Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2019

«Ποῦ ἐστιν ὁ τεχθείς βασιλεύς;»


Περάσαμε τά ἱερά καί ἅγια Χριστούγεννα. Γέμισε ἡ ψυχή μας μέ χαρά, εὐφροσύνη καί εἰρήνη. Ἡ Ἐκκλησία συνεχίζει καὶ σήμερα νά προβάλλει πνευματικά τή μεγάλη αὐτή δεσποτική ἐορτή. Ὁ νοῦς ὅλων μας εἶναι πάντα στραμμένος στή Βηθλεέμ. Ξαναζοῦμε μέσα ἀπό τίς εὐαγγελικές περικοπές τά θαυμαστά γεγονότα πού συνέβησαν τότε. Ἀναζητοῦμε κι ἐμεῖς τόν γεννηθέντα Κύριο. Νιώθουμε προσκυνητές σάν τούς ποιμένες, συνοδοιπόροι μέ τούς Μάγους, συνυμνωδοί μέ τούς Ἀγγέλους. 
«Ποῦ ἐστιν ὁ τεχθείς βασιλεύς;» Τό ἐρώτημα αὐτό ἀπασχολοῦσε ὅλους τήν ὥρα ἐκείνη: Τούς σοφούς τῆς Ἀνατολῆς, τόν Ἡρώδη καί τούς νομοδιδασκάλους, τούς ἁπλούς ποιμένες τῆς Ἰουδαίας. Στόν καθένα ἀπ’ αὐτούς δόθηκε μέ τρόπο διαφορετικό τό οὐράνιο μήνυμα ἀνάλογα πάντα μέ τή διάθεση πού εἶχε  νά πλησιάσει τό γεγονός. Στούς ποιμένες πού ἀγρυπνοῦσαν δόθηκε τό ὅραμα. Στούς Μάγους φανερώθηκε ὁ ἀστέρας. Ὁ Ἡρώδης πῆρε τήν πληροφορία ἀπό τούς Μάγους. Καθένας δεχθηκε τό μήνυμα ἀλλά ἐνέργησε διαφορετικά: Οἱ ποιμένες μέ ταπείνωση γονάτισαν μπροστά στό Θεό πού κατέβηκε στή γῆ. Οἱ Μάγοι προσκύνησαν τόν Βασιλέα πού μέ τόση λαμπρότητα ὑπέδειξε ὁ οὐρανός. Ὁ Ἡρώδης ὅμως ἀποφάσισε νά Τόν ἐξοντώσει, γιατί φοβόταν μήπως τοῦ πάρει τήν ἐξουσία.
Στό πέρασμα τῶν αἰώνων οἱ ἄνθρωποι ἔχουν παρόμοιες διαθέσεις καί ἀντιδράσεις. Πολλοί συναντοῦν τόν Χριστό στή ζωή τους, ἀλλά δέν Τόν δέχονται, δέν Τόν πιστεύουν ὡς Θεό καί Σωτῆρα. Κάποιοι μέ προκατάληψη καί δυσπιστία ἀγωνίζονται νά διαστρέψουν τά γεγονότα τοῦ Εὐαγγελίου καί νά πολεμήσουν τόν Χριστό καί τή διδασκαλία του. Ἄλλοι τά ἀντιπαρέρχονται ἀδιάφοροι καί ἄλλοι μάχονται γιά ἀνούσιες ἰδέες καί ζητήματα. Πολλοί ὅμως εἶναι αὐτοί πού μέ ἁγνή καί ἄδολη καρδιά Τόν πιστεύουν καί ζητοῦν κοντά Του τήν ἱκανοποίηση τῶν πόθων καί τῶν ἐπιθυμιῶν τους, τή λύτρωση καί τή σωτηρία τους. 
Ζῶντας μέσα στὴν ἑορταστικὴ ἀτμόσφαιρα τῶν ἡμερῶν, μέ τά δώρα καί τίς κοσμικές διασκεδάσεις, ἀκοῦμε μέσα μας τό ἐρώτημα: «Ποῦ ἐστιν ὁ τεχθείς Βασιλεύς;» 
Ἄς διερωτηθοῦμε ὅλοι μας ποιό ρόλο ἔχει ὁ Χριστός στήν προσωπική μας ζωή, στίς σκέψεις, τίς ἐνέργειες, στή συμπεριφορά μας; Τί θέση τοῦ ἔχουμε δώσει στήν καρδιά μας; Ἄν  μέ παρρησία μποροῦμε νά ὁμολογοῦμε τήν πίστη μας σ΄Ἐκεῖνον, ἄν ἡ ἔκφραση καί οἱ ἐκδηλώσεις τῆς ζωῆς μας εἶναι χριστιανικές, ἄν ἡ νοοτροπία καί τά βιωματά μας ἀποπνέουν «Χριστοῦ εὐωδία», μποροῦμε νὰ φωνάξουμε: Ἐδῶ εἶναι ὁ «τεχθείς Βασιλεύς».
Ἄν ὅμως δέν ὑπάρχει ἀκόμη στήν καθημερινότητά μας χῶρος γιά τόν Χριστό ἄς Τόν ἀναζητήσουμε τώρα γιὰ νά Τόν βροῦμε, νά τοῦ ἀνοίξουμε τίς καρδιές μας, νά Τοῦ ἐμπιστευθοῦμε τή ζωή μας. Καί ποῦ μποροῦμε νά Τόν βροῦμε; Στήν Ἐκκλησία Του, στό Εὐαγγέλιό Του, στήν μετάληψη τῶν Τιμίων Δώρων καί στή Χάρη τῶν ἄλλων ἱερῶν Μυστηρίων. Ὁ Χριστός περιμένει νά Τόν συναντήσουμε μὲ καρδιές γεμᾶτες καλοσύνη καί ἀγάπη, ἀνάμεσα στούς ταπεινούς καί ἁγνούς ἀνθρώπους, στά πρόσωπα τῶν πονεμένων φτωχῶν ἀδελφῶν μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου