Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2019

Ἡ γριά καί ὁ ἄθεος


ΑΡΧΙΖΩ μέ ἕνα ἐνδιαφέρον περιστατικό πού διάβασα πρόσφατα:

«Στίς δώδεκα τά μεσάνυχτα χτύπησαν τήν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ. Ἦταν μιά γριούλα καί ζήτησε ἀπό τόν παπά νά πάει νά κοινωνήσει ἕναν ἄρρωστο.

Ὁ παπάς ἑτοιμάστηκε, πήρε τή Θεία Κοινωνία καί βγῆκε ἀμέσως μαζί της. Πλησιάζουν σ’ ἕνα φτωχό σπιτάκι. Ἡ γριούλα ἀνοίγει τήν πόρτα καί μπάζει τόν ἱερέα σ’ ἕνα δωμάτιο.

Καί νά, ξαφνικά ὁ παπάς βρίσκεται ἐκεῖ μόνος μέ τόν ἄρρωστο. Μόλις τόν βλέπει, αὐτός βάζει τίς φωνές:

–Φύγε ἀπό δῶ. Ποιός σέ κάλεσε! Ἐγώ εἶμαι ἄθεος. Καί ἄθεος θά πεθάνω.

Ὁ παπάς τά ἔχασε.

–Μά δέν ἦρθα ἀπό μόνος μου! Μέ κάλεσε ἡ γριά!

–Ποιά γριά; Ἐγώ δέν ξέρω καμιά γριά!

Ὁ παπάς καθώς στέκει ἀπέναντί του, βλέπει πάνω ἀπό τό κεφάλι τοῦ ἄρρωστου μιά φωτογραφία μέ τή γυναίκα πού τόν κάλεσε.

Τοῦ λέει, ἐνῶ τοῦ δείχνει τή φωτογραφία:

–Νά αὐτή!

–Ποιά αὐτή, ξέρεις τί λές παπά; Αὐτή εἶναι ἡ μάνα μου. Κι ἔχει πεθάνει χρόνια τώρα!

Γιά μιά στιγμή πάγωσαν καί οἱ δύο. Αἰσθάνθηκαν δέος. Ὁ ἄρρωστος ἄρχισε νά κλαίει.

Ἔπειτα, ὅταν συνῆλθε ζήτησε νά ἐξομολογηθεῖ. Κι ὕστερα κοινώνησε. Ἡ μητέρα του ἀπό τόν οὐρανό εἶχε φροντίσει νά τοῦ δείξει τό δρόμο τῆς σωτηρίας.

ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΟ αὐτό φανερώνει ὅτι ὁ Θεός δίνει εὐκαιρίες στόν ἄνθρωπο νά μετανοήσει καί νά πιστέψει. Ἔστω καί κατά τό τέλος τῆς ζωῆς του.

Κατά βάθος, βέβαια, δέν ὑπάρχει κανείς ἄθεος. Καί ὅσοι λένε πώς δέν πιστεύουν στόν Θεό, πιστεύουν σέ ὑποκατάστατα (δόξα, χρῆμα, ἐξουσία). Μέσα τους ὅμως νιώθουν τήν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ.

Εἶναι χαρακτηριστικές οἱ ὁμολογίες κάποιων ἀνθρώπων πού λένε πώς δέν πιστεύουν. Ὁ ζωγράφος Σωτήρης Σόρογκας εἶχε πεῖ: «Ζηλεύω αὐτούς πού πιστεύουν, γιατί ἡ λυτρωτική δύναμη τῆς πίστης ἀπουσιάζει παντελῶς ἀπό ἐμένα».

Καί καταλήγει μέ νοσταλγία καί κάποιο αἴσθημα θλίψης: «Μακάρι νά πίστευα καί ἐγώ κάπου…».

Ὁ σκηνοθέτης Πατρίς Σερό παραδέχτηκε σέ συνέντευξή του: «Δέν πιστεύω στόν Θεό. Μακάρι νά μποροῦσα…».

ΕΥΤΥΧΩΣ, στήν Ἑλλάδα ὁ ἀθεϊσμός ἀποτελεῖ μιά πολύ μικρή μειοψηφία, ἕνα ἐλάχιστο ποσοστό. Τοῦτο διαπιστώνεται στίς δημοσκοπήσεις.

Σέ μιά πανελλαδική τῆς «Μέτρον Ἀνάλυσις», σέ δεῖγμα 2.200 πολιτῶν, ἡ συντριπτική πλειοψηφία τῶν ἐρωτηθέντων (95%) ἀπάντησε ὅτι εἶναι χριστιανοί ὀρθόδοξοι.

Μόνο τό 1,5% εἶπαν ὅτι πιστεύουν σέ κάποια ἄλλη θρησκεία ἤ ὅτι εἶναι ἄθεοι. Ἡ δημοσκόπηση αὐτή διεπίστωσε καί κάτι ἀκόμα: Ἡ Ἐκκλησία μαζί μέ τό στρατό βρίσκονται στήν κορυφή τῶν θεσμῶν, τούς ὁποίους ἐμπιστεύονται σήμερα οἱ Ἕλληνες.

Γ.Δ. ΚΟΥΒΕΛΑΣ
Μνήμη Βασιλείου Χαρώνη († 3-2-2017) λαμπροῦ Θεολόγου, ἐκπαιδευτικοῦ, συγγραφέα.

Προσευχή του Αγίου Όρους: «Αν τη λέτε κάθε πρωί τίποτα κακό δεν θα σας αγγίξει!»


Φέρνει αγαλλίαση, χαρά και ειρήνη στις ψυχές που τη χρησιμοποιούν. Η πιο δυνατή προσευχή με παρρησία στον Θεό.

Όπως διδάσκουν παλαιοί γέροντες του Αγίου Όρους κι ο γέροντας Παΐσιος, το ψαλτήρι του Δαυίδ, αποτελεί πανίσχυρο όπλο κατά οποιουδήποτε κακού.

Παραθέτουμε λοιπόν έναν εκ των ισχυρών ψαλμών, κάθε πρωί όταν λέγεται αυτός ο ψαλμός δεν πλησιάζει τίποτα κακό, σύμφωνα με άγιους πατέρες, όπως αναφέρουν..


Ψαλμός ΞΘ’ (69)

Ο Θεός εις την βοήθειάν μου πρόσχες, Κύριε, εις το βοηθήσαι μοι σπεύσον.

Αισχυνθήτωσαν και εντραπήτωσαν οι ζητούντες την ψυχήν μου.

Αποστραφήτωσαν εις τα οπίσω, και καταισχυνθήτωσαν οι βουλόμενοί μοι κακά.

Αποστραφήτωσαν παραυτίκα αισχυνόμενοι, οι λέγοντές μοι: Εύγε, εύγε.

Αγαλλιάσθωσαν και ευφρανθήτωσαν επί Σοί, πάντες οι ζητούντες σε, ο Θεός.

Και λεγέτωσαν δια παντός. Μεγαλυνθήτω ο Κύριος, οι αγαπώντες το σωτήριόν Σου.

Εγώ δε πτωχός ειμί και πένης, ο Θεός, βοήθησόν μοι. Βοηθός μου, και ρύστης μου ει Συ, κύριε, μη χρονίσης.

Πηγή: Αγιοτόπια

Ἡ νίκη τῆς ᾿Αγάπης


ΕΝΑΣ συγγραφεὺς καὶ καθηγητὴς τῆς Θεσσαλονίκης ἐνυμφεύθη πρὸ ἀρκετῶν δεκαετιῶν μίαν πτωχὴν καὶ ἐνάρετον παρθένον, ὑποκρινόμενος ὅτι ἦτο καὶ ἐκεῖνος θεοσεβὴς καὶ καλὸς Χριστιανός, ἐνῷ κατὰ βάθος ἦτο ἄπιστος καὶ ἄθεος!

Μετὰ τὸν γάμον καὶ ἀφοῦ ἔγινε ἔγκυος ἡ σύζυγός του ῾Ερμιόνη, ἔμαθε ἀπὸ τὸν ἴδιον τί ἄνδρα ἐπῆρε, δηλαδὴ ὅτι δὲν ἐπίστευε τίποτε! Πόνεσε βαθειὰ ἡ καϋμένη δι᾿ αὐτὸ καὶ ἔκλαψε.

᾿Αλλὰ παρ᾿ ὅλον ποὺ τῆς ἔλεγε συχνὰ ὅτι «δὲν ὑπάρχει Θεός», αὐτὴ δὲν ἔβαζε στὸν νοῦν της νὰ τὸν ἐγκαταλείψῃ, ἀλλὰ ἔλεγε μέσα της:

«Πρέπει νὰ κάμω ὑπομονήν. Αὐτὸ ἦτο τὸ τυχερό μου. Καὶ νὰ βάλω τὰ δυνατά μου νὰ τὸν κάμω πιστόν!

᾿Εγὼ ἤμουν πτωχὴ ἀπὸ χρῆμα, αὐτὸς εἶναι πτωχὸς ἀπὸ Χριστόν!

Αὐτὸς μὲ ἔκαμε πλουσίαν ἀπὸ χρῆμα, ἐγὼ θὰ τὸν κάμω πλούσιον ἀπὸ Χριστὸν καὶ θὰ ταιριάξουμε»!

᾿Αλλά, πῶς νὰ ἀρχίσῃ καὶ μὲ τί νὰ νικήσῃ; Μὲ τὴν ΑΓΑΠΗΝ, σκέφθηκε! Καὶ ἄρχισε νὰ τὸν ἀγαπᾷ πιὸ πολύ!

Γινόταν θυσία γι᾿ αὐτόν! Τὸν περιποιόταν ἀφάνταστα. Τὸν κοίταζε, σἄν συνεχῶς ἐρωτευμένη. Τοῦ σκούπιζε τὰ χέρια του ὅταν τὰ ἔπλενε.

Τὸν φιλοῦσε ὅταν ἔφευγε γιὰ τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ τὸν περίμενε στὴν ἐξώπορτα ὅταν ἐγύριζε. ᾿Αγάπη ἀσυνήθιστη, συνεχής! ᾿Αγάπη ποὺ ἀποροῦσε κι᾿ αὐτός!

᾿Αλλὰ τὴν ἀγαποῦσε καὶ ὁ ἴδιος, διότι ἦτο καὶ ὡραία, χωρὶς ὅμως νὰ μιλοῦν θρησκευτικά. Στὴν πρώτη ἐπέτειο τοῦ γάμου τους τῆς λέγει: «Τί δῶρο θέλεις, ῾Ερμιόνη μου;».

«Νὰ γίνῃς πιστὸς Χριστιανός, Βασιλάκη μου», τοῦ εἶπε ἐκείνη.

«Πολλὰ τὰ ζητᾷς!», τῆς ἀπήντησε. Καὶ δὲν ἄλλαξε κεφάλι. Αὐτὴ ὅμως τὸν ἀγαποῦσε, καὶ περισσότερο ἀπὸ πρῶτα!

῞Οταν γέννησε τὸ πρῶτο παιδάκι τους, πάλι τὴν ἐρώτησε: «Τί δῶρο θἄθελες ῾Ερμιονούλα;».

«Νὰ πιστεύῃς στὸν Χριστό, τίποτε ἄλλο!».

«῏Α, τὸ παράκανες, τῆς λέγει. ῾Ο Χριστὸς ἦταν ἕνας ἄνθρωπος καὶ ὄχι Θεὸς ὅπως λέγουν οἱ παπάδες!».

Καὶ ἐλιποθύμησε ἡ ῾Ερμιόνη! ᾿Αλλὰ ὅταν συνῆλθε τὸν ἀγαποῦσε πάλι, ὅπως πρῶτα, καὶ περισσότερο…

Μερικὲς φορὲς τοῦ ἔβαζε στὸ γραφεῖο του κανένα θρησκευτικὸ βιβλίο της ἤ χριστιανικὸ περιοδικό. ᾿Αλλὰ αὐτὸς τὰ πέταγε!

Τὴν νύχτα τῶν Χριστουγέννων, ποὺ τὸν ξύπνησαν οἱ καμπάνες τῶν ᾿Εκκλησιῶν, ἐβλασφήμησε τὸν Χριστόν!

Καὶ ἡ ῾Ερμιόνη ἄρχισε νὰ κλαίῃ μὲ λυγμούς. ᾿Αλλὰ τὸν ἀγαποῦσε σἄν πρῶτα, πολύ! Καὶ τὸν περιποιόταν μὲ ὅλην της τὴν χριστιανικὴν θέρμην!

᾿Εννέα χρόνια βάστηξε αὐτό. Αὐτὴ σκόρπαγε τὸ ἄρωμα τῆς χριστιανικῆς ᾿Αγάπης της στὸν πρωτότυπο ἀγῶνα της, καὶ αὐτὸς ἔλεγε στοὺς φοιτητάς του ὅτι «ἐγίναμε διὰ τῆς ἐξελίξεως καὶ δὲν ὑπάρχει Θεός»!

Μετὰ ἀρρώστησε ἡ ῾Ερμιόνη, ὅταν ἦτο 27 ἐτῶν. Καὶ σιγὰ-σιγὰ ἔλυωνε σἄν τὸ λιβάνι ὅταν καίγεται. Κάτω ἀπὸ τὸ μαξιλάρι της εἶχε τὸ ἡμερολόγιό της καὶ ἐσημείωνε κάθε ἡμέρα τὶς σκέψεις της, τοὺς ἀγώνας της, τὶς αὐτοσχέδιες προσευχές της…

Παρὰ τὶς προσπάθειες τῶν πολλῶν ἰατρῶν καὶ τοῦ συζύγου της δὲν ἀνέρρωσε, ἀλλὰ ἕνα ἡλιοβασίλεμα πέθανε, καὶ πέταξε ἡ ψυχούλα της στὸν Παράδεισο τοῦ καλοῦ Θεοῦ.

Πέθανε μὲ τὸ παράπονο, ὅτι δὲν μπόρεσε νὰ γυρίσῃ τὸν ἄνδρα της στὴν Πίστι καὶ στὸν Χριστό.῾Ο ἄνδρας της τὴν ἔθαψε μὲ μουσικές. ῾Η θλίψις του ἦτο ἀβάστακτη.

῎Εχασε ἕνα ἀστέρι τῆς ἀγάπης, ἕναν ἄγγελον καλωσύνης. Οὐδέποτε θὰ εὕρισκε ἄλλην σἄν τὴν ῾Ερμιόνη μὲ τέτοια πίστι, μὲ τέτοια ἀφοσίωσι. ῞Ολα τἄβλεπε μαῦρα.

Κόντευε νὰ παλαβώσῃ διότι δὲν εἶχε τὴν Πίστι νὰ τὸν συγκρατήσῃ. ῎Επιανε τὰ φορέματά της καὶ τὰ φιλοῦσε, ἔπιανε τὰ παπούτσια της καὶ τὰ χάϊδευε! «῎Αχ, τί ἔχασα, ἄχ θησαυρέ μου»!, ἔλεγε.

Καὶ ἡ παραμάνα βρῆκε καὶ τοῦ ἔδωσε τὸ ἡμερολόγιο τῆς ῾Ερμιόνης μὲ τὶς σημειώσεις τοῦ βίου της. Δὲν τὸ εἶχε διαβάσει ποτέ. Καὶ δὲν ἔγραφε τίποτα ἄλλο, παρὰ διὰ τὸν ἀγῶνα της τὸν πνευματικό, διὰ τὸν ἀγῶνα της νὰ γυρίσῃ τὸν σύζυγόν της στὸν Χριστό!

῞Ολες οἱ σελίδες, ὅλες οἱ προσευχές της, δι᾿ αὐτὸν ἔγραφαν. ᾿Εννέα ἐτῶν προσπάθειες δι᾿ αὐτὸν ἐγίνοντο! ᾿Ιδίως οἱ τελευταῖες σελίδες, ποὺ ἦτο ἄρρωστη, ἦσαν πολὺ συγκινητικές.

᾿Ιδοὺ μερικὲς φράσεις:

«… Χριστέ μου νὰ μὲ συγχωρῇς ποὺ δὲν μπόρεσα νὰ τὸν γυρίσω. ᾿Εκμεταλλεύθηκα τὸ πᾶν καὶ θυσιάσθηκα στὸ βωμὸ τοῦ καθήκοντος ἀλλὰ δὲν νίκησα.

῎Ισως νὰ ἦσαν ἐμπόδιο οἱ ἁμαρτίες μου, διότι κι᾿ ἐμεῖς οἱ πιστοὶ ἔχουμε ἁμαρτίες ποὺ δὲν τὶς βλέπουμε…

Πέρισυ τὸ Πάσχα, Χριστέ μου, χάρηκα διότι μὲ ἠσπάσθη λέγοντάς μου Χριστὸς ᾿Ανέστη, ἀλλὰ μετὰ ἀρνιόταν τὴν ᾿Ανάστασίν Σου…

Πρὸ 3ετίας, Χριστέ μου, ποὺ πήγαμε ἐκδρομὴ στὸ Παγονέρι, μπῆκε στὴν ᾿Εκκλησία τοῦ Προφήτου ᾿Ηλία καὶ φίλησε τὴν Εἰκόνα Σου ὅπως ὅλοι, ἀλλὰ μετὰ εἶπε ὅτι τὄκανε γιὰ τὰ μάτια τῶν συγχωριανῶν μου…

Τώρα ποὺ εἶμαι ἄρρωστη τὸν βλέπω πολὺ σκεπτικόν· μήπως, Χριστέ μου, Σὲ σκέπτεται;

Κάνε, Χριστέ μου, νὰ γυρίσῃ σὲ Σένα γιὰ νὰ πεθάνω μὲ τὴν χαρὰ τῆς ἐπιστροφῆς του…

῎Αχ, Χριστέ μου, δὲν νίκησε ἡ ἀγάπη μου τὴν ἀπιστία του»!...

«Νίκησε – νίκησε»!, εἶπε ὁ ἄνδρας της ὅταν διάβασε καὶ τὶς τελευταῖες λέξεις τοῦ ἡμερολογίου της, καὶ σκούπιζε τὰ πολλὰ δάκρυά του!

Καὶ μετὰ πρόσθεσε:

«῞Ο,τι δὲν μπόρεσες ῾Ερμιονούλα νὰ τὸ κατορθώσῃς ζωντανή, τὸ κατώρθωσες τώρα πεθαμένη, τὸ κατώρθωσε ἡ μεγάλη χριστιανικὴ ἀγάπη σου, ποὺ δὲν ξεχνιέται.

Καὶ ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν στιγμὴν῾Ερμιονούλα, γιὰ μνημόσυνόν σου καὶ γιὰ νὰ χαρῇ ἡ ψυχούλα σου στὸν Οὐρανό, γίνομαι καὶ ἐγὼ καλὸς Χριστιανός, γίνομαι καὶ ἐγὼ σἄν ἐσένα, σοῦ τὸ ὑπόσχομαι»!…

Καὶ μὲ τὴν χάρι τοῦ Χριστοῦ ἔγινε πράγματι καλὸς καὶ ἰδεώδης Χριστιανός. Καὶ εἰργάσθη τὸ ὑπόλοιπον διὰ τὸν Κύριον. Καὶ μετὰ ἐπῆγε κοντὰ στὴν ῾Ερμιόνη, στὸν Παράδεισο τοῦ Θεοῦ…

(*) ᾿Απὸ ψυχωφελὲς φυλλάδιο ῾Αγιορείτου Μοναχοῦ, τὸ ὁποῖο εἶχε κυκλοφορήσει πρὸ 50ετίας στὴν Θεσσαλονίκη.

Ἕνα χρειάζεται…


J. Bouchaud

Ἀπό χρόνια τό περίμεναν. Ἀπό χρόνια φαντάζονταν τήν ὑπέροχη αὐτή μέρα κατά τήν ὁποία ἕνα παιδί θά ἔμπαινε στό σπιτικό τους.

Σήμερα ἡ μέρα αὐτή ἔφτασε. Ἔλαβαν τό ἐπίσημο ἔγγραφο ἀπό κάποιο ἵδρυμα γιά υἱοθεσία: Μποροῦν νά πᾶνε νά πάρουν τό «παιδί τους».

Τρέμοντας ἀπό χαρά ξεκίνησαν. Ἄφησαν τό σπίτι ὅπου τά πάντα εἶναι ἕτοιμα γιά νά ὑποδεχθοῦν αὐτόν πού μέλλει νά ἔλθει.

Ἡ γυναίκα ἔριξε μία τελευταία ματιά στήν κούνια τοποθετημένη στή μέση τοῦ καλύτερου δωματίου σάν μία Ἁγία Τράπεζα γιά νά δεχθεῖ τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ.

Τρέμοντας ἀπό ἀγάπη, ἔφτασαν. Στό ἵδρυμα συνάντησαν καί ἄλλες οἰκογένειες, πού ἦλθαν, ὅπως κι αὐτοί, νά πάρουν τό παιδί τους.

«Ἐγώ θέλω ἕνα κοριτσάκι, νά εἶναι μόνο μερικῶν ἡμερῶν.Θα ’θελα νά εἶναι ξανθό…».

«Ἐγώ θά πάρω ἕνα ἀγοράκι ἕξι μηνῶν. Νά δεῖτε τί ὄμορφο πού εἶναι…».

«Ἐγώ… ἐγώ… ἐγώ…».

Ἄκουγαν χωρίς νά μιλοῦν… χωρίς νά μιλοῦν. Ἀπό μιά συμφωνία ἀγάπης πού δέν ἔχει ἀνάγκη ἀπό λόγια, ἄφησαν τούς ἄλλους νά πάρουν πρίν ἀπό αὐτούς τό πολύτιμό τους δέμα.

Ἔπειτα ἡ ὑπεύθυνη τούς ρώτησε: «Κι ἐσεῖς, τί παιδί ἐπιθυμεῖτε; Κορίτσι; Ἀγόρι; Τί ἡλικία»;

Ἀλληλοκοιτάχτηκαν. Κι ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Δῶσε μας ἐκεῖνο ἤ ἐκείνη πού κανένας δέν θέλει…».

Καί τό πῆραν στό φτωχικό τους σπίτι, τῆς φτωχικῆς συνοικίας τῆς πόλεως Σάντος, στή Βραζιλία, ὅπου ζοῦν.

Τό παιδί αὐτό δέν θά εἶναι πλούσιο. Ἴσως νά μήν εἶναι καί πολύ «ἔξυπνο». Μπορεῖ καί στήν ὑγεία του νά εἶναι πολύ εὐαίσθητο. Ἀλλά… τό ἀγαποῦν.

EKΦPAΣH
Διμηνιαία ἔκδοση Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου Ἁγίας Τριάδος Μετοχίου Ἱερᾶς Μονῆς Μαχαιρᾶ
Τεῡχος 153- Ἰούλιος – Αὔγουστος 2015

Ο Άγιος Σιλουανός και η αναζήτηση του Θεού


α) Η άπειρη αγάπη του Τριαδικού Θεού για ολόκληρη την ανθρωπότητα αποκαλύπτεται πάντοτε, έστω κι αν αυτό αμφισβητείται και δεν γίνεται εύκολα αντιληπτό.

Οι Πατέρες διδάσκουν ότι η δημιουργική, προνοητική και συνεκτική ενέργεια του Θεού εξακτινώνεται σε όλο τον κόσμο και την κτίση. Ενώ η αγιαστική και θεοποιός θεία ενέργεια εκχέεται απλόχερα στην Εκκλησία διά των μυστηρίων. Έτσι, κάθε μέλος της δεν εγκαταλείπεται μόνο και απαράκλητο. Ενθαρρύνεται και εμπνέεται στη ζωή του Πνεύματος με διάφορους τρόπους.

β) Στις μέρες μας, παρά τη γιγάντωση του κοινωνικού κακού και την αλλοτρίωση, αναδεικνύονται νέοι άγιοι, φανερώνονται χαρισματικοί γέροντες και δίδονται ευκαιρίες επανευαγγελισμού και αναζωπύρωσης των θείων χαρισμάτων. Κατά τον εικοστό αιώνα εντάχθηκαν στο αγιολόγιο της ορθοδόξου Εκκλησίας πολλοί άγιοι, οι οποίοι διά του παραδείγματος και των συγγραφών τους συνέβαλαν στην αναγέννηση της εκκλησιαστικής ζωής. Μεταξύ αυτών συναριθμείται και ο Άγιος Σιλουανός Αθωνίτης, ρώσος την καταγωγή, που τιμάται στις 24 Σεπτεμβρίου.

γ) Πρόκειται για μια ξεχωριστή προσωπικότητα, που δόθηκε ολοκληρωτικά στην εμπειρική αναζήτηση του Θεού. Σε ηλικία τεσσάρων ετών εμφυτεύθηκε στην καρδιά του η αμφιβολία για την ύπαρξη του Θεού από κάποιον πλανόδιο βιβλιοπώλη, που φιλοξένησε στο σπίτι τους ο πατέρας του. Εκείνη την ώρα σκέφθηκε: “Όταν μεγαλώσω θα περιέλθω όλην την γην προς αναζήτησιν του Θεού” (βλ. Αρχιμ. Σωφρονίου, “Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης”, Έσεξ Αγγλίας 1995).

δ) Σε ηλικία δεκαεννέα ετών, ενώ εργαζόταν σε συνεργείο ως ξυλουργός, έλαβε την απάντηση που ζητούσε. Η οικονόμος του συνεργείου, επιστρέφοντας από προσκύνημα στον τάφο του εγκλείστου Ιωάννου Σεζένωφ, διηγούνταν στους εργάτες τα θαύματά του. Ορισμένοι από αυτούς επιβεβαίωσαν τα λεγόμενα της οικονόμου. Όταν τα άκουσε αυτά ο Συμεών (δεν είχε λάβει ακόμη το όνομα Σιλουανός), σκέφθηκε: “Εάν ούτος είναι άγιος, άρα ο Θεός είναι μεθ’ ημών, και δεν είναι αναγκαίο να περιοδεύσω όλον τον κόσμον προς αναζήτησιν αυτού”.

ε) Με τη σκέψη αυτή η καρδιά του πυρώθηκε από την αγάπη του Θεού. Η χαρά του που ξαναβρήκε την πίστη ήταν μεγάλη, αφού για δεκαπέντε χρόνια αμφέβαλλε. Τον εντυπωσίαζαν οι βίοι των αγίων, αλλά ζούσε ακόμη κοσμική ζωή. Τελικά το ανήσυχο πνεύμα του τον οδήγησε στο Άγιον Όρος, όπου επιδόθηκε με ένταση στην άσκηση και την καρδιακή προσευχή. Πάλευε κυριολεκτικά με τους πειρασμούς, αλλά με την επίσκεψη της χάριτος και την εμπειρία του θείου φωτός αναδεικνυόταν νικητής. Βίωνε την οδύνη της απουσίας της χάριτος αλλά και τη γλυκύτητα της θείας επίσκεψης.

στ) Όταν ο Άγιος Σιλουανός ζήτησε από τον Θεό την οδό της ταπείνωσης, του αποκαλύφθηκε ο λόγος: “Κράτα τον νου σου στον Άδη και μη απελπίζου”. Ασκώντας το διακόνημα του οικονόμου στο μοναστήρι του Αγίου Παντελεήμονος, είχε υπό την εποπτεία του διακόσιους περίπου εργάτες. Το γεγονός αυτό, ενώ κάποια στιγμή τον κούρασε και τον έκανε να αποσυρθεί στην ησυχία, όταν επανήλθε τον οδήγησε στην αδιάλειπτη προσευχή για τον απλό λαό του Θεού, όλη την ανθρωπότητα, “όλο τον Αδάμ”.

ζ) Η προσευχή “υπέρ όλου του κόσμου” και η αγάπη προς τους εχθρούς κατείχαν κεντρική θέση στις διδαχές του. Παράλληλα έγραφε: “Ο άνθρωπος από τη φύση του είναι ευπαθής σαν το αγριολούλουδο. Όλοι το αγαπούν και όλοι το ποδοπατούν. Άλλοτε βρίσκεται σε δόξα και άλλοτε σε ατιμία. Όποιος, όμως, αγαπά τον Θεό, ευχαριστεί τον Κύριο για όλες τις θλίψεις και παραμένει ήρεμος και στην τιμή και την εξουθένωση”. Η πνευματική ακτινοβολία του Αγίου Σιλουανού καθρεπτίζεται στις συγγραφές του γέροντος Σωφρονίου και αποτελεί σπουδαία παρακαταθήκη για την Εκκλησία.

πηγή: www.pemptousia.gr

«Ο Χριστός είναι κάθε ημέρα μαζί μας»


Γέροντος Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτου

Ο Σωτήρ καταδέχθηκε να φορέσει την ανθρώπινη φύση και επιπλέον να κάνει την περιτομή της σαρκός του.

Αυτό θέλει να μας δείξει πως ο Χριστός είναι κάθε ημέρα μαζί μας. Ας ξέρουμε ότι είμαστε συνεχώς μαζί με τον Χριστό. Ποιος δεν θα είναι ευτυχισμένος όταν το καταλάβει. Είπαμε ότι ο Χριστός έλαβε σάρκα. Ο Χριστός δεν είναι δυνατόν πλέον να ζήσει χωρίς την σάρκα του. Το ίδιο και εμείς δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς τον Χριστό. Επομένως η σάρκα μας που ντύθηκε ο Χριστός τον περικλείει…. Γι αυτό δεν είναι δυνατόν να χωριστούμε από αυτόν. Αδιαλείπτως είμαστε αδιαίρετοι από τον Χριστό.

Στην Λειτουργία όταν κάνουμε την θεία Κοινωνία, ρίχνομε μέσα στο Άγιο Ποτήριο κρασί και νερό και μετά βάζουμε τον άρτο. Ευλογούμε το κρασί και το κάνομε αίμα Χριστού. Ο Χριστός είναι εκεί. Γιατί βάζουμε και κρασί και νερό; Εάν δεν βάλουμε νερό, δεν γίνεται Χριστός. Εάν βάλουμε μόνο νερό και δεν βάλουμε κρασί, πάλι δεν γίνεται Χριστός. Γιατί; Για να μας θυμίζει το γεγονός της σημερινής μας γιορτής. Το κρασί είναι ο τύπος του Χριστού που μεθάει τις καρδιές, και το νερό είναι ο λαός του Θεού. Όπως δεν γίνεται να υπάρχει Χριστός χωρίς σάρκα – ο Θεός δεν δέχεται να σταθεί πουθενά χωρίς τον άνθρωπο, χωρίς τον λαό -, το ίδιο, όπου εγώ, εκεί και ο Θεός. Η χαρά μας λοιπόν είναι άνετη και εύκολη, διότι είναι Αυτός.

Αδελφοί μου, σας εύχομαι η καινούργια χρονιά να είναι γεμάτη από χαρά και ευτυχία. Χρόνια πολλά σας εύχομαι. Χρόνια πολλά, για να αυξάνεται η χαρά σας και η ευτυχία σας με την παρουσία του Θεού μέσα σας.

πηγή: orthodoxianewsagency

Πώς να κάνετε νοερά προσευχή αδιαλείπτως


Η πράξη της νοεράς προσευχής είναι να βιάσεις τον εαυτόν σου να λέγεις συνεχώς την ευχή με το στόμα αδιαλείπτως.

Στην αρχή γρήγορα, να μην προφθάνει ο νους να σχηματίζει λογισμό μετεωρισμού.

Να προσέχεις μόνο στα λόγια: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με».

Όταν αυτό πολυχρονίσει, το συνηθίζει ο νους και το λέγει και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχεις μέλι στο στόμα σου και θέλεις να το λέγεις. Αν το αφήσεις στενοχωρείσαι πολύ.

Όταν το συνηθίσει ο νους και χορτάσει -το μάθει καλά- τότε το στέλνει στην καρδιά…

Επειδή ο νους είναι ο τροφοδότης της ψυχής και μεταφέρει στην καρδιά οτιδήποτε φαντασθεί.

Όταν ο ευχόμενος κρατεί τον νου του να μη φαντάζεται τίποτε, αλλά να προσέχει μόνο τα λόγια της ευχής…

τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποια βία και θέληση δική του τον κατεβάζει στην καρδιά, και τον κρατεί μέσα και λέγει με ρυθμό την ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» … 

Αν θέλεις να βρεις τον Θεό δια της «ευχής» δεν θα σταματάς ποτέ αυτήν την εργασία.

Όρθιος, καθήμενος, βαδίζοντας δεν θα μένεις χωρίς την ευχή.

Να μη βγαίνει πνοή χωρίς την ευχή για να εφαρμόζεται ο λόγος του Παύλου «αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε».

Εάν μπορέσεις να λέγεις την «ευχή» εκφώνως και συνέχεια, σε δύο-τρεις μήνες πιστεύω την συνηθίζεις και μετά πλησιάζει η Θεία Χάρις και σε ξεκουράζει…

Αρκεί να μη σταματήσεις να την λέγεις με το στόμα, χωρίς διακοπή.

Όταν την παραλάβει ο νους τότε θα ξεκουρασθείς με την γλώσσα να την λέγεις.

Όλη η βία είναι στην αρχή, έως ότου γίνει συνήθεια.
Κατόπιν θα την έχεις σ” όλα τα χρόνια της ζωής σου.
Μόνο κτύπα ευθέως την θύρα του θείου ελέους και πάντως ο Χριστός μας θα σου ανοίξει, εάν επιμένεις.

Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής

Αγιογραφικό ανάγνωσμα


Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον 
ιδ΄ 35 - ιε΄ 9
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἐπιγνόντες τὸν Ἰησοῦν οἱ ἄνδρες τῆς γῆς Γεννησαρέτ, ἀπέστειλαν εἰς ὅλην τὴν περίχωρον ἐκείνην, καὶ προσήνεγκαν αὐτῷ πάντας τοὺς κακῶς ἔχοντας, 36καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα κἄν μόνον ἅψωνται τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ· καὶ ὅσοι ἥψαντο διεσώθησαν. Τότε προσέρχονται τῷ Ἰησοῦ οἱ ἀπὸ Ἱεροσολύμων γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι λέγοντες· 2Διατί οἱ μαθηταί σου παραβαίνουσι τὴν παράδοσιν τῶν πρεσβυτέρων; οὐ γὰρ νίπτονται τὰς χεῖρας αὐτῶν ὅταν ἄρτον ἐσθίωσιν. 3ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς· Διατί καὶ ὑμεῖς παραβαίνετε τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν παράδοσιν ὑμῶν; 4ὁ γὰρ Θεὸς ἐνετείλατο λέγων· τίμα τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα· καί· ὁ κακολογῶν πατέρα ἢ μητέρα θανάτῳ τελευτάτω· 5ὑμεῖς δὲ λέγετε· ὃς ἂν εἴπῃ τῷ πατρὶ ἢ τῇ μητρί, δῶρον ὃ ἐὰν ἐξ ἐμοῦ ὠφεληθῇς, καὶ οὐ μὴ τιμήσει τὸν πατέρα αὐτοῦ ἢ τὴν μητέρα αὐτοῦ· 6καὶ ἠκυρώσατε τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ διὰ τὴν παράδοσιν ὑμῶν. 7ὑποκριταί! καλῶς προεφήτευσε περὶ ὑμῶν Ἡσαΐας λέγων· 8ἐγγίζει μοι λαὸς οὗτος τῷ στόματι αὐτῶν καὶ τοῖς χείλεσίν με τιμᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ' ἐμοῦ· 9μάτην δὲ σέβονταί με, διδάσκοντες διδασκαλίας ἐντάλματα ἀνθρώπων. 

Νεοελληνική απόδοση:
 Καὶ ὅταν οἱ ἄνθρωποι τοῦ τόπου ἐκείνου τὸν ἀνεγνώρισαν, ἔστειλαν ἀγγελιοφόρους εἰς ὅλην τὴν περιοχὴν ἐκείνην καὶ τοῦ ἔφεραν ὅλους τοὺς ἀσθενεῖς. Καὶ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ τοὺς ἀφήσῃ νὰ ἀγγίξουν μόνον τὴν ἄκρη τοῦ ἐνδύματός του· καὶ ὅσοι τὸν ἄγγισαν ἐθεραπεύθησαν. Τότε ἔρχονται πρὸς τὸν Ἰησοῦν ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα γραμματεῖς καὶ Φαρισαῖοι καὶ τοῦ ἔλεγαν, «Γιατὶ οἱ μαθηταὶ σου παραβαίνουν τὴν παράδοσιν τῶν πρεσβυτέρων; Δὲν πλένουν τὰ χέρια ὅταν πρόκειται νὰ φάγουν». Αὐτὸς δὲ τοὺς ἀπεκρίθη, «Γιατὶ καὶ ἐσεῖς παραβαίνετε τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ χάριν τῆς παραδόσεώς σας; Ὁ Θεὸς εἶπε, «Νὰ τιμᾷς τὸν πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου», καὶ, «Ἐκεῖνος, ποὺ ὑβρίζει πατέρα ἢ μητέρα ὀφείλει νὰ θανατωθῇ». Σεῖς δὲ λέγετε, «Ἐκεῖνος ποὺ θὰ πῇ εἰς τὸν πατέρα του ἢ τὴν μητέρα του, Ὅ,τι ἔχεις νὰ ὠφεληθῇς ἀπὸ ἐμέ, αὐτὸ δίδεται ὡς δῶρον εἰς τὸν Θεόν, αὐτὸς δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ τιμήσῃ τὸν πατέρα του ἢ τὴν μητέρα του». Καὶ ἀκυρώσατε τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ χάριν τῆς παραδόσεώς σας. Ὑποκριταί, εἶχε δίκηο ὁ Ἡσαΐας, ὅταν ἐπροφήτευσε γιὰ σᾶς: Ὁ λαὸς ἀυτὸς μὲ τὸ στόμα τους μὲ πλησιάζει καὶ μὲ τὰ χείλη μὲ τιμᾶ, ἐνῷ ἡ καρδιά τους εἶναι πολὺ μακρυὰ ἀπὸ ἐμέ· μάταια μὲ λατρεύουν, ἀφοῦ διδάσκουν διδασκαλίες καὶ ἐντολὲς ἀνθρώπινες».

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


"Πουθενά δεν βρίσκεται η αγάπη χωρίς ταπείνωση, ούτε ταπείνωση χωρίς αγάπη. Ο κλέφτης αποφεύγει τον ήλιο και ο υπερήφανος καταφρονεί την ταπείνωση." 

Αγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης

Τρίτη, 30 Ιουλίου 2019

Τέτοιους μεθύστακες αγαπά ο Θεός!


Σε επίσκεψη του αββά Δανιήλ από τη Σκήτη σε ένα γυναικείο μοναστήρι που ονομαζόταν του αββά Ιερεμία αντίκρισε μέσα στην εσωτερική αυλή μια μοναχή να κοιμάται, φορώντας σχισμένα παλαιά ρούχα.

Λέει ο γέροντας· «Ποιά είναι αυτή που κοιμάται;».

Του άπαντα μία από τις αδελφές· «Είναι μεθυσμένη και δεν ξέρουμε τι να την κάνουμε. Να την πετάξουμε έξω από το μοναστήρι φοβόμαστε το κρίμα, αν την αφήσουμε όμως σκανδαλίζει τις αδελφές».


Λέει ο γέροντας στον μαθητή του· «Πάρε τη λεκάνη και άδειασε την πάνω της». Όταν το έκανε, αμέσως αυτή σηκώθηκε σαν από μεθύσι.

Του λέει η ηγουμένη· «Δέσποτα έτσι είναι πάντοτε».

Ενώ πήγαιναν να αναπαυθούν, λέει ο άββάς Δανιήλ στον μαθητή του: «Πήγαινε και δες που κοιμάται η μεθυσμένη, κάπου στην εσωτερική αυλή βρισκόταν».

Αυτός πηγαίνει, βλέπει και του λέγει:«Είναι κοντά στα αφοδευτήρια».

Λέγει ο γέροντας στον μαθητή του· «Μείνε άγρυπνος αυτή τη νύχτα μαζί μου».

Όταν αναπαύθηκαν όλες οι αδελφές, παίρνει ο γέροντας τον μαθητή του και πηγαίνει πίσω από ένα χώρισμα.

Τότε βλέπουν τη μεθυσμένη να σηκώνεται και να υψώνει τα χέρια της στον ουρανό, και τα δάκρυα της να τρέχουν σαν ποτάμι, να κινούνται τα χείλη της, να κάνει μετάνοιες και όταν αντιλαμβανόταν καμιά αδελφή να πηγαίνει στα αφοδευτήρια, έπεφτε στο έδαφος ροχαλίζοντας.

Έτσι περνούσε όλες τις μέρες της. Λέει λοιπόν ο γέροντας στον μαθητή του· «Φώναξε μου την ηγουμένη διακριτικά». Πήγε και τη φώναξε καθώς και τη δεύτερη στη σειρά και ολόκληρη τη νύχτα έβλεπαν αυτά που έκανε.

Η ηγουμένη άρχισε να λέει κλαίγοντας· «Αχ για πόσα κακά δεν την κατηγόρησα». Κι όταν ακούστηκε το εγερτήριο, διαδόθηκε γι’ αυτήν στην αδελφότητα.

Αυτή κατάλαβε τι έγινε και φεύγει κρυφά και πηγαίνει εκεί που κοιμόταν ο γέροντας και κλέβει το ραβδί του και την κάπα του και ανοίγει με προσοχή την πόρτα του μοναστηριού και γράφει ένα σημείωμα, το οποίο τοποθετεί στην κλειδαριά της πόρτας, λέγοντας· «Να προσεύχεσθε για μένα και να μου συγχωρήσετε για όσα σας έφταιξα» και εξαφανίστηκε.

Όταν ξημέρωσε, την αναζήτησαν, αλλά δεν την βρήκαν. Πηγαίνουν στην είσοδο της μονής και βρίσκουν ανοιχτή τη πόρτα και το σημείωμα εκεί και γίνεται μεγάλος θρήνος στο μοναστήρι.

Και λέει ο γέροντας· «Εγώ γι’ αυτήν ήλθα εδώ, γιατί τέτοιους μεθύστακες αγαπά ο Θεός».

Όλες οι μοναχές εξομολογούνταν στον γέροντα τι είχαν κάνει σε βάρος της.

Και αφού ευλόγησε ο γέροντας τις αδελφές, αναχώρησε μαζί με τον μαθητή του για το κελλί τους, δοξάζοντας και ευχαριστώντας τον Θεό, ο όποιος μόνον αυτός γνωρίζει πόσους κρυφούς δούλους έχει.

(Δημητρίου Γ. Τσάμη, «Μητερικόν», τ. Α).
Πηγή: Απόψεις για τη Μονή Βατοπαιδίου (και όχι μόνο)

«Όταν ερχόσασθε στον δρόμο τι συζητούσατε;»


Ανεβαίνοντας δύο φίλοι στον ναό της Θ. Αναλήψεως για να εξομολογηθούν στον π. Ιερώνυμο τον Σιμονοπετρίτη, κατέκριναν κάποιον γνώριμό τους.

Συμφώνησαν να μην το πουν στον Γέροντα, γιατί δεν το θεώρησαν κάτι σπουδαίο. Αφού τελείωσαν την εξομολόγηση τους λέει :

– Έχετε τίποτα άλλο ;

-Όχι, απάντησαν εκείνοι.

-Ας διαβάσουμε κάτι είπε ο Γέροντας.

Άρχισε να διαβάζει………… Σε μια στιγμή σταμάτησε και τους ξαναρώτησε, μήπως θυμήθηκαν κάτι. Εκείνοι πάλι αρνήθηκαν και αυτός συνέχισε την ανάγνωση.

Ο λόγος ήταν περί κατακρίσεως, του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Πριν φύγουν τους λέει :

-Όταν ερχόσασθε, στον δρόμο τι συζητούσατε ;

Οι ένοχοι τάχασαν ! Κατάλαβαν το σφάλμα τους και έσπευσαν να το εξομολογηθούν.

ΠΗΓΗ : ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΙ, τομ. ΠΡΩΤΟΣ, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2000, σ. 101.
Πηγή: Τριβώνιο

Τα πρόσφορα για τη Κερασιά!


Ένας Γέροντας από τη Κερασιά του Αγίου Όρους έστειλε τον υποτακτικό του π. Συμεών στην Ι. Μονή Γρηγορίου για να ζητήσει μερικά πρόσφορα, που τους ήταν απαραίτητα για την Θ. Λειτουργία.

Ο Γέροντας δεν έβλεπε σ΄ αυτή την αποστολή κανέναν άλλο σκοπό. Ο Θεός όμως σχεδιάζει να προσφέρει στον υποτακτικό και κάποια ευλογημένη έκπληξη.

Να του ανοίξει ένα παράθυρο από τον κόσμο των θείων χαρισμάτων. Να τον διδάξει ακόμη ότι οι θυσίες της μοναχικής ζωής βραβεύονται με ουράνιες δωρεές.


Ανεβαίνοντας λοιπόν ο π. Συμεών από το λιμάνι προς το μοναστήρι σκεπτόταν πώς θα ενεργήσει. Κατ΄ αρχήν θα έπρεπε να βρει τον ηγούμενο και να του αναφέρει την υπόθεση.

Έπειτα με την ευλογία του ηγουμένου να ζητήσει τον αρμόδιο μοναχό. Και ο μοναχός αυτός, ο προσφοράρης, να του δώσει τα ορισμένα πρόσφορα.

Έτσι υπελόγισε ότι θα εξελισσόταν τα πράματα. Αλλά δεν εξελίχθηκαν έτσι. Μπροστά στην πύλη της μονής ο κερασιώτης μοναχός αντίκρισε τον ηγούμενο Αθανάσιο. Κάτι κρατούσε στα χέρια του.

Τον σταμάτησε και του λέει :

Πάρ΄ τα, παιδί μου, αυτά. Είναι τα πρόσφορα, για τα οποία σ΄ έστειλε εδώ ο Γέροντάς σου.

Ο π. Συμεών έμεινε άναυδος ! Ψηλάφισε κι αυτός τ΄ αψηλάφητα. Αντιλήφθηκε πως ο Άθως έτρεφε ακόμη αγίους ανθρώπους γεμάτους θείο φωτισμό.

Ενώ επέστρεφε προς τον Γέροντά του, ολόκληρος ο ψυχικός του κόσμος είχε υποστεί μια πρωτοφανή μυστική αλλοίωση. Το περιστατικό αυτό ήταν μια χρυσή σελίδα μέσα στο βιβλίο της ζωής του.

Και κάθε τόσο το εδιηγείτο με έκδηλη ευχαρίστηση και ενθουσιασμό.

ΠΗΓΗ : ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΙ, τομ. ΠΡΩΤΟΣ, ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2000, σ. 96 κ.ε.
Πηγή:Τριβώνιο

Ένας ιερεύς ζηλωτής, με πλούσια δράση, είδε κάποτε ένα όνειρο…


Ο π. Στέφανος Ἀναγνωστόπουλος μας αφηγείται ένα ασυνήθιστο περιστατικό στο οποίο ο καθένας ίσως θα μπορούσε να δει μια εικόνα του εαυτού του.

Σ’ ένα άρθρο από το περιοδικό «ΕΦΗΜΕΡΙΟΣ» (1-11-1956), το οποίο είχε φυλάξει στο αρχείο του ο αείμνηστος Γέροντας, πατήρ Αρσένιος Κομπούγιας, του ησυχαστηρίου «Παναγία η Γοργοεπήκοος» στη Ναύπακτο, γράφει το εξής σημαντικό γεγονός:

Ένας ιερεύς ζηλωτής, με πλούσια δράση, είδε κάποτε ένα όνειρο. Ο ίδιος μας το έχει περιγράψει ως εξής:

«Καθόμουνα στην πολυθρόνα μου, κουρασμένος κι εξαντλημένος από την εργασία. Το σώμα μου πονούσε απ’ τη μεγάλη κόπωση.

Πολλοί στην ενορία μου ζητούσαν τον πολύτιμο «Μαργαρίτη». Καί πολλοί τον είχαν βρεί. Η ενορία μου προόδευε από κάθε άποψη. Η ψυχή μου πλημμύριζε από χαρά, ελπίδα και θάρρος. Τα κηρύγματά μου έκαναν μεγάλη εντύπωση. Πολλοί προσήρχοντο στην Εξομολόγηση. Η εκκλησία μου ήταν πάντοτε ασφυκτικά γεμάτη. Είχα κατορθώσει να κινητοποιήσω ολόκληρη την ενορία.

Ικανοποιημένος απ’ όλα, εργαζόμουνα κάθε μέρα μέχρις εξαντλήσεως. Ενώ σκεπτόμουνα όλα αυτά, χωρίς να το καταλάβω, με πήρε ο ύπνος. Τότε συνέβη το εξής, που θα σας περιγράψω:

Ένας ξένος μπήκε στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήσει την πόρτα. Το πρόσωπό του ήταν γλυκό κι είχε μεγάλη πνευματικότητα. Ήταν καλά ντυμένος και κρατούσε στο χέρι του μερικά όργανα χημικού εργαστηρίου. Η όλη του εμφάνιση προκαλούσε παράξενη εντύπωση. Ο ξένος με πλησίασε. Κι ενώ μου άπλωνε το χέρι του για να με χαιρετήσει, με ρώτησε:

-Πως πάει ο ζήλος σου;

Η ερώτηση αυτή μου προξένησε μεγάλη χαρά. Γιατί ήμουν πολύ ικανοποιημένος με το ζήλο μου. Καί δεν είχα καμία αμφιβολία, πως κι αυτός ο ξένος θα ήταν πολύ χαρούμενος, αν τον γνώριζε.

Τότε, όπως θυμάμαι απ’ το όνειρό μου, για να του δείξω πόση αξία έχει ο ζήλος μου, σαν να έβγαλα απ’ το στήθος μου μια συμπαγή μάζα, που ακτινοβολούσε σαν χρυσάφι. Τού την έβαλα στο χέρι και του λέω:

-Αυτός είναι ο ζήλος μου.

Εκείνος την πήρε και τη ζύγισε προσεκτικά πάνω στη ζυγαριά του:

-Ζυγίζει πενήντα κιλά, μου λέει σοβαρά.

Εγώ μόλις που μπορούσα να συγκρατήσω τη χαρά μου για το βάρος αυτό. Εκείνος όμως με σοβαρότητα, σημείωσε το βάρος σ’ ένα χαρτί και συνέχισε την εξέτασή του.

Έσπασε τη μάζα εκείνη σε κομμάτια και την έβαλε μέσα σ’ ένα χημικό τηγάνι πάνω στη φωτιά. Όταν η μάζα έλειωσε και καθαρίστηκε, την έβγαλε απ’ τη φωτιά. Ξεχώρισε τα διάφορα στοιχεία. Όταν αυτά κρύωσαν, σχηματίσθηκαν διάφορα κομμάτια. Τα άγγιζε μ’ ένα σφυράκι και ζύγιζε το βάρος κάθε κομματιού πάνω στο χαρτί.

Όταν τελείωσε, μου έριξε μια ματιά γεμάτη από συμπόνια και μου λέει:

-Εύχομαι να σε λυπηθεί ο Θεός και να σωθείς.

Κι αμέσως, εγκατέλειψε το δωμάτιο.
Στο χαρτί που μου άφησε στο τραπέζι, ήταν γραμμένα τα εξής:

Ανάλυσις του ζήλου του ιερέως Χ.

Συνολικόν βάρος: 50 κιλά

Η προσεκτική ανάλυσις παρουσιάζει τα εξής στοιχεία:

• Φανατισμός: 5 κιλά.
• Προσωπική φιλοδοξία: 15 κιλά.
• Φιλοχρηματία: 12 κιλά.
• Τάση προς επιβολή και κυριαρχία πάνω στις ψυχές: 8 κιλά.
• Επίδειξις: 10 κιλά παρά 20 γραμμάρια.
• Αγάπη προς τον Θεό: 10 γραμμάρια.
• Αγάπη προς τους ανθρώπους: 10 γραμμάρια.

Σύνολον: 50 κιλά.

Η παράξενη συμπεριφορά του ξένου και η ματιά με την οποία με αποχαιρέτησε, μου μετέδωσαν κάποια ανησυχία. Μα όταν είδα το αποτέλεσμα της εξετάσεώς του, ένοιωσα τα γόνατά μου να λυγίζουν.

Θέλησα στην αρχή ν’ αμφισβητήσω την ορθότητα των αριθμών. Μα εκείνη τη στιγμή άκουσα έναν αναστεναγμό του ξένου, που είχε φθάσει στην εξώπορτα. Ηρέμησα κι άρχισα να σκέπτομαι πιο ψύχραιμα. Μα καθώς σκεπτόμουν, σκοτείνιασε μπροστά μου. Δεν μπορούσα να διαβάσω το χαρτί, που κρατούσα στα χέρια μου. Αγωνία και φόβος με κατέλαβαν. Στα χείλη μου ήλθε η κραυγή:

-Κύριε, σώσον με…

Έριξα πάλι μια ματιά στο χαρτί. Ξαφνικά, μεταμορφώθηκε αυτό σ’ έναν ολοκάθαρο καθρέπτη, που καθρέπτιζε την καρδιά μου. Ένοιωσα και ανεγνώρισα την κατάστασή μου. Με δάκρυα στα μάτια παρακαλούσα τον Κύριο να μ’ ελευθερώσει απ’ το ΕΓΩ μου. Τέλος, ξύπνησα με μια κραυγή αγωνίας.

Στα περασμένα χρόνια, παρακαλούσα τον Θεό να με σώσει από διαφόρους κινδύνους. Μα από την ημέρα εκείνη, άρχισα να παρακαλώ τον Θεό να μ’ ελευθερώσει από το δικό μου ΕΓΩ.

Γιά πολύ καιρό ένοιωθα ταραγμένος. Τέλος, ύστερα από επίμονες προσευχές, ένοιωσα το φως του Κυρίου να πλημμυρίζει την καρδιά μου και να καίει τ’ αγκάθια του εγωκεντρισμού μου. Όταν ο Κύριος με καλέσει κοντά Του, θα Τον ευχαριστήσω ολόθερμα για την αποκάλυψη εκείνης της ημέρας, γιατί μου φανέρωσε τότε τον αληθινό εαυτό μου και οδήγησε τα πόδια μου στον πιο στενό, αλλά και πιο όμορφο δρόμο. Από τότε κάθε μέρα ανανέωνα τις αποφάσεις μου.

Εκείνη η επίσκεψη που μου έκανε Εκείνος που «ετάζει καρδίας και νεφρούς» (πρβλ. Ψαλμ. 7:10), με έκανε άλλον άνθρωπο και ωφέλησε πολύ την εργασία μου».

π. Στέφανος Ἀναγνωστόπουλος

Ας μιμηθούμε αυτή τη βασανισμένη οικογένεια


Την ιστορία αυτή την αφηγήθηκε η μητέρα μιας Μοναχής και αφορούσε την δική της οικογένεια.

Είπε: “Κατά την διάρκεια της γερμανικής κατοχής υποφέραμε πολύ. Έφθασε ημέρα που στο σπίτι μας δεν υπήρχε τίποτε άλλο εκτός από νερό! Τότε ο πατέρας μου μας πήρε από το χέρι και ανεβήκαμε ψηλά στο βουνό, που δέσποζε πάνω από το χωριό που μέναμε, και μαζέψαμε λούπινα.

Τα χιλιοέβρασε η καημένη η μητέρα μου, αλλά δεν λέγανε να ξεπικρίσουν. Με αυτά ξεγελούσαμε την πείνα μας, αλλά τα μάτια μας έκαιγαν από την πίκρα. Και να φανταστεί κανείς ότι είχαμε και σοβαρά άρρωστη την μεγαλύτερη αδελφούλα μου. Αλλά και τα δύο αδέλφια μου αγόρια που εργάζονταν κι ήταν πάνω στην ανάπτυξή τους τί να φάνε;

Κάποτε η μητέρα εξοικονόμησε ένα κομματάκι σοκολάτα! Κανένας Άγγλος στρατιώτης της την έδωσε; Aπό καμιά φιλανθρωπική οργάνωση την πήρε; Δεν γνωρίζω. Η καλή μας μητέρα ούτε που την άγγιξε. Την έφερε και κρυφά την έδωσε στην άρρωστη αδελφούλα μου, με την ελπίδα πως θα δυνάμωνε. (Μάταια όμως. ΣΕ λίγο καιρό πέθανε, την πήρε ο Θεός κοντά Του)

Ούτε όμως και η άρρωστη την έφαγε. Επειδή άκουσε πως την άλλη μέρα η μητέρα κι εγώ θα κατεβαίναμε στην πόλη με το γαϊδουράκι για κάποια αναγκαία εργασία και θα περπατούσαμε τουλάχιστον οκτώ με δέκα ώρες, με φώναξε κρυφά κοντά της και δίνοντάς μου το κομματάκι της σοκολάτας, μου είπε:

– Πάρε το, να το φας εσύ, αδελφούλα μου, γιατί έχεις να περπατήσεις πολύ αύριο και πρέπει να δυναμώσεις.

Την πήρα και την φύλαξα για την αυριανή οδοιπορία. ¨Όμως η καλή μου μητέρα έβαλε εμένα στο γαϊδουράκι κι εκείνη περπατούσε δίπλα με τα πόδια. Την παρακαλούσα ν’ ανέβει κι εκείνη, αλλά δεν θέλησε. Με λυπόταν γιατί ήμουν μικρό. Τότε έβγαλα από την τσεπούλα μου την σοκολάτα και της την έδωσα λέγοντας:

– Πάρε, μαμά, φάε εσύ σοκολάτα να δυναμώσης που περπατάς τόσες ώρες, αφού εμένα με πάει το γαϊδουράκι!

Πριν προλάβει να αρνηθεί, την έβαλα στα χέρια της. Τότε κοντοστάθηκε και την κοίταξε δακρυσμένη. Είχε ξαναγυρίσει στα χέρια της!”

Μια ελληνική οικογένεια βασανισμένη από την φτώχεια και την αρρώστια είχε τέτοιο ήθος, τέτοια αγάπη, τέτοια αυταπάρνηση! Ας την θαυμάσουμε αλλά και ας την μιμηθούμε!

«ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΥ ΚΟΣΜΟΥ Ουράνια μηνύματα Θαυμαστά γεγονότα» – ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΒΑΡΝΑΚΟΒΑΣ – ΔΩΡΙΔΑ 2009
πηγή: sfa-cryptochristian.blogspot.com
www.elromio.gr

Γιατί η Εκκλησία μάς μαθαίνει να νιώθουμε ένοχοι;


Γιατί η Εκκλησία μάς μαθαίνει να νιώθουμε ένοχοι;
Η αλήθεια είναι ότι η παρούσα ερώτηση περιέχει μια παγίδα. Διότι φέρνει ως δεδομένο ότι η Εκκλησία μας μαθαίνουμε να νιώθουμε ένοχοι. Πριν λοιπόν απαντήσουμε στο ερώτημα που τέθηκε, ας δούμε κατ’ αρχάς αν η Εκκλησία μας μαθαίνει να νιώθουμε ένοχοι.
 Στην πραγματικότητα η αμαρτία από μόνη της φέρνει την ενοχή στην ψυχή. Ας θυμηθούμε τον Αδάμ και την Εύα: αμέσως μετά το προπατορικό αμάρτημα, χωρίς ο Θεός να έχει πει τίποτα, οι Πρωτόπλαστοι έτρεξαν να κρυφτούν γιατί ένιωσαν την ενοχή να τους κατακλύζει (Γεν. γ΄ 8). Η ενοχή είναι άμεση συνέπεια της αμαρτίας, γιατί η αμαρτία είναι διακοπή της κοινωνίας με τον Θεό. Και οι άνθρωποι οι οποίοι νομίζουν ότι δεν έχουν ενοχές, στην ουσία έχουν αποκοιμίσει και φιμώσει τη συνείδησή τους.

 Όλοι οι άνθρωποι είμαστε ένοχοι! Από την εποχή που έγινε η πρώτη αμαρτία πάνω στη γη από τους Πρωτοπλάστους, όλοι οι άνθρωποι αμαρτάνουμε και άρα είμαστε ένοχοι ενώπιον του Θεού. Γιατί δεν υπάρχει άνθρωπος που να ζήσει σ’ αυτή τη γη και να μην αμαρτήσει, είτε είναι εντός Εκκλησίας είτε είναι εκτός Εκκλησίας.

Η Εκκλησία λοιπόν δεν μας «μαθαίνει να νιώθουμε ένοχοι». Αντίθετα, μας μαθαίνει να απαλλασσόμαστε από τις ενοχές, αφού μας συνδέει με τον ενανθρωπήσαντα Θεό Λόγο, που ήρθε στον κόσμο ακριβώς για να άρει, να καταργήσει την αμαρτία, την ενοχή και τον θάνατο (Πρβλ. Εβρ. β΄ 14-15). Η απολυτρωτική θυσία του Χριστού είχε ακριβώς αυτόν τον σκοπό.

  Η Εκκλησία, ακόμη, μας διδάσκει τις εντολές του Θεού, ώστε να βρίσκουμε ποιος είναι ο κατά Θεόν τρόπος ζωής. Μας δείχνει την σωτήρια πράξη της μετάνοιας: με αυτήν όλα τα άτοπα διορθώνονται. Η κίνηση αυτή της Εκκλησίας είναι γεμάτη αγάπη προς κάθε μέλος της. Γιατί η Εκκλησία είναι μητέρα όλων μας. Άραγε, ποιος θα κατηγορούσε τη μητέρα του επειδή όταν ήταν μικρός τον απέτρεψε βίαια από το να βάλει το χέρι του στη φωτιά; Ή, αφού το έβαλε και τσουρουφλίστηκε, τον αγκάλιασε μεν και τον περιποιήθηκε αλλά και του συνέστησε (ή και του απαγόρευσε) να μην ξαναπλησιάσει στη φωτιά; Εάν κανείς αντιληφθεί ότι η Εκκλησία είναι μητέρα, δεν θα νιώθει «περιορισμό» της ελευθερίας του.
 Φυσικά μπορεί κάποιος από υπερβολική ευαισθησία ή και από σχέση φόβου με τον Θεό να πνίγεται από τις ενοχές και να δυσκολεύεται πολύ. Προσοχή! Δεν χρειάζεται απελπισία! Δεν πρέπει να μένει η σκέψη μας στην ενοχή αλλά να προχωρούμε στη μετάνοια. Να τρέχουμε και πάλι στην αγκαλιά του Θεού Πατέρα σαν τον Άσωτο υιό της παραβολής και να ζητάμε συγχώρηση. Και είναι σίγουρο ότι ο Θεός θα μας συγχωρήσει. Κανένας να μην κλαίει χωρίς ελπίδα για τα λάθη του, γιατί από τον τάφο του Χριστού μας ανέτειλε η συγχώρηση (πρβλ κατηχητικό λόγο Αγ. Ιω. Χρυσοστόμου: μηδείς οδυρέσθω πταίσματα, συγγνώμη γαρ εκ του τάφου ανέτειλε).

  Αλλά όσο πιο βαθιά ζούμε την σχέση μας με τον Θεό, τόσο όλα αυτά τα αισθήματα υποχωρούν. Δεν είναι τυχαίο ότι οι μεγάλοι άγιοι της Εκκλησίας μας, αυτοί που σε σχέση με εμάς ήταν ελάχιστα αμαρτωλοί, ένιωθαν τεράστιο το βάρος των αμαρτημάτων τους και μάλιστα το εξέφραζαν στις προσευχές και στα γραπτά τους (π.χ. «Τούτο γνωρίζω, Σωτήρα μου, ότι κανείς άλλος δεν αμάρτησε ενώπιόν Σου όπως εγώ, ούτε έπραξε τις αμαρτωλές πράξεις που διέπραξα εγώ» – ζ΄ ευχή Θείας Μεταλήψεως, Συμεών Νέου Θεολόγου, «ο Ιησούς Χριστός ήλθε στον κόσμο να σώσει αμαρτωλούς, από τους οποίους πρώτος είμαι εγώ» –Απόστολος Παύλος στην Α΄ Προς Τιμόθεον επιστολή α΄ 15). Αλλά αυτό δεν τους έκανε να «πνίγονται»: ήταν σίγουροι ότι παλεύουν για την αγάπη του Θεού και ότι ο Θεός μπορεί να τους λυτρώσει και ότι τους βλέπει ως παιδιά Του· ένιωθαν άτακτα μεν παιδιά, παιδιά Του όμως. Και έτσι συνέβαινε το παράδοξο: να έχουν μεγάλη λύπη για το ότι λύπησαν τον Θεό και παράλληλα ακλόνητη πίστη και ελπίδα στο έλεός Του!

Αργά βαδίζει ο Χριστός…


Ο Χριστός βαδίζει αργά μέσα στην ιστορία. Αργά σαν το βαθύ ποτάμι που κάποιο παιδί θα το νόμιζε ακίνητο, αλλά που ο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να του φτιάξει φράγμα. Αργά σαν το σιτάρι που το σπέρνεις το φθινόπωρο και το χειμώνα νομίζεις ότι είναι νεκρό. Ακόμα δεν ήρθε η άνοιξη για τον σπόρο του Χριστού.

Ο δρόμος Του είναι δύσκολος, γι΄αυτό βαδίζει αργά. Πορεύεται μέσα από λακκούβες αίματος μέσα από το σκοτάδι των αμαρτιών, και μέσα από τα αγκάθια των ληστών. Είναι στενός ο δρόμος Του και πολλοί οι πεσμένοι αμαρτωλοί βρίσκονται στον γκρεμό και στις δυο πλευρές του δρόμου Του. Εκείνος πρέπει να σκύβει στις δυο πλευρές, να τους σηκώνει και να τους τραβά πίσω Του και να περπατά προς τα εμπρός. Γι΄αυτό βαδίζει αργά.

Βαδίζει αργά γιατί το πλήρωμά Του είναι μακριά. Το πλήρωμά Του επεκτείνεται στα πέρατα της ιστορίας και η θέση Του είναι στα έσχατα…

(από την εισαγωγή του π. Αλεξάνδρου Σμέμαν)

Αργά βαδίζει ο Χριστός… Προσέχει που θα σταθεί το άγιο πόδι Του, γιατί δεν θέλει να σταθεί στο αίμα. Επιλέγει στενά σοκάκια στη γη, στενόχωρα, γιατί δεν μπορεί να περπατά στην πλατιά ιδιοκτησία της αμαρτίας. Ξεγλιστρά ανάμεσα στους ληστές , διαγκωνιζόμενος διαρκώς, γιατί πρέπει να περάσει μπροστά.

Έρχεται, φερ΄ ειπείν ο Χριστός σε εμάς σαν φιλοξενούμενος και μας ρωτά:

«Δείξτε μου δρόμο χωρίς αίμα, χωρίς αμαρτία και ληστές!»

Ποια απάντηση θα μπορούσαμε να Του δώσουμε; Πού θα βρίσκαμε δρόμο άξιο του βαδίσματός Του; Εάν κόχλαζε όλο το ξεραμένο αίμα από τη γη, η γη θα παρουσίαζε έναν ωκεανό αίματος. Εάν άναβε φωτιά σε κάθε μέρος ατιμασμένο από την αμαρτία , η γη θα είχε μεταμορφωθεί σε μία φλεγόμενη κόλαση. Εάν είχαν αναστηθεί όλοι οι νεκροί ληστές και παρέλαυναν στη γη μαζί με τους ζωντανούς, η γη θα ήταν ένα αδιάβαστο δάσος ανθρωπίνων σωμάτων.

************

Ω, Κύριε, μεγάλη είναι η αισιοδοξία Σου! Όταν εμάς πονέσει το μικρό μας δαχτυλάκι, γινόμαστε απαισιόδοξοι. Ενώ η δική Σου πίστη στην νίκη του καλού δεν αποδυναμώνεται ακόμα και όταν όλοι μας καρφώνουμε από ένα αγκάθι στο σώμα Σου.

Είναι μικροί και κοντινοί οι στόχοι μας, γι΄ αυτό τους προφταίνουμε τρέχοντας. Ενώ ο δικός Σου στόχος είναι μεγάλος και μακρύς, και Εσύ περπατάς βήμα βήμα.

Κύριε, κατεύθυνέ μας προς το στόχο Σου. Άπλωσε έστω μια σκιά του Πνεύματός Σου στο λόγο μας και εμείς θα γίνουμε αρκετά λογικοί’ άπλωσε έστω μια σκιά από την ευγένειά Σου στην καρδιά μας και η καρδιά μας θα καθαρίσει. Και εμείς θα δούμε τον Θεό όπως Τον έβλεπες Εσύ, όταν περπατούσες στη γη, κάτω από τον σταυρό και το αγκαθωτό Σου στεφάνι’ και θα ζήσουμε μαζί με τον Θεό, όπως ζούσες και Εσύ μαζί Του. 

Στην ένωση με τον Θεό θα πράττουμε θαύματα μεγάλα , όπως μεγάλα ήταν και τα δικά Σου. Είναι πλέον καιρός να ωριμάσει ο κόσμος. Φώτισέ μας με το Φως Σου, γιατί στον ίσκιο δεν ωριμάζει τίποτα. Κάτω από τις ακτίνες μας το λογικό Σου θα ωριμάσει και η ψυχή μας θα μεγαλώσει πολύ. Και εμείς θα γίνουμε ένα μαζί Σου, όπως είσαι Εσύ, Κύριε, ένα με τον Ουράνιο Πατέρα. Αμήν.

από το βιβλίο: Αργά βαδίζει ο Χριστός, 
Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, εκδόσεις Εν Πλω

Πολλές ηθικές


Οι πολυάριθμες ηθικές δεν είναι άλλο παρά ετικέτες.

Οι πολυάριθμες ηθικές εμφανίζονται και εμφανίζονταν σε καιρούς παρακμής και κάποι­ων αρχαίων λαών, όποτε η κατώτερη φύση του ανθρώπου επιθυμήσει την κυριαρχία πάνω στην υψηλότερη και όποτε το λογικό του ανθρώπου αρπάζει τη διοίκηση του βασιλείου της ηθικής.

Όποτε η γη προσπαθεί να δημιουργήσει ουρανό δεν δημιουργεί τον ουρανό αλλά μόνο πολλές σκηνές που μοιάζουν με ουρανό.

Όποτε το λογικό του ανθρώπου ο υπηρέτης του νου και ένας από τους πράκτορες της ψυχής αναλαμβάνουν να δημιουργήσουν την ηθική, δεν δημιουργούν ηθική αλλά πολυάριθμες σκηνές της ηθικής, οι οποίες πράγματι μοιάζουν με ηθική -όπως η σκηνή με τον ουρανό- όμως δεν είναι τίποτα άλλο παρά ετικέτες.

Γι’ αυτό όταν ακούς για κάποια νέα ηθική της λογικής, αμέσως ρώτησε αυτή τη νέα ηθική πώς βγάζει το σκουλήκι από τη βελανιδιά;

Δηλαδή, πώς αυτή η νέα ηθική τραβά την αμαρτία από την ανθρώπινη ψυχή.

Σ’ όλα σου τα ερωτήματα σχετικά με το τί να κάνεις με την ήδη έμπρακτη αμαρτία, η οποία ήδη ετοίμασε τη φωλιά της στην ψυχή σου, όλες αυτές οι ετικέτες θ’ απαντήσουν με σιωπή. 

Κι όσο εσύ περισσότερο επιμένεις σ’ αυτό το βασα­νιστικό και φοβερό ερώτημά σου, τόσο η σιωπή τους θα είναι όλο και πιο φοβερή και αφηρημένη. Επειδή οι ζευγάδες θα αντιληφθούν ότι ξεκί­νησαν τη σπορά πριν βάλουν το υνί στον αγρό.

Εφόσον, πράγματι, δεν βοηθήθηκε η βελανι­διά, με το να της πούνε: Μην αφήνεις άλλα σκουλήκια κάτω από τη φλοίδα σου! 

Μπορεί η βελανιδιά να μην αφήσει ούτε ένα σκουλήκι, αλλά εκείνο, που είναι ήδη μέσα της δεν χρειά­ζεται περισσότερη συντροφιά απ’ έξω. Αυτό είναι ικανό και μόνο του να τελειώσει το κατα­στρεπτικό του έργο.

(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Στοχασμοί περί καλού και κακού, εκδ. Εν πλω, Σ. 151-152)

Αγιογραφικό ανάγνωσμα


Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον 
ιδ΄ 1 - 13 
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ ἤκουσεν Ἡρῴδης ὁ τετράρχης τὴν ἀκοὴν Ἰησοῦ, 2καὶ εἶπεν τοῖς παισὶν αὐτοῦ· Οὗτός ἐστιν Ἰωάννης ὁ βαπτιστής· αὐτὸς ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν, καὶ διὰ τοῦτο αἱ δυνάμεις ἐνεργοῦσιν ἐν αὐτῷ. 3Ὁ γὰρ Ἡρῴδης κρατήσας τὸν Ἰωάννην ἔδησεν αὐτὸν καὶ ἔθετο ἐν φυλακῇ διὰ Ἡρῳδιάδα τὴν γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ· 4ἔλεγεν γὰρ αὐτῷ ὁ Ἰωάννης· Οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν αὐτήν. 5καὶ θέλων αὐτὸν ἀποκτεῖναι ἐφοβήθη τὸν ὄχλον, ὅτι ὡς προφήτην αὐτὸν εἶχον. 6γενεσίων δὲ ἀγομένων τοῦ Ἡρῴδου ὠρχήσατο ἡ θυγάτηρ τῆς Ἡρῳδιάδος ἐν τῷ μέσῳ καὶ ἤρεσε τῷ Ἡρῴδῃ, 7ὅθεν μεθ' ὅρκου ὡμολόγησεν αὐτῇ δοῦναι ὃ ἐὰν αἰτήσηται. 8ἡ δὲ προβιβασθεῖσα ὑπὸ τῆς μητρὸς αὐτῆς, Δός μοι, φησίν, ὧδε ἐπὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ. 9καὶ ἐλυπήθη ὁ βασιλεὺς, διὰ δὲ τοὺς ὅρκους καὶ τοὺς συνανακειμένους ἐκέλευσε δοθῆναι, 10καὶ πέμψας ἀπεκεφάλισε τὸν Ἰωάννην ἐν τῇ φυλακῇ· 11καὶ ἠνέχθη ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ ἐπὶ πίνακι καὶ ἐδόθη τῷ κορασίῳ, καὶ ἤνεγκε τῇ μητρὶ αὐτῆς. 12καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἦραν τὸ σῶμα καὶ ἔθαψαν αὐτό, καὶ ἐλθόντες ἀπήγγειλαν τῷ Ἰησοῦ. 13Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν ἐν πλοίῳ εἰς ἔρημον τόπον κατ' ἰδίαν· καὶ ἀκούσαντες οἱ ὄχλοι ἠκολούθησαν αὐτῷ πεζῇ ἀπὸ τῶν πόλεων. 

Νεοελληνική απόδοση:
 Κατὰ ἐκεῖνον τὸν καιρὸν ἄκουσε ὁ Ἡρώδης ὁ τετράρχης τὴν φήμην περὶ τοῦ Ἰησοῦ καὶ εἶπε εἰς τοὺς αὐλικούς του, «Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστής· ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκροὺς καὶ γι’ αὐτὸ αἱ θαυματουργικαὶ δυνάμεις ἐνεργοῦν δι’ αὐτοῦ». Διότι ὁ Ἡρώδης εἶχε συλλάβει τὸν Ἰωάννην, τὸν ἔδεσε καὶ τὸν ἔβαλε εἰς τὴν φυλακὴν ἐξ αἰτίας τῆς Ἡρωδιάδος, συζύγου τοῦ ἀδελφοῦ του Φιλίππου, ἐπειδὴ ὁ Ἰωάννης τοῦ ἔλεγε, «Δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ τὴν ἔχῃς». Καὶ ἤθελε νὰ τὸν σκοτώσῃ, ἐφοβήθηκε ὅμως τὸ πλῆθος τοῦ λαοῦ, διότι τὸν ἐθεωροῦσαν προφήτην. Ὅταν ἑωρτάζοντο τὰ γενέθλια τοῦ Ἡρώδη, ἐχόρεψε ἡ θυγατέρα τῆς Ἡρωδιάδος εἰς τὸ μέσον τῶν προσκεκλημένων καὶ ἄρεσε τόσον εἰς τὸν Ἡρώδη, ὥστε τῆς ὑποσχέθηκε μὲ ὅρκον νὰ τῆς δώσῃ ὅτι θὰ ἐζητοῦσε. Αὐτὴ, ἀφοῦ καθωδηγήθηκε ἀπὸ τὴν μητέρα της, «Δῶσε μου», λέγει, «ἐδῶ σὲ ἕνα πιάτο τὸ κεφάλι τοῦ Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ». Καὶ ἐλυπήθηκε ὁ βασιλεύς, ἕνεκα ὅμως τοῦ ὅρκου του καὶ τῶν προσκεκλημένων διέταξε νὰ τῆς δοθῇ, καὶ ἔστειλε καὶ ἀποκεφάλισαν τὸν Ἰωάννην εἰς τὴν φυλακήν. Καὶ ἔφεραν τὸ κεφάλι του εἰς ἕνα πιάτο καὶ τὸ ἔδωσαν εἰς τὴν κόρην καὶ αὐτὴ τὸ ἔφερε εἰς τὴν μητέρα της. Καὶ ἦλθαν οἱ μαθηταἰ του, ἐπῆραν τὸ σῶμα καὶ τὸ ἔθαψαν καὶ ἦλθαν καὶ τὰ εἶπαν εἰς τὸν Ἰησοῦν. Ὅταν ἄκουσε αὐτὰ ὁ Ἰησοῦς, ἀνεχώρησε ἀπὸ ἐκεῖ μὲ πλοιάριο εἰς ἔρημον τόπον μόνος του. Καὶ ὅταν τὸ ἔμαθεν ὁ κόσμος, τὸν ἀκολούθησαν πεζῆ ἀπὸ τὰς πόλεις.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


"Εκείνος που συγχρόνως επαινεί και κατηγορεί τον άλλον, αυτός κατέχεται από κενοδοξία και φθόνο. Και με τους επαίνους προσπαθεί να κρύψει το φθόνο, ενώ με τις κατηγορίες συνιστά τον εαυτό του ως καλύτερο από εκείνον." 

Αγ. Μάρκος ο Ασκητής

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2019

Κυριακή Στ΄ Ματθαίου στη Μονή Επανωσήφη (Φώτο)

Φωτοστιγμές από την χθεσινή Θεία Λειτουργία στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου Επανωσήφη. Λειτούργησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Γέρων Λεοντοπόλεως κ. Γαβριήλ του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, με τον Ηγούμενο Αρχιμ. Βαρθολομαίο και Πατέρες της Μονής.