Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2026

Λογισμοί και πλάνη




Να θυμάσαι και να φοβάσαι δύο λογισμούς. Ο ένας λέει: «Είσαι άγιος» και ο άλλος: «Δεν θα σωθείς». Κι οι δύο αυτοί λογισμοί προέρχονται από τον εχθρό, και δεν έχουν αλήθεια μέσα τους. Εσύ, όμως, να σκέφτεσαι: «Εγώ είμαι μεγάλος αμαρτωλός, αλλά ο Ελεήμων Κύριος αγαπά πολύ τους ανθρώπους και θα συγχωρέσει και σ’ εμένα τις αμαρτίες μου».
Πίστευε έτσι, και θα γίνει σύμφωνα με την πίστη σου: Θα σε συγχωρήσει ο Κύριος. Μη βασίζεσαι, όμως, στους προσωπικούς σου αγώνες, έστω και αν είσαι μεγάλος ασκητής. Ένας ασκητής μου έλεγε: «Βεβαίως θα ελεηθώ, γιατί κάνω τόσες μετάνοιες την ημέρα». Όταν, όμως, ήρθε ο θάνατος, «διέρρηξε τα ιμάτιά του».
Όχι, λοιπόν, για τις ασκήσεις μας, αλλά δωρεάν, κατά τη χάρη Του ελεεί ο Κύριος. Ο Κύριος θέλει την ψυχή να είναι ταπεινή, άκακη, και να συγχωρεί τους πάντες με αγάπη· τότε και ο Κύριος συγχωρεί με χαρά. Ο Κύριος τους αγαπά όλους, και εμείς οφείλουμε να Τον μιμούμαστε και να αγαπούμε τους πάντες, και αν δεν μπορούμε, τότε πρέπει να Τον παρακαλούμε, και ο Κύριος δεν θα αρνηθεί, αλλά θα βοηθήσει με τη χάρη Του.
Όταν ήμουν ακόμα αρχάριος, γνώρισα την αγάπη του Θεού, που είναι απερίγραπτη. Η ψυχή αισθάνεται συν Θεώ και εν Θεώ, και το πνεύμα χαίρεται για τον Κύριο, έστω και αν το σώμα αποκάμνει από την αγαθότητα του Θεού. Μπορείς, όμως, να χάσεις αυτήν την χάρη και με έναν κακό λογισμό.
Με τον κακό λογισμό εισέρχεται μέσα μας μία εχθρική δύναμη, και τότε σκοτίζεται η ψυχή και τη βασανίζουν κακές σκέψεις. Τότε ο άνθρωπος αισθάνεται την απώλειά του και καταλαβαίνει ότι ο ίδιος, χωρίς τη χάρη του Θεού, είναι μόνο «γη και σποδός».
Η ψυχή που γνώρισε τον Κύριο, μαθαίνει από τη μακροχρόνια πείρα της, ότι, αν ο άνθρωπος ζει σύμφωνα με τις εντολές, τότε αισθάνεται, έστω και λίγο, τη χάρη μέσα του κι έχει παρρησία στην προσευχή. Αν, όμως, αμαρτήσει με κάποιον λογισμό και δεν μετανοήσει, τότε κρύβεται η χάρη και η ψυχή θρηνεί και οδύρεται ενώπιον του Θεού.
Έτσι η ψυχή διέρχεται όλη της τη ζωή στον αγώνα με τους λογισμούς. Εσύ, όμως, μη μένεις στην ακηδία εξαιτίας του αγώνα, γιατί ο Κύριος αγαπά τον ανδρείο αγωνιστή.
Πονηροί λογισμοί καταπονούν την υπερήφανη ψυχή, και αν δεν ταπεινωθεί, δεν θα βρει ανάπαυση από αυτούς. Όταν αμαρτωλοί λογισμοί σε πολιορκούν, φώναζε προς τον Θεό σαν τον Αδάμ: «Κύριε, Ποιητή μου και Πλάστη μου, βλέπεις ότι η ψυχή μου τυραννιέται από τους λογισμούς… Ελέησέ με». Και όταν στέκεσαι ενώπιον του Δεσπότου, να θυμάσαι πάντα ότι Αυτός θα εκπληρώσει όλα τα αιτήματά σου, αν είναι ωφέλιμα σε σένα.
Ήρθαν σύννεφα, κρύφτηκε ο ήλιος και σκοτείνιασε. Έτσι για ένα λογισμό υπηρηφάνειας στερείται η ψυχή τη χάρη και την καλύπτει το σκοτάδι. Αλλά και πάλι με έναν ταπεινό λογισμό επανέρχεται η χάρη. Αυτό το γνώρισα εκ πείρας.
Να ξέρεις ότι, αν ο λογισμός σου συνηθίζει να παρατηρεί ανθρώπους, πως ζει ο ένας ή ο άλλος, αυτό είναι ένδειξη υπηρηφάνειας.
«Πρόσεχε τον εαυτό σου». Παρατήρησε τον εαυτό σου και θα δεις: Μόλις η ψυχή αποκτήσει έπαρση έναντι του αδελφού, αμέσως ακολουθεί κάποιος λογισμός όχι ευάρεστος στον Θεό, και αυτό, για να ταπεινωθεί η ψυχή.
Αν, όμως, δεν ταπεινωθεί, τότε έρχεται ένας μικρός πειρασμός. Και αν πάλι δεν ταπεινωθεί, αρχίζει ο πόλεμος της σαρκός. Και αν πάλι δεν ταπεινωθεί, τότε πέφτει πάλι σε κάποιο μικρό αμάρτημα. Αν και τότε δεν ταπεινωθεί, θα έλθει μεγαλύτερη αμαρτία. Κι έτσι θα αμαρτάνει, ωσότου ταπεινωθεί.
Μόλις, όμως, ταπεινωθεί, αμέσως θα δώσει ο Ελεήμων Κύριος στην ψυχή ειρήνη και κατάνυξη, και τότε θα περάσουν όλα τα κακά και θα απομακρυνθούν όλοι οι εχθρικοί λογισμοί. Έπειτα, όμως, πρέπει να κρατάς με όλες σου τις δυνάμεις την ταπείνωση, αλλιώς θα ξαναπέσεις στην αμαρτία.
Βλέποντας ο Κύριος ότι η ψυχή δεν είναι στερεωμένη στην ταπείνωση, απομακρύνει τη χάρη, αλλά εσύ μη φοβάσαι: Η χάρη είναι μέσα σου, αλλά κρυμμένη. Μάθε να σταματάς αμέσως τους λογισμούς. Αν, όμως, ξεχάσεις και δεν τους διώξεις αμέσως, τότε πρόσφερε μετάνοια. Κοπίασε σε αυτό, για να αποκτήσεις τη συνήθεια. Η ψυχή αποκτά συνήθεια, αν την διδάξεις, και ενεργεί έτσι σε όλη της τη ζωή.
Ο αγαθός άνθρωπος έχει αγαθούς λογισμούς και ο πονηρός πονηρούς. Όλοι, όμως, οφείλουν να μάθουν τον πόλεμο με τους λογισμούς, και να μάθουν να μετατρέπουν τους κακούς λογισμούς σε αγαθούς. Αυτό είναι σημάδι πεπειραμένης ψυχής.
Ρωτάς πώς γίνεται αυτό;
Να! Όπως ο ζωντανός άνθρωπος αισθάνεται πότε κρυώνει και πότε ζεσταίνεται, το ίδιο και όποιος γνώρισε εκ πείρας το Άγιο Πνεύμα ακούει πότε υπάρχει στην ψυχή του η χάρη και πότε έρχονται τα πονηρά πνεύματα.
Ο Κύριος δίνει στην ψυχή τη σύνεση να αναγνωρίζει την έλευσή Του και να Τον αγαπά και να κάνει το θέλημά Του. Επίσης η ψυχή αναγνωρίζει τους λογισμούς του εχθρού όχι από την εξωτερική τους μορφή, αλλά από την επενέργειά τους στην ψυχή.
Οι εχθροί εύκολα εξαπατούν εκείνον που δεν έχει την πείρα αυτή. Οι εχθροί έπεσαν από υπερηφάνεια και μας παρασύρουν στην ίδια πτώση, υποβάλλοντας λογισμούς επαίνου. Και αν η ψυχή δεχθεί τον έπαινο, τότε η χάρη φεύγει, εφόσον δεν ταπεινώνεται η ψυχή. Και έτσι σε όλη τη ζωή ο άνθρωπος θα μαθητεύει στην ταπείνωση του Χριστού. Αν δεν το μάθει αυτό η ψυχή, δεν θα γνωρίσει ανάπαυση από τους λογισμούς και δεν θα μπορέσει να προσευχηθεί με καθαρό νου.

Από το βιβλίο, «Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης»: 
Έκδ. Ι. Μ. Τιμίου Προδρόμου ΕΣΣΕΞ.
https://inpantanassis.blogspot.com/

Κάνε φίλο τον εχθρό σου




Του π. Δημητρίου Μπόκου
Ο Χριστός λέει ότι ο ζυγός του είναι απαλός και μαλακός στον τράχηλό μας και το φορτίο του ελαφρό. Αν τον υπακούσουμε και πάρουμε πάνω μας τον σταυρό του, όσα δηλαδή μας διδάσκει να κάνουμε, θα βρούμε ανάπαυση, ειρήνη και χαρά στην ψυχή μας (Ματθ. 11, 29-30).
Και όμως, υπάρχει μια εντολή που μας φαίνεται πολύ βαριά και ασήκωτη. Η αγάπη. Μα δεν είναι στη φύση μας να αγαπάμε; Και βέβαια. Άλλος πολύ, άλλος λίγο, όλοι το έχουμε μέσα μας αυτό. Ο Χριστός όμως το πάει στα άκρα. Θέλει να αγαπάμε και τον εχθρό μας ακόμα (Κυριακή Β΄ Λουκά).
Μα είναι δυνατόν κάτι τέτοιο; Όντως, δεν είναι καθόλου εύκολο για κανέναν αυτό. Ακατόρθωτο όχι, αφού το ζητάει ο Θεός που, ως δημιουργός μας, γνωρίζει τέλεια τις δυνατότητές μας, αλλά υπερβαλλόντως δύσκολο. Στο θέμα αυτό οι άνθρωποι εμφανίζουμε όλες τις διαβαθμίσεις.
α) Υπάρχουν αυτοί που μισούν τους εχθρούς τους. Παραβλέπουν εντελώς την εντολή του Χριστού. Αυτοί δυστυχώς βρίσκονται σε σκοτάδι βαθύ. «Ο μισών τον αδελφόν αυτού εν τη σκοτία εστί και εν τη σκοτία περιπατεί, και ουκ οίδε πού υπάγει, (δι)ότι η σκοτία ετύφλωσε τους οφθαλμούς αυτού». Το μίσος είναι ισοδύναμο με τον φόνο. Όταν μισείς, γίνεσαι ανθρωποκτόνος. Σκοτώνεις τον αδελφό σου. Και βουλιάζεις και συ στον αιώνιο θάνατο (Α΄ Ιω. 2, 11. 3, 14-15).
Όταν μισείς, δεν είσαι καν Χριστιανός. Δεν υπάρχει καμμιά ανάσταση για σένα. Μάταια σταυρώθηκε για σένα ο Χριστός.
β) Υπάρχουν και άλλοι που λένε ότι δεν μισούν τους εχθρούς τους, αλλά ούτε και τους αγαπούν. Προτιμούν να μην ασχολούνται καθόλου μαζί τους. Τους διαγράφουν άπαξ και διαπαντός απ’ τη ζωή τους. Τους αγνοούν επιδεικτικά και με περιφρόνηση. Οι εχθροί τους δεν υπάρχουν γι’ αυτούς.
Όμως δεν επιτρέπεται να περιφρονήσουμε κανέναν. Στο πρόσωπο και του πιο ασήμαντου ανθρώπου υπάρχει ο Χριστός. Ακόμα και ο χειρότερος άνθρωπος παραμένει εικόνα του Θεού, για την οποία ο Χριστός σαρκώνεται, σταυρώνεται και ανασταίνεται. Ας μη θεωρούμε ποτέ τον άλλο κατώτερο, χειρότερο από εμάς, αλλά ας βάζουμε ενσυνειδήτως τον εαυτό μας «υποκάτω πάντων» και ας λέμε με τον άγιο Κοσμά τον Αιτωλό: «Όχι μόνον δεν είμαι άξιος να σας διδάξω, αλλά μήτε τα ποδάρια σας να φιλήσω, διότι ο καθένας σας είναι τιμιότερος από όλον τον κόσμο… Είμαι λοιπόν και εγώ άνθρωπος αμαρτωλός, χειρότερος από όλους».
γ) Άλλοι πάλι δεν κάνουν καμμιά ενέργεια αντεκδίκησης εναντίον των εχθρών τους, θέλουν όμως να το βρουν από τον Θεό. Να τους τιμωρήσει για όλα ο Θεός. Προδίδουν έτσι την κακία που σιγοβράζει μέσα τους και ανάγουν σε πρωταρχική τους ικανοποίηση την αιώνια τιμωρία των εχθρών τους. Θα χαίρονται βλέποντάς τους να καίγονται στην κόλαση. Μα έτσι καταριούνται τους εχθρούς τους. Δείχνουν σκληρή, ανελεήμονη καρδιά (αγ. Πορφύριος, αγ. Σιλουανός).
δ) Και κάποιοι, κάνοντας αγώνα να υπερκεράσουν τα εσωτερικά εγωκεντρικά τους κινήματα, απαρνούμενοι το πείσμα τους, το δίκιο τους, όλες τις εύλογες προφάσεις της «δίκαιης» οργής τους, καταφέρνουν με κόπο να φτάσουν στη συγχώρηση των εχθρών. Αλλά ως εκεί. Είναι όμως κάτι κι αυτό. Όχι το άριστα, αλλά η βάση. Λογίζεται Χριστιανός, ακόμα και έτσι, ο άνθρωπος.
ε) Μα ο δρόμος μπροστά μας είναι ακόμα μακρύς. Ο τρόπος όμως απλός: Πριν από κάθε άλλο αίτημά μας, ας συγχωρούμε τους εχθρούς μας καθημερινά στην προσευχή μας, από καρδίας, με πολλή ταπείνωση και απάρνηση των θελημάτων μας. Για να μη χαθούν, αλλά να σωθούν, να φωτισθούν, να ελεηθούν και αυτοί. Για να τιθασευτεί η αγριάδα των παθών μας, να γίνει χώρος μέσα μας για όλους. Να κάνουμε φίλο τον εχθρό μας και να νιώθουμε έτσι βαθμηδόν όλο και καλύτερα γι’ αυτόν. Και ίσως φτάσουμε και στο να ζήσουμε, σε κάποιο βαθμό, αγαπημένα και χαρούμενα μαζί του.
Και εδώ στη γη, αλλά κυρίως αιώνια, δίπλα-δίπλα στη Βασιλεία του Θεού.

https://www.nyxthimeron.com/

Δίνω επειδή λυπάμαι



«Ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός» (Β’ Κορ. 9,7)
«Καθένας ας δώσει καθώς έχει προτιμήσει στην καρδιά του, όχι από λύπη ή από ανάγκη. Γιατί τον ιλαρό δότη αγαπά ο Θεός». 
            Συχνά βρισκόμαστε μπροστά σε καταστάσεις, στις οποίες οι άλλοι δείχνουν ότι χρειάζονται τη βοήθειά μας. Στους οικείους μας η προσφορά μοιάζει αυτονόητη. Μας ενώνουν δεσμοί αγάπης. Στους ξένους όμως πάντα υπάρχει ένας λογισμός. Να δώσω, να βοηθήσω ή όχι; Ιδίως στους καιρούς μας, οπότε έχει πλεονάσει και η οκνηρία, μαζί με την κατ’ επάγγελμα ζητιανιά, ο προβληματισμός αυξάνει. Τα κίνητρα των ανθρώπων που δείχνουν ότι έχουν ανάγκη συχνά είναι αμφίβολης αξίας. Και η ανάγκη δεν είναι πάντοτε χρηματική. Μπορεί να είναι να τους ακούσεις, γιατί δείχνουν ότι δεν μπορούνε μόνοι τους ή είναι σε αδιέξοδο. Είναι να τους βοηθήσεις με μια συμβουλή ή μια στήριξη, γιατί είναι εγκαταλελειμμένοι. Να αναλάβεις γι’ αυτούς μια εργασία που δεν έχουν διάθεση να την κάνουν. Να τους υπερασπιστεί, για να μη λερώσουν τα χέρια τους. Οι γονείς να συμμαζέψουν  το δωμάτιο του παιδιού τους, να του εκπληρώσουν κάθε επιθυμία που τη βαφτίζει ανάγκη και λειτουργεί χειριστικά έναντί τους, να μην το αφήσουν να κουραστεί, «διότι είναι παιδί».  Αυτές οι καταστάσεις και στιγμές μάς καλούν να δούμε τι έχουμε να δώσουμε μέσα από την καρδιά μας.
            Ο απόστολος Παύλος, γράφοντας στους Κορινθίους, θέτει μία προϋπόθεση για να ξεκινήσουν οι ανθρώπινες σχέσεις: την προαίρεση της ανθρώπινης καρδιάς. Ποιο επιλέγει ο άνθρωπος να είναι το κίνητρό του στη συνάντηση και στη συνύπαρξη. Είναι η λύπη, είναι η ανάγκη, είναι η χαρά; Αν δίνω διότι λυπάμαι, τότε αισθάνομαι ανώτερος από τον άλλον, αλλά και το συναίσθημά μου δεν αποβλέπει στην ελευθερία του, στην ισχυροποίηση της προσωπικότητάς του, στην ανάληψη των ευθυνών του. Αν δίνω από ανάγκη, στην πραγματικότητα η σκέψη και η καρδιά μου βρίσκονται σε αντίθεση, όπως επίσης δεν αισθάνομαι ελεύθερος να το πράξω, αλλά δεσμευμένος. Αυτό μου φέρνει άγχος και, συχνά, ψυχική πίεση. Αν δίνω από χαρά, αυτό σημαίνει ότι η αγάπη που έχω μέσα μου με κάνει να μην αποβλέπω σε αντάλλαγμα για την όποια κίνησή μου, ενώ η βοήθεια θα είναι αφόρμηση για τον άλλον να αναλάβει την ευθύνη στη ζωή του, ώστε να μη με χρειάζεται.
            Πολλές φορές, αυτοί που λυπούνται, στην πραγματικότητα μπλέκουν σε μία διαδικασία σωτηρίας του άλλου. Και υφίστανται εντός τους ένα κύμα λογισμών, το οποίο τους κάνει να αισθάνονται ότι ο άλλος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτούς. Και αυτό φέρνει εξαρτητικές καταστάσεις και όχι μόνο. Μπορεί να γκρεμίσει άλλες σχέσεις, διότι όταν λυπόμαστε κάποιον, τον καθιστούμε εξαρτημένο από εμάς και τα κίνητρα εκείνου μπορούν να μας οδηγήσουν σε δικά μας μικρά ή μεγάλα ναυάγια. Διότι δεν είμαστε συνήθως ισχυροί, ώστε να χαράξουμε όρια. Και είτε αδειάζει η τσέπη μας είτε κλονίζονται οι σχέσεις μας, συχνά με τους οικείους. Γι’ αυτό θέλει προσοχή.
            Για να είναι η χαρά το κίνητρο της καρδιάς μας θέλει να μην περιμένουμε ανταλλάγματα και να μην τα ζητάμε. Ο ιλαρός δότης, τον οποίο αγαπά ο Θεός, είναι αυτός που μέσα στην καρδιά του είναι αποφασισμένος να αγαπήσει, να δώσει ό,τι μπορεί και ό,τι ενισχύει αληθινά τον άλλον, βάζοντας τα όρια και γνωρίζοντας ότι δεν μπορείς να κρατάς κάποιον εξαρτημένο από σένα, ούτε να τον βοηθάς για να μην αναλάβει τις ευθύνες του. Δεν είναι η επιστροφή της βοήθειας που τον ενδιαφέρει, αλλά η ελευθερία του άλλου. Και αυτός είναι ένας δρόμος αληθινά λυτρωτικός.   
            Και κάτι ακόμη. Στην εποχή μας οι περισσότερες σχέσεις είναι απρόσωπες. Όσοι μας συναντούν στον δρόμο και ζητούνε τη βοήθειά μας, λειτουργούν στην προοπτική της λύπης και της ενοχής που μας προκαλούν. Ούτε τους γνωρίζουμε ούτε θα τους μάθουμε ποτέ. Είναι καρποί απρόσωπων πόλεων και κοινωνιών, συνήθως με πονηρία στην σκέψη και στην καρδιά τους. Εδώ χρειάζεται διάκριση. Και να σκεφτούμε ότι κι εμείς και εκείνοι χρειαζόμαστε Εκκλησία να ανήκουμε και όχι ατομική ζωή και πορεία. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
4 Οκτωβρίου 2026. Κυριακή Β’ Λουκά
https://www.nyxthimeron.com/

Ο ΑΓΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΗΝΩΝ



«Ο άγιος Ιερόθεος ήταν ένας από τους εννέα βουλευτές του Αρείου Πάγου. Κατηχήθηκε στη χριστιανική πίστη από τον απόστολο Παύλο και χειροτονήθηκε επίσκοπος Αθηνών, ενώ αυτός έπειτα κατήχησε και τον μέγα Διονύσιο στην ίδια πίστη. Ο ίδιος προεξήρχε και στην κηδεία της Υπεραγίας Θεοτόκου, όταν συναθροίστηκαν οι άγιοι Απόστολοι, και φαινόταν από όλα όσα ακούγονταν και θεωρούνταν, σαν να ήταν σε εκδημία και έκσταση. Φαινόταν σαν να είχε καταληφθεί από τον Θεό, υμνολογώντας Αυτόν. Έζησε με καλό και θεοφιλή τρόπο, κι αφού εύφρανε τον Θεό με την κατά Χριστό ζωή του και τα κατορθώματά του, εκδήμησε προς τον Κύριο».
Η χθεσινή και η σημερινή ημέρα προβάλλει δύο από τους μεγάλους αγίους της πίστεώς μας, μαθητές  του αποστόλου Παύλου, τον άγιο Διονύσιο τον αρεοπαγίτη και τον άγιο Ιερόθεο. Διότι ναι μεν κατά το συναξάρι ο άγιος Ιερόθεος κατήχησε στην πίστη του Χριστού τον άγιο Διονύσιο, όμως ο πρώτος που κατέβαλε το σπέρμα αυτής της πίστεως στον Διονύσιο, ήταν ο απόστολος Παύλος. Θυμόμαστε από τις Πράξεις των Αποστόλων ότι μετά το «αποτυχημένο» κήρυγμα του αποστόλου των εθνών στον Άρειο Πάγο, όπου οι περισσότεροι με ειρωνεία του είπαν «ακουσόμεθά σου και πάλιν» και σηκώθηκαν και έφυγαν, μερικοί προσήγγισαν τον απόστολο και μυήθηκαν από αυτόν τα της πίστεως, «εν οις Διονύσιος ο αρεοπαγίτης, γυνή τις ονόματι Δάμαρις και τινες συν αυτοίς». Με τους αγίους λοιπόν αυτούς, τον Διονύσιο και τον Ιερόθεο, βρισκόμαστε μπροστά στις πηγές της πίστεώς μας, οσφραινόμαστε τον αέρα της παρουσίας του αγιασμένου Παύλου, νιώθουμε την γεμάτη από αγάπη Χριστού πάλλουσα καρδιά του.
Ο άγιος Ιερόθεος συνιστά μία ιδιάζουσα περίπτωση αγίου, η οποία, με βάση το συναξάρι, τουλάχιστον μας προβληματίζει,  λόγω της εξαιρετικής αγάπης του προς τον Θεό και του ενθέρμου και ανοιχτού μάλλον χαρακτήρα του. Διότι πώς να εξηγήσει κανείς το γεγονός ότι μεταξύ όλων των αποστόλων και των παρευρισκομένων στην Κοίμηση της Θεοτόκου, εκείνος έχει προεξάρχουσα θέση, «φαινόμενος θεόληπτος και θείος υμνολόγος;» Ο εκκλησιαστικός υμνογράφος μάλιστα δεν μπορεί να μη σημειώσει ότι ο άγιος μίλησε για τον Θεό με πανίερες θεολογίες, τις οποίες εξηγεί ως αποτέλεσμα διπλού γεγονότος: και του βαθύ πόθου που είχε αυτός για τον Θεό, και της επιμελούς, με σύνεση και διάκριση, μελέτης των θείων λογίων. «Νυττόμενος πόθω πνευματικώ και θείοις λογίοις εν συνέσει προσομιλών, των πάντων Δεσπότη πανιέρους θεολογίας ανατέθεικας». Κι είναι σημαντική η επισήμανση του υμνογράφου, διότι μας εξηγεί ότι τότε πράγματι κανείς μιλά ορθά για τον Θεό, τότε θεολογεί, όταν αφενός έχει μεγάλη αγάπη και πόθο για Εκείνον, αφετέρου εγκύπτει με μεγάλη επιμέλεια στα λόγια της Αγίας Γραφής και της προγενέστερης παράδοσης της Εκκλησίας. Με άλλα λόγια, η θεολογία αν δεν είναι αποτέλεσμα σύνδεσης με ό,τι η Εκκλησία πρεσβεύει και ζει, αλλά και πίστης και αγάπης προς τον Θεό από τον θεολογούντα, δεν θεωρείται ορθή θεολογία και μάλλον καταντά σ’ αυτό που οι Καππαδόκες ιδίως Πατέρες χαρακτήριζαν ως «τεχνολογία».
Ο υμνογράφος επιμένει στον τρόπο θεολογίας του αγίου Ιεροθέου. Η προσέγγιση από αυτόν των θείων λογίων δεν γινόταν, σημειώνει, άκριτα και άλογα. Ο άγιος μελετούσε τις Γραφές, την Παλαιά Διαθήκη και ό,τι μέχρι τότε είχε γραφεί, ιδίως από τις επιστολές των Αποστόλων, με ερευνητική διάθεση, με προσπάθεια δηλαδή να κατανοήσει  το μυστήριο του σχεδίου του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Διότι ο Χριστός, συνεπώς και η Εκκλησία στη συνέχεια, δεν ήλθε να καταργήσει τον ανθρώπινο νου και την ανθρώπινη λογική. Εκείνο που πάντοτε αρνήθηκε ήταν η απολυτοποίηση της λογικής, η με μόνο τον ορθό λόγο κρίση της αποκάλυψης του Θεού. Αυτό, ναι, το αρνήθηκε και το αρνείται, διότι δεν λαμβάνεται υπ’  όψιν η αμαρτία του ανθρώπου, διά της οποίας διασπάστηκε ο άνθρωπος, με αποτέλεσμα η λογική να κινείται αυτόνομα, υπηρετώντας πια τα διαστρεβλωμένα πάθη του ανθρώπου. Όταν όμως ο άνθρωπος έχει βρει τον Θεό, όταν συνεπώς η χάρη του Θεού καταυγάζει την καρδιά του, τότε και ο νους και ο λόγος, ενοποιημένος και με τις άλλες δυνάμεις της ψυχής,  κινείται μέσα σε πλαίσια αποδεκτά, που σημαίνει ότι και τον Θεό κατανοεί, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο,  και αυτό που εκφράζει είναι πράγματι η αλήθεια. Ο άγιος Ιερόθεος λοιπόν υπήρξε ένας μελετητής των θείων λογίων, κινούμενος ερευνητικά πάνω στην οικονομία του Θεού, αλλά με ευσεβή αναζήτηση. Και γι’  αυτό καθοδηγούμενος από τη χάρη του Θεού φανέρωσε και σε εμάς τα μυστήρια του Θεού, και μάλιστα με καλλιέπεια λόγων, όπως σημειώνει και σε άλλο σημείο ο ποιητής. «Μετ’  ευσεβούς ζητήσεως ερευνήσας τα άρρητα της οικονομίας του Χριστού μυστήρια, τρανώς εφανέρωσας, υψηγορία χρώμενος». «Ρημάτων ο φθόγγος σου και συγγραμμάτων η καλλιέπεια κατευφραίνει τους πόθω προσομιλούντας». Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις, Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς.

https://pgdorbas.blogspot.com/

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΛΟΥΚΑ



«Εἶπεν ὁ Κύριος˙ Καθώς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καί ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως… Πλήν ἀγαπᾶτε τούς ἐχθρούς ὑμῶν»
(Λουκ. 6, 31.35)
ΤΜΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΟΡΟΥΣ ΟΜΙΛΙΑΣ του Κυρίου Ιησού (Ματθ. 5-7) αποτελεί το ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής Β΄ Λουκά, η οποία κατά τον ευαγγελιστή Λουκά έγινε επί τόπου πεδινού. Μάλλον πρόκειται, όπως σημειώνουν πολλοί από τους ερμηνευτές της Καινής Διαθήκης, περί δύο ομιλιών που έκανε ο Κύριος, δηλαδή την ίδια ομιλία που έκανε αρχικά σε πιο εκτεταμένη μορφή  πάνω σε βουνό, την ίδια πιο περιληπτικά έκανε για  δεύτερη φορά επί τόπου πεδινού, και αυτήν κατέγραψε ο Λουκάς. Η πρώτη φράση του αναγνώσματος μάλιστα «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» χαρακτηρίστηκε ως «ο χρυσός κανόνας της χριστιανικής ηθικής», που σημαίνει ότι με αυτόν ρυθμίζονται έτσι οι ανθρώπινες σχέσεις, ώστε να μπορεί να φανερώνεται ο Θεός στη ζωή τους.
1. ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΚΑΤΑΡΧΑΣ βεβαίως να θυμίσουμε ότι ο κανόνας αυτός στην αρνητική του διατύπωση ήταν κάτι που πρότεινε η Παλαιά Διαθήκη, απαντώμενος για πρώτη φορά στο βιβλίο του Τωβίτ με τη φράση «ο συ μισείς, μηδενί ποιήσης», αυτό που εσύ μισείς, μην το κάνεις σε κανέναν άλλον. Εννοιολογικά και μορφολογικά συναντάμε τον αρνητικό  κανόνα αυτό και έξω από την ιουδαιοχριστιανική αποκάλυψη, σε διαφόρους φιλοσόφους και σε άλλες θρησκείες, όπως για παράδειγμα στον Κλεόβουλο τον Ρόδιο ή και τον Κομφούκιο.  Πρόκειται λοιπόν για έναν κανόνα που ρυθμίζει θετικά τις κοινωνικές σχέσεις των ανθρώπων και που βασίζεται στα καλά στοιχεία που υπάρχουν παγκόσμια και πανθρησκειακά στην ανθρώπινη ύπαρξη. Μην ξεχνάμε ότι η πτώση στην αμαρτία δεν επέφερε την καταστροφή του ανθρώπου, αλλά τη ζόφωση της εικόνας του Θεού μέσα του, όπως βεβαίως ο Λόγος του Θεού, άσαρκος μέχρι την ενανθρώπησή Του, φώτιζε τον άνθρωπο (π.χ. με τον σπερματικό λόγο που είπαν ορισμένοι Πατέρες), με σκοπό τη διαπαιδαγώγησή του προς μελλοντική αποδοχή Εκείνου.
2. Ο Κύριος δεν αρνείται τον κανόνα αυτό. Αντιθέτως. Τον αποδέχεται και τον επεκτείνει, ανάγοντάς τον όμως σε επίπεδο χαρισματικό, δηλαδή αντανάκλασης στον άνθρωπο του τρόπου υπάρξεως του ίδιου του Θεού. Θέλουμε να πούμε ότι σε πρώτη φάση ο Κύριος διατυπώνει τον ρυθμιστικό αυτόν κανόνα της μεταξύ των ανθρώπων συμπεριφοράς κατά τρόπο θετικό: «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως». Και θέλει προσοχή. Ο Κύριος δεν λέει «ό,τι σας κάνουν οι άλλοι, αυτό να κάνετε κι εσείς σ’  αυτούς», διότι τούτο ίσχυε ως ο πυρήνας της ιουδαϊκής ηθικής, με το «οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος». Μπορεί για την εποχή της Παλαιάς Διαθήκης να ήταν κανόνας υπέρβασης της άκρατης εκδίκησης, περιορίζοντάς την στην ίση ανταπόδοση, για την εποχή που έφερε όμως ο Ίδιος λειτουργούσε ως αμαρτία.
Ο Κύριος λοιπόν λέει «καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν οι άνθρωποι», ό,τι θα επιθυμούσαμε να μας κάνουν οι άλλοι να κάνουμε κι εμείς, όποια συμπεριφορά των άλλων απέναντί μας θα θέλαμε, την ίδια συμπεριφορά προς αυτούς πρέπει και να επιδεικνύουμε,  με άλλα λόγια: μην κοιτάμε, κατά τρόπο ιουδαϊκό, όπως είπαμε, το τι κάνει ο άλλος, ώστε η δράση μας να είναι αντίδραση, δηλαδή μία ανώριμη συμπεριφορά, αλλά να κοιτάμε τον βαθύτερο εαυτό μας, άρα μέτρο της αγάπης μας  προς τους άλλους να είναι η αγάπη μας στον ίδιο τον εαυτό μας. Έτσι,  ο κανόνας αυτός, θα λέγαμε,  ισοδυναμεί με την εντολή του Θεού «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν», κάτι που φανερώνει τελικώς αφενός ότι ο εαυτός μας είναι «αξεπέραστος» από εμάς τους ίδιους – ο άνθρωπος κρίνει τα πάντα με βάση τον εαυτό του – αφετέρου ότι οι άνθρωποι μεταξύ μας είμαστε ίδιοι. Ο χρυσός αυτός κανόνας ανάγλυφα μας δείχνει την κοινότητα της ανθρώπινης φύσης, το πόσο η αυτογνωσία λειτουργεί ταυτόχρονα σ’ ένα μεγάλο ποσοστό και ως ετερογνωσία.
3. Τι συνήθως λοιπόν θέλουμε από τους άλλους, ώστε αυτό να προσφέρουμε και σ’  αυτούς; Έχουμε την εντύπωση ότι οι πιο καίριες επιθυμίες μας από πλευράς των άλλων, είναι η αποδοχή του προσώπου μας, ο σεβασμός της ελευθερίας μας, του χώρου και του χρόνου μας, η απονήρευτη και άδολη συμπεριφορά τους, η διακριτικότητά τους, μ’ ένα λόγο η αγάπη τους. Αυτό λοιπόν συνιστά, κατά τον κανόνα, και το μέτρο της αντίστοιχης δικής μας συμπεριφοράς: κι εμείς να αγαπούμε τον άλλον, να τον σεβόμαστε, να είμαστε διακριτικοί απέναντί του, να μην κάνουμε υπερβάσεις με καταστρατήγηση κυρίως της ελευθερίας τους. Πράγματι, χρυσός κανόνας, που στην εφαρμογή του η κοινωνία μας θα λειτουργούσε ως παράδεισος. Αλλ’  είπαμε: πρόκειται για κανόνα, που εκφράζει ό,τι καλύτερο είχε να πει το ανθρώπινο γένος, στηριγμένο στα καλά στοιχεία της ανθρώπινης φύσης. Το ερώτημα που τίθεται όμως είναι: με ποια δύναμη ο άνθρωπος θα μπορέσει να τον πραγματοποιήσει; Πώς αυτό που συνιστά ορθή νοητική σύλληψη, καλή κοινωνική διδασκαλία, μπορεί να γίνει πράξη; Με άλλα λόγια πώς θα ξεπεραστούν οι δεσμεύσεις του ανθρώπου στην αμαρτία και τα πάθη της, στον διάβολο και τα στοιχεία του κόσμου τούτου;
4. Ο Κύριος λοιπόν δίνει την απάντηση και είναι σαφής: η υπέρβαση των δεσμεύσεων του ανθρώπου, ώστε να μπορεί να τοποθετείται ορθά απέναντι στον συνάνθρωπό του είναι χαρισματική κατάσταση. «Και ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστίν; Και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστίν;» Δεν μπορεί με άλλα λόγια ο άνθρωπος να ξεφύγει από τον εγωισμό των σχέσεών του, από ένα «δούναι και λαβείν»: δίνω γιατί παίρνω - ό,τι συνιστά, είπαμε, την ιουδαϊκή και την κατά κόσμον γενικώς ηθική – αν δεν ενισχυθεί από την ενέργεια του ίδιου του Θεού. Το να μπορώ να αγαπώ τον άλλον, χωρίς να περιμένω ανταπόδοση, να του συμπεριφέρομαι καλά, χωρίς η δράση μου αυτή να είναι αντίδραση, συνιστά υπέρ φύσιν κατάσταση, που προϋποθέτει την παρουσία του Χριστού και της χάρης Του στον κόσμο τούτο.
Συνεπώς ο Κύριος τονίζει την αξία του χρυσού κανόνα των ανθρωπίνων σχέσεων, αλλά μας προσανατολίζει στην ορθή και πραγματική εφαρμογή του: μόνον ο εν Χριστώ άνθρωπος, ο ενταγμένος στο Σώμα Του, την αγία Εκκλησία, που έχει γίνει μέλος Του και λειτουργεί σ’ αυτόν η χάρη και η δύναμή Του, αυτός και μόνον μπορεί να στέκεται με τρόπο αγαπητικό και διακριτικό απέναντι στον κάθε συνάνθρωπό του, προεκτείνοντας έτσι τη στάση του ίδιου του Χριστού και του Θεού Πατέρα σε όλον τον κόσμο. «Γίνεσθε οικτίρμονες, καθώς και ο Πατήρ ημών ο ουράνιος οικτίρμων εστίν». Κι επειδή ο Θεός Πατέρας και ο Κύριος Ιησούς Χριστός αγαπά τον κόσμο χωρίς διακρίσεις – «Αυτός (ο Θεός) χρηστός εστιν επί τους αχαρίστους και πονηρούς» - γι’  αυτό και ο χριστιανός αντιστοίχως  μπορεί πια να αγαπά τους πάντες, ακόμη και τους εχθρούς του, χωρίς να προβληματίζεται για το αν εκείνοι θα του ανταποδώσουν τα ίσα. «Πλήν αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε, μηδέν απελπίζοντες».  Ο χριστιανός δηλαδή ζει και κινείται σε υπέρ τα κοσμικά και πεσμένα στην αμαρτία ανθρώπινα επίπεδα. Η έγνοια και η μέριμνά του είναι να αρέσει στον Θεό, Εκείνου το άγιο θέλημα να διακρατεί, προκειμένου να Τον έχει ζωντανό μέσα στην ύπαρξή του. Κι ένας τρόπος υπάρχει, όπως είπαμε, γι’ αυτό: να ζει σαν τον Θεό, έχοντας και αυξάνοντας τη δύναμη Εκείνου.
ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΣΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ από ό,τι φαίνεται δεν είναι η έλλειψη καλών λόγων, σπουδαίων κοινωνικών ιδεών, «παραδείσιων» οραματισμών. Αυτά πράγματι υπήρξαν και υπάρχουν και θα υπάρχουν στον κόσμο μας. Και οι φιλοσοφίες και οι θρησκείες, ωραία πράγματα είπαν και λένε. Με πολλή πλάνη και ψεύδος αναμειγμένα τα ωραία τους αυτά, αλλά και πράγματι ωραία. Το πρόβλημα όμως είναι το πώς θα εφαρμοστούν τα ωραία αυτά. Για τη χριστιανική πίστη μας, η λύση είναι μόνον ο Κύριος. Αν ο άνθρωπος δεν Τον αποδεχτεί όπως αποκαλύφθηκε, αν δεν γίνει μέλος Του με άλλα λόγια, προκειμένου να ενισχύεται από την αγία χάρη Του, πάντοτε θα πελαγοδρομεί στην αντίφαση μεταξύ ίσως καλών λόγων και δαιμονικού τρόπου ζωής. Διότι «ουκ εστίν εν άλλω ουδενί η σωτηρία». Ας παρακαλούμε τον Κύριο αφενός να φωτίζει τους ανθρώπους που Τον αγνοούν, προκειμένου να Τον γνωρίσουν, αφετέρου να ενισχύει τη θέληση ημών των θεωρουμένων χριστιανών, ώστε να κάνουμε πράξη αυτά που ήδη μας έχει δώσει και που τις περισσότερες φορές τα αφήνουμε για αργότερα. Δηλαδή να αγαπάμε τον συνάνθρωπό μας, ανεξάρτητα από τη στάση εκείνων.  Αλλά το αργότερα σημαίνει συνήθως ποτέ.

https://pgdorbas.blogspot.com/

Το Αποστολικό και Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής



† Κυριακῇ 4 Ὀκτωβρίου 2026 (Β' Λουκᾶν)
Τὸ Εὐαγγέλιον
Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν
Κεφ. στ' : 31-36
Εἶπεν ὁ Κύριος· Καθὼς θέλετε ἵνα ποιῶσιν ὑμῖν οἱ ἄνθρωποι, καὶ ὑμεῖς ποιεῖτε αὐτοῖς ὁμοίως. Καὶ εἰ ἀγαπᾶτε τοὺς ἀγαπῶντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τοὺς ἀγαπῶντας αὐτοὺς ἀγαπῶσι. Καὶ ἐὰν ἀγαθοποιῆτε τοὺς ἀγαθοποιοῦντας ὑμᾶς, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ οἱ ἁμαρτωλοὶ τὸ αὐτὸ ποιοῦσι. Καὶ ἐὰν δανείζητε παρ᾿ ὧν ἐλπίζετε ἀπολαβεῖν, ποία ὑμῖν χάρις ἐστί; καὶ γὰρ ἁμαρτωλοὶ ἁμαρτωλοῖς δανείζουσιν, ἵνα ἀπολάβωσι τὰ ἴσα. Πλὴν ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν καὶ ἀγαθοποιεῖτε καὶ δανείζετε, μηδὲν ἀπελπίζοντες· καὶ ἔσται ὁ μισθὸς ὑμῶν πολύς, καὶ ἔσεσθε υἱοὶ τοῦ Ὑψίστου· ὅτι αὐτὸς χρηστός ἐστιν ἐπὶ τοὺς ἀχαρίστους καὶ πονηρούς. Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες, καθὼς καὶ ὁ Πατὴρ ὑμῶν οἰκτίρμων ἐστί.

Ὁ Ἀπόστολος
Πρὸς Κορινθίους Β΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα 
Κεφ. θ' : 6-11
Ἀδελφοί, ὁ σπείρων φειδομένως, φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ὁ σπείρων ἐπ᾽ εὐλογίαις ἐπ᾽ εὐλογίαις καὶ θερίσει. Ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός. Δυνατὸς δὲ ὁ Θεὸς πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς, ἵνα ἐν παντὶ πάντοτε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν, καθὼς γέγραπται· ᾽Εσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν, ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα. Ὁ δὲ ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι καὶ ἄρτον εἰς βρῶσιν χορηγήσαι καὶ πληθύναι τὸν σπόρον ὑμῶν καὶ αὐξήσει τὰ γενήματα τῆς δικαιοσύνης ὑμῶν· ἐν παντὶ πλουτιζόμενοι εἰς πᾶσαν ἁπλότητα, ἥτις κατεργάζεται δι᾽ ἡμῶν εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Για να απο­κτή­σεις την υπο­μο­νή, όχι μόνο πρέ­πει να αγα­πάς με την καρ­διά σου αυ­τούς που σε ενό­χλη­σαν, αλλά και να λες σ΄αυ­τούς λό­για πρα­ό­τη­τας και αγά­πης και αν μπο­ρείς και να τους υπη­ρε­τείς ακό­μα.

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

Για όσους ρωτούν πως θα αγαπήσουν τον Θεώ




Τι κάνουμε όταν αγαπούμε κάποιον; Θέλουμε τουλάχιστον να του μιλούμε! Το ίδιο και με τον Χριστό! Του μιλούμε με την προσευχή μας και Του εναποθέτουμε όλη μας τη ζωή και την ελπίδα μας!
Τι άλλο κάνουμε όταν αγαπούμε κάποιον; Θέλουμε να τον βλέπουμε! Το ίδιο και με τον Χριστό. Πάμε σπίτι Του, στον ναό, και Τον προσκυνούμε.
Κάτι πολύ ωραίο που άκουσα σε μια ομιλία είναι ότι επειδή είμαστε άνθρωποι, έχουμε ανάγκη να βλέπουμε ποιος είναι αυτός που αγαπάμε. Να είναι κάποιος που έχει όνομα, χέρια, πόδια, μάτια κ.λπ.
Γι’ αυτό και ο Χριστός από Θεός έγινε άνθρωπος για να μπορέσουμε εμείς να Τον αγαπήσουμε και από άνθρωποι να γίνουμε θεοί!
Ο Χριστός μάς αγαπά όλους το ίδιο, αλλά εμείς νιώθουμε όση αγάπη αντέχουμε και ζητούμε να πάρουμε. Όσο περισσότερο ανοίγουμε το παράθυρο του δωματίου, τόσο πιο πολύ φως και ήλιος θα μπει μέσα! Άνοιξε λοιπόν τη χαραμάδα της καρδιάς σου και όλα θα πάνε καλά!

https://www.askitikon.eu/

Το «δόξα σοι ο Θεός»




Γέροντα, τι σημαίνει το «δόξα σοι ο Θεός»;
– «Δόξα σοι ο Θεός» θα πη «να γίνη γνωστός ο Θεός στους ανθρώπους». Βλέπεις και εκείνο που είπε ο Χριστός: «Εγώ σε εδόξασα επί της γης …και νυν δόξασόν με σύ, Πάτερ», μερικοί το παρεξηγούν και λένε: «Εγώ Πατέρα, Σε έκανα γνωστό επί της γης, κάνε με γνωστό κι Εσύ, για να πιστέψουν οι άνθρωποι».
– Γέροντα, αισθάνομαι την ανάγκη να λέω περισσότερο το «δόξα σοι ο Θεός» παρά το «Κύριε ελέησον». Μήπως δεν είναι σωστό;
– Καλό είναι αυτό, ευλογημένη. Εγώ μπορεί να περάσω ολόκληρη μέρα κάνοντας εργόχειρο και λέγοντας «Δόξα σοι ο Θεός. Δόξα σοι ο Θεός , γιατί ζω. Δόξα σοι ο Θεός, γιατί θα πεθάνω και θα πάω κοντά στον Θεό.
Δόξα σοι Θεός, ακόμη και αν με βάλη στην κόλαση και πάρη έναν κολασμένο στον Παράδεισο. Και εάν θέλη να μη με θυμάται στην κόλαση και λυπάται , ας πάρη πολλούς κολασμένους στον Παράδεισο, ώστε η χαρά Του γι’ αυτούς να είναι περισσότερη και να λιγοστέψη η στενοχώρια Του για μένα».
Το «δόξα σοι ο Θεός» να μη λείπη ποτέ από τα χείλη σας. Εγώ, όταν πονάω, το «δόξα σοι ο Θεός» έχω για χάπι του πόνου∙ τίποτε άλλο δεν με πιάνει. Το «δόξα σοι ο Θεός» είναι ανώτερο και από το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Έλεγε ο Παπα- Τύχων : «Το “ Κύριε ελέησον” έχει εκατό δραχμές, το “δόξα σοι ο Θεός” έχει χίλιες δραχμές∙ είναι δηλαδή πολύ πιο ακριβό».
Ήθελε να πη ότι ο άνθρωπος ζητάει το έλεος του Θεού από ανάγκη ,ενώ δοξολογεί τον Θεό από φιλότιμο, και αυτό έχει μεγαλύτερη αξία. Συνιστούσε μάλιστα να λέμε το «δόξα σοι ο Θεός», όχι μόνον όταν είμαστε καλά , αλλά και όταν περνάμε δοκιμασίες , γιατί και τις δοκιμασίες τις επιτρέπει ο Θεός για φάρμακα της ψυχής.
– Γέροντα, μερικές φορές , όταν λέω «δόξα τω Θεώ», νιώθω μέσα μου ένα φτερούγισμα. Τι είναι αυτό;
– Αγαλλίαση πνευματική είναι. Τώρα, επειδή μου έδωσες χαρά που λες «δόξα τω Θεώ», από την χαρά μου θα αρχίσω να γράφω «δόξα τω Θεώ, δόξα τω Θεώ», και θα γεμίσω μία κόλλα χαρτί με το «δόξα τω Θεώ». Ο Θεός να σε αξιώση στην άλλη ζωή να είσαι μαζί με τους Αγγέλους που δοξολογούν συνέχεια τον Θεό. Αμήν.

Από το βιβλίο: « ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ ζ΄ ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ»
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
https://www.askitikon.eu/

Ο διάβολος φοβάται το κομποσχοίνι και την ευχή




Στην Σκήτη της Αγίας Άννας, ο Μοναχός Προκόπιος από την Καλύβα «Εισόδια της Θεοτόκου» είχε μεγάλη επιθυμία να μάθει μουσικά, για να δοξολογεί κι αυτός το Θεό, όπως και οι άλλοι αδελφοί. Επειδή όμως ήταν λίγο παράφωνος αποφεύγανε οι Πατέρες να τον μάθουν μουσικά.
O αδελφός Προκόπιος είχε λάβει ως χάρισμα από το Θεό να λέει ακατάπαυστα την ευχή το «Κύριε Ιησού Χριστέ υιέ του Θεού ελέησόν με τον αμαρτωλό» και στο αριστερό του χέρι κρατούσε πάντα το κομβοσχοίνι του, το όποιο δεν αποχωριζόταν ποτέ.
Μια μέρα, ήταν πολύ λυπημένος, που δεν μπορούσε να βρει κανένα για να τον μάθει μουσική και συλλογιζόμενος αυτό το πράγμα, από την πολύ του λύπη, είχε σταματήσει να λέει την ευχή.
Ξαφνικά παρουσιάζεται μπροστά του ένας σεβάσμιος, αλλά άγνωστος σ’ αυτόν γέροντας ο οποίος του είπε:
«Αδελφέ Προκόπιε, τι έχεις κι είσαι τόσο λυπημένος; τι σε απασχολεί; Ο Προκόπιος του απάντησε: «τι να έχω γέροντα, να, θέλω κι εγώ να μάθω λίγα μουσικά και δε βρίσκεται κανένας να με μάθει, γιατί μου λένε πως είμαι λίγο φάλτσος».
Ο ασπρογένης γέροντας τότε του είπε: «Γι’ αυτό κάθεσαι και στενοχωριέσαι καημένε, εγώ θα σε μάθω μουσικά και θα σε κάνω να γίνεις ο καλύτερος ψάλτης του Αγίου Όρους, θα κελαηδάς σαν το καλύτερο αηδόνι, αλλά θέλω κι εσύ να μου κάνεις μια χάρη».
«Δηλαδή τι ζητάς από μένα, του είπε ο Προκόπιος, θέλεις να σε πληρώσω; Εγώ ότι θέλεις θα σου δώσω!». Τότε ο ασπρογένης του είπε: «Η πληρωμή η δική μου είναι να πετάξεις από τα χέρια σου αυτό που λέτε κομποσχοίνι και να πάψεις να λες αυτό που λέτε ευχή και θα σε μάθω εγώ, ό,τι θέλεις».
Ο Μοναχός Προκόπιος άμα άκουσε αυτά κατάλαβε πως ο φαινόμενος δεν ήταν Μοναχός, άλλα ο παμπόνηρος Δαίμονας, που ήθελε να τον κάνει να σταματήσει την προσευχή, και αμέσως έκαμε το σταυρό του και είπε: «Ύπαγε οπίσω μου Σατανά παμπόνηρε, δε μου χρειάζονται τα μουσικά σου και οι πονηρές και οι καλοσύνες σου» κι ο Δαίμονας έγινε άφαντος.
Από αυτό το περιστατικό μαθαίνουμε πόσο ο Διάβολος φοβάται το κομποσχοίνι, για το οποίο καλά λένε οι Πατέρες ότι είναι το όπλο του χριστιανού κατά του Διαβόλου,καθώς και την ευχή, η οποία καίει τον Δαίμονα.
Ενώ τους ψάλτες δεν τους φοβάται τόσο και δεν τους υπολογίζει πολύ, γιατί, εύκολα με το ψάλσιμο αφαιρούνται από την προσευχή και πέφτουν στον εγωισμό και την υπερηφάνεια. Προσοχή λοιπόν!
Στὰ κομποσχοίνια:
Τοῦ Χριστοῦ λέμε: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με.
Τῆς Παναγίας λέμε: Ὑπεραγία Θεοτόκε, σῶσόν με.
Τοῦ Ἁγίου της ἡμέρας: Ἅγιε… πρέσβευε ὑπὲρ ἐμοῦ.
Τοῦ Ἁγίου της ἐνορίας: Ἅγιε… πρέσβευε ὑπὲρ ἐμοῦ.
Τοῦ Ἁγίου της ἑβδομάδος: Ἅγιε… πρέσβευε ὑπὲρ ἐμοῦ.
Δευτέρα: Ἅγιοι Ἀρχάγγελοι, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἐμοῦ.
Τρίτη: Βαπτιστὰ τοῦ Χριστοῦ, πρέσβευε ὑπὲρ ἐμοῦ.
Τετάρτη καὶ Παρασκευή: Σταυρὲ τοῦ Χριστοῦ, σῶσόν με τὴ δυνάμει σου. Πέμπτη: Ἅγιοι
Ἀπόστολοι, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἐμοῦ καί, Ἅγιε Νικόλαε, πρέσβευε ὑπὲρ ἐμοῦ.
Σάββατο: Ἅγιοι Πάντες, πρεσβεύσατε ὑπὲρ ἐμοῦ.
Κυριακή: Παναγία Τριὰς (ὁ Θεός), ἐλέησόν με.
Γιὰ τὸν Ἄγγελο Φύλακα: Ἅγιε Ἄγγελέ μου, φύλαξέ με.

https://www.askitikon.eu/

ΜΕΤΑΝΟΙΑ




  Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τον Χριστιανισμό. Μερικοί όμως τον έχουν καταλάβει. Κατάλαβαν ότι το πιό σημαντικό πράγμα είναι να αναγκάζουμε τον εαυτό μας και να εκτελούμε τις Εντολές του Χριστού, να ΜΕΤΑΝΟΟΥΜΕ για τα ελαττώματά μας και τις παραβάσεις των Εντολών, να ΜΕΤΑΝΟΟΥΜΕ παντοτινά, να θεωρούμε τον εαυτό μας ακατάλληλο για την Βασιλεία του Θεού, να ικετεύουμε τον Κύριο να μας δώσει την Χάρη Του όπως στον Τελώνη. 
 Αυτή είναι η εντολή μου, εντολή ανθρώπου που σε λίγο θα πεθάνει. Να ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ, να θεωρείτε τον εαυτό σας σαν τον Τελώνη, αμαρτωλό, να ικετεύετε τον Κύριο για να σας δώσει την Χάρη και να σπλαγχνίζεσθε ο ένας τον άλλον.

Στάρετς Νίκων Βορομπιώφ(1894 - 7 Σεπτεμβρίου 1963
https://proskynitis.blogspot.com/

Αγία Δάμαρις, η πρώτη Αθηναία Χριστιανή



Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού
Ο ιερός συγγραφέας του βιβλίου των πράξεων των Αποστόλων, ευαγγελιστής Λουκάς, εξιστορώντας τα γεγονότα της επισκέψεως του Αποστόλου Παύλου στην Αθήνα το 51 μ. Χ. στο δέκατο έβδομο κεφάλαιο, αναφέρεται στα ελάχιστα πρόσωπα τα οποία πίστεψαν στο κήρυγμα του Αποστόλου και αποτέλεσαν τον πρώτο πυρήνα της τοπικής εκκλησίας των Αθηνών. Μεταξύ αυτών αναφέρεται και μία γυναίκα ονόματι Δάμαρις. Αναφέρει το ιερό κείμενο: «Τινὲς δὲ ἄνδρες κολληθέντες αὐτῷ ἐπίστευσαν, ἐν οἷς καὶ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ γυνὴ ὀνόματι Δάμαρις καὶ ἕτεροι σὺν αὐτοῖς» (Πράξ. 17,34).
      Είναι γνωστό πώς ο μεγάλος Απόστολος συνάντησε τεράστια δυσκολία στο ιεραποστολικό του έργο στο κλεινόν άστυ, έχοντας πενιχρά αποτελέσματα. Κατόρθωσε να πείσει ελάχιστα πρόσωπα, αλλά επιφανή, όπως τους ανώτατους δικαστικούς, Άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη και Άγιο Ιερόθεο και μαζί τους μία μόνο γυναίκα την Δάμαρι, η οποία κατέστη η πρώτη Αθηναία χριστιανή.
     Δεν γνωρίζουμε τίποτε περισσότερο από την βιβλική αναφορά. Όμως εικάζουμε πως για να την αναφέρει το ιερό κείμενο σημαίνει ότι ήταν μία εξέχουσα γυναικεία προσωπικότητα της αθηναϊκής κοινωνίας, η οποία καταγόταν από ευγενή οικογένεια και κατείχε υψηλή κοινωνική θέση. Αυτό συμπεραίνεται και από το γεγονός ότι συμπεριλήφθηκε μεταξύ των δύο σπουδαίων ανδρών, του Διονυσίου και  του Ιερόθεου, οι οποίοι κατείχαν ανώτατα αξιώματα ήταν δηλαδή ανώτατοι δικαστικοί, μέλη του Αρείου Πάγου. Σχετίζονταν ίσως μαζί τους. Κάποιοι υποθέτουν ότι ήταν ιουδαϊκής καταγωγής και το όνομά της προέρχονταν από το εβραϊκό Θάμαρ. Πάντως το ιερό κείμενο δεν αναφέρει για ιουδαϊκή κοινότητα στην Αθήνα, στην οποία θα κατέφευγε ο Παύλος, όπως συνήθιζε. Με αυτά τα ελάχιστα πρόσωπα ίδρυσε την εκκλησία των Αθηνών, χειροτονώντας ως πρώτο Επίσκοπό της τον άγιο Ιερόθεο.           
       Η συσχέτισή της με τους δύο επιφανείς δικαστικούς άνδρες αφήνεται να εννοηθεί ότι είναι πολύ πιθανόν να είχε αποκτήσει υψηλή μόρφωση, παρά το γεγονός ότι οι γυναίκες, ακόμα και στην Αθήνα, ήταν παραγκωνισμένες, κλεισμένες στους γυναικωνίτες και ελάχιστες είχαν τη δυνατότητα να σπουδάσουν. Φαίνεται πως η Δάμαρις ανήκε στην μειοψηφία των ελάχιστων μορφωμένων γυναικών, η οποία, έχοντας μεταφυσικές ανησυχίες, βρήκε τις απαντήσεις, που αποζητούσε στο κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου. Βρήκε αυτό που έκρυβε στην ψυχή της, την λαχτάρα για σωτηρία, τη σωτηρία!     
      Παρά την φαινομενική αίγλη, που διατηρούσε στα χρόνια εκείνα η Αθήνα, στην ουσία βρισκόταν σε σοβαρή πνευματική και θρησκευτική παρακμή. Οι φημισμένες παλιές φιλοσοφικές σχολές είχαν χάσει το κύρος τους, στις οποίες δίδασκαν άσημοι καιροσκόποι και κερδοσκόποι δάσκαλοι με ρηχές φιλοσοφικές ιδέες και αστείες σοφιστείες. Αυτό αποδεικνύεται από τον τρόπο που συμπεριφέρθηκαν στον Απόστολο Παύλο. Ίσως να ένοιωσε την πρώτη μεγάλη απογοήτευσή του για αυτό  δεν επισκέφθηκε ποτέ ξανά την Αθήνα, παρά το γεγονός ότι είχε έλθει τουλάχιστον άλλες δύο φορές στην Ελλάδα.
    Εικάζουμε πως η εκκλησία των Αθηνών φυτοζωούσε, λόγω της ισχυρής παρουσίας των φανατικών ειδωλολατρών και του παγανιστικού ιερατείου, το οποίο από τα κλασσικά χρόνια καταδίωκε κάθε διαφορετική θρησκευτική πίστη και αμφισβήτηση της αρχαιοελληνικής θρησκείας, με τις φρικτές «περί ασεβείας» διώξεις, που εξαιτίας της έχασαν τις ζωές τους εκατοντάδες άνθρωποι και καταδιώχτηκαν χιλιάδες. Είναι πολύ πιθανόν η νεαρά Εκκλησία των Αθηνών να δοκίμασε την απόλυτη περιφρόνηση από τους υπερφίαλους παγανιστές και φανατικούς ειδωλολάτρες ή και διώξεις.  Όμως οι προσωπικότητες του Αγίου Ιεροθέου, ο οποίος έγινε ο πρώτος επίσκοπος Αθηνών και του Αγίου Διονυσίου με την τεράστια μόρφωση και κοινωνική επιρροή στην αθηναϊκή κοινωνία, συνετέλεσαν να διατηρηθεί η εκκλησία και να αρχίσει να αυξάνεται.
      Σε αυτή την προσπάθεια συνέβαλε τα μέγιστα και η Δάμαρις. Με την μόρφωσή της, την κοινωνική της θέση, τα φυσικά της χαρίσματα και τις αρετές της κατόρθωσε να προσελκύσει πολλές γυναίκες στην χριστιανική πίστη. Αυτή κατηχούσε τις γυναίκες, μπαίνοντας στους απομονωμένους γυναικωνίτες. Άλλωστε, όπως είναι γνωστό, ο λόγος της γυναίκας στον ειδωλολατρικό κόσμο δεν είχε την παραμικρή αξία στους άντρες, παρά μόνο στους γυναικείους κύκλους, στις οποίες θεωρούνταν υποτιμητικό να μιλάνε οι άνδρες. Σε αυτές κήρυττε με πάθος τις σωτήριες αρχές της νέας πίστης η Δάμαρις. Μπορούμε να φανταστούμε την έκπληξη, το θαυμασμό και τη χαρά αυτών των γυναικών, ακούγοντας για πρώτη φορά ότι είναι ισότιμες με τους άνδρες, ότι δεν είναι σκεύη ηδονής και σκλάβες, όπως τις μεταχειρίζονταν ο αρχαίος κόσμος, αλλά δημιουργήματα και εικόνες του Θεού. Ήταν πρωτάκουστο σ’ αυτές το γεγονός ότι μπορούσαν να συμμετέχουν στη ζωή της κοινότητας ισότιμα με τους άνδρες, καθότι αθηναίοι πολίτες λογίζονταν μόνο οι άνδρες αθηναίοι, μένοντας εκτός οι ξένοι, οι δούλοι και οι γυναίκες. Σε πληθυσμό μισού εκατομμυρίου κατοίκων, πολιτικά δικαιώματα είχαν λιγότεροι από δώδεκα χιλιάδες άνδρες!  
      Η ένθερμη και ένθεη Δάμαρις αφιέρωσε την ζωή της ολοκληρωτικά στην υπηρεσία της Εκκλησίας και ίσως την περιουσία της. Εικάζουμε επίσης πως η τοπική εκκλησία την χειροτόνησε διακόνισσα, για την διευκόλυνση του ιεραποστολικού της έργου, σύμφωνα με τη συνήθεια των πρωτοχριστιανικών κοινοτήτων.  Παράλληλα με το ιεραποστολικό της έργο, ασκούσε και σπουδαίο φιλανθρωπικό έργο, σε μία κοινωνία αγριότητας, απίστευτης ατομικότητας και απανθρωπιάς. Άλλωστε η φιλανθρωπία ήταν ένα από τα κύρια γνωρίσματα της ποιοτικής διαφοράς και του νέου τρόπου ζωής που επαγγέλλονταν το ευαγγελικό μήνυμα. Είναι γνωστό πως οι ειδωλολάτρες δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τον φιλανθρωπικό ζήλο των χριστιανών και η χριστιανική φιλανθρωπία ασκούσε τεράστια γοητεία στους κατατρεγμένους και περιθωριακούς ειδωλολάτρες,  στους δυστυχείς δούλους και στις γυναίκες, οι οποίοι ήταν απόκληροι της κοινωνίας, και έβρισκαν καταφύγιο και αξία στην σωστική αγκαλιά των τοπικών εκκλησιών.
      Δεν γνωρίζουμε για το τέλος της ζωής της. Ίσως να  υπέστη μαρτυρικό θάνατο από τους φανατικούς ειδωλολάτρες, οι οποίοι έβλεπαν να τίθεται στο περιθώριο η ειδωλολατρία, να ανατρέπονται τα όρια απομόνωσης των γυναικών και να εξαπλώνεται με ιδιαίτερη ορμή η χριστιανική πίστη.
     Η μνήμη της κοιμάται τιμάται στις 3 Οκτωβρίου μαζί με την μνήμη του Αγίου Διονυσίου. Η πόλη των Αθηνών, για να την τιμήσει της αφιέρωσε μια μεγάλη οδό στη συνοικία Παγκράτι, την οδό Δαμάρεως. Την ακολουθία της συνέγραψε ο γνωστός μεγάλος υμνογράφος π. Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης.
     Η μνήμη της αγίας Δαμάρεως μας θυμίζει το γεγονός πως, δια του ευαγγελικού κηρύγματος, η απ’ αιώνων καταφρονεμένη γυναικεία φύση γίνεται και πάλι αξία. Έχουμε την έμπρακτη αναγνώριση, για πρώτη φορά στην ιστορία, της γυναίκας, ως ισότιμο ανθρώπινο πρόσωπο με τον άνδρα. Για πρώτη φορά έγινε η μαρτυρία της αξιόπιστη, όπως και η συνεισφορά της στο κοινωνικό γίγνεσθαι πολύτιμη. Ως τότε, ούτε στα δικαστήρια γινόταν δεκτή η μαρτυρία της γυναίκας. Στα τιμημένα πρόσωπα αυτών των αγίων γυναικών της Εκκλησίας μας τιμάται η γυναικεία φύση, την οποία η προμήτορα Εύα, με την παρακοή της, την είχε απαξιώσει και οι άνδρες την είχαν θέσει στο απόλυτο περιθώριο. Ήρθε ο Χριστός, ο Οποίος γκρέμισε κάθε στεγανό, που διαχώριζε τα ανθρώπινα πρόσωπα και μαζί  ήρε την απαξίωση της γυναίκας, ανάγοντάς την σε πραγματικό ανθρώπινο ον.
      Η γυναίκα απέκτησε τη χαμένη τιμή της από το Χριστό και καταξιώνεται πραγματικά στην Εκκλησία μας και όχι στους ψευδοφεμινισμούς του κόσμου! Οι άγιες είχαν την ευλογία να βιώσουν τον πρώτο και αληθινό φεμινισμό, την πραγματική αποκατάσταση της γυναίκας στην θέση που της αξίζει. Έναν φεμινισμό απόλυτα διαφορετικό από τον σημερινό, ο οποίος, αντί να απελευθερώνει τη γυναίκα την κάνει έρμαιο των αμαρτωλών παθών.  Αυτή την αλήθεια αργότερα ο απόστολος Παύλος διατύπωσε στη διδασκαλία του: «ούκ ένι άρσεν και θήλυ» (Γαλ. 3,28). Οι πάντες, «όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθημεν», είμαστε ένα σώμα, το Σώμα του Χριστού. Αν σήμερα οι γυναίκες απολαμβάνουν δικαιώματα, αυτά τα χρωστούν στο σωτήριο μήνυμα του Χριστού και όχι στην κατά κόσμον σοφία  και στους κοσμικούς θεσμούς! 

https://www.nyxthimeron.com/

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ



«῾Ο ἅγιος Διονύσιος πού ὑπερεῖχε ὅλων ὡς πρός τόν πλοῦτο, τήν δόξα, τήν σύνεση καί τήν σοφία, ἦταν ἕνας ἀπό τούς βουλευτές τοῦ ᾽Αρείου Πάγου στήν ᾽Αθήνα. ῎Ακουσε τόν ἀπόστολο Παῦλο νά κηρύττει ὅταν ἦλθε στήν ᾽Αθήνα καί πίστεψε δι᾽ αὐτοῦ στόν Χριστό, βαπτίστηκε καί χειροτονήθηκε ἔπειτα ἐπίσκοπος τῆς πόλεως, ἀφοῦ μυήθηκε πρῶτα τά τῆς πίστεως ἀπό τόν σοφό ῾Ιερόθεο. Μᾶς ἄφησε  συγγράμματα παράδοξα, θαυμαστά καί ὑψηλότατα.
῾Ο ἅγιος ἀφοῦ ἑρμήνευσε τόν τύπο καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς καταστάσεως, μετέβη ἔπειτα καί στήν Δύση, ὅταν βασιλιάς ἦταν ὁ Δομετιανός. Στήν πόλη τῶν Παρισίων μάλιστα ἔκανε πολλά θαύματα, ὁπότε καί τοῦ κόψανε τό κεφάλι. ῞Ενα θαῦμα πού εἴδανε πολλοί ἦταν ὅτι μετά τό μαρτύριό του κρατώντας τό κομμένο κεφάλι του μέ τά χέρια του βάδισε δρόμο δύο μιλίων. Καί δέν σταμάτησε πρίν συναντήσει, κατά θεία πρόνοια ἀσφαλῶς, κάποια γυναίκα ὀνόματι Κατούλα, στίς παλάμες τῆς ὁποίας ἐναπέθεσε τό κεφάλι του σάν ἕνα θησαυρό. Τό ἴδιο μέ αὐτόν καρατομοῦνται καί δύο μαθητές του, ὁ Ρουστικός καί ὁ ᾽Ελευθέριος, ὁπότε τά σώματα τῶν ἁγίων αὐτῶν, μαζί μέ τό μαρτυρικό σῶμα τοῦ ἱεροῦ κήρυκα, ρίπτονται βορά στά θηρία καί τά ὄρνεα. Μερικοί ἀπό τούς πιστούς τότε πῆραν τά λείψανα τῶν ἁγίων καί τά κατέθεσαν σέ ἀφανές μέρος, λόγω τοῦ φόβου πού ὑπῆρχε ἀπό τούς διῶκτες. ῞Οταν σταμάτησε ὁ φόβος τῶν διωγμῶν, ἡ μακάρια Κατούλα τά λείψανα τῶν μαρτύρων τά κατέθεσε σέ ἕνα κτίσμα, τρεῖς τοῦ μηνός ᾽Οκτωβρίου.
῾Ο ἅγιος Διονύσιος ἦταν κατά τόν σωματικό του τύπο μεσαίου μεγέθους, λεπτός, λευκός κατά τό χρῶμα ἀλλά καί λίγο κίτρινος, λίγο κοντός στήν μύτη, δασύς στά φρύδια. Εἶχε βαθουλωτούς τούς ὀφθαλμούς καί μεγάλα αὐτιά, ἐνῶ εἶχε λευκά καί μακριά μαλλιά, ὅπως καί τά γένεια του ἦταν μετρίως μακριά, ἀλλά ἀραιά. Εἶχε λίγη κοιλιά καί ἦταν μακρυδάκτυλος. ῾Η σύναξή του τελεῖται στήν ἁγιωτάτη Μεγάλη ᾽Εκκλησία».
᾽Ενῶ ὁ ἅγιος Διονύσιος ἀναφέρεται στίς Πράξεις τῶν ᾽Αποστόλων ὡς ἕνας ἐκ τῶν πρώτων καί ἐλαχίστων πού πίστεψαν στόν ᾽Ιησοῦ Χριστό ἀπό τό κήρυγμα τοῦ ἀποστόλου Παύλου στήν ᾽Αθήνα, ὅμως δημιουργήθηκε μεγάλο ἱστορικοφιλολογικό πρόβλημα ὡς πρός τήν γνησιότητα θεολογικῶν θεωρουμένων κειμένων του, τά ὁποῖα τιτλοφορήθηκαν μέν ἐπ᾽ ὀνόματί του καί ἄσκησαν πολύ μεγάλη ἐπίδραση σέ ᾽Ανατολή καί Δύση, ἀμφισβητήθηκαν ὅμως ἰσχυρά τά νεώτερα χρόνια, λόγω «τῆς παντελοῦς ἔλλειψης κάθε ἀναφορᾶς στά ἔργα τοῦ Διονυσίου πρίν ἀπό τόν ἕκτο αἰῶνα, ἀλλά καί τῆς ἴδιας τῆς φύσης τοῦ κειμένου πού ἀπέχει πάρα πολύ ἀπό τήν ἄτεχνη ἁπλότητα τῆς πρώτης Χριστιανικῆς ἐποχῆς καί στούς γλωσσικούς ὅρους καί στόν τρόπο σκέψεως» (π. Γεώργιος Φλορόφσκυ).  Δέν πρόκειται βεβαίως νά ἀσχοληθοῦμε ἐδῶ μέ τό πρόβλημα αὐτό. Καί διότι ἐκφεύγει τῶν ὁρίων τοῦ ἁπλοῦ σχολιασμοῦ τῆς ζωῆς τοῦ ἁγίου Διονυσίου, ἀλλά καί διότι ὁ ὑμνογράφος βάσει τοῦ ὁποίου κινούμαστε θεωρεῖ ὡς δεδομένη τήν ταυτότητα τῶν κειμένων αὐτῶν: εἶναι τοῦ ἀγίου Διονυσίου.
᾽Επανειλημμένως καταρχάς ὁ ἐκκλησιαστικός ποιητής (κατεξοχήν ὁ ἅγιος Θεοφάνης) τονίζει τήν ἰδιαίτερη σχέση τοῦ ἁγίου μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο. ῾Ο ἀπόστολος ἦταν ὁ ψαράς πού τόν ῾ψάρεψε᾽ στά δίχτυα τοῦ Χριστοῦ μέ τό ἀγκίστρι τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ. Σ᾽ αὐτόν μαθήτευσε πού ἦταν θεατής τῶν οὐρανίων ἀφοῦ ἔφτασε μέχρι τρίτου οὐρανούς, γι᾽ αὐτό ἔγινε κι ὁ ἴδιος οὐράνιος μύστης. Τοῦ Παύλου ἔγινε ἀληθινό θεῖο ἀπεικόνισμα καί λόγω ἀκριβῶς τῆς κοινωνίας του μέ αὐτόν καί τούς ἄλλους ἀποστόλους ἀξιώθηκε νά δεῖ καί τό ζωαρχικό σκῆνος τῆς σεβασμιωτάτης Θεοτόκου πάνω στό νεκροκράββατό της. Κι αἰτία τῆς ὑπακοῆς του αὐτῆς στόν ἅγιο ἀπόστολο ἦταν, κατά τόν ὑμνογράφο, ἡ σύνεση πού τόν διέκρινε στήν ζωή του. ῾Ο ὑμνογράφος τονίζει τό τελευταῖο αὐτό, διότι πολλοί ἄκουσαν τόν μεγάλο ἀπόστολο, ἀλλά ἐλάχιστοι τόν ὑπήκουσαν. ῾Ως γνωστόν ἡ παρουσία τοῦ ἀποστόλου Παύλου στήν ᾽Αθήνα στέφθηκε σχεδόν ἀπό ἀπόλυτη...ἀποτυχία. Αὐτή εἶναι ἡ ἀνθρώπινη ἐκτίμηση, ἀφοῦ ἡ συντριπτική πλειοψηφία τῶν ᾽Αθηναίων τόν εἰρωνεύτηκαν γιά τό κήρυγμά του καί γελώντας σηκώθηκαν κι ἔφυγαν. Πλήν ὅμως ἐλαχίστων. Κι αὐτοί οἱ ἐλάχιστοι, μεταξύ τῶν ὁποίων «Διονύσιος ὁ ἀρεοπαγίτης, γυνή τις ὀνόματι Δάμαρις καί τινες σύν αὐτοῖς» ἀπετέλεσαν τελικῶς τήν ῾μαγιά᾽ προκειμένου νά ριζώσει ἡ χριστιανική πίστη στά μεταγενέστερα χρόνια.
(Τά λόγια τοῦ ἴδιου τοῦ ποιητῆ πάνω στίς παραπάνω ἀλήθειες ἠχοῦν μέ τρόπο κελαρυστό: «Σοφά ὁ ἔνθεος Παῦλος μέ τό ἀγκίστρι τῆς χάρης καθώς κήρυξε σέ ψάρεψε, ἱεροφάντορα. Κι ἀφοῦ σέ εἶδε ὡς σκεῦος ἐκλογῆς τοῦ Θεοῦ σέ  ἔκανε νά δεῖς τά ἀπόρρητα» («᾽Αγκίστρῳ τῆς χάριτος σοφῶς ὁ Παῦλος ὁ ἔνθεος, δημηγορήσας ἐζώγρησεν, ἱεροφάντορα, καί τῶν ἀπορρήτων θεωρόν εἰργάσατο, σέ σκεῦος ἐκλογῆς θεασάμενος») (στιχ.εσπερινού). «Μαθήτευσες στόν θεῖο Παῦλο, τόν θεατή τῶν οὐρανίων, καί ἔγινες κι ἐσύ ἀμέσως οὐράνιος μύστης καί κήρυκας τοῦ Θεοῦ»   («Τῷ Παύλῳ τῷ θείῳ μαθητευθείς, τῷ τῶν οὐρανίων, Διονύσιε, θεατῇ, οὐράνιος μύστης παραυτίκα καί θεηγόρος ἐχρημάτισας») (ὠδή α΄). «Σάν θεῖο ἀπεικόνισμα πράγματι τοῦ σκεύους τῆς ἐκλογῆς, δηλαδή τοῦ Παύλου, διδάσκεις τά θεῖα μυστήρια μέ τόν φωτισμό τοῦ Πνεύματος» («῾Ως τοῦ σκεύους ὑπάρχων τῆς ἐκλογῆς, ἀπεικόνισμα θεῖον ὡς ἀληθῶς, τά θεῖα μυστήρια ἐκδιδάσκεις τῷ Πνεύματι») (κάθισμα ὄρθρου).  «᾽Αξιώθηκες νά γίνεις θεατής τῶν ἁγίων ἀποστόλων καί νά μετάσχεις τοῦ κόπου τους, γι᾽ αὐτό καί ἔγινες συγκοινωνός καί τῆς δόξας τους. Μαζί μέ αὐτούς δέ ἔσπευσες νά δεῖς τό σῶμα τό πράγματι ζωαρχικό τῆς μόνης καί σεβασμιωτάτης Θεοτόκου» («῾Αγίων ἀποστόλων ἀξιωθείς θεατής χρηματίσαι καί σύμπονος, συγκοινωνός γέγονας τῆς δόξης καί σύν αὐτοῖς ἐπί τήν θέαν ἔσπευσας σώματος τοῦ ὄντως ζωαρχικοῦ τῆς μόνης Θεοτόκου καί σεβασμιωτάτης» (ὠδή θ´). «Εἶχες ὡραῖο γνώρισμά σου, θεόφρον, τήν θεοπρεπή σύνεση, γι᾽ αὐτό καί ὑπέκλινες τό αὐτί σου στόν θεῖο μυσταγωγό Παῦλο» («Συνέσει θεοπρεπεῖ, θεόφρον, καλλωπιζόμενος, τῷ θείῳ μυσταγωγῷ τό οὗς σου ὑπεκλινας») - ὠδή ς´).
῾Ο ποιητής Θεοφάνης, ὁ ὁποῖος εἴπαμε θεωρεῖ γνήσια τά ἐπ᾽ ὀνόματι τοῦ ἁγίου Διονυσίου κείμενα, ἀναφέρεται σέ αὐτά προκειμένου νά τονίσει τήν θεολογική ἐμβρίθεια τοῦ ἁγίου, ὁ ὁποῖος μυημένος στά ἐπουράνια φώτισε μέ τόν λόγο του καί τήν ἁγία Τριάδα καί τίς τάξεις τῶν ἀγίων ἀγγέλων καί τήν ἴδια τήν ᾽Εκκλησία. «Μέ φιλοσοφικό τρόπο, ἀλλά καί μυστικά καί μέ εὐσέβεια, θεόφρον μάκαρ Διονύσιε, ὅσο ἦταν δυνατό ἀπό τήν ὁμοίωσή σου μέ τόν Θεό, ἔκανες ἔνθεη ἀνάπτυξη τῶν θείων ὀνομάτων» («᾽Εμφιλοσοφώτατα Θεῷ, μάκαρ Διονύσιε, ὡς δυνατόν ὁμοιούμενος, τῶν ὀνομάτων σύ, μυστικῶς τῶν θείων, εὐσεβῶς ἐξήπλωσας, τήν ἔνθεον, θεόφρον, ἀνάπτυξιν») (στιχηρό ἑσπερινοῦ).
 «῎Εκανες μέ τήν ἀρετή ἴδιο τόν νοῦ σου μέ τούς ἀγγέλους, Πάτερ Διονύσιε, γι᾽ αὐτό καί ἔγραψες σέ ἱερά βιβλία τήν ὑπερκόσμια εὐταξία τῆς ἱεραρχίας τῶν ἀγγέλων, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ρύθμισες καί τά συστήματα τῆς ᾽Εκκλησίας, μιμούμενος τίς τάξεις τῶν ἀγγέλων») («᾽Αγγέλοις ὁμότιμον τόν νοῦν, Πάτερ Διονύσιε, δι᾽ ἀρετῆς ἐργασάμενος, τήν ὑπερκόσμιον τῆς ἱεραρχίας εὐταξίαν, πάνσοφε, ἐν βίβλοις ἱεροῖς ἀνιστόρησας, καθ᾽ ἥν ἐρρύθμισας ᾽Εκκλησίας τά συστήματα, οὐρανίων τάς τάξεις μιμούμενος») (στιχηρό ἑσπερινοῦ). 
Δέν διστάζει λοιπόν ὁ ὑμνογράφος  γιά τόν παραπάνω λόγο νά χαρακτηρίσει τόν ἅγιο Διονύσιο ὡς «Τριαδικόν θεολόγον» (ὠδή γ´) καί «διόπτραν οὐρανοῦ» (οἶκος συναξαρίου). ῎Εκθαμβος μάλιστα γιά τήν φιλοσοφική καί θεολογική διάνοια τοῦ ἁγίου σημειώνει: «Νομίμως φιλοσοφῶν, σοφίας δώρων ἐπέτυχες. ᾽Ενθέως θεολογῶν, ὀρθόδοξα δόγματα, παμμάκαρ, κατέλιπες»  (ὠδή ς´) (Φιλοσοφώντας νόμιμα πέτυχες τά δῶρα τῆς σοφίας. Θεολογώντας ἔνθεα μᾶς ἄφησες ὀρθόδοξα δόγματα, παμμάκαρ). Γιά νά καταλήξει μέ θαυμαστό τρόπο: «῾Ο βίος σου θαυμαστός, ὁ λόγος θαυμασιώτερος, ἡ γλῶσσά σου φωταυγής, τό στόμα πυρίπνοον, μάκαρ Διονύσιε. ῾Ο δέ νοῦς σου, Πάτερ, ἀκριβῶς θεοειδέστατος» (ὠδή ς´) (῾Ο βίος σου, μακάριε Διονύσιε, θαυμαστός, ὁ λόγος σου θαυμασιότερος, ἡ γλῶσσα σου γεμάτη φῶς, τό στόμα σου μέ τήν πνοή τῆς φωτιᾶς τοῦ Κυρίου, ὁ δέ νοῦς σου ἀκριβῶς σάν νά εἶναι τοῦ Θεοῦ).
Σάν νά προσγειώνεται ὅμως κάποια στιγμή ὁ ἅγιος ποιητής καί ἀφήνει τά ὑψιπετῆ κείμενα τοῦ Διονυσίου. Βλέπει τί πρόκειται ἐνώπιόν του, δηλαδή ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος, μέ τό διπλό στεφάνι του πού δέν εἶναι τά κείμενά του ἀλλά ἡ ἰερωσύνη του καί τό μαρτύριό του. Καί σημειώνει: Κέρδισες τόν Παράδεισο, γιατί ἤσουνα ἀρχιερέας ὅπως τόν θέλει ὁ Θεός, καί συγκέρασες τήν ἱερωσύνη σου μέ τό αἷμα τοῦ μαρτυρίου σου. «Τῆς θείας βασιλείας ἐν οὐρανοῖς κληρονόμος ἐγένου ὡς ἔννομος ἀρχιερεύς, Πάτερ, ὡς ἀήττητος ἀθλητής, ἱερωσύνης χρίσματι αἷμα συγκεράσας μαρτυρικόν. Διό διπλοῦς στεφάνους ἀπείληφας ἀξίως, ἱερομύστα Διονύσιε᾽ (ὠδή θ´) (῎Εγινες κληρονόμος τῆς θείας βασιλείας τῶν Οὐρανῶν ὡς ἔννομος ἀρχιερέας, Πάτερ, κι ὡς ἀήττητος ἀθλητής. Γιατί συγκέρασες τό χρίσμα τῆς ἱερωσύνης μέ τό μαρτυρικό σου αἷμα. Γι᾽ αὐτό ἔλαβες ἄξια διπλά στεφάνια, ἱερομύστα Διονύσιε).
Δέν νομίζουμε ὅτι εἶναι τυχαία ἡ ἀναφορά αὐτή τοῦ ἁγίου ποιητῆ στήν κατακλείδα τοῦ κανόνα του. Εἶναι ἴσως σάν νά μᾶς λέει: μπορεῖ νά ἔχει γράψει περίφημα κείμενα ὁ ἅγιος, μπορεῖ νά περιέγραψε τόν οὐράνιο κόσμο μυημένος ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο καί φωτισμένος ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά τελικῶς ἡ εἴσοδος στήν βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐξαρτήθηκε μᾶλλον  ἀπό τό πόσο νόμιμα κινήθηκε πάνω στήν κλήση του ἀπό τόν Θεό κι ἀπό τό πόσο ἔμεινε σταθερός μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς του πάνω στήν πίστη,  ἀκόμη καί μέ τήν προσφορά τοῦ αἵματός του. ῾Ο ἅγιος Διονύσιος ὄντως «τήν πίστιν τετήρηκε», γι᾽ αὐτό καί «γνωριμωτέρα γέγονε δι᾽ αὐτοῦ ἡ τῶν ᾽Αθηνῶν πανευκλεής Μητρόπολις» (ὠδή η´).

https://pgdorbas.blogspot.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ε´ 17 - 26
17 Καὶ ἐγένετο ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν καὶ αὐτὸς ἦν διδάσκων, καὶ ἦσαν καθήμενοι Φαρισαῖοι καὶ νομοδιδάσκαλοι οἳ ἦσαν ἐληλυθότες ἐκ πάσης κώμης τῆς Γαλιλαίας καὶ Ἰουδαίας καὶ Ἱερουσαλήμ· καὶ δύναμις Κυρίου ἦν εἰς τὸ ἰᾶσθαι αὐτούς. 18 καὶ ἰδοὺ ἄνδρες φέροντες ἐπὶ κλίνης ἄνθρωπον ὃς ἦν παραλελυμένος, καὶ ἐζήτουν αὐτὸν εἰσενεγκεῖν καὶ θεῖναι ἐνώπιον αὐτοῦ. 19 καὶ μὴ εὑρόντες ποίας εἰσενέγκωσιν αὐτὸν διὰ τὸν ὄχλον, ἀναβάντες ἐπὶ τὸ δῶμα διὰ τῶν κεράμων καθῆκαν αὐτὸν σὺν τῷ κλινιδίῳ εἰς τὸ μέσον ἔμπροσθεν τοῦ Ἰησοῦ. 20 καὶ ἰδὼν τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπεν αὐτῷ· Ἄνθρωπε, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. 21 καὶ ἤρξαντο διαλογίζεσθαι οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι λέγοντες· Τίς ἐστιν οὗτος ὃς λαλεῖ βλασφημίας; τίς δύναται ἀφιέναι ἁμαρτίας εἰ μὴ μόνος ὁ Θεός; 22 ἐπιγνοὺς δὲ ὁ Ἰησοῦς τοὺς διαλογισμοὺς αὐτῶν ἀποκριθεὶς εἶπε πρὸς αὐτούς· Τί διαλογίζεσθε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 23 τί ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν, ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ περιπάτει; 24 ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας - εἶπε τῷ παραλελυμένῳ· Σοὶ λέγω, ἔγειρε καὶ ἄρας τὸ κλινίδιόν σου πορεύου εἰς τὸν οἶκόν σου. 25 καὶ παραχρῆμα ἀναστὰς ἐνώπιον αὐτῶν, ἄρας ἐφ’ ὃ κατέκειτο ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ δοξάζων τὸν Θεόν. 26 καὶ ἔκστασις ἔλαβεν ἅπαντας καὶ ἐδόξαζον τὸν Θεόν, καὶ ἐπλήσθησαν φόβου λέγοντες ὅτι Εἴδομεν παράδοξα σήμερον.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΚΑΤΑ ΛΟΥΚΑΝ Ε´ 17 - 26
17 Καὶ συνέβη κατὰ μίαν ἀπὸ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, καὶ αὐτὸς ἐδίδασκε. Καὶ ἐκάθηντο ἐκεῖ Φαρισαῖοι καὶ νομοδιδάσκαλοι, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἔλθει ἀπὸ κάθε χωρίον τῆς Γαλιλαίας καὶ τῆς Ἰουδαίας καὶ ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλήμ. Καὶ εἰς τὸν Ἰησοῦν ὑπῆρχε πάντοτε καὶ ἐνήργει διαρκῶς δύναμις Κυρίου, διὰ νὰ θεραπεύῃ θαυματουργικῶς τὰ πλήθη τῶν ἀρρώστων. 18 Καὶ ἰδοὺ μερικοὶ ἄνδρες ἔφεραν ἐπάνω εἰς κρεββάτι κάποιον ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἦτο παραλυμένος, καὶ ἐζήτουν νὰ ἐμβάσουν αὐτὸν μέσα εἰς τὸ σπίτι καὶ νὰ τὸν βάλουν ἐμπρός του. 19 Καὶ ἐπειδὴ λόγῳ τῆς κοσμοπλημμύρας δὲν εὗρον ἀπὸ ποίαν εἴσοδον νὰ τὸν ἐμβάσουν μέσα, ἀνέβησαν εἰς τὸ ἠλιακωτὸν τοῦ σπιτιοῦ καὶ μέσα ἀπὸ τὰ κεραμίδια, ἀφοῦ ἔβγαλαν μερικά, κατέβασαν αὐτὸν μαζὶ μὲ τὸ μικρὸν κρεββάτι του εἰς τὸ μέσον, ἐμπρὸς εἰς τὸν Ἰησοῦν. 20 Καὶ ὅταν εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν καὶ αὐτοῦ καὶ ἐκείνων ποὺ τὸν ἔφεραν, εἶπεν εἰς αὐτόν· Βασανισμένε ἄνθρωπε, φοβεῖσαι, πῶς θὰ διατεθῶ ἔναντι τῆς ἁμαρτωλῆς σου καταστάσεως, διὰ τὴν ὁποίαν σὲ ἔρριψε τὴν στιγμὴν αὐτὴν εἰς ἀνησυχίαν ἡ συνείδησίς σου. Βεβαιώθητι, λοιπόν, ὅτι ἔχουν συγχωρηθῆ αἱ ἁμαρτίαι σου. 21 Καὶ ἤρχισαν νὰ σκέπτωνται μέσα των οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι, καὶ νὰ λέγουν· Ποῖος εἶναι αὐτός, ποὺ τολμᾷ νὰ λέγῃ βλασφημίας; Ποῖος ἄλλος ἔχει δύναμιν καὶ ἐξουσίαν νὰ συγχωρῇ ἁμαρτίας παρὰ μόνον ὁ Θεός; Πῶς λοιπὸν σφετερίζεται οὗτος ἀσεβῶς τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν τοῦ Θεοῦ; 22 Ὁ Ἰησοῦς ὅμως διὰ τῆς ὑπερφυσικῆς του γνώσεως ἀντελήφθη ἐπακριβῶς καὶ ἐξ ὀλοκλήρου τοὺς ἀποκρύφους διαλογισμούς των καὶ ἀποκριθεὶς τοὺς εἶπε· Τί συλλογίζεσθε μέσα εἰς τὰς καρδίας σας; Ἠξεύρω, τί σκέπτεσθε καὶ ἀπαντῶ εἰς τὰς σκέψεις σας αὐτάς. 23 Τί εἶναι εὐκολώτερον ἀπὸ τὰ δύο, νὰ εἴπῃ κανεὶς εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτόν, σοῦ εἶναι συγχωρημέναι αἱ ἁμαρτίαι σου, ἢ νὰ τοῦ εἴπῃ, σήκω ὄρθιος καὶ περιπάτει; Σεῖς θεωρεῖτε δυσκολώτερον τὴν θεραπείαν τοῦ ἀσθενοῦς. 24 Διὰ νὰ μάθετε λοιπόν, ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Μεσσίας, ὁ τέλειος ἐκπρόσωπος τῆς ἀνθρωπότητος, ποὺ θὰ ἔλθῃ κατὰ τὴν συντέλειαν ἐπὶ νεφελῶν, διὰ νὰ κρίνῃ τὸν κόσμον, ἔχει ἐξουσίαν ἐπὶ τῆς γῆς νὰ συγχωρῇ ἁμαρτίας, εἶπεν εἰς τὸν παραλυμένον· Εἰς σὲ ὁμιλῶ· σήκω ὄρθιος καὶ πάρε τὸ κρεββατάκι σου καὶ πήγαινε εἰς τὸ σπίτι σου. 25 Καὶ ἀμέσως ἀφοῦ ἐσηκώθη ἐμπρός των, ἐπῆρε τὸ κρεββάτι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἦτο ἑξαπλωμένος, καὶ ἐπῆγεν εἰς τὸ σπίτι του δοξάζων τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος τοῦ ἔδωκε τὴν ὑγείαν του. 26 Καὶ κατέλαβεν ὅλους βαθὺς θαυμασμὸς καὶ ἐδόξαζαν τὸν Θεόν, ποὺ τοὺς ἐχάρισεν ἕνα τέτοιον θαυματουργόν. Καὶ ἐκυριεύθησαν ἀπὸ φόβον διὰ τὴν παρουσίαν μιᾶς τόσον ὑπερφυσικῆς δυνάμεως καὶ ἔλεγαν, ὅτι εἴδαμεν σήμερον πράγματα παράδοξα καὶ πρωτοφανῆ.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Να ευ­χό­με­θα ο Θεός να μας δί­νει υπο­μο­νή και όχι να μας πά­ρει τα βά­σα­να, για­τί αυτά μας πη­γαί­νουν στον πα­ρά­δει­σο.
Μά­θε­τε να ερ­γά­ζε­σθε το κομ­πο­σκοι­νά­κι. Το κομ­πο­σκοι­νά­κι θα σας οδη­γή­σει εκεί που εσείς δε γνω­ρί­ζε­τε, σε ανώ­τε­ρα επί­πε­δα θα σας οδη­γή­σει το κομ­πο­σκοι­νά­κι. “Κύ­ριε Ιη­σού Χρι­στέ, ελέη­σόν με”. Έχε­τε ένα πρό­βλη­μα; “Κύ­ριε Ιη­σού Χρι­στέ, ελέη­σόν με”.

Άγιος Εφραίμ ο Κατουνακιώτης

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

Ο σεβασμός της ελευθερίας του άλλου




- Γέροντα, είναι δυνατόν κανείς συνειδητά να κρύβη μια πτώση του από τον πνευματικό του;
- Ναι, αλλά, και αν ξέρη ο πνευματικός την πτώση του ή κάτι καταλαβαίνη, δεν συμφέρει, ούτε θα τον ωφελήση, να του το πη. Πολλές φορές βλέπω στον αγώνα του αλλού κάτι, καταλαβαίνω ή ξέρω τι έχει κάνει, όμως, από σεβασμό, δεν του λέω τίποτε, αν δεν μου το πη ο ίδιος. 
Το θεωρώ εκβιασμό, ατιμία, να του το πω, την στιγμή που εκείνος δεν θέλει μόνος του να το φανερώση. Είναι λεπτό το θέμα, γιατί θα τον ρεζιλέψης. Πώς να βιάσης τον άλλον; Υπάρχει ελευθερία. Εκτός αν δω ότι κινδυνεύει και δεν πρόκειται να βοηθηθή από αλλού ή ότι έχει άγνοια και θα σπάση τα μούτρα του, θα καταστραφή, τότε θα κοιτάξω με τρόπο να του πω κάτι.
Είναι καλύτερα να δίνης στον άλλον να καταλαβαίνη πού φταίει, εφόσον το ζητήση και να χτυπά μόνος του τον παλαιό του άνθρωπο, γιατί έτσι πονά λιγώτερο. 
Βλέπεις, κι ένα παιδάκι, όταν πέση μόνο του και χτυπήση, κλαίει λιγώτερο απ’ ότι κλαίει, αν πέση, γιατί το έσπρωξε ένα άλλο παιδί. Για να πη κανείς στον άλλον να κάνη κάτι, πρέπει αυτός που θα το ακούση να είναι ταπεινός και αυτός που θα το πη να είναι δέκα φορές πιο ταπεινός και να προσπαθή να το εφαρμόζη αυτό που θα πη. Θα κάνω ενάμιση εγώ, για να πω στον άλλον να κάνη ένα, και πάλι θα σκεφθώ αν το πω.
Βέβαια, ο έλεγχος γίνεται πάντοτε σε άνθρωπο που είναι δικός σου ή γνωστός. Ο πνευματικός θα δη τι δικαιώματα του έδωσε ο άλλος και τι ευθύνη έχει γι’ αυτόν και ανάλογα θα φερθή. Όταν έχη αναλάβει την ευθύνη της ψυχής, τότε επιβάλλεται ο έλεγχος, φυσικά με διάκριση. 
Δεν βοηθάει όμως να κάνης στον άλλον τον δάσκαλο και να τον ελέγχης για τις συνήθειές του, αν εκείνος δεν σου δώση το δικαίωμα. Είναι σαν να μπη κάποιος στο κελλί μου και μου αλλάξη τα πράγματα, να μου βάλη το κανδήλι εδώ, το κρεββάτι εκεί, να κρεμάση το κομποσχοίνι αλλού, χωρίς να με ρωτήση.

Από το βιβλίο: «ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ Γ΄ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ»
ΙΕΡΟΝ ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ 
«ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ, 2007
https://inpantanassis.blogspot.com/

Τι σημαίνει το «Κύριε ελέησον»




Το «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», και συντομότερα «Κύριε ελέησον», από τον καιρό των Αποστόλων χαρίστηκε στους Χριστιανούς και ορίστηκε να το λένε ακατάπαυστα, όπως και το λένε. 
Τι σημαίνει όμως τούτο το «Κύριε ελέησον», είναι πολύ λίγοι σήμερα που το ξέρουν, κι έτσι φωνάζουν καθημερινά ανωφελώς, αλλοίμονο, και ματαίως το «Κύριε ελέησον», και το έλεος του Κυρίου δεν το λαβαίνουν γιατί δεν ξέρουν τι ζητούν. 
Γι’ αυτό πρέπει να ξέρομε πως ο Υιός και Λόγος του Θεού, αφότου σαρκώθηκε και έγινε άνθρωπος και υπέμεινε τόσα πάθη και σταυρώθηκε και χύνοντας το πανάγιο αίμα Του εξαγόρασε τον άνθρωπο από τα χέρια του διαβόλου, από τότε έγινε Κύριος και εξουσιαστής της ανθρώπινης φύσεως. 
Και προτού βέβαια σαρκωθεί ήταν Κύριος όλων των κτισμάτων, ορατών και αοράτων, ως δημιουργός και ποιητής τους, όμως των ανθρώπων και των δαιμόνων που δε θέλησαν από μόνοι τους να τον έχουν Κύριο και εξουσιαστή τους, δεν ήταν και Αυτός Κύριος τους, ο Κύριος όλου του κόσμου.
Ο πανάγαθος Θεός δηλαδή, και τους Αγγέλους και τους ανθρώπους τους έκανε αυτεξούσιους και τους χάρισε το λογικό, να έχουν γνώση και διάκριση· γι’ αυτό, ως δίκαιος που είναι και αληθινός, δε θέλησε να τους αφαιρέσει το αυτεξούσιο και να τους εξουσιάζει με τη βία και χωρίς τη θέλησή τους. Αλλά εκείνους που θέλουν να είναι κάτω από την εξουσία και διακυβέρνησή Του, εκείνους ο Θεός και τους εξουσιάζει και τους κυβερνά· εκείνους πάλι που δε θέλουν, τους αφήνει να κάνουν το θέλημα τους, ως αυτεξούσιοι που είναι. Για τούτο και τον Αδάμ που πλανήθηκε από τον αποστάτη διάβολο κι έγινε κι αυτός αποστάτης του Θεού και δε θέλησε να υπακούσει στην εντολή Του, τον άφησε ο Θεός στο αυτεξούσιό του και δε θέλησε να τον εξουσιάζει τυραννικά.
Αλλά ο φθονερός διάβολος που τον πλάνησε εξαρχής, δεν έπαψε κι έπειτα να τον πλανά, ώσπου τον έκανε παρόμοιο στην αλογία με τα κτήνη τα ανόητα και ζούσε πλέον σαν ζώο άλογο και ανόητο. Μα ο πολυέλεος Θεός τον σπλαχνίστηκε τελικά κι έτσι χαμήλωσε τους ουρανούς και κατέβηκε στη γη(Ψαλμ. 17, 10) κι έγινε άνθρωπος για τον άνθρωπο· και με το πανάχραντο αίμα Του τον λύτρωσε από τη δουλεία της αμαρτίας και δια μέσου του ιερού Ευαγγελίου τον οδήγησε πως να ζει θεάρεστα.
Και, κατά τον Θεολόγο Ιωάννη, μας έδωσε εξουσία να γίνομε τέκνα Θεού(Ιω. 1, 12) και με το θείο βάπτισμα μας αναγέννησε και μας ανέπλασε και με τα άχραντά Του μυστήρια τρέφει καθημερινά την ψυχή μας και τη ζωογονεί. Και μ’ ένα λόγο, με την άκρα Του σοφία βρήκε τον τρόπο να μένει πάντοτε αχώριστος μ’ εμάς κι εμείς με Αυτόν, για να μην έχει πλέον καθόλου τόπο σ’ εμάς ο διάβολος.
Ορισμένοι όμως από τους Χριστιανούς, ύστερα από τόσες χάριτες που αξιώθηκαν και υστέρα από τόσες ευεργεσίες που έλαβαν από τον Δεσπότη Χριστό, πλανήθηκαν πάλι από το διάβολο και εξαιτίας του κόσμου και της σάρκας ξεμάκρυναν από το Θεό και κατακυριεύονται από την αμαρτία και από το διάβολο κάνοντας τα θελήματά του. Όμως δεν είναι τελείως αναίσθητοι ώστε να μην αισθάνονται το κακό που έπαθαν. 
Καταλαβαίνουν το σφάλμα τους και γνωρίζουν την υποδούλωσή τους, αλλά δεν μπορούν αυτοί μόνοι τους να γλυτώσουν και γι’ αυτό προστρέχουν στο Θεό και φωνάζουν το «Κύριε ελέησον» για να τους ευσπλαχνιστεί ο πολυέλεος Κύριος και να τους ελεήσει, να τους δεχτεί σαν τον άσωτο υιό(Λουκ. 15, 20) και να τους δώσει πάλι τη θεία χάρη Του και μέσω αυτής να γλυτώσουν από τη δουλεία της αμαρτίας, ν’ απομακρυνθούν από τους δαίμονες και να λάβουν πάλι την ελευθερία τους, για να μπορέσουν με τον τρόπο αυτό να ζήσουν θεάρεστα και να φυλάξουν τις εντολές του Θεού. 
Αυτοί λοιπόν οι Χριστιανοί που, όπως είπαμε, με τέτοιο σκοπό φωνάζουν το «Κύριε ελέησον», αυτοί θα επιτύχουν εξάπαντος και το έλεος του πανάγαθου Θεού και θα λάβουν τη χάρη Του να ελευθερωθούν από τη δουλεία της αμαρτίας και να σωθούν.
Εκείνοι όμως που δεν έχουν είδηση από αυτά που είπαμε, μήτε γνωρίζουν τη συμφορά τους που είναι καταδουλωμένοι στα θελήματα της σάρκας και στα κοσμικά πράγματα, μήτε έχουν ευκαιρία να συλλογιστούν την υποδούλωση τους, αλλά χωρίς τέτοιο σκοπό φωνάζουν μόνο το «Κύριε ελέησον», περισσότερο από συνήθεια, αυτοί πως είναι δυνατό να λάβουν το έλεος του Θεού; Και μάλιστα τέτοιο θαυμάσιο και άπειρο έλεος; Γιατί είναι καλύτερα να μη λάβουν το έλεος του Θεού, παρά να το λάβουν και πάλι να το χάσουν, επειδή τότε είναι διπλό το φταίξιμο τους. Άλλωστε, αν κανείς δώσει κανένα πετράδι πολύτιμο στα χέρια μικρού παιδιού ή κανενός αγροίκου άνθρωπου που να μην ξέρει τι αξίζει, και αυτοί το πάρουν στα χέρια τους και το χάσουν, είναι φανερό πως δεν το έχασαν εκείνοι αλλά αυτός που τους το έδωσε.
Και για να καταλάβεις καλύτερα τα λεγόμενα, συλλογίσου πως στον κόσμο τούτο εκείνος που είναι άπορος και φτωχός και θέλει να πάρει ελεημοσύνη από κάποιο πλούσιο, πηγαίνει και του λέει «ελέησον με», δηλαδή «λυπήσου με για τη φτώχεια μου και δος μου τα αναγκαία». Και πάλι, εκείνος που έχει χρέος και θέλει να του το χαρίσει ο δανειστής του, πηγαίνει και του λέει «ελέησόν με», δηλαδή «λυπήσου με για την ανέχειά μου και χάρισέ μου αυτό που σου χρωστώ». Όμοια και ο φταίχτης, θέλοντας να τον συγχωρήσει εκείνος στον οποίο έφταιξε, πηγαίνει και του λέει «ελέησόν με», δηλαδή «συγχώρεσέ με για ό,τι σου έκανα».
Από την άλλη μεριά, ο αμαρτωλός φωνάζει στο Θεό το «Κύριε ελέησον» και δεν ξέρει μήτε τι λέει, μήτε γιατί το λέει, αλλά μήτε τι είναι το έλεος του Θεού που τον παρακαλεί να του το δώσει, μήτε σε τι τον συμφέρει το έλεος που ζητά, και μόνο από συνήθεια φωνάζει «Κύριε ελέησον», χωρίς να ξέρει τίποτε. Πως λοιπόν να του δώσει ο Θεός το έλεός Του, αφού αυτός, καθώς δεν το ξέρει, το καταφρονεί και πάλι το χάνει σύντομα και αμαρτάνει περισσότερο;
Το έλεος του Θεού δεν είναι άλλο, παρά η χάρη του Παναγίου Πνεύματος, την οποία πρέπει να ζητούμε από το Θεό εμείς οι αμαρτωλοί και να φωνάζομε ακατάπαυστα το «Κύριε ελέησον», δηλαδή «λυπήσου με, Κύριε μου, τον αμαρτωλό, στην ελεεινή κατάσταση που βρίσκομαι, και δέξου με πάλι στη χάρη Σου· δος μου πνεύμα δυνάμεως, για να με δυναμώσει ν’ αντισταθώ στους πειρασμούς του διαβόλου και στην κακή συνήθεια της αμαρτίας· δος μου πνεύμα σωφρονισμού, για να σωφρονιστώ, να έρθω σε αίσθηση του εαυτού μου και να διορθωθώ· δος μου πνεύμα φόβου, για να σε φοβούμαι και να φυλάγω τις εντολές Σου· δος μου πνεύμα αγάπης για να σε αγαπώ και να μην απομακρύνομαι πλέον από κοντά Σου· δος μου πνεύμα ειρήνης, για να φυλάγει την ψυχή μου ειρηνική και να συγκεντρώνω όλους μου τους λογισμούς και να είμαι ήσυχος και ατάραχος· δος μου πνεύμα καθαρότητας, για να με φυλάγει καθαρό από κάθε μολυσμό· δος μου πνεύμα πραότητας, για να είμαι ήμερος στους αδελφούς μου Χριστιανούς και να απέχω από το θυμό· δος μου πνεύμα ταπεινοφροσύνης, για να μη φαντάζομαι τα υψηλά και υπερηφανεύομαι».
Εκείνος λοιπόν που γνωρίζει την ανάγκη που έχει από όλα αυτά και τα ζητά από τον πολυέλεο Θεό, φωνάζοντας το «Κύριε ελέησον», αυτός βεβαιότατα θα λάβει εκείνο που ζητά και θα επιτύχει το έλεος και τη θεία χάρη του Κυρίου. Όποιος όμως δεν ξέρει τίποτε από αυτά που είπαμε, αλλά από συνήθεια μόνο φωνάζει το «Κύριε ελέησον», αυτός δεν είναι δυνατό να λάβει ποτέ το έλεος του Θεού· γιατί και πρωτύτερα έλαβε πολλές χάριτες από το Θεό μα δεν τις αναγνώρισε, μήτε ευχαρίστησε το Θεό που του τις έδωσε.
Αυτός έλαβε το έλεος του Θεού όταν πλάστηκε κι έγινε άνθρωπος· έλαβε το έλεος του Θεού όταν αναπλάστηκε με το άγιο βάπτισμα κι έγινε ορθόδοξος Χριστιανός· έλαβε το έλεος του Θεού όταν γλύτωσε από τόσους κινδύνους ψυχικούς και σωματικούς που δοκίμασε στη ζωή του· έλαβε το έλεος του Θεού τόσες φορές που αξιώθηκε να κοινωνήσει τα άχραντα μυστήρια· έλαβε το έλεος του Θεού όσες φορές αμάρτησε στο Θεό και τον πίκρανε με τις αμαρτίες του και δεν εξολοθρεύτηκε, μήτε τιμωρήθηκε παιδαγωγικά όπως του έπρεπε· έλαβε το έλεος του Θεού όταν με διάφορους τρόπους ευεργετήθηκε από το Θεό και δεν το αναγνώρισε, αλλά όλα τα λησμόνησε και δε φρόντισε καθόλου για τη σωτηρία του.
Αυτός λοιπόν ο Χριστιανός πως να λάβει το έλεος του Θεού χωρίς να το αισθάνεται και χωρίς να γνωρίζει πως δέχεται τέτοια χάρη από το Θεό, καθώς είπαμε, μήτε να ξέρει τι λέει, αλλά να φωνάζει μόνο το «Κύριε ελέησον» χωρίς κανένα στόχο και σκοπό, εκτός από μόνη τη συνήθεια;

Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών,
μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης, εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, ε΄τόμος, σελ. 289-292
https://inpantanassis.blogspot.com/

Μοιάζουν μεταξύ τους




Όπως η ανάσα είναι απαραίτητη για το σώμα, όπως χωρίς την αναπνοή είναι αδύνατο στον άνθρωπο να ζήσει, έτσι και η ψυχή δεν μπορεί να ζήσει χωρίς την πνοή του πνεύματος του Θεού. 
Όπως ο αέρας είναι απαραίτητος για το σώμα, έτσι είναι και το Άγιο Πνεύμα για τη ψυχή. Ο αέρας και το Πνεύμα μοιάζουν μεταξύ τους.

Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης
https://inpantanassis.blogspot.com/

Η αποτυχία της μαγείας έγινε η αφορμή για τη μεταστροφή και τον αγιασμό του.




Η ιστορία του Αγλαΐδα, της Ιουστίνης και του Κυπριανού φέρνει στο φως μια διαχρονική αναμέτρηση ανάμεσα σε δύο παρόμοιες αλλά εντελώς διαφορετικές εμπειρίες: τον εγωκεντρικό ανθρώπινο έρωτα και τον θείο έρωτα.
Ο Αγλαΐδας, ένας ειδωλολάτρης άρχοντας, ερωτεύτηκε τρελά την πανέμορφη Ιουστίνη. Η νεαρή γυναίκα αρνήθηκε πεισματικά να ενδώσει στις επιθυμίες του, κι εκείνος, τυφλωμένος από το πάθος, κατέφυγε στον ονομαστό μάγο Κυπριανό, ζητώντας του να κάμψει τη θέλησή της.
Ο Κυπριανός δέχτηκε και επιστράτευσε δαίμονες για να την πλανέψουν. Όμως όλες οι σκοτεινές επικλήσεις και τα τεχνάσματα συντρίφθηκαν πάνω στην αταλάντευτη πίστη της Ιουστίνης, η οποία αμυνόταν μόνο με την προσευχή, τη νηστεία και το σημείο του Σταυρού.
Βλέποντας την απόλυτη αποτυχία της τέχνης του, ο Κυπριανός συγκλονίστηκε. Συνειδητοποίησε την αδυναμία του κακού απέναντι στην παντοδυναμία του Θεού, απαρνήθηκε τη μαγεία, έκαψε δημόσια τα μαγικά του βιβλία, μετανόησε και βαπτίστηκε Χριστιανός.
Η μεταμόρφωσή του ήταν τόσο βαθιά που με τον καιρό χειροτονήθηκε επίσκοπος, ενώ η Ιουστίνη έγινε διακόνισσα. Η κοινή τους πορεία ολοκληρώθηκε με το μαρτύριό τους στη Νικομήδεια επί αυτοκράτορα Δεκίου.
Μέσα από αυτά τα γεγονότα αποκαλύπτεται η τραγικότητα του γήινου πάθους. Ο Αγλαΐδας δεν αγαπούσε την Ιουστίνη ως πρόσωπο, αλλά την επιθυμούσε ως κτήμα. Το «σ' αγαπώ» του ήταν στην πραγματικότητα ένα εγωκεντρικό «σε θέλω» που, όταν δεν ικανοποιήθηκε, οδήγησε στην καταδίωξη.
Η Ιουστίνη, αντίθετα, ενσάρκωνε τον θείο έρωτα, μια εσωτερική πληρότητα που δεν εκβιάζεται και δεν πτοείται.
Το συγκλονιστικότερο σημείο είναι ο τρόπος με τον οποίο η θεία οικονομία αξιοποίησε τα πάντα.
Ο Κυπριανός ξεκίνησε ως όργανο ενός τυφλού πάθους, όμως η αταλάντευτη στάση της Ιουστίνης τον έφερε αντιμέτωπο με μια ανώτερη αλήθεια.
Η αποτυχία της μαγείας έγινε η αφορμή για τη μεταστροφή και τον αγιασμό του. Έτσι, ο κτητικός ανθρώπινος έρωτας έγινε το υπόβαθρο για να φανερωθεί η αληθινή αγάπη, αποδεικνύοντας ότι η ψυχή μπορεί να περάσει από την πλάνη στην ελευθερία της θυσίας και στον αγιασμό.
Μνήμη σήμερα των Αγίων Μαρτύρων Κυπριανού και Ιουστίνης.

https://proskynitis.blogspot.com/

ΔΕΙΞΕ ΜΟΥ ΤΟΝ ΦΙΛΟ ΣΟΥ…



«Με πολύ κόπο και μόχθο θα αποκτήσουμε καλό ήθος και καλή εσωτερική κατάσταση. Είναι όμως δυνατόν εκείνο που με πολύ κόπο κατορθώσαμε, να το χάσουμε μέσα σε μία στιγμή. Διότι «φθείρουσιν ήθη χρηστά ομιλίαι κακαί» (Α´ Κορ. ιε´ 33), κοσμικές και συγχρόνως άκοσμες» (Άγ.  Ιωάννης της Κλίμακος, λόγ. γ´ 33).
Πήραμε από το άγιο βάπτισμα τη δύναμη να ζούμε σαν τον ίδιο τον Κύριο. Να φτάνουμε στο οριακό χαρισματικό σημείο να λέμε σαν τον απόστολο Παύλο «ζω δε ουκέτι εγώ, ζη εν εμοί Χριστός». Διότι Εκείνος μας έκανε μέλη Του και δική Του προέκταση και φανέρωση στον κόσμο – «Εγώ η άμπελος, υμείς τα κλήματα». Αυτή δεν ήταν και δεν είναι η χαρά του Θεού μας, καθώς μας δημιούργησε «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Αυτού;» Να τον «επαναλαμβάνουμε», γινόμενοι ένα μαζί Του – ό,τι συνιστά το όραμα του Κυρίου με το «ίνα πάντες εν ώσιν». Και μας έδωσες την εντολή να ανανεώνουμε αδιάκοπα και καθημερινά τη μεγαλύτερη στον κόσμο αυτή δωρεά με την αδιάλειπτη προσευχή μας, με τον πνευματικό μας αγώνα, με τη συμμετοχή μας στη μυστηριακή θεία Κοινωνία: «εάν μη φάγητε την σάρκα του Υιού του ανθρώπου και πίητε Αυτού το αίμα ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς». Η άπειρη αγάπη της προσφοράς, η οποία όμως απαιτεί και τη δική μας ανταπόκριση. Γιατί σέβεται την ελευθερία μας. Γιατί χρειάζεται «να συγγενεύουμε» με Εκείνον,  συντονισμένοι στον ίδιο ρυθμό της δικής Του ζωής. Ο άγιος Θεός που «επαναπαύεται εν αγίοις».
Και τι διαπιστώνουμε από την αμεσότητα της ζωής μας; Ότι παρόλη τη δοσμένη από τον Θεό δύναμη, εμείς διαρκώς εκπίπτουμε από την αγάπη Του με συγκεκριμένες ενέργειες: τις φιλόσαρκες τάσεις μας, τις κενόδοξες και υπερήφανες σκέψεις μας, τις τυφλές συχνά επιθυμίες μας να αποκτούμε πράγματα και χρήματα που δεν τα έχουμε αληθινή ανάγκη, τη διαγραφή της αγάπης προς τον συνάνθρωπό μας. «Παραλογισμός»; Ναι, αλλά όχι παραδοξότητα. Γιατί ζούμε ακόμη μέσα σ’ έναν κόσμο πεσμένο στην αμαρτία, όπου ο «παλαιός ημών άνθρωπος» εξακολουθεί και υφίσταται, έστω και όχι με αναγκαστικό τρόπο. Και μάλιστα, κατά παραχώρηση Κυρίου, «ο αντίδικος υμών διάβολος ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη!» (απ. Πέτρος).  Οπότε «ουκ έστιν η πάλη ημών προς αίμα και σάρκα, αλλά προς τας αρχάς, προς τας εξουσίας, προς τους κοσμοκράτορας του σκότους του αιώνος τούτου, προς τα πνευματικά της πονηρίας εν τοις επουρανίοις» (απ. Παύλος).  Μαθαίνουμε λοιπόν σιγά-σιγά μέσα από τις πτώσεις και τις πληγές μας, αλλά και με τη χάρη του Κυρίου, να υπερνικούμε τον αντίπαλο – πρώτα τα πάθη μας κι έπειτα και τον διάβολο – και να στερεωνόμαστε στην κατά Χριστόν ζωή, οσφραινόμενοι την αλήθεια της και γευόμενοι την εσωτερική γαλήνη με τη χαρά που κομίζει, να Τον «προεκτείνουμε» όπως είπαμε, γενόμενοι ένας άλλος Χριστός στον κόσμο.
Ποια η μεγαλύτερη παγίδα στην καλή αυτή χαρισματική κατάσταση; Να αποδεχτούμε έναν υφέρποντα λογισμό ότι «πάμε καλά και έτσι δεν θα πέσουμε»! Διότι κάνουμε πνευματικό αγώνα και έχουμε γίνει «μαθοί» και όχι μόνο «παθοί»! Ανοίγεται έτσι ανεπίγνωστα ένα παραθυράκι χαλάρωσης, που δεν φαίνεται να αντιστρατεύεται την αρχή ότι «ορθοδοξία εστί το αεί σχοινοβατείν». Ποιο το παραθυράκι; Ν’ αρχίσουμε να συναναστρεφόμαστε κοσμικούς ανθρώπους, ανθρώπους δηλαδή με κοσμικό, αδιάφορο προς την πίστη, φρόνημα: χωρίς αίσθηση της παρουσίας του Θεού, χωρίς επίγνωση της χριστιανικότητάς τους, χωρίς το κόσμημα της αρετής στην ύπαρξή τους. Και δεν εννοούμε μόνο τη συναναστροφή με την πραγματική έννοια της συνύπαρξης, αλλά και με την έννοια της «χαλάρωσης» για παράδειγμα μπροστά σε μία τηλεόραση, όπου οι ποικίλου τύπου εκπομπές και τα διάφορα σήριαλς μας απομακρύνουν από τον εαυτό μας και μας συμφύρουν με φρονήματα και συμπεριφορές πόρρω απέχοντα από την εγρήγορση που ζητάει ο Κύριος, ή της «χαλάρωσης» μπροστά σε μία οθόνη ενός τάμπλετ ή ενός κινητού!  
Η παροιμία μας το υπενθυμίζει με ωμό τρόπο: «Δείξε μου τους φίλους σου, ποιους δηλαδή συναναστρέφεσαι καθημερινά, να σου πω ποιος είσαι». Αυτός που συναναστρέφεσαι αυτός και θα γίνει το επίπεδό σου. Δεν κολλάει υγεία ο άρρωστος, αλλά ο υγιής την αρρώστια. Δεν είναι τυχαίο ό,τι τονίζει ο αββάς του Γεροντικού: «Θέλεις να αποκτήσεις φόβο Θεού; Προσκολλήσου σε άνθρωπο που έχει φόβο Θεού». Και με τον τρόπο του οσίου Σωφρονίου του Αθωνίτη: «Όταν συναναστρεφόμαστε ανθρώπους που ζουν κοντά στον Θεό, από τη συναναστροφή αυτή πηγάζει δύναμη που μας ελκύει με τέτοιον τρόπο, ώστε και εμείς να διψούμε την κατάσταση αυτή».

https://pgdorbas.blogspot.com/

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ ΚΑΙ Η ΑΓΙΑ ΜΑΡΤΥΣ ΙΟΥΣΤΙΝΑ Η ΠΑΡΘΕΝΟΣ



«Ο άγιος Κυπριανός ήταν από την Αντιόχεια της Συρίας, επί Δεκίου του βασιλιά, ευγενής και πλούσιος, φιλόσοφος και μεγάλος μάγος. Οδηγήθηκε όμως προς την πίστη του Χριστού από την Ιουστίνα την παρθένο και χριστιανή, η οποία, καταγόμενη και αυτή από την Αντιόχεια,  διέλυσε σαν ιστό αράχνης όλες τις δαιμονικές ενέργειές του απέναντί της. Διότι κάποιος Έλληνας, Αγλαΐδας λεγόμενος, επειδή πληγώθηκε από έρωτα γι’ αυτήν, λόγω της ομορφιάς της, κι επειδή δεν μπόρεσε να πετύχει το σκοπό του, προσήλθε στον Κυπριανό. Όταν όμως αυτός τρεις φορές έστειλε δαίμονες προς την κόρη, χωρίς να πετύχει τίποτε, τότε κατάλαβε ότι η τέχνη του ήταν ανίσχυρη, γι’  αυτό και μεταστράφηκε στην πίστη του Χριστού, βαπτίσθηκε και έκαψε όλα τα μαγικά του βιβλία. Τέλος μάλιστα έγινε και επίσκοπος της Εκκλησίας. Κι αφού οδήγησε πολλούς στον χριστιανισμό, συνελήφθη μαζί με την Ιουστίνα από τον Κόμη της Δαμασκού, οπότε και υπέστησαν  σκληρά βασανιστήρια: ξέσθηκαν οι πλευρές τους, τους έβαλαν σε σιδερένιο τηγάνι, και στο τέλος, αφού τους έστειλαν στη Νικομήδεια, τους έκοψαν το κεφάλι».
Από το ναδίρ στο ζενίθ, από το έσχατο βάθος στο ανώτατο ύψος, θα ήταν ο τίτλος της ζωής του αγίου Κυπριανού, αν θα θέλαμε με μία φράση να τη χαρακτηρίσουμε, όπως μας καθοδηγεί προς τούτο και η εκκλησιαστική ακολουθία: «Κακίας τον πυθμένα τον κάτω κατείληφας∙ της ακροτάτης δε πάλιν αρετής ανήλθες, πάτερ, εις ύψος παραδόξως». Πάτερ, κατέλαβες τον πιο κάτω πυθμένα της κακίας, ενώ ανέβηκες πάλι κατά παράδοξο τρόπο στο ύψος της πιο υψηλής αρετής. Αιτία γι’  αυτό είναι ότι ο άγιος από την τρέλα και τη μανία της μαγείας, δηλαδή από την πλήρη υποταγή του στον πονηρό διάβολο, βρέθηκε να συγκατοικεί με τις υψηλότερες πνευματικές αγγελικές δυνάμεις. «Ανανήψας, θεοφάντορ, της πριν μανίας, δαιμονικήν απάτην και ψυχόλεθρον  πλάνην πάσαν εθριάμβευσας». Υπάρχει κάτι ανάλογο στη ζωή του με αυτό που βλέπουμε και στη ζωή του αγίου αποστόλου Παύλου: και εκείνος από διώκτης του χριστιανισμού που ήταν, και μάλιστα ο χειρότερος όλων, βρέθηκε να υπηρετεί τον Κύριο Ιησού, σε σημείο τέτοιο, ώστε να χαρακτηρίζεται ως ο μεγαλύτερος απόστολος. Γι’  αυτό και δεν είναι τυχαίο που η Εκκλησία μας χαρακτηρίζει τον άγιο Κυπριανό «συνόμιλον Παύλου και έργοις συμμέτοχον».
Χαρακτηρίζουμε τη μαγεία, την οποία υπηρετούσε ο άγιος Κυπριανός πριν να μεταστραφεί στην πίστη του Χριστού, ως τρέλα και μανία. Γιατί πώς αλλιώς να χαρακτηριστεί η αλλοίωση της φυσικής καταστάσεως του ανθρώπου, που αντί να βρίσκεται σε αρμονία σχέσεως με τον Θεό Δημιουργό, εκείνος όχι μόνον αρνείται τη σχέση αυτή, αλλά και την πολεμά, ευρισκόμενος ως στρατιώτης στο στρατόπεδο του αντιπάλου του Θεού, σατανά διαβόλου; Και το λέμε αυτό, διότι άλλο είναι να μη γνωρίζει κανείς τον Θεό και συνεπώς να πράττει εν αγνοία του όσα είναι αντίθετα προς το άγιο θέλημά Του – μολονότι ένας καλοπροαίρετος άνθρωπος, ακόμη και ειδωλολάτρης,  ακολουθώντας τον έστω και  ζοφωμένο νόμο της συνειδήσεώς του θα επιτελεί και καλές πράξεις, όπως για παράδειγμα ο εκατόνταρχος Κορνήλιος, που οι προσευχές και οι ελεημοσύνες του ανέβαιναν ως θυμίαμα ενώπιον του Θεού – και άλλο να έχει προσχωρήσει ενσυνείδητα στον Πονηρό, τα κελεύσματα του οποίου να υπηρετεί προς βλάβη των ανθρώπων.
Κι όμως! Ένας τέτοιος άνθρωπος, τόσο δέσμιος του διαβόλου, δεν χρειάστηκε παρά ένα μικρό κορίτσι, την αγία Ιουστίνα, για να μπορέσει να απεμπλακεί. Όχι χρησιμοποιώντας η νεαρή κόρη επιχειρήματα, όχι κάνοντας θαύματα, αλλά απλώς τηρώντας το άγιο θέλημα του Θεού. Και μόνον δηλαδή η υπακοή στο θέλημα του Θεού είναι ικανή να εκδιώξει τον διάβολο και να μεταστρέψει έναν υπηρέτη του σε απόστολο του Χριστού. Το συγκλονιστικότερο: εν αγνοία της ίδιας της Ιουστίνας. Η αγία, αγωνιζόμενη απλώς να κρατήσει την αγνότητά της, χωρίς να γνωρίζει τίποτε, διέλυε κάθε ιστό αράχνης, που έπλεκε γι’  αυτήν ο διάβολος μέσω του οργάνου του. Κι αυτό που συνέβη τότε, συμβαίνει πάντοτε, όπως βεβαίως και σήμερα. Ο διάβολος ενώ φαίνεται πανίσχυρος, στην πραγματικότητα είναι εξαφανισμένος και κατηργημένος από τον Κύριο. Το έχουμε ξαναπεί: μόνον όποιος του δίνει δικαιώματα τον βλέπει κατακτητή της ζωής του. Και δικαιώματα του δίνουμε, όταν αμαρτάνουμε και παρουσιαζόμαστε χαλαροί στην πνευματική μας ζωή. Τότε ναι, ο διάβολος μας κάνει υποχείρια και έρμαιά του. Οπότε εισπράττουμε και το ανάλογο τίμημα: τη θλίψη, τη μελαγχολία, το μίσος, την κόλαση από αυτή τη ζωή. Θυμίζει η περίπτωση το περιστατικό του Γεροντικού: τον άγιο ασκητή που πηγαίνοντας στο σπίτι ενός ανθρώπου, προκειμένου να πάρει το αντίτιμο για κάτι πανέρια που του είχε πουλήσει, ήλθε αντιμέτωπος με τη δαιμονισμένη κόρη του ανθρώπου. Και χωρίς να πει τίποτε ο ασκητής, χωρίς να κάνει κάποια προσευχή για να βγει το δαιμόνιο, εκείνο εξαφανίστηκε σαν να καιγόταν, γιατί ο ασκητής δεν αντέδρασε σε χαστούκι που του έδωσε η κοπέλα. Η μη αντίδρασή του, λόγω της υπακοής στον Κύριο: «μη αντιστήναι τω πονηρώ», έφερε ακριβώς το θαύμα: να βγει το δαιμόνιο.
Δυστυχώς, ο διάβολος υπάρχει και δρα όπου βρει. Κι ακόμη δυστυχέστερα, υπάρχουν ταλαίπωροι συνάνθρωποί μας που καταφεύγουν στη μαγεία, στα δίχτυα δηλαδή του εχθρού τους, για να βρουν «ίαση». Η μεγαλύτερη συμβολή μας για την υπέρβαση της τραγικότητας αυτής είναι η υπακοή μας στο θέλημα του Θεού. Όσο εμείς που έχουμε κάποια συναίσθηση της πίστεώς μας είμαστε συνεπείς προς αυτήν την πίστη μας, τόσο θα αγιάζουμε τον εαυτό μας, συνεπώς ο διάβολος θα συναντά ένα «κενό» απέναντί μας, αλλά και τόσο θα βοηθούμε, χωρίς ίσως να το καταλαβαίνουμε, και τους αμελείς συνανθρώπους μας.

https://pgdorbas.blogspot.com/