Σάββατο, 20 Απριλίου 2019

ΑΔΕΙΕΣ ΨΥΧΕΣ


Πόσο άδειες είναι οι ψυχές των νέων ανθρώπων σήμερα; Πόσο εύκολο είναι αυτό να γίνει αφορμή αφύπνισης;                 
Οι νέοι σήμερα έχουν επιλέξει μία οδό συμβιβασμού με τον κόσμο και την εποχή τους. Έχουν εκλάβει ως δεδομένο ότι θα πρέπει να ακολουθούν τον πολιτισμό του καιρού, όχι μόνο ως προς τις συνήθειες, τις επιλογές της διασκέδασης, τις μοντέρνες ιδέες, την προβολή του εαυτού στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, αλλά και ως προς τις σχέσεις τους. Οι νέοι αναζητούν την κοινωνικότητα και την συντροφικότητα όχι μέσα από τον έρωτα, το μοίρασμα, την ευθύνη, αλλά, κυρίως, μέσα από την ευκολία της σωματικής επαφής, την αποθέωση της εμφάνισης, την αποφυγή του δεσίματος. Οι σχέσεις δεν αποτυπώνουν στους νέους αυτό που ονομάζουμε «νόημα ζωής». Μάλλον λειτουργούν ως αντίδοτο στον φόβο της μοναξιάς, σε ένα διαφαινόμενο αίσθημα απόρριψης από τους άλλους. Έτσι, οι νέοι δεν αντιδρούν εύκολα στο κάθε μορφής κακό. Δεν θέλουν να διαμορφώσουν ολοκληρωμένη άποψη, να παλέψουν για κάτι διαφορετικό.                
 Σε μία εποχή στην οποία η ζωή είναι γεμάτη από πληροφορίες και κάποτε και εμπειρίες, οι ψυχές παραμένουν ασυγκίνητες, άδειες. Δεν ενοχλεί όμως αυτό, διότι μεγαλύτεροι και νεώτεροι δεν βιαζόμαστε να δώσουμε απάντηση στο ερώτημα του θανάτου και της αιωνιότητας.  Είναι μακριά για μας. Προτιμούμε να ζούμε όπως οι πολλοί, παρά να θέλουμε την Αλήθεια, η οποία όμως δεν είναι μόνο για να την γνωρίσουμε, αλλά και για να την ακολουθήσουμε.                 
Άδειες οι ψυχές γιατί δεν πεινάνε για ελπίδα. Κέντρο της ζωής είναι το τώρα, το παρόν. Επειδή δεν είναι μόνοι τους οι νέοι, νιώθουν ότι δεν χρειάζεται να σκεφτούνε γιατί ζούνε και τι μπορούν να μοιραστούνε. Κι έτσι το μέλλον φαντάζει αρκετά μακρινό, για να διαμορφώσει κάποιος θέση και να αφιερωθεί ώστε να την υλοποιήσει. Συμπαρομαρτούνε άλλωστε όλοι εκείνοι που δεν ελπίζουν σε κάτι, αλλά μόνο στο «εγώ» τους, τον εαυτό τους. Και τότε «όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν». Αρκεί λοιπόν το να περνάμε καλά.                 
Η χριστιανική πίστη και η ζωή της Εκκλησίας μπορούν να γίνουν αφετηρία ώστε οι ψυχές να μπολιαστούν και με νόημα και με ελπίδα. Στις μικρότερες και μεγαλύτερες κρίσεις της ζωής, στην αποτυχία της αγάπης, στον εκμηδενισμό των ονείρων έρχεται η αυθεντικότητα  της κοινωνίας με τον Χριστό να κάνει νεώτερους και μεγαλύτερους να αισθάνονται όχι απλώς λιγότερο μόνοι, αλλά έτοιμοι να παλέψουν για έναν κόσμο που θα ακολουθεί το Ευαγγέλιο. Στα δύσκολα. Στην δίψα για εκδίκηση και συντριβή του άλλου που είναι εχθρός. Στην επιθυμία χρήσης του άλλου ως αντικειμένου για την δική μας ευχαρίστηση. Στον πόνο από την αρρώστια, τον θάνατο, την απώλεια. Στην ταραχή που η ήττα και η ματαίωση φέρνουν. Αλλά και στην ανάγκη για μέτρο όταν διαχειριζόμαστε τις χαρές μας.  Η παρουσία του Χριστού γεμίζει τις ψυχές. Πιστεύουμε και ζούμε έναν Θεό που έγινε άνθρωπος και έφτασε μέχρι τον θάνατο από αγάπη για μας. Με γνώμονα αυτή την πίστη γνωρίζουμε γιατί ζούμε. Και ξεκινούμε από την αρχή κάθε στιγμή, στον τρόπο της Εκκλησίας. Ευθύνη των μεγαλύτερων να δείξουμε στους νέους αυτόν τον δρόμο. Ευθύνη όλων μας η ψυχή μας να πάψει να είναι άδεια.  Για να χαρούμε το ουσιώδες! Αυτόν και αυτό που διαρκεί!  

π. Θεμιστοκλής ΜουρτζανόςΔημοσιεύθηκε στην «Ορθόδοξη Αλήθεια»
στο φύλλο της Τετάρτης 3 Μαΐου 2017
Πηγή: https://theomitoros.blogspot.com/2019/04/blog-post_18.html

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ


Όσο βαρύς κι αν είναι ο σταυρός της δοκιμασίας, το ξύλο από το οποίο κατασκευάσθηκε, πάντοτε φυτρώνει στο έδαφος της καρδιάς! 
Μή φοβάστε. Κι αν γκεμίζονται όλα γύρω σας, κι αν ισοπεδώνονται οι ναοί και τα μοναστήρια, μην αποκαρδιώνεστε! 
Μένει και θα μένει όρθιος ο ναός της ψυχής μας, τον οποίο κανείς δεν μπορεί να καταστρέψει, παρά μόνον εμείς οι ίδιοι! 
Θυσιαστήριο είναι η καρδιά μας. 
Πάνω της, με δάκρυα προσφέρουμε το μέγα μυστήριο της μετανοίας!

(Ιερομάρτυς Σέργιος Μετσώφ)
πηγη: https://apantaortodoxias.blogspot.com
Πηγή: https://panagia-ierosolymitissa.blogspot.com/2019/04/blog-post_51.htm

Ὁ θάνατος με τον θάνατο ξεπερνιέται...


Ὁ θάνατος μὲ τὸν θάνατο ξεπερνιέται.Νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ πεθάνουμε, 
δηλαδὴ νὰ εἴμαστε ἕτοιμοι νὰ χάσουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν ἔλεγχό του.
Πρακτικά: 
Δὲν τρομάζω ὅταν μὲ ἀδικήσουν, δὲν γκρινιάζω οὔτε παραπονοῦμαι 
ἂν ὁ ἄλλος δὲν ἀνταποκρίνεται στὶς προσδοκίες μου, 
δὲν κατακρίνω τὸν ἄλλο σὰ νὰ εἴμαστε μέλη διαφορετικοῦ σώματος, 
δὲν πνίγομαι ἂν τὰ πράγματα δὲν ἔρχονται ὅπως πρέπει, 
οὔτε ἂν δὲν καταφέρω νὰ ἀλλάξω καὶ νὰ εἶμαι σωστός.

Εἶμαι ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε λογισμό,ὑπολογισμὸ καὶ παραλογισμό, 
ἀπομακρύνω ἀπὸ τὴν καρδιά μου κάθε φόβο καὶ ἀγωνία καὶ τὴν ἀφήνω νὰ ἀνασάνει.

Τέτοια καρδιὰ θὰ τὴν ἀγγίξει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καὶ θὰ ἔχει προσδοκία ἀναστάσιμης ἐμπειρίας.

Ἀρχιμανδρίτου Βαρνάβα Γιάγκου
ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο:" Ὁ μεγαλύτερος ἐχθρὸς τοῦ ἀνθρώπου "
Πειραΐκή Εκκλησία Φεβρουάριος 2019

Το θαύμα της κρυμμένης Εκκλησίας


Ο γέροντας Λάζαρος Διονυσιάτης († 1974), μεταξύ πολλών άλλων διηγήσεων, κατέγραψε και την ακόλουθη που του διηγήθηκε ο συμμοναστής του γέροντας Βησσαρίων († 1952), η οποία συνέβη όταν αυτός ήταν οικονόμος στο Μετόχι της Μονής Διονυσίου στα Μαριανά Χαλκιδικής.

«Αδελφάκι μου, καθώς ξέρεις, το Μοναστήρι με διόρισε Οικονόμο στα 1916 και όσο μπορούσα, φρόντιζα για τις δουλειές του Μετοχίου. Είχα όμως λύπη μεγάλη στην ψυχή μου, που δεν μπορούσα να πάω τις καλές ημέρες (εννοούσε τις μεγάλες Δεσποτικές και Θεομητορικές εορτές) στον Πολύγυρο ν’ ακούσω τη Θεία Λειτουργία. Φοβόμουν να φύγω τέτοιες ημέρες, γιατί τότε γίνονται οι κλοπές.

Αφού πέρασαν τα Θεοφάνεια και μπήκε ο Φεβρουάριος, μια βραδιά, καθώς άλεθα στον μύλο τα Πολυγυρινά αλέσματα, ώρα μία τη νύχτα, (1) ανέβηκα επάνω στο κελλαρίκι. Πηγαίνω στο μαγειρείο, όπου τα ξύλα ήταν ντούνα στη γωνιά. Ξαφνικά βλέπω έναν γέροντα ασπρογένη. Καθόταν στη φωτιά και ζεσταινόταν. Απόρησα μόλις τον είδα και έλεγα με τον νου μου, μα πότε ήρθε αυτός ο γέροντας και πώς δεν τον είδα εγώ;

Όμως τον χαιρέτησα με καλή καρδιά.
– Καλώς το γεροντάκι! Από πού είσαι του λόγου σου;
– Από εδώ κοντά είμαι και εγώ.
– Δεν βρήκες κανένα καλόγερο εδώ; (Εννοούσε κάποιον εργάτη λαϊκό Δημοσθένη).
– Όχι, μου λέει, καλόγερο εδώ άλλον δεν βρήκα.

Αρχίσαμε τις συνομιλίες, κι έπειτα με ρωτά ο γέροντας:
– Πώς περνάς γερο-Βησσαρίων, πώς πάνε οι δουλειές σου;
– Δόξα τω Θεώ, του λέω, καλά πάνε. (Διότι εκείνο τον καιρό, γερο-Λάζαρε, είχα πολλή δουλειά στον μύλο). Μόνο ένα πράγμα με λυπεί, διότι δεν έχω εκκλησία και αναγκάζομαι να πηγαίνω στον Πολύγυρο αραιά για να ακούω τη Θεία Λειτουργία.

Ο γέροντας μου λέει:
– Έχει εδώ εκκλησία, Βησσαρίων, μη λες ότι δεν υπάρχει.
– Μα τι λες, γεροντάκι μου, δεν ξέρω εγώ, ξέρεις εσύ καλύτερα;

Ο γέροντας τον χαβά του, πάλι τα ίδια έλεγε. Τον κοιτάζω καλά στα μάτια, μαζεύω τα μυαλά μου, μα τι μου λέει τούτος ο γέροντας;
– Γέροντα, εγώ έχω ένα χρόνο εδώ και δεν ξέρω να έχει εκκλησία και συ μου λες ότι έχει;

– Άκουσε, Βησσαρίων, απαντά. Δυό ποδάρια από τον φούρνο εμπρός αρχίζει η εκκλησία και σκάψε να τη βρεις.

Άμα άκουσα αυτά, άρχισα να διαλογίζομαι για τον γέροντα άλλα και άλλα. Ο γέροντας τότε μου είπε:

– Εσύ, Βησσαρίων, δεν πιστεύεις αυτά που σου λέω, εγώ είμαι μέσα στην ιδέα σου. Αλλά να πιστέψεις, διότι είναι θέλημα Θεού να ξεσκεπαστεί η εκκλησία και να την κτίσεις πάλι εκ νέου. Μην απιστείς καθόλου ό,τι σου λέω.

Αφού μου το είπε πολλές φορές, άρχισα να πιστεύω και τον ερώτησα αν έχει άλλο τίποτε, δηλαδή κανένα θησαυρό, χρήματα κλπ. Αυτός με βεβαίωνε ότι θα βρω πολλά.

– Για να πιστέψεις, μου λέει, ακόμη περισσότερο, άκουσε: όταν βρεις την κολώνα της αγίας Τραπέζης, να σταματήσεις το σκάψιμο, να κάνεις τρεις φορές τον σταυρό σου με μετάνοιες, και θα δεις το χώμα που σκεπάζει την πλάκα της αγίας Τραπέζης μόνο του να φεύγει, χωρίς εσύ να το αγγίξεις καθόλου.

Όταν άκουσα αυτά, γέμισε από χαρά η καρδιά μου και είπα στον γέροντα:

– Απόψε εδώ να μείνεις, να κοιμηθείς, εδώ θα σε φιλέψω.
– Τέτοια ώρα, μου λέει, πού να πάω, εδώ θα μείνω.

Όταν λέγαμε αυτά, άκουσα τις πέτρες του μύλου που κτυπούσαν –είχε σωθεί το γέννημα– και κατέβηκα να διορθώσω τον μύλο και είπα στον γέροντα να με περιμένει, ώσπου να γυρίσω να φιλευθούμε.

Αφού διόρθωσα τον μύλο, γυρίζω επάνω στο κελλαρίκι να συνεχίσουμε την ομιλία. Μα πού να τον βρω; Άφαντος ο γέροντας. Φωνάζω εδώ, εκεί, ρωτώ τον Δημοσθένη, τους Πολυγυρινούς, μήπως τον είδαν, αλλά κανείς δεν τον είδε. Τέλος πέρασε εκείνη η νύχτα.

Την άλλη μέρα τα είπα όλα αυτά και στον εργάτη, τον Δημοσθένη, μα ούτε και αυτός τα πίστευε. Εγώ ήμουν σε λογισμούς. Να κάνω αρχή ή να μην κάνω;

Αφού πέρασε έως μία εβδομάδα, μία νύχτα, καθώς κοιμόμουν, ήρθε ένα βάρος και κάθισε επάνω μου στο στήθος, μα ως πεντακόσιες οκάδες. (2) Είχα τότε μία στενοχώρια και ένα φόβο, μα τι να σου πω, πολύ μεγάλο.

Καθώς λοιπόν στενοχωριόμουν και κάτι σαν να έλεγα, άκουσα μία φωνή: «Γιατί δεν έκαμες ό,τι σου είπε ο γέροντας;» Εγώ σαν άκουσα, για να γλυτώσω από τη στενοχώρια, «αύριο», λέω, «θα το κάνω εξάπαντος». Έπειτα πάλι η φωνή: «Ήρθε ο ορισμένος καιρός και μη το αναβάλλεις». Και έτσι ελευθερώθηκα από το βάρος.

Το πρωί, προτού να φέξει καλά, παίρνω τον κασμά και άρχισα να σκάβω μπροστά από τον φούρνο, μισοφοβισμένος και τρομαγμένος από εκείνο το βάρος που δοκίμασα. Τσακ, τσούκ, εγώ με τον κασμά έσκαβα δυνατά και βαθιά. Μ’ ακούει η γυναίκα του εργάτη.

Απόρησε, ήρθε κοντά μου.
– Τι κάνεις, Οικονόμε;

Εγώ τη δουλειά μου, δεν της μίλησα καθόλου, μόνο της έκανα νεύμα με το χέρι να φύγει. Αφού έσκαψα έως ένα μέτρο βάθος, βρήκα τούβλα, και προχωρώντας παρακάτω, βρήκα τα ντουβάρια της εκκλησίας. Ήρθε και ο Δημοσθένης και σιγά σιγά σκάβοντας προχωρούσαμε. Όταν βρήκαμε την κολώνα, καθώς μου είπε ο γέροντας, λέω στον Δημοσθένη:

– Τώρα θα δεις ένα θαύμα. Τώρα θα κάνω τρείς μετάνοιες με σταυρούς και θα δεις τριγύρω στην κολώνα το χώμα όλο να φεύγει μόνο του.

Αυτός δεν πίστευε. Βάζω λοιπόν τρείς μετάνοιες με σταυρούς και –ω του θαύματος!– βρρρρρρ, όλο το χώμα ανασκάφτηκε και έφυγε. 

Ξεσκεπάστηκε η αγία Τράπεζα γύρω γύρω με θεία δύναμη. Ύστερα και ο Δημοσθένης έσκαβε με θείο ζήλο και πίστη. Να, αυτή είναι η ιστορία που έγινε η εκκλησία».

Αυτά μου διηγήθηκε ο γερο-Βησσαρίων γεμάτος δάκρυα από την κατάνυξη.

(1) Εννοεί μία ώρα μετά τη δύση του ηλίου.
(2) Η οκά ήταν παλιά μονάδα βάρους που ισοδυναμούσε με 1.282 γραμμάρια.
Από το περιοδικό «Ο ΟΣΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ», Έκδ. Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, τ. 10 (1985), 
άρθρο: «Διονυσιατικές διηγήσεις Β’», σελ. 75.
http://inpantanassis.blogspot.com/2019/04/blog-post_63.html

Η ψυχή, δεν πρέπει ν' απομακρύνεται μόνο από φανερά αμαρτήματα


Ἡ ψυχή, ποὺ θέλει νὰ μείνει παρθένος καὶ νὰ ἐνωθεῖ μὲ τὸ Θεό, δὲν πρέπει ν' ἀπομακρύνεται μόνον ἀπὸ φανερά ἁμαρτήματα, ὅπως ἡ πορνεία, ὁ φόνος, ἡ κλοπή, ἡ γαστριμαργία, ἡ κατάκριση, τὸ ψεῦδος, ἡ φυλαργυρία, ἡ πλεονεξία, καὶ τὰ ὅμοια, ἀλλὰ πολύ περισσότερο ἀπὸ τὰ ἀφανὴ καὶ κρύφια. 

Δηλαδὴ ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία, κενοδοξία, ἀνθρωπαρέσκεια, ὑποκρισία, φιλαρχία, δολιότητα, κακοήθεια, μῖσος, ἀπιστία, φθόνο, φιλαυτία, ὑπερηφάνεια καὶ τὰ ὅμοια.

Κατὰ τὴ Γραφή, τὰ ἐσωτερικά αὐτὰ ἁμαρτήματα εἶναι ἴσα μὲ τὰ ἐξωτερικά. Γιατὶ λέει «Ὁ Κύριος διασκόρπισε ὀστᾶ ἀνθρωπαρέσκων», καὶ• «Ὁ Κύριος ἀποστρέφεται τὸν αἱμοχαρὴ καὶ δόλιο ἄνθρωπο», δείχνοντας μ' αὐτό, ὅτι τὴ δολιότητα ὁ Κύριος τὴν ἀποστρέφεται ἴσα μὲ τὸ φόνο.

Ἐπίσης λέει «γι' ἀνθρώπους, ποὺ μιλοῦν εἰρηνικὰ στοὺς ἄλλους, μέσα τους ὅμως σχεδιάζουν κακά». Καὶ πάλι• «Μέσα στὴν καρδιά σας συλλογίζεστε πῶς νὰ διαπράξετε ἀνομίες στὴ ζωή». Καὶ «ἀλλοίμονό σας, ὅταν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι σᾶς ἐπαινοῦν», ὅταν δηλαδὴ ἐπιδιώκετε ν' ἀκοῦτε καλά γιὰ τὸν έαυτό σας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ κρέμεστε ἀπὸ τὴ γνώμη καὶ τοὺς ἐπαίνους τους. 

Ἐπειδὴ, πῶς εἶναι δυνατό νὰ διαφύγετε τὴν προσοχὴ τῶν ἀνθρώπων γιὰ πάντα, ὅταν κάνετε τὸ καλό; Ἄλλωστε καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος λέει• «Ἔτσι νὰ λάμψει τὸ φῶς σας μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους». Καὶ προσθέτει• «Νὰ ἐπιδιώκετε νὰ πράττετε τὸ καλό γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ ὄχι τὴ δική σας, οὔτε νὰ ἐπιθυμεῖτε ἀνθρώπινους ἐπαίνους». 

Γιατὶ «πώς μπορεῖτε νὰ ἔχετε πίστη, ἀφοῦ ἐπιζητεῖτε ὁ ἕνας τὸν ἔπαινο τοῦ ἄλλου καὶ ὄχι τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ».

Καὶ ὁ Ἀπόστολος μᾶς παραγγέλλει• «Εἴτε τρώτε, εἴτε πίνετε, εἴτε ό,τιδήποτε κάνετε, ὅλα νὰ τὰ κάνετε γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ.» Καὶ ὁ Θεολόγος Ἰωάννης κατατάσσει τὸ μῖσος μαζὶ μὲ τὸ φόνο, λέγοντας• «Αὐτὸς ποὺ μισεῖ τὸν ἀδελφό του εἶναι ἀνθρωποκτόνος».

Αγ. Μακάριος ο Αιγύπτιος 

ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΟΥ ΛΑΖΑΡΟΥ!


Θεοδώρου Ρόκα 
Θεολόγου MΑ 
Ερμηνευτικής Θεολογίας

Το Συναξάρι της σημερινή ημέρας αναφέρει οτι: "τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, Σαββάτῳ πρὸ τῶν Βαΐων, ἑορτάζομεν τὴν Ἔγερσιν τοῦ ἁγίου καὶ δικαίου, φίλου τοῦ Χριστοῦ, Λαζάρου τοῦ τετραημέρου". Ο φίλος του Χριστού, ο δίκαιος Λάζαρος που μνημονεύει το Συναξάρι της ημέρας είναι ο Λάζαρος που καταγόταν από τη Βηθανία, ένα μικρό χωριό κοντά στα Ιεροσόλυμα, ο γνωστός σε όλους Λάζαρος, τον οποίο ανέστησε ο Χριστός λίγες μέρες πριν τη Σταύρωση και την Ανάστασή του και συγκεκριμένα μια μέρα πριν τη θριαμβευτική είσοδό του στα Ιεροσόλυμα. Το περιστατικό της αναστάσεως του Λαζάρου μας το αφηγείται το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο. 

Σύμφωνα με τη διήγηση του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, ακούγοντας ο Χριστός πως ο φίλος του ο Λάζαρος ήταν άρρωστος ανέφερε πως η ασθένεια αυτή αποσκοπούσε στο να δοθεί ευκαιρία ώστε να αποδειχθεί για ακόμα μια φορά η υπερφυσική Του δύναμη και να δοξαστεί το όνομα του Θεού (Ιωαν. 11,1-4). Έτσι έσπευσε να τον επισκεφτεί και φτάνοντας στο χωριό του Λαζάρου πληροφορήθηκε πως ο φίλος του είχε πεθάνει (Ιωαν. 11,11-12) και μάλιστα να έχει συμπληρώσει τέσσερις ημέρες από της στιγμή της εκδημίας του και παραμονής στον τάφο (Ιωαν. 11,17). Τότε ο Ιησούς μετέβη στον τόπο όπου βρισκόταν ο τάφος του Λαζάρου, διέταξε να αποσύρουν τον λίθο που σφράγιζε την είσοδο και κάλεσε τον Λάζαρο να εξέλθει του τάφου με την περίφημη φράση - προσταγή "Λάζαρε δεῦρο ἔξω" (Ιωαν. 11,38-44). 

Η ανωτέρω ευαγγελική διήγηση έρχεται να προβάλλει τρία σημαντικά στοιχεία: α) ποιός είναι αυτός που καλεί τον Λάζαρο να επιστρέψει από τον κόσμο των νεκρών β) γιατί ο Λάζαρος ανασταίνεται τέσσερις ημέρες μετά από το θάνατό του; και γ) ποιά η σημασία της αναστάσεως ενός ανθρώπου λίγες μέρες πριν από την Ανάσταση του Χριστού. 

Αυτός που καλεί τον Λάζαρο να επιστρέψει από τον κόσμο των νεκρών πίσω στον κόσμο των ζωντανών δεν είναι άλλος από τον Ιησού Χριστό, τον ενανθρωπήσαντα Υιό και Λόγο του Θεού, τον Κτίστη και Δημιουργό σύμπαντος κόσμου, τον μόνο έχοντα εξουσία επί της ζωής και του θανάτου, ο οποίος σε λίγες μέρες μετά την ανάσταση του Λαζάρου θα πάθει επί του Σταυρού, θα κατέλθει στα "κατώτατα τῆς γῆς" (ειρμός στ' ωδής κανόνος Όρθρου Κυριακής του Πάσχα) και θα συντρίψει τον Άδη, δηλ. το βασιλιά του κάτω κόσμου, ο οποίος στην υμνολογία της Εκκλησίας παρουσιάζεται να ομιλεί και να παραδέχεται πως θα ήταν καλύτερα να μην κατέβαινε ο Χριστός στα βάραθρα του βασιλείου του: "συνέφερέ μοι εἰ τὸν ἐκ Μαρίας γεννηθέντα μὴ ὑπεδεξάμην"∙ "ἐλθὼν γὰρ ἐπ΄ ἑμὲ, τὸ κρἀτος μου ἔλυσε" (στιχηρά ιδιόμελα εσπερινού Μεγάλου Σαββάτου). 

Ο Λάζαρος αναστήθηκε "τετραήμερος", δηλ. τέσσερις ημέρες μετά από το θάνατό του για τον εξής λόγο. Σύμφωνα με τις ιουδαϊκές παραδόσεις, από τη στιγμή που πέθαινε ο άνθρωπος και η ψυχή του αποχωριζόταν από το σώμα, η ψυχή περιφερόταν γύρω από αυτό για τρις ημέρες. Τη δε τέταρτη ημέρα "έφευγε" εντελώς και οδηγείτο εκεί που έπρεπε να οδηγηθεί. Νικούσε δηλ. ο θάνατος. Όμως ο Χριστός κάλεσε το Λάζαρο να επιστρέψει από τον κόσμο των νεκρών πίσω στον κόσμο των ζωντανών για να αποδείξει πως Αυτός και μόνο Αυτός είναι ο απόλυτος κυρίαρχος του σύμπαντος, ο μόνος έχων εξουσία στη ζωή και στο θάνατο και τούτο το αποδεικνύει περίτρανα στη δική του Ανάσταση, όπου ανίσταται τριήμερος δηλ. τρις ημέρες μετά το Πάθος και τη Σταύρωσή Του δἰχως να μπορέσει ο θάνατος να "αγγίξει" ούτε το σώμα αλλά ούτε και την ψυχή του Ιησού Χριστού που ήταν ενωμένη με την υπόσταση του Υιού και Λόγου του Θεού ("διπλοὐς μεν τῇ φύσει, ἀλλ΄ οὐ τὴν ὑπόσταση" δογματικό δοξαστικό πλ. δ' ήχου). 

Η Ανάσταση του Χριστού σηματοδοτεί την καθολική ανάσταση, δηλ. την ανάσταση όλων των ανθρώπων κατά τα έσχατα και τη δεύτερη έλευση Του, ο Οποίος θα επανέλθει όχι ως ταπεινός όπως συνέβη κατά την πρώτη του έλευση στο σπήλαιο της Βηθλεέμ, αλλά ως μοναδικός και απόλυτος Παντοκράτορας περιβαλλόμενος από όλη του τη δόξα που θα έλθει να κρίνει την οικουμένη και να αποδώσει δικαιοσύνη. Θέλοντας ο Χριστός να αποδείξει ότι είναι ο μόνος που έχει την εξουσία να αναστήσει τους νεκρούς, προτού εισέλθει στην αγία πόλη της Ιερουσαλήμ και υποστεί το σωτήριο Του Πάθος, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση και προάγγελος της ζωηφόρου Του Αναστάσεως, ανασταίνει το φίλο του το Λάζαρο. Έτσι λοιπόν η υμνολογία της Ορθοδόξου Εκκλησία ψάλλει κατά το Σάββατο του Λαζάρου: "τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ Σοῦ Πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον Χριστέ ὁ Θεὸς".

Αγιογραφικό ανάγνωσμα


Ιωάννην ια΄ 38-45
 38Ἰησοῦς οὖν, πάλιν ἐμβριμώμενος ἐν ἑαυτῷ, ἔρχεται εἰς τὸ μνημεῖον· ἦν δὲ σπήλαιον, καὶ λίθος ἐπέκειτο ἐπ' αὐτῷ. 39λέγει ὁ Ἰησοῦς· Ἄρατε τὸν λίθον. λέγει αὐτῷ ἡ ἀδελφὴ τοῦ τεθνηκότος Μάρθα· Κύριε, ἤδη ὄζει· τεταρταῖος γάρ ἐστι. 40λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· Οὐκ εἶπόν σοι ὅτι ἐὰν πιστεύσῃς, ὄψει τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ; 41ἦραν οὖν τὸν λίθον οὗ ἦν ὁ τεθνηκὼς κείμενος. ὁ δὲ Ἰησοῦς ἦρε τοὺς ὀφθαλμοὺς ἄνω καὶ εἶπε· Πάτερ, εὐχαριστῶ σοι ὅτι ἤκουσάς μου. 42ἐγὼ δὲ ᾔδειν ὅτι πάντοτέ μου ἀκούεις· ἀλλὰ διὰ τὸν ὄχλον τὸν περιεστῶτα εἶπον, ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σύ με ἀπέστειλας. 43καὶ ταῦτα εἰπὼν φωνῇ μεγάλῃ ἐκραύγασε· Λάζαρε, δεῦρο ἔξω. 44καὶ ἐξῆλθεν ὁ τεθνηκὼς δεδεμένος τοὺς πόδας καὶ τὰς χεῖρας κειρίαις καὶ ἡ ὄψις αὐτοῦ σουδαρίῳ περιεδέδετο. λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Λύσατε αὐτὸν καὶ ἄφετε ὑπάγειν. 45Πολλοὶ οὖν ἐκ τῶν Ἰουδαίων, οἱ ἐλθόντες πρὸς τὴν Μαρίαν καὶ θεασάμενοι ἃ ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν. 

Νεοελληνική απόδοση:
Ὁ Ἰησοῦς ἀφοῦ πάλιν ἀναστέναξε μέσα του, ὴλθε εἰς τὸ μνῆμα. Ἦτο δὲ τοῦτο σπήλαιον καὶ ἕνας λίθος ἦτο εἰς τὸ στόμιον. Λέγει ὁ Ἰησοῦς, «Σηκῶστε τὸν λίθον». Ἡ Μάρθα, ἡ ἀδελφὴ τοῦ ἀποθανόντος, τοῦ λέγει, «Κύριε, τώρα θὰ μυρίζῃ ἄσχημα, διότι εἶναι ἡ τετάρτη ἡμέρα». Ὁ Ἰησοῦς τῆς λέγει, «Δὲν σοῦ εἶπα ὅτι ἐὰν πιστέψῃς θὰ ἰδῇς τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ;». Ἐσήκωσαν τότε τὸν λίθον ὅπου εὑρίσκετο ὁ νεκρός. Ὁ δὲ Ἰησοῦς ἐσήκωσε τὰ μάτια πρὸς τὰ ἐπάνω καὶ εἶπε, «Πατέρα, σὲ εὐχαριστῶ, διότι μὲ ἄκουσες. Ἐγὼ βέβαια ἤξερα ὅτι πάντοτε μὲ ἀκοῦς ἀλλὰ τὸ εἶπα διὰ τὸν λαὸν ποὺ παρευρίσκεται, γιὰ νὰ πιστέψουν ὅτι σὺ μὲ ἔστειλες». Καὶ ἀφοῦ εἶπε αὐτά, ἐφώναξε μὲ δυνατὴν φωνήν, «Λάζαρε, ἔλα ἔξω». Καὶ ἐβγῆκε ἐκεῖνος ποὺ εἶχε πεθάνει, δεμένος τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια μὲ λευκὲς ταινίες, καὶ τὸ πρόσωπόν του γύρω δεμένο μὲ μαντῆλι. Τοὺς εἶπε τότε ὁ Ἰησοῦς, «Λύστε τον καὶ ἀφῆστέ τον νὰ φύγῃ». Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Ἰουδαίους, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἔλθει εἰς τὴν Μαρίαν καὶ εἶδαν τί ἔκανε ὁ Ἰησοῦς, ἐπίστεψαν σ’ αὐτόν·