Παρασκευή 4 Απριλίου 2025

Πῶς νὰ προσέχει ὅποιος ζεῖ στὸν κόσμο



Πῶς πρέπει νὰ προσέχει τὸν ἑαυτὸ του ὅποιος ζεῖ μέσα στὸν κόσμο(1)
Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov
Ψυχὴ ὅλων τῶν ἀσκήσεων, ποὺ γίνονται γιὰ τὸν Κύριο, εἶναι ἡ προσοχή. Δίχως προσοχή, ὅλες αὐτὲς οἱ ἀσκήσεις εἶναι ἄκαρπες, νεκρές. Ὅποιος ποθεῖ τὴ σωτηρία του πρέπει νὰ μάθει νὰ προσέχει ἄγρυπνα τὸν ἑαυτό του, εἴτε ζεῖ στὴ μόνωση εἴτε ζεῖ μέσα στὸν περισπασμό, ὁπότε καμιὰ φορά, καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλει, παρασύρεται ἀπὸ τὶς συνθῆκες.
Ἂν ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ γίνει τὸ ἰσχυρότερο ἀπ’ ὅλα τ’ ἄλλα αἰσθήματα τῆς καρδιᾶς, τότε πιὸ εὔκολα θὰ προσέχουμε τὸν ἑαυτό μας, τόσο στὴν ἡσυχία τοῦ κελιοῦ μας ὅσο καὶ μέσα στὸν θόρυβο ποὺ μᾶς κυκλώνει ἀπὸ παντοῦ.
Στὴ διατήρηση τῆς προσοχῆς πολὺ συμβάλλει ἡ συνετὴ μετρίαση τῆς τροφῆς, ποὺ μειώνει τὴ θέρμη τοῦ αἵματος. Ἡ αὔξηση αὐτῆς τῆς θέρμης ἀπὸ τὰ πολλὰ φαγητά, ἀπὸ τὴν ἔντονη σωματικὴ δραστηριότητα, ἀπὸ τὸ ξέσπασμα τῆς ὀργῆς, ἀπὸ τὸ μεθύσι τῆς κενοδοξίας καὶ ἀπὸ ἄλλες αἰτίες προκαλεῖ πολλοὺς λογισμοὺς καὶ φαντασιώσεις, δηλαδὴ τὸν σκορπισμὸ τοῦ νοῦ. Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι πατέρες σ’ ἐκεῖνον ποὺ θέλει νὰ προσέχει τὸν ἑαυτὸ του συστήνουν πρὶν ἀπ’ ὅλα τὴ μετρημένη, διακριτικὴ καὶ διαρκῆ ἐγκράτεια ἀπὸ τὶς τροφὲς (2).
Ὅταν σηκώνεσαι ἀπὸ τὸν ὕπνο πρόκειται γιὰ μιὰ προεικόνιση τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, ποὺ περιμένει ὅλους τοὺς ἀνθρώπους—, νὰ κατευθύνεις τὶς σκέψεις σου στὸν Θεό. Νὰ προσφέρεις σὰν θυσία σ’ Ἐκεῖνον τοὺς πρώτους καρποὺς τῆς λειτουργίας τοῦ νοῦ σου, ὅταν αὐτὸς δὲν ἔχει ἀκόμα προσλάβει καμιὰ μάταιη ἐντύπωση.

Ἀφοῦ ἱκανοποιήσεις ὅλες τὶς ἀνάγκες τοῦ σώματος, ὅπως κάθε ἄνθρωπος ποὺ σηκώνεται ἀπὸ τὸν ὕπνο, διάβασε μὲ ἡσυχία καὶ αὐτοσυγκέντρωση τὸν συνηθισμένο προσευχητικό σου κανόνα. Φρόντισε ὄχι τόσο γιὰ τὴν ποσότητα ὅσο γιὰ τὴν ποιότητα τῆς προσευχῆς. Αὐτὸ σημαίνει νὰ προσεύχεσαι μὲ ἀπόλυτη προσοχή. Ἔτσι θὰ φωτιστεῖ καὶ θὰ ζωογονηθεῖ ἡ καρδιὰ ἀπὸ τὴν κατάνυξη καὶ τὴ θεία παρηγοριά.
Μετὰ τὸν κανόνα τῆς προσευχῆς, προσπαθώντας πάλι μ’ ὅλες σου τὶς δυνάμεις γιὰ τὴ διατήρηση τῆς προσοχῆς, νὰ διαβάζεις τὴν Καινὴ Διαθήκη, κυρίως τὸ Εὐαγγέλιο. Διαβάζοντας, νὰ σημειώνεις μὲ ἐπιμέλεια τὶς παραγγελίες καὶ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ κατευθύνεις σύμφωνα μ’ αὐτὲς ὅλες σου τὶς πράξεις τῆς ἡμέρας, φανερὲς καὶ κρυφές.
Ἡ ποσότητα τῆς μελέτης ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς δυνάμεις σου καὶ ἀπὸ τὶς περιστάσεις. Δὲν πρέπει νὰ βαραίνεις τὸν νοῦ σου μὲ ὑπέρμετρη ἀνάγνωση προσευχῶν ἤ τῆς Γραφῆς. Δὲν πρέπει, ἐπίσης, νὰ παραμελεῖς τὶς ὑποχρεώσεις σου γιὰ νὰ προσευχηθεῖς ἤ νὰ μελετήσεις περισσότερο. Ὅπως ἡ ἄμετρη χρήση ὑλικῆς τροφῆς προκαλεῖ διαταραχὲς στὸ στομάχι καὶ τὸ ἐξασθενίζει, ἔτσι καὶ ἡ ἄμετρη χρήση πνευματικῆς τροφῆς ἐξασθενίζει τὸν νοῦ, τοῦ προκαλεῖ ἀποστροφὴ πρὸς τὶς εὐσεβεῖς ἀσκήσεις καὶ τοῦ φέρνει ἀθυμία (3).
Στὸν ἀρχάριο οἱ ἅγιοι πατέρες συστήνουν νὰ προσεύχεται συχνὰ ἀλλὰ σύντομα. Ὅταν ὁ νοῦς ὡριμάσει πνευματικὰ καὶ δυναμώσει, τότε θὰ μπορεῖ νὰ προσεύχεται ἀδιάλειπτα. Σὲ τέτοιους χριστιανούς, ποὺ ἔχουν γίνει ὥριμοι, φτάνοντας στὰ μέτρα τῆς τελειότητας τοῦ Χριστοῦ (4), ἀναφέρονται τὰ λόγια τοῦ ἀποστόλου Παύλου: «Ἐπιθυμῶ νὰ προσεύχονται οἱ ἄνδρες σὲ κάθε τόπο καὶ νὰ σηκώνουν στὸν οὐρανὸ χέρια καθαρὰ (ἀπὸ κάθε μολυσμό), δίχως ὀργὴ καὶ λογισμοὺς» (5), δηλαδὴ δίχως ἐμπάθεια, περισπασμὸ ἤ μετεωρισμό. Γιατί αὐτὸ ποὺ εἶναι φυσικὸ γιὰ ἕναν ἄνδρα, δὲν εἶναι ἀκόμα φυσικὸ γιὰ ἕνα νήπιο.
Ἀφοῦ, λοιπόν, ὁ ἄνθρωπος φωτιστεῖ ἀπὸ τὸν Ἥλιο τῆς δικαιοσύνης, τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μέσω τῆς προσευχῆς καὶ τῆς μελέτης, μπορεῖ νὰ ἐπιδοθεῖ στὶς καθημερινές του ἀσχολίες, προσέχοντας ὥστε σ’ ὅλα τὰ ἔργα καὶ τὰ λόγια του, σ’ ὅλη τὴν ὕπαρξή του νὰ κυριαρχεῖ καὶ νὰ ἐνεργεῖ τὸ πανάγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅπως αὐτὸ ἀποκαλύφθηκε καὶ ἐξηγήθηκε στοὺς ἀνθρώπους μὲ τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές.
Ἂν στὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας ὑπάρχουν ἐλεύθερες στιγμές, χρησιμοποίησέ τες γιὰ νὰ διαβάσεις μὲ προσοχὴ μερικὲς ἐπιλεγμένες προσευχὲς ἤ περικοπὲς τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἐνισχύοντας ἔτσι τὶς ψυχικές σου δυνάμεις, ποὺ ἔχουν ἐξασθενήσει ἀπὸ τὶς διάφορες δραστηριότητες μέσα στὸν πρόσκαιρο κόσμο. Ἂν τέτοιες χρυσὲς στιγμὲς δὲν ὑπάρχουν, νὰ λυπᾶσαι γι’ αὐτό, ὅπως ἂν εἶχες χάσει θησαυρό. Ὅ,τι χάθηκε σήμερα δὲν πρέπει νὰ χαθεῖ καὶ αὔριο, γιατί ἡ καρδιὰ μας εὔκολα παραδίνεται στὴ ραθυμία καὶ τὴ λήθη. Ἀπ’ αὐτές, πάλι, γεννιέται ἡ σκοτεινὴ ἄγνοια, ποὺ καταστρέφει τὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ, τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου (6).

Ἂν συμβεῖ νὰ πεῖς ἤ νὰ κάνεις κάτι ποὺ ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, τότε χωρὶς καθυστέρηση διόρθωσε τὸ σφάλμα σου μὲ τὴν εἰλικρινῆ μετάνοια. Μὲ τὴ μετάνοια νὰ ἐπιστρέφεις πάντα στὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ, ὅταν ξεφεύγεις ἀπ’ αὐτόν, καταφρονώντας τὸ θεῖο θέλημα. Μὴ μένεις γιὰ πολὺ ἔξω ἀπὸ τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ! Στὶς ἁμαρτωλὲς σκέψεις καὶ φαντασιώσεις καὶ στὰ ἐμπαθῆ αἰσθήματα νὰ ἀντιπαραθέτεις μὲ πίστη καὶ ταπείνωση τὶς εὐαγγελικὲς ἐντολές, λέγοντας μαζὶ μὲ τὸν ἅγιο πατριάρχη Ἰωσήφ: «Πῶς μπορῶ νὰ κάνω αὐτὸ τὸ κακὸ καὶ ν’ ἁμαρτήσω μπροστὰ στὸν Θεό;» (7).
Ὅποιος προσέχει τὸν ἑαυτὸ του πρέπει ν’ ἀπαρνηθεῖ γενικὰ κάθε φαντασίωση, ὅσο ἑλκυστικὴ καὶ εὔσχημη κι ἂν φαίνεται αὐτή. Κάθε φαντασίωση εἶναι περιπλάνηση τοῦ νοῦ ὄχι στὴν περιοχὴ τῆς ἀλήθειας ἀλλὰ στὴ χώρα τῶν φαντασμάτων, ποὺ δὲν ὑπάρχουν οὔτε πρόκειται νὰ ὑπάρξουν καὶ ποὺ πλανοῦν τὸν νοῦ, ἐμπαίζοντάς τον. Συνέπειες τῶν φαντασιώσεων εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς προσοχῆς, ὁ σκορπισμὸς τοῦ νοῦ καὶ ἡ σκληρότητα τῆς καρδιᾶς τὴν ὥρα τῆς προσευχῆς. Ἔτσι ἀρχίζει ἡ διαταραχὴ τῆς ψυχῆς.
Τὸ βράδυ, ὅταν πηγαίνεις γιὰ ὕπνο —πού, μετὰ τὴν ἐγρήγορση τῆς ἡμέρας καὶ σὲ σύγκριση μ’ αὐτήν, προεικονίζει τὸν θάνατο—, νὰ ἐξετάζεις τὶς πράξεις ποὺ ἔκανες ὅσο ἤσουνα ξύπνιος. Ἕνας τέτοιος αὐτοέλεγχος δὲν εἶναι δύσκολος γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ζεῖ προσεκτικά. Γιατί ἡ προσοχὴ ἐξαφανίζει τὴ λήθη, ποὺ εἶναι φαινόμενο τόσο συνηθισμένο σ’ ὅποιον ἔχει περισπασμούς. Ἔτσι, λοιπόν, ἀφοῦ θυμηθεῖς ὅλες τὶς ἁμαρτίες ποὺ ἔκανες στὴ διάρκεια τῆς ἡμέρας, εἴτε μὲ πράξεις εἴτε μὲ λόγια εἴτε μὲ σκέψεις, ἐγκάρδια πρόσφερε γι’ αὐτὲς τὴ μετάνοιά σου στὸν Θεό, ἔχοντας τὴ διάθεση τῆς διορθώσεως. Μετὰ διάβασε τὸν κανόνα τῆς προσευχῆς σου. Τέλος, κλεῖσε τὴν ἡμέρα σου ὅπως τὴν ἄρχισες, δηλαδὴ μὲ θεϊκοὺς λογισμούς.

Τὴν ὥρα ποὺ κοιμᾶται ὁ ἄνθρωπος, ποῦ πᾶνε ὅλες οἱ σκέψεις καὶ τὰ αἰσθήματά του; Τί μυστικὴ κατάσταση εἶναι αὐτὴ τοῦ ὕπνου, κατὰ τὴν ὁποία τόσο ἡ ψυχὴ ὅσο καὶ τὸ σῶμα ζοῦν καὶ συνάμα δὲν ζοῦν, ἀποξενωμένα καθὼς εἶναι ἀπὸ τὴν αἴσθηση τῆς ζωῆς, σὰν νεκρά; Ἀκατανόητος εἶναι ὁ ὕπνος, ὅπως καὶ ὁ θάνατος. Ὅπως στὴν αἰώνια ἀνάπαυση, ἔτσι καὶ στὴν πρόσκαιρη τοῦ ὕπνου ἡ ψυχὴ ξεχνάει ἀκόμα καὶ τὶς πιὸ μεγάλες πίκρες, ἀκόμα καὶ τὶς πιὸ φοβερὲς ἐπίγειες συμφορές.
Καὶ τὸ σῶμα;!... Ἀφοῦ σηκώνεται ἀπὸ τὸν ὕπνο, ὁπωσδήποτε θὰ ἀναστηθεῖ καὶ ἀπὸ τοὺς νεκρούς.
Ὁ μεγάλος ἀββὰς Ἀγάθων εἶπε: «Εἶναι ἀδύνατο νὰ προκόψουμε στὴν ἀρετή, ἂν δὲν προσέχουμε ἄγρυπνα τὸν ἑαυτὸ μας» (8). Ἀμήν.

1. Συντάχθηκε γιὰ ἕναν εὐσεβῆ λαϊκὸ ποὺ ἤθελε νὰ ζεῖ προσεκτικὰ μέσα στὸν κόσμο.
2. Βλ Ὁσίου Φιλόθεού του Σιναΐτου, Νηπτικὰ κεφάλαια Μ', γ'. ιε'.
3. Πρβλ. Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, Λόγοι Ἀσκητικοί, ΚΓ', 16-17.
4. Πρβλ. Ἐφ. 4:13.
5. Α' Τιμ. 2:8.
6. Πρβλ. Ὁσίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ. Ἐπιστολὴ πρὸς Νικόλαον μονάζοντα Ὁσίου Πέτρου τοῦ Δαμασκηνοῦ, Βιβλίον Α', Περὶ ἐμπράκτου γνώσεως.
7. Γεν. 39:9
8. Πρβλ Τὸ Γεροντικόν, Ἀββᾶς Ἀγάθων, ἀπόφθεγμα η'.
https://ahdoni.blogspot.com/

Η αυταπάτη της μακροθυμίας




[...] Το βιβλίο της Κλίμακος του αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη δουλεύει τόσο πολύ με το ασυνείδητο επειδή ενδιαφέρεται για την ποιότητα της σχέσης μας με τον Θεό. Αυτό καλό είναι να το θυμόμαστε, διότι πολλές φορές μάς παρασύρουν εξωτερικά στοιχεία, όπως το αν κάποιος δηλώνει ότι πιστεύει ή ότι οι άνθρωποι εκκλησιάζονται.
Η Κλίμακα μας θυμίζει αυτή την ξεχασμένη αλήθεια, ότι σημασία έχει η ποιότητα του πώς θρησκεύουμε, πώς συνδεόμαστε με τον Θεό. Έτσι λοιπόν αρχίζει να λεπτολογεί τα θέματα με τρόπο που μπορεί να εκπλήξει κάποιους:
 «Μα γιατί σκάβει τόσο βαθιά, γιατί ψάχνει τόσες λεπτομέρειες;». Αλλά θα δούμε τι ωραία ευρήματα φέρνει στην επιφάνεια αυτό. Από όλο το τεράστιο υλικό της Κλίμακας, επέλεξα τέσσερα στοιχεία προς εξέταση, ως παραδείγματα, τα οποία θεωρώ ενδεικτικά.
Πρώτο στοιχείο. Ο Άγιος Ιωάννης ασχολείται με αυτό που θα ονομάζαμε «αυταπάτη της μακροθυμίας». Δεν είναι δικές του λέξεις, είναι δικές μου. Λέει ότι, σε περιπτώσεις που δεχόμαστε μια προσβολή, μια βλάβη, κάτι το οποίο μας ενόχλησε από τον άλλον, η σιωπή μας καταλήγει σε «μνησικακίας αποθήκη»· αυτή είναι η δική του φράση. Ο άνθρωπος αποθησαύρισε μνησικακία. Γιατί; Επειδή αποφασίσαμε να σιωπήσουμε.
Και τι θα έπρεπε να κάνουμε δηλαδή; Πρέπει καθέναν που μας ενοχλεί να τον βρίζουμε, να ξεσπάμε, να εκδικούμαστε;
 Όχι, δεν λέει αυτό. 
Αυτό που θέλει ο Άγιος Ιωάννης να αποφύγουμε είναι να μην έχουμε την αυταπάτη ότι, επειδή σιωπήσαμε, το ξεπεράσαμε. Ότι επειδή δεν αντιδράσαμε, συγχωρέσαμε. Αυτό είναι κάτι που συχνά συμβαίνει, μέσα από ασυνείδητους μηχανισμούς.
Δηλαδή αποφασίζουμε να μην αντιδράσουμε, για διάφορους λόγους. Άλλες φορές, επειδή δεν μας παίρνει να αντιδράσουμε, γιατί ο άλλος είναι πιο δυνατός ή δεν θα βγει πουθενά αυτό.
Άλλες φορές, επειδή δεν θέλουμε να χαλάσουμε την εικόνα που έχουμε εμείς για τον εαυτό μας ή την οποία δίνουμε στους άλλους.
Άλλες φορές, επειδή έχουμε μεγαλώσει με αναστολές που εμποδίζουν την ευθύτητα. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν μεγαλώσει χωρίς να μπορούν να επικοινωνήσουν με ευθύτητα. Δεν μπορούν να πουν ευθέως, με ήρεμο τρόπο, ένα παράπονο που έχουν απ' τον άλλο.
Για διάφορους λόγους ενδέχεται να σιωπήσουμε, μάλιστα μπορεί να πρέπει μερικές φορές να σιωπήσουμε. Και τα δύο δεκτά είναι.
Άλλες φορές θα μιλήσουμε στον άλλο ήρεμα και θα του εξηγήσουμε σε τι μας αδικεί.
Άλλες φορές μπορεί να πρέπει να σιωπήσουμε. Αυτό χρειάζεται διάκριση. Όμως, αυτό που έχει σημασία και μας λέει εδώ είναι ότι δεν θα πρέπει, όταν σιωπήσουμε, να νομίζουμε ότι το ξεπεράσαμε και συγχωρήσαμε.
Μπορούμε να κάνουμε την εξής δοκιμή: έστω ότι με κάποιους καλούς λογισμούς που βάλαμε, με κάποια προσευχή, συζητώντας το με άλλους, καταφέραμε να ηρεμήσουμε και να ξεπεράσουμε κάποια αδικία που μας έγινε.
Αν όταν ξανασυναντάμε αυτόν που μας πείραξε ή έστω δούμε απλά μια φωτογραφία του υπαιτίου της αδικίας, ανακατευόμαστε μέσα μας, αυτό είναι σημάδι ότι παραμένει η μνησικακία. Βέβαια, όλα τα πάθη δεν είναι «άσπρο ή μαύρο». Κλιμακώνονται σε διάφορες βαθμίδες έντασης. Όπως και οι αρετές έχουν βαθμίδες προόδου.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης λέει κάπου αλλού για την πραότητα και την ανεξικακία ότι υπάρχουν τρία επίπεδα: 
-το πρώτο επίπεδο είναι να μη βρίσεις και να μην εκδικηθείς αυτόν που σε πείραξε. Αυτό είναι το πρώτο επίπεδο, το αρχικό. 
-Το δεύτερο επίπεδο είναι να αρχίσεις να κάνεις προσευχή γι' αυτόν τον άνθρωπο και να το εννοείς, δηλαδή να κάνεις την προσευχή με αγάπη.
 -Και το τρίτο επίπεδο, λέει, που μπορείς να καταλάβεις αν έφτασες σε ανεξικακία ολοκληρωτική είναι, εάν ακούσεις ότι έπαθε κάτι κακό, να πονέσεις σαν να συνέβη σε σένα τον ίδιο.
 Κι αυτό πηγάζει από τη θεολογία του ενός σώματος, που περιέγραψε ο Απόστολος Παύλος. Δεν είναι κάποια ωραία μεταφορικά λόγια, μια ωραία μεταφορά για την Εκκλησία ως Σώμα του Χριστού, αλλά έχει συνέπειες στην πνευματική ζωή, στο πώς βιώνει κανείς αρετές και πάθη.
Επομένως, αυτό είναι ένα θέμα αρκετά χρήσιμο για την αυτογνωσία μας, όχι τόσο για το τι θα κάνουμε, επαναλαμβάνω, όταν μας πληγώσουν και μας προσβάλουν, διότι εξαρτάται από την κάθε περίπτωση, πότε πρέπει να μιλήσουμε και πότε όχι. Αλλά κυρίως για την αυτογνωσία μας, δηλαδή να μην εκλαμβάνουμε τη σιωπή μας ή την αδυναμία μας μερικές φορές ως αρετή. Αυτό έχει τεράστια σημασία για τους χριστιανούς, διότι στα χριστιανικά περιβάλλοντα, ειδικά, για κάποιο λόγο δεν ευδοκιμεί και πολύ η ευθύτητα.
Επειδή εκτιμώνται πολύ οι αρετές της πραότητας, της συγχώρεσης, και τονίζονται όλα αυτά, παρατηρείται το φαινόμενο συχνά να μην τολμά κάποιος, όχι να δείξει τον θυμό του, αλλά ούτε να αναγνωρίσει στον εαυτό του ότι θύμωσε μέσα του. Δηλαδή υπάρχουν άνθρωποι που αποξενώνονται από τα ίδια τα συναισθήματά τους, αφού «ο χριστιανός δεν πρέπει να θυμώνει». Γίνεται μια λήψη του ζητουμένου, ένα πρωθύστερο. Ότι «αφού δεν πρέπει ο χριστιανός να θυμώνει, άρα εγώ δεν θύμωσα τώρα». Μα ίσως να μην είμαι σωστός χριστιανός ακόμη και γι' αυτό θύμωσα!
Είναι απαραίτητο, το Σώμα της Εκκλησίας να καλλιεργήσει περισσότερο την ευθύτητα, δηλαδή να μπορούμε να λέμε στον άλλο με απλότητα και ταπείνωση σε τι μας ενόχλησε, να μπορούμε να συγχωρούμε και να δεχόμαστε συγχώρηση, να υπάρχει δηλαδή μια αλληλοσυγχώρηση, να μη μένει ο καθένας στη σιωπή του...
Αλλά όλα αυτά για να πραγματοποιηθούν σε εκκλησιαστικό επίπεδο απαιτούν προηγουμένως ο άνθρωπος να έχει επίγνωση του τι νιώθει ο ίδιος. Αν δεν νιώθουμε μέσα μας τα όποια δυσάρεστα συναισθήματα μας προκαλούνται από τα γεγονότα, τότε δεν θα μπορέσει να υπάρξει και η σωστή επικοινωνία οριζοντίως. Δηλαδή χρειάζεται μια κατακόρυφη εμβύθιση στον εαυτό μας, στην καρδιά μας, για να μπορεί να υπάρξει το οριζόντιο μέσα στην Εκκλησία. [...]

•••••••••••
''Πληγές από νόημα'' (κάτω από τις έννοιες ανασαίνει η ζωή) π. Βασίλειοε Θερμός - Εκδόσεις ''Έν πλώ''
https://proskynitis.blogspot.com/

Κανένα νά μήν κατηγορεῖς, νά μήν περιγελᾶς, νά μήν πικραίνεις




 Κανένα νά μήν κατηγορεῖς, νά μήν περιγελᾶς, νά μήν πικραίνεις. Να μήν ὀργίζεσαι. Μή σκεφτείς ποτέ πώς ἔχεις κάποια ἀρετή. Φυλάξου νά μή λές, “ὁ τάδε ζεῖ καλά, ὁ δεῖνα ζεῖ ἄσωτα”, γιατί αὐτό ἀκριβῶς σημαίνει τό «μή κρίνετε» (Ματθ. 7:1. Λουκ. 6:37). 
 Ὅλους νά τούς βλέπεις μέ τό ἴδιο μάτι, μέ τήν ἴδια διάθεση, μέ τήν ἴδια σκέψη, μέ ἁπλή καρδιά. Ολους να τούς δέχεσαι σάν τό Χριστό. 
 Μήν ἀνοίξεις τ' αυτιά σου σέ ἄνθρωπο πού κατακρίνει, οὔτε, πολύ περισσότερο, νά εὐχαριστιέσαι μ' αυτά που λέει. Εσύ νά κρατᾶς τό στόμα σου κλειστό. Λίγο να μιλᾶς καί πολύ νά προσεύχεσαι. 
 Μά οὔτε κι αὐτόν πού κατακρίνει ἤ κάνει ὁποιαδήποτε ἄλλη ἁμαρτία να καταδικάσεις μέ τό λογισμό σου.
 Τά δικά σου σφάλματα να βλέπεις πάντα καί τόν ἑαυτό σου μόνο να καταδικάζεις καί νά ἐξουθενώνεις. Νά, ἔτσι θα κερδίσεις τη βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Ἁγίου Νήφωνος Κωνσταντιανῆς.Ένας Ασκητής Επίσκοπος, Ὑποθῆκες ζωῆς 
https://proskynitis.blogspot.com/

Η Παναγία ως βάτος φλεγόμενη




Γράφει ο π. Παναγιώτης Καποδίστριας 
«Μωσῆς κατενόησεν ἐν βάτῳ, τὸ μέγα Μυστήριον τοῦ τόκου σου· Παῖδες προεικόνισαν, τοῦτο ἐμφανέστατα, μέσον πυρὸς ἱστάμενοι, καὶ μὴ φλεγόμενοι, ἀκήρατε ἁγία Παρθένε· ὅθεν σε ὑμνοῦμεν εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας.»
Ο λόγος του αγίου Ιωσήφ του Υμνογράφου, από τον κοσμαγάπητο Ακάθιστο Ύμνο του, μεστός εικόνων και μυσταγωγικών συμβολισμών, μας οδηγεί σε δύο μεγάλες θεοφάνειες της Παλαιάς Διαθήκης, όπου η θεότητα εμφανίζεται μεν, αλλά χωρίς να καταλύει τη φύση: στη φλεγόμενη βάτο και στην πύρινη κάμινο των Τριών Παίδων.
Ο Μωυσής βλέπει βάτο να πυρπολείται, μα να μη φθείρεται κατακαιόμενη (Ἔξοδ. 3,2). Και ο υμνογράφος ερμηνεύει: Εκεί προτυπώθηκε το Μυστήριο του τόκου Σου, Θεοτόκε! Όπως η βάτος φλέγεται αλλά μένει αλώβητη, έτσι κι Εσύ, Ἀκήρατε (δηλαδή: αμόλυντη, αγνή) Παρθένε, συνέλαβες και γέννησες τον Θεό Λόγο χωρίς να φθαρείς, χωρίς να καταλυθεί η παρθενία σου. Εδώ διαπιστώνουμε θαυμαστικά ότι η θεολογία γίνεται ποίηση και η ποίηση θεολογία!
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος εν τη ποιήσει του, μιλώντας για το Μυστήριο της Ενανθρώπησης, αναφωνεί: «Ὁ ὢν γίνεται, ὁ ἄκτιστος κτίζεται, ὁ ἀπεριόριστος περιορίζεται… Θεὸς ἐν σαρκί» (Λόγος 38, Εἰς τὰ Θεοφάνια). Το ίδιο αυτό μυστήριο υπομνηματίζεται εδώ μέσω της εικόνας της βάτου: η φωτιά είναι η Θεότης, η βάτος η Παρθένος, το δε θαύμα είναι η δίχως φθορά γέννηση.
Ο ύμνος δεν σταματά εδώ, αλλά περνά και σε μιαν άλλη στιγμή από το ιστορικό παρελθόν: Φέρνει προ οφθαλών μας την εικόνα των Τριῶν Παίδων, των ευσεβών εκείνων νέων της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίοι, μέσα στο πυρ της καμίνου στέκονται χωρίς να κατακαούν. Το ίδιο και πάλιν: η θεία παρουσία δεν καταλύει, αλλά προστατεύει και δοξάζει! Ο ιερός Χρυσόστομος εξηγεί πως «οὐκ ἡ φύσις τὸ πῦρ ἔσβεσε, ἀλλ’ ἡ χάρις» (PG 57, 385)∙ δεν ήταν ανθρώπινη δύναμη, μα η παρουσία του Θεού που διαφύλαξε τους Τρεις Παίδες. 
Έτσι κι η Παναγία∙ χωρά στην γαστέρα Της τον Αχώρητο, δίχως να αλλοιώνεται. Καθίσταται ναός Θεού και ανατολή φωτός που δεν μπορεί να περιγραφεί με ανθρώπινα λόγια, καθώς αναφωνεί ο άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός: «Ἡ ἀειπάρθενος γίνεται πύλη τοῦ Θεοῦ, ἀνατολή φωτός ἀρρήτου» (Περί ὀρθοδόξου πίστεως, 4:14).
Ο Υιός, που γεννάται «εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου», αποτελεί κορυφαία φανέρωση τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας: η Παρθένος καθίσταται γέφυρα που συνδέει (ή, καλύτερα, θα λέγαμε: επανασυνδέει) το κτιστό με το άκτιστο, τον παλαιόν Αδάμ με τον νέο, δηλαδή τον Χριστό.
Και καταλήγει ο ύμνος: «Ὅθεν σε ὑμνοῦμεν εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας». Ο ανθρώπινος λόγος περί της αγνής Θεομήτορος είναι δοξολογικός προς Εκείνην, αναγνώριση ότι η συμβολή Της στη σωτηρία μας, εκτός από ιστορικό γεγονός του παρελθόντος, είναι και δεν θα πάψει ποτέ να είναι και παρόν και μέλλον της ανθρωπότητας. Διότι η Αειπάρθενος συνεχίζει αενάως να είναι Προστάτις, Μεσίτρια, Μητέρα τής καθόλου Εκκλησίας, τουτέστιν, τόσο του Κυρίου Ιησού, όσο και του κάθε πιστού που αναζητά δρόσο ανακουφιστική μέσα στον καύσωνα του βίου ετούτου του εν πολλοίς αβίωτου.
Μέσα στις φλόγες των παθών ή των δοκιμασιών, μέσα στην κάμινο της αμφιβολίας και της μοναξιάς, η Παναγία δεν μας αφήνει ανυπεράσπιστους. Στέκεται δίπλα μας στοργικά και ελεητικά, με τη σκέψη ότι αξίζει κι εμείς να καταστούμε -ει δυνατόν- βάτοι άφλεκτες, που, ενώ θα πυρωνόμαστε από τα του κόσμου και τα φρονήματά του, εντός μας θα κατοικεί ο Χριστός, πυρ, όχι καταστροφικό, αλλά ζωοποιητικό και σωτήριο.
Αγαπητοί μου, «ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας» (Κορ. Β΄, 6:2): Ας αναζητήσουμε τον Χριστό, διά της Παναγίας Μητρός Του! Εκείνη ας μας διδάξει εκ πείρας, να κάνουμε χώρο μέσα μας, ώστε να χωρέσει Εκείνος χριστοποιώντας και θεώνοντάς μας! Γένοιτο!

https://www.nyxthimeron.com/

"Χαίρε η γέφυρα όντως, η μετάγουσα, εκ θανάτου πάντας, προς ζωήν τους υμνούντας σε"



Η Παναγία χαρακτηρίζεται από τον Άγιο Ιωσήφ τον Υμνογράφο, τον ποιητή του κανόνα του Ακαθίστου Ύμνου, ως «η  γέφυρα όντως η μετάγουσα εκ θανάτου πάντας προς ζωήν τους υμνούντας σε». Μία γέφυρα αποτελεί ένα πέρασμα πάνω από ένα ποτάμι ή και μία θάλασσα, από ένα τμήμα ενός βουνού προς ένα άλλο. το πέρασμα αυτό μεταφέρει τους ταξιδιώτες με ασφάλεια από ένα μέρος σε ένα άλλο, ώστε να φτάσουν στον τελικό προορισμό τους. Ο υμνογράφος δεν διστάζει να χαρακτηρίσει την Παναγία ως γέφυρα, η οποία όμως έχει κάποιες διαφορές σε σχέση με το ανθρώπινο έργο. Η Παναγία ως γέφυρα μεταφέρει από τον θάνατο στη ζωή όσους την υμνούν. Ο προορισμός είναι ο τελικός για κάθε άνθρωπο. Ζωή είναι ο  Χριστός και μάλιστα ο Αναστημένος Χριστός. Ο κόσμος του Χριστού είναι η Βασιλεία του Θεού, στην οποία ο θάνατος δεν έχει θέση, γιατί ο Χριστός τον νίκησε διά του Σταυρού και της Αναστάσεως. Δεν έχουμε να κάνουμε άλλο ταξίδι μετά το πέρασμα, καθότι έχει εκπληρωθεί ο σκοπός της ύπαρξής μας, που είναι εξ αρχής η ομοίωση με τον Θεό, τουτέστιν η κοινωνία με Αυτόν. Και η Παναγία είναι γέφυρα, ασφαλής και χωρίς κλυδωνισμούς από τους αέρηδες και τις βροχές της ζωής, τους πειρασμούς και τις δοκιμασίες, διά της οποίας ζούμε τον Χριστό.
                Είναι τολμηρή η εικόνα, αλλά, στην πραγματικότητα, αποτυπώνει το όλο κλίμα των Χαιρετισμών προς το πρόσωπο της Παναγίας, όπως το ζήσαμε και το ζούμε κάθε Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Η Παναγία καθιστά τον εαυτό της γέφυρα, διότι μας δείχνει πώς μπορούμε, φτάνοντας ενώπιον της, να δούμε τη ζωή όπως τη ζούμε και τη ζωή που ανοίγεται μπροστά μας αν περάσουμε δι’ αυτής προς τα εκεί. Η ζωή μας είναι ένα ταξίδι, στο οποίο συναντούμε πολλά: την επιβίωση, την αναζήτηση σχέσεων, την αναζήτηση αναγνώρισης και καταξίωσης, την ικανοποίηση αναγκών, την αγάπη, την ανακάλυψη, διαμόρφωση, τροποποίηση και στερέωση της ταυτότητάς μας. Είναι ένα ταξίδι στο οποίο καλούμαστε να επιλέξουμε αν θα το ζήσουμε με κριτήριο μόνο τον εαυτό μας, το εγώ μας, τις επιθυμίες μας, την εξουσία έναντι των άλλων, την παθητικότητα έναντι των άλλων, τα πάθη μας ως αφορμή δικαίωσης και ευχαρίστησης ή ένα ταξίδι στο οποίο, προσβλέποντας στον τρόπο της Παναγίας, θα διαλέξουμε να παλέψουμε προχωρώντας με κριτήριο την αγάπη κι ας γίνεται σταυρός, την αυτογνωσία, βλέποντας τα πάθη μας και παλεύοντας με την πίστη, την προσευχή, την επίκληση της χάριτος του Θεού, τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος, τη μετοχή στη ζωή της Εκκλησίας, την άσκηση που γίνεται εκκοπή του ιδίου θελήματος και επανεξέταση του θυμού και της φιλαυτίας, την αγάπη για τον συνάνθρωπο που γίνεται συγχώρηση, να κάνουμε συνεχώς καινούργιες αρχές. Ο πρώτος δρόμος αναδίδει θάνατο. Ο δεύτερος ζωή.
                Έτσι, αναγνωρίζουμε την Παναγία ως αυτή που πρώτη δείχνει αυτόν τον δρόμο και είναι μαζί μας και μαζί με κάθε άνθρωπο, «πάντας τους υμνούντας», δείχνοντας τον δρόμο για τη ζωή που είναι ο Χριστός. Και η Παναγία γίνεται η Μάνα της καρδιάς μας, αυτή που μας καλεί να ξαποστάσουμε στο γεφύρι, στο πέρασμά της , να πάρουμε δύναμη και να προχωρήσουμε μη γυρίζοντας πίσω. Μπορεί να μοιάζει μακρύς ο δρόμος πάνω στο γεφύρι. Κρατά μια ζωή. Όμως ο προορισμός του, το τέρμα του είναι η Ανάσταση. Και η Παναγία εμφυσά στην καρδιά μας τη γλυκύτητα της πίστης, το αεράκι της χαράς ότι δεν είμαστε μόνοι μας, την τροφή με την οποία η ίδια έθρεψε τον Υιό και Θεό της: τα ανθρώπινα μπολιασμένα με αγάπη. Και είναι συνεχώς μαζί μας η Παναγία, για να παίρνουμε κουράγιο. Την αναγνωρίζουμε σε κάθε σημείο της γέφυρας. Μας παρηγορεί στην ορμή του ανέμου και της βροχής, των δοκιμασιών που μας λένε ότι είμαστε μόνοι μας και ότι ο θάνατος θα μας καταπιεί.  Μας παρηγορεί όταν σκοντάφτουμε, νικημένοι από τον εαυτό μας και τους άλλους που δεν είναι όπως τους θέλουμε. Από ένα πνεύμα σκλαβιάς στο φαινομενικά ακαταμάχητο παρόν του κόσμου και του πολιτισμού που επιτίθεται για να μας ρίξει στον γκρεμό ή στο νερό των παθών και της απόγνωσης. Είναι εκεί η Παναγία και μας υπενθυμίζει την Εκκλησία, τον Χριστό, την ανάσταση, τη ζωή.
                Ας την επικαλούμαστε στο τέλος του κύκλου των Χαιρετισμών και ας την χαιρετούμε  με την πίστη ότι είναι και θα παραμένει «όντως» η γέφυρα στην οποία δεν θα χάσουμε ποτέ ούτε τον προσανατολισμό ούτε την ελπίδα μας. 

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
4 Απριλίου 2025, Ακάθιστος  Ύμνος
https://www.nyxthimeron.com/

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΗΣ Ε΄ ΕΒΔΟΜΑΔΟΣ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ



«Αὐτεξουσίως ἐξεδύθην, τῇ πρώτῃ μου παραβάσει, τῶν ἀρετῶν τήν εὐπρέπειαν· ἠμφιασάμην δέ ταύτην αὖθις, τῇ πρός με συγκαταβάσει, Λόγε Θεοῦ· οὐ παρεῖδες γάρ με τόν ἐν δεινοῖς παθήμασι καταστιχθέντα, καί λῃστρικῶς ὁδοπατηθέντα, ἀλλά τῇ παναλκεῖ σου δυναστείᾳ περιποιησάμενός με, ἀντιλήψεως ἠξίωσας, Πολυέλεε» (Στιχηρόν ἰδιόμελον, ἦχος πλ. δ΄).
(Μέ τή θέλησή μου ξεντύθηκα τήν ὀμορφιά τῶν ἀρετῶν, λόγω τῆς πρώτης  μου παράβασης, ἐνῶ τή φόρεσα καί πάλι, λόγω τῆς συγκατάβασης πρός ἐμένα, Λόγε Θεοῦ. Γιατί δέν μέ περιφρόνησες, ἐμένα πού γέμισα ἀπό τά στίγματα τῶν φοβερῶν παθῶν μου καί ρίχτηκα κάτω ἀπό τούς ληστές· ἀντίθετα μέ τήν παντοδύναμη ἐξουσία σου μέ φρόντισες καί μέ κατέστησες ἄξιο τῆς βοήθειάς Σου, Πολυέλεε).
Τό στιχηρό ἰδιόμελο, ἐπαναλαμβανόμενο δύο φορές λόγω τῆς σπουδαιότητάς του, συνιστᾶ μία σύντομη σύνοψη ὁλόκληρης τῆς πνευματικῆς ἱστορίας τῆς ἀνθρωπότητας. Μᾶς μεταφέρει στήν ἐποχή τῶν πρωτοπλάστων, οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιώντας κακῶς τήν ἐλευθερία πού τούς ἐμπιστεύτηκε ὁ Δημιουργός («αὐτεξουσίως»), ἔδειξαν ἀνυπακοή πρός τόν λόγο Του, εἰσάγοντας ἑπομένως στή ζωή τους τήν ἁμαρτία (καί δι’ αὐτῆς τόν θάνατο, πνευματικό καί σωματικό). Ἀποτέλεσμα; Ἀπέβαλαν τό χαρισματικό ἔνδυμά τους, τή χάρη τῶν ἀρετῶν, καί ντύθηκαν τόν γεμάτο στίγματα χιτώνα τῶν παθῶν τους – σάν νά βρέθηκαν ποδοπατημένοι καί ριγμένοι στό χῶμα ἀπό ληστρική ἐναντίον τους ἐπιδρομή. Ἀλλ’ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ Πατέρα δέν τούς ἄφησε στήν κατάντια αὐτή· ἔστειλε τόν Υἱό καί Λόγο Του, τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, ὁ Ὁποῖος γενόμενος ἄνθρωπος προσέλαβε μέ τήν παντοδυναμία Του τόν τραυματισμένο καί ἡμιθανή ἄνθρωπο μέσα στόν ἑαυτό Του, τόν ἔκανε δικό Του κομμάτι - ἔγινε ἔνδυμα τοῦ ἀνθρώπου Αὐτός ὁ Ἴδιος: «ὅσοι γάρ εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε Χριστόν ἐνεδύσασθε» - τόν περιποιήθηκε καί τόν φρόντισε ὡς ἰατρός, τόν ἔσωσε. Ὁ ὑμνογράφος εἶναι σαφής: ὅλη ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας ἐμφαίνεται μέσα ἀπό τήν παραβολή τοῦ καλοῦ σαμαρείτου. Ὁ περιπεσών εἰς τούς ληστάς, ὁ ὁποῖος τραυματίστηκε θανάσιμα, εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἁμάρτησε καί ἁμαρτάνει, ἐνῶ καλός Σαμαρείτης πού τόν σώζει εἶναι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός.

https://pgdorbas.blogspot.com/2024/04/blog-post_98.html

Άγιος Θεωνάς Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης



Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ, Θεολόγου – Καθηγητού 
Η Θεσσαλονίκη υπήρξε κοιτίδα ανάδειξης αγίων. Εκατοντάδες είναι οι Θεσσαλονικείς άγιοι οι οποίοι κοσμούν τα ιερά συναξάρια. Ένας από αυτούς είναι και ο άγιος Θεωνάς, Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Μια όντως σημαντική προσωπικότητα, η οποία σημάδεψε την πόλη τον 16ο αιώνα.
       Δεν έχουμε επαρκείς πληροφορίες για την νεανική του ηλικία, ούτε γνωρίζουμε επακριβώς τον τόπο γεννήσεώς του. Γεννήθηκε στα τέλη του 15ου αιώνα, σύμφωνα με παράδοση, στη Λέσβο και γι’ αυτό είχε την ονομασία Λέσβιος. Πιθανόν να πήρε την ονομασία αυτή, επειδή διετέλεσε πνευματικός στη νήσο, στο Πλωμάρι, στην αρχή της ιερατικής του διακονίας. Δεν γνωρίζουμε ούτε τα ονόματα των γονέων του, αλλά εικάζουμε ότι ήταν ευσεβείς άνθρωποι.
       Έχουμε την πληροφορία ότι ο Θεωνάς αναχώρησε νέος για το Άγιον Όρος και εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στη Σκήτη του Αγίου Ονουφρίου της Ιεράς Μονής Ιβήρων. Εκεί άρχισε τον προσωπικό του αγώνα για κάθαρση των παθών του. Προσευχόταν με τις ώρες, αγρυπνούσε και νήστευε. Μάλιστα επειδή αγαπούσε την ησυχία και τη σιωπή, έπαιρνε λίγα τρόφιμα και αποσύρονταν σε ερημικό μέρος, όπου προσεύχονταν αδιάκοπα για όλο τον κόσμο και τελευταία για τον εαυτό του. Ιδιαίτερα προσευχόταν για το σκλαβωμένο γένος μας, το οποίο στέναζε κάτω από την δυναστεία των αλλοθρήσκων Οθωμανών. 
        Εκεί γνωρίστηκε με έναν ενάρετο γέροντα τον (μετέπειτα άγιο) Ιάκωβο, του οποίου έγινε μαθητής και υποτακτικός. Κοντά στον Ιάκωβο έμαθε τα μυστικά της εν Χριστώ ζωής. Κάθε μέρα ανέβαινε προοδευτικά την πνευματική τελειότητα. Είχε νεκρώσει τον εαυτό του για τον κόσμο και ζούσε ως άγγελος. 
       Στα 1518 ο Γέροντας Ιάκωβος κάλεσε τους μαθητές του, στους οποίους αποκάλυψε όραμά του, σύμφωνα με το οποίο τον καλούσε ο Θεός να πάει στην Αιτωλοακαρνανία, στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Δερβέκιστας, κοντά στο Θέρμο της Αιτωλία, διότι η περιοχή είχε ανάγκη πνευματικής αφυπνίσεως. Καλούνταν να εργαστεί πνευματικά για το λαό, ο οποίος κείτονταν σε βαθύ σκοτάδι, εξαιτίας της τουρκικής σκλαβιάς. Ο Θεωνάς τού ζήτησε να τον πάρει μαζί του και τον ακολούθησε με πολλή χαρά. Όταν έφτασαν στην Ναύπακτο έψαχναν για το Μοναστήρι. Κάθε βράδυ, και οι δύο, έβλεπαν ένα ουράνιο διάχυτο φως σε μια περιοχή. Αυτό το φως έβλεπαν και οι λίγοι μοναχοί της Μονής, καθώς και κάτοικοι των γύρω περιοχών. Μάλιστα προέβλεπαν πως κάτι καλό θα συμβεί. 
       Μετά από τρεις ημέρες οδοιπορία και με οδηγό το φώς, οι δύο αγιορείτες μοναχοί έφτασαν στη Μονή, οι οποίοι έγιναν ενθουσιωδώς δεκτοί από την αδελφότητα. Θεωρούσαν μεγάλη ευλογία να έχουν μαζί τους πνευματικούς ανθρώπους από το «Περιβόλι της Παναγίας», σταλμένοι από το Θεό. Ο Ιάκωβος αποσύρθηκε σε κοντινή σπηλιά να ζήσει ως ασκητής. Κατέβαινε κάθε Κυριακή στη Μονή για να κοινωνήσει και να διδάξει τους μοναχούς. Πολλοί Χριστιανοί συνέρρεαν στη Μονή να πάρουν την ευλογία του Γέροντα και να εξομολογηθούν. 
       Έστειλε τότε τον Θεωνά στον Μητροπολίτη Άρτας Ακάκιο, για να πάρει την άδεια του εξομολόγου και να ζητήσει αρωγή για τη Μονή. Πήρε την άδεια του εξομολόγου και σημαντική οικονομική βοήθεια και η Μονή του Τιμίου Προδρόμου μεταβλήθηκε έτσι σε πνευματικό φάρο της ευρύτερης περιοχής. Πλήθος ανθρώπων έτρεχαν στον Γέροντα Ιάκωβο και στον Θεωνά να εξομολογηθούν και πάρουν τη συμβουλή και την ευλογία τους. 
     Όμως, ο μισόκαλος διάβολος φθόνησε το έργο της Μονής και θέλησε να το καταστρέψει. Κάποιοι άθλιοι συκοφάντες έφτασαν στην Άρτα και έπεισαν τον Επίσκοπο να αναφέρει στις τουρκικές αρχές ότι η Μονή ήταν εκκολαπτήριο  επαναστατών!  Ο Γέροντας Ιάκωβος συνελήφθη και οδηγήθηκε στα Τρίκαλα της Θεσσαλίας, για απολογία στον Μπέη. Τον ακολούθησε πιστά και ο Θεωνάς. Αν και ο Μπέης πείστηκε για την άδικη συκοφαντία εναντίον του, τον έκλεισε στη φυλακή. Άοκνος συμπαραστάτης του ο Θεωνάς, ο οποίος μπαινόβγαινε στη φυλακή και τον διακονούσε. 
       Ο Μπέης των Τρικάλων, κατόπιν διαταγής του Σουλτάνου, τον έστειλε να δικαστεί στην Αδριανούπολη, όπου καταδικάστηκε και μαρτύρησε, μαζί με τον ιεροδιάκονο Ιάκωβο και τον μοναχό Διονύσιο, την 1η Νοεμβρίου του 1520. 
        Ο Θεωνάς επέστρεψε στη Μονή του Τιμίου Προδρόμου, όπου έγινε ηγούμενος και συνέχισε επάξια το πνευματικό, κοινωνικό και εθνικό έργο του Γέροντά του. Αλλά και πάλι ο δύστροπος Μητροπολίτης Άρτας Ακάκιος, υποκινούμενος από διεφθαρμένους ανθρώπους, διέλυσε τη Μονή και έδιωξε καταχείμωνα τους μοναχούς, τους οποίους φιλοξένησε, ως την άνοιξη, κάποιος ευσεβής προύχοντας της περιοχής.
        Στα 1522 ο Θεωνάς και η αδελφότητα πήγαν στο Άγιον Όρος και εγκαταστάθηκαν στη Μονή Σίμωνος Πέτρας. Αλλά και εκεί δεν στέριωσαν, διότι οι τούρκοι είχαν λεηλατήσει τη Μονή και οι μοναχοί πεινούσαν. Γι’ αυτό έφυγαν για την   Γαλάτιστα της Χαλκιδικής, όπου ανακαίνισαν την Ιερά Μονή της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας, στην οποία ο Θεωνάς έγινε ηγούμενος. Κατόπιν πληροφοριών κάποιου Αρτινού Ιερέα, ανακάλυψαν τα λείψανα των Νεομαρτύρων Ιακώβου, Ιακώβου ιεροδιακονου και Διονυσίου μοναχού, τα οποία μετέφεραν στη Μονή. Σε λίγο καιρό η Μονή έγινε γνωστή και πλήθος κόσμου έτρεχε να πάρει τις ευλογίες του Θεωνά, ο οποίος ήταν πλέον γνωστός ως εξέχουσα πνευματική μορφή. Δίδασκε και εξομολογούσε ασταμάτητα! Κοντά του θήτευσε μια άλλη μεγάλη προσωπικότητα, ο ξακουστός διδάσκαλος Θεοφάνης, ο οποίος το 1560 χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος Παροναξίας. 
       Ο Θεός όμως προόριζε τον Θεωνά για υψηλότερη διακονία. Κλήρος και λαός τον εξέλεξε Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης. Από τη νέα του εκκλησιαστική του θέση άσκησε εξαιρετικό ποιμαντικό, πνευματικό και φιλανθρωπικό έργο, σε μια εποχή ανυπέρβλητων εμποδίων, παρ’ όλο ότι ποίμανε το θρόνο της Θεσσαλονίκης για μικρό χρονικό διάστημα, από τον Απρίλιο του 1541 μέχρι τον Μάιο του 1542, όπου κοιμήθηκε ειρηνικά. Το λείψανό του μεταφέρθηκε θαυματουργικά στη Μονή της Αγίας Αναστασίας. Το 1821 μεταφέρθηκε στη Σκόπελο και αργότερα στην Μονή Εσφιγμένου του Αγίου Όρους. Η μνήμη του τιμάται στις 4 Απριλίου.

https://www.nyxthimeron.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΙΖ´ 11 - 28
11 ἀντιλογίας ἐγείρει πᾶς κακός, ὁ δὲ Κύριος ἄγγελον ἀνελεήμονα ἐκπέμψει αὐτῷ. 12 ἐμπεσεῖται μέριμνα ἀνδρὶ νοήμονι, οἱ δὲ ἄφρονες διαλογιοῦνται κακά. 13 ὃς ἀποδίδωσι κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν, οὐ κινηθήσεται κακὰ ἐκ τοῦ οἴκου αὐτοῦ. 14 ἐξουσίαν δίδωσι λόγοις ἀρχὴ δικαιοσύνης, προηγεῖται δὲ τῆς ἐνδείας στάσις καὶ μάχη. 15 ὃς δίκαιον κρίνει τὸν ἄδικον, ἄδικον δὲ τὸν δίκαιον, ἀκάθαρτος καὶ βδελυκτὸς παρὰ Θεῷ. 16 ἱνατί ὑπῆρξε χρήματα ἄφρονι; κτήσασθαι γὰρ σοφίαν ἀκάρδιος οὐ δυνήσεται. 16α ὃς ὑψηλὸν ποιεῖ τὸν ἑαυτοῦ οἶκον, ζητεῖ συντριβήν, ὁ δὲ σκολιάζων τοῦ μαθεῖν ἐμπεσεῖται εἰς κακά. 17 εἰς πάντα καιρὸν φίλος ὑπαρχέτω σοι, ἀδελφοὶ δὲ ἐν ἀνάγκαις χρήσιμοι ἔστωσαν· τούτου γὰρ χάριν γεννῶνται. 18 ἀνὴρ ἄφρων ἐπικροτεῖ καὶ ἐπιχαίρει ἑαυτῷ, ὡς καὶ ὁ ἐγγυώμενος ἐγγύῃ τῶν ἑαυτοῦ φίλων. 19 φιλαμαρτήμων χαίρει μάχαις, [ὑψῶν δὲ θύραν αὐτοῦ ζητεῖ συντριβήν]. 20 ὁ δὲ σκληροκάρδιος οὐ συναντᾷ ἀγαθοῖς. ἀνὴρ εὐμετάβολος γλώσσῃ ἐμπεσεῖται εἰς κακά, 21 καρδία δὲ ἄφρονος ὀδύνη τῷ κεκτημένῳ αὐτήν. οὐκ εὐφραίνεται πατὴρ ἐπὶ υἱῷ ἀπαιδεύτῳ, υἱὸς δὲ φρόνιμος εὐφραίνει μητέρα αὐτοῦ. 22 καρδία εὐφραινομένη εὐεκτεῖν ποιεῖ, ἀνδρὸς δὲ λυπηροῦ ξηραίνεται τὰ ὀστᾶ. 23 λαμβάνοντος δῶρα ἀδίκως ἐν κόλποις οὐ κατευοδοῦνται ὁδοί, ἀσεβὴς δὲ ἐκκλίνει ὁδοὺς δικαιοσύνης. 24 πρόσωπον συνετὸν ἀνδρὸς σοφοῦ, οἱ δὲ ὀφθαλμοὶ τοῦ ἄφρονος ἐπ᾿ ἄκρα γῆς. 25 ὀργὴ πατρὶ υἱὸς ἄφρων καὶ ὀδύνη τῇ τεκούσῃ αὐτόν. 26 ζημιοῦν ἄνδρα δίκαιον οὐ καλόν, οὐδὲ ὅσιον ἐπιβουλεύειν δυνάσταις δικαίοις. 27 ὃς φείδεται ρῆμα προέσθαι σκληρόν, ἐπιγνώμων, μακρόθυμος δὲ ἀνὴρ φρόνιμος. 28 ἀνοήτῳ ἐπερωτήσαντι σοφίαν σοφία λογισθήσεται, ἐνεὸν δέ τις ἑαυτὸν ποιήσας δόξει φρόνιμος εἶναι.
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΙΗ´ 1 - 5
1 Προφάσεις ζητεῖ ἀνὴρ βουλόμενος χωρίζεσθαι ἀπὸ φίλων, ἐν παντὶ δὲ καιρῷ ἐπονείδιστος ἔσται. 2 οὐ χρείαν ἔχει σοφίας ἐνδεὴς φρενῶν, μᾶλλον γὰρ ἄγεται ἀφροσύνῃ. 3 ὅταν ἔλθῃ ἀσεβὴς εἰς βάθος κακῶν, καταφρονεῖ, επέρχεται δὲ αὐτῷ ἀτιμία καὶ ὄνειδος. 4 ὕδωρ βαθὺ λόγος ἐν καρδίᾳ ἀνδρός, ποταμὸς δὲ ἀναπηδύει καὶ πηγὴ ζωῆς. 5 θαυμάσαι πρόσωπον ἀσεβοῦς οὐ καλόν, οὐδὲ ὅσιον ἐκκλίνειν τὸ δίκαιον ἐν κρίσει.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΙΖ´ 11 - 28
11 Κάθε ἄνθρωπος κυριευμένος ἀπὸ κακίαν ἐναντιώνεται καὶ ἀντιστρατεύεται εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· ὁ Κύριος ὅμως θὰ στείλῃ ἐναντίον του ἄγγελον σκληρὸν καὶ ἄσπλαγχνον, διὰ νὰ τὸν τιμωρήσῃ. 12 Εἰς τὸν συνετὸν καὶ μυαλωμένον ἄνθρωπον θὰ ἀνατεθῇ κάθε ἀξίωμα καὶ ὑπεύθυνος φροντὶς περὶ τῶν ἄλλων, οἱ ἄφρονες ὅμως πάντοτε θὰ σκέπτωνται τὸ κακὸν καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἐμπιστεύονται εἰς αὐτοὺς ὑπεύθυνον διακυβέρνησιν ἢ ἀξίωμα. 13 Ἀπὸ τὸ σπίτι ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀνταποδίδει κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν, δὲν θὰ μετακινηθῇ ποτὲ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. 14 Ἀρχὴ τῆς δικαιοσύνης εἶναι οἱ ἀπονέμοντες αὐτὴν νὰ δίδουν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ ὑπερασπισθῇ διὰ λόγων τὸν ἑαυτόν του, λόγοι δέ, ποὺ δημιουργοῦν ἔχθραν καὶ φιλονικίαν, προηγοῦνται τῆς πτωχείας, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ ὡς συνέπεια τῶν συχνῶν προσφυγῶν εἰς τὰ δικαστήρια. 15 Ὁ δικαστὴς ποὺ κρίνει καὶ ἀνακηρύττει δίκαιον τὸν ἄδικον καὶ τὸν ἄδικον δίκαιον, εἶναι ἀκάθαρτος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ προκαλεῖ τὴν ἀποστροφὴν καὶ ἀπέχθειαν αὐτοῦ. 16 Τί ὠφέλησαν τὰ χρήματα τὸν ἄφρονα καὶ ἀσύνετον; Τίποτε ἀπολύτως. Διότι ὁ ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ἔχει καρδίαν μαλακὴν καὶ ἐπιδεκτικὴν τῆς θείας παιδαγωγίας, δὲν θὰ κατορθώσῃ ποτὲ νὰ ἀποκτήσῃ σοφίαν. 16α Ὅποιος κτίζει ὑψηλὸν τὸ σπίτι του πρὸς ἐπίδειξιν καὶ ἰκανοποίησιν τῆς ματαιοδοξίας του, ζητεῖ νὰ πτωχύνῃ καὶ νὰ συντριβῇ. Ἐκεῖνος δὲ ποὺ δυστροπεῖ εἰς τὸ νὰ διδαχθῇ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, θὰ πέσῃ εἰς πολλὰ κακά. 17 Πάντοτε καὶ εἰς πᾶσαν περίστασιν νὰ ἔχῃς δίπλα σου φίλον, εἰς τὰς ἀνάγκας σου δὲ ἂς σοῦ χρησιμεύουν οἱ ἀδελφοί σου, διότι δι’ αὐτὰς τὰς ὥρας γεννῶνται. 18 Ὁ ἐπιπόλαιος καὶ ἄμυαλος ἄνθρωπος θαυμάζει καὶ συγχαίρει τὸν ἑαυτόν του, ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δέχεται ἐπιπολαίως νὰ ἐγγυηθῇ διὰ τοὺς φίλους του. 19 Ὅποιος ἀγαπᾷ τὴν ἁμαρτίαν, εὑρίσκει ἀπόλαυσιν καὶ χαίρεται εἰς τὰς φιλονικίας καὶ τὰς διαμάχας, ὅποιος δὲ κατασκευάζει ὑψηλὸν τὸ σπίτι του καὶ τὰς θύρας του πρὸς ἐπίδειξιν καὶ ματαιοδοξίαν, ἐπιδιώκει νὰ πτωχύνῃ καὶ νὰ συντριβῇ οἰκονομικῶς. 20 Ὁ ἄσπλαγχνος δὲ καὶ ἔχων σκληρὰν καρδίαν δὲν συναναστρέφεται καλοὺς ἀνθρώπους. Ὁ ἄνθρωπος ὁ ἀκατάστατος εἰς τὴν γλῶσσαν του, ποὺ ἀνακαλεῖ ὅσα εἶπε πρὸ ὀλίγου, θὰ περιπέσῃ εἰς δεινὰ καὶ δυστυχίαν, διότι κανεὶς πλέον δὲν θὰ πιστεύῃ αὐτόν. 21 Ἡ καρδία δὲ τοῦ ἄφρονος γίνεται πρόξενος λύπης εἰς ἐκεῖνον ποὺ τὴν ἔχει. Δὲν εὐχαριστεῖται οὔτε χαίρει ἕνας πατέρας ἀπὸ τὸν ἀγροῖκον καὶ ἄξεστον υἱόν του· ἀντιθέτως ὁ φρόνιμος καὶ συνετὸς υἱὸς προκαλεῖ εὐφροσύνην εἰς τὴν μητέρα του. 22 Ἡ ψυχὴ ποὺ εὐφραίνεται καὶ δὲν ταράττεται ἀπὸ τύψεις, χαρίζει ὑγείαν εἰς τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου· τοῦ ἀνθρώπου ὅμως, ποὺ λυπεῖται διαρκῶς καὶ εἶναι μελαγχολικός, ξηραίνονται τὰ κόκκαλά του. 23 Ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δέχεται δῶρα εἰς τὸν κόλπον του, διὰ νὰ κρίνῃ ἀδίκως, δὲν πάει καλὰ ἡ ζωή του, ὁ ἀσεβὴς δὲ ἐκτροχιάζεται ἀπὸ τοὺς δρόμους τὴν δικαιοσύνης καὶ ἀπὸ τὴν εὐθυκρισίαν. 24 Τὸ πρόσωπον τοῦ σοφοῦ εἶναι συνετὸν καὶ συνεσταλμένον, ἐνῷ τὰ μάτια τοῦ ἄφρονος δὲν συμμαζεύονται καὶ γυρίζουν φιλοπερίεργα καὶ ἀχόρταστα εἰς τὰ πέρατα τῆς γῆς. 25 Ὁ ἀμυαλος, ἀνυπότακτος καὶ δύστροπος υἱὸς κάνει τὸν πατέρα του νὰ ὀργίζεται καὶ νὰ στενοχωρῆται, προξενεῖ δὲ πολλὴν λύπην εἰς τὴν στοργικὴν καρδίαν τῆς μητέρας ποὺ τὸν ἐγέννησε. 26 Τὸ νὰ ἐπιβάλλῃ ὁ δικαστὴς πρόστιμα εἰς ἄνθρωπον δίκαιον καὶ ἀθῶον καὶ οὕτω νὰ ζημιώνῃ αὐτόν, δὲν εἶναι καλόν, δι’ αὐτὸ δὲ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιβουλεύεσαι καὶ νὰ σκευωρῇς ἐναντίον δικαίων ἀρχόντων, οἱ ὁποῖοι δὲν τιμωροῦν οὐδὲ ζημιώνουν ποτὲ τοὺς ἐναρέτους πολίτας. 27 Ὅποιος εἶναι φειδωλὸς καὶ συγκρατημένος εἰς τὰ λόγια του καὶ προσέχει νὰ μὴ βγάλῃ ἀπὸ τὸ στόμα του φράσεις σκληρὰς καὶ προσβλητικὰς, αὐτὸς εἶναι γνωστικός, ὁ δὲ ὑπομονητικός, ποὺ συμπνίγει τὴν ὀργήν του καὶ χαλιναγωγεῖ τὴν γλῶσσαν του, αὐτὸς εἶναι φρόνιμος. 28 Ὁ ἀγράμματος ἄνθρωπος, ποὺ ἐρωτᾷ καὶ συμβουλεύεται τοὺς σοφοὺς διὰ νὰ μάθῃ καὶ νὰ μορφωθῇ, θὰ θεωρηθῇ ὡς σοφός· ἀντιθέτως ἐκεῖνος, ποὺ δὲν ὁμιλεῖ καὶ δὲν ἐρωτᾷ, θὰ φαίνεται μὲν φρόνιμος καὶ συνετός, θὰ μένῃ ὅμως ἀμόρφωτος καὶ δὲν θὰ γίνεται σοφός.
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΙΗ´ 1 - 5
1 Προφάσεις ζητεῖ νὰ εὕρῃ ὁ ἄνθρωπος, ποὺ θέλει νὰ χωρισθῇ ἀπὸ τοὺς φίλους του. Ὁ τοιοῦτος ὅμως θὰ εἶναι πάντοτε ἄξιος καταφρονήσεως. 2 Δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην τῆς θείας σοφίας καὶ τοῦ ἄνωθεν φωτισμοῦ ὁ μωρὸς καὶ πτωχὸς ἀπὸ μυαλὰ ἄνθρωπος, διότι ἄγεται καὶ φέρεται περισσότερον ἀπὸ τὴν ἀφροσύνην του. 3 Ὅταν ὁ ἀσεβὴς ἀποσείσῃ κάθε φόβον Θεοῦ καὶ προχωρήσῃ πολὺ εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ φθάσῃ εἰς βάθος πολλῶν κακῶν, τότε, χωρὶς νὰ αἰσθάνεται τύψεις συνειδήσεως, καταφρονεῖ τοὺς πάντας, ἔρχεται δὲ κατεπάνω του τότε ἡ ἀτιμία καὶ ἡ ἐντροπή. 4 Ὁ λόγος τῆς ἀληθείας, ὅταν ἐμποτίσῃ τὴν καρδίαν τοῦ ἀνθρώπου, γίνεται ὕδωρ βαθὺ καὶ ἀνεξάντλητον. Ποταμὸς δὲ ἀναπηδᾷ ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πηγὴ τρέχει διαρκῶς, ἡ ὁποία σκορπίζει ζωήν. 5 Τὸ νὰ θαυμάσῃ κανεὶς τὸ πρόσωπον τοῦ ἀσεβοῦς, δὲν εἶναι ὀρθὸν πρᾶγμα. Οὔτε εἶναι σύμφωνον μὲ τὴν θείαν δικαιοσύνην καὶ ἁγιότητα νὰ διαστρέψῃς τὸ δίκαιον καὶ νὰ προσωποληπτήσῃς κατὰ τὴν ὥραν τῆς δίκης.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ



Κοί­τα­ξε μια φορά τον Κύ­ριό σου καρ­φω­μέ­νο πάνω στο Σταυ­ρό και γε­μά­τον από Αίμα. Πρό­σε­ξέ Τον, πως το ακάν­θι­νο στε­φά­νι στην κε­φα­λή, με πρό­σω­πο τα­πει­νω­μέ­νο και φτυμ­μέ­νο και με ξη­ραμ­μέ­να χεί­λη, φω­νά­ζει και πα­ρα­κα­λεί τον Πα­τέ­ρα Του, για να συγ­χω­ρέ­σει τους σταυ­ρω­τές του: ''Πά­τερ άφε­ς'' (Λουκ. 23,34), μο­λο­νό­τι μπο­ρού­σε να δια­τά­ξει τη γη και να τους κα­τα­πιεί αυ­το­στιγ­μή! Και απ' αυτό να σκε­φτείς το εξής: Αν Εκεί­νος ο Παν­το­δύ­να­μος Δε­σπό­της του κό­σμου, συγ­χώ­ρε­σε την αμαρ­τία των τό­σων θα­να­τη­φό­ρων εχθρών του, ποιό σπου­δαίο πράγ­μα εί­ναι, αν εσύ ο τι­πο­τέ­νιος, αν εσύ ο βρω­με­ρός και το τι­πο­τέ­νιο σκου­λή­κι της γης, μι­μη­θείς Εκεί­νον και συγ­χω­ρέ­σεις τους εχθρούς σου από την καρ­διά σου!...

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης

ΠΩΣ ΘΑ ΣΩΘΟΥΜΕ



(Επιλογή και διασκευή ψυχωφελών κειμένων από το βιβλίο “ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ” του μοναχού Αγαπίου Λάνδου του Κρητός)
ΠΩΣ ΘΑ ΣΩΘΟΥΜΕ
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ

“Εσύ και ο εαυτός σου”

Στην αρχή του κεφαλαίου που πραγματεύεται τη σχέση μας με το Θεό, γράψαμε ότι απέναντι στον εαυτό σου πρέπει να έχεις καρδιά δικαστή. Και ένας ευσυνείδητος δικαστής διαθέτει δύο βασικά προσόντα: γνώση και θάρρος. Γνώση μέν, για να ξέρει τι πρέπει να κάνει σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με το νόμο, και θάρρος, για να κάνει αυτό που πρέπει χωρίς να φοβάται τίποτα και χωρίς να επηρεάζεται από κανέναν.
Στην αντιμετώπιση του εαυτού σου πρέπει να είσαι κι εσύ οπλισμένος με γνώση και θάρρος, για να κάνεις ό,τι πρέπει, σύμφωνα με το νόμο του Θεού, και μάλιστα με ανδρεία, χωρίς να φοβάσαι τους εχθρούς σου, ορατούς και αοράτους, και χωρίς να επηρεάζεσαι απ΄αυτούς.
Όπως ασφαλώς γνωρίζεις, είσαι δισύνθετος, αποτελείσαι δηλαδή από σ ώ μ α και ψ υ χ ή.
Πρέπει, λοιπόν, τόσο το σώμα, με όλα τα μέλη και τις αισθήσεις του, όσο και η ψυχή, με όλες τις ροπές και τις δυνάμεις της, να επιτελούν το αγαθό και τις αρετές, να υπηρετούν δηλαδή το σκοπό της σωτηρίας.
Πρώτα-πρώτα πρέπει να κυβερνάς το σώμα σου με αυστηρότητα, όχι με επιείκεια, υποχωρητικότητα στις απαιτήσεις του, ανοχή στη χαυνότητα και την οκνηρία του. Μάθε να ζεις με λιτότητα ή ακόμα και με στέρηση. Αγάπησε τη σκληραγωγία και τον αυτοέλεγχο στην τροφή, στον ύπνο και σ΄όλα τα αναγκαία του σώματος. Επιπλέον να προσέξεις την εξωτερική σου εμφάνιση και συμπεριφορά, γιατί και σ΄αυτό δίνουν μεγάλη σημασία οι άγιοι Πατέρες. Η σύνεση, η λεπτότητα, το μέτρο, η σεμνότητα και η αυτοσυγκράτηση να χαρακτηρίζουν την ενδυμασία, το βάδισμα, τις κινήσεις, τις συζητήσεις σου. Τίποτα να μήν κάνεις, που θα μπορούσε να σκανδαλίσει τους άλλους. Η παρουσία σου ανάμεσα στους ανθρώπους ας είναι πάντα προσεκτική, διακριτική, ταπεινή, ειρηνική και διδακτική, έτσι ώστε και εκείνοι να ωφελούνται και ο Θεός να δοξάζεται.

Η επιμελής φύλαξη των αισθήσεων του σώματος είναι απαραίτητη προϋπόθεση της πνευματικής σου υγείας και προκοπής. Για τις αισθήσεις, όμως, γράψαμε ήδη. Εδώ τώρα θ΄αναφερθούμε και στη φύλαξη της γλώσσας, με βάση τα σχετικά αγιογραφικά χωρία.
“Ο θάνατος και η ζωή είναι στην εξουσία της γλώσσας”, λέει ο Παροιμιαστής (18:21). Και δεν υπερβάλλει. Γιατί ποιος δεν ξέρει πόσο καλό αλλά και πόσο κακό μπορεί να κάνει η γλώσσα του ανθρώπου; Πράγματι, χαρίζει ζωή αλλά και σκορπίζει θάνατο.
Επομένως, πρέπει και αξίζει ν΄αγωνιστείς σκληρά για τη φύλαξη και τον έλεγχο της γλώσσας σου.
Τι ακριβώς, όμως, πρέπει να προσέξεις;
Η προσπάθειά σου θα επικεντρωθεί σε τέσσερα σημεία
α) στο τι θα πεις,
β) στο πώς θα το πεις,
γ) στο πότε θα το πεις και.
δ) στο κίνητρο και το σκοπό που έχεις.
Σχετικά με το πρώτο σημείο, πρέπει να βρίσκεσαι σε διαρκή επιφυλακή, ώστε να μη βγαίνει από το στόμα σου κανένας κακός και βλαβερός λόγος, παρά μόνο καλός και ωφέλιμος, που να οικοδομεί πνευματικά όσους τον ακούνε, όπως συμβουλεύει ο απόστολος Παύλος: “Κανένας βλαβερός λόγος ας μη βγαίνει από το στόμα σας, παρά μόνο ωφέλιμος, που να μπορεί να οικοδομήσει, όταν χρειάζεται, και να κάνει καλό σ΄αυτούς που τον ακούνε” (Εφ. 4:29). Έτσι, η γλώσσα σου δεν πρέπει να εκτρέπεται ποτέ σε αισχρολογίες, κουτσομπολιά, συκοφαντίες, ματαιολογίες, ψέματα, κολακείες και άλλα παρόμοια, πού ασφαλώς γνωρίζεις. Προπαντός να προσέχεις, ώστε ν΄αποφεύγεις δύο πολύ σοβαρά αλλά και πολύ συνηθισμένα αμαρτήματα της γλώσσας, στα οποία συνεχώς πέφτουν οι περισσότεροι άνθρωποι: την καύχηση και την κατάκριση. Επίσης, αν σου εμπιστεύθηκαν κάποιο μυστικό, εφόσον δεν πρόκειται για κάτι εφάμαρτο αυτό καθεαυτό ή με εφάμαρτες συνέπειες, δεν πρέπει να το φανερώσεις ποτέ.

Σχετικά με το δεύτερο σημείο, το πώς θα πεις κάτι, πρέπει να ξέρεις ότι τα λόγια σου, όσο σωστά κι αν είναι, θα γίνονται αποδεκτά από τους άλλους μόνο αν τους τα απευθύνεις με πραότητα, αγάπη και καλοσύνη -όχι με οργή, βιαιότητα και υψηλοφροσύνη.
Ας έρθουμε στο τρίτο σημείο, στο πότε θα μιλήσεις. Και σ΄αυτό χρειάζεται προσοχή και διάκριση. Γιατί, όπως λέει ο σοφός Σειράχ (20:19-20), όσο αποκρουστικός είναι ένας αγροίκος άνθρωπος, άλλο τόσο κι ένας λόγος που λέγεται σε ακατάλληλο καιρό. Ακόμα κι ένα σοφό γνωμικό, όταν λέγεται άκαιρα, δεν πιάνει τόπο.
Ως προς το τέταρτο, τέλος, σημείο, δηλαδή τα κίνητρα και τους σκοπούς των λόγων σου, καταλαβαίνεις, ασφαλώς, ότι πρέπει να σε χαρακτηρίζει πάντοτε η ευθύτητα, η απλότητα, η ειλικρίνεια και η ανιδιοτέλεια. Ό,τι θα πεις, να προέρχεται από άδολη συνείδηση και αγαθή προαίρεση. Να μη λες λόγις που δεν πιστεύεις, γιατί αυτό είναι υποκρισία. Να μην παριστάνεις το σοφό, γιατί αυτό δείχνει ματαιοδοξία. Εσύ να επιδιώκεις, με όσα λες, τη δόξα του Θεού και την ωφέλεια του πλησίον.
Μετά τις σωματικές αισθήσεις και τη γλώσσα, πρέπει ν΄αναφερθούμε και στις ψυχικές δυνάμεις, δηλαδή τις ροπές και τις κινήσεις της ψυχής, λ.χ. αγάπη, μίσος, χαρά, λύπη, επιθυμία, θυμό, κ.λ.π. Οι ψυχικές δυνάμεις κατανέμονται σε τρεις κατηγορίες, που αντιστοιχούν στα τρία μέρη της ψυχής, το λογιστικό (νους), το θυμικό (καρδιά, συναίσθημα) και το επιθυμητικό (βούληση).
Όλα τα πάθη από δω ξεκινούν και από δω τρέφονται.
Από το λογιστικό, η υπερηφάνεια, η βλασφημία, η απιστία, η αίρεση κ.τ.ό.
Από το θυμικό, το μίσος, η μνισικακία, ο φθόνος, η ασπλαχνία κ.τ.ό.
Από το επιθυμητικό, η φιλαργυρία, η γαστριμαργία και η πορνεία.
Εδώ, λοιπόν, είναι η ρίζα και η δύναμη της αμαρτίας. Εδώ βρίσκει ο διάβολος τα όπλα, με τα οποία σε πολεμάει. Εδώ είναι οι πτώσεις και οι νίκες -οι πτώσεις των χαύνων και των ράθυμων και των αμελών, και οι νίκες των γενναίων αθλητών του Χριστού. Εδώ κατορθώνεται όλη η αρετή, με το να δαμάσεις και να χαλινώσεις τα άγρια κι ανήμερα τούτα θηρία, τα πάθη. Αυτός είναι ο αμπελώνας, που έχεις να σκάβεις και να φροντίζεις καθημερινά. Αυτός είναι ο κήπος, απ΄όπου θα ξεριζώνεις με επιμέλεια τα ζιζάνια και θα φυτεύεις τις αρετές. Αυτό είναι το άρμα, όπου εσύ, σαν άλλος ηνίοχος, με τη δύναμη του νου και με χαλινάρια τους καλούς λογισμούς, θα συγκρατείς τα πάθη, θα εξουσιάζεις τις ψυχικές δυνάμεις και θα τις κατευθύνεις στο αγαθό.
Σε τούτο βρίσκεται η διαφορά ανάμεσα στα παιδιά του Θεού και στους δούλους του κόσμου, ανάμεσα στους πνευματικούς και τους σαρκικούς ανθρώπους: Οι πρώτοι πιστεύουν και υπακούνε στον Κύριο και στις εντολές Του, οι δεύτεροι, υπακούνε στις επιθυμίες της σάρκας, στις υποβολές του πονηρού, στις επιταγές του κόσμου, στις ροπές των παθών.
Ο αληθινός χριστιανός, με την πνευματική γνώση και την αγαθή προαίρεση και τον θείο έρωτα, αγωνίζεται και νεκρώνεται ως πρός την αμαρτία και τα πάθη.

Γι΄αυτή τη νέκρωση των παθών, πρέπει να ξέρεις ότι σου χρειάζονται
α) η ταπείνωση της καρδιάς,
β) η υλική και πνευματική πτωχεία και
γ) το άγιο μίσος για τον εαυτό σου.

Η ταπείνωση της καρδιάς αποκτάται
α) με την αυτογνωσία, δηλαδή τη γνώση και την παραδοχή της μηδαμινότητος και της αμαρτωλότητός σου
β) με τους σωματικούς κόπους, εφόσον καταβάλλονται με επίγνωση του σκοπού τους,
γ) με την πρόθυμη αποδοχή των ύβρεων, εξευτελισμών, καταφρονήσεων και χλευασμών,
δ) με το να βάζεις τον εαυτό σου πάντα στην τελευταία θέση, κάτω απ΄όλους, και να τον θεωρείς χειρότερο απ΄όλους,
ε) με το να κόβεις, σε κάθε περίσταση, όλα τα κλαδιά και τις εκδηλώσεις της υπερηφάνειας, και
στ) με την αδιάλειπτη προσευχή.



Η υλική και πνευματική πτωχεία συνδέεται στενά με την ταπείνωση. Είναι η εκούσια καταφρόνηση όλων των επίγειων πραγμάτων, των απολαύσεων, των τιμών και της δόξας για χάρη του Χριστού. Η διπλή αυτή πτωχεία, η συνειδητή και εκούσια, χαρίζει στον άνθρωπο ανέκφραστη εσωτερική ανάπαυση και καρδιακή ειρήνη. Επειδή η αληθινή ανθρώπινη ευδαιμονία έχει την αρχή της στην κατάπαυση των επιθυμιών του κόσμου τούτου, όποιος φτάνει σ΄αυτό το σημείο, αρχίζει να προγεύεται ήδη την ουράνια μακαριότητα.
Το άγιο μίσος για τον εαυτό σου δεν αποτελεί, όπως ίσως θα νομίσεις, φραστικό σχήμα παράδοξο ή οξύμωρο. Είν΄εκείνο που είπε ο Κύριος: “Αυτός πού αγαπάει τη ζωή του, θα τη χάσει, κι αυτός που δεν λογαριάζει τη ζωή του στον κόσμο αυτό, θα τη φυλάξει για την αιώνια ζωή” (Ιω. 12:25). Εδώ δεν πρόκειται για το εφάμαρτο και ολέθριο μίσος που έχουν εναντίον του εαυτού τους οι απελπισμένοι άνθρωποι, και πού συχνά τους οδηγεί ως την αυτοκτονία, αλλά για το σωτήριο μίσος που είχαν οι άγιοι εναντίον του αμαρτωλού και εμπαθούς εαυτού τους, εναντίον του σαρκικού φρονήματος. Αυτό το μίσος τους έκανε να ταλαιπωρούν τη σάρκα τους με σκληρές ασκήσεις και να υποδουλώνουν το σώμα στο πνεύμα, για να μή γίνεται εμπόδιο στην πνευματική τους προκοπή και τελείωση. Αυτό το μίσος θα σε βοηθήσει κι εσένα πολύ στον αγώνα σου για την απονέκρωση των παθών και την πνευματική σου αναγέννηση.

https://ahdoni.blogspot.com/

Πέμπτη 3 Απριλίου 2025

Ο πόνος γεννά την αλήθεια



Γιατί σε μένα , Θεέ μου;
Η "ευλογία του πόνου"
Ευλογημένα γιατί! Τα καθαγίασε ο Ίδιος ο Χριστός στο σταυρό: «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι με εγκατέλιπες;». Θεέ μου, γιατί μου το έκανες αυτό; Τι σου έκανα; Δεν είμαι ο Υιός σου; Το ίδιο ακριβώς ερώτημα με το δικό μου και έμεινε και αυτό αναπάντητο. Έμεινε αναπάντητο στα φαινόμενα. Τα γεγονότα όμως φανέρωσαν την απάντηση.
Τέτοια πολλά «γιατί» βγήκαν και από το στόμα του πολύαθλου Ιώβ ή τη γραφίδα του τραυματισμένου Δαυίδ, δύο ανθρώπων που οι τραγικοί θάνατοι των παιδιών τους σφράγισαν το πέρασμά τους από την ιστορία και που μας παρουσιάζονται συχνά ως τα μοναδικά πρότυπα πίστης, εγκαρτέρησης και υπομονής.
Το ερώτημα αυτό το απευθύνουμε στο Θεό, το λέμε στον εαυτό μας, το επαναλαμβάνουμε στους ανθρώπους που νιώθουμε ότι ιδιαίτερα μας αγαπούν. Το λέμε κυρίως για να εκφράσουμε το μέσα μας, το λέμε όμως και προσδοκώντας το χάδι μιας απάντησης. Ποιος όμως μπορεί να δώσει μια απάντηση; Ακόμη κι αν την ξέρει, ποιος μπορεί να μας την πει;
Λέγει ο Μέγας Βασίλειος προς πενθούντα πατέρα ότι ο πόνος κάνει τον άνθρωπο τόσο ευαίσθητο, ώστε μοιάζει με το μάτι που δεν ανέχεται ούτε το φτερό. Και η πιο τρυφερή κίνηση αυξάνει τον πόνο του πονεμένου. Και η πιο διακριτική αναλογία δεν αντέχεται.
Ο λόγος που εκφέρεται ως λογικό επιχείρημα ενοχλεί αβάσταχτα.
Μόνο το δάκρυ, η κοινωνία της απορίας, η σιωπή, η εσωτερική προσευχή θα μπορούσαν να ανακουφίσουν τον πόνο, να φωτίσουν το σκοτάδι ή να γεννήσουν μια μικρή ελπίδα.
Ο πόνος γεννά αλήθεια, συμπόνια, κοινωνία
Ο πόνος δεν ξυπνάει μόνο εμάς, αλλά γεννάει και την αγάπη στους γύρω μας. Προσπαθούν να μπουν στη θέση μας. Αγωνίζονται στον καιρό της ασφάλειάς τους να μοιρασθούν τα πιο ανεπιθύμητα γι' αυτούς δικά μας αισθήματα. Και το κάνουν. Ο πόνος γεννά την υπομονή μας, ταυτόχρονα όμως γεννά και τον εξ αγάπης σύνδεσμο με τους αδελφούς μας. Ο πόνος γεννά την αλήθεια. Η συμπόνια των άλλων τη φυτεύει στη δική μας καρδιά. Εκεί διακριτικά κρύβεται και η απάντηση.
Έτσι γεννιέται στην καρδιά η παρηγοριά, της οποίας η γλύκα και η ανακούφιση είναι πολύ εντονότερες ως εμπειρίες από το βάρος του πόνου.

(Νικολάου,επισκόπου Μεσογαίας
Άνθρωπος μεθόριος,Από τα αναπάντητα διλήμματα στα περάσματα της «άλλης λογικής»
Εκδόσεις: «Εν πλω»)
https://ahdoni.blogspot.com/

Το πάθημα του διακόνου και η καθαρτική θεία δύναμη



Το πάθημα του διακόνου
ΚΑΘΕ φορά που ο άγιος Επιφάνιος, αρχιεπίσκοπος Κωνσταντίας της Κύπρου (4ος αι.), πρόσφερε την αναίμακτη θυσία και έλεγε το «ποίησον τον μεν αρτον τούτον… », αν δεν έβλεπε κάποια οπτασία, δεν ολοκλήρωνε τη θεία λειτουργία. Τι είδους οπτασία ήταν άραγε αυτή;
Πιθανόν να ήταν η κίνηση του ξύλινου περιστεριού, που κρεμόταν πάνω από την Αγία Τράπεζα στους ναούς της εποχής εκείνης. Ίσως πάλι να ήταν κάποια άρρητη ενέργεια της εμφάνισης του Άγίου Πνεύματος την ώρα του καθαγιασμού, πράγμα που συνέβαινε και σε άλλους άξιους λειτουργούς.
Σε μία λειτουργία του ο άγιος Έπιφάνιος επανέλαβε τρεις φορές την ευχή του καθαγιασμού, αλλά δεν είδε την οπτασία.
Κι ενώ παρακαλούσε με δάκρυα Το Θεό να του φανερώσει την αιτία, έριξε μία μάτια στο διάκονο, που στεκόταν αριστερά του, κρατώντας το ριπίδιο, και παρατήρησε πώς είχε στο μέτωπο λέπρα. Κατάλαβε αμέσως πώς εκείνος ήταν η αιτία.
Πήρε λοιπόν από τα χέρια του το ριπίδιο και του είπε με πραότητα: «Πήγαινε, παιδί μου, στο σπίτι σου και μη μεταλάβεις σήμερα».
Ύστερα επανέλαβε την ευχή, κι αμέσως είδε την οπτασία! Μετά την απόλυση κάλεσε το διάκονο, για να τον εξετάσει και να πληροφορηθεί την πνευματική του κατάσταση. Εκείνος τότε ομολόγησε, πώς την προηγούμενη νύχτα είχε συνευρεθεί με τη γυναίκα του. Με την αφορμή αυτή ο άγιος κάλεσε όλους τους κληρικούς και τους νουθέτησε:
“Όσοι, παιδιά μου, αξιωθήκατε να λάβετε το χάρισμα της ιεροσύνης, πρέπει να φυλάτε τον εαυτό σας καθαρό από κάθε μολυσμό «σαρκός και πνεύματος», για νά τελείτε άξια τα θεία Μυστήρια.
Η καθαρτική θεία δύναμη
Ο ΑΒΒΑΣ Μάρκος ο Αιγύπτιος παρέμενε για τριάντα χρόνια έγκλειστος, χωρίς να βγαίνει καθόλου από το κελί του. Για χάρη του, ο πρεσβύτερος της Σκήτης πήγαινε εκεί και τελούσε τη θεία λειτουργία.
Ο διάβολος, ενοχλημένος από την υπομονή και την αρετή του οσίου, θέλησε να τον πειράξει. Του έστειλε λοιπόν κάποιον δαιμονισμένο, που του είπε:
– Αββά, ο πρεσβύτερός σου, βρωμάει από την αμαρτία. Γι” αυτό μην τον ξαναβάλεις στο κελί σου.
– Όλοι, απάντησε ο όσιος, αφήνουν απ” έξω την ακαθαρσία.
Εσύ μόνο Την έφερες μέσα. Μην ξεχνάς τι λέει η Γραφή: «Μη κρίνετε ίνα μη κριθείτε». Κι αν είναι ο πρεσβύτερός μου αμαρτωλός, ο Θεός θα τον σώσει.
Όταν ήρθε πάλι ο ιερέας, ο αββάς τον υποδέχθηκε με μεγάλη χαρά. Και ο Θεός, βλέποντας την ακακία του γέροντα, του έδειξε αποκαλυπτικό σημείο: Ενώ ο ιερέας ετοιμαζόταν να σταθεί μπροστά στην άγία τράπεζα για να τελέσει τη θεία μυσταγωγία, άγγελος Κυρίου κατέβηκε κι έβαλε το χέρι του πάνω στο κεφάλι του.
Από τη στιγμή εκείνη ο ιερέας έγινε σαν πύρινος στύλος.
Έκπληκτος ο όσιος από το όραμα, άκουσε μία φωνή να του λέει:
«Γιατί θαυμάζεις, άνθρωπε; Αν ένας επίγειος βασιλιάς δεν αφήνει να εμφανίζονται ρυπαροί μπροστά του οι μεγιστάνες του, πολύ περισσότερο η θεία δύναμη δεν θα καθαρίσει από κάθε ρύπο τους λειτουργούς των άγίων μυστηρίων, όταν στέκονται μπροστά στο Βασιλιά της δόξας;»

Από το βιβλίο: Θαύματα και Αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία.
 Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου Αττικής
https://www.askitikon.eu/

Η προσευχή είναι το πανίσχυρο όπλο



Τί πρέπει νὰ κάνουμε, εὑρισκόμενοι σ᾿ αὐτὸ τὸν αἰῶνα – σ᾿ αὐτὴ τὴ γῆ, γιὰ νὰ μείνουμε μὲ τὸ Χριστό;
Ἰδοὺ τί μᾶς συμβουλεύει ὁ ἀπόστολος Παῦλος. Ἕνα ὅπλο πανίσχυρο, ποὺ πρέπει πάντοτε νὰ ἔ­xουμε μαζί μας οἱ Xριστιανοί, εἶνε ἡ προσευχή. Nὰ μὴν εἴμαστε ἄοπλοι σ᾿ αὐτὴ τὴν σκληρὰ μάχη.
«Tὸ λοιπὸν προσεύχεσθε, ἀδελφοί, περὶ ἡμῶν» (Β΄ Θεσ. 3, 1).
Σ᾿ αὐτὰ τὰ χρόνια ποὺ ζοῦμε, σᾶς παρακαλῶ πολύ, λέει ὁ ἀπόστολος, προσεύχεσθε γιὰ μένα. Ἕνας Παῦλος παρα­καλοῦσε τοὺς Xριστιανοὺς τῆς Θεσσαλονίκης, νὰ προσεύχωνται γι᾿ αὐ­τόν! Tὸ σκεφτήκατε αὐτό; Ἂν ὁ Παῦλος εἶχε ἀνάγ­κη ἀπὸ τὶς προσευχὲς τῶν Xριστιανῶν, πόσῳ μᾶλ­λον ἐμεῖς;
Ἀλλ᾿ ἐμεῖς αὐτὴ τὴν προσευχή, ποὺ εἶνε ὅπλο ἰσχυρὸ – πανίσχυρο γιὰ ὅλες μας τὶς ἀνάγκες, ὑλικὲς καὶ πνευματικές, τὴν ἀμελοῦμε.
Ἔχουμε μεγάλο καὶ σκληρὸ ἀγῶνα. Πρέπει νὰ νι­κηθοῦν οἱ δαίμονες. Kαὶ πρέπει νὰ νικήσῃ ὁ Χριστιανισμός. Bοη­θῆ­στε κ᾿ ἐσεῖς, οἱ Xριστιανοί. Καὶ σήμερα, ἂν δὲν ἔχουμε ἐπιτυχία οἱ ἐπίσκοποι καὶ οἱ ἱεροκήρυκες, αἰτία εἶνε ὅτι δὲν προσεύχονται γι᾿ αὐτοὺς οἱ Χριστιανοί.
Ἂν πίσω ἀπὸ κάθε ἐπίσκοπο, πίσω ἀπὸ κάθε κήρυκα τοῦ εὐαγγελίου, ὑπῆρχαν δέκα ἄνθρωποι νὰ προσεύχωνται, γιὰ νὰ τοὺς δυναμώνῃ ὁ Θεὸς καὶ νὰ τοὺς φωτίζῃ, θαύματα θὰ γίνονταν.
Τώρα ἐμεῖς εἴμαστε θεομπαῖκτες. Βλέπεις τὸν κήρυκα τοῦ εὐαγγελίου ν᾿ ἀνεβαίνῃ στὸν ἄμβωνα; Παρακάλεσε τὸ Θεὸ νὰ τὸν φωτίσῃ, γιὰ νὰ πῇ πέντε λόγια σωστά. Βλέπεις τὸν ἱερέα; Παρακάλεσε τὸ Θεὸ νὰ τὸν δυναμώσῃ στὸν σκληρὸ αὐτὸ ἀγῶνα ποὺ ἔχουμε.

Aπο το βιβλίο του Μητροπολίτου Φλωρίνης π. Αυγουστίνου Καντιώτου
«ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΤΟΥΣ ΕΣΧΑΤΟΥΣ ΚΑΙΡΟΥΣ», εκδοση Γ΄, 2015, σελ. 102
https://www.askitikon.eu/

Όταν επικαλούμαστε το Όνομα του Ιησού με αγάπη, ερχόμαστε σε ζωντανή επαφή μαζί Του



Δεν θα ήταν περιττό να τονίσουμε ότι στην προσευχή με το Όνομα του Ιησού δεν έχουμε τίποτε το αυτόματο ή μαγικό. Αν δεν αγωνιζόμαστε να τηρήσουμε τις εντολές Του μάταια θα είναι και η επίκληση του Ονόματός Του…
Η αγάπη προς Αυτόν θα αναπτύσσεται και θα τελειοποιείται κατά το μέτρον της αυξήσεως και της εμβάθυνσής μας στη γνώση της ζωής του αγαπημένου Θεού.
Όταν αγαπούμε κάποιον άνθρωπο τότε προφέρουμε το όνομά του με ευχάριστο αίσθημα και δεν κουραζόμαστε να το επαναλαμβάνουμε. Το ίδιο και πολύ περισσότερο συμβαίνει με το όνομα του Κυρίου.
Όταν ένα αγαπημένο μας πρόσωπο συνεχώς όλο και περισσότερο αποκαλύπτεται μπροστά μας με τα χαρίσματά του αυξάνει και η αξία του για μας και με χαρά παρατηρούμε σε αυτό νέα χαρακτηριστικά. Έτσι συμβαίνει και με το όνομα του Ιησού Χριστού.
Με συναρπαστικό ενδιαφέρον ανακαλύπτουμε στο όνομά Του νέα μυστήρια των οδών του Θεού και γινόμαστε οι ίδιοι φορείς της πραγματικότητας εκείνης που περικλείεται στα Ονόματα. Με τη ζωντανή αυτή γνώση στην πείρα της ζωής μας μετέχουμε στην αιωνιότητα…
Το όνομα Ιησούς δόθηκε με άνωθεν αποκάλυψη.
Προέρχεται από την αιώνια θεία σφαίρα και δεν αποτελεί διόλου επινόηση γήινου νου, παρόλο που εκφράζεται με ανθρώπινη λέξη.
Η αποκάλυψη είναι πράξη ενέργεια της Θεότητας και ως τέτοια ανήκει σε άλλο επίπεδο και υπερβαίνει τις κοσμικές ενέργειες. Στην υπερκόσμια δόξα του το όνομα Ιησούς είναι μετακοσμικό.
Όταν προφέρουμε το όνομα αυτό του Χριστού, όταν Τον καλούμε να έρθει σε κοινωνία με μας τότε αυτός, ο τα πάντα πληρών, μας προσέχει κι εμείς εισερχόμαστε σε ζωντανή επαφή μαζί Του.
Ως προαιώνιος λόγος του Πατρός μένει σε αδιάσπαστη ενότητα με Αυτόν καιο Θεός Πατέρας με τον Λόγο Του έρχεται σε κοινωνία με εμάς. Ο Χριστός είναι ο μονογενής και συναϊδιος Υιός του Πατρός και γι΄αυτό μπορεί να λέγει: “Ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα ειμή δι΄ Εμού”. (Ιωάν. 4,6).
Το όνομα Ιησούς σημαίνει Θεός Σωτήρας. Ως τέτοιο μπορεί να αποδοθεί στην Αγία Τριάδα. Είναι δυνατή η αναφορά του προς κάθε Υπόσταση ιδαιτέρως.
Στην προσευχή μας όμως το όνομα Ιησούς χρησιμοποιείται αποκλειστικά ως κύριο όνομα του Θεανθρώπου και η προσοχή του νου μας στρέφεται προς Αυτόν….
Προσευχόμενοι με το Όνομα του Ιησού Χριστού στεκόμαστε μπροστά στο απόλυτο πλήρωμα του Ακτίστου αλλά και του κτιστού Είναι.
Για να εισέλθουμε στην περιοχή αυτού του πληρώματος οφείλουμε να τον δεχτούμε μέσα μας τόσο ώστε η ζωή Του να γίνει και δική μας με την επίκληση του Ονόματός Του σύμφωνα με τους λόγους: Κύριε Ιησού Χριστέ Υιέ του Θεού ελέησόν με τον αμαρτωλόν. “Ο δε κολλώμενος τω Κυρίω εν πνεύμα εστίν”. (Α΄Κορινθ. 6,17).

Από το βιβλίο Περί Προσευχής, Γέροντος Σωφρονίου του Έσσεξ σελ. 143-146
https://www.askitikon.eu/

Ο ΜΕΓΑΣ Κ Α Ν Ω Ν




«Αυτόν τον πράγματι μέγιστο από όλους τους κανόνες, τον δημιούργησε και τον συνέγραψε άριστα και με τεχνητό τρόπο ο εν αγίοις πατήρ ημών Ανδρέας ο αρχιεπίσκοπος Κρήτης, ο ονομαζόμενος και Ιεροσολυμίτης. Ο άγιος Ανδρέας καταγόταν από τη Δαμασκό. Επί σαράντα χρόνια εκπαιδεύτηκε στα γράμματα και εξάσκησε την εγκύκλια εκπαίδευση, οπότε ήλθε στα Ιεροσόλυμα και έγινε μοναχός. Ζώντας όσια και θεοφιλώς, στην ήσυχη και ατάραχη βιοτή του άφησε στην Εκκλησία του Χριστού λόγους και  εκκλησιαστικούς ύμνους κανόνων, περισσότερο όμως αναδείχτηκε με τη συγγραφή πανηγυρικών λόγων. Μαζί με τα πολλά άλλα που έγραψε, συνέθεσε και τον Μεγάλο Κανόνα, που προξενεί πολύ μεγάλη κατάνυξη. Διότι επιλέγοντας και μαζεύοντας από όλη την ιστορία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης, συνέθεσε τον ύμνο αυτό, από Αδάμ δηλαδή μέχρι και αυτήν την Ανάληψη του Χριστού και το κήρυγμα των Αποστόλων. Προτρέπει λοιπόν με αυτόν τον ύμνο κάθε ψυχή, να ζηλέψει μεν όσα καλά προσφέρει η ιστορία της Αγίας Γραφής και να τα μιμηθεί όσο είναι δυνατόν, όσα δε είναι πονηρά να τα αποφεύγει, ενώ πάντοτε να προστρέχει στον Θεό με μετάνοια, με δάκρυα και εξομολόγηση, με κάθε τι δηλαδή που ευχαριστεί τον Θεό. Όμως είναι τόσο μεγάλος ο κανόνας αυτός σε μήκος και γραμμένος με τέτοιο μέλος, ώστε είναι ικανός να μαλακώσει και τη σκληρότερη ψυχή και να τη διεγείρει να ξεκινήσει να κάνει το καλό, με την προϋπόθεση όμως να ψάλλεται  με συντετριμμένη καρδιά και προσοχή που αρμόζει. Συνέθεσε δε τον ύμνο αυτό, όταν και ο πατριάρχης Ιεροσολύμων, ο μέγας Σωφρόνιος, συνέγραψε τον βίο της Μαρίας της Αιγυπτίας. Διότι και αυτός ο βίος προσφέρει άπειρη κατάνυξη και δίνει πολλή παρηγοριά σ᾽αυτούς που έχουν φταίξει και αμαρτήσει, εάν βεβαίως θελήσουν να απομακρυνθούν από τις πονηρίες.
Τάχθηκαν δε κατά τη σημερινή ημέρα της Πέμπτης της πέμπτης εβδομάδας των Νηστειών να ψάλλονται και να αναγινώσκονται για τον παρακάτω λόγο: επειδή δηλαδή η αγία Τεσσαρακοστή πλησιάζει προς το τέλος, για να μη γίνουν αμελέστεροι προς τους πνευματικούς αγώνες αυτοί που είναι ήδη ράθυμοι, και απομακρυνθούν εντελώς από τη σωφροσύνη σε όλα, ο μεν μέγιστος Ανδρέας, τρόπον τινά σαν αλείπτης πνευματικός γυμναστής, αναφέροντας την αρετή των μεγάλων ανδρών μέσα από τις ιστορίες του Μεγάλου Κανόνα, όπως και την εκτροπή από την άλλη των πονηρών, κάνει αυτούς τους ράθυμους, όπως θα έλεγε κανείς, γενναιότερους και υπομονετικούς, ώστε να προχωρούν με καλό τρόπο μπροστά και με ανδρεία. Ο δε ιερός Σωφρόνιος, με τον σπουδαίο του λόγο για την οσία Μαρία, τους κάνει πάλι να γίνουν σώφρονες, και τους ξεσηκώνει προς τον Θεό, ώστε να να μην πέφτουν πια στην αμαρτία ούτε και να απελπίζονται, αν μερικοί βρέθηκαν να είναι αιχμαλωτισμένοι σε κάποια παραπτώματα. Διότι η διήγηση για την αγία Μαρία παρουσιάζει πόσο μεγάλη είναι η φιλανθρωπία και η συμπάθεια του Θεού σ᾽εκείνους που αποφασίζουν να μετανοήσουν από τις προηγούμενες αμαρτίες τους. Λέγεται δε Μεγάλος Κανόνας, ίσως θα έλεγε κανείς και για τις ίδιες τις έννοιες που προβάλλει και τις σκέψεις που περιέχει: ο ποιητής του έχει γόνιμη σκέψη, καθώς τα συνέθεσε όλα άριστα. Αλλά λέγεται Μεγάλος και για τον λόγο ότι από όλους τους υπόλοιπους κανόνες, που έχουν τριάντα ή και λιγότερα τροπάρια, αυτός εκτείνεται σε διακόσια πενήντα τροπάρια, που το καθένα από αυτά αποστάζει άρρητη ηδονή. Σωστά λοιπόν και πρεπόντως ο Μέγας αυτός Κανόνας, ο οποίος περικλείει μεγάλη κατάνυξη, τάχθηκε να ψάλλεται στη Μεγάλη Σαρακοστή. Αυτόν τον άριστο και μέγιστο κανόνα, όπως και τον λόγο της οσίας Μαρίας, ο ίδιος Πατήρ ημών Ανδρέας, πρώτος τους έφερε στην Κωνσταντινούπολη, όταν έφτασε εκεί σταλμένος να βοηθήσει στην έκτη Οικουμενική Σύνοδο (681) από τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Θεόδωρο. Τότε λοιπόν, επειδή αγωνίστηκε κατά τρόπο άριστο κατά των αιρετικών Μονοθελητών, μολονότι ήταν ακόμη απλός μοναχός, συγκαταλέχθηκε στον Κλήρο της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης. Έπειτα έγινε διάκονος και ορφανοτρόφος σ᾽αυτήν, και μετά από λίγο, χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Αργότερα, αφού πρώτα κάθησε αρκετά στον επισκοπικό του θρόνο στην Κρήτη,  έφτασε κάπου κοντά προς την Ιερισό της Μυτιλήνης, και εκεί εκδήμησε προς τον Κύριο».
Δεν υπάρχει χριστιανός, ο οποίος να έχει παρακολουθήσει εν επιγνώσει τον Μεγάλο Κανόνα, που σημαίνει να έχει προσευχηθεί μέσω αυτού του μεγάλου εκκλησιαστικού ποιήματος, και να μην έχει κατανυχθεί και να μην έχει αποφασίσει να αλλάξει τρόπο ζωής. Διότι αυτά που προβάλλει ο άγιος Ανδρέας, είναι όλα εκείνα που βοηθούν αφενός να αναδυθεί ο χαρισματικός του καθενός μας εαυτός, αυτός που αναδύθηκε από την άγια κολυμβήθρα της Εκκλησίας και αναπτύχθηκε και αναπτύσσεται μέσα από τη συμμετοχή μας και στα υπόλοιπα μυστήριά της, αφετέρου να ελεγχθεί ο πονηρός δεύτερος εαυτός μας και να οδηγηθεί εν μετανοία ενώπιον του Κυρίου μας. Με άλλα λόγια ο Μέγας Κανών λειτουργεί ως φλόγα που μπορεί και φωτίζει και θερμαίνει ό,τι καλό βρίσκει μέσα μας, ενώ κατακαίει και εξαφανίζει ό,τι κακό σαν αγκάθι προεξέχει από τον ακατέργαστο ακόμη εαυτό μας. Ο Μέγας Κανών δηλαδή λειτουργεί ως ένα είδος βαπτίσματος: όπως το βάπτισμα μάς ενσωματώνει στον Χριστό καταργώντας την αναγκαστική ροπή προς το πονηρό και το κακό, το ίδιο – τηρουμένων των αναλογιών – γίνεται με το ποίημα αυτό. Κι είναι ευνόητο: το κείμενο αυτό είναι μία εμμελής παρουσίαση όλης σχεδόν της Αγίας Γραφής· ο γραπτός λόγος του Θεού που έχει γίνει τραγούδι. Κι όπως ο λόγος του Θεού είναι πράγματι «πυρ φωτίζον, αλλά και καταναλίσκον»: φωτιά που φωτίζει αλλά και που κατατρώει τα πάντα, έτσι και ο Μέγας Κανών.
Από την άποψη αυτή το εκτεταμένο αυτό εκκλησιαστικό ποίημα έχει μία μοναδική θέση στην Εκκλησία, που αναδεικνύει και την ιδιαίτερη χάρη και τον ξεχωριστό φωτισμό που έλαβε ο συντάκτης του από τον Κύριο και Θεό μας.  Και τίποτε άλλο να μην είχε αφήσει ο άγιος Ανδρέας, το έργο αυτό ήταν ικανό να φανερώσει την αγιότητά του, αλλά και το μέγιστο ποιητικό του τάλαντο. Είμαστε λοιπόν ευγνώμονες προς αυτόν, επικαλούμενοι τις άγιες πρεσβείες του προς τον Κύριο, κατεξοχήν όμως ευγνώμονες προς τον ίδιο τον δωρεοδότη Χριστό μας, που κατέστησε ικανό τον δούλο του Ανδρέα να ποιήσει μία τέτοια δημιουργία. Η Εκκλησία μας βοηθά στην κατανόηση από τους πιστούς της μοναδικής αυτής ποιητικής δημιουργίας όχι μόνο με την αφιέρωση της συγκεκριμένης ημέρας μέσα στην Σαρακοστή, και μάλιστα με τέλεση επί πλέον προηγιασμένης θείας Λειτουργίας πέραν της Τετάρτης και της Παρασκευής, αλλά και με την ψαλτική απόδοσή της τμηματικά κατά την πρώτη εβδομάδα της περιόδου αυτής. Με σκοπό ακριβώς να τονίσει τη σημασία του Μεγάλου Κανόνα, δηλαδή τη σημασία της μετανοίας ως επιγνώσεως των αμαρτιών μας και της άπειρης αγάπης του Θεού που δέχεται τη μετάνοια και αποκαθιστά τον άνθρωπο στην αρχική κι ακόμη περισσότερο θέση του: να είναι εικόνα του Θεού. Διότι βεβαίως αυτό συνιστά την ουσία του Κανόνα αυτού: η ανάδειξη της μετανοίας ως της μοναδικής οδού, διά της οποίας βρίσκουμε τον Θεό μας, τον γεμάτο αγάπη και έλεος απέναντί μας. Έχουμε την εντύπωση ότι ο ο Μέγας Κανών θα πρέπει να γίνεται τακτικό ανάγνωσμα του κάθε χριστιανού καθ᾽όλη τη διάρκεια του έτους, και – γιατί όχι; - συχνό κείμενο μελέτης για τις πνευματικές συνάξεις των χριστιανών. Με αυτόν τον τρόπο αφενός οι χριστιανοί θα εμβαπτιζόμαστε μέσα στην Αγία Γραφή, αφετέρου μέσα στο διαχρονικό κλίμα της Εκκλησίας μας, την ατμόσφαιρα της μετάνοιας. Ποιος ευκολότερος δρόμος αγιασμού μας μπορεί να υφίσταται από αυτό;
Δεν τολμούμε να κάνουμε επιλογή κάποιων από τα τροπάρια του Μεγάλου Κανόνα. Το καθένα είναι μία πινελιά, όπως είπαμε, της ίδιας της χάρης του Θεού μας. Ίσως η υπενθύμιση μόνο του κοντακίου να είναι ένα απειροελάχιστο δείγμα του μεγαλείου του ποιήματος: «Ψυχή μου, ψυχή μου, ανάστα, τι καθεύδεις; Το τέλος εγγίζει και μέλλεις θορυβείσθαι· ανάνηψον ουν, ίνα φείσηταί σου Χριστός ο Θεός, ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών». Ψυχή μου, ψυχή μου, σήκω πάνω, τι κοιμάσαι; Το τέλος της ζωής σου είναι κοντά και πρόκειται να ταραχτείς. Ξύπνα λοιπόν, για να σε λυπηθεί και να σε ελεήσει ο Χριστός ο Θεός μας, που είναι πανταχού παρών και γεμίζει τα πάντα με την παρουσία Του. Ενώπιον του Θεού μας, που είναι παρών στη ζωή μας, η μόνη στάση μας είναι η μετάνοια. Η μετάνοια που μας ξυπνά από τον ύπνο που προκαλούν τα πάθη και η αμαρτία μας, όπως βεβαίως και ο αρχέκακος διάβολος. Ξύπνιοι θα νιώσουμε την αγάπη του Κυρίου μας και θα εισέλθουμε μαζί Του στους γάμους μας με Εκείνον. «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται...Και μακάριος ο δούλος ον ευρήσει γρηγορούντα». Κι ένας τρόπος που μπορεί να προκαλέσει την ανάνηψή μας είναι η ενθύμηση του θανάτου μας. Μη φτάσει αυτή η ώρα χωρίς μετάνοια, διότι τότε θα είναι αργά. Κι αυτό το έργο της ανάνηψής μας πρέπει να το αναλάβουμε εμείς οι ίδιοι. Ο καθένας μας πρέπει να είναι ο απόστολος της ψυχής του. Οι άλλοι έχουν απλώς βοηθητικό ρόλο. Αν εμείς δεν κατανοήσουμε την ανάγκη της εν αγάπη σχέσης μας με τον Κύριο, λίγα πράγματα οι άλλοι μπορούν να προσφέρουν.

https://pgdorbas.blogspot.com/2024/04/blog-post_94.html

Η φιλοχρηματία




Έλεγε ο αββάς Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης: «η φοβερή και αδίστακτη της φιλοχρηματίας αγάπη, κόρο μη γνωρίζοντας, στο έσχατο των κακών σπρώχνει την ψυχή, αφού την κυριεύσει. Λοιπόν, από την αρχή-αρχή ας διώξουμε τέτοια αγάπη. Γιατί, αν κυριαρχήσει μέσα μας, δεν κατανικάται» (από το «Γεροντικό»).
Στο εσώτερο του ανθρώπου συγκρούονται δύο δυνάμεις: η μία είναι το συμφέρον και η άλλη η αγάπη. Το συμφέρον ορθώνει ένα τεράστιο «εγώ». Μόνο αυτό υπάρχει. Το «εγώ» γίνεται δίκιο, δικαίωμα, απόλαυση, κτήση, προτεραιότητα. Η αγάπη κάνει τον άνθρωπο να νιώθει και το «εσύ», τον άλλον, τον πλησίον. Ο άνθρωπος τότε βλέπει τη ζωή σε σχέση με τον συνάνθρωπό του. Αυτό που έχει το μοιράζεται. Αυτό που είναι χωράει και τον άλλον.
Κλειδί για τη θέαση της ζωής στην προοπτική του συμφέροντος είναι το χρήμα. Προφανώς και το χρήμα είναι μέσο για την επιβίωση του ανθρώπου, για την ποιότητα της κατά κόσμον ζωής, για  την καλλιέργεια του νου, για να μπορεί ο άνθρωπος να χαρεί. Και το χρήμα έρχεται ως ανταμοιβή για την εργασία, ως δωρεά από γονιό σε παιδί, ως απόκτημα συνύπαρξης μέσα από μία σχέση. Όταν όμως όλη ζωή του ανθρώπου στηρίζεται στη φιλοχρηματία, τότε δεν υπάρχει κόρος, χορτασμός. Γιατί τότε κυριεύει την ψυχή, κάνοντας τον άνθρωπο πλεονέκτη, να μην αρκείται στην κάλυψη των αναγκών του ή στην αξιοποίηση των πόρων για να έχει ο άνθρωπος χαρά, αλλά νομίζει ότι με τη δύναμη του χρήματος μπορεί να εξαγοράσει τα πάντα, τον συνάνθρωπο, τις θέσεις, κάποτε και όλον τον κόσμο. Το χρήμα γίνεται πηγή εξουσίας και η εξουσία γίνεται μέθη γι’ αυτόν που δεν έχει όριο πνευματικό στην καρδιά του.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Χριστός στο ευαγγέλιο επισημαίνει ότι το να θησαυρίζουμε θησαυρούς επί της γης δεν μας δίνει προοπτική αιωνιότητας. Πέρα από το ότι αυτοί οι θησαυροί σκουριάζουν την καρδιά μας, διότι την σκληραίνουν, έχουμε πάντοτε και το άγχος μη τους χάσουμε, μην μας τους κλέψουν. Μοιάζουμε ολοένα και περισσότερο με τον ήρωα των κόμικς που κάνει μπάνιο στα δολάρια, που φοβάται όσο κανείς την κλοπή τους, που είναι μόνος του, με τους μόνους που νοιάζονται γι’ αυτόν να είναι ο ανιψιός του και η οικογένειά του, ένας ήρωας που έχει τα πάντα, αλλά δεν μπορεί να χαρεί τίποτα, ένας ήρωας που δεν νιώθει την φθαρτότητά του.
Από την άλλη, η ασκητική παράδοση της Εκκλησίας μάς υπενθυμίζει ότι η φιλοχρηματία θέλει αγώνα για να τη διώξεις εξαρχής. Θέλει υπενθύμιση των αληθινών προτεραιοτήτων, που έχουν να κάνουν με την αγάπη για τον Θεό και τον συνάνθρωπο, θέλει εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού, που δεν θα αφήσει οι ανάγκες μας να μην εκπληρωθούν. Δεν ζητά η Εκκλησία να μην εργαζόμαστε, να μην παλεύουμε να βελτιώσουμε τη ζωή μας. Θέλει όμως από εμάς να μην παραδιδόμαστε στην κυριαρχία του χρήματος, ακριβώς διότι αυτό δεν μας σώζει, αλλά μας υποδουλώνει. Κλειδί είναι το μέτρο. Μαζί και η ελεήμων καρδιά. Η μίμηση του Θεού. Και το βίωμα ότι η αγάπη δίνει νόημα, καθώς δεν είναι το συμφέρον που δίνει χαρά, αλλά το να μπορείς να αγαπάς, ακόμη κι αν χάσεις.

 π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Δημοσιεύθηκε στην "Ορθόδοξη Αλήθεια", στο φύλλο της Τετάρτης 2 Απριλίου 2025
https://www.nyxthimeron.com/

Άγιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος




Του ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ,  Θεολόγου – Καθηγητού 
Η υμνογραφία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της θείας λατρείας στην Εκκλησία μας, η οποία μας βοηθά να μεταρσιωθούμε και να αναχθούμε σε ανώτερες πνευματικές εμπειρίες. Η αξία του ορθοδόξου υμνογραφικού πλούτου είναι ανυπολόγιστη. Μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας μας, έχοντας το ποιητικό χάρισμα, στο διάβα των αιώνων, διακρίθηκαν και ως υμνογράφοι και ποιητές της Εκκλησίας μας, κληροδοτώντας μας μια ανεκτίμητη παρακαταθήκη. Ένας από αυτούς υπήρξε και ο άγιος Ιωσήφ ο Υμνογράφος. 
        Καταγόταν από την Ιταλία. Γεννήθηκε στη Σικελία περί το 810, από ευσεβείς γονείς, τον Πλωτίνο και την Αγάθη, οι οποίοι του ενέπνευσαν από μικρό παιδί την πίστη στο Θεό και τον μύησαν στην αρετή. Είχε συνηθίσει να μελετά τις άγιες Γραφές και να ασκείται. 
        Όμως το έτος 827 είχαν εισβάλει στη Σικελία οι Άραβες μουσουλμάνοι, οποίοι καταδίωκαν με μανία τους Χριστιανούς που δεν ήθελαν να ασπαστούν το Ισλάμ. Τότε η μητέρα του παρέλαβε τον δεκαπεντάχρονο Ιωσήφ και τον αδελφό του και ήρθαν στην Πελοπόννησο για να αποφύγουν τις σφαγές των Αγαρηνών. Από εκεί κατέληξαν στην Θεσσαλονίκη. Επισκέφτηκε μάλιστα την περίφημη Μονή Λατόμου, όπου λειτουργούσε σχολή, στην οποία συνέχισε και τελειοποίησε τις σπουδές του. Αργότερα ο Ιωσήφ έγινε μοναχός και άρχισε τους ασκητικούς και πνευματικούς του αγώνες. Με την καθοδήγηση του αγίου Γρηγορίου του Δεκαπολίτου μυήθηκε στην ορθόδοξη πνευματικότητα. Προσευχόταν νυχθημερόν, νήστευε, αγρυπνούσε και μελετούσε τις άγιες Γραφές. Ως εργόχειρο είχε την  καλλιτεχνία. Είχαν εκτιμηθεί οι αρετές του και οι ικανότητές του και γι’ αυτό παρακινήθηκε και πείστηκε να χειροτονηθεί πρεσβύτερος. 
      Έμεινε στη Θεσσαλονίκη εννέα χρόνια. Το 840 έφυγε για την Κωνσταντινούπολη μαζί με τον δάσκαλό του Γρηγόριο το Δεκαπολίτη, όπου εγκαταστάθηκαν στην φημισμένη Ιερά Μονή του Αγίου Ιερομάρτυρα Αντύπα. Εκεί έμειναν ως έγκλειστοι για ένα χρόνο. Όμως βρισκόμαστε στην κορύφωση της εικονομαχικής έριδας, κατά την οποία διώκονταν με μανία οι ορθόδοξοι. Ο τελευταίος εικονομάχος αυτοκράτορας Θεόφιλος (829-842) είχε εκδώσει διάταγμα για την καταστροφή όλων των εναπομεινάντων Ιερών Εικόνων και την παραδειγματική τιμωρία όσων τις τιμούσαν.  Γι’ αυτό αποφάσισαν να μεταβούν και να εγκατασταθούν στη Ρώμη, όπου δεν είχε επηρεαστεί από την έριδα αυτή. Όμως κατά την διάρκεια τον πλου του προς την Ιταλία το πλοίο έπεσε σε ενέδρα Αράβων πειρατών, οι οποίοι αφού άρπαξαν ότι πολύτιμο υπήρχε σ’ αυτό αιχμαλώτισαν τους επιβάτες, και μαζί τους τον Ιωσήφ, οδηγώντας τους στην αραβοκρατούμενη τότε Κρήτη, τους οποίους έριξαν στη φυλακή. Ο Ιωσήφ προσεύχονταν νυχθημερόν για την ελευθερία τη δική του και των άλλων αιχμαλώτων. Ταυτόχρονα δίδασκε την ορθόδοξη πίστη, μεταστρέφοντας πολλούς στην Ορθοδοξία. Με θαύμα του Αγίου Νικολάου και τις ενέργειες των πιστών Κρητών απελευθερώθηκαν. 
      Το έτος 850 επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη, αφού είχε λήξει η εικονομαχία, το 842 από την Αυγούστα αγία Θεοδώρα. Εκεί ίδρυσε δική του Μονή, αφιερωμένη στον άγιο Απόστολο Βαρθολομαίο, τον οποίο τιμούσε ιδιαιτέρως. Φρόντισε μάλιστα να εναποθέσει σε αυτή τα ιερά λείψανα του αγίου Αποστόλου, τα οποία μετέφερε από τη Θεσσαλονίκη. Εκεί άρχισε μια νέα περίοδος πνευματικού αγώνα του Ιωσήφ, ο οποίος διήγε με αδιάκοπη προσευχή, αγρυπνία, νηστεία και φιλανθρωπία. 
       Εκεί διαπίστωσε ότι είχε προικιστεί από το Θεό με το χάρισμα του ποιητή και υμνογράφου. Παρακαλούσε με δάκρυα νύχτα και ημέρα τον άγιο Βαρθολομαίο να τον βοηθήσει να αξιοποιήσει το ποιητικό του τάλαντο για την Εκκλησία. Να τον εμπνεύσει να συνθέσει εκκλησιαστικούς ύμνους. Πράγματι ο ευσεβής πόθος του δεν άργησε να πραγματοποιηθεί. Κάποια μέρα ενώ προσευχόταν με θέρμη στον άγιο, είδε ένα όραμα. Ένας εντυπωσιακός άνδρας, με την μορφή του Αποστόλου Βαρθολομαίου, πήρε από την Αγία Τράπεζα το Ιερό Ευαγγέλιο, το τοποθέτησε πάνω στο στήθος του και τον ευλόγησε. Όταν συνήρθε, συνειδητοποίησε ότι αυτό ήταν ένα σαφές σημάδι ότι ήταν έτοιμος να αξιοποιήσει το χάρισμά του στην υμνολογία της Εκκλησίας μας. 
        Άρχισε να γράφει ακατάπαυστα ύμνους. Βρισκόμαστε στην εποχή που εμφανίζεται το νέο και αξεπέραστο υμνογραφικό είδος στην Εκκλησία μας, οι Κανόνες, οι οποίοι εκτόπισαν τα Κοντάκια. Ο Ιωσήφ υπήρξε ιδιοφυία στη σύνθεση των Κανόνων. Έγραψε πάμπολλους, αλλά μας διασώθηκαν 165, οι οποίοι φέρουν το όνομά του.  Λίγο νωρίτερα είχαν συνθέσει τους ύμνους της Οκτωήχου ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και ο άγιος Κοσμάς ο Μελωδός. Ο Ιωσήφ συμπλήρωσε την Οκτώηχο, συνθέτοντας τους ύμνους της εβδομάδος, εκτός της Κυριακής, που είχαν συνθέσει οι δύο προειρημένοι ποιητές. Συνέθεσε επίσης Κανόνες και ύμνους στους Αγίους, συμπληρώνοντας τα Μηναία της Εκκλησίας μας. Έγραψε θαυμάσιους Κανόνες και άλλους ύμνους, στη Θεοτόκο, τον άγιο Νικόλαο, στον άγιο Βαρθολομαίο, στους Αρχαγγέλους κλπ. 
      Ξεχωριστό υμνογραφικό αριστούργημα του αγίου Ιωσήφ είναι ο περίφημος και δημοφιλής Κανόνας, ο οποίος ψάλλεται κατά την ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου. Συνέθεσε τα τροπάρια, που ακολουθούν τους ειρμούς, που είχε συνθέσει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός. Σημειώνουμε πως τα άφθαστα καλολογικά στοιχεία του ύμνου αυτού, τον καθιστούν ως ένα από τα σπουδαιότερα ποιήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
    Ορισμένους από τους σωζόμενους ύμνους του, κάποιοι τους αποδίδουν σε κάποιο άλλο Ιωσήφ Υμνογράφο, τον Στουδίτη.  
     Υπήρξε φίλος του ομολογητή πατριάρχη αγίου Ιγνατίου (846-858 και 867 – 877). Αυτό είχε ως συνέπεια να διωχθεί μαζί του, από τον ακόλαστο και θηριώδη παρακοιμώμενο του αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄, Βάρδα, τον οποίο ακολούθησε στην εξορία.  Κατά την δεύτερη πατριαρχία του Ιγνατίου έγινε σκευοφύλαξ της Μεγάλης Εκκλησίας. Το αξίωμα αυτό διατήρησε και επί τη δευτέρας πατριαρχίας του αγίου Φωτίου, τον οποίο εκτιμούσε και αγαπούσε ο μεγάλος Πατριάρχης. 
       Κοιμήθηκε ειρηνικά το 886 και το τίμιο λείψανό του θάφτηκε στη Μονή του. Η μνήμη του εορτάζεται στις 3 Απριλίου.

https://www.nyxthimeron.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα



ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΙΖ´ 1 - 17
1 ΚΡΕΙΣΣΩΝ ψωμὸς μεθ᾿ ἡδονῆς ἐν εἰρήνη ἢ οἶκος πλήρης πολλῶν ἀγαθῶν καὶ ἀδίκων θυμάτων μετὰ μάχης. 2 οἰκέτης νοήμων κρατήσει δεσποτῶν ἀφρόνων, ἐν δὲ ἀδελφοῖς διελεῖται μέρη. 3 ὥσπερ δοκιμάζεται ἐν καμίνῳ ἄργυρος καὶ χρυσός, οὕτως ἐκλεκταὶ καρδίαι παρὰ Κυρίῳ. 4 κακὸς ὑπακούει γλώσσης παρανόμων, δίκαιος δὲ οὐ προσέχει χείλεσι ψευδέσιν. 5 ὁ καταγελῶν πτωχοῦ παροξύνει τὸν ποιήσαντα αὐτόν, ὁ δὲ ἐπιχαίρων ἀπολλυμένῳ οὐκ ἀθῳωθήσεται· ὁ δὲ ἐπισπλαγχνιζόμενος ἐλεηθήσεται. 6 στέφανος γερόντων τέκνα τέκνων, καύχημα δὲ τέκνων πατέρες αὐτῶν. 6α τοῦ πιστοῦ ὅλος ὁ κόσμος τῶν χρημάτων, τοῦ δὲ ἀπίστου οὐδὲ ὀβολός. 7 οὐχ ἁρμόσει ἄφρονι χείλη πιστά, οὐδὲ δικαίῳ χείλη ψευδῆ. 8 μισθὸς χαρίτων ἡ παιδεία τοῖς χρωμένοις, οὗ δ᾿ ἂν ἐπιστρέψῃ εὐοδωθήσεται. 9 ὃς κρύπτει ἀδικήματα, ζητεῖ φιλίαν, ὃς δὲ μισεῖ κρύπτειν, διΐστησι φίλους καὶ οἰκείους. 10 συντρίβει ἀπειλὴ καρδίαν φρονίμου, ἄφρων δὲ μαστιγωθεὶς οὐκ αἰσθάνεται. 11 ἀντιλογίας ἐγείρει πᾶς κακός, ὁ δὲ Κύριος ἄγγελον ἀνελεήμονα ἐκπέμψει αὐτῷ. 12 ἐμπεσεῖται μέριμνα ἀνδρὶ νοήμονι, οἱ δὲ ἄφρονες διαλογιοῦνται κακά. 13 ὃς ἀποδίδωσι κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν, οὐ κινηθήσεται κακὰ ἐκ τοῦ οἴκου αὐτοῦ. 14 ἐξουσίαν δίδωσι λόγοις ἀρχὴ δικαιοσύνης, προηγεῖται δὲ τῆς ἐνδείας στάσις καὶ μάχη. 15 ὃς δίκαιον κρίνει τὸν ἄδικον, ἄδικον δὲ τὸν δίκαιον, ἀκάθαρτος καὶ βδελυκτὸς παρὰ Θεῷ. 16 ἱνατί ὑπῆρξε χρήματα ἄφρονι; κτήσασθαι γὰρ σοφίαν ἀκάρδιος οὐ δυνήσεται. 16α ὃς ὑψηλὸν ποιεῖ τὸν ἑαυτοῦ οἶκον, ζητεῖ συντριβήν, ὁ δὲ σκολιάζων τοῦ μαθεῖν ἐμπεσεῖται εἰς κακά. 17 εἰς πάντα καιρὸν φίλος ὑπαρχέτω σοι, ἀδελφοὶ δὲ ἐν ἀνάγκαις χρήσιμοι ἔστωσαν· τούτου γὰρ χάριν γεννῶνται.

Ερμηνευτική απόδοση:
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ ΙΖ´ 1 - 17
1 Εἶναι προτιμότερον τὸ ξηρὸ ψωμί, ποὺ γίνεται γλυκὺ καὶ εὐχάριστον, ὅταν συνοδεύεται μὲ εἰρήνην καὶ ὁμόνοιαν, παρὰ τὸ πλούσιον σπίτι, τὸ ὁποῖον εἶναι γεμᾶτον ἀπὸ κρέατα σφαζομένων ζώων καὶ πολλὰ ἀγαθά, ποὺ ἀπεκτήθησαν μὲ ἀδικίαν, ἀλλ’ εἰς τὸ ὁποῖον σπίτι ἐπικρατεῖ γκρίνια καὶ φιλονικία. 2 Ὁ συνετὸς καὶ ἔξυπνος ὑπηρέτης θὰ γίνῃ ἀφέντης καὶ κύριος τῶν ἀνοήτων κυρίων του, καὶ μεταξὺ ἀδελφῶν θὰ λάβῃ καὶ αὐτὸς μερίδιον κληρονομίας, καθιστάμενος δι’ ἐπιγαμίας συγκληρονόμος. 3 Ὅπως τὸ ἀσῆμι καὶ τὸ χρυσάφι ἀπαλλάσσονται ἀπὸ κάθε σκωρίαν μέσα εἰς τὸ καμίνι τῆς φωτιᾶς τοῦ χρυσοχόου καὶ γίνονται γνήσια καὶ ἀνόθευτα, ἔτσι καὶ οἱ ἐκλεκτοὶ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ θὰ ἐξαγνισθοῦν διὰ τῶν θλίψεων, διὰ νὰ γίνουν δόκιμοι ἐνώπιόν του, 4 Ὁ κακὸς εὐχαριστεῖται νὰ ἀκούῃ τί λέγουν οἱ παραβάται τοῦ θείου νόμου, ἐνῷ ὁ ἐνάρετος δὲν δίδει καμμίαν προσοχὴν εἰς τὰ χείλη ποὺ ψεύδονται, ποὺ συκοφαντοῦν καὶ λέγουν μάταια. 5 Ὅποιῖος περιπαίζει τὸν πτωχόν, παροργίζει τὸν Θεόν, ποὺ τὸν ἔπλασε, καὶ ὅποιος χαιρεκακεῖ καὶ εὐχαριστεῖται διὰ τὴν καταστροφὴν τοῦ ἄλλου, δὲν πρόκειται νὰ μείνῃ ἀτιμώρητος· ἐκεῖνος ὅμως, ποὺ στέκεται μὲ συμπάθειαν δίπλα πρὸς τὸν πάσχοντα καὶ τὸν εὐσπλαγχνίζεται, θὰ ἀπολαύσῃ πολὺ ἔλεος. 6 Καμάρι τῶν γερόντων εἶναι τὰ ἐγγόνια των, καὶ καύχημα τῶν παιδιῶν εἶναι οἱ ἀγαθοὶ γονεῖς καὶ ἐνάρετοι πρόγονοί των. 6α Τοῦ τιμίου καὶ ἀξιοπίστου εἰς τὰς δοσοληψίας τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἰδικά του τὰ χρήματα ὅλου τοῦ κόσμου, διότι ὅλοι τὸν ἐμπιστεύονται καὶ τὸν πιστώνουν, ἐνῷ ὁ ἀναξιόπιστος καὶ κακόπιστος δὲν ἀξίζει οὔτε πεντάρα, διότι οὐδεὶς τὸν ἐμπιστεύεται. 7 Δὲν ἁρμόζουν εἰς τὸν ἄφρονα χείλη ποὺ λέγουν λόγια ἀξιόπιστα, δηλαδὴ τὴν ἀλήθειαν, οὔτε εἰς τὸν ἐνάρετον καὶ φιλαλήθη χείλη τὰ ὁποῖα ψεύδονται 8 Ὅσοι ζοῦν καὶ ἔχουν βίωμά των τὴν κατὰ Θεὸν μόρφωσιν τοῦ χαρακτῆρος, ἔχουν ὡς ἀμοιβὴν τέρψεις πνευματικάς· ὁπουδήποτε δὲ καὶ ἂν στραφῇ ὁ κατὰ Θεὸν παιδαγωγημένος ἄνθρωπος, θὰ εὐοδωθοῦν αἱ ἐνέργειαί του καὶ αἱ ἐπιχειρήσεις του. 9 Ὅποιος δὲν καταλαλεῖ, ἀλλὰ μετὰ συνετῆς γλώσσης σκεπάζει τὰς ἀδυναμίας τῶν ἄλλων, δὲν προκαλεῖ δυσαρεσκείας καὶ γίνεται περιζήτητος φίλος· ἀντιθέτως δὲ ὅποιος εὐχαριστεῖται εἰς τὸ νὰ μὴ καλύπτῃ τὰ ἀδικήματα καὶ σφάλματα τῶν ἄλλων, ἀλλ’ ἀρέσκεται νὰ τὰ διατυμπανίζῃ, αὐτὸς χωρίζει φίλους καὶ οἰκείους, γινόμενος δυσάρεστος καὶ ἀνεπιθύμητος εἰς αὐτούς. 10 Κυριολεκτικῶς συντρίβει τὴν καρδίαν τοῦ φρονίμου καὶ ἐλαφρά τις παρατήρησις ἢ ἀπειλή, διότι εἶναι εὐαίσθητος καὶ λεπτός, ἐνῷ ὁ ἄφρων, καὶ ὅταν ἀκόμη μαστιγώνεται, μένει ἀναίσθητος καὶ ἀσυγκίνητος. 11 Κάθε ἄνθρωπος κυριευμένος ἀπὸ κακίαν ἐναντιώνεται καὶ ἀντιστρατεύεται εἰς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· ὁ Κύριος ὅμως θὰ στείλῃ ἐναντίον του ἄγγελον σκληρὸν καὶ ἄσπλαγχνον, διὰ νὰ τὸν τιμωρήσῃ. 12 Εἰς τὸν συνετὸν καὶ μυαλωμένον ἄνθρωπον θὰ ἀνατεθῇ κάθε ἀξίωμα καὶ ὑπεύθυνος φροντὶς περὶ τῶν ἄλλων, οἱ ἄφρονες ὅμως πάντοτε θὰ σκέπτωνται τὸ κακὸν καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἐμπιστεύονται εἰς αὐτοὺς ὑπεύθυνον διακυβέρνησιν ἢ ἀξίωμα. 13 Ἀπὸ τὸ σπίτι ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀνταποδίδει κακὰ ἀντὶ ἀγαθῶν, δὲν θὰ μετακινηθῇ ποτὲ ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. 14 Ἀρχὴ τῆς δικαιοσύνης εἶναι οἱ ἀπονέμοντες αὐτὴν νὰ δίδουν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ ὑπερασπισθῇ διὰ λόγων τὸν ἑαυτόν του, λόγοι δέ, ποὺ δημιουργοῦν ἔχθραν καὶ φιλονικίαν, προηγοῦνται τῆς πτωχείας, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ ὡς συνέπεια τῶν συχνῶν προσφυγῶν εἰς τὰ δικαστήρια. 15 Ὁ δικαστὴς ποὺ κρίνει καὶ ἀνακηρύττει δίκαιον τὸν ἄδικον καὶ τὸν ἄδικον δίκαιον, εἶναι ἀκάθαρτος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ προκαλεῖ τὴν ἀποστροφὴν καὶ ἀπέχθειαν αὐτοῦ. 16 Τί ὠφέλησαν τὰ χρήματα τὸν ἄφρονα καὶ ἀσύνετον; Τίποτε ἀπολύτως. Διότι ὁ ἄνθρωπος, ποὺ δὲν ἔχει καρδίαν μαλακὴν καὶ ἐπιδεκτικὴν τῆς θείας παιδαγωγίας, δὲν θὰ κατορθώσῃ ποτὲ νὰ ἀποκτήσῃ σοφίαν. 16α Ὅποιος κτίζει ὑψηλὸν τὸ σπίτι του πρὸς ἐπίδειξιν καὶ ἰκανοποίησιν τῆς ματαιοδοξίας του, ζητεῖ νὰ πτωχύνῃ καὶ νὰ συντριβῇ. Ἐκεῖνος δὲ ποὺ δυστροπεῖ εἰς τὸ νὰ διδαχθῇ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, θὰ πέσῃ εἰς πολλὰ κακά. 17 Πάντοτε καὶ εἰς πᾶσαν περίστασιν νὰ ἔχῃς δίπλα σου φίλον, εἰς τὰς ἀνάγκας σου δὲ ἂς σοῦ χρησιμεύουν οἱ ἀδελφοί σου, διότι δι’ αὐτὰς τὰς ὥρας γεννῶνται.