι, διότι θὰ εἶμαι ἵλεως εἰς τὰς ἀδικίας των καὶ δὲν θὰ ἐνθυμηθῶ πλέον τὰς ἁμαρτίας των καὶ τὰς ἀνομίας των. 13 Ὅταν δὲ εἶπεν ὁ Θεὸς Νέαν Διαθήκην, μὲ αὐτὸ ποὺ εἶπεν, ἔκαμεν ἀπὸ τότε παλαιὰν τὴν πρώτην διαθήκην. Ἐκεῖνο δὲ ποὺ παληώνει καὶ γηράσκει, πλησιάζει πρὸς τὴν ἑξαφάνισιν.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Αν μέσα στην ψυχή του ανθρώπου, υπάρχει ο ''θεός'' της μόδας, ο ''θεός'' της σαρκός, ο ''θεός'' του κόσμου, ο ''θεός του εγώ'', ο Χριστός ο Ναζωραίος, δεν γεννιέται στην ψυχή αυτή. Θα πεθάνουν οι άλλοι ''θεοί'', για να γεννηθεί Αυτός. Και για να πεθάνουν, εξάρταται από σένα και όχι από το Θεό.

Δημήτριος Παναγόπουλος

Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2025

«Λύτρωσιν απέστειλε Κύριος τω λαώ αυτού»




Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού
Το πιο ευφρόσυνο άγγελμα όλων των εποχών: «ο Λόγος σάρξ εγένετο» (Ιωάν.1,14), αποτελεί την απαρχή της χαράς και της ελπίδας για το ανθρώπινο γένος. Η ενανθρώπηση του Θεού είναι το μέγιστο γεγονός της ανθρώπινης ιστορίας, διότι χάρις σε αυτό βρήκε ο άνθρωπος και ολόκληρη η δημιουργία την πραγματική λύτρωση. 
        Το ευλογημένο αυτό γεγονός είναι ο αντίποδας του φρικτού γεγονότος της πτώσεως του ανθρώπου και η αληθινή παλινόρθωσή του στην προπτωτική του κατάσταση, καθότι, σύμφωνα με τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας: «ηρρώστησεν η ανθρωπίνη φύσις εν Αδάμ δια της παρακοής την φθοράν εισέδυ τε ούτως αυτήν τα πάθη» (P.G. 74,788/9). Αν η πτώση υπήρξε η χείριστη κατάρα και ο όλεθρος, η θεία ενανθρώπηση υπήρξε η ύψιστη ευλογία και η χάρη. Ο θεσπέσιος υμνογράφος των Χριστουγέννων αποδίδει με τον πλέον άριστο τρόπο αυτή την αλήθεια: «Ιδών ο Κτίστης ολλύμενον τον άνθρωπον χερσίν ον εποίησε, κλίνας ουρανούς κατέρχεται, τούτον δε εκ παρθένου αγνής όλον ουσιούται αληθεία σαρκωθείς» (Κανών των Χριστουγέννων). Μάλιστα μέσα από την πατερική θεολογία της Εκκλησίας μας διαφαίνεται πως, χωρίς να είναι το γεγονός της πτώσεως μέρος της θείας οικονομίας, η σάρκωση του Θεού Λόγου απέβη περισσότερο ωφέλιμη στον άνθρωπο, από την αποκατάσταση της προ της πτώσεως κατάστασής του. Δι’ αυτής έχουμε αναδημιουργία του ανθρώπου εν Χριστώ. Η πρώην θνητή φύση του Αδάμ, χάρις στη θεία ενανθρώπηση, ενώθηκε με τη θεία φύση, με αποτέλεσμα την κατά χάριν θέωσή της.
       Ο Θεός Λόγος γενόμενος άνθρωπος, προσέλαβε πραγματικά την ανθρώπινη φύση στο θεανδρικό Του πρόσωπο, «ίνα τους υπό νόμον εξαγοράσει, ίνα την υιοθεσίαν απολαύομεν» (Γαλ. 4,5). Η πρόσληψη αυτή προϋπέθετε τον καθολικό καθαρισμό της από τον ρίπο της αμαρτίας που έφερε μετά την πτώση, διότι ο απόλυτα αναμάρτητος Θεός δε μπορούσε να κατοικήσει σε πτωτική και αμαρτωλή φύση. Αυτό σημαίνει πως η ανθρώπινη φύση έχει καθαρισθεί και θεωθεί από την ευλογημένη στιγμή που ο Θεός Λόγος ενοικούσε δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος στην αγνή γαστέρα της Θεομήτορος. Όλοι οι άνθρωποι φέρουμε πια φύση καθαρή, αγία και θεωμένη, χωρίς να έχουμε συνειδητοποιήσει αυτή την ύψιστη θεία δωρεά, καθότι: «παράδοξον μυστήριον οικονομείται σήμερον, καινοποιούνται φύσεις και Θεός άνθρωπος γίνεται» (ύμνος Χριστουγέννων). Σύμφωνα με τον Θεοδώρητο Κύρου: «αθάνατόν τε και άφθαρτον υπό της ενοικούσης εγένετο φύσεως» (P.G. 81,836Β). 
        Το γεγονός της αντικειμενικής σωτηρίας της ανθρωπίνης φύσεως δεν αίρει σε καμιά περίπτωση την ελευθερία του προσώπου. Η πραγμάτωση της σωτηρίας στηρίζεται αποκλειστικά στην προσωπική ελευθερία. Ο απόστολος Παύλος είναι ο διαπρύσιος κήρυκας της ελεύθερης επιλογής της σωτηρίας: «τη ελευθερία ημάς Χριστός ηλευθέρωσεν» (Γαλ.5,1). Οι σωτήριες δωρεές της ενανθρωπήσεως του Θεού, για τον άνθρωπο που δεν επιθυμεί να σωθεί, είναι σαν να μην υπάρχουν. Η ενανθρώπιση του Θεού είναι σαν να μην έγινε για τους απίστους και απειθείς.  Η ενεργοποίηση των σωτηριωδών δωρεών του Θεού είναι αποτέλεσμα του απόλυτου σεβασμού της ανθρώπινης ελευθερίας από μέρους του Θεού και της προσωπικής συγκατάθεσης του ανθρώπου. 
        Ως προσωπική συγκατάθεση δεν εννοούμε απλά μια νοητική ή συναισθηματική συναίνεση, αλλά μια οντολογική αποδοχή του Χριστού ως μοναδικού σωτήρα και την υιοθέτηση της νέας εν Χριστώ ζωής και πολιτείας, η οποία προϋποθέτει την αποκήρυξη του βιώματος του «κόσμου», δηλαδή της μη αυθεντικής ζωής. Ομιλούμε για τη ζωή που βιώνεται μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα και πραγματώνεται το ανθρώπινο πρόσωπο, έχοντας ως πρότυπο τον αληθινό άνθρωπο, τον Θεάνθρωπο. 
       Η πτώση των πρωτοπλάστων σημαίνει ουσιαστικά την ελεύθερη συγκατάθεση του ανθρώπου να εδραιωθεί στον κόσμο το κράτος του διαβόλου. Χωρίς τη θέλησή του θα ήταν αδύνατη η πραγμάτωση της βασιλείας του αρχέκακου. Η μοιραία απόφαση του ανθρώπου να στασιάσει εναντίον του Θεού και να αυτονομηθεί έδωσε τη δύναμη στο διάβολο να υλοποιήσει το καταχθόνιο σχέδιό του. Το πιο τραγικό στοιχείο της πτώσης είναι ότι αυτή δεν επέδρασε μόνο στον άνθρωπο, αλλά σε ολόκληρη τη δημιουργία. Το κακό που εισήλθε δια του ανθρώπου στον κόσμο, διαχύθηκε σε ολόκληρη την πλάση. Αποτέλεσμα είναι να «συνωδύνει και συστενάζει άχρι του νυν» αναμένοντας και αυτή την από Θεού απελευθέρωσή της από τη δουλεία της αμαρτίας (Ρωμ. 8,21).   
         Όπως η συγκατάθεση του ανθρώπου να υιοθετήσει το κακό ήταν ελεύθερη, έτσι και η συγκατάθεση του Θεού να σώσει τον άνθρωπο και ολόκληρη τη δημιουργία ήταν αποτέλεσμα ελευθερίας. «Σώζεις δε σαρκωθείς εκών ευεργέτα» υμνεί ο μελωδός των Χριστουγέννων (Κανών των Χριστουγέννων). Το απ’ αιώνος απόκρυφο σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου από μέρους του Θεού ήταν πρωτίστως αποτέλεσμα ελεύθερης επιλογής και άμετρης αγάπης του Θεού. Ο Θεός Λόγος δέχτηκε να κενωθεί και να σαρκωθεί «εν ομοιώματι σαρκός αμαρτίας» (Ρωμ. 8,3), «εκ σπέρματος Δαβίδ κατά σάρκα» (Ρωμ. 1,3). Να αποβάλλει τη θεία Του μεγαλοπρέπεια και να ενδυθεί την ανθρώπινη μικρότητα και ταπείνωση μέχρι του σημείου του θανάτου «θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ.2.6). Η θεία ταπείνωση υπήρξε το μόνο ισχυρό και αποτελεσματικό αντίδοτο κατά της έπαρσης της αμαρτίας, η οποία και συνέτριψε ολοκληρωτικά το κακό και θρυμμάτισε την κεφαλή του νοητού όφεως, όπως σαφέστατα προφητεύθηκε στο τρίτο κεφάλαιο της Γενέσεως από τον ίδιο το Θεό, ώστε «ρώμην βιαίαν του βρωτοκτόνου σβέσαι» (Κανών Χριστουγέννων). 
          Ο σαρκωμένος Θεός Λόγος χαρακτηρίζεται από τον απόστολο Παύλο ως «έσχατος Αδάμ» (Α΄ Κορ. 15,45), για να διακριθεί από τον πρώτο πτωτικό Αδάμ. Κάνοντας τη σύγκριση των δύο προσώπων μας φανερώνει το ασύλληπτο μέγεθος της δωρεάς του Θεού για το ανθρώπινο γένος. Αν στο πρόσωπο του πρώτου χοϊκού Αδάμ συντελέστηκε η δημιουργία του ανθρώπου, στο θείο πρόσωπο του Λυτρωτή μας συντελέστηκε η αναδημιουργία του πεσόντος ανθρώπου. «Ο πρώτος άνθρωπος εκ γης χοϊκός, ο δεύτερος άνθρωπος ο Κύριος εξ ουρανού» (Α΄ Κορ. 15,47), τονίζει ο μέγας απόστολος. Ο Χριστός ως «Νέος Αδάμ παιδίον φυράματος ετέχθη, Υιός, και πιστοίς δέδοται» (3ο τροπ. ΣΤ΄ ωδής). Αν ο πρώτος χοϊκός Αδάμ είναι ο σωματικός μας γενάρχης, ο δεύτερος Αδάμ, ο Χριστός είναι ο πνευματικός μας γενάρχης.  Ο πρώτος γενάρχης μας κληροδότησε την οδύνη του κακού και τον όλεθρο του θανάτου και της αιώνιας της καταδίκης, ο δεύτερος Αδάμ μας κληροδότησε τη δυνατότητα της σωτηρίας και τη μετοχή μας στην αιώνια ζωή, χάρις στην ευλογημένη «επιφάνειά Του» (Α΄ Τιμ.2,13). Είμαστε σωσμένοι «κατά την χάριν του Θεού ημών και Κυρίου Ιησού Χριστού» (Β΄ Θεσ. 1,12). Ο Σωτήρας μας, κατά τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας: «όλην είχεν εν Εαυτώ την φύσιν, ίνα πάσαν επανορθώση, μετασκευάσας εις το αρχαίον» (P.G. 73,753). 
          Ο σαρκωμένος Λόγος είναι ο μοναδικός και αναντικατάστατος σωτήρας του κόσμου, διότι «εξήλθε λαών εις ανάπλασιν » (Κανών Χριστουγέννων). Οι αμέτρητοι άνθρωποι «σωτήρες» όλων των εποχών αποδείχτηκαν απίστευτα ανεπαρκείς και ψεύτικοι. Καμιά άλλη προσωπικότητα στην ανθρώπινη ιστορία δεν ευεργέτησε την ανθρωπότητα όσο ο Ιησούς Χριστός, διότι αυτός δεν είναι ένας κοινός θνητός, αλλά ο σαρκωθείς Θεός, ο μόνος δυνατός να νικά το κακό και να ελεεί τον πληγωμένο από την αμαρτία άνθρωπο. Είναι ο μόνος ο Οποίος προσφέρει οντολογική σωτηρία και όχι μονομερή, όπως οι διάφοροι κατά καιρούς κοινωνικοί μεταρρυθμιστές, ή οι πάμπολλοι φιλόσοφοι, διά των οποίων «ουκ έγνω ο κόσμος τον Θεόν» (Α΄ Κορ.1,21). Μόνο δια του Χριστού σώζεται καθολικά και ολοκληρωτικά ο άνθρωπος, διότι Αυτός δια της ενανθρωπήσεώς Του προσέλαβε το κάθε ανθρώπινο πρόσωπο στο θεανδρικό Του πρόσωπο κάνοντάς το δικό Του κύτταρο. «Δια της απολυτρώσεως της εν Χριστώ Ιησού προέθετο ο Θεός ιλαστήριον» (Ρωμ.3,24), γι’ αυτό αναφωνεί με άκρατο ενθουσιασμό ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: «Χριστόν ενδέδυμαι, Χριστόν μεταποίημαι» (P.G. 36,372A). Ο ενωμένος οργανικά στο σώμα του Χριστού άνθρωπος έχει αυθεντική φύση, διότι μετέχει του αυθεντικού ανθρωπίνου προτύπου, του Θεανθρώπου, Οποίος είναι ο μόνος «αρχηγός της ζωής» (Πράξ. 3,15). 
          Πληρωμένοι οι πιστοί από άρρητη χαρά και ουράνια αγαλλίαση υμνούμε τον Μεγάλο «Ερχόμενον» (Πραξ. 19,4) στον κόσμο, διότι  έχουμε την απόλυτη βεβαιότητα ότι δε βαδίζουμε τη στενή και δύσκολη ατραπό της επίγειας ζωής μας μόνοι μας, αλλά έχουμε συνοδοιπόρο μας τον Εμμανουήλ «ό εστι μεθερμηνευόμενον μεθ’ ημών ο Θεός» (Ματθ. 1,24). Βιώνουμε οντολογικά την αδιάκοπη παρουσία του Κυρίου και εξ’ αιτίας αυτού αντλούμε θάρρος, διότι Αυτός «νενίκηκε τον κόσμον» (Ιωάν. 16,33). Δεν είμαστε πια δούλοι της αμαρτίας, αλλά απελεύθεροι και ακόμη περισσότερο: υιοί και κληρονόμοι «του Θεού διά του Χριστού» (Γαλ. 4,7). Γι’ αυτό καταρτίζουμε εγκάρδιο επινίκιο αίνο και ωδή ευχαριστίας στο Μεγάλο Λυτρωτή μας, κατά τη μεγάλη εορτή των Χριστουγέννων και μαζί με τον θεσπέσιο υμνογράφο της εορτής, υψώνουμε  «χείρας συν κρότοις εφυμνίοις, μόνον σέβοντα Χριστόν, ως ευεργέτην, εν τοις καθ’ ημάς συμπαθώς αφιγμένον» (Κανών Ιαμβικός, 2ο τροπ. Δ΄ ωδής). 

https://www.nyxthimeron.com/

Ο διωκόμενος Χριστός



Του π. Δημητρίου Μπόκου
Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Χριστὸς γεννήθηκε ἐπὶ τῆς γῆς, ὁ κόσμος κινήθηκε ἀμέσως ἐναντίον του. Ὁ Χριστὸς βρέθηκε ἐξ ἀρχῆς καταδιωκόμενος ἀπὸ τὶς ἀρχὲς καὶ ἐξουσίες «τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου». Μὲ τὴν ἀναχώρηση τῶν μάγων, ὁ Βασιλεὺς τῶν Οὐρανῶν φεύγει «δι’ ἄλλης ὁδοῦ», κρυφὰ μὲς στὴ νύχτα, «εἰς Αἴγυπτον», κρυπτόμενος ἀπὸ τὸν θεομάχο Ἡρώδη. Ἀπὸ νήπιο ὁ Χριστὸς ζεῖ σὲ διωγμό, καταδίωξη, ἐξορία, προσφυγιά, πόνο, βάσανα (Κυριακὴ μετὰ τὴν Χριστοῦ Γέννησιν).
Γιατί ὅμως γίνεται αὐτό;
Ὁ Χριστὸς περιβάλλεται μὲν τὴν ἀνόθευτη ἀνθρώπινη φύση, αὐτὴν ποὺ τὰ δικά του χέρια «ἐποίησαν καὶ ἔπλασαν». Παίρνει τὸ σῶμα ποὺ ὁ ἴδιος «ἐν ἀρχῇ» ἔπλασε, «χοῦν λαβὼν ἀπὸ τῆς γῆς». Προσλαμβάνει τὴν ψυχὴ ποὺ ἡ θεϊκή του πνοὴ «ἐνεφύσησεν εἰς τὸ πρόσωπον» τοῦ πρώτου ἀνθρώπου. Διαπλάθεται «κατ’ εἰκόνα» τοῦ πλάσματός του. Κάνει δικά του τὰ θεμελιώδη ἀρχετυπικὰ στοιχεῖα ποὺ ὁ ἴδιος ἐνέβαλε στὴν ἀνθρώπινη οὐσία. «Προσέλαβεν ὅλον τὸν Ἀδάμ, τὸν πρὸ τῆς παραβάσεως».
Ἀφήνει ἀπ’ ἔξω μόνο τὴν ἁμαρτία. Δὲν εἶχε δημιουργήσει ἁμαρτία ὁ Θεός. Δὲν ἔβαλε τέτοιο πράγμα στὴ φύση τοῦ ἀνθρώπου. Αὐτὴ γεννήθηκε ἀπὸ τὴ θέληση τοῦ ἀνθρώπου. Ὑπῆρξε ἐπιλογή του, κατὰ συμβουλὴ καὶ προτροπὴ τοῦ ὄφεως βέβαια. Προέκυψε ἐκ τῶν ὑστέρων. Δὲν ἦταν ἀναγκασμένος ἀπὸ τὴ φύση του νὰ ἁμαρτήσει ὁ ἄνθρωπος, προγραμματισμένος ἐκ κατασκευῆς. Ἦταν προαιρετικὴ ἐπιλογή του, καρπὸς τῆς ἐλευθερίας του καὶ μόνο ἡ ἁμαρτία.
Ὅμως, ἂν καὶ ἀφήνει ἀπ’ ἔξω τὴν ἁμαρτία ὁ Χριστός, παίρνει πάνω του ὅλες τὶς συνέπειες ποὺ αὐτὴ προκάλεσε στὸν ἄνθρωπο. Τὸν δερμάτινο χιτώνα τοῦ ἀνθρώπου ἐνδύεται τώρα ὁ Θεός. Περιβάλλεται τὴ θνητότητα μὲ ὅ,τι αὐτὴ συνεπάγεται. Ὄχι τὴν ἁμαρτία, ἀλλὰ τὰ λεγόμενα ἀδιάβλητα πάθη ποὺ συνεπιφέρει ἡ ἁμαρτία. «Πεῖνα, δίψα, κόπος, πόνος, τὸ δάκρυον, ἡ φθορά, ἡ δειλία, ἡ ἀγωνία», μὲ κορυφαῖο τὸν θάνατο.
Ζεῖ τὸν κατατρεγμὸ καὶ τὴν ταλαιπωρία ἐξ ἀρχῆς ὡς κοινὸς θνητός. Περνάει ὅλα τὰ στάδια τοῦ βιολογικοῦ κύκλου τοῦ πεπτωκότος ἀνθρώπου. Ἀναλαμβάνει τὰ πάντα, «ἵνα τὰ πάντα ἁγιάσῃ». Γεννιέται, σπαργανοῦται, γαλουχεῖται, ἀναπτύσσεται, ἐνηλικιώνεται. Ἀπογράφεται «τῷ δόγματι τοῦ Καίσαρος» ὡς δοῦλος καὶ ὑπήκοος ἀνθρώπου, φεύγει διωκόμενος στὴν Αἴγυπτο. Κοπιάζει, ἱδρώνει, κλαίει ἐν ὄψει τῆς Ἱερουσαλήμ, ἀγωνιᾶ στὴ Γεθσημανῆ, πάσχει, ραπίζεται, βοᾶ ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ «ἵνα τί με ἐγκατέλιπες», ἀποθνήσκει, θάπτεται.
Καὶ ὁ μὲν ἄνθρωπος διέρχεται ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ὑποχρεωτικά. Δὲν μπορεῖ νὰ τὰ ἀποφύγει. Εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴν ἐξουσία του. «Οὐκ ἐφ’ ἡμῖν».
Ὁ Χριστὸς ὅμως δὲν ἀναγκάζεται σὲ τίποτε. Κάνει τὰ πάντα ἑκούσια. «Θέλων γὰρ ἐπείνασε, θέλων ἐδίψησε, θέλων ἐδειλίασε, θέλων ἀπέθανεν» (ἅγ. Ἰω. Δαμασκηνός). «Τὰ πάντα προσίεται (ἀνέχεται), ἵνα σώσῃ τὸν ἄνθρωπον».
Θέλησε νὰ τὰ περάσει ὅλα αὐτοπροσώπως, ὥστε στὸ ἀγωνιῶδες ἐρώτημα τοῦ κάθε πάσχοντος: «Ποῦ εἶναι τώρα ὁ Θεός;» νὰ μπορεῖ νὰ τοῦ πεῖ: «Δίπλα σου εἶμαι, στὴ δική σου θέση, στὸν ἴδιο πόνο ἐξ αἰτίας σου κι ἐγώ».

https://www.nyxthimeron.com/

Κοίτα τι μπορώ να κάνω ["ἀνεῖλεν πάντας τοὺς παῖδας"]




«Τότε Ἡρῴδης ἰδὼν ὅτι ἐνεπαίχθη ὑπὸ τῶν μάγων ἐθυμώθη λίαν, καὶ ἀποστείλας ἀνεῖλεν πάντας τοὺς παῖδας τοὺς ἐν Βηθλεέμ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω, κατὰ τὸν χρόνον ὃν ἠκρίβωσεν παρὰ τῶν μάγων»  (Ματθ. 2, 16-17)
«Τότε ὁ Ἡρώδης, ἐπειδὴ εἶδε ὅτι ἐξαπατήθηκε ἀπὸ τοὺς μάγους, ἐθύμωσε πάρα πολὺ καὶ ἔστειλε καὶ ἐσκότωσε ὅλα τὰ παιδιὰ στὴν Βηθλεὲμ καὶ σέ ὅλα τὰ περίχωρά της ἀπὸ δύο ἐτῶν καὶ κάτω, σύμφωνα πρὸς τὸν χρόνο, τὸν ὁποῖο  ἐξακρίβωσε ἀπὸ τοὺς μάγους». 
            Γεμάτη η ανθρώπινη Ιστορία από τυράννους. Αυτός που έχει τη δυνατότητα να ηγεμονεύει, να έχει το μονοπώλιο της νόμιμης κρατικής βίας, να ελέγχει τους μηχανισμούς του κράτους, εύκολα μπαίνει στη λογική του ατομικού συμφέροντος και της χρήσης του λαού του ως θεράποντος, χωρίς να τον ενδιαφέρει το κοινό καλό, αν αυτό δεν ταυτίζεται με το δικό του. Χαρακτηριστικό των τυράννων τα μεγάλα έργα, ώστε ο κόσμος να ξεχνιέται βλέποντας μεγαλεία, τα οποία ευκολύνουν τη ζωή του ή γίνονται αφορμή δόξας για τον ισχυρό. Χαρακτηριστικό των τυράννων, εκτός της καταστολής, η χρήση του άρτου και  των θεαμάτων, ώστε να μπορούν να έχουν τον λαό ήσυχο, με καλυμμένες τις βιοτικές του ανάγκες ή να τον οδηγούν  στη λογική του να ξεχνιέται για όσα θα μπορούσε να έχει και δεν έχει.
            Στα χρόνια του ερχομού του Χριστού στον κόσμο υπήρχαν δύο τυραννίες. Η μία ήταν των Ρωμαίων. Αυτοί κυβερνούσαν τον γνωστό κόσμο με τη δύναμη των όπλων και της εξουσίας. Ήταν πάντοτε ένας στρατός κατοχής, στον οποίο η αντίσταση έμοιαζε μάταιη. Η δεύτερη τυραννία όμως ήταν αυτή του βασιλιά Ηρώδη, ο οποίος είχε ουσιαστικά την εξουσία στην Παλαιστίνη. Η τυραννία στηριζόταν στην ισχύ των όπλων και στην ανοχή των Ρωμαίων. Εφόσον ο Ηρώδης είχε τον λαό ήσυχο, οι Ρωμαίοι γιατί να μην τον ανέχονται; Ο Ηρώδης δεν δίσταζε να χρησιμοποιήσει τον ρωμαϊκό στρατό, κάνοντας τον εαυτό του ακόμη πιο μισητό στους συμπατριώτες του, από τη στιγμή που έβλεπαν ότι ο βασιλιάς τους δεν ήταν μόνο άδικος απέναντί τους, αλλά συνεργαζόταν και με τους εχθρούς τόσο του Θεού όσο και του λαού. Και ίσως το μεγαλύτερο έγκλημα που έκανε ο Ηρώδης ήταν όταν θανάτωσε τα νήπια της Βηθλεέμ, θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο  δεν θα κινδύνευε ο θρόνος του στο μέλλον από τον Χριστό.
«Μανείς», μας αναφέρει ο υμνογράφος της Εκκλησίας, για τον Ηρώδη. Έζησε ο Ηρώδης την μανία, την παραφροσύνη, την απόλυτη τρέλα να τα βάλει με ένα παιδί. Θανάτωσε και πλήθος άλλων παιδιών, ανυπεράσπιστων και αθώων, για να μην αισθανθεί ότι υπάρχει ο φόβος του σφετερισμού του θρόνου του. Σαν να επρόκειτο να ζήσει για πάντα. Σαν να μη ήταν ο εκλεκτός των Ρωμαίων. Σαν να μην είχε στα χέρια του τους μηχανισμούς του κράτους. Ένα παιδί, λιγότερο από δύο χρονών, ήταν η απειλή του. Δαιμονόπληκτος ο Ηρώδης εκτός από τύραννος. Παράφρων και ανόητος. Όμως στον νου του το παν ήταν η εξουσία του. Και η θανάτωση των νηπίων της Βηθλεέμ ήταν μία επίδειξη δύναμης, για να φοβηθούν όλοι, πραγματικοί ή κατασκευασμένοι από τον νου του σφετεριστές.
«Κοίτα τι μπορώ να κάνω!». Αυτό είναι το μήνυμα που ο Ηρώδης δίνει και στην εποχή μας. Όταν έχω τη δύναμη και την εξουσία στα χέρια μου, μπορώ να συντρίψω τους πάντας. Το ότι ο Χριστός έφυγε στην Αίγυπτο δεν θα μπορούσε να περάσει από τον νου του τυράννου. Το ότι τελικά, όσο και να αισθανόμαστε ικανοί για τα πάντα, να δοκιμάζουμε τα πάντα, να νομίζουμε ότι τίποτα δεν μπορεί να μας σταματήσει, είναι η αυταπάτη μας, ιδίως στους καιρούς της έπαρσης. Η βασιλεία του Χριστού δεν ήταν και δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. Και γι’ αυτό δεν θα εξαλειφθεί. Αυτό το μήνυμα ας είναι η παρηγοριά μας για την ανησυχία που νιώθουμε από κάθε μορφής τυραννία στους καιρούς μας. Δεν θα κρατήσει για πάντα. Πάντα ο Χριστός θα επανέρχεται. Η αγάπη. Η ελευθερία. Η αλήθεια. Και θα μας καλεί να τον συνοδεύσουμε με τον τρόπο της Εκκλησίας. Που είναι ακατάλυτος, όπως η γιορτή. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
28 Δεκεμβρίου 2025, Κυριακή μετά τη Χριστού Γέννηση 
https://www.nyxthimeron.com/