Πέμπτη 4 Αυγούστου 2016

Δαιμονικὸ συμβὰν εἰς τὸν δόκιμο τῆς Διονυσίου Ἰωάννη.


Τὸ 1925, κοινοβίασε στὴν Μονὴ Διονυσίου ἕνας νέος, 25 ἐτῶν περίπου ἀπὸ τὴν ἐπαρχία Ἐδέσσης, ὀνόματι Ἰωάννης. Ὑπηρετοῦσε στὴν ἀρχὴ γιὰ ἕνα μῆνα στὸ ἀρχονταρίκι καὶ μετὰ ἀπεστάλη στὸ Μονοξυλίτη, μετὰ τοῦ Γέροντος Ἰακώβου. Κατὰ τὸν πλοῦν στὴν θάλασσα, ἐξεδήλωσε τὴν τοῦ δαίμονος ἐνέργεια καὶ ἄρχιζε νὰ φωνάζει, τὰ τραγουδᾶ καὶ τὰ τοιαῦτα. Αὐτὸ βλέπων ἀπροσδοκήτως ὁ γερο-Ἰάκωβος, τὸν ἀπέστειλε μὲ ἄλλη βράκα στὴν Μονή, ὅπου τὸν περιόρισαν εἰς τὸ πρὸς τὴν θάλασσα παρακείμενο τοῦ παρεκκλησίου τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου κελλί, διορίσαντες τὸν γηροκόμον νὰ τὸν ἐπιβλέπει καὶ νὰ τοῦ δίδει μόνο ψωμὶ καὶ νερό. Καὶ μέσα στὸ κελλί, συνέχιζε νὰ τραγουδᾶ μὲ μεγάλες φωνὲς καὶ νὰ χορεύει καὶ νὰ χτυπᾶ τὰ πόδια του στὸ πάτωμα. Ἔφθασε σὲ σημεῖο ἐξαντλήσεως καὶ κρίθηκε εὔλογο, τὶς νύχτες, μετὰ τὸ Ἀπόδειπνο, νὰ τοῦ δένουν χέρια καὶ πόδια. Τὴν ἄλλη μέρα τὸ ἀπόγευμα, κατὰ τὴν ὁρισμένη ὤρα, ἕνας δυνατὸς καὶ ἔμπειρος σὲ αὐτὰ μοναχός, ἔφερε ἕνα καινούργιο σχοινὶ καὶ τὸν ἔδεσε τόσο σφιχτὰ στὴν κολώνα, ὥστε δὲν μποροῦσε οὔτε βῆμα νὰ σαλεύσει. Ὁ δὲ Γιάννης, ἢ μᾶλλον ὁ ἐντός του δαίμων, ἔλεγε: «Δέσε με, καλόγερε, καὶ θὰ δῆς ποὺ θὰ πᾶνε αὐτὰ τὰ σχοινιά». Καὶ πράγματι, μετὰ ἀπὸ δύο ὧρες, ὁ Γιάννης ἦταν τελείως λυτό, τὸ δὲ σχοινὶ βρέθηκε πεταγμένο κάτω στὸν κήπο. Τὴν ἄλλη νύχτα τὸν σφιχτόδεσαν πάλι καὶ πάλι βρέθηκε λυτός. Ἕνα βράδυ, μετὰ τὸ Ἀπόδειπνο, κουρασμένος ἀπὸ τὸν χορό, ζητοῦσε νὰ τοῦ δώσουν νερὸ νὰ δροσισθῆ. Ἔτρεξε ὁ γερο-Βησσαρίων, γέμισε ἕνα κανάτι, μισὴ ὀκᾶ ἀπὸ τὴν βρύση καὶ ἑτοιμαζόταν νὰ τοῦ τὸ δώσει. Ὁ γερο-Λάζαρος ἔῤῥιξε μέσα στὸ κανάτι καὶ λίγο ἁγιασμό. Ὁ Γιάννης, λαχανιασμένος ὅπως ἦταν, ἄρχισε νὰ τὸ πίνει μὲ λαχτάρα, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγες σταγόνες, τὸ ἔφτυσε καὶ τὸ ἔῤῥιξε στὸ πρόσωπο τοῦ γερο-Βησσαρίωνος, φωνάζοντας: «Μὲ ἔκαψες, καλόγερε, μὲ ἔκαψες». Ὕστερα, τοῦ δώσαμε ἄλλο νερὸ ἁπλό καὶ τὸ ἔπιε μετὰ βουλιμίας. Μετὰ ἀπὸ λίγη ὥρα ἄρχιζε νὰ βρίζει τὰ θεῖα καὶ τὴν Θεία Κοινωνία. Τότε, κάποιος ἀδελφός, τοῦ ἔδωσε ἕνα ῥάπισμα στὸ πρόσωπο μὲ ὅση δύναμη εἶχε. Τότε, ὁ Γιάννης, ἀντὶ νὰ ὀργισθῆ, εἶπε μὲ πραεῖα καὶ ἤρεμη φωνή: «Τὸ περίμενα αὐτό. Δὲν πειράζει». Καὶ ἡσύχασε. Ἀφοῦ τὰ σχοινιὰ δὲν τὸν βαστοῦσαν, τὸν ἔδεσαν μὲ ἁλυσίδα καὶ ἔτσι δὲν μποροῦσε νὰ λυθῆ μόνος του. Μετὰ μηνιαῖο διάβασμα εὐχῶν καὶ ἐξορκισμῶν, βελτιώθηκε ἡ κατάσταση του καὶ τὴν Μεγάλη Ἑβδομάδα ἔφυγε ἀπὸ τὴν Μονή.Ὅταν ὁ ἱερέας τοῦ διάβαζε τὶς εὐχές, τοῦ ἔβαζε τὸ πετραχήλι πάνω στὸ κεφάλι του καὶ ἐκεῖνος φώναζε: «Βγάλε το αὐτὸ ἀπὸ πάνω μου! Βγάλε το δὲν τὸ βαστῶ. Μὲ γέμισες δυσωδία. Βρωμᾶ ἀπαίσια». Στὴν ἐρώτησή μας, τί φοβᾶται περισσότερο· τὸν ἁγιασμό, τὸ ἀντίδωρο ἢ τὴν Θεία Κοινωνία, ὁ δαίμονας ἀπάντησε: «Ἐὰν φυλάγετε αὐτὸ ποὺ μεταλαμβάνετε στὴν ἐκκλησία, κανεὶς ἀπὸ ἐμᾶς δὲν θὰ μποροῦσε νὰ σᾶς βλάψει».

http://periagiouorous.blogspot.com.eg/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου