Τρίτη 28 Μαΐου 2019

Μοναχός Μανασσής, Ο Διά Χριστόν Σαλός


Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης

Ο π. Μανασσής δεν είναι η μοναδική περίπτωση σύγχρονου αγίου ασκητή στον τόπο μου (το Ρέθυμνο), ούτε ο μόνος ξεχωριστός πνευματικός άνθρωπος από την επαρχία Αμαρίου. Υπήρξαν κι άλλοι, ενώ και σήμερα ανάμεσά μας ζουν αντίστοιχοι, συνήθως κρυμμένοι από τα μάτια του κόσμου.

Παρακάτω παραθέτουμε αποσπάσματα από το βιβλίου του μακαριστού π. Ιωάννη Πίτερη, Η δύναμη της πίστεως, Ρέθυμνο, 30 Μαΐου 2000, κεφ. 12:

Ο μοναχός Μανασσής, κατά κόσμο Μανώλης Σιγανός, γεννήθηκε το 1892 στο χωριό Λαμπιώτες Αμαρίου και ήταν το δεύτερο παιδί μιας ευγενέστατης και πολύκλαδης οικογένειας. Ήταν επτά αδέλφια, τέσσερα κορίτσια και τρία αγόρια. Ο πατέρας του, Γιώργος Σιγανός, ήταν δάσκαλος και η μητέρα του Φωτεινή γόνος της φημισμένης οικογένειας των Πατρικαλάκηδων από το Πετροχώρι της ίδιας επαρχίας.

Η μοναχική του πορεία

Από τον πατέρα του διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα και στο Αμάρι τελείωσε το Ελληνικό Σχολείο. Νέος μορφωμένος αυτής της εποχής, είχε όλα τα προσόντα να μπει στη ζωή και να ευδοκιμήσει, αλλά ο Θεός τον καλούσε στον βίο τον μοναχικό. Από παιδί εγκατέλειψε το σπίτι τους και ήλθε στου Κουδουμά, όπως εκάρη μοναχός, από έναν άγιο γέροντα, που ασκήτευε εκεί.

Μετά το θάνατο του γέροντα κατέφυγε στην μονή Βοσάκου και έμεινε κάμποσα χρόνια εκεί. Έπειτα από τη διάλυση της μονής, αναχώρησε για το Άγιον Όρος, έζησε κοντά σε ευσεβείς ανθρώπους, εγνώρισε πολλούς αναχωρητές και έγινε μεγαλόσχημος.

Έμεινε περιπλανώμενος όπως ο άγιος Νικόδημος στο Άγιον Όρος και μυήθηκε και στα βαθύτερα σημεία της μοναχικής πολιτείας της μεγαλώνυμης ασκητικής ζωής. Δεν ρίζωσε σε κανένα μοναστήρι, ούτε έμεινε μέχρι τέλους εκεί.

Το σχέδιο του Θεού ήταν άλλο, να τον στείλει στον κόσμο, όχι για να πάρει τίποτα από τον κόσμο […], αλλά να προσφέρει δείγματα και αγιάσματα της ακραιφνούς μοναχικής ζωής, της αδιάλειπτης προσευχής, της δύναμης εκείνης, που νικά τον κόσμο και αναγεννά τον άνθρωπο. Στην όψη του φαινόταν η αποστολή του σαν μια μυστική φωνή, που σε έκανε να τον προσέχεις, να τον ατενίζεις στο πρόσωπο, να οικοδομείσαι από τη ζωή και την άσκησή του.

Η εμφάνιση και η ασκητική του ζωή

Τα ενδύματά του ήταν τριμμένα, λιγδιασμένα, τα πόδια του ταλαιπωρημένα από την ορθοστασία, μα το πρόσωπό του ήταν ολόφωτο και καθαρό. Και μοσχομύριζε εκείνος ο γέροντας, χωρίς να πλένεται και να καθαρίζεται. Τα λεκιασμένα ενδύματά του μύριζαν σαν να ήταν αρωματισμένα με λουλούδια αμάραντα, άνθη του παραδείσου.

Του πατρός Μανασσή κανείς δεν έμαθε το μυστικό του, την δύναμη που έκρυβε μέσα του, ήταν ο ασημότερος των ανθρώπων που ζούσαν πάνω στη γη. Κατοικία δεν έχει, ούτε πολυτελή ενδύματα, ούτε χρήματα.

Ζούσε με το νεράκι του Θεού και λιγοστό ψωμί. Λάδι μεταλάμβανε μια φορά την εβδομάδα, αν τύχαινε να του προσφέρει κανείς λίγο φαγητό. Η νηστεία τον δυνάμωνε, η στέρηση, τον έφερε και τον στερέωνε στη ζωή.

Έβλεπε κανείς σε τούτο το γέροντα μια ανυπέρβλητη δύναμη, μια ανείπωτη βεβαιότητα. Μπορούσε να στέκεται ώρες ατελείωτες στην προσευχή, να εμμένει στη γονυκλισία χωρίς να κουράζεται, σαν να μην πατούσε στη γη.

Η πρώτη μας γνωριμία

Δεν είχα γίνει ακόμη ιερεύς. Ένα βράδυ σε κάποιο απομακρυσμένο χωριό, συνάντησα τον τίμιο γέροντα να κάθεται στο προαύλιο της εκκλησίας. Να είναι σκεπασμένος με το ράσο του, να γυρίζει το κομβοσχοίνι του και τα χείλη του να ψελλίζουν το «Κύριε Ιησού Χριστέ, υιέ του Θεού, ελέησόν με».

Σταμάτησα πολλή ώρα κοντά του, χωρίς να με αντιληφθεί, και είδα στο πρόσωπό τη λάμψη του Θεού, αλλά και την ανθρώπινη εγκατάλειψη. Όπως έμαθα αργότερα, οι προεστοί του χωριού δεν τον δέχτηκαν τούτη τη φορά στο σπίτι τους και ο ιερέας της ενορίας ήταν σε τόπο μακρινό.

Και να σας πω. Με το δίκιο τους οι άνθρωποι. Τον είχαν βαρεθεί. Μια φορά το χρόνο πήγαινε στο χωριό και ετρέφετο σαν το τζιτζίκι του καλοκαιριού, με τη δροσιά, με το νεράκι του Θεού και λιγοστό ξερό ψωμί. Σε κρεββάτι δεν ανεκλίνετο και όλη σχεδόν την νύχτα ήταν όρθιος και προσευχόμενος.

Ήθελε να μείνει σε σπίτι τα βράδια, σε μια απέριττη γωνιά, γιατί γνώριζε πως το σπίτι ευλογείτο και αγιάζετο από την παρουσία του. Η στάση του, η ολονύκτια προσευχή του, προβλημάτιζε τους ανθρώπους και τους έφερε σε θεογνωσία.

Η χάρις του Θεού συνόδευε τον άγιο γέροντα και τα παιδιά ερχόταν να του φιλήσουν το χέρι και να καθίσουν κοντά του και να πάρουν την επιλογή του.

Τον άνθρωπο τον λυπήθηκα, τον πόνεσε η ψυχή μου. Τον παρακάλεσα να με ακολουθήσει και πήγαμε στο διπλανό χωριό κάμποση οδοιπορία. Εκεί ήταν το σπίτι μας. Η μητέρα του τον δέχτηκε με καλοσύνη και ετοίμασε πλούσια τράπεζα.

Ο γέροντας όμως δεν πήρε τίποτε, παρά μόνο ένα ποτηράκι χυλό. Του έστρωσε καθαρό κρεββάτι να κοιμηθεί, μα εκείνος έμεινε όλη τη νύχτα άγρυπνος. Το πρωί που ξύπνησα τον είδα να κάθεται σε μια καρέκλα και να γυρίζει το κομβοσχοίνι του.

Μίλησα αρκετή ώρα μαζί του και του είπα σαν περνούσε από το χωριό να ερχόταν στο σπίτι μας. Ο γέροντας ευχαρίστησε τη μητέρα και αναχώρησε.

Η συνέχεια

Πέρασαν λίγα χρόνια από τότε. Τον Μανασσή δεν τον ξαναείδα. Έγινα ιερεύς, τοποθετήθηκα στο Ρέθυμνο δεύτερος εφημέριος στον ιερό ναό της Κυρίας των Αγγέλων. Ένα βράδυ μας επισκέφτηκε ο πατήρ Μανασσής. Φαινόταν ταλαιπωρημένος, αδύνατος, καχεκτικός. Έσερνε με δυσκολία τα πόδια του, μα το πρόσωπό του ήταν φωτεινό, το βλέμμα του ουράνιο.

Η πρεσβυτέρα μου κι εγώ αισθανθήκαμε χαρά που ήλθε στο σπίτι μας, γιατί τον είχαμε αγαπήσει. Μάθαινα πως πολλοί άνθρωποι τον απόδιωχναν. Και όταν περνούσε από το Ρέθυμνο, εύρισκε καταφυγή στα Περβόλια, στο σπίτι του Βασίλη Ζωγραφάκη.

Τον παρακαλέσαμε να μείνει κοντά μας μερικές ημέρες να ξεκουρασθεί και έπειτα πάλι ας συνέχιζε το δρόμο του. Του ετοιμάσαμε ένα απλό κρεββάτι στο μικρό σαλονάκι του σπιτιού και έμεινε εκεί.

Στην εκκλησία που ήμουνα λειτουργούσαμε σχεδόν κάθε ημέρα. Του γέροντα του άρεσε να εκκλησιάζεται και να κοινωνεί των αχράντων μυστηρίων. Αυτός θαρρώ ήταν ο λόγος που τον έκανε να μείνει κοντά μας την υπόλοιπη ζωή του.

Εγνώριζε από στήθους τον Οκτάηχο, το Τριώδιο, το Πεντηκοστάριο, τα απολυτίκια και τα κοντάκια όλων των εορτών, δεσποτικών, θεομητορικών και εορτών αγίων.

Καμιά φορά του έλεγα χαριτολογώντας: «Παππού, η τριακοστή λειτουργία είναι αυτή που έχω κάμει συνέχει έπειτα από τα Χριστούγεννα». Κι εκείνος μου απαντούσε:

«Στο Άγιον Όρος συνάντησα πολλούς ιερομονάχους, που λειτουργούσαν συνέχεια και έξι και επτά μήνες και όταν τους έβλεπες νόμιζες πως δεν περπατούσαν πάνω στη γη. Η δύναμή σας είναι η θεία λειτουργία και πρέπει να την κάνετε με ζήλο και να μη βιάζεσθε ποτέ».

Την περισσότερη ώρα της λειτουργίας ήταν γονατιστός με το κομβοσχοίνι του. Και όταν εσηκώνετο να κοινωνήσει των αχράντων μυστηρίων, έκανε μια βαθιά υπόκλιση στον γέροντα (σ.σ. εννοεί μάλλον τον ιερέα), του φιλούσε το χέρι και του ζητούσε την ευχή του να πάρει τη θεία κοινωνία.

Μέσα στο θείο φως

Ένα βράδυ γύρισα πολύ αργά στο σπίτι. Ήμουνα στο οικοτροφείο. Είχαμε τότε πολλά παιδιά και έπρεπε να τα παρακολουθούμε στη μελέτη τους. Φροντιστήρια δεν έκαναν, γιατί τα περισσότερα ήταν εντελώς άπορα και έπρεπε να αναπληρώνουν την έλλειψή τους αυτή με τη μελέτη τους, με τη ξενύχτι και τη συνεχή προσπάθεια.

Μόλις έφτασα στο σπίτι, άκουσα θόρυβο στο διπλανό δωμάτιο. Ήξερα βέβαια πως ο παππούς έκανε την ολονύκτια προσευχή του. Σκέφτηκα να του πω μια καλησπέρα, γιατί εκείνη την ημέρα δεν τον είχα δει.

Στο δωμάτιό του δεν ήθελε ποτέ φως. Όταν άνοιξα την πόρτα, είδα κάτι που με συγκλόνισε. Μέσα στο απέραντο σκοτάδι του δωματίου φαινόταν ολόφωτο το πρόσωπο του πατρός Μανασσή, σαν τη σελήνη όταν είναι πανσέληνος.

Μπορούσες να διακρίνεις καθαρά την όψη του προσώπου του, το βλέμμα του, και ήταν αδύνατο να στυλώσεις το μάτι σου εκεί για πολλή ώρα. Θεέ μου. Αυτή ήταν μια ανείπωτη στιγμή και παρουσία ακτίστου φωτός, στο πρόσωπο τούτου του τίμιου γέροντα.

Ένα βράδυ αρρώστησε η μητέρα μου και την πήγαμε στην Πολυκλινική. Είχε πάθει μια τρομερή γαστρορραγία και είχε και από παλιά μια σοβαρή πάθηση της καρδιάς. Ήταν βέβαια και σε μεγάλη ηλικία. Η αιμορραγία δεν σταματούσε, παρά τις ευγενικές προσπάθειες των καλών γιατρών. Δίδαμε συνεχώς αίμα και αμέσως το έβγαζε.

Ο γιατρός με κάλεσε στο γραφείο του και μου είπε: «Η μητέρα σου είναι βαριά και σε δέκα λεπτά θα έχει πεθάνει. Φρόντισε οι αδελφές μου να μην αναστατώσουν την κλινική με τα κλάματα, γιατί έχομε εδώ και άλλους πολύ βαριά ασθενείς».

Η ώρα ήταν δωδεκάτη νυχτερινή. Ήλθα γρήγορα στην εκκλησία, στην Κυρία των Αγγέλων, και ζήτησα το κλειδί από την νεωκόρο, τη σεβαστή Δέσποινα, την αργότερα μοναχή Δομνίκη.

Ο Μανασσής είχε αρχίσει τη νυχτερινή του προσευχή. Τριγυρνούσε γύρω από την εκκλησία και ασπαζόταν και τις τέσσερις γωνίες της, γονάτιζε και προσευχόταν. Του είπα με δυο λόγια: «Παππού, η μητέρα μου πεθαίνει. Έλα μέσα στην εκκλησία να διαβάσομε μια παράκληση».

Ο γέροντας με ακολούθησε και ήλθαμε και γονατίσαμε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, στο προσκυνητάρι που είναι μπαίνοντας δεξιά από την είσοδο. Αυτή είναι η εύρεση. Ανάψαμε ένα κεράκι και ο γέροντας στο κάθε τροπάριο του κανόνα έλεγε το «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς».

Σε κάποια στιγμή μου φάνηκε πως είδα ένα φως που βγήκε από το πρόσωπο της Θεοτόκου και πήγε πάνω από το κεφάλι του Μανασσή και έκανε ένα φωτοστέφανο.

Υπέθεσα πως ήταν παραίσθηση ή μάλλον πως περνούσε κανένα ποδήλατο και έρριψε το φως του στο ναό και φώτισε το πρόσωπο της Παναγίας. Η πόρτα όμως ήταν κλειστή και τα παράθυρα ψηλά. Κάτι άλλο θα είχε συμβεί. «Μάλλον μου φάνηκε» σκέφθηκα και συνέχισα την παράκληση.

Σε λίγο όμως είδα πάλι εκείνο το φως να βγαίνει από το πρόσωπο της Παναγίας, να κάνει ένα φωτοστέφανο πάνω από το κεφάλι του γέροντα και να μένει ώρα αρκετή, να λάμπει και να φωτίζεται όλη η εκκλησία. Και ενώ ο γέροντας έλεγε το «Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς», εγώ ήταν αδύνατο να συνεχίσω.

Στεκόμουνα συνεπαρμένος και παρακολουθούσα το άχραντο εκείνο φως και αγκάλιασα με δάκρυα την αγία εικόνα, γιατί η Μεγαλόχαρη απαντούσε σ’ εκείνη την εναγώνια προσευχή του γέροντα μοναχού, που όλη τη νύχτα αγρυπνούσε και παρακαλούσε τη μητέρα του Χριστού να μεσιτεύσει και να γίνει ταχινή βοήθεια σε κάθε πονεμένο και στη ζωή της μητέρας μου.

Εγνώριζα βαθιά ότι η Παναγία έκανε το θαύμα της. Επήγα στο σπίτι και κοιμήθηκα με τη βεβαιότητα ότι η μητέρα μου θα ζούσε και δεν ξαναγύρισα στην κλινική. Πράγματι, έζησε τρία χρόνια έκτοτε και απέθανε την ίδια ημέρα, την ίδια ώρα που είχε γίνει εκείνη η προσευχή.

Το επίγειο τέλος του

Αυτά τα σημεία που είδα καθαρά στη ζωή του γέροντα με έκαναν να τον ευλαβούμαι και να τον έχω κοντά μου σ’ όλη του τη ζωή. Αργότερα τοποθετήθηκα στο νεκροταφείο (σ.σ. ως εφημέριος). Χτίσαμε μια γωνιά για τα παιδιά της Στέγης (σ.σ. οικοτροφείου) και πλάι στην ευρύχωρη τραπεζαρία ένα μικρό δωματιάκι για τον άγιο γέροντα.

Ήταν σαν μια μικρή κρύπτη, ένα αληθινό ασκητήριο. Μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο έζησε την υπόλοιπη ζωή του. Δεν έλειψε ποτέ από την εκκλησία και κοινωνούσε κάθε λειτουργία των αχράντων μυστηρίων.

Έτσι έζησε ήσυχα και αθόρυβα την ζωή του ο γέροντας στο μικρό κελί του. Κάποτε όμως αρρώστησε βαριά. Είχε υψηλό πυρετό. Προσπάθησα να τον πείσω να πάει στο νοσοκομείο, αλλά εκείνος δεν ήθελε. Στο τέλος τον εξανάγκασα. Τον πήγαμε στο νοσοκομείο, είχε υψηλό πυρετό και σε λίγες μέρες κατέρρευσε και απέθανε σαν το πουλί.

Στο θάνατό του ήταν ήρεμος σαν το μικρό παιδί. Δεν δοκίμασε καμιά αγωνία. Από τη ζωή δεν είχε κρατήσει τίποτε που να το λυπηθεί ότι του το έπαιρνε ο θάνατος. Η ζωή του ανήκε στο Χριστό και που πέθανε ήταν γι’ αυτόν κέρδος (σ.σ. φράση του αποστόλου Παύλου από την Καινή Διαθήκη, επιστολή προς Φιλιππησίους, 1, 21).

Ένας απέριττος και φτωχικός τάφος στο δυτικό μέρος του κοιμητηρίου της πόλεως δέχθηκε το ταλαιπωρημένο σώμα του γέροντα Μανασσή. Εκεί αναπαύθηκε πλάι σε γνωστούς ανθρώπους και προσφιλείς.

Λουλούδια φύτρωσαν μόνα τους πάνω στον τάφο του και μια ευσεβής γυναίκα του εγνώριζε τον γέροντα του ανάβει κάθε βράδυ το κανδηλάκι του και κάνει πάνω στον τάφο του μια μικρή προσευχή (σ.σ. τώρα, μετά από τόσα χρόνια, είναι σβηστό το καντήλι του).

Πηγή:https://euxh.gr/
https://www.askitikon.eu/agiologio/ofelima-psychis/16569/monachos-manassis-o-dia-christon-salos/

Σώμα και Αίμα Χριστού και όχι “Μαγικό φίλτρο"


Ποιές ειναι οι προϋποθέσεις για να κοινωνήσουμε τον Χριστό;

”«συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν και νεκρωθώμεν δι΄αυτόν ταις του βίου ηδοναίς΄ ίνα και συζήσωμεν αυτώ».

Να συμπορευθούμε με τον Χριστό (να γίνει η ζωή μας), να σταυρωθούμε (Άσκηση) και να νεκρώσουμε τις ηδονές (Μετάνοια) και τις αμαρτίες μας μέσα απο το μυστήριο μετανοίας και εξομολογήσεως ώστε να συζούμε με τον Χριστό κάθε λεπτό της ζωής μας (Κάθαρση-Αγιότητα). Έτσι θα μπορέσουμε να κάθόμαστε στο τραπέζι με τον Κύριο και να απολαμβάνουμε το συμπόσιο της πίστεως όπου ο ίδιος ο Κύριος προσφέρεται προσωπικά θυσιαζόμενος. 
Σώμα και Αίμα Χριστού.

Πολλοί θα μεταλάβουν , λίγοι θα Κοινωνήσουν τον Χριστό, κάποιοι θα πάρουν κατάκριμα. Όλα αυτά γιατί; Διοτι το Μυστήριο δεν ενεργεί μόνο του . Χρειάζεται και την συγκατάθεση του καλεσμένου γιατί η προσφορά του οικοδεσπότη είναι δεδομένη. Αυτό θα το κρίνει ο πνευματικός μας και όχι εμείς.

Δεν είναι μόνο η νηστεία προυπόθεση για ένωση με τον Χριστό με την ίδια λογική οι χορτοφάοι θα κοινωνούσαν κάθε μέρα.Η νηστεία είναι ένα μέσο ασκήσεως ιδιαίτερα την Μεγάλη ΕΒδομάδα είναι μια μορφή άσκησης που συμμετέχουμε στο πάθος του Κυρίου μας.  Αυτό επικρατεί στο μυαλό των περισσότερων που θα έρθουν Μεγάλη Πέμπτη ή Μεγάλο Σάββατο για να μεταλάβουν. Σ' αυτές τις περιπτώσεις όχι μόνο δεν έρχεται η αναμενόμενη ωφέλεια - από τη συμμετοχή μας στη θεία Μετάληψη - αλλά, αντίθετα, είναι πολύ πιθανόν να «καταφλεγόμαστε», διότι κρίμα και κατάκριμα εσθίουμε. Βλέπουμε το Μυστήριο όχι μόνο με νομικούς όρους, αλλά και με μαγικές ιδιότητες ενώ πρωτίστως είναι θεραπευτικό, Μυστήριο θεραπείας και αγιασμού.Kαλό λοιπόν είναι να μην μεταλάβουμε το Πάσχα αν δεν είμαστε προετοιμασμένοι κάτω απο την ευλογία του πνευματικού μας. Μπορούμε άλλη μέρα και μετά το Πάσχα με την κατάλληλη προετοιμασία.

Οι Ευχές του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην Θεία Λειτουργία είναι χαρακτηριστικές : «καταξίωσον ημάς μεταλαβείν των επουρανίων σου και φρικτών Μυστηρίων ταύτης της ιεράς και πνευματικής Τραπέζης, μετά καθαρού συνειδότος, εις άφεσιν αμαρτιών, εις συγχώρησιν πλημμελημάτων, εις Πνεύματος Αγίου κοινωνίαν, εις βασιλείας ουρανών κληρονομίαν εις παρρησίαν την προς σε, μη εις κρίμα, ή εις κατάκριμα». Σε κάποιο σημείο η ακολουθία της Θεία Μεταλήψεως μας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου : “ἄνθραξ γάρ ἐστι τοὺς ἀναξίους φλέγων”.

O Mυστικός Δείπνος ονομάζεται Μυστικός όχι γιατί είχε κάτι κρυμμένο αλλά γιατί αποκαλύφθηκε κάποιος με μυσταγωγικό τρόπο. Δεν είναι ένα δείπνο που προσφέρθηκε κάποια απλή επίγεια τροφή για να συντηρηθεί το σώμα. 
Προσφέρθηκε ΚΑΠΟΙΟΣ για να ενωθούμε μαζί του. Και σε αυτο το δείπνο είμαστε τα τιμώμενα πρόσωπα. 
Τέτοια τιμή πως θα την αντέξουμε ;
Άρα πως θα κάτσουμε στο Τραπέζι χωρίς ένδυμα γάμου;
Και ο Ιούδας Κοινώνησε αλλά τα έχασε όλα, μην το ξεχνάμε.

Σας θερμοπαρακαλώ όπως έλεγε και ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. 
Ας τρέξουμε στους πνευματικούς να κάνουμε υπακοή και να ελευθερωθούμε με καρδιά μετανοούσα.

Η Θεία Κοινωνία ειναι ίδια και την Μεγάλη Πέμπτη και το Μεγάλο Σάββατο και την Κυριακή του Θωμά και την Παραμονή των Θεοφανείων και σε όλες τις Λειτουργίες κατεβαίνει ο ίδιος ο Χριστός. Καλύτερα να μεταλάβω προετοιμασμένος παρά απροετοίμαστος και ας είναι Πάσχα, λένε οι Άγιοι της Εκκλησίας μας ιδιαίτερα ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

Προσοχή και πως αποκαλούμε την ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ...
ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΑΙΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥ....
Ούτε κρασάκι , ούτε χρυσό δοντάκι , ούτε ψωμάκι .....
ΣΩΜΑ ΚΑΙ ΑΙΜΑ ΧΡΙΣΤΟΥ το μεγαλύτερο θαύμα στο σύμπαν κατά τον Άγιο Νεκτάριο.

Μην αντιμετωπίζουμε αγαπητοί μου τα Ιερά Μυστήρια σαν μαγικές πράξεις, διότι παίζουμε με την φωτιά. 
Να ευχηθούμε αυτό το Πάσχα να αποκτήσουμε Ορθόδοξη πατερική συνείδηση για να μπορέσουμε να βιώσουμε τα θεραπευτικά μέσα τις πίστεως.

https://euxh.gr/theologia/katixitika/soma-kai-aima-xristoy-kai-oxi-magiko-filtro

Στην κόλαση κατά λάθος!


Διηγούνται πως μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε κάποιος του οποίου η ψυχή ήταν γεμάτη καλοσύνη. Όταν πέθανε, όλοι υπέθεσαν ότι θα πήγαινε κατ’ ευθείαν στον Παράδεισο, αφού θεώρησαν ότι ήταν η μόνη επιλογή για έναν καλό άνθρωπο σαν κι αυτόν. Και πράγματι εκεί πήγε. Εκείνο τον καιρό όμως, ο Παράδεισος δεν ήταν καθόλου οργανωμένος και δεν λειτουργούσε στη εντέλεια. Η γραμματεία ήταν ανεπαρκής, και η κοπέλα που τον υποδέχτηκε έριξε μια βιαστική ματιά στην λίστα με τα ονόματα που είχε μπροστά της. Δεν βρήκε το όνομα αυτού του ανθρώπου, οπότε τον έστειλε κατευθείαν στην Κόλαση. Στην κόλαση δεν υπήρχε κανένας στην είσοδο για να ελέγχει όσους έμπαιναν. Έτσι ο άνθρωπός μας μπήκε και παρέμεινε στην Κόλαση. Μερικές μέρες αργότερα, ο Εωσφόρος γεμάτος νεύρα και θυμό στάθηκε στις πύλες του Παραδείσου και ζητούσε εξηγήσεις με φωνές
. – Αυτό που κάνατε ήταν απαράδεκτο! ούρλιαζε. Στείλατε αυτόν τον άνθρωπο κάτω στην Κόλαση, και αυτός με υπονομεύει διαρκώς! Από την αρχή που ήρθε, ενδιαφερόταν για τους άλλους ανθρώπους, τους άκουγε και τους μιλούσε με αγάπη. 
Η κατάσταση έχει αλλάξει στην Κόλαση. 
Τώρα όλοι μοιράζονται μεταξύ τους τα συναισθήματά τους, αγκαλιάζονται και ενδιαφέρονται για τον άλλον. 
Όμως στην Κόλαση δεν πρέπει να είναι έτσι! 
Πάρτε τον πίσω στον Παράδεισο!

Έχουν δίκιο λοιπόν όσοι λένε: «Ζήσε τη ζωή σου με τόση αγάπη στην καρδιά σου, ώστε ακόμα και αν σε στείλουν κατά λάθος στην κόλαση, ο ίδιος ο διάβολος να σε επιστρέψει στον Παράδεισο».

http://istologio.org

Μακάριος ο άνθρωπος που ελπίζει στον Κύριο!


*Από το βιβλίο: «Το Γνώθι σαυτόν – Αγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως»

~ Πόσο ωραία, πόσο ευχάριστη, πόσο χαριτωμένη είναι η εικόνα εκείνου που ελπίζει στον Θεό που σώζει, στον Θεό των οικτιρμών, τον Θεό του ελέους, τον αγαθό και φιλάν­θρωπο Θεό.

Αληθινά μακάριος είναι ο άνθρωπος που ελπίζει στον Θεό! Ο Θεός είναι πάντα βοηθός του και δεν φοβάται ό,τι κακό κι αν του προξενήσει άνθρωπος. Ελπίζει στον Κύριο και πράττει τα αγαθά! Κάθε του ελπίδα την έχει εναποθέσει σ’ Αυτόν, και σ’ Αυτόν εξομολογείται με όλη του την καρδιά. Είναι το καύχημά του, είναι ο Θεός του και Τον επικαλείται μέρα και νύχτα.

Το στόμα του ωραίο, αναπέμπει αίνους στον Θεό, τα χείλη του, πιο γλυκά από μέλι και κερί σαν ανοίγουν για να ψάλλουν στον Θεό· η δε γλώσ­σα του γεμάτη χάρη, κινείται προς δοξολογία Θεού.

Η καρδιά του είναι έτοιμη να Τον επικαλεσθεί, η διάνοια του έτοιμη να ανυψωθεί προς Αυτόν, η ψυχή του είναι προ­σηλωμένη στον Θεό και «η δεξιά του Κυρίου αντελάβετο αυτού». «Εν τω Κυρίω επαινεθήσεται η ψυχή αυτού». Ζητά και λαμβάνει από τον Θεό αυτό που ζητά η καρδιά του. Ζητά και βρίσκει όσα ποθεί. Κρούει και του ανοίγονται οι θύρες του ελέους.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο επαναπαύεται σε ήσυχα νερά. Ο δε Κύριος του δίνει πλούσια τα ελέη του. Η δεξιά του Κυρίου κατευθύνει την πορεία του και δάκτυλος Κυρί­ου τον καθοδηγεί στους δρόμους του.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν αστοχεί. Η ελπί­δα του δεν πεθαίνει ποτέ. Ο Θεός είναι η προσδοκία του, η ακρότατη επιθυμία της καρδιάς του. Προς Αυτόν στε­νάζει η καρδιά του όλη την ημέρα: «Κύριε μην αργήσεις, σήκω, κάνε γρήγορα, έλα και απομάκρυνε από την ψυχή μου κάθε ανάγκη, εξάγαγε εκ φυλακής την ψυχή μου! Θα σε δοξολογήσω με όλη μου την καρδιά Κύριε. Σε Σένα θα απευθύνεται κάθε λόγος που θα βγαίνει απ’ το στόμα μου».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, ευλογεί τον Ύψιστο, τον λυτρωτή του και αγιάζει «το όνομα το άγιον αυτού». Ελπί­ζει και από τα βάθη της καρδιάς του κραυγάζει προς τον Θεό: «Κύριε πότε ήξω και οφθήσομαι τω προσώπω σου;».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, θα επικαλεσθεί τον Ύψιστο για να εισέλθει στο αγιαστήριό Του, για να δει και να χαρεί τα θαυμάσια Του· και ο Κύριος θα ακούσει τη φωνή της δέησής του.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, απολαμβάνει άκρα ειρή­νη· γαλήνη επικρατεί στην καρδιά του και στην ψυχή του βασιλεύει πλήρης αταραξία. Όταν έχει βοηθό του τον Θεό, από τί να φοβηθεί; Από τί να δειλιάσει; Αν ξεσηκωθεί ενα­ντίον του πόλεμος, δεν πτοείται, γιατί ελπίζει στον Κύριο. Αν τον καταδιώξουν πονηροί δεν φοβάται, γιατί ξέρει ότι όλα είναι υπό τον έλεγχο του Κυρίου. Δεν ελπίζει στο τόξο του ούτε στη φαρέτρα του· ούτε εξαρτά τη σωτηρία του από τη ρομφαία, αλλά από τον Κύριο και Θεό του, που μπορεί να τον γλιτώσει από τα χέρια αυτών που τον πολεμούν, από την παγίδα του αμαρτωλού και από την καταιγίδα. Είναι πεπεισμένος για τη δύναμη του Κυρίου και «επί τον βραχί­ονα τον υψηλόν αυτού και ο Κύριος σώσει αυτόν».

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, βαδίζει ήρεμος στον αγώνα της ζωής του και διανύει τον δρόμο αυτό δίχως το άγχος των μερίμνων. Εργάζεται ακατάπαυστα το αγαθό, το ευάρεστο και τέλειο, τα δε έργα του τα ευλογεί ο Θεός. Σπέρνει ευλογημένα και λαμβάνει πλούσιους τους καρπούς των κόπων του. Έχει θάρρος στον Κύριο και δεν παρεκτρέπεται από τους πειρασμούς που τον κυκλώνουν. Στις δοκιμασίες της ζωής δεν παραιτείται, αλλά ελπίζει, δι­ότι εκεί που τα πράγματα φαίνονται αδύνατα, ο Θεός φα­νερώνει τη διέξοδο. Μέσω της πίστης προσδοκά και την ελπίδα της δικαιοσύνης.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο δεν ελπίζει σε χρήματα, ούτε στο μέγεθος της δύναμής του, αλλά επαναπαύεται στη βοήθεια που θα του παράσχει ο Θεός.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι γεμάτος πίστη και αγάπη προς τον Θεό, ζει έχοντας θάρρος στην αγαθή του συνείδηση, εμφανίζεται με την παρρησία γιου απέναντι στον ουράνιο Πατέρα του και Τον επικαλείται για να έλθει η βασιλεία Του στη γη και το θέλημά Του να πραγματώνε­ται στη γη όπως και στον ουρανό.

Αυτός που ελπίζει στον Κύριο, είναι αφοσιωμένος ολο­κληρωτικά σ’ Εκείνον και υψώνει την καρδιά του στον αγαθό και αθάνατο Θεό. Ζητά απ’ Αυτόν το ύψιστο αγαθό και την αθανασία στη βασιλεία των Ουρανών, και ο Θεός τον εισακούει.

Μακάριος ο άνθρωπος που ελπίζει στον Κύριο!

πηγή: proskynitis.blogspot.com

Δεν υπάρχει τίποτε άλλο στον κόσμο ωραιότερο από το Άγιο Ευαγγέλιο


 «Δεν υπάρχει τίποτε άλλο στον κόσμο, ούτε στον Ουρανό, ούτε στη γη, ωραιότερο από το Άγιο Ευαγγέλιο. Είναι ο Ίδιος ο Λόγος του Θεού, το Άγιο Ευαγγέλιο. Τα ίδια τα λόγια που είπε ο Ίδιος ο Θεός γράφτηκαν μέσα στο Ιερό Ευαγγέλιο. Βγήκαν από το στόμα του Ίδιου του Θεού. Δεν είναι ανθρώπινα λόγια, δεν τα είπαν άνθρωποι».

Γέροντας Ευμένιος Σαριδάκης.
https://proskynitis.blogspot.com/

Αγιογραφικό ανάγνωσμα


Ἐκ τοῦ κατὰ Ἰωάννην 
η΄ 51 – 56
Εἶπεν ὁ Κύριος πρὸς τοὺς ἐληλυθότας πρὸς αὐτὸν Ἰουδαίους· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐάν τις τὸν λόγον τὸν ἐμὸν τηρήσῃ, θάνατον οὐ μὴ θεωρήσῃ εἰς τὸν αἰῶνα. 52εἶπον οὖν αὐτῷ οἱ Ἰουδαῖοι· Νῦν ἐγνώκαμεν ὅτι δαιμόνιον ἔχεις. Ἀβραὰμ ἀπέθανε καὶ οἱ προφῆται, καὶ σὺ λέγεις, ἐάν τις τὸν λόγον μου τηρήσῃ, οὐ μὴ γεύσηται θανάτου εἰς τὸν αἰῶνα; 53μὴ σὺ μείζων εἶ τοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἀβραάμ, ὅστις ἀπέθανε; καὶ οἱ προφῆται ἀπέθανον· τίνα σεαυτὸν σὺ ποιεῖς; 54ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· Ἐὰν ἐγὼ δοξάζω ἐμαυτόν, ἡ δόξα μου οὐδέν ἐστιν· ἔστιν ὁ πατήρ μου ὁ δοξάζων με, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι Θεὸς ἡμῶν ἐστι· 55καὶ οὐκ ἐγνώκατε αὐτόν· ἐγὼ δὲ οἶδα αὐτόν. καὶ ἐάν εἴπω ὅτι οὐκ οἶδα αὐτόν, ἔσομαι ὅμοιος ὑμῶν ψεύστης· ἀλλ' οἶδα αὐτὸν καὶ τὸν λόγον αὐτοῦ τηρῶ. 56Ἀβραὰμ ὁ πατὴρ ὑμῶν ἠγαλλιάσατο ἵνα ἴδῃ τὴν ἡμέραν τὴν ἐμήν, καὶ εἶδε καὶ ἐχάρη.

Νεοελληνική απόδοση:
 Ἀλήθεια, ἀλήθεια σᾶς λέγω, ἐὰν κανεὶς φυλάξῃ τὸν λόγον μου, δὲν θὰ ἰδῇ ποτὲ θάνατον». Εἶπαν εἰς αὐτὸν οἱ Ἰουδαῖοι, «Τώρα εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ἔχεις δαιμόνιον. Ὁ Ἀβραὰμ πέθανε καὶ οἱ προφῆται καὶ σὺ λές, «Ἐὰν κανεὶς φυλάξῃ τὸν λόγον μου, δὲν θὰ γευθῇ ποτὲ θάνατον». Μήπως εἶσαι σὺ μεγαλύτερος ἀπὸ τὸν πατέρα μας τὸν Ἀβραάμ, ὁ ὁποῖος πέθανε; Καὶ οἱ προφῆται πέθαναν. Ποιός νομίζεις ὅτι εἶσαι;». Ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς, «Ἐὰν ἐγὼ δοξάζω τὸν ἑαυτόν μου, ἡ δόξα μου δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν. Ὑπάρχει ὁ Πατέρας μου ποὺ μὲ δοξάζει, διὰ τὸν ὁποῖον σεῖς λέτε ὅτι εἶναι ὁ Θεός σας, ἂν καὶ δὲν τὸν ἔχετε γνωρίσει· ἐγὼ ὅμως τὸν ξέρω. Καὶ ἐὰν πῶ ὅτι δὲν τὸν ξέρω, θὰ εἶμαι ὅμοιος μ’ ἐσᾶς, ψεύτης, ἀλλὰ τὸν ξέρω καὶ φυλάττω τὸν λόγον του. Ὁ Ἀβραάμ, ὁ πατέρας σας, αἰσθάνθηκε ἀγαλλίασιν, διότι ἔμελλε νὰ ἰδῇ τὴν ἡμέραν μου καὶ εἶδε καὶ χάρηκε».

ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΗΜΕΡΑΣ


Για την εμπιστοσύνη στην Θεία Πρόνοια και την αποδοχή των διαφόρων γεγονότων στην ζωή μας, έλεγε ο γ. Ιωσήφ Βατοπαιδινός: "Μία πόρτα που την χτυπάτε και δεν ανοίγει, μην την σπάσετε για να μπείτε μέσα. Θα το μετανιώσετε!"