Τετάρτη, 31 Ιανουαρίου 2018

H εικόνα του αληθινού φίλου


Αγ. Νεκταρίου Πενταπόλεως
Ο φίλος είναι άνθρωπος αγαθός, υγιής στην ψυχή, σκέπτεται σωστά, αγαπάει την αρετή, είναι ακέραιος στο ήθος, πιστός στην αγάπη, ειλικρινής στον λόγο, σταθερός στην ψυχή, έντιμος σύμβουλος, θαρραλέος, αγαπάει την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.
Ο φίλος ο αληθινός, είναι όμοιος σε όλα με τον φίλο του. Η χαρά του φίλου του προηγείται από τη δική του και η θλίψη του φίλου είναι και δική του θλίψη. Είναι βαθιά ευαίσθητος και διαισθάνεται την ψυχική διάθεση του φίλου΄ πάσχει δε σε ότι πάσχει και ο φίλος του. Προλαβαίνει την εξομολόγηση του φίλου του και τρέχει να τον βοηθήσει πριν του το ζητήσει. Είναι πάντα έτοιμος να αντιληφθεί τις ενέργειες του φίλου του και είναι παρών όταν κινδυνεύει. Οι φίλοι του φίλου του είναι και δικοί του φίλοι΄ οι δε εχθροί του και δικοί του εχθροί. Αμύνεται υπέρ του φίλου του και διακινδυνεύει τη ζωή του γι’ αυτόν. Στο σώμα του φίλου κατοικεί η ψυχή του φίλου που αγαπάει. Είναι αγαθός σύμβουλος και λέει πάντα τα καλύτερα γι’ αυτόν΄ φροντίζει για την τιμή και υπόληψη του φίλου του. Όσα του είναι ιερά, είναι ιερά και για τον ίδιο και σέβεται όσα ο φίλος του θεωρεί σεμνά.
Φίλος αληθινός, σκέπη κραταιά και οποίος τον βρήκε, βρήκε θησαυρό. Ο αγαθός φίλος είναι πλούτος ανεκτίμητος ακριβότερος όλων των αποκτημάτων. Δεν υπάρχει μέτρο του κάλλους του. Ο φίλος και στις δυστυχίες και στην ευτυχία του φίλου, μένει πάντοτε ο ίδιος. Ο αληθινός φίλος, με πολύ θάρρος, επαινεί αυτά που είναι άξια επαίνου και καταδικάζει τα καταδικαστέα.
Ο Ευριπίδης λέει: «Οι φίλοι δεν έχουν τίποτε μόνο δικό τους -όσοι είναι πραγματικά φίλοι-, αλλά κοινά πράγματα. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από τον ειλικρινή φίλο. Όταν παρεμβαίνει παρηγορητικά, αυτό επενεργεί δυνατότερα από κάθε φάρμακο στην πάσχουσα και θλιμμένη καρδιά του φίλου. Τα λόγια του είναι φάρμακο ζωής. Ο αγαθός φίλος και την ψυχή και το σώμα του φίλου μπορεί να παρηγορήσει. Ο αγαθός και καλός φίλος έχει τάξει τον εαυτό του να αναπληρώνει ότι λείπει στον φίλο του, και όταν μεν πράττει καλά, τον επαινεί και τον ευχαριστεί όταν δε σφάλλει, προσπαθεί πάρα πολύ για να τον επαναφέρει. Ο φίλος γίνεται ο νους, η καρδιά και ο οφθαλμός του φίλου του. Είναι η προσωποποίηση της αρετής. Δεν γίνεται φίλος ο μοχθηρός».
Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος λέει: Ο πιστός φίλος είναι έμψυχος θησαυρός, περιφραγμένος κήπος, πηγή σφραγισμένη που ανοίγει από καιρό σε καιρό και προσφέρει τον πλούτο της ψυχής του. Φίλους δε λέγω τους καλούς και αγαθούς και τη φιλία που δημιουργήθηκε με γνώμονα την αρετή.

http://www.isagiastriados.com/2012-02-29-11-15-53.html

Πῶς νά προσερχόμαστε στή θεία Κοινωνία


Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος

Ὅσα σᾶς συμβαίνουν στό διάστημα τῆς προετοιμασίας σας γιά τή θεία Κοινωνία, φόβος, ταραχή κλπ, προέρχονται καθώς φαίνεται ἀπό τόν ἐχθρό. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι αὐτός σᾶς τριγυρίζει.... Ἡ Ἐξομολόγηση καί ἡ θεία Κοινωνία τόν καῖνε καί τόν διώχνουν μακριά. Γιά νά σᾶς ἐμποδίσει λοιπόν, ἀπ’ αὐτά, σᾶς προξενεῖ τόσους πειρασμούς. Ἀγωνισθεῖτε νά κρατήσετε τή μνήμη τοῦ Θεοῦ καί τή μνήμη τοῦ θανάτου. Αὐτές οἱ δυό μνῆμες, ὄχι μόνο ὅταν ἑτοιμάζεστε γιά τή θεία Μετάληψη, ἀλλά πάντοτε, ἐξουδετερώνουν τά τεχνάσματα τοῦ πονηροῦ.

Ξέρετε καί αἰσθάνεσθε πόσο ψυχοσωτήρια εἶναι τὰ πανάχραντα Μυστήρια. Νά κοινωνεῖτε λοιπόν συχνά.

Γιά νά προσερχόμαστε ἄξια στή θεία Κοινωνία, πρέπει πρῶτα-πρῶτα νά καθαριζόμαστε ἀπό τ’ ἁμαρτήματά μας μέ τήν Ἐξομολόγηση. Ὕστερα, ὅταν πλησιάζουμε στό ἅγιο Ποτήριο, νά ἔχουμε πίστη, φόβο Θεοῦ καί συντετριμμένη καρδιά· νά μή νιώθουμε ὑπεροχή ἀπέναντι στούς ἄλλους, πού δέν κοινωνοῦν, ἀλλά νά εἴμαστε πλημμυρισμένοι ἀπό αἰσθήματα αὐτοκατακρίσεως.

Πάνω ἀπ’ ὅλα ὅμως, πρέπει νά ὑπάρχουν ἀκατάπαυστα μέσα μας ἡ ἐπιθυμία καί ὁ ζῆλος τῆς εὐαρεστήσεως τοῦ Θεοῦ, ὄχι τοῦ ἑαυτοῦ μας. Γιατί εἶναι δυνατόν, ἀκόμα κι ὅταν κάνουμε τό καλό, νά ἱκανοποιοῦμε τόν ἑαυτό μας.


Λυπᾶστε, γιατί ἡ καλή πνευματική κατάσταση, πού ἀποκτήσατε μέ τήν Ἐξομολόγηση καί τή θεία Κοινωνία, πολύ γρήγορα χάθηκε. Ἡ ἀπώλεια αὐτή εἶναι πολύ θλιβερή, καθώς μάλιστα θά μπορούσατε νά τὴν εἴχατε ἀποφύγει.

Πῶς; Μήν προσφέροντας τόν ἑαυτό σας θυσία στίς ἐξωτερικές ἐντυπώσεις, παραστάσεις καί εἰκόνες, πού δέχονται καί μεταβιβάζουν στήν ψυχή οἱ αἰσθήσεις. Αὐτές εἶναι πού ἀποσποῦν τόν νοῦ καί τήν καρδιά καί τόν κάνουν νά περιπλανιέται ἐδῶ κι ἐκεῖ, χάνοντας τή νήψη καί τήν κατάνυξη, χάνοντας τήν κοινωνία του μέ τόν Θεό.

Ἔχουμε δυό λογιῶν γεύσεις, τήν πνευματική καί τή σωματική. Ἡ μία ἐναντιώνεται στήν ἄλλη, ἡ μία ἀποδιώχνει τήν ἄλλη. Ἄν γευθεῖ κανείς τά πνευματικά ἀγαθά, περιφρονεῖ τά ἄλλα. Ἄν πάλι, γευθεῖ πράγματα τοῦ κόσμου, τά πνευματικά χάνονται.

Καταλαβαίνετε τώρα τί πρέπει νά κάνετε, γιά νά διατηρήσετε ἐνεργή τήν πνευματική σας γεύση καί ν’ ἀπολαμβάνετε ἔτσι τά οὐράνια ἀγαθά, πού σᾶς προσφέρει ὁ Κύριος μέ τή μετάληψη τοῦ τιμίου Σώματος καί τοῦ παναχράντου Αἵματός Του.

Δόξα τῷ Θεῷ, πού κοινωνήσατε! Τό ὅτι δέν αἰσθανθήκατε τήν εὐεργετική ἐνέργεια τοῦ Μυστηρίου, ὀφείλεται μᾶλλον στήν ἀδιαθεσία σας καί ἐξαιτίας αὐτῆς, στήν ἀδυναμία σας ν’ ἀσκήσετε πνευματική βία στόν ἑαυτό σας.

Τά θεῖα Μυστήρια, ὅμως, πάντοτε ἐνεργοῦν μυστικά στήν ψυχή, ἁγιάζοντάς την, ὅπως φυσικά ἔγινε τώρα σ’ ἐσᾶς, ἔστω κι ἄν ἡ ἐνέργειά τους δέν γίνεται αἰσθητή.

http://www.agiazoni.gr/article.php?id=21431024457666835645

Ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου


Δανιήλ Κατουνακιώτης (Ἱερομόναχος, (1846-1929))

Ὅστις τὸν φόβον τοῦ Θεοῦ, σαυτὸν θὰ ἀποκτήσῃ,
οὗτος θὰ γίνῃ ἱκανός, τὸ πᾶν νὰ κατακτήσῃ.

Γιατὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, χαρίζει σωφροσύνην·
χαρίζ᾿ ἀνδρείαν, σύνεσιν καὶ μετριοφροσύνην.

Χαρίζει θάῤῥος καὶ πολλὴν τὴν γενναιοκαρδίαν,
ἀπ᾿ ἐναντίου δ᾿ οὐδενός, αἰσθάνεται δειλίαν.

Διότι ἐλπίζ᾿ εἰς τὸν Θεόν, κι᾿ αὐτὸν ἐπικαλεῖται,
κι᾿ ἀπὸ κινδύνου δὲ παντός, πάντοτε ἐκλυτροῦται.

Στὰς θλίψεις κ᾿ εἰς τοὺς πειρασμούς, χαίρει χαρὰν μεγάλην·
ποτέ του δὲν ἀγανακτεῖ, καμμιὰ δὲν ἔχει ζάλην.

Γιατὶ γνωρίζ᾿ τ᾿ ἀγαθά, ὅπου θὰ προξενήσῃ,
ἡ ῾πομονὴ στοὺς πειρασμούς, ὅπου θὰ καρτερήσῃ.

Εἶν᾿ ἀγαθὰ οὐράνια, ζωὴ δὲ μακαρία,
καὶ πανευφρόσυνος χαρά, ἡ οὖσα αἰωνία.

Πάντα τὰ πρόσκαιρ᾿ ἀγαθά, οὐδόλως τὰ θαυμάζει,
ὡς ὄναρ, τέφραν καὶ καπνόν, τὰ ἅπαντα λογιάζει.

Κάλλος καὶ ἡδονὰς σαρκός, ὡς τῆς ψυχῆς δημίους,
τὰ ἀποστρέφετ᾿ ὡς ἐχθρούς, δεινοὺς ψυχολεθρίους.

Τοὺς λογισμοὺς δὲ τοὺς αἰσχρούς, οὕσπερ καθυποβάλλει,
ὁ νοητὸς αἰσχρὸς ἐχθρός, εὐθὺς τοὺς ἀποβάλλει.

Διὰ νὰ μὴ χρονίσωσι, οὔτ᾿ ἐν τῇ διανοίᾳ,
καὶ εἶτα κυριεύσωσι, καὶ νοῦν καὶ τὴν καρδίαν.

Τὴν δὲ διάνοιαν αὐτοῦ, τὴν ἔχει γρηγοροῦσαν,
τὰς δ᾿ ἐναντίας προσβολάς, ἀεὶ ἀποσοβοῦσαν.

Ἔχει σκοπὸν ἀκοίμητον, αὐτὴν ἐπαγρυπνοῦσαν,
καὶ τὸν ἀόρατον ἐχθρόν, ἀπαύστως πολεμοῦσαν.

Διότ᾿ ἄν τὴν διάνοιαν, ἐν πρώτοις ἐκνικήσῃ,
εὐκόλως τότε καὶ τὸν νοῦν, θὰ τὸν αἰχμαλωτίσῃ.

Καρδίαν δὲ καὶ τὴν ψυχήν, θὰ κατακυριεύσῃ,
τότες ὤ! τρισαλλοίμονον, θὰ θύσῃ θ᾿ ἀπολέσῃ…

Ὁ φόβος ὅμως τοῦ Θεοῦ, ὅστις ἀρχὴ σοφίας,
ἀποσοβεῖ παντὸς ἐχθροῦ, δεινὰς μηχανουργίας…

Κ᾿ εἰς ὁρατοὺς καὶ ἀφανεῖς, ἐχθροὺς ὁρμᾶ γενναίως,
οἵτινες ὡς ἀπὸ πυρός, διώκονται δρομαίως…

Λοιπὸν ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, φύλαξ τῆς παρθενίας,
αἴτιος βίου σώφρονος, πάροχος τῆς ἁγνείας.

Σπόγγος ἐστὶ καθαρτικός, ψυχῆς καὶ τῆς καρδίας,
παραίτιος σεμνοπρεποῦς, καὶ θείας πολιτείας.

Ὡσαύτως ἁγιότητος, καὶ πάσης δικαιοσύνης,
καὶ στηριγμὸς τῶν ἀρετῶν, καὶ πάσης ἀγαθωσύνης.

Ὁ ἔχων φόβον τοῦ Θεοῦ, εἶν᾿ ἐξησφαλισμένος,
καὶ τὴν αἰώνιον ζωήν, νὰ λάβῃ ὡρισμένως…

Διότι χαλινὸς ἐστί, πάσης κακοπραγίας,
διδάσκαλος δὲ ἀρετῆς, καὶ πάσης εὐπραγίας.

Φόβον Θεοῦ, ὦ ἀδελφοί, πάντες ἐγκολπωθῶμεν,
ὅπως τέλους εἰρηνικοῦ, πάντες ἀξιωθῶμεν.

Πάντοτε εἶναι ἕτοιμος, ὅστις Θεὸν φοβῆται·
κ᾿ ἐν ὥρᾳ τοῦ θανάτου του, οὐδόλως θὰ πτοῆται.

Μάλιστα ὡς πανήγυριν, αὐτὴν θὰ περιμένῃ,
ὅτ᾿ εἰς ζωὴν αἰώνιον, ἐντεῦθεν μεταβαίνει.

Ἐκεῖ ζωὴ ἀΐδιος, ἄῤῥητος εὐφρροσύνη,
ἄφατος ἀγαλλίασις, ἔνθεος χαρμοσύνη.

Μακάριος τρισμάκαριος, ὅστις τὴν ἐπιτύχῃ,
ἄθλιος καὶ τρισάθλιος, ὅστις τὴν ἀποτύχῃ…

Γιατὶ ὁ μὲν ἐκέρδισε, ζωὴν τὴν μακαρίαν·
ὁ δέ, τὴν ἀτελεύτητον, βασάνων τιμωρίαν.

Ὁ μὲν θὰ εἶναι στοὺς χορούς, Ἀγγέλων καὶ Ἁγίων,
ὁ δὲ μὲ τῶν συντρόφων του, δαιμόνων τῶν ἀγρίων…

Ταῦτα, ἂς τὰ σκεφθῇ καλῶς, ὅστις Χριστὸν πιστεύει,
διότ᾿ ὅσα μᾶς ἐδίδαξεν, εἰς πάντα ἀληθεύει.

Δὲν εἶναι μῦθος τοῦ Χριστοῦ, ἡ θεία διδασκαλία,
ἀλλ᾿ εἶναι ῥήματα ζωῆς, σάλπιγξ ἐπουρανία.

Μόνον ὁ ἄφρων καὶ τυφλός, κι᾿ ὅλως ἐσκοτισμένος,
Θεοῦ ἀρνεῖται ὕπαρξιν, τῇ ὕλῃ προσηλωμένος.

Τοῖς κτήνεσι ὁμοιωθείς, ἐν τιμῇ ὤν, οὐ συνῆκε,
κι᾿ ἀλόγοις παρασυμβληθείς, τὰ κρείττονα ἀφῆκε…

Ἀλλ᾿ ὦ Ἥλιε νοητέ, τὰ πάντα ὁ φωτίζων,
μὴ παύσῃ εἰς τὸν φόβον σου, πάντας ἡμᾶς στηρίζων.

http://www.agiazoni.gr/article.php?id=20299451565445176743

Φίλησε τὸ σχοινί


Κουτσίδης Νίκων (Ἀρχιμανδρίτης)
Στά τέλη τοῦ 18ου αἰώνα, ἕνας χριστιανός, ὁ Θεόδωρος ζοῦσε στή Μυτιλήνη μέ τήν οἰκογένειά του. 

Μιά ἡμέρα σέ κάποια δύσκολη περίσταση πού τοῦ ἔτυχε, θύμωσε καί ἀρνήθηκε τόν Χριστό Καί ἔγινε μουσουλμάνος! Ὅμως, ὅταν συνῆλθε καί συνειδητοποίησε, τί ἔκανε, μετανόησε πικρά! Τότε, ἀνεχώρησε ἀπό τήν πατρίδα του καί κατέφυγε στό Ἅγιο Ὄρος. Ἐκεῖ ἔμεινε ἀρκετό καιρό, θρηνώντας γιά τήν ἁμαρτία τῆς ἄρνησης. Καί ἀφοῦ ἐξομολογήθηκε καί ἐχρίσθη μέ τό ἅγιο Μῦρο (ὡς ἐπιστρέφων στήν πίστη τοῦ Χριστοῦ), γύρισε στήν Μυτιλήνη. 

Ἐκεῖ, μέ τήν εὐλογία καί ἄδεια τοῦ ἱερέα-πνευματικοῦ του, ἀποφάσισε νά σβήσει τό ἁμάρτημα τῆς ἄρνησης μέ τήν δημόσια ὁμολογία τῆς πίστης στόν Χριστό.

Ἐπῆγε, λοιπόν, στόν Κατή (=δικαστή) τῶν Τούρκων καί τοῦ λέγει:

-Ἐγώ εἶχα τήν πίστη μου, πού εἶναι χρυσάφι καθαρό. Σκοτίσθηκε ὅμως ὁ νοῦς μου ἀπό τόν διάβολο καί τήν ἐγκατέλειψα. Καί ἐπῆρα τήν δική σας πίστη, τάχα σάν καλύτερη. Τώρα, ὅμως, συνῆλθα καί εἶδα ὅτι ἔκαμα λάθος· ὅτι ἡ πίστη Ἡ δική μου εἶναι καθαρό χρυσάφι καί ἡ δική σας ὁενεκές! Γι᾿ αὐτό, καί σᾶς τήν ἐπιστρέφω. Τώρα εἶμαι πάλιν Χριστιανός!

-Βρέ τρελλέ, τί κάνεις; Ἔχασες τά λογικά σου; Τόν ἐρωτᾶ ὁ Κατής (ἄρνηση τῆς μουσουλμανικῆς πίστης, εἶχε ὡς συνέπεια τήν ποινή τοῦ θανάτου).

-Ὄχι, δέν τρελλάθηκα. Ἀντίθετα, τά ἔχω τετρακόσια!
* * *

Τότε, τόν φυλάκισαν καί προσπάθησαν, μέ κολακεῖες καί μέ ὑποσχέσεις, νά τόν μεταπείσουν. Ὁ Θεόδωρος ὅμως παρέμεινε ἄκαμπτος. Ἔτσι, ἀπεφασίσθη ὁ θάνατός του. Παίρνοντάς τον οἱ δήμιοι, τόν ἔδειραν δυνατά καί τόν ἐκτύπησαν μέ τό μαχαίρι, μήπως φοβηθῆ καί ἀλλάξει γνώμη. Ἀλλά ὁ Θεόδωρος, ἔχοντας φαιδρό καί χαρούμενο πρόσωπο, συνομιλοῦσε μέ τούς δημίους του σάν ὁ θάνατός του νά ἦταν ἡ καλύτερη στιγμή τῆς ζωῆς του!

Ἕνας ἀπό τούς δημίους τοῦ λέει:

-Βρέ, τελείωσαν τά ψέμματα. Θά σέ κρεμάσουν. 

Καί ὁ μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ ἐρωτᾶ μέ χαρά:

-Ποῦ εἶναι τό σχοινί;

Μόλις οἱ δήμιοι τοῦ ἔδωσαν τό σχοινί μέ τή θηλειά, τό φίλησε καί τό ἔβαλε στόν λαιμό του! Ὕστερα, προσευχήθηκε καί ζήτησε συγχώρηση ἀπό τούς παρόντες χριστιανούς. Μετά ἀπό λίγο τόν ἐκρέμασαν. Ἦταν 30 Ἰανουαρίου τοῦ 1784.

* * *

Μά, εἶναι δυνατόν νά βαδίζει κανείς πρός τόν θάνατο, μέ τέτοια χαρά; Ναί, εἶναι! Ἄν τό κάνει γιά νά μείνει ἐνωμένος μέ τόν Χριστό πού εἶναι ἡ Ζωή τοῦ κόσμου. Λέμε σ᾿ ἕνα ἀναστάσιμο τροπάριο (Αἷνοι Κυριακῆς, β’ ἤχου):

-Χαίρετε λαοί καί ἀγαλλιᾶσθε. Ἄγγελος Κυρίου ἐκάθισε στόν λίθο τοῦ μνήματος τοῦ Χριστοῦ· ὁ ἄγγελος μᾶς ἀνήγγειλε τό χαρμόσυνο μήνυμα: ὁ Χριστός ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου, καί ἐγέμισε τά σύμπαντα μέ τήν εὐωδία Του.

Αὐτή ἡ εὐωδία τοῦ Χριστοῦ γέμισε καί τήν ψυχή τοῦ Θεοδώρου καί δέχθηκε μέ χαρά τόν ὑπέρ Χριστοῦ θάνατο.

Μέ πόση χαρά, προθυμία καί ὑπομονή θά ἀντιμετωπίζαμε καί ἐμεῖς τίς θλίψεις, τούς πειρασμούς καί τίς ταλαιπωρίες τῆς παρούσης ζωῆς, ἄν ἐγέμιζε καί ἡ δική μας ψυχή μέ τήν εὐωδία τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ!

Ὅμως, αὐτή ἡ εὐωδία-ἄρωμα ἔρχεται στήν ψυχή μας μέ τἠν ἄσκηση τῆς νηστείας, τῆς προσευχῆς, τῆς συγχώρησης τῶν ἐχθρῶν καί τῶν ἄλλων ἀρετῶν πού μᾶς παραγγέλει ὁ Χριστός στό εὐαγγέλιο. Ἀλλοιῶς, δέν νικιέται τό φρόνημα τοῦ ἐγωισμοῦ πού τά θέλει ὅλα δικά του! Τό ἀποκορύφωμα τέτοιας πνευματικῆς πορείας εἶναι ἡ μετοχή μας στό ποτήριο τῆς ζωῆς, στήν θεία Κοινωνία.

http://www.agiazoni.gr/article.php?id=17160580919380562144

Μακάριος όποιος έχει τα σημάδια της αληθινής ταπείνωσης, γιατί ο Θεός κατοίκησε μέσα του!


Οσίου Εφραίμ του Σύρου

«…σημάδια και γνωρίσματα εκείνου που έχει την αληθινή ταπείνωση είναι αυτά:
Το να θεωρεί τον εαυτό του ότι είναι αμαρτωλότερος απ’ όλους τους αμαρτωλούς και δεν έκανε κανένα καλό μπροστά στο Θεό.

Το να μέμφεται τον εαυτό του σε κάθε ευκαιρία και σε κάθε τόπο και σε κάθε πράξη.

Το να μην κατηγορήσει κάποιον ούτε να νομίζει ότι υπάρχει πάνω στη γη κάποιος αισχρότερος απ’ αυτόν ή …αμελέστερος, αλλά να τους επαινεί και να τους δοξάζει όλους πάντοτε.

Το να μην κατακρίνει ή να εξευτελίσει ή να κακολογήσει ποτέ κάποιον.

Το να σιωπά πάντοτε και να μη λέει κάτι χωρίς εντολή ή επιτακτική ανάγκη….να μιλά ή να απαντά ατάραχα και ήσυχα και σπάνια σαν να εξαναγκάζεται και να ντρέπεται να μιλήσει.

Το να μη μετρά τον εαυτό του σε κάτι.

Το να μη φιλονικήσει με κάποιον…αλλά αν λέει σωστά να λέει και ο ίδιος, ναι. Αν όμως λέει λαθεμένα, να λέει εσύ ξέρεις!

Το να έχει υπακοή και να απεχθάνεται το θέλημά του σαν καταστρεπτικό πράγμα.

Το να έχει πάντοτε το βλέμμα του στραμμένο κάτω.

Το να έχει μπροστά στα μάτια του το θάνατο.

Το να μη λέει λόγια ανώφελα ή να μιλά ανόητα ή να λέει ψέματα.

Το να μην αντιμιλά στον μεγαλύτερο.

Το να υπομένει με χαρά τις προσβολές, τους εξευτελισμούς, τις τιμωρίες.

Το να μισήσει την ανάπαυση και να αγαπήσει τον κόπο.

Και το να μην παροργίσει κάποιον ή να πληγώσει τη συνείδηση κάποιου.

…είναι μακάριος εκείνος που τα έχει, διότι από εδώ έγινε σπίτι και ναός του Θεού!
Και ο Θεός κατοίκησε μέσα του και έγινε κληρονόμος της βασιλείας των ουρανών!»

Read more: http://agiopneymatika.blogspot.com/#ixzz55k4BJl6h

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΤΑΡΙ ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ… (22)


Οι… σαρκικοί πειρασμοί του ιερέα Κόνωνα
Το μοναστήρι και το πρόβλημα
«Γέροντα», είπε ο Θεόδωρος, ο ηλικιωμένος καλόγερος, απευθυνόμενος στον ηγούμενο, «κάτι πρέπει να κάνουμε με τις βαπτίσεις. Ο αριθμός των προσκυνητών διαρκώς και αυξάνει, ενώ πολλοί ζητούν να βαπτιστούν εδώ. Και δεν είναι θέμα ότι έχουμε πλήθος προσκυνητών – αυτό είναι μεγάλη ευλογία στην εποχή μας που τόσοι άνθρωποι ψάχνουν τον Κύριο και βλέπουν το μοναστήρι μας ως φάρο που τους προσανατολίζει σ’ Αυτόν. Το θέμα, το πρόβλημα πια καλύτερα, είναι ότι ζητούν πολλοί και να βαπτιστούν, κι ένα μεγάλο μέρος αυτών είναι γυναίκες».
«Το γνωρίζω, Θεόδωρε», είπε πολύ σκεφτικός ο Γέροντας Ιωάννης. «Το γνωρίζω καλύτερα από όλους. Άντρες και γυναίκες θεωρούν ως τη μεγαλύτερη ευλογία της ζωής τους να έρθουν εδώ, να γίνουν χριστιανοί, μπαίνοντας στα αγιασμένα νερά του Ιορδάνη. Εδώ που βαπτίστηκε ο Κύριος, εδώ θέλουν να βαπτιστούν κι αυτοί. Κι είναι μεν κατανοητή η επιθυμία τους αυτή, αλλά δεν μπορούν να καταλάβουν τον πειρασμό τον δικό μας».
«Εμ, βέβαια, Γέροντα», διέκοψε με μικρή έξαψη ο μοναχός. «Εμείς γίναμε καλόγεροι και απομακρυνθήκαμε από τον κόσμο, για να αφιερωθούμε απερίσπαστοι στον Θεό. Θελήσαμε να φύγουμε από τις αφορμές που δίνει ο κόσμος και από την παρουσία των γυναικών,  και, να, που ο τόπος της μετανοίας μας έγινε τόπος που δέχεται διαρκώς γυναίκες…». Σταμάτησε ο Θεόδωρος, για να συνεχίσει σχεδόν μονολογώντας: «…και να θέλουν να βαπτίζονται από εμάς που ορκιστήκαμε διά βίου την παρθενία». Φάνηκε εξουθενωμένος.
«Δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά», είπε ο ηγούμενος. «Είναι εντολή του αρχιεπισκόπου, του Πατριάρχη Ιεροσολύμων. Του εξήγησα, όχι μία αλλά πολλές φορές, ποιο είναι το πρόβλημα. Ποιος είναι ο πειρασμός. Αλλά, το καταλαβαίνω, βλέπω το δίκιο του, είμαστε  μοναστήρι πολύ κοντά στην ιερή πόλη. Ο Ιορδάνης ποταμός είναι δίπλα μας. Είμαστε όχι ένα κελί ή μία απλώς λαύρα, αλλά μεγάλο κοινόβιο. Λοιπόν, «είναι μονόδρομος να έρχονται σε σας και να βαπτίζονται», μου είπε. Δεν έχουμε επιλογή».
«Τι μπορεί να γίνει τότε;» είπε ο Θεόδωρος.
«Θα κάνουμε αυτό που αποφασίσαμε χθες, όλη η Γεροντία, και που δεν το έμαθες, γιατί ήσουν σε εξωτερικό διακόνημα».
«Ποιο;» ανασήκωσε το κεφάλι του γεμάτος περιέργεια ο καλόγερος.
«Αποφασίσαμε να αναθέσουμε αποκλειστικά το μυστήριο του βαπτίσματος στον πατέρα Κόνωνα, τον ιερομόναχο από την Κιλικία. Τον γνωρίζουμε όλοι καλά πια, και ξέρουμε πόσο ενάρετος και αφοσιωμένος στον Θεό είναι. Οι ασκητικοί του αγώνες είναι σπουδαίοι – μπορώ να το βεβαιώσω πολύ καλά αυτό – και είναι αγωνιστής άνθρωπος. Σ’ αυτόν θα αναθέσουμε τη βάπτιση. Αυτό θα είναι το αποκλειστικό του διακόνημα».
«Το ξέρει ο ίδιος;» ρώτησε με επιφύλαξη ο Θεόδωρος.
«Το ξέρει, φοβάται, μα θα κάνει, είπε, υπακοή. Ό,τι του πούμε θα το εφαρμόσει».
Σταυροκοπήθηκαν και οι δύο.
Ο πρεσβύτερος Κόνων και οι πειρασμοί του
Κι άλλες φορές είχε αναλάβει να διακονήσει το μυστήριο: έχριε με το αγιασμένο λάδι τα σώματα των ανθρώπων, τους βάπτιζε, τους πρόσφερε μέλη Χριστού στην Εκκλησία. Είχε πλήρη επίγνωση του ύψους του μεγάλου αυτού εισαγωγικού μυστηρίου της Εκκλησίας: να εξορίζεται ο πονηρός από την καρδιά του ανθρώπου, και να εγκαθίσταται εκεί ο Κύριος!  Να δίνεται στον άνθρωπο η δυνατότητα αρχής στη νέα ζωή που έφερε Εκείνος!  Να μπορεί ο πιστός, με τη συνέργεια και της δικής του θελήσεως βέβαια, να είναι μία φανέρωση Χριστού στον κόσμο!
Τώρα όμως, είναι διαφορετικά! Δεν θα βαπτίζει μία στο τόσο, με εναλλαγή και των άλλων ιερέων του μοναστηριού, αλλά αποκλειστικά εκείνος. Εκείνος, ο καλόγερος παπα Κόνων, θα έρχεται ενώπιος ενωπίω με τη χάρη του Θεού που μεταμορφώνει τους ανθρώπους, αλλά και ενώπιος ενωπίω με τον παλαιό δικό του άνθρωπο. Καλόγερος ήταν, παπάς ήταν, αγωνιζόταν να μένει στις εντολές του Κυρίου, μα στον κόσμο τούτο έβλεπε τους πειρασμούς να τον κυκλώνουν πολύ συχνά, και να τον βάζουν σε όριο… πτώσης. Ήταν οι στιγμές που ένιωθε πως… σχοινοβατεί. «Κύριε», προσευχόταν, «ενίσχυσέ με. Δες την αδυναμία μου. Κινδυνεύω». Και σαν τον Πέτρο μέσα στα κύματα, άπλωνε το χέρι του και κραύγαζε σ’ Αυτόν: «Κύριε, σώσε με. Χάνομαι!».
Είπε τις επιφυλάξεις του στον ηγούμενο. Ομολόγησε την αδυναμία του. «Δεν είναι μόνο οι πειρασμοί της υπερηφάνειας, άγιε Γέροντα, δεν είναι μόνο το πάθος της φιλοκτημοσύνης, ακόμη και για τα ευτελέστερα, που με περιτριγυρίζουν, αλλά προπάντων τώρα, με το διακόνημα αυτό, θα έρχομαι διαρκώς αντιμέτωπος με τον πειρασμό της σάρκας. Γέροντα, νιώθω αδύναμος. «Ει δυνατόν, παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο».
Δεν άλλαξε την απόφαση του Γέροντα και του συμβουλίου. Το διακόνημα έπρεπε να το αναλάβει και ο Θεός… βοηθός!
Το εκτελούσε με απόλυτη συνέπεια. Ο Κύριος τον ευλογούσε και συχνά ένιωθε τη γλυκύτητα της χάρης Του να τον περιβάλλει. Αλλά όταν ερχόταν η ώρα να βαπτίσει κάποια γυναίκα, εκεί ένιωθε να ταράζεται. Ιδίως την ώρα της χρίσης με το άγιο λάδι. Τότε που έπρεπε να χρίσει τα διάφορα προβλεπόμενα από την ακολουθία μέρη του σώματος. Ο πειρασμός γινόταν πιο έντονος. Του ερχόταν να σταματήσει το μυστήριο και να… φύγει. «Φεύγε και σώζου!» δεν έλεγαν οι άγιοι; Μα, το ‘βλεπε ότι αυτό θα δημιουργούσε μεγαλύτερο σκάνδαλο. Και για εκείνον και για όλο το μοναστήρι. Και υπέμενε.
Κάποιες φορές που η επίθεση των σαρκικών λογισμών ήταν εντονότερη και τον «τρέλαιναν», σε βαθμό που αποφάσιζε να εγκαταλείψει το διακόνημα και το μοναστήρι – κι αυτό συνέβαινε όχι τόσο την ώρα του μυστηρίου, όσο  όταν επέστρεφε στο κελί του – έριχνε τον εαυτό του κάτω στο έδαφος. Έκλαιγε με λυγμούς κτυπώντας το στήθος του. Οίκτιρε την αδυναμία του. Και τότε ιδίως, απευθυνόταν στον αγαπημένο του άγιο: τον μέγα Ιωάννη τον Πρόδρομο, τον προστάτη της Μονής και του ίδιου. Γιατί ο Κόνων ήταν η συνέχεια εκείνου: στο «πόδι» του βρισκόταν βαπτίζοντας τους ανθρώπους. Κι είναι αλήθεια ότι είχε ζήσει το θαύμα της… παρουσίας του. Όχι μία φορά. Πολλές φορές.
Του παρουσιαζόταν ο άγιος μέσα σε άφατο φως, κι ένιωθε τη στοργική ματιά και τη χάρη του να τον αγκαλιάζουν και να τον ηρεμούν. Η φωνή του μάλιστα τις φορές αυτές ηχούσε τόσο γαλήνια στην καρδιά του, που διασκέδαζε τους φόβους και τους πειρασμούς του, κατεξοχήν όταν του έδινε την υπόσχεση: «Αδελφέ μου Κόνων, κάνε υπομονή και θα σε ελαφρύνω από τον πόλεμο που δέχεσαι».
Κι έκανε υπομονή, κι έπαιρνε θάρρος και συνέχιζε. Αλλά οι πειρασμοί… ξανάρχονταν. Κι όχι μόνο δεν έφευγαν, αλλά πολλές φορές και πολλαπλασιάζονταν.  Ο Κόνων ζούσε με ταραχή και στην… κόψη του ξυραφιού.
Η απόλυτη εμπλοκή! Ο μέγας πειρασμός
Κυριακή ήταν. Τελείωσε η Θεία Λειτουργία, κοινώνησαν οι καλόγεροι, κοινώνησαν οι πιστοί, κοινώνησε και ο ιερέας Κόνων. Τον ειδοποίησαν για μία βάπτιση. Αλλά ο καλόγερος που τον ειδοποίησε,  τον κοίταζε αλλοιωμένος και… ταραγμένος. Δεν μπόρεσε να καταλάβει. Μετά είδε και… τρόμαξε. Κι αρνήθηκε.
Η υποψήφια χριστιανή, η κατηχημένη που έπρεπε να βαπτίσει, ήταν από την Περσία. Νέα κοπέλα που η εμφάνισή της όμως… «θάμπωνε» τους ανθρώπους. Πανέμορφη στην όψη, με καλοφτιαγμένο σώμα. «Παράδεισος ή κόλαση;» αναρωτήθηκε ο Κόνων, που ένιωσε την προσβολή του πειρασμού σαν ξίφος που τον κτυπά κατάστηθα.
Έκανε αμέσως μεταβολή και έφυγε. Ρίχτηκε μπροστά στον άγιο Πρόδρομο, στο κλεισμένο καλά κελί του, και άρχισε τις προσευχές. Στρεφόταν πότε στον Κύριο, πότε στην Παναγία Μητέρα Του, πότε στον άγιο. Διεκτραγωδούσε το πρόβλημά του. Τους εξηγούσε για πολλοστή φορά τον πειρασμό του. Μα, τη φορά αυτή, έβλεπε ότι τα πράγματα δεν ελέγχονται. Αρνιόταν να ξαναβγεί και να αντικρύσει την… ουράνια ομορφιά. Με τρόμο αναλογιζόταν την ώρα της χρίσης του σώματος της κοπέλας. Όχι, δεν άντεχε!
Κλείστηκε δύο ημέρες, αρνούμενος να δεχτεί τον οποιονδήποτε. Ούτε και τον Γέροντα. Αρνήθηκε τροφή και νερό. Έθεσε τον εαυτό του σε απόλυτη νηστεία και άσκηση. Δεν θα έδινε δικαίωμα στον πειρασμό να τον πειράξει περισσότερο. Δεν εμπιστευόταν τον εαυτό του.
Ο Γέροντας δεν επέμεινε. Κατανοούσε τον ιερομόναχο, αλλά έπρεπε να δοθεί κάποια λύση. Οι άλλοι ιερείς αρνιόντουσαν κι εκείνοι να μπουν στο διακόνημά του. Ο ίδιος φόβος με του Κόνωνα διακατείχε κι εκείνους. Αν γινόταν άλλωστε μία τέτοια αρχή, δεν θα σταματούσε εκεί. Από την άλλη, η κοπέλα ανέμενε. Και οι καλόγεροι… κρύβονταν!
Αναφέρθηκαν στον αρχιεπίσκοπο. Τον Πέτρο Ιεροσολύμων. Να δώσει εκείνος τη λύση. Να δώσει ο Θεός σ’ εκείνον φωτισμό.
«Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί», είπε. «Πράγματι, μπαίνετε σε πειρασμό κάθε φορά που έρχεται να βαπτιστεί γυναίκα, και μάλιστα τέτοιας σπάνιας ομορφιάς, όπως λέτε. Λοιπόν, η λύση είναι να σας στείλω μία γυναίκα διάκονο, από τις διακόνισσες που υπηρετούν στην αρχιεπισκοπή. Θα είναι μαζί σας και θα αναλαμβάνει εκείνη τη συγκεκριμένη υπηρεσία της χρίσης του ελαίου».
Αρνήθηκαν χωρίς σκέψη και δισταγμό. Και ο Γέροντας και ο δεύτερος του μοναστηριού που τον συνόδευε.  «Μακαριώτατε», είπε ο ηγούμενος, με σεβασμό αλλά και αποφασιστικότητα, «πάμε να γλιτώσουμε από έναν πειρασμό, και τώρα θα τον διπλασιάσουμε; Το μοναστήρι είναι ανδρικό και δεν θέλουμε γυναίκες μέσα στα διακονήματά μας. Δυστυχώς, αυτό δεν μπορούμε να το δεχτούμε».
Δεν δόθηκε λύση. Η λύση ήλθε «εκβιαστικά» και άνωθεν.
Η φυγή του Κόνωνα και η εμφάνιση του αγίου Προδρόμου
«Κύριε, δεν αντέχω. Πολλές φορές το αποφάσισα, αλλά τώρα νομίζω ότι ήλθε η ώρα». Ο Κόνων μόλις είχε μάθει την χωρίς αποτέλεσμα επιστροφή του ηγουμένου από τον αρχιεπίσκοπο και έπεσε κατά γης. Τα δάκρυα αυλάκωναν το πρόσωπό του. Το κεφάλι του ακουμπούσε στο έδαφος και μία μικρή λίμνη είχε σχηματιστεί κάτω από τα μάτια του.
Δεν στράφηκε στον άγιο Ιωάννη ούτε και τον επικαλέστηκε. Αισθανόταν προδομένος. Του είχε υποσχεθεί ενίσχυση, του είχε μιλήσει  για ελάφρυνση του πειρασμού του, αλλά όλα αποδείχθηκαν... λόγια του αέρα. Ένιωσε βλάσφημος με τη σκέψη αυτή, αλλά η καρδιά του σαν να ‘ χε πετρώσει. Ένα πείσμα περίεργο είχε σφηνωθεί στην καρδιά του που τον έκανε να λειτουργεί αυτόματα. Πήρε το πανωφόρι του και έφυγε. «Δεν μένω πια στον τόπο τούτο», ήταν τα τελευταία του λόγια πριν κλείσει οριστικά τη θύρα του κελιού του. Έτσι νόμιζε.
Πήρε τον δρόμο για τα βουνά. Εκεί ήλπιζε ότι θα ήταν απερίσπαστος. Θα μπορούσε να αφιερωθεί στην προσευχή, όπως το ήθελε. Μακριά από τους πειρασμούς. Μέσα του επανελάμβανε: «φεύγε και σώζου, φεύγε και σώζου». Κάποια σπηλιά θα γινόταν ο τόπος της καταπαύσεώς του. Μόνος μόνω Θεώ. Κάθισε κατάκοπος κάποια στιγμή, κάτω από έναν βράχο που εξείχε. Έπρεπε να πάρει μία ανάσα. Ήπιε λίγο νερό από το παγούρι που φρόντισε να πάρει μαζί του μέσα στη φούρια  του. Τα μάτια του πήραν λίγο να κλείνουν.
«Κόνων», άκουσε μία φωνή γλυκιά δίπλα του. «Κόνων, ξύπνα».
Μισάνοιξε τα μάτια και νόμισε πως ονειρεύεται. Μπροστά του και πάλι ο άγιός του, ο προστάτης του άγιος Πρόδρομος. Δεν τρόμαξε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που του εμφανιζόταν. Ανακάθισε.
«Τι θέλεις;» είπε άτονα, και το πείσμα που είχε νιώσει πριν λίγη σχετικά ώρα, το είδε και πάλι να εμφανίζεται ζωντανό. «Τι ζητάς από εμένα;»
«Γύρισε στο μοναστήρι σου και θα σε ελαφρύνω από τον πόλεμο».
Η αργή και ήσυχη φωνή του μεγάλου προφήτη πήγαν να τον κινήσουν σε δάκρυα. Αλλά, η… εμπειρία του για τις υποσχέσεις του αγίου τον σκλήρυναν και πάλι. Η απάντησή του ακούστηκε άγρια, γεμάτη οργή που τρόμαξε και τον… ίδιο!
«Σε βεβαιώνω ότι δεν πρόκειται να επιστρέψω, γιατί πολλές φορές μου το υποσχέθηκες και τίποτε δεν έκανες»!
Δεν μίλησε ο άγιος. Μόνον άπλωσε το χέρι του και σήκωσε απαλά τον ιερέα. «Ακολούθησέ με», του είπε. Υπάκουσε.
Τον οδήγησε σε ένα μικρό ύψωμα που βρισκόταν λίγο πιο πέρα, τον έβαλε να καθίσει και στάθηκε μπροστά του περίεργα: σαν να εξέταζε για ώρα  προσεκτικά τα ρούχα του.
Ο Κόνων δεν μπορούσε να καταλάβει. Η χάρη του αγίου τού προκαλούσε αισθήματα χαράς και αγαλλίασης. Αλλά… αντιστεκόταν!
Ο άγιος ύψωσε το χέρι του και σφράγισε τρεις φορές με το σημείο του σταυρού το σημείο κάτω από τον αφαλό του. Ένιωσε σαν να βγαίνει κάποιος ελαφρός καπνός. «Τι ανάλαφρος αισθάνομαι», είπε μέσα του.
Ο άγιος κοιτώντας τον γεμάτος ιλαρότητα του είπε με επίσημη αυτήν τη φορά φωνή: «Πρεσβύτερε Κόνων, σε βεβαιώνω ότι αθετούσα την υπόσχεση που σου έδινα κάθε φορά, γιατί ήθελα το καλό σου: με τον πόλεμο από τους σαρκικούς πειρασμούς σου και με την υπομονή που θα έδειχνες, θα αποκτούσες πολλά και μεγάλα πνευματικά στεφάνια. Μα δεν θέλησες. Γι’ αυτό και σε ελαφρύνω από τον πόλεμο, σε απαλλάσσω με τη δύναμη του Κυρίου από τον πειρασμό αυτόν, αλλά από δω και πέρα, θα είμαι κοντά σου και θα σε ενισχύω, μα μισθό από αυτό το πράγμα  δεν θα έχεις καθόλου». Είπε ο άγιος και χάθηκε. Ο Κόνων ζούσε σαν σε όνειρο.
Η επιστροφή και το τέλος
Ο ιερέας γύρισε πίσω. Λίγοι ήταν εκείνοι που κατάλαβαν τι είχε διαδραματιστεί. Ο ηγούμενος τα έμαθε αργότερα. Ο Κόνων ανέλαβε αμέσως το διακόνημά του. Ετοιμάστηκε, και την επομένη, χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα, έχρισε και βάφτισε την Περσίδα. Ο άγιος Πρόδρομος είχε κρατήσει την υπόσχεσή του: έβλεπε την κοπέλα και δεν παρατήρησε καν ότι ήταν γυναίκα κατά τη φύση.
Αυτό συνεχίστηκε και στην υπόλοιπη ζωή του πρεσβυτέρου  Κόνωνα. Για δώδεκα ολόκληρα χρόνια έχριε και βάφτιζε, άνδρες και γυναίκες, χωρίς ποτέ πια να κινηθεί σαρκικά το σώμα του και χωρίς να «βλέπει» καμιά γυναίκα κατά τη φύση της. Τελειώθηκε εν Κυρίω και αναπαύτηκε.
Στην έξοδό του άγγελοι παρέλαβαν την αγία ψυχή του. Ο άγιος Πρόδρομος παρακολουθούσε με αγαλλίαση στην καρδιά.
(Από το «Λειμωνάριον» του Ι. Μόσχου, κεφάλαιο 3)
http://pgdorbas.blogspot./2017/03/22.html

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (34)


«Όλα τα άλλα πάθη καταπολεμούνται με μία αντίστοιχη αρετή το καθένα. Η ακηδία όμως είναι για τον μοναχό ένας ψυχικός θάνατος που περιέχει όλα τα κακά» (λόγ. ιγ΄ 6).
Φοβερός ο λόγος του οσίου! Η ακηδία είναι μία… αγκαλιά πονηριών και κακών. Ένας κυριολεκτικά πνευματικός… «βόθρος»! Που σημαίνει αν καταλάβει κανείς τη βαρύτητά της, διαμιάς θα υπερπηδήσει πάμπολλα άλλα βαρίδια της πνευματικής ζωής. Πρόκειται για «το βαρύτερο από τα οκτώ πρωταρχικά πάθη της ψυχής» (8), που αν δεν παλεύει κανείς να το αντιμετωπίζει καθημερινά, θα δει να τον απομακρύνει εντελώς από τον Θεό και να τον οδηγεί έτσι πράγματι σε «ψυχικό θάνατο».
Μην πιστέψεις πως αυτό πιάνει μόνο τους μοναχούς: η ανθρώπινη φύση είναι κοινή για όλους. Κοίτα τα συμπτώματα στη δική σου ζωή του κεντρικού αυτού πάθους, που φανερώνει με τον πιο άμεσο τρόπο την ουσία της αμαρτίας, τον εγωισμό: πας να προσευχηθείς και μεταθέτεις τον χρόνο της προσευχής για… αργότερα· ξεκινάς τελικά να προσευχηθείς, κι αρχίζεις τα χασμουρητά· έρχεται η ώρα για την Εκκλησία, και… αλλάζεις πλευρό, για να γλιτώσεις χρόνο· ξέρεις ότι πρέπει να μελετήσεις λίγο τον λόγο του Θεού ή κάποιο πνευματικό βιβλίο, και επικαλείσαι χίλιες δυο δικαιολογίες και εργασίες για να μη πιάσεις ποτέ το βιβλίο στα χέρια σου· είσαι στην Εκκλησία και το μυαλό σου περιφέρεται «τήδε κακείσε», ενώ κοιτάς διαρκώς το ρολόι σου για να δεις μήπως έχουν… αυξήσει τις ώρες· η συνείδησή σου σού λέει πώς πρέπει να βοηθήσεις κάποιον στην ανάγκη και την αδυναμία του, αλλά εύκολα το ξεπερνάς.  Και πάει λέγοντας…
Συμπτώματα που αποκαλύπτουν τη λιγοστή πίστη και την ελλειμματική αγάπη σου προς τον Θεό, αλλά και προς τον συνάνθρωπο. Όντως «τον καιρό της ακηδίας φαίνονται οι βιασταί», εκείνοι δηλαδή που κατά τον Κύριο ασκούν λίγη βία στον εαυτό τους για να υπερπηδήσουν τον εγωισμό τους και να βρίσκονται στο άγιο θέλημά Του, την αγάπη.
Δηλώνεις τελικά… αδυναμία. Δεν μπορείς, λες, να βρίσκεσαι  πάντοτε στην εγρήγορση που πρέπει. Μολονότι αυτό δεν μπορεί να το λέει ένας χριστιανός, τουλάχιστον αναφέρσου εν ταπεινώσει στον Κύριο! Κάνε προσευχή ώστε την πνευματική… παραλυσία σου να τη θεραπεύσει Εκείνος. Και σκέψου τα παραδείγματα των αγίων. Φαντάσου τα αγαθά που απολαμβάνουν εκείνοι γιατί ακριβώς αγωνίστηκαν! «Εκείνο που θανατώνει τελείως την ακηδία είναι η προσευχή, ενωμένη με τη βεβαία ελπίδα των μελλόντων αγαθών» (10).

http://pgdorbas.blogspot./2017/03/34.html

Όχι φανταστικά


Η προσευχή για τους άλλους πρέπει να γίνεται σωστά, όχι φανταστικά. Να μη προσπαθούμε με το μυαλό μας να φανταζόμαστε τους άλλους και να προσευχόμαστε γι’ αυτούς. Όταν, όμως, πιέζεται η καρδιά από πόνο για κάποιον άνθρωπο, τότε αυτός ο άνθρωπος είναι επιδεκτικός προσευχής και πρέπει να προσευχόμαστε γι’ αυτόν.

Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ
http://theomitoros.blogspot./2018/01/blog-post_45.html

Το Αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας


Τῶν Ἁγίων καί Θαυματουργῶν Ἀναργύρων Κύρου καί Ἰωάννου 
Πρὸς Κορινθίους Α΄ Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ ᾽Ανάγνωσμα 12:27-13:8 
Ἀδελφοί, ὑμεῖς ἐστε σῶμα Χριστοῦ καὶ μέλη ἐκ μέρους. Καὶ οὓς μὲν ἔθετο ὁ θεὸς ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα δυνάμεις, εἶτα χαρίσματα ἰαμάτων, ἀντιλήψεις, κυβερνήσεις, γένη γλωσσῶν. Μὴ πάντες ἀπόστολοι; μὴ πάντες προφῆται; μὴ πάντες διδάσκαλοι; Μὴ πάντες δυνάμεις; Μὴ πάντες χαρίσματα ἔχουσιν ἰαμάτων; Μὴ πάντες γλώσσαις λαλοῦσι; Μὴ πάντες διερμηνεύουσι; Ζηλοῦτε δὲ τὰ χαρίσματα τὰ κρείττονα. Καὶ ἔτι καθ᾿ ὑπερβολὴν ὁδὸν ὑμῖν δείκνυμι. ᾿Εὰν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, γέγονα χαλκὸς ἠχῶν ἢ κύμβαλον ἀλαλάζον. Καὶ ἐὰν ἔχω προφητείαν καὶ εἰδῶ τὰ μυστήρια πάντα καὶ πᾶσαν τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω πᾶσαν τὴν πίστιν, ὥστε ὄρη μεθιστάνειν, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδέν εἰμι. Καὶ ἐὰν ψωμίσω πάντα τὰ ὑπάρχοντά μου, καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμά μου ἵνα καυθήσομαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι. ῾Η ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν, οὐ χαίρει ἐπὶ τῇ ἀδικίᾳ, συγχαίρει δὲ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει. Ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει. 

Νεοελληνική απόδοση:
Σεῖς εἶσθε σῶμα τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὁ καθένας εἶναι μέλος τοῦ σώματος. Καὶ ὁ Θεὸς ἐτοποθέτησε εἰς τὴν ἐκκλησίαν πρῶτον ἀποστόλους, δεύτερον προφήτας, τρίτον διδασκάλους, ἔπειτα ἔρχονται αἱ θαυματουργικαὶ δυνάμεις, ἔπειτα τὰ θεραπευτικὰ χαρίσματα, παροχαὶ βοηθείας, διοικητικαὶ ἱκανότητες, διάφορα εἴδη γλωσσολαλιῶν. Μήπως εἶναι ὅλοι ἀπόστολοι; Μήπως εἶναι ὅλοι προφῆται; Μήπως εἶναι ὅλοι διδάσκαλοι; Μήπως ὅλοι ἔχουν θαυματουργικὰς δυνάμεις; Μήπως ὅλοι ἔχουν θεραπευτικὰ χαρίσματα; Μήπως ὅλοι ἔχουν τὴν γλωσσολαλιά; Μήπως ὅλοι διερμηνεύουν; Νὰ ἔχετε δὲ ζῆλον πρὸς τὰ χαρίσματα τὰ ἀνώτερα. Καὶ τώρα θὰ σᾶς δείξω ἕνα ὑπέροχον δρόμον.Ἐὰν μιλῶ τὰς γλώσσας τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἀγγέλων, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀγάπην, ἔγινα χαλκὸς ποὺ δίνει ἤχους ἢ κύμβαλον ποὺ βγάζει κρότους. Καὶ ἐὰν ἔχω χάρισμα προφητείας καὶ γνωρίζω ὅλα τὰ μυστήρια καὶ ὅλην τὴν γνῶσιν, καὶ ἐὰν ἔχω ὅλην τὴν πίστιν, ὥστε νὰ μεταθέτω βουνά, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀγάπην, δὲν εἶμαι τίποτε. Καὶ ἐὰν μοιράσω σὲ ἐλεημοσύνες ὅλην μου τὴν περιουσίαν, καὶ ἐὰν παραδώσω τὸ σῶμά μου διὰ νὰ καῇ, ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀγάπην, καμμίαν ὠφέλειαν δὲν ἔχω. Ἡ ἀγάπη εἶναι μακρόθυμη, εἶναι γεμάτη ἀπὸ εὐμένειαν, ἡ ἀγάπη δὲν εἶναι ζηλότυπη, ἡ ἀγάπη δὲν καυχᾶται, δὲν εἶναι ὑπερήφανη, δὲν κάνει ἀσχήμιες, δὲν ζητεῖ τὸ συμφέρον της, δὲν ἐρεθίζεται, δὲν λογαριάζει τὸ κακόν, δὲν χαίρει διὰ τὸ κακόν, ἀλλὰ συγχαίρει εἰς τὴν ἀλήθειαν, ὅλα τὰ ἀνέχεται, ὅλα τὰ πιστεύει, ἐλπίζει γιὰ τὸ κάθε τι, ὑπομένει τὸ κάθε τι. Ἡ ἀγάπη ποτὲ δὲν θὰ παύσῃ νὰ ὑπάρχῃ. Ἐὰν εἶναι προφητεῖαι, θὰ καταργηθοῦν· ἐὰν εἶναι γλῶσσαι, θὰ παύσουν· ἐὰν εἶναι γνῶσις, θὰ καταργηθῇ.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


«Η ευαισθησία δεν έχει διόρθωση. Μπορεί μόνο να μετασχηματισθεί, να μεταμορφωθεί… να γίνει αγάπη, χαρά, θεία λατρεία. Πώς; Με την στροφή προς τα άνω.» 

Αγ. Πορφύριος

Τρίτη, 30 Ιανουαρίου 2018

Οι φοβούμενοι τον Κύριον πάντοτε εφαρμόζουν το θέλημά Του


Εάν θέλουμε να αποκτήσουμε τον φόβο του Θεού, ας μισήσουμε τον δόλο, και να μη φαινόμαστε δόλιοι, ούτε με βλέμμα, ούτε με λόγο, για να μη μας σιχαθεί ο Θεός, αφού κανένα καλό δεν μπορούμε μόνοι μας να αποκτήσουμε χωρίς την βοήθειά Του. Αφού αποβάλουμε τον δόλο, μάς συμβουλεύει πάλιν και μας λέει, «απομακρύνσου από κάθε είδος κακού και κάνε το καλό».

Όταν απομακρυνθούμε από το κακό και δεν κάνουμε το καλό, είναι αδύνατον να μείνουμε σ’ αυτήν την κατάσταση, αλλά ξαναγυρίζουμε στο κακό. Πρέπει όταν αφήσουμε το κακό, αμέσως να αρχίζουμε να κάνουμε το καλό. Όπως εκείνος που θέλει να ανέβει ψηλά μόλις σηκώσει το πόδι από τη γη, πρέπει να το βάλει στη σκάλα, και έτσι από σκαλί σε σκαλί, ανεβαίνει στο ύψος που θέλει. Αν δεν το βάλει στη σκάλα, πάλι στη γη βρίσκεται. Το ίδιο και εκείνος που θα σταματήσει το κακό, και δεν θα κάνει το καλό, χωρίς να το θέλει στο κακό βρίσκεται· και όταν κάνει το κακό είναι αδύνατον να αποκτήσει φόβο γι’ αυτό είπε «Προσπάθησε να έχεις ειρήνη μέσα σου και να τη διατηρείς με θερμό ενδιαφέρον». Και από πού να ζητήσουμε την ειρήνη; Πρώτα από τον Κύριον Ιησού Χριστό, που είπε «Σας δίνω την ειρήνη μου»· και δεύτερον να την ζητούμε και μόνοι μας, και την βρίσκουμε πάλιν με τη βοήθεια του Θεού. Και όταν την βρούμε, γρήγορα να την ακολουθούμε, για να μην την χάσουμε. […]
Όσο μπορούμε να μην αφήνουμε τους λογισμούς να τρέχουν εδώ και εκεί, να χαλιναγωγούμε τα μάτια, που είναι προδότες της ειρήνης και των υπόλοιπων καλών έργων και προξενούν την ταραχή, και τους κακούς λογισμούς. Να χαλιναγωγούμε επίσης και το μικρό και αχαλίνωτο μέλος, μα ανίκητο στη δύναμη, που ξεριζώνει ό,τι βρει μπροστά του, εννοώ τη γλώσσα, το πολυποίκιλο εργαλείο, που βγάζει άλλοτε μέλι, και άλλοτε φαρμάκι, άλλοτε ζωή, και άλλοτε θάνατο. Εάν θέλουμε να διατηρήσουμε την ειρήνη, σ’ αυτήν πρέπει να δείξουμε επιμέλεια και ενδιαφέρον και αφού την αποκτήσουμε μέσα μας και με τους άλλους, τότε φυτρώνει και η αρχή της σοφίας, δηλαδή ο φόβος του Θεού σ’ εμάς με τη βοήθεια της θείας χάριτος.
Μακάριος είναι εκείνος που αξιώθηκε να αποκτήσει το φόβο του Θεού, όπως λέει ο ψαλμωδός· «Μακάριος ανήρ ο φοβούμενος τον Κύριον» και ποιός μπορεί να καταλάβει την παρρησία που έχει στον Θεό, ο φοβούμενος τον Κύριον; Ο Προφήτης Δαβίδ, δεν προσκαλεί κανέναν άλλο για να δοξολογήσει τον Κύριο, παρά μόνον όσους έχουν το φόβο Του, όπως λέει· «οι φοβούμενοι τον Κύριον, ευλογήσατε τον Κύριον». Οι φοβούμενοι τον Κύριον πάντοτε εφαρμόζουν το άγιο θέλημά Του και δεν σκέφτονται τίποτε άλλο παρά μόνον πώς να αρέσουν στον Θεό, πώς να καταντροπιάσουν τον κοινό εχθρό διάβολο, που ξεσηκώνει εναντίον τους αναρίθμητους πειρασμούς και σκάνδαλα. Όμως έχοντας τον φόβο, δεν μπορεί να τους δελεάσει ο δόλιος και μένει ντροπιασμένος.
Είθε ο πανοικτίρμων και πολυεύσπλαχνος, να μας χαρίσει τον φόβο του και να μας αξιώνει να εφαρμόζουμε τις θείες του εντολές, για να είμαστε στη μερίδα των σωζομένων και να αξιωθούμε της βασιλείας των Ουρανών. Διά πρεσβειών της Παναχράντου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας και του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου του Μυροβλύτου, και πάντων των Αγίων. Αμήν.

(Διονυσίου Ιερομονάχου, Βιβλίον καλούμενον Ίχνος Χριστού, Ομιλία ΙΔ. Έκδ. Ανων. Εταιρείας Εκδόσεων «Νέα Ελληνική Ηώς» Αθήναι. Σε νεοελληνική απόδοση)
http://theomitoros.blogspot./2018/01/blog-post_69.html

Ο αδιάκοπος πνευματικός αγώνας


του Γέρ. Ιερώνυμου Σιμωνοπετρίτη

Στο μοναστήρι βράδια ολόκληρα βλέπανε τη λάμπα του αναμμένη. Διηγούνται παλαιοί πατέρες πως ποτέ δεν τον είδαν ξαπλωμένο. Όποια ώρα να πήγαινες θα τον έβρισκες όρθιο ή στην καρέκλα. Στην καρέκλα κοιμότανε. Ο πολύς ύπνος λιγοστεύει την αγάπη στον Θεό. Το πρωί τον βλέπανε στην ακολουθία, να γέρνει από το στασίδι του, ή να ψάλλει, να διαβάζει, να κανοναρχεί. Αναφέρει Γέροντας· «Μας έλεγχε, πήγαινα στα πίσω στασίδια να μην τον βλέπω, γιατί ντρεπόμουν τον εαυτό μου». Και στη νηστεία ήταν μεγάλος βιαστής. Ποτέ δεν έφαγε τίποτε έξω από την κοινοβιακή τράπεζα. Ποτέ δεν έλειψε, όσο ήταν στο μοναστήρι, από την καθημερινή ακολουθία. Και το φαγητό στην τράπεζα δεν το έτρωγε όλο. Συνήθιζε να βάζει ανάγνωση και να τρώει μετά για να κρύβεται. Επιστρέφοντας απ’ τον κόσμο έκανε πολλές ημέρες να φάει λάδι για ν’ αναπληρώσει κάποια παραμικρή του κατάλυση, διηγείται ο παπα-Ευθύμιος. Και πόσοι οι άγνωστοι και μυστικοί του αγώνες…

Επιστρέφοντας από τα ταξίδια του δεν σταματούσε την εργασία. Έγραφε στη γραμματεία, στο κελλί του, ταξινομούσε τη βιβλιοθήκη, το αρχείο, μελετούσε. Διακονούσε στο ναό, βοηθούσε στις κοινές εργασίες. Καμιά διακονία δεν θεωρούσε ταπεινωτική και γι’ αυτό τον ύψωσε ο Θεός.
Το 1910 για ένα εξάμηνο περίπου, βρίσκεται στην Αθήνα, στο μετόχι της Αναλήψεως, ως παροικονόμος. Με επιστολές του προσπάθησε να πείσει τη Μονή να μην πωλήσει το μετόχι. Οι προβλέψεις του για την μελλοντική του άνθηση επαληθεύτηκαν σύντομα. Εδώ γίνεται η πρώτη γνωριμία του με τους ευσεβείς εκκλησιαζομένους του ναού, που αργότερα θα αναπτυχθεί και θα δώσει καρπούς.
Το 1911 επιστρέφοντας στο Άγιον Όρος σώζεται από ναυάγιο. Σε επιστολή του τη σωτηρία του αποδίδει στο έργο της θείας προνοίας.
Εκείνο που πολύ τον στηρίζει είναι η σχέση κοινωνίας που αναπτύσσει με τους αγίους της Εκκλησίας. Την σχέση του με τον Άγιο Δημήτριο και την θεραπεία του από αυτόν την είδαμε. Είχε όμως και ιδιαίτερη αγάπη στον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο. Από μικρός έπασχε από κήλη. Οικονομούσε τον εαυτόν του αν και δυσκολευόταν πολύ. Όπως γράφει «εθεράπευθην όλως ανεπαισθήτως και άνευ φαρμάκων ή εγχειρίσεως». Κατά την αγρυπνία της εορτής του Αγίου Ιωάννου στις 26 Σεπτεμβρίου συνέβη η θεραπεία του. «Αφού έκανα τον σταυρό μου και παρακάλεσα τον Άγιο μπήκα στο στασίδιο και άρχισα να ψάλλω το Κύριε εκέκραξα. Την ίδια στιγμή αισθάνθηκα την κήλη να εξαφανίζεται και από τότε να μη με ενοχλεί. Θεραπεύθηκα θαυματουργικά με την επίκληση του Αγίου Θεολόγου, του οποίου την θαυματουργική χάρη και βοήθεια ομολογώ με χαρά δοξάζοντας τον Θεό που είναι θαυμαστός στους αγίους του. Η θεραπεία μου έγινε το 1897». Ο Άγιος τον επισκέφθηκε πάλι σε μια άλλη αγρυπνία του και τον απάλλαξε από τους έντονους ακάθαρτους λογισμούς και από τότε δεν ενοχλήθηκε από το πάθος αυτό και από τέτοιους λογισμούς.
Η αγάπη του προς τους αγίους ήταν τόση ώστε ευδόκησε ο Θεός και γνώρισε, όπως προαναφέραμε, λίγο πριν από την κοίμησή του τον ασκητικότατο όσιο Παρθένιο της Χίου, συνδέθηκε δε με προσωπική φιλία με τον άγιο Νεκτάριο, τον άγιο Σάββα τον Νέο της Καλύμνου και τον άγιο Νικόλαο Πλανά.

Αυτή η έντονη αγιοφιλία του βρήκε έκφραση ποιητική μέσα από το χάρισμα που του έδωσε ο Θεός να ψάλλει και να υμνογραφεί. Έτσι αμέσως μετά την μοναχική κουρά του, το 1893, σε ηλικία 22 ετών, γράφει «οκτώ κανόνες κατ’ ήχον του οσίου και θεοφόρου πατρός ημών Σίμωνος του Μυροβλύτου» αναπληρώνοντας αυτούς που κάηκαν κατά την πυρκαϊά του 1891. Το 1896, συνθέτει παρακλητικό κανόνα στους αγίους της Μονής, Σίμωνα τον Μυροβλύτη και Μαρία την Μαγδαληνή, που εκδίδει αργότερα, το 1924, μαζί με τις ασματικές ακολουθίες τους και τους οκτώ κανόνες του οσίου Σίμωνος.

http://theomitoros.blogspot./2018/01/blog-post_29.html

Αγοράζεις τον Παράδεισο


Η μετάνοια πρέπει να γίνεται όχι για τον φόβο της τιμωρίας αλλά διότι αμαρτήσαμε προς τον Θεό. Γλύκανε τη σκέψη σου με λογισμούς παραμυθίας και ελπίδας, τα λόγια σου πύρωσέ τα με τη θέρμη της αγάπης στον Νυμφίο σου. Θυμήσου τα δικά Του παθήματα τα οποία υπέστη για σένα για να μείνεις σταθερός, αφοσιωμένος και ταπεινός. Με ένα καλό λόγο για τον πλησίον σου, υπερασπίζοντάς τον, αγοράζεις τον Παράδεισο.

Γέροντας Αμφιλόχιος Μακρής
http://theomitoros.blogspot./2018/01/blog-post_59.html

Η χαραμάδα του Παραδείσου… (Εξαιρετική ιστορία)


Σ’ενα συνηθισμενο σπιτι, μιας συνηθισμενης οικογενειας, σε μια συνηθισμενη ζωη.

Τιποτα το ιδιαιτερο. Τιποτα το αξιοπροσεκτο.

Ησυχο το σπιτι, η μητερα κατακοπη με τις δουλειες, με το βλεμμα ανησυχο, με την προσμονη μιας αναπαυσης, να ειναι μακρια απο την δικαιωση της.

Νεα στο σωμα, γρια σχεδον στην ψυχη.

Το παιδι, με το προσωπο του αγγελου, μπροστα στα εικονισματα, με το κανδηλι να αντιφεγγιζει στα ματια του, εκανε προσευχη, για το φαγητο.

Φαγητο ομως δεν υπηρχε.

Αλλη μια φορα θα ερχοταν απ’εξω, κρυφα, σκεπασμενο σαν κλοπιμαιο, και προερχομενο απο το υστερημα καποιων αλλων.

Αντι αυτου, υπηρχε ομως υπομονη, αλλα και αυτη ποσο να αντεξει;

Ωρες σιωπης και αναμονης. Κανεις δεν μιλα.

Ουτε το παιδι, ουτε η μητερα. Μονο κοιταζονται, παρηγορητικα, μιλουν με ενα αθορυβο διαλογο παρακλησεως, ενδιαθετο, ψυχικο, αδειαζοντας σιγα σιγα τα τελευταια αποθεματα τους.

Ακουγεται ο θορυβος των κλειδιων. Η πορτα ανοιγει, ο πατερας μπαινει, μαζι με εναν ηλικιωμενο Ιερεα, πιθανον τον κοντινο εφημεριο.

40ρης με οψη 70ρη, ο πατερας, μονιμος στην ανεργια, ρακος καθημαγμενο απο την αχρηστια, την αγωνια και τον πονο.

Η Μητερα τον κοιταξε και τον πηρε παραπερα. «Τι συμβαινει του λεει, τι θελει ο Ιερεας εδω; Τι εγινε;»

«Eναν αγιασμο να μας κανει, να μας βοηθησει ο Θεος.» της απαντα, o αντρας με φωνη σβησμενη. Δεν μας εχει μεινει τιποτα αλλο, σε παρακαλω, μην στεναχωριεσαι δεν συμβαινει τιποτα. Ενταξει ειμαι.

Καθισε ο Ιερεας, και του προσφερθηκε λιγο μπαγιατικος καφες, με παξιμαδι.

Το ευχολογιο, ο Σταυρος, το Πετραχηλι, ο Βασιλικος, ηταν ετοιμα να ξορκισουν το κακο, και να σκορπισουν χαρη και ευλογια, ανασα ελπιδας και θαρρος για τον ανηφορο, που ολο και πιο αποτομος γινοταν, ολο και πιο τραχυς.

Περασαν λιγα λεπτα σιωπης, τα τυπικα, οι νουθεσιες, τα νεα της γειτονιας, καλεσμα για συχνο Εκκλησιασμο, συμμετοχη στην ζωη της Ενοριας, προσπαθειες για καποια δουλεια, υποσχεση βοηθειας, ολα αυτα που η φιλοστοργη Μανα Εκκλησια, αιωνες τωρα, αδιακοπα και ακοπα, μαζευει για να ανα-στησει τα παιδια της, που σκονταφτουν συνεχως στον χωματοδρομο, του βιου, τον κακοτραχαλο αυτο δρομο, οπου και καποιος «αλλος», ευκαιρος, περα και εκτος απο την προσωπικη ευθυνη τους, φροντιζει να γεμιζει συνεχεια με νεες και κοφτερες πετρες..

Το παιδι κοιταξε στα ματια τον Ιερεα, που λιγο πιο πριν το ειχε συγχαρει για το περιποιημενο δωματιο του, το μικρο εικονοστασι του, και την επιμελη του προσευχη και μελετη.

«Παππουλη να σας ρωτησω κατι»;

«Ναι παδι μου», απαντησε ο γερο-Ιερεας, «οτι θελεις, εαν ξερω, ευχαριστως να σε αναπαυσω».

«Γιατι Παππουλη ολοι εχουν φαϊ εκτος απο εμας, γιατι ο Μπαμπας δεν εχει ποτε δουλεια, γιατι η Μαμα κλαιει κρυφα, πισω απο την πορτα του δωματιου της, και γιατι κανει οτι μαγειρευει αλλα το φερνει απ’εξω το φαϊ, και γιατι κανεις δεν ερχεται σπιτι μας, και γιατι ολα τα παιδια με αποφευγουν στην παρεα;»

Χιλιαδες γιατι, ετριζαν συνθεμελα το σπιτι.

«Γιατι; Γιατι δεν μας βοηθα ο Θεος εμας, αλλα μονο τους αλλους; Αφου προσευχομαστε, δεν προσευχομαστε, γιατι δεν μας προσεχει εμας; Τι κακο καναμε;»

Οι ταλαιπωροι γονεις παγωσαν και δαγκωθηκαν. Ξεσπασε κατι που κοχλαζε καιρο. Το ηφαιστιο της μικρης ψυχης. To παραπονο ξεχυθηκε σαν λαβα, και κατεκαιε την ωρα και την ατμοσφαιρα, και τον τοπο ολο.

Δεν ηθελε πολλα, ζητουσε τα αυτονοητα, αυτος ο αγγελος, που του γυρισαν το κλειδι απο μεσα, και εμεινε απ’εξω να κοιταζει απορημενος τον παραδεισο, που του στερουσαν καποιοι αλλοι, φτιαγμενοι για την κολαση.

Ο Ιερεας ταραχθηκε, γιατι εκτος απο τον λογο, παραλληλα κυλησε και ενα καυτο δακρυ, στο μαγουλο του ενσαρκου αυτου μικρου αγγελου.

Φρικτο και ασηκωτο το θεαμα ενος παιδου που υπεφερε. 50 χρονια, ιερατικης ευθυνης, ποιμαντικης πορειας, και διακονιας του λαου του Θεου, εμοιαζαν να τον εγκαταλειπουν, και να μοιαζει με νεο φρεσκοχειροτονημενο Διακο, που αλλου παταγε και αλλου βρισκοτανε.

Δεν αντεξε την βαρια και εντονη συγκινηση και ο ιδιος. Περασε ενα λεπτο, ομοιο με χιλιετια.

Μια οικογενεια, που υπεφερε βουβα, χωρις «επαναστασεις», χωρις βια, χωρις μισος, «μοιρολατρικα», χωρις να ενοχλει κανεναν, χωρις αντιδραση, συμφωνα με την αρρωστη λογικη του κοσμου, που ζητα κρεμαλες και εκτελεσεις, και αλλα τινα, ψυχικα ναρκωτικα για να νιωσει καλυτερα, απο τις ενοχες του, και απο την μποχα που τον πνιγει, απο το αδιεξοδο που δημιουργησε ο ιδιος ο κοσμος.

Σηκωνε τον σταυρο της, και ανεβαινε τον προσωπικο της Γολγοθα, περιμενοντας τον Σιμωνα τον Κυρηναιο, να την ελαφρωσει λιγο, για να συνεχισει μεχρι τελους.

Μαζεψε τα ψυχικα του κομματια, και απαντησε στο παιδι, που δεν ελεγε να ξεκολλησει το βλεμμα του απο πανω του.

«Ακουσε παιδι μου», του ειπε, μιλωντας με σεβασμο και ευθυνη οπως μιλανε σε εναν συνομιληκο οι ανθρωποι του Θεου. Γιατι και τα παιδια, ειναι ενηλικες, και ωριμα, πιο πολυ απο αυτους, οταν προκειται να ακουσουν λογο Θεου.

«Δεν θα σου απαντησω το γιατι. Aπλα και ειλικρινα δεν υπαρχει απαντηση..

Θελω να με καταλαβεις, δεν υπαρχει γιατι.

Αλλα θα σου πω το πως. Θα σου πω οτι μπορει να μετατρεψεις τα αναπαντητα γιατι, σε πως.

Απο αδιεξοδο τοπο να κανεις την απελπισια τροπο και διεξοδο.

Θα σου πω, πως μπορεις να δεις τον Παραδεισο μεσα απο την χαραμαδα διπλα στο παραθυρο σου», του ειπε δειχνοντας με το δαχτυλο, το ανεπισκευαστο παραθυρο με τον φθαρμενο τοιχο, οπου στο πλαϊ εχασκε ενα ανοιγμα μια χαραμαδα, μεσω της οποιας εμπαινε μια μικρη αχτιδα φωτος.

Το παιδι κοιταξε με απορια. «Μα αυτο ειναι το φως του ηλιου Παππουλη, δεν ειναι ο παραδεισος».

Συνεχισε αποφασιστικα ο Ιερεας, για να δωσει οτι ειχε, στο παιδι, σαν ωθηση να συνεχισει.

«Οχι παιδι μου. Το φως του παραδεισου ειναι. Το φως του Θεου ειναι. Eτσι να το βλεπεις, και ετσι να το περιμενεις.

«Πως; Πως θα γινει αυτο που λες;» ανταπαντησε το παιδι, και η στιγμη ηταν κρισιμη, σαν μαχη που ειχε αναψει.

«Ειδες που ηρθαμε απο το γιατι στο πως; Να πως..

Στηριζοντας την Μητερα σου, που κλαιει, με την αγαπη σου, στηριζοντας τον Πατερα σου, που πονα, με την υπομονη σου, τρωγοντας το φαγητο σαν να ειναι δικο σας, εχοντας για παρεα τον Χριστο, την Μητερα μας και Μητερα Του, και τους Αγιους μας, στηριζοντας τον εαυτο σου και τον κοσμο ολο με την προσευχη σου, στηριζοντας ολη σου την ελπιδα, ολη σου την προσπαθεια να ζησεις, στο Ονομα του Χριστου παιδι μου, και στην Εκκλησια Του.

Μην αποκαμεις παιδι μου, γιατι για σενα κρατα ο Θεος τον κοσμο, απο τα ματια σου περιμενει να περασει το φως και να σπασει το σκοταδι.

Απο την ταπεινοτητα σου, και την αθωοτητα σου θα νικηθει το κακο.

Ολα θα περασουν, και αυτη η χαραμαδα που βλεπεις και ντρεπεσαι, γιατι δεν μπορειτε να την φτιαξετε, θα ανοιξει τοσο διαπλατα, ωστε να μπειτε μεσα στην Χαρα του Θεου, ολοι μαζι η ευλογημενη οικογενεια σου.

Οταν απο μεγαλες και ακριβες, ισχυρες, διαπλατα ανοιγμενες πυλες, στον κοσμο, θα μπαινει το αιωνιο σκοταδι, απο δω μεσα θα μπει το Φως.

Κανε υπομονη παιδι μου, κανε προσευχη, και κανε το δακρυ σου, κολυμπηθρα του Σιλωαμ, να μπουμε ολοι οι αθλιοι και οι αμαρτωλοι, να ξεπλυθουμε, να μας λυπηθει ο Θεος, να μας δειξει το Προσωπο Του.

Σε παρακαλω.» Σιωπησε και αναστεναξε ο γεροντας ποιμενας.

Το παιδι αναθαρρησε. Ειμαι τοσο σπουδαιος, για τον κοσμο Παππουλη; Mπορω εγω να κανω τοσα πολλα; Κι’ας μην εχω τιποτα, ουτε καλα καλα φαγητο να φαω.. Ναι, ναι, θα προσπαθησω, να κανω οτι μπορω.

«Εισαι και παραεισαι παιδι μου. Και απο τωρα σου βαζω διακονημα, και να κανεις υπακοη, εαν με αγαπας».

Απο τωρα και στο εξης, ως αγγελος Θεου, θα προσευχεσαι για ολους, και γιαυτους που δεν εχουν, αλλα περισσοτερο γιαυτους που εχουν, και θα προσπαθεις καθε μερα, να ανοιγεις νοητα, την χαραμαδα αυτην, της ανθρωπινης φτωχειας, να την κανεις ολανοιχτη θυρα για τον εισοδο στον πλουτο που δεν τελειωνει, για το ξημερωμα που δεν εχει τελος, για το γευμα που δεν εχει κορο, και για την χαρα που δεν γνωριζει οριο.

Κανε μου την χαρη παιδι μου. Και ευχου και για εμενα..»

Σηκωθηκε ο Ιερεας, και αφου με κοπο, συγκρατουσε τα δακρυα, ειπε:

«Eλατε να αγιασουμε τον οικο σας, και να πανε ολα καλα, ολα δεξια, με την χαρη του Χριστου μας.»

Το παιδι δεν κρατιοταν, ειχε ηδη φυγει, αφου φιλησε το χερι, εφυγε για το διακονημα του.

Πηγε στο δωματιο, και αρχισε να κανει υπακοη ομοια, και εξισου ανεκτιμητη και ακριβη με αυτην, που κανουν τα μυρια επουρανια ταγματα των αχρονων αγγελων, στον Δεσποτη και Παντοκρατορα Χριστο, δηλαδη να μεριμνουν και αυτα ακαταπαυστα για την σωτηρια του κοσμου, και εξαπαντος του γενους των ανθρωπων. Φωτεινο, αγγελικο, γοργοφτερο σκαρι, βγηκε ευθυς στα ανοιχτα να ψαρεψει Χριστο, στο καταγαλανο πελαγος της αθωοτητας του, και της παιδικης ξενοιασιας, που ξερει την στεναχωρια να την κανει χαρα, απο στιγμη σε στιγμη.

Αγγελος και αυτο, με την τσεπη αδεια, και την κοιλια να γουργουριζει, αλλα μηπως και οι αγγελοι τρωνε;

“ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος, αλλ’ επί παντί ρήματι εκπορευομένω δια στόματος Θεού” Ματθ. δ΄,4

Mε το φως να το λουζει, μυστικα απο την χαραμαδα της παιδικης του ψυχης, εχοντας για φτερα πλεον τον παρηγορο και αγιαστικο λογο του Ιερεα, και την ευχη του για το δρομο της ζωης.

Ναι.

Τωρα πια δεν τον ενδιεφερε το γιατι..

Οχι.

Γιατι ηξερε το «πως». Το «πως» ειναι ο δρομος, αλλα και ο χαρτης. Ενω το «γιατι» ειναι το αδιεξοδο.

Ειχε καταλαβει. Ειχε νιωσει και ειχε προσλαβει το νοημα με το παιδικο του ισχυρο και καθαρο πνευμα.

Και αυτο του ηταν αρκετο, να ζησει πλεον και να δει μεσα απο την χαραμαδα, τον Παραδεισο, ολοφωτο και ολανοιχτο, να τον περιμενει, και να του ψιθυριζει μυστικα:

«Eλα, ελα μικρε αγγελε, πισω στον τοπο σου και φερε και οσους μπορεσεις..»

Αμην, να μπορουσαμε να μπουμε και εμεις μαζι του, για την αγαπη και το ελεος του Θεου, που σταυρωθηκε για ολους μας, και δεν περισσευει κανενας, και ας μην ειναι ολοι φτωχα και αθωα παιδια, στο σωμα και την ψυχη…

https://www.vimaorthodoxias.gr/peri-zois/charamada-tou-paradeisou-exairetiki-istoria/

Γιὰ τοὺς ἀθεϊστές


Dudko Demetrius Fr. ((1922- 2004))

Ἀθεϊστές,

Σήμερα ἀπευθύνομαι σὲ σᾶς.

Δὲν τὸ καταλαβαίνετε τάχα, ὅτι σᾶς ταΐζουν μὲ σκουπίδια; Ἐκοιτάξατε ποτὲ νὰ ἰδῆτε, ἀπὸ τί ἀποτελεῖται ἡ ἀθεϊστικὴ λογοτεχνία;

* * *

Δὲν εἶναι ἡ τελευταία λέξη τῆς ἐπιστήμης. Εἶναι μιὰ διαστρέβλωση τῶν γεγονότων. Μιὰ ἐκτροπὴ τῆς σκέψης. Μιὰ διαστροφὴ τοῦ ἄνθρωπου.

Ρίχτε μία ματιὰ στὶς ἀχανεῖς ρωσσικὲς πεδιάδες. Κάποτε σ' αὐτὲς ὑπῆρχαν ὑπέροχοι ναοί. Σήμερα ὅλοι εἶναι ἐρείπια. Αὐτὰ τὰ ἱερὰ ἐρείπια δὲν σᾶς λένε τίποτε;

Τὰ μνημεῖα τοῦ παρελθόντος ἔχουν πιὰ καταστραφεῖ. Ὅ,τι ἔκτισαν οἱ πατέρες μας, χέρια ἄθεα τὰ κατεδάφισαν.

Ρίχτε μιὰ ματιὰ στὸ σπίτι σας. Ἡ οἰκογένεια εἶναι ἐρείπιο τὰ παιδιὰ δὲν ξέρουν τίποτε, οὔτε γιὰ ἀξία τῆς μητέρας, οὔτε γιὰ λεβεντιὰ τοῦ πατέρα.

Ἡ ἀνατροφὴ στὰ σχολεῖα εἶναι ἐντελῶς κούφια. Οἱ δάσκαλοι λένε πολλά, μὰ ἀνώφελα. Καὶ δὲν θὰ τὸ καταλάβουν ποτέ, σὲ τί ὀφείλεται ἡ τόση διαφθορὰ τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὰ παιδικά τους χρόνια.

Κάποτε στοὺς δρόμους μας ἀκουόταν ὁ θαυμάσιος ἦχος τῆς καμπάνας καὶ γέμιζε γλύκα τὶς ἀκοές μας. Τώρα ἀκούονται μόνο βλασφημίες καὶ αἰσχρολογίες.

* * *

Ἐπάψατε νὰ βλέπετε καὶ νὰ σκέπτεσθε ἐλεύθερα;

Ρίχτε μιὰ ματιὰ στὴν καρδιά σας. Εἶναι γεμάτη ἀνησυχία γιὰ κάτι τὸ ἀόρατο, αὐτὸ τὸ ἀόρατο εἶναι ὁ Θεός.

Γι' αὐτὸ ἔχετε ταραχή. Γι' αὐτὸ δὲν βρίσκετε ποτὲ γαλήνη. Ἐπειδὴ ἀγνοεῖτε τὸν Θεό.

Ὁ Θεὸς κτυπάει τὸ κουδουνάκι τῆς ψυχῆς σας. Ἀνοῖχτε Του.

Μὲ τὴν ἀθεΐα δὲν γίνεται ζωή! Μὲ τὴν ἀθεΐα, ὄχι μόνο ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀρχίζει νὰ σβήνη, ἀλλὰ καὶ τῆς ἄψυχης φύσης ἡ ζωὴ σταματάει! Ἡ γενικὴ καταστροφὴ ἔρχεται. Ὅλοι τὸ προαισθανόμαστε.

Μὰ πῶς θὰ σταματήση ἡ γενικὴ καταστροφὴ χωρὶς Θεό;

Μὲ τὸν Θεό, ἡ γενικὴ καταστροφή, ὁ θάνατος, μπορεῖ νὰ ἀποβῆ λύτρωση ἀπὸ τὴν χωρὶς νόημα ζωή.

Δὲν τὸ καταλαβαίνετε, ὅτι, ἂν ἄνθρωπος γεννιέται σὲ μία ζωὴ χωρὶς νόημα, τότε ἡ ἴδια ἡ ζωὴ δὲν ἔχει νόημα; Μὴ προσπαθῆτε νὰ κρύψετε τὴν ἀλήθεια μὲ κάτι κοινοτοπίες. Μὴ μοῦ εἰπῆτε ὅτι τὸ νόημα τῆς ζωῆς τὸ βλέπετε στὸν ἄλλο!

Μήπως τὸ νόημα τῆς ζωῆς βρίσκεται στὸ θάνατο; Ἀφοῦ ὅλα τὰ ἐπίγεια τελειώνουν μὲ τὸν θάνατο!

* * *

Ὅλους μᾶς περιμένει ἡ αἰωνιότητα. Πῶς τὴν φαντάζεσθε; Ἐγὼ σᾶς λυποῦμαι.

Μὴν κάνετε μορφασμούς. Σήμερα ἔχουν κακὴ ἀντίληψη καὶ γιὰ τὴν λύπη! Ἡ λύπη μας, τοὺς ὑπερήφανους τοὺς κάνει νὰ ἀγανακτοῦν! Ἐγὼ δὲν ἔχω διάθεση νὰ σᾶς κάνω νὰ ἀγανακτήσετε. Ἐγὼ σᾶς ἁπλώνω χέρι ἀδελφικό.

* * *

Ξέρω, ὅτι ἔχετε πιὰ ἀποκάμει, μὴ διατάζετε νὰ Τὸν ὑμνολογήσετε.

Ἡ δύσκολη ζωή μας, ἡ γεμάτη ἀπὸ ἀπροσδόκητες καὶ τραγικὲς καταστάσεις, ἔχει ἀφήσει ἐπάνω σας τὴν σφραγίδα της.

Παρηγοριὰ θὰ βρῆτε μόνο στὸ Δεῖπνο τοῦ Χριστοῦ.

http://www.agiazoni.gr/article.php?id=70370393699296042929

Τό μυστήριο τῆς ἀγάπης


Δέν ὑπάρχει τίποτα καλύτερο στόν κόσμο ἀπό τό νά ἀγαπᾶς τόν Θεό καί τόν πλησίον σου.

Σ’αὐτό ἡ ψυχή βρίσκει τήν εἰρήνη καί τή χαρά.

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ἡ γλυκύτητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σέ κάνουν νά ξεχνᾶς ὁλοκληρωτικά τή γῆ.

Ὅταν ὁ νοῦς εἶναι ἀφοσιωμένος στόν Θεό, ξεχνᾶ τόν κόσμο.

Αὐτός πού γνώρισε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀγαπᾶ ὅλο τόν κόσμο.

Μήν κρίνεις τούς ἄλλους, διότι συμβαίνει συχνά κάποιος νά κατηγορεῖ κάποιον ἄλλο χωρίς νά τόν γνωρίζει, χωρίς νά γνωρίζει πῶς μπορεῖ ἡ ψυχή του νά εἶναι ὅμοια μέ τούς ἀγγέλους.

Ὅσο μεγαλύτερη εἶναι ἡ ἀγάπη, τόσο πιό μεγάλες εἶναι οἱ θλίψεις καί τά βάσανα τῆς ψυχῆς.

Ὅσο πιό ὁλοκληρωμένη εἶναι ἡ ἀγάπη τόσο πιό ὁλοκληρωμένη εἶναι καί ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ.

Ὅσο πιό φλογερή εἶναι ἡ ἀγάπη, τόσο δυνατότερη εἶναι ἡ προσευχή.

Ὅσο πιό τέλεια εἶναι ἡ ἀγάπη, τόσο ἁγιότερη εἶναι ἡ ζωή.

Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου
http://inpantanassis.blogspot./2018/01/blog-post_99.html

ΜΙΚΡΕΣ ΣΤΑΣΕΙΣ ΣΤΗΝ ΚΛΙΜΑΚΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ (33)


«Κανείς συνετός άνθρωπος ας μη θεωρεί μικρό το αμάρτημα του ψεύδους, διότι το Πανάγιον Πνεύμα εξέδωσε εναντίον του την πιο φοβερή απόφαση: “Απολείς πάντας τους λαλούντας το ψεύδος” (Ψαλμ. ε΄ 7), όπως λέγει ο Δαβίδ προς τον Θεό. Και εάν συμβεί αυτό, τι πρόκειται να πάθουν εκείνοι που συρράπτουν επί πλέον το ψεύδος με τους όρκους;» (λόγ. ιβ΄ 2).
Ο άγιος το ξέρει καλά: ο άφρων και ανόητος άνθρωπος έχει συμπλέξει τη ζωή του με το ψεύδος. Γι’ αυτό απευθύνεται στον συνετό και έμφρονα: μην πέσεις στην παγίδα, λέει, και θεωρήσεις κι εσύ μικρό το αμάρτημα του ψεύδους. Κοίτα το πιο συντριπτικό επιχείρημα της θεόπνευστης Γραφής: «Ο Θεός θα διαγράψει από μπροστά Του όλους αυτούς που λένε ψέματα»!
Δεν διαφεύγει από τον όσιο βεβαίως ό,τι έχει πει ο ίδιος ο Κύριος περί της μεγάλης αυτής αμαρτίας: «Ο ψεύτης γίνεται τέκνο του διαβόλου», αφού εκείνος  είναι «ο πατήρ του ψεύδους». Οπότε: «το ναι σας να είναι ναι, και το όχι σας όχι. Το περισσόν εκ του πονηρού εστι». Ούτε και την εξήγηση που δίνει ο μέγας απόστολος Παύλος από άλλη πλευρά: «Μα πώς είναι δυνατόν να λες ψέματα, εσύ που είσαι μέλος του Χριστού, και μάλιστα σε άλλο μέλος Εκείνου»; Εφόσον δηλαδή είσαι οργανικά δεμένος με τον Χριστό που είναι η αλήθεια, το ψέμα δεν έχει θέση στη ζωή σου. Σαν να πας να συνδυάσεις το νερό με τη φωτιά. Δεν γίνεται.
Ο άγιος Ιωάννης σε φέρνει διαμιάς ενώπιον του Θεού: ο Θεός εφόσον λες ψέματα θα σε κάνει πέρα! Κι αν συνδυάσεις το ψέμα σου και με όρκο που τον απαγορεύει ο Θεός, τότε τα πράγματα φτάνουν στο… απροχώρητο.
Ακόμη κι εδώ όμως παρουσιάζεται απόλυτα προσγειωμένος: «Διαφορετική είναι η ενοχή ενός που ψεύδεται από τον φόβο της τιμωρίας, και διαφορετική όταν δεν υπάρχει κίνδυνος. Άλλος πάλι είπε ψεύδος χάριν της τρυφής και της υλικής απόλαυσης, άλλος χάριν της φιληδονίας, κάποιος για να κάνει τους άλλους να γελάσουν και άλλος για να επιβουλευθεί και κακοποιήσει τον αδελφό του» (6). Σημασία έχει πάντως ότι το ψεύδος είναι σύμπτωμα της πονηρίας και της υποκρισίας, και «εξαφανίζει την αγάπη» (1).
Μόνο σε μία περίπτωση μπορεί ίσως να πεις ψέματα: όταν ζεις την ενότητά σου με τον Χριστό, ζεις δηλαδή ως αληθινός άνθρωπος, οπότε έχεις τη διάκριση και τον φωτισμό να δεις ότι το ψέμα κάποια φορά μπορεί να σώσει έναν συνάνθρωπό σου ή την πατρίδα σου. (Δες για παράδειγμα τον άγιο Διονύσιο). «Όταν καθαριστούμε τελείως από το πάθος του ψεύδους, τότε, σε μία εξαιρετική περίσταση, ας το χρησιμοποιήσουμε, αλλά και πάλι με φόβο» (8).

http://pgdorbas.blogspot./2017/03/33.html

Μακάριος, όποιος είδε το Φως του κόσμου μέσα του να έχει πάρει Μορφή


Μακάριοι, όσοι άναψαν το Φως στην καρδιά τους και το κράτησαν άσβηστο.
Μακάριοι, όσοι υποδέχτηκαν τον Χριστό, το Φως που ήρθε στο σκοτάδι τους, γιατί αυτοί έγιναν Παιδιά του Φωτός και της Μέρας.

  Μακάριοι, όσοι γεύονται τον Άρρητο με το στόμα του νου τους κάθε στιγμή, γιατί αυτοί βρίσκονται στη Μέρα, εκεί θα βαδίσουν με Ομορφιά, ο βίος τους δεν θα χάσει ποτέ τη Χαρά.

  Μακάριοι, όσοι ζουν στο Φως του Χριστού αδιάκοπα, γιατί αυτοί τώρα και στους αιώνες χωρίς τέλος θα είναι αδελφοί και συγκληρονόμοι Του.

  Μακάριοι, όσοι άναψαν το Φως στην καρδιά τους και το κράτησαν άσβηστο, χαρούμενοι αυτοί στην έξοδο του βίου, τον Νυμφίο θα συναντήσουν, μαζί Του θα μπουν στον Νυμφώνα κρατώντας Λαμπάδες.

  Μακάριοι, όσοι για τίποτε απ’ αυτά δεν διστάζουν ή δεν νομίζουν πως είναι λάθος, γιατί αυτοί, κι αν τίποτε απ’ αυτά δεν έχουν, που δεν το εύχομαι, είναι όμως βέβαιο, θα τρέξουν οπωσδήποτε να το αποκτήσουν.

  Μακάριοι, όσοι λαμπρύνονται με το θείο Φως, την ασθένειά τους βλέπουν, την ασχήμια της στολής της ψυχής τους καταλαβαίνουν,γιατί αυτοί συνέχεια θα κλάψουν, με τους ποταμούς των δακρύων τους θα καθαρίσουν τέλεια.

  Μακάριοι, όσοι έχουν συνέχεια το νοερό μάτι ανοιγμένο, με κάθε προσευχή τους βλέπουν καλά το Φως, και στόμα με στόμα μιλούν μαζί Του, γιατί αυτοί, των αγγέλων ισότιμοι, ή, τολμηρό ίσως να ειπωθεί, πάνω έχουν φτάσει απ’ τους αγγέλους, και το ίδιο θα είναι στην άλλη ζωή. Γιατί οι άγγελοι υμνούν, ενώ αυτοί συνομιλούν. Κι αν τέτοιοι έγιναν και συνεχώς γίνονται, ήδη τώρα, στον βίο αυτό, όταν η φθορά της σάρκας τους πιέζει, ποιοι θα γίνουν μετά την Ανάσταση; Πώς θα είναι όταν πάρουν το πνευματικό και άφθαρτο σώμα; Πάντως ίσοι, όχι μόνο με τους Αγγέλους, αλλά με τον Κύριο των Αγγέλων, όπως έχει γραφεί: «γνωρίζουμε», λέει ο Ιωάννης, «πως όταν μας φανερωθεί θα είμαστε όπως Εκείνος».

  Μακάριος, όποιος είδε το Φως του κόσμου μέσα του να έχει πάρει Μορφή, γιατί αυτός, σαν έμβρυο έχοντας τον Χριστό, Μητέρα Του θα θεωρηθεί, όπως ο ίδιος Εκείνος ο αψευδής το είπε, «Μητέρα μου, αδελφοί και φίλοι αυτοί είναι».

Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος
https://proskynitis.blogspot.