Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

Οι προσκλήσεις του Θεού




Ό Θεός καλεί τά παιδιά του μέσω πολλών φωνών, μέσω πολλών περιπτώσεων. Ιδού μερικές άπ’ αύτές:
Ή έσωτερική διά τής συνειδήσεως πρόσκλησις.
Ή διά τού λόγου τού Θεού εξωτερική πρόσκλησις.
Ή πρόσκλησις διά τών ταλαιπωριών τής ζωής.
Ή πρόσκλησις διά τών βασάνων τών άποθνησκόντων.
Ή πρόσκλησις διά τών ύπερφυσικών σημείων (θαυμάτων).
Ή πρόσκλησις διά τών βασάνων τών άνθρώπων κατά τήν εποχή τής έμφανίσεως τού άντιχρίστου.
Ή πρόσκλησις διά τού κηρύγματος τής Μελλού­σης Κρίσεως.
* * *
Ό Θεός μάς άναζητεί, μάς καλεί, μάς κράζει, άλλά, έάν δέν θέλουμε νά καταλάβουμε, μάς άκολουθεί άπό πίσω μέ συμφορές καί στενοχώριες.
* * *
Όταν δέν άπαντούν πλέον οί άνθρωποι στήν πρόσκληση τής άγάπης τού Θεού, ονομάζουν σκληρό καί τραχύ τόν δρόμο τών έντολών Του.

Από το βιβλίο: ΒΙΟΣ, ΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΝΟΥΘΕΣΙΕΣ ΤΟΥ ΡΟΥΜΑΝΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΜΠΟΚΑ (1910-1989) 
(Μετάφρασις άπό τά ρουμανικά ύπό μοναχοῦ Δαμασκηνοῦ Γρηγοριάτου
https://inpantanassis.blogspot.com/

Ο αξιοθαύμαστος και ο αξιοκατάκριτος



Από την αγία Γραφή έχουμε μάθει δύο είδη πλούτου. Ο ένας είναι αξιοθαύμαστος και ο άλλος αξιοκατάκριτος. 
Και ο πλούτος των αρετών είναι θαυμαστός, ενώ ο υλικός και γήινος κατακρίνεται. Γιατί ο μεν ένας γίνεται κτήμα της ψυχής, ο δε άλλος είναι επιτήδειος για να εξαπατά τις αισθήσεις. 
Γι’ αυτό ο Κύριος απαγορεύει να θησαυρίζουμε αυτόν, επειδή βρίσκεται εκτεθειμένος στα σκουλήκια για τροφή και τον επιβουλεύονται οι κλέφτες (Ματθ. 6,19). 
Επιβάλλει δε να δείχνουμε προθυμία για τον πλούτο των ανωτέρων αγαθών, που η δύναμη της φθοράς δεν τον αγγίζει. Κι όταν λέγει σκουλήκια και κλέφτες, υπονοεί εκείνον που καταστρέφει τους θησαυρούς της ψυχής.

Άγιος Γρηγόριος Νύσσης
https://inpantanassis.blogspot.com/

Όλος ο κόσμος έγινε για την Παναγιά και η Παναγιά για τον Χριστό




Μὲ κάθε δίκαιον ἔχαιρε καὶ ὑπερέχαιρε πρὸ τοῦ αἰῶνος ἡ Ἁγία Τριάς, προγινώσκουσα κατὰ τὴν θεαρχικήν της ἰδέαν, τὴν ἀειπάρθενον Μαριάμ. 
Διότι, εἶναι γνώμη τινῶν Θεολόγων, ὅτι ἂν καθ’ ὑπόθεσιν ὅλα τὰ ἐννέα τάγματα τῶν Ἀγγέλων ἤθελαν κρημνισθοῦν ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ γίνουν δαίμονες· ἂν ὅλοι οἱ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος ἄνθρωποι ἤθελαν γένουν κακοὶ καὶ ὅλοι νὰ ὑπάγουν εἰς τὴν κόλασιν χωρὶς νὰ γλυτώσῃ τινάς· ἂν ὅλα τὰ κτίσματα, οὐρανός, φωστῆρες, ἄστρα, στοιχεῖα, φυτά, ζῶα, ἤθελαν ἀποστατήσουν κατὰ τοῦ Θεοῦ, νὰ εὔγουν ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν καὶ νὰ ὑπάγουν εἰς τὸ μὴ ὄν· μ’ ὅλον τοῦτο, ὅλες αὐτὲς οἱ κακίες τῶν κτισμάτων, συγκρινόμεναι μὲ τὸ πλήρωμα τῆς ἁγιότητος τῆς Θεοτόκου, δὲν ἠδύναντο νὰ λυπήσουν τὸν Θεόν, διατί, μόνη ἡ Κυρία Θεοτόκος ἦτον ἱκανὴ νὰ Τὸν εὐχαριστήσῃ κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα καὶ νὰ μὴ Τὸν ἀφήσῃ τόσον νὰ λυπηθῃ διὰ τὸν χαϊμὸν καὶ τὴν ἀπώλειαν τῶν τόσων καὶ τόσων κτισμάτων Του, ὅσον ἤθελε Τὸν κάμῃ νὰ χαίρῃ ὑπερβαλλόντως διὰ λόγου Της μόνον. 
Ἤγουν, διότι Αὐτὴ μόνη ἀσυγκρίτως Τὸν ἠγάπησεν ὑπὲρ πάντα· διότι Αὐτὴ μόνη ὑπὲρ πάντα ὑπήκουσεν εἰς τὸ θέλημά Του καὶ διότι Αὐτὴ μόνη ἐστάθη χωρητικὴ καὶ δεκτικὴ ὅλων ἐκείνων τῶν φυσικῶν, τῶν προαιρετικῶν καὶ τῶν ὑπερφυσικῶν χαρισμάτων, ὁποὺ ὁ Θεὸς διεμοίρασεν εἰς ὅλην τὴν κτίσιν. 
Ἐν συντομίᾳ, διότι Αὐτὴ ἔγινεν ἕνας ἄλλος δεύτερος κόσμος, ἀσυγκρίτως καλύτερος ἀπὸ ὅλον τὸν νοητὸν καὶ αἰσθητὸν κόσμον καὶ ἀρκετὸς μόνος νὰ δοξάζῃ αἰωνίως τὸν Ποιητὴν ἐκ τῆς καλλονῆς καὶ ποικιλίας τῶν χαρισμάτων του περισσότερον ἀπὸ ὅλην τοῦ παντὸς τὴν δημιουργίαν.
Συνάγεται λοιπὸν ἐκ τῶν εἰρημένων, ὅτι, ἐπειδὴ καὶ ὁ Θεὸς προώρισε τὴν Θεοτόκον κατὰ τὴν προαιώνιον Αὐτοῦ εὐδοκίαν, ἤτις εἶναι, οὐχὶ τὸ ἑπόμενον καὶ κατ’ ἐπακολούθησιν θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ τὸ προηγούμενον καὶ κύριον Αὐτοῦ θέλημα, ὡς τὸ ἑρμηνεύει ὁ μέγας τῆς Θεσσαλονίκης Γρηγόριος [λόγῳ α´ εἰς τὰ Φῶτα καὶ λόγῳ εἰς τὴν Χριστοῦ Γέννησιν]· συνάγεται, λέγω, ἐκ τούτων, ὅτι, καθὼς τὸ περιβόλι γίνεται διὰ νὰ φυτευθῇ τὸ δένδρον καὶ πάλιν τὸ δένδρον φυτεύεται διὰ τὸν καρπόν, τοιουτοτρόπως ὅλος ὁ νοητὸς καὶ αἰσθητὸς κόσμος ἔγινε διὰ τὸ τέλος τοῦτο, ἤτοι διὰ τὴν Κυρίαν Θεοτόκον· καὶ πάλιν ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἔγινε διὰ τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν· καὶ οὕτως ἐτελειώθη ἡ ἀρχαία βουλὴ καὶ ὁ σκοπὸς ὁ πρῶτος τοῦ Θεοῦ· μὲ τὸ νὰ ἀνακεφαλαιώθησαν τὰ πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, καὶ ἡνώθη ἡ κτίσις μὲ τὸν Κτίστην, οὐχὶ φυσικῶς, οὐχὶ προαιρετικῶς καὶ κατὰ χάριν, ἀλλὰ κατ’ αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν· ὅστις εἶναι ὁ ἀνώτατος βαθμὸς τῆς ἑνώσεως, ὕστερα ἀπὸ τὸν ὁποῖον, ἄλλος ἀνώτερος, οὔτε εὑρέθη, οὔτε εὑρεθήσεται.

Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
«Ἀόρατος Πόλεμος»
Μέρος πρῶτον, Κεφάλαιον ΜΘ´
ἐκδ. «ΤΗΝΟΣ», Ἀθῆναι ἄ.χ., σελ. 164
https://inpantanassis.blogspot.com/

ΔΙΑΒΑΤΗΡΙΟ ΖΩΗΣ…



«Ζωῆς ἀϊδίου καί κρείττονος ὁ θάνατός σου γέγονε διαβατήριον, Ἁγνή, ἐκ τῆς ἐπικήρου πρός θείαν ὄντως καί ἄρρευστον μεθιστῶν σε, ἄχραντε, ἐν ἀγαλλιάσει τόν Υἱόν καθορᾶν σου καί Κύριον» (ωδή δ΄ πρώτου κανόνα τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου).
(Ο θάνατός σου, Αγνή Παρθένε, έγινε διαβατήριο για την αιώνια και καλύτερη ζωή, καθώς σε μεταθέτει, άχραντε, από την επίγεια εδώ ζωή προς τη θεία πράγματι και μόνιμη, προκειμένου να βλέπεις με αγαλλίαση τον Υιό σου και Κύριο).
 Ένα μικρό μαργαριτάρι από τη μεγάλη Θεομητορική εορτή της Κοιμήσεως ο ύμνος, ο οποίος με συνοπτικό τρόπο τονίζει τα κύρια στοιχεία της.
1) Ήλθε η ώρα για τον θάνατο της Μητέρας του Κυρίου.
2) Ο θάνατός της συνιστά το διαβατήριο για την αιώνια ζωή που είναι καλύτερη από την επίγεια.
3) Πρόκειται για μετάσταση συνεπώς από την εδώ ζωή προς τη θεία και μόνιμη πραγματικότητα.
 Και 4) Το χαρακτηριστικό της αιώνιας ζωής στην οποία μετατίθεται η Παναγία είναι η αγαλλίαση από τη διαρκή όραση του Υιού και Θεού της.
Πράγματι∙ 1) Μολονότι οι υμνογράφοι της Εκκλησίας μας απορούν για το πώς η Μήτηρ της Ζωής έφτασε στην ώρα του θανάτου της – πώς αυτή που γέννησε τη Ζωή, τον Θεό ως άνθρωπο, μπορεί να υποστεί θάνατο; - όμως από την άλλη θεωρούν δεδομένο το πέρασμά της από το οφειλόμενο στον ερχομό ενός ανθρώπου στον κόσμο, δηλαδή τον θάνατο. Γιατί; Διότι ο Ίδιος ο Υιός και Θεός της, Αυτός από τον Οποίο αποκτά κι εκείνη την όποια αξία της πέρασε το φυσικό αυτό όριο. Πώς είναι δυνατόν να μην το περάσει κι η Μητέρα Του που είναι άνθρωπος; Σε πολλά σημεία, ιδίως όμως στον στίχο του συναξαρίου, διαβάζουμε ποιητικά την εξήγηση: «Οὐ θαῦμα θνῄσκειν κοσμοσώτειραν Κόρην, τοῦ κοσμοπλάστου σαρκικῶς τεθνηκότος» (Δεν είναι θαύμα να πεθάνει η Κόρη που δι’ αυτής σώθηκε ο κόσμος, όταν ο Δημιουργός του κόσμου πέθανε κατά σάρκα ως άνθρωπος). Γι’ αυτό και ο γνωστότερος ύμνος από την όλη εορτή μιλάει πρωτίστως για την κηδεία της Θεοτόκου, μετέπειτα δε για την εν σώματι μετάστασή της. «Ἀπόστολοι ἐκ περάτων συναθροισθέντες ἐνθάδε, Γεθσημανῇ τῷ χωρίῳ, κηδεύσατέ μου τό σῶμα» (Απόστολοι που συναθροισθήκατε εδώ, στο χωριό της Γεθσημανή (από τα πέρατα της γης που ήσασταν διασκορπισμένοι χάριν του Ευαγγελίου), κηδέψατε το σώμα μου).
2) Όμως,  μολονότι η Παναγία πέθανε κατά τον φυσικό τρόπο της πορείας των πραγμάτων, ζει αιώνια. Σπεύδει αμέσως ο υμνογράφος να το προσθέσει στον παραπάνω στίχο, γιατί εκεί είναι προσανατολισμένη η σκέψη και η καρδιά του. «Ζῇ ἀεί Θεομήτωρ, κἄν δεκάτῃ θάνε πέμπτῃ» (Η Θεομήτωρ ζει πάντοτε, έστω κι αν πέθανε τη δεκάτη πέμπτη του μηνός). Και πώς αλλιώς; Ο Κύριος και Υιός της Πανάγνου ήλθε ακριβώς «ἵνα λύσῃ τά ἔργα τοῦ διαβόλου» καί νά καταργήσει τον θάνατο, τον καρπό της αμαρτίας. Κατά την αποκαλυπτική δήλωσή Του «ἦλθε ἵνα ζωήν ἔχωσιν οἱ ἄνθρωποι καί περισσόν ἔχωσιν», που σημαίνει ότι η απαρχής προοπτική του ανθρώπου, η αθανασία ως γνώρισμα της ομοίωσής Του με τον Θεό,  γίνεται πραγματικότητα με τον Κύριο, αφότου μάλιστα «ἀνεστήθη ἐκ τάφου τριήμερος». Μπορεί στον κόσμο τούτο να υφίσταται ακόμη ο θάνατος με τη σωματική του διάσταση, πνευματικά όμως έχει ήδη ξεπεραστεί, αρκεί βεβαίως ο άνθρωπος να πιστέψει στον Χριστό, ενσωματούμενος σ’ Αυτόν διά του αγίου βαπτίσματος εν Εκκλησίᾳ,  και να προσπαθεί να συντονίζει τα βήματά του με τα ίχνη Εκείνου. «Ο πιστεύων εἰς ἐμέ κἄν ἀποθάνῃ ζήσεται». Διότι Εκείνος είναι «ἡ ζωή και ἡ Ἀνάστασις».
 Οπότε, για τον πιστό άνθρωπο, κατεξοχήν δε την πρώτη εξ όλων των πιστών τη Μητέρα του Κυρίου, ο θάνατος δεν έχει το τρομακτικό προσωπείο του αγνώστου «πράγματος» - ό,τι θεωρεί ο άπιστος και προ Χριστού και μετά Χριστόν. Ο θάνατος συνιστά μία θύρα, την οποία διέρχεται ο άνθρωπος για να συναντήσει και πάλι τον Χριστό τον Οποίο ζούσε στον κόσμο. Κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου «ἐάν τε ζῶμεν ἐάν τε ἀποθνῄσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν». Με τα λόγια του αγίου υμνογράφου του τροπαρίου, ο θάνατος αποτελεί το διαβατήριο του πιστού, για να περάσει αυτός στην άλλη λεγόμενη ζωή, που είναι αιώνια και αμετάβλητη, αλλά και πολύ καλύτερη από την εδώ του κόσμου τούτου – «μετάθεσις ἐπί τά ἀλυπότερα καί θυμηδέστερα», κατά τη ρήση προσευχής της Εκκλησίας μας. Η ώρα του θανάτου μας, η ώρα λήψεως του διαβατηρίου μας! Κι αυτό το διαβατήριο το έλαβε και η ίδια η Υπέραγνος Θεοτόκος, αλλά από τα χέρια του Ίδιου του αγαπημένου Υιού της, παρόντων όλων των Αποστόλων, αλλά και των αγίων αγγέλων και αρχαγγέλων – μία ώρα που προσιδίαζε όντως στη Βασίλισσα και Πλατυτέρα των Ουρανών.
3) Κατά την εκκλησιαστική πίστη μας, ο θάνατός της συνιστά Μετάσταση∙ Μετάσταση όχι μόνο του πνεύματός της αλλά και του αγίου της φυσικού σκηνώματος, την τρίτη ημέρα αφότου «ἐκοιμήθη», κάτι που δεν έχει στήριγμα βεβαίως στην Αγία Γραφή αλλά στην ευρύτερη Παράδοση της Εκκλησίας. Κι η Μετάσταση αυτή σημαίνει ζωή πια στη Βασιλεία του Θεού, ζωή δηλαδή μέσα στην αγκαλιά του Κυρίου, σε πλήρη ταύτιση μαζί Του – μία ζωή που χαρακτηρίζεται «όραση» Εκείνου, κατά το «ὀψόμεθα Αὐτόν καθώς ἐστί».
4) Κι η όραση αυτή ως μετοχή στις άκτιστες ενέργειές Του είναι αγαλλίαση και χαρά και μακαριότητα για τον άνθρωπο, με την έννοια όμως όχι μίας απαθούς και στον δικό της κόσμο μακαριότητας, αλλά της εν πάθει απαθεί αγαπητικής στροφής προς τον κόσμο τούτο  και της συμμετοχής στα πάθη και τα βάσανά του, κατά το πρότυπο του Κυρίου. «Ἐν τῇ κοιμήσει τόν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε». Με άλλα λόγια, η Παναγία μας, όπως και οι άλλοι άγιοι σε μικρότερη έκταση και ένταση ασφαλώς, ζουν τη μακάρια ζωή της αδιάκοπης και αταλάντευτης σχέσης με τον Χριστό, έχοντας ακριβώς για τον λόγο αυτόν στραμμένη την προσοχή τους και σε εμάς «τούς περιλειπομένους», γιατί η αγάπη του Χριστού δεν τους αφήνει σε «ησυχία». Άλλωστε, «χωρίς ἡμῶν» δεν μπορούν και να τελειωθούν (Εβρ. 11, 40), αφού η τελείωση και για την Παναγία μας και τους αγίους μας αφενός θα έλθει στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, αφετέρου θα πρέπει να συμπεριλάβει ακριβώς και «εμάς» που είμαστε μαζί μ’ εκείνους το μυστικό σώμα του Χριστού.
Κι η τελευταία αυτή αλήθεια αποτελεί και τη μεγαλύτερη παρηγοριά μας. Είμαστε «δεμένοι» με τον Χριστό και την Παναγία μας. Η «καρδιά» Τους βρίσκονται εσαεί μαζί μας, Εκείνη δε, η Μητέρα Του ως ανθρώπου, είναι «ἡ ἐν πρεσβείαις ἀκοίμητος» φρουρός και προστασία μας – μεσιτεύει για εμάς, όπως το υποσχέθηκε και στους αγίους αποστόλους λίγο πριν εκπνεύσει, έστω κι αν εμείς συχνά πυκνά πορευόμαστε κατά το θέλημά μας και όχι κατά το θέλημα του Θεού μας. Κι η κραυγή της σ’ εμάς είναι πάντοτε η ίδια: «Ὅ,τι ἄν λέγῃ ὑμῖν (ο Υιός μου), ποιήσατε».

https://pgdorbas.blogspot.com/

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΦΛΩΡΟΣ ΚΑΙ ΛΑΥΡΟΣ




῾Οι άγιοι αυτοί ήταν δίδυμα αδέλφια, λιθοξόοι στην τέχνη, την οποία έμαθαν από τους αγίους Πρόκλο και Μάξιμο. Μετά το μαρτύριο υπέρ Χριστού των διδασκάλων τους, εγκατέλειψαν το Βυζάντιο και εγκαταστάθηκαν στην πόλη Ουλπιανών της Δαρδανίας, στο Ιλλυρικό. Εκεί, κοντά στον ηγεμόνα Λουκίωνα, μάζευαν διάφορα μέταλλα κι εργάζονταν την τέχνη τους. Έπειτα, ο Λουκίων τους έστειλε στον Λικίνιο, τον υιό της βασίλισσας Ελπιδίας, ο οποίος τους έδωσε χρήματα, προκειμένου να ανεγείρουν ναό για τα είδωλα, κάνοντας και τα σχέδια γι᾽ αυτόν. Οι άγιοι πήραν τα χρήματα, τα οποία τα μοίρασαν αμέσως στους φτωχούς, και τη νύκτα τους την περνούσαν στην προσευχή. Μετά από ημέρες,  άρχισαν τα έργα, που τα ετελείωσαν πολύ γρήγορα. Καθώς λοιπόν μέσα σε λίγες ημέρες έγινε ο ναός και ολοκληρώθηκε, με τη βοήθεια Αγγέλου που ενδυνάμωνε τους αγίους, αμέσως ο ειδωλολάτρης ιερέας Μερέντιος πίστεψε στον Χριστό, ενώ είχε ήδη πιστέψει και ο γιος του Αθανάσιος, γιατί οι άγιοι τού είχαν θεραπεύσει τον τυφλό του οφθαλμό. Οι μάρτυρες του Χριστού λοιπόν τότε μάζεψαν τους πτωχούς στους οποίους είχαν μοιράσει τα χρήματα, και με τη βοήθειά τους πέρασαν σχοινιά στους τραχήλους των ξοάνων και τα έριξαν κάτω στη γη. Έπειτα άναψαν φώτα πολλά και καθιέρωσαν τον ναό λέγοντας ῾Δόξα σοι, Χριστέ ο Θεός, αποστόλων καύχημα, μαρτύρων αγαλλίαμα, ων το κήρυγμα, Τριάς η ομοούσιος᾽. Προηγείτο δε αυτών ο τύπος του τιμίου Σταυρού. Μόλις έμαθε τι είχε συμβεί ο Λικίνιος, διέταξε να αναφθεί κάμινος και να ριχτούν μέσα οι πτωχοί, οι οποίοι έτσι παρέδωσαν τα πνεύματά τους. Οι δε άγιοι Φλώρος και Λαύρος, δέθηκαν σε έναν άξονα και μαστιγώθηκαν. Έπειτα στάλθηκαν στον Λύκωνα, ο οποίος τους έκλεισε μέσα σε βαθύ πηγάδι. Μέσα σ᾽ αυτό οι άγιοι έκαναν δεήσεις στον Θεό υπέρ αυτών που θα τους μνημονεύουν, υπέρ ευσταθείας του κόσμου και υπέρ της καταπαύσεως των διωγμών, οπότε και άφησαν τις ψυχές τους. Μετά από χρόνια μάζεψαν τα ιερά τους λείψανα και τα κατέθεσαν με σεβασμό σε λειψανοθήκες, ενώ αυτά ανέβρυζαν μύρα και γίνονταν πηγές ιάσεων᾽.
Μία ῾πονηριά᾽ χρησιμοποίησαν οι άγιοι, εκμεταλλευόμενοι την ευκαιρία που τους έδωσε ο άρχοντας Λικίνιος: ανέλαβαν να κτίσουν ειδωλολατρικό ναό και να λαξεύσουν ξόανα, έχοντας στο νου τους όμως να ρίξουν τα ξόανα και να καθιερώσουν το ναό στον Χριστό, κάτι που έγινε. Αιτία για την ενέργειά τους αυτή βεβαίως ήταν η πίστη τους ότι τα ειδωλα συνιστούν ψεύδος και ανταποκρίνονται στο τίποτε ή στα δαιμόνια, ενώ η πίστη στον Χριστό είναι η αληθινή πίστη, η οποία απεκαλύφθη από τον ενανθρωπήσαντα Θεό και βεβαιώθηκε ποικιλοτρόπως, και με τα θαύματα του Κυρίου, ιδίως την Ανάστασή Του, και με όλες τις θαυμαστές ενέργειες έπειτα των μαθητών του Χριστού, οι οποίοι διεσπάρησαν ανά τα πέρατα της οικουμένης και έδωσαν και τη ζωή τους προς χάριν ακριβώς της πίστεως αυτής. Συνεπώς η αλλαγή της χρήσης του ναού - να αφιερωθεί στον Χριστό - ήταν για τους αγίους μας μία κίνηση καταρχάς συμβολική: μία μαρτυρία και ομολογία Χριστού, διότι ήξεραν ότι θα υποστούν την οργή του ηγεμόνα και ο ναός θα επανέλθει στα χέρια των ειδωλολατρών, αλλά και μία κίνηση έπειτα αγιαστική, διότι εξέφραζε την πεποίθησή τους ότι  εκεί που ο χώρος έχει αγιαστεί από τις προσευχές προς τον Χριστό και την παρουσία του Σταυρού, εξαφανίζεται η όποια ύπαρξη δαιμονίων.
Δεν είναι η πρώτη φορά που επισημαίνουμε τέτοιου είδους ῾πονηριές᾽ στα συναξάρια των αγίων μας. Ας θυμηθούμε για παράδειγμα και το πώς απέκτησαν τη μαντίλα και τη ζώνη της Παναγίας μας δύο χριστιανοί, όταν βρήκαν τα αγιασμένα αυτά αντικείμενα στο σπίτι μίας Εβραίας. Με ῾πονηριά᾽ αντικατέστησαν το κιβώτιο με τις φορεσιές αυτές της Παναγίας με ένα άλλο δικό τους, που φρόντισαν να το φτιάξουν πανομοιότυπο με το πρωτότυπο. Κι έτσι ῾εξαπατώντας᾽ την Εβραία, η οποία δεν ήταν βεβαίως χριστιανή,  τα άγια αυτά βρέθηκαν στην Κωνσταντινούπολη να αποτελούν πηγές αγιασμού όλων των χριστιανών, κάτι που και η ίδια η Παναγία αργότερα έδειξε ότι το αποδέχεται, αφού υπήρξαν εμφανίσεις της εκεί που είχαν τοποθετηθεί, και πολλά θαύματα πραγματοποιήθηκαν μέσω αυτών.
Εκ πρώτης όψεως, οι ῾πονηριές᾽ αυτές φαίνονται ότι συνιστούν κλεψιές, που προκαλούν το αίσθημα της συμβατικής ηθικής: παίρνω κάτι ή χρησιμοποιώ κάτι που δεν μου ανήκει, χωρίς να έχω την έγκριση του κατόχου. Είναι όμως έτσι και στην ουσία τους; Η φορεσιά της Παναγίας δηλαδή ανήκει σε κάποιον που έτυχε απλώς να την έχει βρει ή σε εκείνους που αποδέχονται την Παναγία και την τιμούν ως Μητέρα του ενανθρωπήσαντος Θεού μας; Πόση διαφορετική θεώρηση έχει η μία από την άλλη κατάσταση! Στην πρώτη, έχουμε φύλαξη ρουχισμού, έστω και αν προέρχεται από κάποιο σεβαστό πρόσωπο. Στη δεύτερη, ο ρουχισμός ξεπερνά τα όρια ενός αντικειμένου, έστω και πολύτιμου. Αποτελεί πηγή χάριτος, γιατί και τα ρούχα έχουν αγιαστεί από Εκείνον που τα φορούσε. Αντιστοίχως και στην περίπτωση με τους αγίους Φλώρο και Λαύρο: φτιάχνουν έναν ναό και η σκέψη τους ακριβώς είναι να λειτουργήσει ο ναός αυτός προς χάριν Εκείνου για τον Οποίο φτιάχτηκε. Κι Αυτός βεβαίως δεν είναι το τίποτε ή τα δαιμόνια, αλλά ο Δημιουργός, Παντοδύναμος και Πανάγαθος Θεός. Άραγε μπορούμε να κατηγορήσουμε ως ῾ψεύτη᾽ και τον άγιο Διονύσιο, που είπε ψέματα για να γλιτώσει από το αστυνομικό απόσπασμα τον φονιά του αδελφού του;  Κι ακόμη περισσότερο: θα διενοείτο κανείς να κατηγορήσει τον Ίδιο τον Κύριο Ιησού Χριστό, ότι πήγε να ῾παραπλανήσει᾽ τους δύο μαθητές Του, εκεί στο χωριό Εμμαούς, όταν σημειώνει ο ευαγγελιστής ότι ῾προσεποιείτο πορρωτέρω πορεύεσθαι᾽; Προσποιήθηκε ο Κύριος, για να φανερώσουν οι μαθητές τα αισθήματά τους. Κι έτσι στην ῾κλάσιν του άρτου᾽ τους αποκαλύφθηκε.
Δοξολογούμε τον Θεό μας Κύριο και τους αγίους Του, γιατί μας καθοδηγούν στην ουσία των πραγμάτων, εκεί που λειτουργεί πάντοτε η αγάπη προς τον Θεό και τον συνάνθρωπο, και δεν μας εγκλωβίζουν στην επιφάνεια και τον εγωισμό της ευσεβίστικης ηθικής. Μαζί με τους αγίους μας αναπνέουμε τον  αέρα της πραγματικής ελευθερίας.

https://pgdorbas.blogspot.com/

Ο ΟΣΙΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΝΕΟΣ Ο ΕΝ ΠΑΡΩ



«Ο Όσιος Αρσένιος γεννήθηκε στα Ιωάννινα στις 31 Ιανουαρίου του έτους 1800 και ονομαζόταν Αθανάσιος. Από μικρή ηλικία έμεινε ορφανός και σε ηλικία εννέα ετών μετέβη στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας, όπου σπούδασε στην ονομαστή σχολή της πόλεως έχοντας ως σχολάρχη τον περίφημο διδάσκαλο ιερομόναχο Γρηγόριο Σαράφη. Κατά τα τελευταία έτη της φοιτήσεώς του συνδέθηκε με τον πνευματικό Γέροντα Δανιήλ από τη Ζαγορά του Πηλίου, έναν από τους ονομαστούς πνευματικούς της εποχής εκείνης και έγινε υποτακτικός του.
Το έτος 1815 ο Άγιος αναχώρησε για το Άγιον Όρος με τον Γέροντα Δανιήλ και εκεί εκάρη μοναχός. Αργότερα χειροτονήθηκε Διάκονος παρά τις αντιδράσεις του, καθώς δεν θεωρούσε τον εαυτό του άξιο και μετά από εξαετή παραμονή στο Άγιον Όρος ήλθε και πάλι με τον Γέροντά του, στη μονή Πεντέλης στην Αθήνα. Στη συνέχεια μετέβησαν στις Κυκλάδες, όπου ο Όσιος χειροτονήθηκε το 1817 Πρεσβύτερος. Ο Όσιος Αρσένιος έδρασε κυρίως στην Πάρο και τη Φολέγανδρο, όπου δίδαξε από το 1829 μέχρι το 1840.
Μετά την κοίμηση του Γέροντά του Δανιήλ, ο Όσιος ασκήτεψε στη μονή Λογγοβάρδας της Πάρου. Κοιμόταν και έτρωγε ελάχιστα και συνεχώς αγρυπνούσε, προσευχόμενος για τα πνευματικά του τέκνα και τη σωτηρία του κόσμου. Βασική του τροφή ήταν η ανάγνωση των θείων Γραφών και των συγγραμμάτων των Αγίων Πατέρων. Γι’ αυτό και ο Όσιος θεωρούσε τη μικρή του βιβλιοθήκη ως κήπο τερπνότατο και ωραιότατο με αγλαόκαρπα δένδρα, πλήρη από εύχυμους καρπούς. Ο Όσιος αγαπούσε τους πάντες χωρίς διακρίσεις. Περισσότερο όμως αγαπούσε τους ασθενείς, τους οποίους διακονούσε με μεγάλη προθυμία.
Όταν το 1861 κοιμήθηκε ο ηγούμενος της μονής, ευσεβής ιερομόναχος Ηλίας, οι πατέρες εξέλεξαν ηγούμενο και προϊστάμενό τους τον Όσιο Αρσένιο, ο οποίος τους ποίμανε με θεοφιλή και θεάρεστο τρόπο. Λίγα χρόνια αργότερα παραιτήθηκε, για να ασχοληθεί απερίσπαστα με το έργο της ιεράς εξομολογήσεως.
Ο Όσιος κοιμήθηκε με ειρήνη στις 31 Ιανουαρίου του έτους 1877. Η ανακομιδή των λειψάνων του έγινε το έτος 1938. και εορτάζεται στις 18 Αυγούστου. Τα ιερά λείψανά του φυλάσσονται με ευλάβεια στη Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Πάρου» (Από το ιστολόγιο ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ).
Ο όσιος των νεώτερων χρόνων Αρσένιος ο εν Πάρω, άλλος βεβαίως από τον Μέγα Αρσένιο των παλαιών χρόνων και από τον άγιο Αρσένιο τον Καππαδόκη, τον ανάδοχο του οσίου Παϊσίου του αγιορείτου, αποτελεί μία εξαιρετική περίπτωση πιστού ανθρώπου που στην εποχή του ζωντάνεψε με μοναδικό τρόπο την οσιακή ζωή των παλαιών μεγάλων αγίων, σε βαθμό που βλέποντάς τον οι σύγχρονοί του ή διαβάζοντας τη ζωή του όλοι οι μετέπειτα μέχρι σήμερα να θεωρούν ότι βλέπουν έναν άγγελο επί της γης. Κι αυτό σημαίνει ασφαλώς ότι και με τον όσιο Αρσένιο τον Παριανό επιβεβαιώνεται η κεντρική αλήθεια της πίστεώς μας ότι το Πνεύμα του Θεού πνέει σε κάθε εποχή αρκεί να βρει ανθρώπους με καλή διάθεση και με βούληση να ζήσουν τις εντολές του Θεού.
Στο πρόσωπο του αγίου Αρσενίου με άλλα λόγια ψηλαφίζουμε την παρουσία του ίδιου του Κυρίου, μία δική Του προέκταση όπως το απεκάλυψε απαρχής: «Εγώ είμαι το αμπέλι κι εσείς είστε τα κλήματα». Ήδη το απολυτίκιό του, και όχι μόνο, επισημαίνει την αλήθεια αυτή: «Ζήλεψες ένθεα την άσκηση των οσίων με την ενάρετή σου ζωή κατά τους έσχατους καιρούς, όσιε Αρσένιε. Διότι αφού ασκήθηκες στη νήσο Πάρο ίδια με τους αγγέλους, έλαβες από τον Θεό τη χάρη των θαυμάτων, παρέχοντας σ’ αυτούς που σε τιμούν χάρη και έλεος». «Την αρετή των παλαιών οσίων πατέρων φανέρωσες σαν ζωγραφιά στον εαυτό σου και ακολούθησες τα ίχνη τους, θεόφρονα Αρσένιε» (στιχ. μ. εσπ.).
Τι σημαίνει πιο συγκεκριμένα ότι στη ζωή του βλέπουμε τη ζωή των οσίων Αντωνίου του Μεγάλου, Σάββα του ηγιασμένου, Αρσενίου του μεγάλου, οσίου Ποιμένος και των λοιπών μεγάλων αγίων; Τίποτε λιγότερο από ό,τι επισημαίνουμε και σε αυτούς: την πληγωμένη καρδιά τους από την αγάπη και τον έρωτα του Χριστού. Γιατί τι καθιστά έναν άνθρωπο άγιο του Θεού; Η ολοκάρδια στροφή της ύπαρξής του στον Χριστό, η εν αγάπη «κόλληση» της καρδιάς του σ’ Εκείνον μόνον! Αυτό δεν είναι και το ζητούμενο από τον ίδιο τον Κύριο για το αν είναι πράγματι οι πιστοί ακόλουθοί Του ή όχι; «Μείνετε ενωμένοι με Εμένα», προτρέπει. «Αν τηρήσετε τις εντολές μου θα δείξετε την αγάπη σας σ’ εμένα και τον Πατέρα μου και εγώ θα σας φανερωθώ».
Απαρχής ο άγιος υμνογράφος σπεύδει να διευκρινίσει τον πυρήνα αυτόν της πίστεως: «Πληγώθηκες, όσιε Αρσένιε, από τον πόθο του Χριστού... κι Αυτόν έφερες στην καρδιά σου μαζί με τον Πατέρα και το Πνεύμα» (στιχ. εσπ.). Γι’ αυτό και ο ποιητής βλέπει τον όσιο μίμημα του Χριστού και όλων των Αποστόλων, κατεξοχήν μάλιστα μίμημα του αποστόλου Παύλου που περιέφερε στο σώμα και την ψυχή του τη νέκρωση του Χριστού ως νέκρωση απέναντι στην αμαρτία, συνεπώς ζώντας την ανάστασή Του. «Αφού ντύθηκες, Αρσένιε, τη ζωοπάροχη νέκρωση Χριστού του Θεού μας και Τον μιμήθηκες ως γνήσιος μύστης και μαθητής Του, νέκρωσες ολόκληρο τον εαυτό σου, κι αφού πέθανες ως προς τον (αμαρτωλό) κόσμο βρήκες πράγματι την αγνή και καθαρή εν Χριστώ ζωή» (λιτή).
Μία τέτοια ζωή βεβαίως οδηγεί σε μεγάλη παρρησία ενώπιον του Θεού μας, που σημαίνει ότι ο όσιος διαρκώς πια πρεσβεύει υπέρ ημών που εξακολουθούμε να χειμαζόμαστε στον κόσμο αυτόν. Κι επανειλημμένως ο άγιος υμνογράφος δεν παραλείπει να μας το υπενθυμίζει: «Λύτρωσε, άγιε, όλους αυτούς που πανηγυρίζουμε τη θεία μνήμη σου από τις πολύπλοκες θλίψεις και τις συμφορές» (αίνοι).

https://pgdorbas.blogspot.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Α´ 16 - 22
16 Περιπατῶν δὲ παρὰ τὴν θάλασσαν τῆς Γαλιλαίας εἶδε Σίμωνα καὶ Ἀνδρέαν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ τοῦ Σίμωνος, βάλλοντας ἀμφίβληστρον ἐν τῇ θαλάσσῃ· ἦσαν γὰρ ἁλιεῖς· 17 καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Δεῦτε ὀπίσω μου, καὶ ποιήσω ὑμᾶς γενέσθαι ἁλιεῖς ἀνθρώπων. 18 καὶ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ. 19 Καὶ προβὰς ἐκεῖθεν ὀλίγον εἶδεν Ἰάκωβον τὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ Ἰωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, καὶ αὐτοὺς ἐν τῷ πλοίῳ καταρτίζοντας τὰ δίκτυα, 20 καὶ εὐθέως ἐκάλεσεν αὐτούς. καὶ ἀφέντες τὸν πατέρα αὐτῶν Ζεβεδαῖον ἐν τῷ πλοίῳ μετὰ τῶν μισθωτῶν ἀπῆλθον ὀπίσω αὐτοῦ. 21 Καὶ εἰσπορεύονται εἰς Καπερναούμ· καὶ εὐθέως τοῖς σάββασιν εἰσελθὼν εἰς τὴν συναγωγὴν ἐδίδασκε. 22 καὶ ἐξεπλήσσοντο ἐπὶ τῇ διδαχῇ αὐτοῦ· ἦν γὰρ διδάσκων αὐτοὺς ὡς ἐξουσίαν ἔχων, καὶ οὐχ ὡς οἱ γραμματεῖς.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ Α´ 16 - 22
16 Καὶ ἐνῷ ἐπεριπάτει πλησίον τῆς θαλάσσης τῆς Γαλιλαίας, εἶδε τὸν Σίμωνα καὶ τὸν ἀδελφὸν τοῦ Σίμωνος Ἀνδρέαν νὰ ρίπτουν δίκτυον μέσα εἰς τὴν θάλασσαν, διότι ἦσαν ψαράδες καὶ αὐτὸ εἶχον ὡς ἔργον των. 17 Καὶ εἶπεν εἰς αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς· Ἀκολουθήσατέ με ὡς μαθηταί μου καὶ θὰ σᾶς κάμω νὰ γίνετε ψαράδες ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους μὲ τὸ δίκτυον τοῦ θείου κηρύγματος θὰ ἑλκύετε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. 18 Καὶ ἀμέσως, ἀφοῦ ἀφῆκαν τὰ δίκτυά των, τὸν ἠκολούθησαν. 19 Καὶ ὅταν ἐπροχώρησεν ὀλίγον ἀπ’ ἐκεῖ εἶδε τὸν Ἰάκωβον, τὸν υἱὸν τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τὸν Ἰωάννην τὸν ἀδελφόν του, ποὺ ἦσαν καὶ αὐτοὶ μέσα εἰς τὸ πλοῖον καὶ ἐτοίμαζαν τὰ δίκτυα. 20 Καὶ ἀμέσως τοὺς ἐκάλεσε. Καὶ ἀφῆκαν τὸν πατέρα τους Ζεβεδαῖον μέσα εἰς τὸ πλοῖον μαζὶ μὲ τοὺς μισθωτοὺς ἐργάτας καὶ τὸν ἠκολούθησαν. 21 Καὶ ἐμβαίνουν εἰς τὴν Καπερναούμ. Καὶ ἀμέσως κατὰ τὸ πρῶτον μετὰ τὴν ἄφιξίν του Σάββατον ἐμβῆκεν εἰς τὴν συναγωγὴν καὶ ἐδίδασκε. 22 Καὶ ἐθαύμαζον πολὺ διὰ τὴν διδασκαλίαν του, διότι δὲν ἐζήτει νὰ στηρίξῃ ἐκεῖνα ποῦ ἔλεγεν εἰς τὰς μαρτυρίας ἀνεγνωρισμένων ραββίνων, ὅπως ἔκαναν οἱ γραμματεῖς, ἀλλ’ ἐδίδασκεν ὡς διδάσκαλος, ποὺ ἐλάμβανε γνῶσιν τῆς ἀληθείας κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τὴν θεότητά του καὶ ἦτο αὐτὸς ἔγκυρος καὶ αὐθεντικὴ πηγὴ τῆς ἀληθείας.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Θε­μέ­λιο όλων των αγα­θών και η λύ­τρω­ση της ψυ­χής από την αιχ­μα­λω­σία του εχθρού και η οδός που οδη­γεί στο φως και τη ζωή εί­ναι οι εξής δύο τρό­ποι: α) νη­στεύ­ον­τας πάν­το­τε, έχον­τας δια­κρι­τι­κό κα­νό­να εγ­κρα­τεί­ας της κοι­λιάς και β) να εί­σαι αφο­σιω­μέ­νος στην αδιά­λει­πτη με­λέ­τη του Θεού. Από αυτά τα δύο, εξα­σφα­λί­ζε­ται η υπο­τα­γή των αι­σθή­σε­ων, η νήψη του νου, η εξη­μέ­ρω­ση των πα­θών που κι­νούν­ται στο σώμα. Απ' αυτά εξα­σφα­λί­ζε­ται η πρα­ό­τη­τα των λο­γι­σμών, η προ­θυ­μία για τα έργα της αρε­τής, η κα­τα­νόη­ση των βα­θύ­τε­ρων νο­η­μά­των των Θεί­ων λό­γων, η διά­γνω­ση και η διά­κρι­ση των πο­νη­ρών από τα άγια πνεύ­μα­τα..

Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

Για την Κοίμηση της Θεοτόκου και το έσχατο όριο της ανθρώπινης ελπίδας.




Η Εκκλησία φθάνει στον Δεκαπενταύγουστο ενώπιον ενός νεκρού σώματος και τολμά να ονομάσει αυτή την ημέρα εορτή. Εδώ αρχίζει το σκάνδαλο της Κοιμήσεως. Όχι από την ωραιότητα των εγκωμίων, ούτε από την οικειότητα μιας εορτής που ο ελληνικός κόσμος έμαθε να αποκαλεί «Πάσχα του καλοκαιριού», αλλά από το αδιαπραγμάτευτο γεγονός ότι η Μητέρα του Ζώντος Θεού πεθαίνει.
Η Εκκλησία δεν αποσύρει τη Θεοτόκο από τη θνητότητα προκειμένου να διαφυλάξει το μεγαλείο της. Αντιθέτως, την αφήνει να φθάσει μέχρι το έσχατο όριο της κοινής ανθρώπινης μοίρας.
Ο Μέγας Αθανάσιος είναι αφοπλιστικός: «θνητή γάρ ἦν ἡ ἁγία Μαρία, ἐξ ἧς καὶ τὸ σῶμα». Η Θεοτόκος πεθαίνει επειδή είναι αληθινά άνθρωπος. Και ακριβώς επειδή πεθαίνει, η Κοίμησή της δεν αποτελεί ευσεβή εξαίρεση από το ανθρώπινο δράμα, αλλά αποκάλυψη της καινής δυνατότητας του ανθρώπου μετά την Ανάσταση του Χριστού. Ο θάνατος φθάνει μέχρι εκείνη, αλλά δεν μπορεί πλέον να ολοκληρώσει επάνω της την κυριαρχία του. Δέχεται το σώμα, όχι όμως για να το κρατήσει. Ανοίγει ο τάφος, όχι για να θεμελιώσει μια αιώνια απουσία, αλλά για να φανερωθεί ακόμη μία φορά ότι μετά το Πάσχα του Χριστού ο θάνατος εξακολουθεί να συμβαίνει, έχει όμως χάσει το δικαίωμα της τελευταίας λέξεως.
Η Μαρία άλλωστε είχε συναντήσει τον θάνατο πολύ πριν από τη δική της Κοίμηση. Τον είχε αντικρίσει επάνω στο σώμα του Υιού της. Η προφητεία του Συμεών, «καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ῥομφαία», δεν αποτελεί ποιητική προαναγγελία μιας αόριστης οδύνης. Αποκτά το πλήρες και τρομακτικό περιεχόμενό της στον Γολγοθά. Εκεί η Θεοτόκος δεν στέκεται ως υπερβατική μορφή που γνωρίζει ήδη το τέλος της ιστορίας και επομένως υποφέρει λιγότερο.
Στέκεται ως Μητέρα.
Η ίδια η ευαγγελική παράδοση, όπως υπογραμμίζεται και στη μελέτη, διατηρεί αυτή τη ριζικά μητρική παρουσία της μέχρι τον Σταυρό. Το παιδί που κάποτε αναπαύθηκε στην αγκαλιά της βρίσκεται τώρα καρφωμένο μπροστά στα μάτια της.
Εκείνη που άκουσε το «Χαῖρε, κεχαριτωμένη» πρέπει τώρα να ακούσει τον επιθανάτιο λόγο του Υιού.
Εκείνη που έδωσε στον Λόγο το αίμα και τη σάρκα της βλέπει αυτή τη σάρκα πληγωμένη και αυτό το αίμα να χύνεται.
Δεν κατανοείται η Κοίμηση χωρίς τον Γολγοθά, επειδή η Θεοτόκος δεν εισέρχεται στον δικό της θάνατο ως κάποια που αγνοεί τι σημαίνει απώλεια.
Έχει ήδη περάσει μέσα από την πιο αφύσικη τάξη του πένθους, εκείνη κατά την οποία η μητέρα παραμένει ζωντανή μπροστά στο νεκρό παιδί της.
Από τον Ευαγγελισμό μέχρι την Κοίμηση, ο βίος της Θεοτόκου μπορεί έτσι να αναγνωσθεί ως η τρομακτική συνέπεια ενός «γένοιτό μοι». «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου».
Η φράση αυτή επαναλαμβάνεται τόσο συχνά ώστε κινδυνεύσαμε να λησμονήσουμε το βάρος της. Είναι η ελεύθερη παράδοση μιας ανθρώπινης υπάρξεως σε μια θεία βουλή της οποίας τις συνέπειες η Μαρία δεν μπορούσε ακόμη να γνωρίζει.
Το «γένοιτό μοι» περιέχει ήδη τη Βηθλεέμ, τη φυγή, την προφητεία της ρομφαίας, την Κανά, την απομάκρυνση του Υιού προς τη δημόσια αποστολή Του, τον Γολγοθά, την αποστολική κοινότητα και τελικά τη Γεθσημανή.
Αυτό είναι το μεγαλείο της Θεοτόκου.
Όχι ότι κατανόησε εκ των προτέρων τα πάντα, αλλά ότι δεν ανακάλεσε ποτέ τη συγκατάθεσή της.
Η ελευθερία της δεν εκμηδενίζεται από τη χάρη. Φθάνει μέσα στη χάρη στην πληρέστερη έκφρασή της.
Γι’ αυτό η Θεοτόκος δεν είναι απλώς το βιολογικό πέρασμα της Ενανθρωπήσεως.
Είναι το ανθρώπινο «ναι» χωρίς το οποίο το μυστήριο της θείας συγκαταβάσεως δεν θα είχε προσλάβει αυτή τη συγκεκριμένη ιστορική σάρκα.
Και το «ναι» εκείνο δεν τελειώνει όταν γεννιέται ο Χριστός. Συνεχίζεται μέχρι τη στιγμή κατά την οποία η ίδια κλείνει τα μάτια της.
Τότε συντελείται μία από τις συγκλονιστικότερες αντιστροφές ολόκληρης της χριστιανικής εικονολογίας.
Στη Βηθλεέμ η Μητέρα κρατά τον Υιό ως βρέφος.
Στη Γεθσημανή ο Υιός κρατά τη Μητέρα ως βρέφος.
Η εικόνα της Κοιμήσεως δεν εικονογραφεί απλώς έναν θάνατο.
Ερμηνεύει θεολογικά ολόκληρο τον βίο της Θεοτόκου.
Στο κέντρο κείται το σώμα της. Πίσω από την κλίνη στέκεται ο Χριστός και κρατά στα χέρια Του την ψυχή της Μητέρας Του, εικονισμένη ως σπαργανωμένο παιδί.
Η αντιστροφή είναι συγκλονιστική.
Εκείνη που Τον εβάστασε βαστάζεται.
Εκείνη που προσέφερε στον Λόγο σώμα παραδίδει τώρα το σώμα της στον Λόγο.
Εκείνη μέσα στην οποία ο ἀχώρητος Θεός συγκαταβαίνει να χωρηθεί παραλαμβάνεται τώρα από Εκείνον προς τη ζωή που δεν γνωρίζει εσπέρα.
Πρόκειται εδώ για συμπυκνωμένη χριστολογία.
Η αρχή και το τέλος του θεομητορικού βίου συναντώνται. Η Ενανθρώπηση και η Κοίμηση αντικρίζονται ως δύο αντίστροφες κινήσεις της ίδιας σχέσεως.
Στην πρώτη, ο Θεός κατέρχεται προς τον άνθρωπο διά της Μαρίας.
Στη δεύτερη, η Μαρία ανέρχεται προς τον Θεό διά του Χριστού.
Γι’ αυτό και η Γεθσημανή δεν μπορεί να νοηθεί ανεξάρτητα από το Πάσχα.
Η αρχαία παράδοση γνωρίζει τον τάφο της Θεοτόκου ως πρόσκαιρο τάφο, ενώ ήδη κατά τον πέμπτο αιώνα έχει διαμορφωθεί η παράδοση της Κοιμήσεως και της Μεταστάσεως.
Και εδώ χρειάζεται θεολογική ακρίβεια.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν χρειάζεται να αφαιρέσει από τη Μαρία τον πραγματικό θάνατο για να τιμήσει τη θεομητρότητά της.
Το ακριβώς αντίθετο.
Το σώμα της εισέρχεται στον τάφο.
Η παράδοση όμως αρνείται ότι το σώμα εκείνο, από το οποίο ο Λόγος προσέλαβε την ανθρώπινη φύση Του, μπορεί να εγκαταλειφθεί στην τελική αποσύνθεση.
Στην Ευθυμιακή Ιστορία, την οποία παραδίδει ο Ιωάννης Δαμασκηνός, όταν ανοίγεται ο τάφος, οι Απόστολοι δεν βρίσκουν «τὸ σῶμα αὐτῆς τὸ πανύμνητον», αλλά μόνον τα εντάφια.
Και στον Ψευδο-Ιωάννη η υπόσχεση διατυπώνεται με μία σχεδόν σωματική βιαιότητα απέναντι στη φθορά: «Οὐ μὴ ἴδῃ διαφθορὰν τὸ ὅσιον καὶ τίμιόν σου σῶμα».
Η Κοίμηση λοιπόν δεν καταργεί τον τάφο.
Καταργεί την αξίωσή του να αποτελεί τον οριστικό τόπο του ανθρώπινου σώματος.
Ο Ιωάννης Δαμασκηνός θα οδηγήσει αυτή τη θεολογία στην πιο τολμηρή της διατύπωση. Οι ομιλίες του, εκφωνημένες κατά την παράδοση στον ναό της Γεθσημανής κατά την εορτή της Κοιμήσεως, παραλληλίζουν την ταφή και τη μετάσταση της Θεοτόκου με το πασχάλιο μυστήριο του Χριστού.
Και εδώ ακριβώς πρέπει να αποφύγουμε μια συνηθισμένη παρανόηση.
Η Παναγία δεν καθίσταται ένας δεύτερος Χριστός.
Δεν διαθέτει αφ’ εαυτής νίκη επί του θανάτου.
Ό,τι συμβαίνει στην Κοίμησή της είναι καρπός του Πάσχα του Υιού της.
Η δική της μετάσταση είναι χριστολογική, όχι αυτόνομη.
Είναι η πρώτη εκθαμβωτική φανέρωση μέσα σε συγκεκριμένο ανθρώπινο πρόσωπο του προορισμού που άνοιξε η Ανάσταση για ολόκληρη την κτίση.
Η Εκκλησία δεν μιλά για τη Θεοτόκο για να απομακρυνθεί από τον Χριστό.
Μιλά για εκείνη ακριβώς για να φανερώσει τι μπορεί να κάνει ο Χριστός στον άνθρωπο.
Η Παναγία είναι η εσχατολογική εικόνα του ανθρώπου που δεν διασώζεται ως ψυχή εγκαταλείποντας το σώμα του, αλλά προσδοκάται ακέραιος, σώμα και ψυχή, μέσα στην αφθαρσία της Βασιλείας.
Κανένας άνθρωπος που αγάπησε πραγματικά δεν έχει συμφιλιωθεί με τον θάνατο.
Μπορούμε να μάθουμε να ζούμε μετά από μια απώλεια. Μπορούμε να επιστρέψουμε στην εργασία μας, να μιλήσουμε, να γελάσουμε, να καθίσουμε ξανά σε τραπέζια, να συνεχίσουμε την καθημερινότητά μας.
Κάτι όμως μέσα μας γνωρίζει ότι ο θάνατος παραμένει σκανδαλώδης.
Όχι επειδή δεν αποτελεί φυσικό γεγονός, αλλά επειδή η αγάπη αρνείται να αναγνωρίσει ως φυσικό το γεγονός ότι ένας μοναδικός άνθρωπος μπορεί να μεταβληθεί σε απουσία.
Η Εκκλησία δεν θεραπεύει αυτή την αντίφαση με ωραίες λέξεις. Ούτε μας καλεί να επιδείξουμε μια ευσεβή αταραξία μπροστά στο φέρετρο.
Ο ίδιος ο Χριστός «ἐδάκρυσεν» ενώπιον του Λαζάρου.
Η ίδια η Θεοτόκος πέρασε από τη ρομφαία του Γολγοθά.
Η πίστη που δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να πενθήσει δεν είναι πίστη στην Ανάσταση, αλλά άρνηση της Ενανθρωπήσεως. Γιατί ο Χριστιανισμός δεν σώζει κάποια αφηρημένη πνευματική αρχή μέσα μας.
Σώζει αυτόν τον άνθρωπο, με αυτό το πρόσωπο, αυτό το σώμα, αυτή τη φωνή, αυτά τα χέρια, αυτή τη μοναδική και ανεπανάληπτη ύπαρξη που κάποτε αγαπήσαμε και κάποτε θα κληθούμε να παραδώσουμε στον τάφο.
Γι’ αυτό η εορτή της Κοιμήσεως είναι μια εορτή για το σώμα. Για το σώμα που γεννά, που αγκαλιάζει, που πονά, που γερνά, που ασθενεί, που νεκρώνεται και παραδίδεται στη γη.
Ο χριστιανικός Θεός δεν σώζει τον άνθρωπο από το σώμα του. Σώζει και το σώμα.
Και αυτή η λεπτομέρεια αλλάζει τα πάντα.
Εάν το σώμα ήταν ένα προσωρινό περίβλημα, ο θάνατος δεν θα αποτελούσε μεγάλη θεολογική τραγωδία.
Θα ήταν απλώς απελευθέρωση. Αλλά η Εκκλησία δεν πιστεύει στην απελευθέρωση από το σώμα.
Πιστεύει στην «ἀνάστασιν νεκρῶν».
Γι’ αυτό περιβάλλει το νεκρό σώμα με θυμίαμα, το ασπάζεται, το ψάλλει, το ενταφιάζει στραμμένο προς την Ανάσταση. Και γι’ αυτό η Κοίμηση της Θεοτόκου αποκτά τέτοια δογματική πυκνότητα.
Το σώμα που προσέφερε τη σάρκα στον Λόγο δεν απορρίπτεται ως κενό περίβλημα μιας ψυχής που αναχώρησε.
Η σωτηρία δεν ολοκληρώνεται με την εγκατάλειψη της ύλης.
Η ύλη καλείται στη δόξα.
Η σάρκα καλείται στην αφθαρσία.
Ο άνθρωπος καλείται ολόκληρος.
Και όταν φθάσουμε σε αυτό το σημείο, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί η Εκκλησία επιμένει να λέει «Κοίμηση» χωρίς να αρνείται ούτε για μία στιγμή τον θάνατο.
Είναι εσχατολογική γλώσσα. Κοιμάται εκείνος που πρόκειται να εγερθεί.
Η λέξη περιέχει ήδη μέσα της την προσδοκία του πρωινού.
Γι’ αυτό και μπροστά στην κλίνη της Θεοτόκου η Εκκλησία δεν πανηγυρίζει επειδή μία Μητέρα πέθανε, αλλά επειδή ο θάνατός της φανερώνει τι απέγινε ο θάνατος μετά τον Χριστό. Παραμένει οδυνηρός.
Παραμένει αποχωρισμός. Παραμένει ο τελευταίος εχθρός. Δεν είναι όμως πλέον κύριος.
Και όταν κάποτε έρθει η δική μας ώρα να σταθούμε δίπλα σε ένα κρεβάτι που σε λίγο θα αδειάσει, να κρατήσουμε ένα χέρι που δεν θα μπορέσει πια να σφίξει το δικό μας, να φιλήσουμε ένα μέτωπο για τελευταία φορά και ύστερα να ακούσουμε εκείνον τον ανυπόφορο ήχο του χώματος επάνω στο φέρετρο, η Εκκλησία δεν θα μας ζητήσει να μην κλάψουμε.
Θα μας ζητήσει κάτι πολύ δυσκολότερο.
Να κλάψουμε και συγχρόνως να μην παραχωρήσουμε στον τάφο την κυριότητα εκείνου που αγαπήσαμε.
Να δεχθούμε τον θάνατο ως γεγονός και να τον αρνηθούμε ως έσχατη αλήθεια.
Γιατί αυτό είναι το μυστήριο της Γεθσημανής.
Η Μητέρα που κάποτε κράτησε τον Θεό στην αγκαλιά της κλείνει τα μάτια της και αφήνεται πλέον ολόκληρη στα χέρια Του.
Και η Εκκλησία, κοιτάζοντας αυτή την εικόνα, τολμά να ελπίζει το ίδιο για κάθε άνθρωπο.
Ότι όταν θα έχουν χαλαρώσει τα δικά μας χέρια και δεν θα μπορούμε πλέον να κρατηθούμε από κανέναν και από τίποτε, δεν θα πέσουμε στο κενό. Θα πέσουμε στα χέρια Εκείνου.

Manos Lambrakis
https://proskynitis.blogspot.com/

Η ομορφιά της Παναγίας




Ἡ Παναγία εἶχε καὶ τὴν ἐξωτερικὴ καὶ τὴν ἐσωτερικὴ ὀμορφιά· ὅποιος τὴν ἔβλεπε ἀλλοιωνόταν. Ἐκείνη ἡ πνευματικὴ ἁπαλάδα ποὺ σκορποῦσε θεράπευε ψυχές. Μὲ τὴν ἐσωτερική της ὀμορφιὰ καὶ τὴν δύναμη τῆς Χάριτος τί ἱεραποστολὴ ἔκανε! Ἀλλὰ καὶ κάθε ἄνθρωπος, ἂν ἐργασθῆ πνευματικὰ καὶ σμιλέψη τὸν χαρακτήρα του, χαριτώνεται καὶ ὀμορφαίνει ἡ ψυχή του.
….Ὅποιος ἔχει τὴν πνευματικὴ ὀμορφιὰ ποὺ δίνει ἡ ἀρετή, λάμπει ἀπὸ τὴν θεία Χάρη. Γιατί, ὅσο ἀποκτάει ὁ ἄνθρωπος ἀρετές, θεώνεται, καὶ ἑπόμενο εἶναι νὰ ἀκτινοβολῆ καὶ νὰ προδίδεται ἀπὸ τὴν θεία Χάρη. Ἔτσι φανερώνεται στοὺς ἀνθρώπους, χωρὶς νὰ τὸ θέλη καὶ χωρὶς ὁ ἴδιος νὰ τὸ καταλαβαίνη, καὶ δοξάζεται ὁ Θεός.
Άγιος Παΐσιος
* * *
Αν κάποιος ήθελε να σε ζωγραφίσει, Παρθένε,
θα χρειαζόταν το φως των άστρων και όχι των χρωμάτων,
ώστε, σαν Πύλη Φωτός, να σε ζωγράφιζε με φως∙
όμως τα ουράνια σώματα δεν υπακούουν στα λόγια των θνητών∙
με όσα μας εκχώρησαν οι νόμοι της ζωγραφικής κι η φύση,
μ’ αυτά ο άνθρωπος θα σε ιστορίσει και θα σε ζωγραφίσει.
(Κωνσταντίνος ο Ρόδιος, τέλη 9ου αι.)
[Eί ζωγραφεῖν τίς ἤθελεν σε, Παρθένε
ἄστρων ἐδεῖτο μᾶλλον ἀντί χρωμάτων,
ἵν’ ἐγράφης φωστῆρσιν ὡς φωτός πύλη
ἀλλ’ οὐχ ὐπείκει ταῦτα τοῖς βροτῶν λόγοις
ἅ δ’ οὖν φύσις παρέσχε και γραφῆς νόμος,
τούτοις παρ’ ἡμῶν ἱστορῆ τε και γράφη.]
Κωσταντίνος ο Ρόδιος, 9ος αίών]
* * *
Ὅποιος ἔχει πολλὴ εὐλάβεια στὴν Παναγία, ἀκούει τὸ ὄνοµά Της καὶ ἀλλοιώνεται. Ἤ, ἂν τὸ βρῆ κάπου γραµµένο, τὸ ἀσπάζεται µἐ εὐλάβεια καὶ σκιρτάει ἡ καρδιά του. Μπορεῖ νὰ κάνη ὁλόκληρη Ἀκολουθία µὲ ἕναν συνεχῆ ἀσπασµὸ στὸ ὄνοµα τῆς Παναγίας. Καὶ ὅταν προσκυνᾶ τὴν εἰκόνα Της, δὲν ἔχει τὴν αἴσθηση ὅτι εἶναι εἰκόνα, ἀλλὰ ὅτι εἶναι ἡ ἴδια ἡ Παναγία, καὶ πέφτει κάτω λειωµένος, διαλυµένος ἀπὸ τὴν ἀγάπη Της.
Άγιος Παΐσιος
* * *
Δεν θα ονοματίσω θάνατο την ιερή σου κοίμηση,Παναγιά μου, αλλά πιο ταιριαστό είναι μετάσταση ή αποδημία ή ενδημία στους κόλπους του Θεού να την πω. Αποδημώντας από το σώμα πας στη χώρα του Κυρίου.
Από τη γη σε πέρασαν στον ουρανό Άγγελοι κι Αρχάγγελοι. Με τ’ ανέβασμά σου φρίξανε τ’ ακάθαρτα αερικά. Καθώς διαβαίνεις κάνεις ευλογημένο τον αέρα, ο αιθέρας ψηλά αγιάζεται. Χαρούμενος ο ουρανός υποδέχεται την ψυχή σου. Σε προϋπαντούνε με ύμνους ιερούς και ολόφωτες λαμπάδες ολόχαρης γιορτής οι αγγελικές δυνάμεις που σχεδόν λένε: 
«Ποιά είναι τούτη που ανεβαίνει λευκανθισμένη», «που προβαίνει σαν αυγή, ωραία ωσάν φεγγάρι, λαμπερή ωσάν ήλιος;». 
Πόσο ομόρφηνες και γλύκανες! Εσύ «ωσάν άνθος του αγρού», «ωσάν το κρίνο ανάμεσα στ’ αγκάθια»· «γι’ αυτό σ’ αγαπούν οι κοπέλες»· «τρέχουμε πίσω απ’ τ’ άρωμά σου», «ο βασιλιάς σ’ έφερε στο θάλαμό Του». Εκεί έχεις φρουρά τις Εξουσίες, σ’ εγκωμιάζουν οι Αρχές, οι Θρόνοι σ’ ανυμνούνε, τα Χερουβίμ είναι γεμάτα έκπληχτη χαρά, τα Σεραφίμ δοξάζουν εκείνη που στάθηκε φυσική μητέρα του Κυρίου τους χάρη στο αληθινό έλεος του Θεού για μας. Δεν ήλθες μονάχα, καθώς ο Ηλίας, «ως τον ουρανό», ούτε σ’ ανέβασαν, ωσάν τον Απόστολο Παύλο «ως τον τρίτο ουρανό», παρά έφτασες ίσαμε τον ίδιο το βασιλικό θρόνο του Υιού σου, τον βλέπεις με τα μάτια σου, χαίρεσαι και στέκεις δίπλα Του με πολλή κι ανείπωτη σιγουριά. 
Άφατο σκίρτημα χαράς για τους Αγγέλους και όλες τις υπερκόσμιες δυνάμεις, δίχως τέλος ευφροσύνη για τους Πατριάρχες, ανεκλάλητη χαρά για τους Δίκαιους, αγαλλίαση ατέλειωτη για τους Προφήτες! Ευλογείς τον κόσμο, αγιάζεις την πλάση όλη! Ανάσα για τους καταπονεμένους, για αυτούς που πενθούνε, παρηγοριά, γιατρειά των αρρώστων, λιμάνι στους θαλασσοδαρμένους, συγχώρεση για τους αμαρτωλούς, των λυπημένων καλοσυνάτη παρηγορήτρα, για όλους τους ικέτες σου, πρόθυμη βοήθεια.
Τι θαύμα αληθινά υπερφυσικό! Τι πράγματα γεμάτα θάμπος! Εγκωμιάζουμε και καλοτυχίζουμε το βδελυρό και από παλιά μισημένο θάνατο! Αυτός, που πρώτα μας έφερνε το πένθος και το συννεφιασμένο βλέμμα, τα δάκρυα και τη σκυθρωπή όψη, να που μας δίνει τώρα τη χαρά, διώχνει τα σύννεφα της θλίψης και είναι ολάκερος ένα πανηγύρι.
Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός

https://proskynitis.blogspot.com/

Ο «γλυκασμός των Αγγέλων»




  Η λέξη γλυκασμός σημαίνει γλυκύτητα.Την λέξη αυτή την χρησιμοποιούν οι Προφήτες Αμώς και Ιωήλ (Αμ.θ΄13-Ιωήλ δ΄18 ) με καθαρά εσχατολογική έννοια για να περιγράψουν την γλυκύτητα που θα ρέει και θα ευφραίνει κάθε κτιστή ύπαρξη κατά την ημέρα Κυρίου ,δηλαδή κατά την ημέρα που ο Θεός θα συντρίψει ολοσχερώς το κακό.
Η Θεοτόκος χαρακτηρίζεται σαν «γλυκασμός των Αγγέλων »,γιατί με την Σάρκωση του Λόγου στην Θεοδόχο γαστέρα της και αυτή η αόρατη κτίση δηλ.τα αγγελικά τάγματα απέλαβαν την ύψιστη δωρεά και χάρη από τον Θεό.
 Ενώ μέχρι τότε «ήταν δύστρεπτα αλλά όχι άτρεπτα προς το κακό,έγιναν πλέον ακίνητα προς αυτό». Έτσι η Παναγία έγινε και για τους Αγίους Αγγέλους η αιτία ανείπωτης γλυκύτητας για την δωρεά αυτή του Θεού,που έρρευσε από τα παρθενικά σπλάχνα Της.

Ιγνάτιος Θεοφόρος προς Σμυρναίους ,Ιωάννης Δαμασκηνός P.G.94,872
https://proskynitis.blogspot.com/

Ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας της Παναγία μας αρχίζει εκεί όπου οι αντοχές μας εξαντλούνται.




Ο Μεγάλος Παρακλητικός Κανόνας της Παναγία μας αρχίζει εκεί όπου οι αντοχές μας εξαντλούνται.
Εκεί όπου κάποια πράγματα σε έχουν κουράσει τόσο, που ακόμη και να τα περιγράψεις σου φαίνεται αδύνατο. Η ψυχή έχει συσσωρεύσει φόβους, απογοητεύσεις, ενοχές και οδύνες και κάποια στιγμή αισθάνεσαι πως δεν αντέχει άλλο.
«Τῶν λυπηρῶν ἐπαγωγαὶ χειμάζουσι τὴν ταπεινήν μου ψυχήν».
Συνεχείς θλίψεις σαν παγερή καταιγίδα βασανίζουν την ταπεινή μου ψυχή.
"Ἐκύκλωσαν, αἱ τοῦ βίου με ζάλαι, ὥσπερ μέλισσαι κηρίον Παρθένε, καὶ τὴν ἐμὴν κατασχοῦσαι καρδίαν, κατατιτρώσκουσι βέλει τῶν θλίψεων"
Με περικύκλωσαν οι φουρτούνες και οι μέριμνες της ζωής, Παρθένε, σαν μέλισσες που ζώνονται γύρω από την κηρήθρα, και αφού έπιασαν την καρδιά μου, την τραυματίζουν με το βέλος των θλίψεων.
Και τότε στρέφεται στην Παναγία.
Δεν πηγαίνει σε εκείνη ως άνθρωπος τακτοποιημένος και σταθερός και ισορροπημέςνος. Πηγαίνει όπως είναι. Με την αδυναμία του, τον φόβο του, τα χάλια του, τις ενοχές του και όλα εκείνα που δυσκολεύεται να διαχειριστεί.
«Εἰς σὲ μόνην ἐλπίζω».
Ίσως εδώ βρίσκεται ένα από τα πιο βαθιά μυστήρια της πίστης. Ο άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται πως ο δρόμος έχει κλείσει και όμως μέσα του δραματίζεται μια μικρή κίνηση εμπιστοσύνης. Γι’ αυτό μπορεί να προσεύχεται.
Η Παναγία είναι η μητρική παρουσία που δέχεται τον πόνο του ανθρώπου και τον μεταφέρει με παρρησία ενώπιον του Υιού της.
Γι’ αυτό ο Παρακλητικός Κανόνας έχει μέσα του δάκρυ και ελπίδα μαζί. Δεν αρνείται το τραύμα του ανθρώπου. Το κάνει ύμνο στην Παναγία Μητέρα του Θεού.
Ίσως εκείνη την ώρα να μην έχει αλλάξει ακόμη τίποτε εξωτερικά. Τα προβλήματα μπορεί να παραμένουν, οι δυσκολίες να συνεχίζουν να υπάρχουν, οι απαντήσεις να μην έχουν έρθει. Κάτι όμως έχει αλλάξει στο βάθος του είναι του.
Ενώ ένιωθε τελειωμένος και εξουθενωμένος ψάλλοντας γίνεται προνομιούχος της απόγνωσης, γιατί μέσα στην αδυναμία του γεύεται το μεγαλείο της Θείας παρηγορίας. Δεν βρήκε απλώς μια λύση. Συνάντησε τον ίδιο τον Θεό ως ανάπαυση, υπερκόσμια χαρά κι ελπίδα.

Νικήτας Καυκιός
https://proskynitis.blogspot.com/

Ό,τι και αν ζητούσα από την καλή Παναγία μας μου το έδινε…




  Η προσευχή πρώτα έρχεται στον λάρυγγα, μετά ανεβαίνει στον νουν, ύστερα κατέρχεται στην καρδιά. Ε, και τότε, τότε στα μάτια έρχονται τα δάκρυα. Από εδώ και πέρα τίποτε δεν λέγεται. Είναι αλήθεια ότι στην αρχή θα συναντήσης δυσκολίες. Θα πηγαίνεις να προσευχηθής και πότε δεν θα μπορής, πότε θα έχης λογισμούς και πειρασμούς, και πότε δεν θα μπορής να ξυπνήσης την νύκτα. 
Συ να επιμένης. Και ο Κύριος που θα βλέπη την διάθεσή σου θα σε ενισχύη και θα σε βγάλη από τους πειρασμούς. Την νύκτα όμως δεν πρέπει να την χαραμίζωμαι όλη στον ύπνο, διότι τότε ο σατανάς μας κάνει ό,τι θέλει.Εγώ από μικρό παιδί μ’ άρεσε να προσεύχωμαι. Πήγαινα σε τόπο ήσυχο και έκραζα εις τον Θεόν, Τον διψούσε η καρδιά μου. Είχα μάθει και τους Χαιρετισμούς απ’ έξω και τους έλεγα. Τι ευφροσύνη, αγαλλίαση και ειρήνη που είχα στην καρδιά! Ό,τι και αν ζητούσα από την καλή Παναγία μας μου το έδινε…
Η Παναγία πολύ με βοήθησε. Τώρα έχω αυξήσει τους Χαιρετισμούς. Όσο τους λέω, τόσο και περισσότερο γλυκαίνεται η καρδιά μου…

~Από σημειώσεις για τον Άγιο Δημήτριο τον Γκαγκαστάθη τον Θεοφόρο, της Ιεράς Γυναικείας Μονής “Ευαγγελισμός της Θεοτόκου” Ορμύλιας Χαλκιδικής
https://proskynitis.blogspot.com/

Άγιος Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής




Ο Γέροντας Ιωσήφ γεννήθηκε το 1898 στο χωριό Λεύκες στην Πάρο. Στα χρόνια που γεννήθηκε, οι αξίες που χαρακτηρίζουν την ευγένεια του ανθρώπου έναντι των άλλων δημιουργημάτων ήταν ακόμη πολύ ισχυρές, όπως και στην δική του φτωχή κατά τα άλλα οικογένεια· γεγονός που του δώρισε άριστες αρχές και ενάρετο χαρακτήρα. 
Πολύ σύντομα έμεινε ορφανός από πατέρα και αυτό του στέρησε την δυνατότητα να έχει ιδιαίτερες σπουδές. Τελείωσε την Β' Δημοτικού, ώστε μόλις είχε τη δυνατότητα απλώς να διαβάζει και να γράφει χωρίς σωστό συντακτικό και με πολλά ορθογραφικά λάθη. Εργαζόταν στον τόπο της γεννήσής του, τελείωσε τη στρατιωτική του θητεία στο Ναυτικό και σε ηλικία περίπου 23 ετών, βρισκόταν στην Αθήνα σαν μικροπωλητής.
Ο Γέροντας αγαπούσε να εργάζεται και δεν σταματούσε καθόλου στις ώρες που επέτρεπε το πρόγραμμα. Το εργόχειρό του τότε ήταν σταυρουδάκια σκαλιστά, τα οποία σκάλιζε με μεγάλη ευχέρεια και ταχύτητα. Έμενε μόνος του στο καλυβάκι, σε ένα μέρος που ήταν απόμερο και ήσυχο, αλλά ήταν πιο εκτεθειμένο στους καιρούς. Έτσι, το κρύο ήταν περισσότερο.

Όνειρο - αποκάλυψη
Στην απλότητα των χρόνων εκείνων, σε ένα περιβάλλον πολύ κοσμικό, όπως ήταν η Αθήνα, μία ευγενική ύπαρξη γεμάτη αυτοθυσία και αγάπη όπως ήταν ο Φραγκίσκος, (αυτό ήταν το όνομά του πριν γίνει μοναχός), ζούσε μία ζωή έντιμη και προσεγμένη έως ότου κάποιες συγκυρίες του άλλαξαν τελείως την ζωή. Ενώ μελετούσε βιβλία παλαιών ασκητών της Εκκλησίας, ένα αποκαλυπτικό όνειρο του έδωσε μεγάλη ώθηση προς τον μοναχισμό. Βρέθηκε μπροστά σε μεγαλειώδεις ανακτορικούς χώρους και συνοδευόμενος από τους φύλακες του χώρου αυτού, φοβήθηκε, διότι δεν γνώριζε πως βρέθηκε εκεί, χωρίς να το αξίζει. 
Όμως εκείνοι χαμογέλασαν με καλοσύνη και του είπαν ότι το να ανεβεί εκεί είναι επιθυμία και θέληση του Βασιλέως. Για την εποχή βέβαια εκείνη, αυτό ήταν ύψιστη τιμή. Εδώ όμως δεν συνάντησε ο Φραγκίσκος κάτι το επίγειο, αλλά περνώντας μέσα από ασύλληπτους για την γήινη διάνοια χώρους, σε μια ξένη για τους κοινούς θνητούς διάσταση, τον υποδέχτηκαν και του έδωσαν ενδυμασία πολύτιμη που έμοιαζε κατασκευασμένη από ολόλευκο φως, ενώ ταυτόχρονα του είπαν «από εδώ και στο εξής θα υπηρετείς εδώ».
Παρόμοιες “πληροφορίες” είχε συναντήσει ο Φραγκίσκος στην μελέτη των βίων των Γερόντων και ασκητών της ερήμου. Αυτό το όνειρο - αποκάλυψη συνοδευόταν και από μία υπερκόσμια θεϊκή ενέργεια. Αυτή η ενέργεια γέμισε τον εσωτερικό κόσμο του Φραγκίσκου με τον πόθο να γνωρίσει τον Δημιουργό του, να απομακρυνθεί από κάθε τι γήινο, να μιμείται -πριν γίνει ακόμη μοναχός- την προσευχή, την νηστεία και την αγρυπνία των ασκητών, στην Πεντέλη και σε άλλους χώρους κοντά στην Αθήνα, που ήταν σχεδόν στην εποχή του, ακατοίκητη.
Μία «τυχαία» γνωριμία του με έναν Αγιορείτη μοναχό, τον οδήγησε στο Άγιον Όρος και μάλιστα στα ερημικότερα και ασκητικότερα μέρη του, στα Κατουνάκια. Ο Φραγκίσκος δεν ήταν ακόμη έμπειρος ασκητής, είχε όμως ενημερωθεί από την μελέτη των βιβλίων των διαφόρων παλαιών ασκητών και την φυσική του συνείδηση, ότι για να ονομάζεται κανείς άνθρωπος πρέπει να έχει νικήσει μέσα του όλα τα πάθη που προσδίδουν στον ανθρώπινο χαρακτήρα, τον θηριώδη και άλογο τρόπο ζωής.
Για να ξεκινήσει τον μοναχικό του αγώνα, σύμφωνα με όσα είχε διαβάσει, έπρεπε να συναντήσει άλλους έμπειρους γέροντες, ώστε με την δική τους καθοδήγηση να περπατήσει τον δρόμο προς την θέωση, να πολεμήσει με παράλογες επιθυμίες, να βρει συμπαράσταση από την θεία Χάρη, να νικήσει με την θεία ενέργεια κάθε μορφή κακίας, που είτε είχε κατακτήσει κάποιο μέρος της καρδιάς του τον καιρό που δεν εργαζόταν τις ευαγγελικές αρετές, είτε επρόκειτο να τον προσβάλλει για να του ανακόψει τον δρόμο. 
Στην προσπάθεια αυτή δυσκολεύθηκε· και ενώ έμενε προσωρινά στην πλέον ερημική περιοχή του Αγίου Όρους, την Βίγλα, που βρίσκεται στη νοτιοανατολική πλευρά του Όρους, και προσπαθούσε, όπως είχε διαβάσει στους βίους των οσίων, να προσεύχεται, να νηστεύει, να αγρυπνεί και να αναζητεί καθοδήγηση, κουράστηκε υπερβολικά, και με πόνο, αγωνία και δάκρυα παρακαλούσε τον Χριστό και την Κυρία Θεοτόκο για βοήθεια και συμπαράσταση.
Από την ερημική Βίγλα κοίταζε προς την κορυφή του Άθωνα, στο εκκλησάκι της Παναγίας και γεμάτος ταπείνωση προσευχόταν, όταν ξαφνικά αισθάνθηκε κάποιο σκίρτημα χαράς στην καρδιά του και ταυτόχρονα είδε αισθητά ένα φως, το οποίο προερχόταν από το εκκλησάκι της Παναγίας. Το φως ακούμπησε πάνω του και του μετέδωσε υπερφυσικές ιδιότητες. Έχασε την αίσθηση του χώρου, χρόνου, της ύλης ακόμη και του σώματός του· η χαρά ήταν ανεπανάληπτη, το φως εκείνο ήταν ενωμένο με την ύπαρξή του και έξω από αυτόν, ενώ ταυτόχρονα η πονεμένη προσευχή του άλλαξε. 
Μέσα στην καρδιά του ακουγόταν ξεκάθαρα, ρυθμικά, με αίσθηση υπερφυσικής ειρήνης χωρίς πλέον δική του προσπάθεια το «Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με», η σύντομη προσευχή που χρησιμοποιούν οι Αγιορείτες Πατέρες για να έχουν αδιάλειπτη την μνήμη του Θεού και των εντολών του, και επίσης να εκπληρώνουν, με αυτόν τον τρόπο, την εντολή του αποστόλου Παύλου «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α Θεσ. 5,17).
Από την ημέρα εκείνη απομακρύνθηκε περισσότερο από τους κατοικημένους χώρους, ζούσε με υπερβολική λιτότητα, το φαγητό του ήταν λίγο παξιμάδι κατά τις απογευματινές ώρες της ημέρας και αυτό το έπαιρνε από τις Μονές, για τις οποίες έφτιαχνε σκούπες από θάμνους, ενώ είχε ως αυστηρό πρόγραμμα την καλλιέργεια της προσευχής μέσα στην καρδιά του όπως τον δίδαξε η θεία Χάρις, η οποία μετά την αποκάλυψη εκείνη είχε συσταλεί και τώρα χρειαζόταν ο αγώνας της εργασίας του προγραμματισμού και της αναζήτησης.

Οι υπερφυσικοί αγώνες και η νίκη
Στην κορυφή του Άθωνα την ημέρα της εορτής της θείας Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού, συνάντησε τον μετέπειτα συνασκητή του π. Αρσένιο, και αφού συμφώνησαν να αγωνιστούν μαζί, ζήτησαν την συμβουλή ενός πολύ ενάρετου και σοφού Γέροντα, του Γέροντα Δανιήλ του Κατουνακιώτη, για το που να μείνουν και πως να αγωνίζονται. Και αυτός πολύ σοφά τους σύστησε να υποταχθούν σε κάποιον γέροντα ενάρετο, ακόμη και αν είναι πολύ απλός, να πάρουν την ευχή του και μετά την κοίμησή του να αγωνιστούν όπως τους αρέσει. Πράγματι παρέμειναν στα Κατουνάκια και έζησαν κοντά στους Γέροντες Εφραίμ και Ιωσήφ.
Η ασκητική ζωή εξωτερικά είναι μία μονοτονία, όμως μέσα στο πρόγραμμα αυτό, στην λιτή ζωή και στην ησυχία ο άνθρωπος ενδοσκοπεί, παρακολουθεί τον εσωτερικό του κόσμο, με την δύναμη του φωτός της προσευχής ελέγχει όλες τις σκέψεις και τις ενέργειες που αυτές μεταφέρουν. Με την δύναμη της Χάριτος του Θεού διώχνει κάθε πονηρή σκέψη. Χωρίς την δύναμη του Θεού και την συνεργασία με την θεία Χάρη δεν μπορεί να κάνει τίποτε αγαθό.
Όταν η θεία Χάρις θέλει να αναδείξει κάποιον στο πνευματικό αξίωμα του διδασκάλου και του Πατέρα, τον περνά μέσα από διάφορες δοκιμασίες. Για την απόκτηση των παραπάνω χαρισμάτων χρειάζεται υπομονή, επιμονή, κόπος, θλίψη και έντονος αγώνας. Ο αγώνας αυτός στην ζωή των ασκητών αλλά και των συνειδητών χριστιανών ονομάζεται και είναι σταυρός, δηλαδή σαν την εσταυρωμένη ζωή του Κυρίου.
Στο μεταξύ στα Κατουνάκια, πέθανε ο ένας από τους Γέροντες, ο Ιωσήφ, ενώ στο όνομά του είχε ήδη καρεί μοναχός ο μακαριστός μας Γέροντας, ο πρώην Φραγκίσκος και τώρα πλέον Ιωσήφ. Μεγάλες δοκιμασίες από το εργόχειρο και κάποιες συνήθειες των περιοίκων μοναχών ανάγκασαν τον Γέροντα Εφραίμ και τους δύο υποτακτικούς Ιωσήφ και Αρσένιο να ανεβούν ψηλότερα στην περιοχή του Αγίου Βασιλείου. Οι δυσκολίες λόγω της ακτημοσύνης ήταν απερίγραπτες· εκεί αναγκάστηκαν να φτιάξουν ένα μικρό καλυβάκι διαμονής με απερίγραπτους κόπους. Εκεί αργότερα σε βαθιά γεράματα πέθανε και ο Γέροντας Εφραίμ, ενώ για τον Γέροντα Ιωσήφ ξεκίνησαν οι μεγάλοι πνευματικοί αγώνες.

Το όραμα του δοξασμένου στρατηγού
Ο μακαριστός Γέροντας πριν ξεκινήσει τον ασκητικό του αγώνα είχε πόθο να ζήσει μία πολύ πνευματική ζωή, και δεν υπολόγιζε κόπους σωματικούς, νηστείες και θλίψεις, υπομονή στην προσευχή και ο,τι άλλο χρειαζόταν για να πετύχει τον σκοπό του. Έτσι προσευχόμενος στο μικρό καλύβι του στον Άγιο Βασίλειο μέσα στην ησυχία της ερημιάς και της νύκτας, το άκτιστο φως της θείας Χάριτος αυξήθηκε υπερβολικά μέσα του με άπειρη γλυκύτητα και ξαφνικά εμφανίστηκαν μπροστά του ένα τάγμα μοναχών σαν παράταξη και απέναντί τους πάλι σαν είδος στρατού πολλοί μαύροι εξαγριωμένοι με άσχημη όψη και διάθεση. 
Τον πλησίασε ένας δοξασμένος από θεϊκό φως στρατηγός και του είπε: «Επιθυμείς να πολεμήσεις στην πρώτη γραμμή;» και ενώ ο μακαριστός Γέροντας του απάντησε ναι, χαρούμενα και με γενναιότητα, οδηγήθηκε τελείως μπροστά όπου ήταν ένας ή δύο μοναχοί ενώ ταυτόχρονα του μίλησε ο οδηγός του και του είπε ότι: «όποιος θέλει να πολεμήσει ανδρεία με αυτούς τους σκοτεινούς δεν τον εμποδίζω αλλά τον βοηθώ».
Οκτώ χρόνια ακόμη αγωνίστηκε σκληρά εναντίον κάθε δαίμονος και κυρίως αυτού που προκαλεί την ανηθικότητα και την πορνεία. Στο διάστημα αυτό, ο αγώνας ήταν εξαντλητικός, κοιμόταν λίγο σε ένα είδος καρέκλας και δεν ξάπλωνε· νήστευε και προσευχόταν αδιάλειπτα, όταν έφθανε σε υπερβολική κόπωση και θλίψη τον παρηγορούσε η Χάρις του Θεού. Ο ίδιος στηρίζοντας αργότερα τα πνευματικά του παιδιά τους διηγούταν πολλές από αυτές τις θεϊκές παρηγοριές.
Στο διάστημα αυτό γνώρισε ένα πολύ ενάρετο ασκητή τον Γέροντα Δανιήλ που έμενε στο κάθισμα του Αγίου Πέτρου μετά από την ερημική και πανέμορφη περιοχή των Κρύων Νερών.
Στον Άγιο Βασίλειο έγινε γνωστός πλέον ο Γέροντας και πολλοί τον επισκέπτονταν για συμβουλές, έτσι ενοχλούμενος στην ησυχία του αναζητούσε άλλο χώρο ησυχαστικό και δύσβατο, κρυμμένο από τους πολλούς. Δεν άργησε να ανακαλύψει τις σπηλιές στη Μικρά Αγία Άννα. Ήταν τόπος στενός και δύσβατος. Ο χώρος για να κτιστεί ένα μικρό πήλινο καλυβάκι, όπως συνήθιζαν, ήταν σχεδόν ακατάλληλος.
Όλη τους η περιουσία ήταν λίγα βιβλία και τα ρούχα που φορούσαν. Μετακόμισαν εκεί τον Ιανουάριο του 1938. Οι κόποι, οι παρατεταμένες νηστείες και αγρυπνίες κατέβαλαν πλέον το σώμα του Γέροντα. Αναγκάστηκαν και έκτισαν μία μικρή πόρτα στους βράχους που ήταν η μοναδική φυσική είσοδος, λίγο μετά έκτισαν κάτω από τη σπηλιά ένα μεγαλύτερο καλύβι με ξύλα, βέργες και πηλό, το οποίο διαίρεσαν σε τρία πολύ μικρά δωμάτια. Ήταν δε τόσο μικρό που με κόπο μπορούσε να εξυπηρετηθεί άνθρωπος περιορισμένων απαιτήσεων, και αντί πόρτας χρησιμοποιούσαν το παράθυρο.
Για εννέα χρόνια στην συνοδεία τους στη Μικρά Αγία Άννα ήταν μόνο οι δύο τους ο Γέροντας Ιωσήφ, ο π. Αρσένιος και ο εφημέριος που έμενε μαζί τους μία ή δύο φορές την εβδομάδα για την θεία Λειτουργία. Ο εφημέριος αυτός, ενάρετος ιερομόναχος, ήταν ο μετέπειτα πολύ γνωστός στο Άγιον Όρος π. Εφραίμ Κατουνακιώτης.
Η επιθυμία να μην έχουν απολύτως τίποτε εκτός από τα πιο αναγκαία ξεκινούσε από τον πόθο της αγάπης του Θεού ώστε τίποτε να μην ενοχλεί την γαλήνια και καθαρή προσευχή τους, τίποτε να μη διασπά την προσοχή τους. Ο νους ανάλαφρος να αντιμετωπίζει τις εχθρικές προσβολές, να ζει μέσα σε απερίγραπτη εσωτερική και εξωτερική ησυχία, να ενώνεται ακατάληπτα σε θείους έρωτες με το Πνεύμα το Άγιο του Θεού.
Η αιτία που ο άνθρωπος θεωρεί την αμαρτία ως αγαθό είναι η ηδονή. Μέσα στην ασκητική ζωή της Ορθοδοξίας, οι ασκητές δεν ήταν άνθρωποι οι οποίοι μισούσαν το σώμα τους, αλλά με την νηστεία και τον κόπο νικούσαν τα πάθη που προκαλούν οι ηδονές του σώματος, ενώ με την σιωπή και την ταπείνωση νικούσαν τον εγωισμό και την υψηλοφροσύνη, με την συνεργασία πάντοτε της θείας Χάριτος. Έτσι επιδίδονταν σε αγώνες φιλοπονίας, ησυχίας, σιωπής και προσευχής με σκοπό να φθάσουν στην ένωση με τον Θεό και την τέλεια αγάπη.

Η συνάντηση με τον Γέροντα Ιωσήφ τον Βατοπαιδινό
Το 1947 και ενώ ο Γέροντας Ιωσήφ συνεχίζει την σκληρή και αυστηρή ασκητική του ζωή, δέχτηκε στην συνοδεία του μετά από προσευχή, τον Γέροντα Ιωσήφ από την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου. Όταν προσέγγισε τον Γέροντα Ιωσήφ, εκείνος δεν τον δέχτηκε σαν μαθητή του· όμως παρακαλώντας τον επίμονα απέσπασε στο τέλος την υπόσχεση ότι θα προσευχόταν ο Γέροντας και θα του απαντούσε τελικά μετά από θεϊκό φωτισμό και πληροφορία. 
Ο ίδιος Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός στον εκτενή βίο που έχει συγγράψει για τον Γέροντά του αναφέρει: «Όταν την επομένη μέρα, μετά εναγώνια αναμονή, άκουσα την συγκατάθεση του Γέροντα ότι με δέχεται, άνοιγε για την ευτέλειά μου η νέα σελίδα της ταπεινής μου ζωής. Μόνον από τότε δεν είχα αμφιβολίες ή απορίες, αλλά με όλο το πλήρωμα της πληροφορίας και πίστεως ευρήκα αυτό που νοσταλγούσα και προγραμμάτιζα, που ήταν και το μακρινό μου όνειρο. Έμενα πια μόνιμα μαζί τους, όταν ο Γέροντας εγκατέλειψε το κελί του όπου έμενε και πήγε μακρύτερα, διακόσια περίπου μέτρα, σε άλλο κελί που του είχα ετοιμάσει και έμενε εκεί μόνος του.

Η κοίμηση του Γέροντα
Οι σκληροί αγώνες στην νεανική ζωή του Γέροντα, οι στερήσεις, οι αδιάκοποι κόποι, οι απόκρημνοι και δύσβατοι χώροι όπου ασκήτευε, τον κατέβαλαν σωματικά ώστε να φαίνεται υπέργηρος.
Όταν αργότερα στον χώρο αυτό προσήλθαν ακόμη δύο αδελφοί, ο Προηγούμενος Γέροντας Εφραίμ της Ιεράς Μονής Φιλοθέου και ο Προηγούμενος Γέροντας Χαράλαμπος της Ιεράς Μονής Διονυσίου, οι δυσκολίες διαμονής έγιναν αξεπέραστες, ενώ η κατασκευή νέων χώρων διαμονής σχεδόν αδύνατη. Τέλος, με υπεράνθρωπες προσπάθειες κατασκεύασαν ένα χώρο πιο βαθιά, στον οποίο αποσύρθηκε ο Γέροντας Ιωσήφ για ησυχία, ενώ στο αρχικό πήλινο σπιτάκι παρέμειναν οι τρεις νέοι υποτακτικοί.
Πολύ σύντομα όμως οι δυσκολίες δημιούργησαν έντονα προβλήματα υγείας σε όλους και ακόμη περισσότερο στους νεότερους. Έτσι αποφασίστηκε να κατεβούν πιο χαμηλά όπου υπήρχαν ευνοϊκότεροι χώροι διαμονής και προτιμήθηκε η Νέα Σκήτη, κατόπιν προτροπής του πατρός Θεοφυλάκτου που έμενε στην καλύβη των Αγίων Αναργύρων της Σκήτης και ήταν πολύ αγαπητός στον Γέροντα Ιωσήφ. Αυτό έγινε το 1951.
Για μία ακόμη φορά προσπάθησαν να δημιουργήσουν χώρους διαμονής στα ψηλότερα και ασκητικότερα μέρη της Νέας Σκήτης, οι δυσκολίες και πάλι απερίγραπτες εφόσον σαν ακτήμονες δεν είχαν ούτε τα απαραίτητα εργαλεία, αλλά ούτε και την οικονομική δυνατότητα.
Η συνήθεια όμως στις στερήσεις έκανε και την δοκιμασία αυτή υποφερτή και σε σύντομο χρονικό διάστημα είχαν ετοιμάσει καταλύματα και συνέχιζαν το πνευματικό τους πρόγραμμα. Όμως ο Γέροντας είχε ήδη καταβληθεί, η υγεία του πήγαινε προς το χειρότερο, δύο σοβαρές ασθένειες, η μία μετά την άλλη επέφεραν το τέλος της επίγειας ζωής του την 15η Αυγούστου 1959.
Επί σαράντα σχεδόν ημέρες, τις τελευταίες του, δεν έτρωγε τίποτε· μόνο κοινωνούσε κάθε μέρα και έπαιρνε λίγο καρπούζι. Ο Γέροντας είχε τόση φροντίδα και μέριμνα για την έξοδό του, που νόμιζε κανείς ότι όντως πρόκειται να ταξιδέψει αυτήν την ώρα και περίμενε το μέσο της μεταφοράς.
Κατά την 14η Αυγούστου του 1959 ετοιμαζόταν πολύ και υπολογίζοντας την επομένη, που ήταν η εορτή της Κοιμήσεως, ανυπομονούσε· κάτι περίμενε. Συνάμα και η κατάστασή του είχε επιδεινωθεί. Πέρασαν προηγουμένως φίλοι του λαϊκοί και τον χαιρέτησαν και, όταν του ευχήθηκαν ανάρρωση, τους είπε· “όχι, όχι· φεύγω σύντομα, όταν θα ακούσετε μετά τρεις ημέρες τις καμπάνες, να ξέρετε ότι έφυγε ο φίλος σας· υπολογίζω της Παναγίας μας”. Την άλλη μέρα, στη μνήμη της Κυρίας μας Θεοτόκου, παρευρέθηκε στην Λειτουργία, μετά κόπου είπε το τρισάγιο και μετέλαβε για τελευταία φορά πλέον λέγοντας “εις εφόδιον ζωής αιωνίου”. Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής έζησε στο Άγιον Όρος από το 1921 έως το 1959.

Ἀπολυτίκιον. Ἦχος α'. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Ὡς ἐρήμου πολίτης καὶ τῆς νήψεως πρόμαχος, μύστις θεωρίας ἐγένου, Ἰωσὴφ καὶ τῆς πράξεως, νηστείᾳ ἀγρυπνίᾳ προσευχῇ, οὐράνια χαρίσματα λαβών. Ὅθεν πρέσβευε τῷ Κυρίῳ ὑπὲρ ἡμῶν, τῶν πίστει κραυγαζόντων σοι· Δόξα τῷ φῶς ἐλλάμψαντι ἐν σοί, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ σὲ θεώσαντι Χριστῷ καὶ ἁγιάσαντι.
Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ'. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Ὡς ἐναθλήσας ἐν τῷ Ὄρει Θεομήτορος, ἔθλασας πάτερ μηχανὰς τοῦ πολεμήτορος, δι’ εὐχῆς ἀδιαλείπτου καὶ ἐγκρατείας, καὶ εἰς ὄρος ἀναβὰς τὸ ὑψηλότατον, θεοπτίας ἡγιάσθης καὶ ἐξέλαμψας, θείᾳ χάριτι, Ἰωσὴφ ὁσιώτατε.

https://inpantanassis.blogspot.com/

Αγαθή και πονηρή καρδιά




Του π. Δημητρίου Μπόκου
Σε μια παραβολή του ο Χριστός λέει, ότι σε κάποιον δούλο που χρωστούσε το υπέρογκο ποσό των μυρίων (δέκα χιλιάδων) ταλάντων (εκατομμύρια σημερινά λεφτά), έγινε παραγραφή του χρέους από τον κύριό του. Ο δούλος όμως δεν χάρισε ένα μηδαμινό χρέος (εκατό δηνάρια) σε κάποιον συνάδελφό του. Το αφεντικό του τότε ακύρωσε την παραγραφή του χρέους και τον φυλάκισε μέχρι να εξοφλήσει τα πάντα έως και το τελευταίο λεπτό (Κυριακή ΙΑ΄ Ματθαίου).
Ο κύριος του δούλου αγανάκτησε, διότι ο δούλος δεν διδάχτηκε τίποτε από τη δική του μεγαλοψυχία και αγαθότητα. Δεν παραδειγματίστηκε από την ευσπλαχνία του αφεντικού του. Χαρακτήρισε τον δούλο ως πονηρό, γιατί έδειξε κακία και τον καταδίκασε ακριβώς γι’ αυτό. «Ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλέησα;» Δεν έπρεπε και συ να δείξεις ευσπλαχνία στον σύνδουλό σου, όπως σπλαχνίστηκα και εγώ εσένα;
Η ασπλαχνία του δούλου είναι κάτι παράλογο, τη στιγμή που ο ίδιος δέχεται «το μέγα έλεος» από τον κύριό του. Δούλος είναι ο κάθε άνθρωπος, κύριος είναι ο Θεός και χρέος είναι οι αμαρτίες μας. Όλοι μας χρωστάμε υπέρογκα χρέη στον Θεό, αλλά και κάποια χρέη, μικρά ή μεγαλύτερα, μεταξύ μας.
Αυτό που ενδιαφέρει τον Θεό είναι η κατάσταση της καρδιάς μας. Αν έχουμε σπλαχνική ή άσπλαχνη καρδιά. Δεν τον ενδιαφέρει το μικρό ή μεγάλο χρέος μας απέναντί του. Ούτε καν οι καλές μας πράξεις τον ενδιαφέρουν, αν γίνονται για τον τύπο.
Η παραβολή του άσπλαχνου δούλου ειπώθηκε, γιατί ο Πέτρος είχε ρωτήσει αν είναι λογικό να συγχωρήσει τον αδελφό του μέχρι εφτά φορές. Και ο Χριστός του απάντησε ότι έχει κάποιο λάθος στον τρόπο που σκέφτεται. Μια σπλαχνική καρδιά συγχωράει όχι εφτά φορές, αλλά πάντα. Άπειρες φορές. «Έως εβδομηκοντάκις επτά». Όσες φορές και αν μας φταίξει κανείς. Η αγάπη και η ανεξικακία δεν μετράνε τα φταιξίματα του άλλου. Τα μετράει μόνο η πονηρή καρδιά. Που γεμάτη εκδικητικότητα και κακία, δεν εννοεί να συγχωρήσει ποτέ. Ακόμα και αν ευεργετηθεί, όπως ο πονηρός δούλος της παραβολής.
Και όμως η λογική του Χριστού είναι απλούστατη: Θέλετε να ελεηθείτε από τον Θεό; Γίνετε και σεις ελεήμονες στους συνανθρώπους σας. Ο άνθρωπος που έχει μέσα του ευσπλαχνία και αγάπη μοιάζει στον Θεό, ο οποίος «οικτίρμων εστί» προς πάντας.
Επιπλέον η αγάπη αναπληρώνει τις άλλες ελλείψεις και αμαρτίες μας. Λέει ο άγιος Παΐσιος: «Εάν ένας άνθρωπος είναι καλός και πονετικός, μην τον φοβάσαι. Αν π.χ. πίνει ή παίζει χαρτιά και έχει άλλα πάθη και δεν πιστεύει, αλλά όταν δει ένα φτωχό, λυπάται, ταράζεται, θέλει να βοηθήσει, αυτόν μην τον φοβάσαι, θα τον βοηθήσει ο Χριστός. Αλλά αν κάποιος είναι σκληρός και, παρ’ όλο που έχει πολλά, επιμένει και σκληραίνει, …αυτός δεν πάει καλά και θέλει πολλή προσευχή για να αλλάξει αυτός»!
Ελεήμονα καρδιά μπορεί να έχει και εκείνος που δεν έχει καθόλου χρήματα για να ελεήσει φτωχούς. Μπορεί να τους αγαπάει, να τους συμπαρίσταται με την παρουσία του και να προσεύχεται αδιάκοπα γι’ αυτούς.
Αντιστοίχως και όποιος έχει μέσα του σκληρή και άπονη καρδιά, απορρίπτεται ασυζητητί από τον Θεό, ακόμα και αν δεν προβεί σε καμμιά κακή ενέργεια εναντίον άλλων. Μετράει το ποιόν της καρδιάς και όχι τόσο οι εξωτερικές πράξεις, είτε καλές είτε κακές.
Προέχει να αποκτήσουμε σπλαχνική καρδιά. Να ελεούμε από αγάπη και να συγχωρούμε «από των καρδιών ημών τα παραπτώματα» των αδελφών μας.
Όχι τυπικά, απλώς από καθήκον.

https://www.nyxthimeron.com/

Άγιος Τιμόθεος, Επίσκοπος Ευρίπου ο θαυματουργός



Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου – Καθηγητού 
Η αττική γη, αφότου κηρύχτηκε το ευαγγέλιο του Χριστού, ανάδειξε μια πλειάδα αγίων, οι οποίοι λαμπρύνουν το αγιολογικό στερέωμα της Εκκλησίας μας. Ένας από αυτούς υπήρξε ο άγιος Τιμόθεος Επίσκοπος Ευρίπου. Ένας ολόφωτος αστέρας, μια μεγάλη πνευματική προσωπικότητα, σε δύσκολους καιρούς για την Εκκλησία και το Έθνος μας.
       Γεννήθηκε το έτος 1510 στον Κάλαμο Αττικής. Το όνομά του ήταν Τάσος Καλαμιώτης. Ο πατέρας του ήταν ιερέας του χωριού, ο οποίος του δίδαξε τα πρώτα γράμματα. Προπαντός του ενέπνευσε την πίστη στο Θεό και την ενάρετη ζωή. Τόσο ο ιερέας πατέρας του, όσο και η ευσεβής πρεσβυτέρα μητέρα του, γέμισαν την παιδική του ψυχή από αγάπη για την Ορθοδοξία, την μόνη αληθινή πίστη. Από μικρό παιδί έδειξε μεγάλη έφεση στα γράμματα, για τούτο οι γονείς του τον έστειλαν στα σχολεία των Αθηνών, όπου έλαβε την καλλίτερη δυνατή μόρφωση της εποχής του. Κύριος δάσκαλός του υπήρξε ο Επίσκοπος Ωρεού της Βόρειας Εύβοιας, ο οποίος και χρηματοδότησε τις σπουδές του. Μετά το πέρας των σποδών του γύρισε για λίγο καιρό στον Κάλαμο.
     Αλλά, από την ηλικία του εφήβου, έδειξε την κλήση του προς τον μοναχισμό και τον αναχωρητισμό. Εκείνος που τον ενέπνευσε να ασπασθεί τον μοναχισμό ήταν ο σεβαστός του δάσκαλος Επίσκοπος Ωρεού, τον οποίο κάλεσε στη Βόρεια Εύβοια και τον έκανε αρχικά γραμματέα του. Εκάρη από εκείνον μοναχός και έλαβε το μοναχικό όνομα Τιμόθεος και στη συνέχεια τον χειροτόνησε διάκονο και πρεσβύτερο. Από τότε ξεκίνησε και η πνευματική του προσφορά προς την Εκκλησία και τον υπόδουλο στους τούρκους λαό της περιοχής. Είχε δε τέτοιο ζήλο, ώστε όταν τελούσε τα Ιερά Μυστήρια και ιδίως την Θεία Ευχαριστία, θεωρούσε τον εαυτό του εκούσιο όργανο του Θεού για τον αγιασμό των πιστών.
    Μετά τον θάνατο του γέροντα Επισκόπου του, πήρε τη θέση του αυτός, εξελέγη επίσκοπος Ωρεού. Αλλά ύστερα από λίγο καιρό εξελέγη Μητροπολίτης Ευρίπου με έδρα την Χαλκίδα. Ως μητροπολίτης ανάλωσε κυριολεκτικά τον εαυτό του για την πνευματική αναγέννηση του ποιμνίου του και την κοινωνική διακονία των αναξιοπαθούντων, χωρίς καμιά διάκριση. Μαζί με τους Χριστιανούς ανακούφιζε και τους αλλόθρησκους τούρκους και εβραίους. Αυτό τον έκανε πολύ αγαπητό σε όλους, ακόμα και στους τούρκους. 
      Αλλά δεν άργησε να αλλάξει το κλίμα. Ο Σουλτάνος Σελίμ ο Β΄(1566-1574), θέλοντας να εξισλαμίσει τους μη μουσουλμάνους υπηκόους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, έβγαλε απόφαση να μετατραπούν σε τζαμιά οι μεγαλύτεροι και λαμπρότεροι χριστιανικοί ναοί. Τότε ο Τιμόθεος αντέδρασε με σφοδρότητα και διαμήνυσε στον ντόπιο τουρκαλβανό πάσα ότι δεν θα επιτρέψει να εφαρμοστεί το σουλτανικό φιρμάνι. Ο βάρβαρος και αδίστακτος πασάς θεώρησε τη στάση του αγίου Επισκόπου εχθρική προς την Υψηλή Πύλη και τον κήρυξε εχθρό του οθωμανικού κράτους. Μάλιστα σχεδίασε να τον σκοτώσει. Αλλά όμως η κρυπτοχριστιανή σύζυγος του πασά, παλιό πνευματικό του παιδί, τον ειδοποίησε να φυλαχτεί. Του έδωσε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό και τον συμβούλεψε να φύγει από την περιοχή. Υπάρχει η μαρτυρία ότι τον προστάτεψαν και τον βοήθησαν να φύγει οι τούρκοι της Εύβοιας, οι οποίοι, όπως είπαμε τον εκτιμούσαν και τον αγαπούσαν. 
     Ο Τιμόθεος, βλέποντας ότι όντως κινδύνευε η ζωή του, ένα βράδυ του έτους 1572, με τη συνοδεία δύο κληρικών του, πέρασε κρυφά στην αντίπερα όχθη της Αττικής και εγκαταστάθηκε αρχικά στην γενέτειρά του, όπου έμεινε για λίγο καιρό, στην εκεί μικρή Μονή Κολολιβαδίου. 
    Όμως ένα σημαντικό γεγονός άλλαξε τα πράγματα στην υπόδουλη Ελλάδα. Η ήττα των Τούρκων από τις συνασπισμένες χριστιανικές ευρωπαϊκές δυνάμεις το 1571 στις Εχινάδες Νήσους (Ναυμαχία της Ναυπάκτου), υπό τον Αυστριακό δον Χουάν, είχε ως αποτέλεσμα να ενταθούν οι διωγμοί κατά των υποδούλων Χριστιανών από τους τούρκους. Έτσι κινδύνευε περισσότερο η ζωή του εξόριστου Επισκόπου.  
      Περί το 1573-74 ο πασάς της Χαλκίδος είχε στείλει ανθρώπους του να τον συλλάβουν, αλλά ο Τιμόθεος πρόλαβε και κρύφτηκε στο «Όρος των Αμώμων», όπως ονομαζόταν το Πεντελικό όρος, σε ασκητήριο προς τιμήν της Αγίας Τριάδος, όπου προσέλκυσε και άλλους ασκητές. 
      Αλλά εκείνος ποθούσε την ησυχία, διότι οι πολλοί συνασκητές του του στερούσαν αυτόν τον πόθο του. Γι’ αυτό αναζητούσε άλλον τόπο, όπου θα ίδρυε δικό του ησυχαστήριο. Ερευνώντας όλη την περιοχή, με μια μικρή του συνοδεία, έφτασε σε ένα σημείο γεμάτο αγριελιές και όπου εκείτο παλαιός σκελετός. Εξετάζοντάς τον διαπίστωσε πως στην περιοχή της καρδιάς του ήταν χαραγμένη η εικόνα της Παναγίας Γλυκοφιλούσας. Λέγεται πως στη θέση εκείνη υπήρξε κατά την αρχαιότητα ιερό της Αθηνάς. Κατά άλλη παράδοση, τον οδήγησε εκεί η ίδια η Παναγία για να κτίσει Ιερά Μονή προς τιμήν της. Σύμφωνα άλλη παράδοση, η Παναγία τον οδήγησε σε παρακείμενη καλύβα, όπου βρήκε σκελετό μοναχού να έχει αγκαλιά την εικόνα της Παναγίας Γλυκοφιλούσας.
      Ο άγιος ενέκρινε τον χώρο και έδωσε εντολή για την ανοικοδόμηση της Μονής, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου. Είναι η σωζόμενη ως τα σήμερα φημισμένη Ιερά Μονή Πεντέλης. Η ανέγερση έγινα ανάμεσα στα έτη 1576-1578. Αφού την επάνδρωσε και την οργάνωσε, την ποίμανε για πέντε χρόνια και κατόπιν αποσύρθηκε σε κτήμα, που αγόρασε στην περιοχή του Γέρακα, για μεγαλύτερη ησυχία. Κατόπιν πέρασε και από άλλα ησυχαστήρια, όπως του Μπογιατίου Αττικής (Άγιος Στέφανος), το Καστράκι, του Αγίου Γεωργίου Κοκκιναρά και το Θαλάσσι, μια βαλτώδη περιοχή στη βάση του Πεντελικού. Πέρασε επίσης και από την Ιερά Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Καλού Λιβαδίου στον Κάλαμο, το χωριό του. 
     Λίγο μετά τον συναντάμε στη Σκήτη του Αγίου Γεωργίου Χωστού, στη Γαργηττό, νότια του Πεντελικού όρους. Μετά από καιρό, το 1580, εγκαταστάθηκε στη Σκήτη του Αγίου Γεωργίου Βραυρώνας Αττικής. Εκεί ανακαίνισε τη Μονή και έκτισε καινούργια κελιά. Κατά την παραμονή του εκεί συνέβη ένα μεγάλο θαύμα. Κάποιοι τούρκοι πειρατές άρπαξαν  τα παιδιά μιας τουρκάλας γαιοκτήμονος. Εκείνη πληροφορήθηκε για την αγιότητά του και γι’ αυτό έτρεξε κοντά του να τον παρακαλέσει να σώσει τα παιδιά της. Το θαύμα έγινε, με τις προσευχές του οι πειρατές απελευθέρωσαν τα παιδιά. Εκείνη ως ευγνωμοσύνη, του παραχώρησε μια μεγάλη έκταση, από την ιδιοκτησία της στην περιοχή Βραυρώνας. 
     Αλλά και εδώ δεν βρήκε ησυχία. Οι άλλοι γαιοκτήμονες της περιοχής θεώρησαν ότι ο πολλαπλασιασμός των κτημάτων τους ενείχε κίνδυνο για τις δικές τους ιδιοκτησίες και γι’ αυτό άρχισαν νέες διώξεις για τον Τιμόθεο. Για εκφοβισμό του έκαψαν τη βάρκα που ψάρευε. Γι’ αυτό αναγκάστηκε και πάλι να εκτοπιστεί. Πέρασε στην απέναντι νήσο Κέα (Τζια), όπου εγκαταστάθηκε στην ερειπωμένη Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου Προδρόμου. Τα καλοκαίρια σύχναζε σε σπήλαιο στην περιοχή του Λούρου, όπου διήγε με νηστεία, αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή. Εκεί έκαμε άλλο ένα θαύμα, ανέβλυσε γάργαρο νερό από τα ξερά βράχια. Η πηγή υπάρχει ως τα σήμερα και μαζί ναός του Αγίου Παντελεήμονα. 
     Ίσως διερωτηθεί κάποιος, γιατί είχε όλες αυτές τις μετακινήσεις. Η απάντηση είναι ότι ο ίδιος ήταν ανεξίκακος άνθρωπος. Έδινε τόπο στην οργή και προτιμούσε τη φυγή από τις φασαρίες. Είχε ως αρχή του το «φοβού και φεύγε»! Ήταν επίσης άνθρωπος της ησυχίας κι ακόμη: σε όλες τις περιοχές που πήγαινε δημιουργούσε πνευματικές εστίες, οι οποίες λειτουργούν ως τα σήμερα!      
      Με τον προσωπικό του αγώνα καθάρθηκε, αγιάστηκε και θεώθηκε. Έλαβε μάλιστα το χάρισμα της θαυματουργίας. Ο Άγιος έγινε γνωστός για τα θαύματά του εν ζωή, μετά το θάνατό του ως διώκτης των ασθενειών της χολέρας και της πανώλης. Τα λείψανά του συνδέθηκαν με πολλαπλά θαύματα όπως εκείνου της εξαφάνισης των ακρίδων αλλά και της πανώλης.
      Τσακισμένος από τις ταλαιπωρίες και τον ασκητικό του αγώνα, κοιμήθηκε ειρηνικά στις 16 Αυγούστου του έτους 1590,σε ηλικία 80 ετών, στο σπήλαιο Λούρου. Το ιερό του λείψανο ετάφη στο εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονος. Αλλά αργότερα παρουσιάστηκε σε όνειρο μοναχών και τους παρότρυνε να μεταφέρουν το λείψανό του στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης. Όμως στα 1821 τα τουρκικά στρατεύματα λεηλάτησαν τη Μονή και εξαφάνισαν τα τίμια λείψανά του. Σώθηκε μόνο η τίμια Κάρα του και η εικόνα της Παναγίας Γλυκοφιλούσας. 
    Η μνήμη του τιμάται στις 16 Αυγούστου, την ημέρα της οσιακής κοιμήσεώς του.  Τιμάται ιδιαιτέρως στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Πεντέλης, ο οποίος θεωρείται κτήτορας και προστάτης. Ναοί του υπάρχουν στη Χαλκίδα, στην Κέα και στην Γαργηττό Αττικής. 

https://www.nyxthimeron.com/

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ)




«Μακροθύμησον ἐπ’ ἐμοί, καί πάντα ἀποδώσω σοι» (Ματθ. 18.26).
Μιά εἰκόνα ἀπό τό μέλ­λον μᾶς παρουσιάζει ὁ Χρι­στός στή σημερι­νή εὐαγγε­λική περικοπή· μιά εἰκό­να τῆς βασιλείας τῶν οὐρα­νῶν· μία εἰκόνα τῆς μελ­λούσης κρίσεως.
Καί τό κάνει ὁ Χριστός γιά νά μᾶς προετοιμάσει. Τό κά­­νει γιά νά μή βρεθεῖ κα­νείς ἀπό ἐμᾶς ἐκείνη τή φοβερή ἡμέρα καί πεῖ ὅτι δέν ἤξερα τί θά συνέβαινε, δέν ἤξερα τί ἀπαιτήσεις θά εἶχε ὁ Θεός ἀπό ἐμένα καί γι’ αὐτό δέν μπό­ρεσα νά προ­ετοιμαστῶ κατάλ­λη­λα. Τό κάνει κινούμενος ἀπό με­­γάλη ἀγάπη πρός τό πλάσμα του, ἀλλά καί θέ­λοντας νά μᾶς δείξει πώς ὁ δρό­μος τῆς σωτηρίας μας περ­νᾶ μέσα ἀπό τήν ἀγάπη μας γιά τόν ἀδελφό μας καί ὁ δρόμος τῆς συγχωρήσεως τῶν δικῶν μας ἁμαρτιῶν περνᾶ μέ­σα ἀπό τή διάθεση συγχωρήσεως τοῦ ἀδελφοῦ μας.
Γι’ αὐτό καί ἡ εἰκόνα τῆς μελλού­σης κρίσεως πού μᾶς παρουσιάζει εἶ­ναι ἡ εἰ­κόνα ἑνός βασι­λέως πού θέλησε νά ζητήσει λό­γο ἀπό τούς δούλους του γιά τό τί ἔκα­ναν ὅσο διά­στη­μα τούς εἶχε ἀφήσει νά ἐργάζονται χωρίς νά τούς ἐλέγ­χει.
Καί τότε ὁδήγησαν ἐνώ­πιόν του κάποιον πού ἦταν ὀφειλέτης μυρί­ων ταλά­ν­των. Δέκα χιλιάδες τάλα­ντα, δέκα χιλιάδες νομίσμα­τα ὄφει­λε, λέγει ὁ Χριστός, ὁ δοῦλος στόν βασιλέα.
Ὑπέ­ρο­γκο ποσό ἀσφαλῶς, ἀδελ­φοί μου, ἀλλά ἄς μήν ἐκ­πλησ­σόμεθα, γιατί στή θέ­­­ση τοῦ χρεώ­στου δούλου βρίσκεται ὁ καθένας ἀπό ἐμᾶς. Τά μύρια τάλαντα, πού ὄφειλε ὁ δοῦλος, συμ­βολίζουν τίς ἀμέ­τρητες καί ἀναρίθμητες δωρεές τοῦ Θεοῦ στόν καθένα μας.
Ἄν ἀναλογισθοῦμε πόσες ἡμέρες ζωῆς μᾶς ἔχει χα­ρίσει καί μέ πόσα ἀγαθά μᾶς ἔχει πλουτί­σει ὁ Θεός, τά ὁποῖα τίς περισσότερες φο­ρές οὔτε κἄν συνειδητο­ποι­οῦ­με καί ὑπολογίζουμε, τότε θά κατανοήσουμε πό­σο ὅ­μοια εἶναι ἡ δική μας θέ­ση μέ τή θέση τοῦ ὀφει­λέτη δούλου.
Ὁ Χριστός ὅμως δέν θέλει ἁπλῶς νά μᾶς ὑπενθυμίσει πό­σα πολλά ὀφεί­λουμε στόν Θεό, γιατί ὁ Θεός δέν θέλει στήν παραγματικό­τη­τα νά τοῦ δώσουμε αὐτά πού μᾶς χάρισε πίσω, γιατί δέν τά ἔχει ἀνάγκη, ὅπως δέν εἶχε ἀνά­γκη καί ὁ βα­σι­λέας τῆς εὐαγγελικῆς πε­ρικοπῆς τά μύρια τάλαντα. Θέλει ὅμως νά μᾶς διδάξει τήν ἀρετή τῆς συγχωρητι­κό­τητος πού ἀποτελεῖ προ­ϋ­πόθεση τῆς σωτηρίας μας.
Ἔτσι, ἐνῶ εὔκολα ὑπο­χω­ρεῖ στίς ἱκεσίες τοῦ χρεώ­στου δούλου καί ὄχι μόνο δέν τόν καταδικάζει ἀλλά καί τοῦ διαγράφει τό χρέος, ἀποδεικνύοντας ἔμ­πρα­κτα τή βασιλική του γενναιο­δω­­ρία καί μεγαλο­ψυ­χία, στή συνέχεια τόν τιμωρεῖ, γιατί ἐκεῖνος φέρεται σκλη­­ρά καί ἄσπλαγχνα στόν σύνδουλό του, ὁ ὁποῖος τοῦ χρωστοῦσε λίγα μόνο νομί­σματα.
Ἀδελφοί μου, ἡ καταδίκη τοῦ χρεώστου δούλου δέν ἀναιρεῖ, ἀσφαλῶς, τήν εὐ­σπλαγ­χνία τοῦ βασιλέως, ἀλλά ἀπο­καθιστᾶ τή δι­και­ο­­σύνη καί δι­δά­σκει σέ ὅλους ἐμᾶς ποιό εἶναι τό χρέος μας ἀπέναντι στούς ἀδελ­φούς μας. Ἡ ὑπεν­θύ­μιση τῆς ὀφει­λῆς μας ἀπέ­ναντι στόν Θεό γίνεται μέ σκοπό νά μᾶς παρα­κινήσει ἀφενός νά εἴ­μαστε ἐλε­­ήμονες καί ἀνεκτικοί ἀπέ­­ναντι στούς ἀδελ­φούς μας καί ἀφετέρου νά συνει­δητοποιή­σου­με πώς τίποτε ἀπό ὅσα ἔχουμε σ’ αὐ­τή τή ζωή δέν εἶναι δικό μας, δέν εἶναι ἀποτέλεσμα τῶν δι­κῶν μας δυνάμεων, διότι τί­ποτε δέν θά μπο­ρούσαμε νά κάνουμε χωρίς τά χαρί­σματα καί τίς δωρεές τοῦ Θεοῦ.
Ἄς μή ξεχνοῦμε, λοιπόν, ποτέ ὅτι ὀφείλουμε τά πάν­τα στόν Θεό· καί ἡ σκέ­ψη αὐτή θά μᾶς κάνει ἰδιαί­τε­ρα προ­σεκτικούς στή ζωή μας καί ἰδιαίτερα συγκατα­βατικούς καί ἀνε­κτικούς πρός τούς ἀδελφούς μας, ἔτσι ὥστε νά ἀξιωθοῦμε καί ἐμεῖς τοῦ ἐλέους καί τῆς συγχωρήσεως τοῦ Θε­οῦ κατά τήν ἡμέρα τῆς κρί­σεως. Ἀμήν.
 
 Μητροπολίτης Βεροίας κ. Παντελεήμων
https://imverias.blogspot.com/

Το Αποστολικό και Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής



† Κυριακῇ 16 Αὐγούστου 2026 (ΙΑ' Ματθαῖου)
Τὸ Εὐαγγέλιον
Ἐκ τοῦ κατά Ματθαῖον
Κεφ. ιη' : 23-35
Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην· Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ. Ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν, προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων. Μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι, ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, καὶ τὰ τέκνα, καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι. Πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ, λέγων· Κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω. Σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου, ἀπέλυσεν αὐτὸν, καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ. Ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος, εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὄφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· Ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις. Πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ, παρεκάλει αὐτὸν, λέγων· Μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ, καὶ ἀποδώσω σοι. Ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν, ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον. ᾿Ιδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα, ἐλυπήθησαν σφόδρα· καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ αὐτῶν πάντα τὰ γενόμενα. Τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ, λέγει αὐτῷ· Δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με· οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα; Καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ, παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ. Οὕτω καὶ ὁ Πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν, τὰ παραπτώματα αὐτῶν.

Ὁ Ἀπόστολος
Πρὸς Κορινθίους Α’ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀναγνωσμα
Κεφ. θ' : 2-12
Ἀδελφοί, ἡ σφραγὶς τῆς ἐμῆς ἀποστολῆς ὑμεῖς ἐστε ἐν Κυρίῳ. Ἡ ἐμὴ ἀπολογία τοῖς ἐμὲ ἀνακρίνουσιν αὕτη ἐστί. Μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν φαγεῖν καὶ πιεῖν; Μὴ οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν ἀδελφὴν γυναῖκα περιάγειν, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ ἀπόστολοι καὶ οἱ ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου καὶ Κηφᾶς; Ἤ μόνος ἐγὼ καὶ Βαρνάβας οὐκ ἔχομεν ἐξουσίαν τοῦ μὴ ἐργάζεσθαι; Τίς στρατεύεται ἰδίοις ὀψωνίοις ποτέ; Τίς φυτεύει ἀμπελῶνα καὶ ἐκ τοῦ καρποῦ αὐτοῦ οὐκ ἐσθίει; Ἤ τίς ποιμαίνει ποίμνην καὶ ἐκ τοῦ γάλακτος τῆς ποίμνης οὐκ ἐσθίει; Μὴ κατὰ ἄνθρωπον ταῦτα λαλῶ; Ἤ οὐχὶ καὶ ὁ νόμος ταῦτα λέγει; Ἐν γὰρ τῷ Μωσέως νόμῳ γέγραπται· «Οὐ φιμώσεις βοῦν ἀλοῶντα». Μὴ τῶν βοῶν μέλει τῷ Θεῷ; Ἤ δι᾿ ἡμᾶς πάντως λέγει; Δι᾿ ἡμᾶς γὰρ ἐγράφη, ὅτι ἐπ᾿ ἐλπίδι ὀφείλει ὁ ἀροτριῶν ἀροτριᾶν, καὶ ὁ ἀλοῶν τῆς ἐλπίδος αὐτοῦ μετέχειν ἐπ᾿ ἐλπίδι. Εἰ ἡμεῖς ὑμῖν τὰ πνευματικὰ ἐσπείραμεν, μέγα εἰ ἡμεῖς ὑμῶν τὰ σαρκικὰ θερίσομεν; Εἰ ἄλλοι τῆς ἐξουσίας ὑμῶν μετέχουσιν, οὐ μᾶλλον ἡμεῖς; Ἀλλ᾿ οὐκ ἐχρησάμεθα τῇ ἐξουσίᾳ ταύτῃ, ἀλλὰ πάντα στέγομεν, ἵνα μὴ ἐγκοπήν τινα δῶμεν τῷ εὐαγγελίῳ τοῦ Χριστοῦ.