Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2026

Όταν η Αγάπη δεν κρατά λογαριασμό




Η ανθρώπινη αγάπη είναι μετρήσιμη και συγκρίνει. Η αγάπη του Θεού είναι άπειρη και ασύγκριτη. Μια από τις πιο διδακτικές παραβολές του Χριστού είναι η παραβολή του Ασώτου. Φαίνεται το μεγαλείο της παρουσίας Του Θεού στον άνθρωπο. Παρουσιάζεται η άπειρη αγάπη Του για τον κόσμο.
Ένας πατέρας είχε 2 γιους. Ο νεότερος λέει: «πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας». Και ο πατέρας υπάκουσε στην επιθυμία του γιου και χώρισε την περιουσία στα 2 παιδιά. 
Αφού ο νεότερος γιος πήρε την περιουσία, πήγε σε ξένη χώρα και «διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως». Αφού ξόδεψε όλη την περιουσία του, έπεσε λιμός στη χώρα και αναγκάστηκε να δουλεύει στη βοσκή χοίρων και να τρέφεται με την τροφή τους.
Σκέφτηκε, τότε, την θέση των υπηρετών στο σπίτι του πατέρα του και αποφάσισε να επιστρέψει. Είπε μέσα του: «πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου». Όταν βρισκόταν ήδη μακριά, τον βλέπει ο πατέρας του, τον σπλαγχνίστηκε «καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν».
Ο πατέρας αποφασίζει να σφάξει το καλύτερο μοσχάρι, να τον ντύσουν με τα καλύτερα ρούχα, να του δώσουν το δαχτυλίδι για να εορτάσουν την επιστροφή του γιου του. Επιστρέφοντας ο μεγάλος γιος στο σπίτι, άκουσε χορούς και τραγούδια και ένας υπηρέτης τον πληροφορεί για τα τεκταινόμενα. Νευριασμένος για την εξέλιξη, βγαίνει ο πατέρας από το σπίτι και τον παρακαλεί να μπει μέσα και να γιορτάσει την επιστροφή του γιου.
Τότε, ο μεγάλος γιος ξεσπάει: «ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν». Και απαντάει ο πατέρας: «ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη».
Παρατηρούμε ότι ο πατέρας δεν κρατάει λογαριασμό και δεν κρατάει τεφτέρι για τις πράξεις του μεγάλου γιου. Δεν κάνει απολογισμό για τα λάθη του γιου και ούτε του ζητάει εξηγήσεις γιατί τα έκανε. Δεν απαντάει με λόγια, απαντάει με αγκαλιά.
Ανοίγει τα χέρια του για να χωρέσει ο γιος. Το σπίτι του Πατέρα γίνεται το σπίτι που δεν έκλεισε ποτέ την πόρτα για τον γιο. Αντίθετα, ο γιος νιώθει την ανάγκη να ελευθερωθεί από την οικογένειά του, να ανοίξει τα φτερά του, να ζήσει τη ζωή του. Όλα αυτά, όμως, οδήγησαν τον άνθρωπο στην πτώση. 
Η φυγή από το σπίτι του δεν ήταν ελευθερία, η απόλαυση τον οδήγησε στην πείνα και η αυτάρκεια στην μοναξιά. Μόνος, έρημος, φτωχός στην εξορία μακριά από το πατρικό του σπίτι.
Και, όταν, «εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν» έκανε την απογραφή της κατάστασης. Είδε τι έπραξε και που είναι. Θα λέγαμε, με σημερινούς όρους, ότι βγήκε μείον· βγήκε με έλλειμμα.
Ο Πατέρας της παραβολής και, κατ’ επέκταση, ο Θεός Πατέρας δεν κρατάει λογαριασμό. Σε μία ταπεινωτική στιγμή για τον πατέρα, βλέπει από μακριά τον γιο και τρέχει για να τον υποδεχτεί ξανά πίσω στο σπίτι. Εκεί που ανήκει. Σταματάει τον γιο από την εξομολόγηση που του κάνει και το αίσθημα της αγάπης κυριαρχεί στη σχέση Πατέρα και γιου.
Εμείς, σήμερα, μοιάζουμε με τον πρεσβύτερο γιο. Τα παίρνουμε όλα τοις μετρητοίς. «Δεν μου έδωσες..., τόσα χρόνια εγώ...», είναι κάποιες από τις χαρακτηριστικές εκφράσεις του μεγάλου γιου προς τον Πατέρα.
Ποσοτικοποιεί την αγάπη· την κάνει μετρήσιμη. Εκτός απ’ αυτήν, μετράει τα χρόνια, τις αδικίες που υπέστη. Ακόμα, και στο Αποστολικό Ανάγνωσμα της ημέρας, ο Απόστολος Παύλος μάς συμβουλεύει ότι: «πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐ πάντα συμφέρει· πάντα μοι ἔξεστιν, ἀλλ᾿ οὐκ ἐγὼ ἐξουσιασθήσομαι ὑπό τινος», δηλαδή: «όλα μού επιτρέπονται, όλα όμως δεν είναι προς το συμφέρον. 
Όλα μού επιτρέπονται, εγώ όμως δε θα αφήσω τίποτε να με κυριέψει». Δεν είναι όλα για τον πνευματικό μας αγώνα, δεν είναι όλα ευάρεστα στο Θεό.
Μάς αφήνει ο Θεός να επιλέξουμε. Να διαλέξουμε τι δρόμο θα ακολουθήσουμε. Δεν μας επιβάλλει τίποτα. Είμαστε ελεύθεροι να διαλέξουμε.
Και αν, ακόμα, φτάσουμε στο χείλος του γκρεμού, ο Θεός είναι εκεί για να μας κρατήσει με την αγάπη Του· να μας ξαναβάλει στο σπίτι Του· εκεί που ανήκουμε.
Ο Θεός δεν κρατάει λογαριασμό. Μόνο εμείς μετράμε την αγάπη. Μετράμε τι δώσαμε και τι περιμένουμε να πάρουμε ή πήραμε.
Είμαστε τόσο φτωχοί και υπολογίσιμοι που κρατάμε τεφτέρι για τις συναλλαγές.
Ευτυχώς που ο Θεός δεν είναι έτσι!
Ο πατέρας δεν έμαθε ποτέ αριθμητική.
Έμαθε μόνο να περιμένει. Και να αγκαλιάζει.
Γιατί η αγάπη που σώζει δεν κρατά λογαριασμό.
Κρατά ανοιχτή την πόρτα.

Σωτήριος Θεολόγου, Μεταπτυχιακός Φοιτητής Θεολογίας Α.Π.Θ.
https://inpantanassis.blogspot.com/

Η νοερά προσευχή φέρνει τον άνθρωπο εις την πρώτη χάρη του βαπτίσματος





Το κομποσχοινάκι είναι θαυματουργό!
Η καλυτέρα προσευχή είναι ό,τι εσύ επινοείς εκείνην την ώρα. Δεν είναι μόνον, θέλω να διαβάσουμε Μετάληψη να μεταλάβουμε, τρόπον τινά, αύριο. Α, «από ρυπαρών χειλέων, από βδελυράς καρδίας...»· διαβάζουμε, ούτε καταλαμβάνουμε τι λέμε. Εσύ ο ίδιος να βρεις προσευχή, εσύ ο ίδιος· οπότε καταλαμβάνεις τι λες εις τον Θεό. Αυτό έχει μεγάλη δύναμη, να πούμε, μεγάλη δύναμη!
Ε, ας υποθέσουμε ότι αύριο θα μεταλάβουμε. Θα μεταλάβουμε. Θά 'ρθει ουσιωδώς ο Παράκλητος ν' αγιάσει τα Δώρα· πώς θα τον υποδεχθείς; «Στο έλεός Σου, στην ευσπλαχνία Σου, συγχώρεσέ με». Έχει δύναμη διότι το λες και το καταλαμβάνεις, από μέσα απ' την ψυχή σου βγαίνει αυτή η ευχή, να πούμε. Διότι πολλές φορές διαβάζουμε, αλλού τρέχει ο νους, αλλά αυτό που βγαίνει από μέσα σου, το καταλαμβάνεις τι λες.
Η ευχή (προσευχή) είναι ο καθρέφτης του Μοναχού.
Ο άγιος Χρυσόστομος λέει: Μπορεί ο άνθρωπος, ο οποίος από ανάγκη δεν πηγαίνει στην εκκλησία, να κάνει τον εαυτό του Θυσιαστήριο, λέει, προσευχόμενος.
Οι άνθρωποι στον κόσμο είναι και επιστήμονες, ούτε το Σάββατο δεν μπορούν να πάνε στην εκκλησία, την Κυριακή, έχουν την υπηρεσία αυτή την ώρα. Μπορείς αυτή την ώρα να κάνεις τον εαυτό σου Θυσιαστήριο λέγοντας την προσευχή.
Θέλεις να γίνεις ένας καλόγηρος πολύ καλός; Μην αφήνεις την ευχή. Κατά το μέτρο σου και η ευχή σου.
Έλεγα κι εγώ στον Γέροντα: «Γέροντα, και στην κόλαση να πάω δεν φοβάμαι, αρκεί την ευχή να λέω». Τόση γλυκύτητα, τόση χαρά σου παραδίδει μέσα αυτή η ευχούλα -μικρή είναι, αλλά πόση δύναμη έχει!- οπότε λες, και στην κόλαση να πάω δεν φοβάμαι, θα λέω την ευχή και στην κόλαση. Αυτά δέστε τα, γιατί τα περάσαμε και τα παραδίδομε και σε σας.
Εμείς είμαστε ραφτάδες στον Άγιο Παύλο, κι εγώ ως αρχάριος δεν είχα γνωρίσει ακόμη τον γερο-Ιωσήφ. Φεύγοντας από το σπίτι πήρα το κομποσχοίνι να πάω στον Άγιο Παύλο. Κατουνάκια - Άγιος Παύλος είναι δυόμιση ώρες. Πέρασα τη Μικρή Αγία Άννα, πέρασα την Αγία Άννα, κατηφορίζω λοιπόν για τη Νέα Σκήτη. Όταν έφτασα κοντά στο μύλο, εκεί από πάνω από τον Ευαγγελισμό, ξύπνησα! Βρε, λέω, πότε έφτασα εδώ πέρα; Είχα αφοσιωθεί τόσο πολύ στην ευχή που δεν έβλεπα το δρόμο!
Θα κάνεις εργόχειρο, κάνεις ένα διακόνημα, μην αφήνεις την ευχούλα, γιατί και η ευχή σε θεοποιεί. Το πρώτο-πρώτο, πατέρες, που θα αισθανθείτε, θα είναι η χαρά! Το πρώτο στάδιο, το πρώτο σημείο, το οποίο θα αισθανθείτε λέγοντας την ευχή, είναι η χαρά. Και η χαρά δεν είναι τίποτες άλλο, ένα πετραδάκι στην ακροθαλασσιά, είναι το πράγμα ότι μέσα αρχίζεις να φωτίζεσαι! Γι' αυτό λέγε την ευχούλα, λέγε την ευχούλα, λέγε την ευχούλα και αυτό θα σε φέρει σε άλλη κατάσταση πολύ καλύτερη, την οποία όσο και να σκεφθείς, δεν μπορείς να σκεφθείς.
Ο μαθητής του δημοτικού σχολείου δεν μπορεί να καταλάβει τα του γυμνασίου, ούτε του γυμνασίου του πανεπιστημίου. Αλλά όταν η χάρις θέλει να έρθει μέσα σου, θα το καταλάβεις ότι είσαι τώρα μαθητής του γυμνασίου, είσαι μαθητής του πανεπιστημίου, ο ίδιος θα το καταλάβεις.
Μία ψυχή πήγε στην τουαλέτα, κι έλεγε την ευχή. Α, και φανερώνεται ο διάβολος εκεί. Βρε 'συ, λέει, βρώμικη ευχή λες. Α, μα, και ο καλόγηρος : Άκουσε αποστάτα της θείας Μεγαλειότητος, λέει, η κένωσις του σώματος πηγαίνει κάτω, η κένωσις της ψυχής πηγαίνει απάνω, δεν έχει καμιά ένωση.




Στο σπίτι μας παραπάνω καθόταν ένας καλόγηρος και, κρίσις Θεού, ήτανε δαιμονισμένος. Οι γέροι δεν μπορούσαν να έρχονται κάτω στο σπίτι μας, να μεταλάβουν, και πήγαινα εγώ στο σπίτι τους απάνω, που είναι ο πάτερ-Γεδεών εκεί απάνω, και τους μετελάμβανα. Πήγαινα στο Ιερό, έβγαζα το Αρτοφόριο, ερχόντουσαν οι γέροι στην Ωραία Πύλη εκεί και τους μετελάμβανα. Αυτός μού 'λεγε: «Ο διάβολος εκεί κάθεται στην άκρη, στη Λιτή». Του λέω: «Τον βλέπεις;» «Τον βλέπω», λέει. Και ο ίδιος έλεγε ότι: «Όταν λέω την ευχή ταράττεται ο διάβολος, όταν λέω δεύτερη φορά αφρίζει· την τρίτη ευχή άφαντος γίνεται!» Να η δύναμις της ευχής. Αυτό που λένε τα βιβλία μας ότι:
-Παιδί μου, λέει ο Γέροντας, πες την ευχή.
-Μα λέω και δεν καταλαμβάνω τίποτες.
-Δεν καταλαμβάνεις, λέει, εσύ, αλλά ο διάβολος καταλαμβάνει και φεύγει.
Να, σ' αυτόν τον καλόγηρο.
Α, να πούμε και τον άλλο με το καλάθι.
Ένας υποτακτικός, σαν ο Γέροντας τώρα, λέει τον πατερ-Αρσένιο:
-Λέγε την ευχή.
-Λέω την ευχή, δεν καταλαμβάνω τίποτε.
-Ο διάβολος καταλαμβάνει και φεύγει.
-Ε, και πού θα καταλάβω εγώ;
-Ε, καλά, παιδί μου, θέλεις να δεις θαύμα;
-Ναί, θαύμα θέλω να δω, Γέροντα.
-Καλά, του λέει, θα προσευχηθώ στο Θεό να σου δείξει θαύμα, να καταλάβεις πόση δύναμη έχει η ευχή. (Τα γράφουν τα πατερικά βιβλία).
-Καλά.
Έκανε προσευχή ο Γέροντας, έκανε και νηστεία, τριήμερο νηστεία.
-Έλα εδώ, παιδί μου, τώρα, πάρε το καλάθι, πήγαινε απάνω στη βρύση να το γιομίσεις νερό.
-Γέροντα, με συγχωρείς, εγώ, λέει, τα μυαλά μου τά 'χω, το καλάθι θα γιομώσω νερό έξω;
-Καλά, παιδί μου, δεν είπες ότι θέλεις να δεις θαύμα; Να δεις τι δύναμη έχει η ευχή; Δεν θέλεις;
-Ναί, λέει.
-Ε, κάνε αυτό που σου λέω, αλλά θα λες την ευχή, όλο την ευχή θα λες.
-Νά 'ναι ευλογημένο.
Πάει. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», βάζει το καλάθι στη βρύση από κάτω. Το νερό γιομίζει το καλάθι, δεν τρέχει το καλάθι, αλλά λέει την ευχή. Εννοείται ο Γέροντας στο δωμάτιο προσηύχετο να του δείξει ο Θεός θαύμα στον παραγυιό του. Το γιόμωσε το καλάθι.
Μόλις το είδε, τρέχει λοιπόν να το δείξει στον Γέροντα.
«Γέροντα, γιόμωσε το καλάθι νερό!» Στο δρόμο λοιπόν φανερώνεται ο διάβολος με μορφή ανθρώπινη, λέει:
-Καλόγερε, πού πας;
-Πάω στον Γέροντά μου.
-Πώς σε λένε;
-Γεώργιο.
-Πόσα χρόνια έχεις καλόγερος;
-Πέντε-έξι.
-Τι δουλειά κάνεις;
-Σφραγίδια.
Πάει, έφυγε το νερό κάτω! Έπιασε την αργολογία, άφησε την ευχή, πήγε στον Γέροντα με άδειο το καλάθι!
-Τι συμβαίνει, παιδί μου;
-Γέροντα, έτσι κι έτσι.
-Άφησες την ευχή, παιδί μου, γι' αυτό έφυγε το νερό. Βλέπεις όταν έλεγες την ευχή, το καλάθι κρατούσε το νερό, όταν σταμάτησες κι άρχισες την αργολογία, έφυγε το νερό.
Και ο Θεός μας δοκιμάζει καμιά φορά να μας ξυπνήσει, να πούμε. Σου στέλνει έναν πειρασμό ο Θεός, ο Θεός θέλει να σε ξυπνήσει, μην κοιμάσαι· μην κοιμάσαι, λέγε την ευχούλα.
Και ο άνθρωπος, όταν προσεύχεται εις το Θεό, απορροφά, τρόπον τινά, τις ιδιότητες του Θεού. Ο Θεός, να πούμε, είναι αγαθός, δεν οργίζεται, μακροθυμεί. Και 'συ μετά την προσευχή, σού 'ρχεται ένα τέτοιο πράγμα, μακρόθυμος, ό,τι να σου κάνει ο άλφα, ο βήτα, δεν πειράζει, ε, δεν πειράζει αυτό. Επειδή η χάρις σε χαρίτωσε. Θα σε κάνει κατόπιν, πώς να πούμε, πάντα προσευχόμενον. Ναι. Επήρες αυτή την ιδιότητα, προσευχόμενος εις το Θεό, την πήρες αυτή την ιδιότητα του Θεού.




Ό,τι ο Γέροντας μας παρέδωσε, αλλά και οι νηπτικοί Πατέρες στη Φιλοκαλία που γράφουν, και ό,τι η μικρή μας πείρα μας δίδαξε, η καλυτέρα προσευχή γίνεται νύχτα.
Όταν ξυπνήσουμε το βράδυ και βολιδοσκοπήσουμε την ψυχή μας ότι ρέπει προς τη λύπη, τότες θα φέρουμε θεωρίες θλιβερές. Εγώ στο κελλάκι μου όταν βρίσκομαι και ξυπνάω, φέρνω μία θεωρία ότι πέθανα, μου έκαναν ανακομιδή οι πατέρες και φέραν ένα καλάθι μπροστά στο τραπέζι. Εκεί είναι τα κόκκαλά μου, εκεί είναι και η νεκροκεφαλή, η κάρα που λέμε. Δεν μου λες εσύ, παπα-Εφραίμ, τώρα που βρίσκεσαι; Βρίσκεσαι στον παράδεισο; Καλώς. Αν βρίσκεσαι στην κόλαση, τότες άρχισε από τώρα και κλαίγε και θρήνησε ότι είσαι ανάξιος της αποστολής σου, να πούμε. Κι από 'κει έρχονται οι διάφορες έννοιες, θεωρίες και προβιβάζεται η ψυχή, τρόπον τινά, από λίγη κατάνυξη σε μεγαλυτέρα, σε μεγαλυτέρα.
Όταν από την άλλη πλευρά έχει η ψυχή χαρά, φέρνουμε θεωρίες χαροποιές. Το κυριότερο, να πούμε, η χαροποιά θεωρία είναι στη σοφία του Θεού. «Εμελέτησα εν πάσι τοις έργοις Σου, εν ποιήμασι των χειρών Σου εμελέτων» (Ψαλμ. 142, 5).
Όταν φέρουμε τη δημιουργία του Θεού, με τι σοφία το έκανε αυτό ο Θεός όλο, δεν μπορεί παρά ο νους προβιβάζεται σε ανωτέρα θεωρία, σε ανωτέρα θεωρία και θαυμάζει και εκπλήττεται τη σοφία του Θεού, την αγάπη, την οποία έχει ο Θεός, ότι εδημιούργησε όλο το σύμπαν και τελευταία έκανε τον άνθρωπο. Αφού τα έκανε όλα, τελευταίον έκανε τον άνθρωπο. Βασιλέα της κτίσεως. Από 'κει θα 'ρθουν όλες οι θεωρίες οι χαροποιές.
Τώρα ο αδερφός λέει στην εκκλησία. Το ίδιο είναι και στην εκκλησία. Αν μεν έχεις κατάσταση, μπορείς να πεις την ευχούλα. Όταν δεν έχεις, τότες θα παρακολουθήσεις τα ψαλσίματα, τα διαβάσματα, τα οποία ακούω εκεί στο αναλόγιο. Καθώς και στη Λειτουργία, έτσι είναι. Και στη Λειτουργία πολλές φορές ο άνθρωπος έρχεται σε έκσταση, δεν ακούει εκείνα τα λόγια, όχι μάλλον δεν ακούει, μεταποιεί, θεοποιεί τα λόγια. «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Πού πηγαίνεις; Να πάρεις τον Θεό. Τότες χαίρεσαι. Εάν μεν έχει προηγηθεί η χαρά, δεν μπορείς παρά με δάκρυα να προσέλθεις· δάκρυα χαράς, να προσέλθεις να μεταλάβεις. Όταν έχουν προηγηθεί δάκρυα λύπης: «Θεέ μου, συγχώρησέ μου τας αμαρτίας μου. Εις το έλεός Σου, εις την ευσπλαγχνία Σου, στην αγάπη Σου. Μας το είπες ότι "Θεός οικτίρμων και ελεήμων, μακρόθυμος και πολυέλεος" (Έξ. 34,6). Μας το είπες. Εκεί στηρίζομαι και προσέρχομαι αναξίως». Ουδείς άξιος, λέει και ο ιερεύς όταν προσεύχεται. Και εκεί περισσότερο στηρίζεσαι και προσέρχεσαι...
Να σας πω, πολλοί από τους πατέρας τους Κατουνακιώτας, πολλοί που ερχόντουσαν να μεταλάβουν, δεν άκουες τίποτες, μόνο έβλεπες τα δάκρυα που έτρεχαν και τους μετελάμβανες. Ε, ο γέρος αυτός, να πούμε, όλη τη Λειτουργία δεν μιλούσε καθόλου, αλλά ήτανε σκυμμένος και τώρα, είτε σε θεωρία ερχότανε, είτε σε βαθυτέρα έννοια της ευσπλαγχνίας του Θεού. Διότι δωρεάν βαπτιστήκαμε, δωρεάν μας έδωσε το βάπτισμα, δωρεάν μας έδωσε το Σώμα Του και το Αίμα Του, δωρεάν μας δίδει και τον Παράδεισο. Δεν πληρώνουμε τίποτες.
Ο Θεός μας θέλει καρδίαν καθαράν. Να προσέχουμε μόνο στο Θεό. Ο Θεός δεν θέλει μέσα στην καρδιά μας συντροφιές, θέλει μόνον Αυτός να βασιλεύει. Αν μπορούμε να το πετύχουμε, τότες πετυχαίνουμε και εύκολα την καρδιακή προσευχή.
Η χάρις δεν μας εξετάζει εμάς πότε θά 'ρθει. Λέει ένας από τη συνοδία μου, λέει, σήμερα ήταν της Μεταμορφώσεως, δεν εχάρηκα. Δεν εχάρηκες της Μεταμορφώσεως; Ναι. Μπορείς να χαρείς την άλλη μέρα που είναι καθημερινή. Όχι από το σεβάσμιο της ημέρας, από την κρίση του Θεού εξαρτάται η χάρις. Έχει βέβαια, δεν είναι και καθολικός νόμος αυτός. Αλλά πάντως όμως η κρίσις του Θεού είναι διαφοροτέρα από την κρίση των ανθρώπων.
Άλλος χαροποιήθηκε απάνω στο μοτόρ, άλλος απάνω στο αεροπλάνο. Η κρίσις του Θεού είναι διάφορος. Άλλος χαροποιήθηκε πηγαίνοντας στην Αγία Άννα ένα άλεσμα στο μύλο. Εκείνην την ώρα χαροποιήθηκε. Δεν μπορούμε να το κρίνουμε γιατί ο Θεός, τρόπον τινά, δεν μας χαριτώνει μέσα στη Λειτουργία, αλλά μας χαριτώνει εκτός Λειτουργίας. Δεν μπορούμε να το κρίνουμε αυτό. Μπορείς και μέσα στη Λειτουργία να χαριτωθείς, μπορείς στη Λειτουργία να μη χαριτωθείς, να χαριτωθείς απάνω στο εργόχειρο. Αυτό είναι η κρίσις Του. Το δικό μας είναι πάντοτε να προσευχώμεθα. Όταν ο Θεός επισκέπτεται την ψυχή μας, θέλει και απαιτεί να τη βρίσκει σε προσευχή. Να μη βρίσκει την ψυχή μας και τη διάνοιά μας μετεωριζομένη. Αυτό λυπεί το Θεό. Λυπεί το Θεό. Μπορούμε νά 'χουμε όλη την ημέρα αυτοσυγκέντρωση; Αυτό θα μας βοηθήσει.
Οι άγιοι Πατέρες, ιδίως ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης, το λέει μέσα ότι η ευχή δεν είναι μία για όλους τους ανθρώπους. Αναλόγως της καταστάσεως. Ο άλλος λέει: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Άλλος λέει: «Ιησού Χριστέ μου, ελέησόν με». Άλλος λέει: «Ιησού μου, ελέησόν με». Άλλος: «Ιησού μου». Άλλος τίποτε. Ε, το τίποτα είναι σ' έναν ανώτερο βαθμό, να πούμε, που δεν μπορείς να μιλήσεις εκείνην την ώρα, μόνο απολαμβάνεις αυτήν τη γλυκύτητα. Όταν υποβιβάζεται αυτή η κατάσταση, τότε βλέπεις μέσα σου και λέει την ευχή η καρδιά σου. Τότες εκείνη την ώρα μπορείς να λύσεις και πολλά προβλήματα. Ενώ προηγουμένως δεν άκουες την ευχή, όταν ήρθες στο τέρμα, στο ζενίθ δεν άκουες τίποτα, μόνο απολάμβανες έτσι. Όταν υποβιβάστηκε, ακούς και η καρδιά σου λέει την ευχή, οπότε μπορείς ν' αυτοκυριαρχήσεις εκείνην την ώρα. Στο άλλο όμως δεν μπορείς ν' αυτοκυριαρχήσεις. Όχι ότι δεν μπορείς, αλλά δεν σ' αφήνει, σε τραβάει. Και τα παρατάς όλα και κάθεσαι σαν ένας άψυχος, να πούμε, και παρακολουθείς. Πόσο θα διαρκέσει αυτό είναι κρίσις Θεού. Πόσο θα διαρκέσει αυτό το πράγμα. Μπορεί να διαρκέσει και μισή ώρα, μπορεί να διαρκέσει και πέντε λεφτά, μπορεί να διαρκέσει και περισσότερο.



Σ' ένα μοναστήρι του Αγίου Όρους, το γνωρίζετε, ιδιόρυθμο ήτανε. Είπε ο παπάς στον αγωγιάτη:
-Κύριε Δημήτριε, μου φέρνεις και μένα πέντε-δέκα φορτία ξύλα, να κάψω το χειμώνα;
-Θα σου φέρω, παπα-Εφραίμ.
Έφερε.
-Φερ' τα από 'δω.
-Όχι από 'κει, το ζώο φοβάται, Γέροντα.
-Φερ' τα από 'δω, ντε.
Μαλώσανε.
-Ασυγχώρητος.
Κι εσύ ακοινώνητος.
Έφυγε ο αγωγιάτης πήγε απάνω στο βουνό. Ο παπάς τώρα τι πρέπει να κάνει; Μπορεί να λειτουργήσει, να φέρει σε αδιαφορία, ότι εγώ είχα δίκιο; Όχι. Μπορεί να λειτουργήσει; Όχι. Τι να κάνει. Τώρα μάχονται δύο: «Καλά, αύριο που θά 'ρθει -γιατί ήτανε βραδάκι- αύριο που θά 'ρθει ο αγωγιάτης, του λέω ότι να με συγχωρέσει». Ο άλλος λέει: «Καλά, αν δεν έρθει ο αγωγιάτης αύριο κι έλαβε ένα τηλεγράφημα από τη γυναίκα του να πάει ότι το παιδί αρρώστησε, τι θα κάνεις;» Πάτερ, εδώ είναι ο θησαυρός του καλογήρου. Προσευχή.
-Παναγία μου, τι να κάνω; (Το Ιβήρων ήταν το μοναστήρι.)
-Παναγία Πορταΐτισσα, τι να κάνω, βοηθησέ με.
Κεραυνοβόλος έρχεται η πληροφορία, η έμπνευση, να πούμε, η παρουσία της Παναγίας.
Όλοι μας ξέρομε ότι τα μοναστήρια τα Αγιορείτικα, όταν βασιλεύει ο ήλιος κλείνουνε. Έχουν όμως κι ένα πορτάκι μικρό τόσο, που εν καιρώ, σπάνια το ανοίγουν αυτό. Ανάβει λοιπόν ο παπάς το φανάρι του, περνάει το πορτάκι κι ανεβαίνει απάνω στο βουνό.
-Καλησπέρα σας.
-Καλώς τον παπά.
-Ευλογημένε κύριε Δημήτρη, να με συγχωρέσεις.
-Θεός σχωρέσου. Συγχώρεσέ με κι εσύ.
Συγχωρεθήκανε και κατέβηκε κάτω ο παπάς πάλι και λειτούργησε την άλλη μέρα. Βλέπετε ότι σε κάθε περίπτωση επιβάλλεται η προσευχή. Δεν μπορείς εκείνη την ώρα τι να κάνεις, σαστίζεις δεν ξέρεις τι να κάνεις. «Παναγία μου, τι να κάνω;» Και σε βοηθάει η Παναγία. Δεν μπορείς, πάτερ, να λειτουργήσεις. «Μη τα αμαρτήματά μου κωλύσωσι ενθάδε παραγενέσθαι το Άγιόν Σου Πνεύμα». Πάτερ μου, λειτουργάμε, μεταλαμβάνομε, η χάρις κατέρχεται, αλλά «μη εις κρίμα ή εις κατάκριμα», το λέμε κι αυτό.
Οι περισσότεροι που έρχονται στα Κατουνάκια, πές μας, λένε. Ε, να σας πω ότι, αφιερώστε τουλάχιστον το εικοσιτετράωρο μισή ώρα. Όποια ώρα, κατά την κοσμικιά δέκα, έντεκα προ του μεσονυκτίου. Και νά λέτε την ευχούλα δίχως να κρατάτε κομποσχοίνι στο χέρι σας. Ικετευτικά, παρακλητικά, κλαψιάρικα «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Έτσι.
Καλλιέργησέ το αυτό και θα δεις τι καρπό θα βγάλει. Από μισή ώρα θα το κάνεις κατόπιν μια ώρα· και πρόσεξε ότι εκείνην την ώρα είτε το τηλέφωνο θα σου χτυπήσει ή α, αυτή τη δουλειά πρέπει να την κάνω τώρα ή ύπνος θα σε χτυπήσει εκείνην την ώρα. Τίποτες. Κλείστο το τηλέφωνο, τελείωσε όλες τις δουλειές σου και κάνε αυτό, μισή ώρα, όχι περισσότερο. Και θα δεις, αυτό είναι, θα φυτέψεις ένα δεντράκι κι αύριο - μεθαύριο θα κάνει καρπό. Κι ο άγιος Χρυσόστομος κι ο άγιος Βασίλειος απ' αυτό άρχισαν. Μικρό δεντράκι κι έγιναν φωστήρες της Οικουμένης.
Η ασματική Νύμφη όταν έφυγε με το λογισμό της από τη γη, διότι της είπαν ότι στον ουρανό υπάρχει ο Νυμφίος σου, επήγε εις τους ουρανούς, και είπε στους αγγέλους:
-Παραμερίστε, παραμερίστε.
-Τι θέλεις;
-Θέλω τον Νυμφίο μου, λέει.
-Και τι τον θέλεις;
-Θέλω να τον δω.
Κι έδειξε το δακτυλίδι το οποίο εχάρισε ο Χριστός απάνω εις την κουρά. Εχάρησαν τα τάγματα των αγγέλων, όταν είδαν το δακτυλίδι, ως η Μεγαλομάρτυς και πάνσοφος Αικατερίνη.
Όταν δε κατόπιν έδειξε και το Σχήμα το αγγελικό, ανεβόησαν, κεκράγεσαν, επήρθη το υπέρθυρον εκ της βοής αυτών, εκ της χαράς, διότι εισήλθεν άνθρωπος εις το τάγμα τους. Και ήρξαντο να εναγκαλίζουν και να φιλούν την ασματική νύμφη.
Ξαφνικά εσιώπησαν. Διότι διετάχθησαν να σιωπήσουν. Και μία φωνή ως αύρα λεπτή ηκούσθη [όπως εχθές διαβάσαμε τον Προφήτη Ηλία, ούτε εις την φωτιά, ούτε εις τον σεισμό, ούτε σ' αυτό, δεν ήταν ο Θεός. Στην αύρα λεπτή (Γ' Βασ. 19,11-12)]:
-Και ίνα τι με ζητείς εδώ; Δεν ξέρεις ότι μέσα στην καρδιά σου υπάρχω;
Ε, τότες η ασματική Νύμφη συνήλθε, όπως ο θείος Αυγουστίνος, και είδε μέσα της Αυτόν τον οποίον ζητούσε και έτρεχε στα βουνά και στα όρη να ζητήσει, τον είδε μέσα της. Όντως «η βασιλεία των Ουρανών εντός ημών εστί»! (Λουκ. 17,21).
Κάτι τέτοιες θεωρίες έρχονται μέσα εις την ησυχία της νυκτός. Οπότε κατόπιν ο άνθρωπος κατά το μέτρο του απολαμβάνει. Τίποτε δεν θέλεις εκείνη την ώρα, μόνον αυτήν τη θεωρία, αυτήν τη γλυκύτητα, αυτήν την πνευματική ηδονή να αισθάνεσαι. Και στην κόλαση να υπάγω, αυτό θα αισθανθώ, δεν το θεωρώ τίποτες. Δεν είμαι μέσα στην κόλαση.
Δοκίμασε τον εαυτό σου, πάρε το κομποσχοινάκι σου, κάθησε μια ώρα, κάνε κομποσχοίνι, κουράστηκες; Ε, τότες θέλεις άλλην τροφή, βάλε λίγη ανάγνωση ή ψάλλε ή κάνε κανένα άλλο έτσι σωματικό έργο, να πούμε. Η αλλαγή δηλαδή της πνευματικής τροφής ωφελεί, πολύ ωφελεί...
Ένα όνομα να θυμηθείς για την άλλη τη ζωή, αυτό σε πυρώνει, οπότε όλα τ' άλλα σβήνουνε και μένει αυτό το όνομα. Μόνο ένα όνομα ή τα αιώνια αγαθά. Δηλαδή αυτό που πέρασα, αυτό λέω, τ' άλλα που δεν πέρασα, δεν μπορώ να τα πω.
Τα αιώνια αγαθά! Η αιώνιος ζωή! Η αιώνιος μακαριότης! Τακ, σταματάει ο νους. Μπορείς εκείνην την ώρα να επιβληθείς στον εαυτό σου, να διαβάσεις ευχές Λειτουργίας; Δεν μπορείς. Αυτό σε φθάνει. Οπότε, όταν προχωράς ιδίως στο «Ευλογημένη η Βασιλεία», δεν μπορείς να προχωρήσεις, πάτερ. Ενώνεσαι με το Θεό! Το πνεύμα σου με το Πνεύμα. Ενώνεσαι! Οπότε κατόπιν ούτε και μπορείς να προχωρήσεις, και από τα δάκρυα ιδίως, πώς να πω τώρα, σε πιάνει ένας ίλιγγος, σε πιάνει όχι φρίκη, γλυκιά φρίκη! Πώς να πω τώρα; «Τις ειμί εγώ, Κύριε, και τις ο οίκος του πατρός μου» (Β' Βασ. 7,18), ώστε και μένα με γνωρίζει ο Θεός! Είσαι βαπτισμένος, πάτερ, και σε γνωρίζει και σένα ο Θεός! Μέχρι εκεί σταματάς. Σταματάει κι η λογική, σταματάνε όλα. Δεν μπορείς, πάτερ, να αυτοκυριαρχήσεις, να προσευχηθείς. Εκεί σταματάει. Δεν μπορείς, μόνο κάθεσαι και κλαις, και κλαις, και κλαις και κλαις και δεν μπορεί να μιλήσεις τίποτες.
Εσύ μπορείς να κατανυγείς και να μη σε παίρνει ο άλλος μυρωδιά. Κι εγώ εδώ κι εσύ εκεί και μπορεί να προσευχώμεθα και να κλαίμε και να μη μ' ακούς εσύ. Αυτό μας δίδαξαν οι πατέρες. Όχι να φυσάς και να κραυγάζεις ότι κατανύσσεσαι. Όχι δεν είναι καλογερικό αυτό.
Ο Γέροντας είχε βγει έξω τη διακαινήσιμο εβδομάδα· πάνε πολλά χρόνια. Είπε ο γερο-Ιωσήφ εις τη Γερόντισσα Ευπραξία και τις άλλες αδελφές: «Βρήκα ένα παπαδάκι καλό» (για μένα έλεγε). Συνεννοήθηκε η Γερόντισσα με τις άλλες, και μου πλέξανε ένα σκουφάκι.
Όταν ήρθε ο γερο-Ιωσήφ, πήγε στις αλυκές· δεν ανέβηκε επάνω εις το σπίτι. Κατεβήκαμε όλοι κάτω. Λέει ο Γέροντας: «Βρε παπά, πάρε αυτό το σκουφάκι». Μόλις το φόρεσα εγώ το σκουφάκι αυτό, άναψα από προσευχή και θείο έρωτα! «Τι σκουφί είναι αυτό , Γέροντα;» του λέω. «Να ήξερες», λέει ο Γέροντας, «τι προσευχές έκανε η Γερόντισσα Ευπραξία σ' αυτό το σκουφάκι!»
Η Γερόντισσα Ευπραξία έστειλε ένα κομποσχοινάκι. Νομίζω ήτανε πενηντάρι, «Γέροντα», λέω, «δώσε μου αυτό το κομποσχοινάκι». «Πάρ' το», μου λέει. Εις την εικόνα που μου είχε δώσει ο Γέροντας, (μία εικόνα και ένα πολυσταύρι), το κρέμασα αυτό το κομποσχοινάκι. Και όταν αυτό ευωδίαζε την ημέρα, ήξερα ότι το βράδυ θα έχω προσευχή. Όταν δεν ευωδίαζε το κομποσχοινάκι, δεν είχα προσευχή Χρόνια πολλά αυτό.
Η προσευχή, το κομποσχοίνι, η ελεημοσύνη νικά το έλεος του Θεού. Καμιά αμαρτία δεν είναι μεγαλύτερη από το έλεος του Θεού.
Ένα κομποσχοίνι που κάνεις για τον αδελφό σου, για τον συγγενή σου, δεν πάει χαμένο. Ο Θεός θα τον βοηθήσει, όταν βρεθεί σε δύσκολη θέση. Το κομποσχοίνι, όχι βοηθάει, αλλά και ψυχή από την κόλαση μπορεί να βγάλει! Τόση δύναμη έχει η προσευχή.
Εγώ μνημόνευα τον παππού μου, ο οποίος ήτο ιερεύς. Τότε ήμασταν ζηλωταί· πριν λάβουμε τις πληροφορίες. Δεν τον μνημονεύαμε εις την λειτουργία, διότι ήτο νεοημερολογίτης. Του έκανα πολλά κομποσχοίνια, και παρακαλούσα το Θεό λέγοντας: «Κύριε, τόσες λειτουργίες σου έκανε, τόσες εξομολογήσεις κλπ., ελέησον αυτόν». Τούτο έπραττα επί καιρόν.
Ένα βράδυ τον είδα εις τον ύπνο μου (όραμα· ήτο αποκάλυψις Θεού), να με φιλεί και να μου λέει: «Ευχαριστώ, παιδί μου, τώρα βρίσκομαι σε καλύτερη θέση!» Τότε βλέπω και τη γιαγιά μου, να με πιάνει από το χέρι και να μου λέει: «Παιδί μου, προσευχήσου και για μένα, ίνα πάω εκεί που είναι και ο παππούς σου τώρα». Ήταν ολοζώντανο αυτό που έβλεπα. Αισθανόμουνα ότι ήσαν νεκροί.
Το έλεος του Θεού είναι μεγάλο. Ο γερο-Ιωσήφ μας είχε ειπεί, ότι όχι μόνο με τη Θ. Λειτουργία, αλλά και με την προσευχή μπορείς να βγάλεις ψυχή από την κόλαση.
Προσευχότανε ο Γέροντας Ιωσήφ για μια ψυχή αρκετό καιρό. Και στο τέλος νομίζω, ότι μας είπε, είδε όραμα, που η ψυχή είπε: «Μεγάλη μου ημέρα σήμερα. Πηγαίνω εις το καινούργιο μου σπίτι». Και ούτω πληροφορήθηκε ότι σώθηκε η ψυχή.
Εγώ κάποτε, όταν ήμουν αρχάριος, πολεμήθηκα από τον διάβολο· είχα σαρκικό πόλεμο. Ξάπλωσα να κοιμηθώ, αλλά ο πόλεμος της σαρκός δυνατός. Άρχισα με ζέση να λέω την ευχή. Τότε, μεταξύ ύπνου-ξύπνου βλέπω ένα όνειρο: Απέναντι εις την εξώπορτα, ήτανε ένας δαίμονας, όπως τον περιγράφουν οι Πατέρες, με κέρατα, με μαύρα φτερά κλπ., και κάγχαζε. Δεν ηδύνατο όμως να πλησιάσει εις το κελλί μου! Συνήλθα· πήγα και το διηγήθηκα κατόπιν εις τον γερο-Ιωσήφ. Μου λέει: «Βλέπεις, παιδί μου, ότι με την ευχή τον κρατάς εις την εξώπορτα, και δεν μπορεί να σε πλησιάσει!»
Η νοερά προσευχή ολίγον κατ' ολίγον φέρνει τον άνθρωπο εις την πρώτη χάρη του βαπτίσματος.


Αγίου Γέροντος Εφραίμ Κατουνακιώτη
https://inpantanassis.blogspot.com/

Θέλει περισσότερο




Η βασιλεία των ουρανών βιάζεται, και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν. Βιάζεται χρονικώς: Σήμερα· τώρα. 
Βιάζεται και τροπικώς: Μετάνοια· άσκησις σε κάθε τόπο, διά παντός τρόπου· σε κάθε καιρό και κάθε ώρα. Ο άνθρωπος όσον ημπορεί· και ο Θεός όσον θέλει!. 
Πάντοτε ο Θεός θέλει πολύ περισσότερο, από ότι ο άνθρωπος θα μπορούσε να επιθυμήσει…

Ανδρέας Θεοδώρου, Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών († 2004)
https://inpantanassis.blogspot.com/

«Λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλήν γωνίας»



Γιώργου Κυπριανού

 Οι λέξεις ἄρτιος και περιττός εἶναι δανεισμένες ἀπό τό χῶρο τῶν μαθηματικῶν. Ἄρτιος ἀριθμός κατά τούς ἀρχαίους ἕλληνες φιλοσόφους καί μαθηματικούς, ὅπως οἱ Πυθαγόρειοι καί μετέπειτα ὁ Ἀριστοτέλης, εἶναι ὁ τέλειος καί ἀκέραιος, χωρίς ἔλλειμμα. Ἀντίθετα, ὁ περιττός ἀριθμός εἶναι ὁ ἀτελής, ὁ ἀριθμός πού πάντα περιττεύει μέ μονάδα καί δέν ὁλοκληρώνεται. Ἀπό ὅλους τούς ἀριθμούς, ξεχωρίζει τό ἕνα ἤ μονάδα, ὁ ὁποῖος κατέχει καί τά δυό χαρακτηριστικά, εἶναι ἄρτιος καί περιττός μαζί, συνδυάζει τά στοιχεῖα καί τῶν δυό περιπτώσεων. Φιλοσοφικά, τό ἄρτιον καί περιττόν παραλληλίζεται μέ τό ἄπειρο καί τό πεπερασμένο, τό ἕν καί τό πλῆθος κτλ.
 Τό θέμα τῶν ἄρτιων καί περιττῶν ἀριθμῶν προέκυψε τυχαῖα σέ μία καθημερινή συζήτηση. Ὡστόσο, προσωπικά μοῦ προκάλεσε ἕνα συλλογισμό, χριστοκεντρικό. Ὁ Χριστός ὄντως ὑπῆρξε ἕνα περιττός ἄνθρωπος. Ὁ ἴδιος τό δηλώνει, ὅταν ἀναφέρεται σέ ἕνα προφητικό στίχο ἀπό τούς Ψαλμούς, «Λίθον ὃν ἀπεδοκίμασαν οἱ οἰκοδομοῦντες, οὗτος ἐγενήθη εἰς κεφαλὴν γωνίας». Ὁ Χριστός ἀναφέρεται στόν ἑαυτό του. Ἡ πέτρα, τήν ὁποία ἀπέρριψαν οἱ οἰκοδόμοι ὡς ἄχρηστη καί περιττή, τελικά τοποθετεῖται στό πιό κρίσιμο σημεῖο τῆς οἰκοδομῆς, μεταξύ τῶν δύο τόξων γιά νά συγκρατεῖ ὅλη τήν ὀροφή. Ὁ Χριστός, ἐνῶ πολεμήθηκε καί «ἐξοντώθηκε» ὡς περιττός, ἄχρηστος καί βδελυγμένος, τελικά ἔγινε τό θεμέλιο καί ἡ ἀρχή τῆς πιό ζωτικῆς οἰκοδομῆς, τῆς Ἐκκλησίας, ἕνωσε τά «πρίν διεστῶτα», τόν ἄνθρωπο καί τόν Θεό καί ἁγίασε τό σύμπαν. Ἀκόμα, ἡ Ἐκκλησία μας διατηρεῖ καί σχετική παράδοση καί γιά τό ξύλο τοῦ Σταυροῦ. Κατά τήν οἰκοδομή τοῦ Ναοῦ τοῦ Σολομώντα, ἕνα ξύλο δέν μποροῦσε νά ἐφαρμοστεῖ πουθενά καί ἀφέθηκε ὡς ἄχρηστο. Ἀπό αὐτό τό ξύλο κατασκευάστηκε ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ παραλληλισμός δέν εἶναι δύσκολος. Τά μαθηματικά μετροῦν μέ τήν χρησιμότητα τῶν ἀριθμῶν καί τῶν σχημάτων. Ὁ Χριστός ἀναποδογυρίζει τήν πυραμίδα καί τό περιττόν γίνεται τό τέλειο καί σωτήριο, τό ἀδύνατο μεταποιεῖται σέ σθεναρό, τό ἄχρηστο γίνεται τό χρηστότερο ὅλων, ὁ ἁμαρτωλός ἀνοίγει τόν παράδεισο. Εὐτυχῶς τά Μαθηματικά τοῦ Θεοῦ λύνονται μέ ἄλλες ἐξισώσεις. Γι’ αὐτό καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ὁ χῶρος τῆς ἐλπίδας ὅλων.
Τέλος, ὁ ἀριθμός ἕνα συνδυάζει τό ἄρτιον καί περιττόν καί κατά τόν Ἀριστοτέλη τόν οὐρανόν. Αὐτός δέν εἶναι ἄλλος ἀπό τόν Χριστό, τόν ἄπειρο κατά τήν θεότητα καί πεπερασμένο κατά τήν ἀνθρωπότητα, τόν τέλειο Θεό καί τέλειο ἄνθρωπο. Τό ἕνα εἶναι ὁ Ἕνας καί μοναδικός Χριστός, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου, ὁ οὐρανός ἐπί τῆς γῆς. Αὐτά σκεφτόμουν, μιλώντας μέ μαθηματικούς, ἀφήνοντας τό νοῦ μου, ὅμως, νά ταξιδέψει καί πάλι πρός τόν Χριστό.

https://proskynitis.blogspot.com/

....ελευθερία δεν είναι απλώς να φεύγεις....




Κάποτε, σε μια γη ήσυχη και ήρεμη, ζούσε ένας άντρας με δύο γιούς. Το σπίτι του ήταν γεμάτο φως και θόρυβο, γεμάτο τις καθημερινές μικρές χαρές της οικογένειας: τη μυρωδιά του ψωμιού που ψηνόταν στο πρωινό, τα γέλια που ανακατεύονταν με τα λόγια της σοφίας, τα βράδια που η σιωπή γέμιζε με αστέρια και ιστορίες για τους προγόνους.
Ο μικρότερος γιος, όμως, μέσα στη φρεσκάδα της νιότης, ένιωθε μια ανυπόμονη φλόγα να καίει μέσα του. Το βλέμμα του έπεφτε συχνά πάνω στη ζωή που ξεπερνούσε τα όρια του σπιτιού, στα όνειρα και τις επιθυμίες που δεν είχαν ακόμη μορφή. Μια μέρα, ενώ ο ήλιος ακουμπούσε απαλά την αυλή, πλησίασε τον πατέρα του και είπε:
«Πατέρα, δός μοι το επιβάλλον μέρος της ουσίας.»
Η φωνή του ήταν ήρεμη, αλλά η απαίτηση κρυβόταν στα λόγια του. Δεν ήταν παιδική παράκληση. Ήταν ο λόγος ενός ανθρώπου που ένιωθε πως η ζωή του ήταν δική του, πως η ελευθερία του άξιζε να εξαγοραστεί. Ο πατέρας τον κοίταξε με μάτια βαθειάς σιωπής, και χωρίς διαμαρτυρία, μοίρασε την περιουσία.
Ο μικρότερος υιός έφυγε. Φεύγοντας, η καρδιά του πάγωσε λίγο στην αρχή από την αγωνία του νέου κόσμου. Κι όμως, πίστευε πως η περιπέτεια θα τον έκανε ισχυρό και ανεξάρτητο. Τα χρήματα και οι πλούτοι τον έκαναν να νομίζει πως απέκτησε τα πάντα. Μα μέσα του, η αίσθηση της απουσίας ήταν ανεπαίσθητη στην αρχή, σαν ένας ψίθυρος που δεν ακούγεται, αλλά που μεγαλώνει αργά.
Η ζωή στη μακρινή χώρα ήταν λαμπερή στην αρχή, γεμάτη φαντασία, επιθυμίες και πειρασμούς. Μα όσο περνούσε ο καιρός, το φαίνεσθαι άρχισε να φθείρεται, η χαρά να στερεύει, και η ψυχή του να πεινά. Όταν η πτώχευση ήρθε απότομα, όχι μόνο η περιουσία του εξαφανίστηκε, αλλά και η αίσθηση του εαυτού του διαλυόταν. Η σιωπή της μοναξιάς τον ανάγκασε να θυμηθεί τον πατέρα, το σπίτι, την ίδια την έννοια του «πάτερ».
Στο βάθος της ταπείνωσης, πήρε την απόφαση: θα γυρνούσε πίσω. Δεν ζητούσε να επανέλθει ως γιος, αλλά ως υπηρέτης, ως μισθωτός. Όμως, πριν ακόμη προλάβει να πλησιάσει, ο πατέρας τον είδε από μακριά. Τρέχοντας, τον αγκάλιασε, τον φίλησε και τον έντυσε ξανά με την πατρική στολή. Η επιστροφή δεν ήταν επανάκτηση κεκτημένου, αλλά ανάσταση της ύπαρξης του ίδιου του παιδιού.
Στο σπίτι, ο πρεσβύτερος υιός, που είχε παραμείνει κοντά στον πατέρα, ένιωσε θυμό και ζηλοφθονία. Έβλεπε τον αδελφό του να επιστρέφει, να επανέρχεται στην αγάπη που εκείνος είχε πάρει για δεδομένη. Ο πατέρας όμως, με ήρεμη τρυφερότητα, τον πλησίασε και του είπε: «Τέκνον, συ πάντοτε μετ’ εμού ει, και πάντα τα έμᾶ σά εστιν.» Ο θυμός του δεν έσβησε αμέσως, αλλά η φωνή της αγάπης του υπενθύμισε ότι η ζωή δεν είναι ζήτημα δικαιοσύνης μόνο, αλλά επιστροφής, συγχώρησης και χαράς για κάθε αναστάσιμο βήμα.
Η παραβολή αυτή, μέσα από τους δύο υιούς, δεν μιλά μόνο για το δώρο της ελευθερίας και την αγάπη του Πατέρα, αλλά για την ίδια την ύπαρξη του ανθρώπου: πόσο εύκολα παρασύρεται από την απαίτηση και το θράσος, πόσο βαριά είναι η σιωπή της αχαριστίας, πόσο αναγκαία η μετάνοια και η επιστροφή για να ανακαλύψει κανείς τη δική του ταυτότητα, την υιότητα και την κοινότητα της αγάπης.
Τελικά, η μεγάλη διδασκαλία είναι ότι η ελευθερία δεν είναι απλώς να φεύγεις. Είναι, τολμηρά και ταπεινά, να μπορείς να επιστρέψεις, να αναγνωρίσεις την αγάπη που ποτέ δεν σε εγκατέλειψε, να συγχωρήσεις και να χαρείς για κάθε άνθρωπο που αναζητά τον δρόμο του πίσω στο σπίτι.
Κι έτσι, μέσα από την αμαρτία, την πτώση και την επιστροφή, η οικογένεια γίνεται καθρέφτης της σχέσης του ανθρώπου με τον Θεό του Πατέρα που περιμένει, συγχωρεί και χαίρεται για την κάθε ψυχή που επιστρέφει.

https://proskynitis.blogspot.com/

«Κατηξιώθης, Χαράλαμπες, ἐκ ξίφους, καί λαμπρότητος καί χαρᾶς τῶν μαρτύρων»




Ὁ Ἅγιος Χαράλαμπος, σύμφωνα μέ τόν Συναξαριστή, ἦταν ἱερέας στήν Μαγνησία τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Ἀφοσιώθηκε ἐξ ὁλοκλήρου στήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καί στήν διακονία τοῦ πλησίον. Ὅταν τό 198 μ.Χ. ὁ αὐτοκράτορας Σεπτίμιος Σεβῆρος ἐξαπέλυσε ἀπηνῆ διωγμό κατά τῶν χριστιανῶν, ὁ ἔπαρχος Λουκιανός διέταξε νά φέρουν μπροστά του τόν Χαράλαμπο.
Τόν ἀπείλησε ἐν ψυχρῷ, ὅτι θά τόν βασάνιζε σκληρά μέχρι θανάτου ἄν δέν ἀρνοῦνταν τόν Χριστό. Ἀτάραχος μπροστά στίς ἄγριες ἀπειλές τοῦ Λουκιανοῦ, ὁ γέρων Χαράλαμπος, ἔδωσε ἀποστομωτική ἀπάντηση, πού φανέρωνε ἕνα ἀλλιώτικο ἦθος: «Ἐμεῖς οἱ χριστιανοί», εἶπε, «εἴμαστε ἐξοικειωμένοι μέ τούς ἀγῶνες καί τούς πολέμους, ὅπως οἱ γενναῖοι στρατιῶτες πού δέν ἐπιθυμοῦν τόν ἤσυχο θάνατο στό κρεβάτι, ἀλλά τόν δοξασμένο τῆς μάχης. Σέ μένα ὑπάρχουν τά γηρατειά, ἀλλά νά μάθετε καλά, ὅτι στούς δικούς μας ἀγῶνες, τό πᾶν εἶναι ἡ ψυχή, ἡ ἀποφασιστικότητα, ἡ αὐταπάρνηση. Αὐτά δέν πέφτουν μέ τήν ἡλικία, ἀλλά μένουν πάντοτε ἀνθηρά καί νέα. Ἀμφιβάλλεις, ἔπαρχε; Δοκίμασε καί θά δεῖς, ὅτι μέ τήν χάρι τοῦ Κυρίου μου, θά κουραστοῦν ὅλοι οἱ ἀκμαῖοι δήμιοί σου, χωρίς ὁ ἱερέας Χαράλαμπος νά ζητήσει τήν ἐπιείκειά σου».
Τά γενναῖα αὐτά λόγια τοῦ Χαραλάμπους, προκάλεσαν μεγάλη ταραχή καί ὀργή στόν ἔπαρχο, ὁ ὁποῖος ἔμεινε ἔκπληκτος μπροστά στήν ἀποφασιστικότητα ἀλλά καί τό γενναῖο φρόνημά του. Ἐνήργησε ἀδίστακτα καί διέταξε νά τόν γδάρουν ζωντανό. Ἀντί, ὅμως, ὁ Χαράλαμπος νά λυγίσει, ἀκόμα περισσότερο δοξολογοῦσε καί ὑμνοῦσε τόν Θεό γιά τήν δύναμη καί τό κουράγιο πού τοῦ ἔδινε.
Μάλιστα, συνέβη καί τό ἑξῆς ἐκπληκτικό. Οἱ δήμιοι μπροστά στό θάρρος τοῦ Ἁγίου καί σέ ὅσα θαυμαστά συνέβαιναν, πίστεψαν στόν Χριστό. Φοβισμένος ὁ ἔπαρχος τόν ἄφησε ἐλεύθερο. Ἀργότερα, ὁ ἴδιος ὁ Σεβῆρος, διέταξε τόν ἀποκεφαλισμό του, ὅταν ὁ Ἅγιος Χαράλαμπος ἦταν σέ ἡλικία 113 ἐτῶν, χαρίζοντάς του ἔτσι, τόν στέφανο τοῦ μαρτυρίου.
Ἱερέας καί Μάρτυρας ὁ Ἅγιος Χαράλαµπος. Διπλή ἡ τιµή, διπλό καί τό στεφάνι τῆς νίκης. Διότι ἀπό τήν παιδική του ἡλικία ἀγωνιζόταν νά κρατή­σει τήν ψυχή καί τό σῶµα του καθαρά ἀπό κάθε ἁµάρτηµα πού µολύνει τόν ἄνθρωπο. Ὑπέρµαχος τῆς ἀρετῆς, τῆς παρθενίας καί τῆς ἁγνότητος, λάμπει σάν φωτεινό παράδειγµα σ’ ὅλους τούς χριστιανούς ἀνά τούς αἰῶνες.
Ἡ ὑποµονή καί ἡ πίστη ὑπῆρξαν οἱ ἀχώριστες ἀρε­τές τῶν Μαρτύρων στόν πνευµατικό ἀγῶνα τους. Ὁ ἀγῶνας τους δέν περιορίζεται µόνο ἐναντίον τῶν ὁρατῶν ἐχθρῶν, τῶν εἰδωλολατρῶν Αὐτοκρατόρων, τῶν ἡγεµόνων καί τῶν δικαστῶν, ἀλλά ἐπε­κτείνεται ἐναντίον τοῦ ἴδιου τοῦ διαβόλου, πού ἠθικά καί οὐσιαστικά πολεµᾶ τό ἔργο τοῦ Θεοῦ, τήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καί τούς πιστούς ὑπηρέτες καί δούλους τοῦ Κυρίου.
Τά πρότυπα τῶν Ἁγίων Μαρτύρων, ὅπως ὁ Ἅγιος Χαράλαμπος, θά ἐνισχύουν καί τήν δική μας θἐληση στούς πνευματικούς ἀγῶνες καί θά μᾶς δίνουν τήν δύναμη, ὥστε νά κοπιάζουμε εὐχαρίστως γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Μέ αὐτόν τόν τρόπο θά ἀξιωθοῦμε καί ἐμεῖς νά τύχουμε τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας, μετά δόξης αἰωνίου. Ἀμήν.

† Ο ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ
https://www.nyxthimeron.com/

Άγιος Χαράλαμπος, ο ηρωικός ιερομάρτυς του Χριστού



Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού 
Οι ποταμοί αιμάτων των Χριστιανών Μαρτύρων προέρχονται από όλες τα γένη, τις φυλές και τις κοινωνικές τάξεις. Το νέφος των Μαρτύρων της Εκκλησίας μας περιλαμβάνει ηρωικά πρόσωπα ευγενών και άσημων, αρχόντων και αρχομένων, πλουσίων και φτωχών, κληρικών και λαϊκών, νέων και γερόντων, ως ηχηρή απάντηση σε όλους εκείνους τους κακεντρεχείς και ανιστόρητους, οι οποίοι θέλουν τον Χριστιανισμό να είναι τάχα δημιούργημα επιμέρους ομάδας. 
     Μια ομάδα Μαρτύρων είναι και οι ιερομάρτυρες, οι οποίοι όντες κληρικοί, έδωσαν τη μαρτυρία τους για το Χριστό και την επισφράγισαν με τη ζωή τους. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Χαράλαμπος, μια ιδιαιτέρως ηρωική μορφή της Εκκλησίας μας. Γεννήθηκε περί το 90 μ. Χ. στη Μαγνησία, πιθανότατα, της Θεσσαλίας, κατ’ άλλους στην Μαγνησία της Μ. Ασίας. Οι ευσεβείς γονείς του τον ανέθρεψαν χριστιανικά, με κίνδυνο της ζωής τους, διότι η ιδιότητα του χριστιανού θεωρούνταν έγκλημα για το ρωμαϊκό κράτος και οι Χριστιανοί διώκονταν απηνώς.
     Περί το 130 μπήκε στις τάξεις του κλήρου. Ως πρεσβύτερος της Εκκλησίας της Μαγνησίας ανάλαβε τεράστιο αγώνα για τη διάδοση της νέας πίστεως. Έκθετε τον εαυτό τους σε κίνδυνο προκειμένου να αποσπάσει ανθρώπους από την σκοτεινή ειδωλολατρία και να τους οδηγήσει στο φως του Χριστού. Κήρυττε φλογερούς λόγους σωτηρίας και στηλίτευε δημόσια την πλάνη των δαιμονικών ειδώλων. Ευτύχησε να ζήσει 113 χρόνια. Έζησε κατά τον ταραχώδη δεύτερο αιώνα και βίωσε τους σκληρούς και απάνθρωπους διωγμούς των Χριστιανών. Αλλά για τον ίδιο ευδόκησε ο Θεός να δοκιμάσει τον μαρτυρικό θάνατο στα βαθιά του γεράματα.
      Βλέποντας το μαρτύριο χιλιάδων ηρωικών Χριστιανών, ποθούσε και ό ίδιος να αξιωθεί να χύσει το αίμα του για το Χριστό και την αλήθεια Του. Στα τέλη της ζωής του, αυτοκράτορας στη Ρώμη ήταν ο ασεβής και χριστιανομάχος Σεβήρος (193-211 μ. Χ.). Συνέχισε και αυτός την παράδοση των προκατόχων του. Μισούσε θανάσιμα τους Χριστιανούς και θεωρούσε καθήκον του να τους εξολοθρεύσει. Για τούτο και ανανέωσε με διάταγμά του το γενικό διωγμό τους σε όλη την αυτοκρατορία. Όποιος υπήκοος αρνιόταν να τιμήσει τους ειδωλολατρικούς «θεούς» και τους καταφρονούσε συλλαμβάνονταν, βασανίζονταν φρικτά και πέθαινε επονείδιστο θάνατο.
      Διοικητής της Μαγνησίας ήταν κάποιος σκληρός και φανατικός ειδωλολάτρης ονόματι Λουκιανός. Εφαρμόζοντας με περισσό φανατισμό την αυτοκρατορική διαταγή, έτρεχε σε κάθε μέρος μανιασμένος, ανακαλύπτοντας Χριστιανούς, τους οποίους υπέβαλλε σε σκληρά και απάνθρωπα βασανιστήρια, προκειμένου να τους μεταστρέψει ξανά στη λατρεία των ειδώλων. Τους οδηγούσε στα στάδια, όπου τους εξολόθρευε δημόσια για παραδειγματισμό. 
       Μεταξύ αυτών ήταν και ο σεβάσμιος γέρων και πρεσβύτερος Χαράλαμπος. Είχε πληροφορηθεί για τη δράση του και γι’ αυτό διέταξε να τον φέρουν σιδηροδέσμιο μπροστά του. Ήταν ήδη υπέργηρος 113 ετών. Ο σκληρόψυχος ηγεμόνας τον κοίταξε με βλοσυρό βλέμμα και τον ρώτησε απειλητικά: «Γιατί γέροντα καταφρονείς τις διαταγές του αυτοκράτορα; Γιατί αρνείσαι τους θεούς μας;». Ο Χαράλαμπος, γαλήνιος και πράος του απάντησε πως πάνω από τις πρόσκαιρες ανθρώπινες βασιλείες στέκει ο αιώνιος Βασιλιάς των Ουρανών, ο Χριστός, ο αληθινός Θεός, ο σωτήρας του κόσμου και πως οι «θεοί» του ήταν ψεύτικοι, ανθρώπινες επινοήσεις, πίσω από τις οποίους κρύβονται οι δαίμονες, για να αποσπάσουν τους ανθρώπους από τη σωτηρία. 
     Η ηρωική ομολογία του αγίου κληρικού εξόργισε τον Λουκιανό. Άφριζε και μούγκριζε σαν άγριο θηρίο. Χωρίς να σεβαστεί τα βαθιά του γεράματα, τον παρέδωσε σε ανελέητα βασανιστήρια. Οι απάνθρωποι ειδωλολάτρες δήμιοι αφού τον έγδυσαν, άρχισαν να τον γδέρνουν ζωντανό! Εκείνος, υπέμεινε με αφάνταστη καρτερία τους ανείπωτους πόνους και ευχαριστούσε το Θεό για την τιμή που του έκανε να χύσει το αίμα του για Εκείνον! Το μαρτύριο κρατούσε ώρες και ο άγιος γέροντας άντεχε και συνέχιζε με μεγαλύτερη δύναμη να ευχαριστεί το Θεό. Τότε συνέβη το απροσδόκητο. Δύο από τους σκληρούς βασανιστές του, ο Πορφύριος και ο Βάπτος, βλέποντας τον ηρωισμό και την ανεξικακία του Μάρτυρα, μεταστράφηκαν στον Χριστιανισμό, πέταξαν τα μαχαίρια και φώναξαν: «Είμαστε και εμείς Χριστιανοί», με αποτέλεσμα να αποκεφαλιστούν επί τόπου. Κατόπιν δύο γυναίκες ξεπήδησαν από το πλήθος που παρακολουθούσε τα βασανιστήρια του Μάρτυρα, ομολόγησαν και εκείνες ότι είναι Χριστιανές και στεφανώθηκαν με το στέφανο του μαρτυρίου! 
     Αλλά οι ώρες περνούσαν και τα εργαλεία άρχισαν να στομώνουν ανεξήγητα και δεν κατόρθωσαν οι δήμιοί του να τον σκοτώσουν. Μεταφέρθηκε στο σπίτι του, όπου συνέρρεαν χιλιάδες χριστιανοί να ασπασθούν τις πληγές του! Αλλά και πάλι τον συνέλαβαν, του έμπηξαν καρφιά στην πλάτη και τον έσυραν ως την Αντιόχεια. Εκεί υπέστη το τελειωτικό του μαρτύριο. Ο τοπικός διοικητής Κρίσπος διέταξε να τον ρίξουν στη φωτιά! Ο άγιος και πάλι ευχαριστούσε και δοξολογούσε το Θεό μέσα στις φονικές φλόγες, παραδίδοντας την αγία του ψυχή στο Χριστό, που τόσο αγάπησε και υπηρέτησε με συνέπεια σε όλη του τη ζωή!
       Τα τίμια λείψανά του περιμάζεψαν με σεβασμό οι Χριστιανοί, με επικεφαλής την Γαλήνη, κόρη του αυτοκράτορα, η οποία βλέποντας τον ηρωισμό του αγίου είχε γίνει και αυτή Χριστιανή. Η μνήμη του εορτάζεται στις 10 Φεβρουαρίου. Πλήθος ναών είναι αφιερωμένοι στη χάρη του και οι πιστοί επικαλούνται τη βοήθειά του, θεωρώντας τον ως έναν από τους πιο θαυματουργούς αγίους. Τρανταχτό παράδειγμα η θαυματουργική διάσωση της πόλεως των Φιλιατρών από τη μανία των γερμανικών στρατευμάτων το 1943.  
      Αυτοί είναι οι άγιοι της Εκκλησίας μας, αληθινοί ήρωες και ολοκληρωμένες προσωπικότητες, οι οποίοι νίκησαν τον αμαρτωλό και πτωτικό κόσμο με τη μαρτυρία τους, την οποία επισφράγισαν με το τίμιο αίμα τους. «Αύτη εστὶν η νίκη η νικήσασα τον κόσμον, η πίστις ημών» (Α΄ Ιωάν. 5,4), κατά τον ευαγγελιστή της αγάπης Ιωάννη!  

https://www.nyxthimeron.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΕ´ 17 - 27
17 ταῦτα ἐντέλλομαι ὑμῖν, ἵνα ἀγαπᾶτε ἀλλήλους. 18 Εἰ ὁ κόσμος ὑμᾶς μισεῖ, γινώσκετε ὅτι ἐμὲ πρῶτον ὑμῶν μεμίσηκεν. 19 εἰ ἐκ τοῦ κόσμου ἦτε, ὁ κόσμος ἂν τὸ ἴδιον ἐφίλει· ὅτι δὲ ἐκ τοῦ κόσμου οὐκ ἐστέ, ἀλλ’ ἐγὼ ἐξελεξάμην ὑμᾶς ἐκ τοῦ κόσμου, διὰ τοῦτο μισεῖ ὑμᾶς ὁ κόσμος. 20 μνημονεύετε τοῦ λόγου οὗ ἐγὼ εἶπον ὑμῖν· οὐκ ἔστι δοῦλος μείζων τοῦ κυρίου αὐτοῦ. εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν, καὶ ὑμᾶς διώξουσιν· εἰ τὸν λόγον μου ἐτήρησαν, καὶ τὸν ὑμέτερον τηρήσουσιν. 21 ἀλλὰ ταῦτα πάντα ποιήσουσιν ὑμῖν διὰ τὸ ὄνομά μου, ὅτι οὐκ οἴδασι τὸν πέμψαντά με. 22 εἰ μὴ ἦλθον καὶ ἐλάλησα αὐτοῖς, ἁμαρτίαν οὐκ εἴχον· νῦν δὲ πρόφασιν οὐκ ἔχουσι περὶ τῆς ἁμαρτίας αὐτῶν. 23 ὁ ἐμὲ μισῶν καὶ τὸν πατέρα μου μισεῖ. 24 εἰ τὰ ἔργα μὴ ἐποίησα ἐν αὐτοῖς ἃ οὐδεὶς ἄλλος πεποίηκεν, ἁμαρτίαν οὐκ εἴχον· νῦν δὲ καὶ ἑωράκασι καὶ μεμισήκασι καὶ ἐμὲ καὶ τὸν πατέρα μου. 25 ἀλλ’ ἵνα πληρωθῇ ὁ λόγος ὁ γεγραμμένος ἐν τῷ νόμῳ αὐτῶν, ὅτι ἐμίσησάν με δωρεάν. 26 ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ παράκλητος ὃν ἐγὼ πέμψω ὑμῖν παρὰ τοῦ πατρός, τὸ Πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὃ παρὰ τοῦ πατρὸς ἐκπορεύεται, ἐκεῖνος μαρτυρήσει περὶ ἐμοῦ· 27 καὶ ὑμεῖς δὲ μαρτυρεῖτε, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μετ’ ἐμοῦ ἐστε.
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙϚ´ 1 - 2
1 Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα μὴ σκανδαλισθῆτε. 2 ἀποσυναγώγους ποιήσουσιν ὑμᾶς· ἀλλ’ ἔρχεται ὥρα ἵνα πᾶς ὁ ἀποκτείνας ὑμᾶς δόξῃ λατρείαν προσφέρειν τῷ Θεῷ.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙΕ´ 17 - 27
17 Σᾶς δίδω τὰς παραγγελίας αὐτὰς διὰ νὰ ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον. Ἔτσι ἑνωμένοι διὰ τῆς ἀγάπης θὰ παρουσιασθῆτε ἰσχυροὶ καὶ ἀνίκητοι εἰς ὅσους θὰ σᾶς μισοῦν. 18 Ἐὰν ὁ μακράν τοῦ Θεοῦ κόσμος σᾶς μισῃ, μὴ ξεχάνετε ποτέ, ὅτι προτήτερα ἀπὸ σᾶς ἐμίσησεν ἐμέ. 19 Ἐὰν ἤσασθε ἀπὸ τὸν κόσμον καὶ εἴχατε καὶ σεῖς τὰ ἁμαρτωλὰ φρονήματα τοῦ κόσμου, ὁ κόσμος θὰ σᾶς ἠγάπα ὡς ἰδικούς του. Διότι ὅμως δὲν εἶσθε ἀπὸ τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς ἐξέλεξα ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὸν κόσμον καὶ σᾶς ἐξεχώρισα ἀπὸ αὐτόν, δι’ αὐτὸ σᾶς μισεῖ ὁ κόσμος. 20 Μὴ παραξενεύεσθε ἀπὸ τὸ ὅτι θὰ συναντᾶτε τὸ μίσος αὐτὸ εἰς τὸν κόσμον, ἀλλὰ νὰ ἐνθυμῆσθε τὸν λόγον, ποῦ σᾶς εἶπα· Δὲν ὑπάρχει δοῦλος ἀνώτερος ἀπὸ τὸν κύριόν του. Ἐὰν ἐμὲ τὸν Κύριον κατεδίωξαν, θὰ καταδιώξουν καὶ σᾶς, ποὺ εἶσθε δοῦλοι μου. Ἐὰν ἐφύλαξαν τὸν λόγον μου, θὰ φυλάξουν καὶ τὸν ἰδικόν σας λόγον. 21 Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ θὰ σᾶς τὰ κάμουν, ὄχι διότι θὰ τοὺς πταίετε εἰς τίποτε, ἀλλὰ διὰ τὴν πίστιν, ποὺ ἔχετε καὶ θὰ ὁμολογῆτε εἰς τὸ πρόσωπόν μου, διότι δὲν ἔχουν τὴν ὀρθὴν καὶ ἀληθῆ γνῶσιν περὶ τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ ἀπέστειλεν εἰς τὸν κόσμον. Ἡ ἄγνοιά των ὅμως αὐτὴ εἶναι ἀδικαιολόγητος. 22 Ἐὰν δὲν εἶχον ἔλθει καὶ δὲν τοὺς εἶχον ὁμιλήσει ἀποδεικνύων εἰς αὐτοὺς μὲ τὴν διδασκαλίαν μου καὶ τὰ θαύματά μου, ὅτι εἶμαι ὁ Μεσσίας, δὲν θὰ εἶχον ἁμαρτίαν διὰ τὴν ἀπιστίαν, ποὺ ἔδειξαν εἰς ἐμέ. Τώρα ὅμως δὲν ἔχουν πρόφασιν, ἡ ὁποῖα νὰ δικαιολογῇ τὴν ἁμαρτίαν των. Εἶναι δὲ βαρεῖα καὶ ἀσυγχώρητος ἡ ἁμαρτία των αύτή. 23 Διότι ἐκεῖνος ποὺ μισεῖ ἐμέ, μισεῖ συγχρόνως καὶ τὸν Πατέρα μου, ὁ ὁποῖος μὲ ἀπέστειλε. 24 Ἐὰν δὲν εἶχα κάμει ἐν μέσῳ αὐτῶν τὰ καταπληκτικὰ καὶ ὑπερφυσικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα κανεὶς ἄλλος ἀπὸ τοὺς ἐν τῇ Π. Διαθήκῃ προφήτας καὶ ἀπεσταλμένους τοῦ Θεοῦ δὲν ἔχει κάμει, δὲν θὰ εἶχαν ἁμαρτίαν. Τώρα ὅμως ἡ ἐνοχή των διὰ τὴν ἀπιστίαν των εἶναι μεγάλη. Διότι καὶ ἔχουν ἴδει τὰ θαύματά μου αὐτὰ καὶ ἔχουν μισήσει καὶ ἐμέ, ἐν τῷ προσώπῳ δὲ ἐμοῦ καὶ τὸν Πατέρα μου. 25 Ἀλλ’ αὐτὸ συνέβη, διὰ νὰ πληρωθῇ ὁ προφητικὸς λόγος, ποὺ ἔχει γραφῆ εἰς τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐδόθη εἰς αὐτοὺς καὶ διὰ τὸν ὁποῖον καυχῶνται. Ἐπαληθεύει δηλαδὴ μὲ τὸ μίσος των αὐτὸ ἐκεῖνο, ποὺ λέγουν οἱ εἰς τὸν νόμον περιλαμβανόμενοι ψαλμοί, ὅτι μὲ ἐμίσησαν χωρὶς λόγον καὶ αἰτίαν. 26 Ἀντιθέτως ὅμως πρὸς τὸ ἀδικαιολόγητον καὶ ἀσυγχώρητον αὐτὸ μίσος τῶν Ἰουδαίων, θὰ φανερωθῇ εἰς τοὺς καλοπροαιρέτους ἀνθρώπους, ποῖος εἶμαι. Ὅταν δηλαδὴ θὰ ἔλθῃ ὁ Παράκλητος, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ὡς ὁδηγὸν καὶ βοηθόν σας θὰ σᾶς στείλω ἀπὸ τὸν Πατέρα, τὸ Ἅγιον Πνεῦμα δηλαδή, τὸ ὁποῖον ὡς πηγὴ τῆς ἀληθείας φανερώνει καὶ εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ ὁποῖον ἐκπορεύεται ἀπὸ τοὺς κόλπους τοῦ Πατρός, ὅπως ἀναπηδᾷ ὁ ποταμὸς ἀπὸ τὴν φυσικὴν πηγήν του, ἐκεῖνος θὰ μαρτυρήσῃ περὶ ἐμοῦ. 27 Ἀλλὰ καὶ σεῖς θὰ μαρτυρῆτε δι’ ἐμέ, διότι ἀπ’ ἀρχῆς τῆς δημοσίας δράσεώς μου εἶσθε μαζί μου ἄμεσοι μάρτυρες τῆς διδασκαλίας μου καὶ τῶν ἔργων μου, φωτιζόμενοι δὲ τώρα καὶ ἀπὸ τὸν Παράκλητον θὰ δίδετε περὶ ἐμοῦ σύμφωνον μαρτυρίαν πρὸς αὐτόν.
ΚΑΤΑ ΙΩΑΝΝΗΝ ΙϚ´ 1 - 2
1 Σᾶς εἶπα αὐτά, διὰ νὰ μὴ σκανδαλισθῆτε καὶ ἐξ αἰτίας τοῦ μίσους, ποὺ ἐκδηλώνει ἐναντίον μου ὁ κόσμος, κλονισθῆτε εἰς τὴν πρὸς ἐμὲ πίστιν σας. 2 2 Θὰ σᾶς ἀφορίσουν οἱ Ἰουδαῖοι καὶ θὰ σᾶς ἀποκλείσουν ἀπὸ τὰς συναγωγάς των ὡς αἱρετικούς· ἀλλ’ ὡς νὰ μὴ ἦτο ἀρκετὸν αὐτό, ἔρχεται ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν καθένας ποὺ θὰ σᾶς φονεύσῃ, θὰ νομίσῃ, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐγκληματεῖ, ἀλλ’ ὅτι μὲ τὸν φόνον αὐτὸν προσφέρει λατρείαν εἰς τὸν Θεόν.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Προ­σέ­χε­τε να μην επαι­νεί­τε ο ένας τον άλ­λον κατά πρό­σω­πον, διό­τι βλά­πτει και τους τε­λεί­ους ο έπαι­νος, όχι εσάς που εί­στε ακό­μη αδύ­να­τοι. Μό­νον ονει­δι­σμοί και τα­πει­νώ­σεις ωφε­λούν πνευ­μα­τι­κά τον άν­θρω­πο. Διό­τι απ' αυτά γεν­νιέ­ται η τα­πεί­νω­ση. Κερ­δί­ζει στε­φά­νια. Υπο­μέ­νον­τας πνί­γει τον εγωι­σμό και την κε­νο­δο­ξία.

Άγιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής