Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2019

Ἕνα θαῦμα, δύο ἀντιδράσεις.


Ἡ θεραπεία τοῦ δαιμονιζόμενου νέου ἦταν ἡ ἀπελευθέρωσή του ἀπό τίς δαιμονικές δυνάμεις πού τόν κρατοῦσαν αἰχμάλωτο καί τόν καταδυνάστευαν. Αὐτό τό μεγάλο θαῦμα τοῦ ʼΙησοῦ Χριστοῦ προκάλεσε δύο διαφορετικές ἀντιδράσεις. Τό ἴδιο γεγονός δημιούργησε δύο ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Ἡ πρώτη ἀντίδραση προέρχεται ἀπό τόν θεραπευμένο πλέον ἄνθρωπο, ὁ ὁποίος καθόταν «ἱματισμένος καί σωφρονῶν» κοντά στόν Χριστό καί ἐπιθυμοῦσε νά Τόν ἀκολουθήσει. Ἡ δεύτερη ἀντίδραση εἶναι ἐκείνη τῶν ἄλλων ἀνθρώπων τοῦ τόπου οἱ ὁποίοι, μόλις ἔμαθαν τά γεγονότα τοῦ θαύματος καί εἶδαν τόν θεραπευμένο νέο, φοβήθηκαν καί ζήτησαν ἀπό τόν Χριστό νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τόν τόπο τους. Αὐτή ἡ διαφορά τῶν ἀντιδράσεων φανερώνει ὁρισμένες βασικές ἀλήθειες γιά τή ζωή. Μᾶς δείχνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι τό πιό θαυμαστό ἀλλά καί τό πιό ἀντιφατικό πλάσμα τοῦ Θεοῦ. Κάθε ἄνθρωπος εἶναι ἀναμφισβήτητα μοναδικός, ἀνεπανάληπτος καί ἐλεύθερος στίς ἐπιλογές του. Οἱ δυνατότητες νά εἴμαστε κοντά στον Χριστό ἤ νά Τόν ἀρνηθοῦμε, συνιστοῦν τήν ἐλευθερία μας. Ἡ ἐλευθερία ὡς δυνατότητα ἐπιλογῆς, δέν εἶναι γνώρισμα τῆς τελειότητας, ἀλλά ἀπόδειξη ἀτέλειας. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς διδάσκουν ὅτι ἐλεύθερος πραγματικά εἶναι αὐτός πού ταύτισε τό θέλημά του μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ διότι ἔχει γίνει κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ. Μέ ἐλευθερία, πού ἔχει σάν κίνητρο καί κριτήριο τήν ἀγάπη, ἐπιλέγουμε τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ταυτιζόμαστε μαζί Του. Ἡ ἐλευθερία χωρίς ἀγάπη εἶναι καταστροφή. Ἀγαποῦμε πρῶτα τόν Χριστό κι ἔπειτα ὑπακούομε στό λόγο Του. Ἄν δέν τόν ἀγαπήσουμε πραγματικά δέν μποροῦμε νά Τόν ἀκολουθήσουμε. Ἡ πίστη εἶναι δωρεά τοῦ Θεοῦ ἀλλά καί ἀρετή. Σπέρνεται ἀπό τό Θεό, ἀλλά γιά νά ἀποδώσει καρπούς χρειάζεται τή θετική ἀνταπόκριση τῆς ἐλευθερίας μας. Ἡ πίστη δέν ἐκβιάζει ἀλλά ἐλευθερώνει, θεραπεύει καί ἀπαλλάσσει ἀπό τήν αἰχμαλωσία στό διάβολο. Ἄς παρακαλέσουμε τόν Κύριο νά μη μᾶς ἐγκαταλείψει, ἀλλά νά μᾶς δίδει ἀφορμές νά διανοιχθοῦν τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, ὥστε νά ἀντιληφθοῦμε καί νά γνωρίσουμε ὅτι Αὐτός εἶναι ἡ Ὁδός, ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή.

Πῶς ξεπερνᾶμε τίς βιοτικές μέριμνες;


Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς.

Όλα τα πλούτη μας, η δόξα και οι τιμές, δεν είναι παρά ένα φευγαλέο όνειρο, που τελειώνει με τον θάνατο. Κάνεις δεν παίρνει τίποτε μαζί του στον άλλο κόσμο, ούτε ένα έστω ψιχουλάκι από το επίγειο συμπόσιο! Είναι μακάριος όποιος κατανοεί πως η ψυχή είναι το μοναδικό απόκτημα του, το οποίο από τίποτε δεν φθείρεται, ούτε και απ' αυτόν τον θάνατο! Ένας τέτοιος άνθρωπος σκέπτεται τρεις μόνον πραγματικότητες: τον θάνατο, την ψυχή και τον Θεό-Κριτή.

Ο αββάς Ευάγριος διδάσκει τα εξής: «Κράτα διαρκώς στο νου σου τον επικείμενο θάνατό σου και την Κρίση κι έτσι θα διαφυλάξεις την ψυχή σου από την αμαρτία Ο άγιος Ησαΐας ο Αναχωρητής λέει χαρακτηριστικά: «Έχε μπροστά στα μάτια σου τον θάνατο, κάθε μέρα· συνεχώς να σκέπτεσαι το πως θα χωριστείς από το σώμα σου, πως θα περάσεις από την περιοχή των δυνάμεων του σκότους που θα σε συναντήσουν στον αέρα και πως θα παρουσιαστείς ενώπιον του Θεού! Προετοιμάσου για εκείνη τη Φοβερή Ημέρα, κατά την οποία θα σε βρει η Κρίση του Θεού, σαν να την βλέπεις ήδη από τώρα!».

Κάποια μέρα ένας πλούσιος έμπορος, ο Ιωάννης, πήγε στον όσιο Σαββάτιο του Σολόφσκι και του προσέφερε πλούσια ελεημοσύνη. Ο Σαββάτιος δεν δέχθηκε να λάβει το παραμικρό και είπε στον δωρεοδότη να τα μοιράσει όλα στους φτωχούς. Ο Ιωάννης πολύ λυπήθηκε γι αυτό και ο όσιος, για να τον παρηγορήσει και να του αποκαλύψει ορισμένα πράγματα, του είπε: «Ιωάννη, παιδί μου, μείνε εδώ και αναπαύσου μέχρι αύριο και τότε θα δεις τη δόξα του Θεού». Ο Ιωάννης υπάκουσε. Την επαύριο, πράγματι ο Ιωάννης μπήκε στο κελλί του Σαββατίου και είδε τον γέροντα οριστικά αναπαυμένο, ενώ μια γλυκειά ευωδία πλημμύριζε το κελλί. Αυτός που προβλέπει το τέλος της ζωής του, αυτός δεν μεριμνά για τα επίγεια αγαθά!

Είπε Μοναχός: Κάνεις προσευχή;


Κάνεις προσευχή τώρα θέλεις αύριο να δεις αποτέλεσμα…Μπορεί να γίνει κι αυτό..

Αλλά όταν πιάσεις το κομποσκοίνι στο χέρι σου μην περιμένεις κι αμέσως τους καρπούς…

Πολλοί πάνε στο άγιο Όρος μ’ ένα κομποσκοίνι στο χέρι και θέλουν να δουν το Θεό με μια αγρυπνία που θα κάνουν…

Θέλουν να δουν το άκτιστο φως με μιας νύχτας προσευχή….

Δεν γίνεται έτσι….Θέλει πολλή υπομονή…θέλει να λες ..Κύριε όποτε θες εσύ..Εγώ θα περιμένω..

Με πρόσεξε ο Κύριος.. με κοίταξε..με άκουσε..αλλά πρώτα πρέπει να περιμένω..

Είναι ωραία να περιμένεις το Θεό και να κάνεις υπομονή στα θέματα αυτά τα θεϊκά…

Πηγή: Άπαντα Ορθοδοξίας

Χριστιανέ μου, επαναλάμβανε συνεχώς την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ και γνώριζε ότι…


…Με την συνεχή αυτή ευχή θα διαλυθούν όλες oι εσωτερικές ταραχές, φόβοι, στενοχώριες και θα σε βοηθήσει o Χριστός ν’ αποκτήσεις καρδίαν συντετριμμένην και τότε ακριβώς θα συντριβή εις την τελειότητα η δύναμις του Σατανά.

Όπως κάποιος φοβάται να πιάσει με το χέρι του ένα πυρακτωμένο σίδερο, έτσι και o διάβολος φοβάται την συντριβή της καρδίας, την οποίαν προκαλεί η ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.

Η συντριβή της καρδίας που προκαλεί η συνεπής αυτή ευχή διώχνει την αμαρτία και κάθε σατανική πονηρία, ταπεινώνει την Έπαρσιν του Εωσφόρου και εξασφαλίζει την σωτηρίαν της ψυχής.Μπροστά εις την συντετριμμένην καρδίαν με την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ ο Σατανάς και οι δαίμονές του φεύγουν πιο γρήγορα και από την αστραπή.

Όπως δεν μπορείς να μετρήσεις τις κινήσεις των πτερών της μέλισσας όταν πετά, έτσι δεν μπορείς ν’ αντιληφθείς τα τόσον γοργά βήματα του Σατανά. όταν φεύγει από πρόσωπου της συντετριμμένης καρδίας με την συνεχή ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.

Όπως εκείνος πού ομιλεί δημόσια για τη φωτιά, μόλις περικυκλωθεί απ’ αυτήν αμέσως σταματά και φεύγει, έτσι και Σατανάς που ομιλεί δημόσια για κάθε κακό, σταματά και φεύγει από προσώπου της συντετριμμένης καρδίας, ύστερα από την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ..

Όταν ο δαίμονας περιεργάζεται την καρδίαν σου που λέγει την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ, πρώτα ετοιμάζει τα βήματά του για να φύγει από τον φόβο του, μήπως συνετρίβη η καρδία σου με την ευχή αυτή. Κάθε αρετή φοβίζει τον δαίμονα, στό βαθμό που φοβάται ό λαγός, όταν καταδιώκεται από τον σκύλο. Όπως ο λαγός αντιλαμβάνεται ότι δύσκολα διαφεύγει την καταδίωξιν των λαγωνικών, έτσι και ο δαίμονας είναι βέβαιος ότι περισσότερον από κάθε άλλην αρετήν θα τον φθάσει γρηγορώτερον ό κεραυνός της συντετριμμένης καρδίας από την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.

Τα στρουθία δεν φοβούνται τόσον την ορμή του αετού, όσον φοβούνται οι δαίμονες την ορμή της συντετριμμένης καρδίας από την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.

Όπως το φίδι περισσότερον από κάθε άλλη πληγή φοβάται τα νύχια του γάτου, έτσι και ο δαίμονας περισσότερον από κάθε άλλην αρετή φοβάται την συντριβή της καρδίας από την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.

Φαρμακερά είναι στο φίδι τα νύχια του γάτου, άλλα στην ψυχή του ανθρώπου είναι επτά φορές πιο φαρμακερά τα νύχια του διαβόλου, ενώ ή συντριβή της καρδίας γι’ αυτόν είναι εβδομήντα επτά φορές πιο φαρμακερή από τα δικά του νύχια, ύστερα από την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ.

Μη φοβηθείς την συντριβή της καρδίας σου γιατί με αυτόν τον τρόπο θα σε φοβηθούν οι δαίμονες.

Εκείνος που συντρίβει την καρδιά του με την ευχή ΚΥΡΙΕ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΕ, ΕΛΕΗΣΟΝ ΜΕ, έχει τον σατανά σαν μυρμήγκι κάτω από τα πόδια του και δεν τον φοβίζει. Εκείνος δε πού δεν την συντρίβει, τον έχει κατεπάνω του σαν λιοντάρι και γι’ αυτό πάντοτε τον φοβάται. Ίδρωσες από την στενοχώρια σου προσευχόμενος εκ βαθέων και από καρδίας; Χαίρε, διότι εμιμήθης εμπράκτως τον ιδρώτα του Χριστού σου, ο οποίος έγινε ως θρόμβος αίματος εις την προσευχήν του, πίπτοντας επι την γην.

Πηγή: Διασκευή και μεταγλώττιση από αρχαίο χειρόγραφο
της Ι. Μ. Κωσταμονίτου, Αγίου Όρους.

Κυριακή ΣΤ’ Λουκά: «Ο Κύριος, ο λυτρωτής και Σωτήρας μας, περιμένει μόνο την συγκατάθεσή μας»


~ Στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα γίνεται λόγος για τα δαιμόνια και τον για πολλά χρόνια δαιμονισμένο, που ζούσε στα μνήματα, γυμνός και σαν άγριο θηρίο. Ο βασανισμένος αυτός άνθρωπος, μόλις συνάντησε τον Χριστό σπάραξε και τα δαιμόνια φώναξαν, παρακαλώντας Τον να τους επιτρέψει να μπουν στους χοίρους για να μην οδηγηθούν στην άβυσσο.

Το συμβάν αυτό δείχνει την πραγματική χριστιανική ελευθερία. Όταν το Άγιο Πνεύμα πλησιάζει τον άνθρωπο, ο άνθρωπος δεν χάνει τον εαυτό του, την προσωπικότητά του· το αντίθετο μάλιστα: μεταβάλεται από άτομο σε ξεχωριστό πρόσωπο. Δεν χάνει τη λογική του, κάτι που συμβαίνει όταν ο άνθρωπος ρέπει επικίνδυνα προς την αμαρτία και τελικά δαιμονίζεται. Ο άνθρωπος όταν δαιμονισθεί γίνεται παράλογος, ενεργεί για λογαριασμό άλλου, γίνεται αλλόφρων και μιλά με άλλη φωνή… Μεταμορφώνεται ακόμα και σε «χοίρο» στη συμπεριφορά του! Φθάνει να μην αναγνωρίζει τον εαυτό του και να είναι έρμαιο των παθών του. Τελικά, ο άνθρωπος αλλοτριώνεται από την αμαρτία και αλλάζει. Αποκόπτεται από τον Θεό του.

Ο διάβολος βγάζει το ιμάτιο του ανθρώπου, δηλαδή τη στολή του βαπτίσματος, κι εκείνος νεκρώνεται. Ο άγιος Μάξιμος αναφέρει ότι «όλος ο άνθρωπος, σώμα και ψυχή, υπόκειται στην επήρεια και αιχμαλωσία του σατανά». Αυτό εμφανίζεται με διάφορους τρόπους. Ακολουθεί δυστυχώς μετά την αμαρτία κι η απιστία.

Ο Χριστός όμως έρχεται και ζωοποιεί τον άνθρωπο και τον βοηθά στη δύσκολη πορεία του· είναι δίπλα του, γίνεται η σκιά του. Αρκεί ο άνθρωπος να το ζητήσει! Πώς; Με την αδιάλειπτη προσευχή και λέγοντας συνέχεια τη ζωοποιό ευχή «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με» καθώς και με τη συμμετοχή του στη Θεία Ευχαριστία και στα άλλα Μυστήρια της Εκκλησίας μας. Είναι έτσι, πλησίον του παρηγορώντας τον και δίνοντάς του κουράγιο να συνεχίσει. Αν μετανοήσει, ο Χριστός τον παίρνει από το χέρι και τον μεταφέρει στον αληθινό κόσμο, τον ουράνιο, γίνεται φίλος του και βασιλεύει στην καρδιά του η γαλήνη και η αγαλλίαση.

Η συνεχής προσευχή και επικοινωνία με το Θεό δυναμώνει τον άνθρωπο και λειτουργεί ως «πανοπλία» για να αμυνθεί στον διάβολο που θα τον πειράξει. Χρειάζεται βέβαια διαρκής αγώνας και εγρήγορση ώστε να είμαστε προετοιμασμένοι για τις επιθέσεις του πονηρού. Ο αληθινά πιστός άνθρωπος, που αγαπά το Θεό, με όλη την ψυχή και τη διάνοιά του, δεν επαναπαύεται αλλά είναι ετοιμοπόλεμος σε κάθε στιγμή της ζωής του.

Αξίζει ν’ αναφερθούμε και στη συμπεριφορά των κατοίκων της περιοχής μετά τη θεραπεία του δαιμονιζόμενου. Όλοι αυτοί οι κάτοικοι μας θυμίζουν πολλοί τον σημερινό υλιστή άνθρωπο, που προδίδει το Θεό για τα πάθη και την «καλοπέρασή» του. Ως άλλοι Γαδαρηνοί, εκδιώκουμε τον Θεό από την ζωή μας γιατί δεν μας «συμφέρει». Δεν συμφέρει τα πάθη μας· γιατί ο νόμος του Θεού στέκεται «εμπόδιο» στην αμαρτωλή μας διάθεση και ενοχλεί τα αυτιά μας. Ο λόγος Του και η παρουσία Του εμποδίζουν την διάπραξη της πολυαγαπημένης μας αμαρτίας… Μόνο που δεν κάνουμε τίποτα περισσότερο ή λιγότερο από ό,τι κάνει η πεταλούδα που πλησιάζει ακόρεστα το φως μέχρι που καίγεται… Και τότε ο άνθρωπος βλέπει την υποτιθέμενη «οργή» του Θεού ή την «τιμωρία» Του. Και δεν βλέπει ποτέ την δική του αμαρτία και τις επιπτώσεις της…

Ο Κύριος όμως, ο λυτρωτής και Σωτήρας μας, περιμένει μόνο την συγκατάθεσή μας. Ένα απλό μα βαθύ και ειλικρινές «Κύριε ελέησον» για να εκβάλει και τα δικά μας δαιμόνια. Για να σωφρονήσει και να «ντύσει» με την Χάρη Του και την δική μας ύπαρξη. Είναι, απλώς, δική μας επιλογή..

Νά φοβᾶσαι τόν ἄνθρωπο,πού δέν φοβᾶται-σέβεται τά Ἅγια τοῦ Θεοῦ»


 Αρχιμ. Βασιλείου Μπακογιάννη

 Ἔχουμε ποτέ διερωτηθεῖ, γιατί ὁ λαϊκός, πού εἰσέρχεται στό «Ἱερό», δέν ἐπιτρέπεται νά περάσει μπροστά ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα; Γιατί δηλ. ἐπιτρέπεται νά περάσει ἀπό «πίσω» ἤ ἀπό ἀριστερά ἀπό δεξιά; Τί ἀλλάζει ὡς πρός τήν ἱερότητα τῆς Ἁγίας Τραπέζης; Θά τό καταλάβουμε ἀπό τά ἀκόλουθα.

 Στό προαύλιο τοῦ νομικοῦ Ναοῦ ὑπῆρχε τό «θυσιαστήριον τῶν ὁλοκαυτωμάτων», ὅπου θυσίαζαν ζῶα. ‘Ο Κύριος ἀπαγόρευσε τούς ὑπηρέτες τοῦ Μωυσῆ, νά τό πλησιάζουν. Παράβαση ἐντολῆς Του σήμαινε θάνατο καί γιά τόν Μωυσῆ, ὡς φύλακα τοῦ θυσιαστηρίου, καί γιά τούς ὑπηρέτες του! (Ἀριθμ. 18: 3). («Ὁ Θεός δέν ἀστειεύεται»). Καί ἡ Ἁγία Τράπεζα εἶναι ἀσύγκριτα ἀνώτερη ἀπό τό θυσιαστήριο τῶν ὁλοκαυμάτων! Ἄλλο: Ὅταν οἱ Ἰσραηλῖτες «διέσχιζαν» τόν Ἰορδάνη ποταμό, μέ τήν Κιβωτό, ὁ λαός, κατ’ἐντολή Θεοῦ, στεκόταν μακρυά ἀπό τήν Κιβωτό ἕνα περίπου χιλιόμετρο! (Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ 3: 4). Ἡ δέ Ἁγία Τράπεζα εἶναι ἀσύγκριτα ἀνώτερη ἀπό τήν Κιβωτό τῆς Διαθήκης!

Καί ἄρα ὁ λόγος πού ὁ λαϊκός δέν ἐπιτρέπεται νά περάσει μπροστά ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα, εἶναι, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος, περνώντας μπροστά της, ( ἰδιαίτερα ἄν ὁ «διαδρομος» εἶναι στενός) νά τήν πλησιάσει ἤ καί νά τήν ἀγγίξει. Δηλαδή, θά πρέπει νά περνᾶ ὅσο πιό μακρυά μπορεῖ, σάν νά βλέπει μπροστά του φωτιά καί νά φεύγει μακρυά...! Καί ὅταν περνᾶ κοντά ἤ καί ἀγγίζει τήν Ἁγία Τράπεζα, τί γίνεται; Ἁμαρτάνει καί ὁ ἴδιος, καί ὁ Ἱερέας πού τόν βλέπει, καί δέν τόν νουθετεῖ (Ἀριθμ. 18: 3). Ἡ Ἁγία Τράπεζα δέν εἶναι τραπέζι!

 Ὅταν ὁ Κύριος ἔδιωξε (γιά δεύτερη φορά) τούς ἐμπόρους ἀπό τό προαύλιο τοῦ Ναοῦ, μεταξύ τῶν ἄλλων, «δέν ἄφηνε νά μεταφέρει κανείς διά μέσου τοῦ προαυλίου (!) κανένα πρᾶ­γ­μα!» (Μκ. 11:16). Σκεφθεῖτε πόσο ἁμαρτάνουμε, ὅταν μεταφέρουμε διάφορα πράγματα (ἄσχετα μέ τόν Ναό), διασχίζοντας τόν Ναό! Καί πόσο, ὅταν τά εἰσάγουμε στό «Ἱερό», περνώντας πίσω ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα ἤ ἀκόμα θέτοντάς τα πάνω στήν Ἁγία Τράπεζα! «Θεέ μου! Πῶς κατάντησε τό Θυσιαστήριό Σου!», ἀναβόησε πρός τόν Κύριο ἕνας ἐρημίτης, ὅταν εἶδε ἕνα θηρίο νά κοιμᾶται πάνω στήν Ἁγία Τράπεζα. «Καλύτερα τό θηρίο αὐτό, παρά τό ἄλλο» (=τόν Ἱερέα...!)», τοῦ ἀπάντησε ὁ Θεός.

 Στά «Ἅγια τῶν Ἁγίων» εἰσήρχετο ὁ Ἀρχιερέας μιά φορά τό χρόνο, γιά νά προσφέρει θυσία γιά τίς ἁμαρτίες τοῦ λαοῦ (Λευ. 16: 1-13, 34). Δηλαδή, δέν εἰσήρχετο ὅποτε ἤθελε, «ἐπί πᾶσαν ὥραν» (Λευ. 16:2), ἀλλά μόνο πρός ἱεροτελεστία. Παράβαση ἐντολῆς, σήμαινε θάνατος (Λευ. 16:2). Τό ἴδιο ἰσχύει καί γιά τόν ὀρθόδοξο χριστιανικό Ναό. Ὁ Ἀρχιερέας (ἤ ὁ Ἱερέας) δέν μπορεῖ νά εἰσέρ­χεται στό «Ἱερό» «ἀνά πᾶσαν ὥραν», ὁπότε δηλαδή θελή­σει, παρά μόνο γιά Θ. Λειτουργία!

 Οἱ Ἀκολουθίες τοῦ Ἑσπερινοῦ καί τοῦ Ὄρθρου, ὅταν εἶναι λιτές, τελοῦνται ἔξω ἀπό τό «Ἱερό», ἐνώπιον (τῆς κλειστῆς) Ὡραίας Πύλης. Ἀκόμα καί ὁ «καιρός» πού ἔχει ἄμεση σχέση μέ τή Λειτουργία «παίρνεται» ἔξω ἀπό τό «Ἱερό». Δηλαδή τό «Ἱερό» εἶναι ἐν μέρει «ἄβατο» καί γιά τόν Ἱερέα! Πόσο μᾶλλον γιά τόν λαϊκό...! Ἡ Ἁγία Ἕκτη (Πενθέκτη) Οἰκουμενική Σύνοδο εἶναι ξεκάθαρη: «Μή ἐξέστω τινι τῶν ἁπάντων ἐν λαϊκοῖς τελοῦντι, ἔνδον ἱεροῦ εἰσιέναι θυσιαστηρίου» (Κανόνας ΞΘ).

Τό θέμα δέν εἶναι ἁπλά ὅτι οἱ λαϊκοί μπαίνουν στό «Ἱερό», ἀλλά εἰσέρχονται μέ φοβερή ἄνεση, λές καί εἰσέρχονται στή κουζίνα τοῦ σπιτιοῦ τους! Τό χειρότερο; Τό ρίχνουν (ἐν ὥρᾳ λατρείας!) στό κουβεντολόι...! (Ἄς ἀφήσουμε τό «μπάχαλο» μέ τά κινητά...!). Τό ἀκόμα χειρότερο; Κανένας ἀπό τούς ἀπευθύνους δέν τούς ἐπισημαίνει τό αὐτονόητο: «Ἡσυχία! Ἐδῶ εἶναι Ἱερό!». Γιατί ἄραγε;

«Γιά νά καταλάβεις (λέει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος) πόσο μεγάλη ἁμαρτία εἶναι αὐτό (=συζήτηση ἐν ὥρᾳ λατρείας) σκέψου τό ἑξῆς: Τολμᾶς, ὅταν συζητᾶς μέ κάποιον ἄρχοντα, νά διακόψεις τή συζήτηση, καί νά ἀρχίσεις νά συζητᾶς μέ τόν δοῦλο του; Πῶς, λοιπόν, τολμᾶς καί ἀφήνεις τόν Θεό στήν ἄκρη, καί συζητᾶς μέ ἀνθρώπους;» (Ὁμιλία Κ΄εἰς Ἀδριάντας P.G. 49,200).

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἔφθασε στό σημεῖο νά εἰπεῖ, πώς ὅσοι συζητοῦν ἐν ὥρᾳ Λειτουργίας, θά πρέπει νά ἀποδιώχνονται ἀπό τό Ναό ὡς ἐπικίνδυνοι, ὡς διεφθαρμένοι, «ὡς λυμεῶνας, ὡς φθορέας, ὡς ἐξώλεις καί διεφθαρμένους καί μυρίων γέμοντας κακῶν» (Ὁμιλία ΙΔ΄εἰς Πράξεις. P.G. 60, 190). Ὑπερβολή; Καί πῶς θά πρέπει νά χαρακτηρίζονται, ὅσοι δέν σέβονται τόν πιό ἱερό χῶρο πάνω στήν γῆ, καί προπαντός τό πιό φρικτό Μυστήριο; Πῶς;

Ἄν ἰσχύει «νά φοβᾶσαι τόν ἄνθρωπο, πού δέν φοβᾶται τόν Θεό», ἰσχύει καί τό «νά φοβᾶσαι τόν ἄνθρωπο, πού δέν φοβᾶται-σέβεται τά Ἅγια τοῦ Θεοῦ». Εἶναι ἱκανός γιά ὅλα...!

Τα άκρα, τα περισσά και τα υπέρμετρα σύμφωνα με την Πατερική Σοφία '' των δαιμόνων εισί ''


Όταν ο γερο-Δανιήλ ήταν στο Ρωσικό, παρατηρούσε πως κάποιος μοναχός που ασκήτευε σ΄ ένα κάθισμα έξω από το μοναστήρι, παρίστανε τον μεγάλο ασκητή.

Έκανε μεγάλες νηστείες, φορούσε τα πιο άθλια ρούχα, γύριζε ξιπόλητος, γύριζε ξιπόλητος ακόμα και τον χειμώνα κλπ. Μεταξύ των άλλων, ενώ ο κανονισμός προβλέπει 300 μετάνοιες την ημέρα, αυτός έκανε 3000. Οι άλλοι λοιπόν μοναχοί τον εθαύμαζαν.

-Αυτό; είναι πραγματικός καλόγερος. Αυτός είναι ασκητής με τα όλα του έλεγαν.

Ο π. Δανιήλ, παρ΄ όλο που ήταν νεώτερος τότε, δεν έδειχνε ενθουσιασμένος. Με το διορατικό του βλέμμα διέκρινε μια κατάσταση κάθε άλλο, παρά θεάρεστη. Διεπίστωσε μάλιστα πως στην πόρτα της καλύβης του υπήρχε κάποιο άνοιγμα, που επέτρεπε στους διαβάτες να βλέπουν μέσα για να επαινούν τη μεγάλη του άσκηση.

Η αγάπη τον έσπρωξε ν΄ αναφέρει την υπόθεση στον ηγούμενο, ώστε να σωθεί ο αδελφός από την πλάνη. Τότε ο ηγούμενος ξεκίνησε για την καλύβη του «υπερασκητού»!

–Πώς τα περνάς εσύ εδώ, πάτερ ;

-Με την ευχή σου γέροντα, καλά. Αγωνίζομαι και κλαίω τις αμαρτίες μου.

-Μόνο που δεν ήρθες καμιά φορά να μου πεις τους λογισμούς σου.

-Τί, να σου πω, γέροντα ; Τα ξέρεις. Είμαι ένας αμαρτωλός που αγωνίζομαι.

-Τί αγώνες έχεις ; Δεν μου λες, κάνεις καμιά γονυκλισία ;

-Ναι, γέροντα, κάνω μερικές.

-Πόσες ;

-Να με την ευχή σου 3000 την ημέρα.

-Πώς ; Γιατί 3000 ; Ποιός σου έδωσε ευλογία για τόσες ; Όχι, δεν θα ξανακάνεις 3000. Τί θέλεις να παραστήσεις ; Τον «υπερασκητή»; Στο εξής μόνο πενήντα. Έτσι δεν θα σε πιάνει και υπερηφάνεια.

Ο γέροντας έφυγε. Η τομή είχε γίνει και το απόστημα παρουσιάσθηκε αμέσως με όλη του τη δυσοσμία. Συνέβη κάτι το ανέλπιστο.

Ο άλλοτε «μέγας και τρανός» ασκητής πήρε στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών. Γονυκλισίες δεν μπορούσε να κάνει ούτε πενήντα ! Αντί για κουρελιάρικα ρούχα φορούσε τώρα ό,τι πολυτελέστερο υπήρχε. Η φτωχική του τράπεζα γνώρισε τα εκλεκτότερα φαγητά.

Όπως ήταν φυσικό, οι άλλοι πατέρες έτριβαν τα μάτια τους. Τότε πια κατάλαβαν πως οι υπέρμετρες ασκήσεις του οφείλονταν σε πνεύμα υπερηφανείας. Έτσι μπορούσε να εξηγηθεί και η καταπληκτική μεταβολή, γιατί το πνεύμα αυτό της πλάνης κυνηγάει τα άκρα. Τα άκρα, τα περισσά και τα υπέρμετρα, σύμφωνα με την πατερική σοφία «των δαιμόνων εισί».

ΑΡΧΙΜ. ΧΕΡΟΥΒΕΙΜ, ΔΑΝΙΗΛ ΚΑΤΟΥΝΑΚΙΩΤΗΣ,
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΩΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ 2005, σ. 49 κ.ε.

Ὁ Ὅσιος Γεράσιμος ὁ νέος ἀσκητής, ὁ Πελοποννήσιος


(Μνήμη ἀνακομιδῆς ἱερῶν λειψάνων του)

Γεννήθηκε τὸ 1509 στὰ Τρίκαλα τῆς Κορινθίας. Καταγόταν ἀπὸ τὴν ἐπίσημη οἰκογένεια τῶν Νοταράδων καὶ ἦταν γιὸς τοῦ Δημητρίου καὶ τῆς Καλῆς.

Ἀπὸ μικρὸς ἔλαβε χριστιανικὴ καὶ ἀρχοντικὴ ἀνατροφὴ καὶ διακρινόταν στὸ σχολεῖο γιὰ τὴν εὐστροφία καὶ τὴν εὐφυΐα τοῦ μυαλοῦ του. Εὐγενικὴ ψυχὴ ὁ Γεράσιμος, συμπαθοῦσε τοὺς φτωχοὺς συμμαθητές του καὶ τοὺς βοηθοῦσε μὲ κάθε τρόπο. 

Ὅταν ἔφτασε σὲ ὥριμη ἡλικία, περιηγήθηκε διάφορα μέρη, ὅπως τὴν Ζάκυνθο, τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὰ γύρω ἀπ’ αὐτή, τὸ Ἅγιον Ὄρος, διάφορες Μονὲς τῆς Ἀνατολῆς γιὰ νὰ μείνει στὴν Ἱερουσαλήμ. Ἐκεῖ ὑπηρέτησε σὰν νεωκόρος γιὰ ἕνα χρόνο στὸν Ναὸ τῆς Ἀναστάσεως καὶ χειροτονήθηκε Διάκονος καὶ ἀργότερα Πρεσβύτερος, ἀπὸ τὸν Πατριάρχη Ἱεροσολύμων Γερμανό. 

Κατόπιν ἔφυγε καὶ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ κατέληξε στὴν τοποθεσία Ὁμαλὰ τῆς Κεφαλονιᾶς, ὅπου ἔκτισε γυναικεῖο Μοναστήρι καὶ τὸ ὀνόμασε Νέα Ἱερουσαλήμ. Στὴ Μονὴ αὐτὴ λοιπόν, ἀφοῦ ἔζησε ἀσκητικὰ καὶ ἀνέπτυξε μεγάλες ἀρετές, βοηθώντας πνευματικὰ καὶ ὑλικὰ τοὺς κατοίκους τῆς Κεφαλονιᾶς, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ στὶς 15 Αὐγούστου τοῦ 1579, σὲ ἡλικία περίπου 70 ἐτῶν. 

(Κυρίως αὐτὴ τὴ μέρα, ἑορτάζεται ἡ μνήμη τῆς ἀνακομιδῆς τῶν Ἱερῶν λειψάνων του τὸ 1580 – 81).

Ὁ Ἅγιος Ἀρτέμιος ὁ Μεγαλομάρτυρας


Πολλὲς καὶ σοφὲς ἅγιες μορφὲς παρελαύνουν ἀπὸ τὶς σελίδες τῆς ἱστορίας τῆς μεγάλης μας Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Μιὰ τέτοια μορφὴ καὶ ἐξαιρετικὴ προσωπικότητα εἶναι κι ὁ Ἅγιος Μεγαλομάρτυς Ἀρτέμιος ποὺ ἔζησε καὶ μαρτύρησε περὶ τὰ μέσα τοῦ τέταρτου αἰώνα μ.Χ. (361 – 363). Γιὰ τὸν Μεγαλομάρτυρα τοῦτον Ἅγιον ἀξίζει νὰ μιλήσουμε κάπως ἐκτενέστερα. Γι’ αὐτὸν λοιπὸν καὶ οἱ γραμμὲς ποὺ ἀκολουθοῦν.

Νέος, νεότατος ὁ Ἅγιος χάρη στὴ χριστιανικὴ μόρφωση ποὺ πῆρε ἀπὸ τοὺς πιστοὺς γονεῖς του ἄρχισε νὰ ξεχωρίζει ἀνάμεσα στοὺς συνομήλικούς τῆς πόλεώς του μὲ τὰ χαρίσματα καὶ τὰ προσόντα του. 

Ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ ποὺ γνώρισε τὸν εὐσεβὴ καὶ σοφὸ τοῦτο νέο, τὸν ἐξετίμησε ἰδιαίτερα καὶ ἔσπευσε νὰ τὸν ἀναδείξει δούκα καὶ αὐγουστάλιον τῆς μεγάλης πόλεως τῆς Ἀλεξανδρείας. Δηλαδὴ τὸν διόρισε ἀνώτερο διοικητὴ ὅλης της Αἰγύπτου. Στὴν ἐπίσημη αὐτὴ καὶ τιμητικὴ θέση ὁ Ἀρτέμιος σὰν πιστὸς χριστιανὸς ἀσκοῦσε τὰ καθήκοντά του μὲ πολλὴ προσοχὴ καὶ σύνεση, ὥστε ὅλοι νὰ θαυμάζουν τὰ ὑπέροχα πολιτιστικὰ καὶ ἠθικά του χαρίσματα.

Οἱ εὐτυχισμένες καὶ εὐλογημένες ἐκεῖνες μέρες δὲν κράτησαν δυστυχῶς γιὰ πολύ. Ὁ γιὸς καὶ διάδοχος τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου, Κωνστάντιος, ποὺ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του ἀνέλαβε τὴν διοίκηση τῆς Ἀνατολῆς ἀπὸ τὸ Ἰλλυρικὸν πέλαγος μέχρι τὴν Προποντίδα, τὴν Ἀσία, Συρία, Παλαιστίνη, Μεσοποταμία, Αἴγυπτο καὶ ὅλες τὶς νήσους, κατὰ τὴν περίοδο ποὺ εἶχε πάει στὴν Ἀντιόχεια ἀρρώστησε βαριὰ καὶ ἀπέθανε. 

Τότε τὴν ἐξουσία τῆς μεγάλης αὐτῆς αὐτοκρατορίας ἀνέλαβε ὁ Ἰουλιανός, ποὺ εἶναι γνωστὸς στὴν ἱστορία ὡς παραβάτης καὶ ἀποστάτης. Ὁ νέος αὐτὸς βασιλιὰς , σὲ κάποιο ταξίδι του στὴν Αἴγυπτο εἶχε συναντήσει καὶ γνωρίσει τὸν ἄρχοντα Ἀρτέμιο, γιὰ τὸν ὁποῖον εἶχε ἀκούσει καὶ πολλὰ καλὰ λόγια γιὰ τὶς ἱκανότητές του, ὅπως καὶ γιὰ τὴν χριστιανική του ἰδιότητα.

Τὸ χάρισμα ὅμως τοῦτο τῆς ἐκλεκτῆς αὐτῆς προσωπικότητος ὄχι μόνο δὲν ἐξετιμήθηκε ἀπὸ τὸν ἀποστάτη βασιλιά, ποὺ εἶχε ἤδη κινήσει καὶ τὸν διωγμὸ ἐνάντια στοὺς χριστιανούς, ἀλλὰ καὶ θεωρήθηκε μεγάλο μειονέκτημα καὶ ἁμάρτημα. Μὲ πάθος μάλιστα κάθε φορὰ προσπαθοῦσε νὰ κατακρίνει καὶ νὰ δείχνει γι’ αὐτὸν τὴν περιφρόνησή του. 

Τοῦτο ἔκαμε καὶ σὲ μία ἐπίσκεψη τοῦ ἄρχοντα Ἀρτεμίου σ’ αὐτόν, ὅταν βρισκόταν στὴν Ἀντιόχεια. Ὁ ἀποστάτης βασιλιάς, σὰν εἶδε τὸν ἄρχοντα τῆς Αἰγύπτου Ἀρτέμιο, τρελλὸς ἀπὸ θυμὸ τὸν κάλεσε κοντά του καὶ ἄρχισε μὲ περιφρόνηση νὰ τοῦ ὁμιλεῖ καὶ νὰ τὸν ὑβρίζει. Ὅσην ὥρα ὁ ὑβριστὴς ἀπευθυνόταν στὸν Ἅγιο, τὸν κατηγοροῦσε καὶ τὸν ὕβριζε, ὁ ἐνάρετος Ἀρτέμιος σιωποῦσε καὶ εἶχε σκυφτὸ τὸ κεφάλι. 

Μπροστὰ στὰ μάτια του εἶχε τὰ λόγια του Κυρίου: «Μακάριοι ἔστε ὅταν ὀνειδίσωσιν ὑμᾶς καὶ διώξωσι καὶ εἴπωσι πᾶν πονηρὸν ρῆμα καθ’ ὑμῶν ψευδόμενοι ἕνεκεν ἐμοῦ. Χαίρετε καὶ ἀγαλλιάσθε, ὅτι ὁ μισθὸς ὑμῶν πολὺς ἐν τοὶς οὐρανοίς» (Ματθ. ε’ 11 – 12). Μακάριοι γίνεσθε σεῖς οἱ μαθητές μου, ὅταν σας χλευάσουν καὶ σᾶς καταδιώξουν καὶ σᾶς κακολογήσουν μὲ κάθε ψεύτικη κατηγορία ἐξ αἰτίας μου. Χαίρετε καὶ ζωηρὰ ἐκδηλῶστε τὴ χαρά σας, γιατί ἡ ἀνταμοιβή σας στοὺς οὐρανοὺς θὰ εἶναι μὲ τὸ παραπάνω.

Ὅταν ὅμως ὁ ἐγωιστὴς καὶ ἀσεβῆς βασιλιὰς ἄρχισε νὰ ἐπεκτείνει τὶς ὕβρεις του στὰ ἱερὰ καὶ ὅσια τῆς ἀμώμητης χριστιανικῆς μας πίστεως, τότε ὁ Ἅγιος μὲ θάρρος σήκωσε τὸ κεφάλι, ὕψωσε τὴ φωνή του καὶ μὲ παρρησία εἶπε στὸν παραβάτη ἄρχοντα. 

– Βασιλιά μου, ἐπιδείξατε, σᾶς παρακαλῶ λίγο σεβασμὸ πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς θεός. Τοῦτο μαρτυροῦν περίτρανα τὰ λόγια του καὶ τὰ ἔργα του. Ὅσο γιὰ τὶς ὕβρεις σας ἐνάντια στοὺς χριστιανούς, ποὺ ἀποτελοῦν τὴν εὐγενέστερη καὶ πιὸ ἄξια μερίδα τῶν ὑπηκόων σας, δὲν εἶναι καθόλου φρόνιμο καὶ συνετὸ οὔτε καὶ δίκαιο ἀπὸ μέρους σας νὰ τοὺς ὑβρίζετε καὶ νὰ τοὺς διώκετε. Ἐντροπή σας! Ἡ συμπεριφορά σας αὐτὴ σᾶς ἀδικεῖ καὶ σᾶς ἐξευτελίζει. 

Τὶς τελευταῖες λέξεις τοῦ Ἁγίου διέκοψαν οἱ γεμάτες μίσος καὶ εἰδωλολατρικὸ φανατισμὸ φωνὲς τοῦ μαινόμενου κυριολεκτικὰ βασιλιὰ Ἰουλιανοῦ. 

– Πάψε, ἀνόητε, τοῦ φώναξε. Κι ἀφοῦ τὸν ὕβρισε ξανὰ καὶ ξανὰ διέταξε νὰ τοῦ ἀφαιρέσουν τὴ ζώνη τοῦ ἀξιώματός του καὶ νὰ τὸν ρίξουν στὴ φυλακὴ γιὰ νὰ συνέλθει. 

Μὲ τὴν ψυχὴ γαληνεμένη ὁ πιστὸς καὶ ἄτρομος χριστιανὸς χωρὶς ψωμὶ καὶ νερὸ γιὰ μέρες περνάει τὶς ὦρές του γονατιστὸς εὐχαριστώντας τὸν Κύριο γιὰ τὸ χάρισμα ποὺ τοῦ δόθηκε. «Ἡμῖν ἐχαρίσθη τὸ ὑπὲρ Χριστοῦ οὗ μόνον τὸ εἰς αὐτὸν πιστεύειν ἀλλὰ καὶ τὸ ὑπὲρ αὐτοῦ πάσχειν»(Φιλιπ. α’ 29), ἔλεγε καὶ ἐπαναλάμβανε μὲ ἀνείπωτη χαρά. Δηλαδὴ σὲ μᾶς δόθηκε σὰν χάρισμα ὄχι μόνο νὰ πιστεύουμε στὸν Χριστό, ἀλλὰ καὶ νὰ πάσχουμε γιὰ τὸ ὄνομά του. 

Τὰ ἐπακόλουθα τῆς ὁμολογίας του εἶναι τρομερά. Ἀδούλωτος καὶ ἐλεύθερος ὁ Ἅγιος τὰ ἀντιμετωπίζει ὅλα μὲ ζηλευτὴ ψυχραιμία καὶ ὑπομονὴ καὶ καρτερία. 

Ὅταν ὕστερα ἀπὸ λίγες μέρες κατὰ διαταγὴ τοῦ Βασιλιὰ βγῆκε ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ παρουσιάστηκε μπροστά του, ὁ Ἰουλιανός τοῦ ζήτησε νὰ προσφέρει θυσία στοὺς μεγάλους Θεούς, ἂν ἤθελε νὰ τοῦ χαρισθεῖ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἐλευθερία. 

Στὴν πρόταση αὐτὴ τοῦ ἄρχοντα ὁ σταθερὸς στὶς ἀρχὲς καὶ τὸ φρόνημά του Ἅγιος ἀλλὰ καὶ ἀτρόμητος στὶς πεποιθήσεις του ἀπολογήθηκε μὲ πολλὴ δύναμη καὶ παρρησία καὶ ἀπέδειξε ψευδὴ κι ἀνόητα ὅσα εἰπώθηκαν κατὰ τοῦ Χρίστου. 

Στὸ τέλος πρόσθεσε: Αὐτὸ πού μοῦ ζητᾶτε, ἄρχοντά μου, ν’ ἀρνηθῶ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ προσφέρω θυσία στὰ ξύλα καὶ τὶς πέτρες τῆς πεθαμένης πιὰ εἰδωλολατρίας, μοῦ εἶναι ἀδύνατον ὄχι νὰ τὸ κάμω, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ νὰ τὸ σκεφθῶ. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ δημιουργὸς ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος καὶ ἀπέθανε γιὰ τὴ σωτηρία μας. Πῶς μπορῶ ἐγὼ νὰ τὸν ἀρνηθῶ;

Ἡ τολμηρὴ αὐτὴ καὶ μὲ τόση παρρησία εἰπωθεῖσα ὁμολογία τοῦ Μάρτυρος προκάλεσε τὸ μίσος καὶ τὴν μανία τοῦ ἀποστάτη βασιλιά, ποὺ σὰν τρελὸς φώναξε: 

– Νὰ ἀρχίσουν τὰ βασανιστήρια. Τὰ πιὸ σκληρὰ βασανιστήρια. 

Στὴν διαταγὴ τοῦ βασιλιὰ οἱ δήμιοι ποὺ στέκονταν δίπλα ὄρμισαν, ἅρπαξαν τὸν Μάρτυρα, τὸν γύμνωσαν καὶ ἀφοῦ τὸν ξάπλωσαν στὴν γῆ ἄρχισαν νὰ τὸν κτυποῦν μὲ βούνευρα μέχρις αἵματος. Τὸ δέρμα ξεσχίσθηκε, μὰ οἱ δήμιοι ὄχι μόνο δὲν σταματοῦν ἀλλὰ καὶ συνεχίζουν λὲς μεθυσμένοι μὲ τὸ ἄνομο ἔργο τους. 

Στὴ συνέχεια καταξεσχίζουν τὶς σάρκες του μὲ μαχαίρια καὶ ὕστερα μὲ λαμπάδες καῖνε τὶς πληγές. Τὸ σῶμα τοῦ Μάρτυρος ἔγινε μία ἄμορφη μάζα ἀπὸ κρέατα καὶ κόκαλα σπασμένα. Σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση τὸν πῆραν καὶ τὸν πέταξαν στὴ φυλακή. Σκέφθηκαν νὰ τὸν ἀφήσουν ἐκεῖ νὰ πεθάνει μόνος του χωρὶς καμιὰ βοήθεια.

Αὐτὰ οἱ ἄνθρωποι. Μὰ ἐκεῖνος, ποὺ ὑποσχέθηκε καὶ εἶπε στὸν κάθε πιστὸ ἀκόλουθό του, «οὗ μὴ σὲ ἀνώ, οὗ δ’ οὐ μὴ σὲ ἐγκαταλείπω» δηλαδὴ δὲν θὰ σὲ ἀφήσω, παιδί μου, ἀβοήθητο· ποτὲς δὲν θὰ σὲ ἐγκαταλείψω, κατὰ τὰ μεσάνυχτα ἔρχεται στὸ μισοπεθαμένο κορμί, τὸ ἀγγίζει, τὸ παρηγορεῖ καὶ τὸ θαῦμα γίνεται. Ἡ μάζα τῶν ξεσχισμένων κρεάτων καὶ τῶν σπασμένων κοκάλων ξαναβρίσκει τὴν πρότερη κατάσταση. Θεραπεύεται. Καὶ ὁ Μάρτυρας μὲ βαθιὰ συγκίνηση γονατίζει, εὐχαριστεῖ καὶ δοξολογεῖ τὸν Θεὸ. 

Ὄρθιον νὰ βαδίζει ἐπάνω – κάτω καὶ νὰ ψάλλει τὰ λόγια του Ἁγίου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου «μακάριος ἀνὴρ ὃς ὑπομένει πειρασμόν» (Ἰακ. α’ 12), δηλαδὴ μακάριος ὁ ἄνθρωπος ποὺ δέχεται μὲ ὑπομονὴ τὶς δοκιμασίες, τὸν βρίσκει ὁ δεσμοφύλακας ποὺ πῆγε τὸ πρωὶ νὰ ἰδεῖ ἂν εἶναι ζωντανός. 

Χωρὶς νὰ χάσει καιρό, τὸν παίρνει ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν ὁδηγεῖ μπροστὰ στὸν ἄρχοντα. Ὁ ἀποστάτης, ὅταν τὸν εἶδε, τὰ ἔχασε. Δὲν πίστευε στὰ μάτια του. Κάποια στιγμὴ συνῆλθε καὶ εἶπε, γιὰ νὰ διασκεδάσει τὴν σιωπὴ καὶ τὰ ἐπιφωνήματα τοῦ θαυμασμοῦ τοῦ πλήθους.

– Μεγάλοι οἱ Θεοί μας, Ἀρτέμιε. Αὐτοὶ σὲ ἔκαμαν καλά. Σπεῦσε νὰ προσφέρεις θυσία σ’ αὐτοὺς καὶ νὰ τοὺς δοξάσεις. Μὴν φανεῖς ἀχάριστος. 

– Τὴν ὑγεία μου, βασιλιά, μοῦ τὴν χάρισε ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀληθινὸς Θεὸς καὶ Σωτήρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Τὰ εἴδωλά σας οὔτε αἰσθάνονται, οὔτε μιλοῦν. 

– Πάψε, ἀλιτήριε. Τὴν ἀχαριστία ἀκολουθεῖ πάντα ἡ ἀδιαντροπιά. «Τὴ ἀχαριστία ἕπεται ἡ ἀναισχυντία». Νὰ συνεχισθοῦν τὰ βασανιστήρια. 

Τὴν ἴδια στιγμὴ μερικὰ δυνατὰ χέρια ἅρπαξαν τὸν Μάρτυρα καὶ τὸν ἔριξαν κάτω. Ὕστερα μερικοὶ ἄλλοι ἀφοῦ ἔσπασαν μία πελώρια μυλόπετρα, πῆραν τὴ μισὴ καὶ ἀφοῦ ἅπλωσαν ἐπάνω τὸν Ἅγιο, ἄλλη ὁμάδα δυνατῶν κατὰ διαταγὴ τοῦ Ἰουλιανοῦ σήκωσαν τὴν ἄλλη μισὴ καὶ τὴν ἔριξαν ἐπάνω στὸν Μάρτυρα. Σκοπὸς ἕνας. Νὰ τοῦ συντριβοῦν ὅλα τὰ κόκαλα. 

Ἀφόρητοι οἱ πόνοι. Ὁ Ἀρτέμιος ὅμως μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ διατηρεῖ ὅλη τὴν καρτεροψυχία του. Ὑπομένει γιατί γνωρίζει τί λέγει τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ στὴν περίπτωση αὐτή. «Ἐν ὄψει ἀνθρώπων ἐὰν κολασθώσιν, ἡ ἐλπὶς αὐτῶν ἀθανασίας πλήρης καὶ ὀλίγα παιδευθέντες μεγάλα εὐεργετηθήσονται». (Σοφ. Σολομ. γ’ 4 – 5). 

Δηλαδὴ οἱ δίκαιοι, καὶ ἂν ἀκόμη στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀπὸ μέρους τῶν ἀνθρώπων πάσχουν καὶ θλίβονται, αὐτοὶ ἔχουν σταθερὰ καὶ ἀκλόνητη τὴν πεποίθησή τους στὴν ἀθάνατη καὶ μακαριὰ ζωή. Κι ἂν ταλαιπωρηθοῦν καὶ βασανισθοῦν ὀλίγον στὴν παροῦσα ζωὴ θὰ λάβουν μεγάλες ἀμοιβὲς καὶ βραβεῖα στὴν αἰωνιότητα. 

Γιὰ τὴν αἰωνιότητα προοριζόμαστε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι. Τὴν αἰωνιότητα πρέπει νὰ ἔχουμε πάντα στὴν σκέψη μας. Γι’ αὐτὴν πρέπει καὶ νὰ ἀγωνιζόμαστε. Τὴν αἰωνιότητα ἔχει στὴν σκέψη του καὶ ὁ Μεγαλομάρτυρας. Γι’ αὐτὴν ἀγωνίζεται τώρα καὶ ὑποφέρει μὲ καρτερία τὰ βασανιστήρια. 

Ἡ γαλήνια ματιά του συγκλονίζει κυριολεκτικὰ τὸν ἀποστάτη, ποὺ μηχανεύεται καὶ ἄλλα σκληρότερα βασανιστήρια. Ἕνα τέτοιο ἦταν καὶ ἡ ἐντολὴ μὲ ἕνα ξίφος νὰ βγάλουν τὰ μάτια τοῦ Μάρτυρος. Ἡ ἐντολὴ ἐκτελεῖται τὴν ἴδια στιγμή. Ἡ γαλήνη ὅμως δὲν ξανάρχεται στὴν καρδιὰ τοῦ Ἰουλιανοῦ. Ὁ Μάρτυρας δέχεται καὶ τοῦτο τὸ βασανιστήριο μὲ ἰώβειο καρτερία καὶ ὑπομονή.

Μπροστὰ στὸ ἀλγεινὸ θέαμα τρέμει ὁ ἀποστάτης. Γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὶς τύψεις δίνει τὴν τελευταία ἐντολή. 

– Κόψτε τὸ κεφάλι του. 

Ὁ δήμιος πιστὸν ὄργανο τῆς ἐξουσίας σήκωσε τὸ σπαθὶ καὶ ἀποκεφάλισε τὸν Ἅγιο. Ἔτσι τελείωσε μία ζωὴ ποὺ σύνθημά της εἶχε τοῦ Ἀποστόλου τὰ λόγια: 

«Τὰ ἄνω ζητεῖτε ... τὰ ἄνω φρονεῖτε μὴ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς» (Κολ. γ’ 1 – 2). Νὰ ἐπιδιώκετε δηλαδὴ τὰ ἀγαθὰ ποὺ βρίσκονται στὸν οὐρανό. Πρὸς αὐτὰ νὰ εἶναι στραμμένες οἱ σκέψεις σας καὶ ὄχι πρὸς τὰ γήινα πράγματα. Κάποια εὐγενικιὰ ψυχὴ πῆρε τὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου καὶ ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια τὸ μετέφερε στὴν καρδιὰ τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ ἐκεῖ τὸ ἐνταφίασε σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ νησιὰ τῶν Πριγκιποννήσων, τὴν Ὀξειά, στὴν ἐκεῖ ἐκκλησία τοῦ Προδρόμου. 

Στὴ γῆ λοιπὸν ἐναποτέθηκε ὁ Μάρτυρας. Ἡ ἁγία ψυχή του ὅμως δὲν ἔπαυσε νὰ ἐνδιαφέρεται γι’ αὐτοὺς ποὺ ζοῦν πάνω στὴ γῆ καὶ ὑποφέρουν σωματικά. Πολλὰ θαύματα ἔγιναν καὶ γίνονται σὲ ὅσους μὲ πίστη καὶ εὐλάβεια ἐκζητοῦν τὴν μεσιτεία του. 

Ὁ Μεγαλομάρτυρας Ἅγιος Ἀρτέμιος εἶναι γιὰ τοὺς πιστοὺς χριστιανοὺς ὁ ἰατρὸς τῆς κήλης.

Το Αποστολικό και Ευαγγελικό ανάγνωσμα της Κυριακής


† Κυριακῇ 20 Ὀκτωβρίου 2019 (ΣΤ' Λουκᾶν)

Τὸ Εὐαγγέλιον
Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν 
Κεφ. η' : 26-39

Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ, ἐλθόντι τῷ ᾿Ιησοῦ εἰς τὴν χώραν τῶν Γαδαρηνῶν, ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾿ ἐν τοῖς μνήμασιν. Ἰδὼν δὲ τὸν ᾿Ιησοῦν καὶ ἀνακράξας, προσέπεσεν αὐτῷ, καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· Τί ἐμοὶ καὶ σοί, ᾿Ιησοῦ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς. Παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. Πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. Ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς λέγων· Τί σοί ἐστιν ὄνομα; Ὁ δὲ εἶπε· Λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν· καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. Ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. Ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου, εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους· καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. Ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον, ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. Ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν ᾿Ιησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ᾿ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα, παρὰ τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. Ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. Καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ᾿ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο. Αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον, ὑπέστρεψεν. Ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ᾿ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ ᾿Ιησοῦς λέγων· Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου, καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. Καὶ ἀπῆλθε, καθ᾿ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ ᾿Ιησοῦς.

Ὁ Ἀπόστολος
Πρὸς Β΄ Κορινθίους Ἐπιστολῆς Παύλου τὸ Ἀνάγνωσμα
Κεφ. θ' : 6-11

Ἀδελφοί, ὁ σπείρων φειδομένως φειδομένως καὶ θερίσει, καὶ ὁ σπείρων ἐπ᾿ εὐλογίαις ἐπ᾿ εὐλογίαις καὶ θερίσει. Ἕκαστος καθὼς προαιρεῖται τῇ καρδίᾳ, μὴ ἐκ λύπης ἢ ἐξ ἀνάγκης· ἱλαρὸν γὰρ δότην ἀγαπᾷ ὁ Θεός. Δυνατὸς δὲ ὁ Θεὸς πᾶσαν χάριν περισσεῦσαι εἰς ὑμᾶς, ἵνα ἐν παντὶ πάντοτε πᾶσαν αὐτάρκειαν ἔχοντες περισσεύητε εἰς πᾶν ἔργον ἀγαθόν, καθὼς γέγραπται· «Ἐσκόρπισεν, ἔδωκε τοῖς πένησιν· δικαιοσύνη αὐτοῦ μένει εἰς τὸν αἰῶνα». Ὁ δὲ ἐπιχορηγῶν σπέρμα τῷ σπείροντι καὶ ἄρτον εἰς βρῶσιν χορηγήσαι καὶ πληθύναι τὸν σπόρον ὑμῶν καὶ αὐξήσαι τὰ γενήματα τῆς δικαιοσύνης ὑμῶν· ἐν παντὶ πλουτιζόμενοι εἰς πᾶσαν ἁπλότητα, ἥτις κατεργάζεται δι᾿ ἡμῶν εὐχαριστίαν τῷ Θεῷ.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


"Ο πρώτος και μεγαλύτερος εχθρός του ανθρώπου είναι ο λογισμός του… όταν τον εμπιστεύεται." 

γ. Εφραίμ Κατουνακιώτης

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2019

Μην ζητάς αγάπη, γίνε


Μας κυνηγούν δυστυχώς οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες και οι προσδοκίες που έχουμε για τους άλλους με αποτέλεσμα όταν αυτές δεν ικανοποιούνται μας έρχεται θλίψη και απογοήτευση.

Κάνουμε παράπονα και ζητιανεύουμε αγάπη, φιλία, και καλοσύνη από τους άλλους και δυστυχώς απογοητευόμαστε. Η λαχτάρα να ξεδιψάσουμε από τους ανθρώπους βρίσκει τελικά την πηγή χωρίς νερό και εμάς τραυματισμένους και πονεμένους.

Προσπαθούμε στην έρημο της ζωής να φυτεύουμε προσδοκίες και επιθυμίες αλλά τελικά αντί αυτή η έρημος να βγάλει καρπούς μετατρέπεται σε ναρκοπέδιο. Όλα αυτά διότι έχουμε στρέψει την ύπαρξη μας σε λάθος κατεύθυνση. Αντί να στραφούμε στην ανατολή και να αναζητήσουμε τον ήλιο της δικαιοσύνης Χριστό επιλέγουμε την δυτική κατεύθυνση και τρικλίζουμε στα μονοπάτια του σκότους και του θανάτου.

Ο γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης θέτει τις βάσεις στις σχέσεις μας με τους άλλους:

«Όταν θέλεις να οπλισθείς, για να ξεπεράσεις τις δυσκολίες σου στην συνεργασία σου με τους άλλους, κάνε τούτο : Μη χαρίζεσαι ποτέ στον εαυτό σου και του επιτρέπεις να έχει έστω και την ελάχιστη επιθυμία, διότι κάθε επιθυμία οπωσδήποτε θα σε φέρει σε αντίθεση, ακόμη και σε σύγκρουση με τους ανθρώπους και η σύγκρουση αυτή θα σου λεηλατήσει κάθε εσωτερική προσπάθεια και θα σου καταστρέψει την προσευχή».

Δεν υπάρχει λόγος να έχουμε ανάγκες και συναλλαγές με τους άλλους πόσο μάλλον με τον Χριστό. Από το τι θέλω θα εξαρτηθεί το τι θα γίνει. Αν το θέλω πάσχει, το αποτέλεσμα θα είναι μια αρρωστημένη κατάσταση. Η μόνη σφοδρή επιθυμία και θέληση που οφείλουμε να έχουμε είναι Εκείνος και η Βασιλεία Του. Οι υπόλοιπες προσδοκίες και επιθυμίες κινούνται στη φθορά του θανάτου γι’ αυτό μάταια κοπιάζουμε.

Μην ψάχνουμε λοιπόν την πληρότητα σε ανθρώπινες σχέσεις και σε υλιστικό επίπεδο γιατί δεν θα την βρούμε. Εξάλλου ο Κύριος μας έχει ξεκαθαρίσει τα πράγματα «ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἐστί μου ἄξιος» (Ματθ. 1, 37)». Εκείνος είναι η υπέρτατη σχέση, η πλήρωση όλων των σχέσεων, το θεμέλιο των πάντων. Εκείνος είναι το Α και το Ω , η αρχή και το τέλος, η αιωνιότητα και ο Παράδεισος.

Μόνο από τη σχέση με τον Χριστό θα μπορέσει να ξεδιψάσει η ψυχούλα μας που χτυπιέται καθημερινά σε ανόητα θέλω χωρίς αντίκρισμα.

Αγάπα, πρόσφερε, δώσε, αγκάλιασε και μην σε νοιάζει…

Γίνε λύχνος Αγιότητος και μην σε απασχολούν οι άλλοι….

Μην περιμένεις τίποτα από κανέναν, κάνε την κίνηση εσύ και μην σε νοιάζει…

Γίνε Άγιος ώστε να αναπαύονται στην παρουσία σου καρδιές τραυματισμένες και να βρίσκουν ίαση και γιατρειά. Η Αγιότητα είναι ο προορισμός μας «Άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιος ειμί…» (Λευϊτ. 20,7,26· Α΄ Πέτρ. 1,16)

Να σε κυνηγούν οι άλλοι και να σε ρωτούν «Πες μου τι ζεις να το ζήσω και εγώ» και εσύ να απαντάς «Έρχου και ίδε» (Ιωάν. 1, 47)».

Μην ψάχνεις άνθρωπε ψεύτικες αγάπες ηδονικές, διότι δεν θα βρείς ποτέ ανάπαυση….

Στην αγκαλιά του Κυρίου βρίσκεται το πλήρωμα όλων των αναγκών , των επιθυμιών και των προσδοκιών της ψυχής μας….

Να γίνει η Χριστοκεντρική μας αγάπη Αγιασμός, να αγιάζουμε όλον τον κόσμο για να εξαπλωθεί ο παράδεισος σε όλη την οικουμένη…

Μην ζητάς ποτέ αγάπη, ΓΙΝΕ αγάπη και αυτό αρκεί για να αλλάξει ο κόσμος.

Ξεκίνα τώρα ! Καλή πορεία με την ευχή του Κυρίου μας.

π. Σπυρίδων Σκουτής

Μια διδακτική ιστορία από το Περιβόλι της Παναγίας


Κάποτε είχε πάει ένας κοσμικός στην Σκήτη των Καυσοκαλυβίων στο Άγιο όρος , για να γίνη Μοναχός. Οι Πατέρες όμως της Σκήτης δεν τον δέχονταν, γιατί, εκτός που τήταν ράθυμος και αμελής, ήταν και πολύ σκανδαλοποιός και δημιουργούσε συνέχεια θέματα. Επειδή εκείνος αναπαυόνταν στην Σκήτη, παρακάλασε τους Πατέρες να τον αφήσουν να μένη ως λαϊκός και να εργάζεται καμιά φορά. Έτσι λοιπόν πέρασε την ζωή του με ραθυμία και αμέσως μέχρι την ώρα του θανάτου του που έπεσε πιά στο κρεβάτι και ψυχοραγούσε. Οι Πατέρες όμως του συμπαραστέκονταν και βρίσκονταν συνέχεια κοντά του.Μια μέρα ο ετοιμοθάνατος είχε έρθει σε έκσταση και έκανε νοήματα. Οι Πατέρες απορούσαν τι να συμβαίνη ! Όταν συνήλθε τους διηγήθηκε το εξής φοβερό:
Είδα τον Αρχάγγελο Μιχαήλ μ' ένα χαρτί στα χέρια του, που είχε όλες τις αμαρτίες μου, και μου είπε:
«Βλέπεις, αυτά εδώ τα έκανες όλα , γι' αυτό ετοιμάσου να πας στην κόλαση»
Τότε εγώ του λέω:
«Για κοίταξε, ανάμεσα σ' αυτά τα αμαρτήματα, υπάρχει το αμάρτημα της κατακρίσεως» Ψάχνει ο Αρχάγγελος και μου λέει : «Όχι , δεν υπάρχει»
«Οπότε, του λέω, δεν πρέπει να πάω στην κόλαση, σύμφωνα με αυτό που είπε ο Κύριος . «Μη κρίνετε και ου μη κριθήτε»
Τότε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ έσχισε το χαρτί με τα αμαρτήματά μου. Έτσι, Πατέρες μου, θα πάω στον Παράδεισο . Όταν μου είχατε πει ότι δεν κάνω για Μοναχός στην Σκήτη και εργαζόμουν ως λαϊκός και εκκλησιαζόμουν στον Κυριακό τις εορτές, είχα ακούσει τα λόγια του Ευαγγελίου «Μη κρίνετε , ίνα μη κριθήτε» και είπα : «Ταλαίπωρε , τουλάχιστον αυτό να εφαρμόσης», και αυτό με έσωσε δίχως άλλον κόπο» Μόλις τελείωσε αυτά τα λόγια, παρέδωσε την ψυχή του στον Αρχάγγελο Μιχαήλ.

Ήταν μια απλή γυναίκα...


Ένα χειμωνιάτικο πρωϊνό ο περίφημος Ρουμάνος ασκητής Κλεόπας Ιλίε βρισκόταν στο Ιερό ενός μοναστηριακού Ναού και διάβαζε γονατιστός την ακολουθία της Θείας Μεταλήψεως.
Μετά από λίγη ώρα μπήκε στην Εκκλησία για να προσευχηθεί μια γυναίκα που είχε έρθει στο Μοναστήρι από το βράδυ.
«Προσκυνούσε όλες τις εικόνες και έκανε παντού μετάνοιες, διηγείται ο π. Κλεόπας. Δεν γνώριζε ότι κάποιος ήταν μέσα στην Εκκλησία. Την παρατηρούσα συνεχώς από την Ωραία Πύλη. Εκείνη, αφού προσκύνησε τις εικόνες, γονάτισε στο μέσον της Εκκλησίας, ύψωσε τα χέρια της και έλεγε από την καρδιά της αυτά τα λόγια:
— Κύριε, μη με εγκαταλείπης! Κύριε, μη με εγκαταλείπης!
Είδα τότε ένα λαμπρό κίτρινο φως γύρω της και τρόμαξα! Η γυναίκα έπεσε με το πρόσωπο στη γη και προσευχόταν σιωπηλά.
Η φωτεινή νεφέλη που την περιέλουζε, μεγάλωσε περισσότερο και μετά σιγά-σιγά εξαφανίστηκε. Αφού έσβησε το Θείο φως,σηκώθηκε στα πόδια της και βγήκε έξω από την Εκκλησία.
Ηταν μια απλή γυναίκα από τα γειτονικά χωριά μας.Ιδού λοιπόν, ποιός έχει το δώρο της προσευχής! Να που οι λαϊκοί ξεπερνούν καμμιά φορά τους Μοναχούς! Εγώ έκανα μετά προσκομιδή και από την μεγάλη μου συγκίνηση άρχισα να κλαίω και έτρεμα με τα χαρτιά μνημονεύσεως στο χέρι. Μόνον ο Θεός γνωρίζει πόσοι υπάρχουν εκλεκτοί σ' αυτόν τον κόσμο!.

Μοναχού Σεραφείμ,
«Χαρίσματα και Χαρισματούχοι»

Ο Άγιος Νεκτάριος μιλά για τη χαρά


Πολλά θαύματα ἔκανε ὁ ἅγιος Νεκτάριος. Μά τό πιό μεγάλο θαῦμα παραμένει αὐτή ἡ ἴδια ἡ ζωή καί ἡ προσωπικότητα τοῦ ἁγίου, ἡ ἀσύλληπτη δύναμή του νά μένει ἄκακος, εἰρηνικός καί χαρούμενος στίς φοβερές ἐπιθέσεις τοῦ κακοῦ πού δέχθηκε. Γι᾿ αὐτή τή χαρά, καρπό τοῦ ἁγίου Πνεύματος, γράφει ὁ ἴδιος στό κείμενο πού ἀκολουθεῖ, τό ὁποῖο εἶχε δημοσιευθεῖ στό περιοδικό "᾿Αναμόρφωσις" τό 1904. Σᾶς τό προσφέρουμε σέ ἁπλουστευμένη γλῶσσα, ὡς ἕνα μήνυμα-εὐλογία ἀπό τόν ἅγιο πατέρα τοῦ περασμένου αἰώνα.
Χαρά! Λέξη προσφιλής, λέξη ἐπιπόθητη, λέξη πού συγκινεῖ τίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, λέξη πού δηλώνει ἀγαλλίαση, λέξη πού σημαίνει εὐφροσύνη, λέξη πού ἐκφράζει πνευματική τέρψη καί ἡδονή.

Χαρά! Μέ ποιά λόγια νά περιγράψω τό συναίσθημα πού ἐσύ ξυπνᾶς στήν καρδιά; Μέ ποιό πινέλλο τήν εἰκόνα σου νά εἰκονίσω, ἤ μέ ποιό τρόπο τόν μυστικό σου χαρακτήρα νά ἐκδηλώσω μέ λόγια; Καμία δύναμη μέσα μου δέν μπορεῖ ν᾿ ἀσχοληθεῖ μέ τό μυστήριο· καμία φωνή δέν πετυχαίνει νά ἐκφράσει τήν ἐνέργειά του.

Εἶναι μυστική ἡ χαρά, κρύβεται στά μύχια τῆς καρδιᾶς καί μόνο στήν ψυχή ἐμφανίζεται. Αὐτή τήν κάνει νά σκιρτᾶ μέ εὐφροσύνη καί ἀγαλλίαση· αὐτή σάν θεῖο ποτό μεθᾶ τήν ψυχή· αὐτή ἔγινε ἡ ποθητή τρυφή τῆς ψυχῆς· αὐτή περισσότερο ἀπό μέλι καί κηρήθρα γλυκαίνει τή γλῶσσα ἐκείνου πού εἶναι γεμάτος χαρά· αὐτή τονίζει στήν καρδιά ὕμνους, πού ἀτονοῦν νά ἐκφράσουν τά χείλη.

῾Η καρδιά λαλεῖ καί τά χείλη σιωποῦν· τό ὑπερφυσικό μυστικά λειτουργεῖται.

῾Η καρδιά χαίρεται, διότι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ σκήνωσε μέσα της.

῾Η καρδιά χαίρεται, διότι αἰσθάνθηκε νά γεμίζει ἀπό τό ποθητό ἀγαθό.

῾Η καρδιά χαίρεται, διότι ἔλαβε μυστική τήν πληροφορία, ὅτι ὁ Θεός τήν ἀγάπησε.

῾Η καρδιά χαίρεται, διότι ἡ εἰρήνη, ἡ γαλήνη, ἡ ἠρεμία καί ἡ ἀταραξία βασιλεύουν μέσα της.

῾Η καρδιά χαίρεται, διότι κατανόησε μέ τήν πίστη τόν Κύριο.

῾Η καρδιά χαίρεται, διότι μέ τήν ἐλπίδα ἤλεγξε τήν ὑπόσταση τῶν μελλόντων ἀγαθῶν.

῾Η καρδιά χαίρεται, διότι μέ τήν ἀγάπη ἔνιωσε τόν Κύριο νά κατοικεῖ μέσα της.

῏Ω χαρά ἁγία!

῏Ω χαρά, ἀρχή τῆς ἀπολαύσεως τοῦ παραδείσου!

῏Ω χαρά, ἡδονῆς ἀνεκφράστου προάγγελε!

᾿Εσένα ποθῶ, ἐσένα ἐπιζητῶ. Κι ἐσένα κατέχοντας ὡς ἀρραβώνα στή γῆ, εἴθε νά ἀξιωθῶ καί τῆς Οὐρανίου χαρᾶς, ὅπου «ὁ τῶν ἑορταζόντων ἦχος ὁ ἀκατάπαυστος καί ἡ ἀνέκφραστος ἡδονή τῶν καθορώντων τοῦ θείου προσώπου τό κάλλος τό ἄρρητον». ᾿Αμήν.

Περιοδικό «Απολύτρωσις» http://aktines.blogspot.com

Μη λυπάσαι και μην πικραίνεσαι ο Χριστός είναι εδώ


Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης

~ Να γνωρίζεις ότι πολλές φορές θα αισθανθείς τον εαυτό σου να ενοχλείται και να λείπει από μέσα του αυτή η αγία ειρήνη και γλυκιά μοναξιά και αγαπητή ελευθερία, και μερικές φορές μπορεί να σηκωθεί από τις κινήσεις της καρδιάς σου μία σκόνη, που θα σε ενοχλήσει στην πορεία που πρόκειται να εκτελέσεις.

Και αυτό σου το παραχωρεί ο Θεός για μεγαλύτερο καλό σου. Θυμήσου ότι αυτός είναι ο πόλεμος από τον οποίον οι άγιοι έλαβαν τα στεφάνια των μεγάλων μισθών. Σε όλα εκείνα που σε συγχίζουν πρέπει να πεις: «Κύριέ μου, βλέπεις εδώ τον δούλο σου, ας γίνει σε μένα το θέλημά σου. Γνωρίζω και το ομολογώ ότι η αλήθεια των λόγων σου παραμένει πάντοτε σταθερή και οι υποσχέσεις σου είναι αψευδείς και σ’ αυτές ελπίζω. Εγώ παραμένω μόνον για σένα». Ευτυχισμένη, βέβαια, είναι η ψυχή εκείνη που προσφέρεται με τον τρόπο αυτό στον Κύριό της, κάθε φορά που ενοχληθεί ή συγχισθεί. Και αν παραμείνει ο πόλεμος αυτός και δεν μπορέσεις έτσι γρήγορα, όπως θέλεις να ενώσεις το θέλημά σου με το θέλημα του Θεού, μην δειλιάσεις γι’ αυτό ούτε να λυπηθείς.

Αλλά συνέχισε να προσφέρεις τον εαυτό σου και να προσκυνάς και θα νικήσεις. Ρίξε μία ματιά και στον κήπο που ήταν ο Χριστός σου και που τον αποστρεφόταν η ανθρωπότητα λέγοντας: «Πατέρα, αν είναι δυνατό, ας παρέλθει το ποτήριο αυτό από εμένα». Αλλά αμέσως διέταξε να βάλει την ψυχή του σε μοναξιά και με ένα θέλημα απλό και ελεύθερο έλεγε με πολύ βαθειά ταπείνωση: «αλλά όχι όπως θέλω εγώ, αλλά όπως Εσύ» (Ματθ. 26,39).

Όταν βρίσκεσαι σε κάποια δυσκολία, μην υποχωρήσεις καθόλου, αν δεν υψώσεις πρώτα τα μάτια σου στο Χριστό, πάνω στο σταυρό, και θα δεις τυπωμένο εκεί με μεγάλα γράμματα ότι κι εσύ πρόκειται να οδηγηθείς στην θλίψη εκείνη και τον τύπο αυτόν αντέγραψέ τον με τα έργα στον εαυτό σου, και όταν καμμιά φορά ενοχληθείς από την αγάπη του εαυτού σου, μην δειλιάσεις, ούτε να χωρισθείς από το σταυρό, αλλά τρέξε σε προσευχή και δείξε υπομονή στην ταπείνωση, μέχρις ότου νικήσεις την θέλησή σου και θελήσεις να γίνει σε σένα το θέλημα του Θεού.

Και αφού αναχωρήσεις από την προσευχή, συγκεντρώνοντας μόνον τον καρπόν αυτόν, να σταθείς χαρούμενος. Αλλά αν δεν έφθασε σ’ αυτό η ψυχή σου, ακόμη παραμένει νηστική και χωρίς την τροφή της. Αγωνίζου ώστε να μην κατοικήσει στην ψυχή σου κανένα άλλο πράγμα, ούτε για λίγο χρονικό διάστημα, παρά μόνον ο Θεός.

Μη λυπάσαι και μην πικραίνεσαι για κανένα πράγμα, ούτε να παρατηρείς τις πονηριές και τα κακά παραδείγματα των άλλων, αλλά ας είσαι σαν ένα μικρό παιδί, που δεν υποφέρει από καμμία από τις πικρίες αυτές, αλλά τα ξεπερνά όλα χωρίς καμμία βλάβη.

alopsis.gr

Γέροντας Ιωσήφ Ησυχαστής: «Να γνωρίσεις τον εαυτό σου, ποιος είσαι»


Και γι’ αυτό πρώτα απ’ όλα χρειάζεται το «γνώθι σαυτόν». Δηλαδή να γνωρίσεις τον εαυτό σου, ποιος είσαι. Ποιός είσαι στ’ αλήθεια, όχι ποιός νομίζεις εσύ ότι είσαι.

Με τη γνώση αυτή γίνεσαι ο σοφότερος των ανθρώπων. Με τέτοια επίγνωση έρχεσαι σε ταπείνωση και παίρνεις χάρη από τον Κύριο. Διαφορετικά αν δεν αποκτήσεις αυτογνωσία, αλλ’ υπολογίζεις μόνο τον κόπο σου, γνώριζε ότι πάντοτε θα βρίσκεσαι μακριά από το δρόμο. Διότι δεν λέει ο Προφήτης· «ίδε, Κύριε, τον κόπον μου», αλλά «ίδε, λέγει, την ταπείνωσίν μου και τον κόπον μου». Ο κόπος είναι για το σώμα, η ταπείνωση για τη ψυχή και πάλι τα δύο μαζί, κόπος και ταπείνωση, για όλον τον άνθρωπο.

Ποιός νίκησε το διάβολο; Αυτός που γνώρισε την ασθένειά του, τα πάθη και τα ελαττώματα, που έχει. Ο φοβούμενος να γνωρίσει τον εαυτό του, αυτός βρίσκεται μακριά από τη γνώση· άλλο τίποτε δεν αγαπά παρά να βλέπει μόνο λάθη στους άλλους και να τους κρίνει. Αυτός δεν βλέπει στους άλλους χαρίσματα, αλλά μόνον ελαττώματα- δεν βλέπει στον εαυτό του ελαττώματα, παρά μόνο χαρίσματα. Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό ελάττωμα των ανθρώπων του καιρού μας που δεν αναγνωρίζουμε ο ένας το χάρισμα του άλλου. Ο ένας στερείται πολλά, μα οι πολλοί τα έχουν όλα. Αυτό που έχει ο ένας δεν το έχει ο άλλος. Και, αν αυτό το αναγνωρίζουμε, υπάρχει πολλή ταπείνωση. Γιατί έτσι τιμάται και δοξάζεται ο Θεός, ο οποίος με πολλούς τρόπους στόλισε τους ανθρώπους και έκανε όλα τα δημιουργήματά του άνισα, δηλ. διαφορετικά. Όχι όπως προσπαθούν οι ασεβείς να φέρουν ισότητα ανατρέποντας την θεία Δημιουργία.

Ο Θεός «τα πάντα εν σοφία εποίησεν».

Γι’ αυτό, παιδί μου, τώρα που είναι αρχή φρόντισε να γνωρίσεις καλά τον εαυτό σου, για να βάλεις θεμέλιο στερεό την ταπείνωση. Φρόντισε να μάθεις την υπακοή, να αποκτήσεις την ευχή. Γι’ αυτό πρώτα γνώριζε, παιδί μου, ότι κάθε αγαθό από το Θεό έχει την αρχή. Δεν γίνεται αγαθός λογισμός που να μην έχει αιτία το Θεό, ούτε πονηρός που να μην έχει αιτία το Διάβολο. Ό,τι καλό λοιπόν διανοηθείς, πεις, κάνεις, όλα είναι της δωρεάς του Θεού. «Παν δώρημα τέλειον άνωθεν έστι καταβαίνον». Όλα είναι της δωρεάς του Θεού· δικό μας δεν έχουμε τίποτε.

Καθένας λοιπόν που επιθυμεί και ζητεί να λάβει τη χάρη, να του δώσει δωρεάν ο Θεός, πρέπει πρώτον να γνωρίσει καλά την ύπαρξή του, το «γνώθι σαυτόν». Και αυτή είναι η όντως αλήθεια. Γιατί κάθε πράγμα έχει αρχή. Και αν δεν αρχίσεις καλά δεν θα έχεις τέλος καλό.

Και αρχή λοιπόν και αλήθεια είναι να γνωρίσει κανείς ότι είναι μηδέν – 0 – και εκ του μηδενός δημιουργήθηκαν τα πάντα. «Είπε και εγεννήθησαν ενετείλατο και εκτίσθησαν». Είπε και έγινε γη. Και αφού πήρε πηλό έπλασε άνθρωπο. Άψυχο, άνουν ένα πήλινο άνθρωπο. Αυτή η ιδία σου ύπαρξη. Αυτό είμαστε όλοι μας. Χώμα και λάσπη. Αυτό είναι το πρώτο μάθημα σ’ εκείνον που θέλει να λάβει, αλλά και να μένει διαπαντός η χάρη κοντά του. Απ’ αυτό αποκτά την επίγνωση και απ’ αυτό γεννιέται ταπείνωση. Όχι με λόγια μόνο, να ταπεινολογεί, αλλά στηριζόμενος στην πραγματικότητα λέει την αλήθεια: Είμαι χώμα, είμαι πηλός, είμαι λάσπη. Αυτή είναι η πρώτη μητέρα μας. Λοιπόν το χώμα πατιέται, και συ ως χώμα οφείλεις να πατηθείς. Είσαι λάσπη, δεν έχεις καμίαν αξία.

Σε πετούν εδώ και εκεί, σε κτίζουν από ένα σημείο σε άλλο σε χρησιμοποιούν ως άχρηστη ύλη.

Και λοιπόν σου «ενεφύσησεν» ο Δημιουργός και σου έδωσε πνεύμα ζωής. Και να, αμέσως έγινες ένας άνθρωπος λογικός. Ομιλείς, εργάζεσαι, γράφεις, διδάσκεις· έγινες ένα μηχάνημα του Θεού. Όμως μη λησμονείς ότι η ρίζα σου είναι το χώμα. Και αν λάβει το πνεύμα αυτός που σου το έδωσε, εσύ πάλι θα κτίζεσαι στα ντουβάρια.

Γι’ αυτό «μιμνήσκου τα έσχατά σου και ου μη αμαρτήσης εις τον αιώνα».

Αυτή είναι η πρώτη αίτια, που όχι μόνον ελκύει τη χάρη, αλλά την πληθύνει και τη συγκρατεί. Αυτή ανεβάζει το νου στην πρώτη θεωρία της φύσεως. Και έξω απ’ αυτή την αρχή βρίσκει μεν κάτι λίγο, αλλά μετά από καιρό θα το χάσει. Γιατί δεν κτίζει σε έδαφος στερεό, αλλά προσπαθεί με τρόπους και τέχνη.

Λες λόγου χάριν είμαι αμαρτωλός! Αλλά εσωτερικά πιστεύεις ότι είσαι δίκαιος. Δεν μπορείς να αποφύγεις την πλάνη. Η χάρη θέλει να μείνει, αλλ’ επειδή ακόμη πρακτικά δεν έχεις βρει την αλήθεια, κατ’ ανάγκη πρέπει να φύγει. Γιατί αναμφίβολα θα πιστέψεις στο λογισμό σου ότι είσαι αυτό το οποίο δεν είσαι, και χωρίς άλλο θα πλανηθείς. Ως εκ τούτου δεν παραμένει η χάρη. Επειδή έχουμε τον αντίπαλο, που είναι τεχνίτης ισχυρός, είναι εφευρέτης κακών, και της κάθε πλάνης δημιουργός. Που αγρυπνεί πλάι μας. Που από φως έγινε σκότος και όλα τα γνωρίζει. Που είναι εχθρός του Θεού και ζητεί όλους να μας κάνει εχθρούς Του. Και εν τέλει είναι πνεύμα πονηρό και εύκολα αναμειγνύεται με το πνεύμα, που μας χάρισε ο Θεός, και παίρνει τη μηχανούλα μας και την κινεί όπως θέλει αυτός. Κοιτάζει, πού ρέπει η όρεξη της ψυχής, και με ποιό τρόπο τη βοηθά ο Θεός, και αμέσως σκέφτεται και εκείνος τα ίδια.

(«Έκφρασις Μοναχικής εμπειρίας», εκδ, Ι.Μ.Φιλοθέου, Άγ. Όρος -αποσπάσματα σε νεοελληνική απόδοση.)
pemptousia.gr

Αν όμως σκεφτόμαστε σε ποιά θέση φέρνουμε το Θεό με τα πάθη μας...


Γέροντας Σωφρόνιος του Έσσεξ

 «Πολλοί εκλαμβάνουν τη σιωπή του Θεού, ως ένδειξη ότι ο Θεός ''δεν υπάρχει'', ''πέθανε''.
 Αν όμως σκεφτόμαστε σε ποιά θέση φέρνουμε το Θεό με τα πάθη μας, τότε θα βλέπαμε ότι Αυτός δεν έχει άλλη επιλογή, παρά μόνο να σιωπήσει.
 Ζητάμε από Αυτόν να μας υποστηρίξει στις αδικίες μας. Δεν μας ενοχοποιεί φανερά. Μας αφήνει να πορευτούμε στους πονηρούς δρόμους μας και να θερίσουμε τους καρπούς των προσωπικών μας αμαρτιών. 
 Αν όμως στραφούμε προς Αυτόν με μετάνοια, τότε έρχεται γρήγορα, γρηγορότερα από όσο περιμέναμε. Γνωρίζοντας τις ανάγκες μας, πολύ συχνά τις προλαμβάνει. Μόλις προφέρουμε στην προσευχή τα αιτήματά μας, που δικαιολογούνται με την πραγματικότητα της ζωής μας μέσα στον κόσμο, Αυτός ήδη το έχει εκπληρώσει. 
Συνεπώς, η σιωπή του Θεού είναι απάντηση στις αδικίες μας η πιο εύγλωττη, η πιο ευγενική».

Η πνευματική χαρά του εκκλησιασμού


Κατά τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη

Υπάρχουν σήμερα πολλά αγιοπατερικά βιβλία, από τα οποία μπορούμε με λίγο κόπο να ρουφήξουμε τους ευώδεις χυμούς του Πνεύματος. Ένα τέτοιο βιβλίο, στο οποίο άκρως θεολογεί ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, είναι «Η ΝΕΑ ΚΛΙΜΑΞ», καθώς ερμηνεύει και μας προσφέρει ως δώρα πνευματικά τα μηνύματα των Αναβαθμών της Οκτωήχου.
Ερμηνεύοντας το τρίτο Αντίφωνο των Αναβαθμών του Α΄ ήχου: « Ἐπὶ τοῖς εἰρηκόσι μοι ὁδεύσωμεν εἷς τὰς αὐλὰς τοῦ Κυρίου, εὐφράνθη μου τὸ Πνεῦμα, συγχαίρει ἡ καρδία», γράφει:
«Ο Αναβαθμός αυτός είναι δανεισμένος από τον τρίτο ψαλμό των Αναβαθμών του Δαβίδ, ο οποίος λέει: «Εὐφράνθην ἐπὶ τοῖς εἰρηκόσι μοι· εἰς οἶκον Κυρίου πορευσόμεθα» (Ψαλμ. 121,1). 
Ο μεν Θεοδώρητος ερμηνεύει ότι τον στίχο αυτό τον έλεγαν οι Εβραίοι με χαρά, όταν γύριζαν από την Βαβυλώνα στην Ιερουσαλήμ.
 Ο δε Ευσέβιος προσθέτει και ένα χαριτωμένο που συνέβαινε. Ότι οι νέοι, οι οποίοι γεννήθηκαν στη Βαβυλώνα, μέσα στα εβδομήντα χρόνια της σκλαβιάς, ρωτούσαν στο δρόμο τους γέροντες, που έζησαν μετά τη σκλαβιά μέχρι την ελευθερία και ήξεραν την Ιερουσαλήμ: «Ω, γέροντες, που πηγαίνουμε;». Εκείνοι δε τους αποκρίνονταν: «Ω, νέοι, πηγαίνουμε στον οίκο του Θεού, ο οποίος βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ». Όταν άκουγαν, λοιπόν οι νέοι αυτόν το λόγο, ευχαριστούνταν και χαίρονταν πάρα πολύ.

 Αυτόν τον στίχο, λοιπόν, παραφράζει εδώ ο μελωδός των Αναβαθμών της Οκτωήχου, τον οποίο ερμηνεύοντας ο Νικηφόρος ο Κάλλιστος λέει ότι, οι Εβραίοι, όταν βρίσκονταν στα Ιεροσόλυμα, κυριευμένοι από την αμέλεια και την μαλθακότητα, απομακρύνονταν από την λατρεία και την προσκύνηση του αληθινού Θεού. Έτσι, φεύγοντας μακριά από τον ναό του Θεού, πήγαιναν συχνά στα βουνά και εκεί θυσίαζαν στους δαίμονες και στα είδωλα των δαιμόνων. Γι` αυτό λοιπόν οργίστηκε εναντίον τους ο Θεός και παραχώρησε, ώστε να πάνε σκλάβοι στην Βαβυλώνα.
 Αφού δε εκεί δοκίμασαν πολλές κακοπάθειες και θλίψεις, τότε θυμήθηκαν την πατρίδα τους Ιερουσαλήμ, την οποία στερήθηκαν, περισσότερο δε από όλα και εξαιρέτως τον πολυθαύμαστο εκείνο και ωραιότατο ναό του Σολομώντος. Λοιπόν, έτσι, κατακαιόμενοι από τον πόθο για να τον δουν, αν καμιά φορά τους θύμιζε κάποιος κάτι σχετικά με το ναό, ευφραίνονταν πολύ και γέμιζε η ψυχή τους με
ανέκφραστη χαρά και αγαλλίαση: «Εὐφράνθην ἐπὶ τοῖς εἰρηκόσι μοι· εἰς οἶκον Κυρίου πορευσόμεθα». (Ψαλ. 121,1). Γι` αυτόν τον λόγο, και όταν σε άλλα μέρη ευρισκόμενοι τον θυμούνταν τον ναό, έλεγαν: «ταῦτα ἐμνήσθην καὶ ἐξέχεα ἐπ᾿ ἐμὲ τὴν ψυχήν μου, ὅτι διελεύσομαι ἐν τόπῳ σκηνῆς θαυμαστῆς ἕως τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ ἐν φωνῇ ἀγαλλιάσεως καὶ ἐξομολογήσεως ἤχου ἑορτάζοντος». (Ψαλμ. μα΄, 5).

  Διότι, συνηθίζει ο Θεός να το κάνει αυτό. Δηλαδή, όταν εμείς έχουμε τα καλά στα χέρια μας και δεν τα γνωρίζουμε, τότε ο Θεός παραχωρεί να τα στερούμαστε, ώστε η στέρηση αυτών να μας κάνει να γνωρίσουμε τι είχαμε και το χάσαμε. Έτσι, η ρητορική γραφίδα του Ιωάννου έγραψε χρυσά λόγια για την ερμηνεία του παρόντος αναβαθμού:
 «Έτσι συνηθίζει να κάνει ο Θεός. Όταν έχουμε τα αγαθά και δεν αναγνωρίζουμε την αξία τους, τα παίρνει από τα χέρια μας, με σκοπό, ώστε αυτό που δεν μπόρεσε να επιτύχει η απόλαυση, αυτό να το πετύχει η στέρηση». Είπε δε και ένας από τους σοφούς, ο οποίος δεν είναι χριστιανός: «Αυτοί που έχουν στη διάθεσή τους τα αγαθά και τα διαχειρίζονται με χαλασμένη λογική, δεν γνωρίζουν την αξία τους, παρά όταν κάποιος τους τα πάρει».

 Αυτό είναι λοιπόν το νόημα του τρίτου Αναβαθμού από τους ψαλμούς. Ο δε μελωδός στον Αναβαθμό αυτό, μιμούμενος εκείνον, λέγει:
«Όταν κάποιοι ομόπιστοι χριστιανοί μου είπαν αυτόν τον παρακινητικό λόγο, ας πάμε, αδελφέ, στον ναό και στην Εκκλησία του Κυρίου, τότε, όταν το άκουσα, γέμισε με ευφροσύνη το πνεύμα μου και με χαρά η καρδιά μου». Άκουσε, λοιπόν: ο άνθρωπος είναι διπλός  από ψυχή άυλη και από σώμα υλικό. Έτσι, επειδή η μεν ψυχή είναι άυλη, το δε σώμα υλικό, γι` αυτό ο μελωδός απέδωσε την μεν αϋλότερη ευφροσύνη στην άυλη ψυχή, διότι αυτήν ονομάζει πνεύμα, την δε παχυλότερη χαρά την απέδωσε στην υλική καρδιά, καθώς χαρά είναι η διάχυση του αίματος στην καρδιά, ενώ αντιθέτως λύπη είναι η συστολή του ίδιου αίματος στην καρδιά.
 Ο δε ιερός Θεοφύλακτος λέγει: «Γνώριζε ότι, η Αγία Γραφή λέγοντας πνεύμα και ψυχή, εννοεί το ίδιο πράγμα, αλλά κυρίως κάνει τον εξής διαχωρισμό` ονομάζει ψυχικόν άνθρωπο αυτόν που ζει κατά φύση και λειτουργεί σύμφωνα με την ανθρώπινη λογική, χωρίς να αποκλίνει στα παρά φύση κακά, αλλά ούτε πάλι προοδεύοντας στα υπέρ φύση χαρίσματα. Πνευματικόν δε ονομάζει εκείνον, ο οποίος φτάνει σε κατάσταση ανώτερη των νόμων της φύσεως και δεν έχει φρόνημα κοσμικό, καθώς πνεύμα ονομάζει το χάρισμα του Πνεύματος. Επίσης σαρκικόν ονομάζει η Αγία Γραφή αυτόν, ο οποίος δεν πολιτεύεται σύμφωνα με τους νόμους της φύσεως, αλλά στα κακά, που βρίσκονται στο παρά φύση».

 Γι` αυτούς τους τρεις τύπους ανθρώπων μιλάει ο απόστολος Παύλος: «ψυχικὸς δὲ ἄνθρωπος οὐ δέχεται τὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ· μωρία γὰρ αὐτῷ ἐστι, καὶ οὐ δύναται γνῶναι, ὅτι πνευματικῶς ἀνακρίνεται. ὁ δὲ πνευματικὸς ἀνακρίνει μὲν πάντα, αὐτὸς δὲ ὑπ᾿ οὐδενὸς ἀνακρίνεται». (Α΄Κορ, 2,14-15), περί δε τουσαρκικού γράφει: «ἔτι γὰρ σαρκικοί ἐστε. ὅπου γὰρ ἐν ὑμῖν ζῆλος καὶ ἔρις καὶ διχοστασίαι, οὐχὶ σαρκικοί ἐστε καὶ κατὰ ἄνθρωπον περιπατεῖτε;», λοιπόν είστε σαρκικοί (Α΄Κορ. 3, 2-4).

 Αλλά και συ, αδελφέ, που διαβάζεις αυτόν τον αναβαθμό, να μιμείσαι τους Ιουδαίους εκείνους, οι οποίοι, όταν άκουσαν, ας πάμε στον οίκο του Κυρίου, ευφράνθηκαν και χάρηκαν. Έτσι και συ, όταν τύχει να σου πει κανένας αδελφός σου χριστιανός, «αδελφέ, ας πάμε στην εκκλησία διότι είναι ώρα του Εσπερινού ή του Όρθρου ή της Λειτουργίας», μη λυπηθείς για την πρόσκληση αυτή, αλλά πρέπει να ευφρανθείς πάρα πολύ στο πνεύμα και να χαρείς στην καρδιά σου. Διότι, όποιος πηγαίνει στην εκκλησία και στο σπίτι του Θεού με προθυμία της ψυχής και χαρά της καρδιάς και ακούει με ευλάβεια τις δοξολογίες που ψέλνονται μέσα εκεί, αυτός, μετά πάσης βεβαιότητος, απολαμβάνει μύρια αγαθά, ψυχικά και σωματικά. Και απ' αυτήν την απόλαυση παρακινείται να λέει προς τον Θεό εκείνα που λέγει ο προφήτης Δαβίδ: «πλησθησόμεθα ἐν τοῖς ἀγαθοῖς τοῦ οἴκου σου· ἅγιος ὁ ναός σου, θαυμαστός ἐν δικαιοσύνῃ» (Ψαλ.64,5) και στη συνέχεια γεμίζει από ανέκφραστη χαρά και αγαλλίαση.

 Εσύ μην μοιάσεις μ` εκείνους τους άφρονες, οι οποίοι, όταν ακούν την εκκλησία να σημαίνει με τις ιερές καμπάνες ή τα σήμαντρα και να τους προσκαλεί να πάνε, για να δοξολογήσουν τον Θεό, λυπούνται γι` αυτό και προτιμούν, ω της ανοησίας και αθεοφοβίας τους, καλύτερα να πηγαίνουν στους χορούς και στους γάμους και στα τρεξίματα των αλόγων και στα παιχνίδια, παρά να πηγαίνουν στην αγία εκκλησία. Μ` αυτόν τον τρόπο γίνονται πιο αμελείς και χειρότεροι από τους Ιουδαίους. Και βεβαίως γι` αυτό είχε δίκαιο η χρυσή γλώσσα του Ιωάννη, να παραπονιέται και να λέει τα εξής κατά των χριστιανών: «Αλλά τώρα πολλοί δυσανασχετούν γι` αυτόν το λόγο. Και αν μεν κάποιος που πηγαίνει σε παράνομα θεάματα, τους καλέσει, θα είναι πολλοί αυτοί που θα πάνε μαζί του. Αν δε τους καλέσει στην εκκλησία, θα είναι πολλοί αυτοί που θα βαριούνται. Οι Ιουδαίοι όμως δεν ήταν έτσι. Τι λοιπόν μπορεί να είναι χειρότερο απ` αυτό, όταν οι χριστιανοί φαίνονται πιο ράθυμοι από εκείνους; Από πού δε βελτιώθηκαν οι Ιουδαίοι τόσο; Από την αιχμαλωσία έγιναν καλύτεροι! Και καθόσον απολάμβαναν αυτά τα πράγματα, χαίρονταν και με αυτά τα λόγια και αγκάλιαζαν με πολύ πόθο την εκκλησία και την πόλη Ιερουσαλήμ».
Πρέπει λοιπόν, αδελφέ, όχι μόνο να πηγαίνεις με χαρά στην εκκλησία, αλλά και πηγαίνοντας, να μην ζητάς να ανταμώσεις εκεί τους φίλους σου, ούτε να μιλάς άκαιρα και μάταια λόγια, αλλά να δοξολογείς το όνομα του Θεού, καθώς θα θυμάσαι εκείνο το ψαλμικό του Δαβίδ: «καὶ ἐν τῷ ναῷ αὐτοῦ πᾶς τις λέγει δόξαν» (Ψαλμ. 28,8).
Σάββας Ηλιάδης
Δάσκαλος