Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Εἶδες τόν ἀδελφόν σου; Εἶδες τόν Θεόν σου!




ΜΕΓΑ ΓΕΡΟΝΤΙΚΟ
Όταν σ' επισκέπτεται κάποιος Αδελφός διώξε το πένθος από το πρόσωπό σου, συμβουλεύει ένας από τους Γέροντες, και κρύψε το στην καρδιά σου, έως ότου φύγει. Μετά φέρε το πάλι, γιατί όταν σε βλέπουν μ' αυτό οι δαίμονες, φοβούνται να σε πλησιάσουν.
Έτσι περιγράφει ο Παλλάδιος την υποδοχή των ξένων στις σκήτες και στα ερημητήρια της Αιγύπτου και της Θηβαΐδος: «Όταν φθάσαμε από την Παλαιστίνη στην Αίγυπτο, επισκεφθήκαμε πρώτα τον Αββά Απολλώ. Μόλις έμαθαν τον ερχομό μας βγήκαν με παράταξη οι Μοναχοί της συνοδείας του να μάς προϋποντάσουν. Σαν έφθασαν κοντά μας, έβαλαν μετάνοια και μας χαιρέτησαν. Ύστερα με παράταξη, πάλι, οι γεροντότεροι εμπρός, οι νεώτεροι πίσω κι εμείς στη μέση, μάς οδήγησαν στα κελλιά. Εκεί μάς περίμενε ο Προεστώς. Όταν μάς είδε, έβαλε πρώτος εδαφιαία μετάνοια και μάς ασπάστηκε.
Μάς πήγε στο κελλί του κι αφού έκανε τη συνηθισμένη γι' αυτές τις περιστάσεις προσευχή, μάς έβαλε να καθίσουμε. Ο ίδιος έφερε νερό και μάς έπλυνε τα πόδια κι ευθύς αμέσως μάς οδήγησε στην τράπεζα, όπου μάς περίμενε λιτό, μεν, αλλά καλοπεριποιημένο φαγητό.
Τέτοια υποδοχή έκανε σ' όλους τους Μοναχούς και ιερωμένους που τον επεσκέπτοντο. Συνήθιζε δε να λέγει στους μαθητές του:
Όταν έρχονται Μοναχοί, τέκνα μου, να τους βάζετε μετάνοια και να τους προσκυνάτε, όπως έκανε ο Πατριάρχης Αβραάμ. Δι' αυτών προσκυνείται ο Θεός. «Είδες τον Αδελφό σου; Είδες τον Θεόν σου».
Άλλος Γέροντας δίνει την εξής συμβουλή:
Όταν αντιληφθείς πως σου έρχονται επισκέπτες, πριν κτυπήσουν την πόρτα σου, προσευχήσου μ' αυτά τα λόγια στο Θεό: «Κύριε, προφύλαξε όλους μας από την κατάκριση και την κακογλωσσιά και κάνε να φύγουν από δω οι Αδελφοί μου ειρηνικοί κι ωφελημένοι».
Κάποτε οι Πατέρες της σκήτης έδωσαν εντολή να κρατήσουν νηστεία οι Αδελφοί μια εβδομάδα, δηλαδή να μη βάλουν τίποτε στο στόμα τους, ούτε νερό. Συνέβη όμως εκείνες τις ημέρες να επισκεφθούν τον Αββά Μωϋσή τον Αιθίοπα Μοναχοί από την Αίγυπτο. Ο φιλόξενος Μωϋσής έψησε φακές για να τους περιποιηθεί.
Όταν είδαν καπνό να βγαίνει από την καλύβη τους, μερικοί όχι τόσο ενάρετοι Αδελφοί, είπαν στους Γέροντες:
-Ο Μωϋσής περιφρόνησε την προσταγή σας και ψήνει φαγητό.
Την Κυριακή που μαζεύτηκε στην Εκκλησία όλη η σκήτη, ο Πρεσβύτερος που γνώριζε τη μεγάλη αρετή του Οσίου, όταν πλησίασε να πάρει αντίδωρο, του είπε δυνατά, για ν' ακουστεί από όλους:
Εύγε, Αββά Μωϋσή γιατί παρέβεις μεν την εντολή των ανθρώπων, εφύλαξες όμως του Θεού την εντολή.
Ένας αρχάριος Μοναχός πήγε να συμβουλευτεί τον Αββά Ποιμένα. Ήταν το μέσον περίπου της Τεσσαρακοστής. Αφού εξομολογήθηκε τους λογισμούς του κι η ψυχή του αναπαύτηκε, είπε στον Όσιο:
-Παρ' ολίγο δε θ' αποφάσιζα να έλθω ως εδώ σήμερα και θα έχανα τόση ωφέλεια.
-Γιατί, τέκνο μου; ρώτησε ο Όσιος.
-Μου έλεγε ο λογισμός πως δεν θα με δεχόσουν, Αββά επειδή είναι Τεσσαρακοστή.
-Εμείς εδώ, τέκνον, είπε ο Αββάς Ποιμήν, δε συνηθίζουμε την Τεσσαρακοστή να κλείνουμε εκείνη τη μικρή ξύλινη εξώπορτα, αλλά τούτο. Κι έβαλε το δάκτυλο στα χείλη.
Όταν οι Αδελφοί της σκήτης προσκαλούσαν τον Όσιο Μακάριο να καθίσει στην τράπεζά τους, εκείνος πήγαινε μεν για να μη τους λυπήσει, έβαζε όμως στον εαυτό του αυτό τον όρο: Για το ποτήρι το κρασί που θα τού έδιναν να πιει, να μη βάλει καθόλου νερό στο στόμα του μια ολόκληρη μέρα. Οι αδελφοί που δεν τον ήξεραν, του έδιναν κρασί να τον ευχαριστήσουν. Εκείνος το έπινε χωρίς αντίρρηση για να βασανίζει ύστερα τον εαυτό του. Ο υποτακτικός του όμως που έβλεπε τους αγώνες του, έλεγε στους άλλους Μοναχούς:
-Για την αγάπη του Χριστού, αδελφοί, μη του δίνετε να πίνει, γιατί από αύριο θ' αρχίσει να τιμωρεί τον εαυτό του.
Επισκέφτηκαν κάποτε ένα Κοινόβιο ο Αββάς Σιλουανός με το μαθητή του Ζαχαρία. Το πρωί που ξεκίνησαν να φύγουν, οι Μοναχοί του Κοινοβίου τους ανάγκασαν να φάγουν, μ' όλο που ήταν ημέρα νηστείας. Εκείνοι για να μη τους λυπήσουν, δέχτηκαν.
Ύστερα, καθώς πήγαιναν στο δρόμο τους βρήκαν μια μικρή πηγή. Ο Ζαχαρίας που διψούσε, ζήτησε την άδεια του Γέροντος να πιει νερό.
-Είναι νηστεία σήμερα, του υπενθύμισε εκείνος.
-Μα πριν από λίγο φάγαμε, Αββά.
-Εκείνο ήταν της φιλοξενίας το γεύμα, εξήγησε ο Όσιος, τώρα όμως δεν μάς αναγκάζει τίποτε να μη συνεχίσουμε τη νηστεία μας.
Ένας φιλομόναχος Επίσκοπος συνήθιζε να περιοδεύει μια φορά το χρόνο τις σκήτες και τα μοναστήρια της επαρχίας του. Σε μια τέτοια περιοδεία, κατάκοπος από τη μακρά οδοιπορία ζήτησε ν' αναπαυθεί λίγο στο κελλί ενός Ερημίτου. Ο αδελφός, αφού του έπλυνε τα πόδια, έστρωσε τράπεζα να τον φιλοξενήσει. Δεν είχε όμως άλλο τίποτε να προσφέρει στον Επίσκοπο από ψωμί κι αλάτι που συνήθιζε να τρώγει ο ίδιος.
-Ας με συγχωρήσει η αγιοσύνη σου, άρχισε ν' απολογείται ο Αδελφός για το φτωχό του τραπέζι. Δεν υπάρχει άλλο καλύτερο σ' αυτό το κελλί.
Ενθουσιασμένος ο Επίσκοπος για τη μεγάλη εγκράτεια των Μοναχών, είπε στον Αδελφό:
-Είθε του χρόνου που θα ξανάρθω, ούτε αλάτι να μη βρω.
Άλλος αρχάριος Μοναχός που είχε βάλει όρο στον εαυτό του να μη τρώει ψωμί, πήγε μια μέρα να επισκεφθεί ένα μεγάλο Γέροντα. Στο κελλί του βρήκε κι άλλους επισκέπτες. Ο Γέροντας μαγείρευε φαγητό για τους ξένους του. Σαν κάθισαν στην τράπεζα, ο αρχάριος έβγαλε τα βρεγμένα κουκιά που είχε φέρει μαζί του και τα έτρωγε. 
Ο Γέροντας που τον είδε, τον πήρε ύστερα από το φαγητό παράμερα και τον συμβούλεψε:
-Όταν τρώγεις με άλλους Αδελφούς, τέκνον μου, απόφευγε όσο μπορείς να δείχνεις την εγκράτειά σου, γιατί παραμονεύει η κενοδοξία να σου αφαιρέσει το μισθό σου. Αν πάλι είσαι αποφασισμένος να μη παραβαίνεις τους όρους σου, μένε στο κελλί σου κι απόφευγε τις επισκέψεις.

Από τη διδασκαλία σοφού Πατρός:
Όταν βρίσκεσαι με άλλους, μη θελήσεις να επιδείξεις την άσκησή σου. Μην πεις π.χ. πως δεν τρως ποτέ λάδι, ή ψάρι ή μαγειρεμένο φαγητό. Μόνο κρασί μη πίνεις για τον πόλεμο της σαρκός. Αν βρεθεί κάποιος ανόητος να σε κατηγορήσει γι' αυτό, μη λάβεις καθόλου υπόψη σου αυτή την κατηγορία.
Ένας αδελφός ρώτησε κάποιο Γέροντα:
-Αν ποτέ βρεθώ στην τράπεζα μαζί με τους Πατέρες, τι πρέπει να κάνω, Αββά;
-Αντί της νηστείας προσκάλεσε κοντά την προσευχή.
-Είναι δυνατόν να προσεύχομαι, ενώ οι άλλοι θα συνομιλούν;
-Η βία, η αχώριστη σύντροφος του Μοναχού, τα κάνει όλα κατορθωτά, αποκρίθηκε ο Γέρων. Όποιος την αποχωρίζεται δεν ξέρω αν εξακολουθεί να παραμένει Μοναχός.

https://inpantanassis.blogspot.com/

Τήν Παναγιά νά μή τήν κάνεις ζητιάνα!




Καταρρακτώδης ἔπιπτε ἡ βροχή ἐπί τοῦ δασώδους ὄρους ἐκεῖνο τό πρωινό τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ σωτηρίου ἔτους 1998, κατακλύζουσα τόν ἀθέατον θύλακα, εἰς τάς παρυφάς τοῦ ὁποίου, ἐπί πλατώματος ἱκανοῦ σχηματίζοντος ἀχειροποίητον ἐξώστην, ἔκειτο μονή ἀρχαία, κτισμένη κατά πώς ἔλεγον οἱ παλαιοί τήν ἐποχή τῶν Μακεδόνων.
Καθημαγμένη ὑπό τῆς φθορᾶς τοῦ χρόνου, ἕνεκα τῆς καταστροφικῆς μανίας τῶν κατακτητῶν κατά τό πρόσφατον καί ἀπώτερον παρελθόν καί τῆς ἐπελθούσης ἐρημώσεως, ἀνέθαλλεν πάλιν ὑπό τάς ἀόκνους προσπαθείας τοῦ διανύοντος τήν πέμπτην δεκαετίαν τοῦ βίου του ἡγουμένου καί τῆς περί αὐτόν συναχθείσης σμικρᾶς ἀδελφότητος. Ἀλλά ἀληθινός κτήτωρ καί προστάτις τῆς μονῆς ἦτο ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, εἰς τήν ὁποίαν ἦτο ἀφιερωμένο τό Καθολικόν, τό διασωθέν τοῦ ἐμπρησμοῦ μέ δικήν της θαυματουργόν παρέμβασιν· τοῦτο δέ διηγοῦντο πολλάκις οἱ αὐτόπται μάρτυρες, εἷς προβεβηκώς ἤδη ἀδελφός τῆς μονῆς καί κάτοικοι τοῦ παραπλησίου χωρίου. 
Ἐκείνη τήν ἡμέρα ἡ θύρα τῆς μονῆς παρέμεινε κεκλεισμένη· προσκυνητές, πέραν τῶν Κυριακῶν καί μεγάλων ἑορτῶν, σπανίως διέσχιζον τόν κακοτράχαλον χωματόδρομον, ὁ ὁποῖος ἕνωνε τήν ἐσχατιάν τοῦ ὄρους μέ τό σμικρόν χωρίον, τό ὁριοθετοῦν τόν κόσμον· πολλῷ δέ μᾶλλον δέν ἀνεμένετό τις νά ἀποτολμήσῃ, ἐν μέσῳ τῆς θυέλλης, τοιαύτην ἀνάβασιν.
Μετά τήν πρωινήν ἀκολουθίαν, ὁ ἡγούμενος ἡτοιμάζετο νά μεταβῇ εἰς τήν πόλιν διά τήν ἐξυπηρέτησιν ἐπειγούσης ἀνάγκης, ὡστόσον ἀνέβαλλεν τήν ἀναχώρησίν του ἀναμένων ὅπως κοπάσῃ ἡ κακοκαιρία. Ἀνησύχει δέ μᾶλλον οὐχί διά τόν καιρόν ἀλλά μήπως δέν ἐπαρκέσουν τά χρήματα, καθότι ἅπαντα εἶχον δαπανηθῆ διά τάς ἐργασίας τῆς ἀνοικοδομήσεως, ὑπελείπετο δέ μεγάλον χρέος εἰς τόν μαραγκόν, ὅστις καλῇ τῇ πίστει εἶχε κατασκευάσει τάς θύρας καί τά παράθυρα. 
Διά τήν ἀνακούφισιν τοῦ χρέους εἶχε συνεννοηθεῖ μέ φίλον του ἱερέα τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ, ὅπως μεταφέρωσι τήν ἐφέστιον εἰκόνα τῆς μονῆς, ἀναπαριστῶσαν τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, διά νά τελέσωσι ἱεράν ἀγρυπνίαν κατά τήν ἑορτήν τῶν Εἰσοδίων, συνδυάζοντες, κατά συνήθη παλαιάν καί ἁπανταχοῦ τακτικήν, τόν ἁγιασμόν τῶν πιστῶν μετά τῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως. 
Πλησίαζε ἡ μεσημβρία, ὅταν ἠκούσθη ὁ κώδων τῆς ἐξώθυρας, εἷς δέ τῶν μοναχῶν ἔσπευσεν νά ἀνοίξῃ. Ἔξωθεν αὐτῆς, ἀσκεπής ὑπό τήν βροχήν, ἀνέμενεν ἄγνωστος ἀνήρ. - Θέλω νά προσκυνήσω τήν Παναγιά, εἶπε, γιατί μέ ἔσωσε ἀπό βέβαιον θάνατον. Ὁ ἀδελφός ἄνοιξε τό Καθολικόν καί τόν ἄφησε νά προσευχηθῇ ἐνώπιον τῆς παλαιᾶς εἰκόνος τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου. Ὅταν ἐκεῖνος ἐξῆλθε, τόν ὡδήγησε εἰς τό μικρόν ἀρχονταρίκιον καί ἀπεσύρθη διά νά ἑτοιμάσῃ τό κέρασμα. Ὄταν ἐπέστρεψε μέ τόν δίσκον, εἶδε εἰς τό τραπέζι ἕναν σωρόν ἀπό χαρτονομίσματα.
- Αὐτά εἶναι γιά τό μοναστήρι, εἶπε ὁ ἄγνωστος, καί σᾶς παρακαλῶ, θά ἤθελα νά ὁμιλήσω μέ τόν ἡγούμενον. Ἔτρεξε τό καλογέρι νά τόν φωνάξῃ.
- Γέροντα, ἦλθε ἕνας ξένος, πρώτη φορά τόν βλέπω. Θέλει νά σᾶς μιλήσει καί ἔχει φέρει ἕνα μάτσο χιλιάρικα! 
Σταυροκοπήθηκε ὁ ἡγούμενος, καί ἐντός ὀλίγων λεπτῶν εἰσῆλθε εἰς τό ἀρχονταρίκιον. Μετά τό καλωσόρισμα καί τάς ἀρχικάς συστάσεις, εἰσῆλθεν ὁ ξένος εἰς τόν σκοπόν τῆς ἐπισκέψεώς του.
- Ἅγιε ἡγούμενε, μέ τήν ἐκκλησίαν δέν εἶχον ποτέ πολλάς σχέσεις, πιστεύω ὅμως εἰς τόν Θεόν καί εἰς τήν Παναγίαν. Ἦλθον σήμερα ἐδῶ ἐπειδή ἡ Παναγιά μέ διέσωσε ἀπό ἀτύχημα καί μοῦ ὑπέδειξε ἡ ἴδια νά ἔλθω. 
- Πῶς ἔγινε τοῦτο; 
- Τό ἁμάξι μου διαλύθηκε ὁλοσχερῶς, λογικά ἔπρεπε νά εἶχα σκοτωθεῖ, ἀλλά σώθηκα δίχως τήν παραμικράν ἀμυχήν. Ἡ Παναγιά μέ ἔσωσε, προσευχήθηκα δέ παρακαλώντας την νά μοῦ ὑποδείξῃ τρόπους εὐχαριστίας. Τήν εἶδα εἰς τόν ὕπνον μου, μοῦ ἔδειξε τήν μονήν σας, δέν ἤξερα ὅτι ὑπάρχει μοναστήριον ἐδῶ. Δυσκολεύτηκα νά εὕρω τόν δρόμον, διά τοῦτο συγχωρήσατέ με πού ἦλθα σέ ἀκατάλληλον ὥραν. Ὁρίστε, πεντακόσιες χιλιάδες δραχμές, μία μικρή εὐχαριστία πρός τήν Παναγία.
- Μήν ἀπολογεῖσθε, ὁποτεδήποτε κτυπήσει κανείς τήν θύραν τοῦ ἀνοίγουμε, διότι εἶναι μουσαφίρης τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου. Τήν δοξάζουμε καί τήν εὐχαριστοῦμε μαζί σας διά τήν θαυμαστήν διάσωσίν σας. Εὐχαριστοῦμε καί σᾶς διά τήν βοήθειαν· ξέρετε, τό μοναστήριον ἦτο σχεδόν κατεστραμμένον καί προσπαθοῦμε νά τό ἀναστήσουμε.
- Ἅγιε ἡγούμενε, αὐτός εἶναι ὁ δεύτερος λόγος, διά τόν ὁποῖον ἦλθα σήμερα, δίχως ἀναβολήν. Ἤ μᾶλλον ὁ κύριος λόγος. Ἐπί τοῦτο ζήτησα νά σᾶς ὁμιλήσω προσωπικῶς.
- Δηλαδή; 
- Εἶδα τήν Παναγιά στόν ὕπνον μου, ὅπως σᾶς εἶπα, ἡ ὁποία μοῦ ὑπέδειξε τό μοναστήριον. Μοῦ εἶπε δέ καί τό ἑξῆς: «Νά πεῖς στόν ἡγούμενο νά μή μέ κάνει ζητιάνα!». Δέν τό εἶδα μίαν μόνον φοράν, ἀλλά καί δεύτερη καί τρίτην· ἡ τελευταία ἦτο ἐψές τό βράδι. Διά τοῦτο δέν ἀνέβαλλα ἄλλο καί ἦλθα σήμερον μέ τά χρήματα. 
- Ξέρετε, ἀναγκαζόμαστε νά στηριζόμαστε εἰς τήν βοήθειαν τοῦ κόσμου, διά τήν ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων... οἱ πόροι τῆς μονῆς εἶναι πενιχροί καί δέν ἐπαρκοῦν, οἱ δέ ἀνάγκες πολλές καί μεγάλες... χρωστᾶμε καί .... 
- Πόσα χρωστᾶτε; Θά τά δώσω ἐγώ. Τήν Παναγιά, ὅμως, ἡγούμενε, μή τήν κάνεις ζητιάνα!
- Εἶναι πολλά... εἶπε μέ πικρίαν ὁ ἡγούμενος.
- Πόσα πολλά;
- Πέντε ἑκατομμύρια.
- Θά τά φέρω σέ ὀλίγες ἡμέρες. 
Παρῆλθον μερικές ἑβδομάδες καί μίαν πρωίαν τοῦ Νοεμβρίου ἐνεφανίσθη καί πάλιν ὁ θεόσταλτος ξένος εἰς τήν μονήν τῆς Ξενιᾶς. Ἔφερε μαζί του, ὅπως εἶχεν ὑποσχεθεῖ, τό ποσόν εἰς τό ἀκέραιον. Ἐπανέλαβε δέ εἰς τόν ἡγούμενον: 
«-Νά μή κάνεις τήν Παναγιά ζητιάνα». Καί ὡς κομήτης, ὅπως ἐφάνη οὕτω καί ἐξηφανίσθη. 
Ἐνωρίτερα εἰς τόν Ὄρθρον, ὑπό τό τρεμάμενον φῶς τῶν κανδῆλων, εἶχε ἀναγνωσθεῖ: «Τῇ ΙΒ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, μνήμη τοῦ ἐν Ἁγίοις Πατρός ἡμῶν Ἰωάννου ἀρχιεπισκόπου Ἀλεξανδρείας, τοῦ Ἐλεήμονος. Ἰωάννης πένησι δούς καί σκορπίσας, Ὢ ποῖα Χριστῷ νῦν παρεστώς λαμβάνει! ᾬχετο ἀκτεάνων δυοκαιδεκάτῃ Ἐλεητής».

π. Χερουβείμ Βελέτζας
https://inpantanassis.blogspot.com/

"Μα τί έκανα τόσο καιρό; Πού ήμουν τόσα χρόνια;.."




«...η Χάρις συμπαρίσταται σε όλα τα στάδια και φωτίζεται ο νους του ανθρώπου και καταλαβαίνει και λέει:
 “Μα τί έκανα τόσο καιρό; Πού ήμουν τόσα χρόνια; Τι αμαρτίες είναι αυτές που έκανα; Τί σκοτάδι ήταν αυτό στο οποίο βρισκόμουν;”
 Παρά ταύτα όμως, πάλι ελάχιστα μπορεί να κάνει, γιατί η καρδία του ανθρώπου ακόμα είναι αιχμάλωτη.
Όταν ελευθερωθεί η καρδία μέσα από την πνευματική εργασία της ταπεινώσεως, του πένθους, των δακρύων, της προσευχής, των Μυστηρίων, ο άνθρωπος ενώνεται με τον Θεό και αγαπά τον Θεό, τους ανθρώπους, την δημιουργία, τον εαυτό του.
Γίνεται όπως τον έπλασε ο Θεός, τόσο όμορφος και τόσο ωραίος.»

Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος
https://proskynitis.blogspot.com/

... ο άνθρωπος γίνεται πηγή όταν προσφέρει·και γίνεται ουρανός όταν αγαπά....




Πείνασα κι ήταν η πείνα μου σαν νύχτα αβάφτιστη,σαν γη ραγισμένη που καρτερεί τη βροχή.
Δίψασα κι ήταν η δίψα μου φωνή από τα βάθη των αιώνων, στεναγμός ανθρώπινος που ζητά ουρανό.
Κι εσύ,με χέρι αθόρυβο και βλέμμα που δεν φοβήθηκε την έλλειψη,έκοψες τον άρτο της καρδιάς σου και έσταξες νερό από την πηγή σου.
Δεν ήταν ψωμί μονάχα ήταν ήλιος που ανέτειλε μέσα στην ερημιά.
Δεν ήταν νερό μονάχα ήταν χάρη που κυλούσε στις ρωγμές του κόσμου.
Πείνασα και με έθρεψες όχι με σιτάρι,μα με παρουσία.
Δίψασα και με πότισες όχι με νερό, μα με έλεος.
Και ενώ νόμιζες πως έσκυβες πάνω σε έναν ξένο,έσκυβες πάνω στο άπειρο.
Ενώ άπλωνες το χέρι σε σώμα ταπεινό, άγγιζες το πρόσωπο του Αιώνιου.
Η πείνα μου ήταν δοκιμασία,η δίψα μου ήταν καθρέφτης·κι εκεί,
στη μικρή σου πράξη,άστραψε η σωτηρία του κόσμου.
Γιατί ο άνθρωπος γίνεται πηγή όταν προσφέρει·και γίνεται ουρανός όταν αγαπά.

Αλέξανδρος Κούρος
https://proskynitis.blogspot.com/

Ο καθολικός άνθρωπος




Του π. Δημητρίου Μπόκου
Η αναβάθμιση του σύμπαντος κτιστού κόσμου, που θα λάβει χώρα κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού και την τελική κρίση των ανθρώπων, θα συγκλονίσει τους πάντες. Στο κοσμοϊστορικό αυτό γεγονός θα πρωταγωνιστήσει όχι μόνο ο Θεός, αλλά και ο άνθρωπος (Κυριακή της Απόκρεω).
Πώς θα γίνει όμως αυτό;
Ο άνθρωπος όχι μόνο θα συμβάλει στη νέα μορφή της άψυχης κτίσης, αλλά κυρίως θα καθορίσει τη δική του θέση στο γίγνεσθαι του νέου κόσμου. Καταλύτης στις διεργασίες αυτές θα είναι η άσκηση της αγάπης. Ο άνθρωπος έχει μέσα του ένα στοιχείο εκρηκτικής σημασίας, που ίσως ούτε καν το υποπτεύεται. Μπορεί να είναι άνθρωπος καθολικός. Να έχει καθολικότητα. Δηλαδή;
Οι Εβραίοι, πορευόμενοι προς Χαναάν, αμάρτησαν καθ’ οδόν βαριά πολλές φορές. Ο Θεός αποφάσισε να τους εξαφανίσει από προσώπου της γης. «Θα κάνω εσένα μεγάλο έθνος», είπε στον Μωυσή. Εκείνος όμως ζητούσε πάντα από τον Θεό να αλλάζει απόφαση. «Αν δεν τους συγχωρήσεις, έλεγε, εξάλειψε μαζί με αυτούς και εμένα από το βιβλίο σου, όπου με έχεις γραμμένο» (Εξ. 32, 9-11. 32).
Έλεγε και ο απόστολος Παύλος, ότι μεγάλη λύπη και βαθύς, αδιάλειπτος πόνος διακατείχαν την καρδιά του για τους ομοεθνείς του, τους συγγενείς κατά σάρκα Ισραηλίτες, επειδή αρνήθηκαν τον Χριστό. «Θα ευχόμουνα, λέει, να χωρισθώ εγώ από τον Χριστό χάριν των αδελφών μου των Ισραηλιτών» (Ρωμ. 9, 3).
Το ίδιο και όλοι οι άγιοι. Ο περιώνυμος αββάς Βαρσανούφιος ο Μέγας, μιμείται ακριβώς τον Μωυσή, όταν έχει την πρόθεση να πει στον Χριστό: «Δέσποτα, ή βάλε μαζί μου τα (πνευματικά) τέκνα μου στη Βασιλεία σου, “ή καμέ εξάλειψον εκ της βίβλου σου”» (Απόκρ. ρι΄).
Οι άγιοι δεν ζουν εγωκεντρικά. Ξεπερνούν τον εαυτό τους, γίνονται άνθρωποι καθολικοί. Γνωρίζουν σε βάθος ότι η ζωή τους δεν είναι μόνο δική τους ζωή, «αλλά είναι συνυφασμένη με τη ζωή των υπολοίπων αδελφών κατά την πίστη, γιατί όλοι συναποτελούμε ένα σώμα, την Εκκλησία». Μέσα στην Εκκλησία τα πάντα είναι κοινά: Ο Θεός, ο αγιασμός, η ψυχή, η συνείδηση, η καρδιά.
Με το χάρισμα της προσευχής καθένας βρίσκεται μέσα σε όλους και όλοι στον καθένα. Δεν μπορούμε να βλέπουμε εγωιστικά και ατομικιστικά μόνο «τα εαυτών». Το μήνυμα του Ευαγγελίου είναι να φροντίζουμε για τους άλλους όπως για τον εαυτό μας. Δεν υπάρχουμε ανεξάρτητοι, αποκλεισμένοι ο ένας από τον άλλον. Όταν πέφτει στην αμαρτία κάποιος, επηρεάζει και τους άλλους. Όταν εγείρεται, συνεγείρει και τους άλλους. Κάθε μέλος του σώματος της Εκκλησίας ζει με ολόκληρο το σώμα, αλλά και ολόκληρο το σώμα ζει σε κάθε μέλος του.
Η δραστηριότητα δηλαδή κάθε μέλους είναι ταυτόχρονα προσωπική και καθολική, ατομική και συλλογική. Ακόμα και όταν φαίνεται ότι κάποιος εργάζεται μόνο για τον εαυτό του (π.χ. ο απομονωμένος ερημίτης), εν τούτοις εργάζεται για το σύνολο. Ποιος γνωρίζει πόσα οφείλει στους αγίους και στις προσευχές τους για τη σωτηρία του; Όμως και οι προσευχές των αφανών μελών της Εκκλησίας είναι απαραίτητες και σε έναν απόστολο! (αγ. Ιουστίνος Πόποβιτς, Δογματική, σ. 272. 290-291).
Στην τελική κρίση θα κοπούν όσοι δεν καταφέρουν να σπάσουν τη ναρκισσιστική μόνωση του αυτοεγκλεισμού τους.
Στην ουράνια Βασιλεία θα μπουν όσοι νιώθουν τους άλλους δικούς τους, δικά τους μέλη στο ίδιο σώμα. Όσοι μετέχουν στην καθολικότητα της αγάπης.

https://www.nyxthimeron.com/

Άγιος Φλαβιανός Κωνσταντινουπόλεως




Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου – Καθηγητού 
Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας έδωσαν μεγάλους αγώνες για να διασωθεί η σώζουσα ορθόδοξη πίστη της Εκκλησίας μας. Μόνο που αυτός ο αγώνας τους είχε μεγάλο κόστος για τους ίδιους. Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος Φλαβιανός αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος προέταξε την ορθόδοξη πίστη και ήρθε σε σύγκρουση με την πολιτική εξουσία.
      Έζησε τον 5ο αιώνα και ήταν πρεσβύτερος της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος διακρίνονταν για την πίστη του, την ευσέβειά του και τις αρετές του. Τον Ιούλιο του 448 κοιμήθηκε ο αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως άγιος Πρόκλος (434-448). Για τη θέση του προτάθηκε ο Φλαβιανός, ο οποίος κατείχε το αξίωμα του σκευοφύλακα της Μεγάλης Εκκλησίας. Ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος Β΄ (408-450), τη στιγμή της χειροτονίας του, υποκινούμενος από κάποιον άθλιο κόλακα, τον ευνούχο Χρυσάφιο, ζήτησε από τον Φλαβιανό μια ποσότητα χρυσού, ως αντάλλαγμα για την επιλογή του στο θρόνο της Βασιλεύουσας. Ο ακέραιος Φλαβιανός, προκειμένου να ντροπιάσει τον άθλιο Χρυσάφιο και να τον εκθέσει στα μάτια του αυτοκράτορα, έδωσε εντολή να σταλούν στον Θεοδόσιο τα λειτουργικά σκεύη της Μεγάλης Εκκλησίας! Με τη συμβολική αυτή πράξη του ο Φλαβιανός ήθελε επίσης να στηλιτεύσει την μάστιγα της σιμωνίας, δηλαδή την κατάληψη υψηλών εκκλησιαστικών θέσεων, με εξαγορά!  
      Η ενέργεια αυτή εξόργισε τον ευνούχο Χρυσάφιο. Γι’ αυτό έβαλε ως σκοπό της ζωής του την εξόντωση του Φλαβιανού. Άρχισε με ψεύτικες διαδώσεις, να διαταράξει τις καλές σχέσεις του Φλαβιανού με την ευσεβή Πουλχερία (αγία της Εκκλησίας μας), αδελφή του Θεοδοσίου, η οποία ουσιαστικά κυβερνούσε το κράτος. Διέδωσε ότι δήθεν είχε πεισθεί από τον Φλαβιανό να αφήσει την εξουσία και να αναλάβει εκκλησιαστικό αξίωμα, να χειροτονηθεί από αυτόν διακόνισσα. Ο Φλαβιανός ζήτησε από την Πουλχερία να παραμείνει στη θέση της και να αποφεύγει να εκδηλώνεται υπέρ του, δημόσια. 
       Αφού απέτυχε με αυτή τη ραδιουργία του ο Χρυσάφιος να πλήξει τον Φλαβιανό, έφτασε πιο ακραία ενέργεια. Εκμεταλλευόμενος την εξουσία του στήριξε έναν επιφανή κληρικό της Βασιλεύουσας, τον αρχιμανδρίτη Ευτυχή, ο οποίος έπεσε στην αίρεση του μονοφυσιτισμού, μετά την καταδίκη του αιρετικού Νεστορίου, από τη Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο (431). Θέλοντας να καταπολεμήσει τον νεστοριανισμό, ο οποίος δίδασκε ότι ο Χριστός είχε μία φύση, ανθρώπινη, έφτασε στο σημείο να αρνηθεί την ανθρώπινη φύση του Χριστού, και να διδάσκει ότι είχε μία φύση, τη θεία, η οποία είχε απορροφήσει την ανθρώπινη (μονοφυσιτισμός). Αδιαφορώντας ο ευνούχος Χρυσάφιος για την αλήθεια της Εκκλησίας και τις φοβερές συνέπειες που θα έφερνε σ’ αυτή, και ωθούμενος από φοβερό μίσος κατά του Φλαβιανού, άρχισε να παρέχει στήριξη στον αιρετικό κληρικό. Μάλιστα σκόπευε να του δώσει τη θέση του εκθρονισμένου πατριάρχη!         
         Τον Νοέμβριο του 448 είχε συγκληθεί Ενδημούσα Σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη. Σε αυτή ο Επίσκοπος Δορυλαίου Ευσέβιος κατάγγειλε τον Ευτυχή ως αιρετικό. Κλήθηκε να απολογηθεί, αλλά αρνούνταν επανειλημμένα, με διάφορες δικαιολογίες. Τελικά παρουσιάστηκε και ομολόγησε τις κακοδοξίες του. Η Σύνοδος τον αφόρισε, ορίζοντας την πίστη της Εκκλησίας στις δύο φύσεις του Χριστού. Ο Φλαβιανός γνωστοποίησε με γράμμα του στον πάπα Ρώμης άγιο Λέοντα το συμβάν.  Ο Ευτυχής έστειλε παραπλανητική επιστολή στον Λέοντα, μη μπορώντας να τον πείσει για τις δήθεν ορθόδοξες θέσεις του. Ο Λέων έστειλε δύο επιστολές στον Φλαβιανό, συμφωνώντας για την καταδίκη του Ευτυχή. Η δεύτερη επιστολή του είναι γνωστή ως «Τόμος του Λέοντος» και αποτέλεσε την βάση των αποφάσεων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου. 
         Ο Ευτυχής και ο σύμμαχός του Χρυσάφιος, δεν κατέθεσαν τα όπλα. Απευθύνθηκαν στον αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας Διόσκουρο, έναν απαίσιο, ραδιούργο και φιλόδοξο άνδρα, καταγγέλλοντας τον Φλαβιανό ως νεστοριανιστή! Με την υποστήριξη δε της αυτοκράτειρας Ευδοκίας, η οποία μισούσε την Πουλχερία και ήθελε την εκδίωξή της από τα ανάκτορα, και υποστηρίζοντας τον Ευτυχή, συγκάλεσε, τον Αύγουστο του 449, ψευδοσύνοδο στην Έφεσο, με σκοπό να καταδικάσουν τον Φλαβιανό. Μάλιστα ο Διόσκουρος υιοθέτησε τις κακοδοξίες του Ευτυχή, τις οποίες υποστήριξε, ως δήθεν ορθόδοξη διδασκαλία, με ένα πλήθος φανατικών Επισκόπων και μοναχών από την Αίγυπτο. Έφερε μαζί του έναν διαβόητο αιρετικό μοναχό, τον Βαρσουμά από την Συρία, με χίλιους μοναχούς για να ασκήσουν τρομοκρατία στους ορθοδόξους Επισκόπους. Έπιασαν τις πόρτες του κτηρίου και ήταν έτοιμοι να επέμβουν όταν έπαιρναν εντολή. 
       Με βία και φωνασκίες, κατόρθωσαν να παρουσιάσουν ως «ορθόδοξο» τον Ευτυχή και τη διδασκαλία του ως «ορθόδοξη». Ο Ευτυχής αποκαταστάθηκε και ο Φλαβιανός και ο Ευσέβιος Δορυλαίου καταδικάστηκαν, ως δήθεν νεστοριανοί αιρετικοί!  Όταν άρχισαν να διαμαρτύρονται και να παρακαλούν γονατιστοί να αποφευχθεί τέτοια κατάπτωση, ο Διόσκουρος άνοιξε τις πόρτες και εισέβαλλε ο ανθύπατος της Ασίας, με τη συνοδεία στρατιωτών και συρφετό φανατισμένων αιρετικών μοναχών, ναυτών και ανθρώπων του υποκόσμου, όρμισαν κατά του Φλαβιανού, ο οποίος έτρεξε να πιαστεί από την Αγία Τράπεζα και να σώσει τη ζωή του. Οι στρατιώτες τον έσυραν έξω και τον πίεζαν, μαζί με τους άλλους ορθοδόξους Επισκόπους να υπογράψουν τις αιρετικές αποφάσεις και την καθαίρεσή του. Κατόπιν τον παρέδωσαν στον Βαρσουμά και τους κακοποιούς μοναχούς και λαϊκούς ακολούθους του, οι οποίοι άρχισαν να τον βασανίζουν, χωρίς οίκτο. Τον έβρισαν, τον έδειραν και τον έριξαν στη γη κλωτσώντας τον, ώσπου έχασε τις αισθήσεις του. 
       Η κακοποίησή του ήταν τέτοια, ώστε προξένησε ανεπανόρθωτες βλάβες στην υγεία, του. Τρεις ημέρες μετά κοιμήθηκε, υποκύπτοντας στα τραύματά του, καθ’ οδόν προς την εξορία, στην πόλη Ύπιδα της Λυδίας.  
       Το 450, μετά το θάνατο του Θεοδοσίου, όταν ανέλαβε η Πουλχερία, την αντιβασιλεία, μετέφερε το λείψανο του αγίου Φλαβιανού στην Κωνσταντινούπολη και το ενταφίασε στο ναό των Αγίων Αποστόλων. Συγκάλεσε δε την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο (451), η οποία καταδίκασε τον Διόσκουρο και Ευτυχή, κήρυξε «ληστρική» την Σύνοδο της Εφέσου και κατέταξε τον Φλαβιανό στους αγίους και ομολογητές της πίστεως. Η μνήμη του τιμάται στις 16 Φεβρουαρίου. 

https://www.nyxthimeron.com/

ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ



«Φαιδρά προεόρτια τῆς ἐγκρατείας, λαμπρά τά προοίμια τῆς νηστείας σήμερον∙ διό συνδράμωμεν ἐν πεποιθήσει, ἀδελφοί, καί προθυμίᾳ πολλῇ» (ὠδή α΄ τριωδίου).
(Καλοδεχούμενα τα προεόρτια της εγκράτειας, λαμπρά τα προοίμια της νηστείας σήμερα. Γι’ αυτό ας τρέξουμε από κοινού, αδέλφια, με πίστη και μεγάλη προθυμία).
Απαρχή των ύμνων των Τριωδίων ο παραπάνω ύμνος, από τον πολυγραφότερο όλων των υμνογράφων άγιο Ιωσήφ. Τρία σημεία θίγει με πολύ συνοπτικό τρόπο:
Πρώτον, ότι πρώτη ημέρα της εβδομάδας της Τυρινής σήμερα, ξεκίνησε η περίοδος της νηστείας και της εγκρατείας. Διότι μπορεί να μην εισήλθαμε στην καθαυτό Σαρακοστή – αυτό θα γίνει με την Καθαρά Δευτέρα – όμως είμαστε στην τελευταία εβδομάδα της εισαγωγής της, όπου αφήνουμε κατά μέρος τα κρεατικά: η πρώτη νηστεία, μένοντας μόνο στα γαλακτομικά και στα ψάρια. Και δεν είναι τυχαία η διπλή επισήμανση: εγκράτεια, νηστεία. Για να δηλωθεί ότι μιλώντας για τη νηστεία στην Εκκλησία δεν εννοούμε ένα απλό διαιτολόγιο, αλλά έναν περιορισμό φαγητών που έχει όμως πνευματικό χαρακτήρα. Διότι η εγκράτεια αυτό δηλώνει: την πράξη της θέλησης του ανθρώπου που κινείται από τον ηγεμόνα νου του, προκειμένου να απεγκλωβιστεί από τη γοητεία των υλικών αγαθών, ώστε πιο ελεύθερα να στραφεί προς Κύριο και Θεό του. Μη ξεχνάμε˙ η απόλυτη εν αγάπη αναφορά του ανθρώπου είναι ο Χριστός κι αυτή η αναφορά μονίμως παρεμποδίζεται από την εμπαθή προσκόλληση στην ύλη και τα πάθη του – «ὅς ἄν θέλῃ φίλος εἶναι τοῦ κόσμου, ἐχθρός τοῦ Θεοῦ καθίσταται». Οπότε, η νηστεία ως εγκράτεια παθών λειτουργεί απελευθερωτικά για τον πιστό άνθρωπο. Γι’ αυτό και σε άλλο σημείο ο άγιος Ιωσήφ θα επισημάνει ότι τέτοιον εγκρατή άνθρωπο που φανερώνει ότι η στροφή της θέλησής του είναι ο Χριστός δεν τολμούν να τον πλησιάσουν οι δαίμονες, ενώ βρίσκονται πάντοτε ως βοηθοί του οι άγγελοι («οὔτε ἐπήρεια δαιμόνων κατατολμᾶ τοῦ νηστεύοντος, ἀλλά καί οἱ φύλακες τῆς ζωῆς ἡμῶν ἄγγελοι φιλοπονώτερον παραμένουσι τοῖς διά νηστείας ἡμῖν κεκαθαρμένοις»: απόστιχα αίνων).
Δεύτερον, ότι ακριβώς για τον παραπάνω λόγο η περίοδος της νηστείας και της εγκρατείας είναι περίοδος για τον πιστό όχι κατήφειας και θλίψης, όχι οργής και καταπιεσμένης επιθετικότητας, αλλά περίοδος που με χαρά την προσμένει ο χριστιανός προσβλέποντας στη λαμπρότητα που εκπέμπει. Αν η θλίψη και η στενοχώρια είναι το κυρίαρχο στοιχείο που τον διακατέχει, τούτο οφείλεται ακριβώς σε ό,τι είπαμε προηγουμένως: η θέληση προσκλίνει κατά προτεραιότητα στα πράγματα του κόσμου και όχι στον Θεό – «Θεός» είναι ο κόσμος και όχι ο αληθινός Θεός, ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Ο χριστιανός, μολονότι βιώνει την ένταση στην ύπαρξή του της αμαρτίας που τον κινεί σε αντίθετη κατεύθυνση προς ό,τι καλεί ο Θεός, συνεχίζει «κόντρα στο ρεύμα» του κόσμου να τρέχει προς τον Χριστό και τις άγιες εντολές Του. Και σ’ αυτήν τη διαδικασία ευρισκόμενος βλέπει το φως του Χριστού να ανατέλλει στην καρδιά του. «Ἐν τῷ φωτί Σου ὀψόμεθα φῶς» μάς λέει συνεχώς η Εκκλησία, με το φως του Χριστού λοιπόν βλέπει τη χαρά και τη λαμπρότητα της νηστείας και της εγκρατείας ο αγωνιστής χριστιανός. «Δεν στοχεύουμε στα ορατά αλλά στα αόρατα» λέει ο απόστολος Παύλος, κι αυτό συμβαίνει και με την περίοδο της Σαρακοστής.
Και τρίτον, επομένως: με πίστη και μεγάλη προθυμία κινείται προς την περίοδο της Σαρακοστής ο χριστιανός. Αν ενώπιόν μας έχουμε το όραμα του Χριστού που προβάλλει μέσα από το σταύρωμα των εμπαθών επιθυμιών μας, αν το όραμά μας, όραμα της Εκκλησίας, είναι ο αναστημένος Χριστός που περνάει μέσα από τη Σταυρική Του θυσία, τότε πράγματι η περίοδος των Νηστειών έχει ένα νόημα που για να το γνωρίσει κανείς πρέπει να το ενσωματώσει στον εαυτό του. Ζώντας την περίοδο αυτή ζει ο πιστός τα υπέρ φύσιν γεγονότα της ζωής του Χριστού ή με άλλα λόγια μ’ αυτόν τον τρόπο ενεργοποιεί στο έπακρον την ήδη σ’ αυτόν δοσμένη χάρη του Βαπτίσματος να είναι μέλος Χριστού. Οπότε, η μεγάλη προθυμία προς συμμετοχή στον αγώνα του σταδίου αυτού ισοδυναμεί με τον αγώνα να καθαρίσει ο πιστός όλα τα εμπόδια της καρδιάς του για να φανερωθεί μέσω αυτού ο ίδιος ο Χριστός!
 Κι αξίζει να ακούσουμε τον άγιο Σωφρόνιο του Έσσεξ στο τι έλεγε για το θέμα αυτό.
 «Πῶς πρέπει νά περάσουμε τήν περίοδο τῶν Νηστειῶν; Σᾶς μίλησα ἤδη γιά τή μέθοδό μου, τήν ὁποία σᾶς συνιστῶ νά ἀφομοιώσετε. Ἡ μέθοδος αὐτή εἶναι ἡ ἀκόλουθη: νά δοῦμε τόν τελικό μας σκοπό καί νά βαδίσουμε πρός αὐτόν ἀρχίζοντας ἀπό τό ἀλφάβητο. Ὅσον ἀφορᾶ τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή, πρέπει νά θέσουμε στόν ἑαυτό μας τήν ἴδια ἀκριβῶς ἀρχή, ἀλλά σέ μικρότερες διαστάσεις. Πρέπει νά ἐννοήσουμε ὅτι μᾶς προτείνονται πενήντα ἡμέρες νηστείας ὡς προετοιμασία γιά τήν ὑποδοχή τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως. Καί ἐμεῖς θά οἰκοδομήσουμε ἔτσι τή θεωρία μας: Τώρα ἀρχίζει ὁ πνευματικός μας ἀγώνας. Ἡ ἔμπνευσή μας πολλαπλασιάζεται μέ τή σκέψη ὅτι ἑκατομμύρια χριστιανοί θά τηρήσουν τή Νηστεία αὐτή. Ἡ ὁδός πρός τήν ἀνάσταση, ἀκόμη καί γιά τόν Ἴδιο τόν σαρκωθέντα Θεό, πέρασε ἀπό παθήματα. Τό μυστήριο τῶν παθημάτων θά τό κατανοήσουμε μόνο ἀργότερα.... «Δι’ ἑνός ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰσῆλθεν εἰς τόν κόσμον», λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος, καί ἀπό ἕναν Ἄνθρωπο ἔρχεται ἡ σωτηρία. Ἄν μπροστά μας ὑψώνεται τέτοιος σκοπός, θά δεχθοῦμε τή Μεγάλη Τεσσαρακοστή ὡς ἁγία περίοδο στή ζωή ὅλου τοῦ χρόνου. Καί ὅταν μέ χαρά καταβάλλουμε σωματικό ἀγώνα ἐγκρατείας ἀπό τροφές, αὐτό δέν μᾶς φθείρει, ἀλλά μᾶς βοηθᾶ σέ ὅλα τά ἐπίπεδα καί στό πνευματικό καί στό φυσικό... Ἐπιπλέον, παρατηρῶ μέ πόνο καρδιᾶς ἕνα πολύ τραγικό φαινόμενο: γιά λόγους ὑγείας οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἱκανοί νά ὑπομείνουν μακρά καί αὐστηρή δίαιτα, ἀλλά γιά τόν Θεό δέν εἶναι διατεθειμένοι νά τηρήσουν τήν καθιερωμένη ἀπό τήν Ἐκκλησία νηστεία, διότι ὑπάρχει κάποιο πνεῦμα πού παρεμποδίζει κάθε προσπάθεια νά ἀκολουθήσει ὁ ἄνθρωπος τόν Χριστό» («Οἰκοδομώντας τόν Ναό τοῦ Θεοῦ..., τόμ. Β΄, σελ. 220-222»).

https://pgdorbas.blogspot.com/

Ο ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΤΥΣ ΠΑΜΦΙΛΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝ ΑΥΤΩ



«Αυτοί οι ένδοξοι μάρτυρες, κατά το έκτο έτος του διωγμού του Διοκλητιανού, οδηγήθηκαν στο μαρτύριο από διάφορες πόλεις και διάφορα επαγγέλματα και αξιώματα, και συνενώθηκαν στη μία πίστη του Χριστού. Ο τρόπος της συλλήψεώς τους έγινε ως εξής: Την ώρα που επρόκειτο αυτοί να διαβούν τις πύλες της πόλης της Καισαρείας, οι φύλακες ζήτησαν να μάθουν ποιοι ήταν και από πού έρχονταν. Αυτοί αποκάλεσαν τους εαυτούς τους χριστιανούς και πατρίδα έχουν την άνω Ιερουσαλήμ. Γι’ αυτόν τον λόγο συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν στον ηγεμόνα Φιρμιλιανό, με αποτέλεσμα του μεν Ηλία και αυτών που ήταν μαζί του, μετά από πολλά βασανιστήρια, να κόψουν τα κεφάλια, όπως παρομοίως έκοψαν τα κεφάλια και του Παμφίλου και των υπολοίπων. Ο δε Πορφύριος, επειδή επιζητούσε το σώμα του κυρίου του Παμφίλου, συνελήφθη κι αυτός και παραδόθηκε στη φωτιά. Το ίδιο και ο Ιουλιανός, επειδή ασπαζόταν τα σώματα των αγίων, ρίχτηκε στις φλόγες. Αλλά κι ο Θεόδουλος, σταυρώθηκε σε ξύλο,  και μαρτύρησε έτσι. Τελείται δε η σύναξή τους στην αγιότατη μεγάλη Εκκλησία».
Σαν άλλοι δώδεκα απόστολοι προβάλλονται από την Εκκλησία μας σήμερα οι άγιοι δώδεκα μάρτυρες: ο ιερέας Πάμφιλος, ο Ουάλης, ο Σέλευκος, ο Δανιήλ, ο Θεόδουλος, ο Ησαΐας, ο Ιερεμίας, ο Ηλίας, ο Πορφύριος, ο Παύλος, ο Ιουλιανός και ο Σαμουήλ, κι αυτό  λόγω του λογισμού τους που κινούνταν με τον ίδιο ζήλο των αποστόλων, ως προς τη σταθερότητα της πίστης τους και την αφοβία τους απέναντι στα μαρτύρια.  «Καθώς γίνατε ισάριθμοι με τους αποστόλους, αθλοφόροι, αναλάβατε λογισμό ίδιου ζήλου με αυτούς, χωρίς να φοβηθείτε την άθεη ωμότητα των τυράννων. Αλλά αφού κηρύξατε με ανδρεία και σταθερότητα τον Σωτήρα, υπομείνατε τις στρεβλώσεις των μελών» (στιχηρό εσπερινού). Ο άγιος Θεοφάνης ο υμνογράφος προβαίνει και στην ερμηνεία αυτής της ταυτότητας λογισμού τους και της χαρισματικής εμμονής τους στο μαρτύριο, μολονότι προέρχονταν οι περισσότεροι από διαφορετικές περιοχές και δεν σχετίζονταν προ του μαρτυρίου μεταξύ τους: «Η δωδεκάριθμη φάλαγγα συγκροτήθηκε από τη δύναμη του Παναγίου Πνεύματος» (ωδή α΄). Το Άγιο Πνεύμα δηλαδή ήταν Εκείνο που τους ένωσε, όπως γενικά ενώνει κατά τρόπο ουσιαστικό τους ανθρώπους, έστω και αν μεταξύ τους μπορεί να είναι άγνωστοι. Πρόκειται για μία αλήθεια που είχε επισημανθεί ήδη απαρχής του χριστιανισμού, όχι μόνον από τους ίδιους τους χριστιανούς, αλλά και από τους ειδωλολάτρες: οι χριστιανοί γνωρίζονται, έλεγαν, και πριν ακόμη γνωριστούν. Είναι η μία πίστη, ο ένας Κύριος, το ένα βάπτισμα που ακριβώς ενεργοποιεί σ’ αυτούς την παρουσία του Αγίου Πνεύματος και κάνει ένα τις καρδιές τους.
Το γεγονός της ενότητας των δώδεκα μαρτύρων, έστω και χωρίς γνωριμία πριν από το μαρτύριό τους, κάνει τον άγιο υμνογράφο να τους δει και ως σμικρογραφία της ίδιας της Εκκλησίας. Η Εκκλησία αποτελεί το σώμα του Χριστού που περιλαμβάνει όλους τους πιστούς ανθρώπους ανά τον κόσμο, ανεξάρτητα από φυλή, γλώσσα, φύλο, μόρφωση, κοινωνική τάξη. Το ενοποιό στοιχείο είναι, όπως είπαμε, η μία πίστη, το ένα βάπτισμα, ο ένας Κύριος. Το κοινό τους μαρτύριο λοιπόν, παρ’ όλη τη διαφορετικότητά τους, είναι μία εξαγγελία αυτού που είναι η Εκκλησία: η αγκαλιά του Κυρίου για όλους τους ανθρώπους. Στην τετάρτη ωδή μάς το τονίζει: «Ήλθατε από ποικίλα πολιτεύματα και αξιωθήκατε να διασώζετε εν σμικρώ ολόκληρο τον τύπο της Εκκλησίας, γι’ αυτό και με συμφωνία κραυγάζετε: Δόξα στη δύναμή Σου, Κύριε».
Χρειάζεται όμως να επεκτείνουμε αυτό που προηγουμένως ανέφερε ο άγιος Θεοφάνης, ότι δηλαδή η ενότητα των δώδεκα μαρτύρων ήταν απόρροια της παρουσίας του αγίου Πνεύματος. Κι είναι μία διευκρίνιση που κάνει όχι μία φορά ο άγιος υμνογράφος. Το Άγιο Πνεύμα συγκρότησε σε μία φάλαγγα και τους δώδεκα, διότι βρήκε έτοιμη την καρδιά τους για κάτι τέτοιο. Τους βρήκε δηλαδή, κατά το ίδιο το όνομα του αγίου Παμφίλου, σε ετοιμότητα αγάπης, φιλίας, προς τον Χριστό. Μόνον όποιος έχει μεταθέσει εν αγάπη την ύπαρξή του σε Εκείνον, μπορεί να δει ενεργούσα μέσα του και την ενοποιό παρουσία του Πνεύματος του Θεού. «Αγάπησες τα θεία θελήματα του Χριστού κι έτσι αναδείχτηκες φιλόχριστος σωτήρας των πιστών, γενναιόφρον Πάμφιλε», μας λέει το κοντάκιο της εορτής. Κι αλλού, στους στίχους του συναξαρίου: «Αγαπώντας ο Πάμφιλος Εσένα, Λόγε, παραπάνω από όλα, και την αποτομή της κεφαλής του την θεωρούσε αγαπητή».

https://pgdorbas.blogspot.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΘ´ 29 - 40
29 Καὶ ἐγένετο ὡς ἤγγισεν εἰς Βηθσφαγὴ καὶ Βηθανίαν πρὸς τὸ ὄρος τὸ καλούμενον ἐλαιῶν, ἀπέστειλε δύο τῶν μαθητῶν αὐτοῦ 30 εἰπών· Ὑπάγετε εἰς τὴν κατέναντι κώμην, ἐν ᾗ εἰσπορευόμενοι εὑρήσετε πῶλον δεδεμένον, ἐφ’ ὃν οὐδεὶς πώποτε ἀνθρώπων ἐκάθισε· λύσαντες αὐτὸν ἀγάγετε. 31 καὶ ἐάν τις ὑμᾶς ἐρωτᾷ, διατί λύετε; οὕτως ἐρεῖτε αὐτῷ, ὅτι ὁ Κύριος αὐτοῦ χρείαν ἔχει. 32 ἀπελθόντες δὲ οἱ ἀπεσταλμένοι εὗρον καθὼς εἶπεν αὐτοῖς, ἑστῶτα τὸν πῶλον· 33 λυόντων δὲ αὐτῶν τὸν πῶλον εἶπον οἱ κύριοι αὐτοῦ πρὸς αὐτούς· Τί λύετε τὸν πῶλον; 34 οἱ δὲ εἶπον ὅτι Ὁ Κύριος αὐτοῦ χρείαν ἔχει. 35 καὶ ἤγαγον αὐτὸν πρὸς τὸν Ἰησοῦν, καὶ ἐπιρίψαντες ἑαυτῶν τὰ ἱμάτια ἐπὶ τὸν πῶλον ἐπεβίβασαν τὸν Ἰησοῦν. 36 πορευομένου δὲ αὐτοῦ ὑπεστρώννυον τὰ ἱμάτια αὐτῶν ἐν τῇ ὁδῷ. 37 ἐγγίζοντος δὲ αὐτοῦ ἤδη πρὸς τῇ καταβάσει τοῦ ὄρους τῶν ἐλαιῶν ἤρξαντο ἅπαν τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν χαίροντες αἰνεῖν τὸν Θεὸν φωνῇ μεγάλῃ περὶ πασῶν ὧν εἶδον δυνάμεων 38 λέγοντες· Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος βασιλεὺς ἐν ὀνόματι Κυρίου· εἰρήνη ἐν οὐρανῷ καὶ δόξα ἐν ὑψίστοις. 39 καί τινες τῶν Φαρισαίων ἀπὸ τοῦ ὄχλου εἶπον πρὸς αὐτόν· Διδάσκαλε, ἐπιτίμησον τοῖς μαθηταῖς σου. 40 καὶ ἀποκριθεὶς εἶπεν· Λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν οὗτοι σιωπήσωσιν, οἱ λίθοι κεκράξονται.
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΚΒ´ 7 - 39
7 Ἦλθε δὲ ἡ ἡμέρα τῶν ἀζύμων, ἐν ᾗ ἔδει θύεσθαι τὸ πάσχα, 8 καὶ ἀπέστειλε Πέτρον καὶ Ἰωάννην εἰπών· Πορευθέντες ἑτοιμάσατε ἡμῖν τὸ πάσχα ἵνα φάγωμεν. 9 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· Ποῦ θέλεις ἑτοιμάσωμεν; 10 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἰδοὺ εἰσελθόντων ὑμῶν εἰς τὴν πόλιν συναντήσει ὑμῖν ἄνθρωπος κεράμιον ὕδατος βαστάζων· ἀκολουθήσατε αὐτῷ εἰς τὴν οἰκίαν οὗ εἰσπορεύεται, 11 καὶ ἐρεῖτε τῷ οἰκοδεσπότῃ τῆς οἰκίας· λέγει σοι ὁ διδάσκαλος, ποῦ ἐστι τὸ κατάλυμα ὅπου τὸ πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν μου φάγω; 12 κἀκεῖνος ὑμῖν δείξει ἀνώγαιον μέγα ἐστρωμένον· ἐκεῖ ἑτοιμάσατε. 13 ἀπελθόντες δὲ εὗρον καθὼς εἴρηκεν αὐτοῖς, καὶ ἡτοίμασαν τὸ πάσχα. 14 Καὶ ὅτε ἐγένετο ἡ ὥρα, ἀνέπεσε, καὶ οἱ δώδεκα ἀπόστολοι σὺν αὐτῷ. 15 καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· Ἐπιθυμίᾳ ἐπεθύμησα τοῦτο τὸ πάσχα φαγεῖν μεθ’ ὑμῶν πρὸ τοῦ με παθεῖν· 16 λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐκέτι οὐ μὴ φάγω ἐξ αὐτοῦ ἕως ὅτου πληρωθῇ ἐν τῇ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ. 17 καὶ δεξάμενος τὸ ποτήριον εὐχαριστήσας εἶπε· Λάβετε τοῦτο καὶ διαμερίσατε ἑαυτοῖς· 18 λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οὐ μὴ πίω ἀπὸ τοῦ γενήματος τῆς ἀμπέλου ἕως ὅτου ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔλθῃ. 19 καὶ λαβὼν ἄρτον εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἔδωκεν αὐτοῖς λέγων· Τοῦτό ἐστι τὸ σῶμά μου τὸ ὑπὲρ ὑμῶν διδόμενον· τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν. 20 ὡσαύτως καὶ τὸ ποτήριον μετὰ τὸ δειπνῆσαι, λέγων· Τοῦτο τὸ ποτήριον ἡ καινὴ διαθήκη ἐν τῷ αἵματί μου, τὸ ὑπὲρ ὑμῶν ἐκχυνόμενον. 21 πλὴν ἰδοὺ ἡ χεὶρ τοῦ παραδιδόντος με μετ’ ἐμοῦ ἐπὶ τῆς τραπέζης. 22 καὶ ὁ μὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου πορεύεται κατὰ τὸ ὡρισμένον· πλὴν οὐαὶ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι’ οὗ παραδίδοται. 23 καὶ αὐτοὶ ἤρξαντο συζητεῖν πρὸς ἑαυτοὺς τὸ τίς ἄρα εἴη ἐξ αὐτῶν ὁ τοῦτο μέλλων πράσσειν. 24 Ἐγένετο δὲ καὶ φιλονεικία ἐν αὐτοῖς, τὸ τίς αὐτῶν δοκεῖ εἶναι μείζων. 25 ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Οἱ βασιλεῖς τῶν ἐθνῶν κυριεύουσιν αὐτῶν, καὶ οἱ ἐξουσιάζοντες αὐτῶν εὐεργέται καλοῦνται· 26 ὑμεῖς δὲ οὐχ οὕτως, ἀλλ’ ὁ μείζων ἐν ὑμῖν γινέσθω ὡς ὁ νεώτερος, καὶ ὁ ἡγούμενος ὡς ὁ διακονῶν. 27 τίς γὰρ μείζων, ὁ ἀνακείμενος ἢ ὁ διακονῶν; οὐχὶ ὁ ἀνακείμενος; ἐγὼ δὲ εἰμι ἐν μέσῳ ὑμῶν ὡς ὁ διακονῶν. 28 ὑμεῖς δέ ἐστε οἱ διαμεμενηκότες μετ’ ἐμοῦ ἐν τοῖς πειρασμοῖς μου· 29 κἀγὼ διατίθεμαι ὑμῖν καθὼς διέθετό μοι ὁ πατήρ μου βασιλείαν, 30 ἵνα ἐσθίητε καὶ πίνητε ἐπὶ τῆς τραπέζης μου ἐν τῇ βασιλείᾳ μου, καὶ καθήσεσθε ἐπὶ θρόνων κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. 31 Εἶπε δὲ ὁ Κύριος· Σίμων Σίμων, ἰδοὺ ὁ σατανᾶς ἐξῃτήσατο ὑμᾶς τοῦ σινιάσαι ὡς τὸν σῖτον· 32 ἐγὼ δὲ ἐδεήθην περὶ σοῦ ἵνα μὴ ἐκλίπῃ ἡ πίστις σου· καὶ σύ ποτε ἐπιστρέψας στήριξον τοὺς ἀδελφούς σου. 33 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· Κύριε, μετὰ σοῦ ἕτοιμός εἰμι καὶ εἰς φυλακὴν καὶ εἰς θάνατον πορεύεσθαι. 34 ὁ δὲ εἶπε· Λέγω σοι, Πέτρε, οὐ φωνήσει σήμερον ἀλέκτωρ πρὶν ἢ τρὶς ἀπαρνήσῃ μὴ εἰδέναι με. 35 Καὶ εἶπεν αὐτοῖς· Ὅτε ἀπέστειλα ὑμᾶς ἄτερ βαλαντίου καὶ πήρας καὶ ὑποδημάτων, μή τινος ὑστερήθητε; οἱ δὲ εἶπον· Οὐθενός. 36 εἶπεν οὖν αὐτοῖς· Ἀλλὰ νῦν ὁ ἔχων βαλάντιον ἀράτω, ὁμοίως καὶ πήραν, καὶ ὁ μὴ ἔχων πωλήσει τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ καὶ ἀγοράσει μάχαιραν. 37 λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι ἔτι τοῦτο τὸ γεγραμμένον δεῖ τελεσθῆναι ἐν ἐμοί, τὸ καὶ μετὰ ἀνόμων ἐλογίσθη· καὶ γὰρ τὰ περὶ ἐμοῦ τέλος ἔχει. 38 οἱ δὲ εἶπον· Κύριε, ἰδοὺ μάχαιραι ὧδε δύο. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· Ἱκανόν ἐστι. 39 Καὶ ἐξελθὼν ἐπορεύθη κατὰ τὸ ἔθος εἰς τὸ ὄρος τῶν ἐλαιῶν· ἠκολούθησαν δὲ αὐτῷ καὶ οἱ μαθηταί αὐτοῦ.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΙΘ´ 29 - 40
29 Καὶ ἀκολούθως συνέβη τοῦτο· Ὅταν ἐπλησίασεν εἰς ἡ Βηθσφαγῆ καὶ τὴν Βηθανίαν κοντὰ εἰς τὸ βουνόν, ποὺ ἐλέγετο ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ἀπέστειλε δύο ἀπὸ τοὺς μαθητάς του 30 καὶ εἶπε· Πηγαίνετε εἰς τὸ ἀπέναντι χωριό, εἰς τὸ ὁποῖον ὅταν ἔμβητε, θὰ εὕρετε πουλάρι δεμένον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐκάθισε ποτὲ κανεὶς ἄνθρωπος. Ἀφοῦ τὸ λύσετε, φέρετέ το ἐδῶ. 31 Καὶ ἂν σᾶς ἐρωτήσῃ κανείς· Διατὶ λύετε τὸ πουλάρι; θὰ τοῦ εἴπετε αὐτὰ τὰ λόγια· ὅτι τὸ χρειάζεται ὁ Κύριος. 32 Ὅταν δὲ ἐπῆγαν ἐκεῖ οἱ ἀπεσταλμένοι, ηὗραν νὰ στέκεται τὸ πουλάρι ἐκεῖ, ὅπως ἀκριβῶς τοὺς εἶπεν ὁ Κύριος. 33 Ἐνῷ δὲ οἱ μαθηταὶ ἔλυαν τὸ πουλάρι, εἶπον οἱ κύριοι πρὸς αὐτούς· Διατὶ λύετε τὸ πουλάρι; 34 Αὐτοὶ δὲ εἶπαν· ὅτι τὸ χρειάζεται ὁ Κύριος. 35 Καὶ τὸ ἔφεραν εἰς τὸν Ἰησοῦν. Καὶ ἀφοῦ ἔρριψαν ἐπάνω εἰς τὸ πουλάρι τὰ ἐξωτερικά των ἐνδύματα, ἀνέβασαν ἐπ’ αὐτοῦ τὸν Ἰησοῦν. 36 Ἐνῷ δὲ ὁ Κύριος ἐπήγαινεν, ἄλλοι μαθηταὶ καὶ ἀκροαταὶ του ἔστρωναν εἰς τὸν δρόμον τὰ ἐνδύματά των, διὰ νὰ περάσῃ ἐπ’ αὐτῶν. 37 Ὅταν δὲ ἐπλησίαζεν εἰς τὰ Ἱεροσόλυμα, καὶ ἔφθασε πλησίον τοῦ μέρους, ὅπου τελειώνει ὁ κατηφορικὸς δρόμος τοῦ ὄρους τῶν Ἐλαιῶν, ἤρχισεν ὅλον τὸ πλῆθος τῶν μαθητῶν μὲ χαρὰν νὰ ἀνυμνοῦν καὶ δοξολογοῦν τὸν Θεὸν μὲ φωνὴν μεγάλην δι’ ὅλα τὰ θαύματα, ποὺ ἕως τότε εἶχαν ἴδει νὰ γίνωνται ἀπὸ τὸν Ἰησοῦν. 38 Καὶ ἔλεγαν· εὐλογημενος καὶ δοξασμένος εἶναι ὁ βασιλεύς, ποὺ ἔρχεται ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου ὡς ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ. Διὰ σοῦ τοῦ Μεσσίου γίνεται εἰρήνη ἐν τῷ οὐρανῷ, διότι συμφιλιώνονται καὶ εἰρηνεύουν διὰ σοῦ οἱ ἄνθρωποι μὲ τὸν οὐράνιον Πατέρα καὶ τοὺς ἀγγέλους του, καὶ διὰ τὴν ἐνανθρώπησιν καὶ ἔλευσίν σου ἀναπέμπεται δόξα εἰς τὸν Θεὸν ὑπὸ τῶν ἐν ὑψίστοις τοῦ οὐρανοῦ ἀγγέλων. 39 Καὶ ἀπὸ τοὺς Φαρισαίους μερικοὶ ἐβγῆκαν ἀπὸ τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ, μὲ τὸ ὁποῖον εἶχαν ἀναμιχθῇ διὰ νὰ κατασκοπεύσουν τὸν Ἰησοῦν, καὶ εἶπαν πρὸς αὐτόν· Διδάσκαλε, ἐπίπληξε τοὺς μαθητάς σου διὰ τοὺς βλασφήμους αὐτοὺς λόγους, ποὺ λέγουν, ἀποδιδόντες εἰς σὲ τιμάς, αἱ ὁποῖαι εἰς μόνον τὸν Μεσσίαν ἀνήκουν. 40 Καὶ ὁ Ἰησοῦς ἀπεκρίθη καὶ τοὺς εἶπε· Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι καὶ αὐτοὶ ἐὰν σιωπήσουν, θὰ φωνάξουν οἱ ἄψυχοι λίθοι.
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ ΚΒ´ 7 - 39
7 Ἔφθασε δὲ ἡ ἡμέρα τῶν ἀζύμων, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε σύμφωνα μὲ τὸν νόμον νὰ θυσιάζεται ὁ πασχάλιος ἀμνός. (Καὶ ἡ ἡμέρα αὐτὴ ἤρχιζεν ἀπὸ τὴν δύσιν τῆς 13ης Νισὰν καὶ ἔληγε κατὰ τὴν δύσιν τῆς 14ης, ὀλίγον δὲ πρὸ τῆς δύσεως τῆς 14ης ἐσφάζετο ὁ ἀμνός, ὥστε μετὰ τὴν δύσιν, ὅτε ἤρχιζεν ἡ 15η Νισὰν καὶ ἐτελεῖτο τὸ Πάσχα, νὰ εἶναι οὗτος ἐτοιμασμένος καὶ ψημένος). 8 Καὶ περὶ τὴν δύσιν τῆς 13ης τοῦ Νισὰν ἀπέστειλεν ὁ Κύριος τὸν Πέτρον καὶ τὸν Ἰωάννην καὶ τοὺς εἶπε· Πηγαίνετε καὶ ἐτοιμάσατέ μας τὸ Πάσχα διὰ νὰ φάγωμεν αὐτό. 9 Αὐτοὶ δὲ εἶπαν· Εἰς ποῖον μέρος θέλεις νὰ ἐτοιμάσωμεν τὸ πάσχα; 10 Αὐτὸς δὲ τοὺς εἶπεν· Ἰδού, ὅταν θὰ ἔμβητε εἰς τὴν πόλιν, θὰ σᾶς συναντήσῃ κάποιος ἄνθρωπος, ποὺ θὰ βαστάζῃ μίαν στάμναν νερό. Ἀκολουθήσατέ τον είς τὸ σπίτι, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἔμβῃ. 11 Καὶ θὰ εἴπετε εἰς τὸν οἰκοδεσπότην τοῦ σπιτιοῦ ἐκείνου· Λέγει εἰς σὲ ὁ διδάσκαλος· Ποὺ εἶναι ἡ αἴθουσα τοῦ φαγητοῦ, ὅπου θὰ φάγω μὲ τοὺς μαθητάς μου τὸ νέον Πάσχα τῆς Καινῆς Διαθήκης; 12 Καὶ ἐκεῖνος θὰ σᾶς δείξῃ ἕνα μεγάλο ἀνώγειον, δηλαδὴ τὸ ἐπάνω διαμέρισμα τοῦ σπιτιοῦ, μὲ καναπέδες στρωμένους γύρω ἀπὸ τὰ τραπέζια τοῦ φαγητοῦ. Ἐκεῖ ἐτοιμάσατε τὸ Πάσχα. 13 Ἐπῆγαν δὲ οἱ δύο μαθηταὶ καὶ εὗρον, καθὼς τοὺς εἶχεν εἴπει ὁ Διδάσκαλος. Καὶ ἡτοίμασαν τὸ δεῖπνον, εἰς τὸ ὁποῖον παρέδωκεν ὁ Κύριος τὸ Πάσχα τῆς θείας Εὐχαριστίας. 14 Καὶ ὅταν ἦλθεν ἡ ὥρα τοῦ φαγητοῦ, ἑξαπλώθη πλησίον τῆς τραπέζης καὶ μαζί του ἐπῆραν θέσεις καὶ οἱ δώδεκα ἀπόστολοι. 15 Καὶ εἶπε πρὸς αὐτούς· Τοῦτο τὸ τελευταῖον τῆς ἐπιγείου ζωῆς μου Πάσχα, τὸ ὁποῖον ὡς συνδεδεμένον μετὰ τοῦ μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας εἶναι τῆς Καινῆς Διαθήκης πάσχα, μεγάλως ἐπεθύμησα νὰ τὸ φάγω μαζί σας προτοῦ νὰ σταυρωθῶ. 16 Ἐπεθύμησα δὲ πολὺ νὰ φάγω τὸ πάσχα τοῦτο τῆς Καινῆς Διαθήκης μαζί σας, διότι σᾶς βεβαιῶ, ὅτι αὐτὸ εἶναι, ὅπως σᾶς εἶπα, τὸ τελευταῖον Πάσχα μου καὶ δὲν θὰ φάγω πλέον τὸ Πάσχα, μέχρις ὅτου γίνῃ τοῦτο πλῆρες καὶ τέλειον ἐν τῇ οὐρανίῳ βασιλείᾳ τοῦ Θεοῦ, ὁπότε ἡ μεταξύ μας κοινωνία καὶ ἕνωσις, ποὺ γίνεται τώρα μυστηριακῶς, θὰ εἶναι τότε τελεία. 17 Καὶ ἀφοῦ ἔλαβεν ἀπὸ τοὺς μαθητὰς ποτήριον, ὄχι τῆς θείας Εὐχαριστίας, τὸ ὁποῖον καθηγιάσθη καὶ ἐδόθη εἰς τοὺς μαθητὰς μετὰ τὸ τέλος τοῦ δείπνου, ἀλλὰ τὸ ποτήριον μὲ τὸ ὁποῖον ἐσυνηθίζετο νὰ γίνεται ἡ ἔναρξις παντὸς ἱεροῦ δείπνου, εὐχαρίστησε τὸν Θεόν, καὶ εἶπε· Λάβετε τοῦτο καὶ μοιράσατέ το μεταξύ σας, ὥστε νὰ πίωμεν ὅλοι μαζὶ ἀπὸ αὐτό. 18 Διότι σᾶς λέγω, ὅτι ἀπὸ τὴν στιγμὴν αὐτήν, ποὺ τὸ ἔπια διὰ τελευταίαν φοράν, δὲν θὰ ξαναπίω ἀπὸ τὸ προϊὸν καὶ γένημα τῆς ἀμπέλου, ἕως ὅτου ἔλθῃ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅπου θὰ πίνωμεν μαζὶ τὸ ποτήριον τῆς θείας εὐφροσύνης καὶ χαρᾶς. 19 Καὶ ἀφοῦ ἔλαβεν εἰς τὰς χεῖρας του ἄρτον, ηὐχαρίστησε τὸν Θεὸν καὶ ἔκοψεν εἰς τεμάχια τὸν ἄρτον καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς λέγων· Αὐτό, ποὺ σᾶς δίνω νὰ φάγετε, εἶναι τὸ σῶμα μου, τὸ ὁποῖον μετ’ ὀλίγον παραδίδεται, ἵνα σταυρωθῇ διὰ τὴν ἰδικήν σας σωτηρίαν. Πράττετε συνεχῶς τοῦτο, δηλαδὴ λαμβάνετε καὶ σεῖς ἄρτον, εὐχαριστεῖτε ὑπεράνω αὐτοῦ, κόπτετέ τον εἰς τεμάχια καὶ τρώγετε αὐτόν. Καὶ πράττετε τοῦτο διὰ νὰ φέρετε εὐγνωμόνως καὶ μετὰ πίστεως εἰς τὴν μνήμην σας καὶ εἰς τὴν μνήμην τῶν ἄλλων τὴν ὑπὲρ ὑμῶν σταυρικήν μου θυσίαν καὶ τὴν ἀπολύτρωσιν καὶ σωτηρίαν σας, ποὺ ἐπετεύχθη μὲ τὴν θυσίαν αὐτήν. 20 Ὡσαύτως ἔλαβε καὶ τὸ ποτήριον μετὰ τὸ πέρας τοῦ δείπνου καὶ εὐχαρίστησε καὶ ἔδωσε τοῦτο εἰς αὐτούς, καὶ εἶπε· Αὐτό, ποὺ περιέχεται μέσα εἰς τὸ ποτήριον τοῦτο, εἶναι ἡ Καινὴ Διαθήκη, ἡ ὁποία ἐπικυροῦται καὶ ἐπισφραγίζεται μὲ τὸ αἷμα μου, τὸ ὁποῖον προκεῖται μετ’ ὀλίγον νὰ χυθῇ διὰ τὴν σωτηρίαν σας. 21 Ἀλλ’ ἐνῷ ἐγὼ χύνω τὸ αἷμα μου διὰ σᾶς, ἰδοὺ ἡ χεὶρ ἐκείνου, ποὺ μὲ παραδίδει εἰς τοὺς ἐχθρούς μου διὰ νὰ θανατωθῶ, εἶναι μαζί μου ἐπὶ τῆς τραπέζης καὶ βουτᾷ τὸν ἄρτον εἰς τὴν αὐτὴν πιατέλλαν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἡ ἰδική μου χεὶρ βουτᾷ. 22 Καὶ ὁ μὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου φεύγει ἀπὸ τὴν παροῦσαν ζωὴν σύμφωνα μὲ ἐκεῖνο, ποὺ ἔχει ὁρισθῇ ἀπὸ τὴν θείαν βουλὴν τοῦ ἐπουρανίου Πατρός. Ἀλλοίμονον ὅμως εἰς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδεται εἰς τοὺς σταυρωτάς του. 23 Καὶ αὐτοὶ ἤρχισαν νὰ συζητοῦν μεταξύ των, ποῖος λοιπὸν ἀπὸ αὐτοὺς νὰ ἦτο ἐκεῖνος, ποὺ ἔμελλε νὰ πράξῃ τὴν προδοσίαν αὐτήν. 24 Ἐκτὸς δὲ τῆς συζητήσεως αὐτῆς ἔγινε καὶ φιλονεικία μεταξύ των, περὶ τοῦ ποῖος ἐξ αὐτῶν ἤξιζε νὰ θεωρῆται ὁ μεγαλύτερος καὶ περισσότερον διακεκριμένος, ὥστε νὰ ἔχῃ τὴν πρωτεύουσαν θέσιν. 25 Ὁ Κύριος ὅμως εἶπε πρὸς αὐτούς· οἱ βασιλεῖς τῶν ἐθνῶν κυριαρχοῦν ἐπ’ αὐτῶν διὰ τυραννικῆς δυνάμεως. Καὶ αὐτοί, ποὺ ἔχουν ἐξουσίαν ὡς ἡγεμόνες ἐπ’ αὐτῶν, καλοῦνται ἀπὸ τοὺς κόλακας εὐεργέται. 26 Σεῖς ὅμως δὲν πρέπει νὰ εἶσθε ὅπως ἐκεῖνοι. Ἀλλ’ ἐκεῖνος, ποὺ πράγματι εἶναι μεγαλύτερος καὶ περισσότερον διακεκριμένος μεταξύ σας, ἂς γίνῃ ὡς ὁ νεώτερος, ὁ ὁποῖος λόγῳ τῆς ἡλικίας του ὀφείλει νὰ ὑπηρετῇ τοὺς ἄλλους. Καὶ ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει θέσιν ἐξαιρετικὴν καὶ προηγεῖται ἀπὸ τοὺς ἄλλους, αὐτὸς ἂς ὑπηρετῇ τούτους ὡς δοῦλος των. 27 Εἰς τοῦτο δὲ σᾶς ἔδωκα ἐγὼ τὸ παράδειγμα. Διότι ποῖος εἶναι μεγαλύτερος; Ἐκεῖνος ποὺ κάθεται εἰς τὸ τραπέζι καὶ τρώγει, ἢ ἐκεῖνος ποὺ στέκεται ὄρθιος καὶ ὑπηρετεῖ; Δὲν εἶναι ἀνώτερος αὐτός, ποὺ κάθηται; Βεβαίως. Καὶ ὅμως ἐγὼ καὶ τώρα, ποὺ σᾶς ἔνιψα τοὺς πόδας καὶ πάντοτε εἰς τὸ παρελθόν, εἶμαι μεταξύ σας ὡς ὑπηρέτης, ποὺ σᾶς διακονεῖ. 28 Δὲν σᾶς λέγω ὅμως αὐτὰ διὰ νὰ σᾶς ἀποδοκιμάσω καὶ σᾶς ἀποκηρύξω, ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς δείξω, ποὺ θὰ εὕρετε τὸ πραγματικὸν μεγαλεῖον. Σεῖς οἱ ἕνδεκα καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ζωῆς μου ἐμείνατε μαζί μου εἰς τὰς δοκιμασίας μου καὶ δὲν ἐκλονίσθητε ἀπὸ αὐτάς. 29 Καὶ ἐγὼ ὡς ἀνταμοιβὴν τῆς πρὸς ἐμὲ ἀφοσιώσεώς σας σᾶς ὑπόσχομαι βασιλείαν, σύμφωνα μὲ τὴν ἐξουσίαν ποὺ ἔχω, λόγῳ τοῦ ὅτι καὶ ὁ Πατήρ μου ὥρισε βασιλικὸν ἀξίωμα καὶ δι’ ἐμέ. 30 Συνέπεια δὲ τοῦ βασιλικοῦ αὐτοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπόσχομαι, εἶναι νὰ τρώγετε καὶ νὰ πίνετε ἐπὶ τῆς τραπέζης μου, νὰ ἀπολαμβάνετε δηλαδὴ τὰ αἰώνια ἀγαθὰ ἐν τῇ βασιλείᾳ μου, διατελοῦντες εἰς στενὴν σχέσιν καὶ κοινωνίαν μετ’ ἐμοῦ. Καὶ ἐπὶ πλέον θὰ καθίσετε ἐπὶ θρόνων διὰ νὰ ἀσκῆτε βασιλικὴν ἐξουσίαν καὶ δικάζετε τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ νέου Ἰσραὴλ τῆς χάριτος. 31 Μὴν ὑπερηφανευθῆτε ὅμως ἀπὸ τὸν ἔπαινόν μου αὐτὸν καὶ τὰς ὑποσχέσεις, ποὺ σᾶς ἔδωκα. Παρεμείνατε πιστοὶ καὶ ἀφωσιωμένοι εἰς ἐμὲ λόγῳ τῆς χάριτος καὶ προστασίας τοῦ Θεοῦ. Πράγματι. Σίμων, Σίμων, ἰδοὺ ὁ σατανᾶς, ὅπως ἄλλοτε περὶ τοῦ Ἰώβ, οὕτω καὶ διὰ σᾶς τώρα ἐζήτησε νὰ σᾶς ταράξῃ καὶ σᾶς κλονίσῃ, ὅπως κοσκινίζεται καὶ σείεται τὸ σιτάρι μέσα εἰς τὸ κόσκινον. 32 Ἐγὼ ὅμως προσηυχήθην ὑπὲρ σοῦ καὶ παρεκάλεσα νὰ μὴ χάσῃς τὴν πίστιν σου. Καὶ σύ, ὅταν κάποτε ἐπιστρέψῃς διὰ τῆς μετανοίας καὶ ἀποκατασταθῇς εἰς τὸ ἀξίωμά σου, γίνε εἰς τοὺς ἀδελφούς σου ὑπόδειγμα μετανοίας καὶ πίστεως, ὥστε νὰ στηρίζωνται οὗτοι καὶ νὰ παρηγοροῦνται τόσον διὰ τῶν λόγων σου, ὅσον καὶ διὰ τοῦ παραδείγματός σου. 33 Ἀλλ’ ὁ Πέτρος εἶπεν εἰς αὐτόν· Κύριε, εἶμαι ἕτοιμος μαζί σου νὰ ὑπάγω καὶ εἰς φυλακὴν καὶ εἰς θάνατον. 34 Ὁ δὲ Κύριος εἶπε· Σὲ βεβαίῳ, Πέτρε· Δὲν θὰ λαλήσῃ ὁ πετεινὸς κατὰ τὰ ἐξημερώματα τῆς σημερινῆς ἡμέρας, προτοῦ νὰ μὲ ἀπαρνηθῇς τρεῖς φορᾶς καὶ νὰ βεβαιώσης ὅτι δὲν μὲ γνωρίζεις. 35 Καὶ προαναγγέλλων εἰς αὐτούς, ὅτι εἰς τὸ μέλλον ὅλων ἡ πίστις θὰ ἐδοκιμάζετο, τοὺς εἶπεν· Ὅταν εἰς τὴν πρώτην σας περιοδείαν σᾶς ἔστειλα χωρὶς βαλλάντιον καὶ χωρὶς σάκκον ταξιδιωτικὸν καὶ ὑποδήματα, μήπως ἐστερήθητε τίποτε; Αὐτοὶ δὲ εἶπον· ὄχι· δὲν ἐστερήθημεν τίποτε. 36 Εἶπε λοιπὸν εἰς αὐτούς· Τὰ πράγματα τώρα ἤλλαξαν καὶ πρέπει νὰ ὁπλισθῆτε μὲ σύνεσιν καὶ νὰ ἔχετε πάντοτε εἰς τὸν νοῦν σᾶς, ὅτι περικυκλώνεσθε ἀπὸ ἐχθρούς. Τώρα ἐκεῖνος, ποὺ ἔχει βαλλάντιον, ἂς τὸ πάρη μαζί του, διὰ νὰ ἔχῃ χρήματα πρὸς ἀγορὰν τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν συντήρησίν του. Τὸ ἴδιον ἂς κάμῃ καὶ αὐτός, ποὺ ἔχει σάκκον. Ἂς τὸν πάρῃ μαζί του γεμᾶτον μὲ τρόφιμα. Δὲν θὰ εὕρετε πλέον τὴν φιλόξενον προθυμίαν καὶ ὑποδοχήν, ποὺ συνηντήσατε εἰς τὴν πρώτην περιοδείαν σας. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει μάχαιραν, ἂς πωλήσῃ καὶ αὐτὸ τὸ ροῦχο του καὶ ἂς ἀγοράσῃ μάχαιραν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω μὲ αὐτό, ὅτι σᾶς ἐπιτρέπεται εἰς τὴν βίαν νὰ ἀντιτάσσετε τὴν βίαν. Οὔτε ὅτι ἔχετε δικαίωμα διὰ τῆς μαχαίρας νὰ ἐπιδιώξετε τὴν διάδοσιν τοῦ Εὐαγγελίου. Ἀλλ’ ἁπλῶς διὰ ζωηρᾶς εἰκόνος θέλω νὰ σᾶς παραστήσω, ὅτι ὁ παρὼν καιρὸς εἶναι καιρὸς ἀμύνης καὶ ὅτι θὰ ἀντιμετωπίσετε θανατηφόρους ἐπιβουλὰς καὶ ἐχθρότητας. 37 Ὅτι δὲ τώρα ἦλθαν καιροὶ διωγμῶν καὶ ἐπιβουλῶν, ἀποδεικνύεται ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μετ’ ὀλίγον θὰ συμβοῦν εἰς ἐμέ. Διότι σᾶς λέγω, ὅτι μαζὶ μὲ τόσα ἄλλα, ποὺ ἐπληρώθησαν, πρέπει νὰ πληρωθῇ καὶ νὰ ἐπαληθεύσῃ εἰς ἐμὲ καὶ αὐτό, ποὺ ἔχει γραφῆ εἰς τὸν προφήτην Ἡσαΐαν· δηλαδὴ τὸ καὶ μεταξὺ τῶν ἀνόμων καὶ κακούργων κατετάχθη διὰ νὰ τιμωρηθῇ μαζὶ μὲ αὐτοὺς ὡς ἄνομος. Πρέπει δὲ νὰ ἐπαληθεύσῃ καὶ ὁ προφητικὸς αὐτὸς λόγος εἰς ἐμέ, διότι ὅσα ἐγράφησαν καὶ ἐπροφητεύθησαν δι’ ἐμέ, λαμβάνουν τώρα τέλος καὶ πραγματοποίησιν πλήρη. 38 Οἱ μαθηταὶ ὅμως δὲν ἐκατάλαβαν τὴν σημασίαν τῶν λόγων αὐτῶν τοῦ Κυρίου καὶ τοῦ εἶπαν: Κύριε, ἰδοὺ ἐδῶ ὑπάρχουν δύο μάχαιραι. Ὁ δὲ Κύριος εἶπεν εἰς αὐτούς· Δὲν ἐννοεῖτε τί σᾶς λέγω. Φθάνει λοιπόν. Ἂς μὴ ἐκτεινώμεθα εἰς περαιτέρω συζήτησιν. 39 Καὶ ἀφοῦ ἐβγῆκεν, ἐπῆγε κατὰ τὴν συνήθειάν του εἰς τὸ ὅρος τῶν Ἐλαιῶν. Τὸν ἠκολούθησαν δὲ καὶ οἱ μαθηταί του.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Πώς θα βρε­θού­με τότε (στην Μέλ­λου­σα Κρί­ση), όταν μπρο­στά σε όλους τους Αγ­γέ­λους και όλους τους αν­θρώ­πους, θα φα­νε­ρω­θούν τα αμαρ­τή­μα­τά μας και θα στέ­κουν προ των οφθαλ­μών μας;... Τί θα κά­νου­με, όταν θα πα­ρευ­ρί­σκε­ται όλη η οι­κου­μέ­νη, όταν θα εί­ναι πα­ρόν­τες Άγ­γε­λοι και Αρ­χάγ­γε­λοι, Αρ­χές και Εξου­σί­ες, όταν συ­νέ­χεια θα ηχούν οι σάλ­πιγ­γες; Εί­ναι φο­βε­ρό εκεί­νο το κρι­τή­ριο. Φο­βε­ρό για όσους αμαρ­τά­νουν και ευ­θύ­νον­ται. Διό­τι για τους άλ­λους, τους ενά­ρε­τους, θα εί­ναι πο­θη­τό και ευ­χά­ρι­στο, για­τί θα έχουν αγα­θή συ­νεί­δη­ση...

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ



«Απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον» (Ματθ. 25, 46)
 Το Ευαγγέλιο της κρίσεως που ακούγεται στην Εκκλησία μας την Κυριακή των Απόκρεω, αποτελεί την απάντηση στην ορμή μας για γνώση του αύριο: ο Θεός δεν μας άφησε αμάρτυρο το μέλλον∙ μας άνοιξε τα μάτια,  όχι όμως σε ό,τι συνιστά απλή περιέργεια ως προς την πορεία μας σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά σε ό,τι είναι καίριο και ουσιώδες, σε ό,τι δηλαδή είναι σωτηριώδες και αιώνιο. Ο Κύριος θα ξανάλθει, φωνάζει η Εκκλησία βασισμένη στα ίδια Του τα λόγια. Και θα ξανάλθει ένδοξα αυτή τη φορά «κρίναι ζώντας και νεκρούς», σε ώρα που κανείς δεν γνωρίζει. Θα έλθει «ως κλέπτης εν νυκτί» (Α΄Θεσ. 5, 2), «εν ημέρα η ου προσδοκά» ο άνθρωπος (Ματθ. 24. 50). Και θα σταθούμε όλοι οι άνθρωποι όλων των εποχών ενώπιόν Του για να γίνει η τελική αποτίμηση. Όσοι θα βρεθούν να έχουν τηρήσει το θέλημά Του, άρα να έχουν αγαπήσει τον συνάνθρωπό τους, θα βρεθούν στους ευλογημένους του Πατρός Του. Όσοι θα βρεθούν αμετανόητοι, ανάπηροι από τα φτερά της πίστεως και της αγάπης, θα βρεθούν στους καταραμένους. Και η οριστική κατάληξη: «Απελεύσονται ούτοι (οι χωρίς αγάπη) εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον».
 1. Ο τονισμός του αιώνιου χαρακτήρα της μιας και της άλλης καταστάσεως είναι το πρώτο στο οποίο κοντοστέκεται κανείς. Ο Κύριος δεν άφησε καμία αμφιβολία περί του οριστικού και αμετάκλητου της κρίσεώς Του. Η αιωνιότητα με την ατέρμονη πορεία της είναι η προοπτική που ανοίγεται μετά τον ερχομό Του για δεύτερη φορά. «Της βασιλείας Αυτού ουκ έσται τέλος», όπως το ομολογούμε διαρκώς και στο Σύμβολο της Πίστεως. Δεν υπάρχει πια ανακοπή και ανάκληση. Κι είναι η αιωνιότητα αυτή καταδίκη καταρχάς της παναίρεσης των Γιεχωβάδων, οι οποίοι μεταξύ των άλλων πλανών τους τονίζουν ότι η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου θα σημάνει την απαρχή μιας χιλιετούς βασιλείας Του, για να ακολουθήσει έπειτα κάτι διαφορετικό. Από την άλλη ο αιώνιος χαρακτήρας της κρίσεως του Θεού καταδικάζει και όσους στο παρελθόν ή και πιο μετά πίστεψαν πλανεμένα ότι τελικώς όλοι θα αποκατασταθούν μέσα στην αγκαλιά της αγάπης του Θεού. «Η αποκατάσταση των πάντων», για την οποία μίλησε και ο μεγάλος αλλά καταδικασμένος για τις πλάνες του από την Εκκλησία θεολόγος Ωριγένης, αποτελεί μία πρόκληση και έναν πειρασμό για την Εκκλησία, η οποία όμως απέρριψε την πλάνη, διότι ακριβώς προϋποθέτει εσφαλμένη θεολογία ως προς την εικόνα που απεκάλυψε για τον Θεό ο ίδιος ο Χριστός. Δεν είναι ο Θεός το πρόβλημα για να αποκαταστήσει τους πάντες. Η αποκατάσταση αυτή είναι η διαρκής βούληση του Θεού για όλους, ακόμη και για τους δαίμονες. Διότι «ο Θεός πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄Τιμ. 2,4). Το πρόβλημα είμαστε εμείς οι ίδιοι, οι οποίοι αρνούμαστε την αγάπη του Θεού και τις προκλήσεις και προσκλήσεις για μετάνοιά μας. Η «αποκατάσταση των πάντων» αλλοιώνει και την περί ανθρώπου εικόνα της Εκκλησίας, παρουσιάζοντας αυτόν  με κολοβωμένη ελευθερία.
2. Η αιωνιότητα που θα ανοιχτεί μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου – πέρα βεβαίως από την αιωνιότητα ως παρούσα κατάσταση του εδώ κόσμου που ζει ο Χριστιανός μέσα στην Εκκλησία: «αύτη εστίν η αιώνιος ζωή, ίνα γινώσκωσί Σε τον μόνον αληθινόν Θεόν και ον απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (ευαγγελιστής Ιωάννης) - δεν θα φέρει κάτι διαφορετικό από αυτό που ζει ο άνθρωπος αμέσως μετά τον θάνατό του. Σε όποια κατάσταση δηλαδή  φεύγουμε από τη ζωή αυτή, είτε εν μετανοία είτε εν αμετανοησία, σε αυτήν την κατάσταση θα μας βρει και η Δευτέρα Παρουσία. Κι αυτό θα πει: το οριστικό και αμετάκλητο τέλος για τον καθένα μας, σε επίπεδο αιωνιότητας, έρχεται στην ουσία την ώρα του θανάτου μας. Η μόνη διαφορά μεταξύ της μερικής κρίσεως που υφίσταται ο άνθρωπος όταν πεθάνει, και της γενικής κρίσεως που θα υποστεί την ημέρα της Κρίσεως, θα είναι στον βαθμό της έντασης: στη μερική κρίση κρίνεται με μόνη την ψυχή∙ στη γενική κρίση θα κριθεί μαζί με το σώμα, που θα αναστήσει ο Χριστός. Υπό το πρίσμα αυτό ο προβληματισμός και η αγωνία ορισμένων για το πότε θα γίνει η Δευτέρα Παρουσία είναι χωρίς νόημα: η ώρα του θανάτου μας στην πραγματικότητα αποτελεί και την ώρα της τελικής κρίσεώς μας, αφού δεν υπάρχει προοπτική μετάνοιας μετά τον θάνατό μας. «Εν τω Άδη ουκ έστι μετάνοια» κατά τη γνωστή και κλασική διατύπωση.
3. Μιλώντας όμως για τον αιώνιο χαρακτήρα είτε της κόλασης είτε της ζωής, κατά τη διάκριση του Κυρίου, πρέπει να έχουμε την ορθή εικόνα των καταστάσεων αυτών. Να τις βλέπουμε δηλαδή με τις προϋποθέσεις του Ευαγγελίου, της Αποστολικής και της Πατερικής Παραδόσεως. Διότι δυστυχώς υπάρχει πολλή και μεγάλη διαστρέβλωση επ’ αυτών. Άλλοι απορρίπτουν τις καταστάσεις του Παραδείσου και της Κολάσεως, άλλοι τις θεωρούν ως καταστάσεις μόνον του κόσμου τούτου, άλλοι τις κατανοούν με μεσαιωνικές εικόνες: ως τόπους που είτε βράζουν και ψήνονται οι άνθρωποι (η κόλαση) είτε αναπαύονται σε κήπους και ανάκλιντρα (ο παράδεισος).
Η Εκκλησία μας λοιπόν διδάσκει πως ό,τι ονομάζουμε κόλαση και παράδεισος δεν υφίσταται από πλευράς του Θεού. Διότι «ο Θεός αγάπη εστί» (Α΄Ιωάν. 4, 16), και έτσι το μόνο που δύναται είναι να αγαπά. Κατά συνέπεια  όλοι οι άνθρωποι όλων των αποχρώσεων και όλων των καταστάσεων, είτε πιστοί είτε άπιστοι, ως παιδιά του Θεού δέχονται την ίδια αγάπη από Εκείνον. Ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις. Διακρίσεις κάνουμε εμείς οι εμπαθείς άνθρωποι. Αν ένας γονιός φτάνει στο σημείο να αγαπά όλα τα παιδιά του το ίδιο, είτε είναι μέσα στο σπίτι είτε εκτός, πόσο περισσότερο ο ουράνιος Πατέρας, ο Οποίος είναι παντελώς απαλλαγμένος από οποιαδήποτε εμπάθεια και οποιαδήποτε κακία. Αν όμως δεν υφίσταται κόλαση και παράδεισος από πλευράς του Θεού, υφίσταται από πλευράς των ανθρώπων. Εμείς τη μία και ενιαία αγάπη του Θεού δυστυχώς την ζούμε έτσι και αλλιώς: είτε δηλαδή θετικά είτε αρνητικά. Διότι οι δικές μας προϋποθέσεις ζωής μεταποιούν και αλλοιώνουν τη θεϊκή αγάπη. Έτσι ο μετανοημένος πιστός που αγωνίστηκε σε αυτήν τη ζωή να απαλλαγεί από τον εγωισμό και την αμαρτία: ό,τι καταργεί και σκοτώνει την αγάπη, δέχεται την ενέργεια της αγάπης του Θεού και την βιώνει ως φως και ευλογία. Ο αμετανόητος όμως, που παγίωσε τον εγωισμό μέσα του κι έκανε πέτρα την καρδιά του, αυτός την ίδια αγάπη του Θεού την δέχεται πια αρνητικά: ως φωτιά που τον κατακαίει και τον πονάει. Σαν τον ήλιο που οι ίδιες ακτίνες του το μεν πτώμα το αποσυνθέτουν, τον δε ζωντανό οργανισμό τον ζωοποιούν και τον αναζωογονούν.
 Έτσι για το αν βρεθούμε στην κόλαση ή στον παράδεισο, όπως λέμε, αποκλειστικά υπεύθυνοι είμαστε εμείς και όχι ο Θεός. Ο Θεός μας αγαπά. Εμείς δεν μπορούμε να γευτούμε την αγάπη Του, γιατί όσο μας δόθηκε ο χρόνος εργασίας και μετανοίας, αυτή η ζωή, εμείς φροντίσαμε να παραλύσουμε τις αισθήσεις μας. Γι’ αυτό και δεν πρέπει να μας παραξενεύουν τα λόγια μερικών Πατέρων της Εκκλησίας που μιλώντας για τα θέματα αυτά είπαν: ακόμη και στην περίπτωση που ο Θεός διά της βίας μας έβαζε στον Παράδεισο, ακόμη και στην υποτιθέμενη αυτή περίπτωση τον παράδεισο εμείς θα τον ζούσαμε ως κόλαση. Διότι ο εγωιστής άνθρωπος και στον παράδεισο θα είναι εγωιστής, άρα κολασμένος.
4. Τι θα κρίνει βεβαίως την ένταξή μας στη μία ή στην άλλη κατάσταση είναι γνωστό και το αναφέραμε ακροθιγώς παραπάνω: η αγάπη που φροντίσαμε να κρατήσουμε στη ζωή αυτή και απέναντι στον Θεό και απέναντι στον συνάνθρωπο. Και κυρίως απέναντι στον συνάνθρωπο, διότι αυτή κρίνει την ποιότητα και της αγάπης μας προς τον Θεό. «Αν δεν αγαπάμε τον συνάνθρωπό μας που βλέπουμε – επισημαίνει ο άγιος Ιωάννης – πώς θα αγαπάμε τον Θεό που δεν βλέπουμε;» (Πρβλ. Α΄ Ιωάν. 4, 20). Η αγάπη μας λοιπόν προς τον συνάνθρωπο συνιστά και το έσχατο κριτήριο, πάνω στο οποίο θα κριθούμε.
Και πράγματι η παραβολή της Κρίσεως αυτό επισημαίνει: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Και «εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε». Τα λόγια του Κυρίου είναι συγκλονιστικά. Ο άλλος, ο πλησίον, ο συνάνθρωπος, όποιος κι αν είναι αυτός, δεν είναι απλώς ο άλλος. Πολύ περισσότερο δεν είναι ο ξένος και ο εχθρός, που μπορεί να φτάσει να θεωρηθεί και ως η κόλασή μου – μία θεώρηση που συνιστά την ίδια την αθεΐα. Διότι πράγματι χωρίς Θεό στη ζωή μου, ο συνάνθρωπος αποτελεί για μένα μόνο απειλή και ενόχληση. Ο άλλος όμως, κατά τον Κύριο, είναι ο αδελφός του Κυρίου, κι ακόμη πιο πολύ: ο ίδιος ο Κύριος.
5. Δεν αποτελούν συμβολικές εικόνες αυτά που λέγει ο Χριστός. Είναι οριστικές διατυπώσεις που αποκαλύπτουν την πραγματικότητα. Ο Χριστός αίρει την τύφλωσή μας και μας δίνει τα μάτια για να δούμε την κρυμμένη πραγματικότητα. Το έσχατο βάθος της. Και μας λέει: μη με ψάχνετε εδώ κι εκεί. Δείτε με στα πρόσωπα των συνανθρώπων σας. Ακόμη και σε εσάς τους ίδιους. Ο καθένας λοιπόν από εμάς συνιστά μία κρυμμένη παρουσία Χριστού. Αποτελούμε μία πρόκληση διαλόγου με τον Χριστό και μία βίωση της Δευτέρας Παρουσίας του πριν ακόμη εκείνη έρθει. Έτσι η κόλαση και ο παράδεισος δεν ανήκουν ως καταστάσεις στο μακρινό και απώτατο μέλλον. Είναι πολύ κοντά μας, μπροστά κυριολεκτικά στα μάτια μας, όσο είμαστε εμείς οι ίδιοι μπροστά στον εαυτό μας και μπροστά στον κάθε συνάνθρωπό μας. Την κόλαση και τον παράδεισο τα κερδίζουμε την κάθε στιγμή της ζωής μας. Κι αυτό που τώρα ζούμε, το ίδιο με μεγαλύτερη ένταση θα ζήσουμε και μετά τον θάνατό μας, και με την απόλυτη δυνατή ένταση μετά τον ερχομό του Χριστού στη Δευτέρα Του Παρουσία. Πόσο οικεία και γνώριμα λοιπόν ακούει στα αυτιά του ο Χριστιανός τα λόγια των Πατέρων του: «Από τον πλησίον μας εξαρτάται η ζωή και ο θάνατος. Γιατί αν κερδίσουμε τον αδελφό μας, τον Χριστό κερδίσαμε. Κι αν τον προσβάλουμε, Εκείνον χάσαμε».
Η παραβολή της κρίσεως ακούγεται μία φορά τον χρόνο στην Εκκλησία μας, την Κυριακή των Απόκρεω – σκαλοπάτι κι αυτή για την είσοδό μας στη Σαρακοστή. Περιττό να πούμε ότι λόγω της σπουδαιότητάς της θα πρέπει να την έχουμε μόνιμο και καθημερινό ανάγνωσμά μας και μελέτη του βίου μας διαπαντός. Διότι επικεντρώνει την προσοχή μας σε ό,τι πιο ουσιαστικό έχουμε να κάνουμε στη ζωή αυτή, από το οποίο εξαρτάται και το αιώνιο μέλλον μας: να αγαπάμε τους πάντες και τα πάντα. Για χάρη του Χριστού. Για χάρη δική μας. 

https://pgdorbas.blogspot.com/

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΑΝΘΙΜΟΣ Ο ΕΝ ΧΙΩ



«Ο όσιος Άνθιμος, κατά κόσμον Αργύριος Βαγιάνος, γεννήθηκε στη νήσο Χίο την 1η Ιουλίου 1869, από γονείς ευλαβείς, τον Κωνσταντίνο και την Αγγεριώ. Έζησε τη ζωή του ασκητικά, πρώτα στη Σκήτη των αγίων Πατέρων, κοντά στον Γέροντα Παχώμιο, και ύστερα σε ερημικό κελί παρά την τοποθεσία Λιβάσια, όπου σήμερα υψώνεται ο πρώτος επ’ ονόματί του ναός. Το μέγα αξίωμα της ιερωσύνης το έλαβε στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας το 1910. Στη συνέχεια τού ανατέθηκε η πνευματική διεύθυνση του Λεπροκομείου Χίου, όπου και διέλαμψαν εκεί οι θαυματουργικές του ενέργειες και η πατρική στοργή και αγάπη προς τους πολυπληθείς και βασανιζόμενους λεπρούς. Ίδρυσε εκ θεμελίων εντός δύο ετών, κατόπιν πολλών πειρασμών, κόπων και φροντίδων, με τη χάρη της εικόνας της Παναγίας Βοηθείας, τον επ’ ονόματι Αυτής τιμώμενο Ναό και Παρθενώνα, που αριθμούσε κατά την οσία του κοίμηση 85 μοναχές. Άφησε πολύτιμες συμβουλές, τέλεσε πάρα πολλά θαύματα και κοιμήθηκε οσιακά την 15η Φεβρουαρίου 1960. Από τότε η πλούσια και αδιάλειπτη θαυματουργική του χάρη εκδηλώνεται μέχρι σήμερα»[1]. 
(Ο Όσιος Άνθιμος, κατά κόσμο Αργύριος Κ. Βαγιάνος, γεννήθηκε την 1η Ιουλίου 1869 μ.Χ. στην περιοχή του Αγίου Λουκά Λιβαδίων. Οι ευσεβείς και ενάρετοι γονείς του, Κωνσταντίνος και Αργυρώ, φρόντισαν να δώσουν Χριστιανική αγωγή στο τέκνο τους. Και ο νεαρός Αργύριος δωρεοδέκτης του Αγίου Πνεύματος, με πνεύμα σοφίας, ήταν προορισμένος από τον Θεό να αναδειχθεί σκεύος εκλογής και να γίνει μέγας παιδαγωγός εις Χριστόν. Η όλη παιδιόθεν ανάπτυξη και ανατροφή του τελούσε προφανώς υπό την ισχυρή και βαθιά επίδραση του χριστιανικού οικογενειακού του περιβάλλοντος.
Γράμματα δεν έμαθε πολλά. Περιορίσθηκε στις απλές γνώσεις του δημοτικού σχολείου. Έτσι χωρίς τα θεωρητικές γνώσεις της εγκοσμίου καταξιώσεως, αλλά με ευφυΐα και διεισδυτικότητα πνεύματος και με ιδιαιτέρως έντονη την επιθυμία για βίο πνευματικό, προχωρά αταλάντευτος στην ενάρετη ζωή με την πολύτιμη δωρεά της ακλόνητης πίστεως.
Ο θείος έρως τον οδηγεί στην απάρνηση του κόσμου και της βοής του και στη μοναχική πολιτεία, από όπου εξέλαμψαν οι αρετές του. Αφορμή για να ακολουθήσει την μοναχική οδό υπήρξε η επίσκεψή του στη Σκήτη των Αγίων Πατέρων της Χίου για την επισκευή ιδιόκτητης εικόνας της Παναγίας. Με αυτή την εικόνα έκτοτε συνέδεσε άρρηκτα ολόκληρη την ζωή του. Η Παναγία έγινε για εκείνον πηγή ανεξάντλητης δυνάμεως στους μετέπειτα σκληρούς αγώνες του, αλλά και πηγή δροσιάς και ανακουφίσεως. Οδηγός του στον ασκητικό βίο υπήρξε ο σεβάσμιος Γέροντας της Σκήτης Παχώμιος, από τον οποίο εκάρη μικρόσχημος μοναχός και μετονομάσθηκε Άνθιμος.
Υποτάσσεται στον Γέροντα Παχώμιο και με τις αδιάλειπτες προσευχές και νηστείες και με τους σκληρούς αγώνες του αναδεικνύεται, με την ευδοκία του Θεού, μεγάλος στην άσκηση και την αρετή. Με την σωματική και πνευματική του όμως αυτή άσκηση εξαντλήθηκε και ασθένησε. Τότε με την ευλογία του Παχωμίου επιστρέφει στο σπίτι του, όπου εγκαθίσταται για ανάρρωση. Όμως ο Όσιος Άνθιμος δεν εγκατέλειψε την άσκηση. Μόλις αποκαταστάθηκε μερικώς η υγεία του αποσύρθηκε σε μικρό απομονωμένο κελί μέσα στα πατρικά του κτήματα, στα Λιβάδια της Χίου, συνεχίζοντας τους πνευματικούς του αγώνες. Εκεί μόναζε ασκώντας ταυτοχρόνως και την τέχνη του υποδηματοποιού, για να βοηθά τους φτωχούς γονείς του και να ελεεί του πάσχοντες.
Στο κελί του αυτό με την αδιάλειπτη προσευχή και την μελέτη του βίου μεγάλων ασκητών λάμβανε δύναμη, προέκοπτε σε πνευματική οικοδομή, αλλά και προκαλούσε και τη δαιμονιώδη λύσσα του πονηρού. Ο Όσιος αγωνιζόταν σκληρά και αποτελεσματικά, διεξήγαγε πολυμέτωπους αλλά νικηφόρους αγώνες κατά του πονηρού με την πύρινη προσευχή και καθημερινά ανερχόταν την ευλογημένη κλίμακα των αρετών και της αγιότητας. Αργότερα, σε ηλικία 40 ετών, το έτος 1909 μ.Χ., κείρεται μεγαλόσχημος μοναχός από τον διάδοχο του Παχωμίου, Ιερομόναχο Ανδρόνικο.
Ο ενάρετος όμως ασκητής Άνθιμος ήταν σκεύος εκλογής και έτοιμος για το αξίωμα της ιεροσύνης. Καλείται λοιπόν στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας από τον ανάδοχό του Στέφανο Διοματάρη το 1910 μ.Χ. για τον σκοπό αυτό. Η χειροτονία του Αγίου δεν ήταν κάτι το συνηθισμένο. Στην περίπτωσή του είχαμε θεία συγκατάθεση που απεκάλυψαν οι θεοσημίες ευδοκίας κατά το τέλος της χειροτονίας. Σεισμός, αστραπές, βροντές, κατακλυσμιαία βροχή συμβαίνουν την ιερή εκείνη ώρα. Τα κανδήλια του ναού κινούνται, ενώ ένα από αυτά καταπίπτει. Μετά δε τη χειροτονία επικρατεί γαλήνη, ηρεμία, χαρά Θεού. Τα φυσικά αυτά φαινόμενα αποκαλύπτουν και μαρτυρούν την ευαρέσκεια του Θεού και τη θεία συγκατάνευση.
Όσο καιρό παρέμενε στο Αδραμύττιο, ακτινοβολούσε εκθαμβωτικά με την αρετή και την αγιότητά του, η οποία ίσχυσε να θεραπεύσει δαιμονιζόμενο της περιοχής, κάτι που δεν κατόρθωσαν οι συλλειτουργοί του. Αυτή λοιπόν η πνευματική του ακτινοβολία προκάλεσε το πάθος της αντιζηλίας των συλλειτουργών του. Εκείνος θέλοντας να τους ελευθερώσει από το πάθος αυτό, εγκατέλειψε το Αδραμύττιο το 1911 μ.Χ. και μετέβη στο Άγιον Όρος, όπου οι Αγιορείτες μοναχοί του επιδαψίλευσαν πολλές τιμές.
Επιστρέψας στη Χίο τοποθετήθηκε ως εφημέριος στο Λεπροκομείο. Εκεί άνοιξε το νέο στάδιο των αρετών και της αγαθοεργού δράσεώς του. Η εικόνα της Παναγίας Υπαπαντής επικεντρώνει την όλη του ευεργετική δράση. Η Κυρία Θεοτόκος διά της μεσιτείας και της προσευχής του Αγίου Ανθίμου επιτελεί αναρίθμητα θαύματα θεραπείας ασθενών επωνύμων και ανώνυμων πιστών. Το ίδρυμα αυτό με τους δυστυχείς λεπρούς καθίσταται πνευματικό κέντρο σωματικής και πνευματικής υγείας. Η όλη διακονία του στο Λεπροκομείο καταδεικνύει τη βαθύτατη πίστη του και την πολύτιμη προσφορά του.
Εδώ φαίνεται και το μεγαλείο του Αγίου. Ο Άγιος Άνθιμος ως εφημέριος του ναού συμπαρευρισκόταν, συνέτρωγε και συνομιλούσε με τους λεπρούς, τους κοινωνούσε των Αχράντων Μυστηρίων και μετά τη Θεία Λειτουργία κατέλυε!
Τότε μέσα σε εκείνη την αγιάζουσα ατμόσφαιρα οραματίζεται την ίδρυση Μονής, για να στεγάσει πρόσφυγες καλόγριες προερχόμενες από την Μικρά Ασία. Και προχωρεί στην πραγμάτωση των οραματισμών του. Υψώνει τον μεγαλοπρεπή Ιερό Παρθενώνα της Παναγίας Βοηθείας Χίου. Από τότε εγκαταστάθηκε στη Μονή με πλήρη αφοσίωση στην Παναγία και εκεί κατηύγαζε με την ασκητική του βιοτή το πλήθος των αρετών και την αγιότητά του και τη μεσιτεία και βοήθεια της Θεοτόκου και ποίμαινε με πλεονάζουσα στοργή και αγάπη το ποίμνιό του, ενίσχυε και παρηγορούσε με τον γλυκύ και απλό του λόγο και θεράπευε ασθενείς και πάσχοντες που κατέφευγαν κοντά του.
Μέσα σε αυτή τη διά βίου διακονία, ώριμος πλέον, πλήρης ημερών, σε ηλικία 90 ετών, με οσιότητα που θύμιζε τους μεγάλους ασκητές της ερήμου, τέλεσε την τελευταία Θεία Λειτουργία την 27η Ιανουαρίου 1960 μ.Χ. και λίγες ημέρες μετά κοιμήθηκε με ειρήνη».[2]
Η μακαριστή, σπουδαία και σοφή ηγουμένη Βρυαίνη[3] της Ι. Μονής Παναγίας Βοηθείας της Χίου, της Μονής που ίδρυσε ο άγιος Άνθιμος, είναι η ποιήτρια της εμπνευσμένης ακολουθίας που έγραψε για τον πνευματικό της Γέροντα Άνθιμο. Πρόκειται για ακολουθία[4] που ο εγκωμιαστικός λόγος είναι βεβαίως το επικρατούν στοιχείο, όπως συμβαίνει σε όλες τις ακολουθίες των αγίων, αλλά που προσανατολίζει τον μελετητή και εν προσευχή ακροατή σε ό,τι συνιστά καίριο στοιχείο της αγιότητας, εν προκειμένω του αγίου Ανθίμου. Ποια η γενική εικόνα που προβάλλεται μέσα από την ακολουθία για τον άγιο; Θα επιλέξουμε μεταξύ πολλών άλλων έναν ωραίο ύμνο που αποκαλύπτει και το ποιητικό χάρισμα της μακαριστής ηγουμένης, από τον πρώτο κανόνα της ογδόης ωδής του όρθρου: «Φάνηκες στη γη ως ένας νέος ουρανός, αγιώτατε Πατέρα, γιατί είχες στην καρδιά σου ως παμμέγιστο ήλιο τον Κύριο, ως πάμφωτη ασημίζουσα σελήνη την άχραντη Παρθένο και ως λαμπρά αστέρια τις θείες διδαχές σου»[5].
Εν σμικρώ μέγα δηλαδή το πορτραίτο του αγίου από τη μακαριστή Βρυαίνη, η οποία θεωρεί τον άγιο ως ένα νέο ουρανό, συνεπώς ένα δεύτερο κόσμο, που φωτίζει όχι ασφαλώς τον εαυτό του – ό,τι επιδιώκει ο πεσμένος στην αμαρτία κόσμος με τον εγωισμό που τον διακατέχει – αλλά τον ίδιο τον Κύριο και την Παναγία Μητέρα Του, κάτι που αποτύπωσε και στις ένθεες διδαχές του. Αυτό δεν είναι το χαρακτηριστκό του κάθε αγίου; Να «εξαφανίζεται» ο ίδιος για να φαίνεται ο Χριστός! «Ἐκεῖνον δεῖ αὐξάνειν, ἐμέ δέ ἐλαττοῦσθαι»[6], κατά τον λόγο του θεόρατου αγίου Ιωάννου Προδρόμου. Να λοιπόν τι ήταν, για την υμνογράφο αλλά και για όλους τους πιστούς που τον γνώρισαν, ο όσιος αυτός Γέροντας: ένας άλλος Χριστός, ένας «τοῦ Δεσπότου (Χριστού) μιμητής» (κοντάκιο). Κι αυτό γιατί υπήρξε «θεῖον οἰκητήριον τῆς Τριάδος», γεγονός που φανερωνόταν από το πλήθος των αρετών και των χαρισμάτων του. «Φάνηκες σεμνός και ήσυχος, απλός, αγνός και άκακος, όσιος και πράος και ανδρείος, μέτριος, σώφρων και γεμάτος συμπάθεια, γιατί έγινες θείο κατοικητήριο της Τριάδος και όργανο του αγίου Πνεύματος»[7] (ωδή ε΄).
Είναι ευνόητο λοιπόν να εξηγήσει η σπουδαία Βρυαίνη γιατί ο άγιος, έμπλεος των χαρισμάτων του Πνεύματος, ιδίως αφότου χειροτονήθηκε ιερέας, έγινε «στύλος Ὀρθοδοξίας» (στιχ. μ. εσπ.: «ο στέρεος ναός της ψυχής σου έγινε στύλος Ορθοδοξίας, δυναμώνοντας την Εκκλησία από τους εχθρούς και τα βέλη του εχθρού διαβόλου[8]), λειτουργώντας με τα σπάνια χαρίσματα της προόρασης και της διόρασης και της θαυματουργίας προς χάρη των αναγκεμένων πιστών. «Καταξιώθηκες, όσιε Άνθιμε, να προλέγεις τα μέλλοντα και να προοράς τα μακρινά, όπως και να αναβλύζουν από σένα κάθε ημέρα θαύματα, εκτελώντας χωρίς χρήματα ιάσεις και καταδιώκοντας τους δαίμονες, σε όσους προστρέχουν σε σένα με πίστη[9] (ωδή ε΄).
 Κι εκεί που όντως «αναλώνεται» η ιερή υμνογράφος είναι η προβολή των πολλών θαυμάτων του αγίου, και όσο ζούσε και μετά την κοίμησή του. Ένα πλήθος τροπαρίων συνιστά την περιγραφή των διαφόρων επεμβάσεών του, για σωματικά και ψυχικά αρρωστήματα των ανθρώπων, στη γη και στη θάλασσα και παντού[10], ιδίως όπως είπαμε αναργύρως, τόσο που θα μπορούσε και αυτόν να εντάξει κανείς στους Αναργύρους αγίους της Εκκλησίας. Τό «δωρεάν ἐλάβετε, δωρεάν δότε»[11] του Κυρίου με άλλα λόγια λειτουργούσε ως κανόνας ζωής για τον άγιο, το οποίο κατανοείται ως ξέσπασμα της ζέουσας από την αγάπη Κυρίου καρδιά του. «Τη χάρη που δέχτηκες από τον Θεό, τη μετέδωσες με θεϊκό ζήλο»[12] (στιχ. μ.εσπ.), σημειώνει και πάλι ήδη απαρχής. Γι’ αυτό και δεν «ξαφνιάζει» η επισήμανση ότι ο άγιος ως ιερέας έλαμπε πολύ συχνά την ώρα των ακολουθιών, ενώ μαζί του έψελναν, όπως συνέβαινε και με άλλους αγίους σαν τον άγιο Σπυρίδωνα, άγγελοι Κυρίου. «Όταν λειτουργούσες στη γη ως ιερέας του Υψίστου, Άνθιμε πάντιμε, έλαμπε ως άγγελος η ιερή σου μορφή από τη χάρη που κατοικούσε στην καρδιά σου»[13] (στιχ. εσπ.). «Άκουσες, όσιε, όσο ήσουν στο σώμα σου, να ψέλνουν οι ασώματοι»[14] (ωδή γ΄).
Η σοφή υμνογράφος βεβαίως επιχειρεί να μας δώσει όσο είναι δυνατόν τη σφαιρική εικόνα της όλης κατά Χριστόν πολιτείας του και να μας εξηγήσει τη θαυμαστή στον κόσμο παρουσία του. Έτσι ο άγιος Άνθιμος καταρχάς δεν ακολούθησε την οδό Κυρίου ξαφνικά σε κάποιο σημείο της ζωής του. Η ποιήτρια μάς θυμίζει ότι από μικρός επέλεξε τον δρόμο της αρετής[15] (κάθισμα όρθρου), γιατί τού δόθηκε από τον Θεό η χάρη να συνειδητοποιήσει γρήγορα το άστατο του βίου αυτού, συνεπώς και τη ματαιότητα που τον χαρακτηρίζει. «Γνώρισες το άστατο της ζωής, μίσησες τις ηδονές της σάρκας, γι’ αυτό και ως άνθρωπος με γνώση διάλεξες τον μοναχικό καλογερικό βίο, όσιε»[16] (ωδή γ΄). Και η επιλογή του «μονήρους βίου» δεν ήταν επιλογή χαλαρότητας γι’ αυτόν, όπως ίσως κάποιοι μπορούν να υπονοήσουν, αλλά επιλογή εξαρχής σκληροτάτων ασκητικών αγωνισμάτων – η είσοδος σε μοναστήρι δεν σημαίνει το «τέλος»(!), αλλά ακριβώς την απαρχή. Οπότε αναδείχτηκε σε τύπο του πιστού και αγαθού δούλου που προβάλλει ο Ίδιος ο Κύριος[17], όπως και στο όριο  του αληθινού δασκάλου, που πρώτα έγινε «ποιητής» και έπειτα εκφραστής λόγου. «Εύγε δούλε αγαθέ και πιστέ, εύγε εργάτη του αμπελώνα Χριστού, εσύ και το βάρος της ημέρας βάστασες και το τάλαντο που σου δόθηκε επαύξησες και δεν φθόνησες εκείνους που ήλθαν μετά από σένα»[18] (δόξα λιτής). «Ο λόγος του Ευαγγελίου “Όποιος εφαρμόσει κι έπειτα διδάξει, αυτός θα ονομαστεί μεγάλος”, ταιριάζει σε σένα, Πατέρα»[19] (στιχηρό μικρ. εσπ.).
Γι’ αυτό και δεν διστάζει η μακαριστή μαθήτρια του αγίου να τον παραλληλίσει με τους μεγάλους παλαιούς Πατέρες της Εκκλησίας, όπως και  με τους μεγάλους οσίους της, γιατί αυτούς προσπάθησε να ακολουθήσει με ζήλο.  «Όλοι οι Πατέρες υποδεχθήτε με ευμένεια τον νέο κατά τους χρόνους Πατέρα, και ομότροπο της ζωής σας»[20] (απολυτ.). «Ζήλεψες του παλαιούς Πατέρες κατά τα τελευταία χρόνια, πάτερ Άνθιμε, ως προς την εγκράτειά τους, τα δάκρυα, τη συγκεντρωμένη αγρυπνία»[21] (ωδή γ΄). Κι ακόμη: θεωρεί η υμνογράφος ότι ο άγιος Άνθιμος προσπάθησε να πατήσει πάνω στα ίχνη του μεγάλου Χιώτη αγίου, Νικηφόρου[22]. Μας δίνει την αλήθεια αυτή μ’ ένα της στίχο: «Διάλεξες ως παράδειγμα της ζωής σου τον ιερό Νικηφόρο»[23]. Πέραν τούτων: δεν μπορεί να αντισταθεί στην πάγια συνήθεια των υμνογράφων να αξιοποιούν το όνομα ενός αγίου για να τον συγκρίνουν με τους παλαιούς συνώνυμούς τους. Ο άγιος Άνθιμος, επίσκοπος Νικοδημείας[24], γίνεται στο σημείο αυτό το μέτρο σύγκρισης. «Νικομηδείας Ἀνθίμου συνώνυμος, τῶν ἀρετῶν δὲ ἐκείνου ὁμότροπος» (απολυτ.). «Η Νικομήδεια άνθησε παλιά ως άνθος τον Άνθιμο, τώρα δε ανθεί η Χίος τον νέο Άνθιμο»[25] (στίχο συναξαρίου) .
Η μακαριστή ηγουμένη όμως προχωρεί βαθύτερα. Βεβαίως προβάλλει τον άγιο ως «πιστόν ἐκτελεστήν τῶν θείων ἐντολῶν», κυρίως της αγάπης προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο[26] (κάθισμα όρθρου), βεβαίως χαίρεται να περιγράφει τις αρετές και τα ένθεα χαρίσματά του που τον ανέδειξαν και τον αναδεικνύουν σε πρότυπο και προστασία των πιστών[27], μα θέλει να εξηγήσει, δείχνοντας και το ποιμαντικό χάρισμά της, και την προϋπόθεση όλων αυτών των θαυμαστών. Τι ήταν εκείνο που κατέστησε τον άγιο ικανό να μπορεί να ζει τη ζωή του Θεού και να είναι ένας άλλος Χριστός στον κόσμο; Τι επομένως καθιστά κάθε άνθρωπο ικανό να είναι μαζί με τον Χριστό; Επιλέγει με πολλούς ύμνους η μακαρία Βρυαίνη δύο σημεία: τη μέχρι θανάτου επιλογή του αγίου, αφότου εισήλθε στο μοναστήρι, να κάνει υπακοή στον άγιο Γέροντά του Παχώμιο∙ και την απόλυτη αγάπη του – καρπό βεβαίως της αγάπης του προς τον Κύριο – προς την Υπεραγία Μητέρα του Κυρίου.
Πράγματι, επανειλημμένως η υμνογράφος  σημειώνει ότι η υποταγή του στον διακριτικό Γέροντα Παχώμιο, όπως το πρόβατο στον ποιμένα, ήταν τέτοια που τον έκανε σε σύντομο χρονικό διάστημα να υπερβεί όλους τους άλλους συνασκητές του. «Όταν υποτάχτηκες με ευλάβεια στον πνευματικό σου πατέρα κι έτρεξες σαν άκακο πρόβατο στη μάνδρα, εκεί όλους τους μοναχούς τους ξεπέρασες στα ασκητικά αγωνίσματα»[28] (στιχ. εσπ.). Κι αλλού (ωδή γ΄): «Έγινες άριστος υπήκοος, είχες αληθινή ταπείνωση, εξάλειψες εντελώς τα αμαρτωλά θελήματά σου, ενώ όλες τις αρετές, πάτερ, σαν να ήταν μία τις κατόρθωσες»[29]. Κι εδώ ακριβώς βρίσκεται το «μυστικό» θα λέγαμε της όλης εν Χριστώ διαγωγής του αγίου: η κατανόηση (αλλά και ο αγώνας προς επίτευξη) ότι σπουδαιότερη αρετή από την ταπείνωση, η οποία αποκτάται με την ευλογημένη υπακοή, δεν υπάρχει. Όπου δηλαδή ο πιστός άνθρωπος αφήνει κατά μέρος το δικό του θέλημα, για να μπει στο (μη αμαρτωλό εννοείται) θέλημα του άλλου, πολύ περισσότερο όταν αυτό είναι του πνευματικού πατέρα και της Εκκλησίας, εκεί βλέπει κυριολεκτικά θαύματα: την ίδια την παρουσία του Θεού στην ύπαρξή του. Κι αυτό γιατί η υπακοή και η ταπείνωση αυτή εκφράζουν το φρόνημα του ίδιου του Θεού μας, όπως το διατυπώνει με μοναδικό τρόπο ο απόστολος Παύλος: «Αυτό να φρονείτε κι εσείς, όπως και ο Ιησούς Χριστός: έγινε υπάκουος μέχρι θανάτου στον Θεό Πατέρα, μέχρι θανάτου σταυρικού»[30]. Γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο ότι ο άγιος, μέσα στις διδαχές του προς τις μοναχές του, τόνιζε συχνά πυκνά αυτήν την πνευματική αλήθεια που κείται ως βάση στο οικοδόμημα του χριστιανισμού: «Το θέλημά σας ποτέ να μην το κάμνετε, αδελφές, διότι δεν θα προοδεύσετε ποτέ σας»[31].
Και δεύτερο: την αγάπη, κατά κυριολεξία τον έρωτα, προς την Παναγία μας, και μάλιστα παιδιόθεν. «Από παιδί είχες ηδονή της γλώσσας σου την Παρθένο και Αυτήν ως τη μελέτη της καρδιάς σου»[32] (στιχ. εσπ.). «Έχοντας ως θησαυρό και ιερά καταφυγή την πανάχραντη Δέσποινα, την πάντων Βοήθεια, ο νέος Άνθιμος άσκησε ένθεα και αναδείχτηκε νικητής του κόσμου, της σάρκας και του κοσμοκράτορα διαβόλου»[33] (απόστ. εσπ.). «Φλεγόμενος από τον δικό Σου έρωτα, Κόρη άχραντη, Παρθένε Παντάνασσα»[34] (ωδή δ΄). «Αγάπησες, πανόσιε, τη Μητέρα του Θεού με όλη την ψυχή και με όλη την καρδιά, και με τη θερμή επίκλησή Της έγινες δύναμη για τους ασθενείς και απαλλαγή για τους πάσχοντες»[35] (ωδή δ΄, β΄καν.).
Δεν μπορούμε να μην κάνουμε τον συνειρμό. Ο άγιος Άνθιμος μεγαλούργησε πνευματικά, γιατί διάλεξε τον δρόμο της ταπείνωσης και γιατί αγάπησε με πάθος την Παναγία. Ο άλλος μεγάλος νεώτερος κι αυτός άγιος της Εκκλησίας, αγαπημένος άγιος Νεκτάριος, μεγαλούργησε εξίσου, διότι κι αυτός την ταπείνωση επέλεξε ως δρόμο ζωής και στα χέρια της Παναγίας έβαλε τη ζωή του. Τυχαίο; Ασφαλώς όχι. Και οι δύο είχαν κοινή αναφορά τον άγιο Γέροντα Παχώμιο: στην ίδια σκήτη ασκήτεψαν, των Αγίων Πατέρων στη Χίο, την ίδια καθοδήγηση προφανώς δέχτηκαν. Κι εδώ υπάρχει ένα «μείον» στην ακολουθία της αγίας Γερόντισσας Βρυαίνης. Δεν κάνει καμία αναφορά στον άγιο Νεκτάριο που προηγήθηκε του αγίου Ανθίμου. Κι επίσης δεν μνημονεύει καθόλου και τον άλλο εξίσου μεγάλο όσιο, τον όσιο Νικηφόρο τον Λεπρό. Όλοι αυτοί σχετίζονται μεταξύ τους κι ίσως θα έπρεπε να γίνει κάποια μνεία του ονόματός τους. Μα υπάρχει δικαιολογία: η μακαριστή ηγουμένη επικεντρώνει στον άγιο Άνθιμο και στο μοναστήρι που εκείνος ίδρυσε, συνεπώς «παραθεωρεί» τον άγιο Νεκτάριο. Και από την άλλη ο άγιος Νικηφόρος ο Λεπρός μονολότι γνωστός δεν είχε «καθιερωθεί» – μόλις λίγα χρόνια πριν διακηρύχθηκε η αγιότητά του επισήμως[36].
Σημασία πάντως έχει ότι η μακαριστή υμνογράφος μάς ζωγραφίζει τις σπουδαίες διαστάσεις του αγίου Ανθίμου, μας καλεί να τον γνωρίσουμε, να τον αγαπήσουμε, να τον επικαλούμαστε. Κι αυτό είναι το σημαντικότερο.

https://pgdorbas.blogspot.com/

Το Αποστολικό και Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής

 

† Κυριακῇ 15 Φεβρουαρίου 2026 (Ἀπόκρεω)
Τὸ Εὐαγγέλιον
Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον
Κεφ. κε' : 31-46
Εἶπεν ὁ Κύριος· ῞Οταν ἔλθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ, καὶ πάντες οἱ ἅγιοι Ἄγγελοι μετ᾿ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾿ ἀλλήλων, ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων· καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. Τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ Πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν· ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με· ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με· γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με· ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με· ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με. Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι, λέγοντες· Κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν; ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν; ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθομεν πρός σέ; Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. Τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· Πορεύεσθε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον, τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. Ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν· ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με· ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με· γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με· ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ, λέγοντες· Κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα, ἢ διψῶντα, ἢ ξένον, ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ, ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; Τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς, λέγων· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾿ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. Καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.

Ὁ Ἀπόστολος
Πρὸς Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου
Κεφ. η' : 8-13, θ' : 1-2
Ἀδελφοί, βρῶμα δὲ ἡμᾶς οὐ παρίστησι τῷ Θεῷ· οὔτε γὰρ ἐὰν φάγωμεν περισσεύομεν, οὔτε ἐὰν μὴ φάγωμεν ὑστερούμεθα. Βλέπετε δὲ μήπως ἡ ἐξουσία ὑμῶν αὕτη πρόσκομμα γένηται τοῖς ἀσθενοῦσιν. Ἐὰν γάρ τις ἴδῃ σε, τὸν ἔχοντα γνῶσιν, ἐν εἰδωλείῳ κατακείμενον, οὐχὶ ἡ συνείδησις αὐτοῦ ἀσθενοῦς ὄντος οἰκοδομηθήσεται εἰς τὸ τὰ εἰδωλόθυτα ἐσθίειν; Καὶ ἀπολεῖται ὁ ἀσθενῶν ἀδελφὸς ἐπὶ τῇ σῇ γνώσει, δι᾿ ὃν Χριστὸς ἀπέθανεν. Οὕτω δὲ ἁμαρτάνοντες εἰς τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τύπτοντες αὐτῶν τὴν συνείδησιν ἀσθενοῦσαν εἰς Χριστὸν ἁμαρτάνετε. Διόπερ εἰ βρῶμα σκανδαλίζει τὸν ἀδελφόν μου, οὐ μὴ φάγω κρέα εἰς τὸν αἰῶνα, ἵνα μὴ τὸν ἀδελφόν μου σκανδαλίσω. Οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος; Οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος; Οὐχὶ ᾿Ιησοῦν Χριστὸν τὸν Κύριον ἡμῶν ἑώρακα; Οὐ τὸν ἔργον μου ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ; 9-2 Εἰ ἄλλοις οὐκ εἰμὶ ἀπόστολος, ἀλλά γε ὑμῖν εἰμί· ἡ γὰρ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Στο φο­βε­ρό βήμα του Χρι­στού, ο κα­θέ­νας από εμάς θα δώ­σει λόγο στον Κρι­τή για τον εαυ­τόν του. Κατά την ώρα εκεί­νη, κα­νείς δεν θα μπο­ρεί να βο­η­θή­σει κα­νέ­ναν. Ούτε αδερ­φός τον αδερ­φό, ούτε οι γο­νείς τα παι­διά, ούτε τα παι­διά τους γο­νείς, ούτε οι φί­λοι τους φί­λους, ούτε ο άν­δρας την σύ­ζυ­γό του, αλλά ο κα­θέ­νας θα πα­ρου­σια­στεί με φόβο και τρό­μο, πε­ρι­μέ­νον­τας να ακού­σει την από­φα­ση από τον Θεό...

Άγιος Εφραίμ ο Σύρος

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Άγιος Μελέτιος Αντιοχείας: Ο ομολογητής της Ορθοδοξίας



Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου - Καθηγητού
Ο 4ος μ. Χ. αιώνας υπήρξε η πιο κρίσιμη εποχή για τόσο για την Εκκλησία, όσο και για την παγκόσμια ιστορία. Κι’ αυτό διότι οι χρόνοι εκείνοι ήταν η μεταβατική περίοδος από τον παλιό προχριστιανικό κόσμο, στον καινούριο, τον χριστιανικό. Σε αυτή την μετάβαση, η οποία δεν ήταν πάντα ήρεμη, συνέβαλαν τα μέγιστα οι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Ένας από αυτούς ήταν και ο άγιος Μελέτιος Επίσκοπος Αντιοχείας. 
      Γεννήθηκε στην πόλη Μελιτηνή της Μικράς Αρμενίας το 310. Δεν γνωρίζουμε σχεδόν τίποτε για την παιδική και νεανική του ζωή. Για πρώτη φορά αναφέρεται το έτος 357, ο οποίος εμφανίζεται ως αντίπαλος των αιρετικών Ομοιουσιανών, μιας αρειανικής παρατάξεως, και οπαδός του Επισκόπου Καισαρείας της Παλαιστίνης Ακακίου. Με εισήγηση του Ακακίου, ο Μελέτιος εξελέγη από την Σύνοδο του 358, Επίσκοπος Σεβαστείας. Απ’ ότι φαίνεται, δεν έμελλε να στερεώσει στο θρόνο του, διότι, οι φανατικοί οπαδοί του προηγουμένου Επισκόπου Σεβαστείας Ευσταθίου, του είχαν κηρύξει τον πόλεμο και γι’ αυτό αναγκάστηκε να παραιτηθεί σε λίγο καιρό και να μεταβεί στη Βέροια της Συρίας. 
       Το έτος 360 εκλέχτηκε Αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας, στη θέση του μετατεθέντος στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, Ευδοξίου. Όταν έφτασε στην Αντιόχεια ο πιστός λαός  βγήκε στους δρόμους και του επιφύλαξε λαμπρή υποδοχή, διότι είχαν πληροφορηθεί για την αγιότητά του και την προσήλωσή του στην Ορθοδοξία, η οποία δοκιμάζονταν σκληρά από τους αιρετικούς αρειανούς. Όμως και εδώ δεν κατάφερε να στερεώσει. Οι φανατικοί αρειανοί κατάφεραν να πείσουν τον αρειανόφρονα αυτοκράτορα Κωνστάντιο (337-361) να τον εκθρονίσει και να τον στείλει εξορία στην Αρμενία. Στη θέση του δε επέβαλε ένα παλιό συνεργάτη του Αρείου, τον Ευζώιο. 
       Όμως οι αρειανοί δεν είχαν υπολογίσει στην αντίδραση του ορθοδόξου λαού της Αντιόχειας, ο οποίος αντέδρασε σφόδρα, στην εκθρόνιση του Μελετίου και την αντικατάστασή του από τον αιρετικό Ευζώιο. Μάλιστα κάποιοι από αυτούς αποσχίστηκαν και δημιούργησαν το σχίσμα των «Μελετιανών». Παρ’ όλη την αναστάτωση της τοπικής Εκκλησίας, ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επαινούσε την δίκαιη αντίδραση των Ορθοδόξων Αντιοχέων και αυτόν τον ίδιο τον Μελέτιο για την προσήλωσή του στην Ορθοδοξία. Η ολιγοήμερη επισκοπική του διακονία κατέστη ικανή να δημιουργήσει ισχυρή αντίσταση στην επιδρομή των αρειανών, οι οποίοι είχαν την αυτοκρατορική στήριξη. 
       Ο ιερός Χρυσόστομος, εξαίροντας την αγιότητα και το ήθος του Μελετίου, αναφέρει έναν χαρακτηριστικό επεισόδιο από την εκθρόνισή του. Όταν συνέλαβαν τον άγιο και τον οδηγούσαν στην εξορία, με επικεφαλής τον διοικητή της πόλεως, οι ορθόδοξοι περίμεναν την πομπή έξω από την πόλη. Σταμάτησαν την άμαξα που οδηγούσε τον άγιο στην εξορία, και ζητούσαν να πάρουν την ευχή του. Όταν είδαν και τον διοικητή όρμισαν να τον λιθοβολήσουν, για την υλοποίηση της αδικίας εις βάρος του αγίου Επισκόπου τους. Μάταια προσπαθούσε ο Μελέτιος να τους σταματήσει. Τότε κάλυψε με το σώμα του το σώμα του διώκτη του διοικητή, σώζοντας τη ζωή του από την μανία του οργισμένου πλήθους!  
         Παρέμεινε στην εξορία ως το 362, όταν επανέφερε όλους τους εξόριστους Επισκόπους ο νέος αυτοκράτορας Ιουλιανός ο Παραβάτης (361-363), ο οποίος, ήθελε, φαινομενικά μεν να εφαρμόσει την ανεξιθρησκία, δόλια δε, να πλήξει την Εκκλησία, με εμφύλιο! Επαναφέροντας του εξορίστους ορθοδόξους, που είχαν εξορίσει οι αρειανοί, υπέβαλλε την Εκκλησία σε μια μεγάλη και ευτυχώς σύντομη δοκιμασία. Δύο χρόνια μετά, το 365, εξορίστηκε και πάλι από το νέο αρειανόφρονα αυτοκράτορα Ουάλη (364-378), στα Γήτασα της Αρμενίας, κοντά στα σύνορα με την Καππαδοκία. Από εκεί ο Μελέτιος είχε επικοινωνία με τον Μ. Βασίλειο και συζητούσαν για τα μεγάλα προβλήματα της Εκκλησίας. 
      Το 379 αποκαταστάθηκε και πάλι στην Επισκοπή του. Γυρίζοντας στην Αντιόχεια, ο πιστός λαός του επιφύλαξε θερμή υποδοχή. Πρώτη του ενέργεια ήταν να συγκαλέσει Σύνοδο, η οποία θα ομολογούσε πίστη στις αποφάσεις της Α΄ εν Νικαία Οικουμενικής Συνόδου (325), η οποία είχε καταδικάσει όλες τις μέχρι τότε αιρέσεις και ιδιαίτερα την πιο επικίνδυνη, τον αρειανισμό. Η τοπική αυτή Σύνοδος θεωρείται από τις σημαντικότερες Τοπικές Συνόδους αυτής της εποχής. 
      Το 381 κλήθηκε από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο Α΄ (379-395) να συμμετάσχει στην Β΄ Οικουμενική Σύνοδο στην Κωνσταντινούπολη. Ο άγιος Επίσκοπος ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα της Εκκλησίας και έφτασε την Βασιλεύουσα. Λόγω του σεβασμού των συνέδρων προς το πρόσωπό του, ορίστηκε πρόεδρος της Συνόδου. Σε αυτή ο Μελέτιος έδειξε την προσήλωσή του στην ορθόδοξη πίστη και επέδειξε υποδειγματική σωφροσύνη και πνευματική ωριμότητα. Όμως δυστυχώς, κατά τη διάρκεια των εργασιών της Συνόδου ασθένησε και κοιμήθηκε. Οι Πατέρες της Συνόδου, με επικεφαλής τον αυτοκράτορα και τη συνοδεία του πιστού λαού της Βασιλεύουσας κήδευσαν με τιμές τον άγιο Επίσκοπο. Τον επικήδειό του εξεφώνησε ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, ο οποίος σκιαγράφησε την προσωπικότητα του μεγάλου εκκλησιαστικού άνδρα. Μίλησε για απορφανισμό της Εκκλησίας της Αντιόχεις και ολοκλήρου της Εκκλησίας. Έκαμε λόγο για την γλυκύτητα του χαρακτήρα του, την ταπείνωσή του και την ιώβεια υπομονή του από τους ατέλειωτους διωγμούς του. 
       Λίγο αργότερα, κατ’ απαίτηση του πιστού λαού της Αντιόχειας, το σεπτό του λείψανο μεταφέρθηκε με μεγάλη και μεγαλόπρεπη πομπή και τοποθετήθηκε στον τάφο του Αγίου Μάρτυρα Βαβύλα, στο ομώνυμο ναό της πόλεως. Η μνήμη του τιμάται στις 12 Φεβρουαρίου. 
       Η οσία προσωπικότητα του αγίου Μελετίου είναι, πρέπει να είναι, το ζωντανό παράδειγμα για τους κληρικούς της Εκκλησίας μας. Η πίστη του στο Θεό, η προσήλωσή του στην ορθόδοξη πίστη, την μόνη σώζουσα πίστη, την υπομονή του στις κακοπάθειες και τους διωγμούς, την ταπείνωσή του και την υπακοή του στην Εκκλησία, σκιαγραφούν έναν υπέροχο και αληθινό εν Χριστώ άνθρωπο. Ιδιαίτερα στις δύσκολες και αποκαλυπτικές ημέρες μας, όπου η ορθόδοξη αλήθεια τείνει να σχετικοποιηθεί και να αποδοθεί εκκλησιαστική υπόσταση στην ποικίλη αιρετική ετεροδοξία, η προβολή εκκλησιαστικών προσωπικοτήτων σαν τον άγιο Μελέτιο και το έργο τους, είναι επιβεβλημένη. Γι’ αυτό ο άγιος Μελέτιος απολαμβάνει τέτοιων τιμών από την Εκκλησία μας και τοποθετήθηκε στην χορεία των μεγάλων Πατέρων και διδασκάλων Της!  

https://www.nyxthimeron.com/