Τετάρτη 14 Αυγούστου 2019

Δώστε στους φτωχούς – Το καθήκον της ελεημοσύνης


Τι όρισες λοιπόν; πες μου. «Κάθε πρώτη μέρα της εβδομάδος», δηλαδή, Κυριακή, «ο καθένας από εσάς ας βάζει κάτι κατά μέρος, αναλόγως προς όσα τού δίνει ο Θεός».

Κοίταξε πώς προτρέπει και από τον καιρό. Επειδή ήταν κατάλληλη η μέρα της Κυριακής για να οδηγήσει σε ελεημοσύνη. Επειδή, θυμηθείτε, λέει, ποιας δωρεάς αξιωθήκατε αυτή την ημέρα. Διότι τα απόρρητα αγαθά και η ρίζα και η αρχή της ζωής μας κατ’ αυτή την ημέρα συνετελέσθηκαν.

Κι όχι μόνο είναι κατάλληλος ο καιρός σ’ αυτή, για προθυμία φιλανθρωπίας, αλλά έχει και άνεση και ατέλεια πόνων. Γιατί ψυχή ελεύθερη από μόχθους, γίνεται πιο ευκίνητη και ικανότερη για ελεημοσύνη. Και μαζί με αυτά, προσθέτει πολλή προθυμία το ότι σ’ αυτή κοινωνούνται τόσο φρικτά και αθάνατα μυστήρια .

Σ’ αυτή λοιπόν «ο καθένας σας», όχι απλώς ο τάδε και ο δείνα, αλλ’ ο καθένας, είτε φτωχός είναι, είτε πλούσιος, είτε γυναίκα, είτε άνδρας, είτε δούλος, είτε ελεύθερος, «ας μαζεύει κάτι στην άκρη». Δεν είπε, «ας τα φέρει στην Εκκλησία», για να μη ντρέπονται όσοι φέρουν λίγα, αλλ’ αφού συγκεντρωθούν οι προσφορές, τότε ας τα φέρουν «όταν έλθω». 

«Έως τότε να τα συγκεντρώνεις μόνος σου», (λέει), και κάνε το σπίτι σου Εκκλησία, και το κιβώτιο, θησαυροφυλάκιο. Γίνε φύλακας ιερών χρημάτων, αυτοχειροτόνητος φροντιστής πεινασμένων. Η φιλανθρωπία σού δίνει αυτή την Ιεροσύνη. Σύμβολο αυτού τού πράγματος είναι τώρα και το θησαυροφυλάκιο· αλλά το μεν σύμβολο υπάρχει, το δε έργο πουθενά.

Ξέρω ὅτι πολλοὶ ἀπὸ τοὺς συγκεντρωμένους πάλι θὰ μᾶς κατηγορήσουν, ὅταν μιλοῦμε γι᾿ αὐτά, καὶ θὰ ποῦν «Μή, σὲ παρακαλῶ, μὴ γίνεσαι φορτικὸς καὶ βαρετὸς στοὺς ἀκροατές· ἄφησέ το στὴ συνείδηση τοῦ καθενός, ἄφησέ το στὴν κρίση τῶν ἀκροατῶν· ἔτσι τώρα μᾶς ντροπιάζεις, μᾶς κάνεις νὰ κοκκινίζουμε!…».

Ἀλλ᾿ ὄχι! Αὐτὰ τὰ λόγια δὲν τὰ ἀνέχομαι! Γιατί οὔτε ὁ Παῦλος ντρεπόταν νὰ ἐνοχλῇ συνέχεια γιὰ τέτοια πράγματα καὶ νὰ ζητᾶ σὰν ζητιάνος. Ἐὰν ἔλεγα τοῦτο, δηλαδὴ δός μου, φέρε γιὰ τὸ σπίτι μου, ἴσως νά ῾ταν ντροπή. Ἂν καὶ οὔτε τότε θά ῾ταν ντροπή. «Οἱ γὰρ τῷ θυσιαστηρίῳ», λέγει, «προσεδρεύοντες, τῷ θυσιαστηρίῳ συμμερίζονται» (Α´ Κορ. 9,13). Πλὴν ὅμως πιθανὸν νὰ μὲ κατηγοροῦσε κάποιος, ὅτι μιλῶ γιὰ τὸν ἑαυτὸ μου· τώρα ὅμως παρακαλῶ γι᾿ αὐτοὺς ποὺ στεροῦνται, μᾶλλον ὄχι γι᾿ αὐτοὺς ποὺ στεροῦνται, ἀλλὰ γιὰ σᾶς ποὺ δίνετε· γι᾿ αὐτὸ καὶ μιλῶ χωρὶς νὰ ντρέπομαι.

Γιατί ποῦ εἶναι ἡ ντροπὴ σὰν πῶ, δῶσε στὸν Κύριο ποὺ πεινᾷ, ντῦσε τον ποὺ γυρίζει γυμνός, φιλοξένησέ τον ποὺ εἶναι ξένος; Ὁ Δεσπότης σου δὲν ντρέπεται μπροστὰ σ᾿ ὅλη τὴν οἰκουμένη νὰ λέγῃ «ἐπείνασα καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν» (Ματθ. 25, 42), ὁ ἀνενδεής, ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτε· καὶ ἐγὼ θὰ ντραπῶ καὶ θὰ διστάσω; Σὲ παρακαλῶ, μακριὰ τέτοια πράγματα! Τοῦ διαβόλου εἶναι αὐτὴ ἡ ντροπή!

Δὲν θὰ ντραπῶ, λοιπόν. Ἀντίθετα μάλιστα καὶ μὲ παρρησία θὰ πῶ· δῶστε σ᾿ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη, καὶ θὰ φωνάζω πιὸ δυνατὰ ἀπ᾿ αὐτούς. Γιατί ἐὰν κάποιος ἔχῃ στοιχεῖα καὶ μπορεῖ νὰ μᾶς κατηγορήσῃ, ὅτι αὐτὰ τὰ λέμε γιὰ νὰ σᾶς παρασύρουμε πρὸς ὄφελός μας, καὶ μὲ τὸ πρόσχημα τῶν φτωχῶν κερδίζουμε ἐμεῖς, τότε πράγματι αὐτὰ δὲν εἶναι μονάχα ἄξια ντροπῆς, ἀλλὰ καὶ μυρίων κεραυνῶν, καὶ οὔτε ἀξίζει νὰ ζοῦν ὅσοι κάνουν παρόμοια.

Ἀλλὰ ἐάν, μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, καθόλου δὲν σᾶς ἐνοχλοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας καὶ κηρύττουμε ἀδάπανο τὸ εὐαγγέλιο, χωρὶς βέβαια νὰ κοπιάζουμε ὅπως ὁ Παῦλος, ἀρκούμενοι πάντως στὰ δικά μας, μὲ ὅλο τὸ θάρρος θὰ σᾶς λέγω, δῶστε στοὺς φτωχούς· καὶ δὲν θὰ σταματήσω νὰ τὸ λέγω, καὶ ὅταν δὲν δίνετε θὰ σᾶς εἶμαι σκληρὸς κατήγορος!

Γιατί αν ήμουν στρατηγός και είχα στρατιώτες, δεν θα ντρεπόμουν να ζητώ τροφές για τους στρατιώτες. Γιατί αγαπώ πολύ τη δική σας σωτηρία.

Αλλά για να γίνει πιο ενεργητικός και αποτελεσματικός ο λόγος, αφού πάρω ως συμπαραστάτη τον Παύλο, μαζί μ’ εκείνον θα μιλήσω και θα πω: «Ο καθένας από εσάς ας βάζει κάτι κατά μέρος, αναλόγως με όσα του δίνει ο Θεός». Πρόσεχε λοιπόν και εδώ πόσο ελαφρώνει το βάρος. Δεν είπε τόσο και τόσο, αλλά «ό,τι μπορεί», είτε πολύ, είτε λίγο· και δεν είπε, «ό,τι περισσεύει στον καθένα», αλλά «ό,τι μπορεί από αυτά που τού δίνει ο Θεός», και δείχνει ότι η δαπάνη αυτή είναι του Θεού.

Και όχι μόνο με αυτό, αλλά και με το να προτρέψει να καταβάλλουν την προσφορά αφού πρώτα συγκεντρώσουν σε ανάλογο καιρό ό,τι μπορούν, κάνει ευκολοπραγματοποίητη τη συμβουλή· επειδή σ’ αυτόν που συγκεντρώνει λίγα, γίνεται ανεπαίσθητο το έργο και η δαπάνη. Γι’ αυτό ακριβώς δεν παραγγέλλει να τα παραδώσουν αμέσως, αλλά δίνει πολλή προθεσμία και αφού πει την αιτία, λέει: «για να μη γίνονται έρανοι όταν έλθω»· δηλαδή, για να μην αναγκάζεστε να συγκεντρώνετε κατά τον καιρό που πρέπει να προσφέρετε.

Και σ’ αυτό δεν προέτρεψε πάλι τυχαία· γιατί η αναμονή ότι θα δουν τον Παύλο τους έκανε προθυμότερους.

Από την ΜΓ´ ομιλία του στην Α´ προς Κορινθίους, Ε.Π.Ε. 18Α, 721-725. 
Χρησιμοποιήθηκε και απόδοση στη νεοελληνική Αρχιμ. Χρυσόστομος Π. Αβαγιάνος, 
έκδ. Αποστολική Διακονία τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, Αθήναι 1998.

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

Ανάβετε το καντηλάκι σας στο Χριστό…


Και αντισταθείτε στα πονηρά μηνύματα της τηλεόρασης… 

Θα σας έλεγα, να πάρετε όλοι μία εικόνα του Χριστού, μία εικόνα της Παναγίας και ένα καντηλάκι. Να ανάβετε το καντηλάκι σας ΤΩΡΑ. ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΤΩΡΑ! ΤΩΡΑ πλέον, μην το ξεχνάτε. 

Γιατί θα είναι ομολογία (= θαρραλέα δήλωση ότι είμαστε χριστιανοί)! Όπου θα υπάρχει το φως του καντηλιού κάτω από την εικόνα, ο σατανάς θα φοβάται. 

Γιατί; Γιατί την ώρα που εμείς θα θυμιάζουμε και θα Τον ομολογούμε, εκείνος θα τρομάζει, εφόσον ήδη κατέκτησε με ομολογία το σπίτι μας μέσω της τηλεόρασης. Κατάφερε μέσα από την τηλεόραση να μολύνει όλους τους ανθρώπους. Να μολύνει ακόμα και τους χώρους των σπιτιών σας. 

Γιατί, όπου ακούγονται βλάστημα λόγια, όπου ακούγονται σατανικά πράγματα, όπου ακούγονται και βλέπονται πράξεις μοιχείας, φόνου, δολοφονιών, πορνείας, ανακατωσούρας, εκεί ποιος είναι που διαφεντεύει; Ο σατανάς! 

Όλα αυτά δεν γίνονται μέσα από την τηλεόραση; Όλοι σας ακουμπισμένοι στην πολυθρόνα σας, δεν κάθεστε και τα βλέπετε και τα γεύεστε; 

Θα μου πείτε «μα, εγώ δεν τα κάνω αυτά». Και ποιος σας είπε ότι δεν πονηρεύεστε πλέον; Ποιος σας είπε ότι δεν τα βάζετε μέσα στην καρδιά σας; Ποιος σας είπε ότι δεν σας μιλάει ο σατανάς; Μια διδασκαλία σας κάνει μέσα από την τηλεόραση! Θα μου πεις «αν θέλω την απορρίπτω». Ποιος όμως την έχει απορρίψει σήμερα αυτή την διδασκαλία, όταν σήμερα ξέρουμε όλοι, ότι όλα τα σπίτια είναι ανακατεμένα και δεν υπάρχει πλέον σεβασμός ούτε στον Θεό; 

Όταν ένα έργο, ένα σήριαλ διαρκεί 2 ώρες (και δεν θα δεις μόνο το ένα, θα δεις και το δεύτερο και έτσι υπερβαίνεις τις 3 και 4 ώρες), σκέφτηκες ποτέ, αν έδωσες στην Παναγία, αν έδωσες στον Γιό της πέντε λεπτά, αν προσευχήθηκες; Εγώ σε ρωτώ, τους έδωσες; 

Πάρε ένα χαρτί και γράψε πόσες ώρες μιλάς με τον Θεό. Αυτή η διαολιά κατέκτησε τα σπίτια. Μόλυνε όλα τα σπίτια και τα έκανε τώρα να έχουν μία πόρτα ανοικτή, για να μπαίνει και να βγαίνει όποτε θέλει το κακό. Γι’ αυτό, πολλές φορές, θέλει ο Θεός να σας το πει: 

«Αν θέλετε να Με δοξάζετε, βγάλτε την τηλεόραση από το σπίτι, όταν δεν μπορείτε να την ελέγξετε. Ή τουλάχιστον αφήστε την εκεί να παίξει μόνο τον ρόλο τον χρήσιμο –όσο μπορεί να τον παίξει- μέσα από μία ενημέρωση και κάθε τι άλλο καλό, που υπάρχουν και αυτά. Όμως σας ρωτώ, πως Εγώ θα έρθω να ευλογήσω ένα σπίτι, όταν στέλλω τους Αγγέλους Μου να φυλάνε το σπίτι σας απ’ έξω, και από μέσα μπαίνει ο σατανάς από το υπόγειο και ανεβαίνει πάνω στην τηλεόραση και σας μιλάει; 

Πέστε μου, ποιος φυλάει τελικά το σπίτι; Οι Άγγελοί Μου γύρω-γύρω ή ο σατανάς που βρίσκεται ακριβώς στο κέντρο του σπιτιού, στο πιο ωραίο μέρος του σπιτιού σας και σας μιλάει; Πόσο ανόητο είναι να φυλάς ένα σπίτι γύρω-γύρω με φρουρούς, όταν ξέρεις ότι από κάτω ανεβαίνει ο σατανάς ανενόχλητος μέσα από την καλύτερη δίοδο της τηλεόρασης και σου μιλάει και σου λέει: «Αυτό να κάνεις. Εκείνο να κάνεις. Έτσι να ζήσεις. Αυτή την ευτυχία να χαρείς. Αυτή την ηδονή εγώ σου χαρίζω». Εσύ τι θα κάνεις γι’ αυτό; Γιατί ανάβω το καντήλι;

Είναι ωραίο πράγμα να ανάβουμε καντήλια μπροστά στις εικόνες. Αλλά πιο ωραίο πράγμα είναι να προσφέρουμε στον Θεό σαν θυσία τη φλόγα της αγάπης. Τότε είμαστε αληθινοί προσκυνητές του. Αν ανάβεις καντήλια στις εικόνες και δεν έχεις αγάπη προς τον Θεό και τον πλησίον σου, αν είσαι φιλάργυρος και φιλόνικος (=συγκρούεσαι με τους άλλους), η θρησκεία σου είναι ματαία. 

Γιατί ανάβω το καντήλι; Μου θυμίζει ότι όπως ο Θεός είναι φως, έτσι πρέπει να είναι και η ζωή μας φωτεινή. Είναι ο έλεγχος στα σκοτεινά μας έργα. Είναι μία δική μας θυσία ένδειξη ευγνωμοσύνης και αγάπης για το Χριστό πού θυσιάστηκε για μας. Είναι το φόβητρο στις δυνάμεις του σκότους που προσπαθούν να απομακρύνουν το νου του ανθρώπου και τις προσευχές του, από το φως πού είναι ο Θεός. 

Όπως το καντήλι καίγεται μέσα στο λάδι έτσι και εμείς πρέπει να ζητάμε το έλεος του Θεού για τις αμαρτίες μας καίγοντας το δικό μας θέλημα και κάνοντας το θέλημα του Θεού. 

Όπως δεν ανάβει το καντήλι χωρίς τα δικά μας χέρια έτσι και εμείς δεν θα είχαμε το φως αν ο Χριστός και Θεός μας δεν είχε έρθει στη γη.

Αγίου Ιωάννου της Κροστάνδης

Αγιογραφικό ανάγνωσμα


Ἐκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον 
ιε΄ 32 - 39 
Τῷ καιρῷ ἐκείνῳ προσκαλεσάμενος ὁ Ἰησοῦς τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ εἶπεν αὐτοῖς· Σπλαγχνίζομαι ἐπὶ τὸν ὄχλον, ὅτι ἤδη ἡμέραι τρεῖς προσμένουσί μοι καὶ οὐκ ἔχουσι τί φάγωσι· καὶ ἀπολῦσαι αὐτοὺς νήστεις οὐ θέλω, μήποτε ἐκλυθῶσιν ἐν τῇ ὁδῷ. 33καὶ λέγουσιν αὐτῷ οἱ μαθηταί αὐτοῦ· Πόθεν ἡμῖν ἐν ἐρημίᾳ ἄρτοι τοσοῦτοι ὥστε χορτάσαι ὄχλον τοσοῦτον; 34καὶ λέγει αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· Πόσους ἄρτους ἔχετε; οἱ δὲ εἶπον· Ἑπτά, καὶ ὀλίγα ἰχθύδια. 35καὶ ἐκέλευσε τοῖς ὄχλοις ἀναπεσεῖν ἐπὶ τὴν γῆν. 36καὶ λαβὼν τοὺς ἑπτὰ ἄρτους καὶ τοὺς ἰχθύας, εὐχαριστήσας ἔκλασε καὶ ἐδίδου τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ, οἱ δὲ μαθηταὶ τοῖς ὄχλοις. 37καὶ ἔφαγον πάντες καὶ ἐχορτάσθησαν, καὶ ἦραν τὸ περισσεῦον τῶν κλασμάτων, ἑπτὰ σπυρίδας πλήρεις. 38οἱ δὲ ἐσθίοντες ἦσαν τετρακισχίλιοι ἄνδρες χωρὶς γυναικῶν καὶ παιδίων. 39Καὶ ἀπολύσας τοὺς ὄχλους ἀνέβη εἰς τὸ πλοῖον, καὶ ἦλθεν εἰς τὰ ὅρια Μαγδαλά. 

Νεοελληνική απόδοση:
Καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν τοῦ Ἰσραήλ. Ὁ Ἰησοῦς τότε ἐκάλεσε τοὺς μαθητάς του καὶ τοὺς εἶπε, «Σπλαγχνίζομαι τὸν κόσμον, διότι ἐπὶ τρεῖς τώρα ἡμέρες παραμένουν κοντά μου καὶ δὲν ἔχουν τὶ νὰ φάγουν, καὶ νὰ τοὺς διαλύσω νηστικοὺς δὲν θέλω, μήπως ἀποκάμουν εἰς τὸν δρόμον». Καῖ τοῦ λέγουν οἱ μαθηταί, «Ἀπὸ ποῦ νὰ πάρωμεν ἐδῶ εἰς τὴν ἔρημον τόσα ψωμιά, ὥστε νὰ χορτάσῃ τόσος πολὺς κόσμος;» Καὶ ὁ Ἰησοῦς τοὺς λέγει, «Πόσα ψωμιὰ ἔχετε;», αὐτοὶ δὲ εἶπαν, «Ἑπτὰ καὶ λίγα ψαράκια». Καὶ ἀφοῦ διέταξε τὸν κόσμο νὰ πλαγιάσῃ εἰς τὴν γῆν, ἐπῆρε τὰ ἑπτὰ ψωμιὰ καὶ τὰ ψάρια καὶ ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὸν Θεόν, τὰ ἔκοψε καὶ τὰ ἐμοίρασε εἰς τοὺς μαθητάς, οἱ δὲ μαθηταὶ εἰς τὸν κόσμον. Καὶ ἔφαγαν ὅλοι καὶ ἐχόρτασαν καὶ ἐσήκωσαν τὰ κομμάτια ποὺ ἐπερίσσεψαν, ἑπτὰ γεμάτα καλάθια. Ἐκεῖνοι δὲ ποὺ ἔφαγαν, ἦσαν τέσσερις χιλιάδες ἄνδρες, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιά. Καὶ ἀφοῦ διάλυσε τὸν κόσμον ἐμπῆκε εἰς τὸ πλοιάριον καὶ ἦλθε εἰς τὴν περιοχὴν τῆς Μαγδαλᾶ.

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


"Ο πόνος είναι μια ψυχική δύναμη που ο Θεός την έβαλε μέσα μας, με προορισμό να κάνει το καλό, την αγάπη, τη χαρά, την προσευχή. Αντ’ αυτού, ο διάβολος καταφέρνει και παίρνει τη ψυχική αυτή δύναμη από την μπαταρία της ψυχής μας και τη μεταχειρίζεται για το κακό, την κάνει κατάθλιψη και φέρνει τη ψυχή στη νωθρότητα και στην ακηδία." 

Αγ. Πορφύριος Καυσοκαλυβίτης

Σάββατο 10 Αυγούστου 2019

Αποστολέας: «ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΑ»!


Αναφέρει ο Άγιος Παΐσιος:

-Μια φορά χρειάστηκε να βγω έξω στον κόσμο και είχα ανάγκη από χίλιες δραχμές, γιατί τότε τόσο κόστιζαν οι μετακινήσεις. Ό,τι επιταγές έρχονταν είχα δώσει εντολή στο Ταχυδρομείο να επιστρέφονται αμέσως ως απαράδεκτες. 

Ενώ λοιπόν βρισκόμουν σ΄αυτή τη δύσκολη κατάσταση, μου έφερε ένας αδελφός την αλληλογραφία μου και μια επιταγή χιλίων δραχμών ακριβώς, ανώνυμη, χωρίς διεύθυνση, η οποία στη θέση του αποστολέα έγραφε : «ΠΑΝΤΑΝΑΣΣΑ». 

Μόλις είδα την πρόνοια του Θεού, λύθηκα στα κλάματα κι ευχαριστούσα τον Κύριο μας και την Παναγία μας.

Έχω δει πολλά στη ζωή μου. Φοβερό πράγμα·αν δεν κοιτάς τον εαυτό σου, ο Θεός δεν σ΄αφήνει ούτε να σκεφτείς ότι κάτι σου χρειάζεται! Βλέπεις, η επιταγή είχε σταλεί πριν εγώ τη χρειαστώ. 

Ο Θεός, σαν καλός Πατέρας, φροντίζει πριν έρθουμε εμείς στην ανάγκη κάποιου πράγματος και, πριν ακόμα Του ζητήσουμε, η πρόνοιά Του μεριμνά και φροντίζει, για να μας το δώσει. Χρειάζεται όμως να βλέπει σ΄εμάς ότι του έχουμε εμπιστοσύνη.

Από το βιβλίο του ιερομονάχου Χριστοδούλου «Ο Γέρων Παΐσιος»

Επιστολή προς κάποιον που είχε μελαγχολήσει


Ἀδίκως στενοχωριέσαι μὲ τή μελαγχολική σου ἐπιστολή• εἴμαστε ἄνθρωποι καὶ οἱ καταστάσεις μας ἀλλάζουν. Καλὸ εἶναι πού γράφεις αὐτά πού σοῦ συμβαίνουν. Αὐτὰ δὲ μὲ στενοχωροῦν, ἀπεναντίας χαίρομαι πού μοῦ τὰ γράφεις ὅλα ἁπλᾶ καὶ χωρὶς νὰ ντρέπεσαι.

Ἡ φαντασία καὶ ἡ μνήμη ἀποτελοῦν μία ἐσωτερικὴ αἴσθηση. Μερικὲς φορὲς τὰ περασμένα ἔρχονται στὸ νοῦ τόσο ζωντανά, ὡς νὰ σὲ σφυροκοποῦν. Τότε χρειάζεται προσευχὴ μὲ συγκεντρωμένη τὴν προσοχὴ καὶ ὑπομονή. Ἡ μνήμη πρέπει νὰ γεμίζει ἀπὸ τὴν ἀνάγνωση τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν ἁγίων Πατέρων. 

Μὲ μιά λέξη: ὁ νοῦς δέν πρέπει νὰ μένει ἀργός. Ἡ μνήμη τῶν περασμένων πραγμάτων πρέπει νὰ ἀντικαθίσταται μὲ ἄλλες σκέψεις, ὁπότε τὰ παλαιὰ σιγά-σιγὰ φεύγουν καὶ μαζὶ μὲ αὐτὰ καὶ ἡ μελαγχολία. Στήν ἴδια καρδιά δὲν μποροῦν νὰ κατοικοῦν δύο κύριοι.

Τὰ ἁμαρτωλὰ πάθη ποτὲ δὲ χορταίνουν. Ὅσο περισσότερο τὰ τρέφεις, τόσο πιὸ πολὺ ἀπαιτοῦν. Εἶναι σὰν τὰ σκυλιά πού ἔχουν συνηθίσει νὰ γλείφουν τὰ κόκκαλα, ὅταν ὅμως ἁρπάξεις ῥάβδο καὶ τὰ διώξεις δὲν πλησιάζουν πιά. Ὁ ἅγιος Ἀπόστολος λέγει: «Βλέπετε οὖν πῶς ἀκριβῶς περιπατεῖτε». Καὶ «τὰ μὲν ὀπίσω ἐπιλανθανόμενος τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἐπεκτεινόμενος κατὰ σκοπὸν διώκω ἐπὶ τὸ βραβεῖον τῆς ἄνω κλήσεως»

Μιὰ γνωστή μου κυρία μοῦ ἔστειλε μιὰ μεγάλη ἐπιστολή πού γράφει, πὼς ἡ εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ ἀρχίζει νὰ ῥιζώνει μέσα της. Τὶ ὡραῖα πού καὶ στόν κόσμο ὑπάρχουν ἄνθρωποι προσευχόμενοι! Ἐκείνη ἔμενε στή Γερμανία, ἀλλά τώρα θὰ ταξιδέψει στή Νότια Ἀμερική. Καλὸ ταξίδι, ὁ Κύριος νὰ εἶναι βοηθὸς της.

Λοιπόν, παιδί μου, ἂς ἀρχίσουμε καὶ ἐμεῖς, κατὰ τὸ παράδειγμα αὐτῆς τῆς γυναίκας, νὰ ἀσκοῦμε πιὸ δυναμικὰ αὐτὴν τή μικρή προσευχή. Εἴθε ὁ Κύριος νὰ μᾶς βοηθᾶ! Σύ ἤδη συνήθισες τὴν ἐργασία σου, ὥστε νὰ μὴ χρειάζεται νὰ τή σκέπτεσαι. Γέμιζε λοιπὸν τὸ νοῦ σου μὲ προσευχὴ καὶ θεϊκὲς θεωρίες. Τώρα εἶναι ἡ κατάλληλη ὥρα, βάλε ἀρχή. 

Ἡ ζωὴ χωρὶς προσευχή, εἶναι γεμάτη ἀπό θλίψεις, ἐνῶ μὲ τὴν προσευχὴ – μάλιστα ὅταν αὐτὴ γίνεται συνήθεια – ἡ καρδιά ἀγάλλεται καὶ εἰρηνεύει· τὶ μακαρία καταστάση! Κάποιες φορὲς οἱ προσευχόμενοι προγεύονται τή μέλλουσα μακαριότητα ἤδη ἐδῶ πάνω στή γῆ.

Ἀλεξέγιεβ Ἰωάννης (Πνευματικός τῆς μονῆς Βάλαμο)

Ο μακαριστός Γέροντας Μάρκελλος μιλάει για τους αόρατους ασκητές στο Άγιον Όρος


Έχουμε ακούσει τον Γέροντα Παΐσιο, π. Μάρκελλε, να βεβαιώνει την ύπαρξη των γυμνών ασκητών την συνεχή, καθώς αναπληρώνονται κατά θαυμαστό τρόπον οι εις Κύριον απερχόμενοι εξ αυτών.

Θα έχετε ακούσει κι εσείς ασφαλώς πολλά. Μιλήστε μας για αυτούς, αλλά και για άλλα απλά και απλοϊκά γεροντάκια πού έζησαν στο Περιβόλι της Παναγίας και το κατεκόσμησαν ωσάν άνθη μυρίπνοα, πνευματικά.

Γ.Μ.: Για τούς αοράτους γυμνούς ασκητές, έχουμε πράγματι ακούσει πολλά. Μ.Μ.: Όπως:

Γ.Μ.: Να σάς πω μίαν ιστορία τους: Ήταν ένας δόκιμος, Ιωάννης το όνομα του, τον όποιον είχε υποτακτικό ένα Γέροντα πολύ σκληρό. Ό Ιωάννης δεν αναπαυόταν κοντά του, γιατί δεν τον βοηθούσε πνευματικά να βρει τη νοερά προσευχή, τον δυσκόλευε στην άσκηση κλπ.. Πήγε λοιπόν ό Ιωάννης -επειδή ήτο φιλότιμο παιδί και ήθελε να προκόψει στην αρετή- κι έκανε Πνευματικό έναν άλλο Γέροντα στα Καυσοκαλύβια. 

Αυτός τον συμβούλευσε να σηκώνεται τη νύκτα, την ώρα πού κοιμόταν ό Γέροντας του και να κάνει τότε τα πνευματικά του καθήκοντα, τον αγώνα του. Πράγματι ό Ιωάννης σηκωνόταν τη νύκτα και αγωνιζόταν κρυφά. Όμως ό Γέροντας του τον πήρε είδηση και τον μάλωσε, γιατί κάνει άλλα από αυτά πού τον πρόσταξε αυτός. Τί να κάνει ό Ιωάννης, αποφάσισε να σηκώνεται να φεύγει τις νύκτες για να μη τον παίρνει είδηση ό Γέροντας.

Σηκωνόταν λοιπόν μόλις κοιμόταν ό Γέροντας του και πήγαινε στο Κυριάκο της σκήτης κι εκεί έξω ‘από τον νάρθηκα έκανε μετάνοιες, προσευχές, αγρυπνούσε με άσκηση και κόπο πολύ. ‘ Μία βράδια εκεί πού προσευχόταν, βλέπει να έρχεται ένας από αυτούς τούς γυμνούς ασκητές, αρκετά ηλικιωμένος. 

Πλησιάζει ό ασπρομάλλης αυτός Γέροντας χωρίς να δει τον Ιωάννη -γιατί ήτο σκοτάδι- στέκεται μπροστά στην πόρτα της εκκλησίας, την σταυρώνει κ ή πόρτα ανοίγει! Μπαίνει, προχωρεί στο κέντρο του ναού, πέφτει στα γόνατα, σηκώνει τα χέρια προς τον ουρανό και αρχίζει να προσεύχεται μεγαλοφώνως.

Προσευχόταν ώρα πολλή. Όταν τελείωσε, βγαίνει έξω, σταυρώνει πάλι την πόρτα και ή πόρτα κλείνει! Σαν να μη μπει και να μη βγήκε κανείς… Ξεκινά και παίρνει τον δρόμο ανηφορικά, να πάει στην κορυφή του ‘Άθωνας. Μόλις είδε όλα αυτά ό Ιωάννης, λέει συγκλονισμένος μέσα του. Να, αυτός είναι Γέροντας για μένα. Αυτόν θα επακολουθήσω. Τον παίρνει λοιπόν κατά πόδα. Μπροστά ό γέροντας, πίσω ό υποτακτικός σε αρκετή απόσταση,« να μη τον καταλάβει.

Λίγο πριν φθάσουν στην Παναγία -ένα εκκλησάκι κάτω από την αθωνική κορυφή όπου σταματούν συνήθως οι προσκυνηταί για να ξεκουραστούν λίγο ή να περάσουν τη νύκτα- φοβήθηκε ό Ιωάννης μη τυχόν πάρει άλλο μονοπάτι ό Γέροντας κα τον χάσει. Τάχυνε λοιπόν το βήμα για να τον φθάσει, για να πάρει την ευχή του και να του ζητήσει να τον κάνει υποτακτικό. Μόλις τον πλησίασε, τον κατάλαβε ό Γέροντα! ασκητής. Σταματάει λοιπόν, γυρνάει και του λέει κάπως «άγρια»:

– Που πηγαίνεις;

– Γέροντα, ήλθα να πάρω την ευχή σου. Σε παρακαλά να με πάρεις δόκιμο κοντά σου, γιατί δεν αναπαύομαι στον Γέροντα μου.

– Εκεί πού μένουμε εμείς, είναι πολύ δύσκολες οι συνθήκες. Δεν μπορείς να ζήσεις εκεί. Θα πάς πίσω στον Γέροντα σου.

– Μα ό Γέροντας μου με πιέζει πολύ. Έχω πολλές δυσκολίες, άγιε Γέροντα.

– Όχι, παιδί μου, εκεί θα πάς. Εκεί θα μείνεις και από εκεί θα βρεις τον παράδεισο.

– Να ‘ναι ευλογημένο. Εφ’ όσον δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά, να ‘ναι ευλογημένο. Θα γυρίσω πάλι πίσω

Παίρνει την ευχή και κάνει να φύγει. Τον φωνάζει ο ασκητής. Με λαχτάρα γυρίζει και ακούει να του λέει: Πρόσεξε, παιδί μου, ετοιμάσου γιατί σε λίγο καιρό θα φύγεις από αυτό τον κόσμο και θα φύγεις μέσα από αυτή την υπακοή. Δεν θα αλλάξεις Γέροντα. – Να ναι ευλογημένο, λέει πάλι ό Ιωάννης.

Κατεβαίνει, πάει στον Πνευματικό του, έτσι κι έτσι του λέει βρήκα έναν αόρατο γυμνό ασκητή και του ζήτησα να με κάνει υποτακτικό του, αλλά αυτός μου είπε κάνω υπακοή και να παραμείνω στον Γέροντα μου και σε λίγες ήμερες μου είπε ότι θα φύγω από αυτό τον κόσμο. Όπως σου είπε έτσι θα κάνεις και έτσι θα γίνει, του είπε ό Πνευματικός του. Πράγματι σε λίγο διάστημα τελείωσε ό δόκιμος Ιωάννης, εκοιμήθη!

Όταν ηλθε ή ώρα και έκαναν την εκταφή, από την αγία κάρα του έτρεχε μύρο! Τα έχασαν οι Γεροντάδες. Τόσο νέος υποτακτικός, μάλιστα δόκιμος και όμως απέκτησε την χάρη! Με αυτό το περιστατικό βλέπετε τί σημαίνει υπακοή. Δίπλα σ’ αυτόν τον σκληρό Γέροντα και όμως από εκεί θα πάς στον παράδεισο, του είπε ό ασκητής.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΛΌΓΟΣ ΑΘΩΝΑΣ ΤΕΥΧΟΣ 10 ΠΕΙΡΑ ΠΑΤΕΡΩΝ