Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2018

Πώς φθάνουμε στην κατάκριση


– Γέροντα, γιατί πέφτω συχνά στην κατάκριση;

– Επειδή ασχολείσαι πολύ με τους άλλους. Περιεργάζεσαι τις αδελφές και θέλεις από περιέργεια να μαθαίνεις τι κάνει η μια, τι κάνει η άλλη. Έτσι μαζεύεις υλικό, για να έχει το ταγκαλάκι να εργάζεται και να σε ρίχνει στη κατάκριση.

– Γιατί, Γέροντα, ενώ πρώτα δεν έβλεπα τα ελαττώματα των άλλων, τώρα τα βλέπω και κατακρίνω;

– Τώρα βλέπεις τα ελαττώματα των άλλων, γιατί δεν βλέπεις τα δικά σου.

– Από πού προέρχονται, Γέροντα, οι λογισμοί κατακρίσεως;

– Από την ιδέα που έχουμε για τον εαυτό μας- δηλαδή από την υπερηφάνεια- και από την τάση να δικαιολογούμε τον εαυτό μας.

– Γέροντα, η κατάκριση έχει έλλειψη αγάπης;

– Έμ, τι έχει; Και έλλειψη αγάπης έχει και αναίδεια έχει. Όταν δεν έχεις αγάπη, δεν βλέπεις με επιείκεια τα λάθη των άλλων, οπότε τους ταπεινώνεις μέσα σου και τους κατακρίνεις. Πάει μετά το ταγκαλάκι και τους βάζει να κάνουν και άλλο σφάλμα. Το βλέπεις εσύ, τους κατακρίνεις πάλι και ύστερα συμπεριφέρεσαι με αναίδεια.

– Μερικές φορές, Γέροντα, με στεναχωρεί η αδελφή με την οποία συνεργάζομαι και την κατακρίνω.

– Πού ξέρεις εσύ με πόσα ταγκαλάκια πολεμάει εκείνη την ώρα η αδελφή; Μπορεί να τη πολεμούσαν πενήντα δαίμονες, για να την ρίξουν, ώστε να σε κάνουν να πεις: «Ά, τέτοια είναι». Ύστερα, όταν δουν ότι την κατέκρινες, θα έρθουν πεντακόσιοι δαίμονες να την ρίξουν πάλι μπροστά σου, για να την κατακρίνεις ακόμα περισσότερο. Μπορεί λ.χ. να της πεις: «Αδελφή, μη βάζεις αυτό το πράγμα εκεί, εδώ είναι η θέση του». Την άλλη μέρα θα την κάνει το ταγκαλάκι να ξεχάσει τι της είπες και να το βάλει πάλι στην ίδια θέση. Θα κάνει και καμιά άλλη αταξία και θα λες με το λογισμό σου: «Μα χθες της είπα να προσέξει και σήμερα το έβαλε πάλι εκεί! Έκανε κι άλλη αταξία!». Οπότε την κατακρίνεις και δεν μπορείς να συγκρατηθείς και να μη μιλήσεις. «Αδελφή, της λες, δεν σου είπα να μην το βάλεις εκεί; Αυτό είναι ακαταστασία. Με έχει σκανδαλίσει η συμπεριφορά σου!». Αυτό ήταν! Ο διάβολος έκανε την δουλειά του. Σε έβαλε να την κατακρίνεις, αλλά και  να ψυχρανθείς μαζί της. Και εκείνη, επειδή δεν ξέρει ότι εσύ ήσουν η αιτία για την απροσεξία της, θα νοιώθει τύψεις που σε σκανδάλισε και θα πέσει σε λύπη. Βλέπετε με τι πονηριά εργάζεται το ταγκαλάκι κι εμείς το ακούμε; Γι’ αυτό προσπαθήστε να μην κρίνετε κανέναν. Να κρίνετε μόνον τα ταγκαλάκια που, ενώ ήταν Άγγελοι, κατάντησαν δαίμονες και , αντί να μετανοήσουν, γίνονται πιο πονηροί και κακοί και βάλθηκαν με μανία να καταστρέψουν τα πλάσματα του Θεού. Ο πονηρός δηλαδή παρακινεί τους ανθρώπους να κάνουν παραξενιές και αταξίες, και ο ίδιος πάλι βάζει λογισμούς άλλους ανθρώπους, για να κρίνουν και να κατακρίνουν, και έτσι νικάει και τους μεν και τους δε. Και αυτοί μεν που νικούνται και κάνουν αταξίες, αισθάνονται μετά την ενοχή τους και μετανοούν, ενώ οι άλλοι που κατακρίνουν δικαιώνουν τον εαυτό τους, υπερηφανεύονται και καταλήγουν στην ίδια πτώση με τον πονηρό, την υπερηφάνεια.

Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης
http://alopsis.gr/κατάκριση-η-μεγάλη-αδικία-γέροντας-πα/

Ο Μοναχός που έσωσε την μητέρα του από την κόλαση


Ο επίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος, ό όποιος έζησε τον Ε μ.Χ. αιώνα, διηγείται πώς μια φορά τον επισκέφθηκε ένας μοναχός, πού ερχόταν από πολύ μακριά. Τον έβαλε να ξεκουρασθή και να φάγη.

Όταν έτρωγε ό μοναχός, παρατήρησε ότι χρησιμοποιούσε μόνο το αριστερό του χέρι και ότι το δεξί του ήταν τυλιγμένο με ένα παλιόρασο.

Ό επίσκοπος τον ρώτησε, όχι από περιέργεια άλλα από ενδιαφέρον, γιατί είναι τυλιγμένο το χέρι του και μάλιστα με ένα παλιόρασο τριμμένο, ενώ εφαίνετο από την όλη του ενδυμασία ότι δεν ήταν μοναχός ρακένδυτος. Μάλιστα, θέλησε να το τραβήξει για να δη, όπως υποψιαζόταν, αν υπήρχε κάποια πληγή στο χέρι του μονάχου, αλλά αυτός δεν τον άφησε και το σκέπασε γρήγορα, διότι άρχισε να βγαίνει αφόρητη δυσοσμία.

Κι ό μοναχός διηγήθηκε τα έξης στον επίσκοπο:

– Σεβασμιότατε, εγώ είχα μια μητέρα πολύ όμορφη, πάγκαλη, ή οποία, δυστυχώς, από πολύ νωρίς, άφ ότου χήρεψε, παρεσύρθη στον κακό δρόμο κι έγινε πόρνη. Λόγω δε της μεγάλης ωραιότατος πού είχε, απέκτησε πολύ μεγάλη «πελατεία» και έγινε πολύ πλούσια κι έτσι εγώ μεγάλωνα μέσα στη χλιδή και στα πλούτη.
Όταν όμως μεγάλωσα και άρχισα να καταλαβαίνω τί γίνεται, βδελυσσόμενος αυτήν την κατάσταση της μητέρας μου, απομακρύνθηκα για ένα διάστημα από κοντά της και πήγα σε ένα μοναστήρι.

Πληροφορήθηκα όμως κάποια στιγμή ότι ή μητέρα μου αιφνιδίως πέθανε. Και όλη ή τεράστια εκείνη περιουσία, την οποία είχε κάνει από την αμαρτία, ήταν πλέον δική μου. Πήγα λοιπόν και την περιουσία αυτή την μοίρασα όλη, μέχρι και της τελευταίας δραχμής, στους φτωχούς κι έφυγα για την Έρημο ξανά, προσευχόμενος για τη σωτηρία της μάνας μου. Βέβαια και για τον πατέρα μου, πού όταν είχε κοιμηθή, εγώ ήμουν μωρό.

Πάντα προσευχόμουν όμως στον Θεό, σαν μοναχός πού ήμουν, να με πληροφόρηση εάν οι ελεημοσύνες πού δόθηκαν σε όλα τα τότε γνωστά μοναστήρια, για να προσευχηθούν για την ψυχή της μητέρας μου και να κάνουν πολλά-πολλά σαρανταλείτουργα έπιασαν τόπο. Επήγα λοιπόν στα Ιεροσόλυμα, μετά από έναν χρόνο και διηγήθηκα στον τότε Πατριάρχη το όλο γεγονός. Και εκείνος μου είπε:

– Πολύ καλά έκανες βέβαια και μοίρασες όλη αυτή την τεράστια περιουσία στους φτωχούς και έδωσες στα μοναστήρια για να γίνονται Λειτουργίες στο όνομα της μητέρας σου, αλλά για τις πληροφορίες πού μου ζητάς να μάθεις που βρίσκεται ή ψυχή της μητέρας σου, εγώ δεν είμαι άξιος να σου απαντήσω. Ούτε όμως εδώ στα Ιεροσόλυμα και στα περίχωρα υπάρχει κάποιος προορατικός Γέροντας, πού να μπορεί να σε πληροφόρηση για μια τέτοια μεγάλη αποκάλυψη.

Παίρνοντας λοιπόν την ευχή του Πατριάρχου, πήγα στις Σκήτες της Θηβαΐδος της Αιγύπτου.’ Εκεί πράγματι γνώρισα πατέρας και ασκητής πολλούς, πού μου υπέδειξαν έναν Γέροντα, πολύ βαθιά στην Έρημο, ικανό να με βοηθήσει. Κι έτσι με έναν ντορβά στον ωμό, με λίγο νερό και ψωμί ξεκίνησα οδοιπορώντας για να βρω τον Γέροντα αυτόν.

Μου είπαν οι πατέρες ότι: «στην πρώτη σπηλιά πού θα συνάντησης, εκεί θα τον βρεις».

Και πράγματι, ύστερα από οδοιπορία τριάντα ήμερων βρήκα τη σπηλιά και τον άγιο εκείνο άνθρωπο, ό όποιος βγήκε στην είσοδο της σπηλιάς και με υποδέχθηκε.
Εκεί έπεσα στα πόδια του, του έβαλα μετάνοια, φίλησα τις άκρες των δακτύλων του και με δάκρυα στα μάτια του ανέφερα τη ζωή της μητέρας μου και ποιες ήταν οι ενέργειες μου για τη σωτηρία της ψυχής της, με τις ελεημοσύνες και τα σαρανταλείτουργα πού έκανα.

– Παιδί μου, λέει, αυτό πού ζητάς να μάθεις από μένα, είναι κάτι πάρα πολύ μεγάλο. ‘Αλλά όμως, αφού έκανες τόσο μεγάλο κόπο και τόσο μεγάλη πορεία τριάντα ήμερων για να φθάσης μέχρι εδώ, θα παρακαλέσουμε τον Θεό και οι δύο μαζί, να μας πει που περίπου βρίσκετε ι ή ψυχή της μητέρας σου.

Βγήκε λοιπόν έξω, στην πόρτα της σπηλιάς, πήρε μια πετρούλα κι έκανε έναν κύκλο, ό άγιος ασκητής και μου είπε:

– Σ αυτόν τον κύκλο μέσα έλα και στάσου όρθιος. Και θα μείνεις εδώ όρθιος, χωρίς να καθίσεις, επτά ήμερες. Ούτε θα φας ούτε θα πιεις ούτε θα κουνηθείς!’ Επτά μέρες κι επτά νύχτες όρθιος και ακίνητος διαρκώς θα προσεύχεσαι να ελεήσει ό Θεός να μάς φώτιση και να μάς αποκάλυψη την κατάσταση της ψυχής της μητέρας σου. Θα παρακαλείς τον Θεό συνεχώς με δάκρυα, τα όποια κάθε μέρα θα πρέπει να γίνονται και πιο πολλά. Θα κάνω κι εγώ ακριβώς το ίδιο μέσα στη σπηλιά.

Και πράγματι, λοιπόν, έγινε αυτό, όπως ακριβώς το είπε ό άγιος εκείνος Γέροντας και φημισμένος ασκητής.

Όταν έφθασε λοιπόν ή νύχτα της έβδομης ημέρας, αρπάχθηκε ό νους του μοναχού στον ουρανό και με έκσταση ψυχής είδε τα φοβερά της Βασιλείας του Θεού. Και ότι ό Θεός ένια ι παρών και στην κόλαση και στον παράδεισο. Στον παράδεισο χαίρονται και στην κόλαση πονούν.

Είδε λοιπόν, ας πούμε, στην αριστερή του πλευρά, μία φοβερή λίμνη, έναν βόρβορο γεμάτο ακαθαρσίες, λάσπη και ανυπόφορη δυσωδία. Ένα φοβερό μείγμα, πού έβραζε και κόχλαζε. Μέσα σ αύτη τη φοβερή λίμνη την καιόμενη του πυρός, όπως μας αναφέρει ή Αποκάλυψις, το τελευταίο βιβλίο της Καινής Διαθήκης, είδε να ανεβοκατεβαίνουν οι ψυχές. Πότε να βυθίζονται μέσα σ αυτήν και πότε να ανεβαίνουν ψηλά, να ανέρχονται λίγο σαν να παίρνουν μια αναπνοή και ξανά πάλι μέσα και ξανά πάλι έξω, χωρίς τελειωμό. Είχε την αίσθηση, όπως ακριβώς βράζει κανείς τα φασόλια ή τα ρεβίθια και με τον βρασμό ανεβοκατεβαίνουν αυτά, κατά τον ίδιο τρόπο έβλεπε και τις δυστυχισμένες αυτές υπάρξεις να ανεβοκατεβαίνουν.

Κάποια στιγμή λοιπόν, ανεγνώρισε και τη μητέρα του, της οποίας είδε το κεφάλι. Ανεγνώρισε κι αυτή τον γυιό της πού εύρίσκετο στην άκρη της λίμνης και φώναξε:

– Παιδί μου, ΕΛΕΟΣ!!! ΒΟΗΘΕΙΑ!!!

Και ξαναβυθίοτηκε πάλι μέσα. Και ξαναβγήκε πάλι, ξαναφάνηκε, μέχρι τη μέση τώρα. Και ξαναφωνάζη πάλι «έλεος! έλεος! βοήθεια! βοήθεια!»

-Παιδί μου, βοήθησε με, βοήθησε με!!! Καίγομαι, πνίγομαι, βασανίζομαι, υποφέρω!…

Και ξανά πάλι βυθίστηκε. Και ξαναβγήκε για τρίτη φορά.

– Και τόσος ήταν ό πόνος μου, λέει ό μοναχός, τόση ήταν ή οδύνη μου και τόση ή λαχτάρα μου, πού την ώρα πού ξαναβυθιζόταν, βούτηξα το χέρι μου μέσα, την άρπαξα από τα μαλλιά και με πολλή βία την τράβηξα έξω.

Και δίπλα μου βλέπω μία ωραιότατη χρυσή κολυμβήθρα. Από κάποιο σημείο της, από ένα βράχο…πού δεν ήταν και βράχος, δεν ξέρω τί ακριβώς ήταν! έτρεχε γάργαρο νερό και γέμιζε αυτήν την κολυμβήθρα, χωρίς να γεμίζει και χωρίς να αδειάζει ποτέ. Και πήρα τη μητέρα μου και την έβαλα μέσα σ’ αυτήν την κολυμβήθρα και πλύθηκε και καθαρίστηκε και έγινε κατάλευκη σαν το χιόνι. Την έβγαλα κατόπιν από την κολυμβήθρα κι εκεί κάποιοι Νέοι, στα ολόλευκα ντυμένοι, έδωσαν λευκά ρούχα, τυλίχτηκε μ’ αυτά και εντάχθηκε μέσα στον χορό των Αγίων.

Κι εκείνη, ανάμεσα στους φωτεινότατους εκείνους Νέους, τούς ολόλαμπρους πού χαίρονταν μέσα στη χαρά της Βασιλείας του Θεού, με ευχαριστούσε συνεχώς και αδιαλείπτως, μέχρι πού ξαναήλθα στον εαυτό μου. Και βρέθηκα το πρωί πού τελείωνε ή έβδομη ημέρα, να είμαι έξω εκεί, μέσα στον κύκλο, παρακαλώντας θερμά για την κατάσταση της ψυχής της μητέρας μου και βεβαίως ύστερα να ευγνωμονώ τον Θεό συνεχώς.
Όταν ό άγιος εκείνος ασκητής με ρώτησε:

-Τί είδες, παιδί μου, αυτό το βράδυ; διηγήθηκα όλα αυτά. Και βεβαίως αναλύθηκα σε λυγμούς και σε ευχαριστίες προς τον Θεό και Σωτήρα μας, για την άπειρη ευσπλαχνία.

Του πού έβγαλε την ψυχή της μάνας μου από τον Αδη. Το χέρι μου όμως πού βούτηξε μέσα σ’ αυτή την φοβερή κατακαιομένη λίμνη του πυρός, την βρωμερά και δυσώδη και μάλιστα μέχρι τον αγκώνα, ήταν όχι μόνο καμένο -διότι έκαίετο εκείνη ή λίμνη- αλλά και βρωμούσε απαίσια.

– Πάτερ μου, λέω, στον άγιο εκείνο Γέροντα και ασκητή σε παρακαλώ πάρα πολύ, κάνε κάτι και θεράπευσε το χέρι μου.
Κι εκείνος μου είπε:

– Όχι! Μέχρι πού να πεθάνεις, θα το δείχνεις! Είναι ή απόδειξης, για το πόση δύναμη έχει ή Θεία Λειτουργία, τα μνημόσυνα, τα τρισάγια, οι προσευχές με το κομποσκοίνι και οι ελεημοσύνες για έναν κεκοιμημένο. Και σχίζει το ράσο του ό μεγάλος εκείνος ασκητής και Γέροντας και μου λέει:

-Τύλιξε το. Ό τόπος τώρα θα ευωδιάζει. Και για εκείνους πού θα αμφιβάλλουν, θα το ξετυλίγεις για να αποδεικνύεις την αλήθεια της ιστορίας της ψυχής της μητέρας σου.

-Σεβασμιότατε, το τραβήξατε λίγο. Για δείτε το τώρα ολόκληρο! Και ξετύλιξε ολόκληρο το χέρι του. Κι ό δεσπότης δεν άντεξε την «βρώμα» κι έφυγε από το δωμάτιο. Τόσο φοβερή ήταν ή δυσοσμία. Το ράσο όμως εκείνου του κεχαριτωμένου Γέροντος ήταν ράσο αγιασμένο, γι’ αυτό είχε και τόση ευωδία.

Από: apantaorthodoxias.blogspot.gr
https://www.vimaorthodoxias.gr

Με την κατάκριση φεύγει η Χάρις του Θεού


– Όταν, Γέροντα, μου περνάει ένας λογισμός εις βάρος του άλλου, είναι πάντοτε κατάκριση;

– Δεν το καταλαβαίνεις εκείνη την ώρα;

– Μερικές φορές αργό να το καταλάβω.

– Κοίταξε να καταλαβαίνεις το συντομότερο την πτώση σου και να ζητάς συγχώρεση και από την αδελφή την οποία κατέκρινες και από τον Θεό, γιατί αυτό γίνεται εμπόδιο στην προσευχή. Με την κατάκριση φεύγει αμέσως η Χάρις του Θεού και δημιουργείται αμέσως ψυχρότητα στη σχέση σου με τον Θεό. Πώς να κάνεις μετά προσευχή; Η καρδιά γίνεται πάγος μάρμαρο. Η κατάκριση και η καταλαλιά είναι οι μεγαλύτερες αμαρτίες και απομακρύνουν την Χάρη του Θεού περισσότερο από κάθε άλλο αμάρτημα. «Όπως το νερό σβήνει την φωτιά, λέει ο Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, έτσι και η κατάκριση σβήνει την Χάρη του Θεού».

– Γέροντα, νυστάζω πολύ στην πρωινή Ακολουθία.

– Μήπως κατέκρινες καμιά αδελφή; Εσύ βλέπεις εξωτερικά τα πράγματα και κατακρίνεις, γι’ αυτό νυστάζεις μετά στην Ακολουθία. Από την στιγμή δηλαδή πού κατακρίνει κανείς και δεν αντιμετωπίζει τα πράγματα πνευματικά, μαζεύονται δέκατα πνευματικά και αποδυναμώνεται. Και όταν αποδυναμωθεί, ή νυστάζει ή έχει αϋπνία.

– Γέροντα συχνά πέφτω στη γαστριμαργία.

– Κοίταξε, εκείνο που πρέπει τώρα να προσέξεις πολύ είναι η κατάκριση. Αν δεν κόψεις την κατάκριση, ούτε από τη γαστριμαργία θα μπορέσεις να απαλλαγείς. Ο άνθρωπος που κατακρίνει, επειδή διώχνει τη Χάρη του Θεού, μένει αβοήθητος και δεν μπορεί να κόψει τα ελαττώματά του. Και αν δεν καταλάβει το σφάλμα του, για να ταπεινωθεί, θα έχει συνέχεια πτώσεις. Αν όμως το καταλάβει και ζητήσει την βοήθεια του Θεού, τότε ξαναέρχεται η Χάρις του Θεού.

Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης
http://alopsis.gr/κατάκριση-η-μεγάλη-αδικία-γέροντας-πα/

Ταπεινώσου και θα δεις πώς όλες οι συμφορές σου θα μετατραπούν σε ανάπαυση


Τι πρέπει να κάνει κάποιος, για να έχει ειρήνη στην ψυχή και το σώμα; Πρέπει ν΄ αγαπά όλους τους ανθρώπους, όπως τον εαυτό του, και να είναι κάθε ώρα έτοιμος για το θάνατο. Όταν η ψυχή θυμάται το θάνατο, ταπεινώνεται και παραδίνεται ολόκληρη στο θέλημα του Θεού και επιθυμεί να έχει ειρήνη με όλους και να τους αγαπά όλους.

Όταν έρθει στην ψυχή η ειρήνη του Χριστού, τότε είναι ευχαριστημένη να κάθεται, όπως ο Ιώβ, στην κοπριά και χαίρεται που βλέπει τους άλλους δοξασμένους και η ίδια είναι η πιο ασήμαντη από όλους. Το μυστήριο της κατά Χριστόν ταπεινώσεως είναι μεγάλο και άρρητο. Η ψυχή που αγαπά, επιθυμεί για κάθε άνθρωπο περισσότερα αγαθά παρά για τον εαυτό της, και χαίρεται να βλέπει τους άλλους να είναι πιο ευτυχισμένοι από την ίδια και θλίβεται, όταν τους βλέπει να βασανίζονται…

…Ο Κύριος αγαπά τους ανθρώπους. Εν τούτοις παραχωρεί τις θλίψεις, για να γνωρίσουν οι άνθρωποι την αδυναμία τους και να ταπεινωθούν και με την ταπείνωση να λάβουν το Άγιο Πνεύμα. Με το Άγιο Πνεύμα όλα γίνονται ωραία, χαρούμενα, υπέροχα…

… Λες: Με βρήκαν πολλές συμφορές. Εγώ, όμως, θα σου πω -μάλλον ο Κύριος ο Ίδιος λέει: Ταπεινώσου και θα δεις πώς όλες οι συμφορές σου θα μετατραπούν σε ανάπαυση, έτσι πού συ ο ίδιος έκπληκτος θα λες: Γιατί λοιπόν πριν βασανιζόμουν και στενοχωριόμουν τόσο; Τώρα, όμως, χαίρεσαι, γιατί έχεις ταπεινωθεί και ήρθε η χάρη του Θεού. Τώρα, και αν ακόμη μείνεις μόνο εσύ φτωχός στον κόσμο, δεν θα σε εγκαταλείψει η χαρά, γιατί δέχθηκες στην ψυχή σου την ειρήνη εκείνη, για την οποία λέει ο Κύριος: «Ειρήνην την Εμήν δίδωμι υμίν». Έτσι δίνει ο Κύριος σε κάθε ταπεινή ψυχή την ειρήνη Του, που ξεπερνά τον ανθρώπινο νου.
* * *

Ο Κύριος δεν εμφανίζεται στην υπερήφανη ψυχή. Η υπερήφανη ψυχή, ακόμη και αν μελετήσει όλα τα βιβλία, ποτέ δεν θα γνωρίσει τον Κύριο, γιατί με την υπεροψία της δεν αφήνει μέσα της χώρο για τη χάρη του Αγίου Πνεύματος -και ο Κύριος γνωρίζεται μόνο με το Άγιο Πνεύμα.

… Αν ήμασταν ταπεινοί, ο Κύριος από αγάπη θα μας αποκάλυπτε όλα τα μυστήρια. Αλλά η συμφορά μας είναι πώς δεν είμαστε ταπεινοί, υπερηφανευόμαστε και είμαστε ματαιόδοξοι για κάθε τι ασήμαντο κι έτσι βασανίζουμε τον εαυτό μας και τους άλλους…

… Είναι αξιολύπητοι οι άνθρωποι που δεν γνωρίζουν τον Θεό, και πονώ γι΄ αυτούς. Υπερηφανεύονται, γιατί πετούν· αλλά τί το αξιοθαύμαστο; Και τα πουλιά πετούν, και δοξάζουν τον Θεό. Και, όμως, ο άνθρωπος, το κτίσμα του Θεού, εγκαταλείπει τον Κτίστη. Αλλά σκέψου, πώς θα σταθείς στην Φοβερή Κρίση του Θεού; Πού θα πορευθείς ή πού θα κρυφτείς από το Πρόσωπο του Θεού;…

ΑΓΙΟΥ ΣΙΛΟΥΑΝΟΥ ΤΟΥ ΑΘΩΝΙΤΟΥ
Από: theomitoros.blogspot.gr
https://paterikos.blogspot.com/2018/06/blog-post_41.html

Μη λυπάσαι και μην πικραίνεσαι ο Χριστός είναι εδώ


Να γνωρίζεις ότι πολλές φορές θα αισθανθείς τον εαυτό σου να ενοχλείται και να λείπει από μέσα του αυτή η αγία ειρήνη και γλυκιά μοναξιά και αγαπητή ελευθερία, και μερικές φορές μπορεί να σηκωθεί από τις κινήσεις της καρδιάς σου μία σκόνη, που θα σε ενοχλήσει στην πορεία που πρόκειται να εκτελέσεις.

Και αυτό σου το παραχωρεί ο Θεός για μεγαλύτερο καλό σου. Θυμήσου ότι αυτός είναι ο πόλεμος από τον οποίον οι άγιοι έλαβαν τα στεφάνια των μεγάλων μισθών. Σε όλα εκείνα που σε συγχίζουν πρέπει να πείς: «Κύριέ μου, βλέπεις εδώ τον δούλο σου, ας γίνει σε μένα το θέλημά σου.
Γνωρίζω και το ομολογώ ότι η αλήθεια των λόγων σου παραμένει πάντοτε σταθερή και οι υποσχέσεις σου είναι αψευδείς και σ αυτές ελπίζω. Εγώ παραμένω μόνον για σένα». Ευτυχισμένη, βέβαια, είναι η ψυχή εκείνη που προσφέρεται με τον τρόπο αυτό στον Κύριό της, κάθε φορά που ενοχληθεί ή συγχισθεί. Και αν παραμείνει ο πόλεμος αυτός και δεν μπορέσεις έτσι γρήγορα, όπως θέλεις να ενώσεις το θέλημά σου με το θέλημα του Θεού, μην δειλιάσεις γι αυτό ούτε να λυπηθείς.
Αλλά συνέχισε να προσφέρεις τον εαυτό σου και να προσκυνάς και θα νικήσεις. Ρίξε μία ματιά και στον κήπο που ήταν ο Χριστός σου και που τον αποστρεφόταν η ανθρωπότητα λέγοντας: «Πατέρα, αν είναι δυνατό, ας παρέλθει το ποτήριο αυτό από εμένα». Αλλά αμέσως διέταξε να βάλει την ψυχή του σε μοναξιά και με ένα θέλημα απλό και ελεύθερο έλεγε με πολύ βαθειά ταπείνωση: «αλλά όχι όπως θέλω εγώ, αλλά όπως Εσύ» (Ματθ. 26,39).
Όταν βρίσκεσαι σε κάποια δυσκολία, μην υποχωρήσεις καθόλου, αν δεν υψώσεις πρώτα τα μάτια σου στο Χριστό, πάνω στο σταυρό, και θα δεις τυπωμένο εκεί με μεγάλα γράμματα ότι κι εσύ πρόκειται να οδηγηθείς στην θλίψη εκείνη και τον τύπο αυτόν αντέγραψέ τον με τα έργα στον εαυτό σου, και όταν καμμιά φορά ενοχληθείς από την αγάπη του εαυτού σου, μην δειλιάσεις, ούτε να χωρισθείς από το σταυρό, αλλά τρέξε σε προσευχή και δείξε υπομονή στην ταπείνωση, μέχρις ότου νικήσεις την θέλησή σου και θελήσεις να γίνει σε σένα το θέλημα του Θεού.
Και αφού αναχωρήσεις από την προσευχή, συγκεντρώνοντας μόνον τον καρπόν αυτόν, να σταθείς χαρούμενος. Αλλά αν δεν έφθασε σ αυτό η ψυχή σου, ακόμη παραμένει νηστική και χωρίς την τροφή της. Αγωνίζου ώστε να μην κατοικήσει στην ψυχή σου κανένα άλλο πράγμα, ούτε για λίγο χρονικό διάστημα, παρά μόνον ο Θεός.
Μή λυπάσαι και μην πικραίνεσαι για κανένα πράγα, ούτε να παρατηρείς τις πονηριές και τα κακά παραδείγματα των άλλων, αλλά ας είσαι σαν ένα μικρό παιδί, που δεν υποφέρει από καμμία από τις πικρίες αυτές, αλλά τα ξεπερνά όλα χωρίς καμμία βλάβη.

Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης
Από: 1myblog.pblogs.gr
https://www.vimaorthodoxias.gr

«Μη κρίνετε, ίνα μη κριθήτε» Η κατάκριση είναι γεμάτη από αδικία


Γέροντα, εύκολα κρίνω και κατακρίνω.

– Η κρίση που έχεις, είναι φυσικά, χάρισμα που σου έδωσε ο Θεός, αλλά την εκμεταλλεύεται το ταγκαλάκι και σε κάνει να κατακρίνεις και να αμαρτάνεις. Γι’ αυτό, μέχρι να εξαγνισθεί η κρίση σου και να έρθει ο θείος φωτισμός, να μη την εμπιστεύεσαι. Όταν κανείς ασχολείται με τους άλλους και τους κρίνη, ενώ ακόμα δεν έχει εξαγνισθή η κρίση του, πέφτει συνέχεια στην κατάκριση.

– Και πώς, Γέροντα, θα εξαγνισθεί η κρίση μου;

– Πρέπει να την λαμπικάρεις. Μπορεί να έχεις καλή διάθεση και μια δύναμη μέσα σου, αλλά πιστεύεις ότι κρίνεις πάντοτε σωστά. Η κρίση σου είναι όμως είναι ανθρώπινη, κοσμική. Προσπάθησε να απαλλαγείς από το ανθρώπινο στοιχείο, να αποκτήσεις ανιδιοτέλεια, για να έρθει ο θείος φωτισμός και να γίνει η κρίση σου πνευματική, θεϊκή. Τότε η κρίση σου θα είναι σύμφωνη με την δικαιοσύνη του Θεού και όχι με την ανθρώπινη δικαιοσύνη. Με την αγάπη και την ευσπλαχνία του Θεού και όχι με την λογική την ανθρώπινη. Μόνον ο Θεός κρίνει δίκαια, γιατί μόνον Αυτός γνωρίζει τις καρδιές των ανθρώπων. Εμείς, επειδή δεν ξέρουμε την δίκαιη κρίση του Θεού, κρίνουμε “κατ’ όψιν”, εξωτερικά, και γι’ αυτό πέφτουμε έξω και αδικούμε τον άλλον. Η ανθρώπινη κρίση μας δηλαδή είναι μία μεγάλη αδικία. Είδες τι είπε ο Χριστός: “Μη κρίνετε κατ’ όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε”. Θέλει πολλή προσοχή. Ποτέ δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πώς ακριβώς έχουν τα πράγματα. Πριν από χρόνια σε ένα μοναστήρι στο Άγον Όρος ήταν ένας πολύ ευλαβής διάκος, Κάποτε όμως φόρεσε ρούχα κοσμικά και γύρισε στη πατρίδα του. Τότε πολλοί Πατέρες είπαν διάφορα εναντίον του. Αλλά τι είχε γίνει; Κάποιος του είχε γράψει ότι οι αδελφές του ήταν ακόμα ατακτοποίητες και, επειδή φοβήθηκε μήπως παραστρατήσουν, πήγε να τις βοηθήση. Έπιασε δουλειά σε ένα εργοστάσιο και ζούσε πιο  καλογερικά από ό,τι προηγουμένως. Μόλις τακτοποίησε τις αδελφές του, άφησε τη δουλειά του και πήγε πάλι σε μοναστήρι, για να μείνει. Ο ηγούμενος, όταν είδε ότι τα ήξερε όλα, τυπικό, διακονήματα κ.λ.π., τον ρώτησε πού τα ήξερε και εκείνος άνοιξε τη καρδιά του και του τα είπε όλα. Τότε ο ηγούμενος ενημέρωσε τον επίσκοπο και εκείνος τον χειροτόνησε αμέσως ιερέα. Μετά πήγε σε ένα απομακρυσμένο μοναστήρι και εκεί ζούσε πολύ πνευματική ζωή, πολλή άσκηση. Έφθασε σε άγια κατάσταση και βοήθησε πνευματικά πολλούς ανθρώπους. Μερικοί που δεν ξέρουν τι απέγινε μπορεί ακόμη να τον κατακρίνουν. Πόσο πρέπει να προσέχουμε την κατάκριση! Πόσο αδικούμε τον πλησίον μας, όταν τον κατακρίνουμε! Αν και στη πραγματικότητα με τη κατάκριση αδικούμε τον εαυτό μας και όχι τους άλλους, διότι μας αποστρέφεται ο Θεός. Τίποτε άλλο δεν αποστρέφεται τόσο πολύ ο Θεός όσο την κατάκριση, γιατί ο Θεός είναι δίκαιος και η κατάκριση είναι γεμάτη από αδικία.

Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης
http://alopsis.gr/κατάκριση-η-μεγάλη-αδικία-γέροντας-πα/

Θαύμα Αγίου Παντελεήμονα: Έτσι τον έσωσε ο Άγιος – Αληθινή Ιστορία!


Θεοσεβής άνθρωπος, με πολλή πίστη, όπως και η οικογένειά του. Συχνά, όταν ήθελε λίγο να ξαποστάσει από τη δουλειά, πήγαινε στο εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονος, κοντά στο σπίτι τους, και προσευχόταν εκεί.

Το φρόντιζε κιόλας, με ιδιαίτερη μάλιστα επιμέλεια την καθαριότητά του, το άναμμα των καντηλιών…

Στα δύσκολα χρόνια του εμφύλιου σπαραγμού, μετά την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα, ο Στρατής κλήθηκε να υπηρετήσει στις τάξεις του εθνικού στρατού, απέναντι στους αντάρτες, που κινούνταν από ξένα, ανθελληνικά κέντρα.

Συμμετείχε σε πολλές επιχειρήσεις επάνω στα βουνά, αλλά ένα περιστατικό που έζησε στο Γράμμο δεν μπορούσε να το ξεχάσει έπειτα σε όλη την υπόλοιπη ζωή του.

Βρέθηκαν – θυμόταν – με τον λόχο του σ’ ένα οροπέδιο. Η αναμέτρηση με τους αντάρτες σκληρή. Τα πυρά καταιγιστικά κι από τις δύο πλευρές. Κάποια στιγμή κατάλαβε ο διοικητής τους πως θα κυκλώνονταν από εκείνους.

– Πάμε χαμένοι όλοι μας, παιδιά, τους φώναξε. Κανένας μας δεν θα βγει ζωντανός, αν καταφέρουν να μας περικυκλώσουν. Για τον λόγο αυτό πρέπει αμέσως τώρα να υποχωρήσουμε, προτού προλάβουν να μας κλείσουν ανάμεσά τους.

Να, από δω θα φύγουμε, είπε, και τους έδειξε ένα μονοπάτι.

Άφησαν τις θέσεις τους και πήραν το μονοπάτι. Όλοι τους. Εκτός από έναν: τον… Στρατή.

Πως έμεινε αυτός πίσω, πως τους έχασε, ούτε κι ο ίδιος το κατάλαβε.

Το γεγονός είναι ότι παρέμεινε πίσω μόνος, χωρίς ούτε και το μονοπάτι να δει, από που έφυγαν οι άλλοι… Κι ο τόπος γύρω άγριος, δασωμένος…

– Πάει, χάθηκα, μονολόγησε. Ή οι αρκούδες θα με φάν ή… οι αντάρτες – και σαν να λύγισαν τα γόνατά του απ’ τον τρόμο και την απελπισία.

Τότε ακριβώς ήταν που θυμήθηκε:

– Άγιε μου Παντελεήμων, μη μ’ αφήσεις να χαθώ. Σώσε με! φώναξε με τη σκέψη του, κι ακόμα πιο πολύ με την ψυχή του.

Άρχισε να περπατά μες στο δάσος μη και βρει κανένα μονοπάτι, να ξεφύγει. Δεν είχε κάνει πολλά βήματα και, νάσου, μπροστά του ένα ξωκκλήσι.

– Ώωω…

Έτρεξε προς την ξύλινη πόρτα του. Κατέβασε το μάνταλο κι εκείνη άνοιξε. Μπήκε μέσα. Αληθινό καταφύγιο.

– Δόξα τω Θεώ! Σώσε με, Θεέ μου, Παναγία μου, Άγιε μου… Κοιτάει… τι να δει; Δίπλα απ’ την εικόνα της Παναγίας στο τέμπλο, ο άγιος Παντελεήμων!
– Άγιε μου! Άγιε μου! Τυχαίο είναι αυτό; Τυχαίο; Σ’ ευχαριστώ, Άγιε μου. Σώσε με, σε παρακαλώ.

Δεν πέρασε πολλή ώρα, και ακούει βοή, ποδοβολητό. Κοιτάει απ’ το παραθύρι…

Διμοιρία ολόκληρη από αντάρτες περνούσε έξω από την εκκλησία, ξυστά στον τοίχο.

– Αν ανοίξει τώρα κανείς την πόρτα, χάθηκα, μονολόγησε. Άγιε μου! Έφυγαν όλοι τους.
– Σ’ ευχαριστώ. Μου έσωσες τη ζωή. Σ’ ευχαριστώ…

Κάποτε βγήκε απ’ το ξωκκλήσι. Ζήτημα αν είχε περπατήσει πέντε λεπτά, και να, ένας συνάδελφος μπροστά του.

– Που είσαι, μωρέ; Σε χάσαμε. Που σαι; Τι ναι αυτό που μας έκανες; Πάει αυτός, είπαμε.

– Και πως με βρήκες τώρα εσύ;

– Μ’ έστειλε ο Διοικητής να ρθω πίσω να σε βρω. Θα τον βρω, έλεγα, ζωντανό ή;…

– Να ναι καλά το εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονα. Αυτό μ’ έσωσε απ’ τους αντάρτες.

– Ποιο εκκλησάκι;

– Του Αγίου Παντελεήμονα.

– Ποιο εκκλησάκι του Αγίου Παντελεήμονα, Χριστιανέ μου; Είσαι στα καλά σου; Μπας και έπαθες τίποτα; Δεν υπάρχει εδώ κανένα εκκλησάκι. Απ’ αυτά τα μέρη είμαι εγώ και τα ξέρω σαν την παλάμη μου. Εγώ έδειξα στο Διοικητή από που θα φύγουμε…

– Με κοροϊδεύεις; Εδώ πιο πάνω είναι, εκατό βήματα από δω.

– Πάμε, λοιπόν.

– Πάμε.

Πήγαν. Αλλά εκκλησάκι δεν υπήρχε πουθενά… Άρχισε να ιδρώνει ο Στρατής.

– Δεν είναι δυνατόν… δεν είναι δυνατόν… Δεν το πιστεύω… Μα δεν είναι δυνατόν…!
– Καλά, Στρατή, αν βρεις εκκλησάκι, σφύρα! είπε ο άλλος, μισογελώντας με την αγωνιώδη αναζήτηση του Στρατή και σκεπτόμενος ότι μάλλον απ’ την αγωνία του… κάτι το μυαλό του… Δεν ήταν, βλέπεις, και πολύ πιστός ο ντόπιος στρατιώτης.

Όμως ο Στρατής πως να το ξεχάσει αυτό; Ξεχνιέται; Και πως να μην το διαλαλεί από κει κι έπειτα παντού, σε όλη την υπόλοιπη ζωή του, τι θαύμα του έκανε ο άγιος Παντελεήμων!

Πως τον έσωσε απ’ τους αντάρτες!…

Περιοδικό «Ο Σωτήρ»,
15 Ιουλίου 2017 – Τεύχος 2159
https://simeiakairwn.wordpress.com

Το Αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας


Τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος καί ἰαματικοῦ Παντελεήμονος. 
Πρὸς Τιμόθεον Β’ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα 2:1-10 
Τέκνον Τιμόθεε, ἐνδυναμοῦ ἐν τῇ χάριτι τῇ ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ, καὶ ἃ ἤκουσας παρ᾽ ἐμοῦ διὰ πολλῶν μαρτύρων, ταῦτα παράθου πιστοῖς ἀνθρώποις, οἵτινες ἱκανοὶ ἔσονται καὶ ἑτέρους διδάξαι. Σὺ οὖν κακοπάθησον ὡς καλὸς στρατιώτης Χριστοῦ ᾽Ιησοῦ. Οὐδεὶς στρατευόμενος ἐμπλέκεται ταῖς τοῦ βίου πραγματείαις, ἵνα τῷ στρατολογήσαντι ἀρέσῃ· ἐὰν δὲ καὶ ἀθλῇ τις, οὐ στεφανοῦται, ἐὰν μὴ νομίμως ἀθλήσῃ. Τὸν κοπιῶντα γεωργὸν δεῖ πρῶτον τῶν καρπῶν μεταλαμβάνειν. Νόει ὃ λέγω· δώσει γάρ σοι ὁ Κύριος σύνεσιν ἐν πᾶσι. Μνημόνευε ᾽Ιησοῦν Χριστὸν ἐγηγερμένον ἐκ νεκρῶν, ἐκ σπέρματος Δαυΐδ, κατὰ τὸ εὐαγγέλιόν μου· ἐν ᾧ κακοπαθῶ μέχρι δεσμῶν ὡς κακοῦργος, ἀλλὰ ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ οὐ δέδεται. Διὰ τοῦτο πάντα ὑπομένω διὰ τοὺς ἐκλεκτούς, ἵνα καὶ αὐτοὶ σωτηρίας τύχωσιν τῆς ἐν Χριστῷ ᾽Ιησοῦ μετὰ δόξης αἰωνίου. 

Νεοελληνική απόδοση:
Σύ, λοιπόν, παιδί μου, νὰ δυναμώνεσαι μὲ τὴν χάριν ποὺ ἔχομεν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, καὶ ἐκεῖνα ποὺ ἄκουσες ἀπὸ ἐμέ ἐνώπιον πολλῶν μαρτύρων, αὐτὰ νὰ ἐμπιστευθῇς εἰς πιστοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι ἱκανοὶ νὰ διδάξουν καὶ ἄλλους. Σὺ λοιπόν, κακοπάθησε σὰν καλὸς στρατιώτης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κανεὶς ποὺ ὑπηρετεῖ εἰς τὸν στρατὸν δὲν ἐμπλέκεται εἰς βιοτικὰς ὑποθέσεις, διὰ νὰ γίνῃ ἀρεστὸς εἰς ἐκεῖνον ποὺ τὸν ἐπεστράτευσεν. Καὶ ἐὰν κανεὶς μετέχῃ εἰς ἀγῶνας, δὲν στεφανώνεται, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἀγωνισθῆ σύμφωνα πρὸς τοὺς κανόνας. Ὁ γεωργὸς ποὺ κοπιάζει, πρέπει πρῶτος νὰ παίρνῃ μέρος ἀπὸ τοὺς καρπούς. Κατάλαβε αὐτὰ ποὺ λέγω. Εἴθε ὁ Κύριος νὰ σοῦ δίνῃ σύνεσιν εἰς ὅλα. Ἐνθυμοῦ τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, ἀναστημένον ἀπὸ τοὺς νεκρούς, καταγόμενον ἀπὸ τὸν Δαυΐδ, σύμφωνα μὲ τὸ εὐαγγέλιον ποὺ κηρύττω, διὰ τὸ ὁποῖον κακοπαθῶ ἁλυσοδεμένος σὰν κακοῦργος, ἀλλ' ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι δεμένος. Διὰ τοῦτο τὰ ὑπομένω ὅλα πρὸς χάριν τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ Θεοῦ, διὰ νὰ τύχουν καὶ αὐτοὶ τῆς σωτηρίας ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν Χριστὸν Ἰησοῦν μὲ δόξαν αἰώνιον.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


"Δώστε όσο περισσότερα μπορείτε. Ένα πράγμα πού σώζει τις ψυχές είναι η ελεημοσύνη. Εσείς κοιτάτε να φτιάχνετε εδώ τα σπίτια. Φτιάχτε κι ένα σπιτάκι στον Ουρανό, να σας περιμένει..." 

γ. Αμβρόσιος Λάζαρης

Πέμπτη, 26 Ιουλίου 2018

Ταπείνωση: Το Κλειδί της πόρτας του Ουρανού.


(Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης)

Λοιπόν, αδελφέ, αν αγαπάς την ειρήνη της καρδιάς, αγωνίζου να εισέλθης σ᾿ αυτήν από την πόρτα της ταπεινώσεως (γιατί δεν υπάρχει άλλη είσοδος σ᾿ αυτήν εκτός από την ταπείνωσι).
Γιά να αποκτήσης όμως την ταπείνωσι, πρέπει να αγωνισθής και να κοπιάσης (καί ιδιαιτέρως στην αρχή) στο να αγκαλιάσης όλες τις θλίψεις και εναντιότητες ως αγαπητές σου αδελφές, στο να αποφεύγης κάθε δόξα και τιμή, επιθυμώντας να καταφρονήσαι από τον καθένα και να μην υπάρχη κανένας που να σε υπερασπίζεται και να σε παρηγορή, παρά μόνον ο Θεός σου.
Βεβαίωσε και στήριξε το λογισμό αυτό στην καρδιά σου, ότι δηλαδή μόνον ο Θεός σου είναι το καλό σου, το μόνο σου καταφύγιο, και ότι όλα τα άλλα πράγματα είναι για σένα τέτοια αγκάθια, τα οποία, αν τα βάλης στην καρδιά σου, θα σε ζημιώσουν με τον θάνατο. Αν σε ντροπιάση κάποιος, δεν πρέπει να λυπηθής, αλλά να υποφέρης με χαρά την ντροπή, όντας βέβαιος ότι τότε ο Θεός είναι μαζί σου. Και μη ζητάς άλλη τιμή, ούτε τίποτε άλλο να γυρεύης, παρά να υποφέρης για την αγάπη του Θεού και για εκείνο που προξενεί μεγαλύτερη δόξα.
Αγωνίζου να χαίρεσαι όταν κάποιος σε βρίση ή σε ελέγξη ή σε καταφρονήση, διότι κάτω από αυτή τη σκόνι και την ατιμία βρίσκεται κρυμμένος μεγάλος θησαυρός. Και αν τον δεχθής με την θέλησί σου, γρήγορα θα γίνης πλούσιος, χωρίς να το γνωρίζη ούτε εκείνος που σου προξενεί αυτό το χάρισμα, δηλαδή εκείνος που σε ατιμάζει. Μη ζητήσης ποτέ να σε αγαπά κάποιος στη ζωή αυτή, ούτε να σε τιμά, για να μπορέσης να αφήνεσαι να υποφέρης μαζί με τον Εσταυρωμένο Χριστό και κανένας να μη σε εμποδίζη από αυτό. Να φυλάγεσαι από τον ίδιο σου τον εαυτό, σαν από τον μεγαλύτερο εχθρό που έχεις. Μην ακολουθής την θέλησί σου, ούτε τον νού σου, ούτε την γνώμη σου, αν θέλης να μη χαθής.
Γι᾿ αυτό πάντοτε να κρατάς τα όπλα, για να φυλάγεσαι από τον εαυτό σου. Και όταν η θέλησίς σου θέλη να κλίνη σε κάποιο πράγμα, έστω και άγιο, απόμονωσέ την πρώτα και απογύμνωσέ την και τοποθέτησέ την μόνη της μπροστά στον Θεό σου, παρακαλώντας να γίνη το δικό του θέλημα και όχι το δικό σου. Και αυτό με εγκάρδιες επιθυμίες, χωρίς καμμία ανάμιξι φιλαυτίας, γνωρίζοντας ότι δεν έχεις τίποτε που να προέρχεται από τον εαυτό του, ούτε μπορείς να κάνης τίποτε.
Νά φυλάγεσαι από τους λογισμούς που φέρνουν μαζί τους μορφή αγιότητος και ζήλου που δεν έχει διάκρισι, για τον οποίο λέγει σχετικά ο Θεός: «Νά προσέχετε από τους ψευδοπροφήτες που έρχονται πρός εσάς με ενδυμασία προβάτου, ενώ από μέσα είναι λύκοι αρπακτικοί. Από τους καρπούς τους θα τους αναγνωρίσετε» (Ματθ. 7,15). Και οι καρποί τους είναι η όποια ανησυχία και ενόχλησι που αφήνουν στην ψυχή. Γιατί όλα αυτά σε απομακρύνουν από την ταπείνωσι και από αυτήν την εσωτερική ησυχία, με όποιο χρώμα και σχήμα κι αν είναι. Αυτά είναι οι ψευδοπροφήτες, οι οποίοι όντας ντυμένοι με σχήμα προβάτου, δηλαδή με την υπόκρισι του ζήλου, χωρίς διάκρισι, για να ωφελήσουν τον πλησίον, είναι πράγματι λύκοι αρπακτικοί, που αρπάζουν την ταπείνωσί σου και εκείνην την ειρήνη και την ησυχία, που είναι τόσο απαραίτητα σε όποιον θέλει να έχη σίγουρη πρόοδο πνευματική.
Καί όσο η υπόθεσις αυτή έχει εξωτερικά περισσότερη επιφάνεια και χρώμα αγιότητος, τόσο περισσότερο πρέπει να το εξετάζης, και αυτό, όπως λέχθηκε, πρέπει να γίνεται, με πολλή ηρεμία και εσωτερική ησυχία. Αν όμως καμμία φορά κάτι σου λείψη από αυτά, μη συγχυσθής, αλλά ταπεινώσου μπροστά στον Θεό σου και γνώρισε την αδυναμία σου και στο εξής να γνωρίζης καλά, γιατί μπορεί να το επιτρέπη ο Θεός ίσως για να ταπεινώση κάποια σου υπερηφάνεια, που βρίσκεται κρυμμένη μέσα σου και δεν το γνωρίζεις.
Άν πάλι αισθανθής καμμιά φορά να κεντάται η ψυχή σου από κάποιο δυνατό και φαρμακερό αγκάθι, δηλαδή από κάποιο πάθος και λογισμό, μην ταραχθής γι᾿ αυτό, αλλά δείξε μεγαλύτερη προσοχή, για να μην περάση στα σπλάγχνα σου. Γύρισε πίσω την καρδιά σου και με ευχαρίστησι βάλε την θέλησί σου μέσα στον τόπο της ειρήνης και της ησυχίας, φυλάττοντας καθαρή την ψυχή σου απέναντι του Θεού, τον οποίο θα βρίσκης πάντοτε στα σπλάγχνα σου και στην καρδιά σου για την ορθότητα της γνώμης σου, όντας βέβαιος ότι το κάθε τι συμβαίνει για να σε δοκιμάση, για να μπορής να καταλάβης το συμφέρον σου και για να είσαι άξιος του στεφάνου της δικαιοσύνης, που σου είναι ετοιμασμένος από την ευσπλαγχνία του Θεού.

Πηγή: https://amartolon-sotiria.blogspot.com/2018/07/blog-post_24.html
Πηγή: synaxipalaiochoriou.blogspot.com

H νυχτερινή Προσευχή καθαρίζει τη σκουριά των αμαρτιών μας


Άναψε την ψυχή με την προσευχή. Πίστεψέ με, δεν έχει τόσο την ικανότητα να καθαρίζει την σκουριά η φωτιά, όσο η νυχτερινή προσευχή την σκουριά των αμαρτιών μας.
Ας ντραπούμε, αν όχι κανέναν άλλον, τους νυκτερινούς φύλακες. Εκείνοι περιέρχονται τους δρόμους για τον ανθρώπινο νόμο, φωνάζοντας δυνατά μέσα στην παγωνιά και περπατώντας μέσα από τα στενά, και πολλές φορές βρέχονται και παγώνουν για σένα και τη σωτηρία σου και για τη φύλαξη των χρημάτων σου.Εκείνος για τα χρήματα σου παίρνει τόσα προνοητικά μέτρα, ενώ εσύ ούτε για τη δική σου ψυχή; Και μάλιστα εγώ δεν σε αναγκάζω να περιφέρεσαι έξω στο ύπαιθρο όπως εκείνος, ούτε να πιέζεσαι φωνάζοντας δυνατά, αλλά μένοντας μέσα σ’ έναν απόμερο χώρο, στο ίδιο το δωμάτιο σου, γονάτισε, παρακάλεσε τον Δεσπότη.Γιατί αυτός ο ίδιος ο Δεσπότης διανυκτέρευσε πάνω στο όρος των Ελαιών;Όχι για να γίνει πρότυπο για μας; Τότε αναπνέουν τα φυτά, τη νύχτα εννοώ· τότε και η ψυχή, ακόμη περισσότερο απ’ αυτά, δέχεται τη δροσιά.Αυτά τα οποία ο ήλιος της ημέρας τα ξήρανε, αυτά τη νύχτα δροσίζονται. Αποτελεσματικότερα από κάθε δροσιά είναι τα δάκρυα που χύνονται εναντίον των επιθυμιών και κάθε φλογώσεως και καύσωνα και δεν αφήνουν να πάθουμε κανένα κακό.Αν δεν απολαύσει (η ψυχή) αυτή τη δροσιά, την ημέρα θα ξεραθεί εντελώς. Αλλά όχι, να μη συμβεί κανένας από μας να τροφοδοτήσει εκείνη τη φωτιά, αλλά αφού δροσιστούμε και απολαύσουμε τη φιλανθρωπία του Θεού, έτσι όλοι να ελευθερωθούμε από το φορτίο των αμαρτιών μας με τη χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αμήν.

Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου
http://agiameteora.net
Πηγή: synaxipalaiochoriou.blogspot.com

Στις δυστυχίες είναι απαραίτητη η υπομονή


 Στις δυστυχίες είναι απαραίτητη η υπομονή, ώστε να μην αναζητήσουμε λύτρωση από τη δυστυχία με τρόπο ανάρμοστο, αλλά να παραδοθούμε στο θέλημα του Θεού και να περιμένουμε από Εκείνον το έλεος ή τον βοηθό στην υπομονή ή το λυτρωτή από τη δυστυχία.Δεν υπάρχει μεγαλύτερη δοκιμασία για την ελπίδα από την περίπτωση που οι λογισμοί εξεγείρονται μέσα στη συνείδηση και λένε: «Ουκ έστι σωτηρία αυτώ εν τώ Θεώ αυτού» ( Ψαλμ. 3,3 ) .Σε έναν τέτοιο βαρύ πειρασμό περισσότερο απ’ όλα είναι απαραίτητη η υπομονή, η σιωπή, ο εκ βάθους καρδίας θρήνος, έως ότου περάσει ή μαλακώσει η βαρυχειμωνιά.....

Στάρετς Σάββας Παρηγορητής
Πηγή: https://anastasiosk.blogspot.com/2018/07/blog-post_563.html
Πηγή: synaxipalaiochoriou.blogspot.com

Η μετάνοια θερίζει... ό,τι σπέρνει το σώμα


Η μετάνοια αγαπητοί είναι πλούσιος καρπός, διότι προσφέρει με κάθε τρόπο ενάρετο έργο στον Θεό.
Είναι αγρός γεμάτος καρπούς, διότι καλλιεργείται σε κάθε καιρό. 
Είναι δέντρο της ζωής, διότι πολλούς που πεθαίνουν από τις αμαρτίες , τους ανασταίνει.
Σ' αυτό μπολιάζεται όλη η επουράνια πραγματικότητα, διότι μας φέρνει σε κοινωνία με την θεότητα. 
Χαίρεται με αυτήν ο Θεός , όπως με την δημιουργική του δύναμη, διότι εκείνους που η αμαρτία προσπαθεί να τους καταστρέψει , αυτή τους επαναφέρει στην δόξα του Θεού. 
Η μετάνοια είναι το ασφαλές βαλάντιο του Θεού , διότι προστατεύει τις ψυχές των ανθρώπων , για να μην απολεσθούν.
Αυτή είναι η άφθονη σοδειά του Θεού, διότι και προσφέρει τους ανθρώπους, και συναθροίζει τους αμαρτωλούς κατά σωρούς.

 Άγιος Εφραίμ ο Σύρος
Πηγή: https://theomitoros.blogspot.com/2018/07/blog-post_25.html
Πηγή: synaxipalaiochoriou.blogspot.com

Η αδικία και ο Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης


 Η αδικία, δυστυχώς, είναι φαινόμενο «από καταβολής κόσμου». Ο άδικος Κάϊν όχι μόνο φθόνησε, αλλά σκότωσε και τον δίκαιο αδελφό του Άβελ. Με άδικο τρόπο ο Ισαάκ πήρε τα πρωτοτόκια του αδελφού του Ησαύ. Αδικήθηκε από φθόνο ο πάγκαλος για τις αρετές του Ιωσήφ, ο αγαπημένος γιος του Ιακώβ, που τα αδέλφια του τον πούλησαν ως δούλο μακριά από την πατρίδα. Την άδικη φτώχεια έζησε ο Λάζαρος της παραβολής, με τη διαρκή πείνα, τις αρρώστιες και τα έλκη που τουέγλυφαν οι σκύλοι βλέποντας την έκλυτη ζωή του πλουσίου με τα πολυτελή δείπνα, του οποίου όμως η εγκαρτέρηση τον έβαλε στην αγκάλη του Αβραάμ.  Τήν αδικία γεύθηκε ο ίδιος ο Θεάνθρωπος Ιησούς. Αδικήθηκαν οι περισσότεροι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο οποίος στηλίτευε την ανηθικότητα και τη διαφθορά, κατήγγειλε την κοινωνική αδικία, στιγμάτισε την σπατάλη, την επίδειξη των πλουσίων και των αρχόντων, καταδίκασε τις αυθαιρεσίες του πολιτικού συστήματος, στράφηκε εναντίον του διεφθαρμένου κλήρου, πάντα με παρρησία και χωρίς να κατονομάζει ώστε να μην κηλιδώνονται προσωπικότητες, αλλά να στιγματίζονται οι πράξεις του. Μισούσε την αμαρτία και την αδικία, αλλά αγαπούσε τους αμαρτωλούς και τους άδικους. Στάθηκε δίπλα στους αδύνατους, τους ταπεινούς, τους αδικημένους, τους απλούς καθημερινούς συνανθρώπους του, που η υπεροψία και η αδικία των δυνατών συχνά καταδυνάστευε. «Επλήσθη η γη αδικίας» (Γεν. 6, 11), όπως ο ίδιος ο Θεός διαπιστώνοντας είπε στο Νώε, όταν ως μόνο δίκαιο παρώτρυνε να κατασκευάσει κιβωτό, για να σωθεί αυτός και η οικογένειά του από τον επερχόμενο κατακλυσμό. Έρχεται τώρα διαχρονική η ερώτηση του Θεού μας να μας προβληματίσει. Λέει με το στόμα του προφήτη Ησαΐα: «Τι υμείς αδικείτε τον λαόν μου και το πρόσωπον των πτωχών καταισχύνετε;» (Ησ. 3, 15). Ο ίδιος ο Θεός θα έρθει δικαστής των αδικούντων, αυτών που άρπασαν και ερήμωσαν την κοινωνία, για να θησαυρίσουν οι ίδιοι προσωπικά. Και, δυστυχώς, είναι διαπιστωμένο, ότι όταν οι άδικοι αντιμετωπίζονται από τα θύματά τους, εάν μάλιστα, όπως συμβαίνει, οι αδικούμενοι να είναι ασθενέστεροι και πτωχότεροι, προσπαθούν με φοβιστικές κραυγές και ύβρεις και συκοφαντίες να πνίξουν την αδύναμη φωνή τους. Και δεν φθανει ως εκεί η αδικία τους. Στα δικαστήρια μισθώνουν συνηγόρους και παρουσιάζουν ψευδομάρτυρες, ώστε μαζί με την αδικία να προσάψουν στα δυστυχή θύματα τους και την αισχύνη της συκοφαντίας. Έτσι με το νόμο η αδικία, η πλεονεξία και η αλαζονεία θριαμβεύουν. Η φωνή όμως του Θεού από τον ουρανό έρχεται δριμύτερη: «Γιατί αδικείτε τον λαόν μου»; Οι επίβουλοι των λαών, οι τύραννοι εσωτερικοί η εξωτερικοί, αυτοί που σήμερα τους καταπιέζουν και τους οδηγούν σε οικονομική κρίση, με σκοπό να τους υποδουλώσουν, δεν πρόκειται να ξεφύγουν από το βλέμμα του Δίκαιου Κριτή. Μπορεί να πάσχει για τις ανομίες του ο λαός του Θεού, αλλά και οι δυνάστες, οι αδικούντες δεν είναι καλύτεροι. Αυτοί πρώτοι δίδαξαν την ανομία και με τη δύναμη του πλούτου τους επέβαλαν τις απόψεις τους. Η καταπίεση και η αδικία τους θα είναι η ταφόπετρά τους. Η τελική κρίση, ο τελικός έλεγχος, η τελική εκδίκηση ανήκει σ’ Εμένα, λέει ο Κύριος: «Εμοί κρίσις (Ρωμ. ιβ 19). Ο άδικος άνθρωπος, όπως και κάθε ένας που αισθάνεται ένοχος, εάν δεν ζητήσει συγχώρηση ταλαιπωρείται από τη συνείδησή του και επί πλέον από το γογγυσμό και την αγανάκτηση του αδικημένου. Δεν μπορεί να κοιμηθεί. Σαν να τον κτυπούν κύματα στριφογυρίζει και ανάπαυση δεν έχει. Είναι μυστήριο πράγμα το πως το πληροφορείται! Όπως ένας όταν αγαπά κάποιον και τον σκέφτεται με την καλή έννοια, εκείνος το πληροφορείται, έτσι και σ’ αυτή την περίπτωση ο γογγυσμός του άλλου τον αναστατώνει. Και μακριά να είναι, είτε στο Γιοχάνεσμπουργκ, είτε στην Αυστραλία, δεν μπορεί να ησυχάσει όταν αγανακτεί άλλος εξ αιτίας του. Ακόμη και αν ο άνθρωπος είναι αναίσθητος, πάλι υποφέρει. Το πολύ-πολύ να καταφύγει σε καμμιά «ψυχαγωγία», για να ξεχασθεί. Όταν ο αδικημένος έχει συγχωρήσει τον ένοχο, αλλά έχει μείνει λίγη αγανάκτηση μέσα του, τότε και ο ίδιος ταλαιπωρείται σε ένα βαθμό, αλλά ο ένοχος ταλαιπωρείται πολύ από την αγανάκτηση του άλλου. Αν όμως ο ένοχος ζητήσει συγγνώμη και δεν του τη δώσει ο αδικημένος, τότε ταλαιπωρείται εκείνος. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη φωτιά από το εσωτερικό κάψιμο της ψυχής, από τη συνείδηση. Τη βασανίζει και την τρώει συνέχεια με το σαράκι σε τούτη τη ζωή και πιο πολύ φυσικά θα την τρώει στην άλλη ζωή, την αιώνια, «ο ακοίμητος σκώληξ», αν δεν μετανοήσει ο άνθρωπος σ’ αυτή τη ζωή και δεν επιστρέψει τις αδικίες του στου συνανθρώπους του, έστω και με την αγαθή του προαίρετη, σε περίπτωση που δεν μπορεί με άλλο τρόπο. Θυμάμαι ένα δικηγόρο που έκανε πολλές αδικίες, πόσο βασανίσθηκε στο τέλος της ζωής του. Εξασκούσε το επάγγελμα του σε μια επαρχία που είχε πολλούς κτηνοτρόφους. Εκεί, φυσικά, γίνονταν και αγροζημιές και πολλοί βοσκοί έτρεχαν σ’ αυτόν τον δικηγόρο, γιατί με πονηρά επιχειρήματα αυτός έπειθε και τον αγρονόμο και τον ειρηνοδίκη. Έτσι οι καημένοι οι γεωργοί πολλές φορές όχι μόνο δεν εύρισκαν το δίκαιο για τα σπαρτά που τους κατέστρεφαν τα κοπάδια, αλλά εύρισκαν και τον μπελά τους. Όλοι τον ήξεραν αυτό το δικηγόρο και κανείς τίμιος άνθρωπος δεν τον πλησίαζε. Ακόμη και ο πνευματικός να δείτε τι συμβούλεψε έναν ευαίσθητο βοσκό. Ο βοσκός αυτός είχε ένα μικρό κοπάδι και μια σκύλα. Μια φορά που η σκύλα είχε γεννήσει, έδωσε τα κουταβάκια σε άλλους και κράτησε αυτός μόνο τη μάνα. Εκείνο το διάστημα είχε χαθεί μια προβατίνα και είχε αφήσει το αρνάκι της που θήλαζε. Αυτό επειδή δεν είχε μάνα έτρεχε πίσω από τη σκύλα και θήλαζε απ’ αυτήν, η οποια ένοιωθε και η ίδια ανακούφιση. Έτσι τα δύο ζώα είχαν συνηθίσει και το ένα εύρισκε το άλλο. Ο καημένος ο βοσκός, όσο και να προσπαθούσε να τα ξεχωρίσει, εκείνα έσμιγαν. Επειδή ήταν ευαίσθητος ο βοσκός σκέφθηκε να ρωτήσει τον πνευματικό, εάν τελικά τρώγεται το κρέας του αρνιού η όχι. Ο πνευματικός έχοντας υπ’ όψη του και τη φτώχεια του βοσκού σκέφθηκε λίγο και του είπε: «Το αρνί αυτό, παιδί μου, δεν τρώγεται, γιατί θήλασε από τη σκύλα, αλλά ξέρεις τι να κάνεις; Επειδή όλοι οι βοσκοί πηγαίνουν δώρα στο δικηγόρο τον δείνα αρνιά και τυριά, να του πας και συ αυτό το αρνί να το φάει. Μόνο αυτός έχει ευλογία να το φάει, γιατί όλος ο κόσμος γνωρίζει ότι είναι άδικος». Όταν γέρασε πια ο άδικος δικηγόρος και έπεσε στο κρεββάτι, υπέφερε χρόνια από εφιάλτες και δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Τον χτύπησε και ημιπληγία και δεν μπορούσε ούτε να μιλήσει. Προσπάθησε ο πνευματικός να τον κάνει τουλάχιστον να γράψει τις αμαρτίες του, αλλά είχε χάσει και τον έλεγχο. Έτσι αναγκάσθηκε να του διαβάσει την ευχή των Επτά Παίδων, για να κλείσει λίγο τα μάτια του και να κοιμηθεί. Του διάβασε και εξορκισμούς, για να γαληνέψει λίγο, μέχρι που αναπαύθηκε, και ας ευχηθούμε ο Θεός να τον αναπαύσει πραγματικά.

Πηγή: Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου Λόγοι, Με πόνο και αγάπη για το σύγχρονο άνθρωπο, Τόμος Α΄, Κεφάλαιο Δ΄, Έκδοσις Ι. Η.Αγίου Ιωάννου Θεολόγου, Σουρωτή.Πηγή https://paraklisi.blogspot.com/2018/07/blog-post_215.html
Πηγή: https://hristospanagia3.blogspot.com/2018/07/blog-post_315.html
Πηγή: synaxipalaiochoriou.blogspot.com

Μνήμη Αγίας Παρασκευής - Η άρνηση του μαρτυρίου


 π. Δημητρίου Μπόκου 
Ήταν ένας νέος άνθρωπος η αγία Παρασκευή. Με όλες τις προοπτικές για μια ωραία ζωή. Για να τη ζήσει όπως ήθελε. Να κάνει τη ζωή της, όπως λέμε. 

Η επιλογή της 
Μα η αγία Παρασκευή δεν βρέθηκε καθόλου σε δίλημμα, όταν τής ζητήθηκε να διαλέξει ανάμεσα στον Χριστό και τη ζωή της. Αν και ήταν μια πολύ νεαρή κοπέλα, με τα όνειρα όλα μπροστά της, αλλά και με όλες τις δυνατότητες να τα πετύχει, δεν είχε καθόλου πρόβλημα να θυσιάσει τα πάντα, παρά να αρνηθεί τον Χριστό. Είχε ήδη ευθυγραμμίσει τη ζωή της με το θέλημα του Χριστού. Νόημα της ζωής της, για να είναι αληθινή, έκαμε τον Χριστό (Ιω. 14, 6). Χωρίς αυτόν δεν ήθελε να ζήσει. Γι’ αυτό και προτίμησε το μαρτύριο με ολοπρόθυμη διάθεση, απ’ το να ζει ανοημάτιστα, μια ά-χριστη (χωρίς Χριστό) και συνεπώς άχρηστη ζωή. 
Είναι η βασική της διαφορά με μάς, τους σημερινούς Χριστιανούς. Που δεν καλούμαστε φυσικά να μαρτυρήσουμε. Δεν μας οδηγούν ενώπιον βασιλέων και ηγεμόνων, δεν μας τραβολογούν «εις συνέδρια και εις συναγωγάς» (Μαρκ. 13, 9). Υπάρχουν βέβαια Χριστιανοί, σε άλλες χώρες, που και σήμερα δίνουν τη μαρτυρία τους ενώπιον βασιλέων και ηγεμόνων, βασανίζονται το ίδιο σκληρά με τους παλιούς μάρτυρες και σφραγίζουν με το αίμα τους τη μαρτυρία τους για τον Χριστό. 
Εμείς όμως σήμερα εδώ ζούμε σε μια εντελώς άλλη διάσταση. Δεν καλούμαστε όπως εκείνοι να μαρτυρήσουμε. Και ευτυχώς, γιατί η διάθεση που μας χαρακτηρίζει είναι η άρνηση του μαρτυρίου. Και σ’ αυτό διαφέρουμε καίρια απ’ την αγία Παρασκευή και όλους τους μάρτυρες και τους αγίους. Για ποια όμως άρνηση του μαρτυρίου μιλάμε; Ποιο είναι αυτό το μαρτύριο; 

Η ψεύτικη ζωή 
«Δεν θα γίνω οσιομάρτυρας», είπε μια νεαρή κοπέλα, της εποχής μας αυτή. Εννοούσε πως δεν το ’χε σκοπό να κάτσει να σκάσει υπομένοντας ένα σύζυγο, με τον οποίο πλέον δεν μπορούσε, η και ίσως να μην ήθελε, να τα βρει. Τόσες άλλες ευκαιρίες έχει πλέον η ζωή! Γιατί να μην προτιμήσει και αυτή να κάνει τη ζωή της, αντί να τη χαραμίσει; Ο σημερινός Χριστιανός ζωή θεωρεί ό,τι και ο κόσμος, που δεν έχει φρόνημα Θεού. 
Ο Χριστός όμως λέγει κάποια παράξενα πράγματα. Ενάντια στη δική μας λογική. Ότι όποιος προσπαθεί να ζήσει τη ζωή του, θα τη χάσει (Ματθ. 10, 39). Δεν θα ζήσει τίποτε. Δεν θα νοιώσει τίποτε από ζωή. Αυτό που θα ζει δεν θα ‘ναι ζωή, μα απουσία ζωής. Άνοστη, ανούσια, ανοημάτιστη. Φάντασμα ζωής, όχι χαρά. Όσο περισσότερο θα τη ζει, τόσο πιο πολύ θα του φεύγει από τα χέρια του και θα μένει ανικανοποίητος. Όσο θα τη γεμίζει ηδονές, απόλαυση, διασκεδάσεις, τόσο πιο άδεια θα γίνεται. Σαν το τρύπιο πιθάρι των Δαναΐδων του αρχαίου μύθου, που όσο κι αν προσπαθούσαν να το γεμίσουν με νερό, έμενε άδειο πάντοτε, αφού ήταν τρύπιος ο πάτος του. 
Αυτή η ζωή θα έχει μία και μόνο προοπτική: τον θάνατο. Γιατί θα είναι ζωή χωρίς αγάπη (Α Ἰω. 3, 14). Η ακόρεστη ικανοποίηση του εαυτού μας συνεπάγεται τον άμεσο υποβιβασμό του κάθε άλλου σε δεύτερη μοίρα. Την ανικανότητα να αγαπήσουμε κάποιον άλλον πάνω απ’ τον εαυτό μας. Αυτό όμως λέγεται: απόλυτη μόνωση, και είναι το ισοδύναμο της κόλασης, του θανάτου. Δεν είναι κόλαση το να μη σε αγαπούν, αλλά το να μην αγαπάς. 
Τί τη θέλουμε τότε μια ζωή, στην οποία έχει ήδη εισβάλει και έχει κάνει κατοχή ο θάνατος; Τόσο μικρές είναι λοιπόν οι απαιτήσεις μας; Τόσο μίζερα τα όνειρά μας; Τερματίζουν μόνο σε μια χαμοζωή-κόλαση; Πού είναι τα οράματά μας; 

Η αληθινή ζωή 
Και πάλι λέγει ο Χριστός, ότι όποιος χάσει μια τέτοια ζωή για χάρη του, αυτός θα βρει τη ζωή και θα τη ζήσει πραγματικά (Ματθ. 10, 39). Και τί εννοεί ο Χριστός, όταν λέγει να χάσει κάποιος τη ζωή του για χάρη του; 
Κάποιες φορές, όπως στην περίπτωση της αγίας Παρασκευής, να τη θυσιάσουμε εξ ολοκλήρου γι’ αυτόν με το μαρτύριο. 
Συνήθως όμως, καθημερινά, σημαίνει να βγαίνουμε όλο και περισσότερο απ’ τον εγωκεντρικό μας τρόπο ζωής. Να δίνουμε προτεραιότητα όχι στα δικά μας θελήματα, στο δικό μας εγώ, αλλά στον άλλον (Α΄ Κορ. 10, 24). Τον κάθε άλλον. Τον Θεό η τον άνθρωπο. Να συγκρατούμε κάθε πάθος, κάθε κακία, κάθε εγωιστική και εκδικητική κίνηση προς τον άλλο. Να αγαπήσουμε αυτόν τον άλλο, που κάποτε μπορεί να μην είναι πια του γούστου μας, να μη μας αρέσει καθόλου. Με μια σχεδόν παράλογη αγάπη, για το δικό του καλό, τη δική του σωτηρία και μόνο. Χωρίς να θέτουμε όρους ή δικές μας απαιτήσεις, ξεχνώντας κάθε δικό μας θέλημα, συμφέρον, υπολογισμό. Να ξεφύγουμε δηλαδή από τα εντελώς φυσικά (δηλαδή εγωκεντρικά και γι’ αυτό ανάξια λόγου) αισθήματά μας και να δούμε στο πρόσωπό του την εικόνα του Θεού. Τα σπάνια και ανεκτίμητα χαρίσματα με τα οποία τον τίμησε ο Θεός, και που ο τυφλός μας εγωκεντρισμός πεισματικά τα θάβει και τα αγνοεί. 

Το μαρτύριο 
Αυτό σημαίνει όμως για μάς ανά πάσα στιγμή κάποιο μικρό ή μεγάλο μαρτύριο. Πράγμα που από φυσικού μας αποστρεφόμαστε. Πώς ενεργούσαν όμως οι άγιοι; 
Επισκέφθηκε κάποτε τον αββά Αχιλλά ένας γέροντας μοναχός και τον είδε να βγάζει αίμα από το στόμα του. 
- Τί είναι αυτό, πάτερ; τον ρώτησε. 
- Αυτό, απάντησε ο αββάς Αχιλλάς, είναι ο λόγος κάποιου αδελφού που με στενοχώρησε και αγωνίστηκα να μην τον φανερώσω. Και προσευχήθηκα στον Θεό να τον εξαφανίσει από μέσα μου. Και έγινε ο πικρός αυτός λόγος σαν αίμα στο στόμα μου και τον έφτυσα και έτσι ανακουφίστηκα και ξέχασα τη στενοχώρια μου. 
Μας παραπέμπει το περιστατικό αυτό ευθέως στα λόγια του αββά Λογγίνου: «δος αίμα και λάβε πνεύμα» (Γεροντικόν, αββάς Αχιλλάς, δ , αββάς Λογγίνος, ε ). 
Το να συγκρατείς κάποιο πάθος, να θυσιάζεις κάποια επιθυμία σου χάριν του άλλου, είναι πολύ δύσκολο. Σαν να χύνεις αίμα. Να, λοιπόν, το μαρτύριο. Χύνοντας όμως το «αίμα» αυτό, λαμβάνουμε πνεύμα. Τότε νοιώθουμε, κατά τον λόγο του Χριστού, τί θα πει αληθινή ζωή. Μόνο τότε δηλαδή χαιρόμαστε πραγματικά τη ζωή μας. Μόνο τότε αυτή έχει νόημα, ποιότητα, χαρά. Η κάθε μας θυσία έχει και άμεση αντίδοση: την εισβολή της ευλογίας του Θεού στη ζωή μας, που αντιστρέφει οριστικά την προοπτική της: αντί για προοπτική θανάτου τής δίνει προοπτική ζωής. Όλο και καλύτερης ζωής. Και όχι μόνο της αιώνιας, όπως νομίζουν μερικοί, αλλά και της επίγειας. Που με τη χάρη του Θεού και μόνο γίνεται όχι απλώς βιώσιμη, αλλά και χαρούμενη. Αλλιώς δεν υποφέρεται (άγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς). 
Σ’ αυτόν τον όντως δυσκολότατο αγώνα, στο καθημερινό μαρτύριο της απάρνησης των εγωκεντρικών θελημάτων, μας καλεί ο Χριστός. 

Η άρνηση του μαρτυρίου Και εδώ είναι που σήμερα ο Χριστιανός αρνείται το μαρτύριο. Τού είναι αδιανόητο να απαρνηθεί όσα τού αρέσουν για χάρη κάποιου άλλου. Προσβάλλει έτσι και υβρίζει απροκάλυπτα την αγία μας Παρασκευή και όλους τους αγίους, αφού δείχνει με την πράξη του πόσο μεγάλη ανοησία και βλακεία θεωρεί τη δική τους επιλογή. Τυφλός και μωρός, αλλά και κουφός για τα λόγια του Θεού (Μαρκ. 8, 17-18), ψάχνει σαν όλους τους άλλους κι αυτός για τη δική του ευκαιρία στη ζωή. Για μια βουλιμική απόλαυσή της. Κι όσο περνάει η ηλικία, τόσο περισσότερο τον πιάνει υστερία. Μη δεν προλάβει να ρουφήξει και την τελευταία σταγόνα απ’ το ποτήρι της ηδονής. 
Να μια ανάγλυφη περιγραφή της νοοτροπίας του ανθρώπου της εποχής μας, με τον οποίο ταυτίζεται δυστυχώς απόλυτα και ο Χριστιανός, που σήμερα προσβλέπει πλέον στην Εκκλησία όχι για την αλήθεια, όχι για τη σωτηρία από την αμαρτία, αλλά για ψυχολογική και μόνο ευφορία, για να νοιώσει απλώς καλά, να διώξει το άγχος και ό,τι άλλο τον ταλαιπωρεί ψυχολογικά. 
«Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν κατατρέχεται από ενοχή γιατί αδυνατεί να ευθυγραμμίσει τον βίο του με κάποιον υπερκείμενο και δεσμευτικό Νόμο, αλλά από αγωνία και άγχος γιατί αδυνατεί να διακρίνει κάποιο νόημα σε ό,τι κάνει. Ζει στο απόλυτο τώρα, χωρίς τον ορίζοντα του μέλλοντος και με ισχνό έως μηδενικό ενδιαφέρον για το παρελθόν… 
Το κυρίαρχο πάθος συνίσταται στο να ζεις για τη στιγμή, επικεντρωμένος στον εαυτό σου, αδιαφορώντας για προγόνους και απογόνους, χωρίς την αίσθηση της ιστορικής συνέχειας, την αίσθηση ότι ως άνθρωποι ανήκουμε σε μία διαδοχή γενεών που εκκινούν από το παρελθόν και προεκτείνονται στο μέλλον. 
Το πρόβλημα εντείνεται από το γεγονός ότι οι θεραπευτές που γίνονται σήμερα δημοφιλείς, …εστιάζουν την παρέμβασή τους στην εκπλήρωση των συναισθηματικών απαιτήσεων του ανθρώπου. Το ενδεχόμενο να ενθαρρυνθεί ο σύγχρονος άνθρωπος να υποτάξει τις ανάγκες του και τα ενδιαφέροντά του σε αυτά ενός άλλου ανθρώπου, ακόμα και των πιο κοντινών και «αγαπητών», …είναι συνήθως εκτός συζήτησης. Η αγάπη ως θυσία και προσφορά, το νόημα ως υποταγή σε μία πίστη που μας υπερβαίνει, κρίνονται ως αφόρητα καταπιεστικές, προσβλητικές για τον κοινό νου και επιζήμιες για την προσωπική ευημερία του ανθρώπου επιλογές» (π. Ευαγγ. Γκανά, Η Ποιμαντική στα χρόνια της εκκοσμίκευσης, ΘΕΟΛΟΓΙΑ, 81, 2 [2010], σ. 58-59). 
Ένας τέτοιος άνθρωπος αδυνατεί να κατανοήσει ότι η ζωή αληθεύει, γίνεται αυθεντική και αποκτάει πληρότητα, μόνο όταν πετυχαίνει τη θυσιαστική συνύπαρξη με τον άλλον, για χάρη του άλλου. Κάτι που μπορεί να λάβει χώρα μόνο στην αληθινή κοινωνία και αμοιβαιότητα του εκκλησιαστικού σώματος, του σώματος του Χριστού, όπου οι πάντες «μέλη εσμέν» (Εφεσ. 5, 30). «Μέσα στην αμοιβαία αυτή κοινωνία κανένας δεν προσπαθεί να κάνει κάτι για τον εαυτό του, αλλά όλοι συνδέονται μεταξύ τους με την αδιαίρετη χάρη και δύναμη της μιας πίστεως. Και όλων η καρδιά και η ψυχή είναι μία, ώστε από πολλά διαφορετικά μέλη να φαίνεται ένα σώμα άξιο αληθινά του Χριστού» (αγ. Μαξίμου Ομολογητού, Μυσταγωγία, 1, 3). 

Ο άθεος Χριστιανός 
Η άρνηση του σημερινού Χριστιανού να συμμετάσχει στο όντως συγκλονιστικό γεγονός μιας τέτοιας κοινωνίας, είναι ακριβώς άρνηση του μαρτυρίου. Αν δεν φοβάται τις λέξεις, πρέπει να το παραδεχθεί ξεκάθαρα, πως με μια τέτοια επιλογή παύει πια οριστικά να είναι Χριστιανός. Δεν ανήκει στο ενιαίο σώμα του Χριστού. Απ’ τη στιγμή που δεν εγκολπώνεται το πνεύμα αυταπάρνησης που ζητά ο Χριστός (Λουκ. 9, 23) και απορρίπτει τα μέλη του Χριστού, (ένα ή πολλά, δεν παίζει ρόλο), έχει απορρίψει τον Χριστό. Και απορρίπτεται φυσικά και από αυτόν. «Ουκ έστι μου άξιος», λέει γι’ αυτόν ο Χριστός (Ματθ. 10, 38), που μας θέλει Χριστιανούς στα έργα και όχι μόνο στα λόγια (Ματθ. 7, 21). 
Ας μη ζει κανείς λοιπόν με αυταπάτες. Ας βγει επιτέλους από την ψευδαίσθηση, με την οποία αποκοιμίζει τη συνείδησή του. Απ’ τη στιγμή που δεν σταυρώνει τις αμαρτωλές (νόει πάντα: εγωκεντρικές) επιθυμίες και τα πάθη του (Γαλ. 5, 24), αλλά συσχηματίζεται (Ρωμ. 12, 2) και ζει σαν όλο τον κόσμο που «κείται εν τω πονηρώ» (Α Ἰω. 5, 19), ζει δηλαδή μόνο για τον εαυτό του, τότε δεν είναι πια Χριστιανός, αλλά αρνητής του Χριστού. Δεν έχει καμμιά σχέση μαζί του. Δεν είναι του Χριστού. Τελεία και παύλα. Δεν γίνεται να πλέει αδιάκοπα πατώντας σε δυό βάρκες ταυτόχρονα. Είναι «υιός του αιώνος τούτου» (Λουκ. 16, 8· 13), ναι! Όχι όμως και Χριστιανός. 
Και ο Χριστός με τη σειρά του, σεβόμενος απλώς ό,τι ο άνθρωπος εν ελευθερία επιλέγει, δεν μπορεί να τον αναγνωρίσει για δικόν του (Λουκ. 13, 25-27). 

Η αντιστροφή της πορείας 
Ο σημερινός Χριστιανός θα ‘πρεπε να συγκλονισθεί από την ειλικρινή ομολογία της Γαλλίδας συγγραφέως Σιμόν ντε Μποβουάρ (στο έργο της «Πώς έγινα συγγραφέας»):
«Ποτέ δεν απαρνιόμουν πράγματα που μ’ ευχαριστούσαν, επειδή δήθεν ο Θεός τα απαγόρευε. Άρα δεν πίστευα πια σ’ Eκείνον!» 
Καιρός λοιπόν να αλλάξει πορεία, να διαχωρίσει τον δρόμο του από τον κόσμο. Να αρχίσει να γίνεται σιγά-σιγά του Χριστού, σταυρώνοντας τα αναρίθμητα, ανόητα και καταστροφικά «θέλω» του, τα φυσικά του (και γι’ αυτό καθόλου πνευματικά) αισθήματα, αποδεχόμενος με καλή, θυσιαστική και αγαπητική διάθεση τον κάθε άλλον «αδελφό» του Χριστού. Από τη λατρεία του εαυτού του, που συνιστά έμπρακτη απιστία και αθεΐα, να γίνεται όλο και πιο συνειδητά πιστός, «ποιών το θέλημα του Πατρός» (Ματθ. 7, 21), δηλαδή τη μία και μοναδική εντολή του για γνήσια, θυσιαστική αγάπη, χωρίς όρους και υπολογισμό, προς τον κάθε άλλον (Α΄ Ἰω. κεφ. 3, 4, 5· Β΄ Ἰω.· Α΄ Κορ. 10, 24· 33). Και ο Χριστός απ’ τη μεριά του πάντα τον περιμένει, τον αγαπάει, τον αγκαλιάζει οποτεδήποτε θελήσει να επιστρέψει, να ξαναγίνει πιστός. 

Η αγία Παρασκευή που θυσίασε ολοκληρωτικά τη ζωή της προσφέροντας το αίμα της για τον Χριστό, ας μας ενισχύει με τις πρεσβείες της να κατανοούμε πρώτα και κατόπιν να αποδεχόμαστε το καθημερινό μαρτύριο της θυσίας των εγωκεντρικών μας θελημάτων. Και εν συνεχεία να προσφέρουμε με πρόθυμη διάθεση το «αίμα» της θυσίας μας αυτής ως λογική λατρεία στον Κύριο (Ρωμ. 12, 1), για να λάβουμε κι εμείς πνεύμα, χάρη, ζωή αληθινή, όπως εκείνη, μετά πάντων των αγίων. Αμήν.

https://proskynitis.blogspot.com/2018/07/blog-post_115.html

Θαυμάζουμε τους Αγίους μας και από την άλλη ξεχνούμε τις δοκιμασίες, τις αδικίες που υπέστησαν


Καθόμαστε και αναλύουμε τις δοκιμασίες που μας βρήκαν, το άδικο που ήρθε στην ζωή μας. Προσπαθούμε να βρούμε λύσεις. Ρωτάμε ίσως και κάποιους ανθρώπους που εμπιστευόμαστε, για να βρούμε απαντήσεις στα "γιατί" που μας στοιχειώνουν. 
Πολλές τέτοιες περιπτώσεις ανθρώπων που τους "πνίγει το άδικο", που τους συντρίβουν οι δοκιμασίες έρχονται και στον πνευματικό και ζητούν απαντήσεις, λύσεις, ακόμα και ευχές ώστε να σταματήσει αυτό το "άδικο κακό" που τους ταλαιπωρεί.
  Σίγουρα κανείς μας δεν θέλει να υποφέρει, κανείς δεν θέλει στην ζωή του ταλαιπωρίες, αδικίες, συκοφαντίες, δοκιμασίες, πόνο, προδοσίες, απάτες, απιστίες κ.α. Όμως μέσα στη ζωή κάποια απ' αυτά έρχονται. Είναι δεδομένο πως σε κάποια χρονική περίοδο της ζωής μας θα τα γευτούμε. Αυτήν όμως την πραγματικότητα δεν θέλουμε να την δεχθούμε. Θεωρούμε ότι δεν πρέπει τίποτα το "κακό" να μας βρει. Γι'αυτό φτάνουμε και στο σημείο -εάν κάποια δοκιμασία κτυπήσει την πόρτα του σπιτιού μας- να βλασφημούμε και κατά του Θεού, αποκαλώντας τον άδικο και άσπλαχνο.
  Έχω διαπιστώσει -μέσα από τις εξομολογήσεις- ότι όλες οι δοκιμασίες που έρχονται στη ζωή μας είτε προκαλούνται από εμάς τους ίδιους με τις επιλογές της ζωής μας, είτε για να κρατιόμαστε σε πνευματική εγρήγορση.
 Το δυστύχημα όμως είναι ότι στην πρώτη περίπτωση οι άνθρωποι αρνούνται να δούνε το φταίξιμό τους, αρνούνται να αναλάβουν την ευθύνη των επιλογών τους και το μόνο που κάνουν είναι να κατηγορούν τους άλλους, τον Θεό, την ζωή, το κράτος, αρνούνται δηλαδή να αποδεχτούν ότι το "κακό" που τους βρήκε το δημιούργησαν οι ίδιοι. 
Αλλά και στην δεύτερη περίπτωση οι άνθρωποι θεωρούν ότι δεν έχουν πέσει σε πνευματικό λήθαργο ώστε να χρειάζεται ένα πνευματικό ξυπνητήρι (δοκιμασία) για να ξυπνήσουν, να συνέλθουν, να ταπεινωθούν, να πάψουν πλέον να ζούνε επαναπαυμένοι μέσα σε έναν τυπικό-επιφανειακό χριστιανισμό.

  Μια τέτοια κοπέλα ήρθε τις προάλλες για εξομολόγηση. Ήθελε να φύγει το άδικο, οι δοκιμασίες, οι στεναχώριες...
Της είπα να βάλει στην ζωή της την προσευχή μιας και όπως η ίδια μου ομολόγησε δεν προσευχόταν ποτέ και σπανίως πήγαινε και για εκκλησιασμό, απλά πίστευε με έναν δικό της τρόπο...
Βάλαμε λοιπόν έναν πολύ μικρό κανόνα προσευχής για να τον κάνει κάθε ημέρα. Αφού τελείωσα αυτά που ήθελα να της πω με ρώτησε, "δηλαδή, εάν κάνω αυτήν την προσευχή κάθε ημέρα θα σταματήσουν οι αδικίες, οι δοκιμασίες αυτές"; Δεν είχε καταλάβει τίποτα από όλα αυτά που της είχα αναφέρει πιο πριν. 
Έτσι λοιπόν της απάντησα ορθά κοφτά, "Όχι"!
"Όχι, δεν θα σταματήσουν. Εμείς θέλουμε να προσευχηθούμε ώστε να διορθωθούν τα πράγματα όμως η προσευχή κυρίως είναι να να διορθωθεί ο λογισμός μας ως προς τα πράγματα". (από το Μέγα Γεροντικό).
Με κοίταξε περίεργα. Σχεδόν απογοητευμένη, όμως δεν μπορούσα να της υποσχεθώ κάτι διαφορετικό από τον αψευδή λόγο του Άγιου Ιωάννου του Χρυσοστόμου "Θέλεις άνθρωπε να ζήσεις την πνευματική ζωή, ετοιμάσου για πειρασμό".
   Δυστυχώς αδελφοί μου σχεδόν όλοι μας δεν θέλουμε να αποδεχτούμε αυτήν την μεγάλη αλήθεια ότι η Εκκλησία με τον τρόπο ζωής που μας προτείνει δεν αφανίζει τις δοκιμασίες, τα προβλήματα, τις αδικίες από την ζωή μας αλλά μας κάνει να τα βλέπουμε όλ' αυτά διαφορετικά. Ο τρόπος ζωής της Εκκλησίας κάνει τον άνθρωπο να βλέπει την κάθε δοκιμασία ως ευκαιρία για πνευματική προκοπή, εάν εμείς βλέπουμε την κάθε δοκιμασία ως κατάρα (και αυτό λόγο του εγωισμού μας) είναι φυσικό επόμενο να αντιδρούμε με μικροψυχία και να μας καταβάλει η λύπη.
  Από την μία θμέχρι το τέλος της επίγειας ζωής τους. Προσευχόμαστε στους Αγίους όχι για να βλέπουμε τα πράγματα όπως τα βλέπανε κι εκείνοι αλλά να πάψει κάθε πειρασμός, κάθε "κακό" που θεωρούμε ότι άδικα ήρθε στη ζωή μας.
Το ζητούμενο λοιπόν είναι να καταλάβουμε επιτέλους ότι δεν είναι σκοπός του τρόπου ζωής της Εκκλησίας μας να αποτρέπει -δια μαγείας- κάθε "κακό" αλλά να μεταμορφώσει εμάς τους ίδιους σε ανθρώπους που δεν μένουν στο "τώρα" αλλά βλέπουν το "μετά". 
  Μιλούμε για άδικο εμείς; Πως τολμούμε να παραπονιόμαστε όταν ο ίδιος ο Κύριός μας καρφωμένος πάνω στο Σταυρό Του συγχωρούσε τους σταυρωτές Του; Μιλούμε για άδικο εμείς όταν ο μόνος Αθώος της Ιστορίας κρεμάστηκε πάνω στο Σταυρό; Σε ποιον Χριστό πιστεύουμε τελικά; Σε έναν Χριστό που σταύρωνε τους άλλους, αυτούς που Τον αδίκησαν, που Τον συκοφάντησαν, που Τον έβλαψαν ή στον Αληθινό Χριστό που σταυρώθηκε από τους ανθρώπους όμως ποτέ Του δεν έπαψε να αγαπά τους πάντες;
Εάν επιμένουμε στο σκεπτικό της αυτοδικαίωσης, της μίζερης προσέγγισης κάθε δοκιμασίας, της αμνήστευσης κάθε αμαρτίας μας (που συνήθως έχει ως αποτέλεσμα την οδύνη), είναι απόδειξη της πώρωσης της καρδιάς μας, της κοσμικότητάς μας, της αμετανοησίας μας, του εγωισμού και της φιλαυτίας μας τα οποία μας τυφλώνουν και δεν βλέπουμε ότι η μεγαλύτερη τελικά αδικία συντελείται σε εμάς από εμάς.

αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος
https://proskynitis.blogspot.com/2018/07/blog-post_197.html

Το Αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας


Τοῦ Ἁγίου Ἱερομάρτυρος Ἑρμολάου καί τῶν σύν αὐτῷ Ἑρμίππου καί Ἑρμοκράτους καί τῆς Ἁγίας Ὁσιομάρτυρος Παρασκευῆς. 
Πρὸς Γαλάτας Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ᾽Ανάγνωσμα 3:23-29, 4:1-5 
Ἀδελφοί, πρὸ τοῦ ἐλθεῖν τὴν πίστιν ὑπὸ νόμον ἐφρουρούμεθα συγκεκλεισμένοι εἰς τὴν μέλλουσαν πίστιν ἀποκαλυφθῆναι. Ὥστε ὁ νόμος παιδαγωγὸς ἡμῶν γέγονεν εἰς Χριστόν, ἵνα ἐκ πίστεως δικαιωθῶμεν· ἐλθούσης δὲ τῆς πίστεως οὐκέτι ὑπὸ παιδαγωγόν ἐσμεν. Πάντες γὰρ υἱοὶ Θεοῦ ἐστε διὰ τῆς πίστεως ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ· ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε. Οὐκ ἔνι ᾿Ιουδαῖος οὐδὲ ῞Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ· πάντες γὰρ ὑμεῖς εἷς ἐστε ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ. Εἰ δὲ ὑμεῖς Χριστοῦ, ἄρα τοῦ ᾿Αβραὰμ σπέρμα ἐστὲ καὶ κατ᾿ ἐπαγγελίαν κληρονόμοι. Λέγω δέ, ἐφ᾿ ὅσον χρόνον ὁ κληρονόμος νήπιός ἐστιν, οὐδὲν διαφέρει δούλου, κύριος πάντων ὤν, ἀλλὰ ὑπὸ ἐπιτρόπους ἐστὶ καὶ οἰκονόμους ἄχρι τῆς προθεσμίας τοῦ πατρός. Οὕτω καὶ ἡμεῖς, ὅτε ἦμεν νήπιοι, ὑπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου ἦμεν δεδουλωμένοι· ὅτε δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἐξαπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ, γενόμενον ἐκ γυναικός, γενόμενον ὑπὸ νόμον, ἵνα τοὺς ὑπὸ νόμον ἐξαγοράσῃ, ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν. 

Νεοελληνική απόδοση:
Προτοῦ ἔλθῃ ἡ πίστις, ἐφρουρούμεθα κλεισμένοι κάτω ἀπὸ τὸν νόμον, μέχρις ὅτου ἀποκαλυφθῇ ἡ πίστις. Ὥστε ὁ νόμος ἦτο παιδαγωγός μας ἕως ὅτου ἔλθη ὁ Χριστός, διὰ νὰ δικαιωθοῦμε διὰ τῆς πίστεως. Τώρα δέ, ποὺ ἦλθεν ἡ πίστις, δὲν εἴμεθα πλέον ὑπὂ παιδαγωγόν, διότι διὰ τῆς πίστεως εἶσθε ὅλοι υἱοὶ Θεοῦ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ, διότι ὅσοι ἐβαπτισθήκατε εἰς τὸν Χριστόν, ἔχετε ἐνδυθῆ τὸν Χριστόν. Δὲν ὑπάρχει Ἰουδαῖος οὔτε Ἕλλην, δὲν ὑπάρχει δοῦλος οὔτε ἐλεύθερος, δὲν ὑπάρχει ἄρρεν καὶ θῆλυ, διότι ὅλοι σεῖς εἶσθε ἕνας ἄνθρωπος ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ. Ἐὰν δὲν εἶσθε τοῦ Χριστοῦ, ἄρα εἶσθε ἀπόγονοι τοῦ Ἀβραάμ, καὶ κληρονόμοι βάσει ὑποσχέσεως. Ἐκεῖνο ποὺ ἐννοῶ εἶναι ὅτι, ἐφ’ ὅσον χρόνον ὁ κληρονόμος εἶναι ἀνήλικος, δὲν διαφέρει καθόλου ἀπὸ τὸν δοῦλον, ἂν καὶ εἶναι κύριος ὅλης τῆς περιουσίας, ἀλλὰ εἶναι ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν ἐπιτρόπων καὶ διαχειριστῶν μέχρι τῆς προθεσμίας, τὴν ὁποίαν ὥρισε ὁ πατέρας. Ἔτσι καὶ ἐμεῖς, ὅταν ἤμαστε ἀνήλικοι, ἤμαστε ὑποδουλωμένοι κάτω ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τοῦ κόσμου. Ὅταν ὅμως συμπληρώθηκε ὁ χρόνος, τότε ἔστειλε ὁ Θεὸς τὸν Υἱόν του, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθηκε ἀπὸ γυναῖκα καὶ διετέλεσε ὑπὸ τὸν νόμον, διὰ νὰ ἐξαγοράσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν δοῦλοι κάτω ἀπὸ τὸν νόμον, διὰ νὰ πάρωμεν τὴν υἱοθεσίαν.