Σάββατο, 27 Μαΐου 2017

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ… (16)


"Σε είδα... μοναχούλη!"
Η γερόντισσα με πολύ κόπο και αργά αργά, κρατώντας το μπαστουνάκι της, μπήκε στο εξομολογητάρι. Ο ιερέας τη βοήθησε να καθίσει, ενώ ένιωσε την ανάγκη να φιλήσει κι αυτός το χέρι της, όταν εκείνη με μεγάλη ευλάβεια φίλησε πρώτη το δικό του.
«Τι κάνετε, κυρία Σοφία μου;», είπε ο ιερέας, ατενίζοντας με μεγάλο σεβασμό το αγαθό πρόσωπο, με τις πολλές ρυτίδες αλλά και με τα ολοφώτεινα μάτια. «Τα καταφέρατε να έρθετε».
Ο ιερέας ήξερε πολύ καιρό τη γερόντισσα. Ήταν από τους ανθρώπους που στηρίζουν τον κόσμο με τις προσευχές τους – γι’ αυτούς που λένε οι άγιοι ότι προς χάρη τους μάλλον ο Θεός συνεχίζει να παρατείνει τον χρόνο και να δίνει ευκαιρίες μετανοίας  - που κάνουν τον Θεό να χαίρεται γιατί υπάρχουν, που ομορφαίνουν τη γη που πατούν και τον αέρα που αναπνέουν.
«Τα κατάφερα, γιε μου, πατέρα μου», είπε η γερόντισσα. «Δεν νιώθω καλά να έχει περάσει τόσος χρόνος χωρίς την ευχή, και να κοινωνώ έτσι, ανεξομολόγητη».
«Μα, κυρία Σοφία μου, εσείς εξομολογείσθε. Σας έχω ξαναπεί ότι δεν χρειάζεται εξομολόγηση κάθε φορά πριν από τη Θεία Κοινωνία, για εσάς μάλιστα, και για άλλους σαν εσάς, που κοινωνούν τόσο τακτικά, σχεδόν κάθε φορά που τελείται Θεία Λειτουργία. Η εξομολόγηση στον πνευματικό είναι υποχρεωτική και απαραίτητη, για εκείνον που κοινωνεί πολύ αραιά, και συνεπώς πρέπει να ελέγξει λίγο τον εαυτό του, ώστε η Θεία Κοινωνία να μην του γίνει «εις κρίμα ή εις κατάκριμα».
«Ναι, πάτερ, το έχω καταλάβει. Πολύ συχνά μας το λέτε στον λόγο σας, όπως και πολύ συχνά το έχετε πει και σ’ εμένα. Πόση ανακούφιση, πόση παρηγοριά μου έχει δώσει αυτό!  Να μπορώ κάθε φορά που μας προσφέρεται ο Χριστός μας, εγώ, η ανάξια και γεμάτη αμαρτίες, να μπορώ να παίρνω τον Κύριο μέσα μου…», είπε η μεγάλη γυναίκα και αναλύθηκε σε δάκρυα.
«Μόνο, κυρία Σοφία, να κάνετε αυτό που επίσης έχουμε πει».
«Ποιο;» -  ανασηκώθηκε το γεροντικό αγιασμένο κεφάλι.
«Να μη ξεχνάμε, κι εσείς κι εγώ και όλοι μας,  να εξομολογούμαστε με τον διπλό άλλο τρόπο που υποδεικνύει η Εκκλησία και οι άγιοί μας: πάντοτε, καθημερινά στον Χριστό μας, ώστε να επισημαίνουμε τα λάθη και τις αμαρτίες της κάθε ημέρας, ζητώντας Του συγγνώμη, και μαζί με αυτό, παρακαλώντας Τον να μας δίνει δύναμη να ζούμε σύμφωνα με το άγιο θέλημά Του. Θυμάστε που το κηρύσσουμε κι αυτό; Δεν είναι δηλαδή μόνο η εξομολόγηση στον παπά: αυτό πρέπει να γίνεται κατά καιρούς, αλλά ως κατάληξη της αληθινής μετάνοιάς μας. Το  σημαντικότερο μάλιστα, κ. Σοφία μου, είναι το δεύτερο: ο Χριστός μας χαίρεται και θεωρεί γνήσια εξομολόγηση, την εξομολόγηση με την ίδια τη ζωή μας. Γιατί - αναστέναξε ο πνευματικός – δυστυχώς υπάρχουν χριστιανοί μας που μπορεί να εξομολογούνται στον παπά, αλλά συνεχίζοντας χωρίς συναίσθηση την προηγουμένη εγωιστική και αμαρτωλή τους ζωή. Τέλος πάντων! Τι έχετε να εξομολογηθείτε τώρα, κ. Σοφία;»
Η γερόντισσα άνοιξε την καρδιά της. Μία καρδιά γεμάτη μύρο ευωδίας, μολονότι εκείνη την έβλεπε «σπήλαιον ληστών». Τελείωσε σε λίγα λεπτά, σκουπίζοντας με το μαντήλι της τα δάκρυα που έτρεχαν ασταμάτητα από τα μάτια της. «Είμαι πολύ αμαρτωλή, πάτερ. Απορώ πώς με ανέχεται ο Κύριος;» απόσωσε.
Ο ιερέας της είπε τα απαραίτητα, την παρότρυνε στην άσκηση της πνευματικής της ζωής, την παρεκάλεσε να προσεύχεται και γι’ αυτόν. Σηκώθηκε να της διαβάσει τη συγχωρητική ευχή.
«Μη σηκώνεστε, κ. Σοφία», της είπε συγκαταβατικά. «Ξέρω τα προβλήματα της υγείας σας, οπότε θα σας διαβάσω την ευχή έτσι καθιστή που είστε».
Της διάβασε την ευχή και έτεινε το χέρι του να την βοηθήσει να φύγει. Μα η γερόντισσα δεν έδειχνε να έχει τέτοια διάθεση.
«Πάτερ», είπε. «Θέλετε να σας πω την ιστορία της ζωής μου; Γνωριζόμαστε καιρό, αλλά δεν έτυχε μέχρι τώρα να γίνει αυτό. Πέρασα πολλά βάσανα από μικρή, οι γονείς μου με πάντρεψαν σχεδόν με το ζόρι,  μικρούλα όταν ήμουνα, και…».
Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει, γιατί ο ιερέας με μεγάλη στοργή έπιασε απαλά τον ώμο της και της είπε: «κ. Σοφία μου, θα το ήθελα να σας ακούσω, αλλά όχι τώρα. Κάποια στιγμή που θα έχουμε μεγαλύτερη άνεση, γιατί τώρα περιμένει αρκετός κόσμος για εξομολόγηση και αδημονεί. Είναι και κάποιοι λίγο πιο νευρικοί, που όταν υπάρχει καθυστέρηση, εκφράζουν την αγανάκτησή τους πιο έντονα. Μην τους βάζουμε σε πειρασμό, κ. Σοφία μου».
Σαν να έπεσε από τα σύννεφα η γερόντισσα.
«Συγγνώμη, πάτερ μου», είπε θορυβημένη. «Δεν είχα καταλάβει ότι υπάρχει κι άλλος κόσμος έξω. Νόμιζα ότι ήσασταν μόνος σας.  Ίσως γιατί με είδαν στην κατάσταση που είμαι, κι όλοι μου παραχώρησαν τη θέση τους. Συγγνώμη, πάτερ, είμαι ασυγχώρητη».
«Δεν πειράζει, κ. Σοφία. Ανθρώπινο. Δεν κάνατε και καμιά…  ιδιαίτερη αμαρτία!»
Σηκώθηκε η κ. Σοφία, η αγαθή γερόντισσα με τον ουρανό στην καρδιά. «Απλώς ήθελα, πάτερ, να καθίσω λίγο μαζί σας να περάσει και η ώρα σας  καθώς περιμένετε για εξομολόγηση.  Σας είδα… μοναχούλη, και σκέφτηκα να σας κάνω παρεούλα».
Ο ιερέας ξεπροβόδισε χαμογελώντας τη γερόντισσα. Κάποια κυρία αμέσως έσπευσε να τη βοηθήσει.  

http://pgdorbas.blogspot.

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (14)


«Τίποτε δεν υπάρχει ίσο ή ανώτερο από τους οικτιρμούς του Θεού. Γι’ αυτό όποιος απελπίζεται, σφάζει ο ίδιος τον εαυτό του» (λόγ. ε΄, 23).
Υπάρχει συμφωνία σε όλους τους αγίους Πατέρες της Εκκλησίας που βασίζονται στην Αγία Γραφή, ότι δεν υπάρχει χειρότερο πράγμα στον κόσμο από την απελπισία. Την θεωρούν απείρως χειρότερη και από την ίδια την αμαρτία. Κι ο Πονηρός ακόμη δεν χαίρεται τόσο όταν βλέπει τον άνθρωπο να αμαρτάνει, όσο όταν απελπίζεται. Γιατί στην αμαρτία υπάρχει διέξοδος: η μετάνοια. Όταν μετανοείς, από την κόλαση πας στον ουρανό. Σαν τον άσωτο της γνωστής παραβολής: από τον άδη της ασωτείας βρέθηκε στην αγκαλιά του Θεού Πατέρα. Γιατί ακριβώς μετάνιωσε. Γιατί πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Η απελπισία όμως είναι ήδη ένας θάνατος, είναι μία αυτοκτονία, γιατί στην ουσία ο άνθρωπος σταματάει να υψώνει το βλέμμα του στον ουρανό. Μένει προσκολλημένος στον εαυτό του, στις ανύπαρκτες δυνάμεις του, στις πτώσεις του. Σαν τον χοίρο που κυλιέται στη λάσπη. Ο άγιος Ιωάννης το αναφέρει ωμά: «όποιος απελπίζεται, σφάζει ο ίδιος τον εαυτό του»!
Τι κρύβεται πίσω από την απελπισία; Γιατί ταυτίζεται με την ίδια την απιστία και τη βλασφημία επομένως του αγίου Πνεύματος – τη μόνη αμαρτία κατά τον Κύριο που δεν μπορεί ποτέ να συγχωρηθεί;
Κρύβεται η έλλειψη πίστης στην αγάπη του Θεού. Ο απελπισμένος έχει διαγράψει τον Θεό και την άπειρη αγάπη Του από τη ζωή του. Έχει διαγράψει συνεπώς τον Ιησού Χριστό και το όλο απολυτρωτικό έργο Του επί της γης. Κι αυτό γιατί έχει πιστέψει ότι η αμαρτία ή οι αμαρτίες του, οι θλίψεις κι οι δοκιμασίες του είναι υπεράνω αυτής της αγάπης. Μα τι μπορεί να υπερβεί τον Θεό ή να θεωρηθεί ίσο προς την αγάπη Του; Απολύτως τίποτε. Έπεσες λοιπόν; Αμάρτησες; Ρίξε τον πληγωμένο εαυτό σου στα χέρια του μεγάλου Ιατρού. Θα σε θεραπεύσει αμέσως. Νιώθεις ότι οι θλίψεις και οι δοκιμασίες σ’ έχουν καταβάλει ή ότι οι αδικίες σε έχουν πνίξει; Κοίτα τον Κύριο. Όλα αυτά, σου λέει, είναι συμμετοχή στο Πάθος Του. Μαζί τα περνάτε. Γι’ αυτό και δεν θα σε αφήσει να δοκιμαστείς παραπάνω από όσο αντέχεις. Και βεβαίως μη ξεχνάς το σημαντικότερο: Το Πάθος έχει και την άλλη όψη Του κι εκβάλλει πάντοτε σ’ αυτήν: την Ανάσταση!
«Όλες οι αμαρτίες του κόσμου, όλων των εποχών, είναι σαν μία σπίθα μπροστά στο πέλαγος. Τι μπορεί να κάνει η σπίθα στο πέλαγος; Έτσι, κι απείρως περισσότερο, είναι οι αμαρτίες του ανθρώπου μπροστά στο πέλαγος της αγάπης του Θεού» (ιερός Χρυσόστομος).

http://pgdorbas.blogspot.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΡΩΣΣΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ


Δέν μποροῦμε, (παραλείποντας βεβαίως πολλές ἐπισημάνσεις τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ποιητῆ γιά τόν ὅσιο Ἰωάννη τόν Ρῶσσο), νά μήν ἀναφέρουμε κάτι πού θεωροῦμε ἀπό τά πιό καίρια γιά τήν ζωή τοῦ ὁσίου: ὁ ἅγιος εἶχε ἐνεργοῦσα τήν χάρη τοῦ Χριστοῦ στήν καρδιά του (ὠδή α´), ἐπειδή πρῶτον βοηθεῖτο ἀπό τόν θεάρεστο βίο του - ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δέν ἐνεργεῖ ἄν δέν βρεῖ κατάλληλο ἔδαφος στόν ἄνθρωπο - καί δεύτερον καί σημαντικότερο εἶχε ὡς καθοδηγό του τήν ἴδια τήν Παναγία Μητέρα τοῦ Κυρίου μας. Δέν εἶναι δυνατόν δηλαδή νά ὑπάρξει πνευματικός ἀγώνας καί μάλιστα ἐπιτυχής, ἄν δέν συντρέξουν μαζί μέ τόν Κύριο οἱ ἅγιοί μας μέ πρώτη τήν ὑπεραγία Θεοτόκο. ᾽Εκείνη ὡς στοργική Μάνα μας μᾶς παρακολουθεῖ, μᾶς βοηθεῖ καί ἱκετεύει γιά ἐμᾶς, ἰδίως ὅταν βλέπει τόν ἀγώνα καί τήν καλή μας διάθεση. ῎Ας φανταστοῦμε μέ πόση ἀγάπη θά προσέβλεπε Αὐτή πάνω στό ἀγαθό παιδί της, τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη, πού ἐπέμενε στήν ἀγάπη τοῦ Υἱοῦ καί Θεοῦ της μέσα στίς ἄπειρες δοκιμασίες πού περνοῦσε. ῾Αἰχμαλωσίᾳ καίτοι κρατυνόμενος εἶχες ὁδηγοῦσάν σε τήν Παρθένον Μαρίαν, εἶχες συμμαχοῦντά σοι τόν θεάρεστον βίον, ὦ ᾽Ιωάννη μέγιστε φωστήρ᾽ (Μολονότι ἤσουν αἰχμάλωτος, εἶχες τήν Παρθένο Μαρία νά σέ ὁδηγεῖ, εἶχες σύμμαχό σου τόν θεάρεστο βίο σου, ᾽Ιωάννη μέγιστε φωστήρα) (᾽Από τά καθίσματα τοῦ ὄρθρου). 

http://pgdorbas.blogspot.

Να αναγνωρίζετε την αδυναμία σας και να ζητάτε το έλεος του Θεού.


Είπε Γέρων :
Μην καταπιέζετε εγωιστικά τον εαυτό σας, πάνω από τις δυνάμεις σας, και δημιουργείτε άγχος. Ο Χριστός είναι στοργικός Πατέρας κι όχι τύραννος. Τον φιλότιμο αγώνα μας χαίρεται ο Χριστός.

Εάν δεν μπορούμε να αγωνιστούμε πολύ ή καθόλου, τουλάχιστον να το αναγνωρίζουμε ταπεινά και να ζητάμε το έλεος του Θεού.
Εάν θα μας βοηθούσε και η μη αναγνώριση, ούτε και αυτή θα μας την ζητούσε ο Χριστός.
Για να ακούσει κανείς το θείο μήνυμα του Λόγου του Θεού, για να αλλοιωθεί, πρέπει και ο ίδιος να γυρίσει το κουμπί του στην ίδια συχνότητα, που εκπέμπει ο Χριστός δια του Ιερού Ευαγγελίου, και να εφαρμόζει τις θείες Του εντολές με ευλάβεια.
Άλλο ευλάβεια και άλλο ευσέβεια – όπως η Ορθόδοξη Ανατολική ευλάβεια διαφέρει από την Δυτική ευρωπαϊκή ευσέβεια.

Η μεν ευλάβεια έχει θεία Χάρη, η δε ευσέβεια έχει ανθρώπινο μυαλό….

http://theomitoros.blogspot.

Ποια είναι η γνήσια αγάπη;


Αγάπη προς τον Θεό

Κατ’ εμέ η αγάπη είναι τριών ειδών: η σαρκική αγάπη, η οποία είναι γεμάτη πνευματικά μικρόβια, η κοσμική αγάπη, η οποία είναι φαινομενική, τυπική, υποκριτική, δίχως βάθος, και η πνευματική αγάπη, η οποία είναι αληθινή, η αγνή, η ακριβή αγάπη. Αυτή η αγάπη είναι αθάνατη! 
Να έχετε το νου σας συνέχεια στο Θεό. Να λέτε την ευχή, να μιλάτε με το Θεό. Όταν ο άνθρωπος κάνει αυτήν την εργασία, κατ’ αρχάς νιώθει λίγο την αγάπη του Θεού και αργότερα, όσο προχωράει, την νιώθει όλο και πιο πολύ. Ο νους του βρίσκεται μόνιμα πλέον στον Θεό, και δεν τον συγκινεί τίποτα πλέον το γήινο και το μάταιο. Στην καρδιά του φουντώνει η αγάπη προς το Θεό, γεμίζει και δε θέλει πια να σκέφτεται τίποτα άλλο εκτός από τον Θεό. Αδιαφορεί για όλα τα του κόσμου και σκέφτεται συνέχεια τον Ουράνιο Πατέρα. Βλέπεις, όσοι ασχολούνται με εφευρέσεις, απορροφούνται από την επιστήμη. Πού είναι όμως η δική μας απορρόφηση από τον Χριστό;
Όταν ανάψει η πνευματική αγάπη, φλογίζεται όλο το στήθος. Όλο το στήθος γίνεται μια φλόγα. Καίγεται ο άνθρωπος από τη μεγάλη γλυκιά φλόγα της αγάπης του Θεού, πετάει, αγαπάει με αγάπη πραγματική, μητρική. Αυτή η εσωτερική φλόγα, την οποία ανάβει ο ίδιος ο Χριστός με την αγάπη Του, θερμαίνει το σώμα πολύ περισσότερο από την αισθητή φωτιά και έχει τη δύναμη να καίει κάθε σκουπίδι, κάθε κακό λογισμό καθώς και κάθε κακή επιθυμία και άσχημη εικόνα. Τότε η ψυχή αισθάνεται και τις θείες ηδονές που δεν συγκρίνονται με καμιά άλλη ηδονή!
Τι μεγάλο κακό κάνουμε οι περισσότεροι άνθρωποι να μη θέλουμε να δώσουμε την αγάπη μας στον Χριστό, αλλά να την χαραμίζουμε σε γήινα, φθηνά και μάταια πράγματα! Μια ζωή ακόμη και χιλίων ετών, και χιλιάδες καρδιές να έχει κανείς, δεν φθάνουν για να τις δώσει στον Χριστό για την μεγάλη αγάπη που μας έδειξε και που μας δείχνει συνέχεια: μας συγχωρεί, μας ανέχεται και καθαρίζει τις βρώμικες ψυχές μας με το θεϊκό του αίμα.
Κανείς δεν μπορεί να συλλάβει πόσο αγαπάει ο Θεός τον άνθρωπο! Η αγάπη Του δεν συγκρίνεται με τίποτε! Δεν έχει όρια! Είναι τόσο μεγάλη που, κάτι ελάχιστο αν αισθανθεί ο άνθρωπος από την αγάπη αυτήν, η πήλινη καρδιά του δεν μπορεί να την αντέξει∙ διαλύεται, γιατί είναι πηλός.
Όταν δώσει κανείς την καδιά του στον Θεό, όλα τα αγαπάει∙ όχι μόνο όλους τους ανθρώπους. Αλλά και τα πουλιά και τα δένδρα, ακόμη και τα φίδια.
Αν μεθύσει ο άνθρωπος πνευματικά με το ουράνιο κρασί, η ζωή του εδώ στη γη γίνεται μαρτυρική, με την καλή όμως έννοια. Αχρηστεύεται για τον κόσμο, αδιαφορεί για καθετί γήινο και όλα τα θεωρεί «σκύβαλα». Η ουράνια μέθη είναι καλή, αλλά πρέπει να είναι κανείς συνέχεια εκεί, στο ατέλειωτο βαρέλι, το ουράνιο. Εύχομαι να βρείτε την παραδεισένια θεία κάνουλα και να πίνετε και να μεθάτε συνέχεια από το παραδεισένιο κρασί!

Αγάπη προς τον πλησίον

«Μηδείς το εαυτού ζητείτω αλλά το του ετέρου έκαστος», λέει ο Απόστολος Παύλος. Όλη η βάση στην πνευματική ζωή εδώ είναι: να ξεχνάω τον εαυτό μου με την καλή έννοια και να σκέφτομαι τον άλλο, να συμμετέχω στον πόνο, στην δυσκολία του άλλου. Να μην κοιτάζω πώς να ξεφύγω την δυσκολία, αλλά πώς να βοηθήσω τον άλλο, πώς να τον αναπαύσω.
Όσοι έχουν κοσμική αγάπη μαλώνουν ποιος να αρπάξει περισσότερη αγάπη για τον εαυτό του. Όσοι όμως έχουν την πνευματική, την ακριβή αγάπη μαλώνουν ποιος να δώσει περισσότερη αγάπη στον άλλο. Αγαπούν χωρίς να σκέφτονται αν τους αγαπούν ή δεν τους αγαπούν οι άλλοι, ούτε ζητούν από τους άλλους να τους αγαπούν. Θέλουν όλο να δίνουν και δίνονται, χωρίς να θέλουν να τους δίνουν και να τους δίνονται. Αυτοί οι άνθρωποι αγαπιούνται απ’ όλους, αλλά πιο πολύ απ’ τον Θεό, με τον Οποίο και συγγενεύουν.
Μέσα στον πόνο κρύβεται περισσότερη αγάπη από την κανονική. Γιατί, όταν πονάς τον άλλο, τον αγαπάς λίγο παραπάνω. Αγάπη με πόνο είναι να σφίξεις στην αγκαλιά σου έναν αδελφό σου που έχει δαιμόνιο και το δαιμόνιο να φύγει. Γιατί η «σφιχτή» αγάπη, η πνευματική αγάπη με πόνο, δίνει παρηγοριά θεϊκή στα πλάσματα του Θεού, πνίγει δαίμονες, ελευθερώνει ψυχές και θεραπεύει τραύματα με το βάλσαμο της αγάπης του Χριστού που χύνει. Ο πνευματικός άνθρωπος είναι όλος ένας πόνος. Λειώνει από τον πόνο για τους άλλους, εύχεται, παρηγορεί. Και ενώ παίρνει τον πόνο των άλλων, είναι πάντα χαρούμενος, γιατί ο Χριστός του παίρνει τον πόνο και τον παρηγορεί πνευματικά.
Για να χαίρεται κανείς αληθινά, πνευματικά, πρέπει να αγαπάει, και για να αγαπάει, πρέπει να πιστεύει. Δεν πιστεύουν οι άνθρωποι και γι’ αυτό δεν αγαπούν, δεν θυσιάζονται και δεν χαίρονται. Αν πίστευαν θα αγαπούσαν, θα θυσιάζονταν και θα χαίρονταν. Από τη θυσία βγαίνει η μεγαλύτερη χαρά!
Όταν αγαπάς, χαίρεσαι. Και όταν αυξηθεί η αγάπη, τότε ο άνθρωπος δεν ζητάει την χαρά για τον εαυτό του, αλλά θέλει να χαίρονται οι άλλοι. Η θεϊκή χαρά έρχεται με το δόσιμο!
Κάποτε ένας απλός άνθρωπος παρακαλούσε τον Θεό να του δείξει πως είναι ο Παράδεισος και η κόλαση. Ένα βράδυ λοιπόν στον ύπνο του άκουσε μια φωνή να του λέει: «Έλα, να σου δείξω την κόλαση». Βρέθηκε τότε σ’ ένα δωμάτιο, όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι και στη μέση ήταν μια κατσαρόλα γεμάτη φαγητό. Όλοι όμως οι άνθρωποι ήταν πεινασμένοι, γιατί δεν μπορούσαν να φάνε. Στα χέρια τους κρατούσαν από μια πολύ μακριά κουτάλα∙ έπαιρναν από την κατσαρόλα το φαγητό, αλλά δεν μπορούσαν να φέρουν την κουτάλα στο στόμα τους. Γι’ αυτό άλλοι γκρίνιαζαν, άλλοι φώναζαν, άλλοι έκλαιγαν… Μετά άκουσε την ίδια φωνή να του λέει: «Έλα τώρα να σου δείξω και τον Παράδεισο». Βρέθηκε τότε σ’ ένα άλλο δωμάτιο όπου πολλοί άνθρωποι κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι όμοιο με το προηγούμενο και στη μέση ήταν πάλι μια κατσαρόλα με φαγητό και είχαν τις ίδιες μακριές κουτάλες. Όλοι όμως ήταν χορτάτοι και χαρούμενοι, γιατί ο καθένας έπαιρνε με την κουτάλα του φαγητό από την κατσαρόλα και τάιζε τον άλλο. Κατάλαβες τώρα κι εσύ πώς μπορείς να ζεις από αυτήν την ζωή τον Παράδεισο;

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Πάθη και Αρετές», του γέροντος Παϊσίου του αγιορείτου.
http://theomitoros.blogspot.

Ο Χριστιανός δεν ζει για τον εαυτό του...


Ὁ χριστιανός, πού ζεῖ γιά τόν ἑαυτό του δέν εἶναι χριστιανός, διότι δέν ζεῖ ἐκκλησιαστικά. Ὁ ἀληθινά χριστιανός ζεῖ γιά τόν Θεό καί γιά τόν συνάνθρωπο, μιμούμενος τούς χριστιανούς τῆς πρώτης Ἐκκλησίας.
Τότε εἶναι, πού ζοῦμε κατά τό πρότυπο τῶν πρώτων χριστιανῶν [1], ὅταν ζοῦμε «κοινοβιακά» (κοινό θέλημα, κοινή οὐσία, κοινή περιουσία, «ἅπαντα κοινά»).
Ἡ γνήσια ἐκκλησιαστική ζωή τῶν Πράξεων, πρέπει νά ἀποτελέσει τό πρότυπο καί τῶν σημερινῶν ἐκκλησιαστικῶν κοινοτήτων-ἐνοριῶν.
Τότε, στά πρῶτα 200 χρόνια τοῦ Χριστιανισμοῦ, ἡ ἐκκλησιαστική κοινότητα λειτουργοῦσε ὡς ἕνα μεγάλο Κοινόβιο. Αὐτή ἡ ἀρχέγονη τέλεια ἐκκλησιαστική χριστιανική ζωή (ἡ ἐν Χριστῷ ἑνότης καί κοινότης) διασώθηκε μέχρι σήμερα στά ὀρθόδοξα Μοναστήρια-Κοινόβια.
Ὁ τρόπος ζωῆς τῶν μοναστικῶν ἐνοριῶν, (δηλαδή τῶν Κοινοβιακῶν Μοναστηριῶν) θά πρέπει νά γίνει τό πρότυπο γιά τίς σημερινές κοσμικές ἐνορίες (τίς ἐκκλησιαστικές κοινότητες πού λειτουργοῦν μέσα στόν κόσμο).

[1] Οἱ πρῶτοι Χριστιανοί εἶχαν σάν πρότυπο τήν ζωή τῶν Ἀποστόλων καί τοῦ Κυρίου. Ἡ ἀποστολική ὁμάδα μέ Γέροντα τόν Κύριο, συνιστᾶ τό πρῶτο πρότυπο Κοινοβιακό μοναστήρι.

«Η θεραπεία της ψυχής κατά τον Γέροντα Πορφύριο»
http://theomitoros.blogspot.

Ὅσο καί νά θέλουμε νά πείσουμε τόν ἑαυτό μας, ὅτι δέν ὑπάρχει ἄλλη ζωή, ὅλα ἔρχονται νά μᾶς διαψεύσουν


«Ὅσο καί νά θέλουμε νά πείσουμε τόν ἑαυτό μας, ὅτι δέν ὑπάρχει ἄλλη ζωή, ὅλα ἔρχονται νά μᾶς διαψεύσουν.
 Τό ξύπνημα τῆς φύσης τήν ἄνοιξη, ἡ ἔγερσή μας κάθε πρωί ἀπό τόν μικρό θάνατο τοῦ ὕπνου, ἡ ἀπέχθεια καί ἡ ἀποστροφή μας στό θάνατο, τό ἀσυμβίβαστό μας μέ τήν πολυποίκιλη κακία τοῦ κόσμου τούτου, εἶναι πραγματικότητες πού δέν μποροῦμε νά ἀγνοήσουμε, ὅσο καί νά προσπαθήσουμε»

 Αρχιμανδρίτης Αμβρόσιος Γκουρβέλος
https://proskynitis.blogspot.