Δευτέρα, 30 Απριλίου 2018

Προσευχὴ μὲ κόπο καὶ θυσία: πιάνει τόπο…


Μια μητέρα της οποίας ο γιος της ήταν ναυτικός είχε την καλή συνήθεια να σηκώνεται κάθε βράδυ στις 12 τα μεσάνυκτα και να διαβάζει την Παράκληση στην Παναγία για το παιδί της.

Αυτό το έκανε χρόνια και έτσι με αυτόν τον θυσιαστικό τρόπο άφηνε τον γιο της στην πρόνοια και στην στοργή της Κυρίας Θεοτόκου.

Κάποτε συνέβη ένα ναυάγιο στο οποίο κινδύνεψε το παιδί, ενώ πολλοί από το πλήρωμα χάθηκαν .

Όταν γύρισε ο γιος στη μητέρα του μετά την ολοκλήρωση του ταξιδιού, της μίλησε για την περιπέτεια του, για την αγωνία αλλά και για την θαυμαστή σωτηρία του.

Η έκπληξη της μάνας μεγάλωσε όταν ο ναυτικός γιος της τής είπε ότι η ώρα που σώθηκε ήταν δώδεκα τα μεσάνυκτα.

Η ώρα της προσωπικής αγωνίας της μάνας, η ώρα της θυσιαστικής της αγάπης και των προσευχητικών δακρύων της.

Και στο χώρο όμως του Ναού γίνονται καθημερινά Ακολουθίες Θείες Λειτουργίες, Εσπερινοί, Παρακλήσεις, Προσευχές, κλπ για τη σωτηρία του κόσμου, για τα προβλήματα των ανθρώπων αλλά και για επιτυχία των παιδιών μας αυτές τις μέρες και την εξ ύψους ενίσχυση τους.

Και είναι καλό, αναγκαίο και ωφέλιμο. Όμως, μήπως, περιμένουμε να λειτουργήσουν μαγικά όλα αυτά για το καλό των παιδιών; Μήπως πρέπει να κάνουμε και ένα επόμενο βήμα;

Το βήμα που έκανε η μάνα της πραγματικής ιστορίας είναι ο κόπος και η θυσία για το παιδί της.

Χάλασε τον ύπνο της και την ησυχία της για το καλό του. Ας μην μείνουμε σε κάποιες τυπικές θρησκευτικές ενέργειες. Ας τρέξουμε με αγάπη με πόνο και αγωνία στην Μητέρα όλων μας.

Όταν η προσευχή ξεφύγει από τα πλαίσια της άνεσης, τότε είναι πιο δυνατή και πιο αποτελεσματική.

(Ἀπὸ τὴν Ἐνορία τοῦ Ἁγίου Νικολάου τοῦ Νέου Θηβῶν)
ΔΙΑΚΟΝΙΑ
ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΟΣ ΑΜΠΕΡΙΑΣ ΧΑΝΙΩΝ
ΜΑΪΟΣ 2013 – ΕΤΟΣ 13ο – ΑΡ. ΦΥΛΛΟΥ 652

Πες μου, για ποιό λόγο κλαις με τόσο πόνο αυτόν που πέθανε;


Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Πες μου, για ποιό λόγο κλαις με τόσο πόνο αυτόν που πέθανε; Γιατί ήταν κακός; Ε, λοιπόν, όχι μόνο δεν πρέπει να κλαις, αλλά και να ευχαριστείς το Θεό, που σταμάτησε πια η κακία του.

Μήπως, απεναντίας, ήταν καλός; Και στην περίπτωση αυτή πρέπει να χαίρεσαι, γιατί πέθανε «πριν η κακία αλλάξει τη σύνεσή του ή η δολιότητα της αμαρτίας εξαπατήσει την ψυχή του»

Ήταν μήπως νέος; Και γι’ αυτό ακόμα ευχαρίστησε το Θεό και δόξασέ Τον, γιατί τον πήρε κοντά Του.

Όπως εκείνους που πηγαίνουν για ν’ αναλάβουν κάποιο αξίωμα, τους κατευοδώνουμε με χαρά και ικανοποίηση, έτσι πρέπει ν’ αποχαιρετάμε κι αυτούς που φεύγουν από τούτη τη ζωή, γιατί πηγαίνουν κοντά στο Θεό, όπου θ’ απολαμβάνουν μεγάλη τιμή και ευτυχία.

Δεν λέω, βέβαια, ότι δεν πρέπει να λυπόμαστε για το χωρισμό από τ’ αγαπημένα μας πρόσωπα, που πεθαίνουν, αλλά να μη λυπόμαστε περισσότερο απ’ όσο πρέπει.

Γιατί θα παρηγορηθούμε αρκετά, αν σκεφτούμε ότι ο άνθρωπος, που χάσαμε, ήταν θνητός, όπως όλοι μας.

Με το ν’ αγανακτούμε, δεν δείχνουμε τίποτ’ άλλο, παρά πως ζητάμε πράγματα ασυμβίβαστα με την ανθρώπινη φύση. Γεννήθηκες άνθρωπος, επομένως θνητός.

Γιατί, λοιπόν, υποφέρεις με κάτι τόσο φυσικό, όπως ο θάνατος; Μήπως λυπάσαι, επειδή, για να ζήσεις, πρέπει να τρως; Μήπως επιδιώκεις να ζήσεις χωρίς τροφή; Τότε γιατί επιδιώκεις να μην πεθάνεις;

Όσο φυσικό είναι το να τρως, άλλο τόσο και το να πεθάνεις. Αφού είσαι θνητός, μη ζητάς να γίνεις αθάνατος» γιατί αυτό το πράγμα καθορίστηκε και νομοθετήθηκε μια μόνο φορά και για πάντα.

Ας μη μοιάζουμε στους ληστές, που θέλουν να κάνουν δικά τους όσα ανήκουν σε άλλους.

Έτσι, όταν ο Θεός παίρνει από μας χρήματα ή τιμή ή δόξα, ακόμα και το σώμα ή και την ψυχή, παίρνει αυτά που Του ανήκουν.

Και το παιδί σου ακόμη αν πάρει, δεν παίρνει ουσιαστικά το παιδί σου, αλλά το δικό Του πλάσμα.

Αφού, λοιπόν, εμείς δεν ανήκουμε στον εαυτό μας, πώς θα ανήκουν σ’ εμάς όσα ανήκουν σ’ Εκείνον;

Αν η ψυχή σου δεν είναι δική σου, πώς είναι δικά σου τα χρήματά σου; Και αν δεν είναι δικά σου, πώς ξοδεύεις άσκοπα ή άπρεπα αυτά που ανήκουν σε άλλον;

Μη λες, «Τα δικά μου ξοδεύω, από τα δικά μου διασκεδάζω» γιατί ξοδεύεις και διασκεδάζεις με τα ξένα.

Και τα αποκαλώ ξένα, γιατί ο Θεός θεωρεί δικά σου όσα σου έδωσε, για να τα μοιράσεις στους φτωχούς. Τότε μόνο τα ξένα γίνονται δικά σου. Αν τα ξοδέψεις για τον εαυτό σου, τότε τα δικά σου γίνονται ξένα.

Πηγή: Ψήγματα Ορθοδοξίας

Μην αφήνουμε ούτε μία ημέρα χωρίς να επικαλούμαστε την Παναγία μας.


Γέροντας Κλεόπας Ηλιέ

Ἦταν κάποτε ἕνας ἄνθρωπος εὐλαβής πού ὠνομαζόταν Ἀγαθόνικος. Αὐτός εἶχε διδαχθῆ, ἀκόμη  ἀπό τήν παιδική του ἡλικία, νά λέγη μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Παναγίας, τόν ὕμνο αὐτό:

«Θεοτόκε, Παρθένε, χαῖρε Κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετά σοῦ. Εὐλογημένη, σύ ἐν γυναιξί καί εὐλογημένος ὁ καρπός τῆς κοιλίας σου. Ὅτι Σωτῆρα ἔτεκες, τῶν ψυχῶν ἡμῶν».

Ἀργότερα ἔκανε μιά ζωή μέ πολλές φροντίδες καί ἔλεγε σπανιώτερα αὐτόν τόν ὕμνο τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Κατόπιν σιγά σιγά ἔπαυσε νά τόν λέγη.


Ὁ Θεός ὅμως, ὁ Ὁποῖος δέν θέλει τόν θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ἔστειλε στό σπίτι του ἕναν  ἐρημίτη  ἀπό τήν Θηβαΐδα γιά νά τόν ἐλέγξη διότι ἐξέχασε αὐτόν τόν ὕμνο τῆς Κυρίας Θεοτόκου. 

Ὁ Ἀγαθόνικος ἀπήντησε στόν ἐρημίτη μοναχό ὅτι ἔπαυσε νά τόν λέγη, διότι, παρότι τόν ἔλεγε γιά πολλά χρόνια, ὅμως δέν εὑρῆκε καμμία ὠφέλεια.

Τότε ὁ ἐρημίτης τοῦ εἶπε: «Φέρε στόν νοῦ σου τυφλέ καί ἀχάριστε, πόσες φορές σέ ἐβοήθησε αὐτή  ἡ δοξολογική προσευχή καί σέ ἔσωσε ἀπό διάφορους πειρασμούς!

Θυμήσου, ὅταν ἤσουν ἀκόμη παιδί, πῶς λυτρώθηκες ἀπό πνιγμό κατά ἕνα θαυμαστό τρόπο! 

Ἐνθυμήσου, ὅταν σέ ἐκτύπησαν πολλοί γείτονες σέ μία λακκούβα πού εἶχες πέσει κι ὅμως  ἔμεινες  ἀτραυμάτιστος!

Θυμήσου ἀκόμη,ὅταν ταξίδευες κάποτε μέ κάποιον φίλον σου, ἐπέσατε καί οἱ δυό σας ἀπό τήν καρότσα! Αὐτός ἔσπασε τό πόδι του καί σύ δέν ἔπαθες τίποτε.

Δέν γνωρίζεις ὅτι ὁ φίλος σου εἶναι κάτω  ἀδύνατος ἀπό μία ἀσθένεια, ἐνῶ ἐσύ εἶσαι ὑγιής καί δέν αἰσθάνεσαι κανένα πόνο;

Καί, ὅταν τοῦ ἔφερε στήν μνήμη ὅλα αὐτά τά θαυμαστά ἔργα, στό τέλος τοῦ εἶπε:

«Νά ξέρης ὅτι ὅλες αὐτές οἱ δυστυχίες καί ἀτυχίες πού ἦλθαν στήν ζωήν σου, ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τήν θεία Σκέπη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, χάρις στήν μικρή σου αὐτή δοξολογική προσευχή, τήν ὁποίαν ἔλεγες κάθε ἡμέρα ἐνώπιόν της.

Δώσε λοιπόν προσοχή καί συνέχιζε νά προσεύχεσαι καί στό μέλλον μέ τήν προσευχή αὐτή καί ἡ  Μητέρα τοῦ Κυρίου μας δέν θά σέ ἐγκαταλείψη ποτέ».

Ἔτσι κατάλαβε ὁ Ἀγαθόνικος καί δέν ἄφησε πάλι αὐτή τήν προσευχή.

Οὔτε ἐμεῖς νά μήν ἀφήνουμε νά περνᾶ μία ἡμέρα χωρίς νά προσευχηθοῦμε μ᾿αὐτή τήν προσευχή μπροστά στήν Κυρία Θεοτόκο κι ἔτσι θά φυλαγώμεθα ἀπό πολλές δοκιμασίες καί πειρασμούς στήν ζωή μας.

Πηγή: Με παρρησία…

Τα γεράματα ταπεινώνουν τον άνθρωπο


Πόσο ταπεινώνεται ο άνθρωπος στα γεράματα! Οι γέροι σιγά –σιγά χάνουν τις δυνάμεις τους και μοιάζουν σαν το γερασμένο γεράκι. Όταν γεράσει το γεράκι ,πέφτουν τα φτερά του και οι φτερούγες του μετά είναι σαν σπασμένες τσατσάρες.

Θυμάμαι, στην Μονή Φιλοθέου ήταν ένας Προϊστάμενος που είχε πάει το 1914 εθελοντής από την Σμύρνη στην Αλβανία για να εκδικηθή τους Τούρκους, που είχαν σφάξει τον πατέρα του.

Μια φορά έπιασε ένα Τούρκο και πήγε να τον σφάξη. Εκείνος του είπε: « Η δική μας θρησκεία είναι άχαρη. Μας λέει και να σφάζουμε και να σκοτώνουμε. Η δική σας όμως δεν είναι τέτοια. Ο Χριστός σας λέει να μην σκοτώνετε » .

Μόλις το άκουσε αυτό τόσο συγκινήθηκε που πέταξε το ντουφέκι και σηκώθηκε και πήγε στο Άγιον Όρος ,για να γίνη καλόγερος. Έγινε καλόγερος, έγινε και Προϊστάμενος ,αλλά το αντάρτικο δεν του έφυγε.

Είχε όλα τα διακονήματα και όλα τα κλειδιά από τις αποθήκες τα είχε περασμένα στη ζώνη του. Κανείς δεν τολμούσε να του μιλήση. Αν ξεχνούσε κανένας Πατέρας να τον φωνάξη με τον τίτλο του, « Γέροντα Σπυρίδων », γινόταν θηρίο.

Μία Μεγάλη Σαρακοστή πήγαν στο μοναστήρι συμμορίτες και τους ζήτησαν τυριά. « Βρε γουρούνια, τους λέει αυτός, την σαρακοστή ζητάτε τυριά; » . Τους πέταξε έξω .

Μια άλλη φορά οι Πατέρες είχαν λύσει τους πολυελαίους ,για να τους καθαρίσουν. Είδαν οι συμμορίτες τα διάφορα εξαρτήματα που γυάλιζαν και νόμιζαν ότι ήταν χρυσά .

Πήγαν , τα έβαλαν σε τσουβάλια και μάζεψαν τα ζώα της περιοχής , για να τα μεταφέρουν. Μόλις τους είδε αυτός, τους πιάνει και παίρνει και τα αδειάζει από τα τσουβάλια. « Βρε σαβούρες, τους λέει, μπρούντζα είναι αυτά, μπρούντζα σαν εσάς! » . Καθόλου δεν δείλιαζε.

Στα γεράματά του όμως είχε αρρωστήσει και είχε ταπεινωθεί Με είχαν βάλει να τον βοηθώ λιγάκι. Μια φορά μου είπε: « Κάνε προσευχή. Αβέρκιε, δεν νιώθω καλά ».

Σηκώθηκα και άρχισα να κάνω κομποσχοίνι: « Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησον τον δούλον σου, τον Γέροντα Σπυρίδωνα » . Μωρέ τον « Σπύρο » ,πες! μου λέει.

Πόσο τον είχαν ταπεινώσει η αρρώστια και τα γεράματα! Πρώτα που να τολμούσες να μην τον πεις « Γέροντα Σπυρίδωνα » !

Να, και ο πατέρας μου στα γεράματά του από μια μύγα ταπεινώθηκε. Μια μέρα τον βρήκε η αδελφή μου να κλαίη. « Τι έπαθες ,πατέρα; τον ρωτάει. Μήπως κανένα εγγονάκι σε πείραξε; » .

« Όχι, όχι , της λέει. Τι είναι ο άνθρωπος! Προσπαθούσα να σκοτώσω μια μύγα με τη μυγοσκοτώστρα και δεν μπορούσα. Έκανα έτσι να την χτυπήσω, έφευγε από εδώ. Έκανα έτσι, έφευγε από εκεί.

Εγώ, Όταν ήμουν νέος ,είχα τέτοιο σημάδι που τους Τσέτες δεν τους σκότωνα. Τους σημάδευα γύρω γύρω και τους ανάγκαζα να παραδοθούν.

Δεκαέξι χρόνων σημάδεψα ένα λιοντάρι ,το πλήγωσα και πάλεψα με το λαβωμένο λιοντάρι, και τώρα μια μύγα να μην μπορώ να την σκοτώσω! Α, τίποτε δεν είναι ο άνθρωπος » .

Ένιωθε ο καημένος ένα τίποτε ,σαν να μην είχε κάνει τίποτε στην ζωή του. 

Και στο Άγιον Όρος ,στα γηροκομεία των Μονών, πόσο ταπεινώνονται τα γεροντάκια! Περνούν και δεύτερη… κουρά! Τους κόβουν τα μαλλιά ,για να μην έχουν πολλά και δυσκολεύονται να τα λούζουν.

Τους κόβουν και τα γένια, γιατί τρέχουν τα σάλια ,τα φαγητά ,και πώς να τα καθαρίσουν; Αυτή είναι η τελευταία κουρά. Η ταπεινή κουρά!

Από το βιβλίο «Οικογενειακή ζωή» του Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου

Πηγή:Λειμώνας

Η αληθινή ταπείνωση


Υπερηφάνεια

Η υπερηφάνεια είναι η μεγαλύτερη πνευματική αρρώστια. Σαν την βδέλλα που, αν κολλήσει επάνω σου, σου ρουφάει το αίμα, έτσι και η υπερηφάνεια ρουφάει όλο το εσωτερικό του ανθρώπου.

Φέρνει και πνευματική ασφυξία, γιατί καταναλώνει όλο το πνευματικό οξυγόνο της ψυχής. Κοίταξε να πετάξεις τον εαυτό σου, γιατί αν δεν πετάξεις τον εαυτό σου, θα σε πετάξει ο  εαυτός σου.

Αν πετάξεις τον εαυτό σου, μετά θα πετάς. Τι τον κρατάς τον εαυτό σου για τον εαυτό σου; Το κομμάτι της αγάπης που κρατάς για τον εαυτό σου, το αφαιρείς από την ολοκληρωτική αγάπη που πρέπει να έχεις για τους άλλους.

Αν γνωρίσεις τον εαυτό σου, θα δεις ότι δεν έχεις τίποτα δικό σου και τίποτε δεν μπορείς να κάνεις χωρίς τη βοήθεια του Θεού.

Αν λοιπόν καταλάβεις πως ότι καλό κάνεις είναι από τον Θεό και όσες χαζομάρες κάνεις είναι δικές σου, τότε θα πάψεις να έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και θα απαλλαγείς από την αυτοπεποίθηση.

Λίγο αν μας εγκαταλείψει η Χάρις του Θεού, τίποτε δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε. Είναι απλά τα πράγματα. Έχει, ας υποθέσουμε, κάποιος μερικές ικανότητες και υπερηφανεύεται γι’ αυτές.

Πρέπει να σκεφθεί: Που τις βρήκε; Του τις έδωσε ο Θεός. Αυτός τι έκανε; Τίποτε. Δίνει λ.χ. ο Θεός σε κάποιον λίγο παραπάνω μυαλό και μπορεί να έχει μια μεγάλη επιχείρηση και να ζει άνετα.

Να υπερηφανευτεί ότι τα καταφέρνει; Λίγο να τον εγκαταλείψει ο Θεός, μπορεί να χρεοκοπήσει και να πάει φυλακή.

Όταν κάποιος κάνει κάτι ταπεινά και με αγάπη και δεν βρει αναγνώριση, μπορεί να του έρθει και ένα παράπονο. Αυτό είναι ανθρώπινο -όχι φυσικά ότι και αυτό είναι σωστό, αλλά τότε έχει κανείς κάποια ελαφρυντικά.

Όταν όμως απαιτεί την αναγνώριση, αυτό είναι βαρύ∙ έχει μέσα εγωισμό και ανθρωπαρέσκεια. Όσο μπορείς, να κινείσαι ταπεινά. Ότι κάνεις να το κάνεις με φιλότιμο, για τον Χριστό και όχι από κενοδοξία για να ακούσεις το «μπράβο» από τους ανθρώπους.

Όταν ο άνθρωπος δε δέχεται τα «μπράβο» από τους ανθρώπους και εργάζεται μόνο για τον Θεό, τότε ανταμείβεται από τον Θεό και σ’ αυτήν τη ζωή με την άφθονη Χάρη Του και στην άλλη με τα αγαθά του Παραδείσου.

Σε κάθε σου ενέργεια, ακόμη και στην παραμικρή σου κίνηση, κέντρο να είναι ο Θεός. Στρέψε όλο τον εαυτό σου προς τον Θεό. Αν αγαπήσεις τον Θεό, ο νους σου θα είναι συνέχεια στο πως να ευχαριστήσεις τον Θεό, και όχι στο πως να αρέσεις στους ανθρώπους.

Δυστυχώς, πολλές φορές οι πνευματικοί άνθρωποι θέλουν την αρετή, αλλά θέλουν και κάτι που να τρέφει την υπερηφάνεια τους, δηλαδή αναγνώριση, πρωτεία κ.τ.λ., κι έτσι μένουν με ένα κενό στην ψυχή τους, το κενό της κενοδοξίας∙ δεν υπάρχει το πλήρωμα, το φτερούγισμα της καρδιάς.

Και όσο μεγαλώνει η κενοδοξία τους, τόσο μεγαλώνει και το κενό μέσα τους και τόσο περισσότερο υποφέρουν.

Μόνο με τα αντίθετα των κοσμικών επιδιώξεων θα μπορέσεις να κινηθείς στον πνευματικό χώρο. Στοργή θέλεις; Να χαίρεσαι, όταν δε σου δίνουν σημασία. Ζητάς θρόνο; Κάθισε τον εαυτό σου στο σκαμνί.

Ζητάς επαίνους; Αγάπησε την περιφρόνηση, για να νιώσεις την αγάπη του Περιφρονημένου Ιησού. Ζητάς δόξα; Ζήτα την αδοξία, για να νιώσεις την δόξα του Θεού. Και όταν νιώσεις την δόξα του Θεού, θα νιώθεις τον εαυτό σου ευτυχισμένο και θα έχεις μέσα σου την μεγαλύτερη χαρά απ’ όλες τις χαρές του κόσμου.

Ταπείνωση

Δεν γνωρίσαμε τον εαυτό μας. Αν τον γνωρίσουμε, η ψυχή μας θα χαίρεται και θα ζητά ταπεινά το έλεος του Θεού. Η γνώση του εαυτού μας γεννά την ταπείνωση.

Γιατί, όσο περισσότερο γνωρίζει ο άνθρωπος τον εαυτό του, τόσο περισσότερο ανοίγουν τα μάτια της ψυχής του και βλέπει καθαρότερα την μεγάλη του αδυναμία.

Γνωρίζει την αθλιότητά του και  την αχαριστία του, καθώς και την μεγάλη αρχοντιά και την ευσπλαχνία του Θεοί, οπότε συντρίβεται εσωτερικά, ταπεινώνεται πολύ και αγαπάει τον Θεό πολύ.

Όταν σε ταπεινώνει ο άλλος και το δέχεσαι, τότε έχεις πραγματική ταπείνωση, γιατί πραγματική ταπείνωση είναι η ταπείνωση στην πράξη, όχι στα λόγια.

Μια φορά ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός ρώτησε τους ανθρώπους που είχαν συγκεντρωθεί γύρω του: «Ποιος από σας δεν έχει υπερηφάνεια;». «Εγώ», είπε κάποιος.

«Έλα εδώ εσύ που δεν έχεις υπερηφάνεια, του λέει. Κόψε το μισό μουστάκι και πήγαινε στη πλατεία». «Α, αυτό δεν μπορώ να το κάνω», του απαντά. «Ε, τότε δεν έχεις ταπείνωση», του λέει. Ήθελε να πει ο Άγιος ότι χρειάζεται έμπρακτη ταπείνωση.

Όταν ο άνθρωπος βλέπει τον εαυτό του κάτω από όλους, κάτω, κάτω…, από εκεί βγαίνει επάνω στον Ουρανό. Αλλά εμείς τι κάνουμε;

Συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους και βγάζουμε συμπεράσματα ότι είμαστε ανώτεροι από εκείνους. «Και από εκείνον είμαι καλύτερος, λέμε, και από τον άλλο… Δεν είμαι σαν κι αυτόν…». Από τη στιγμή όμως που έχουμε τον λογισμό ότι ο άλλος είναι κατώτερος από εμάς, δεν μπορούμε να βοηθηθούμε.

Ο άνθρωπος ένα μόνο μπορεί να ξέρει: ότι δεν έχει καλή πνευματική κατάσταση. Ακόμη και να έχει, δεν την βλέπει, επειδή και τότε μόνο την αμαρτωλότητά του βλέπει. 

Γιατί όποιος αγωνίζεται για την πρόοδο την πνευματική, ποτέ δεν βλέπει την πρόοδό του∙ μόνο τις πτώσεις του βλέπει. Οι ταπεινοί και αφανείς ήρωες του Χριστού είναι οι εξυπνότεροι του κόσμου, διότι κατορθώνουν να φυλάσσουν τον πνευματικό τους θησαυρό στο θησαυροφυλάκιο του Θεού.

Γι’ αυτό μεγάλη χαρά να νιώθουμε όταν ζούμε στην αφάνεια, γιατί τότε θα δούμε πρόσωπο Θεού στην άλλη ζωή και θα νιώθουμε και απ’ αυτήν τη ζωή την παρουσία Του δίπλα μας.

Όταν υπάρχει ταπείνωση ο διάβολος δεν μπορεί να ρίξει την ψυχή. Ο ταπεινός δεν πέφτει, γιατί βαδίζει χαμηλά. Ο Γερο- Αββακούμ, όταν ασκήτευε στην έρημο της Βίγλας, τι είχε πάθει!

Μια μέρα που έκανε προσευχή με το κομποσκοίνι επάνω σ’ ένα βράχο του παρουσιάζεται ξαφνικά ο διάβολος ως «άγγελος φωτός».

«Αββακούμ, του λέει, με έστειλε ο Θεός να σε πάρω στον Παράδεισο γιατί έγινες πια άγγελος∙ έλα να πετάξουμε».

«Μα εσύ έχεις φτερά, του λέει ο Γέροντας Αββακούμ, εγώ πώς θα πετάξω;».

Και ο δήθεν άγγελος του λέει: «Κι εσύ έχεις φτερά, αλλά δεν τα βλέπεις».

Τότε ο Γερο-Αββακούμ έκανε το σταυρό του και είπε: «Παναγιά μου, τι είμαι εγώ για να πετάξω;». Αμέσως ο δήθεν άγγελος έγινε ένα μαύρο παράξενο κατσίκι με φτερά σαν της νυχτερίδας και εξαφανίστηκε.

Βλέπετε πως με την ταπείνωση μπορούμε να καταλάβουμε τις παγίδες του διαβόλου;

Αποσπάσματα από το βιβλίο «Πάθη και Αρετές», του γέροντος Παϊσίου του αγιορείτου

Πηγή: Χριστιανική Φοιτητική Δράση

Ποτέ δέν τονίζουμε σέ κάποιον τήν ἀδυναμία του, τό πρόβλημά του.


Σέ στέλνει ὁ Γέροντάς σου σέ κάποιους ἐπισκέπτες καί σοῦ ξεφεύγει μιά κουβέντα. Ἀργότερα σοῦ λέγει ἕνας ἀδελφός σου: «Πῶς σοῦ ξέφυγε αὐτή ἡ κουβέντα; Ἀλλά τέτοιος εἶσαι πάντα».  Καλύτερα νά φᾶς τήν γλώσσα σου, παρά νά τοῦ μιλήσεις ἔτσι.

Οὐδέποτε προσβάλλομε ἤ λυποῦμε ἄνθρωπο, οὐδέποτε τόν κάνομε νά νοιώση στερημένος, ἐλαττωμένος, νά νοιώση κατωτερότητα, διότι τοῦ σκοτώνομε τήν ψυχή. Αὐτός ὁ ἄνθρωπος θά τραυματισθῆ καί δέν θά μπορῆ νά ἐπιτύχη στήν ζωή του.

Ἀναθέτεις σέ κάποιον νά ψάλη, καί ἐκεῖνος κάνει λάθος τόν ἦχο, καί τότε τοῦ λες: «Πάλι πῆρες στραβά τό τροπάριο». Κάθε φορά πού θά πηγαίνη νά ψάλη, θά τό θυμᾶται καί θά λέη: Πρέπει νά προσέξω μήν τό πάρω στραβά. Καί θά τό παίρνη πάλι στραβά. Ποιός θά φταίη; Αὐτός πού τοῦ ἔκανε τήν παρατήρησι.

Ποτέ δέν τονίζουμε σέ κάποιον τήν ἀδυναμία του, τό πρόβλημά του. Ποτέ δέν τοῦ ὑπενθυμίζουμε τήν κακία του, τήν ἁμαρτία του. Μόνον τόν ἔπαινο χρησιμοποιοῦμε, ἀλλά τόν εὐγενῆ ἔπαινο, ὄχι τόν ἀφελῆ.

Διότι ὁ ἄνθρωπος οὐδέποτε διορθώνεται μέ ὀνειδισμό, ὅπως καί μέ παρατήρηση.

Πρέπει νά εἶναι πολύ ἅγιος, γιά νά δεχθῆ νά διορθωθῆ μέ τόν ὀνειδισμό, τήν ὑπόδειξι ἤ τήν παρατήρησί σου. Ἀλλά, ἐάν ἦταν τόσο ἅγιος, δέν θά εἶχε αὐτό τό ἐλάττωμα, γιά τό ὁποῖο χρειάσθηκε νά τοῦ κάνης παρατήρησι ἐσύ.

Αφοῦ λοιπόν τό ἔχει, τό μόνο πού χρειάζεται, εἶναι ὁ ἄκρος σεβασμός σου, γιά νά μπορέση κάποτε νά ταπεινωθῆ καί νά διορθωθῆ, βλέποντας τήν δική σου εἰρήνη, πραότητα, ταπείνωσι, ἀγάπη, μακροθυμία, χρηστότητα, ἐπιείκεια, γλυκύτητα…

Μόνον ὅποιος ἔχει αὐτές τίς ἀρετές μπορεῖ νά διορθώση κάποιον ἄλλον….

ἀπό τό βιβλίο «Νηπτική ζωή καί ἀσκητικοί κανόνες», ἐρμηνεία κανόνων Μ.Ἀντωνίου, ἀρχ. Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτη

Πηγή: AHDONI

Η συγχώρεση…


Μητροπολίτης Anthony Bloom 

Πριν από μερικά χρόνια στη Γαλλία συναντήθηκα με έναν ηλικιωμένο άνδρα άνω των ογδόντα ετών. Σε μια συνομιλία, μου είπε: «Θέλω να ζητήσω τη βοήθειά σας σε μία περίπτωση. 

Όταν ήμουν είκοσι χρόνων ήμουν ερωτευμένος με ένα κορίτσι. Και οι δύο αγωνιστήκαμε στο Λευκό Στρατό, και κατά τη διάρκεια μιας  μάχης την σκότωσα «. 

Φυσικά, το έκαμε ακούσια: κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής πυροβολισμών, ξαφνικά έσκυψε έξω, και κατά λάθος την πυροβόλησα. 

Και είπε: «Όλη μου τη ζωή από εκείνη τη στιγμή, δεν βρίσκω ειρήνη. Όχι μόνο δεν έχω κόψει,  τη ζωή της που μόλις άνθισε, ήταν  γεμάτη ελπίδα, χαρά,  προσδοκία, εγώ όχι μόνο σκότωσα το κορίτσι που αγαπούσα με όλη την καρδιά μου, και που με αγάπησε και επρόκειτο να με παντρευτεί, αλλά τα επόμενα εξήντα τόσα χρόνια έχω αισθανθεί ότι δεν μπορώ να εξιλεωθώ από αυτή την ενοχή, τώρα δεν μπορώ να της πω πια τον πόνο μου ».

Τον ρώτησα τι είχε κάνει για όλα αυτά τα χρόνια. Μου απάντησε ότι έκανε ότι μπορούσε να συμβουλευτεί. Προσευχή για την ανάπαυση της ψυχής της, εξομολόγηση την ενοχή μου, τη συμβουλή του ιερέα,  Θεία κοινωνία, δίνοντας ελεημοσύνη και ζήτησε από τους ανθρώπους να προσευχηθούν για εκείνη και για εκείνον – αλλά ποτέ δεν βρήκε την ειρήνη . 

Τότε του είπα  «Έχεις ζητήσει συγγνώμη από όλους – από τον ιερέα, ο οποίος δεν προκάλεσε την  βλάβη, ζήτησες θεραπεία από το Θεό, την οποία δεν είχε σκοτώσει, αλλά ποτέ δεν στράφηκες προς την κοπέλα. Σήμερα, μετά από τις βραδινές προσευχές, καθίστε και απευθυνθείτε στη Μάσα, την οποία σκοτώσατε.

Πες της για εξήντα χρόνια  την ψυχική οδυνηρά σας πείτε τα πάντα σε εκείνη από αυτή τη στιγμή μέχρι σήμερα, και να ρωτήσετε αν είναι σε θέση να σας συγχωρήσει – ή ίσως ήδη συγχωρεθήκατε – να ζητήσει να μεσολαβήσει για σας μπροστά στο ζωντανό Θεό , ενώπιον του Θεού, ο οποίος είναι ο Θεός των ζωντανών και όχι των νεκρών, για τον οποίους όλοι ζούμε – στη σάρκα ή το πνεύμα, και να τον ρωτήσεις για την ειρήνη στην καρδιά σου, την ειρήνη, που ο κόσμος δεν μπορεί να δώσει, την ειρήνη, που δεν θα μπορούσε να σας δώσει έως τώρα  ». 

Το έπραξε.
Και την επόμενη φορά που συναντηθήκαμε, μου είπε με χαρά και ευγνωμοσύνη προς τον Θεό, ότι ένιωθε καλύτερα:  η  ψυχή του στον Μάσα, ζήτησε την συγχώρεση της και την  μεσιτεία, της και στη συνέχεια αισθάνθηκε την πληροφορία μια , άρα τη ανέκφραστη, ειρήνη ήρθε σ ‘αυτόν, και κατάλαβε με την καρδιά του ότι δεν υπάρχει τίποτα μεταξύ τους. 

Επιπλέον,  κατάλαβε  ότι μεταξύ αυτών είναι ο Κύριος, ο οποίος τους δεσμεύει σε αυτή και στην άλλη πλευρά της ζωής.

Πηγή: ΑΠΑΝΤΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ

Το Αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας


Μνήμη τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου, Ἰακώβου, ἀδελφοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου. 
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα 12:1-11 
Κατ᾿ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ἐπέβαλεν ῾Ηρῴδης ὁ βασιλεὺς τὰς χεῖρας κακῶσαί τινας τῶν ἀπὸ τῆς ἐκκλησίας. Ἀνεῖλε δὲ ᾿Ιάκωβον τὸν ἀδελφὸν ᾿Ιωάννου μαχαίρᾳ. Καὶ ἰδὼν ὅτι ἀρεστόν ἐστι τοῖς ᾿Ιουδαίοις, προσέθετο συλλαβεῖν καὶ Πέτρον· ἦσαν δὲ αἱ ἡμέραι τῶν ἀζύμων· ὃν καὶ πιάσας ἔθετο εἰς φυλακήν, παραδοὺς τέσσαρσι τετραδίοις στρατιωτῶν φυλάσσειν αὐτόν, βουλόμενος μετὰ τὸ Πάσχα ἀναγαγεῖν αὐτὸν τῷ λαῷ. Ὁ μὲν οὖν Πέτρος ἐτηρεῖτο ἐν τῇ φυλακῇ· προσευχὴ δὲ ἦν ἐκτενὴς γινομένη ὑπὸ τῆς ἐκκλησίας πρὸς τὸν Θεὸν ὑπὲρ αὐτοῦ. ῞Οτε δὲ ἔμελλεν αὐτὸν προάγειν ὁ ῾Ηρῴδης, τῇ νυκτὶ ἐκείνῃ ἦν ὁ Πέτρος κοιμώμενος μεταξὺ δύο στρατιωτῶν δεδεμένος ἁλύσεσι δυσί, φύλακές τε πρὸ τῆς θύρας ἐτήρουν τὴν φυλακήν. Καὶ ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου ἐπέστη καὶ φῶς ἔλαμψεν ἐν τῷ οἰκήματι· πατάξας δὲ τὴν πλευρὰν τοῦ Πέτρου ἤγειρεν αὐτὸν λέγων· Ἀνάστα ἐν τάχει. Καὶ ἐξέπεσον αὐτοῦ αἱ ἁλύσεις ἐκ τῶν χειρῶν. Εἶπέ τε ὁ ἄγγελος πρὸς αὐτόν· Περίζωσαι καὶ ὑπόδησαι τὰ σανδάλιά σου. Ἐποίησε δὲ οὕτω. Καὶ λέγει αὐτῷ· Περιβαλοῦ τὸ ἱμάτιόν σου καὶ ἀκολούθει μοι. Καὶ ἐξελθὼν ἠκολούθει αὐτῷ, καὶ οὐκ ᾔδει ὅτι ἀληθές ἐστι τὸ γινόμενον διὰ τοῦ ἀγγέλου, ἐδόκει δὲ ὅραμα βλέπειν. Διελθόντες δὲ πρώτην φυλακὴν καὶ δευτέραν ἦλθον ἐπὶ τὴν πύλην τὴν σιδηρᾶν τὴν φέρουσαν εἰς τὴν πόλιν, ἥτις αὐτομάτη ἠνοίχθη αὐτοῖς, καὶ ἐξελθόντες προῆλθον ῥύμην μίαν, καὶ εὐθέως ἀπέστη ὁ ἄγγελος ἀπ᾿ αὐτοῦ. Καὶ ὁ Πέτρος γενόμενος ἐν ἑαυτῷ εἶπε· Νῦν οἶδα ἀληθῶς ὅτι ἐξαπέστειλε Κύριος τὸν ἄγγελον αὐτοῦ καὶ ἐξείλετό με ἐκ χειρὸς ῾Ηρῴδου καὶ πάσης τῆς προσδοκίας τοῦ λαοῦ τῶν ᾿Ιουδαίων. 

Νεοελληνική απόδοση:
Κατ’ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ὁ Ἡρώδης ὁ βασιλεὺς ἔβαλε χέρι σὲ μερικοὺς ποὺ ἀνῆκαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν διὰ νὰ τοὺς κακοποιήσῃ. Ἐφόνευσε μὲ μάχαιραν τὸν Ἰάκωβον, τὸν ἀδελφὸν τοῦ Ἰωάννου. Καὶ ὅταν εἶδε ὅτι αὐτὸ ἐπροξένησε εὐχαρίστησιν εἰς τοὺς Ἰουδαίους, ἐπροχώρησε νὰ συλλάβῃ καὶ τὸν Πέτρον· ἦσαν δὲ τότε αἱ ἡμέραι τῆς ἑορτῆς τῶν ἀζύμων. Καὶ ὅταν τὸν ἔπιασε, τὸν ἔβαλε εἰς τὴν φυλακὴν καὶ τὸν παρέδωκε σὲ τέσσερις τετράδες στρατιωτῶν, διὰ νὰ τὸν φυλάττουν, διότι ἤθελε νὰ τὸν παρουσίασῃ εἰς τὸν λαὸν μετὰ τὸ Πάσχα. Καὶ ἔτσι ὁ Πέτρος ἐκρατεῖτο εἰς τὴν φυλακὴν ἀλλ’ ἐγίνετο ἀπὸ τὴν ἐκκλησίαν ἔνθερμη προσευχὴ γι’ αὐτὸν εἰς τὸν Θεόν. Τὴν νύχτα πρὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔμελλε ὁ Ἡρώδης νὰ τὸν παρουσιάσῃ, ὁ Πέτρος, δεμένος μὲ δύο ἁλυσίδες, ἐκοιμότανε μεταξὺ δύο στρατιωτῶν, καὶ φρουροὶ ἐμπρὸς στὴν πόρτα ἐφύλατταν τὴν φυλακήν. Αἴφνης ἦλθε ἄγγελος Κυρίου καὶ ἔλαμψε φῶς εἰς τὸ κελλί. Ἀφοῦ ἐκτύπησε τὴν πλευρὰν τοῦ Πέτρου, τὸν ἐξύπνησε καὶ τοῦ εἶπε, «Σήκω γρήγορα». Καὶ ἔπεσαν οἱ ἁλυσίδες ἀπὸ τὰ χέρια του. Καὶ ὁ ἄγγελος τοῦ εἶπε, «Ζώσου καὶ φόρεσε τὰ σανδάλια σου». Καὶ τὸ ἔκανε. Ὕστερα τοῦ εἶπε, «Φόρεσε τὸν μανδύα σου καὶ ἀκολούθησέ με». Καὶ ἐβγῆκε ἔξω καὶ τὸν ἀκολούθησε καὶ δὲν εἶχε συνείδησιν ὅτι εἶναι ἀληθινὸν ἐκεῖνο ποὺ ἐγίνετο διὰ τοῦ ἀγγέλου, ἀλλ’ ἐνόμισε ὅτι βλέπει ὅραμα. Ἐπέρασαν τὸ πρῶτον φυλάκιον καὶ τὸ δεύτερον, καὶ ἐφθασαν εἰς τὴν πύλην τὴν σιδηρᾶν ποὺ ὡδηγοῦσε εἰς τὴν πόλιν καὶ ἡ ὁποία μόνη της ἄνοιξε διὰ νὰ περάσουν. Ἀφοῦ ἐβγῆκαν, ἐπροχώρησαν σ’ ἕνα στενὸ δρόμο, καὶ ἀμέσως ὁ ἄγγελος τὸν ἄφησε. Ὅταν συνῆλθε ὁ Πέτρος εἶπε, «Τώρα καταλαβαίνω ὅτι ἀληθινὰ ἔστειλε ὁ Κύριος τὸν ἄγγελόν του καὶ μὲ ἔσωσε ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Ἡρώδη καὶ ἀπὸ κάθε τι ποὺ ἐπερίμενε ὁ Ἰουδαϊκὸς λαός».

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


Η ανώτερη χαρά βγαίνει από την θυσία. Μόνο όταν θυσιάζεται κανείς, συγγενεύει με τον Χριστό, γιατί ο Χριστός είναι θυσία.

Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης

Κυριακή, 29 Απριλίου 2018

Εορτή Αγίου Γεωργίου - Γ´ Μέρος (Φώτο)














Μάνα, μάνα μου… ἦρθα. Γλύτωσα ἀπό τήν κόλαση!


Μ’ ἀκούεις Θεέ; Μ’ ἀκούεις;
Ποῦ εἶσαι; Κατέβα χαμηλά… Πάρε με ἀπό τό χέρι…

Δέν ἔμεινε μέρος ἀτρύπητο καί στά δυό μου χέρια… Ἀναγκάζομαι νά ξαναμπήγω τή βελόνα στό ἴδιο μέρος….

Πρόλαβε, Θεέ, τώρα πού, στερημένη ἀναγκαστικά ἀπό τή δόση, πάλεψα μέχρι θανάτου… Τί φρίκη πού ἔχει ὁ θάνατος…

Εἶδα τά μάτια του… Τόν εἶδα μόνη κι ἀβοήθητη, πεταμένη στό παγκάκι ἑνός πάρκου, γιά μέρες….

Ἀηδία… Σάν σκέφτομαι τήν πρωτινή ζωή καί τήν κατάντια μου… Καταραμένη ἡ ὥρα πού βρέθηκε  μπροστά μου ὁ Ἄλκης….

Πῶς μ’ αὐτά, τά ἄλλοτε στιβαρά χέρια, κρατοῦσα στήν ἀγκαλιά τόν μικρό μου ἀδελφό, τόν Δημήτρη μας….
Ἐγώ ὅμως ποτέ δέν γνώρισα ἀγκαλιά τῆς μάνας… οὔτε χάδι.

Μαθήτρια τῆς Γ΄ Λυκείου, ζωηρή μά πεντακάθαρη, ἔλαμψε μπροστά μου ὁ ἑλλαδίτης Ἄλκης. Μοῦ φάτσαρε. Μοῦ ’ταξε, τί δέν μοῦ ἔταξε… Τόν πίστεψα καί τόν ἀκολούθησα.

Στήν Ἀθήνα μοῦ ἔδειξε τό ἀληθινό του πρόσωπο. Σέ τεκκέ μέ εἰσήγαγε. Σέ κόσμους ἐξωγήινους, ὀνειρικούς, στήν ἀρχή ἔζησα. Κι ὕστερα σέ κόσμο μαρτυρικό, κόσμο σκλαβιᾶς ἀσήκωτης καί ἀφεύγατης.

Μέχρι πού μ’ ἔβγαλε στό πεζοδρόμιο. Φόβος… Πόνος…. Φρίκη… Ἀηδία….

Ὦ τό χωριό μου τό ὄμορφο στήν πλαγιά τοῦ Τροόδους! Τί νά γίνονται οἱ δικοί μου; Ἡ αὐστηρή μου μάνα… ὁ καλοσυνάτος πατέρας μου… Νά γυρίσω πίσω πῶς τό θέλω… Πῶς ὅμως; Θά μέ δεχτοῦν;

Ἄχ χωριό μου! Ἄχ νά σέ ξανάβλεπα… Γιάτρεψέ με, Παναγία… Γιάτρισσα. Ὄχι ἄλλη φορά τό φρικιό τῆς βελόνας…

Τό σάλεμα τοῦ νοῦ… Τό σύγκορμο μαρτύριο τῆς ἀναζήτησης τῆς δόσης…

Νά πάω; Νά μήν πάω; Πάνω, κάτω. Κάτω, πάνω. Ἄχ, αὐτή ἡ ζυγαριά… σέ στιγμές ἀναλαμπῆς.
Βάσανο… Βάσανο. Ναί, θά τοῦ ξεφύγω… Θά ξεγλυστρήσω πρίν μέ ἀναζητήσει ὁ καταραμένος… νά μήν ξαναπῶ τό ὄνομά του…

Θά τολμήσω στήν ἀγάπη τοῦ πατέρα μου.

Ἄν μέ σηκώσουν τά πόδια μου, θά πάω τώρα μάλιστα νά κρυφτῶ στό σπίτι τῆς καλῆς  γριούλας  Μελπομένης. Αὐτή θά μέ δανείσει. Θά τῆς πῶ νά συνεχίσει τήν προσευχή της ὥστε νά μήν πισω- πατήσω. Ὅπως λέμε στήν Κύπρο «νά ρίξω πέτρα πίσω μου».

Νά ’μαι γονατιστή ἀπέξω ἀπό τό σπίτι μου στό ὄμορφο χωριό μου – στά ριζά τοῦ Τροόδους… Νά στό περβάζι μας ἔξω τά γεράνια, τό γιασεμί, οἱ ντάλιες…

Νά εἶναι ὄνειρο ἤ παραμύθι; Ἀλήθεια γλύτωσα;

Πόδια μου, πάρτε δύναμη νά σταθῶ. Χέρια μου χιλιοτρυπημένα κρατηθεῖτε. Χτυπῆστε τήν πόρτα.

Εἶναι ἡ πόρτα τοῦ σπιτιοῦ μου. Θά μέ δεχτοῦν ἆραγε; Νά ἡ μάνα μου… γερασμένη πρόωρα.

― Μάνα, μάνα μου… ἦρθα. Γλύτωσα ἀπό τήν κόλαση.

― Ἐσύ; Μή μέ λές μάνα. Δέν σέ ἀναγνωρίζω. Πρόσβαλες ὅλη τήν οἰκογένειά μας.

― Ἄσε με νά φιλήσω τό χέρι σου…

― Φύγε, φύγε…

― Πατέρα μου…

― Κόρη μου… (Τήν ἀγκαλιάζει… Κλαῖνε καί οἱ δυό). Καλωσόρισες παιδί μου. Μήν ξεσυνερίζεσαι τή μάνα σου. Εἶναι ἡ πρώτη της ἀντίδραση. Εἶναι ἡ ἀντίδραση μακρόχρονου πόνου… Πόνου καρδιακοῦ. Καλά πού ἔζησε.

― Μαρία, εἶναι τό παιδί μας, τό σπλάχνο σου! Πές το ἀπολωλός… Βρέθηκε, γυρίζει κοντά μας.Σ’ ἀγαπῶ Ἑλένη, Ἑλένη μου. Ἔχε θάρρος.

― Ἔλα γυναῖκα μου, νά γίνουμε μιά ἀγκαλιά καί οἱ τρεῖς μας. Νά γιατρέψουμε τίς πληγές τοῦ παιδιοῦ μας. Τό παιδί μας γύρισε.

― Ζῶ ἕνα ὄνειρο ἤ παραμύθι;

Μάνα, πατέρα μου, συγχωρέστε με. Βοηθῆστε με…
Θά δεῖτε… Θά δεῖτε…

Θεέ, Θεέ, Θεέ μου, τόσο εἶσαι κοντά μου. Γλύτωσα! Θά μέ συγχωρέσεις; Σέ ἔχω ἀνάγκη ὅσο καί τό ψωμί.

ΚΟΥΛΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ
ΛΕΜΕΣΟΣ – ΚΥΠΡΟΣ

«Τo έλεός σου καταδιώξει με πάσας τας ημέρας της ζωής μου»


Ο ιερός Ψαλμωδός στον υπέροχο ει­κοστό δεύτερο (κβ΄) Ψαλμό παρου­σιάζει τον Κύριο ως Καλό Ποιμένα, που ποιμαίνει με αγάπη και στοργή τα λογικά πρόβατά Του και φροντίζει τίποτε να μη μας λείψει: «Κύριος ποιμαίνει με, και ουδέν με υστερήσει» (στιχ. 1).

Μία από τις ωραιότερες απεικονίσεις που χρησιμοποιεί είναι αυτή με την οποία παρουσιάζει το έλεος του Θεού ως ακούραστο δρομέα που καταδιώκει τον αν­θρωπο, για να τον λυτρώσει και να τον σω­­σει: «Το έλεός σου καταδιώξει με πάσας τας ημέρας της ζωής μου» (στιχ. 6). Το έλεός Σου, Κύριε, θα με καταδιώκει όλες τις ημέρες της ζωής μου, και η Χάρι Σου θα επιμένει να βρίσκει διάφορα μέσα, ώστε και αν ακόμη εγώ φεύγω από κοντά Σου, να με συλλαμβάνει στο δίχτυ της σωτηρίας.

Πόσο πολύ μας συγκινεί η ευσπλαχνία του Θεού! «Ο Θεός ημών ελεεί» (Ψαλ. ριδ΄ [114] 5). Το έλεός Του μας πολιορκεί. Σαν άλλος ακούραστος δρομέας μας καταδιώκει όλες τις ημέρες της ζωής μας μέχρι την τελευταία μας αναπνοή.

Το έλεος του Θεού σε έκταση σκεπάζει ολόκληρο το σύμπαν, επεκτείνεται σε όλη τη δημιουργία. Αλλά και σε διάρκεια χρόνου παρέχεται συνεχώς σε όλα τα δη­μιουργήματα του Θεού και θα παρέχεται έως της συντελείας του αιώνος. Πόσο θαυ­μαστή είναι η σωτήρια καταδίωξη του Θεού! Ο πολυεύσπλαχνος Κύριος, από τότε που είμαστε έμβρυα στα σπλάχνα της μητέρας μας μέχρι τον τάφο μας ελεεί διαρκώς. «Διηνεκώς ελεεί… αεί ελεεί, και ουδέποτε ίσταται τους ανθρώπους ευεργετών», σημειώνει ο ιερός Χρυσόστομος (PG 55, 399). Δεν παύει ποτέ να μας ευεργετεί. Εμείς δεν αντιλαμβανόμαστε όλες τις ευεργεσίες του Θεού. Οι αφανείς ευεργεσίες Του είναι ασυγκρίτως περισσότερες!

Κι όταν εμείς με την ελεύθερη θέλησή μας φεύγουμε μακριά Του, το έλεος του Θεού δεν παραιτείται από τη σωτήρια καταδίωξη, χωρίς να παραβιάζει την ελευθερία κανενός. Εκείνους που αντιδρούν, δεν τους αναγκάζει. Ενώ εκείνους που έχουν καλή διάθεση, τους ελκύει με πολλή δύναμη κοντά Του: «Τους προαιρουμένους επισπάται μετά πολλής της σφοδρότητος» (PG 56, 162).

Κι όταν μετανοούμε, όπως ο άσωτος υιός, και ανταποκρινόμαστε θετικά στη σωτήρια καταδίωξή Του, με πόση αγάπη μας περιβάλλει! Δεν υψώνει τη φωνή Του, δεν χρησιμοποιεί την παιδαγωγική ράβδο Του, αλλά διανοίγει την πατρική Του αγκαλιά και μας δέχεται πάλι κοντά Του! Φορτώνεται στους ώμους Του το χα­­μένο πρόβατο και το φέρνει πάλι στο κοπάδι: «Επί τα όρη το πλανηθέν αναζητήσας και επί τοις ώμοις αυτό αναλαβών (τουτέστιν επί του ξύλου του σταυρού), τω Πατρί προσήγαγε»!

Να αναφέρουμε μερικά παραδείγματα της σωτήριας καταδιώξεως του θείου ελέους: Όταν αμάρτησαν οι Πρωτόπλαστοι στον Παράδεισο, δεν επετίμησε ο Θεός τον Αδάμ λέγοντάς του: «Εις οίον πτώμα κατελήλυθας από τηλικούτου ύψους;»· πόσο χαμηλά έχεις πέσει από τόσο μεγάλο ύψος!, αλλά του είπε: «Αδάμ, που ει;»· Αδάμ, που είσαι; (Γεν. γ΄ 9). Πίσω από την ερώτηση αυτή διαφαίνεται ότι το έλεος του Θεού δεν εγκατέλειψε ούτε στιγμή τον Αδάμ και την Εύα, αλλά τους κατεδίωκε για να τους βοηθήσει να μετανοήσουν.

Με παρόμοιο τρόπο φέρθηκε ο Θεός και στον Κάιν. Για να τον βοηθήσει – μετά την απαράδεκτη θυσία που προσέφερε – να μη σκοτώσει τον αδελφό του Άβελ, του μίλησε στοργικά και του είπε: «Ήμαρτες; ησύχασον» (Γεν. δ΄ 7). Κι εδώ βλέπουμε ότι το έλεος του Θεού κατεδίωκε τον Κάιν. Ήθελε να τον συγκρατήσει, για να μη γίνει αδελφοκτόνος.

Να θυμηθούμε και τις προσπάθειες που έκανε ο Κύριος, για να βοηθήσει τον Ιούδα να μην Τον προδώσει. Αλλ᾿ «ο πα­­ράνομος Ιούδας ουκ ηβουλήθη συν­ιε­ναι»· δεν θέλησε να συνετισθεί. Όμως δεν ανταποκρίνονται, δυστυχώς, όλοι οι αν­­θρωποι στο έλεος του Θεού, όσοι ο­μως ανταποκρίνονται, σώζονται.

Χαρακτηριστικότερο είναι το παράδει­γμα της καταδιώξεως του αποστόλου Παύλου. Ο πριν Σαύλος κυριεύθηκε από αχαλίνωτη μανία να καταδιώξει τους Χριστιανούς. Ξεκίνησε έφιππος για τη Δαμα­σκο με συνοδεία στρατιωτών, αλλά στο δρόμο συνειδητοποίησε ότι ο θείος Κυνη­γος ακολουθούσε τα ίχνη του. Ο Σαύλος νόμιζε ότι καταδιώκει, ενώ καταδιωκόταν. Δεν είμαστε εμείς οι κυνηγοί κι ο Κύριος το θήραμα. Ο Κύριος είναι ο Κυνηγός κι ε­μείς τα θηράματα. Βγαίνει τις μέρες, βγαί­νει τις νύχτες και μας κυνηγά. Μέσα στα χρόνια, στους μήνες, στις μέρες Αυ­τος κινείται και δρα. Πληγωμένοι από το βε­λος της θείας αγάπης Του, πόσες φο­ρες έχουμε πέσει στη θεική αγκάλη Του! Κι όταν σαν άτακτα παιδιά Του πάμε να Του ξεφύγουμε, βάζει τα καλύτερα «λαγωνικά» Του, για να μας επαναφέρει κον­τα Του!

Το ακαταπόνητο κυνήγι του Θεού για τις ψυχές που φεύγουν μακριά Του, είναι ένα μυστήριο! Ο Κύριος Ιησούς Χριστός έχυσε το τίμιο Αίμα Του για τη σωτηρία μας και θέλει, αν είναι δυνατόν, όλοι οι άνθρωποι να σωθούν. Γι᾿ αυτό παρατείνει το έλεός Του και παρουσιάζει πάρα πολλές ευκαιρίες στον καθένα μας, για να μας ελκύσει στη σωτηρία.

Να μην αντιδρούμε λοιπόν ποτέ στη σωτήρια καταδίωξη του θείου ελέους, αλλά να Τον παρακαλούμε λέγοντας: «Μη αποστήσης το έλεός σου αφ᾿ ημών» (Δανιήλ, προσευχή Αζαρίου 11). Χωρίς την προσ­τασία του θείου ελέους Σου, Κύριε, δεν μπορούμε να ζήσουμε ούτε στι­γμη. Όταν μας κυκλώνει το έλεος Σου, δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτε.

Ορθόδοξο Περιοδικό “Ο ΣΩΤΗΡ”

Αγάπη είναι οι πράξεις, οι θυσίες και όχι τα λόγια


π. Ανδρέας Κονάνος
Βλέπεις κάποιον και νιώθεις ν’ απειλείται η ζωή σου εξαιτίας του. Τον φοβάσαι. Νομίζεις ότι κάτι κακό θα σου κάνει.

Βλέπεις τον άλλον σαν αντίζηλο. Δεν νιώθεις ενότητα μαζί του. Δεν μπορείς να νιώσεις ότι η χαρά του είναι χαρά σου κι η χαρά σου αντανακλά και σ’ αυτόν, και μετά επιστρέφει πάλι σε μένα και γίνεται αυτό που γίνεται με κάτι καθρέφτες που το φως χτυπάει απ’ τον έναν στον άλλον και πολλαπλασιάζεται. Και δεν μπορώ να νιώσω ότι είναι συμφέρον μου ν’ αγαπώ τους άλλους. Γιατί, αγαπώντας, εγώ είμαι που πλουτίζω, και δεν χάνω. Ούτε χάνω όταν δίνω αξία στον άλλον. Αντίθετα, πάλι πλουτίζω.

Λέω λόγια τώρα. Το ξέρω. Μα είμαστε στο ράδιο και σ’ ένα ψυaρό βιβλίο που διαβάζεις τώρα. Τι άλλο μπορώ να κάνω στο ράδιο και στο χαρτί, παρά να λέω και να γράφω λόγια; Εμπρακτη αγάπη, όμως, θα πει να δώσω λεφτά σε κάποιον φτωχό, να περιποιηθώ έναν άρρωστο, να του σκουπίσω τον ιδρώτα, να του σκουπίσω τη μύτη, να τον πλύνω, να τον καθαρίσω. Μα όλα αυτά δεν γίνονται απ’ το ράδιο και τη συγγραφή βιβλίων. Αλλο να μιλάς για την αγάπη κι άλλο να δείχνεις έμπρακτα την αγάπη σου. Αυτός ακριβώς είναι κι ο ορισμός της αγάπης. Δεν είναι τα λόγια. Είναι οι πράξεις και η θυσία. Κι ευτυχώς είναι πολλοί αυτοί που κάνουν και πράξεις. Και μάλιστα πολλές πράξεις αγάπης. Χειροπιαστές. Οχι θεωρίες. Δυστυχώς, η πίστη των περισσοτέρων από εμάς έχει καταντήσει σκέτη ιδεολογία. Λόγια, όμορφα λόγια. Και τσακωμοί και συζητήσεις επί συζητήσεων για θεολογικά θέματα. Ενα μάτσο σκέψεις, σκέψεις, σκέψεις! Και ιδέες και φιλοσοφίες. Αλλά βίωμα κανένα.

Από εμπειρία, μεγάλη φτώχεια. Θυσία ως εμπειρία είναι να βάλεις το χέρι στην τσέπη, να βοηθήσεις, να κάνεις μια επίσκεψη σε κάποιον που έχει ανάγκη να του μιλήσεις, μια προσευχή αφού γονατίσεις, να σταλάξεις ένα δάκρυ… Απ’ αυτά, φτώχεια μεγάλη.

Δεν μιλώ για σένα. Διότι εσύ κάνεις. Κάνεις πολλά και σου αξίζουν συγχαρητήρια. Σε συγχαίρω. Χαίρομαι μαζί σου. Και σε ζηλεύω. Και σε θαυμάζω. Το παράδειγμά σου μου γεννά έναν ζήλο να σε μιμηθώ και να σου μοιάσω. Αυτό που έκανες είναι όντως αγάπη. Θα το πω, γιατί δεν ξέρει και κανείς ποιος είσαι ούτε μας αφορούν τώρα το όνομα και η διεύθυνση. Μας αφορούν το περιστατικό και η ουσία του.

Σηκώθηκες, λοιπόν, και πήγες στο εξωτερικό για να βοηθήσεις την ιεραποστολή που γίνεται εκεί. Κι έκατσες εκεί τέσσερις μήνες. Αλλος, τρεις μήνες. Κι άλλος, πέντε βδομάδες. Οσο άντεξε καθένας. Χωρίς να πάρεις χρήματα. Ακόμα κι αν υπήρχε οικονομική άνεση και σε πλήρωναν, δεν θα ήταν κακό. Διότι κι έτσι θα ‘χε πάλι μεγάλη αξία η πράξη σου. Μα εσύ πήγες αφιλοκερδώς. Κι έμεινες εκεί με ανθρώπους που δεν ήξερες καν τη γλώσσα τους. Με κίνδυνο να κολλήσεις αρρώστιες, παρ’ όλα τα εμβόλια που έκανες. Σε τόπους με τόσα μικρόβια κι ασθένειες, εκεί που η χολέρα θερίζει και τα μολυσμένα νερά και φαγητά έστειλαν πολλούς στα νοσοκομεία. Εκεί που η ζωή είναι τόσο δύσκολη. Και πήγες και βοήθησες.

Αυτό δεν είναι θεωρία. Μα αγάπη έμπρακτη. Τα άλλα είναι κουλτούρα και θεωρία. Η χριστιανική κουλτούρα, που οδηγεί κυρίως σε συνέδρια και συζητήσεις ατέρμονες. Μα ούτε κι αυτό πρέπει να το κατηγορήσω. Γιατί, αν το κατηγορήσω, θα απομακρυνθώ κι εγώ απ’ την αγάπη. Και θα ‘ναι σαν να μην καταλαβαίνω τη διαφορά των χαρακτήρων. Διότι άλλος είναι για έργα πρακτικά, άλλος είναι για έργα θεωρητικά. Εργα είναι κι αυτά. Αλλοι άνθρωποι είναι θεωρητικοί τύποι. Συζητούν θεωρητικά και βοηθούν τους άλλους να καταλάβουν κάποια πράματα. Αγάπη είναι κι αυτό.

του π. Ανδρέα Κονάνου από την εφημερίδα Ορθόδοξη Αλήθεια

«Η Παναγία η Παντάνασσα με έσωσε»


Η Χρυσούλα Αλεξίδου μαζί με τον σύσυγό της Δημήτρη ήρθαν από τη Γερμανία για να κάνουν Παράκληση και να ευχαριστήσουν την Παναγία.

«Από τα 16 μου χρόνια έχω φύσημα στην καρδιά , δυο φορές έχω μπεί στο νοσοκομείο, μου δίνανε πάντα φάρμακα. Έχω κάνει δυο μπαλονάκια και κάθε έξι μήνες έπρεπε να πηγαίνω σε κάποια καρδιολογική  για να δούνε πώς είμαι., παρακολουθούμην, έπαιρνα χάπια και τώρα στα 29 οι γιατροί μου, με προγραμμάτισαν επειγόντως για εγχείρηση. Τα ξαδέλφιά μου, μου μίλησαν για την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας κι έτσι ήρθα ειδικά από την Γερμανία πριν από ένα μήνα για να προσκυνήσω την εικόνα της Παναγίας της Παντάνασσας, εν τώ μεταξύ άφησα εκεί και δυο φωτογραφίες, του παιδιού μου και τη δική μου.

Όταν φύγαμε με το καλό και πήγαμε στην Γερμανία, 8 Αυγούστου έπρεπε να κάνω εγχείρηση και μου εμφανίζεται η Παναγία την παραμονή την Παρασκευή, πριν πάω ακόμα στον γιατρό και μου λέει ότι ήμουνα σε ένα νοσοκομείο μέσα και με καθησυχάζει «μή φοβάσαι παιδί μου εγώ θα σε κάνω καλά». Ήταν 4 γιατροί γύρω μου που με προετοίμαζαν να κάνω εγχείρηση καρδιάς… Μόλις είδα το όνειρο και μετά μου ήρθε για τρεις μέρες αίμα και μετά από εκεί και πέρα την Τετάρτη 8 Αυγούστου που ήταν προγραμματισμένο να πάω στον γιατρό, μου είπε ότι είμαι απολύτως καλά! Το φύσημα της καρδιάς δεν ακούγεται, δεν υπάρχει περίπτωση να πάρω χάπια ποτέ στη ζωή μου, ότι είμαι πολύ καλά! Δεν το πίστευα. Ξαναπήγα στην γιατρό πού με παρακολουθεί και μου επιβεβαίωσε ότι είμαι υγιής. Αυτό κι’ αν είναι θαύμα. Μάλιστα με την γιατρό μου στην Γερμανία εδώ και 4 χρόνια πού με παρακολουθεί είμαστε φίλες.

Μου λέει αυτό που συνέβη με σένα δεν μπορώ να το πιστέψω, γιατί πήγαινα σχεδόν κάθε εβδομάδα, κάθε δυο εβδομάδες με τα χάπια, είχα πάθει μόλυνση του αίματος και με παρακολουθούσε η ίδια η γιατρός πάλι και όταν με είδε αυτή τη φορά μου λέει «είσαι πολύ καλά, το καρδιογράφημα  είναι άριστο, φύσημα καρδιάς ούτε καν ακούγεται, τίποτα» και η γιατρός μου όπως ήτανε τα χαρτιά μου τα έσκισε λέγοντας ότι δεν τα χρειάζομαι πιά. Και συνέχισε:

«Πήγαινε σε όποιον καρδιολόγο θέλεις και πές ότι είσαι άρρωστη, κανένας δεν θα σου δώσει χάπια, είσαι υγιέστατη» το λέω και ανατριχιάζω, μου έρχεται να κλαίω. Ευχαριστώ Παναγία μου»

Τρίτη 19 Σεπτεμβρίου 2006
πηγή: pemptousia.gr/

Εορτή Αγίου Γεωργίου - Β´ Μέρος (Φώτο)

















Δε γίνεται να έχουμε το όνομα του Σατανά στο στόμα κι απ' την άλλη να θέλουμε να πηγαίνουνε όλα καλά στη ζωή μας.


 Δε γίνεται να έχουμε το όνομα του Σατανά στο στόμα κι απ' την άλλη να θέλουμε να πηγαίνουνε όλα καλά στη ζωή μας.
 Δε γίνεται να στέλνουμε τους άλλους στην κόλαση -με την χαρακτηριστική ελληνική κατάρα- κι έπειτα με το ίδιο στόμα να λέμε, για παράδειγμα, το "Χριστός Ανέστη". 
 Κάποιος μου 'πε ότι έκοψε αυτή την κακή συνήθεια κι έπειτα άλλαξε τρόπος που σκέφτεται, απέκτησε διάθεση κι επιθυμία για ζωή. 
Η μεγαλύτερη νίκη του Διαβόλου είναι να μας πείσει ότι δεν υπάρχει. Κάτι κουλτουριάριδες λένε ότι "ο Σατανάς είναι η απουσία του Θεού"... Το κακό όμως έχει Πρόσωπο και όνομα. Όπως και ο Χριστός είναι Πρόσωπο, η Θεοτόκος, οι Άγγελοι.
 Όποιος λοιπόν στέλνει στον Διάβολο, πρώτος αυτός μάλλον έχει πάει και έτσι... στέλνει και τους υπολοίπους! Ας προσέχουμε τι λέμε: ή του Θεού θα είμαστε ή του Διαβόλου.

π.Ιάσωνος Κεσέν(Facebook)
https://proskynitis.blogspot./2018/04/blog-post_63.html

Ποτέ μήν ξεχνάτε την πιό σημαντική προσευχή για την αγάπη


 Ποτέ μήν ξεχνάτε την πιό σημαντική προσευχή για την αγάπη. 
Να προσεύχεστε έτσι ώστε να μπει ο Θεός στην καρδιά σας. 
Παραδείγματος χάριν, έτσι: ''Κύριε, δώσε μου την αγία αγάπη, δίδαξέ με να αγαπώ όλους τους ανθρώπους, και τους κοντινούς και τους μακρινούς, και τους πιστούς και τους ασεβείς, όπως Εσύ Κύριε, αγαπάς όλους μας, αμαρτωλούς και μετανοημένους''. Αμήν.

Άγιος Λουκάς Κριμαίας 
https://proskynitis.blogspot.

Το γράμμα ενός ζωντανού σε αποθανόντα και το συγκλονιστικό θαύμα που συνέβη


Ο Άγιος Σάββας ο Σέρβος έγραψε δύο επιστολές, μία για τον (κεκοιμημένο) πατέρα του τον Συμεών και την άλλη για τον αδερφό του τον Στέφανο.

Φαίνεται παράξενο να γράφει κάποιος επιστολή σε αποθανόν άτομο. Κι όμως, ο Σάββας το έκανε. Επειδή το φυσικό και το υπερφυσικό δεν είναι αυστηρά διαχωρισμένα στη συνείδηση του πιστού οραματιστή, όπως αυτό συμβαίνει σε εκείνους με λίγη πίστη. Στην ιστορία της εκκλησίας αναφέρονται μερικά τέτοια περιστατικά. Στο γράμμα προς τον Άγιο Συμεών ο Σάββας έλεγε:

«Ω, εσύ άγιε, καθώς έχεις εντολή από τον Θεό και ικεσία από εμάς, παράβλεψε τα αμαρτήματά μας και την ανυπακοή προς εσένα. Κάνε, λοιπόν, να αναβλύσει ξανά το άγιο μύρο από το σώμα σου στον τάφο όπως και προηγουμένως, για να χαρεί και να ανακουφισθεί ο λαός σου που τώρα βρίσκεται σε θλίψη»…

Τα γράμματα στάλθηκαν μ’ έναν χιλιανδαρινό αδελφό, τον σεβαστό ιερομόναχο Ιλαρίωνα. Όταν έφθασε μαζί με τους Σέρβους αγγελιοφόρους στη Σερβία, ο Ιλαρίωνας παρέδωσε το ένα γράμμα στον μεγάλο ζουπάνο και για το άλλο τους είπε ότι θα ανοιχθεί και θα αναγνωσθεί στη Στουντένιτσα. Σ΄αυτό το Μοναστήρι ο Στέφανος συγκέντρωσε πολλούς αυλικούς του, υπουργούς και στρατηγούς, συνοδευόμενος από πλήθος λαού.

Όλοι ήταν περίεργοι να ακούσουν τι είδους παραγγελία έφθασε από τον Σάββα. Μετά την ιεροπρεπή Θεία Λειτουργία, ο Ιλαρίωνας εν πομπή μετέβη στον τάφο του Συμεών, άνοιξε το γράμμα του Σάββα και το διάβασε μεγαλόφωνα. Όλοι οι παρόντες ρίγησαν από τρόμο, ακούγοντας πως ζωντανός άνθρωπος γράφει σε αποθανόντα.

Ύστερα από την ανάγνωση της επιστολής ακούσθηκε θρόισμα, σαν να κελάρυζε νερό. Και, να το θαύμα! Το άγιο Μύρο ανέβλυζε ξανά από τον τάφο. Κι όχι μόνο από τον τάφο, αλλά και από την τοιχογραφημένη μορφή του αγίου πάνω από τον τάφο.

Μετά τον στιγμιαίο τρόμο και την κατάπληξη ακολούθησε πρωτοφανής χαρά, που πλημμύρισε τις καρδιές όλων εκείνων που ήταν παρόντες.

Από το βιβλίο: «Τα θαυμάσια του Θεού»
Αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ (Άστρος Κυνουρίας 2014)
http://inpantanassis.blogspot./2018/04/blog-post_48.html

Η ζωοδότρα πνοή


Η φιλία είναι πιο απαραίτητη στην ψυχή παρά στο σώμα. Στη θλίψη η σκέψη του φίλου φέρνει ευχάριστη όψη στο πρόσωπο. 

Στο νεκρικό κρεβάτι η παρουσία του φίλου ομορφαίνει το πρόσωπο του θανάτου. 

Η φιλία είναι πάντοτε η ζωοδότρα πνοή του αγγέλου που μας παρακολουθεί στη ζωή, που μας σηκώνει όταν πέφτουμε και μας εμπνέει όταν αποδυναμωνόμαστε.

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς Επίσκοπος Αχρίδος
http://inpantanassis.blogspot./2018/04/blog-post_51.html

Το Ευαγγελικό και Αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής


† Κυριακῇ 29 Ἀπριλίου 2018 (τοῦ Παραλύτου)

Τὸ Εὐαγγέλιον
Ἐκ τοῦ κατά Ἰωάννην
Κεφ. ε' : 1-15

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἀνέβη ὁ ᾿Ιησοῦς εἰς ῾Ιεροσόλυμα. Ἔστι δὲ ἐν τοῖς ῾Ιεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρα, ἡ ἐπιλεγομένη ῾Εβραῑστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα. Ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν. Ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι. Ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ. Τοῦτον ἰδὼν ὁ ᾿Ιησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; Ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει. Λέγει αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς· Ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. Καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. ἦν δὲ Σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. Ἔλεγον οὖν οἱ ᾿Ιουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· Σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἄραι τὸν κράββατον. Ἀπεκρίθη αὐτοῖς· Ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· Ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. Ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· 
Τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι· Ἆρον τὸν κράβαττόν σου καί περιπάτει; Ὁ δὲ ἰαθείς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ ᾿Ιησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. Μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ, καί εἶπεν αὐτῶ· Ἴδε, ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται. Ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς ᾿Ιουδαίοις, ὅτι ᾿Ιησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ.

Ὁ Ἀπόστολος
Πράξεων τῶν Ἀποστόλων τὸ Ἀνάγνωσμα
Κεφ. θ' : 32-42

Ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐγένετο Πέτρον· διερχόμενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν. Εὗρε δὲ ἐκεῖ ἄνθρωπόν τινα Αἰνέαν ὀνόματι, ἐξ ἐτῶν ὀκτὼ κατακείμενον ἐπὶ κραβάττῳ, ὃς ἦν παραλελυμένος. Καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Πέτρος· Αἰνέα, ἰᾶταί σε ᾿Ιησοῦς ὁ Χριστός· ἀνάστηθι καὶ στρῶσον σεαυτῷ. Καὶ εὐθέως ἀνέστη. Καὶ εἶδον αὐτὸν πάντες οἱ κατοικοῦντες Λύδδαν καὶ τὸν Σάρωνα, οἵτινες ἐπέστρεψαν ἐπὶ τὸν Κύριον. ᾿Εν ᾿Ιόππῃ δέ τις ἦν μαθήτρια ὀνόματι Ταβιθά, ἣ διερμηνευομένη λέγεται Δορκάς· αὕτη ἦν πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν ὧν ἐποίει. Ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀσθενήσασαν αὐτὴν ἀποθανεῖν· λούσαντες δὲ αὐτὴν ἔθηκαν ἐν ὑπερῴῳ. Ἐγγὺς δὲ οὔσης Λύδδης τῇ ᾿Ιόππῃ οἱ μαθηταὶ ἀκούσαντες ὅτι Πέτρος ἐστὶν ἐν αὐτῇ, ἀπέστειλαν δύο ἄνδρας πρὸς αὐτὸν παρακαλοῦντες μὴ ὀκνῆσαι διελθεῖν ἕως αὐτῶν. Ἀναστὰς δὲ Πέτρος συνῆλθεν αὐτοῖς· ὃν παραγενόμενον ἀνήγαγον εἰς τὸ ὑπερῷον. καὶ παρέστησαν αὐτῷ πᾶσαι αἱ χῆραι κλαίουσαι καὶ ἐπιδεικνύμεναι χιτῶνας καὶ ἱμάτια ὅσα ἐποίει μετ᾿ αὐτῶν οὖσα ἡ Δορκάς. Ἐκβαλὼν δὲ ἔξω πάντας ὁ Πέτρος θεὶς τὰ γόνατα προσηύξατο. καὶ ἐπιστρέψας πρὸς τὸ σῶμα εἶπε· Ταβιθά, ἀνάστηθι. Ἡ δὲ ἤνοιξε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῆς, καὶ ἰδοῦσα τὸν Πέτρον ἀνεκάθισε. Δοὺς δὲ αὐτῇ χεῖρα ἀνέστησεν αὐτήν, φωνήσας δὲ τοὺς ἁγίους καὶ τὰς χήρας παρέστησεν αὐτὴν ζῶσαν. Γνωστὸν δὲ ἐγένετο καθ᾿ ὅλης τῆς ᾿Ιόππης, καὶ πολλοὶ ἐπίστευσαν ἐπὶ τὸν Κύριον.