Παρασκευή, 20 Απριλίου 2018

Μαρτυρίες πέραν του τάφου!


ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ ΜΕ ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΑ  ΣΥΜΕΩΝ του Σέργιου Μπολσακώφ

 Έφτασα στό Πέτσορι τόν Ιούνιο τού 1926. Ήταν ένα θαυμάσιο απόγευμα. Αφού έζησα αρκετά χρόνια σε προτεσταντικές χώρες της Δύσης, ένιωθα πολύ χαρούμενος πού ανάσαινα ξανά τόν αέρα της Άγιας Ρωσίας.
Τό πρώτο πρωινό μου στο μοναστήρι, μετά την ακολουθία, πήγα γιά λίγο να προσευχηθώ στον τάφο τού αγίου Κορνηλίου. Στη μικρή, αρχαία έκκλησία τού π. Βασσιανού, (Αυτό ήταν τό όνομα τού π. Συμεών προτού λάβει τό Μεγάλο Σχήμα.) ό εξομολόγος του κοινοβίου είχε φορέσει ένα περίτεχνο βελούδινο φαιλόνιο, χρώματος χρυσάφι, κεντημένο μέ βαθυκόκκινα τριαντάφυλλα, γιά να λειτουργήσει.

Από τ’ ανοιχτά παράθυρα έμπαινε ό φρέσκος αναζωογονητικός αέρας, γεμάτος αρώματα κι ευωδιές από τά λουλούδια του κήπου τού μοναστηριού. Στη λειτουργία πήραν μέρος μόνο ό επίσκοπος, τρεις ψάλτες κι ένας αναγνώστης. Ή εκκλησία γέμισε από ένα σύννεφο λιβανιού. Ή θεία λειτουργία προχωρούσε χωρίς βιασύνη, ευλαβικά. Ό π. Βασσιανός άρχισε να διαβάζει από τό βιβλίο μνημονεύματος τού μοναστηριού, πού φαινόταν ατέλειωτο... Αργότερα, στη Μεγάλη Είσοδο, ό π. Βασσιανός στάθηκε μέσα από την Ωραία Πύλη. Μετά άκολούθησε τό Σύμβολο της Πίστεως καί ή Αναφορά. "Ήταν πολλοί αυτοί πού κοινώνησαν. Ή λειτουργία τέλειωσε περίπου στις οκτώ ή ώρα...
Πλησίαζε ή μέρα γιά να φύγω. Ένα βράδυ καθόμουν στον κήπο τού μοναστηριού μέ τόν δόκτορα Ροσώφ, τόν π. Βασσιανό, τόν π. Ήσαΐα καί τόν π. Ποιμένα, τό νεωκόρο. Συζητούσαμε γιά τό βιβλίο τού Σολοβιέφ.
-      Ή διήγηση πού μέ έντυπωσίασε περισσότερο, π. Βασσιανέ, ήταν έκείνη πού είχε τίτλο «Μαρτυρίες πέραν τού τάφου», είπα.

-      Τί λέει στο κεφάλαιο αυτό; ρώτησε ό π. Βασσιανός, χαϊδεύοντας τή γενειάδα του μέ περισυλλογή.
-      Ή διήγηση είναι αρκετά απλή, απάντησα. Επί βασιλείας του Νικολάου του Α', όταν ό επίσκοπος Παρθένιος Τσέρτκωφ, πού είχε ανατραφεί στη μεγάλη αριστοκρατική οικογένεια των Ναρουΐσκιν, τοποθετήθηκε στήν επισκοπή του Βλαδιμήρου (1821-1849), ένας ιερέας πού τον έλεγαν Άββακούμ τοποθετήθηκε στη φτωχότερη ενορία της επισκοπής. Γιός νεκροθάφτη, πού νυμφεύτηκε μιά φτωχή κοπέλα καί ζούσαν μέ μεγάλη φτώχεια, ό π. Άββακούμ ήταν ένας μεγάλος άνθρωπος προσευχής. Ιδιαίτερα του άρεσε να προσεύχεται γιά τούς νεκρούς. Είχε ένα ιδιαίτερο σημειωματάριο όπου έγραφε τά ονόματα όλων των νεκρών γιά τούς όποιους είχε ακούσει. Όλους αυτούς δεν τούς μνημόνευε μόνο στήν προσκομιδή, αλλά καί στις ιδιαίτερες προσευχές του, τό πρωί καί τό βράδυ. ’Έτσι ή προσευχή του κρατούσε ώρες ολόκληρες.
» Τό γεγονός αυτό στενοχωρούσε τή σύζυγό του πού συνήθιζε να του λέει:
- Πρέπει να σταματήσεις αυτές τίς μακρές βοηθητικές προσευχές πού κάνεις, αντί να μέ βοηθάς στον κήπο καί σε άλλες δουλειές. Είμαι πολύ κουρασμένη. Ούτε μοναχός είσαι ούτε έγκλειστος. ’Άν θέλεις να προσεύχεσαι τόσο πολύ, πήγαινε στον επίσκοπο καί ζήτησέ του να σου δώσει καλλίτερη ενορία, όπου θα μπορούμε να έχουμε υπηρέτες. Τότε θα μπορείς να προσεύχεσαι όσο θέλεις.
»Ό π. Αβακούμ συνήθιζε ν’ άπαντά λέγοντας πώς ή προσευχή είναι τό πρώτο καθήκον τού ιερέα καί δεν πρέπει να τό παραμελεί. Σχετικά μέ καλλίτερη ενορία, ό π. Αβακούμ σκέφτηκε πώς ήταν ανοίκειο να τή ζητήσει από τόν επίσκοπο. 

’Έπρεπε να κάνουν υπομονή, ωσότου τού προσφερθεί ή θέση αυτή. Ή σύζυγός του συμφώνησε απρόθυμα.
»Στο μεταξύ άδειασε ή καλλίτερη ενορία της επισκοπής, πού βρισκόταν σε μια μεγάλη καί βιομηχανική πόλη. Ό επίσκοπος δέχτηκε διακόσιες αιτήσεις γιά την ενορία αυτή. Ανάμεσα στούς αίτούντες ήταν καθηγητές σεμιναρίου, αγροτικοί κοσμήτορες, διδάκτορες θεολογίας καί μιτροφόροι πρωτοπρεσβύτεροι. Σχεδόν όλες οι αιτήσεις συνοδεύονταν από συστατικές επιστολές διακεκριμένων κληρικών καί λαϊκών, ακόμα καί τού ίδιου τού κυβερνήτη της επαρχίας τού Βλαδιμήρου. Όταν ό επίσκοπος είδε όλες τίς αιτήσεις δεν μπόρεσε ν’ αποφασίσει καί πήγε γιά ύπνο.

»Δεν είχε κλείσει καλά καλά τά μάτια του όταν μπροστά του είδε ένα τεράστιο πλήθος άνθρώπων καί των δύο φύλων, κάθε ηλικίας καί έμφάνισης, πού ζήτησαν όλοι τους μέ σεβασμό από τόν επίσκοπο να διορίσει τόν π. Αβακούμ στήν κενή ενορία. Ό επίσκοπος αγνοούσε ακόμα καί την ύπαρξη τού π. Αβακούμ. Αμέσως ξύπνησε, έκανε τό σταυρό του καί προσπάθησε να ξανακοιμηθεί. Μπροστά του όμως εμφανίστηκε τό ίδιο πλήθος, προβάλλοντας τό ίδιο αίτημα.
-Ποιοι είστε σεις, ρώτησε ό επίσκοπος, καί γιατί θέλετε τόν π. Αβακούμ τόσο πολύ;
- Είμαστε νεκροί, πού μάς συχώρεσε ό Θεός καί μπήκαμε στη βασιλεία των ουρανών χάρη στις προσευχές τού π. Αβακούμ, απάντησε τό πλήθος κι εξαφανίστηκε.

»Τό επόμενο πρωί ό επίσκοπος κάλεσε στη γραμματεία τό εκκλησιαστικό συμβούλιο καί ζήτησε να βρουν σε ποιά ενορία διακονεί κάποιος ιερέας πού τόν λένε Αβακούμ καί να τόν καλέσουν στο Βλαντιμίρ. Άποδείχτηκε πώς σ’ όλη την επισκοπή υπήρχε μόνο ένας Αβακούμ. Μια μέρα τόν επισκέφτηκε ό αγροτικός κοσμήτορας καί τού μετέφερε την εντολή να παρουσιαστεί στον επίσκοπο τό συντομότερο δυνατό.
»Μήπως έκανες κάποιο σφάλμα ή αδίκημα, πάτερ; Τόν ρώτησε ανήσυχος ό κοσμήτορας.
-Όχι, όχι, δε θυμάμαι κάτι τέτοιο, απάντησε ό π. Αβακούμ. Πηγαίνω μέ καθαρή συνείδηση, μόνο πού δεν έχω χρήματα γιά τό ταξίδι.
 Ό κοσμήτορας του δάνεισε τά χρήματα που του χρειάζονταν.
»Μετά από λίγες μέρες ό π. Αβακούμ παρουσιάστηκε στον επίσκοπο, που τόν αναγνώρισε αμέσως από τό όνειρο πού είχε δει.

-      Λοιπόν, π. Αβακούμ, είπε ό επίσκοπος, είναι κενή ή καλλίτερη ενορία της επισκοπής μου καί γι’ αυτήν έχω λάβει διακόσιες πενήντα αιτήσεις. Πολλοί εξέχοντες άνθρωποι μου συνιστούν διάφορους ιερείς, όμως οι συνήγοροί σου από τόν άλλο κόσμο ήταν οι πιο ισχυροί απ’ όλους. Σε διορίζω λοιπόν εφημέριο αυτής της ενορίας κι όταν άκολουθήσω κι εγώ την πορεία όλων των ανθρώπων, σου ζητώ να εύχεσαι καί γιά μένα.
Κι έπειτα ό επίσκοπος διηγήθηκε στον π. Αβακούμ τό όνειρό του».

-      Πολύ εποικοδομητική διήγηση, Σεργκέι Νικολάεβιτς, είπε ό π. Ποιμήν. Πάτερ Συμεών, συνέχισε στρεφόμενος προς τόν εξομολόγο του μοναστηριού, εσύ θα έχεις ακόμα περισσότερους συνηγόρους από τόν άλλο κόσμο άπ’ όσους είχε ό π. Αβακούμ. Λειτουργείς κάθε μέρα καί σε κάθε λειτουργία διαβάζεις γιά πολλά χρόνια τώρα τό βιβλίο μέ τά ονόματα των νεκρών. Μνημονεύεις ονόματα ανθρώπων πού έζησαν από την εποχή τού Ιβάν του Γ' ως σήμερα. Είμαι σίγουρος πώς οι συνήγοροι αυτοί θ’ αποκτήσουν τή χάρη γιά σένα, ώστε να πεθάνεις εδώ σε προχωρημένη ηλικία, ενώ άλλοι ίσως πεθάνουν αλλού, εξόριστοι από τό μοναστήρι. Ζούμε στα άκρα. Άνθρωποι από άλλους τόπους έρχονται εδώ καί θεσπίζουν πολλές αλλαγές, αλλά οι συνήγοροί σου θα πετύχουν έλεος γιά σένα.

- Μόνο ό Θεός γνωρίζει τό μέλλον μας, είπε ό π. Συμεών, αλλά πρέπει να προσευχόμαστε γιά τούς νεκρούς. Είναι πραγματικά συνήγοροί μας. Ζητάμε από τούς ανακηρυγμένους άγιους να επικαλεστούν τό έλεος του Θεού γιά μάς. Υπάρχουν όμως καί πολλοί άγνωστοι άγιοι πού μπορούν να μάς βοηθήσουν. Είναι καλό καί ωφέλιμο τό να προσευχόμαστε γιά τούς νεκρούς...
Την ημέρα πού θα έφευγα, παρακολούθησα την πρωινή θεία λειτουργία, πού έκανε γιά τελευταία φορά στο καθολικό της μονής ό π. Βασσιανός. Όλα ήταν όπως καί την ημέρα πού είχα έρθει. Ό π. Βασσιανός τέλεσε τή λειτουργία αργά καί ευλαβικά όπως καί τότε. ’Έψαλε ό ίδιος χορός κι ήταν παρόντες προσκυνητές. Ό καπνός του θυμιάματος ήταν σκορπισμένος στον αέρα κι ό πρωινός ήλιος λαμποκοπούσε στις πολύτιμες πέτρες και τό χρυσό στις παλιές εικόνες. Ήταν όμως φθινοπωρινός ήλιος. 

Ό δροσερός καί αναζωογονητικός αέρας τού φθινοπώρου περνούσε από τά ανοιχτά παράθυρα.
Μετά τή λειτουργία προχώρησα γιά να πάρω αντίδωρο από τόν π. Βασσιανό. Μέ ρώτησε για την αναχώρηση μου..

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ.
ΟΣΙΟΣ ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΥΜΕΩΝ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΠΣΚΩΒ

Χωρίς αγάπη δεν υπάρχει ζωή!


Τι είναι αγάπη;

Αγάπη είναι να μην κουράζεσαι. Να μην κουράζεσαι να κάνεις, να μην κουράζεσαι να λες.

Αγάπη είναι να μην ακούς, να μη σκέφτεσαι, να μην αξιολογείς.

Αγάπη είναι να συνεχίζεις να βλέπεις την ίδια αγαπημένη σου εικόνα, ακόμα και όταν όλα γύρω σου καταρρέουν. Να βλέπεις το φως πίσω από τα σύννεφα.

Αγάπη είναι να ξετρυπώνεις την πιο απίστευτη λεπτομέρεια και την αγκαλιάζεις. Και να μην την αφήνεις, να την κάνεις ένα με το είναι σου – τόσο πολύ ώστε στο τέλος να μη θυμάσαι καν τη στιγμή που την πρόσεξες. Να είναι σα να υπήρχε από την αρχή του κόσμου.

Η αγάπη δεν είναι βαριά κουβέντα. Δεν υπάρχει ο σωστός χρόνος να την πεις, δεν υπάρχει ο λάθος. Δεν υπάρχει το νωρίς, δεν υπάρχει το αργά. Έχει το δικό της χρονοδιάγραμμα – εσύ μόνο υποκλίνεσαι στο συναίσθημα που σε κατακλύζει και το ακολουθείς.

Μπορείς να αγαπάς τα πάντα. Η αγάπη δεν ξεχωρίζει, δεν έχει προορισμό.
Αγαπάς κόντρα στους άλλους, κόντρα στη λογική που σου επιβάλλεται.
Μη το μπερδεύεις – δε μιλάω μόνο για σχέσεις.

Μπορεί να αγαπήσεις μια στιγμή. Μία μόνο στιγμή, ένα δευτερόλεπτο που εύχεσαι να κρατούσε για πάντα. Εκείνο το δευτερόλεπτο που έρχεται και σε αρπάζει και σε πάει ψηλά, σε ένα ζεστό μέρος. Το αισθάνεσαι στο σώμα σου, σε ποτίζει.

Μπορεί να αγαπήσεις μια μουσική. Μια μόνο μουσική, εκείνη που θα σε ταξιδέψει, θα σου θυμίσει, θα σε πάει κάπου αλλού και την ύστατη στιγμή, θα σε σώσει. Είναι δική σου μουσική, την ακούς όλη τη μέρα σε επαναλήψεις πέρα από κάθε λογική. Είναι το δικό σου soundtrack, η επένδυση των κινηματογραφικών σου στιγμών. Εκείνων που παρακολουθείς έξω από το σώμα σου, μασουλώντας ζεστό σπιτικό popcorn.

Μπορεί να αγαπήσεις μια δουλειά. Εκείνη τη δουλειά που όλοι σου λένε ότι είναι λάθος, ότι θα σε χαντακώσει, ότι δε σου αξίζει, ότι δε σε πληρώνει. Εκείνη τη δουλειά που σε εξουθενώνει, σε αδειάζει από πάνω μέχρι κάτω αλλά αισθάνεσαι ο πιο τυχερός άνθρωπος στον κόσμο που την κάνεις. Να της αφιερώσεις μια ολόκληρη ζωή και να μη μετανιώσεις ούτε για μια στιγμή. Να μη σκεφτείς όλα τα υπόλοιπα που είχες τη δυνατότητα να κάνεις.

Μπορεί να αγαπήσεις ένα σκύλο. Εκείνον που έκανες κομμάτι της ζωής σου, εκείνον που του σήκωσες την κουβέρτα του κρεβατιού το χειμώνα για να κοιμηθεί μαζί σου, εκείνον που αγκάλιασες και έκλαψες και σε κατάλαβε και σου έδειξε ότι μερικές φορές τα πράγματα είναι απλά. Εκείνον που αρνήθηκες να πιστέψεις ότι έφυγε, εκείνον που έκανες τα πάντα για να σώσεις, εκείνον που θρηνείς ακόμα. Και λείπει από κάθε στιγμή, κάθε μικρή και ασήμαντη στιγμή.

Μπορεί να αγαπήσεις μια εικόνα – εκείνη την εικόνα που όταν την έζησες έκλεισες και άνοιξες τα μάτια γρήγορα, το εσωτερικό σου κλείστρο, για να την αποθηκεύσεις για πάντα. Την εικόνα που φυλάς προσεκτικά, την εικόνα στην οποία ανατρέχεις όταν νιώθεις μόνος.

Μπορείς να αγαπήσεις μια φωτογραφία: Εκείνη που κοιτάς ξανά και ξανά και ποτέ ο χρόνος δε τη φθείρει. Και θυμάσαι κάθε λεπτομέρεια που συνδέεται με αυτή: Πότε, πώς, τι ένιωσες, πώς ευθυγραμμίστηκε όλο το σύμπαν πάνω σε ένα και μοναδικό «κλικ».

Μπορεί να αγαπάς έναν άνθρωπο. Και ας τον γνώρισες για λίγο. Και ας μην πρόλαβες να του πεις ότι ήθελες να έμενε δίπλα σου για πάντα. Ότι σε μια στιγμή αποφάσισες έτσι, παράλογα και επιπόλαια ίσως, ότι θέλεις να του κρατήσεις το χέρι και να μη το αφήσεις ποτέ ξανά. Και να καταλάβει γρήγορα και να γίνουν όλα μια αγκαλιά και να τελειώσει εκεί.

Μπορεί να αγαπάς έναν άνθρωπο. Και ας έχει όλα τα κακά του κόσμου. Και ας είναι χιλιόμετρα μακριά, χαμένος. Και ας σου σπάει τα νεύρα. Και ας σου λένε όλοι ότι απλά δεν είναι ο σωστός. Να κλείνεις τα αυτιά σου στο σύμπαν και να τραγουδάς παράφωνα μέσα στη δική σου σιωπή.

Μπορεί να αγαπάς έναν άνθρωπο. Και ας είναι μακριά και ας σου λείπει κάθε στιγμή που πέρασες μαζί του αλλά πλέον δεν μπορείς να του το πεις. Συνεχίζεις να τον αγαπάς. Τον συγχωρείς και τον λυπάσαι που δεν προσπάθησε όσο εσύ. Και περιμένεις να τον ξανασυναντήσεις σε ένα παράλληλο σύμπαν, σε μια άλλη ζωή και να επαναλαμβάνετε τον κύκλο στο άπειρο. Μαζί.

Μπορεί να αγαπάς έναν άνθρωπο. Κι ας μην τον έχεις γνωρίσει ποτέ από κοντά. Τον αγαπάς γιατί σου άνοιξε την ψυχή του χωρίς να το σκεφτεί, χωρίς να φοβηθεί, χωρίς να περιμένει κάτι – απλά γιατί ξέρει ότι είσαι στην άλλη πλευρά της γραμμής και ότι καταλαβαίνεις.

Μπορεί να αγαπάς έναν άνθρωπο. Γιατί είναι «αλλού», γιατί σε ταξιδεύει, γιατί σε ξενυχτάει, γιατί μπορείτε να χτίζετε μαζί όνειρα με πρώτη ύλη τις ανεξήγητα κοινές σας σκέψεις.

Μπορεί να αγαπάς έναν άνθρωπο. Και αυτός να μην το καταλάβει ποτέ. Να μη νιώσει ποτέ όπως εσύ, να γύρισε την πλάτη του και να χάθηκε μέσα στο πλήθος, να μη γύρισε ποτέ να κοιτάξει πίσω για να δει ότι είσαι ακόμη εκεί.

Η αγάπη δεν είναι απαραίτητα αμφίδρομη. Δε σε ρωτάει, έρχεται, σου δείχνει, φεύγει.

Και κάπου εκεί μένεις με ένα χαζό χαμόγελο.
Σηκώνεις τα μάτια στον ουρανό – αγαπάς, είσαι ακόμη ζωντανός.

πηγή: orthognosia

Διδακτική ιστορία: Η μνημόνευση των ονομάτων


Έφτασα στό Πέτσορι τόν Ιούνιο τού 1926. Ήταν ένα θαυμάσιο απόγευμα. Αφού έζησα αρκετά χρόνια σε προτεσταντικές χώρες της Δύσης, ένιωθα πολύ χαρούμενος πού ανάσαινα ξανά τόν αέρα της Άγιας Ρωσίας.

Τό πρώτο πρωινό μου στο μοναστήρι, μετά την ακολουθία, πήγα γιά λίγο να προσευχηθώ στον τάφο τού αγίου Κορνηλίου. Στη μικρή, αρχαία έκκλησία τού π. Βασσιανού, (Αυτό ήταν τό όνομα τού π. Συμεών προτού λάβει τό Μεγάλο Σχήμα.) ό εξομολόγος του κοινοβίου είχε φορέσει ένα περίτεχνο βελούδινο φαιλόνιο, χρώματος χρυσάφι, κεντημένο μέ βαθυκόκκινα τριαντάφυλλα, γιά να λειτουργήσει.

Από τ’ ανοιχτά παράθυρα έμπαινε ό φρέσκος αναζωογονητικός αέρας, γεμάτος αρώματα κι ευωδιές από τά λουλούδια του κήπου τού μοναστηριού. Στη λειτουργία πήραν μέρος μόνο ό επίσκοπος, τρεις ψάλτες κι ένας αναγνώστης. Ή εκκλησία γέμισε από ένα σύννεφο λιβανιού. Ή θεία λειτουργία προχωρούσε χωρίς βιασύνη, ευλαβικά. Ό π. Βασσιανός άρχισε να διαβάζει από τό βιβλίο μνημονεύματος τού μοναστηριού, πού φαινόταν ατέλειωτο… Αργότερα, στη Μεγάλη Είσοδο, ό π. Βασσιανός στάθηκε μέσα από την Ωραία Πύλη. Μετά άκολούθησε τό Σύμβολο της Πίστεως καί ή Αναφορά. «Ήταν πολλοί αυτοί πού κοινώνησαν. Ή λειτουργία τέλειωσε περίπου στις οκτώ ή ώρα…

Πλησίαζε ή μέρα γιά να φύγω. Ένα βράδυ καθόμουν στον κήπο τού μοναστηριού μέ τόν δόκτορα Ροσώφ, τόν π. Βασσιανό, τόν π. Ήσαΐα καί τόν π. Ποιμένα, τό νεωκόρο. Συζητούσαμε γιά τό βιβλίο τού Σολοβιέφ.

–      Ή διήγηση πού μέ έντυπωσίασε περισσότερο, π. Βασσιανέ, ήταν έκείνη πού είχε τίτλο «Μαρτυρίες πέραν τού τάφου», είπα.

–      Τί λέει στο κεφάλαιο αυτό; ρώτησε ό π. Βασσιανός, χαϊδεύοντας τή γενειάδα του μέ περισυλλογή.

–      Ή διήγηση είναι αρκετά απλή, απάντησα. Επί βασιλείας του Νικολάου του Α’, όταν ό επίσκοπος Παρθένιος Τσέρτκωφ, πού είχε ανατραφεί στη μεγάλη αριστοκρατική οικογένεια των Ναρουΐσκιν, τοποθετήθηκε στήν επισκοπή του Βλαδιμήρου (1821-1849), ένας ιερέας πού τον έλεγαν Άββακούμ τοποθετήθηκε στη φτωχότερη ενορία της επισκοπής. Γιός νεκροθάφτη, πού νυμφεύτηκε μιά φτωχή κοπέλα καί ζούσαν μέ μεγάλη φτώχεια, ό π. Άββακούμ ήταν ένας μεγάλος άνθρωπος προσευχής. Ιδιαίτερα του άρεσε να προσεύχεται γιά τούς νεκρούς. Είχε ένα ιδιαίτερο σημειωματάριο όπου έγραφε τά ονόματα όλων των νεκρών γιά τούς όποιους είχε ακούσει. Όλους αυτούς δεν τούς μνημόνευε μόνο στήν προσκομιδή, αλλά καί στις ιδιαίτερες προσευχές του, τό πρωί καί τό βράδυ. ’Έτσι ή προσευχή του κρατούσε ώρες ολόκληρες.

» Τό γεγονός αυτό στενοχωρούσε τή σύζυγό του πού συνήθιζε να του λέει:

– Πρέπει να σταματήσεις αυτές τίς μακρές βοηθητικές προσευχές πού κάνεις, αντί να μέ βοηθάς στον κήπο καί σε άλλες δουλειές. Είμαι πολύ κουρασμένη. Ούτε μοναχός είσαι ούτε έγκλειστος. ’Άν θέλεις να προσεύχεσαι τόσο πολύ, πήγαινε στον επίσκοπο καί ζήτησέ του να σου δώσει καλλίτερη ενορία, όπου θα μπορούμε να έχουμε υπηρέτες. Τότε θα μπορείς να προσεύχεσαι όσο θέλεις.

»Ό π. Αβακούμ συνήθιζε ν’ άπαντά λέγοντας πώς ή προσευχή είναι τό πρώτο καθήκον τού ιερέα καί δεν πρέπει να τό παραμελεί. Σχετικά μέ καλλίτερη ενορία, ό π. Αβακούμ σκέφτηκε πώς ήταν ανοίκειο να τή ζητήσει από τόν επίσκοπο. 

’Έπρεπε να κάνουν υπομονή, ωσότου τού προσφερθεί ή θέση αυτή. Ή σύζυγός του συμφώνησε απρόθυμα.

»Στο μεταξύ άδειασε ή καλλίτερη ενορία της επισκοπής, πού βρισκόταν σε μια μεγάλη καί βιομηχανική πόλη. Ό επίσκοπος δέχτηκε διακόσιες αιτήσεις γιά την ενορία αυτή. Ανάμεσα στούς αίτούντες ήταν καθηγητές σεμιναρίου, αγροτικοί κοσμήτορες, διδάκτορες θεολογίας καί μιτροφόροι πρωτοπρεσβύτεροι. Σχεδόν όλες οι αιτήσεις συνοδεύονταν από συστατικές επιστολές διακεκριμένων κληρικών καί λαϊκών, ακόμα καί τού ίδιου τού κυβερνήτη της επαρχίας τού Βλαδιμήρου. Όταν ό επίσκοπος είδε όλες τίς αιτήσεις δεν μπόρεσε ν’ αποφασίσει καί πήγε γιά ύπνο.

»Δεν είχε κλείσει καλά καλά τά μάτια του όταν μπροστά του είδε ένα τεράστιο πλήθος άνθρώπων καί των δύο φύλων, κάθε ηλικίας καί έμφάνισης, πού ζήτησαν όλοι τους μέ σεβασμό από τόν επίσκοπο να διορίσει τόν π. Αβακούμ στήν κενή ενορία. Ό επίσκοπος αγνοούσε ακόμα καί την ύπαρξη τού π. Αβακούμ. Αμέσως ξύπνησε, έκανε τό σταυρό του καί προσπάθησε να ξανακοιμηθεί. Μπροστά του όμως εμφανίστηκε τό ίδιο πλήθος, προβάλλοντας τό ίδιο αίτημα.

-Ποιοι είστε σεις, ρώτησε ό επίσκοπος, καί γιατί θέλετε τόν π. Αβακούμ τόσο πολύ;

– Είμαστε νεκροί, πού μάς συχώρεσε ό Θεός καί μπήκαμε στη βασιλεία των ουρανών χάρη στις προσευχές τού π. Αβακούμ, απάντησε τό πλήθος κι εξαφανίστηκε.

»Τό επόμενο πρωί ό επίσκοπος κάλεσε στη γραμματεία τό εκκλησιαστικό συμβούλιο καί ζήτησε να βρουν σε ποιά ενορία διακονεί κάποιος ιερέας πού τόν λένε Αβακούμ καί να τόν καλέσουν στο Βλαντιμίρ. Άποδείχτηκε πώς σ’ όλη την επισκοπή υπήρχε μόνο ένας Αβακούμ. Μια μέρα τόν επισκέφτηκε ό αγροτικός κοσμήτορας καί τού μετέφερε την εντολή να παρουσιαστεί στον επίσκοπο τό συντομότερο δυνατό.

»Μήπως έκανες κάποιο σφάλμα ή αδίκημα, πάτερ; Τόν ρώτησε ανήσυχος ό κοσμήτορας.

-Όχι, όχι, δε θυμάμαι κάτι τέτοιο, απάντησε ό π. Αβακούμ. Πηγαίνω μέ καθαρή συνείδηση, μόνο πού δεν έχω χρήματα γιά τό ταξίδι.

 Ό κοσμήτορας του δάνεισε τά χρήματα που του χρειάζονταν.

»Μετά από λίγες μέρες ό π. Αβακούμ παρουσιάστηκε στον επίσκοπο, που τόν αναγνώρισε αμέσως από τό όνειρο πού είχε δει.

–      Λοιπόν, π. Αβακούμ, είπε ό επίσκοπος, είναι κενή ή καλλίτερη ενορία της επισκοπής μου καί γι’ αυτήν έχω λάβει διακόσιες πενήντα αιτήσεις. Πολλοί εξέχοντες άνθρωποι μου συνιστούν διάφορους ιερείς, όμως οι συνήγοροί σου από τόν άλλο κόσμο ήταν οι πιο ισχυροί απ’ όλους. Σε διορίζω λοιπόν εφημέριο αυτής της ενορίας κι όταν άκολουθήσω κι εγώ την πορεία όλων των ανθρώπων, σου ζητώ να εύχεσαι καί γιά μένα.

Κι έπειτα ό επίσκοπος διηγήθηκε στον π. Αβακούμ τό όνειρό του».

–      Πολύ εποικοδομητική διήγηση, Σεργκέι Νικολάεβιτς, είπε ό π. Ποιμήν. Πάτερ Συμεών, συνέχισε στρεφόμενος προς τόν εξομολόγο του μοναστηριού, εσύ θα έχεις ακόμα περισσότερους συνηγόρους από τόν άλλο κόσμο άπ’ όσους είχε ό π. Αβακούμ. Λειτουργείς κάθε μέρα καί σε κάθε λειτουργία διαβάζεις γιά πολλά χρόνια τώρα τό βιβλίο μέ τά ονόματα των νεκρών. Μνημονεύεις ονόματα ανθρώπων πού έζησαν από την εποχή τού Ιβάν του Γ’ ως σήμερα. Είμαι σίγουρος πώς οι συνήγοροι αυτοί θ’ αποκτήσουν τή χάρη γιά σένα, ώστε να πεθάνεις εδώ σε προχωρημένη ηλικία, ενώ άλλοι ίσως πεθάνουν αλλού, εξόριστοι από τό μοναστήρι. Ζούμε στα άκρα. Άνθρωποι από άλλους τόπους έρχονται εδώ καί θεσπίζουν πολλές αλλαγές, αλλά οι συνήγοροί σου θα πετύχουν έλεος γιά σένα.

– Μόνο ό Θεός γνωρίζει τό μέλλον μας, είπε ό π. Συμεών, αλλά πρέπει να προσευχόμαστε γιά τούς νεκρούς. Είναι πραγματικά συνήγοροί μας. Ζητάμε από τούς ανακηρυγμένους άγιους να επικαλεστούν τό έλεος του Θεού γιά μάς. Υπάρχουν όμως καί πολλοί άγνωστοι άγιοι πού μπορούν να μάς βοηθήσουν. Είναι καλό καί ωφέλιμο τό να προσευχόμαστε γιά τούς νεκρούς…

Την ημέρα πού θα έφευγα, παρακολούθησα την πρωινή θεία λειτουργία, πού έκανε γιά τελευταία φορά στο καθολικό της μονής ό π. Βασσιανός. Όλα ήταν όπως καί την ημέρα πού είχα έρθει. Ό π. Βασσιανός τέλεσε τή λειτουργία αργά καί ευλαβικά όπως καί τότε. ’Έψαλε ό ίδιος χορός κι ήταν παρόντες προσκυνητές. Ό καπνός του θυμιάματος ήταν σκορπισμένος στον αέρα κι ό πρωινός ήλιος λαμποκοπούσε στις πολύτιμες πέτρες και τό χρυσό στις παλιές εικόνες. Ήταν όμως φθινοπωρινός ήλιος. 

Ό δροσερός καί αναζωογονητικός αέρας τού φθινοπώρου περνούσε από τά ανοιχτά παράθυρα.

Μετά τή λειτουργία προχώρησα γιά να πάρω αντίδωρο από τόν π. Βασσιανό. Μέ ρώτησε για την αναχώρηση μου..

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ. ΟΣΙΟΣ ΣΤΑΡΕΤΣ ΣΥΜΕΩΝ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ ΤΟΥ ΠΣΚΩΒ
πηγή: http://apantaortodoxias.blogspot.gr

Την πίστη σου να ψηλαφάς...


Νώντα Σκοπετέα

….ἐν τῷ κόσμῳ ἦν, καὶ ὁ κόσμος δι᾿ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ ὁ κόσμος αὐτὸν οὐκ ἔγνω…. εἰς τὰ ἴδια ἦλθε, καὶ οἱ ἴδιοι αὐτὸν οὐ παρέλαβον….. ὅσοι δὲ ἔλαβον αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα αὐτοῦ,( Ιω.1,10-12)
Αυτοί που πίστεψαν τον Ιησού ως ενανθρωπήσαντα Υιό του Θεού και Σωτήρα
(ερμ.Π.Τρεμπέλα),έγιναν και συνεχώς γίνονται παιδιά του Θεού!Υιοί Θεού,υιοί Φωτός! Δικαιωματικά,σαν σε κληρονομική διαδοχή! 
Αν πιστέψεις! Χωρίς ατέρμονες προϋποθέσεις και διαδικασίες , γίνεσαι Ένα με τον ίδιο τον Θεό ! Αν Τον πιστέψεις , Τον δεχθείς και Τον λάβεις ! Σύσσωμος και σύναιμος! Μια και μοναδική προϋπόθεση : Η πλουσιόδωρη πίστη !Μας κάνει …Θεούς και Υιούς Υψίστου ! Όσοι έλαβον Αυτόν !
 Η πίστη!Υπάρχουμε γιατί πιστεύουμε !Ζούμε και πορευόμαστε σ αυτό το πρόσκαιρο ακολουθώντας την,ή μάλλον στο κυνήγι της !Τίποτα δεν γίνεται χωρίς αυτήν ! Ούτε το παραμικρό βήμα δεν θα κάνουμε αν δεν πιστέψουμε πως στο επόμενο δεν παραμονεύει ο όλεθρος !Μια γουλιά νερό ζωτική δεν θα πιώ αν δεν πιστέψω πως απ την πηγή του δεν ρέει ο θάνατος !Τα πάντα κινεί !Τα όρη μετακινεί ! Τον θάνατο κατατροπώνει ! 

 Και ενώ όλα μπορούμε να τα πιστέψουμε στην κυριολεξία ,και ενώ καθυποβάλλουμε την λογική και το κοινώς αποδεκτό, σε ένα σημείο φρενάρουμε κάπως απότομα ! Και μένουμε εκεί στυλωμένοι ! Και αναμένουμε μαρτυρίες πειστικές και αποδείξεις αδιάσειστες! Μα και το απολύτως προσωπικό μας θαύμα ! Θέλουμε να ψηλαφίσουμε τον ίδιο τον Θεό ! Να έρθει δίπλα μας Εκείνος,να Τον ακούσουμε ,να Τον δούμε,να Τον αγγίξουμε,να Τον γευθούμε!Να έχουμε εμείς αποκλειστικά την απόλυτη αίσθηση της παρουσίας Του.Μια ζωή ολάκερη στο κυνήγι του Θεού! Πασχίζοντας την ανακάλυψή Του ! 

 Και Εκείνος με άκρα κατανόηση μας κάνει το χατίρι,μα όχι για να τον 
ανακαλύψουμε ! Δεν ανακαλύπτεται ο Θεός όσο κι αν ψάξουμε ! Όπου κι αν φτάσουμε ! Όποιον δικό Του μεσίτη κι αν γνωρίζουμε ,δεν θα καταφέρουμε έστω κι αν είμαστε πεπεισμένοι πως όλο και Τον πλησιάζουμε !
Γιατί ο Θεός αποκαλύπτεται ! Σε μια γουλιά αγιασμού , στα δάκρυα που δεν σταματούν να κυλούν σε αυλακωμένα πρόσωπα του πόνου, μόλις από κάπου ακουστεί το όνομά Του , στο άρωμα μιας ηδύπνοης λευκόχρυσης κάρας , στο άφθαρτο ενός χεριού που αιώνες ευλογεί , στις απειράριθμες ακήρατες πλευρές Της Σταυρωμένης και Αναστημένης Αγάπης που από παντού ξεπροβάλλουν ! 

«Αγίους και θαύματα παράγει τούτος ο τόπος» έλεγε ο αξέχαστος κυρ Νίκος ο Πετζίκης !Ναι αξέχαστε κυρ Νίκο.Αγίους και θαύματα και ακήρατες πλευρές του Αναστημένου Ναζαρηνού ,σταλμένες σαν σταγόνες σε επομβρία ιαματική,να γεμίσουν τις θολωτές στέρνες του κατάξερου Εγώ μας ! 
-Φέρε το δάχτυλό σου παιδί μου ! Βάλτο στην πλευρά μου !Στήριξε την πίστη σου! – Ο Κύριός μου και ο Θεός μου ! Πόσο δεν έχει ακουστεί τούτος ο διάλογος ! Πόσες φορές δεν έχει βγει τούτη η ομολογία από τα χείλη μας ! Μα πόσες ξεπήδησε απ την καρδιά μας ; Ούτε μία ακόμα ! Για αυτήν τη μια φορά θα παλεύουμε και θα λαχταράμε ως την τελευταία μας αναπνοή ! Δεν τα καταφέραμε ακόμα! Κι ας μας προσφέρθηκε για ψηλάφηση τόσες φορές η κεντημένη πλευρά του Δεσπότη και τα σημάδια του από τα ιερά καρφία… Ω πως μας απογοητεύει τούτη η διαπίστωση ! Τόσα χρόνια μέσα στην Εκκλησία , στα προσκυνήματα , στις θαυμαστές διηγήσεις , στις ιαματικές επεμβάσεις και ακόμα η καρδιά να σιωπά!Καρτεράμε την δική της ευλογημένη απόκριση ! Την κροτώδη καρδιακή φωνή!
Έστω για μια φορά πριν την απόλυση ,το νυν απολύεις του καθενός μας το παμπόθητο !Και ελπίζουμε και δεν απελπιζόμαστε, γιατί σκεφτόμαστε στις δύσκολες στιγμές της δοκιμασίας του λογικού μας,την ευλογημένη εκείνη απιστία του Αποστόλου Του !Αν ο Θωμάς που Τον έζησε 3 ολόκληρα χρόνια ,αν εκείνος που Τον είδε να ανασταίνει νεκρούς και να θεραπεύει εκ γενετής τυφλούς και παραλύτους , αν εκείνος που τον άκουσε να διαβεβαιώνει συνεχώς για την τριήμερη έγερσή Του εκ των νεκρών , λίγες μόνο στιγμές μετά, λέει με πεποίθηση πως αν δεν δει και ψηλαφήσει για να βεβαιωθεί δεν θα πιστέψει …τότε έχουμε ελπίδα και εμείς ! Γιατί ο Θωμάς έκανε μια συγκλονιστική ομολογία εκείνο το βράδυ το πανίερο της πίστης μας,το πρώτο μετά την Ανάσταση! Ήταν σαν να έλεγε και αυτός : Η καρδιά μου δεν πιστεύει !
 Τα μάτια μου είδαν !Τα αυτιά μου άκουσαν ναι !Μα η καρδιά μου αναζητά ακόμα , θέλει αυτή να δεί , αυτή να ακούσει ! Αυτή να ομολογήσει ! Δεν μου αρκεί αυτό που τόσα χρόνια απλά παρατηρούσα ! Θέλω να β ι ώ σ ω! Εγώ ο εκλεκτός Του Απόστολος Θωμάς , δωρίζω σε όλα τα κατοπινά αδέλφια μου , στους Χριστιανούς και αναζητητές της Αλήθειας όλων των Χριστιανικών αιώνων την ελπίδα της Α π ο κ ά λ υ ψ η ς του Θεού ! Εντός σας ! Στο κέντρο της καρδιάς σας ! Γιατί πολλά άκουσε από τον Κύριό μας ο Άγιος και πολλά καταγράφηκαν μέσα του . Ένα όμως πραγματικά ασύγνεφα έλαμψε!

 Ρώτησαν κάποτε οι Φαρισαίοι τον Κύριο : Πότε έρχεται η βασιλεία του Θεού ; Ήταν μπροστά ο Θωμάς όταν ο Χριστός μας τους απάντησε : 
«Οὐκ ἔρχεται ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ μετά παρατηρήσεως, οὐδέ ἐροῦσιν· ἰδού ὧδε ἤ ἰδού ἐκεῖ· ἰδού γάρ ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἐντός ὑμῶν ἐστι» (Λουκ 17 ...) Μέσα σας ! Εκεί που πρέπει εγώ να κατοικώ ! Στην καρδιά σας ! Μόλις αυτό συμβεί ,θα σπαράξει εκείνη και με όλη την δύναμή της θα ομολογήσει : Ο Κύριός μου και ο Θεός μου !Ψηλάφηση θέλει η πίστη μας !Μόλις ομολογήσουμε την απιστία μας , έστω την υδαρή μας πίστη !Τότε θα αποκαλυφθεί ο Χριστός μας ! Μετά από 8 ημέρες …ίσως …Μπορεί και ελάχιστα πριν ξεπνεύσουμε για τελευταία μας φορά !Ελάχιστα πριν αναχωρήσουμε για την αληθινή Ζωή !
 Σημασία έχει να ομολογήσουμε την απιστία μας ! 
Να φωνάξει η καρδιά μας ! Βοήθεια Κύριε ! Βοήθει μοι τη απιστία! 
Κατοίκησε μέσα μου και απάλλαξέ με από τον μισόκαλο που ακόρεστα ενσπείρει χαμερπείς λογισμούς αμφιβολίας και απελπισίας και σκότους ! 
Πάντα δυνατά τω πιστεύοντι ! 
Πρόσθεσε Κύριε πίστη ζέουσα και υψοποιό ! Ξεδιάλυνε της απιστίας μα και της ψεύτικης , της ανεμόδαρτης πίστης την αχλύν! Αυτής που μας καθησυχάζει ότι είναι ακλόνητη και ακέραιη και αδιάβλητη !Μέχρι που να φανεί ο Αναστημένος Ναζωραίος στο διπλανό υπερώο ! Μέχρι να ακούσουμε από τους άλλους : Εωράκαμεν τον Κύριον ! 
Και τότε ξεγυμνώνεται της καρδιάς η αλήθεια ! Εσύ αδελφέ μου , ταλαίπωρε εαυτέ μου , που διακηρύσσεις με παρρησία πως εκ Πνεύματος Αγίου , αρεύστως , ανωδίνως και ανηδόνως Θεός γεννήθηκε εξ Αειπαρθένου Νύμφης Κυρίου!
 Εσύ που όλα αυτά τα ψέλνεις και τα υμνείς ! Εσύ που βροντοφώναξες μόλις το Χριστός Ανέστη ! Δεν μπορείς να πιστέψεις ότι μετέλαβες το σώμα και το αίμα Του ! Δεν μπορείς να δεχτείς ούτε τα πιο μικρά που σαν ακήρατες πλευρές αποκαλύπτονται μπροστά σου ! Και μυρίζεις τον αγιασμό πριν τον πιείς , και φοβάσαι μην κολλήσεις τίποτα από τον μπροστινό σου γεράκο στην ουρά για την Θεία Μεταλαβιά ! Και λογαριάζεις για τρελό και πλανεμένο -ώσει λήρος εφάνη τα ρήματά του- όποιον με βουρκωμένα μάτια και πνιγμένη φωνή σου εξιστορεί μια θεία παρεμβολή και μια δική του ψηλάφηση ! Και εδώ βρίσκεται το μεγαλύτερο από όλα θαύμα ! Παρ ότι βλέπει ο Κύριος αυτές τις απαρνήσεις σου τις συνεχείς , Εκείνος δεν σταματά να εμφανίζεται μεθ ημέρας οκτώ ! Να αποκαλύπτεται και Χαίρων Ερευνώμενος , γλυκά να μας καλεί : Εδώ είμαι πάλι ! Μεθ υμών ! Ψηλαφήστε με !

Απόσπασμα από ομότιτλη εκπομπή
https://proskynitis.blogspot./2018/04/blog-post_7.html

Ανεξάλειπτο το μοναχικό Σχήμα !


Ο γερο-Μακάριος εγεννήθη στο Άργος το έτος 1892. Εκάρη μοναχός στην Ι. Μ. Οσίου Γρηγορίου, αλλά έπειτα ο πειρασμός κατάφερε να τον βγάλη από την μετάνοιά του στον κόσμο και νυμφεύθηκε. Απέκτησε μάλιστα και ένα παιδάκι. Ζούσε λοιπόν εν λήθη των υποσχέσεών του ώσπου, μια μέρα ο Θεός τού έδειξε σημείο και συγκλονίστηκε.

Παίζοντας μία μέρα με το παιδάκι του τον ρώτησε εκείνο όλο αθωότητα:
― Μπαμπά, τι είναι αυτά τα κόκκινα που έχεις πάνω σου;
Κοίταξε ο πατέρας το άσπρο πουκάμισό του και ρώτησε με απορία το μικρό.
― Ποια κόκκινα, παιδί μου; Τι βλέπεις;

― Να, αυτός ο κόκκινος σταυρός με τα σχέδια και τα γράμματα… Τι είναι;
Έντρομος ο πατέρας ξανακοίταξε στο στήθος του και κατάλαβε ότι έβλεπε ο μικρός την χάρι του Μ. Σχήματος.

Συγκλονίστηκε που η Χάρις και η αγάπη του Θεού δεν τον είχαν εγκαταλείψει παρ’ όλη την δική του αποστασία και ευθύς μετανόησε.
Όπως έπαιζε με το μικρό του, το αγκάλιασε, το ασπάσθηκε και αμέσως έφυγε για το Άγιον Όρος.

Γύρισε στην μετάνοιά του, όπου έγινε υπόδειγμα μετανοίας. Σε όσους τον γνώρισαν έκανε εντύπωση η μειλίχια σοβαρότης του, η σύννοια, η σιωπή, το αρχοντικόν του χαρακτήρος του και η αγάπη που εκδηλωνόταν έμπρακτα στην διακονία του στο Αρχονταρίκι.
Έζησε στην Μονή πολλά χρόνια και εκοιμήθη το έτος 1975 αφήνοντας μνήμη εναρέτου μοναχού και υπόδειγμα μετανοίας.

Από το βιβλίο:
Από την Ασκητική και Ησυχαστική Αγιορείτικη Παράδοση
https://proskynitis.blogspot.

Όπως δουλεύει το μυαλό του ανθρώπου, έτσι τα ερμηνεύει όλα..


Αγίου Παϊσίου Αγιορείτου

Πόσο συμπαθής είναι ο ταπεινός άνθρωπος και πόσο αποκρουστικός ο υπερήφανος! Τον υπερήφανο κανείς δεν τον αγαπάει, ακόμη και ο Θεός τον αποστρέφεται. Βλέπεις, και τα μικρά παιδιά, αν δουν κανένα παιδί λίγο υπερήφανο, το κοροϊδεύουν, ενώ ένα παιδί σιωπηλό, συνετό, πόσο το εκτιμούν! Ή, αν δουν κανέναν να περπατάει καμαρωτός - καμαρωτός, τον παίρνουν μυρωδιά και τον κοροϊδεύουν.
...
Όποιος θέλει να προβάλλει τον εαυτό του, τελικά γελοιοποιείται.

 Θυμάμαι, όταν ήμουν στο Σινά, είχε έρθει ένας παπάς που τον έλεγαν Σάββα. Ήταν λίγο κενόδοξος, είχε και μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του. Μια μέρα οι Βεδουΐνοι ανέβαζαν στο μοναστήρι ένα βαρύ πράγμα με το βίντσι και, καθώς το σήκωναν, φώναζαν, για να συγχρονισθούν, "σάουα-σάουα", δηλαδή "όλοι μαζί". Τους άκουσε ο παπα-Σάββας κι έτρεξε αμέσως έξω.
-"Βρε, ακόμη δεν ήρθα, λέει, καί "Σάββα" φωνάζουν! Και εδώ όλοι με έμαθαν!"
Νόμιζε ότι οι Βεδουΐνοι φώναζαν "Σάββα, Σάββα"!
Μόλις το άκουσα, με έπιασαν τα γέλια! Είναι να μη γελάσεις;
Όπως δουλεύει το μυαλό του ανθρώπου, έτσι τα ερμηνεύει όλα...
Άμα ο άνθρωπος είναι λίγο φαντασμένος, όλα φαντασμένα τα ερμηνεύει...

 Από το βιβλίο "Πάθη και Αρετές"
https://proskynitis.blogspot.

Ο Άρχοντας της Ζωής


«Εγώ ήλθον ίνα ζωήν έχωσι και περισσόν έχωσιν,
…εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή» (Ιω. 10, 10• 11, 25)

Το νέο έκανε το γύρο του χωριού σαν αστραπή. Ένας νέος άνθρωπος βρέθηκε τσακισμένος στο γκρεμό. Τον βρήκαν και τον περιμάζεψαν βοσκοί που ποίμαιναν τα πρόβατά τους στους αγρούς και τα λιβάδια. Τον έφεραν στο χωριό μισοπεθαμένο, αγνώριστο απ’ τους μώλωπες και τις πληγές.

Η μικρή κοινωνία συνταράχθηκε. Σηκώθηκαν όλοι στο πόδι. Συγκλονισμένοι ως τα κατάβαθά τους άρχισαν να καταφτάνουν απ’ όλες τις γειτονιές. Συντροφιές-συντροφιές οι άνθρωποι κρυφομιλούσαν ανήσυχοι μεταξύ τους. Δεν επρόκειτο για συνηθισμένο περιστατικό. Δεν ήταν μόνο ο βαρύς τραυματισμός του νέου ανθρώπου. Είχαν εδώ να κάνουν με μια μεγάλη παράβαση. Το μέρος όπου βρέθηκε ο πληγωμένος, ήταν χώρος απαγορευμένος γι’ αυτούς. Περιοχή όπου δεν ήταν επιτρεπτό να εισέλθουν. Ο νέος άνθρωπος είχε παραβιάσει το νόμο του Μεγάλου Άρχοντα του τόπου τους.

Μπροστά τους ένα μεγάλο βουνό υψωνόταν απότομο. Η χιονόλευκη κορφή του χανόταν στα σύννεφα. Κρυμμένη στο γνόφο της πανύψηλης κορφής απλωνόταν η ξακουστή πολιτεία του Μεγάλου Άρχοντα, με τα επιβλητικά κάστρα και το μεγαλόπρεπο παλάτι του. Μια χώρα λαμπερή, πανέμορφη, παραδεισένια. Όλα εκεί ήταν υπέροχα. 

Η ζωή σ’ αυτήν ήταν το μακρινό όνειρο του κάθε ανθρώπου. Χάσμα μέγα όμως, φαράγγι δύσβατο οριοθετούσε το βουνό και το χώριζε απ’ την υπόλοιπη χώρα. Ο νόμος του Μεγάλου Άρχοντα απαγόρευε στους ανθρώπους να το διαβούν. Δεν ήταν στις τωρινές τους δυνατότητες αυτό. Είχαν όμως την υπόσχεσή του, πως θα ερχόταν καιρός που θα γεφυρωνόταν το χάσμα. Το απόκρημνο φαράγγι θα γέμιζε. 

Ο βαθύς γκρεμός θα γινόταν τόπος ευθύς με δρόμους ομαλούς. Το άβατο βουνό θα γινόταν προσβάσιμο στον καθένα. Μέχρι να γίνει αυτό, θα ’πρεπε όλοι να περιμένουν. Να έρθει η κατάλληλη στιγμή. Το πλήρωμα του χρόνου. Ο νόμος του Μεγάλου Άρχοντα ήταν σαφής. Κάθε πρόωρη απόπειρα για άνοδο στην πολυπόθητη χώρα, θα είχε μια και μόνο συνέπεια: το θάνατο. Τη μέρα που θα επιχειρούσαν κάτι τέτοιο, θα πέθαιναν.

Μα ο νέος άνθρωπος δεν μπορούσε να περιμένει. Ένοιωθε τη ζωή να σφύζει μέσα του. Πίστευε στην αξιοσύνη και τη σβελτάδα του. Θεωρούσε πως ήταν ικανός να αντιμετωπίζει κινδύνους. Να περνάει κακοτοπιές όπου ελλοχεύει ο θάνατος. Από την άλλη αμφέβαλλε και για τις προθέσεις του Μεγάλου Άρχοντα. 

Δεν μπορούσε να τον εμπιστευθεί απόλυτα. Αν δεν τους είπε όλη την αλήθεια; Αν τους απέτρεψε από κάθε προσπάθεια να τον πλησιάσουν, μόνο και μόνο για να τους κρατάει μακριά του; Για να μην κινδυνεύει από αυτούς; Να μη γίνουν οι άνθρωποι ποτέ σαν αυτόν; Αν ήταν ψέμα πως θα τους έκανε κάποτε συμπολίτες και οικείους του στην ονειρεμένη πολιτεία του;

Μ’ έναν τρόπο και μόνο θα σιγουρευόταν: Να δοκιμάσει. Τώρα! Ποιος ο λόγος να περιμένει και ως πότε; Κι αν δεν ερχόταν ποτέ το πλήρωμα του χρόνου; Η ανυπομονησία θέριεψε μέσα του τη μεγάλη απόφαση. Εμπιστεύτηκε απόλυτα τον εαυτό του. Θα δοκίμαζε με το δικό του τρόπο. 

Έτσι αγνόησε το νόμο του Μεγάλου Άρχοντα. Έκανε τη μεγάλη απόπειρα. Προσπάθησε να διαβεί το μεγάλο φαράγγι, ν’ ανεβεί στο βουνό. Μα αντί να φτάσει στην κορφή του, βρέθηκε τσακισμένος στα βαθιά βάραθρά του. Βαθιά μετανοιωμένος για την αποκοτιά του, αλλά πολύ αργά. Μόνο ένα βήμα τον χώριζε πια από το θάνατο…

…Μια μικρή συνοδεία φάνηκε στην άκρη του δρόμου. Σταμάτησε μπροστά στον ετοιμοθάνατο άνθρωπο. Στη θέα της οι ανθρώπινες συντροφιές σταμάτησαν κάθε κουβέντα και παραμέρισαν με φόβο και σεβασμό. Αμίλητος ο αρχηγός της συνοδείας προχώρησε μπροστά. Το πέτρινο πρόσωπό του ήταν η εικόνα της αυστηρότητας. Φορούσε επίσημη στολή και κρατούσε μια τυλιγμένη περγαμηνή. Ήταν ο δικαστής. Το όργανο του νόμου. Κοίταξε ανέκφραστος τον καταπληγωμένο άνθρωπο, ξετύλιξε την περγαμηνή του και με ψυχρό άκαμπτο ύφος είπε:

– Ο άνθρωπος αυτός περιφρόνησε το νόμο του Μεγάλου Άρχοντα. Αμάρτησε με το χειρότερο τρόπο. Η παρακοή του είναι ύψιστη προσβολή απέναντι στον Άρχοντά μας. Ο νόμος απαιτεί να τιμωρηθεί με θάνατο. Μόνο έτσι θα ικανοποιηθεί η δικαιοσύνη, θα αποκατασταθεί η τιμή του Μεγάλου Άρχοντα και θα σβηστεί η προσβολή που έγινε στο πρόσωπό του.

Με σφιγμένη καρδιά υποδέχτηκαν όλοι την απόφασή του. Συμπαθούσαν το νέο άνθρωπο και λυπόντουσαν για το κατάντημά του. Μα τούς ήταν αδιανόητο να αμφισβητήσουν την κρίση του δικαστή. Ήταν ο εντολοδόχος του Μεγάλου Άρχοντα. Ο δικαστής έδωσε εντολή στη συνοδεία του να αρχίσει το έργο της. Σήκωσαν αμέσως το νέο άνθρωπο από κάτω και τον έστησαν για εκτέλεση. 

Στεναγμοί ανατάραξαν με τη βάναυση μετακίνηση το πονεμένο στήθος του, μα τους αγνόησαν. Τέντωσαν το λαιμό του σ’ ένα χοντρό κούτσουρο. Ο δήμιος πλησίασε κραδαίνοντας τον φοβερό διπλό του πέλεκυ. Ζύγισε προσεκτικά την κίνησή του και, ενώ κρατούσαν όλοι την αναπνοή τους ασάλευτοι, ύψωσε το τσεκούρι για τον αποκεφαλισμό του ενόχου.

Μα τότε απ’ το πουθενά πρόβαλε μπροστά ένας άγνωστος. Κανένας δεν είχε αντιληφθεί πώς, πότε κι από πού έκαμε την εμφάνισή του.

– Σταθείτε! φώναξε επιτακτικά. Στο όνομα του Μεγάλου Άρχοντα ζητώ να σταματήσει αμέσως η εκτέλεση αυτή.

– Ποιος είσαι συ και πώς τολμάς να παρεμβαίνεις; ύψωσε τη φωνή του με οργισμένη έκπληξη ο δικαστής.

– Ο νόμος του Μεγάλου Άρχοντα παρερμηνεύτηκε. Πουθενά δεν αναφέρει πως η θέλησή του είναι αυτή, είπε αντί για άλλη απάντηση ο άγνωστος.

– Μα αυτό είναι ανήκουστο! Ο νόμος είναι σαφής και ξεκάθαρος! είπε ξανά ο δικαστής και τα μάτια του άστραψαν. Μια και μοναδική ποινή προβλέπεται για την παρακοή αυτή: Ο θάνατος.

– Όντως! Έπεται στην παρακοή ο θάνατος. Μα όχι σαν ποινή που επιβάλλεται απ’ τον Μεγάλο Άρχοντα, για τη δική του ικανοποίηση. Ο θάνατος είναι μονάχα φυσική κατάληξη της πράξης του ανθρώπου. Γι’ αυτήν την αυτονόητη συνέπεια προειδοποιεί ο Άρχοντας.

Ενώ μιλούσε ο άγνωστος, το ανθρώπινο κοπάδι σάλεψε. Ένα μουρμουρητό επιδοκιμασίας άρχισε να ξεσηκώνεται δισταχτικά ανάμεσά τους. Εκείνος συνέχισε:

– Στο νόμο του τονίζει καθαρά, πως δεν επιθυμεί ποτέ το θάνατο του φταίχτη, αλλά την αλλαγή, το γυρισμό του. Και θέλει όλοι οι παρήκοοι και παραβάτες του νόμου του, να επιστρέψουν κοντά του. Να τον γνωρίσουν βαθιά, αληθινά. Να ζήσουν ειρηνικά και για πάντα μαζί του. Ούτε ένας τους να μη χαθεί. Γιατί είναι ο Άρχοντας της Ζωής, μακρόθυμος και πολυέλεος, γεμάτος ευσπλαχνία και αγάπη. Δεν έχει έχθρα μέσα του γι’ αυτούς. Εσύ, σαν νομικός δεν το γνωρίζεις αυτό; Στο νόμο που σου δόθηκε τί είναι γραμμένο; Πώς αναγινώσκεις;

Ο δικαστής άκουγε, χωρίς να δείχνει πως καταλαβαίνει κιόλας. Το μόνο που ήξερε καλά εκείνος, ήταν πως κάθε παράβαση είχε και την αντίστοιχη ποινή της. Στην άκαμπτη σκληρή λογική του δεν χώραγαν οι έννοιες της χάρης, της αγάπης.

– Αλλοίμονο σε σας τους νομικούς! συνέχισε ζωηρά ο άγνωστος. Γνωρίζετε μονάχα να σωριάζετε φορτία δυσβάστακτα στους ώμους των ανθρώπων, δεν θέλετε όμως ούτε με το δαχτυλάκι σας να τα κινήσετε εσείς.

Μπρος στην ωμή αυτή επίθεση ο δικαστής δεν έμεινε αδρανής. Όλων τα βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω του, μαντεύοντας την οργισμένη αντίδρασή του. Διακυβευόταν άμεσα το κύρος και η θέση του.

– Στον τόπο αυτόν εγώ και μόνο είμαι ο επίσημος εκπρόσωπος του νόμου! είπε με ύφος που δεν σήκωνε αντίρρηση. Σύμφωνα με το νόμο μας λοιπόν, ο άνθρωπος αυτός αμάρτησε. Κρίθηκε ένοχος θανάτου και οφείλει να πεθάνει. Συνέχισε το έργο σου, δήμιε! Σε προστάζω! Εγώ εκπροσωπώ την εξουσία!

– Όχι πια! απάντησε απτόητος ο άγνωστος και βγάζοντας μιαν άλλη περγαμηνή, την ξετύλιξε μπροστά στο δικαστή. Γνωρίζεις τη σφραγίδα αυτή και την υπογραφή;

Εμβρόντητος ο δικαστής αναγνώρισε τη σφραγίδα και την υπογραφή του Μεγάλου Άρχοντα. Ο άγνωστος συνέχισε:

– Είδε την ταλαιπωρία του νέου ανθρώπου ο Μεγάλος Άρχοντας και τον σπλαχνίστηκε. Γι’ αυτό και με στέλνει, όχι όμως σαν κριτή να τον καταδικάσω, μα σαν θεραπευτή να τον γιατρέψω, να τον σώσω. Ο νέος άνθρωπος είναι προορισμένος να ζήσει, όχι να πεθάνει. Θεραπεία κατεπείγουσα χρειάζεται και όχι καταδίκη. Αυτή είναι η θέληση και η εντολή του Μεγάλου Άρχοντα. Κι εγώ είμαι ο απεσταλμένος του για να την εκτελέσω. Διεκδικώ λοιπόν αυτόν τον άνθρωπο από το θάνατο, για να του δώσω τη ζωή.

Και με τα λόγια αυτά ύψωσε την ανοιγμένη περγαμηνή μπροστά σε όλους. Κανένας δεν τόλμησε να φέρει αντίρρηση. Ο δικαστής και η συνοδεία του αποσβολωμένοι παραμέρισαν. Καιρός ήταν!

Ο άγνωστος πλησίασε αμέσως και σήκωσε προσεκτικά στα χέρια του τον ετοιμοθάνατο νέο άνθρωπο. Με αργά βήματα και απαλές κινήσεις προχώρησε και τον απέθεσε στην άμαξά του, που ήταν σταματημένη πιο πίσω. Τον τύλιξε με καθαρό άσπρο σεντόνι. Έπλυνε τις πληγές του, χύνοντας πάνω τους λάδι για ν’ απαλύνουν και κρασί για ν’ απολυμανθούν. 

Έφτασε και στη βαθειά, θανάσιμη πληγή, που έχαινε στο στέρνο του νέου ανθρώπου. Η πληγωμένη του καρδιά φαινόταν να στραγγίζει τις τελευταίες ρανίδες του αίματός της. Γεμάτος συμπόνια ο άγνωστος μονολόγησε:

– Να, λοιπόν, το μέγα τραύμα, ο άνθρωπος! Μ’ ένα και μόνο τρόπο θεραπεύεται αυτό.

Άνοιξε τότε το μακρύ μανδύα του στο ύψος της πλευράς του. Φρεσκοανοιγμένη κοκκίνιζε πάνω στο γυμνό του σώμα νωπή μια πληγή. Στάθηκε πάνω από τον πληγωμένο και άφησε να στάξει το δικό του αίμα πάνω στην πληγή της καρδιάς που έσβηνε. Αυτήν την καρδιά αναζητούσε, γι’ αυτήν είχε τρυπήσει την πλευρά του. Αμέσως ο άνθρωπος που χαροπάλευε άνοιξε τα μάτια του. Ζωντάνεψε. 

Στα νεκρωμένα μέλη του ακράτητη ξαναχύθηκε η αλκή. Το βλέμμα του ζωήρεψε. Τα τραύματά του έκλεισαν. Η καρδιά του ξαναβρήκε το γρήγορο ρυθμό της. Το νεανικό του σφρίγος ξαναγύρισε ορμητικό. Ο ετοιμοθάνατος αναγεννήθηκε. Ένοιωσε πάλι νέος άνθρωπος, καινούργιο δημιούργημα. Ανακάθισε γεμάτος έκπληξη και με θαυμασμό αντίκρυσε τον σωτήρα του.

– Κύριε, ούτε να ρωτήσω δεν τολμώ! ψέλλισε με δέος, κατασυγκινημένος. Οι γέροντές μας έλεγαν, πως ένας μόνο, ο Μεγάλος Άρχοντας, ο Εκλεκτός του Θεού, ο Άρχοντας της Ζωής, μπορεί να κάνει τέτοιο πράγμα, να ξαναδώσει σε νεκρό ζωή. Μήπως, Κύριε, είσαι τελικά ο Μεγάλος μας Άρχοντας;

– Εσύ το είπες! απάντησε χαμογελαστός ο άγνωστος, ενώ τον αγκάλιαζε και τον φιλούσε τρυφερά. Για σένα ήρθα, αγαπημένο μου παιδί. Κατέβηκα για να σε βρω. Να σου προσφέρω το αίμα μου για να ζήσεις. Μ’ αυτό και μόνο μπορούσες να σωθείς. Γιατί εγώ μονάχα είμαι η Ζωή. Κι αν θέλεις τώρα, να σε ανεβάσω μαζί μου στη βασιλεία μου, όπου δεν έχει πλέον πόνο, λύπη και στεναγμό, αλλά ζωή ατελεύτητη.

Ενόσω μιλούσε ο άγνωστος, συνέβαινε μια θαυμαστή μεταμόρφωση. Το πρόσωπό του άλλαξε όψη, λούστηκε στο φως, έγινε σαν τον ήλιο, ενώ μια βασιλική λαμπρότητα τον κύκλωσε αστραπιαία.

– Η καρδιά μου σού ανήκει πλέον, Άρχοντά μου, είπε ο νέος άνθρωπος, γονατίζοντας ευλαβικά μπροστά του. Εγώ αμάρτησα βαριά και νοιώθω ένοχος ενώπιόν σου! Μα εσύ, χωρίς να το αξίζω, μού ’δωσες ζωή και όχι θάνατο. Δεν γνώριζα την αληθινή σου εικόνα. Μου την είχαν δώσει διαφορετική. Φάνταζε τρομερή, παραλλαγμένη μέσα μου. Φοβόμουνα να δω το πρόσωπό σου. Τώρα για πρώτη φορά γνωρίζω αληθινά το άρρητο κάλλος της μορφής σου. Δεν θέλω πια να ζω χωρίς εσένα. Πάρε με μαζί σου για πάντα. Θα είμαι αφοσιωμένος δούλος σου.

– Θα είσαι πάντοτε ο λατρευτός μου γιος και όχι δούλος μου, είπε ο Άρχοντας, ενώ τον σήκωνε από τη γη και τον αγκάλιαζε ξανά. Ο γιος μου που ήταν σχεδόν νεκρός και ανέζησε, για να ευφραίνεται μαζί μου παντοτινά.

Αμέσως τότε μια λαμπρή συνοδεία τους περιστοίχισε. Έντυσαν με χαρά το νέο άνθρωπο με μια ολόλευκη πριγκιπική στολή. Ο βασιλιάς ο ίδιος τού πέρασε στο χέρι ένα χρυσό δαχτυλίδι. Χρυσές άμαξες με φτερωτά άλογα φάνηκαν μπροστά τους. Τα φοβερά φαράγγια είχαν χαθεί. Μια μυστική είσοδος στην καρδιά του βουνού άνοιξε διάπλατα. 

Κι όλοι μαζί ανέβηκαν με αλαλαγμό χαράς και θριαμβευτική φωνή σάλπιγγας στην παραδεισένια πολιτεία, στην κορφή του βουνού. Ο νέος άνθρωπος τιμήθηκε στο έπακρο. Έγινε οικείος και ομοτράπεζος του Άρχοντα της Ζωής. Πολιτογραφήθηκε στο βασίλειό του. Του δόθηκε το περισσόν που αναζητούσε.

π. Δημητρίου Μπόκου
http://inpantanassis.blogspot./2018/04/blog-post_19.html