Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026

Ο χρόνος ως φθορά ή ως κέρδος



Ο χρόνος της ζωής είναι παρακαταθήκη του Θεού και θα δώσουμε λόγο για τη χρήση του. Ο χρόνος μπορεί να λειτουργήσει ως φθορά ή μπορεί να λειτουργήσει ως κέρδος. 
Μπορούμε να τον εκμεταλλευτούμε, ώστε να γίνουμε δημιουργικοί, ή να τον αφήσουμε να περάσει άδοξα και να μας φθείρει, μέχρι να περάσουμε στην ανυπαρξία. Αυτό συμβαίνει με τη σχέση μας με τον Θεό και τη σχέση μας με τους συνανθρώπους. Μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε κάθε ευκαιρία που μας δίνει ο χρόνος, ώστε να δημιουργηθούν και να αναπτυχθούν αγαπητικές σχέσεις μέσα από τη συν-εύρεση και την επι-κοινωνία, το μοίρασμα και την ενσυναίσθηση.  Τότε, οι σχέσεις μας θα πορευτούν μέσα στον χρόνο προς μια όμορφη ωρίμανση˙ θα  ανθίζουν διαρκώς ως μια διαχρονική ερωτική συνύπαρξη. Αυτό θα δώσει στον καθένα μας χαρά και μια βαθιά και ήσυχη γαλήνη˙ μια πρόγευση της αιωνιότητας.
Από την άλλη, μπορούμε να σπαταλήσουμε τον χρόνο μας και να χαθεί μέσα από την υπερβολική μας απασχόληση, μέσα από τη μανία μας να αποκτήσουμε φήμη ή πλούτη. Αυτό θα έχει ως συνέπεια το  να κλειστούμε στον μικρόκοσμό μας, είτε αυτός ο κόσμος λέγεται δουλειά είτε οικογένεια. Έτσι, θα περάσουμε τον χρόνο μας με ανασφάλειες και αβεβαιότητες, φοβίες και δισταγμούς. Οι  σχέσεις μας θα περιέλθουν σε αδράνεια και τελικά θα μείνουμε μόνοι μας να παλεύουμε με τη σκληρή συνειδητοποίηση ότι ο χρόνος και οι άνθρωποι φεύγουν γρήγορα. Όπως έλεγε ένας αρχαίος φιλόσοφος: «Καμία απώλεια δεν πρέπει να μας θλίβει περισσότερο από την απώλεια του χρόνου, διότι είναι  μη αναστρέψιμη» (Ζήνων ο Κιτιεύς).

+ΣΚ
Πρωτοχρονιά 2026
https://www.nyxthimeron.com/

Μπροστά στο αθέατο και δυσδιάκριτο της νέας Χρονιάς



Του π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ 
Η αλλαγή του χρόνου είναι μια στιγμή γεμάτη προσδοκίες, όνειρα, αλλά και αγωνία για το άγνωστο. Καθώς αφήνουμε πίσω μας το παρελθόν και βαδίζουμε μπροστά, ερχόμαστε αντιμέτωποι με το αθέατο και δυσδιάκριτο μέλλον. Τι θα φέρει η νέα χρονιά; Θα είναι γεμάτη από ευκαιρίες ή προκλήσεις; Θα μας δώσει περισσότερες χαρές ή δυσκολίες; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι σαφής, γιατί το μέλλον παραμένει πάντα ένα μυστήριο.
Η ανθρώπινη αγωνία μπροστά στο άγνωστο
Είναι φυσικό ο άνθρωπος να νιώθει αγωνία μπροστά σε ό,τι δεν μπορεί να δει ή να προβλέψει. Το αθέατο και δυσδιάκριτο του χρόνου προκαλεί φόβο, επειδή αποκαλύπτει τη μικρότητα και την αδυναμία μας μπροστά στη ροή της ζωής. Όμως, αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα είναι που μας καλεί σε μια βαθύτερη πνευματική και ψυχική αναζήτηση.
Απέναντι στο αθέατο
Η νέα χρονιά δεν μας καλεί απλώς να την υποδεχτούμε με αισιοδοξία· μας καλεί να την αντιμετωπίσουμε με πίστη, υπομονή και σοφία. Ο χρόνος που απλώνεται μπροστά μας δεν είναι εχθρός, αλλά ευκαιρία. Ας σταθούμε με θάρρος μπροστά στο δυσδιάκριτο, γνωρίζοντας ότι, αν και δεν μπορούμε να δούμε το μέλλον, μπορούμε να επιλέξουμε πώς θα πορευτούμε μέσα σε αυτό.
Η πίστη μάς δίνει δύναμη να προχωράμε ακόμη κι όταν δεν ξέρουμε τι μας περιμένει. Εμπιστευόμαστε ότι ο Θεός, που κρατά τον χρόνο στα χέρια Του, δεν θα μας αφήσει αβοήθητους.
Καθώς εισερχόμαστε στον νέο χρόνο, δεν θα λείψουν οι δυσκολίες. Η υπομονή είναι το κλειδί για να τις αντιμετωπίσουμε, να ωριμάσουμε και να βγούμε πιο δυνατοί.
Παρότι το μέλλον είναι αβέβαιο, το παρελθόν μάς διδάσκει ότι υπήρξαν στιγμές χαράς, αγάπης και ελπίδας. Ας προχωρήσουμε με ευγνωμοσύνη για ό,τι έχουμε ήδη λάβει και ας είμαστε έτοιμοι να εκτιμήσουμε τις μικρές και μεγάλες χαρές της νέας χρονιάς.
Το δυσδιάκριτο ως πρόκληση για δημιουργία, ελπίδα και ενότητα
Το δυσδιάκριτο του χρόνου δεν είναι μόνο απειλή, αλλά και πρόκληση για δημιουργία. Κάθε νέα χρονιά είναι ένας καμβάς, που περιμένει να γεμίσει με τα έργα μας. Εμείς είμαστε οι καλλιτέχνες της ζωής μας και, όσο δύσκολο κι αν είναι να διακρίνουμε την πορεία, μπορούμε να δημιουργήσουμε κάτι όμορφο, αρκεί να έχουμε τη θέληση και την πίστη.
Μέσα στο αθέατο και δυσδιάκριτο του μέλλοντος, η ελπίδα είναι το φως που μας καθοδηγεί. Η ελπίδα δεν είναι απλώς μια αόριστη προσδοκία, αλλά μια βαθιά πεποίθηση ότι το καλό μπορεί να γεννηθεί ακόμη και μέσα στις πιο σκοτεινές στιγμές. Παράλληλα, η ενότητα με τους συνανθρώπους μας είναι το στήριγμα που μας επιτρέπει να πορευόμαστε με περισσότερη ασφάλεια και δύναμη.
Εν κατακλείδι
Το αθέατο και δυσδιάκριτο της νέας χρονιάς ουδόλως μας φοβίζει. Ας βαδίσουμε με θάρρος, πίστη και αγάπη προς το μέλλον, γνωρίζοντας ότι κάθε ημέρα μάς δίνει την ευκαιρία να γίνουμε καλύτεροι. Ας αφήσουμε πίσω το βάρος των λαθών μας, ας κρατήσουμε τις αναμνήσεις των όμορφων στιγμών και ας πορευτούμε με την πεποίθηση ότι το καλύτερο δεν είναι απλώς ένα όνειρο, αλλά μια δυνατότητα που βρίσκεται στα χέρια μας.
Καλή και ευλογημένη χρονιά!

https://www.nyxthimeron.com/

Στον χρόνο αντιστεκόμαστε




Πανηγύρι για τον κόσμο μας η αλλαγή του χρόνου. Μια λέξη συνοδεύει τη στιγμή: Ελπίδα. Ότι η ζωή θα καλυτερέψει, σαν ο χρόνος να έχει μαζί του ένα μαγικό ραβδί, με το οποίο θα μείνουν στο χτες οι δοκιμασίες, οι απογοητεύσεις, οι απώλειες. Ότι οι γύρω μας θα μας δούνε διαφορετικά. Ότι θα προστεθούν άνθρωποι που θα μας αγαπήσουν και θα τους αγαπήσουμε. Ότι θα χαμογελάσουμε, μαζί με τις ευχές. Ότι τελικά αξίζει να κάνουμε κουράγιο και να αρχίσουμε τη ζωή μας από την αρχή, όσο είναι δυνατόν. Κι αποφεύγουμε να γυρίσουμε το βλέμμα πίσω τις στιγμές της αλλαγής. Να δούμε τι δεν πήγε καλά, τι μας πλήγωσε, τι μας έφταιξε. Σαν να είναι ο χρόνος έξω από τη δική μας ευθύνη, σαν να είναι μια ιστορία που έφυγε και πέρασε και το μόνο που χρειάζεται είναι να τη λησμονήσουμε.
                Όμως το πέρασμα σε μια νέα χρονιά στην πραγματικότητα είναι μία αφόρμηση να σκεφτούμε τον λόγο του Εκκλησιαστή «ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης». Όχι για να απογοητευθούμε, αλλά για να μην εξακολουθούμε να επενδύουμε στα όσα δεν έχουν αξία. Γιατί αυτό που έχει νόημα και μας δίνει νόημα, ώστε να αντισταθούμε στον χρόνο που περνά είναι η αγάπη. Όχι σαν μια εύκολη λέξη ούτε σαν μια ευχή. Η αγάπη είναι ο κρυπτός της καρδίας άνθρωπος, η φλόγα που μας κινεί, ανεξαρτήτως ηλικίας και εμπειριών, να μη φοβόμαστε τον χρόνο που περνά, να μην παραιτούμαστε επειδή πέσαμε, αλλά να πιστεύουμε ότι σε κάθε στροφή η μορφή του Χριστού είναι εκείνη που δίνει και σε μας μορφή, διότι πρώτος Αυτός ημάς ηγάπησε. Και όντως είναι όλα μάταια χωρίς την αγάπη, τη δική Του για μας, αλλά και τη δική μας για Εκείνον και για την εικόνα Του που είναι ο κάθε άνθρωπος, όπως και ο κόσμος στον οποίο ζούμε και τον οποίο Εκείνος δημιούργησε και ανέπλασε.
                Πολλά τα πάρτι στην αλλαγή του χρόνου. Θέλουμε να ξεσκάσουμε, να ξενοιάσουμε, να μη μείνουμε μέσα στο σπίτι, να μη μας βρει ο νέος χρόνος συμβιβασμένους με το χτες.  Κι απαιτούμε από τους αρμόδιους να ρίξουν πυροτεχνήματα, να βάλουν μουσικές να παίζουν, να μας δείξουν ότι ο νέος χρόνος είναι γιορτή. Να γλυκάνει λίγο ο καημός και να ελπίσουμε και πάλι, έστω και για λίγο. Μα η γιορτή είναι μέσα μας, στην αντίσταση στο κακό της διάσπασης, του εγκλωβισμού στην μοναξιά της εικόνας, στην ψευδαίσθηση ότι χωρίς μέτρο και ισορροπία μπορούμε να είμαστε καλά, αρκεί να περνάμε καλά. Ότι δικαιούμαστε. Ότι μας χρωστά ο χρόνος και θα μας το δώσει πίσω. Αυτός όμως είναι αδηφάγος, διότι δεν επιστρέφει, αλλά και δεν μας αφήνει να επιστρέψουμε, να μπούμε την ίδια στιγμή δύο φορές στον ίδιο ποταμό.                  
                Ένα ημερολόγιο του νέου χρόνου μπορεί να ομορφύνει τη ζωή μας, αρκεί να μείνουμε λίγο πιο κοντά στα παιδιά μας, όχι για να τα δεσμεύσουμε, αλλά για να νιώσουν ότι εκτός από την ελευθερία, υπάρχει και η αγάπη. Να βρούμε τα ζευγάρια  το χαμόγελο της πρώτης αγάπης. Οι πιστοί τη δύναμη και την ομορφιά της μετάνοιας. Οι αναζητητές την αίσθηση ότι μέσα από τη μελέτη της ζωής μπορούμε να συναντήσουμε Αυτόν που είναι το νόημά της, ακόμη και στις ήττες μας. Κυρίως όμως να σπουδάσουμε στην ωραιότερη στιγμή του χρόνου, που επαναλαμβάνεται συνεχώς και που είναι η θεία λειτουργία ό,τι μας ενώνει. Κι αυτό δεν είναι ο χρόνος που τελειώνει κι αρχίζει, αλλά ο Παρών Θεός, νυν και αεί.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην “Ορθόδοξη Αλήθεια”, στο φύλλο της Τετάρτης 31 Δεκεμβρίου 2025
https://www.nyxthimeron.com/

Η έννοια του χρόνου και ο άνθρωπος




Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητή
Εισήλθαμε ήδη με τη χάρη του Τριαδικού Θεού στο νέο έτος. Μαζί με τις ελπίδες και τις προσδοκίες μας για τη νέα χρονιά, γεμίζει αυτές τις ημέρες την ψυχή μας εύλογος προβληματισμός για την έννοια της ροής του χρόνου. Κι’ αυτό διότι ο χρόνος μαζί με τον «δίδυμο αδελφό του τον χώρο», κατά το αείμνηστο νεοφανή άγιο Ιουστίνο Πόποβιτς αποτελούν τους δύο βαρείς ζυγούς του ανθρώπου σε όλη την επί γης ζωή του, οι οποίοι του περιορίζουν τον διακαή του πόθο για την απολυτότητα. 
Η έννοια του χρόνου είναι μια παμπάλαια μυστηριώδης υπόθεση για τον άνθρωπο. Κανένα άλλο ον δεν έχει την αίσθηση της ροής του χρόνου, πολλώ δε μάλλον δεν έχει την ικανότητα της μέτρησής του, εκτός από τον άνθρωπο, ο οποίος μόνος αυτός προικίσθηκε από το Θεό Δημιουργό με λογική, χάρις στην οποία υπερβαίνει την ενστικτώδη κατάσταση, κοινή σε όλα τα έμβια πλάσματα, και ανάγεται έτσι στη σφαίρα του φιλοσοφικού στοχασμού. 
Αυτός, από πολύ παλιά, με βάση την αέναη κινητικότητα και τις μεταβολές του φυσικού περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο ζούσε, συνέλαβε την έννοια της χρονικής ροής. Ο χώρος και η κίνηση των υλικών υπάρξεων τον προβλημάτιζαν και γέμιζαν την ψυχή του από θαυμασμό και πολλά ερωτηματικά. Το σπουδαιότερο φαινόμενο, που τον συνέπαιρνε ήταν η εναλλαγή του ημερονυκτίου, το οποίο έγινε η πρωταρχική μέτρηση του χρόνου. Το διάστημα της ημέρας χρονομετρήθηκε επίσης με βάση την κίνηση του ηλίου. Ανάλογα με τη θέση του στο ουράνιο στερέωμα, καθοριζόταν και ο χρόνος της ημέρας. Το σύνολο των ημερονυκτίων και σε σχέση με τον ετήσιο ηλιακό κύκλο καθόρισε το χρονικό έτος. 
       Η σύλληψη και ο καθορισμός της έννοιας του χρόνου είναι λοιπόν στενά συνυφασμένη με τη θέση και την κίνηση του υλικού περιβάλλοντος κόσμου και έχει επίσης άμεση σχέση και με το ευμετάβλητο της υλικής δημιουργίας. Αυτό το είχε συλλάβει πρώτος ο μεγάλος αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Ηράκλειτος (580-490 π.Χ.), ο οποίος είχε συνοψίσει ολόκληρη την σκέψη του για το χρόνο στην παροιμιώδη φράση του «τα πάντα ρει». Ο κόσμος τάχθηκε από το Θεό Δημιουργό του να μην είναι στατικός, αλλά να βρίσκεται σε συνεχή μεταβολή και κίνηση, σε μια αδιάκοπη ροή, η οποία τον οδηγεί στο τελεολογικό του σκοπό.   
     Ο άνθρωπος είναι αναπόσπαστο μέρος της θείας δημιουργίας. Όπως εκείνη, έτσι και αυτός υπόκειται στην κοσμική ροή, την οποία ο ίδιος ονόμασε χρόνο. Για να μπορεί να εκφράσει καλύτερα αυτή την λεπτή έννοια την ενέταξε μέσα στις μυθολογικές του συμβολικές παραστάσεις. Στους Ινδούς ο χρόνος αναπαριστάται με τον αέναο κυκλικό κοσμικό χορό του καταστροφέα και δημιουργού ινδουιστικού «θεού» Σίβα. Στους αρχαίους Αιγυπτίους η «θεά» του νυκτερινού ουρανού Νουτ κάθε βράδυ κατάπινε τον ήλιο, των χώνευε και σιμά το πρωί ξέρναγε στην ανατολή, αυτή ήταν η αδιάκοπη διαδικασία του χρονικού κύκλου. Οι ινδιάνοι της φυλής Micmac της προκολομβιανής Αμερικής η έννοια του χρόνου είχε μαγικό χαρακτήρα, τον αντιλαμβάνονταν σαν ένα συνεχές παρόν. 
       Οι αρχαίοι Έλληνες αναπαριστούσαν τον αδυσώπητο χρόνο με τον Τιτάνα Κρόνο (=Χρόνο), ο οποίος έτρωγε τα παιδιά του, θέλοντας να δηλώσουν τον άτεγκτο νόμο της γέννησης και της φθοράς των όντων. Ο Πυθαγόρας θεωρούσε τον χρόνο ως σφαίρα η οποία περιβάλλει τα πάντα και τίποτε δε μπορούσε να μείνει έξω από τον άτεγκτο χρονικό νόμο. Ο Πλάτων επεκτείνοντας την ηράκλεια φιλοσοφία συνέδεσε την μεταβλητότητα του υλικού κόσμου με το χρόνο (Τίμ. 37D). Ο Αριστοτέλης θεώρησε την έννοια του χρόνου ως την κύρια όψη της αέναης κινήσεως των υλικών σωμάτων σε ολόκληρο το σύμπαν. Οι Στωικοί τέλος θεωρούσαν τον χρόνο ως ασώματο ον, ενδιάμεσο της κινήσεως του σύμπαντος (Διογ. Λαέρτ. Ζ΄1,141).  
      Οι Εβραίοι, έχοντας ως οδηγό την Παλαιά Διαθήκη, πίστευαν πως ο Θεός είναι ο δημιουργός των πάντων, ακόμα και του χρόνου. Αυτός οδηγεί τον κόσμο μέσω της χρονικότητας  προς τον σκοπό για τον οποίο τον έπλασε. Ο χρόνος είναι ενταγμένος και αυτός σε αυτή την σκοπιμότητα. Τίποτε δεν υπάρχει έξω από τη θεία πρόνοια και τη θέληση. Χρόνος είναι η πορεία του κόσμου στην τελείωσή του. 
       Στον Χριστιανισμό ο χρόνος πείρε μια εντελώς διαφορετική θεώρηση. Ενέχει βαθύτατες θεολογικές, ανθρωπολογικές και ηθικές διαστάσεις. Ο χρόνος έχει αρχή και θα έχει τέλος. Αυτό εκφράζεται ξεκάθαρα από την πρώτη και την τελευταία φράση της Αγίας Γραφής. «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην» (Γεν. 1,1) και «ναι έρχομαι ταχύ» (Αποκ. 22,20). Ο πρώτος στίχος εκφράζει την γένεση του χρόνου και ο δεύτερος δηλώνει το τέλος του, μαζί με το τέλος της σημερινής μορφής του κόσμου. Αυτή είναι μια από τις θεμελιώδεις θέσεις της χριστιανικής διδασκαλίας, η οποία σε αντίθεση με τις διάφορες πανθεϊστικές πίστεις, οι οποίες δέχονται το αυθύπαρκτο και την αιωνιότητα του κόσμου. Ο λόγος του Θεού τονίζει κατηγορηματικά πως μετά τον τελικό θρίαμβο του Χριστού και τη δεύτερη και ένδοξη παρουσία Του η νοητή ουράνια Ιερουσαλήμ «ου χρείαν (θα) έχει του ηλίου ουδέ της σελήνης ίνα φαίνωσιν αυτή΄ η γαρ δόξα του Θεού εφώτισεν αυτήν, και ο λύχνος αυτής το αρνίον … οι  πυλώνες αυτής ου μη κλεισθώσιν ημέρας΄ νύξ γαρ ουκ έσται εκεί» (Αποκ. 21,23-25). Είναι φανερό πως εφ’ όσον υπάρξει η αναδημιουργία της υλικής κτίσεως και η αφθαρτοποίησή της, θα πάψει να υπάρχει και μεταβολή και άρα θα πάψει να υπάρχει και ο χρονικός συσχετισμός. 
     Υπάρχει και μια άλλη σημαντική παράμετρος της θεωρήσεως του χρόνου.  Αυτός είναι πλέον καθαγιασμένος αφότου ο Θεός Λόγος αποφάσισε να εισέλθει σε αυτόν, να γίνει άνθρωπος και να υποστεί τους χωροχρονικούς περιορισμούς των δημιουργημάτων Του (Ιωάν. 1,14). Μετά την Ενανθρώπηση του Θεού ο χρόνος και ο χώρος, τα δύο αυτά βασικά ιδιώματα της υλικής κτίσεως έλαβαν διαφορετικό ρόλο μέσα στην τελεολογική κοσμική προοπτική. 
     Πριν από τη σάρκωση του Θεού ο χωροχρόνος υπηρετούσε το κακό, το οποίο είχε εισέλθει ως μια αφύσικη κατάσταση στη δημιουργία του Θεού. Το διάβα των αιώνων της προχριστιανικής εποχής ήταν στην ουσία η διαιώνιση του κακού στον κόσμο. Μετά τον ερχομό του Χριστού στον κόσμο η έννοια του χρόνου εντάχθηκε στο έργο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους. Τώρα ο χρόνος υπηρετεί το θείο έργο της σωτηρίας του κόσμου. Υπηρετεί τη σωτηρία του ανθρώπου. Ο χρόνος δεν είναι απλά μια μηχανιστική πορεία προς το τέλος του κόσμου, αλλά η κάθε χρονική στιγμή είναι πολύτιμη για την σωτήρια ουρανοδρόμο πορεία του ανθρώπου προς το Θεό. Είναι ένας αδιάκοπος «καιρός ευπρόσδεκτος» και συνεχής «ημέρα σωτηρίας» κατά τον απόστολο Παύλο (Β΄ Κορ. 10,11). Ο χρόνος της επίγειας ζωής μας πρέπει να είναι αξιοποιήσιμος στο έπακρο. Κάθε στιγμή χαμένη μπορεί να αποβεί μοιραία για την μελλοντική μας θέση στην αιωνιότητα. Ο μέγας απόστολος των εθνών σε άλλο λόγιό του μας προτρέπει: «νυν γαρ εγγύτερον η σωτηρία η ότε επιστεύσαμεν, η νυξ προέκοψεν η δε ημέρα ήγγικεν» (Ρωμ. 13,11). Ο αιώνιος Θεός θα έλθει ξαφνικά «ως κλέπτης εν νυκτί» (Ματθ. 24,43, Α΄ Θεσ. 5,2, Αποκ. 3,3) και αλίμονο σε όποιον βρεθεί να καθεύδει. Έξω από αυτή τη θεώρηση η έννοια του χρόνου είναι χωρίς νόημα, ανώφελη για τον άνθρωπο και ίσως αρκετά ανιαρή. Ο επίγειος βίος μας, ως προετοιμασία για την ατέρμονη αιωνιότητα δίνει πραγματικό νόημα στη ζωή μας, ορμή και δύναμη να υπερβούμε όλα τα εμπόδια και να πραγματοποιήσουμε τον υψηλό σκοπό μας.       
       Ο περιορισμένος χώρος της στήλης δε μας επιτρέπει να επεκτείνουμε  τον φιλοσοφικό μας στοχασμό για την έννοια του χρόνου, η οποία είναι όντως ανεξάντλητη. Αρκούμαστε να υπενθυμίσουμε την προσωπική υποχρέωση κάθε νοήμονα ανθρώπου να αξιοποιεί θετικά κάθε χρονική στιγμή της επίγειας ζωής του, για την προσωπική και κοινωνική προκοπή. Η πρόοδος και ο πολιτισμός είναι κατακτήσεις και αποτελέσματα μόχθου και πολλής προσπάθειας. Η νέα χρονιά ας είναι για όλους μας μια ακόμα πρόκληση και ευκαιρία να δώσουμε το δικό μας ευγενή αγώνα σε όλους τους τομείς της ζωής μας, ο οποίος θα μας καταξιώσει και θα μας αναδείξει εν τέλει θεοειδείς προσωπικότητες.  

https://www.nyxthimeron.com/

Μέγας Βασίλειος: Ο κορυφαίος Πατέρας της Εκκλησίας



Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου – Καθηγητού 
Τόσο η ιστορία όσο η Εκκλησία υπήρξαν φειδωλές στον χαρακτηρισμό του «Μεγάλου». Ελάχιστοι έλαβαν τον τίτλο «Μέγας». Ένας από αυτούς υπήρξε ο κορυφαίος άγιος της Εκκλησίας μας Μέγας Βασίλειος, ο οποίος έλαβε επάξια αυτόν τον τίτλο, διότι σφράγισε με την προσωπικότητά του την ιστορία σε μια από τις κρισιμότερες ιστορικές φάσεις της ανθρωπότητας.
      Γεννήθηκε το 330 στη Νεοκαισάρεια του Πόντου. Ο πατέρας του Βασίλειος ήταν ονομαστός ρήτορας της περιοχής και η μητέρα του Εμμέλεια ήταν απόγονος αριστοκρατικής ρωμαϊκής οικογένειας. Ήταν ένθερμοι Χριστιανοί. Σπουδαίο ρόλο στη ζωή του έπαιξε η γιαγιά του Μακρίνα, η οποία υπήρξε μαθήτρια του αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας. Αυτή τον μύησε στην χριστιανική ευσέβεια. Στην οικογένεια υπήρχαν άλλα οκτώ παιδιά, τα περισσότερα είχαν αφιερωθεί στη διακονία της Εκκλησίας (Γρηγόριος Νύσσης, ασκητής Ναυκράτιος, μοναχή Μακρίνα, Πέτρος επίσκοπος Σεβάστειας). 
        Οι ευκατάστατοι γονείς τους φρόντισαν να δώσουν στα παιδιά τους, εκτός από την ευσέβεια και σπουδαία μόρφωση. Ο Βασίλειος διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα από τον πατέρα του. Στη συνέχεια πήγε για σπουδές στην Καισάρεια της Καππαδοκίας και ακολούθως στην Κωνσταντινούπολη. Το 351έφτασε στην Αθήνα για να τελειοποιήσει τις σπουδές του στη γεωμετρία, την αστρονομία, την φιλοσοφία, την ρητορική, την ιατρική και την γραμματική. Οι σπουδές του διήρκησαν τεσσεράμισι χρόνια ώς το 355. Εκεί συνδέθηκε με αδελφική φιλία με τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό και τον Ιουλιανό, τον μετέπειτα αυτοκράτορα. Διέφερε από όλους τους άλλους φοιτητές για τις αρετές του και την αυστηρή ασκητική ζωή του. Λέγεται πως ο καθηγητής του Εύβουλος εντυπωσιάστηκε από αυτόν και ασπάστηκε τον Χριστιανισμό. Μαζί με το Γρηγόριο είχαν ιδρύσει στην κατείδωλη Αθήνα χριστιανικό φοιτητικό όμιλο και είχαν σημαντική ιεραποστολική δράση. 
      Το 356 επέστρεψε στη Νεοκαισάρεια και άσκησε για λίγο το επικερδές επάγγελμα του δικηγόρου και του δασκάλου της ρητορικής. Το 358, ύστερα από το θάνατο του αδελφού του Ναυκράτιου και την παρότρυνση της αδελφής του Μακρίνας, αφού έλαβε το Άγιο Βάπτισμα, αποφάσισε να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή και να αφιερωθεί στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Αφού μοίρασε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του στους φτωχούς και στην Εκκλησία, ξεκίνησε μεγάλη περιοδεία σε ονομαστά μοναστικά κέντρα της Μ. Ασίας, Συρίας, Αιγύπτου και Μεσοποταμίας για να γνωρίσει αγίους ασκητές και να μυηθεί στην αληθινή μοναχική ζωή.  Το 360 αποσύρθηκε μαζί με τον φίλο του Γρηγόριο Ναζιανζηνό σε ερημητήριο στον Πόντο, στις όχθες του Ίρη ποταμού να μονάσουν. Εκεί έμεινε ως το 363 προσευχόμενος και συγγράφοντας τα σημαντικότερα έργα του και μαζί τους περίφημους «Κανονισμούς δια τον μοναχικόν βίον», οι οποίοι έγιναν ο οδηγός του κατοπινού κοινοβιακού μοναχισμού. 
      Η φήμη της αγιότητάς του έφτασε ως την Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο επίσκοπος Ευσέβιος τον κάλεσε και τον χειροτόνησε πρεσβύτερο. Ο Βασίλειος επέδειξε τεράστια ποιμαντική και φιλανθρωπική δράση. Κατά τον φοβερό λιμό του 367-368 έσωσε από βέβαιο θάνατο όλους τους φτωχούς της ευρύτερης περιοχής της Καισάρειας. Το 370, όταν πέθανε ο Ευσέβιος και κατ’ επιταγή του λαού, εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος Καισαρείας. Ως επίσκοπος πλέον ο Βασίλειος, εγκαινιάζει ένα κολοσσιαίων διαστάσεων ποιμαντικό και κοινωνικό έργο. Ανέλαβε δράση κατά των αιρετικών αρειανών, οι οποίοι είχαν την υποστήριξη του αρειανόφρονα αυτοκράτορα Ουάλη. Αντιμετώπισε με σθένος και αποτελεσματικότητα την απόπειρα του Ουάλη και των ομοφρόνων του, να επιβάλουν στην επισκοπή του τον αιρετικό αρειανισμό. Παράλληλα καθάρισε την Εκκλησία από αναξίους κληρικούς. 
       Αξιοθαύμαστο και πρωτόγνωρο για την εποχή του υπήρξε το κοινωνικό έργο του. Ίδρυσε την περίφημη «Βασιλειάδα», ένα τεράστιο συγκρότημα ευποιΐας, το οποίο περιλάμβανε νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, πτωχοκομείο, επαγγελματικές σχολές, κλπ. Μέσα σε αυτό έβρισκαν καταφύγιο και βοήθεια χιλιάδες άνθρωποι, ανεξάρτητα αν ήταν ή όχι Χριστιανοί. Πλήθος εθελοντών προσέφεραν τις υπηρεσίες τους και ανάμεσά τους ο άγιος Επίσκοπος Βασίλειος, εργαζόταν ως ιατρός.  
       Τιτάνιο υπήρξε επίσης και το συγγραφικό του έργο. Υπήρξε δεινός θεολόγος και μέγας συγγραφέας, του οποίου το έργο αποτελεί μέχρι σήμερα πρωτοπόρο. Τα έργα του διακρίνονται σε δογματικά, θεολογικά, ερμηνευτικά, επιστολές κλπ. Ένα από τα γνωστότερα έργα του υπήρξε η «Ερμηνεία εις την Εξαήμερον», στην οποία είναι αποτυπωμένη η σπάνια ευρυμάθειά του. Γνωστό επίσης έργο του είναι η ομώνυμή του «Θεία Λειτουργία», η οποία τελείται δέκα φορές το χρόνο (τις πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής, την παραμονή των Χριστουγέννων, την παραμονή των Φώτων, την Μ. Πέμπτη, το Μ. Σάββατο και την 1η Ιανουαρίου). Τα πολυπληθή θεολογικά έργα του ιερού Πατρός αποτελούν για την Εκκλησία και την κατοπινή θεολογική επιστήμη, ανεκτίμητη παρακαταθήκη. 
         Η αυστηρή ασκητική ζωή του και η εξαντλητική του εργασία κλόνισαν σοβαρά την εύθραυστη υγεία του. Στις 31 Δεκεμβρίου του 379 πέθανε σε ηλικία μόλις 49 ετών. Η κηδεία του έγινε την 1η Ιανουαρίου του 380, με τη συμμετοχή αμέτρητου πλήθους Χριστιανών, εθνικών και Ιουδαίων, οι οποίοι θρηνούσαν απαρηγόρητοι για τον χαμό του μεγάλου Ιεράρχη και προστάτη τους. Η μνήμη του εορτάζεται την 1η Ιανουαρίου. 
        Ο Μ. Βασίλειος ανήκει στους μεγάλους άνδρες της ιστορίας. Έζησε σε μια εποχή που ο παλιός ειδωλολατρικός κόσμος έδυε οριστικά και ένας νέος κόσμος, ο χριστιανικός ανέτειλε. Αυτός, μαζί με τους άλλους μεγάλους Πατέρες του 4ου μ. Χ. αιώνα, υπήρξε ένας από τους φορείς αυτού του νέου κόσμου. Και ακόμη περισσότερο: ο μεγάλος αυτός άνδρας, συνέβαλε καθοριστικά στην ομαλή μετάβαση στην νέα πολιτισμική πραγματικότητα. Αξιολόγησε με θαυμαστό τρόπο τα θετικά στοιχεία του αρχαίου κόσμου, τα οποία ενέταξε στη νέα πίστη και στον νέο αναδυόμενο χριστιανικό πολιτισμό. Χρησιμοποίησε με καταπληκτική δεξιότητα την αρχαιοελληνική φιλοσοφική σκέψη και τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας, μέσω των οποίων εξέφρασε τις αιώνιες και σώζουσες αλήθειες της Θείας Αποκαλύψεως. Υπήρξε, τέλος, ο κατ’ εξοχήν θεοφόρος Πατέρας της Εκκλησίας, ο οποίος κατέστησε την χριστιανική πίστη τρόπο ζωής και πολιτείας και τους πιστούς αληθινό «βασίλειον ιεράτευμα», όπως ψάλλουμε στο απολυτίκιο της εορτής του!

https://www.nyxthimeron.com/

«Μορφήν αναλλοιώτως ανθρωπίνην προσέλαβες». Αναφορά στην δεσποτική εορτή της Περιτομής του Κυρίου




Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού
Η ενανθρώπηση του Θεού Λόγου δεν είναι κάποιο αφηρημένο θεωρητικό σχήμα, ούτε κάποια μυθοπλασία κάποιου ευφάνταστου μυθογράφου, αλλά πραγματικό γεγονός, το οποίο έλαβε χώρα σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο (Γαλ. 4:4). Η μεγάλη δεσποτική εορτή της Περιτομής του Κυρίου μας υπενθυμίζει αυτή την μεγάλη αλήθεια και τονίζει ιδιαίτερα την πραγματική ανθρώπινη φύση, την οποία εκών ενδύθηκε, για χάρη της δικής μας σωτηρίας. 
    Η καθιέρωση του εορτασμού της Περιτομής του Κυρίου από την Εκκλησία, συνέτεινε αναμφίβολα η δράση κάποιων αιρετικών κύκλων της αρχαίας Εκκλησίας, οι οποίοι αρνούνταν  την πραγματική ενανθρώπηση του Θεού Λόγου και δίδασκαν την μη πραγματική ενανθρώπηση του Θεού Λόγου. Τέτοιοι υπήρξαν οι αιρετικοί δοκήτες, οι οποίοι δίδασκαν την κακοδοξία ότι δήθεν η ενανθρώπηση του Χριστού έγινε φαινομενικά, «κατά δόκησιν», όπως τόνιζαν. Αυτοί μαζί με τους μαρκιωνίτες, τους μανιχαίους και άλλους αιρετικούς, όλοι τους πρόδρομοι των αιρετικών Μονοφυσιτών του 5ου αιώνα, επιχείρησαν να νοθεύσουν την αλήθεια της Εκκλησίας μας.
    Η Εκκλησία μας μεταχειρίστηκε κάθε μέσον να προασπίσει την άπαξ αποκαλυφθείσα και παραδοθείσα αλήθεια (Ιουδ. 3). Ακόμα και εορτές καθιέρωσε για να περιχαρακώσει τις ύψιστες και σωτήριες αλήθειές Της. Είναι ιστορικά βεβαιωμένο πως  οι εορτές των Χριστουγέννων, της Περιτομής και των Θεοφανείων καθιερώθηκαν από την ανάγκη του αντιαιρετικού αγώνα της Εκκλησίας μας και κατόπιν έλαβαν εορταστικό χαρακτήρα, όπως εμείς τις βιώνουμε  σήμερα.
    Η περιτομή ήταν μια πρακτική συνηθισμένη σε πολλούς λαούς της αρχαιότητας. Ο Ηρόδοτος αναφέρει πως πρώτοι που έκαναν περιτομή στα άρρενα τέκνα τους ήταν οι Αιθίοπες και οι Αιγύπτιοι, κυρίως για λόγους υγιεινής (Ηροδ.Ιστ.Β΄,104). Ιστορικά ίσως οι Εβραίοι πήραν την συνήθεια αυτή από τους Αιγυπτίους. Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη όμως την περιτομή θέσπισε ο Ίδιος ο Θεός κατά παραγγελία Του στον πιστό Αβραάμ, ως μια πράξη διαφοροποιήσεως των απογόνων του από τους άλλους λαούς, ώστε μέσω αυτών να υλοποιηθεί το σχέδιο της σωτηρίας του κόσμου. «Αύτη η διαθήκη, ην διατηρήσεις, ανά μέσον εμού και υμών και ανά μέσον του σπέρματός σου μετά σε εις τας γενεάς αυτών΄ περιτμηθήσεται υμών παν αρσενικόν, και περιτμηθήσεθε την σάρκαν της ακροβυστίας υμών, και έσται εις σημείον διαθήκης ανά μέσον εμού και υμών. Και παιδίον οκτώ ημερών περιτμηθήσεται υμίν» (Γεν. 17:12).    
    Η περιτομή όλων των αρένων νηπίων γινόταν από τον πατέρες τους ή από ειδικούς στην περιτομή που ονομάζονταν mohel, την ογδόη ημέρα από τη γέννησή τους, όπως είχε διατάξει ο Θεός. Γινόταν στα σπίτια των νηπίων ή συχνότερα στις συναγωγές ενώπιον συγγενών και φίλων. Η τελετουργία της περιτομής ήταν για τους Ιουδαίους της εποχής εκείνης μεγάλης σπουδαιότητας γεγονός. Το παιδί που περιτέμνονταν θεωρούνταν πια μέλος του λαού του Θεού, τηρητής της διαθήκης, η οποία συνήφθη μεταξύ του Θεού και του Αβραάμ (Γεν, 17:12). Ο περιτμημένος ήταν υποχρεωμένος να τηρεί τις διατάξεις του Νόμου και είχε το αποκλειστικό δικαίωμα να εορτάζει το Πάσχα, σε αντίθεση με τους απερίτμητους, οι οποίοι δεν είχαν αυτό το δικαίωμα. 
      Μαζί με την περιτομή γινόταν και η ονοματοδοσία. Η τελετουργία της περιτομής ήταν κάτι σαν το χριστιανικό βάπτισμα, του οποίου υπήρξε τύπος. Όπως ο περιτμημένος γινόταν μέλος του λαού της Διαθήκης, ξεχωριστός από τους μη περιτμημένους, έτσι και ο βαπτισμένος αναγεννιέται και γίνεται άγιος, ξεχωριστός, μέλος της Εκκλησίας του Χριστού, προορισμένος να κληρονομήσει τη βασιλεία του Θεού (Ρωμ.6:4). 
         Σύμφωνα με τον ευαγγελιστή Λουκά, την ογδόη ημέρα από τη γέννηση του Κυρίου, ο Ιωσήφ και η Μαρία τήρησαν τη μωσαϊκή εντολή της περιτομής. Με λακωνικό τρόπο ο ιερός ευαγγελιστής αναφέρει πως «ότε επλήσθησαν αι ημέραι του περιτεμείν το παιδίον, και εκλήθη το όνομα αυτού Ιησούς, το κληθέν υπό του αγγέλου προ του συλληφθήναι αυτόν εν τη κοιλία» (Λουκ. 2:21). Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος αναφέρει την πληροφορία ότι την περιτομή του Κυρίου έκαμε ο μνήστωρ Ιωσήφ. Επίσης ο άγιος Επιφάνιος Κύπρου αναφέρει πως η περιτομή έγινε στο Σπήλαιο της Γεννήσεως. Βεβαίως ο ιερός ευαγγελιστής αποσιωπά κάθε λεπτομέρεια από την τελετή αυτή, διότι προφανώς δεν έχουν να μας προσφέρει, σύμφωνα με τους Πατέρες, όφελος για τη σωτηρία μας.     
        Την Εκκλησία μας δεν ενδιέφερε αυτή καθ’ εαυτή η εκπλήρωση αυτής της νομικής διάταξης του μωσαϊκού νόμου από τον Κύριο. Την ενδιέφερε κυρίως να τονισθεί, δια της περιτομής Του, και να αποδειχθεί, η πραγματική ανθρώπινη φύση Του, την οποία αρνούνταν οι αιρετικοί. Ο θεόπνευστος ευαγγελιστής συμπεριέλαβε στο ευαγγέλιό του και το γεγονός της περιτομής για να μπορεί η Εκκλησία να αποκρούει κάθε δοκητική, μανιχαϊστική και μονοφυσιτική κακοδοξία.      
    Η μη παραδοχή της ορθοδόξου διδασκαλίας της Εκκλησίας μας, περί της αληθινούς ενανθρωπήσεως του Υιού και Λόγου του Θεού, εκθεμελιώνει κυριολεκτικά ολόκληρο το οικοδόμημα της εν Χριστώ απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους. Αν δεν έγινε πραγματικά η σάρκωση του Λυτρωτή δεν έχουμε πραγματική σωτηρία, ο Χριστός δεν είναι πραγματικός σωτήρας, αλλά ένας από τους πολλούς ιδρυτές θρησκειών της ανθρωπότητας. Το πρόβλημα αυτό απασχόλησε έντονα την Εκκλησία τον 5ο αιώνα, όταν ο αρχιμανδρίτης Ευτυχής από την Κωνσταντινούπολη αρνούνταν την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Για το λόγο αυτό συγκλήθηκε η Δ΄ εν Χαλκηδόνι Οικουμενική Σύνοδος, το 451. 
    Ο Υιός και Λόγος του Θεού είναι ο φυσικός Υιός του Θεού, απόρροια της δικής Του φύσεως. Γεννήθηκε προπάντων των αιώνων από τον Πατέρα, όπως μας βεβαιώνει ξεκάθαρα η αγία Γραφή. «Υιός μου ει συ εγώ σήμερον γεγέννηκά σε» (Εβρ. 1:5) είπε, δια του Ψαλμωδού ο Θεός Πατέρας, στο Θεό Υιό. Η προαιώνια βουλή του Θεού αποφάσισε να αποστείλει τον Λόγο στον κόσμο ως σωτήρα του από τη φθορά της αμαρτίας και του θανάτου. Έτσι, «ότε ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» (Γαλ. 4:4), ο Λόγος, δια της Παρθένου Μαρίας, προσέλαβε την ανθρώπινη φύση και αφού την καθάρισε από τους ρίπους της αμαρτίας, την αναδημιούργησε και την επανέφερε στην προπτωτική της κατάσταση, την έκαμε δική Του φύση, χωρίς να αφήσει ούτε στιγμή τη θεία φύση Του. Ένωσε ασύγχυτα και αρμονικά τις δύο φύσεις στο θεανδρικό Του πρόσωπο. Έγινε ο Θεάνθρωπος. Η ένωση των δύο φύσεων στο πρόσωπο του Λυτρωτή σημαίνει αντικειμενική πραγμάτωση της σωτηρίας μας.      
     Η ενανθρώπηση του Λόγου όμως είναι γεγονός ασύλληπτης αυτοταπείνωσής Του. «Εν μορφή Θεού υπάρχων … εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος, και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού»  (Φιλιπ. 2:7). Εάν δεν δούμε το μυστήριο της θείας συγκαταβάσεως υπό το πρίσμα της άμετρης αγάπης του Θεού για το πλάσμα Του τον άνθρωπο, αποτελεί αυτό το μεγαλύτερο σκάνδαλο όλων των εποχών. Το αρχαιοελληνικό αξίωμα «Θεός, ανθρώποις ου μείγνηται», πολλώ δε μάλλον η ανθρωποποίηση Θεού αποτελεί ορθολογικά τη χειρότερη μωρία της ιστορίας. Όμως η αγαθότητα και φιλανθρωπία του Θεού υπερέβη όλα τα διαχωριστικά με την ανθρωπότητα. Έκαμε τη μεγάλη κίνηση και ταπείνωσε τον Υιό Του και τον έκαμε άνθρωπο, προκείμενου να σωθεί το ανθρώπινο γένος. Κατέβηκε Αυτός στα ανθρώπινα πλαίσια, μέχρι και της κατάστασης του θανάτου για να αναστήσει τον άνθρωπο από την κατάσταση της πνευματικής νεκρώσεως και να τον ανεβάσει τον άνθρωπο στα ουράνια του θρόνου Του.
    Όσο καιρό ο σαρκωμένος Λόγος βρισκόταν στη γη, ταυτόχρονα ως Θεός βρισκόταν και στον ουρανό. Βρισκόταν παντού, ως πανταχού παρών, διότι με την πρόσληψη της ανθρωπίνης φύσεως δεν αποποιήθηκε τη θεία φύση Του. Σε αυτήν Του την διπλή ιδιότητα, ως αληθινού Θεού και αληθινού ανθρώπου, έγκειται και το γεγονός του αληθινού σωτήρα. Σώζει ως αληθινός Θεός με το ότι έγινε αληθινός άνθρωπος, καθ’ ότι προσέλαβε πραγματικά την ανθρώπινη φύση και την έσωσε στο πρόσωπό Του. Κάθε παρέκκλιση από αυτή την αλήθεια αποτελεί αίρεση για την Εκκλησία μας. Ο Νεστοριανισμός είχε αρνηθεί τη θεία φύση του Χριστού και ο Μονοφυσιτισμός είχε αρνηθεί την ανθρώπινη φύση του Χριστού. Και οι δυο αυτές δογματικές παρεκτροπές καταδικάστηκαν από την Γ΄ και Δ΄ Οικουμενικές Συνόδους, ως εκτροπή από την αλήθεια και ως έχοντες σοβαρότατες σωτηριολογικές συνέπειες. Ο ευαγγελιστής Ιωάννης τόνισε ιδιαίτερα πως «οι μη ομολογούντες Ιησούν Χριστόν ερχόμενον εν σαρκί΄ ούτος εστιν ο πλάνος και ο αντίχριστος» (Β΄ Ιωάν. 7).      
     Αξίζει να αναφέρουμε δύο αποσπάσματα από τους δογματικούς όρους των αναφερόμενων αγίων Συνόδων, για να δούμε τη θεολογική σαφήνεια της Εκκλησίας μας για το μεγάλη αυτή αλήθεια: «… Ομολογούμεν τοιγαρούν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού τον μονογενή, Θεόν τέλειον και άνθρωπον τέλειον εκ ψυχής λογικής και σώματος … ομοούσιον τω Πατρί τον αυτόν κατά την θεότητα, και ομοούσιον ημίν κατά την ανθρωπότητα. Δύο γαρ φύσεων ένωσις γέγονεν΄ δι’ ο ένα Χριστόν, ένα υιόν, ένα κύριον ομολογούμεν» (Γ΄ Οικουμ.Σύνοδος, Έκθεσις Πίστεως των Διαλλαγών). Και «Επόμενοι τοίνυν τοις αγίοις Πατράσιν ένα και τον αυτόν ομολογούμεν Υιόν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν συμφώνως άπαντες εκδιδάσκομεν, τέλειον τον αυτόν εν θεότητι και τέλειον τον αυτόν εν ανθρωπότητι, Θεόν αληθώς και άνθρωπον αληθώς τον αυτόν εκ ψυχής λογικής και σώματος, ομοούσιον τω Πατρί κατά την θεότητα, και ομοούσιον ημίν τον αυτόν κατά την ανθρωπότητα … ένα και τον αυτόν Χριστόν, υιόν, κύριον, μονογενή, εν δύο φύσεσιν ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως γνωρίζομεν, ουδαμού της των φύσεων διαφοράς ανηρημένης δια την ένωσιν, σωζομένης δε μάλλον της ιδιότητος εκατέρας φύσεως και εις εν πρόσωπον και μιαν υπόστασιν συντρεχούσης, ουκ εις δύο πρόσωπα μεριζόμενον ή διαιρούμενον, αλλ’ ένα και τον αυτόν υιόν, μονογενή, Θεόν, Λόγον, Κύριον Ιησούν Χριστόν…» (Όρος Δ΄ Οικ. Συνόδου, παρά Ι. Καρμίρη, τα Δογματικά και Συμβολικά μνημεία, Αθήναι 1952, σελ. 165). 
     Το γεγονός της θείας ενανθρωπήσεως πρέπει να αποτελεί για κάθε πιστό χριστιανό τη βάση της πίστεώς του. Να μην έχει την παραμικρή αμφιβολία ότι «επεσκέψατο ημάς εξ ύψους ο Σωτήρ ημών», για να μας λυτρώσει από τη δουλεία της αμαρτίας και τη φθορά του θανάτου. Σύμφωνα με την θεσπέσια υμνολογία της εορτής, «Συγκαταβαίνων ο Σωτήρ τω γένει των ανθρώπων κατεδέξατο σπαργάνων περιβολήν΄ ουκ εβδελύξατο σαρκός την περιτομήν ο οκταήμερος κατά την  Μητέρα και άναρχος κατά τον Πατέρα» για την ημών σωτηρία. Αυτός έκαμε τη μεγάλη κίνηση, περιμένοντας από τον άνθρωπο να κάνει τη δική του μικρή κίνηση, να Του δώσει το χέρι του, για να τον σώσει, να τον δοξάσει και να τον κάνει υιό και κληρονόμο της ατέρμονης βασιλείας Του. Είναι ανάγκη να ξεφύγουμε από τα νοητά δεσμά του αμαρτωλού κόσμου και να ανεβάσουμε το νου μας στα ουράνια. Μόνο έτσι θα επωφεληθούμε από τις δωρεές της θείας συγκαταβάσεως.

https://www.nyxthimeron.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Β´ 20 - 21
20 καὶ ὑπέστρεψαν οἱ ποιμένες δοξάζοντες καὶ αἰνοῦντες τὸν Θεὸν ἐπὶ πᾶσιν οἷς ἤκουσαν καὶ εἶδον καθὼς ἐλαλήθη πρὸς αὐτούς. 21 Καὶ ὅτε ἐπλήσθησαν ἡμέραι ὀκτὼ τοῦ περιτεμεῖν τό παιδίον, καὶ ἐκλήθη τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦς, τὸ κληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου πρὸ τοῦ συλληφθῆναι αὐτὸν ἐν τῇ κοιλίᾳ.
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Β´ 40 - 52
40 Τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι πληρούμενον σοφίας, καὶ χάρις Θεοῦ ἦν ἐπ’ αὐτό. 41 Καὶ ἐπορεύοντο οἱ γονεῖς αὐτοῦ κατ’ ἔτος εἰς Ἱερουσαλὴμ τῇ ἑορτῇ τοῦ πάσχα. 42 καὶ ὅτε ἐγένετο ἐτῶν δώδεκα, ἀναβάντων αὐτῶν εἰς Ἱεροσόλυμα κατὰ τὸ ἔθος τῆς ἑορτῆς 43 καὶ τελειωσάντων τὰς ἡμέρας, ἐν τῷ ὑποστρέφειν αὐτοὺς ὑπέμεινεν Ἰησοῦς ὁ παῖς ἐν Ἱερουσαλήμ, καὶ οὐκ ἔγνω Ἰωσὴφ καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ. 44 νομίσαντες δὲ αὐτὸν ἐν τῇ συνοδίᾳ εἶναι ἦλθον ἡμέρας ὁδὸν καὶ ἀνεζήτουν αὐτὸν ἐν τοῖς συγγενέσι καὶ τοῖς γνωστοῖς· 45 καὶ μὴ εὑρόντες αὐτόν ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ ζητοῦντες αὐτόν. 46 καὶ ἐγένετο μεθ’ ἡμέρας τρεῖς εὗρον αὐτὸν ἐν τῷ ἱερῷ καθεζόμενον ἐν μέσῳ τῶν διδασκάλων καὶ ἀκούοντα αὐτῶν καὶ ἐπερωτῶντα αὐτούς· 47 ἐξίσταντο δὲ πάντες οἱ ἀκούοντες αὐτοῦ ἐπὶ τῇ συνέσει καὶ ταῖς ἀποκρίσεσιν αὐτοῦ. 48 καὶ ἰδόντες αὐτὸν ἐξεπλάγησαν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἡ μήτηρ αὐτοῦ εἶπε· Τέκνον, τί ἐποίησας ἡμῖν οὕτως; ἰδοὺ ὁ πατήρ σου κἀγὼ ὀδυνώμενοι ἐζητοῦμέν σε. 49 καὶ εἶπεν πρὸς αὐτούς· Τί ὅτι ἐζητεῖτέ με; οὐκ ᾔδειτε ὅτι ἐν τοῖς τοῦ πατρός μου δεῖ εἶναί με; 50 καὶ αὐτοὶ οὐ συνῆκαν τὸ ῥῆμα ὃ ἐλάλησεν αὐτοῖς. 51 καὶ κατέβη μετ’ αὐτῶν καὶ ἦλθεν εἰς Ναζαρέτ, καὶ ἦν ὑποτασσόμενος αὐτοῖς. καὶ ἡ μήτηρ αὐτοῦ διετήρει πάντα τὰ ῥήματα ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς. 52 Καὶ Ἰησοῦς προέκοπτε σοφίᾳ καὶ ἡλικίᾳ καὶ χάριτι παρὰ Θεῷ καὶ ἀνθρώποις.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Β´ 20 - 21
20 Καὶ ἐγύρισαν πίσω οἱ ποιμένες εἰς τὸ ποίμνιόν των καὶ ἐδόξαζον καὶ ὑμνολογοῦν τὸν Θεὸν δι’ ὅλα, ὅσα ἤκουσαν ἀπὸ τὸν ἄγγελον καὶ ὅσα εἶδον τὰ μάτια των, ὅταν ἐπῆγαν εἰς τὴν Βηθλεὲμ καὶ τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀκριβῶς ὅπως τοὺς τὰ εἶπεν ὁ ἄγγελος. 21 Καὶ ὅταν συνεπληρώθησαν αἱ ὀκτὼ ἡμέραι διὰ νὰ γίνῃ εἰς τὸ παιδίον ἡ περιτομή, τὸ περιέτεμαν, ἵνα καὶ διὰ τῆς περιτομῆς ἐπιβεβαιωθῇ ὅτι ἦτο γνήσιος ἀπόγονος τοῦ Ἀβραάμ. Καὶ ἐκλήθη τὸ ὅνομά του Ἰησοῦς, ὄνομα ποὺ τὸ εἶχεν εἴπει ὁ ἄγγελος προτοῦ συλληφθῇ αὐτὸς εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητέρας του.
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Β´ 40 - 52
40 Τὸ δὲ παιδίον ἐμεγάλωνε κατὰ τὸ σῶμα καὶ ἐνισχύετο ἐκτάκτως κατὰ τὰς διανοητικὰς καὶ πνευματικὰς δυνάμεις. Καὶ ἡ θεότης, μὲ τὴν ὁποίαν ἦτο ἠνωμένον, καθ’ ὅσον ἡ ἡλικία τοῦ παιδίου ἐπροχώρει, μετέδιδεν εἰς αὐτὸ καὶ τὸ ἐγέμιζε σοφίαν. Καὶ χάρις Θεοῦ, ἡ ὁποία τὸ ἐνίσχυεν εἰς πᾶσαν ἀρετὴν καὶ τὸ ἐφύλαττεν ἀπὸ πᾶσαν ἁμαρτίαν, ἦτο ἐπ’ αὐτοῦ, διευθύνουσα τὴν ὁμαλὴν καὶ ἀπρόσκοπτον ἀνάπτυξιν καὶ ἠθικὴν πρόοδόν του. 41 Καὶ ἐπήγαιναν οἱ γονεῖς του κάθε χρόνον εἰς Ἱερουσαλὴμ διὰ τὴν ἑορτὴν τοῦ Πάσχα, ὅπως ὅλοι οἱ εὐσεβεῖς Ἰσραηλῖται. 42 Καὶ ἀφοῦ ἔγινε τὸ παιδίον δώδεκα ἐτῶν, ὅταν ἀνέβησαν αὐτοὶ εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, σύμφωνα μὲ τὴν συνήθειαν ποὺ εἶχε καθιερωθῆ ὑπὸ τοῦ νόμου διὰ τὴν ἑορτήν, ἐπῆραν καὶ αὐτὸ μαζί των. 43 Καὶ ὅταν συνεπλήρωσαν τὰς ἡμέρας τῆς παραμονῆς των εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, καὶ ἐγύριζαν αὐτοὶ εἰς τὴν πατρίδα των, ὁ παῖς Ἰησοῦς ἔμεινεν ὀπίσω εἰς Ἱερουσαλήμ. Καὶ δὲν ἀντελήφθησαν τοῦτο ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἡ μητέρα τοῦ παιδίου. 44 Ἐπειδὴ δὲ τὸν ἐνόμισαν, ὅτι ἦτο εἰς τὸ καραβάνι τῶν προσκυνητῶν, ἐπροχώρησαν μιᾶς ἡμέρας δρόμον. Καὶ τὸ ἑσπέρας ἐζήτουν νὰ τὸν εὕρουν μεταξὺ τῶν συγγενῶν καὶ γνωστῶν. 45 Καὶ ἐπειδὴ δὲν τὸν εὗρον, ἐγύρισαν ὀπίσω εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ εἰς τὸν δρόμον ἐζητοῦσαν νὰ τὸν εὕρουν ἐρωτῶντες καὶ τοὺς προσκυνητάς, τοὺς ὁποίους συνήντων. 46 Καὶ ὅταν ἐπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλὴμ μετὰ τρεῖς ἡμέρας, ἀφ’ ὅτου εἶχον ἀναχωρήσει ἐκεῖθεν χωρὶς τὸν Ἰησοῦν, συνέβη νὰ τὸν εὕρουν εἰς τὸν ἱερὸν περίβολον τοῦ ναοῦ νὰ κάθεται ἐν μέσῳ τῶν διδασκάλων καὶ νὰ ἀκούῃ αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς ἐρωτᾷ διὰ σπουδαία ζητήματα, ἀσυνήθη διὰ τὴν ἡλικίαν του. 47 Καὶ ἠπόρουν καὶ ἐθαύμαζαν ὅλοι ὅσοι τὸν ἤκουαν διὰ τὴν ἐξαιρετικὴν νοημοσύνην καὶ διὰ τὰς ἀπαντήσεις, ποὺ ἔδιδε. 48 Καὶ ὅταν ὁ Ἰωσὴφ καὶ ἡ Μαρία τὸν εἶδαν, κατελήφθησαν ἀπὸ ἔκπληξιν, διότι διὰ πρώτην φορὰν ὁ μικρὸς Ἰησοῦς παρουσιάζεται μὴ σκεπτόμενος τὴν ἀνησυχίαν, ποὺ θὰ τοὺς ἐπροκάλει ἡ καθυστέρησις αὐτή. Καὶ ἡ μητέρα του εἶπε πρὸς αὐτόν· Παιδί μου, διατὶ μᾶς ἔκαμες ἔτσι καὶ ἔμεινες ὀπίσω; Ἰδοὺ ὁ πατήρ σου καὶ ἐγὼ μὲ πόνον καὶ λαχτάραν σὲ ἐζητούσαμεν. 49 Καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· Διατὶ ἐζητεῖτε νὰ μὲ εὕρετε; Δὲν ἠξεύρατε, ὅτι εἰς τὰ οἰκήματα τοῦ πατρός μου πρέπει νὰ εἶμαι; Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ἀνησυχῆτε, οὔτε ὑπῆρχε λόγος νὰ μὲ ἀναζητῆτε ὡς χαμένον. 50 Καὶ αὐτοὶ δὲν ἐκατάλαβαν τὸν λόγον αὐτόν, ποὺ τοὺς εἶπε, διότι δὲν ἤξευραν ἀκόμη, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἦτο καὶ φυσικὸς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ καὶ συνεπῶς ἐδικαιοῦτο νὰ ἀποκαλέσῃ τὸν Ναὸν πατρικὴν κατοικίαν του. 51 Καὶ κατέβη μαζί τους ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ ἦλθεν εἰς Ναζαρέτ. Καὶ ἐξηκολούθει ὡς εὐπειθὴς υἱὸς νὰ ὑποτάσσεται εἰς αὐτούς. Καὶ ἡ μητέρα του διετήρει τὰ λόγια καὶ τὰ συμβάντα αὐτὰ εἰς τὴν μνήμην της, βαθεῖα χαραγμένα εἰς τὴν καρδίαν της. 52 Καὶ ὁ Ἰησοῦς βαθμηδὸν προώδευε κατὰ τὴν σοφίαν καὶ κατὰ τὴν αὔξηση τοῦ σώματος καὶ κατὰ τὴν χάριν τόσον παρὰ τῷ Θεῷ, ὁ ὁποῖος ὁλονὲν ἐξεδήλωνε πλουσιώτερον τὴν εὔνοιάν του εἰς αὐτὸν καὶ κατὰ τὸ μέτρον τῆς σωματικῆς καὶ πνευματικῆς αὐξήσεως καὶ ἀναπτύξεως τοῦ Ἰησοῦ ἐξέχυνεν ἐπὶ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν του πλουσιωτέραν τὴν ἐνίσχυσίν του καὶ τὴν εὐλογίαν του, ὅσον καὶ παρὰ τοῖς ἀνθρώποις, οἱ ὁποῖοι ἀνεύρισκον ἐν αὐτῷ ὁλονὲν καὶ περισσότερον ἔκτακτα καὶ ἀσυνήθη χαρίσματα σοφίας καὶ καλοσύνης καὶ ἀρετῆς.