Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2020

Όσοι βαπτισθήκαμε στο όνομα του Χριστού


...Γνωρίζετε, αδελφοί, ότι όσοι βαπτισθήκατε στο όνομα του Χριστού, ντυθήκατε τον Χριστό. Πώς λοιπόν, ενώ ντυθήκατε τον Χριστό, υπηρετείτε τον Διάβολο; Δεν γνωρίζετε ότι είμαστε εικόνα και δόξα του Θεού;
Πώς λοιπόν, ενώ φοράτε την εικόνα του Θεού, δεν την τιμάτε αυτήν, αλλά την ατιμάζετε με τις ειδωλολατρικές ασχολίες;
Ω, πόσα αγαθά στερούμαστε εξαιτίας αυτών των ασχολιών; Προστάχθηκες, αδελφέ, από τον Απόστολο, να τα κάνεις όλα για τη δόξα του Θεού, εσύ όμως με τις ειδωλολατρικές ασχολίες δίνεις χαρά στον Διάβολο, και ατιμάζεις τον φιλάνθρωπο Θεό. Παροτρύνθηκες να προσεύχεσαι αδιάκοπα, εσύ όμως αδιάκοπα δίνεις τον εαυτό σου στα μάταια· προστάχθηκες να αρνηθείς τις κοσμικές επιθυμίες, έλαβες εντολές από τον Δεσπότη να μη δίνεις τον εαυτό σου στα μάταια, εσύ όμως δεν προσέχεις σ’ αυτά, αλλά απεναντίας στρέφεις αλλού τα αυτιά σου· έπειτα όμως θα το βρεις αυτό το άκουσμα πικρότερο από τη χολή και κοφτερότερο από ένα δίκοπο μαχαίρι. Διότι τέτοια είναι η φύση της αμαρτίας: ευχαριστεί λίγο και τιμωρεί πολύ· τέρπει προσωρινά και τιμωρεί αιώνια.
Θέλετε να σας πείσω ότι είναι ειδωλολατρία το να διασκεδάζει κανείς;
Άκουσε τί λέει ο Απόστολος· «Μη γίνεσθε ειδωλολάτρες, όπως είναι γραμμένο· κάθισε ο λαός να φάει και να πιει, και σηκώθηκαν να διασκεδάσουν».
Πρόσεχε λοιπόν μήπως ποθώντας να διασκεδάζεις, βρεθείς εκεί με τους ειδωλολάτρες· διότι ο καθένας θα σηκώσει το δικό του φορτίο, και ο καθένας θα θερίσει αυτό που έσπειρε. Πρόσεχε μήπως εδώ σπέρνεις αγκάθια, δηλαδή αστειότητες και διασκεδάσεις, και εκεί θερίσεις δάκρυα και θρήνους.

Πολλά έχω να πω, αλλά δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να τα πω όλα. Ας ξέρει όμως ο καθένας μας αυτό, ότι δηλαδή ο Θεός όρισε και έταξε μέρα κατά την οποία θα κρίνει τον κόσμο· τώρα όμως μακροθυμεί ως φιλάνθρωπος, επειδή δεν θέλει να χαθεί κανείς, αλλά όλους να τους οδηγήσει σε μετάνοια.
Και θα έρθει η μέρα του Κυρίου, για την οποία οι ουρανοί πυρακτωμένοι θα διαλυθούν, όπως είναι γραμμένο.
Και όλοι, είτε θέλουμε είτε δεν θέλουμε, θα συναχωθούμε εκεί, για να παρουσιασθούμε στο βήμα του Χριστού, όπου και οι Άγγελοι παρουσιάζονται με φόβο, όπου ανοίγονται βιβλία, που τώρα ακούοντας και διαβάζοντας δεν τα δεχόμαστε. Αυτά θα τα δούμε εκεί να ανοίγονται και να διαβάζονται και να μας κατακρίνουν, όπως λέει ο Απόστολος· «κατά τη μέρα που θα κρίνει ο Θεός τα κρυφά των ανθρώπων σύμφωνα με το ευαγγελικό μου κήρυγμα». Και ο Κύριος λέει· «Ο λόγος που κήρυξα, εκείνος θα κρίνει τον κόσμο την έσχατη μέρα».
Τότε θα πουν σ’ αυτόν οι άγγελοι που τον κρατούν· «Γιατί δειλιάζεις, ελεεινέ; Γιατί ταράζεσαι; Γιατί λυπάσαι; Γιατί φοβάσαι, άθλιε; Γιατί τρέμεις, ταλαίπωρε; Εσύ ετοίμασες για τον εαυτό σου αυτό τον τόπο, εσύ θέρισε αυτό που έσπειρες. Άκουγες για τις φοβερές τιμωρίες, και κοροϊδεύοντας έλεγες· “Όπου ο κόσμος και εγώ”, και τώρα τρέμεις; Δεν είσαι ο μόνος· μη λυγίζεις· όπου όλος ο κόσμος και συ».
Έπειτα μπαίνοντας σ’ εκείνο τον τόπο ακούσια και άθελα, και βασανιζόμενος σκληρά, αρχίζει να βγάζει λυπητερές κραυγές και να παρακαλεί εκείνους που εποπτεύουν για την κρίση, για να βρει ανακούφιση, έστω και για λίγο. Και του απαντούν· «Γιατί κραυγάζεις; Μήπως εσύ είσαι ανώτερος από τον κόσμο; Όπου όλος ο κόσμος και εσυ, όπως έλεγες».
Και τότε, αφού στενάξει από τα βάθη της καρδιάς του, θα λέει· «Και τί με ωφέλησε όλος ο κόσμος; Αλίμονο μου, διότι εξαπατήθηκα και περιπαίχθηκα. Δίκαια είναι η κρίση του Θεού. Τώρα κατάλαβα εγώ ο άθλιος ότι αυτό που σπέρνει ο άνθρωπος, αυτό και θα θερίσει, και το φορτίο που θα δέσει, αυτό και θα σηκώσει. Αλίμονο μου, διότι άκουσα, και δεν δεχόμουν. Πόσους έβλεπα να αγωνίζονται και να αγρυπνούν και να νηστεύουν και να ελεούν, και όλους τους λοιδορούσα και τους χλεύαζα! Πόσους έβλεπα να πενθούν και να κλαίνε, και όλους τους περιγελούσα! Αλίμονό μου, διότι εξαπατήθηκα. Ήταν δηλαδή συμφέρον μου εκατό χρόνια να πενθήσω και να κλάψω και να νηστέψω, και ήταν προτιμότερο και πέτρες να μασήσω, παρά να βρεθώ σ’ αυτό τον τόπο των βασανιστηρίων. Ποιός θα μου δώσει καιρό μετάνοιας, τρεις μέρες εκείνης της ζωής που ανόητα σπατάλησα ο άθλιος; Όμως η πανήγυρη διαλύθηκε, και δεν υπάρχει πια καιρός μετάνοιας».
Αυτά και τα παρόμοια θα λένε στην κόλαση όσοι εδώ χλευάζουν τις ιερές Γραφές. Ας φοβηθούμε λοιπόν την απειλή εκείνων των τιμωριών και ας σταματήσουμε να ατιμάζουμε τον Θεό· διότι σ’ αυτόν αρμόζει η δόξα, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Οσίου Εφραίμ του Σύρου, Έργα τόμος Δ΄

Αγιογραφικό ανάγνωσμα


Καθολικῆς Α΄Ἐπιστολῆς Ἰωάννου τὸ Ἀνάγνωσμα 1:8-9, 2:1-6
Ἀδελφοί, ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ἁμαρτίαν οὐκ ἔχομεν, ἑαυτοὺς πλανῶμεν καὶ ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστιν ἐν ἡμῖν. Ἐὰν ὁμολογῶμεν τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, πιστός ἐστι καὶ δίκαιος, ἵνα ἀφῇ ἡμῖν τὰς ἁμαρτίας καὶ καθαρίσῃ ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἀδικίας. Ἐὰν εἴπωμεν ὅτι οὐχ ἡμαρτήκαμεν, ψεύστην ποιοῦμεν αὐτόν, καὶ ὁ λόγος αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἐν ἡμῖν. Τεκνία μου, ταῦτα γράφω ὑμῖν ἵνα μὴ ἁμάρτητε· καὶ ἐάν τις ἁμάρτῃ, παράκλητον ἔχομεν πρὸς τὸν Πατέρα, ᾽Ιησοῦν Χριστὸν δίκαιον· καὶ αὐτὸς ἱλασμός ἐστι περὶ τῶν ἁμαρτιῶν ἡμῶν, οὐ περὶ τῶν ἡμετέρων δὲ μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ ὅλου τοῦ κόσμου. Καὶ ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ἐγνώκαμεν αὐτόν, ἐὰν τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ τηρῶμεν. Ὁ λέγων, ἔγνωκα αὐτόν, καὶ τὰς ἐντολὰς αὐτοῦ μὴ τηρῶν, ψεύστης ἐστί, καὶ ἐν τούτῳ ἡ ἀλήθεια οὐκ ἔστιν· ὃς δ᾽ ἂν τηρῇ αὐτοῦ τὸν λόγον, ἀληθῶς ἐν τούτῳ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ τετελείωται. Ἐν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ἐν αὐτῷ ἐσμεν. Ὁ λέγων ἐν αὐτῷ μένειν ὀφείλει, καθὼς ἐκεῖνος περιεπάτησε, καὶ αὐτὸς οὕτω περιπατεῖν.

Νεοελληνική απόδοση:
 Ἐὰν ποῦμε ὅτι δὲν ἔχομεν ἁμαρτίαν, πλανῶμεν τὸν ἑαυτόν μας καὶ ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι μέσα μας. Ἐὰν ὁμολογοῦμεν τὰς ἁμαρτίες μας, αὐτὸς εἶναι ἀξιόπιστος καὶ δίκαιος, ὥστε νὰ μᾶς συγχωρήσῃ τὰς ἁμαρτίας καὶ νὰ μᾶς καθαρίσῃ ἀπὸ κάθε ἀδικίαν. Ἐὰν ποῦμε ὅτι δὲν ἔχομεν ἁμαρτήσει, τὸν κάνομεν ψεύτην καὶ ὁ λόγος του δὲν εἶναι μέσα μας. Παιδιά μου, αὐτὰ σᾶς τὰ γράφω διὰ νὰ μὴ ἁμαρτήσετε. Ἀλλ’ ἐὰν κανεὶς ἁμαρτήσῃ, ἔχομεν Παράκλητον πρὸς τὸν Πατέρα τὸν Ἰησοῦν Χριστόν, τὸν δίκαιον· αὐτὸς εἶναι ἱλασμὸς τῶν ἁμαρτιῶν μας καὶ ὄχι μόνον τῶν δικῶν μας ἀλλὰ καὶ ὅλου τοῦ κόσμου. Μὲ τοῦτο μποροῦμε νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι τὸν ἐγνωρίσαμεν: ἐὰν τηροῦμεν τὰς ἐντολάς του. Ἐκεῖνος ποὺ λέγει, «Τὸν ἐγνώρισα», ἀλλὰ δὲν τηρεῖ τὰς ἐντολάς του, εἶναι ψεύτης καὶ δὲν ὑπάρχει μέσα του ἡ ἀλήθεια. Ἀλλ’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τηρεῖ τὸν λόγον του, εἰς αὐτὸν πραγματικὰ ἡ ἀγάπη διὰ τὸν Θεὸν εἶναι τελεία. Μὲ τοῦτο μποροῦμε νὰ γνωρίζωμεν ὅτι εἴμεθα ἐν αὐτῷ: Ὅποιος λέγει ὅτι μένει ἐν αὐτῷ, ὀφείλει νὰ ζῇ ὅπως ἔζησε καὶ ὁ Χριστός.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


- Γέροντα, όταν ο άνδρας δεν ζη πνευματικά, η γυναίκα τι πρέπει να κάνη;
- Να τον αναθέση στον Χριστό και να προσεύχεται να μαλακώση λίγο την καρδιά του.
Σιγά-σιγά θα κάνη αποβίβαση ο Χριστός στην καρδιά του και θα αρχίση να προβληματίζεται. Μόλις μαλακώση λίγο η καρδιά του, τότε μπορεί να του πη να την πάη λ.χ. με το αυτοκίνητο στην εκκλησία!
Δεν θα του πη: «έλα κι εσύ στην εκκλησία», αλλά θα του πη: «Μπορείς ,σε παρακαλώ, να με πας μέχρι την εκκλησία;». Αν την πάη μέχρις εκεί, μπορεί να πη: «Αφού ήρθα ως εδώ, ας μπω κι εγώ λίγο μέσα να ανάψω ένα κερί». Και έτσι σιγά-σιγά ίσως προχωρήση και παραπέρα.
Μερικές φορές για να βοηθηθή ο άντρας, ο Πνευματικός πρέπει να κάνη πνευματική εργασία στην γυναίκα. Από την γυναίκα θα μεταδοθή το καλό στον άνδρα και, αν έχη αγαθή καρδιά, ο Θεός θα τον βοηθήση να αλλάξη.
Η γυναίκα έχει στην φύση της την ευλάβεια. Αλλά, όταν ο άνδρας, ενώ είναι λίγο αδιάφορος προς την Εκκλησία, πάρη μια στροφή πνευματική, μετά προχωράει σταθερά πνευματικά και η γυναίκα δεν τον φθάνει...
Μπορεί μάλιστα να αρχίση να τον ζηλεύη, επειδή δεν προχωράει αυτή. Γι’ αυτό, στις περιπτώσεις αυτές, λέω στους άνδρες να προσέχουν. Γιατί τι γίνεται; Όσο προχωράει ο άνδρας πνευματικά, η γυναίκα, αν δεν ζη κι εκείνη πνευματικά, τόσο του πάει κόντρα.
Αν πη ο άνδρας: «πέρασε η ώρα, σήκω να πάμε στην εκκλησία», του λέει: «Άντε, τράβα μόνος σου! Δεν με καταλαβαίνεις, έχω ένα σωρό δουλειές…» .
Ή , αν της πη ο άνδρας: «καλά, σβηστό έχεις το καντήλι;» ή αν πάη να το ανάψη εκείνος, πληγώνει τον εγωισμό της και βάζει τις φωνές: «Τι, παπάς θα γίνης; Καλόγερος είσαι;». Μπορεί ακόμα και να του πη: «Τι το καίμε το καντήλι; Καλύτερα να δώσουμε το λάδι σε κανέναν φτωχό». Μέχρις εκεί μπορεί να φθάση, σε προτεσταντικές θεωρίες.
Φυσικά, ύστερα στενοχωριέται για τις δικαιολογίες που είπε, αλλά στενοχωριέται και για την πρόοδο που βλέπει στον άνδρα της. Χίλιες φορές σ’ αυτές τις περιπτώσεις να μείνη σβηστό το καντήλι, παρά να πάη ο άνδρας να το ανάψη. Για να γλιτώσω λοιπόν τις οικογένειες από την διάλυση, λέω στους άνδρες: «Να πης στην γυναίκα σου, όταν την βρης σε καλή ώρα: “Αν πηγαίνω στην εκκλησία και κάνω λίγη προσευχή και καμμιά μετάνοια ή διαβάζω κανένα βιβλίο πνευματικό, δεν τα κάνω από πολλή ευλάβεια, αλλά γιατί αυτά με φρενάρουν, με συγκρατούν , ώστε να μην παρασυρθώ από αυτήν την ελεεινή κοινωνία και πάω στα μπουζούκια με παρέες κ.λπ”».
Όταν ο άνδρας χειρισθή έτσι το θέμα, τότε η γυναίκα χαίρεται και μπορεί να αλλάξη και να τον ξεπεράση στα πνευματικά.
Αν δεν το χειρισθή όμως έτσι, της σπάζει τα κόκκαλα .
Μπορεί να φθάσουν σε χωρισμό.
Αν θέλη ο άνδρας να βοηθήση την γυναίκα πνευματικά, ας προσπαθήση να την συνδέση με κάποια οικογένεια που ζη πνευματικά και η μητέρα έχει ευλάβεια, ώστε να παρακινηθή να την μιμηθή.

Από το βιβλίο «Οικογενειακή ζωή»
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2020

Η σωτηρία μας


..Η σωτηρία, την οποία εμείς οι χριστιανοί αποχτούμε με τον Σωτήρα Χριστό, είναι κυρίως η πραγματοποίηση της προαιώνιας σκέψης του Θεού για μας, «γιατί μας εξέλεξε εν Αιτώ πριν από την ύπαρξη του κόσμου», εξέλεξε το ανθρώπινο γένος σαν «ολότητα» και εμάς τους χριστιανούς σαν «επιμέρους», προβλέποντας ότι, με την πίστη και την αγάπη θα δεχθούμε τον Σωτήρα Χριστό και την σωτηρία που μας πρόσφερε.
Η εκλογή σ’ αυτή την περίπτωση δεν σημαίνει τον προορισμό του Θεού (για τον άνθρωπο), αλλά μόνο την πρόγνωση του Θεού, την πρόβλεψή του σαν Θεού, πως ανταποκρίνονται οι άνθρωποι προς τον Σωτήρα Χριστό και την σωτηρία που Αυτός χαρίζει. Ο φιλάνθρωπος Σωτήρας προσφέρει την σωτηρία σε όλους τους ανθρώπους, αλλά την δέχονται μόνο ορισμένοι απ’ αυτούς. Την αποδέχονται μόνο εκείνοι που αποφασίζουν να ζήσουν «εν Χριστώ», να ζήσουν απέναντι του Χριστού «άγια» και «ά¬μωμη» ζωή. Και τέτοια ζωή βιώνεται μόνο με το Άγιο Πνεύμα και «εν Αγίω Πνεύματι», με την βοήθεια των αγίων μυστηρίων και των αγίων αρετών, οι οποίες πηγάζουν «εκ των αγίων μυστηρίων». Τέτοια ζωή «λίγο έως πολύ» ζουν, «βιώνουν» οι χριστιανοί, ανάλογα με τους αγώνες και τις προσπάθειες που καταβάλλει ο καθένας απ’ αυτούς. Γιατί κανένας δεν εξαναγκάζεται «διά της βίας» να ζήσει «δίκαιη και άγια» ζωή. Ολόκληρη η ζωή αυτή είναι στηριγμένη στην ελεύθερη θέληση και προσπάθεια του ανθρώπου, στον καλοπροαίρετο αγώνα του.

Οι αρετές, οι άγιες αρετές δεν μπορούν από πριν να επιβληθούν με την βία, γιατί αυτές από την αρχή μέχρι το τέλος είναι έργο «καλής θελήσεως».
Γι’ αυτό ο Άγιος Απόστολος μας πληροφορεί «εξελέξατο ημάς εν αυτώ προ καταβολής κόσμου» και προσθέτει «είναι ημάς αγίους και αμώμους κατενώπιον αυτού». «Κατενώπιον αυτού» να γίνουμε πανάγιοι, παν-βλεπόμενοι, παν-σημαίνοντες, να γίνουμε παν-άμωμοι.
Και αυτό επιτυγχάνεται, αν την ψυχή μας, που είναι δημιουργημένη από τον Θεό θεοειδής και θεο-επιθυμούσα, την τηρήσουμε στην άμωμη ζωή, με την βοήθεια των αγίων μυστηρίων και των αγίων αρετών.

Ο Θεός μας εξέλεξε να γίνουμε «άγιοι» και άμωμοι «ενώπιον Αυτού».
Αλλά εσυ, λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος, «για να μη νομίσεις, επειδή άκουσες ότι μας εξέλεξε, ότι αρκεί μόνο η πίστη, προσθέτει (ο Άγιος Απόστολος) και τον τρόπο της ζωής. Γι’ αυτό μας εξέλεξε, λέγει, και προς τον σκοπό αυτό, για να είμαστε άγιοι και άμεμπτοι. Και το ότι εξελέγησαν όλοι οι άγιοι, είναι απόδειξη και για την φιλανθρωπία του Θεού και για την δική τους αρετή· γιατί τους ενάρετους οπωσδήποτε τους εξέλεξε. Αυτός μας έκανε αγίους, αλλά πρέπει να μείνουμε άγιοι. Άγιος είναι αυτός που μετέχει στην πίστη, ο άμεμπτος, αυτός που έχει ανεπίληπτη ζωή».

Η διαβίωση στα άγια μυστήρια και στις άγιες αρετές, μας σώζει αλλά και μας αγιοποιεί, γιατί μας «πληροί» μοναδικά με την αγιότητα του μόνου αγίου Ιησού Χριστού. Μας θεοποιεί γιατί μας γεμίζει από τον Θεό. Μας υιοθετεί, μας κάνει τέκνα Θεού (κατά χάρη), αφού μας ενώνει με τον Μονογενή Υιό του Θεού, τον Κύριο Ιησού Χριστό. Η σωτηρία δεν είναι τίποτε άλλο παρά υιοθεσία του άνθρωπου, με την βοήθεια του υιού του Θεού, του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.

πηγή: Αγ. Ιουστίνου Πόποβιτς, «Προς Εφεσίους επιστολή»

Αγιογραφικό ανάγνωσμα


Καθολικῆς Β΄Ἐπιστολῆς Πέτρου τὸ Ἀνάγνωσμα 2:9-22
Ἀγαπητοί, οἶδε Κύριος εὐσεβεῖς ἐκ πειρασμοῦ ῥύεσθαι, ἀδίκους δὲ εἰς ἡμέραν κρίσεως κολαζομένους τηρεῖν· μάλιστα δὲ τοὺς ὀπίσω σαρκὸς ἐν ἐπιθυμίᾳ μιασμοῦ πορευομένους καὶ κυριότητος καταφρονοῦντας· τολμηταί, αὐθάδεις! δόξας οὐ τρέμουσι βλασφημοῦντες· ὅπου ἄγγελοι, ἰσχύϊ καὶ δυνάμει μείζονες ὄντες, οὐ φέρουσι κατ᾽ αὐτῶν παρὰ Κυρίῳ βλάσφημον κρίσιν. Οὗτοι δέ, ὡς ἄλογα ζῷα φυσικὰ, γεγενημένα εἰς ἅλωσιν καὶ φθοράν, ἐν οἷς ἀγνοοῦσι βλασφημοῦντες, ἐν τῇ φθορᾷ αὐτῶν καταφθαρήσονται, κομιούμενοι μισθὸν ἀδικίας· ἡδονὴν ἡγούμενοι τὴν ἐν ἡμέρᾳ τρυφήν, σπίλοι καὶ μῶμοι, ἐντρυφῶντες ἐν ταῖς ἀπάταις αὐτῶν, συνευωχούμενοι ὑμῖν, ὀφθαλμοὺς ἔχοντες μεστοὺς μοιχαλίδος καὶ ἀκαταπαύστους ἁμαρτίας, δελεάζοντες ψυχὰς ἀστηρίκτους, καρδίαν γεγυμνασμένην πλεονεξίαις ἔχοντες, κατάρας τέκνα! καταλιπόντες τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν ἐπλανήθησαν, ἐξακολουθήσαντες τῇ ὁδῷ τοῦ Βαλαὰμ τοῦ Βοσόρ, ὃς μισθὸν ἀδικίας ἠγάπησεν· ἔλεγξιν δὲ ἔσχεν ἰδίας παρανομίας· ὑποζύγιον ἄφωνον ἐν ἀνθρώπου φωνῇ φθεγ- ξάμενον ἐκώλυσε τὴν τοῦ προφήτου παραφρονίαν. Οὗτοί εἰσι πηγαὶ ἄνυδροι, νεφέλαι ὑπὸ λαίλαπος ἐλαυνόμεναι, οἷς ὁ ζόφος τοῦ σκότους εἰς αἰῶνα τετήρηται. Ὑπέρογκα γὰρ ματαιότητος φθεγγόμενοι δελεάζουσιν ἐν ἐπιθυμίαις σαρκὸς, ἐν ἀσελγείαις τοὺς ὄντως ἀποφυγόντας, τοὺς ἐν πλάνῃ ἀναστρεφομένους, ἐλευθερίαν αὐτοῖς ἐπαγγελλόμενοι, αὐτοὶ δοῦλοι ὑπάρχοντες τῆς φθορᾶς· ᾧ γάρ τις ἥττηται, τούτῳ καὶ δεδούλωται. Εἰ γὰρ ἀποφυγόντες τὰ μιάσματα τοῦ κόσμου ἐν ἐπιγνώσει τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ, τούτοις δὲ πάλιν ἐμπλακέντες ἡττῶνται, γέγονεν αὐτοῖς τὰ ἔσχατα χείρονα τῶν πρώτων. Κρεῖττον γὰρ ἦν αὐτοῖς μὴ ἐπεγνωκέναι τὴν ὁδὸν τῆς δικαιοσύνης ἢ ἐπιγνοῦσιν ἐπιστρέψαι ἐκ τῆς παραδοθείσης αὐτοῖς ἁγίας ἐντολῆς. Συμβέβηκε δὲ αὐτοῖς τὸ τῆς ἀληθοῦς παροι- μίας, κύων ἐπιστρέψας ἐπὶ τὸ ἴδιον ἐξέραμα· καί ὗς λουσαμένη εἰς κύλισμα βορβόρου.

Νεοελληνική απόδοση:
Γνωρίζει ὁ Κύριος νὰ σώζῃ τοὺς εὐσεβεὶς ἀπὸ τὴν δοκιμασίαν, τοὺς δὲ κακοὺς νὰ φυλάττῃ ὑπὸ τιμωρίαν μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς κρίσεως, μάλιστα ἐκείνους πού, ἕνεκα μιαρῶν ἐπιθυμιῶν, ἀκολουθοῦν τὴ σάρκα καὶ καταφρονοῦν τὴν ἐξουσίαν τοῦ Θεοῦ. Θρασεῖς, αὐθάδεις, δὲν φοβοῦνται νὰ λοιδοροῦν οὐράνια ὄντα, ἐνῷ ἄγγελοι, ἂν καὶ εἶναι κατὰ τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν δύναμιν ἀνώτεροι, δὲν ἐκφέρουν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου λοίδορον κρίσιν ἐναντίον των. Ἀλλ’ αὐτοὶ σὰν ἄλογα ζῶα, γεννημένα ἐκ φύσεως εἰς τὸ νὰ συλλαμβάνωνται  καὶ νὰ σκοτώνωνται, λοιδοροῦν πράγματα ποὺ δὲν γνωρίζουν καὶ θὰ καταστραφοῦν μαζὶ μὲ αὐτά, ζημιούμενοι, εἰς ἀνταπόδοσιν τοῦ κακοῦ ποὺ ἐπροξένησαν. Τὸ νὰ εὐωχοῦνται κατὰ τὴν ἡμέραν εἶναι ὁ δικός των τρόπος ἀπολαύσεως· κηλῖδες καὶ μολύσματα, ἀπολαμβάνοντες τὴν διαφθοράν των, ὅταν συντρώγουν μαζί σας· ἔχουν μάτια γεμᾶτα μοιχείαν καὶ ἀχόρταγα δι’ ἁμαρτίαν, δελεάζουν ψυχὲς ποὺ δὲν εἶναι στερεωμένες, ἔχουν τὴν καρδιά τους γυμνασμένην εἰς τὴν πλεονεξίαν, εἶναι παιδιὰ καταραμένα. Ἀφοῦ ἄφησαν τὸν ἴσιο δρόμο, ἐπλανήθησαν καὶ ἀκολούθησαν τὸν δρόμον τοῦ Βαρλαὰμ τοῦ υἱοῦ τοῦ Βοσόρ, ὁ ὁποῖος ἀγάπησε χρήματα δι’ ἄδικον πρᾶξιν, ἀλλὰ ἠλέγχθη διὰ τὴν παρανομίαν του. Ἕνα ἄφωνον ὑποζύγιον μίλησε μὲ ἀνθρώπινην φωνὴν καὶ ἐμπόδισε τὴν παραφροσύνην τοῦ προφήτου. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εἶναι πηγὲς χωρὶς νερό, σύννεφα ποὺ τὰ παρασύρει ἡ θύελλα, διὰ τοὺς ὁποίους ἔχει φυλαχθῆ τὸ πιὸ βαθὺ σκοτάδι εἰς τὸν αἰῶνα. Διότι μὲ τὸ νὰ μιλοῦν λόγια ὑπερήφανα χωρὶς περιεχόμενον, δελεάζουν μὲ σαρκικὰ διεφθαρμένα πάθη ἀνθρώπους, ποὺ μόλις εἶχαν ξεφύγει ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ζοῦν μέσα στὴν πλάνη. Τοὺς ὑπόσχονται ἐλευθερίαν, ἐνῶ αὐτοὶ εἶναι δοῦλοι τῆς διαφθορᾶς. Διότι ἀπὸ ὅ,τι ἔχει ὁ ἄνθρωπος νικηθῆ, εἰς αὐτὸ καὶ ἔχει ὑποδουλωθῆ. Ἐάν, ἀφοῦ ἀπέφυγαν τὰ μιάσματα τοῦ κόσμου διὰ τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος Ἰησοῦ Χριστοῦ, πάλιν ἐμπλέκονται εἰς αὐτὰ καὶ νικῶνται, τότε τὰ τελευταῖά των ἔχουν γίνει χειρότερα ἀπὸ τὰ πρῶτα. Θὰ ἦτο καλύτερον γι’ αὐτοὺς νὰ μὴν εἶχαν γνωρίσει τὸν δρόμον τῆς δικαιοσύνης, παρά, ἀφοῦ τὸν ἐγνώρισαν, νὰ στρέψουν τὰ νῶτα πρὸς τὴν ἁγίαν ἐντολήν, ποὺ τοὺς παραδόθηκε. Εἰς αὐτοὺς ἐφαρμόζεται ἡ ἀληθινὴ παροιμία: «Σκύλος ποὺ ἐπέστρεψε εἰς τὸ δικό του ξέρασμα» καὶ «Τὸ γουροῦνι, μετὰ τὸ λούσιμο, κυλιέται πάλιν στὸν βοῦρκο».

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


Υπάρχουν αμαρτίες που δεν συγχωρούνται;
Υπάρχει μια αμαρτία, που δεν συγχωρείται ποτέ. Η αμετανοησία.
Αυτός που δεν μετανοεί, δεν συγχωρείται. Η αμετανοησία, θεωρείται βλασφημία κατά του Αγίου Πνεύματος.
Για όποιον ξέρει να μετανοεί, και το μεγαλύτερο έγκλημα συγχωρείται.
Ενθυμούμαι, όταν, παιδιά πηγαίναμε στο κατηχητικό μας έλεγαν οι κατηχητές. «Να είστε καλά παιδιά για να σας αγαπά ο Θεός. Αν, δεν είστε καλά παιδιά, δεν σας αγαπά ο Θεός». Πόσο αστείο ήταν αυτό που μας έλεγαν! Δεν μπορεί, να εξαρτάται, η αγάπη του Θεού, από τη δική μου διαγωγή. Τότε δίνω εμπαθή ιδιότητα στο Θεό. Μα, ο Θεός, είναι αγάπη και αγαπά το διάβολο, όπως ακριβώς, αγαπά και την Παναγία.
Άρα, είτε είμαι καλό, είτε είμαι κακό παιδί, με αγαπά ο Θεός! Ο Θεός, έτσι και αλλιώς, με αγαπά. Αλλά, δεν θέλω να γίνω, μόνο, καλό παιδί. Η πνευματική κατάσταση, δεν είναι μια ηθική κατάσταση, αλλά, είναι μια οντολογική, αγιοπνευματική κατάσταση. Με την πνευματική ζωή, που ζω, ανοίγω τις πόρτες της καρδίας μου να έρθει η χάρη του Αγίου Πνεύματος. Αυτό κάνω.

Γέροντας Εφραίμ Βατοπαιδινός

Τετάρτη, 29 Ιανουαρίου 2020

Η αμαρτία είναι τραύμα στην ψυχή...


Η αμαρτία είναι τραύμα στην ψυχή, πληγή στην συνείδηση που μας πονάει, τραύμα στο σώμα του Χριστού, στην Εκκλησία, της οποίας είμαστε μέλη. Η αμαρτία είναι κάρφωμα και ξανακάρφωμα στον Χριστό.
Ποιος δεν έχει τραυματισθεί από την αμαρτία; Ποιος δεν έχει αμαρτήσει με τα λόγια, με τις πράξεις του, με τους λογισμούς; Ποιος δεν κτυπήθηκε κατάστηθα από τις τύψεις της συνειδήσεως; Όποιος θα πει πως δεν έχει αμαρτήσει, αυτός θα έχει πει το μεγαλύτερο ψέμα.
Αλλ’ εάν η αμαρτία είναι το τραύμα, η μετάνοια είναι το φάρμακο· είναι το ευλογημένο δώρο του Θεού στον άνθρωπο.

Πολλοί χριστιανοί, με ευλαβή πόθο, αναζητούν να βαπτιστούν στον Ιορδάνη ποταμό, αλλ’ όσες φορές και αν μπούμε στον Ιορδάνη ποταμό και όσα μπουκάλια αγιασμό και αν πιούμε, αν δεν μετανοήσουμε δεν σωζόμαστε. Κοντά μας, δίπλα μας, είναι ο Ιορδάνης ποταμός. Κυλάει μέσα στην Εκκλησία, είναι η γλυκιά μετάνοια και εξομολόγηση.

Ας λουσθούμε μέσα στη μετάνοια, διότι με αυτήν σβήνουν όλα τα αμαρτήματα. Και το λουτρό της μετανοίας είναι το δεύτερο βάπτισμα. Αυτό δε το λουτρό του θεϊκού βαπτίσματος, που λέγεται μετάνοια, γίνεται συνειδητά και αποφασιστικά. Πλένομαι, για να μη ξαναλερωθώ, ασχέτως αν δεν τα καταφέρω. Πλην πλένομαι με την απόφαση να μη ξαναλερώσω τον χιτώνα της ψυχής μου.

Το έλεος του Θεού είναι ανταπόκριση στη μετάνοια του ανθρώπου. Με τον ερχομό του Χριστού, η μετάνοια δεν είναι απλώς μεταμέλεια και εξομολόγηση αμαρτιών, αλλ’ είναι άφεση, συγχώρηση, εξάλειψη τέλεια των αμαρτιών. Η μετάνοια είναι ένας θρήνος που οδηγεί στην χαρά. Είναι το χαροποιό πένθος. Η μετάνοια είναι η σπορά των δακρύων, που φέρνει το θερισμό της λυτρώσεως.

Με την αμαρτία χάνουμε την ηρεμία της συνειδήσεως. Με το κλάμα της μετανοίας παίρνουμε πίσω αυτό που χάσαμε. Με την αμαρτία χάνουμε το πολυτιμότερο αγαθό, την ψυχή μας. Πεθαίνει η ψυχή μας. Και αν κλάψουμε για τις αμαρτίες μας, θ’ αναστηθεί η ψυχή μας…

Να κλάψουμε όπως έκλαψαν οι μεγάλοι αμαρτωλοί που έγιναν άγιοι. Να κλάψουμε για τα δικά μας αμαρτήματα, αλλά να κλάψουμε και για τα αμαρτήματα των άλλων.
Αμάρτησε ο άλλος; Μη τον κατακρίνεις. Κλάψε για την πτώση του, δες την σαν δική σου πτώση. Είμαστε «αλλήλων μέλη». Ο άλλος είναι μέλος του ιδίου με σένα σώματος· μέλος του σώματος του Χριστού.
Κλάψε εσύ για το παιδί σου που παρανόμησε, για τον Χριστιανό που γλίστρησε και έπεσε.

Από το βιβλίο: Γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου, Ελπιδοφόρες διδαχές με πατρικές οδηγίες.